Κυριακή, Μαρτίου 06, 2011

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ


Η ανεξάρτητη αμερικανίδα σκηνοθέτης Debra Granik καταφέρνει με το "Winter's Bone" (Στην Καρδιά του Χειμώνα, 2010) να δώσει ένα πολύ δυνατό δράμα και έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, που θα μείνουν για καιρό στο μυαλό μου.
Μια 17χρονη πάμφτωχη, αλλά πεισματάρα κοπέλα στη "βαθιά" αμερικάνικη επαρχία (κάπου στο Μισούρι), με μια μάνα που δεν επικοινωνεί με κανέναν και δύο μικρά αδέλφια, ψάχνει τον εξαφανισμένο και όχι πολύ νομοταγή πατέρα της. Όχι από αγάπη, συναισθηματική ανάγκη της παρουσίας του ή κάτι τέτοιο, αλλά καθαρά για πρακτικούς λόγους. Λόγους ζωής ή θανάτου θα λέγαμε. Αν δεν εμφανιστεί στο δικαστήριο οι πιστωτές θα πάρουν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, το σπίτι, και η ήδη προβληματική οικογένεια θα μείνει κυριολεκτικά στο δρόμο. Κι εμείς παρακολουθούμε με την καρδιά να σφίγγεται ολοένα μια άγρια οδύσσεια της νεαρής, πλην όμως δυνατής εσωτερικά, κοπέλας σε ένα κάθε άλλο παρά φιλόξενο περιβάλλον. Έτσι, βαθμιαία, η κοινωνική ταινία μετατρέπεται σε ένα είδος θρίλερ - δίχως καθόλου να χάσει το κοινωνικό στοιχείο.
Όσο η αναζήτηση προχωρά, η εκπληκτική πρωταγωνίστρια (από τους δυνατότερους κινηματογραφικούς χαρακτήρες των τελευταίων χρόνων, νομίζω) βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην καρδιά ενός σκοτεινού κόσμου που αποτελείται από "βλάχους" αμερικάνους: Παρασκευή και διακίνηση ναρκωτικών, γελάδια και καουμπόϊδες, πανταχού παρούσα κάντρι, κλειστοί, άγριοι και επικίνδυνοι χαρακτήρες, οικογενειακή τιμή (η βεντέτα δεν ανθεί φαίνεται μόνο στα μέρη μας), μπάτσοι και χαφιέδες, κλειστά στόματα, απίστευτες φάτσες και μια περιρέουσα σκληρότητα που διαπερνά τα πάντα συνθέτουν ένα αληθινά αφόρητο περιβάλλον. Που γίνεται χειρότερο από το μίζερο, ρημαγμένο και άσχημο τοπίο που περιβάλλει τη δράση. Όσο για οποιασδήποτε μορφής κοινωνική περίθαλψη ή πρόνοια... ξεχάστε τα αυτά. Αυτά είναι "κομουνιστικά". Εδώ είναι Αμερική και αν μπορείς ζήσε, αλλιώς πέθανε! Σίγουρα η ενηλικίωση της θαραλέας πρωταγωνίστριας γίνεται με τον σκληρότερο δυνατό τρόπο και η κατάληξή της είναι συγκλονιστική.
Φυσικά, πέραν από την προσωπική ιστορία, αυτό που μας αφήνει άφωνους είναι η ύπαρξη μιας τέτοιας Αμερικής, στην καρδιά της χώρας. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για τους συντηρητικούς βλάχους αμερικάνους στις κεντρικές πολιτείες. Ε, λοιπόν, βλέποντας το φιλμ, θα διαπιστώσετε ότι τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Μπροστά στην απίστευτη καθημερινότητα που αντικρύζουμε, η σε αρκετά επίπεδα μίζερη ελληνική επαρχία φαντάζει... αληθινός παράδεισος. Και, για να μη νομίζετε ότι τα πράγματα δείχνονται μονόπλευρα, ναι, υπάρχουν και σπίθες ζεστασιάς, ανθρωπιάς και συμπόνιας σ΄ όλον αυτόν τον εφιαλτικό κόσμο. Πολύ λιγότερες όμως, φοβάμαι, από την κυρίαρχη ασχήμια. Ο ωμός ρεαλισμός του φιλμ πείθει για την αλήθεια όσων βλέπουμε και κάνει την εμπειρία συγκλονιστική. Και, ταυτόχρονα, σε κάνει να αναρωτιέσαι: Πώς μπορεί μια κοινωνία να καταντήσει έτσι; Και όχι σε κάποια ξεχασμένη τριτοκοσμική χώρα που υποφέρει από έλλειψη στοιχειωδών αγαθών, αλλά στην καρδιά της ίδιας της υπερδύναμης...
Εξασφαλίζοντας από τώρα μια θέση στις 10 καλύτερες της χρονιάς, η ταινία νομίζω ότι μένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μας. Ή τουλάχιστον στη δική μου.

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2011

ΤΟ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ "ΕΞΟΔΟΥ"


Ο αυστραλός Peter Weir, από τους σημαντικούς σύγχρονους σκηνοθέτες για μένα, είχε να κάνει ταινία από το 2003. Να λοιπόν που εν έτει 2010 επανέρχεται με το «The Way Back”, εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα. Αφηγείται την απίθανη απόδραση μερικών, ετερόκλητων χαρακτήρων και background, κρατούμενων από ένα εφιαλτικό γκουλάγκ της Σιβηρίας της δεκαετίας του 40, την εποχή του πολέμου δηλαδή, αλλά και της απόλυτης βασιλείας του στυγνού σταλινισμού. Όπως λέει όμως χαρακτηριστικά το μότο του φιλμ, η απόδραση είναι μόνο η αρχή. Πράγματι, αυτό που παρακολουθούμε είναι η απόδρασή τους όχι από το στρατόπεδο (αυτό γίνεται μόνο στην αρχή), αλλά από την ίδια τη Σοβιετική Ένωση. Οι άνθρωποι αυτοί, ούτε λίγο ούτε πολύ, διέσχισαν με τα πόδια όλη τη χώρα, πέρασαν στη Μογγολία, το Θιβέτ, πέρασαν και τα Ιμαλάια και κατέληξαν στην Ινδία. Όχι όλοι τους βέβαια… Η «λεπτομέρεια που σκοτώνει» είναι ότι για να το κάνουν αυτό έπρεπε να περάσουν από τα -40 της Σιβηρίας και την απειλή θανάτου από το κρύο στα +50 των ερήμων της Μογγολίας και την απειλή θανάτου από δίψα!
Η απίστευτη αυτή οδύσσεια δίνεται με σχετικά επικό τρόπο, με εμμονή στο τοπίο – στο εντελώς διαφορετικό κάθε φορά τοπίο, χαρίζοντάς μας έτσι, αν μη τι άλλο, μια οπτική απόλαυση όσον αφορά τη φύση (και καθόλου απόλαυση βέβαια όσον αφορά τα όσα τράβηξαν οι άνθρωποι αυτοί). Ο Weir βέβαια είναι πάντα ένας ικανός σκηνοθέτης, και συχνά έχει επικεντρώσει στη φύση και το άγριο ή μη μεγαλείο της, αλλά συνολικά, μετά το τέλος, κάτι δεν μου πήγε καλά. Ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, το είδα μεν με ενδιαφέρον και με κράτησε, αλλά νομίζω ότι δεν είχε αυτό το κάτι άλλο που θα το απογείωνε. Για να χρησιμοποιήσω μια λέξη του Χ. Μήτση από το «Αθηνόραμα» που με βρήκε σύμφωνο, παραήταν ακαδημαϊκό. Δεν ξέρω αν ο 67χρονος Weir έχει εξαντληθεί (και η 7χρονη παύση προς τα εκεί δείχνει), πάντως προσωπικά περιμένω ακόμα απ’ αυτόν και ελπίζω.
Και, για να περάσουμε και στην πολιτική διάσταση, κάτι που με ενόχλησε σχετικά ήταν ο απόλυτος και δίχως αντίλογο αντικομουνισμός της ταινίας. Απεχθάνομαι το καταπιεστικό σοβιετικό καθεστώς – κυρίως τη σταλινική περίοδο που υπήρξε η χειρότερη απ’ αυτή την άποψη – και τα φριχτά γκουλάγκ όπου πολλοί στάλθηκαν για ψύλλου πήδημα και τις σοβιετικές εισβολές στην Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, το Αφγανιστάν… και δεν θα ταυτιστώ με την άποψη του ΚΚΕ που σίγουρα θα σκίζει τα ιμάτιά του με την ταινία (δεν είναι τυχαίο το ότι ο Δανίκας το βαθμολόγησε με «τετράγωνο»), αλλά νομίζω ότι αυτό το συλλήβδην «κακοί κομουνιστές» που κυριαρχεί στο φιλμ, δίχως οποιονδήποτε διαχωρισμό ή αντίλογο, είναι άδικο. Ιδιαίτερα στην εξαθλιωμένη από την επέλαση της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας εποχή μας, ίσως να είναι και επικίνδυνο. Είναι σα να υποκύπτει ο Weir στην απλοϊκή, παλιότερων εποχών κυρίως, χολιγουντιανή λογική του "καλοί - κακοί", δίχως κάποια περαιτέρω εμβάθυνση. Αυτά. Και, για να το ξαναπώ και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, κάθε άλλο παρά κνίτης είμαι.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 28, 2011

ΜΟΑΣΙΡ: ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ


Ο Μοασίρ είναι ένας βραζιλιάνος καθόλου συνηθισμένος ναϊφ καλλιτέχνης. Η περίπτωσή του θυμίζει κάπως τον δικό μας Θεόφιλο σε σύγχρονη εποχή. Ο μαύρος αυτός ζωγράφος γεννήθηκε με πλήθος προβλημάτων: Κουφός από το ένα αυτί, με δυσκολίες στην ομιλία, με παραμορφωμένη σπονδυλική στήλη και, επιπλέον, πάμφτωχος (ένα από τα 9 παιδιά μιας φτωχής χωριάτικης οικογένειας) και παρέμεινε αναλφάβητος. Και, κυρίως, αυτό που θα λέγαμε "αλαφροϊσκιωτος". Ο Μοασίρ ζωγράφιζε πάνω σε όποια επιφάνεια εύρισκε και με ό,τι υλικό ανακάλυπτε στη φύση από 7 χρονών. Μάλλον ανίκανος να δουλέψει, ανέπτυξε ένα αληθινό πάθος για τη ζωγραφική, η οποία είναι η αποκλειστική ασχολία του.
Ο Walter Carvalho γύρισε το ντοκιμαντέρ "Moacir Arte Bruta" γι' αυτόν το 2006, όταν είχε ήδη ανακαλυφτεί και ήταν ένας καταξιωμένος ναϊφ καλλιτλεχνης, αν και δεν εγκατέλειψε ποτέ το φτωχό χωριό και τους δικούς του (γονείς και αδέλφια). Κινηματογραφικά δεν νομίζω ότι έχει κάποια πρωτοτυπία ή ιδιαιτερότητα. Όπως όμως συχνά συμβαίνει με τα ντοκιμαντέρ, είναι το πολύ δυνατό θέμα που με κράτησε. Ο Μοασίρ ζωγραφίζει - με αδέξιο τρόπο βέβαια - πράγματα που βρίσκονται πολύ κοντά στους σουρεαλιστές, τους οποίους βεβαίως δεν έχει ακούσει ποτέ. Τα θέματά του είναι ζώα και μυθικά πλάσματα, σκηνές με έντονη και παράδοξη σεξουαλικότητα, διάβολοι και άγιοι (και ίσως μερικές φορές ένα συνοθύλευμα απ' όλα αυτά), αλλά και καθημερινές σκηνές (αυτοκίνητα, αεροπλάνα κλπ.) Το φοβερό είναι ότι ο άνθρωπος αυτός - στα όρια σχεδόν του καθυστερημένου - ισχυρίζεται σοβαρότατα ότι όλα αυτά τα βλέπει. "Ο καθένας βλέπει διαφορετικά πράγματα" λέει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο ομιλίας μπροστά στην κάμερα. "Εγώ όταν βγαίνω έξω τα βλέπω αυτά τα πλάσματα. Κουνάν έτσι τα χέρια τους, κάνουν το τάδε και το τάδε πράγμα..." κλπ. Και αρκετές φορές, όταν του ζητάνε να περιγράψει τι είναι αυτά που ζωγραφίζει και αφού περιγράφει κάθε πίνακά του ("αυτό είναι ψάρι, αυτό είναι ζώο που έχει δυο κεφάλια στα πόδια του, αυτό είναι αυτοκίνητο" κλπ.), λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: "Αυτό εγώ το έκανα, αλλά δεν ξέρω τι είναι". Οι πίνακές του, άτεχνοι και απλοϊκοί σαν ζωγραφική, το ξαναλέω, έχουν μεγάλη δύναμη και εξασκούν μια άμεση έλξη στο θεατή.
Στο φιλμ μιλά κυρίως ο ίδιος ο Μοασίρ (συχνά ακατάληπτα), αλλά και οι γέροι γονείς του, οι γείτονες, μια αδελφή του κλπ. Τον παρακολουθούμε να ζωγραφίζει τόσο φυσικά, σα να αναπνέει. Τον βλέπουμε στις καθημερινές του, συχνά ιδιόρυθμες, συνήθειες. Κάνει βόλτες με το ποδήλατό του στο χωριό, ενώ μπροστά αναρτά μια πελώρια διαβολόμορφη μάσκα που μόλις ζωγράφισε. "Κάνω διαφήμιση" λέει σοβαρότατα. Παρακολουθεί στην τηλεόραση δημοπρασίες με μάλλον άθλιους πίνακες (κάτι σαν Μιραράκη) με μεγάλο ενδιαφέρον και σοβαρότητα. Έχει τους τοίχους του σπιτιού του (σχεδόν καλύβα για να είμαστε ακριβείς), μέσα και έξω, ζωγραφισμένους με δαιμονικά πλάσματα και σχεδόν πορνογραφικές σκηνές (πριν γίνει γνωστός τις είχαν σβήσει απ' τους έξωτερικούς επειδή "δεν είναι σωστό να ζωγραφίζεις διαβόλους"). Και πολλά άλλα σχετικά.
Αξίζει νομίζω να δείτε την ταινία αν την πετύχετε κάπου όχι τόσο για κινηματογραφικούς λόγους όσο για το θέμα της, για τη μοναδική προσωπικότητα του ανθρώπου αυτού, τη δύναμη, το πάθος και το (ακατάληπτο ίσως) όραμά του. Και κυρίως για να διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι τι μπορεί να κρύβεται στην ψυχή ενός πέρα για πέρα μη κανονικού ανθρώπου.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 25, 2011

ΤΟ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ ΣΦΥΡΙΖΕΙ ΚΑΛΑ


Μια από τις κινηματογραφίες που ξεχωρίζουν τα τελευταία χρόνια είναι αυτή της Ρουμανίας. Οι ταινίες της, εκτός από καλές, διαθέτουν και μια ομοιογενή ματιά, αν και προφανώς γυρισμένες από διαφορετικούς σκηνοθέτες: Απλές σε πρώτη ανάγνωση, διαθέτουν έναν έντονο και συχνά σκληρό κοινωνικό ρεαλισμό που θυμίζει το σινεμά του Λόουτς, δίχως όμως ποτέ να είναι "flat", απλώς μια "φέτα ζωής" δηλαδή, χωρίς πλοκή και εξέλιξη.
Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω" ("Eu cand vreau sa fluier, fluier" στα ρουμάνικα, 2010) ο Florin Serban ακολουθεί πιστά το "εθνικό" αυτό στιλ και μας δίνει ένα δυνατό δράμα φυλακών, με ήρωα έναν δεκαοχτάχρονο που πρόκειται να αποφυλακιστεί σε δύο εβδομάδες, μετά από 4 χρόνια εγκλεισμού. Η εξέλιξη της ταινίας όμως και τα όσα συμβαίνουν από τη μέση και πέρα τη μετατρέπει σε σχεδόν θρίλερ.
Ο Serban δεν παραλείπει να υπογραμμίσει την τεράστια σημασία του κοινωνικού παράγοντα, που δρα καταλυτικά στο προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή του. Πέραν της φυλακής αυτής καθ' εαυτής λοιπόν, ολόκληρη η χώρα μοιάζει βουτηγμένη στη φτώχεια και τη μιζέρια. Η μητέρα του ήρωα άλλωστε έχει μεταναστεύσει στην Ιταλία, αφού προφανώς δεν μπορεί να ζήσει στη χώρα της. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: Τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος αυτός ακόμα κι όταν αποφυλακιστεί; Θα βρει δουλειά αυτός, ένας πρώην κατάδικος, τη στιγμή που οι ελεύθεροι κάτοικοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν; Και, βέβαια, υπάρχει και το ερωτικό αδιέξοδο, που φαίνεται από την αρχή, αφού το αντικείμενο του πόθου του είναι - υπό κανονικές συνθήκες τουλάχιστον - άπιαστο. Έτσι το όλο σκηνικό είναι από παντού ασφυκτικό και η τελική έκρηξη απόλυτα δικαιολογημένη από τις πολλαπλές πιέσεις (πάντοτε σχεδόν η πανταχόθεν πίεση οδηγεί σε έκρηξη.
Δυνατή και καθαρή σκηνοθεσία με πολλά κοντινά πλάνα, ρεαλισμός, όπως είπαμε, ενδιαφέρουσα εξέλιξη (αν και μάλλον προβλέψιμη) και ένας πολύ καλός επίσης πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής, συνθέτουν μια καλή κατά τη γνώμη μου ταινία που βάζει ένα ακόμα λιθαράκι στην άνοδο του ρουμάνικου σινεμά που λέγαμε και στην αρχή.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011

ΤΙ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΔΥΣΤΥΧΟ" CYRUS


Οι αδελφοί Jay και Mark Duplass γυρίζουν εν έτει 2010 το «Cyrus» («Ο Φίλος της Μαμάς μου» ελληνικός τίτλος) και το διαφημίζουν (όχι οι ίδιοι, υποθέτω, οι διανομείς) ως κωμωδία. Το πρόβλημα με την ταινία αυτή είναι ότι ούτε ακριβώς κωμωδία είναι, ούτε δράμα, ούτε θρίλερ (με λίγες μετατροπές στο σενάριο θα μπορούσε να γίνει κι απ’ αυτό). Γενικά είναι κάτι αναποφάσιστο και γι’ αυτό, τελικά, ούτε να με κάνει να γελάσω πολύ κατάφερε ούτε να με συγκινήσει.
Η ιδέα είναι αρκετά πρωτότυπη: Μεσήλικας που για χρόνια μετά τον χωρισμό του κατρακυλά στην παρακμή, γνωρίζει επιτέλους τη γυναίκα της ζωής του και τα φτιάχνει μαζί της. Αυτή όμως έχει έναν γιο γύρω στα 25. Kανένα πρόβλημα για τον ήρωά μας. Ο γιος όμως δεν είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα νορμάλ. Στα όρια σχεδόν του αυτισμού, προσκολλημένος στη μητέρα του και αρνούμενος να φύγει από το σπίτι της, αντιμετωπίζει από την αρχή τον εραστή σαν παρείσακτο εισβολέα. Κι από εκεί θ’ αρχίσουν τα προβλήματα, τα οποία θα χοντραίνουν όσο προχωρά η ταινία.
Το φιλμ στηρίζεται κατά πολύ στην σεναριακή προσωπικότητα και την ηθοποιία του ταλαντούχου και ευτραφούς Jonah Hill, δίχως τον οποίο θα έχανε νομίζω το όποιο ενδιαφέρον του. Το θέμα πάντως είναι ότι ενώ ξεκινά σαν κωμωδία (ίσως μάλιστα και κάπως χοντρή σε κάποιες στιγμές), στη συνέχεια χαλαρώνει, με το ζόρι σκάει λιγάκι το χείλι σου δηλαδή, γίνεται κάτι σαν δράμα - με διάσπαρτο χιούμορ πάντως - και μετά... δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Και ως θεατής επίσης δεν ήξερα αν θα έπρεπε να μισήσω τον ή να συγκινηθώ με τον Σάιρους, που και τα μύρια όσα κακά κάνει, αλλά και όντως είναι προβληματικός - και, σημειωτέον, βγαίνει πάντα λάδι ως το καημένο το κάπως καθυστερημένο παιδί, που το μισεί ο κακός εραστής της μαμάς. Γι' αυτό σας είπα: Αν ήταν περισσότερο σατανικός, θα μπορούσαμε να έχουμε να κάνουμε με θρίλερ στο στιλ του "Καλού Γιου".
Μ' αυτά και μ' αυτά όμως η ταινία μου άφησε ένα βαθύ συναίσθημα ανικανοποίητου, με την έννοια ότι θα μπορούσε να είναι κάτι, αλλά δεν είναι. Έχω ακούσει καλά λόγια για την πρώτη ταινία των Duplass. Δεν την έχω δει, αυτή εδώ όμως με απογοήτευσε. Για να δούμε τη συνέχεια...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2011

4 LIONS: ΜΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ... ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ


Το "Four Lions" (2010), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του βρετανού Christopher Morris, είναι κάτι πραγματικά ασυνήθιστο που, προσωπικά τουλάχιστον, πρώτη φορά είδα στην οθόνη: Είναι μια κωμωδία, ξεκαρδιστική ενίοτε, με θέμα φανατικούς ισλαμιστές τρομοκράτες που ζουν στο Λονδίνο και προσπαθούν μανιωδώς να βάλουν βόμβες στα πιο καίρια σημεία του (όπως στο μετρό) για να προκαλέσουν αληθινή σφαγή - όσο μεγαλύτερη σφαγή γίνεται, για να είμαστε πιο ακριβείς. Κι είναι θέμα αυτό για κωμωδία; θα αναρωτηθείτε, όπως αναρωτιόμουν κι εγώ μην πιστεύοντας στα μάτια μου όταν έβλεπα την ταινία. Ε, λοιπόν, να που όλα γίνονται...
Από το θέμα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μάλλον μαύρη κωμωδία. Οι τέσσερεις ήρωές μας, απο τους οποίους οι τρεις λίγο απέχουν ή είναι εντελώς ηλίθιοι, σχεδιάζουν διαρκώς τρομοκρατικά χτυπήματα, σκέφτονται πώς μπορούν να πάρουν μαζί τους όσο περισσότερους "άπιστους" μπορούν, συζητούν για το Ισλάμ και τον παράδεισο που τους περιμένει και, πάνω απ' όλα, είναι φανατικοί όσο δεν παίρνει. Αν δεν ήταν άλλωστε θα ήταν τόσο πρόθυμοι να τιναχτούν οι ίδοι στον αέρα για να πάρουν μαζί τους, όπως είπαμε, όσο περισσότερους άσχετους ανθρώπους μπορούν; Το θέμα είναι ότι είναι τόσο βλάκες ή τόσο τυφλωμένοι από τον φανατισμό, που ό,τι λένε, σχεδιάζουν ή πράττουν γίνεται υπερβολικά αστείο καθώς καταφέρνουν πάντοτε να περιπλέκουν απλά πράγματα. Εδώ, νομίζω, ότι βρίσκεται και το "μήνυμα" του δημιουργού: Η ακέραια, ανιδιοτελής, γεμάτη αυταπάρνηση πίστη σε μια ιδεολογία και η αυτοθυσία μπορούν κάλλιστα να συνοδεύονται από καθαρή ηλιθιότητα όταν συνυπάρχει με τον τυφλό φανατισμό. Ή, αν προτιμάτε, ο τυφλός φανατισμός οδηγεί οποιαδήποτε ιδεολογία, όσο ανιδιοτελής κι αν είναι αυτή, στην καθαρή ηλιθιότητα. Ή μήπως πρέπει κανείς να είναι εξ αρχής ηλίθιος για να είναι φανατικός; Δεν μπορώ να απαντήσω ξεκάθαρα σε όλα αυτά, όλες όμως οι πιθανές διασυνδέσεις φανατισμού και βλακείας έρχονταν στο μυαλό μου παρακολουθώντας το φιλμ. Δίχως να ξεχνάμε και το ότι ο φανατισμός συνήθως ευδοκιμεί σε ανθρώπους χαμηλού μορφωτικού επιπέδου (δίχως να αποκλείονται και εξαιρέσεις). Αυτά και για την κοινωνική όψη του θέματος. Από τη άλλη, είναι σαφές ότι οι ανεκδιήγητοι φανατικοί που βλέπουμε υπάρχουν στην οθόνη για να καυτηριάσουν αλύπητα όχι φυσικά κάθε μουσουλμάνο, αλλά κάθε λογής φανατικό, κάθε άνθρωπο με ιδεολογικές (πολιτικές, θρησκευτικές, ποδοσφαιρικές ή ό,τι άλλο) παρωπίδες. Ο Morris κατά τη γνώμη μου τα καταφέρνει πολύ καλά, αφού κατόρθωσε να με κάνει να ξεκαρδιστώ με ένα τόσο "άβολο" θέμα.
Και μένει το άλλο ενδιαφέρον σημείο: Η απίστευτη τόλμη του σκηνοθέτη. Οι διάφοροι ταλιμπανοειδείς ανά τον κόσμο μουτζαχεντίν έχουν επικηρύξει για πολύ ελαφρύτερα "πταίσματα" κάθε λογής δημιουργούς: Συγγραφείς, σκηνοθέτες κλπ. Απορώ πώς δεν ακούσαμε κάτι τέτοιο για τον Morris, που τους σατιρίζει αλύπητα και καυτηριάζει τόσο ανοιχτά την ιδεολογία τους (ανοιχτότερα δεν γίνεται). Το φιλμ έχει παιχτεί στο εξωτερικό (τον Δεκέμβρη π.χ. παιζόταν στο Παρίσι, όπου έτυχε να βρίσκομαι), δίχως ν' ανοίξει μύτη. Περίεργα πράγματα...
Προσωπικά πάντως θα συνιστούσα την ταινία, όχι μόνο για το δυστυχώς όλο και πιο επίκαιρο νόημά της, αλλά και για την πρωτοτυπία της, το άφθονο χιούμορ, για το ότι είναι καλογυρισμένη και δεν παραλείπει να ρίξει το βλέμμα της και στις προσωπικές ζωές των επίδοξων τρομοκρατών και στον κοινωνικό τους περίγυρο εν γένει. Και δεν με πειράζει καθόλου που σε ορισμένα σημεία φτάνει σχεδόν στα όρια της φάρσας. Τους χρειάζεται!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011

127 ΕΦΙΑΛΤΙΚΕΣ ΩΡΕΣ


Φαίνεται ότι φέτος είναι η χρονιά των κλειστοφοβικών ταινιών, με παγιδευμένους ήρωες να μετρούν επώδυνα τον χρόνο. Μετά το δυσβάστακτο "Buried", να που έρχεται τώρα ο
Danny Boyle με τις "127 ώρες" (2010) να μας μιλήσει για μια αληθινή αυτή τη φορά ιστορία. Την ιστορία ενός σπορτίφ, αεικίνητου νεαρού, που φεύγει μόνος κάπου στην έρημο της Γιούτα για να εξερευνήσει φαράγγια και παγιδεύεται σ' ένα απ' αυτά, καθώς το χέρι του πιάνεται από έναν βράχο που πέφτει. Αναγκάζεται να μείνει λοιπόν εκεί επί 5 ολόκληρες μέρες, βλέποντας το παγούρι του να αδειάζει σιγά - σιγά και περιμένοντας τον βέβαιο θάνατο. Εκτός αν...
Η δεξιοτεχνία του Boyle είναι γνωστή. Έτσι λοιπόν αυτό που προσπάθησε εδώ, βάζοντας πιθανόν ένα στοίχημα με τον εαυτό του, είναι το αν θα καταφέρει να κρατήσει τους θεατές επί δύο ώρες με έναν ακίνητο, παγιδευμένο, ολομόναχο ήρωα. Μπορώ να σας πω ότι το κατάφερε. Μπορεί ο θεατής να αγχώνεται όσο δεν παίρνει, να κλείνει τα μάτια στην επίμαχη σκηνή (όσοι ξέρουν το στόρι καταλαβαίνουν), αλλά πάντως δεν βαριέται με τίποτα. "Φταίει" η πέρα για πέρα σπιντάτη κινηματογράφηση του σκηνοθέτη, τρελή, βιντεοκλιπίστικη μερικές φορές, γεμάτη αδρεναλίνη (που ταιριάζει και με τον χαρακτήρα του ήρωα), που καταφέρνει να έχει ακόμα και μια γερή δόση χιούμορ απέναντι σε ένα τόσο ζοφερό θέμα - κατάμαυρο μερικές φορές, κυρίως στις σκηνές που ο ήρωας μιλά στην κάμερά του. Που μπερδεύει παλιές και πρόσφατες αναμνήσεις, αλλά και παραισθήσεις που έρχονται σιγά - σιγά, με το εφιαλτικό παρόν, που μερικές φορές πραγματικά σε εκπλήσει. Ναι, νομίζω ότι το κέρδισε το στοίχημα. Και υπάρχει και ο Τζέιμς Φράνκο σ' αυτό το ουσιαστικά one man show, που είναι πολύ καλός ερμηνεύοντας τον μάλλον ιδιαίτερο (πιθανόν και αντιφατικό) αυτόν χαρακτήρα, προσθέτοντας έτσι πόντους στο εγχείρημα.
Όλα αυτά ελαφρύνουν βέβαια την όλη ιστορία, η οποία όμως δεν παύει να είναι απόλυτα δυσβάσταχτη και φριχτή. Πέραν αυτού πάντως, και παρά το ενδιαφέρον, δεν παύει το όλο πράγμα να είναι μια ακραία και σπανιότατη αληθινή προσωπική ιστορία. Έχω ξαναγράψει ότι όλες αυτές οι απίθανες και πιθανόν ενδιαφέρουσες ιστορίες, που όμως αφορούν ένα και μόνο άτομο ή συμβαίνουν μια στο εκατομμύριο (και βάλε), πάντοτε μου αφήνουν ένα κενό. Μάλιστα, φοβερά σπάνιο, καλογυρισμένο... Και μετά; Εκτός βέβαια αν επιμείνετε να βγάλετε ηθικά διδάγματα που αφορούν την "δύναμη της ανθρώπινης θέλησης", το πανίσχυρο αίσθημα της επιβίωσης, την ανθρώπινη αποφασιστικότητα και άλλα τέτοια κλισέ. Αλλά μπορεί και να καταλήξετε και σε άλλο χρήσιμο συμπέρασμα: Όταν ξεκινάτε μόνος για εκδρομή, καλού κακού ειδοποιείτε κάποιους για το πού περίπου θα βρίσκεστε. Δεν βλάπτει...

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2011

BLUE VALENTINE: ΤΟΣΟ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟ ΜΑ ΤΟΣΟ ΑΛΗΘΙΝΟ...


Είναι δυνατόν να μου αρέσει, και μάλιστα αρκετά, η πιο κοινότοπη ιστορία που έγινε ποτέ; Τουτέστιν αγόρι ερωτεύεται κορίτσι, πάθος, χαρά, ευτυχία, γάμος, παιδί, σταδιακή απομάκρυνση, ο έρωτας σβήνει, χωρισμός. Το έχετε ξανακούσει; Μα αυτό ακριβώς είπα. Κι όμως το "Blue Valentine" (2010) είναι τόσο αληθινό, που μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον - και το ενδιαφέρον μου για το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά.
Ο Derek Cianfrance έχει κάνει μέχρι τώρα κυρίως ντοκιμαντέρ. Ίσως γι΄ αυτό να έχει τόσο οξυμένη την αίσθηση της αλήθειας. Η συνηθισμένη ιστορία που αφηγείται δεν δίνεται με γραμμικό τρόπο, αλλά με ένα διαρκές μπρος - πίσω στο χρόνο. Ξεκινάμε με το προβληματικό, στα όρια του χωρισμού ζευγάρι και με συνεχή έξυπνα φλας μπακ βλέπουμε την αρχή της ιστορίας τους. Έτσι δημιουργείται μια διαρκής αντιπαράθεση ανάμεσα στο τότε και το τώρα, την ευτυχία που φέρνει ο έρωτας και την κατάθλιψη του τέλους μιας σχέσης. Αυτός ακριβώς ο χειρισμός είναι που δίνει τη δύναμη στο φιλμ και την έντονη αίσθηση του δράματος. Κάθε στιγμή βρίσκεσαι αντιμέτωπος και με τις δύο ανθρώπινες καταστάσεις, την ευφορική και τη μίζερη. Τις αντιπαραθέτεις άμεσα και το αποτέλεσμα - για μένα τουλάχιστον - είναι πολύ δυνατό. Δίχως αυτό το έντονο κοντράστ νομίζω ότι θα ήταν μια συνηθισμένη ταινία που θα περνούσε απαρατήρητη. Μην περιμένετε λοιπόν δραματικές κορυφώσεις και σασπένς, σας προειδοποιώ. Όλα συμβαίνουν απλά, χαμηλότονα, όπως στην αληθινή ζωή.
Υπάρχει όμως και η αλήθεια στους χαρακτήρες και την εξέλιξή τους: Είναι από την αρχή μάλλον αταίριαστοι, όχι ίσως τόσο σαν προσωπικότητες, αλλά σαν κοινωνικό μπακγκράουντ, στα ενδιαφέροντά τους, στις προσδοκίες τους απ' τη ζωή. Ανήκουν, τέλος πάντων, σε διαφορετικούς κόσμους. Όπως συμβαίνει χιλιάδες φορές στην πραγματική ζωή, ο έρωτας "τυφλώνει". Ο/η εραστής εξιδανικεύεται τον πρώτο καιρό, τα ελαττώματά του/της ή οι διαφορετικές απόψεις καλύπτονται από το σαν παλίρροια συναίσθημα της αγάπης. Όταν το πάθος καταλαγιάσει, οι κρυμμένες (;) πλευρές του/της συντρόφου έρχονται στην επιφάνεια και το πάθος μετατρέπεται αν όχι σε σύγκρουση, τουλάχιστον σε ρουτίνα, με καταστροφικά για τη σχέση αποτελέσματα.
Αλλά, υποθέτω, τα ξέρετε όλα αυτά. Το θέμα είναι ότι είναι από τις λίγες φορές που τα είδα τόσο ξεκάθαρα διατυπωμένα στην οθόνη, δοσμένα με τόση δύναμη. Και βέβαια, μεγάλο ρόλο σ' αυτό έπαιξαν και οι δύο εξαιρετικοί πρωταγωνιστές: Ο Ράιαν Γκόσλινγκ και η Μισέλ Γουίλιαμ είναι πάρα πολύ καλοί, προσθέτοντας πόντους στο όλο εγχείρημα.
Ίσως το αμερικάνιο ανεξάρτητο σινεμά ξυπνά πάλι και δίνει πολύ καλά δείγματα αυτού που ξέρει να κάνει καλύτερα: Να αφηγείται καθημερινές ιστορίες. Οι οποίες σ' αυτή την περίπτωση βρίσκουν, κατά την προσωπική μου γνώμη, απόλυτα τον στόχο τους. Κι όλα αυτά ενώ έχω επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν είμαι και φανατικός οπαδός του απόλυτου ρεαλισμού και της ντοκιμαντερίστικης γραφής στον κινηματογράφο. Ίσως όμως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο τα καλά δείγματα του είδους με εντυπωσιάζουν πάντα (σα να λέω: "κοίτα τι μπορεί να γίνει με το τίποτα"). Και ίσως συχνά να υπερτονίζω την αξία τους.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 11, 2011

"ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΗ ΡΩΜΗ": ΣΟΦΤ ΛΕΣΒΙΑΚΟ ΠΟΡΝΟ


Ο κάποτε ελπιδοφόρος ισπανός Julio Medem είναι άλλος ένας δημιουργός που τα τελευταία χρόνια με απογοητεύει όλο και περισσότερο. Αποκορύφωμα της κατηφόρας του το ανεκδιήγητο "Habitación en Roma" ("Δωμάτιο στη Ρώμη") του 2010, που δεν νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από ένα σοφτ λεσβιακό πορνό. Α, μην ανησυχείτε: Με "καλλιτεχνικές προθέσεις". Γυρισμένο όλο σε ένα πολυτελές δωμάτιο ξενοδοχείου στη Ρώμη κατά τη διάρκεια μιας και μόνο άγρυπνης νύχτας, αφηγείται τη γνωριμία δύο όμορφων γυναικών, μιας ισπανίδας και μιας ρωσίδας, τη σεξουαλική έλξη που νοιώθει η μια για την άλλη (η μία ούτως ή άλλως είναι λεσβία, η άλλη νεοφώτιστη) και τις σεξουαλικές συνευρέσεις τους, ώσπου η σεξουαλική δραστηριότητα να μετατραπέι σε αληθινό έρωτα.
Ωραία όλα αυτά και είμαι και σίγουρος ότι τους άντρες τουλάχιστον θα τους "γαργαλήσουν" οι τολμηρές σκηνές που περιέχει. Πέραν αυτών όμως, δεν πρόκειται νομίζω παρά για ένα βαρετό μελό, που μερικές φορές είναι τόσο τραβηγμένο, που νομίζεις ότι ο Medem το κάνει επίτηδες (δυστυχώς δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα). Η μία λοιπόν είναι σφόδρα ερωτευμένη, η άλλη διστάζει να αφεθεί στα συναισθήματά της (έχει και φίλο γαρ, με τον οποίο σύντομα θα παντρευτούν), καταλαβαίνετε λοιπόν τι φοβερά ζητήματα ανακύπτουν. Γενικά το μόνο που μπορώ να (ξανα)πώ είναι ότι το όλο πράγμα τείνει, όσο περνά η ώρα, όλο και περισσότερο προς το γελοίο.
Προφανώς ο σκηνοθέτης ήθελε να είναι "τολμηρός". Ήθελε να καταγράψει έναν "απαγορευμένο έρωτα" (αν και στην εποχή μας όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα και μάλλον δεν υπάρχουν απαγορευμένοι έρωτες, στις δυτικές τουλάχιστον κοινωνίες). Σαφώς όμως ένα μεγάλο μέρος του ήθελε και να ερεθίσει τον θεατή. Γι' αυτό και οι τόσες ερωτικές σκηνές ανάμεσα στις δύο κοπέλες. Και γι' αυτό, άλλωστε, το χαρακτήρισα σοφτ πορνό. Γιατί ένα μεγάλο μέρος της προσπάθειάς του αποβλέπει ακριβώς εκεί που στοχεύει και το κανονικό πορνό (για το άλλο μέρος, το "σοβαρό", αφείστε καλύτερα...). Όμως και σ' αυτό νομίζω ότι αποτυγχάνει, αφού παρά το έντονο αλατοπίπερο, το φιλμ με έκανε να βαρεθώ. Και, στο κάτω - κάτω, αν θέλω να απολαύσω λεσβίες, υπάρχουν τόννοι ολόκληροι κανονικών πορνό (στο internet μάλιστα δωρεάν), που και απείρως περισσότερα δείχνουν - τα πάντα, για την ακρίβεια - και πιο τίμια είναι, αφού λένε τα πράγματα με το όνομά τους και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πουν ξεκάθαρα πού στοχεύουν. Οπότε, γιατί να ασχολείται κανείς με σοφτ καλλιγραφίες;
Κρίμα για κάποιον που έχει κάνει πολύ καλές ταινίες σαν τους "Εραστές του Πολικού Κύκλου".

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 10, 2011

Ο ΦΡΑΝΤΣ ΛΙΣΤ ΩΣ ΡΟΚ ΣΤΑΡ


Ο βρετανός Ken Russell είναι ο σκηνοθέτης που ευκολότερα από οποιονδήποτε άλλον θα χαρακτήριζα "σαλταρισμένο". Πληθωρικός, μονίμως παραληρηματικός, δημιούργησε ταινίες που μπορείς να θαυμάσεις ή/και να σε απωθήσουν απόλυτα. Μετά το "Tommy", τη μεταφορά στην οθόνη της περίφημης ροκ όπερας των Who, ο Russell συνεργάζεται ξανά με τον Ρότζερ Ντάλτρεϊ, τον τραγουδιστή του συγκροτήματος και, εν έτει 1975, γυρίζει τη "Lisztomania". Όπου, σε πραγματικό παραλήρημα, μας δίνει μια παρανοϊκή βιογραφία του ούγγρου συνθέτη Frantz Liszt παρουσιάζοντάς τον ως απόλυτο ροκ σταρ.
Ο Λιστ λοιπόν είναι σούπερ σταρ, τα κορίτσια του 19ου αιώνα ουρλιάζουν υστερικά στις εμφανίσεις του όπως ακριβώς έκαναν οι κοπέλες με τους Beatles, ο Λιστ με τη σειρά του, ως καλός ροκ σταρ, πηδάει ό,τι βρίσκει μπροστά του, ενώ ο Βάγκνερ είναι αρχικά επαναστάτης. Στη συνέχεια όμως μετατρέπεται στον ουσιαστικό ιδρυτή του... ναζισμού σε σκηνές όπου παρουσιάζεται ουσιαστικά ως Χίτλερ (ενώ, σημειωτέον, είναι και βρικόλακας) να φτιάχνει, ως άλλος Φρανκενστάιν, τον τέλειο Άριο. Οι αναφορές στο ροκ και τον 20ό αιώνα εν γένει είναι πάμπολλες, οι φαλλοί σε όλα τα μεγέθη έχουν την τιμητική τους - αποτελούν σχεδόν το κυρίαρχο μοτίβο του φιλμ... κι αυτά είναι λίγα μόνο απ' όσα συμβαίνουν με ντελιριακό τρόπο, εν μέσω δυνατής μουσικής που είναι μεταξύ ροκ και κλασικής, σ' αυτό το το μιούζικαλ / κωμωδία / παρωδία / βιογραφία.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι τόσο, μα τόσο μπαρόκ και βαρυφορτωμένο, που εμένα τουλάχιστον με κούρασε. Νομίζω ότι μάλλον σαν αχταρμά θα το χαρακτήριζα. Σαν ο Ράσελ να έχει αληθινή "τρικυμία εν κρανίω". Μπορεί να έχει αρχικά πλάκα η ιδέα να μετατρέψεις τον 19ο αιώνα και τη σκηνή της κλασικής μουσικής σε ροκ εντ ρολ τσίρκο, σε μέσα 20ού δηλαδή, αλλά τόσο το βαρυφόρτωμα που περιέγραψα όσο και η παντελής σχεδόν έλλειψη σεναριακού ειρμού, σε συνδυασμό με το πλήθος σεναριακών αυθαιρεσιών, είναι πιστεύω "too much" και, τελικά, θεωρώ ότι η ταινία κατέχει περίοπτη θέση στο πάνθεον των πιο κιτς ταινιών που έγιναν ποτέ.
Αν τώρα αντιστρέψουμε τα πράγματα και αποκτήσουμε μια δόση διαστροφής, ίσως ακριβώς ο τόσος αχταρμάς, η βαβούρα και η συσσώρευση κιτς να μετατρέψουν την ταινία σε καλτ. Δεν ξέρω. Σίγουρα όμως μιλάμε για ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο. Σαν τέτοιο ίσως θελήσει να το δει κανείς. Αν μάλιστα είναι και λάτρης του κλασικού ροκ, θα "απολαύσει", εκτός της κακής ηθοποιίας του Ρότζερ Ντάλτρεϊ, και τον Rick Wakeman, οργανίστα τότε των Yes, σε ρόλο... τέρατος του Φρανκενστάιν και τον Ringo Star ως... πάπα! Καλή χώνεψη.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 07, 2011

ΟΙ ΓΛΥΚΥΤΑΤΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΤΟΡΟ


Ο Hayao Miyazaki είναι βέβαια ο γνωστότερος και πιο βραβευμένος ιάπωνας δημιουργός animation. Ψυχή των περίφημων Studio Gimli, παράγει ή σκηνοθετεί ο ίδιος δεκάδες φιλμ, πολλά από τα οποία παιδικά. Σ’ αυτά ανήκει και το "Tonari no Τotoro" ("Η Παρέα του Δάσους: Οι Περιπέτειες του Τοτόρου" ο ανοικονόμητος ελληνικός τίτλος) του 1988. Όπου δύο κοριτσάκια 6 με 7 και 4 ετών περίπου μετακομίζουν στη γιαπωνέζικη επαρχία με τον πατέρα τους, αφού η μητέρα βρίσκεται άρρωστη στο νοσοκομείο. Εκεί έρχονται για πρώτη φορά στη ζωή τους σε επαφή με τη φύση (το άγριο δάσος που βρίσκεται κοντά στο σπίτι), αλλά και με κάποια όντα που ζουν εκεί και γίνονται αντιληπτά μόνο από τα δύο κορίτσια…
Είπα ότι πρόκειται για παιδική ταινία. Καθαρά παιδική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να την απολαύσουν και μεγάλοι (όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα καλά παιδικά φιλμ ή βιβλία). «Φταίει» γι’ αυτό η γλυκύτατη ιστορία, που σχεδόν ανάγεται σε μελέτη της παιδικής ηλικίας. Ο Miyazaki κάνει μια εύστοχη μεταφορά, καθώς το φανταστικό στοιχείο της ταινίας (αυτό δηλαδή που μόνο τα κορίτσια βλέπουν) δεν είναι παρά η παιδική φαντασία, πλούσια ακόμα και αλώβητη από την πραγματικότητα της ζωής. Αλήθεια, κι εμείς δεν βλέπαμε – ή νομίζαμε ότι βλέπαμε – πράγματα, δεν είχαμε φανταστικούς φίλους; Κι εξ άλλου, τι άλλο είναι το παιδικό παιχνίδι από ένας θρίαμβος της παιδικής φαντασίας;
Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο που με εντυπωσίασε: Το πόσο πραγματικές είναι οι παιδικές αντιδράσεις στην ταινία. Τα παιδιά πράττουν, αντιδρούν, γελάνε, κλαίνε ή μισούν με έναν απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο. Βλέποντας το φιλμ πολλές φορές σκέφτηκα ότι «ναι, έτσι ακριβώς θα αντιδρούσε ένα παιδί στη συγκεκριμένη κατάσταση». Από τη θλίψη και το φόβο για έναν πιθανό θάνατο της μητέρας έως τα πρώτα ασυνείδητα σκιρτήματα του έρωτα, από τη χαρά και το παιχνίδι έως τις σχέσεις των δύο αδελφών. Αυτό το σπάνιο για παιδική ταινία στοιχείο το θαύμασα πραγματικά.
Και μένει το εικαστικό μέρος. Που όπως πάντα στον Miyazaki είναι εξαιρετικό. Η εικόνα – κυρίως οι εικόνες της φύσης – πραγματικά μαγεύουν. Είναι πανέμορφες. Η αισθητική του γιαπωνέζου δημιουργού βρίσκεται στον αντίποδα αυτού που θα λέγαμε «ατμόσφαιρα»: Οι εικόνες του είναι καθαρές, κρυστάλλινες, τα χρώματα πλούσια, κυρίως φωτεινά. Όλα δημιουργούν μια ευεξία στο θεατή (ή τουλάχιστον σε μένα). Δεν ξέρω πόσοι άλλοι μπορούν να φτιάξουν τέτοιες εικόνες. Γι' αυτό όμως τον θεωρούμε ούτως ή άλλως μεγάλο δημιουργό.
Συνολικά, αν έχετε παιδιά συνιστώ απόλυτα την ταινία. Αλλά κι αν δεν έχετε δεν νομίζω ότι θα πλήξετε με το γλυκύτατο αυτό παιχνίδι που κινείται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και μιλά τόσο καίρια για την παιδική πραγματικότητα, που συχνά είναι πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς οι ενήλικοι.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2011

Η ΑΣΚΟΠΗ ΒΑΒΟΥΡΑ ΤΟΥ "GREEN HORNET"


Το "Green Hornet", αν και ουσιαστικά υπερηρωικό, έχει μερικές ιδιαιτερότητες: Πρώτον επειδή προέρχεται από πετυχημένη ραδιοφωνική εκπομπή που ξεκίνησε το 1936 (και στη συνέχεια έγινε κόμικς και τηλεοπτική σειρά) και δεύτερον επειδή πρόκειται για παρωδία του είδους και όχι για "κανονικό" υπερηρωικό. Το δεύτερο, για μένα τουλάχιστον, είναι ευπρόσδεκτο, καθώς οι διάφοροι Τάδεμαν μας έχουν κατακλύσει ασφυκτικά. Επί πλέον διαθέτει και το εύρημα του εντελώς άχρηστου, γκαφατζή, ηλίθιου σχεδόν υπερήρωα (που αν το συνδυάσεις με το ότι είναι εκατομμυριούχος και έχει και τουπέ, τον αποκαλείς εύκολα απλώς μαλάκα), ενώ όλη τη δουλειά την κάνει ο αφανής πλην όμως ιδιοφυής κινέζος υπηρέτης του (στην τηλεσειρά τον ενσάρκωνε ο άγνωστος τότε Μπρους Λι).
Δεν είναι όμως φαίνεται εύκολο να κάνεις μια καλή κωμωδία. Πήγα να το δω ελπίζοντας (ακόμα) στο "άγγιγμα" του Michel Gondry, που γύρισε την ταινία. Μάλλον όμως απογοητεύτηκα. Εντάξει, υπάρχει κάποια πλάκα, λειτουργεί όλη αυτή η αντιστροφή των ρόλων που περιέγραψα, υπάρχει μια παλιομοδίτικη αφέλεια, τα καλά στοιχεία όμως πνίγονται από την ατσούμπαλη αφήγηση και, κυρίως, από τις άνευ λόγου βαβουριάρικες σκηνές δράσης, με τα αιώνια αμερικάνικα αυτοκίνητα που κυνηγιούνται (αν ξαναδώ αυτοκινητοκυνηγητά φοβάμαι ότι θα ξεράσω), τις εκρήξεις, τις κάθε λογής ταρζανιές και πλήθος άλλων αφόρητων πλέον κλισέ. Όσο για το 3-D, μάλλον το βρήκα κι αυτό άνευ λόγου. Μόνο για να σούρχονται στα μούτρα τα κομμάτια από τις εκρήξεις...
Φυσικά το όλο πράγμα μας φέρνει αμέσως στο μυαλό μια άλλη σούπερηρωική παρωδία, το "Kick Ass". Πιστέψτε με, καμία απολύτως σχέση. Είναι σα να συγκρίνεις τον Γούντι Άλλεν με τον Σεφερλή, επειδή και οι δύο κάνουν αστεία πράγματα. Τόσο καλά. Και, εγώ τουλάχιστον, δεν κατάφερα πουθενά σχεδόν να εντοπίσω τη ματιά του Gondry. Γενικά είχα την ίδια αίσθηση που ειχα και με το "Be Kind, Request" του ίδιου: Μια πολύ καλή ιδέα, που ελάχιστα αξιοποιείται από τον σκηνοθέτη. Κρίμα, γιατί κάποτε τον εκτιμούσα, ακόμα και στις λιγότερο καλές ταινίες του.
ΥΓ: Βλέποντας το φιλμ, κατάλαβα από πού έχει πάρει την ιδέα με τον φοβερό υπηρέτη Κάτο του επιθεωρητή Κλουζό η σειρά του "Ροζ Πάνθηρα". Ο κινέζος υπηρέτης που ενίοτε παίζει ξύλο με το αφεντικό του βρίσκεται εδώ με σάρκα και οστά. Εκτός κι αν το στοιχείο του μεταξύ τους ξύλου δεν υπήρχε στην αυθεντική ραδιοφωνική εκπομπή, οπότε το κινηματογραφικό Green Hornet το "δανείστηκε" από τις ταινίες του Έντουαρντς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 04, 2011

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑΣ


Εν έτει 2010 ο απρόβλεπτος Darren Aronofsky επανέρχεται στο κλίμα με το οποίο τον πρωτογνωρίσαμε: Σκοτεινός, συχνά σοκαριστικός, στα όρια μερικές φορές της ταινίας τρόμου, ο "Μαύρος Κύκνος" του είναι, αν μη τι άλλο, μια πολύ εντυπωσιακή ταινία. Που υποστηρίζεται, βέβαια, από την εξαιρετική ερμηνεία της Νάταλι Πόρτμαν.
Μπορούμε να σκεφτούμε πολλά για την (περίπου) μεταφορά της ουσίας της ιστορίας της "Λίμνης των Κύκνων" του Τσαϊκόφσκι στη σύγχρονη εποχή. Η χορεύτρια ηρωίδα του φιλμ είναι διχασμένη ανάμεσα σε διάφορα "δίπολα": Η επίτευξη της τελειότητας στην τέχνη της κόντρα στην προσωπική ζωή και την ευτυχία. Ο "καθώς πρέπει" (λευκός, αν θέλετε) εαυτός κόντρα στο "κακό κορίτσι", την απελευθέρωση δηλαδή των ενστίκτων (τον "μαύρο" εαυτό), που στην ταινία συμβολίζεται από την Λίλι, την εντελώς αντίθετη σαν χαρακτήρας χορεύτρια. Η ασφάλεια της παιδικής ηλικίας - που συνεπάγεται και την συνύπαρξη με την καταπιεστική, σχεδόν ψυχωτική, μητέρα κόντρα στην ανάγκη για απελευθέρωση, επανάσταση, ανάληψη ευθυνών ή, αν προτιμάτε, ενηλικίωση. Κι ίσως κι άλλα που μπορεί κανείς να σκεφτεί.
Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν μια ισορροπία ανάμεσα σ' όλα αυτά. Αν όμως δεν καταφέρει κανείς κάτι τέτοιο, ο μόνος δρόμος που απομένει είναι η παράνοια. Είναι από την αρχή ξεκάθαρο ότι προς τα εκεί οδηγείται η ηρωίδα. Τα όνειρα, οι παραισθήσεις, το απόλυτο σφίξιμο, όλα οδηγούν προς τα εκεί με μαθηματική ακρίβεια. Και βέβαια, για να υπάρξει και ο απαραίτητος Φρόιντ, όλα - ή σχεδόν όλα - προέρχονται από την καταπιεσμένη της σεξουαλικότητα, την παντελή έλλειψη σεξ με οποιαδήποτε μορφή, για να κυριολεκτούμε. Έτσι, ο φόβος για το σεξ, η μητρική καταπίεση, η τελειομανία για την οποία θυσιάζεται η προσωπική ζωή, ο σκληρός ανταγωνισμός, οδηγούν την ήδη διαταραγμένη ηρωίδα όλο και βαθύτερα στην τρέλα. Οι φαντασιώσεις πολλαπλασιάζονται, ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι απ' όσα συμβαίνουν στην οθόνη είναι αληθινό ή βρίσκεται μόνο στο άρρωστο μυαλό της.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια μελέτη της τρέλας, δηλαδή για μια πιο μπαρόκ βερσιόν της εκπληκτικής "Αποστροφής" του Πολάνσκι, μεταφερμένης στο χώρο του κλασικού μπαλέτου. Προειδοποιώ ότι η ταινία, εκτός από την σκοτεινή και "άρρωστη" εν γένει ατμόσφαιρά της, αγγίζει σε ορισμένα σημεία τα όρια του απωθητικού, θυμίζοντας έτσι το κλίμα του "Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο". Από την άλλη, μερικές σκηνές χορού είναι πολύ δυνατές και το όλο πράγμα καταφέρνει να αφήσει μια έντονη γεύση στο θεατή. Σίγουρα από τις πολύ δυνατές ταινίες της χρονιάς και, ίσως, η εντυπωσιακότερη με θέμα τον κλασικό χορό (εντυπωσιακότερη είπα, όχι υποχρεωτικά καλύτερη, αλλά, νομίζω, μια από τις πολύ καλές).

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 03, 2011

ΣΤΗ "ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ" ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ


Ο David Mamet είναι γνωστός αμερικανός θεατρικός (κυρίως) συγγραφέας. Το 1987 κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο σινεμά με την καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, ταινία του, το "House of Games" ("Η Λέσχη της Απάτης"). Και παίζει ένα έξυπνο παιχνίδι ανάμεσα στο "είναι και το φαίνεσθαι" ή, αν θέλετε, ανάμεσα στην εικόνα της πραγματικότητας κι αυτό που κρύβεται πίσω της. Όλα αυτά με δομή ψυχολογικού θρίλερ, με την ψυχολογία, τον φροϊδισμό, τις ανεκπλήρωτες, καταπιεσμένες επιθυμίες, να παίζουν κυρίαρχο ρόλο.
Ηρωίδα είναι μια διάσημη ψυχίατρος, δίχως ουσιαστικά προσωπική ζωή πέρα από τη δουλειά της, που γοητεύεται από εναν απατεώνα (σημειωτέον ότι αυτός από την πρώτη στιγμή της δηλώνει ότι είναι απατεώνας) και προσπαθεί να μπει στον άγνωστο γι' αυτήν κόσμο του... όπου όλα ανατρέπονται. Και τότε συνειδητοποιεί ότι καλό και κακό δεν είναι παρά συμβάσεις, κι ότι ποτέ μέχρι τότε δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε.
Ακριβώς στις ανατροπές, άλλωστε, βασίζεται το σενάριο του φιλμ. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, ποτέ δεν ξέρουμε αν όσα βλέπουμε είναι αληθινά ή αποτελούν μέρος μιας καλοστημένης απάτης και θα αποκαλυφθεί κάτι άλλο πίσω τους. Όσα όμως συμβαίνουν εξωτερικά, στα γεγονότα που βλέπουμε, συμβαίνουν και στις ψυχές των ηρώων. Ποιος έχει τελικά το πάνω χέρι στη σχέση ψυχίατρου - απατεώνα; Και, το σπουδαιότερο, ποιος είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακος" (για να χρησιμοποιήσουμε τους σχηματικούς αυτούς όρους); Ποσο δυνατές είναι οι καταπιεσμένες επιθυμίες; Και, μήπως τελικά απελευθερώνεται κανείς και βρίσκει την ευτυχία έξω από τις παραδεκτές ηθικές της κοινωνίας μας; Εξ άλλου όλο αυτό το παιχνίδι μπορεί να ειδωθεί μεταφορικά και σαν ένα είδος πάλης ανάμεσα σε τάξεις, της εύπορης μεσαίας (της γιατρού) και της κατώτερης - ίσως και περιθωριακής - του απατεώνα.
Αυτά και πολλά άλλα μπορεί να σκεφτεί ο θεατής. Πέραν αυτών όμως, σε πρώτο επίπεδο, η ταινία παραμένει απολαυστικότατη, με τις διαρκείς ανατροπές της, το εναλλασσόμενο παιχνίδι θύτη - θύματος, το σασπένς που κλιμακώνεται, το δυνατό, σαρκαστικό φινάλε. Και υποστηρίζεται από τις πολύ καλές ερμηνείες των Τζο Μαντένια και Λίντσεϊ Κρουζ. Νομίζω ότι στις επόμενες κινηματογραφικές δουλειές του ο Μάμετ δεν έκανε κάτι τόσο καλό. Αν λοιπόν θέλετε να δείτε μια και μόνο ταινία του δημιουργού αυτού... καταλαβαίνετε τη γνώμη μου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 01, 2011

"ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΚΑΛ" ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΗ ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ


Ο Szabolcs Hajdu είναι ούγγρος και οι παράξενες "Νύχτες στου Πασκάλ" ("Bibliotheque Pascal", 2010) που γύρισε είναι μια ταινία βουτηγμένη στο μαγικό ρεαλισμό. Αφηγείται την ιστορία μιας ανεξάρτητης κοπέλας που ζει νομαδική ζωή δίνοντας παραστάσεις δρόμου, ερωτεύεται έναν καταζητούμενο, κάνει ένα κοριτσάκι μαζί του, καταλήγει σ' ένα πολύ ιδιαίτερο πορνείο πολυτελείας στην Αγγλία και... και διάφορα άλλα.
Η ταινία διαθέτει εντυπωσιακές εικόνες που μένουν στη μνήμη, παράξενο κλίμα, ενώ το φολκλόρ στοιχείο εναλλάσσεται με μάλλον σκληρές σκηνές και το στοιχείο του θαύματος μπλέκεται αξεδιάλυτα με την καθημερινότητα. Προτείνει ουσιαστικά μια ονειρική πραγματικότητα ως αληθινή, αφού το στοιχείο του θαυμαστού εισβάλλει στην "πραγματική ζωή" και γίνεται απόλυτος καταλύτης των εξελίξεων. Ίσως αυτό να είναι και ένα αμφιλεγόμενο στοιχείο του φιλμ, αφού η λύση του "θαύματος" που οδηγεί την πλοκή μπορεί να θεωρηθεί εύκολη, από την άλλη όμως είναι τόσο ποιητική... Μας δείχνει μια βαλκανική κοινωνία (Ρουμανία) βουτηγμένη σε ένα "παλιό" κλίμα, με πανηγύρια, θαύματα, μουσικές στο δρόμο και εφήμερους έρωτες, νομάδες, έντονο μεταφυσικό στοιχείο και ανθρώπους που πιστεύουν απόλυτα σε μάντισες χαρτορίχτρες... και από την άλλη μια Δύση σε αδιέξοδο, όπου βαριεστημένοι από την ευμάρεια άνθρωποι αναζητούν όλο και πιο εξεζητημένες απολαύσεις, αγνοώντας κάθε ηθικό περιορισμό (δεν εννοώ σεξουαλικό, αλλά το ότι οι πόρνες είναι αιχμάλωτες παρά τη θέλησή τους).
Γενικά τη βρήκα ασυνήθιστη ταινία, που απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ. Το παράδοξο κλίμα της επηρεάζεται νομίζω τόσο από τον Κουστουρίτσα (χωρίς όμως την ενίοτε κωμική τρέλα του και το overdose βαλκανικής παράνοιας που τον διακρίνει), όσο και από τον Λιντς και τις καταβυθίσεις του στο αλλόκοτο. Εντυπωσιακές επιροές - όπως και εντυπωσιακές εικόνες που λέγαμε παραπάνω - ίσως όμως υπάρξουν αντιρρήσεις για το πόσο καλά δένουν όλα αυτά (αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και τον απολυτο ρεαλισμό της πρώτης σκηνής με τον κοινωνικό λειτουργό). Και ίσως με ενόχλησε κάπως αυτή η λύση που βασίζεται αποκλειστικά στο ουρανοκατέβατο θαύμα.
Συνολικά όμως νομίζω ότι παραμένει ενδιαφέρουσα ταινία, με πολλές ιδέες - ίσως κάπως σκόρπιες, που κάνουν την ιστορία λιγότερο σφιχτή και μάλλον αποσπασματική. Σίγουρα πάντως είναι εντυπωσιακές οι σκηνές με τους ανθρώπους που προβάλλουν τα όνειρά τους, αυτές στο πολυτελές πορνείο (πορνείο για διανοούμενους προφανώς), όπου κάθε πόρνη ενσαρκώνει μια ηρωίδα της λογοτεχνίας κλπ. Αξίζει την προσοχή μας παρά τις επί μέρους αντιρρήσεις μου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 30, 2011

Η ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΦΑΣΙΣΤΑ


Από τη δεκαετία του 50 έως και αυτή του 70 οι ιταλοί ανέπτυξαν ένα δικό τους, χαρακτηριστικό είδος: Την ιταλική κωμωδία, που διέφερε από κωμωδίες άλλων χωρών και επειδή έφερε έντονα τα σημάδια του προϋπήρξαντος νεορεαλισμού, αλλά και επειδή συχνά ήταν πικρή ή συγκινητική και μπορούσε άνετα να καταλήξει σε κάθε άλλο παρά χάπι εντ, παγώνοντας έτσι τον ανύποπτο θεατή, που μέχρι τότε διασκέδαζε.
Ο Luciano Salce (1922–1989) πάλι δεν υπήρξε ένα από τα μεγάλα ονόματα του ιταλικού σινεμά, έχει κάνει όμως μερικές ενδιαφέρουσες ταινίες. Σημαντική, και χαρακτηριστική του είδους που περιέγραψα πιο πάνω, είναι το "Il Federale" ("Ο Φασίστας") του 1961. Όπου το 1944, και ενώ ο πόλεμος οδεύει προς το τέλος του, οι φασιστικές αρχές στέλνουν έναν φανατικό δικό τους, φασίστα μέχρι το κόκκαλο δηλαδή, να συλλάβει έναν καθηγητή, ο οποίος προορίζεται για πρώτος πρόεδρος της μεταφασιστικής κυβέρνησης. Η ταινία σύντομα εξελίσσεται σε ένα road movie των δυο τους σε μια διαλυμμένη ιταλική ύπαιθρο, ενώ, φυσικά, οι σχέσεις δεσμοφύλακα - αιχμαλώτου περνάνε από διάφορες φάσεις.
Πάνω απ' όλα, φυσικά, εδώ σκιαγραφείται το πορτρέτο ενός φασίστα, που ερμηνεύει πολύ καλά ο Ούγκο Τονιάτσι, στις πλάτες του οποίου στηρίζεται όλο το φιλμ. Και καταλήγει σε ορισμένα αναπόφευκτα συμπεράσματα: Ο φασισμός βρίσκει εύφορο έδαφος για να ριζώσει στην αμορφωσιά πρώτα - πρώτα και, βέβαια, στην απλοϊκότητα και, γιατί όχι, στην ηλιθιότητα των ανθρώπων. Ο ξεροκέφαλος και φανατικός ήρωας είναι όντως τόσο εύπιστος και πρόθυμος να πισέψει ό,τι του λένε οι αρχές και έχει τόσο θεοποιήσει τον Μουσολίνι και του "φίλους γερμανούς", που πλησιάζει αυτό που θα χαρακτηρίζαμε ως καθαρή ηλιθιότητα. Είναι από τους ελάχιστους που δεν αντιλαμβάνονται ακόμα ότι ο πόλεμος έχει πια χαθεί, είναι αυτός που δεν ξέρει τι ακριβώς σημαίνει ελευθερία και, όταν την έχει, δεν ξέρει πώς να τη διαχειριστεί. Είναι πολύ χαρακτηριστική η σκηνή που όταν κάποιοι τον αφήνουν ελεύθερο μένει έκπληκτος και δεν μπορεί να κατανοήσει την πράξη τους. Ταυτόχρονα ο φανατισμός του τον κάνει μονοκόματο, με ένα είδος τιμιότητας και ευθύτητας, με έμμονη ιδέα την εκτέλεση της διαταγής που έλαβε, δίχως να αντιλαμβάνεται τίποτε άλλο απ' όσα συμβαίνουν γύρω του. Ακόμα κι όταν τα προσωπικά του σύμβολα, οι μύθοι του και όσα θεωρεί δεδομένα και αμετακίνητα καταρρέουν το ένα μετά το άλλο (ο δάσκαλός του, οι γερμανοί και η συμπεριφορά τους, ο λαός ολόκληρος), αυτός παραμένει αμετακίνητος στις θέσεις του, με ένα πείσμα που, όπως είπα, μόνο ως ηλιθιότητα μπορεί να χαρακτηριστεί.
Στο μεταξύ διάφορα διασκεδαστικά συμβαίνουν ανάμεσα στα ερείπια και τη γενικη παρακμή, ενώ το συνεχές παιχνίδι αποδράσεων και επανασύλληψης του καθηγητή είναι συχνά αστείο. Τα ίχνη του νεορεαλισμού διακρίνονται στο τοπίο, στους ανθρώπους, στην απεικόνιση της επαρχίας, υπάρχουν στιγμές αληθινά συγκινητικές, το μικρό βιβλιαράκι με τα ποιήματα που έχει ο καθηγητής λειτουργεί ως πολλαπλό σύμβολο, το σασπένς υπάρχει σε σωστές κατά τη γνώμη μου δόσεις, και γενικά το γλυκόπικρο κλίμα και η εναλλαγή δράματος - κωμωδίας είναι πανταχού παρόντα. Θα πρότεινα να ψάξετε την ταινία αν την αγνοείτε.
Και μια πικάντικη λεπτομέρεια: Σε δεύτερο, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο, εμφανίζεται μια νεαρότατη Στεφανία Σαντρέλι, ίσως λίγο μετά την εφηβεία της, που όντως είναι ιδιαίτερα σέξι δίχως ο ρόλος της να έχει κάτι σεξουαλικό.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 28, 2011

ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΨΥΧΕΣ - ΤΑΡΚΟΦΣΚΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ


Ας πούμε από τη αρχή ότι υπάρχουν δύο βασικά είδη ταινιών: Οι "εμπορικές" και οι "φεστιβαλικές" (και τα δύο εντός πολλών εισαγωγικών). Το "εμπορικές" δεν το εννοώ αρνητικά, αλλά, για να καταλαβαινόμαστε, ως κάθε είδους ταινία που έχει για διάφορους λόγους τη δυνατότητα να κάνει εισητήρια. Καμιά κατηγορία δεν είναι από μόνη της θετική ή αρνητική. Και οι δύο περιέχουν εξ ίσου σκουπίδια και αριστουργήματα.
Η μικρή αυτή εισαγωγή έγινε για να ξεκαθαρίσω ότι οι ρώσικες "Σιωπηλές Ψυχές" (2010, πρωτότυπος τίτλος ""Ovsyanki") του Aleksei Fedorchenko ανήκουν καθαρά στο δεύτερο είδος. Άρα εξ ορισμού δεν είναι από τα φιλμ που τραβάνε πλήθη θεατών, αλλά συγκεκριμένο κοινό σινεφίλ. Και θέλω να πω ακόμα ότι το βρήκα πολύ καλό σαν τέτοιο.
Κάπου στα βάθη της Ρωσίας υπάρχει μια περιοχή που οι κάτοικοι είναι απόγονοι της παλιάς, χαμένης πια ως επί το πλείστον, φυλής Μέργια. Στην περιοχή υπάρχουν ακόμα κατάλοιπα των συνηθειών της φυλής και κάποιοι ψάχνουν την παράδοσή τους. Στη σύγχρονη εποχή πια, όταν η νεαρή γυναίκα ενός πενηντάρη πεθαίνει, εκείνος παίρνει τη νεκρή και τον καλύτερό του φίλο και αρχίζουν ένα ταξίδι για τον τόπο όπου - σύμφωνα με τις παλιές παραδόσεις - θα κάψουν τελετουργικά τη σορό.
Ταινία δρόμου, με σχετικά αργούς ρυθμούς, διακόπτεται συχνά από φλας μπακ, μας δείχνει μια μουντή και γκρίζα χειμωνιάτικη Ρωσία, αλλά και ένα είδος ιδιαίτερου φολκλόρ που βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτό του Κουστουρίτσα και άλλων βαλκάνιων δημιουργών. Πλημμυρισμένη από μελαγχολία (μια γλυκειά μελαγχολία όμως, που δεν σε κάνει να "κόβεις τις φλέβες σου"), γεμάτη άπό ένα πανταχού παρόν μεταφυσικό στοιχείο (που κορυφώνεται προς το τέλος), με εικόνες και έθιμα που σε κάνουν να νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε παλιότερες εποχές, και, πάνω απ' όλα, γεμάτη ποίηση, η ταινία κατάφερε να με συγκινήσει και να με κάνει να την παρακολουθήσω καθηλωμένος, παρά το ότι, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους φιλμ, σχετικά λίγα πράγματα συμβαίνουν πραγματικά. Ίσως "έφταιγε" και η ενδιαφέρουσα μουσική, ίσως οι παράξενες, μουντές εικόνες, αλλά νομίζω ότι, σε μένα τουλάχιστον, λειτούργησε. Χαρακτηριστικό της είναι η έννοια της τελετουργίας, καθώς πολλά από τα τεκταινόμενα γίνονται με τελετουργικό τρόπο, όχι μόνο μεταφορικά, αλλά συχνά και κυριολεκτικά. Σχετικό μ' αυτό είναι και το γεγονός ότι, μεταξύ άλλων και εκτός της διερεύνησης του συναισθήματος της θλίψης, η ταινία μιλά και για τις σχέσεις παράδοσης και σύγχρονης ζωής. Και, όπως είπα, με "έπιασε", παρά το ότι η ενασχόληση με και η αγωνία για τη διατήρηση της παράδοσης δεν είναι από τα βασικά μου ενδιαφέροντα...
Φυσικά ο απόηχος του Ταρκόφσκι πλανάται στο φιλμ, κυρίως στους μεταφυσικούς του προβληματισμούς. Γενικά είναι μια ταινία που συνιστώ σε σινεφίλ - και μόνο σ' αυτούς - που, επι πλέον, είχε πάρει και το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών στη Βενετία. Τελικά η Ρωσία είναι ακόμα ζωντανή...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 26, 2011

ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΥΝ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΚΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ


Ίσως το τσέχικο σινεμά να ξαναβρίσκει σιγά - σιγά το νεύρο που είχε στη δεκαετία του 60, πριν διακοπεί βάναυσα από την επέμβαση των Ρώσων το 1968. Όχι ότι υπάρχει καμιά πρωτοφανής άνθηση, αλλά κάθε λίγο εμφανίζονται μερικές καλές ταινίες. Όπως το "Κάθε Ψέμα Κρύβει μια Αλήθεια" (Kawasakiho ruze, αν σκάτε να μάθετε τον τσέχικο τίτλο), που γύρισε το 2009 ο Jan Hrebejk.
Διαφημίστηκε σαν οι τσέχικες "Ζωές των Άλλων". Όχι, δεν είναι τόσο δυνατό, απλώς έχει κι αυτό σχέση με το σκοτεινό ολοκληρωτικό (κομουνιστικό δηλαδή) παρελθόν κι αυτό είναι όλο. Εδώ ένας διακεκριμένος, ηλικιωμένος ψυχίατρος ετοιμάζεται να παραλάβει ένα μεγάλο κρατικό βραβείο για τη συνολική προσφορά του, αλλά και την αντίστασή του στο παλιό καθεστώς, όμως σιγά - σιγά σκιές του παρελθόντος έρχονται στην επιφάνεια θαμπώνοντας την απαστράπτουσα εικόνα.
Παρακολούθησα με ενδιαφέρον όλο αυτό το γαϊτανάκι αποκαλύψεων και μικρών ανατροπών (με μια μικρή δόση σάτιρας), καθώς και τα ψυχολογικά πορτρέτα των πολλών ηρώων της ταινίας. Αυτό που μένει είναι η αξεδιάλυτη διαπλοκή προσωπικού - συλλογικού στοιχείου: Οι προσωπικές ζωές των ανθρώπων επηρεάζονται περισσότερο απ' όσο αρχικά φανταζόμαστε από την ύπουλη και μεθοδική δουλειά ενός καθεστώτος που σκοπό έχει να τσακίσει κάθε αντιφρονούντα, δίχως να χρησιμοπιήσει υποχρεωτικά ωμή βία. Από την άλλη, εξ ίσου ενδιαφέρον έχει η αντιμετώπιση των ηρώων: Ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος (που δουλεύουν χρόνια μαζί σαν δίδυμο) δεν κάνουν σχηματικούς διαχωρισμούς. Δεν διστάζουν δηλαδή να δείξουν αρνητικές ή αφελείς πλευρές των "καλών" (με πολλά ερωτηματικά) ή να αντιμετωπίσουν ανθρώπινα ή, τέλος πάντων, να φωτίσουν και τις ανθρώπινες πλευρές των "κακών" ή να δείξουν το γιατί έκαναν ό,τι έκαναν, υποχρεώνοντάς μας να αναρωτηθούμε τι θα πράταμε κι εμείς στη θέση τους. Το τέλος αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, καθώς υπάρχει ένα είδος χλιαρής συμφιλίωσης (και πάλι με ερωτηματικά), αλλά και η πολύ γνώριμή μας διαπίστωση ότι οι αληθινοί ένοχοι δεν τιμωρήθηκαν ποτέ (ναι, συμβαίνει και εις τας Τσεχίας). Συνολικά πάντως η εικόνα της σύγχρονης τσέχικης κοινωνίας, με τις αντιφάσεις της και τα τραύματά της, παρουσιάζεται καθαρά.
Πολιτικά πάντως, αυτό που συνεχώς διαπιστώνω, είναι ότι σ΄όλες αυτές τις κεντροευρωπαϊκές χώρες το παλιό καθεστώς του "υπαρκτού σοσιαλισμού" αντιμετωπίζεται πλέον συλλήβδην ως κάτι αρνητικό, σκοτεινό και εγκληματικό, όπως περίπου οι γερμανοί αντιμετωπίζουν το δικό τους ναζιστικό παρελθόν (τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, αφού τουλάχιστον οι παλιοί κομουνιστές δεν προέβησαν σε καμιά συνειδητή γενοκτονία - δίχως αυτό φυσικά να τους δικαιώνει).
Την βρήκα συνολικά ενδιαφέρουσα, αλλά δεν την θεωρώ και καμιά πολύ μεγάλη ταινία. Τονίζω όμως και πάλι ότι αντίθετα με άλλα βόρεια δράματα που ανασκαλεύουν το παρελθόν (συχνά με συγκλονιστικό τρόπο) επικεντρώνοντας στο προσωπικό στοιχείο, εδώ, όπως είπα, προσωπικό και συλλογικό είναι πραγματικά αξεδιάλυτα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 23, 2011

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ "ΑΡΧΟΝΤΑ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ" ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ




Μεταξύ 2001 και 2003 ο Peter Jackson τόλμησε αυτό που για δεκαετίες θεωρούνταν ακατόρθωτο: Να μεταφέρει στην οθόνη το θρυλικό, ογκώδες έπος του J.R.Tolkien “The Lord of the Rings”. Ο συγγραφέας το έγραφε σχεδόν σε όλη τη δεκαετία του 40. Το βιβλίο είναι κάπου 1200 σελίδες. Η ταινία γύρω στις 8.30’ ώρες. Και λέω 8.30’ επειδή σκοπεύω να γράψω για την περίφημη τριλογία αντιμετωπίζοντάς την σαν μία, ενιαία ταινία, πράγμα που είναι στην πραγματικότητα, άσχετα αν για καθαρά πρακτικούς λόγους προβλήθηκε σε τρία μέρη, που αντιστοιχούν στα τρία βιβλία του έπους: «The Fellowship of the ring”, “The Two Towers” και “The Return of the King”.
Πριν ξεκινήσω όμως δηλώνω ότι είναι αδύνατο να είμαι αντικειμενικός (όσο αντικειμενικός τέλος πάντων μπορεί να είναι κάποιος όταν γράφει κριτική για οτιδήποτε). Κι αυτό επειδή υπήρξα μεγάλος λάτρης του βιβλίου, που με είχε πραγματικά σημαδέψει όταν το διάβασα με κομμένη την ανάσα κάπου στα 20 και κάτι μου. Το λέω αυτό διότι, παρά το ότι γενικά πιστεύω ότι πρέπει να εξετάζουμε τις ταινίες όσο πιο ανεξάρτητα γίνεται από την πηγή προέλευσής τους, εδώ, ακριβώς επειδή πρόκειται για ειδική περίπτωση για μένα, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να αποφύγω τις συγκρίσεις.
Αρχικά λοιπόν είχα επιφυλάξεις για το εγχείρημα της μεταφοράς του στην οθόνη. Όπως και πολλοί άλλοι, θεωρούσα ότι είναι απλώς αδύνατη δίχως να κατακρεουργήσει κανείς το βιβλίο σε πολλά επίπεδα. Έκπληκτος λοιπόν διαπίστωσα ότι ο Jackson κατόρθωσε να μείνει αρκετά πιστός τόσο στα γεγονότα όσο και – σε γενικές γραμμές – στο πνεύμα του έπους του Τόλκιν. Φυσικά σ’ αυτό βοηθά αρχικά η τεράστια διάρκεια, οι 8.30’ ώρες που λέγαμε, αλλά και το σενάριο και η σκηνοθεσία του. Οι παραχωρήσεις υπάρχουν (το ότι κάνει τον Νάνο κάπως κωμική φιγούρα, κάποιες μεμονωμένες σκηνές στις μάχες κλπ.), αλλά είναι τόσο λίγες και διακριτικές, που νομίζω ότι δεν ενοχλούν.
Συνολικά πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα μέγιστο, κινηματογραφικό πλέον, έπος που δείχνει τις απίστευτες ικανότητες του σύγχρονου σινεμά. Η κυριαρχία των εντυπωσιακών εφέ (από τους ψηφιακούς στρατούς έως τα μακιγιάζ και από τα πάμπολλα τερατόμορφα πλάσματα έως τα τοπία και τις πόλεις), εδώ νομίζω ότι χρειάζεται απόλυτα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του φιλμ, αφού μόνο έτσι είναι δυνατόν να αποδοθεί με εικόνες η αχαλίνωτη φαντασία του συγγραφέα. Ο οποίος, σημειωτέον, δημιούργησε από το μηδέν έναν ολόκληρο κόσμο, αρκετά διαφορετικό σε όλα τα επίπεδα από τον δικό μας, και μάλιστα με όλες τις λεπτομέρειες, την ιστορία και τις παραδόσεις του, τις φυλές του, ακόμα και τις γλώσσες ή τα αλφάβητά του (στο βιβλίο υπάρχουν πάνω από 200 σελίδες με παραρτήματα, που διαβάζονται προαιρετικά, με «πραγματολογικά στοιχεία» σχετικά με τη Μέση Γη). Τα έγραψα όλα αυτά για να πω ότι βρίσκω φυσικό, όταν φτιάχνεις έναν εντελώς φανταστικό κόσμο, να βασίζεσαι στα εφέ – αντίθετα με πλήθος άλλων σύγχρονων ταινιών του φανταστικού, όπου τα εφέ είναι ένας (βαρετός για μένα) αυτοσκοπός.
Πέραν αυτών, το συχνά σκοτεινό και βαρύ κλίμα του συγγραφέα παραμένει αυτούσιο (η όλο και πιο δύσκολη πορεία του Φρόντο, το Γκόλουμ, οι μαύροι ιππότες, η σκηνή με την αράχνη που είναι δοσμένη σχεδόν σα σκηνή από ταινία τρόμου κλπ.) Όσο για τη μελαγχολία που διαπερνά ολόκληρη τη γραπτή τριλογία (ο Τόλκιν κάνει συχνά σαφές ότι όλο το έπος αποτελεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής μύθων, θαυμάτων, ομορφιάς, που αντιπροσωπεύονται από του Έλφς, και την αρχή του περάσματος στην εποχή των ανθρώπων), η μελαγχολία λοιπόν αυτή δίνεται κυρίως στο τέλος, που είναι εξαιρετικά συγκινητικό. Ίσως εδώ οι συντελεστές δεν θέλησαν να την κάνουν περισσότερο διάχυτη. Φυσικά οι μάχες είναι πραγματικά επικές, πολλές από τις εικόνες πολύ δυνατές, που μένουν στο μυαλό του θεατή, άλλες πάλι πανέμορφες, και, εννοείται, αν μη τι άλλο τα φιλμ είναι κάτι πολύ παραπάνω απ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε «χορταστικό θέαμα». Το βασικό μοτίβο της αιώνιας διαμάχης καλού – κακού φυσικά παραμένει – ή μάλλον εδώ δίνεται με αρχετυπικό τρόπο. Πολλοί πιστεύουν (και με δεδομένη την εποχή που γράφτηκε) ότι το βιβλίο αποτελεί αλληγορία του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, με τις ολοκληρωτικές δυνάμεις να ενσαρκώνονται ως οι «κακοί». Και όντως, η εφιαλτική δικτατορία του Σαουρόν θα μπορούσε να παραπέμπει σ’ αυτό. Ο ίδιος ο Τόλκιν το έχει βέβαια αρνηθεί, μερικά πράγματα όμως λειτουργούν και υποσυνείδητα… Από την άλλη - κι αυτό είναι ακόμα σημαντικότερο - όλη η τριλογία μπορεί να ειδωθεί σαν μια παραβολή της διαφθοράς που προκαλεί η εξουσία στους πάντες, καλούς και κακούς, έχοντες και μη καλές προθέσεις. Το περίφημο Δαχτυλίδι είναι το σύμβολό της. Όποιος το αποκτά, ανεξαρτήτως προθέσεων όπως είπαμε, διαφθείρεται. Κι αυτό είναι τελεσίδικο. Σαν τρίτο νόημα θα μπορούσα να δω ότι ενυπάρχει η πίστη στους συνηθισμένους, κοινούς ανθρώπους και η παραδοχή ότι, παρά το ότι οι μεγάλοι, οι έχοντες εξουσία, μοιάζουν να κινούν τα νήματα, ουσιαστικά η ιστορία γράφεται από τους κάτω. Αυτό φαίνεται και από την επιλογή ενός ταπεινού χόμπιτ (που είναι ένας άγνωστος ουσιαστικά και ξεχασμένος λαός στη ιστορία της Μέσης Γης, που δεν έχει παίξει ποτέ κανένα ρόλο) να εκτελέσει μια τέτοια, σχεδόν αδύνατη αποστολή, αλλά - σε μικρότερη κλίμακα - και με τον καθοριστικότατο ρόλο που παίζει ο Σαμ, σχεδόν υπηρέτης και ακόμα ταπεινότερος και "συνηθισμένος τύπος" από τον ίδιο τον Φρόντο. Δίχως αυτόν τον "τελευταίο τροχό της αάμαξας" κυριολεκτικά, τίποτα δεν θα είχε γίνει. Τιμή στους αφανείς λοιπόν.
Φυσικά πολλοί θα πουν το κλασικό «το βιβλίο είναι καλύτερο». Ναι, αλλά αυτό συμβαίνει ουσιαστικά με όλα τα καλά βιβλία που μεταφέρονται στο σινεμά. Και τελικά δεν έχει και πολύ νόημα σαν παρατήρηση. Γι’ αυτό είπα στην αρχή ότι είναι καλύτερα να ξεχνάμε όσο γίνεται το πρωτότυπο και να κρίνουμε μόνο τη ταινία – άσχετα αν εδώ εγώ πρώτος – πρώτος παρασπόνδησα. Νομίζω πάντως ότι δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχει εδώ το πλήθος των υποπλοκών του βιβλίου, οι πάμπολλες αναφορές σε γεγονότα του παρελθόντος, τα τραγούδια κλπ. κλπ.
Καταλάβατε ότι τελικά έχω θετική γνώμη και για τις ταινίες. Μια γνώμη που συνοψίζεται στην πεποίθησή μου ότι ο Jackson έκανε πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσε με το αχανές υλικό που είχε στα χέρια του, δίχως να προδώσει (σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον) το πνεύμα του. Με δεδομένο το πρωτότυπο υλικό λοιπόν, αν αυτό δεν είναι επίτευγμα, τότε τι είναι;
ΥΓ: Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν μου αρέσει η λογοτεχνία fantasy. Τη θεωρώ εξαντλημένο είδος, που επαναλαμβάνεται βαρετά. Τεράστια εξαίρεση αποτελεί ο Τόλκιν. Και επειδή είναι ο πρώτος (σχεδόν), ή τουλάχιστον ο πρώτος σε τέτοια έκταση και σοβαρότητα, που το έκανε, ορίζοντας όλες σχεδόν τις παραμέτρους του είδους με τη μία, και επειδή θεωρώ ότι το έχει κάνει καλύτερα απ' όλους τους μετά, οι οποίοι, θέλοντας και μη, "κλέβουν" διαρκώς απ' αυτόν και την αρχετυπική του δημιουργία. Πιθανές εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 20, 2011

Η ΑΙΩΝΙΑ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ "ΛΟΥΦΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ"


Ξαναείδα πρόσφατα τη θρυλική "Λούφα και Παραλλαγή", που γύρισε ο Νίκος Περάκης το 1984. Ήθελα να δω αν αντέχει στο χρόνο. Ε, λοιπόν, νομίζω ότι αντέχει μια χαρά. Παραμένει σπαρταριστή μέχρι τις μέρες μας και συγχρόνως καταγράφει τόσο μια σκοτεινή εποχή της Ελλάδας όσο και την εξ ορισμού απύθμενη γελοιότητα και αχρηστία του στρατεύματος (προσωπικά θα έλεγα του κάθε στρατεύματος, ας μείνω όμως στα καθ' ημάς και ας πω απλώς του ελληνικού στρατεύματος, αφού αυτό "απολαμβάνουμε" σε όλο του το μεγαλείο στην ταινία).
Το φιλμ περιγράφει τις περιπέτειες μιας παρέας φαντάρων που υπηρετούν γύρω στο 67 στη νεοσύστατη τότε ελληνική τηλεόραση, και τους οποίους η δικτατορία του Απρίλη προλαβαίνει κατά τη θητεία τους, για να κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα και παράλογα. Ναι, σήμερα γελάς ακόμα (ξεκαρδίζεσαι ενίοτε) με τα παθήματα, τα καψόνια που υφίστανται, αλλά και τις επινοήσεις των ηρώων (κυρίως για να λουφάρουν, πράγμα που αποτελεί - δικαίως - την πεμπτουσία της καταναγκαστικής στρατιωτικής θητείας μέχρι σήμερα, φαντάζομαι). Και, επί πλέον, δίνεται ανάγλυφα όλη η στενοκεφαλιά των καραβανάδων, η μιζέρια της στρατιωτικής καθημερινότητας, η όλη βλακεία του συστήματος με λίγα λόγια. Αλλά και οι πολιτικές διακρίσεις και καταπίεση της εποχής, το παντοδύναμο ρουσφέτι και πλήθος άλλες "πινελιές" που ολοκληρώνουν την ηλιθιότητα της περιόδου της ζωής μας που ονομάζεται στρατιωτική θητεία.
Είπα και στην αρχή ότι ο Περάκης, πέρα από το χιούμορ και τις ζωντανές, αληθινές και συνήθως αστείες ατάκες, καταγράφει σε "δεύτερο πλάνο", συχνά μάλιστα μέσα από αυτούσια επίκαιρα της εποχής, και την ιστορική περίοδο. Την πολιτική καταπίεση, τη χούντα που φτάνει, το κιτς της τότε τηλεόρασης (η οποία είναι μάλλον χειρότερη σήμερα), την κυριαρχία του ρουσφετιού (αυτό δυστυχώς ισχύει μέχρι και στην εποχή μας ή περίπου) και πολλά άλλα. Αν λοιπόν καταφέρεις να το κάνεις αυτό - να δώσεις δηλαδή ταυτόχρονα και το ιστορικό στίγμα και να διασκεδάσεις το κοινό όσο δεν παίρνει - τότε έχεις να κάνεις με μια πετυχημένη ταινία. Γι' αυτό και θεωρείται μια από τις ευτυχέστερες στιγμές του "νέου ελληνικού κινηματογράφου" (την φάση δηλαδή από τις αρχές των 70ς μέχρι σήμερα) και εξακολουθεί να έχει πλήθος ορκισμένων φαν.
Α, και κάτι άλλο: Εκτός από την πλειάδα των βετεράνων ηθοποιών του παλιού, "εμπορικού" ελληνικού σινεμά (Φιλιππίδης, Ξενίδης, Νέζερ κλπ.), είναι απίστευτο το πόσα νέα για την εποχή ονόματα εμφανίζονταν στην ταινία, μερικά ακόμα άγνωστα: Κιμούλης, Καλογερόπουλος, Σκιαδαρέσης, Μάινας, Βαλαβανίδης, Πουλικάκος, Μανιάτης, Σπυριδάκης, Χαϊκάλης κ.ά. Δεν θυμόμουν αυτή τη λεπτομέρεια και εντυπωσιάστηκα.
Κρίμα που από τη δεκαετία του 90 ο Περάκης βρίσκεται σε διαρκή σχεδόν παρακμή (οι λίγες εξαιρέσεις μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα), έχοντας αφήσει πίσω τον καλό εαυτό του των 80'ς. Προσπαθεί πάντα να πιάσει το σφυγμό των γεγονότων και του κλίματος της εκάστοτε εποχής, αλλά μάλλον σε ανούσιες φάρσες ξεπέφτει. Κρίμα.