Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα και έχει κάνει αρκετές ταινίες εκεί, αλλά οι τελευταίες της είναι αγγλόφωνες (μεταξύ τους και το αρκετά ενδιαφέρον "The Secret Life of Words"). Το 2013 γυρίζει ένα θρίλερ, το "Another Me".
Μια προικισμένη κοπέλα, πετυχημένη και δημοφιλής στην τάξη της, πρωταγωνίστρια του σχολικού θιάσου που θα ανεβάσει "Μάκβεθ", βλέπει ξαφνικά τη ζωή της να καταρρέει, καθώς ο πατέρας της χτυπιέται από ανίατη αρρώστια (σκλήρυνση κατά πλάκας), ενώ η μητέρα της, τσακισμένη, συμπεριφέρεται "ύποπτα" . Το πιο τρομαχτικό όμως είναι ότι μια μυστηριώδης σωσίας της (;) προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει τη θέση της σε κάθε εκδήλωση της ζωής της, επιτείνοντας την εφηβική ανασφάλεια και "μπερδεύοντας" τις αλλαγές που το πέρασμα στην ενηλικίωση φέρνει στη ζωή των ανθρώπων.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, η πρωταγωνίστρια Sophie Turner καλή (και με παράξενα ενδιαφέρον πρόσωπο), ωστόσο θα χαρακτήριζα το φιλμ αυτό, που θα ήθελε να είναι τρόμου, μάλλον βραδυφλεγές. Νομίζω ότι το σασπένς δεν διατηρείται και η αγωνία δεν κορυφώνεται. Βεβαίως είναι καλογυρισμένο και υπάρχουν στιγμές που προκαλούν κάποιο ρίγος, συνολικά όμως μάλλον άνευρο θα το χαρακτήριζα. Στο τέλος πάντως αποκαλύπτονται πολλά και η ταινία μπαίνει για τα καλά στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου, ωστόσο η ατμόσφαιρα αυτή έχει χτιστεί μάλλον αργά.
Σε κάποια σημεία διαθέτει ωραία εικόνα και ανατριχιαστικό κλίμα, οπότε δεν το απορίπτω εντελώς, ωστόσο το θεωρώ από τα θρίλερ τρόμου που μάλλον δεν θα μας μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2014
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2014
ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΟ "BECKET"
Σήμερα το "Becket" είναι ένα μάλλον ξεχασμένο φιλμ. Στην εποχή του όμως, το 1964, είχε κάνει εντύπωση, είχε κερδίσει Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου και ήταν υποψήφιο για κάποια άλλα. Γυρίστηκε από τον Peter Glenville (1913-1996), θεατρικό κυρίως σκηνοθέτη με λίγες ταινίες στο ενεργητικό του. Και φέρει βεβαίως έντονη τη σφραγίδα της θεατρικότητας.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2014
ΤΟ "ΗΡΩΙΚΟ" JIMMY'S HALL"
Για
πολλά – πολλά χρόνια ο Ken Loach ακολουθεί μια συνεπέστατη πορεία, κάνοντας
στρατευμένο σινεμά με καθαρά αριστερές θέσεις. Στον ίδιο δρόμο συνεχίζει και το
2014 με το «Jimmy’s Hall”, ένα φιλμ
που διαδραματίζεται στην Ιρλανδία της δεκαετίας του 30.
Ο
Τζέιμς Γκράλτον, υπαρκτό πρόσωπο, είναι κομουνιστής από ένα μικρό χωριό της
Ιρλανδίας. Λίγο καιρό αφότου ανοίγει ένα «κέντρο» (αίθουσα χορού και
πολιτιστικό κέντρο ταυτόχρονα), τον αναγκάζουν να το κλείσει και να
μεταναστεύσει στην Αμερική. Μετά δέκα χρόνια, το 1932 πλέον, επιστρέφει στο
χωριό πλουσιότερος σε εμπειρίες και ακόμα πιο μαχητικός και ξανανοίγει το
κέντρο – το οποίο, σημειωτέον, λατρεύουν οι νέοι της περιοχής. Η κίνηση αυτή θα
συναντήσει τη λυσσαλέα αντίδραση της εκκλησίας και των αρχών – πλούσιων της
περιοχής, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι η λειτουργία του κέντρου δυναμιτίζει τα
θεμέλια της απόλυτης εξουσίας τους στην περιοχή (και στη χώρα γενικότερα). Ο
αγώνας ανάμεσα στις δύο πλευρές αρχίζει.
Ο
Loach, όπως πάντα, κάνει ένα ψυχωμένο σινεμά, απλό, κομψό,
σαφές, στοχευμένο. Παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, μπορώ να πω μάλιστα
ότι σε κάποια σημεία με συγκίνησε. Ενδιαφέρον έχει και το πολιτιστικό μέρος: Ο
ήρωας φέρνει στο κέντρο του μια παράλληλη αγάπη τόσο για τις ρίζες (τη φολκ
ιρλανδέζικη μουσική, ας πούμε), όσο και για το μοντέρνο (τη τζαζ, που τότε ήταν
η αιχμή της νεοτερικότητας στη μουσική). Αυτή ηα ακομπλεξάριστη πολιτιστική
θεώρηση μου άρεσε ιδιαίτερα. Μπορούμε ωστόσο, ιδεολογικά κυρίως, να εντοπίσουμε
κάποια προβλήματα: Ο δημιουργός χωρίζει τους πάντες σε απόλυτα καλούς – κακούς,
σε μαύρο – άσπρο, ενώ οι ενδιάμεσες αποχρώσεις μοιάζουν να λείπουν. Σε γενικές
γραμμές προσωπικά θεωρώ ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, ωστόσο ποτέ και τίποτα
δεν είναι τόσο μονοδιάστατο.
Αυτά
πάντως δεν σημαίνουν ότι δεν συνιστώ απόλυτα το φιλμ – ιδιαίτερα στην
(επιεικώς) δύσκολη εποχή μας, που τέτοια φαινόμενα τείνουν να επανεμφανιστούν.
Ο ήρωας γίνεται σύμβολο ελευθερίας και πάλης ενάντια στο σκοταδισμό και, εκτός
των άλλων, ενάντια σε μια «στεγνή» εκκλησία, η οποία πρεσβεύει ένα μαζοχιστικό
χριστιανισμό, απαλλαγμένο από κάθε έννοια ευχαρίστησης, και η οποία, φυσικά,
συνεργάζεται απόλυτα με την πολιτική – κοινωνική εξουσία για να διατηρήσει με
κάθε θυσία το υπάρχον status
quo. Ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει τον γηραιό «κακό» παπά να
είναι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας.
Επιμένω
στην περί μονοδιάστατου γκρίνια μου, ωστόσο σας προτείνω να το δείτε. Και για
να εκπλαγείτε για τον σκοταδισμό κάποιων κοινωνικών δομών τότε, παλιά, αλλά
κυρίως επειδή τέτοιες ξεκάθαρες και θαρραλέες «δηλώσεις» χρειάζονται στις μέρες
μας.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2014
ΣΤΟΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BREWSTER McCLOUD"
Το 1970, τη χρονιά δηλαδή που έκανε το "MASH", ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει μια από τις πλέον παράδοξες και σουρεαλστικές ταινίες του, το για πολλούς cult "Brester McCloud".
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2014
ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΑΤΣΕ..."
Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ ταινία του σουηδού Roy Andersson, ("Τραγούδια από τον Δεύτερο Όροφο" π.χ.) Ο σκηνοθέτης αυτός, που σπάνια κάνει ταινίες, δημιουργεί έναν σουρεαλιστικό, συχνά παράλογο κόσμο με φιλμ που δεν έχουν ακριβώς πλοκή, αλλά αποτελούνται από μια σειρά άσχετων μεταξύ τους "σκετς", πολλά από τα οποία σχεδόν παρανοϊκά και με πλήθος ανορθολογικών καταστάσεων. Το ίδιο ακριβώς στιλ κυριαρχεί και στο "Ένα Περιστέρι Έκατσε σε ένα Κλαδί και Συλλογίστηκε την Ύπαρξή του" του 2014.
Όλες οι μικρές ιστορίες χαρακτηρίζονται από ένα κατάπικρο και κατάμαυρο χιούμορ και αυτό συνυπάρχει με μια εξαιρετικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται απο τα μουντά, μπεζ - γκρίζα, "νεκρά" χρώματα (ακόμα και τα πρόσωπα των περισσότερων ηθοποιών είναι μακιγιαρισμένα σχεδόν νεκρικά), τα ψυχρά, άδεια ή με ελάχιστα έπιπλα, στενόχωρα δωμάτια ή χώρους, τη μόνιμη συννεφιά και την απολύτως ακίνητη κάμερα, που απλώς κινηματογραφεί όσα παράλογα συμβαίνουν σαν σκηνή θεάτρου, στην οποία μπαινοβγαίνουν τα πρόσωπα. Ακόμα και οι κινήσεις των χαρακτήρων είναι άτονες, μονοκόμματες, ενώ οι άνθρωποι στο βάθος στέκουν σχεδον ακίνητοι σε ένα είδος "ταμπλό βιβάν" που δημιουργεί η κάθε σκηνή.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο άχαροι και ατσούμπαλοι μεσήλικοι πωλητές, ένα είδος πλασιέ που μάταια προσπαθούν να πουλήσουν γελοία και φτηνά τρικ (μάσκες, σακούλια γέλιου κλπ.) και των οποίων οι καταθλιπτικές φιγούρες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αστεία, υποτίθεται, είδη που πουλάνε και με όσα λένε. Γύρω τους στήνονται σκετς με γελοίους θανάτους - ή γελοίες αντιδράσεις ανθρώπων μετά από ένα θάνατο, με ιστορικούς αναχρονισμούς και στρατούς του 18ου αιώνα να μπαίνουν σε ένα σύγχρονο μπαρ, με μια συγκλονιστικά μακάβρια παραβολή της αποικιοκρατίας, με ένα στέλεχος επιχέιρησης που αυτοκτονεί λέγοντας στο τηλέφωνο "Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά" (φράση που επαναλαμβάνεται συχνά σε εντελώς στενόχωρες στιγμές) και πολλά άλλα.
Τι είναι τελικά όλο αυτό; Νομίζω μια σκοτεινή και "κακιά" αν θέλετε ματιά στη ματαιότητα, τη γελοιότητα, το παράλογο και το "άνευ λόγου" της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και στην ανθρώπινη κακία, σκληρότητα, μοναξιά και άλλα, αρνητικά πάντοτε, χαρακτηριστικά. Από εκεί πηγάζει και η όλη υπαρξιακή αγωνία και αδιέξοδο που εκπέμπει η ταινία.
Επιρροές; Πολλές. Το χιούμορ του Τατί, ο Μπουνιουέλ, ο Μπέργκμαν, αλλά κυρίως - θα σας φανεί παράξενο, αλλά αυτή μου φαίνεται η σημαντικότερη - οι Μόντι Πάιθον! Η όλη δομή των σκετς, το είδος του χιούμορ, ακόμα και συγκεκριμένες ατάκες ή καταστάσεις, μου φαίνεται ότι παρέπεμπαν σ' αυτούς. Ναι, χιούμορ, το οποίο όμως, οπως είπαμε, είναι κατάμαυρο, σαρκαστικό, κατάπικρο και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στα απίστευτα γέλια που μας προκαλούν οι εξ ίσου σουρεάλ καταστάσεις της περίφημης ομάδας.
Φυσικά πρόκειται για αυστηρά σινεφίλ ταινία, που προορίζεται για λίγους, ενώ φοβάμαι ότι θα εκνευρίσει πολλούς. Προσωπικά γοητεύομαι (κόβοντας παράλληλα τις φλέβες μου) από τον ιδιόρυθμο σουηδό, εσείς ωστόσο δείτε την με δική σας ευθύνη.
Όλες οι μικρές ιστορίες χαρακτηρίζονται από ένα κατάπικρο και κατάμαυρο χιούμορ και αυτό συνυπάρχει με μια εξαιρετικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται απο τα μουντά, μπεζ - γκρίζα, "νεκρά" χρώματα (ακόμα και τα πρόσωπα των περισσότερων ηθοποιών είναι μακιγιαρισμένα σχεδόν νεκρικά), τα ψυχρά, άδεια ή με ελάχιστα έπιπλα, στενόχωρα δωμάτια ή χώρους, τη μόνιμη συννεφιά και την απολύτως ακίνητη κάμερα, που απλώς κινηματογραφεί όσα παράλογα συμβαίνουν σαν σκηνή θεάτρου, στην οποία μπαινοβγαίνουν τα πρόσωπα. Ακόμα και οι κινήσεις των χαρακτήρων είναι άτονες, μονοκόμματες, ενώ οι άνθρωποι στο βάθος στέκουν σχεδον ακίνητοι σε ένα είδος "ταμπλό βιβάν" που δημιουργεί η κάθε σκηνή.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο άχαροι και ατσούμπαλοι μεσήλικοι πωλητές, ένα είδος πλασιέ που μάταια προσπαθούν να πουλήσουν γελοία και φτηνά τρικ (μάσκες, σακούλια γέλιου κλπ.) και των οποίων οι καταθλιπτικές φιγούρες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αστεία, υποτίθεται, είδη που πουλάνε και με όσα λένε. Γύρω τους στήνονται σκετς με γελοίους θανάτους - ή γελοίες αντιδράσεις ανθρώπων μετά από ένα θάνατο, με ιστορικούς αναχρονισμούς και στρατούς του 18ου αιώνα να μπαίνουν σε ένα σύγχρονο μπαρ, με μια συγκλονιστικά μακάβρια παραβολή της αποικιοκρατίας, με ένα στέλεχος επιχέιρησης που αυτοκτονεί λέγοντας στο τηλέφωνο "Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά" (φράση που επαναλαμβάνεται συχνά σε εντελώς στενόχωρες στιγμές) και πολλά άλλα.
Τι είναι τελικά όλο αυτό; Νομίζω μια σκοτεινή και "κακιά" αν θέλετε ματιά στη ματαιότητα, τη γελοιότητα, το παράλογο και το "άνευ λόγου" της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και στην ανθρώπινη κακία, σκληρότητα, μοναξιά και άλλα, αρνητικά πάντοτε, χαρακτηριστικά. Από εκεί πηγάζει και η όλη υπαρξιακή αγωνία και αδιέξοδο που εκπέμπει η ταινία.
Επιρροές; Πολλές. Το χιούμορ του Τατί, ο Μπουνιουέλ, ο Μπέργκμαν, αλλά κυρίως - θα σας φανεί παράξενο, αλλά αυτή μου φαίνεται η σημαντικότερη - οι Μόντι Πάιθον! Η όλη δομή των σκετς, το είδος του χιούμορ, ακόμα και συγκεκριμένες ατάκες ή καταστάσεις, μου φαίνεται ότι παρέπεμπαν σ' αυτούς. Ναι, χιούμορ, το οποίο όμως, οπως είπαμε, είναι κατάμαυρο, σαρκαστικό, κατάπικρο και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στα απίστευτα γέλια που μας προκαλούν οι εξ ίσου σουρεάλ καταστάσεις της περίφημης ομάδας.
Φυσικά πρόκειται για αυστηρά σινεφίλ ταινία, που προορίζεται για λίγους, ενώ φοβάμαι ότι θα εκνευρίσει πολλούς. Προσωπικά γοητεύομαι (κόβοντας παράλληλα τις φλέβες μου) από τον ιδιόρυθμο σουηδό, εσείς ωστόσο δείτε την με δική σας ευθύνη.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2014
Η ΒΡΩΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ "ΣΤΑΥΡΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ"
Λένε ότι ο Stanley Kubrick (1928-1999) θέλησε να κάνει μία ταινία από κάθε είδος και μ' αυτή να σφραγίσει ανεξίτηλα το είδος αυτό. Πολεμικές ταινίες έκανε δύο και ίσως πολλοί θυμούνται περισσότερο το "Full Metal Jacket", αλλά το "Paths of Glory" (Σταυροί στο Μέτωπο" στα ελληνικά) του 1957 είναι για μένα το (αντι)πολεμικό του αριστούργημα και μία από τις καλύτερες (αντι)πολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.
Το παράξενο στα πολεμικά φιλμ είναι ότι πολλά απ' αυτά είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν είναι πολεμικά ή αντιπολεμικά, με την έννοια ότι δεν ξέρεις αν η δράση, οι μάχες, το βίαιο θέαμα και η πολεμική αγωνία υπάρχουν ως ένα ακόμα βίαιο και θεαματικό, ελκυστικό υλικό ή ως καταγγελία όλης αυτής της φρίκης. Στους "Σταυρούς" το νόημα είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο: Εδώ ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό, οι στρατιώτες παραμένουν οι χαρακτήρες που είχαν πριν (ως άνθρωποι και όχι ως "κρέας") και μπορεί να είναι δειλοί ή γενναίοι, εκδικητικοί ή μη, να έχουν προσωπικές διαφορές κλπ. Και ο πόλεμος δεν είναι παρά βρωμιά, λάσπη, αίμα και φρίκη. Απολύτως τίποτα άλλο.
Το φιλμ διαδραματίζεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Δύο φιλόδοξοι στρατηγοί - που αποφασίζουν, βεβαίως, πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή - ο ένας πονηρός και ύπουλος και ο άλλος "στρατόκαυλος", οδηγούν ένα τάγμα σε μια από την αρχή καταδικασμένη επίθεση ενάντια σε ένα ύψωμα που κατέχουν οι γερμανοί. Όταν οι στρατιώτες υποχωρούν έντρομοι με τεράστιες απώλειες και κάποιοι αρνούνται να βγουν καν από τα χαρακώματα, αφού, απλούστατα, δεν μπορούν, οι στρατηγοί αποφασίζουν να περάσουν κάποιους από στρατοδικείο και να τους εκτελέσουν για "παραδειγματισμό" των υπολοίπων. Ο συνταγματάρχης τους, βλέποντας το άδικο και το παράλογο της υπόθεσης, προσπαθεί να τους υπερασπίσει.
Η ασπρόμαυρη ταινία μόνο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά πολεμική, όταν διαδραματίζεται στα χαρακώματα και καταγράφει τις μάχες (αλλά και τις σχέσεις των στρατιωτών). Στο δεύτερο παρακολουθούμε (με μεγαλύτερο ίσως αποτροπιασμό από όταν βρισκόμαστε στο σφαγείο) όσα απιστευτα συμβαίνουν πίσω από το μέτωπο ή/και στο παρασκήνιο. Η πραγματική κόλαση και φρίκη βρίσκεται εδώ, γιατί εδώ οι αποφάσεις λαμβάνονται εν ψυχρώ, μετά από στυγνούς υπολογισμούς, εδώ όπου απουσιάζει η ενστικτώδης φρίκη της μάχης. Η ηγεσία (οι στρατηγοί) καταγγέλονται ως φιλόδοξοι, που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους (είναι άνθρωποι οι στρατιώτες;) απλά σαν πιόνια για τους δικούς τους σκοπούς. Η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, ο θάνατος είναι κοινός τόπος και κάτι παντελώς αδιάφορο. Ο στόχος μετρά, όση δυστυχία κι αν προκαλέσει η επίτευξή του (κι αν πάλι δεν επιτευχθεί, δεν πειράζει. Συμβαίνουν κι αυτά...).
Ο Κιούμπρικ καταγγέλει με τρόπο άμεσο την εξουσία, τον πόλεμο ως σκέτη κρετομηχανή, μίλια μακριά από ηρωισμούς και "αξίες" και τη στρατιωτική μηχανή σαν το άκρον άωτο του ανθρώπινου παραλογισμού και ηλιθιότητας. Το πορτρέτο του γηραιού, ύπουλου στρατηγού ειδικά, που μπορεί να ελίσσεται με απιστευτο τρόπο (και ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καν εκδικητικός, είναι απλά ψυχρός και υπολογιστικός. Τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά θέση στις κινήσεις του. Γιατί να εκδικηθεί κάποιον που τον πρόσβαλλε; Έτσι κι αλλιώς οι σκοποί του είναι πολύ υψηλότεροι) είναι εκπληκτικό και αντιπαρατίθεται υπέροχα με αυτό του άλλου, πιο "άγριου" στρατηγού.
Με το "Paths of Glory" ο μεγάλος δημιουργός φτιάχνει μια κυριολεκτικά συγκλονιστική ταινία που δεν δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή ως το τέλος και τελικά σφραγίζει για πάντα το αντιπολεμικό σινεμά. Το θεωρώ αριστούργημα.
Το παράξενο στα πολεμικά φιλμ είναι ότι πολλά απ' αυτά είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν είναι πολεμικά ή αντιπολεμικά, με την έννοια ότι δεν ξέρεις αν η δράση, οι μάχες, το βίαιο θέαμα και η πολεμική αγωνία υπάρχουν ως ένα ακόμα βίαιο και θεαματικό, ελκυστικό υλικό ή ως καταγγελία όλης αυτής της φρίκης. Στους "Σταυρούς" το νόημα είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο: Εδώ ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό, οι στρατιώτες παραμένουν οι χαρακτήρες που είχαν πριν (ως άνθρωποι και όχι ως "κρέας") και μπορεί να είναι δειλοί ή γενναίοι, εκδικητικοί ή μη, να έχουν προσωπικές διαφορές κλπ. Και ο πόλεμος δεν είναι παρά βρωμιά, λάσπη, αίμα και φρίκη. Απολύτως τίποτα άλλο.
Το φιλμ διαδραματίζεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Δύο φιλόδοξοι στρατηγοί - που αποφασίζουν, βεβαίως, πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή - ο ένας πονηρός και ύπουλος και ο άλλος "στρατόκαυλος", οδηγούν ένα τάγμα σε μια από την αρχή καταδικασμένη επίθεση ενάντια σε ένα ύψωμα που κατέχουν οι γερμανοί. Όταν οι στρατιώτες υποχωρούν έντρομοι με τεράστιες απώλειες και κάποιοι αρνούνται να βγουν καν από τα χαρακώματα, αφού, απλούστατα, δεν μπορούν, οι στρατηγοί αποφασίζουν να περάσουν κάποιους από στρατοδικείο και να τους εκτελέσουν για "παραδειγματισμό" των υπολοίπων. Ο συνταγματάρχης τους, βλέποντας το άδικο και το παράλογο της υπόθεσης, προσπαθεί να τους υπερασπίσει.
Η ασπρόμαυρη ταινία μόνο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά πολεμική, όταν διαδραματίζεται στα χαρακώματα και καταγράφει τις μάχες (αλλά και τις σχέσεις των στρατιωτών). Στο δεύτερο παρακολουθούμε (με μεγαλύτερο ίσως αποτροπιασμό από όταν βρισκόμαστε στο σφαγείο) όσα απιστευτα συμβαίνουν πίσω από το μέτωπο ή/και στο παρασκήνιο. Η πραγματική κόλαση και φρίκη βρίσκεται εδώ, γιατί εδώ οι αποφάσεις λαμβάνονται εν ψυχρώ, μετά από στυγνούς υπολογισμούς, εδώ όπου απουσιάζει η ενστικτώδης φρίκη της μάχης. Η ηγεσία (οι στρατηγοί) καταγγέλονται ως φιλόδοξοι, που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους (είναι άνθρωποι οι στρατιώτες;) απλά σαν πιόνια για τους δικούς τους σκοπούς. Η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, ο θάνατος είναι κοινός τόπος και κάτι παντελώς αδιάφορο. Ο στόχος μετρά, όση δυστυχία κι αν προκαλέσει η επίτευξή του (κι αν πάλι δεν επιτευχθεί, δεν πειράζει. Συμβαίνουν κι αυτά...).
Ο Κιούμπρικ καταγγέλει με τρόπο άμεσο την εξουσία, τον πόλεμο ως σκέτη κρετομηχανή, μίλια μακριά από ηρωισμούς και "αξίες" και τη στρατιωτική μηχανή σαν το άκρον άωτο του ανθρώπινου παραλογισμού και ηλιθιότητας. Το πορτρέτο του γηραιού, ύπουλου στρατηγού ειδικά, που μπορεί να ελίσσεται με απιστευτο τρόπο (και ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καν εκδικητικός, είναι απλά ψυχρός και υπολογιστικός. Τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά θέση στις κινήσεις του. Γιατί να εκδικηθεί κάποιον που τον πρόσβαλλε; Έτσι κι αλλιώς οι σκοποί του είναι πολύ υψηλότεροι) είναι εκπληκτικό και αντιπαρατίθεται υπέροχα με αυτό του άλλου, πιο "άγριου" στρατηγού.
Με το "Paths of Glory" ο μεγάλος δημιουργός φτιάχνει μια κυριολεκτικά συγκλονιστική ταινία που δεν δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή ως το τέλος και τελικά σφραγίζει για πάντα το αντιπολεμικό σινεμά. Το θεωρώ αριστούργημα.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2014
ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΣΕ "ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ"
Κάθε ταινία των Jean-Pierre και Luc Dardenne αποτελεί μια νέα κατάθεση σε έναν απόλυτο και λεπτομερή ρεαλισμό, με άμεση πολιτική ματιά και διερεύνηση καθημερινών προβλημάτων που κόβουν την ανάσα. Κι αυτό επειδή οι Dardenne συχνά διαπραγματεύονται τον ρεαλισμό τους σαν θρίλερ, θρίλερ της απόλυτης καθημερινότητας βεβαίως.
Έτσι και στο "Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα" του 2014 μιλάνε για τα προβλήματα της εργατικης τάξης σε μια εποχή στυγνής κρίσης, δημιουργώντας όμως ένα καθηλωτικό σασπένς. Η ηρωίδα, παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών και μόλις θεραπευμένη (περίπου) από κρίση κατάθλιψης, πληροφορείται Παρασκευή απόγευμα ότι θα απολυθεί, εκτός αν οι 16 συνάδελφοί της στη δουλειά δεχτούν να χάσουν το ετήσιο μπόνους τους των 1000 ευρώ. Οι τελευταίοι αποφασίζουν αρχικά να μην το χάσουν. Όταν όμως δίνεται η δυνατότητα να επαναληφτεί μυστικά η ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η ηρωίδα θα αποδυθεί σε έναν αγχωτικό αγώνα (παλεύοντας πάντα με τη κατάθλιψη) για να τους αλλάξει γνώμη, συναντώντας τους έναν - έναν το Σαββατοκύριακο.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στον βασικό ρόλο. Συγχρόνως, όπως είπαμε, η τόσο ωμά ρεαλιστική αυτή ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το σασπένς που δημιουργεί, με την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια και στα συναισθήματα των ηρώων, με την μέχρι τέλους αγωνία. Φυσικά βρισκόμαστε σε εργασιακό μεσαίωνα, προϊόν της κρισης και της αντεπίθεσης του καπιταλισμού στην πιο στυγνή μορφή του, και βέβαια ισχύει απόλυτα το "ο θάνατός σου η ζωή μου", καθώς κάθε είδος συλλογικότητας μοιάζει να έχει χαθεί. Οι επάνω μεταθέτουν τις ευθύνες και τις σκληρές αποφάσεις στους κάτω και "νίπτουν τα χέρια τους". Ωστόσο, ενώ όλα αυτά δείχνονται ξεκάθαρα, οι Dardenne δεν γίνονται ποτέ διδακτικοί. Απλώς καταγράφουν τα γεγονότα (με σασπένς, το είπα), δίχως όμως να περιφρονούν τα συναισθήματα και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα.
Έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι φανατικός του απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά. Πιστέψτε με όμως, οι βέλγοι αδελφοί το κάνουν με εξαιρετικό τρόπο!
Έτσι και στο "Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα" του 2014 μιλάνε για τα προβλήματα της εργατικης τάξης σε μια εποχή στυγνής κρίσης, δημιουργώντας όμως ένα καθηλωτικό σασπένς. Η ηρωίδα, παντρεμένη, μητέρα δύο παιδιών και μόλις θεραπευμένη (περίπου) από κρίση κατάθλιψης, πληροφορείται Παρασκευή απόγευμα ότι θα απολυθεί, εκτός αν οι 16 συνάδελφοί της στη δουλειά δεχτούν να χάσουν το ετήσιο μπόνους τους των 1000 ευρώ. Οι τελευταίοι αποφασίζουν αρχικά να μην το χάσουν. Όταν όμως δίνεται η δυνατότητα να επαναληφτεί μυστικά η ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η ηρωίδα θα αποδυθεί σε έναν αγχωτικό αγώνα (παλεύοντας πάντα με τη κατάθλιψη) για να τους αλλάξει γνώμη, συναντώντας τους έναν - έναν το Σαββατοκύριακο.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στον βασικό ρόλο. Συγχρόνως, όπως είπαμε, η τόσο ωμά ρεαλιστική αυτή ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το σασπένς που δημιουργεί, με την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια και στα συναισθήματα των ηρώων, με την μέχρι τέλους αγωνία. Φυσικά βρισκόμαστε σε εργασιακό μεσαίωνα, προϊόν της κρισης και της αντεπίθεσης του καπιταλισμού στην πιο στυγνή μορφή του, και βέβαια ισχύει απόλυτα το "ο θάνατός σου η ζωή μου", καθώς κάθε είδος συλλογικότητας μοιάζει να έχει χαθεί. Οι επάνω μεταθέτουν τις ευθύνες και τις σκληρές αποφάσεις στους κάτω και "νίπτουν τα χέρια τους". Ωστόσο, ενώ όλα αυτά δείχνονται ξεκάθαρα, οι Dardenne δεν γίνονται ποτέ διδακτικοί. Απλώς καταγράφουν τα γεγονότα (με σασπένς, το είπα), δίχως όμως να περιφρονούν τα συναισθήματα και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα.
Έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι φανατικός του απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά. Πιστέψτε με όμως, οι βέλγοι αδελφοί το κάνουν με εξαιρετικό τρόπο!
Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2014
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ "FINAL CUT"
"The Final Cut" είναι μία ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2004 του άγνωστού μου ιορδανού Omar Naim, ο οποίος προφανώς δούλευε ή δουλεύει στο Χόλιγουντ. Πρωταγωνιστής ο Ρόμπιν Ουίλιαμς, που παίρνει πάνω του όλο το φιλμ.
Αγνοούσα την ταινία, και έτσι χάρηκα επειδή τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σε έναν μελλοντικό κόσμο, ένα τσιπάκι εμφυτεύεται από τη στιγμή της γέννησης στα βρέφη των οποίων οι γονείς έχουν να πληρώσουν για κάτι τέτοιο. Το τσιπάκι καταγράφει ολόκληρη τη ζωή τους, στιγμή - στιγμή. Μετά το θάνατό τους θεωρείται απόλυτα in οι συγγενείς τους (παιδιά, σύζυγοι κλπ.) να φτιάχνουν μια ταινία της ζωής του εκλιπόντος ως αναμνηστικό. Επειδή όμως προφανώς η ταινία δεν μπορεί να διαρκεί 80 χρόνια ή κάτι τέτοιο, ειδικοί ταλαντούχοι "μοντερ" φτιάχνουν μια δίωρη βερσιόν με τα highlights της ζωής του θανόντος. Και, φυσικά, αφαιρούν κάθε σκοτεινό και δυσάρεστο σημείο, ώστε να παρουσιάσουν τελικά μια εξιδανικευμένη βερσιόν της. Ο ήρωας είναι ο καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένος τέτοιος "μοντερ", όταν αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μία περίεργη υπόθεση, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, τα ψυχικά του τραύματα και, τελικά, την ηθική του επαγγέλματός του.
Η ταινία διαθετει ανατροπές, ενδιαφέρον σενάριο και θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Δεν υπάρχει μόνο το παιχνίδι με την ανθρώπινη μνήμη (τι ακριβώς θυμόμαστε; Τι διαγράφεται ή αλλάζει στις αναμνήσεις μας με την πάροδο του χρόνου; Είναι τελικά σωστά τα όσα θυμόμαστε;). Υπάρχει και η κριτική της "αγιοποίησης" κάποιων προσωπικοτήτων, υπάρχει, τελικά, το ίδιο το θέμα του πώς και από ποιους γράφεται η ιστορία. Τελικά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, θυμόμαστε ό,τι πραγματικά συνέβει ή ό,τι "πρέπει" να θυμόμαστε, ό,τι έχει καταφέρει να περάσει από μια είτε ατομική είτε συλλογική λογοκρισία;
Ενδιαφεροντα ερωτήματα σε μια ενδιαφέρουσα, μάλλον χαμηλότονη (και ξεχασμένη) ταινία, η οποία νομίζω αξίζει μιας παραπάνω ευκαιρίας.
Αγνοούσα την ταινία, και έτσι χάρηκα επειδή τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σε έναν μελλοντικό κόσμο, ένα τσιπάκι εμφυτεύεται από τη στιγμή της γέννησης στα βρέφη των οποίων οι γονείς έχουν να πληρώσουν για κάτι τέτοιο. Το τσιπάκι καταγράφει ολόκληρη τη ζωή τους, στιγμή - στιγμή. Μετά το θάνατό τους θεωρείται απόλυτα in οι συγγενείς τους (παιδιά, σύζυγοι κλπ.) να φτιάχνουν μια ταινία της ζωής του εκλιπόντος ως αναμνηστικό. Επειδή όμως προφανώς η ταινία δεν μπορεί να διαρκεί 80 χρόνια ή κάτι τέτοιο, ειδικοί ταλαντούχοι "μοντερ" φτιάχνουν μια δίωρη βερσιόν με τα highlights της ζωής του θανόντος. Και, φυσικά, αφαιρούν κάθε σκοτεινό και δυσάρεστο σημείο, ώστε να παρουσιάσουν τελικά μια εξιδανικευμένη βερσιόν της. Ο ήρωας είναι ο καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένος τέτοιος "μοντερ", όταν αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μία περίεργη υπόθεση, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, τα ψυχικά του τραύματα και, τελικά, την ηθική του επαγγέλματός του.
Η ταινία διαθετει ανατροπές, ενδιαφέρον σενάριο και θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Δεν υπάρχει μόνο το παιχνίδι με την ανθρώπινη μνήμη (τι ακριβώς θυμόμαστε; Τι διαγράφεται ή αλλάζει στις αναμνήσεις μας με την πάροδο του χρόνου; Είναι τελικά σωστά τα όσα θυμόμαστε;). Υπάρχει και η κριτική της "αγιοποίησης" κάποιων προσωπικοτήτων, υπάρχει, τελικά, το ίδιο το θέμα του πώς και από ποιους γράφεται η ιστορία. Τελικά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, θυμόμαστε ό,τι πραγματικά συνέβει ή ό,τι "πρέπει" να θυμόμαστε, ό,τι έχει καταφέρει να περάσει από μια είτε ατομική είτε συλλογική λογοκρισία;
Ενδιαφεροντα ερωτήματα σε μια ενδιαφέρουσα, μάλλον χαμηλότονη (και ξεχασμένη) ταινία, η οποία νομίζω αξίζει μιας παραπάνω ευκαιρίας.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2014
ΣΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ "ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ"
Θα επαναλάβω πράγματα που έγραψα σε προηγούμενο ποστ για ταινία του: Ο Elia Kazan (1909-2003) μπορεί να θεωρήθηκε "προδότης" στην προσωπική του ζωή λόγω των γνωστών του "καρφωμάτων" στην περιβόητη ημιφασιστική επιτροπή Μακάρθι, πλην όμως οι ταινίες του τίποτα τέτοιο δεν φανερώνουν. Το αντίθετο μάλιστα!
Ας δούμε το κλασικό "Λιμάνι της Αγωνίας" (On the Waterfront) του 1954 (το οποίο, βέβαια, λέγεται ότι γυρίστηκε ακριβώς για να "εξιλεωθεί" ο Καζάν από το στίγμα του). Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα σε λιμενεργάτες, οι οποίοι καταπιέζονται και τρομοκρατούνται από το συνδικάτο "τους" (να σημειώσουμε ότι το εργατικό συνδικάτο εδώ, όπως συνέβαινε ή συμβαίνει στις ΗΠΑ, δεν έχει το πολιτικό βάρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Εδώ μιλάμε για συνδικάτο υποτίθεται εργατικό, πλην όμως απόλυτα διαβρωμένο από τη Μαφία, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της και δεν διστάζει ακόμα και να δολοφονήσει αντιπάλους του). Ο ήρωας, μάλλον ανεγκέφαλος άνθρωπος του συνδικάτου αρχικά, οδηγείται βαθμιαία στη συνειδητοποίηση του ρόλου του και των αληθινών του συμφερόντων και τελικά επαναστατεί ηρωικά (και ανοιχτά) ενάντιά του.
Από τη μία υπάρχει η σταδιακή μετάλαξη του φιλοτομαριστή και αδιάφορου αρχικά πρωταγωνιστή (ο εξαιρετικός νεαρός Μάρλον Μπράντο) σε ηρωική φιγούρα, που δέχεται ακόμα και να θυσιστεί για τις (όψιμες) ιδέες του και γίνεται έτσι άθελά του σύμβολο και ηγέτης των λιμενεργατών (ως άλλος Ζαπάτα στην κατά δύο χρόνια παλιότερη ταινία του ίδιου). Ταυτόχρονα στα καθαρά φιλμικά στοιχεία περιλαμβάνεται το ότι ο Μπράντο κυρίως, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, αυτοσχεδίαζαν τους διαλόγους τους σε κάποιες σκηνές, και το ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα.
Πέραν αυτών όμως το δυνατό δράμα, οι συγκρούσεις, το σασπένς, η απεικόνιση της ζωής των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης, η εξαιρετική σκηνοθεσία και η πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθιστούν την ταινία απόλυτα κλασική. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει (αλλά έχετε ακούσει γι' αυτή) μη χάσετε την ευκαιρία.
Ας δούμε το κλασικό "Λιμάνι της Αγωνίας" (On the Waterfront) του 1954 (το οποίο, βέβαια, λέγεται ότι γυρίστηκε ακριβώς για να "εξιλεωθεί" ο Καζάν από το στίγμα του). Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα σε λιμενεργάτες, οι οποίοι καταπιέζονται και τρομοκρατούνται από το συνδικάτο "τους" (να σημειώσουμε ότι το εργατικό συνδικάτο εδώ, όπως συνέβαινε ή συμβαίνει στις ΗΠΑ, δεν έχει το πολιτικό βάρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Εδώ μιλάμε για συνδικάτο υποτίθεται εργατικό, πλην όμως απόλυτα διαβρωμένο από τη Μαφία, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της και δεν διστάζει ακόμα και να δολοφονήσει αντιπάλους του). Ο ήρωας, μάλλον ανεγκέφαλος άνθρωπος του συνδικάτου αρχικά, οδηγείται βαθμιαία στη συνειδητοποίηση του ρόλου του και των αληθινών του συμφερόντων και τελικά επαναστατεί ηρωικά (και ανοιχτά) ενάντιά του.
Από τη μία υπάρχει η σταδιακή μετάλαξη του φιλοτομαριστή και αδιάφορου αρχικά πρωταγωνιστή (ο εξαιρετικός νεαρός Μάρλον Μπράντο) σε ηρωική φιγούρα, που δέχεται ακόμα και να θυσιστεί για τις (όψιμες) ιδέες του και γίνεται έτσι άθελά του σύμβολο και ηγέτης των λιμενεργατών (ως άλλος Ζαπάτα στην κατά δύο χρόνια παλιότερη ταινία του ίδιου). Ταυτόχρονα στα καθαρά φιλμικά στοιχεία περιλαμβάνεται το ότι ο Μπράντο κυρίως, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, αυτοσχεδίαζαν τους διαλόγους τους σε κάποιες σκηνές, και το ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα.
Πέραν αυτών όμως το δυνατό δράμα, οι συγκρούσεις, το σασπένς, η απεικόνιση της ζωής των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης, η εξαιρετική σκηνοθεσία και η πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθιστούν την ταινία απόλυτα κλασική. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει (αλλά έχετε ακούσει γι' αυτή) μη χάσετε την ευκαιρία.
Τρίτη, Νοεμβρίου 25, 2014
ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ "INTERSTELLAR"
O Christopher Nolan είναι αναμφισβήτητα ένας ξεχωριστός σύγχρονος δημιουργός, έχοντας μάλιστα επιτύχει απόλυτη ελευθερία στα πλαίσια του Χόλιγουντ. Αν θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία και μόνο λέξη, θα διάλεγα τη λέξη "μεγαλεπήβολος". Κι αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ενώ το ενδιαφέρον κάθε δουλειάς του είναι εκ των προτέρων σίγουρο και κάθε του ταινία αποτελεί "must", ωστόσο σχεδόν πάντοτε του προσάπτω και ένα "too much".
Το "Interstellar" του 2014 δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση. Εντυπωσιακότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μιλά για το (μυστικό) σχέδιο της ΝΑΣΑ να βρει μακρινούς κατοικήσιμους πλανήτες, καθώς η γη πεθαίνει από ξηρασία. Οι τολμηροί αστροναύτες θα ταξιδέψουν απίστευτα μακριά μέσω μιας σκουληκότρυπας, η οποία μπορεί να σε πηγαίνει εκεί όπου είναι αδύνατο να φτάσει κανείς, με όση ταχύτητα κι αν κινείται, για να στείλουν δεδομένα από μια σειρά πιθανών συμβατών με τον άνθρωπο πλανητών. Ωστοσο το ταξίδι αυτό συνοδεύεται και από μια σειρά από χρονικά παράδοξα...
Η σκηνοθεσία είναι άψογη, τα εφέ εντυπωσιακά, το διάστημα υποβλητικό και μυστηριώδες, η τεχνολογία κάτι παραπάνω από προχωρημένη. Η "Οδύσσεια του Διαστήματος", οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", η "Επαφή", αποτελούν μερικές από τις επιρροές. Ωστόσο το τρίωρο φιλμ παραμένει για μένα βαρυφορτωμένο. Σα να θέλει να τα πει όλα, σα να θέλει να χωρέσει μέσα τα πάντα. Κι αυτό προσωπικά κάπου με κούρασε. Αν μάλιστα προσθέσουμε το (μόνιμα στον Νόλαν) πολύπλοκο σενάριο, με σειρά από δύσκολα επιστημονικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις πολλές διαστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν και τα απιστευτα φαινόμενα που σχετίζονται με τον χρόνο, ο πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Παράλληλα υπάρχει η μόνιμη στους αμερικάνους εμμονή με την οικογένεια - πάνω από οτιδήποτε άλλο η προστασία της - και, τελικά, όλο το γιγάντιο project καταλήγει με το μάλλον χιλιοειδωμένο "η αγάπη είναι το παν".
Αυτά με τη γκρίνια μου. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν συνιστώ την ταινία. Η οποία, παρά το - θα το επαναλάβω - φόρτωμα και τη μεγαλομανία της, νομίζω ότι θα κρατήσει και θα εντυπωσιάσει τον θεατή. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις.
ΥΓ: Θετική έκπληξη η αναπάντεχη εμφάνιση του Ματ Ντέιμον.
Το "Interstellar" του 2014 δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση. Εντυπωσιακότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μιλά για το (μυστικό) σχέδιο της ΝΑΣΑ να βρει μακρινούς κατοικήσιμους πλανήτες, καθώς η γη πεθαίνει από ξηρασία. Οι τολμηροί αστροναύτες θα ταξιδέψουν απίστευτα μακριά μέσω μιας σκουληκότρυπας, η οποία μπορεί να σε πηγαίνει εκεί όπου είναι αδύνατο να φτάσει κανείς, με όση ταχύτητα κι αν κινείται, για να στείλουν δεδομένα από μια σειρά πιθανών συμβατών με τον άνθρωπο πλανητών. Ωστοσο το ταξίδι αυτό συνοδεύεται και από μια σειρά από χρονικά παράδοξα...
Η σκηνοθεσία είναι άψογη, τα εφέ εντυπωσιακά, το διάστημα υποβλητικό και μυστηριώδες, η τεχνολογία κάτι παραπάνω από προχωρημένη. Η "Οδύσσεια του Διαστήματος", οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", η "Επαφή", αποτελούν μερικές από τις επιρροές. Ωστόσο το τρίωρο φιλμ παραμένει για μένα βαρυφορτωμένο. Σα να θέλει να τα πει όλα, σα να θέλει να χωρέσει μέσα τα πάντα. Κι αυτό προσωπικά κάπου με κούρασε. Αν μάλιστα προσθέσουμε το (μόνιμα στον Νόλαν) πολύπλοκο σενάριο, με σειρά από δύσκολα επιστημονικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις πολλές διαστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν και τα απιστευτα φαινόμενα που σχετίζονται με τον χρόνο, ο πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Παράλληλα υπάρχει η μόνιμη στους αμερικάνους εμμονή με την οικογένεια - πάνω από οτιδήποτε άλλο η προστασία της - και, τελικά, όλο το γιγάντιο project καταλήγει με το μάλλον χιλιοειδωμένο "η αγάπη είναι το παν".
Αυτά με τη γκρίνια μου. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν συνιστώ την ταινία. Η οποία, παρά το - θα το επαναλάβω - φόρτωμα και τη μεγαλομανία της, νομίζω ότι θα κρατήσει και θα εντυπωσιάσει τον θεατή. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις.
ΥΓ: Θετική έκπληξη η αναπάντεχη εμφάνιση του Ματ Ντέιμον.
Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2014
ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ "WHEN ANIMALS DREAM"
Έχουμε δει πάμπολλες ταινίες με θέμα τον λυκανθρωπισμό. Το 2014 τη σκυτάλη παίρνουν - ποιες άλλες; - οι σκανδιναβικές χώρες, των οποίων η κινηματογραφική άνθηση είναι αναμφισβήτητη. Ο Jonas Alexander Arnby είναι δανός και το "When Animals Dream" (Nar Dyrene Drommer) είναι η πρώτη του ταινία.
Μια ντροπαλή και καταπιεσμένη έφηβη σε μικρή επαρχιακή πόλη της Δανίας, ανακαλύπτει σιγά - σιγά ότι στο σώμα της εμφανίζονται ανησυχητικές αλλαγές (παράδοξη τριχοφυία, μελανιές κλπ.). Βαθμιαία το κτήνος αρχίζει να ξυπνά μέσα της, πράγμα που είναι ταυτόχρονα εφιαλτικό και απελευθερωτικό, ενώ κρυμμένα οικογενειακά μυστικά αποκαλύπτονται. Ο ρόλος του μιικρού κοινωνικού περίγυρου παίζει κι αυτός καθοριστικό ρόλο.
Η ταινία καθηλώνει αρχικά με τις υπέροχες εικόνες της μουντής, συννεφιασμένης δανέζικης επαρχίας. Σίγουρα πάντως αυτό που κάνει τη διαφορά από πάμπολλες άλλες ταινίες τρόμου είναι η εντελώς ρεαλιστική προσέγγιση των (φριχτών) γεγονότων. Όλα συμβαίνουν σε μια απόλυτη επαρχιακή καθημερινότητα, όλα είναι σα να συμβαίνουν δίπλα μας, σε μια συνηθισμένη επαρχιακή πόλη. Οι αντιδράσεις των ηρώων είναι κι αυτές ρεαλιστικές, κάνουν δηλαδή ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε κοινός άνθρωπος παρουσίαζε κάποια παράξενα προβλήματα. Αυτός ο ρεαλισμός στην αντιμετώπιση του φανταστικού είναι που κάνει το φιλμ διαφορετικό.
Από την άλλη η ταινία δεν διαθέτει ιδιάιτερο σασπένς ή δυνατές κορυφώσεις και παίζει σχετικά λίγο με τα εφέ. Και βέβαια, όπως σημείωσα στην αρχή, έχει αυτή τη χαρακτηριστική διττή προσέγγιση στο "κακό": Είναι ταυτόχρονα τρομαχτικό άλλά και ανακουφιστικό. Είναι σα να πρόκειται για την ανακάλυψη και την παραδοχή των καταπιεσμένων ενστίκτων. Ή, συμβολικά , το φιλμ περιγράφει το ξέσπασμα της εφηβείας και την είσοδο στην ενηλικίωση, καθοριστικά γεγονότα της ανθρώπινης ζωής, που οντως συνήθως είναι τρομαχτικά και επιθυμητά συγχρόνως.
Δεν την βρήκα τόσο σπουδαία ταινία, τη βρήκα όμως αρκετά ιδιαίτερη. Όσοι ενδιαφέρεστε για μια διαφορετική ματιά στο φανταστικό, ψάξτε την.
Μια ντροπαλή και καταπιεσμένη έφηβη σε μικρή επαρχιακή πόλη της Δανίας, ανακαλύπτει σιγά - σιγά ότι στο σώμα της εμφανίζονται ανησυχητικές αλλαγές (παράδοξη τριχοφυία, μελανιές κλπ.). Βαθμιαία το κτήνος αρχίζει να ξυπνά μέσα της, πράγμα που είναι ταυτόχρονα εφιαλτικό και απελευθερωτικό, ενώ κρυμμένα οικογενειακά μυστικά αποκαλύπτονται. Ο ρόλος του μιικρού κοινωνικού περίγυρου παίζει κι αυτός καθοριστικό ρόλο.
Η ταινία καθηλώνει αρχικά με τις υπέροχες εικόνες της μουντής, συννεφιασμένης δανέζικης επαρχίας. Σίγουρα πάντως αυτό που κάνει τη διαφορά από πάμπολλες άλλες ταινίες τρόμου είναι η εντελώς ρεαλιστική προσέγγιση των (φριχτών) γεγονότων. Όλα συμβαίνουν σε μια απόλυτη επαρχιακή καθημερινότητα, όλα είναι σα να συμβαίνουν δίπλα μας, σε μια συνηθισμένη επαρχιακή πόλη. Οι αντιδράσεις των ηρώων είναι κι αυτές ρεαλιστικές, κάνουν δηλαδή ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε κοινός άνθρωπος παρουσίαζε κάποια παράξενα προβλήματα. Αυτός ο ρεαλισμός στην αντιμετώπιση του φανταστικού είναι που κάνει το φιλμ διαφορετικό.
Από την άλλη η ταινία δεν διαθέτει ιδιάιτερο σασπένς ή δυνατές κορυφώσεις και παίζει σχετικά λίγο με τα εφέ. Και βέβαια, όπως σημείωσα στην αρχή, έχει αυτή τη χαρακτηριστική διττή προσέγγιση στο "κακό": Είναι ταυτόχρονα τρομαχτικό άλλά και ανακουφιστικό. Είναι σα να πρόκειται για την ανακάλυψη και την παραδοχή των καταπιεσμένων ενστίκτων. Ή, συμβολικά , το φιλμ περιγράφει το ξέσπασμα της εφηβείας και την είσοδο στην ενηλικίωση, καθοριστικά γεγονότα της ανθρώπινης ζωής, που οντως συνήθως είναι τρομαχτικά και επιθυμητά συγχρόνως.
Δεν την βρήκα τόσο σπουδαία ταινία, τη βρήκα όμως αρκετά ιδιαίτερη. Όσοι ενδιαφέρεστε για μια διαφορετική ματιά στο φανταστικό, ψάξτε την.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2014
Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ "IDA".
O Pawel Pawlikowski είναι πολωνός, μέχρι τώρα όμως δούλευε
στην Βρετανία. Το 2013 επιστρέφει
στην πατρίδα του για την πρώτη πολωνική του ταινία, την «Ida”.
Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές
της δεκαετίας του 60, στη μουντή, μελαγχολική Πολωνία των πρώτων σοσιαλιστικών
χρόνων και ενώ τα τραύματα του πολέμου είναι ακόμα σχετικά νωπά. Μια νεαρή κοπέλα, που ετοιμάζεται να χειροτονηθεί μοναχή, βγαίνει για πρώτη φορά από το μοναστήρι
όπου έχει γεννηθεί και μεγαλώσει, για να γνωρίσει τη θεία της, τη μοναδική
ζωντανή συγγενή της. Μαζί θα κάνουν ένα ταξίδι στα μέρη που γεννήθηκε για να μάθουν
τι ακριβώς συνέβη στους νεκρούς γονείς της, ενώ μυστικά του παρελθόντος αρχίζουν
να αποκαλύπτονται στη μικρή.
Η ταινία αρχικά εντυπωσιάζει με
την εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία της. Τα καδραρίσματα, οι εικόνες, η σύνθεση
των πλάνων, είναι εξαιρετικά, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πανέμορφο εικαστικό αποτέλεσμα.
Όσον αφορά την ιστορία τώρα: Η
ατμόσφαιρα αποδίδει τη γκρίζα, μονίμως μελαγχολική θα έλεγε κανείς ατμόσφαιρα
του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η οποία επιτείνεται από το χειμωνιάτικο τοπίο. Η αντιπαράθεση
των δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, της δυναμικής, απελευθερωμένης, κομουνίστριας
θείας και της λιγομίλητης, άβγαλτης μικρής κυριαρχεί. Η τελευταία είναι αυτή
που, στην παρθενική της έξοδο στον κόσμο, δεν θα γνωρίσει μόνο την αλήθεια για
το παρελθόν της, αλλά θα γευτεί για πρώτη φορά την αληθινή ζωή και θα βρεθεί
μπροστά στο δίλημμα του τι θα επιλέξει. Οι δύο γυναίκες όμως μπορεί να εκληφθούν
και ως σύμβολα της σοσιαλιστικής Πολωνίας αφ΄ ενός και της παλιότερης,
συντηρητικής καθολικής παράδοσης, η οποία βεβαίως επικρατεί (ξανά) και στις μέρες
μας.
Προσωπικά με ενόχλησε το τέλος
και το χριστιανικό μήνυμα του φιλμ. Ποτέ δεν κατάλαβα την (αυτο)θυσία του είδους
που θα δείτε, την απόρριψη κάθε υλικής απόλαυσης εν ονόματι μιας σχεδόν
μαζοχιστικής πνευματικότητας (βλέπε στέρησης των πάντων). Από την άλλη όμως η θέση
αυτή μπορεί να θεωρηθεί απλώς συμβολική, με την έννοια ότι καταδεικνύει την θέση
και την «προτίμηση» της σύγχρονης Πολωνίας, η οποία είναι από τις συντηρητικότερες
χώρες του πρώην «υπαρκτού», καθώς ο τελευταίος μοιάζει να εξαφανίζεται, κατανοώντας τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε τις κοινωνίες όπου επικράτησε –
χαρακτηριστική η τελική πράξη της θείας..
Πάντως, παρά την όποια ιδεολογική
αντίθεση, η ταινία είναι αξιόλογη έστω και μόνο λόγω της ομορφιάς, της εσωτερικότητας
και των δύο πολύ καλών πρωταγωνιστριών της.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2014
Ο 2ος ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΒΕΡΛΙ ΧΙΛΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ 80ς
Μερικές φορές έχει πλάκα να ξαναβλέπεις μέτριες 80ς ταινίες, έτσι για να θυμάσαι τι έβλεπες παλιά... Μόνο που σε ορισμένες περιπτώσεις ομολογώ ότι δεν το ευχαριστιέμαι καθόλου. Αφορμή για τα παραπάνω στάθηκε ο 2ος "Beverly Hills Cop" που γύρισε ο ντεφορμέ προφανώς τότε Tony Scott (1944-2012) το 1987. Θυμάμαι ότι μάλλον είχα διασκεδάσει με το πρώτο μέρος της σειράς, αλλά τίποτα τέτοιο δεν συνέβει με το δεύτερο μέρος.
Φυσικά ο Έντι Μέρφι είναι μπάτσος και γυρίζει κρυφά στο Μπέβερλι Χιλς να βοηθήσει τους δύο φίλους του - εξ ίσου μπάτσους - που κυνηγάνε έναν σίριαλ κίλερ, ο οποίος όμως δεν είναι ψυχοπαθής ως συνήθως, αλλά συνοδεύει τη δράση του με ιδιοφυείς ληστείες. Έχει και δική του συμμορία και απ' όπου περάσει το αίμα ρέει άφθονο. Και, φυσικά επίσης, ο Μέρφι θα κάνει όλη τη δουλειά.
Ναι, όμως βρήκα το σενάριο ανέμπνευστο, μπανάλ, αφελές και πρόχειρο. Κακέκτυπο της πρώτης ταινίας, με τα ίδια βέβαια πρόσωπα επι σκηνής, και την τότε σούπερ-γκόμενα Μπριγκίτε Νίλσεν σε ρόλο σούπερ-κακιάς, επαναλαμβάνει χιλιοειδωμένα κλισέ και προσχηματική δράση (πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, πολύ κακούς τύπους κλπ.). Το χειρότερο όμως για μένα είναι το κρύο χιούμορ (ας μην ξεχνάμε ότι οι ταινίες είναι αστυνομικές κωμωδίες). Εδώ ο Έντι Μέρφι - στα πάνω του τότε εμπορικά - ξεπερνά τον εαυτό του σε κρυοκωλίαση και, για μένα τουλάχιστον, γίνεται αντιπαθέστερος από ποτέ. Φωνακλάς, επιδειξιομανής, με αυτό το ηλίθιο γέλιο, μόνο να γελάσω δεν κατάφερε να με κάνει. Μάλλον κρύο μου προκάλεσε...
Ίσως ο Tony Scott να είναι ικανότεριος σκηνοθέτης δράσης από τον Martin Brest του πρώτου φιλμ. Ωστόσο εδώ χάνει απόλυτα σε σύγκριση. Και να φανταστεί κανείς ότι πρόκειται για την αμέσως επόμενη ταινία από το σούπερ επιτυχημένο "Top Gun"... Είναι η κατάρα των ανέμπνευστων και κακέκτυπων νο 2 (ελάχιστες οι εξαιρέσεις), είναι τα 80ς στα χειρότερά τους (το κιτς σε όλο του το μεγαλείο) ή... τι; Πάντως καλό δεν είναι!
Φυσικά ο Έντι Μέρφι είναι μπάτσος και γυρίζει κρυφά στο Μπέβερλι Χιλς να βοηθήσει τους δύο φίλους του - εξ ίσου μπάτσους - που κυνηγάνε έναν σίριαλ κίλερ, ο οποίος όμως δεν είναι ψυχοπαθής ως συνήθως, αλλά συνοδεύει τη δράση του με ιδιοφυείς ληστείες. Έχει και δική του συμμορία και απ' όπου περάσει το αίμα ρέει άφθονο. Και, φυσικά επίσης, ο Μέρφι θα κάνει όλη τη δουλειά.
Ναι, όμως βρήκα το σενάριο ανέμπνευστο, μπανάλ, αφελές και πρόχειρο. Κακέκτυπο της πρώτης ταινίας, με τα ίδια βέβαια πρόσωπα επι σκηνής, και την τότε σούπερ-γκόμενα Μπριγκίτε Νίλσεν σε ρόλο σούπερ-κακιάς, επαναλαμβάνει χιλιοειδωμένα κλισέ και προσχηματική δράση (πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, πολύ κακούς τύπους κλπ.). Το χειρότερο όμως για μένα είναι το κρύο χιούμορ (ας μην ξεχνάμε ότι οι ταινίες είναι αστυνομικές κωμωδίες). Εδώ ο Έντι Μέρφι - στα πάνω του τότε εμπορικά - ξεπερνά τον εαυτό του σε κρυοκωλίαση και, για μένα τουλάχιστον, γίνεται αντιπαθέστερος από ποτέ. Φωνακλάς, επιδειξιομανής, με αυτό το ηλίθιο γέλιο, μόνο να γελάσω δεν κατάφερε να με κάνει. Μάλλον κρύο μου προκάλεσε...
Ίσως ο Tony Scott να είναι ικανότεριος σκηνοθέτης δράσης από τον Martin Brest του πρώτου φιλμ. Ωστόσο εδώ χάνει απόλυτα σε σύγκριση. Και να φανταστεί κανείς ότι πρόκειται για την αμέσως επόμενη ταινία από το σούπερ επιτυχημένο "Top Gun"... Είναι η κατάρα των ανέμπνευστων και κακέκτυπων νο 2 (ελάχιστες οι εξαιρέσεις), είναι τα 80ς στα χειρότερά τους (το κιτς σε όλο του το μεγαλείο) ή... τι; Πάντως καλό δεν είναι!
Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2014
ΔΡΟΣΕΡΟ ΚΑΙ... ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ "ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ"
Ο σουηδός Lukas Moodysson, γνωστός μας από κάμποσες και διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, επιστρέφει εν έτει 2013 στην Στοκχόλμη του 1982 για να μας αφηγηθεί μια σχεδόν προεφηβική ιστορία με το "We Are the Best!" (Vi Ar Bast). Δύο 13χρονες "περιθωριακές" μαθήτριες, που αντιπαθούν τον τρόπο ζωής των γονιών τους και θεωρούν συμβιβασμένες τις συμμαθήτριές τους, φτιάχνουν ένα πανκ συγκρότημα (μουσική που και οι δύο ακούν φανατικά), παρά το ότι δεν ξέρουν να παίζουν κανένα όργανο και δεν έχουν ιδέα από νότες. Κάποια στιγμή στο γκρουπ προστίθεται και μια έφηβη... χριστιανή, που παίζει καλή κιθάρα (αυτή ξέρει μουσική) και είναι επίσης περιθωριακή ως ξενέρωτη θεούσα. Το θράσος των κοριτσιών τους εξασφαλιζει μια θέση ακόμα και σε ένα μικρό επαρχιακό φεστιβάλ. Κι έπειτα θα αρχίσουν τα εσωτερικά προβλήματα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Η ταινία διακρίνεται κυρίως για τη δροσιά, τη φρεσκάδα και το feelgood κλίμα της. Ταυτόχρονα καταφέρνει να μιλά με άνεση για την εφηβική (προεφηβική εδώ) επαναστατικότητα (και την συμπαθητική και "απαραίτητη" αφέλειά της), για τη μουντή και πληκτική Στοκχόλμη, για τη βαρεμάρα που αποπνέουν οι γονείς (ακόμα κι αν κάποιοι απ' αυτούς είναι εναλλακτικοί) στα μάτια των παιδιών τους και γενικά για όλη την εφηβική ορμή, ανησυχία, θράσος και έμφυτη σχεδόν επαναστατικότητα, και να αποτελεί και μια μελέτη των διαφορετικών χαρακτήρων των κοριτσιών. Και, αν θέλετε, να μιλά για τη φύση του ίδιου του πανκ ως μουσικό ξέσπασμα βαθύτερων ανησυχιών και αγωνιών. Αυτή ήταν άλλωστε η ουσία του, δίχως να λογαριάζει καθόλου την όποια μουσικότητα ή / και ομορφιά. Η ιδέα ήταν το ξέσπαμα, η έκφραση της αγωνίας και της αντίθεσης σε έναν άσχημο απ' όλες τις πλευρές κόσμο.
Βρήκα την σχεδόν αυτοσχέδια αυτή ταινία πολύ συμπαθητική, πολύ αληθινή, αυθόρμητη και, τελικά, αρκετά διασκεδαστική. Όχι, δεν είναι το "μεγάλο σινεμά", αυτό όμως είναι απόλυτα ηθελημένο και συνειδητό. Αν θέλετε να θυμηθείτε κάτι από τα εφηβικά σας χρόνια και τη ενέργειά τους (δίχως καθόλου χολιγουνταινές συμβάσεις όμως) δείτε το.
Η ταινία διακρίνεται κυρίως για τη δροσιά, τη φρεσκάδα και το feelgood κλίμα της. Ταυτόχρονα καταφέρνει να μιλά με άνεση για την εφηβική (προεφηβική εδώ) επαναστατικότητα (και την συμπαθητική και "απαραίτητη" αφέλειά της), για τη μουντή και πληκτική Στοκχόλμη, για τη βαρεμάρα που αποπνέουν οι γονείς (ακόμα κι αν κάποιοι απ' αυτούς είναι εναλλακτικοί) στα μάτια των παιδιών τους και γενικά για όλη την εφηβική ορμή, ανησυχία, θράσος και έμφυτη σχεδόν επαναστατικότητα, και να αποτελεί και μια μελέτη των διαφορετικών χαρακτήρων των κοριτσιών. Και, αν θέλετε, να μιλά για τη φύση του ίδιου του πανκ ως μουσικό ξέσπασμα βαθύτερων ανησυχιών και αγωνιών. Αυτή ήταν άλλωστε η ουσία του, δίχως να λογαριάζει καθόλου την όποια μουσικότητα ή / και ομορφιά. Η ιδέα ήταν το ξέσπαμα, η έκφραση της αγωνίας και της αντίθεσης σε έναν άσχημο απ' όλες τις πλευρές κόσμο.
Βρήκα την σχεδόν αυτοσχέδια αυτή ταινία πολύ συμπαθητική, πολύ αληθινή, αυθόρμητη και, τελικά, αρκετά διασκεδαστική. Όχι, δεν είναι το "μεγάλο σινεμά", αυτό όμως είναι απόλυτα ηθελημένο και συνειδητό. Αν θέλετε να θυμηθείτε κάτι από τα εφηβικά σας χρόνια και τη ενέργειά τους (δίχως καθόλου χολιγουνταινές συμβάσεις όμως) δείτε το.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 13, 2014
ΣΤΗΝ ΠΝΙΓΗΡΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ "ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ"
Γνωρίσαμε τον βέλγο Michael Roskam με τη "Μοσχαροκεφαλή" του 2011. Η ταινία έκανε εντύπωση και ο Roskam, όπως τόσοι άλλοι, προσκλήθηκε στοπ Χόλιγουντ και έκανε εκεί το πρώτο του αμερικάνικο φιλμ, το ενδιαφέρον "Η Συγκάλυψη" (The Drop) το 2014.
Ο ήρωας είναι ένας λιγομίλητος, κλειστός και φιλήσυχος μπάρμαν, που δουλεύει στο μπαρ του ξαδέλφου του, το οποίο ωστόσο ελέγχεται από την τσετσένικη μαφία. Το μπαρ χρησιμοποιείται επίσης για διάφορες βρώμικες δουλειές. Όταν όμως γίνει μία ληστεία, η μαφία θα απαιτήσει όσα έχασε και η πολυπόθητη ησυχία του μπάρμαν πάει περίπατο.
Το φιλμ μας μεταφέρει σε έναν σκοτεινό, βρώμικο, αδίστακτο κόσμο, όπου όλοι (σχεδόν) είναι εναντίον όλων, πάνω απ' όλα βρίσκεται το συμφέρον, η κάθε λογής ανθρωπιά είναι "άγνωστη λέξη" και όπου συνήθως τα πράγματα δεν είναι αυτά που δείχνουν. Ο πολύ καλός και πάλι Τομ Χάρντι είναι πειστικός ως μοναχικός, ήσυχος, εσωστρεφης και χαμηλών τόνων χαρακτήρας, δίχως ενδιαφέροντα εκτός από τη δουλειά και το σπίτι, ένας άνθρωπος που θέλει να περνά απαρατήρητος και να μην προκαλεί κανέναν. Ωστόσο, όταν τα πράγματα "σφίγγουν", καλείται - ως άλλος, αλλά πιο κλειστός, Ντάστιν Χόφμαν στα "Αδέσποτα Σκυλιά" - να δράσει, έστω και με τον χαρακτηριστικό "βραδυφλεφγή" τρόπο του. Είναι σα να μας λέει η ταινία ότι όταν όλα γύρω σου είναι σκατά, δεν μπορείς να μείνεις αλώβητος, ανέπαφος, δίχως ανάμειξη, όσο κι αν το επιθυμείς. Αν και, τελικά, κι αυτός ακόμα κάτι κρύβει...
Βρήκα την ταινία σκοτεινή, πλην όμως στιβαρή και στέρεα και τη παρακολούθησα με ενδιαφέρον, δίχως βέβαια να τη θεωρώ και αριστούργημα. Νομίζω όμως ότι όντως αξίζει τον κόπο. Και, επιπλέον, αποτελεί την τελευταία εμφάνιση στην οθόνη του μακαρίτη Τζέιμς Γκαντολφίνι.
Ο ήρωας είναι ένας λιγομίλητος, κλειστός και φιλήσυχος μπάρμαν, που δουλεύει στο μπαρ του ξαδέλφου του, το οποίο ωστόσο ελέγχεται από την τσετσένικη μαφία. Το μπαρ χρησιμοποιείται επίσης για διάφορες βρώμικες δουλειές. Όταν όμως γίνει μία ληστεία, η μαφία θα απαιτήσει όσα έχασε και η πολυπόθητη ησυχία του μπάρμαν πάει περίπατο.
Το φιλμ μας μεταφέρει σε έναν σκοτεινό, βρώμικο, αδίστακτο κόσμο, όπου όλοι (σχεδόν) είναι εναντίον όλων, πάνω απ' όλα βρίσκεται το συμφέρον, η κάθε λογής ανθρωπιά είναι "άγνωστη λέξη" και όπου συνήθως τα πράγματα δεν είναι αυτά που δείχνουν. Ο πολύ καλός και πάλι Τομ Χάρντι είναι πειστικός ως μοναχικός, ήσυχος, εσωστρεφης και χαμηλών τόνων χαρακτήρας, δίχως ενδιαφέροντα εκτός από τη δουλειά και το σπίτι, ένας άνθρωπος που θέλει να περνά απαρατήρητος και να μην προκαλεί κανέναν. Ωστόσο, όταν τα πράγματα "σφίγγουν", καλείται - ως άλλος, αλλά πιο κλειστός, Ντάστιν Χόφμαν στα "Αδέσποτα Σκυλιά" - να δράσει, έστω και με τον χαρακτηριστικό "βραδυφλεφγή" τρόπο του. Είναι σα να μας λέει η ταινία ότι όταν όλα γύρω σου είναι σκατά, δεν μπορείς να μείνεις αλώβητος, ανέπαφος, δίχως ανάμειξη, όσο κι αν το επιθυμείς. Αν και, τελικά, κι αυτός ακόμα κάτι κρύβει...
Βρήκα την ταινία σκοτεινή, πλην όμως στιβαρή και στέρεα και τη παρακολούθησα με ενδιαφέρον, δίχως βέβαια να τη θεωρώ και αριστούργημα. Νομίζω όμως ότι όντως αξίζει τον κόπο. Και, επιπλέον, αποτελεί την τελευταία εμφάνιση στην οθόνη του μακαρίτη Τζέιμς Γκαντολφίνι.
Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2014
Η ΦΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ "'71"
Το 2014 ο τηλεοπτικός μέχρι τώρα Yann Demange κάνει το εντυπωσιακό ντεμπούτο του με το "'71", μια ταινία που αναφέρεται στην ιρλανδική κρίση (της Βόρειας Ιρλανδίας για την ακρίβεια), που κόστισε πολύ αίμα στη δεκαετία του 70 κυρίως, και δεν πάυει να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή (με πολύ ηπιότερες καταστάσεις βεβαίως) ακόμα και σήμερα.
Ένας νεαρός βρετανός στρατιώτης μετατίθεται ξαφνικά στο ταραγμένο Μπέλφαστ και από την πρώτη κιόλας μέρα μοιάζει να βρίσκεται σε ένα αληθινό πεδίο μάχης. Στην πρώτη του κιόλας αποστολή, άπειρος και χαμένος, αποκόπτεται από τη μονάδα του και βρίσκεται να περιπλανιέται μόνος και άοπλος σε μια εφιαλτική νύχτα και σε μια πέρα για πέρα εχθρική πόλη, αφού βρίσκεται στη συνοικία των καθολικών, το προπύργιο του ΙΡΑ, που πολεμά τους βρετανούς. Από εκεί και πέρα η μία αγωνία διαδέχεται την άλλη και η κατάσταση γίνεται αληθινή κόλαση.
Το φιλμ εντυπωσιάζει αρχικά με τη στιβαρότητά του. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, άσχημο αστικό περιβάλλον, φτώχεια και πανταχού παρούσα βία, συνθέτουν το δυσοίωνο, λαβυρινθώδες σκηνικό. Το σασπένς είναι αδιάκοπο και με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Η ντοκιμαντερίστικη και, ξαναλέω, σκοτεινή και μουντή κινηματογράφηση είναι νομίζω εξαίρετες και πέρα για πέρα ταιριαστές με την κατάσταση.
Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει θέση στη διαμάχη καθολικών (που ένοπλο τμήμα τους είναι ο ΙΡΑ) και διαμαρυρόμενων (που υποστηρίζουν τους Άγγλους) Ιρλανδών, δείχνει ωστόσο τις πολύπλοκες ίντριγκες και τις εσωτερικές διαμάχες στους κόλπους αμφοτέρων των παρατάξεων. Ο φανατισμός ή η απάνθρωπη ψυχρότητα διαδέχονται η μία την άλλη. Αυτό όμως που είναι πραγματικά συγκλονιστικό στην "ασθμαίνουσα" αυτή ταινία είναι το πώς παρουσιάζει ανάγλυφα το παράλογο του πολέμου και της βίας, την ωμή φρίκη τους, όπου δεν έχει θέση τίποτα το ανθρώπινο. Και, επίσης, την κτηνωδία του στρατού (του κάθε στρατού οποιασδήποτε χώρας). Οι φαντάροι δεν είναι παρά αναλώσιμο κρέας, άβουλα πιόνια σε μια ευρύτερη, πολύπλοκη και συχνά δίχως νόημα - και δίχως τέλος - τεράστιας σκακιέρας. Ο στρατός και ο πόλεμος κάνουν τον άνθρωπο μη άνθρωπο. Τόσο απλά. Πέρα από ιδεολογίες και συμπάθειες. Στο τέλος ο θεατής δεν μπορεί, νομίζω, να είναι υπέρ του ενός ή του άλλου - ή μάλλον μπορεί κάλλιστα να είναι βλέποντας τα πράγματα γενικά και απ' έξω, αλλά η γεύση που μένει είναι η αηδία και το παράλογο στρατών και πολέμων.
Γι' αυτό, σε συνδυασμό με το σασπένς της, θεωρώ τόσο δυνατή αυτή την "από το πουθενά" ταινία.
Ένας νεαρός βρετανός στρατιώτης μετατίθεται ξαφνικά στο ταραγμένο Μπέλφαστ και από την πρώτη κιόλας μέρα μοιάζει να βρίσκεται σε ένα αληθινό πεδίο μάχης. Στην πρώτη του κιόλας αποστολή, άπειρος και χαμένος, αποκόπτεται από τη μονάδα του και βρίσκεται να περιπλανιέται μόνος και άοπλος σε μια εφιαλτική νύχτα και σε μια πέρα για πέρα εχθρική πόλη, αφού βρίσκεται στη συνοικία των καθολικών, το προπύργιο του ΙΡΑ, που πολεμά τους βρετανούς. Από εκεί και πέρα η μία αγωνία διαδέχεται την άλλη και η κατάσταση γίνεται αληθινή κόλαση.
Το φιλμ εντυπωσιάζει αρχικά με τη στιβαρότητά του. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, άσχημο αστικό περιβάλλον, φτώχεια και πανταχού παρούσα βία, συνθέτουν το δυσοίωνο, λαβυρινθώδες σκηνικό. Το σασπένς είναι αδιάκοπο και με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Η ντοκιμαντερίστικη και, ξαναλέω, σκοτεινή και μουντή κινηματογράφηση είναι νομίζω εξαίρετες και πέρα για πέρα ταιριαστές με την κατάσταση.
Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει θέση στη διαμάχη καθολικών (που ένοπλο τμήμα τους είναι ο ΙΡΑ) και διαμαρυρόμενων (που υποστηρίζουν τους Άγγλους) Ιρλανδών, δείχνει ωστόσο τις πολύπλοκες ίντριγκες και τις εσωτερικές διαμάχες στους κόλπους αμφοτέρων των παρατάξεων. Ο φανατισμός ή η απάνθρωπη ψυχρότητα διαδέχονται η μία την άλλη. Αυτό όμως που είναι πραγματικά συγκλονιστικό στην "ασθμαίνουσα" αυτή ταινία είναι το πώς παρουσιάζει ανάγλυφα το παράλογο του πολέμου και της βίας, την ωμή φρίκη τους, όπου δεν έχει θέση τίποτα το ανθρώπινο. Και, επίσης, την κτηνωδία του στρατού (του κάθε στρατού οποιασδήποτε χώρας). Οι φαντάροι δεν είναι παρά αναλώσιμο κρέας, άβουλα πιόνια σε μια ευρύτερη, πολύπλοκη και συχνά δίχως νόημα - και δίχως τέλος - τεράστιας σκακιέρας. Ο στρατός και ο πόλεμος κάνουν τον άνθρωπο μη άνθρωπο. Τόσο απλά. Πέρα από ιδεολογίες και συμπάθειες. Στο τέλος ο θεατής δεν μπορεί, νομίζω, να είναι υπέρ του ενός ή του άλλου - ή μάλλον μπορεί κάλλιστα να είναι βλέποντας τα πράγματα γενικά και απ' έξω, αλλά η γεύση που μένει είναι η αηδία και το παράλογο στρατών και πολέμων.
Γι' αυτό, σε συνδυασμό με το σασπένς της, θεωρώ τόσο δυνατή αυτή την "από το πουθενά" ταινία.
Σάββατο, Νοεμβρίου 08, 2014
Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΠΛΗ ΝΤΕ ΧΑΒΙΛΑΝΤ
Ο γερμανός Robert Siodmak (1900-1973) υπήρξε ένας από τους "μετανάστες" που έδωσαν λάμψη στο κλασικό Χόλιγουντ και το έκαναν αυτό που γνωρίζουμε σήμερα (στην τεράστια λίστα τέτοιων μεταναστών περιλαμβάνονται, ας πούμε, οι Τσάπλιν, Χίτσκοκ, Λανγκ, Όφιλς, Γουάιλντερ και πλήθος άλλων). Το 1956 γυρίζει το νουάρ "Dark Mirror", μια παράξενη ταινία, που μένει στη μνήμη μας κυρίως χάρη στην πρωταγωνίστρια Ολίβια ντε Χάβιλαντ και τον διπλό ρόλο της.
Ένας άντρας δολοφονείται. Οι μάρτυρες εντοπίζουν εύκολα τη γυναίκα που βγήκε από το διαμέρισμά του, να όμως που εκείνη διαθέτει ακλόνητο άλοθι, αφού άλλοι τόσοι, εξ ίσου αξιόπιστοι μάρτυρες, την έχουν δει την ίδια ώρα κάπου αλλού. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για δύο πανομοιότυπες δίδυμες. Ωστόσο ο επιθεωρητής είναι αδύνατο να ανακαλύψει ποια από τις δύο έκανε τον φόνο, αφού αμφότερες αρνούνται να συνεργαστούν. Ένας ψυχολόγος προσπαθεί να βοηθήσει την αστυνομία και η πραγματική πλοκή - στην οποία, φυσικά, εμπλέκεται και μια ερωτική ιστορία - ξεκινά από το σημείο αυτό.
Η ιστορία δεν είναι τόσο πολύπλοκη και ο θεατής σύντομα αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει - παρά το ότι υπάρχουν αρκετές ανατροπές. Ωστόσο η ταινία με κράτησε. Βασικός λόγος βέβαια είναι η εξαιρετική ερμηνεία της Ντε Χάβιλαντ στον διπλό της ρόλο, που είναι όντως συναρπαστική και δείχνει τις δυνατότητες της ηθοποιού αυτής. Και υπάρχουν επίσης και τα πειστικότατα εφέ της ταυτόχρονης παρουσίας στην οθόνη των διδύμων σε πολλές σκηνές (της διπλής Ντε Χάβιλαντ δηλαδή) που είναι εντυπωσιακές - μιλάμε, θυμηθείτε, για το 1956.
Πρόκειται για ένα ξεχασμένο σήμερα, πλην όμως αξιόλογο κατά τη γνώμη μου, νουάρ, που μάλλον θα έπρεπε να βρει τη θέση του στη λίστα των κλασικών - ή σχεδόν. Έστω και λόγω της πρωτοτυπίας του. Εκτός του ότι, βεβαίως, είναι πρόδρομος πολλών μεταγενέστερων ταινιών, όπως π.χ. το "Sisters" του Ντε Πάλμα. Οι λάτρεις του παλιού Χόλιγουντ ας το ψάξουν, μια που πρόκειται, όπως είπα, για σχετικά άγνωστο φιλμ.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014
Ο ΖΑΠΑΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ
Ίσως ο Elia Kazan (1909-2003) να φέρει το στίγμα του "προδότη", λόγω της γνωστής κατάθεσής του στην άθλια Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Μακάρθι, ουδείς όμως μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μεγάλο δημιουργό. Και όχι μόνο κινηματογραφικά, αλλά και από ιδεολογική άποψη, με την έννοια ότι ο "προδότης" αυτός παραδίδει με το έργο του μαθήματα προβληματισμού και κριτικής προσέγγισης στην αμερικάνικη κοινωνία - ή την ανθρώπινη γενικότερα. Είναι από εκείνες τις παράξενες περιπτώσεις όπου ο καλλιτέχνης είναι πολύ μεγαλύτερος από τον άνθρωπο.
Το "Viva Zapata" του 1952 (σε σενάριο του Τζον Στάιμπεκ) είναι βεβαίως η βιογραφία - το έπος θα λέγαμε - του μεξικανού Εμιλιάνο Ζαπάτα, που ξεκινά από αμόρφωτος και πάμφτωχος αγρότης για να καταλήξει σε ηγέτη μιας πέρα για πέρα δίκαιης επανάστασης ενάντια στην φτώχεια και την καταπίεση των αγροτών και ενάντια σε μια απόλυτα διεφθαρμένη δικτατορική εξουσία. Και, πολύ περισσότερο, γίνεται ένα διαχρονικό σύμβολο εξέγερσης ενάντια στην κοινωνική αδικία και αθλιότητα. Ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση και, τελικά, η ύπουλη δολοφονία του συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στη συμβολοποίησή του.
Ωστόσο ο Καζάν δεν μένει ούτε στην απλή, "ηρωική", βιογραφία ούτε στο δίκιο της εξέγερσης, το οποίο είναι προφανές και δεδομένο. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η κατάδειξη της εκμαυλιστική δύναμης της εξουσίας, η διαφθορά και οι συμβιβασμοί που σχεδόν αναπόφευκτα αποτελούν τη μοίρα όποιου την κατακτά. Ο ακέραιος και αδιάφθορος Ζαπάτα αποτελεί ακριβώς την απόλυτη και σπανιότατη εξαίρεση στον κανόνα. Και, επίσης σχεδόν αναπόφευκτα, θα πληρώσει το τίμημα της ακεραιότητάς του, όπως πικρά καταλήγει ο Καζάν.
Κινηματογραφικά η ταινία παραμένει νομίζω εξαιρετικά δυνατή, κρατά τον θεατή, συχνά τον συγκινεί βαθειά και, τελικά, φτάνει να διαθέτει τη δύναμη μιας τραγωδίας. Σ΄ αυτό συμβάλλουν βεβαίως και οι εξαιρετικές ερμηνείες του Μάρλον Μπράντο και του Άντονι Κουίν (ο Καζάν υπήρξε άλλωστε ο σκηνοθέτης των ηθοποιών και σ' αυτό συνέβαλλε κυρίως η εξαίρετη θεατρική του παιδεία), αλλά και τα δυνατά και σαφή σύμβολα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός (π.χ. το λευκό άλογο), που προσδίδουν μια ιδιαίτερη ποιητική διάσταση. Όπως αντιληφτήκατε το φιλμ μου πρόσφερε μεγάλη απόλαυση και άφοβα το κατατάσω στη χορεία των κλασικών. Είναι γνωστή άλλωστε η συμβουλή που πάντοτε δίνω σε μη φανατικούς σινεφίλ: Μη φοβάστε το "παλιό". Τα αριστουργήματα είναι διαχρονικά.
Το "Viva Zapata" του 1952 (σε σενάριο του Τζον Στάιμπεκ) είναι βεβαίως η βιογραφία - το έπος θα λέγαμε - του μεξικανού Εμιλιάνο Ζαπάτα, που ξεκινά από αμόρφωτος και πάμφτωχος αγρότης για να καταλήξει σε ηγέτη μιας πέρα για πέρα δίκαιης επανάστασης ενάντια στην φτώχεια και την καταπίεση των αγροτών και ενάντια σε μια απόλυτα διεφθαρμένη δικτατορική εξουσία. Και, πολύ περισσότερο, γίνεται ένα διαχρονικό σύμβολο εξέγερσης ενάντια στην κοινωνική αδικία και αθλιότητα. Ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση και, τελικά, η ύπουλη δολοφονία του συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στη συμβολοποίησή του.
Ωστόσο ο Καζάν δεν μένει ούτε στην απλή, "ηρωική", βιογραφία ούτε στο δίκιο της εξέγερσης, το οποίο είναι προφανές και δεδομένο. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η κατάδειξη της εκμαυλιστική δύναμης της εξουσίας, η διαφθορά και οι συμβιβασμοί που σχεδόν αναπόφευκτα αποτελούν τη μοίρα όποιου την κατακτά. Ο ακέραιος και αδιάφθορος Ζαπάτα αποτελεί ακριβώς την απόλυτη και σπανιότατη εξαίρεση στον κανόνα. Και, επίσης σχεδόν αναπόφευκτα, θα πληρώσει το τίμημα της ακεραιότητάς του, όπως πικρά καταλήγει ο Καζάν.
Κινηματογραφικά η ταινία παραμένει νομίζω εξαιρετικά δυνατή, κρατά τον θεατή, συχνά τον συγκινεί βαθειά και, τελικά, φτάνει να διαθέτει τη δύναμη μιας τραγωδίας. Σ΄ αυτό συμβάλλουν βεβαίως και οι εξαιρετικές ερμηνείες του Μάρλον Μπράντο και του Άντονι Κουίν (ο Καζάν υπήρξε άλλωστε ο σκηνοθέτης των ηθοποιών και σ' αυτό συνέβαλλε κυρίως η εξαίρετη θεατρική του παιδεία), αλλά και τα δυνατά και σαφή σύμβολα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός (π.χ. το λευκό άλογο), που προσδίδουν μια ιδιαίτερη ποιητική διάσταση. Όπως αντιληφτήκατε το φιλμ μου πρόσφερε μεγάλη απόλαυση και άφοβα το κατατάσω στη χορεία των κλασικών. Είναι γνωστή άλλωστε η συμβουλή που πάντοτε δίνω σε μη φανατικούς σινεφίλ: Μη φοβάστε το "παλιό". Τα αριστουργήματα είναι διαχρονικά.
Τρίτη, Νοεμβρίου 04, 2014
ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΑΥΤΌΝ ΤΟΝ "ΑΓΙΟ ΒΙΝΣΕΝΤ";
Γέρος μοναχικός, μονόχνωτος, γκρινιάρης, μισάνθρωπος, όχι με τις καλύτερες συνήθειες. Κάποιος / οι μετακομίζουν δίπλα του ή, τέλος πάντων, άθελά του, ξεκινά μια σχέση (όχι ερωτική) με το ζόρι και με τις χειρότερες προϋποθέσεις. Και σιγά - σιγά ανακαλύπτουμε ότι ο γερο - ξούρας "έχει κατά βάθος καλή καρδιά και δεν είναι αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά". Πόσες φορές το έχετε δει στο σινεμά; Με τον Τζακ Νίκολσον ίσως; Με άλλους τόσους;
Κι όμως, το Χόλιγουντ επιμένει εμμονικά στην ίδια συνταγή. Αλλάζει κάθε φορά ο ηθοποιός κι αυτό είναι όλο. To ίδιο λοιπόν ακριβώς (μα ακριβώς) συμβαίνει και με το "St. Vincent. Ο Αγαπημένος μου Άγιος" του 2014, δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Theodore Melfi. Και μάλιστα τα πράγματα εδώ είναι και λίγο χειρότερα, αφού η ταινία διαθέτει ένα εντελώς ξενέρωτο, χριστιανοειδές φινάλε, όπου όλα είναι καλά - τι λέω; καλύτερα κι από καλά... Ακόμα και ο καθολικός παπάς - δάσκαλος, ο οποίος σατιρίζεται στην αρχή, μας βγαίνει καλός, ακόμα και ο "μαλάκας" σύζυγος χαμογελά αυτυχής, όλοι μα όλοι είναι υπέροχοι... Πόσο σιρόπι να αντέξω πια...
Εδώ η κλασική σχέση που θα "μαλακώσει" τον αλκοολικό, τζογαδόρο, χρεωμένο γέρο δημιουργείται με ένα πιτσιρίκι, στο οποίο θα κάνει μπέιμπι σίτινγκ (με το αζημείωτο φυσικά), και το οποίο προφανώς θα του βγάλει τον "καλό, κρυμένο εαυτό".
Τι αξίζει λοιπόν σ΄ αυτή τη χιλιοειδωμένη συνταγή; Μα ασφαλώς ο ό,τι πρέπει για τον ρόλο Μπιλ Μάρεϊ, του οποίου είμαι φαν (γι' αυτό είδα το φιλμ άλλωστε). Ο οποίος βεβαίως είναι όλα τα λεφτά σε ένα ρεσιτάλ μισανθρωπισμού και μπλιεχουλότητας (η ιδιότητα που κάνει τους άλλους να λένε "μπλιεχ" όταν σε βλέπουν). Και το παιδάκι είναι κι αυτό εξαιρετικό, οπότε έχουμε τουλάχιστον απολαυστικές ηθοποιίες.
Γενικά βρήκα το πρώτο μέρος αρκετά διασκεδαστικό, όσο όμως προχωρούσαμε προς το φινάλε τόσο πιο κλισέ και αναμενόμενο γινόταν, τόσο έχανε αυτή τη "μοχθηρότητα" και το πολιτικώς μη ορθό που υποσχόταν στην αρχή. Έτσι, τελικά, σας το είπα ήδη, ξενέρωσα πλήρως και απογοητεύτηκα.
ΟΚ, είδαμε πολλά από δαύτα. Νομίζω ότι είναι καιρός κάποια θέματα κλισέ να παγορευτούν δια νόμου...
ΥΓ: Φανταστείτε ένα σχολείο στο οποίο στο τέλος της χρονιάς κάθε μαθητής παρουσιάζει το project "Ο αγαπημένος μου άγιος"! Ευχαριστώ, δεν θα πάρω...
Κι όμως, το Χόλιγουντ επιμένει εμμονικά στην ίδια συνταγή. Αλλάζει κάθε φορά ο ηθοποιός κι αυτό είναι όλο. To ίδιο λοιπόν ακριβώς (μα ακριβώς) συμβαίνει και με το "St. Vincent. Ο Αγαπημένος μου Άγιος" του 2014, δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Theodore Melfi. Και μάλιστα τα πράγματα εδώ είναι και λίγο χειρότερα, αφού η ταινία διαθέτει ένα εντελώς ξενέρωτο, χριστιανοειδές φινάλε, όπου όλα είναι καλά - τι λέω; καλύτερα κι από καλά... Ακόμα και ο καθολικός παπάς - δάσκαλος, ο οποίος σατιρίζεται στην αρχή, μας βγαίνει καλός, ακόμα και ο "μαλάκας" σύζυγος χαμογελά αυτυχής, όλοι μα όλοι είναι υπέροχοι... Πόσο σιρόπι να αντέξω πια...
Εδώ η κλασική σχέση που θα "μαλακώσει" τον αλκοολικό, τζογαδόρο, χρεωμένο γέρο δημιουργείται με ένα πιτσιρίκι, στο οποίο θα κάνει μπέιμπι σίτινγκ (με το αζημείωτο φυσικά), και το οποίο προφανώς θα του βγάλει τον "καλό, κρυμένο εαυτό".
Τι αξίζει λοιπόν σ΄ αυτή τη χιλιοειδωμένη συνταγή; Μα ασφαλώς ο ό,τι πρέπει για τον ρόλο Μπιλ Μάρεϊ, του οποίου είμαι φαν (γι' αυτό είδα το φιλμ άλλωστε). Ο οποίος βεβαίως είναι όλα τα λεφτά σε ένα ρεσιτάλ μισανθρωπισμού και μπλιεχουλότητας (η ιδιότητα που κάνει τους άλλους να λένε "μπλιεχ" όταν σε βλέπουν). Και το παιδάκι είναι κι αυτό εξαιρετικό, οπότε έχουμε τουλάχιστον απολαυστικές ηθοποιίες.
Γενικά βρήκα το πρώτο μέρος αρκετά διασκεδαστικό, όσο όμως προχωρούσαμε προς το φινάλε τόσο πιο κλισέ και αναμενόμενο γινόταν, τόσο έχανε αυτή τη "μοχθηρότητα" και το πολιτικώς μη ορθό που υποσχόταν στην αρχή. Έτσι, τελικά, σας το είπα ήδη, ξενέρωσα πλήρως και απογοητεύτηκα.
ΟΚ, είδαμε πολλά από δαύτα. Νομίζω ότι είναι καιρός κάποια θέματα κλισέ να παγορευτούν δια νόμου...
ΥΓ: Φανταστείτε ένα σχολείο στο οποίο στο τέλος της χρονιάς κάθε μαθητής παρουσιάζει το project "Ο αγαπημένος μου άγιος"! Ευχαριστώ, δεν θα πάρω...
Σάββατο, Νοεμβρίου 01, 2014
ΤΟ "ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" ΚΑΙ Η ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Πόσο ουσιαστικές είναι σήμερα (ίσως και πάντοτε) οι ανθρώπινες σχέσεις; Και πόσο βασίζονται κυρίως σε οικονομικά και άλλα συμφέροντα; Πόσο ψεύτικες είναι οι φιλίες και οι έρωτες, πόσο "ζεστή" η οικογένεια; Σ' αυτά και άλλα προσπαθεί να απαντήσει η ιταλική δραματική ταινία του 2013 "Το Ανθρώπινο Κεφάλαιο" (Il Capitale Umano) του Paolo Virzi. Και, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, νομίζω ότι τα καταφέρνει.
Μια νύχτα ένα τζιπ χτυπά και εγκαταλείπει αβοήθητο έναν ποδηλάτη. Το δυστύχημα αυτό θα εμπλέξει δύο οικογένειες: Η μία είναι οι ζάπλουτοι Μπερνάσκι και οι άλλη οι μεσοαστοί Οσόλα, οι οποίες ήδη γνωρίζονται αφού τα έφηβα παιδιά τους διατηρούν ερωτικό δεσμό. Άλλοτε με φλας μπακ και άλλοτε με σύγχρονη αφήγηση θα ξετυλιχτούν τα νήματα μιας ιστορίας που θα οδηγήσει τελικά στην τραγική βραδιά.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αφήγηση γίνεται σε τρία "κεφάλαια" (και έναν επίλογο), κάθε ένα από τα οποία υιοθετεί τη οπτική γωνία ενός από τους ήρωες της ιστορίας. Οι προσωπικές αφηγήσεις προχωρούν, οι ξεχωριστοί χαρακτήρες και η ψυχολογία τους αποκαλύπτονται και συχνά βλέπουμε τα ίδια γεγονότα να επαναλαμβάνονται, από την προσωπική ματιά όμως των διαφορετικών ηρώων. Το εύρημα αυτό δίνει αναμφισβήτητα ενδιαφέρον στην ταινία.
Συγχρόνως η κριτική της είναι ανελέητη για τη σύγχρονη κοινωνία: Τα οικονομικά συμφέροντα κυριαρχούν, ο πλούσιος είναι απόλυτα ψυχρός και άκαρδος, αλλά και ο μεσοαστός είναι απόλυτα συμβιβασμένος και πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να ανέβει κοινωνικά. Η πλούσια σύζυγος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες που πλήτει, ο κακομαθημένος γιος, ο αυτοκαταστροφικός καλλιτέχνης είναι μερικοί ακόμα από τους χαρακτήρες που συμπληρώνουν το παζλ. Ακούγεται συμβατικό, αλλά δεν είναι τόσο. Άλλωστε, όπως είπα, η κριτική προς κάθε κατεύθυνση είναι εντονότατη και πολυεπίπεδη (η δικαιοσύνη, οι ταξικές διαφορές, η τέχνη, δεν μένουν απ' έξω). Όλα αυτά μάλιστα τοποθετούνται με φόντο την οικονομική κρίση που σοβεί και στην Ιταλία (δίχως αυτό να είναι το κύριο θέμα του φιλμ).
Συνολικά, παρά τις κάποιες συμβάσεις στους χαρακτήρες, τη βρήκα ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία μάλιστα αφηγηματικά γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Δεν με άφησε να πλήξω καθόλου.
Μια νύχτα ένα τζιπ χτυπά και εγκαταλείπει αβοήθητο έναν ποδηλάτη. Το δυστύχημα αυτό θα εμπλέξει δύο οικογένειες: Η μία είναι οι ζάπλουτοι Μπερνάσκι και οι άλλη οι μεσοαστοί Οσόλα, οι οποίες ήδη γνωρίζονται αφού τα έφηβα παιδιά τους διατηρούν ερωτικό δεσμό. Άλλοτε με φλας μπακ και άλλοτε με σύγχρονη αφήγηση θα ξετυλιχτούν τα νήματα μιας ιστορίας που θα οδηγήσει τελικά στην τραγική βραδιά.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αφήγηση γίνεται σε τρία "κεφάλαια" (και έναν επίλογο), κάθε ένα από τα οποία υιοθετεί τη οπτική γωνία ενός από τους ήρωες της ιστορίας. Οι προσωπικές αφηγήσεις προχωρούν, οι ξεχωριστοί χαρακτήρες και η ψυχολογία τους αποκαλύπτονται και συχνά βλέπουμε τα ίδια γεγονότα να επαναλαμβάνονται, από την προσωπική ματιά όμως των διαφορετικών ηρώων. Το εύρημα αυτό δίνει αναμφισβήτητα ενδιαφέρον στην ταινία.
Συγχρόνως η κριτική της είναι ανελέητη για τη σύγχρονη κοινωνία: Τα οικονομικά συμφέροντα κυριαρχούν, ο πλούσιος είναι απόλυτα ψυχρός και άκαρδος, αλλά και ο μεσοαστός είναι απόλυτα συμβιβασμένος και πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να ανέβει κοινωνικά. Η πλούσια σύζυγος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες που πλήτει, ο κακομαθημένος γιος, ο αυτοκαταστροφικός καλλιτέχνης είναι μερικοί ακόμα από τους χαρακτήρες που συμπληρώνουν το παζλ. Ακούγεται συμβατικό, αλλά δεν είναι τόσο. Άλλωστε, όπως είπα, η κριτική προς κάθε κατεύθυνση είναι εντονότατη και πολυεπίπεδη (η δικαιοσύνη, οι ταξικές διαφορές, η τέχνη, δεν μένουν απ' έξω). Όλα αυτά μάλιστα τοποθετούνται με φόντο την οικονομική κρίση που σοβεί και στην Ιταλία (δίχως αυτό να είναι το κύριο θέμα του φιλμ).
Συνολικά, παρά τις κάποιες συμβάσεις στους χαρακτήρες, τη βρήκα ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία μάλιστα αφηγηματικά γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Δεν με άφησε να πλήξω καθόλου.
Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2014
"MIRACLE MILE": ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΚΟΜΕΝΤΙ Ή... ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ;
Όπως στη μουσική υπάρχουν "one hit wonders", έτσι και στο σινεμά υπάρχουν δημιουργοί που είναι γνωστοί για μία και μόνο ταινία, η οποία συχνά ανήκει στην οικογένεια των cult. Κλασικό παράδειγμα ο Steve de Jarnatt. Σκηνοθέτης του "Miracle Mile" του 1988, γύρισε άλλη μία μόνο ταινία τον επόμενο χρόνο, έκανε και λίγη τηλεόραση έως το 2006 και μετά τίποτα. Ωστοσο πολλοί είναι αυτοί που θαυμάζουν την ταινία του τού 1988.
Το "Miracle Mile" ξεκινά σαν ρομαντική κομεντί, με έναν τύπο που ψάχνει το κορίτσι των ονείρων του αν και ήδη πάνω από 30 χρονών. Κάποια στιγμή το βρίσκει, χάνει από ατυχία το πρώτο κρίσιμο ραντεβού... και τότε η ταινία μεταλλάσσεται σε ταινία τέλους του κόσμου από πυρηνικό πόλεμο! Ο ήρωας ακούει κατά λάθος ένα τηλεφώνημα που λέει ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να εξαπολύσουν πυρηνικές κεφαλές ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και ότι σε 70 λεπτά σοβιετικοί πύραυλοι θα πλήξουν το Λος Άντζελες (το Miracle Mile του τίτλου δεν είναι παρά μια περiοχή στο κέντρο της πόλης, όπου διαδραματίζεται ολόκληρο το φιλμ). Από εκεί και πέρα το χάος...
Η ταινία από τη μία είναι αφόρητα 80ς. Κοστούμια, κουρέματα, περιβάλον, ακόμα και φάτσες "φωνάζουν" από μακριά την καταγωγή τους από τη δεκαετία αυτή. Έτσι μια νότα κιτς δεν λείπει. Από την άλλη είναι δύσκολο να καταταχτεί κάπου, αφού από άλλο είδος ξεκινά και αλλού καταλήγει. Ένας ρομαντικός έρωτας βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο του φιλμ, γύρω απ' αυτόν όμως γίνεται χαμός, με το σασπένς να ανεβαίνει συνεχώς. Παράλληλα το χιούμορ υπάρχει κι αυτό διάχυτο κι έτσι είναι δύσκολο να αποφασίσεις πού ακριβώς το πάει ο σκηνοθέτης. Όσο για το τέλος... δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά, δίνει όμως το "τελικό χτύπημα", κάνοντας την ταινία αξέχαστη.
Αν ψάχνετε σπάνια και παράδοξα φιλμ βρείτε αυτό εδώ το "Miracle Mile". Διαθέτει "λίγο απ' όλα", είναι ταυτόχρονα δραματικό και διασκεδαστικό με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, αντανακλά απόλυτα τους φόβους της τότε ανθρωπότητας (έως την πτώση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και το τέλος του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων) για πυρηνικό όλεθρο και ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στο συγκινητικό και το γελοίο, δίχως όμως να γίνεται αχταρμάς. Όντως cult ταινία.
Το "Miracle Mile" ξεκινά σαν ρομαντική κομεντί, με έναν τύπο που ψάχνει το κορίτσι των ονείρων του αν και ήδη πάνω από 30 χρονών. Κάποια στιγμή το βρίσκει, χάνει από ατυχία το πρώτο κρίσιμο ραντεβού... και τότε η ταινία μεταλλάσσεται σε ταινία τέλους του κόσμου από πυρηνικό πόλεμο! Ο ήρωας ακούει κατά λάθος ένα τηλεφώνημα που λέει ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να εξαπολύσουν πυρηνικές κεφαλές ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και ότι σε 70 λεπτά σοβιετικοί πύραυλοι θα πλήξουν το Λος Άντζελες (το Miracle Mile του τίτλου δεν είναι παρά μια περiοχή στο κέντρο της πόλης, όπου διαδραματίζεται ολόκληρο το φιλμ). Από εκεί και πέρα το χάος...
Η ταινία από τη μία είναι αφόρητα 80ς. Κοστούμια, κουρέματα, περιβάλον, ακόμα και φάτσες "φωνάζουν" από μακριά την καταγωγή τους από τη δεκαετία αυτή. Έτσι μια νότα κιτς δεν λείπει. Από την άλλη είναι δύσκολο να καταταχτεί κάπου, αφού από άλλο είδος ξεκινά και αλλού καταλήγει. Ένας ρομαντικός έρωτας βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο του φιλμ, γύρω απ' αυτόν όμως γίνεται χαμός, με το σασπένς να ανεβαίνει συνεχώς. Παράλληλα το χιούμορ υπάρχει κι αυτό διάχυτο κι έτσι είναι δύσκολο να αποφασίσεις πού ακριβώς το πάει ο σκηνοθέτης. Όσο για το τέλος... δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά, δίνει όμως το "τελικό χτύπημα", κάνοντας την ταινία αξέχαστη.
Αν ψάχνετε σπάνια και παράδοξα φιλμ βρείτε αυτό εδώ το "Miracle Mile". Διαθέτει "λίγο απ' όλα", είναι ταυτόχρονα δραματικό και διασκεδαστικό με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, αντανακλά απόλυτα τους φόβους της τότε ανθρωπότητας (έως την πτώση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και το τέλος του ανταγωνισμού των δύο υπερδυνάμεων) για πυρηνικό όλεθρο και ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στο συγκινητικό και το γελοίο, δίχως όμως να γίνεται αχταρμάς. Όντως cult ταινία.
Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2014
ΑΜΟΡΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΕΛΗΣ ΖΩΗ ΣΤΟ "ΓΥΜΝΟΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ"
Το "Plein Soleil" (γνωστό στην Ελλάδα σαν "Γυμνοί στον Ήλιο"), που γύρισε ο Rene Clement (1913-1996) το 1960, είναι η πρώτη μεταφορά στην οθόνη του "κακού" ήρωα της Patricia Highsmith Τομ Ρίπλεϊ. Και μάλιστα καλύτερη μεταφορά κατά τη γνώμη μου από τον πολύ μεταγενέστερο "Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ" του Άντονι Μινγκέλα.
Ο Ρίπλεϊ είναι ένας απόλυτα αμοραλιστικός χαρακτήρας. Κάτω από το εξαιρετικά γοητευτικό παρουσιαστικό του κρύβει έναν ψυχρό, υπολογιστικό, αδίστακτο χαρακτήρα, που μόνη του επιδίωξη είναι να ανέβει κοινωνικά και να πλουτίσει πατώντας - κυριολεκτικά στην προκειμένη περιπτωση - επί πτωμάτων. Η σχέση του με έναν διεφθαρμένο ζάπλουτο "κηφήνα" και την όμορφη μνηστή του τού δίνουν την ευκαιρία να καταστρώσει το "τέλειο έγκλημα" και να το εκτελέσει με εξαιρετική ψυχρότητα. Αυτά στη μισή ταινία. Διότι η άλλη μισή, η "μετά το έγκλημα", παρουσιάζει το ίδιο, αν όχι μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Γυρισμένη σε κοσμοπολίτικες γραφικές περιοχές της Μεσογείου (της Ιταλίας κυρίως), με το καλοκαίρι, τον ήλιο και τη θάλασσα να κυριαρχούν στο τοπίο - το οποίο τοπίο γίνεται επίσης "πρωταγωνιστής" του φιλμ - και να έρχονται σε αντίθεση με τους σκοτεινούς χαρακτήρες, διαθέτει έναν εξαιρετικό νεαρό Αλέν Ντελόν σε έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους του, απόλυτα πειστικό, ανατριχιαστικό θα έλεγα, στη σατανικότητα που κρύβεται πίσω από το αγγελικό του πρόσωπο. Και μόνο γι' αυτόν θα ήταν αξιόλογο φιλμ. Ταυτόχρονα όμως η ταινία μας δίνει ένα καυστικό πορτρέτο μιας διεφθαρμένης και ανήθικης τάξης πλουσίων, που ζουν κάθε καπρίτσιο τους αδιαφορώντας απόλυτα για τους γύρω τους και με το μυαλό άδειο από κάθε κοινωνικό προβληματισμό. Η σχέση του πλούσιου (Μωρίς Ρονέ) και του Ρίπλεϊ είναι χαρακτηριστική: Ο πλούσιος γόνος, παρά τη φιλία που υποτίθεται ότι τους δένει, δεν χάνει ευκαιρία να ταπεινώσει με κάθε τρόπο τον ταξικά κατώτερο "φίλο" του, θυμίζοντάς του έτσι ανά πάσα στιγμή την κοινωνική και ταξική του ανωτερότητα. Ειδωμένα κάτω από αυτή τη σκοπιά, τα εγκλήματα του τελευταίου αποκτούν ίσως μια άλλη διάσταση: Αν όχι δικαιολογημένα, είναι τουλάχιστον κατανοητό τι τον ωθεί σ' αυτά. Αφού η διαφθορά είναι τόσο έκδηλη στην ανώτερη τάξη, γιατί να αφήσει ανέπαφους τους φτωχούς;
Μειονέκτημα του φιλμ το φινάλε, που θυσιάζει την κυνικότητα του βιβλίου της Highsmith για να υπηρετήσει (δουλικά θα έλεγα) "καθώς πρέπει" εμπορικές επιταγές. Είναι σα να στομώνει, να κάνει λιγότερο κοφτερή την όλη κοινωνική κριτική που προαναφέραμε. Η ίδια η συγγραφέας άλλωστε, στην οποία κατά τα άλλα άρεσε πολύ η ταινία, είχε δήλωσει απερίφραστα τις επιφυλάξεις της γι' αυτό.
Πέραν αυτών όμως, σας συνιστώ ανεπιφύλακτα ένα σημαντικό αστυνομικό φιλμ, που δημιουργεί ένα υπόγειο σασπένς και παρακολουθείται με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Ο Ρίπλεϊ είναι ένας απόλυτα αμοραλιστικός χαρακτήρας. Κάτω από το εξαιρετικά γοητευτικό παρουσιαστικό του κρύβει έναν ψυχρό, υπολογιστικό, αδίστακτο χαρακτήρα, που μόνη του επιδίωξη είναι να ανέβει κοινωνικά και να πλουτίσει πατώντας - κυριολεκτικά στην προκειμένη περιπτωση - επί πτωμάτων. Η σχέση του με έναν διεφθαρμένο ζάπλουτο "κηφήνα" και την όμορφη μνηστή του τού δίνουν την ευκαιρία να καταστρώσει το "τέλειο έγκλημα" και να το εκτελέσει με εξαιρετική ψυχρότητα. Αυτά στη μισή ταινία. Διότι η άλλη μισή, η "μετά το έγκλημα", παρουσιάζει το ίδιο, αν όχι μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Γυρισμένη σε κοσμοπολίτικες γραφικές περιοχές της Μεσογείου (της Ιταλίας κυρίως), με το καλοκαίρι, τον ήλιο και τη θάλασσα να κυριαρχούν στο τοπίο - το οποίο τοπίο γίνεται επίσης "πρωταγωνιστής" του φιλμ - και να έρχονται σε αντίθεση με τους σκοτεινούς χαρακτήρες, διαθέτει έναν εξαιρετικό νεαρό Αλέν Ντελόν σε έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους του, απόλυτα πειστικό, ανατριχιαστικό θα έλεγα, στη σατανικότητα που κρύβεται πίσω από το αγγελικό του πρόσωπο. Και μόνο γι' αυτόν θα ήταν αξιόλογο φιλμ. Ταυτόχρονα όμως η ταινία μας δίνει ένα καυστικό πορτρέτο μιας διεφθαρμένης και ανήθικης τάξης πλουσίων, που ζουν κάθε καπρίτσιο τους αδιαφορώντας απόλυτα για τους γύρω τους και με το μυαλό άδειο από κάθε κοινωνικό προβληματισμό. Η σχέση του πλούσιου (Μωρίς Ρονέ) και του Ρίπλεϊ είναι χαρακτηριστική: Ο πλούσιος γόνος, παρά τη φιλία που υποτίθεται ότι τους δένει, δεν χάνει ευκαιρία να ταπεινώσει με κάθε τρόπο τον ταξικά κατώτερο "φίλο" του, θυμίζοντάς του έτσι ανά πάσα στιγμή την κοινωνική και ταξική του ανωτερότητα. Ειδωμένα κάτω από αυτή τη σκοπιά, τα εγκλήματα του τελευταίου αποκτούν ίσως μια άλλη διάσταση: Αν όχι δικαιολογημένα, είναι τουλάχιστον κατανοητό τι τον ωθεί σ' αυτά. Αφού η διαφθορά είναι τόσο έκδηλη στην ανώτερη τάξη, γιατί να αφήσει ανέπαφους τους φτωχούς;
Μειονέκτημα του φιλμ το φινάλε, που θυσιάζει την κυνικότητα του βιβλίου της Highsmith για να υπηρετήσει (δουλικά θα έλεγα) "καθώς πρέπει" εμπορικές επιταγές. Είναι σα να στομώνει, να κάνει λιγότερο κοφτερή την όλη κοινωνική κριτική που προαναφέραμε. Η ίδια η συγγραφέας άλλωστε, στην οποία κατά τα άλλα άρεσε πολύ η ταινία, είχε δήλωσει απερίφραστα τις επιφυλάξεις της γι' αυτό.
Πέραν αυτών όμως, σας συνιστώ ανεπιφύλακτα ένα σημαντικό αστυνομικό φιλμ, που δημιουργεί ένα υπόγειο σασπένς και παρακολουθείται με εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 23, 2014
XENIA ΜΕ ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ
Ο Πάνος Κούτρας είναι νομίζω ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονες έλληνες σκηνοθέτες και ο μόνος που κάνει με συνέπεια queer σινεμά. Αλλά βέβαια δεν είναι αυτό το σημαντικό, όσο το ότι οι ταινίες του είναι καλές.
Στο "Xenia" του 2014 (αναφορά στην εγκαταλειμμένη σήμερα αλυσίδα ξενοδοχείων, χαρακτηριστικών δειγμάτων ελληνικού αρχιτεκτονικού μοντερνισμού) παρακολουθεί το οδοιπορικό ενός 16χρονου αλβανού γκέι, που μετά τον θάνατο της μητέρας του παίρνει το αγαπημένο του λαγουδάκι και φτάνει από την Κρήτη στην Αθήνα, βρίσκει τον αδελφό του που ζει εκεί και μαζί ξεκινάνε για τη Θεσσαλονίκη, για να βρουν τον πατέρα τους που τους είχε εγκαταλείψει όταν ήταν μικρά, αλλά και για να πάρει μέρος ο ταλαντούχος μεγάλος σε ένα τηλεοπτικό σόου νέων ταλέντων .
Πρόκειται λοιπόν για μια ταινία δρόμου στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, με την ασχήμια αλλά και τις εκπλήξεις της, την δύσκολη καθημερινότητα και τις χαρακτηριστικές της εικόνες. Μόνο που εδώ στο οδοιπορικό πρωταγωνιστούν δύο "διαφορετικοί" χαρακτήρες, δίχως ουσιαστικά ταυτότητα, αλβανοί αλλά με ελληνική κουλτούρα ταυτόχρονα. Το μελόδραμα εναλλάσσεται με το χιούμορ, αλλά η τρυφερότητα στη ματιά του Κούτρα, ακόμα και στις σκληρές στιγμές, είναι δεδομένη. Φυσικά το ηθελημένο κιτς, τα camp στοιχεία, τα σκυλάδικα, είναι κι αυτά παρόντα - σε κάποια σημεία νοιώθουμε το αλμοδοβαρικό κλίμα - πλην όμως συνδυάζονται με την ποίηση, τη συγκίνηση, το ονειρικό στοιχείο και, πάνω απ' όλα, με την κατανόηση τής - σε πολλά επίπεδα - διαφορετικότητας. Ο σουρεαλισμός υπάρχει κι αυτός στα όνειρα και τη φαντασία του μικρού, δίνοντάς μας μια σειρά από εικόνες που εισχωρούν στο χώρο του φανταστικού. Ταυτόχρονα ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία και η απώλεια της αρετής της φιλοξενίας (το τελευταίο δείχνεται συμβολικά με το εγκαταλειμμένο Xenia) καταγράφονται ως αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας. Και υπάρχουν και οι σινεφίλ αναφορές, κυρίως στην υπέροχη "Νύχτα του Κυνηγού" του Τσαρλς Λότον (προσέξτε τη σκηνή στο ποτάμι).
Ίσως η τελευταία σκηνή του φιλμ να είναι κάπως τραβηγμένη, αλλά συνολικά η ταινία μου άρεσε και επιβεβαίωσε απόλυτα την εκτίμησή μου στον Κούτρα. Δεν είναι ίσως τόσο δυνατή όσο η "Στρέλα", αλλά, επαναλαμβάνω, τη βρήκα και πάλι πολύ καλή.
ΥΓ: Καλτ η εμφάνιση του Άγγελου Παπαδημητρίου και, φυσικά, της παλιάς ιταλίδας σούπερ σταρ Pati Pravo, της οποίας τα τραγούδια πρωταγωνιστούν!
Στο "Xenia" του 2014 (αναφορά στην εγκαταλειμμένη σήμερα αλυσίδα ξενοδοχείων, χαρακτηριστικών δειγμάτων ελληνικού αρχιτεκτονικού μοντερνισμού) παρακολουθεί το οδοιπορικό ενός 16χρονου αλβανού γκέι, που μετά τον θάνατο της μητέρας του παίρνει το αγαπημένο του λαγουδάκι και φτάνει από την Κρήτη στην Αθήνα, βρίσκει τον αδελφό του που ζει εκεί και μαζί ξεκινάνε για τη Θεσσαλονίκη, για να βρουν τον πατέρα τους που τους είχε εγκαταλείψει όταν ήταν μικρά, αλλά και για να πάρει μέρος ο ταλαντούχος μεγάλος σε ένα τηλεοπτικό σόου νέων ταλέντων .
Πρόκειται λοιπόν για μια ταινία δρόμου στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, με την ασχήμια αλλά και τις εκπλήξεις της, την δύσκολη καθημερινότητα και τις χαρακτηριστικές της εικόνες. Μόνο που εδώ στο οδοιπορικό πρωταγωνιστούν δύο "διαφορετικοί" χαρακτήρες, δίχως ουσιαστικά ταυτότητα, αλβανοί αλλά με ελληνική κουλτούρα ταυτόχρονα. Το μελόδραμα εναλλάσσεται με το χιούμορ, αλλά η τρυφερότητα στη ματιά του Κούτρα, ακόμα και στις σκληρές στιγμές, είναι δεδομένη. Φυσικά το ηθελημένο κιτς, τα camp στοιχεία, τα σκυλάδικα, είναι κι αυτά παρόντα - σε κάποια σημεία νοιώθουμε το αλμοδοβαρικό κλίμα - πλην όμως συνδυάζονται με την ποίηση, τη συγκίνηση, το ονειρικό στοιχείο και, πάνω απ' όλα, με την κατανόηση τής - σε πολλά επίπεδα - διαφορετικότητας. Ο σουρεαλισμός υπάρχει κι αυτός στα όνειρα και τη φαντασία του μικρού, δίνοντάς μας μια σειρά από εικόνες που εισχωρούν στο χώρο του φανταστικού. Ταυτόχρονα ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία και η απώλεια της αρετής της φιλοξενίας (το τελευταίο δείχνεται συμβολικά με το εγκαταλειμμένο Xenia) καταγράφονται ως αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας. Και υπάρχουν και οι σινεφίλ αναφορές, κυρίως στην υπέροχη "Νύχτα του Κυνηγού" του Τσαρλς Λότον (προσέξτε τη σκηνή στο ποτάμι).
Ίσως η τελευταία σκηνή του φιλμ να είναι κάπως τραβηγμένη, αλλά συνολικά η ταινία μου άρεσε και επιβεβαίωσε απόλυτα την εκτίμησή μου στον Κούτρα. Δεν είναι ίσως τόσο δυνατή όσο η "Στρέλα", αλλά, επαναλαμβάνω, τη βρήκα και πάλι πολύ καλή.
ΥΓ: Καλτ η εμφάνιση του Άγγελου Παπαδημητρίου και, φυσικά, της παλιάς ιταλίδας σούπερ σταρ Pati Pravo, της οποίας τα τραγούδια πρωταγωνιστούν!
Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2014
ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΖΟΝ ΛΕΝΟΝ "ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ"
1966. Ο Τζον Λένον, στην ακμή της καριέρας των Beatles και την εποχή της μπιτλομανίας, πάει στην Ισπανία για να συμμετέχει σαν ηθοποιός στο γύρισμα μιας ταινίας (αυτό συνέβη όντως). Ένας δάσκαλος αγγλικών, μανιακός με τους Beatles, που διδάσκει αγγλικά στους μαθητές τους χρησιμοποιώντας τους στίχους τους, κάνει με το σαραβαλιασμένο του φιατάκι ένα μακρύ ταξίδι με σκοπό να τον συναντήσει για να του πει κάτι σημαντικό. Στο δρόμο θα πάρει δύο δεκαεξάχρονα παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, άγνωστα μεταξύ τους, που το έχουν σκάσει από το σπίτι τους για διαφορετικούς λόγους και κάνουν ωτοστόπ και όλοι μαζί συνεχίζουν την περιπετειώδη αναζήτηση του Λένον.
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ισπανική ταινία του David Trueba του 2013 "Η Ζωή είναι Ωραία με τα Μάτια Κλειστά" (ο τίτλος είναι στίχος από το Strawberry Fields Forever, των Beatles φυσικά). Πρόκειται για ένα "χαριτωμένο" θα έλεγα road movie, γλυκό, τρυφερό και με αρκετό χιούμορ. Η ταινία διαθέτει έντονα την ατμόσφαιρα των "φτωχών" ισπανικών 60ς και η φωτογραφία της, κιτρινωπή, με την ώχρα να κυριαρχεί, είναι νοσταλγική και θυμίζει παλιές φωτογραφίες. Η φτώχεια είναι έκδηλη παντού. Ωστόσο ο Trueba αντιμετωπίζει το θέμα χαλαρά, με χιούμορ και γλυκύτητα. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι στο βάθος δεν υπάρχει το φόντο της στυγνής φασιστικής φρανκικής δικτατορίας και μια ατμόσφαιρα καταπίεσης, που συχνά ξεκινά από την ίδια την οικογένεια και τη θρησκεία. Αρκετές αναφορές γίνονται στα θέματα αυτά, δίχως όμως να αποτελούν το επίκεντρο του φιλμ. Άλλα μοτίβα που υπάρχουν είναι η ενηλικίωση, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η καταπιεστική οικογένεια, η σχέση αγγλόφωνης και ντόπιας κουλτούρας και διάφορα άλλα. Όλα αυτά με "γλυκό" τρόπο πάντοτε.
Η ταινία κυλά γλυκά, χαλαρά, δίχως όμως ιδιαίτερο σασπένς και δίχως έντονες κορυφώσεις. Πρόκειται με λίγα λόγια για χαμηλόφωνη ταινία, όπου ακόμα και τα μικρά δράματα που συμβαίνουν περνάνε δίχως τραγικές ή ακραίες επιπτώσεις. Η νοσταλγική ατμόσφαιρα έχει νομίζω το πάνω χέρι.
Την είδα ευχάριστα, διασκέδασα αρκετά με το είδος αθωότητας που διαθέτει (χωρίς να παραλείπει, όπως ανέφερα, το χαμηλότονο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο), αλλά δεν την θεωρώ και αριστούργημα. Το θέμα πάντως είναι πρωτότυπο και έξυπνο και δείχνει για μια ακόμα φορά τη φόρμα του σύγχρονου ισπανικού σινεμά.
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ισπανική ταινία του David Trueba του 2013 "Η Ζωή είναι Ωραία με τα Μάτια Κλειστά" (ο τίτλος είναι στίχος από το Strawberry Fields Forever, των Beatles φυσικά). Πρόκειται για ένα "χαριτωμένο" θα έλεγα road movie, γλυκό, τρυφερό και με αρκετό χιούμορ. Η ταινία διαθέτει έντονα την ατμόσφαιρα των "φτωχών" ισπανικών 60ς και η φωτογραφία της, κιτρινωπή, με την ώχρα να κυριαρχεί, είναι νοσταλγική και θυμίζει παλιές φωτογραφίες. Η φτώχεια είναι έκδηλη παντού. Ωστόσο ο Trueba αντιμετωπίζει το θέμα χαλαρά, με χιούμορ και γλυκύτητα. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι στο βάθος δεν υπάρχει το φόντο της στυγνής φασιστικής φρανκικής δικτατορίας και μια ατμόσφαιρα καταπίεσης, που συχνά ξεκινά από την ίδια την οικογένεια και τη θρησκεία. Αρκετές αναφορές γίνονται στα θέματα αυτά, δίχως όμως να αποτελούν το επίκεντρο του φιλμ. Άλλα μοτίβα που υπάρχουν είναι η ενηλικίωση, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η καταπιεστική οικογένεια, η σχέση αγγλόφωνης και ντόπιας κουλτούρας και διάφορα άλλα. Όλα αυτά με "γλυκό" τρόπο πάντοτε.
Η ταινία κυλά γλυκά, χαλαρά, δίχως όμως ιδιαίτερο σασπένς και δίχως έντονες κορυφώσεις. Πρόκειται με λίγα λόγια για χαμηλόφωνη ταινία, όπου ακόμα και τα μικρά δράματα που συμβαίνουν περνάνε δίχως τραγικές ή ακραίες επιπτώσεις. Η νοσταλγική ατμόσφαιρα έχει νομίζω το πάνω χέρι.
Την είδα ευχάριστα, διασκέδασα αρκετά με το είδος αθωότητας που διαθέτει (χωρίς να παραλείπει, όπως ανέφερα, το χαμηλότονο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο), αλλά δεν την θεωρώ και αριστούργημα. Το θέμα πάντως είναι πρωτότυπο και έξυπνο και δείχνει για μια ακόμα φορά τη φόρμα του σύγχρονου ισπανικού σινεμά.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 13, 2014
ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ "ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ"
Ο νορβηγός Eskil Vogt είναι κυρίως σεναριογράφος. Το 2014 κάνει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "Blind" (Στο Σκοτάδι), με ενδιαφέροντα μεν, όχι όμως εξαιρετικά κατά τη γνώμη μου αποτελέσματα.
Μια 35άρα όμορφη γυναίκα χάνει την όρασή της. Μην έχοντας κουράγιο να αντιμετωπίσει τον "έξω κόσμο" καθηλώνεται στο σπίτι της παρά τις προσπάθειες του άντρα της να την βγάλει από την απομόνωσή της. Πώς είναι όμως η εσωτερική ζωή της γυναίκας αυτής όταν μένει μόνη στο σπίτι, συνήθως καθισμένη σε μια πολυθρόνα;
Η ταινία ξεκινά "ρεαλιστικά", σύντομα όμως το πράγμα ξεφεύγει. Στην ιστορία εντάσσεται μια άλλη γυναίκα, χωρισμένη με παιδί, η οποία επίσης χάνει βαθμιαία το φως της, ένας μοναχικός τύπος, ηδονοβλεψίας και εθισμένος στο ιντερνετικό πορνό, ο σύζυγος της γυναίκας και οι εκτός σπιτιού δραστηριότητές του και οι σχέσεις όλων αυτών μεταξύ τους - όπως και με την αρχική τυφλή γυναίκα. Από ένα σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι όσα βλέπουμε δεν είναι η πραγματικότητα. Η τυφλή γυναίκα προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο.Πολλά από όσα βλέπουμε είναι σκηνές από την πλοκή του και φαντασιώσεις της ίδιας. Γρήγορα αλήθεια, πλοκή βιβλίου, φαντασία μπερδεύονται, οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίζονται σε διαφορετικούς ρόλους, σκηνές επαναλαμβάνονται με διαφορετική εξέλιξη. Τι είναι αλήθινό και τι φανταστικό και πού βρίσκονται τα όριά τους (αν υπάρχουν); Τελικά η ταινία μιλά για τον ψυχικό, τον εσωτερικό κόσμο μιας τυφλής, για όσα συμβαίνουν στο μυαλό της. Όχι για όσα συμβαίνουν πραγματικά γύρω της.
Η βασική παρατήρηση που πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας είναι ότι παρά το "σκοτεινό" (κυριολεκτικά και μεταφορικά) θέμα της, η ταινία δεν είναι καταθλιπτική. Υπάρχουν ακόμα και σκηνές με αρκετό χιούμορ. Δεν πρόκειται λοιπόν να "μαυρίσει η ψυχή σας". Αυτή ακριβώς η μη καταθλιπτική αντιμετώπιση μιας τέτοιας ιστορίας πιστώνεται στα θετικά. Συνολικά πάντως το βρήκα μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη μεν προσπάθεια, δεν μπορώ να πω όμως ότι με ενθουσίασε. Προσωπική γνώμη.
Μια 35άρα όμορφη γυναίκα χάνει την όρασή της. Μην έχοντας κουράγιο να αντιμετωπίσει τον "έξω κόσμο" καθηλώνεται στο σπίτι της παρά τις προσπάθειες του άντρα της να την βγάλει από την απομόνωσή της. Πώς είναι όμως η εσωτερική ζωή της γυναίκας αυτής όταν μένει μόνη στο σπίτι, συνήθως καθισμένη σε μια πολυθρόνα;
Η ταινία ξεκινά "ρεαλιστικά", σύντομα όμως το πράγμα ξεφεύγει. Στην ιστορία εντάσσεται μια άλλη γυναίκα, χωρισμένη με παιδί, η οποία επίσης χάνει βαθμιαία το φως της, ένας μοναχικός τύπος, ηδονοβλεψίας και εθισμένος στο ιντερνετικό πορνό, ο σύζυγος της γυναίκας και οι εκτός σπιτιού δραστηριότητές του και οι σχέσεις όλων αυτών μεταξύ τους - όπως και με την αρχική τυφλή γυναίκα. Από ένα σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι όσα βλέπουμε δεν είναι η πραγματικότητα. Η τυφλή γυναίκα προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο.Πολλά από όσα βλέπουμε είναι σκηνές από την πλοκή του και φαντασιώσεις της ίδιας. Γρήγορα αλήθεια, πλοκή βιβλίου, φαντασία μπερδεύονται, οι ίδιοι άνθρωποι εμφανίζονται σε διαφορετικούς ρόλους, σκηνές επαναλαμβάνονται με διαφορετική εξέλιξη. Τι είναι αλήθινό και τι φανταστικό και πού βρίσκονται τα όριά τους (αν υπάρχουν); Τελικά η ταινία μιλά για τον ψυχικό, τον εσωτερικό κόσμο μιας τυφλής, για όσα συμβαίνουν στο μυαλό της. Όχι για όσα συμβαίνουν πραγματικά γύρω της.
Η βασική παρατήρηση που πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας είναι ότι παρά το "σκοτεινό" (κυριολεκτικά και μεταφορικά) θέμα της, η ταινία δεν είναι καταθλιπτική. Υπάρχουν ακόμα και σκηνές με αρκετό χιούμορ. Δεν πρόκειται λοιπόν να "μαυρίσει η ψυχή σας". Αυτή ακριβώς η μη καταθλιπτική αντιμετώπιση μιας τέτοιας ιστορίας πιστώνεται στα θετικά. Συνολικά πάντως το βρήκα μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη μεν προσπάθεια, δεν μπορώ να πω όμως ότι με ενθουσίασε. Προσωπική γνώμη.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 10, 2014
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΤΟ (ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ) ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ
Με το "Κορίτσι που Εξαφανίστηκε" (Gone Girl) του 2014 ο David Fincher επιβεβαίωσε για μένα ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής μας. Εδώ ξαναβρίσκει το σκοτεινό, άρρωστο κλίμα που τόσο αγαπά και φτιάχνει ένα αριστοτεχνικό θρίλερ, το οποίο και να κρατήσει τον θεατή μπορεί, αλλά και να κριτικάρει συγχρόνως πολλές πτυχές της σύγχρονης (αμερικάνικης και όχι μόνο) κοινωνίας.
Οι ήρωες είναι ένα όμορφο, ερωτευμένο ζεύγος. Η παρακμή του γάμου τους αρχίζει όταν αναγκάζονται να μετακομίσουν από τη Νέα Υόρκη στη μικρή πόλη - γενέτειρα του συζύγου, μετακόμιση που σχετίζεται και με οικονομικά προβλήματα. Ώσπου, στην 5η επέτειο του γάμου τους, η κοπέλα εξαφανίζεται. Οι υποψίες της αστυνομίας πέφτουν στον σύζυγο, η υπόθεση γίνεται πρωτοσέλιδο σε φυλλάδες και κανάλια και ο κλοιός γύρω του αρχίζει να σφίγγει.
Αρχικά παρακολουθούμε την ιστορία "κανονικά". Σύντομα θα αρχίσουμε να τη βλέπουμε - με μερικά φλας μπακ - από τη μεριά της συζύγου, καθώς διαβάζουμε το ημερολόγιό της. Από εκεί και πέρα οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές είναι αλλεπάλληλες, οι χαρακτήρες μας αιφνιδιάζουν καθώς κάθε άλλο παρά είναι όπως αρχικά φαίνονται και το σασπένς είναι έντονο.
Το θεωρώ λοιπόν απόλυτα πετυχημένο σαν θρίλερ. Αυτό που εκτιμώ όμως είναι ότι δεν παραμένει μονοδιάστατο σαν τέτοιο. Η κριτική του είναι καυστική για τη σύγχρονη Αμερική: Ουσιαστικά βλέπουμε τον βρώμικο ρόλο των media, βλέπουμε άθλιες τηλεοπτικές εκπομπές σχεδον να αποδίδουν δικαιοσύνη, βλέπουμε τη χειραγώγηση των μαζών, το κοινό δηλαδή να άγεται και να φέρεται, αλλάζοντας διαρκώς γνώμη, από τα ΜΜΕ, βλέπουμε τη σχετικότητα, την ανικανότητα, την ανυπαρξία ίσως, απόδοσης δικαιοσύνης. Αλλά και την υποκρισία (και στα πλαίσια του γάμου), την απληστία, την έλλειψη προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Το πρωτότυπο, πνιγηρό τέλος επιβαβαιώνει με σαρδόνιο τρόπο τα παραπάνω. Σας προειδοποιώ: Το ανθρώπινο τοπίο είναι πραγματικά ζοφερό και η όλη εξέλιξη καθόλου ευχάριστη. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από την όποια ωραιοποιημένη πραγματικότητα του Χόλιγουντ, κι ας βρισκόμαστε στην καρδιά του. Βλέπετε, ο Fincher, ευτυχώς, μπορεί εδώ και καιρό να κάνει ό,τι θέλει.
Βρήκα το στενόχωρο αυτό θρίλερ εξαιρετικό, τόσο σαν πλοκή όσο και σαν καυστικότατη κοινωνική κριτική και είμαι σίγουρος ότι θα βρίσκεται μέσα στο προσωπικό μου top-10 της περιόδου 2014-15.
Οι ήρωες είναι ένα όμορφο, ερωτευμένο ζεύγος. Η παρακμή του γάμου τους αρχίζει όταν αναγκάζονται να μετακομίσουν από τη Νέα Υόρκη στη μικρή πόλη - γενέτειρα του συζύγου, μετακόμιση που σχετίζεται και με οικονομικά προβλήματα. Ώσπου, στην 5η επέτειο του γάμου τους, η κοπέλα εξαφανίζεται. Οι υποψίες της αστυνομίας πέφτουν στον σύζυγο, η υπόθεση γίνεται πρωτοσέλιδο σε φυλλάδες και κανάλια και ο κλοιός γύρω του αρχίζει να σφίγγει.
Αρχικά παρακολουθούμε την ιστορία "κανονικά". Σύντομα θα αρχίσουμε να τη βλέπουμε - με μερικά φλας μπακ - από τη μεριά της συζύγου, καθώς διαβάζουμε το ημερολόγιό της. Από εκεί και πέρα οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές είναι αλλεπάλληλες, οι χαρακτήρες μας αιφνιδιάζουν καθώς κάθε άλλο παρά είναι όπως αρχικά φαίνονται και το σασπένς είναι έντονο.
Το θεωρώ λοιπόν απόλυτα πετυχημένο σαν θρίλερ. Αυτό που εκτιμώ όμως είναι ότι δεν παραμένει μονοδιάστατο σαν τέτοιο. Η κριτική του είναι καυστική για τη σύγχρονη Αμερική: Ουσιαστικά βλέπουμε τον βρώμικο ρόλο των media, βλέπουμε άθλιες τηλεοπτικές εκπομπές σχεδον να αποδίδουν δικαιοσύνη, βλέπουμε τη χειραγώγηση των μαζών, το κοινό δηλαδή να άγεται και να φέρεται, αλλάζοντας διαρκώς γνώμη, από τα ΜΜΕ, βλέπουμε τη σχετικότητα, την ανικανότητα, την ανυπαρξία ίσως, απόδοσης δικαιοσύνης. Αλλά και την υποκρισία (και στα πλαίσια του γάμου), την απληστία, την έλλειψη προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Το πρωτότυπο, πνιγηρό τέλος επιβαβαιώνει με σαρδόνιο τρόπο τα παραπάνω. Σας προειδοποιώ: Το ανθρώπινο τοπίο είναι πραγματικά ζοφερό και η όλη εξέλιξη καθόλου ευχάριστη. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από την όποια ωραιοποιημένη πραγματικότητα του Χόλιγουντ, κι ας βρισκόμαστε στην καρδιά του. Βλέπετε, ο Fincher, ευτυχώς, μπορεί εδώ και καιρό να κάνει ό,τι θέλει.
Βρήκα το στενόχωρο αυτό θρίλερ εξαιρετικό, τόσο σαν πλοκή όσο και σαν καυστικότατη κοινωνική κριτική και είμαι σίγουρος ότι θα βρίσκεται μέσα στο προσωπικό μου top-10 της περιόδου 2014-15.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 08, 2014
ΕΝΑ... ΤΡΙΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ
Να και μια ταινία για λίγους ή, αν προτιμάτε, για θεατές με "ειδικά γούστα" (όχι, όχι, δεν πρόκειται για πορνογραφία). Μιλώ για το "The Dark Backward" (Ο Άνθρωπος με τα Τρία Χέρια) που γύρισε το 1991 ο περίεργος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός Adam Rifkin.
Σε ένα σχεδόν μετακαταστροφικό σκηνικό (όχι απόλυτα, για να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για έναν κόσμο που, άγνωστο γιατί, κατακλύζεται κυριολεκτικά από σκουπίδια) ένας μίζερος και απόλυτα αποτυχημένος σκουπιδιάρης, που πασχίζει να κάνει καριέρα stand up κωμικού, νοιώθει ξαφνικά κάτι στην πλάτη του και, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε λίγες μέρες του φυτρώνει ένα... τρίτο χέρι. Και τότε γίνεται ξαφνικά διάσημος και περιζήτητος σαν κωμικός. Αλλά αυτό δεν είναι ολόκληρη η ιστορία...
Φυσικά καταλάβατε ότι πρόκειται για κάτι απόλυτα σουρεαλιστικό, "κουφό" θα ήταν ίσως καλύτερος χαρακτηρισμός. Και γιατί για λίγα και ειδικά γούστα; Διότι η ταινία μπορεί να θυμίζει κάπου "Delicatessen", αλλά περισσότερο νομίζω σχετίζεται με τον βρώμικο και συνειδητά αηδιαστικό και κακού γούστου κόσμο των πρώτων ταινιών του Waters. Και, πιστέψτε με, δεν μιλάω μόνο για τα πανταχπύ παρόντα σκουπίδια... Την αηδία εκπροσωπεί όχι ο δύστυχος πρωταγωνιστής, "ο χειρότερος stand up κωμικός του κόσμου", αλλά ο απίστευτος κολλητός του φίλος, ένας μονίμως πανβρώμικος και αηδής με κάθε δυνατό τρόπο ακορντεονίστας. Αυτά για να σας προειδοποιήσω και να σας κάνω γνωστό ότι πολλοί που θα δουν απροετοίμαστοι το εκκεντρικό αυτό φιλμ θα φύγουν στα μισά.
Κατά τα άλλα όμως πρόκειται για μια σάτιρα της ανθρώπινης κατάστασης - με το είδος χιούμορ που σας περιέγραψα βεβαίως - η οποία κάπου μπορεί να γίνει ακόμα και συγκινητική. Η ανθρώπινη απληστία και η εκμετάλλευση με κάθε τρόπο του συνανθρώπου, ο αδίστακτος και αδηφάγος κόσμος των show business, η έλλειψη καλού γούστου, φτάνει να βγαίνουν λεφτά, είναι μερικά από τα ζητήματα που θίγονται. Και, τελικά, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου και τίποτα άλλο.
Δεν θα περάσετε όλοι καλά, το είπαμε. Το βρίσκω ωστόσο από τα πολύ ενδιαφέροντα κινηματογραφικά αξιοπερίεργα και ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα απόλυτα συνειδητής trash αισθητικής - με κάποια τρυφερότητα όμως. Αν διαθέτετε τέτοιου είδους περιέργεια επιχειρείστε το!
Σε ένα σχεδόν μετακαταστροφικό σκηνικό (όχι απόλυτα, για να είμαστε ακριβείς, πρόκειται για έναν κόσμο που, άγνωστο γιατί, κατακλύζεται κυριολεκτικά από σκουπίδια) ένας μίζερος και απόλυτα αποτυχημένος σκουπιδιάρης, που πασχίζει να κάνει καριέρα stand up κωμικού, νοιώθει ξαφνικά κάτι στην πλάτη του και, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε λίγες μέρες του φυτρώνει ένα... τρίτο χέρι. Και τότε γίνεται ξαφνικά διάσημος και περιζήτητος σαν κωμικός. Αλλά αυτό δεν είναι ολόκληρη η ιστορία...
Φυσικά καταλάβατε ότι πρόκειται για κάτι απόλυτα σουρεαλιστικό, "κουφό" θα ήταν ίσως καλύτερος χαρακτηρισμός. Και γιατί για λίγα και ειδικά γούστα; Διότι η ταινία μπορεί να θυμίζει κάπου "Delicatessen", αλλά περισσότερο νομίζω σχετίζεται με τον βρώμικο και συνειδητά αηδιαστικό και κακού γούστου κόσμο των πρώτων ταινιών του Waters. Και, πιστέψτε με, δεν μιλάω μόνο για τα πανταχπύ παρόντα σκουπίδια... Την αηδία εκπροσωπεί όχι ο δύστυχος πρωταγωνιστής, "ο χειρότερος stand up κωμικός του κόσμου", αλλά ο απίστευτος κολλητός του φίλος, ένας μονίμως πανβρώμικος και αηδής με κάθε δυνατό τρόπο ακορντεονίστας. Αυτά για να σας προειδοποιήσω και να σας κάνω γνωστό ότι πολλοί που θα δουν απροετοίμαστοι το εκκεντρικό αυτό φιλμ θα φύγουν στα μισά.
Κατά τα άλλα όμως πρόκειται για μια σάτιρα της ανθρώπινης κατάστασης - με το είδος χιούμορ που σας περιέγραψα βεβαίως - η οποία κάπου μπορεί να γίνει ακόμα και συγκινητική. Η ανθρώπινη απληστία και η εκμετάλλευση με κάθε τρόπο του συνανθρώπου, ο αδίστακτος και αδηφάγος κόσμος των show business, η έλλειψη καλού γούστου, φτάνει να βγαίνουν λεφτά, είναι μερικά από τα ζητήματα που θίγονται. Και, τελικά, η ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου και τίποτα άλλο.
Δεν θα περάσετε όλοι καλά, το είπαμε. Το βρίσκω ωστόσο από τα πολύ ενδιαφέροντα κινηματογραφικά αξιοπερίεργα και ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα απόλυτα συνειδητής trash αισθητικής - με κάποια τρυφερότητα όμως. Αν διαθέτετε τέτοιου είδους περιέργεια επιχειρείστε το!
Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2014
ΖΑΡΙΑ, ΠΟΚΕΡ ΚΑΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΥ
Θεωρώ τον Robert Altman μεγάλο, αλλά άνισο σκηνοθέτη, ικανό για θαυμάσια, αλλά και για βαρετά "προϊόντα". Νομίζω ότι αυτό συνέβαινε ακόμα και στη χρυσή γι' αυτόν δεκαετία του 70, όπου έκανε τόσες εξαιρετικές ταινίες. Το "Ζάρια, Πόκερ και Κάτι Άλλο" (California Split) του 1974, για παράδειγμα, δεν ανήκει στις ταινίες του που αγαπώ.
Ο Altman σε πολλά από τα φιλμ του ανέπτυξε ένα παράξενο, προσωπικό στιλ, με ιστορίες που απλά συμβαίνουν από εδώ κι από εκεί, μερικές φορές συναντιούνται, μερικές όχι, συνήθως δίχως καρυφώσεις, ακόμα και δίχως συγκεκριμένο στόρι, δίχως σασπένς, με τους ηθοποιούς συχνά να αυτοσχεδιάζουν. Υπάρχει δηλαδή μια ρευστή ατμόσφαιρα, η οποια περιγράφει μια κατάσταση. Όπως συχνά συμβαίνει στην αληθινή ζωή δηλαδή. Αυτό το στιλ μερικές φορές έδωσε εξαιρετικά αποτελέσματα. Στην περίπτωση της ταινίας που εξετάζουμε όμως προσωπικά με κούρασε αρκετά.
Η ταινία παρακολουθεί τον "βίο και την πολιτεία" δύο αθεράπευτων, κολλητών τζογαδόρων με διαφορετικούς χαρακτήρες. Αγχώδης και σοβαρός ο ένας, αλέγκρος, χαβαλετζής και "έξω καρδιά" ο άλλος (πολύ καλοί οι Τζορτζ Σίγκαλ και Έλιοτ Γκουλντ αντίστοιχα). Δίχως συγκεκριμένη ιστορία, το φιλμ τους παρακολουθεί να περιφέρονται από καζίνο σε καζίνο, από χαρτοπαικτική λέσχη σε χαρτοπαικτική λέσχη, ρίχνει ματιές στην καθημερινή ζωή τους και στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, τους "βλέπει" ενώ ληστεύονται από αλήτες και, τελικά, επικεντρώνεται σε ένα απελπισμένο παιχνίδι ρουλέτας, όπου κυριολεκτικά θα τα παίξουν όλα για όλα.
Ναι, η ταινία καταγράφει τον "'αρρωστο" ψυχισμό του παθιασμένου τζογαδόρου, που του είναι αδύνατο να ξεφύγει από το πάθος του, έχει χιούμορ (είναι είδος κωμωδίας άλλωστε), καταγράφει τον τρόπο ζωής των ηρώων της, ανήκει γενικά στο "buddy movie", αλλά όλη αυτή η περιπλάνηση και η ουσιαστική έλλειψη πλοκής, όλος αυτός ο εγκλεισμός σε καζίνα και λέσχες - όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της - ομολογώ ότι με έκανε να βαρεθώ αρκετά και να νομίσω ότι τα 108 λεπτά της ήταν πολύ περισσότερα. Το συνιστώ στους φανατικούς του σημαντικού αυτού σκηνοθέτη, όχι όμως και στους "ανυποψίαστους".
Ο Altman σε πολλά από τα φιλμ του ανέπτυξε ένα παράξενο, προσωπικό στιλ, με ιστορίες που απλά συμβαίνουν από εδώ κι από εκεί, μερικές φορές συναντιούνται, μερικές όχι, συνήθως δίχως καρυφώσεις, ακόμα και δίχως συγκεκριμένο στόρι, δίχως σασπένς, με τους ηθοποιούς συχνά να αυτοσχεδιάζουν. Υπάρχει δηλαδή μια ρευστή ατμόσφαιρα, η οποια περιγράφει μια κατάσταση. Όπως συχνά συμβαίνει στην αληθινή ζωή δηλαδή. Αυτό το στιλ μερικές φορές έδωσε εξαιρετικά αποτελέσματα. Στην περίπτωση της ταινίας που εξετάζουμε όμως προσωπικά με κούρασε αρκετά.
Η ταινία παρακολουθεί τον "βίο και την πολιτεία" δύο αθεράπευτων, κολλητών τζογαδόρων με διαφορετικούς χαρακτήρες. Αγχώδης και σοβαρός ο ένας, αλέγκρος, χαβαλετζής και "έξω καρδιά" ο άλλος (πολύ καλοί οι Τζορτζ Σίγκαλ και Έλιοτ Γκουλντ αντίστοιχα). Δίχως συγκεκριμένη ιστορία, το φιλμ τους παρακολουθεί να περιφέρονται από καζίνο σε καζίνο, από χαρτοπαικτική λέσχη σε χαρτοπαικτική λέσχη, ρίχνει ματιές στην καθημερινή ζωή τους και στις σχέσεις τους με τις γυναίκες, τους "βλέπει" ενώ ληστεύονται από αλήτες και, τελικά, επικεντρώνεται σε ένα απελπισμένο παιχνίδι ρουλέτας, όπου κυριολεκτικά θα τα παίξουν όλα για όλα.
Ναι, η ταινία καταγράφει τον "'αρρωστο" ψυχισμό του παθιασμένου τζογαδόρου, που του είναι αδύνατο να ξεφύγει από το πάθος του, έχει χιούμορ (είναι είδος κωμωδίας άλλωστε), καταγράφει τον τρόπο ζωής των ηρώων της, ανήκει γενικά στο "buddy movie", αλλά όλη αυτή η περιπλάνηση και η ουσιαστική έλλειψη πλοκής, όλος αυτός ο εγκλεισμός σε καζίνα και λέσχες - όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της - ομολογώ ότι με έκανε να βαρεθώ αρκετά και να νομίσω ότι τα 108 λεπτά της ήταν πολύ περισσότερα. Το συνιστώ στους φανατικούς του σημαντικού αυτού σκηνοθέτη, όχι όμως και στους "ανυποψίαστους".
Κυριακή, Οκτωβρίου 05, 2014
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΓΡΙΕΣ - ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΕΣ - ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Η Αργεντινή αρκετά συχνά μας δίνει καλές ταινίες. Το 2014 η ιστορία επαναλαμβάνεται, καθώς ο Damian Szifron, τηλεοπτικός σκηνοθέτης κυρίως, γυρίζει το τρίτο του μεγάλου μήκους φιλμ, τις "Ιστορίες για Αγρίους" (Relatos Salvajes). Πρόκειται για μια σπονδυλωτή ταινία με έξη διαφορετικές ιστορίες που διαδραματίζονται στη σύγχρονη Αργεντινή, ιστορίες γεμάτες παράνοια, αγριότητα, αλλά και κατάμαυρο - πραγματικά - χιούμορ.
Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις λίγες φορές σε σπονδυλωτή ταινία που όλες οι ιστορίες είναι καλές. Φυσικά κάποιες ξεχωρίζουν (πιθανόν διαφορετικές για τον καθένα), όπως η πρώτη με το αεροπλάνο και η τρίτη με τους δύο οδηγούς, αλλά και η τελευταία με τον σουρεαλιστικό γάμο, αλλά πάντως καμιάς το επίπεδο δεν είναι κακό. Πάρτε μια γεύση: α. Σε ένα αεροπλάνο ένας επιβάτης φλερτάρει μια κοπέλα που κάθεται δίπλα του, ώσπου συνειδητοποιούν ότι και οι δύο έχουν έναν κοινό γνωστό. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή. β. Σε ένα καφέ- εστιατόριο μπαίνει μια νύχτα ο κτηνώδης τοκογλύφος που κατέστρεψε τη ζωή της σερβιτόρας. Πώς θα αντιδράσει αυτή; γ. Ένας οδηγός πολυτελούς Audi προσπερνά βρίζοντας έναν χωριάτη με ένα σαράβαλο που του κλείνει το δρόμο. Λίγο μετά όμως, στο πουθενά, ο "Audi" μένει από λάστιχο και ο χωριάτης πλησιάζει απειλητικά... δ. Η τροχαία "μαζεύει" το αυτοκίνητο ενός μηχανικού ειδικευμένου στις κατεδαφίσεις με εκρηκτικά. Αυτό είναι η αρχή μόνο ενός γραφειοκρατικού εφιάλτη, που, φυσικά, καταλήγει εκρηκτικά... ε. Ένας γιος ζάμπλουτου εμπλέκεται σε τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, εγκαταλείποντας μάλιστα το θύμα του. Είναι σ' αυτές τις περιπτώσεις η διακιοσύνη τυφλή; στ. Ένας γάμος. Τίποτα άλλο. Δεν έχετε δει κάτι πιο σουρεαλιστικό.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στον Αλμοδοβάρ (που είναι ένας από τους παραγωγούς) και στο "μπάχαλο" του Κουστουρίτσα. Οι καταστάσεις μερικές φορές μοιάζουν ανατριχιαστικά με την ελληνική πραγματικότητα, βάζοντάς μας σε ανησυχητικές σκέψεις. Άλλωστε και οι δύο χώρες βρίσκονται σε μεγάλη κρίση. 'Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με καταστάσεις που πυροδοτούνται από την κρίση αυτή, που οδηγεί σε απόλυτη έκπτωση αξιών και σε ακραίες καταστάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις ή μας μιλά γενικότερα για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, για τις περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος είναι αρπακτικό απέναντι στον συνάνθρωπό του και κάθε αίσθηση αλληεγγύης έχει μπει στο περιθώριο;
Βγάλτε μόνοι τα συμπεράσματά σας. Στο μεταξύ πάντως απολαύστε το κατάμαυρο και σαρδόνιο - το τονίζω αυτό - χιούμορ και την ενυπάρχουσα "κακία" σε μια ταινία που, αν και σπονδυλωτή, δεν κάνει κατά τη γνώμη μου πουθενά κοιλιά.
Νομίζω ότι πρόκειται για μια από τις λίγες φορές σε σπονδυλωτή ταινία που όλες οι ιστορίες είναι καλές. Φυσικά κάποιες ξεχωρίζουν (πιθανόν διαφορετικές για τον καθένα), όπως η πρώτη με το αεροπλάνο και η τρίτη με τους δύο οδηγούς, αλλά και η τελευταία με τον σουρεαλιστικό γάμο, αλλά πάντως καμιάς το επίπεδο δεν είναι κακό. Πάρτε μια γεύση: α. Σε ένα αεροπλάνο ένας επιβάτης φλερτάρει μια κοπέλα που κάθεται δίπλα του, ώσπου συνειδητοποιούν ότι και οι δύο έχουν έναν κοινό γνωστό. Κι αυτό είναι μόνο η αρχή. β. Σε ένα καφέ- εστιατόριο μπαίνει μια νύχτα ο κτηνώδης τοκογλύφος που κατέστρεψε τη ζωή της σερβιτόρας. Πώς θα αντιδράσει αυτή; γ. Ένας οδηγός πολυτελούς Audi προσπερνά βρίζοντας έναν χωριάτη με ένα σαράβαλο που του κλείνει το δρόμο. Λίγο μετά όμως, στο πουθενά, ο "Audi" μένει από λάστιχο και ο χωριάτης πλησιάζει απειλητικά... δ. Η τροχαία "μαζεύει" το αυτοκίνητο ενός μηχανικού ειδικευμένου στις κατεδαφίσεις με εκρηκτικά. Αυτό είναι η αρχή μόνο ενός γραφειοκρατικού εφιάλτη, που, φυσικά, καταλήγει εκρηκτικά... ε. Ένας γιος ζάμπλουτου εμπλέκεται σε τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, εγκαταλείποντας μάλιστα το θύμα του. Είναι σ' αυτές τις περιπτώσεις η διακιοσύνη τυφλή; στ. Ένας γάμος. Τίποτα άλλο. Δεν έχετε δει κάτι πιο σουρεαλιστικό.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στον Αλμοδοβάρ (που είναι ένας από τους παραγωγούς) και στο "μπάχαλο" του Κουστουρίτσα. Οι καταστάσεις μερικές φορές μοιάζουν ανατριχιαστικά με την ελληνική πραγματικότητα, βάζοντάς μας σε ανησυχητικές σκέψεις. Άλλωστε και οι δύο χώρες βρίσκονται σε μεγάλη κρίση. 'Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με καταστάσεις που πυροδοτούνται από την κρίση αυτή, που οδηγεί σε απόλυτη έκπτωση αξιών και σε ακραίες καταστάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις ή μας μιλά γενικότερα για τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, για τις περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος είναι αρπακτικό απέναντι στον συνάνθρωπό του και κάθε αίσθηση αλληεγγύης έχει μπει στο περιθώριο;
Βγάλτε μόνοι τα συμπεράσματά σας. Στο μεταξύ πάντως απολαύστε το κατάμαυρο και σαρδόνιο - το τονίζω αυτό - χιούμορ και την ενυπάρχουσα "κακία" σε μια ταινία που, αν και σπονδυλωτή, δεν κάνει κατά τη γνώμη μου πουθενά κοιλιά.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 01, 2014
Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ, ΑΛΛΑ...
Δεν νομίζω ότι ο Claude Lelouch υπήρξε ποτέ μεγάλος σκηνοθέτης. Η γνωστή ταινία του "Η Περιπέτεια είναι Περιπέτεια" του 1972 επιβεβαίωσε αυτή μου τη γνώμη. Παρά το ότι μάλιστα στο καστ συμπεριλαμβάνονται ο Λίνο Βεντούρα και ο Ζακ Μπρελ αυτοπροσώπως!
Το φιλμ είναι κωμωδία, μια σάτιρα της εποχής για την ακρίβεια. Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα: Μια ομάδα απατεώνουν, που οργανώνουν διάφορα εξωφρενικά κόλπα (για να βγάλουν λεφτά φυσικά), έχουν την έμπνευση να παραστήσουν τους πολιτικοποιημένοι (πράγμα που είναι "μόδα" της εποχής, ενώ οι ήρωες δεν δίνουν δεκάρα για το θέμα), οπότε αφ' ενός τα κόλπα τους έχουν σχέση με πολιτικές καταστάσεις, αφ' ετέρου όταν συλληφθούν μπορούν να επικαλεστούν στο δικαστήριο ότι έκαναν ό,τι έκαναν για πολιτικούς λόγους.
Η ταινία είναι κάπως σπονδυλωτή, με την έννοια ότι παρακολουθούμε τη σπείρα να οργανώνει και να εκτελεί διαφορετικά κάθε φορά κόλπα. Από τη σκοπιά αυτή, καθώς και από το ότι επικεντρώνεται σε μια αστεία αντροπαρέα, προοιωνίζει τους θρυλικούς "Εντιμότατους Φίλους μου", που θα ακολουθούσαν λίγα χρόνια μετά από τον Μονιτσέλι. Όμως - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον - "άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας"... Εννοώ βέβαια ότι θεωρώ το μεταγενέστερο φιλμ πολύ καλύτερο. Νομίζω λοιπόν ότι όλη αυτή η εκμετάλλευση του πολιτικοποιημένου κλίματος της εποχής δεν λειτουργεί ή γίνεται αρκετά απλοϊκά. Από την άλλη βρήκα το χιούμορ χοντρό και άκομψο, με αποτέλεσμα εγώ τουλάχιστον να μη γελάσω και τόσο. Ούτε πιστεύω ότι τα διάφορα "επεισόδια" δένουν και τόσο μεταξύ τους. Γενικά η ταινία μου άφησε μια αίσθηση χοντροκομένης, ασύνδετης και ενίοτε με "κοιλιές" μπαλαφάρας.
Εκτός αυτού το όλο πράγμα έχει γεράσει ή είναι πολύ επικαιρικό. Βρισκόμαστε βέβαια πολύ κοντά στον Μάη του 68, ο απόηχος είναι ακόμα εντονότατος και η πολιτικοποίηση και η επιθυμία για επανάσταση διάχυτη στη δύση. Ωστόσο πρέπει κανείς να ξέρει την εποχή για να κατανοήσει την ύπαρξη γάλλων μαοϊκών wannabe επαναστατών, δικαστών που είναι πρόθυμοι να αθωόσουν απατεώνες επειδή πίστεψαν ότι οι τελευταίοι έδρασαν με πολιτικά κίνητρα, μαρξιστικών νοτιοαμερικάνικων κινημάτων που ζηλεύουν την επιτυχία του Κάστρο στην Κούβα και θέλουν να κάνουν το ίδιο στις χώρες τους κλπ. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Τα προβλήματα για μένα είναι αυτά που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο, κυρίως το ασύνδετο, η απλοϊκότητα των καταστάσεων και η χοντροκοπιά.
Κρίμα γιατί η ιδέα είναι καλή, και μάλιστα χρειαζόταν τόλμη να σατιρίσεις αριστερά ταμπού σε μια τέτοια εποχή...
ΥΓ: Σε μια σκηνή παίζει τον εαυτό του ο γάλλος τότε ροκ σούπερσταρ Τζόνι Χαλιντέι.
Το φιλμ είναι κωμωδία, μια σάτιρα της εποχής για την ακρίβεια. Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα: Μια ομάδα απατεώνουν, που οργανώνουν διάφορα εξωφρενικά κόλπα (για να βγάλουν λεφτά φυσικά), έχουν την έμπνευση να παραστήσουν τους πολιτικοποιημένοι (πράγμα που είναι "μόδα" της εποχής, ενώ οι ήρωες δεν δίνουν δεκάρα για το θέμα), οπότε αφ' ενός τα κόλπα τους έχουν σχέση με πολιτικές καταστάσεις, αφ' ετέρου όταν συλληφθούν μπορούν να επικαλεστούν στο δικαστήριο ότι έκαναν ό,τι έκαναν για πολιτικούς λόγους.
Η ταινία είναι κάπως σπονδυλωτή, με την έννοια ότι παρακολουθούμε τη σπείρα να οργανώνει και να εκτελεί διαφορετικά κάθε φορά κόλπα. Από τη σκοπιά αυτή, καθώς και από το ότι επικεντρώνεται σε μια αστεία αντροπαρέα, προοιωνίζει τους θρυλικούς "Εντιμότατους Φίλους μου", που θα ακολουθούσαν λίγα χρόνια μετά από τον Μονιτσέλι. Όμως - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον - "άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας"... Εννοώ βέβαια ότι θεωρώ το μεταγενέστερο φιλμ πολύ καλύτερο. Νομίζω λοιπόν ότι όλη αυτή η εκμετάλλευση του πολιτικοποιημένου κλίματος της εποχής δεν λειτουργεί ή γίνεται αρκετά απλοϊκά. Από την άλλη βρήκα το χιούμορ χοντρό και άκομψο, με αποτέλεσμα εγώ τουλάχιστον να μη γελάσω και τόσο. Ούτε πιστεύω ότι τα διάφορα "επεισόδια" δένουν και τόσο μεταξύ τους. Γενικά η ταινία μου άφησε μια αίσθηση χοντροκομένης, ασύνδετης και ενίοτε με "κοιλιές" μπαλαφάρας.
Εκτός αυτού το όλο πράγμα έχει γεράσει ή είναι πολύ επικαιρικό. Βρισκόμαστε βέβαια πολύ κοντά στον Μάη του 68, ο απόηχος είναι ακόμα εντονότατος και η πολιτικοποίηση και η επιθυμία για επανάσταση διάχυτη στη δύση. Ωστόσο πρέπει κανείς να ξέρει την εποχή για να κατανοήσει την ύπαρξη γάλλων μαοϊκών wannabe επαναστατών, δικαστών που είναι πρόθυμοι να αθωόσουν απατεώνες επειδή πίστεψαν ότι οι τελευταίοι έδρασαν με πολιτικά κίνητρα, μαρξιστικών νοτιοαμερικάνικων κινημάτων που ζηλεύουν την επιτυχία του Κάστρο στην Κούβα και θέλουν να κάνουν το ίδιο στις χώρες τους κλπ. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Τα προβλήματα για μένα είναι αυτά που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο, κυρίως το ασύνδετο, η απλοϊκότητα των καταστάσεων και η χοντροκοπιά.
Κρίμα γιατί η ιδέα είναι καλή, και μάλιστα χρειαζόταν τόλμη να σατιρίσεις αριστερά ταμπού σε μια τέτοια εποχή...
ΥΓ: Σε μια σκηνή παίζει τον εαυτό του ο γάλλος τότε ροκ σούπερσταρ Τζόνι Χαλιντέι.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2014
ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ (ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ) ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ
Η Agnieszka Holland είναι μια αρκετά γνωστή πολωνέζα σκηνοθέτης, η οποία έχει κάνει και ταινίες εκτός της χώρας της. Το 2011 γυρίζει μια πολωνο-γερμανο-καναδική παραγωγή (το σινεμά, αν δεν το καταλάβατε, είναι πλέον όλο και περισσότερο πολυεθνικό), το "In Darkness". Αναφέρεται στη φριχτή εποχή της ναζιστικής κατοχής της πολωνικής τότε πόλης Λβοβ (σήμερα ανήκει στην Ουκρανία).
Ένας επόπτης, που ξέρει τους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης καλύτερα από την παλάμη του, τους χρησιμοποιεί για να κλέβει διάφορα από ναζί και μη σε μια εποχή φριχτών στερήσεων και πείνας, ώστε να περνάει (σχετικά) καλά η οικογένειά του. Κάποια στιγμή αναλαμβάνει το μεγάλο ρίσκο να φυγαδεύσει από το γκέτο της πόλης (και από βέβαια θάνατο) μια ομάδα 12 εβραίων. Με το αζημείωτο φυσικά, αφού κι ο ίδιος παίζει κορώνα - γράμματα τη ζωή του. Τους κρύβει λοιπόν στους υπονόμους, τους βρίσκει όπως - όπως τροφή και, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταφέρνει να τους κρατήσει κρυμένους εκεί για 14 μήνες! Σιγά - σιγά η στάση του θα αρχίσει να μεταβάλλεται και να βλέπει τους έγκλειστους με συμπάθεια και - επιτέλους - πέρα από το στενό οικονομικό του συμφέρον. Οι κίνδυνοι όμως πληθαίνουν διαρκώς, ο κλοιός γύρω τους σφίγγει όλο και περισσότερο...
Γράφω μ' αυτόν τον τρόπο διότι πρόκειται για απόλυτα αληθινή ιστορία. Ο Σόσα είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα τιμήθηκε πολύ αργότερα - μετά θάνατον - με εξέχοντα τρόπο από τους ισραηλινούς! Το θέμα του φιλμ - όπως πολύ σωστά παρατήρησε κάποιος σχολιάζοντάς το - είναι τόσο σοβαρό και σκληρό, που είναι δύσκολο να το αναλύσεις καθαρά κινηματογραφικά. Η Holland καταφέρνει να δημιουργήσει μια ζοφερή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Η προσοχή της μετατοπίζεται διαρκώς από τον ήρωα και την προσωπική του ζωή στο εφιαλτικό δράμα των έγκλειστων και τα όσα υποφέρουν στους βρωμερούς υπονόμους, δίχως ούτε μια καθαρή ανάσα. Καθώς πολύ μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην πνιγηρή αυτή κόλασηκαι η διάρκεια του φιλμ αγγίζει τις δυόμιση ώρες (μάλλον κακώς κατά τη γνώμη μου), η παρακολούθησή του γίνεται δύσκολη και αγχωτική. Νομίζω όμως ότι αυτό ακριβώς το κλίμα επεδίωκε η δημιουργός. Οι χαρακτήρες όλων, συχνά διφορούμενοι, αναλύονται αρκετά, το περιβάλλον είναι εξαιρετικά σκοτεινό και, αν αποφασίσετε να δείτε ττην ταινία, καλά θα κάνετε να είστε προετοιμασμένοι.
Πέραν από τις προειδοποιήσεις μου πάντως θεωρώ ότι είναι μια πολύ δυνατή και πετυχημένη δουλειά, η οποία μας θυμίζει για μια ακόμα φορά τη φρίκη της εποχής της ναζιστικής θηριωδίας. Αν τα καταφέρετε, αξίζει!
Ένας επόπτης, που ξέρει τους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης καλύτερα από την παλάμη του, τους χρησιμοποιεί για να κλέβει διάφορα από ναζί και μη σε μια εποχή φριχτών στερήσεων και πείνας, ώστε να περνάει (σχετικά) καλά η οικογένειά του. Κάποια στιγμή αναλαμβάνει το μεγάλο ρίσκο να φυγαδεύσει από το γκέτο της πόλης (και από βέβαια θάνατο) μια ομάδα 12 εβραίων. Με το αζημείωτο φυσικά, αφού κι ο ίδιος παίζει κορώνα - γράμματα τη ζωή του. Τους κρύβει λοιπόν στους υπονόμους, τους βρίσκει όπως - όπως τροφή και, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταφέρνει να τους κρατήσει κρυμένους εκεί για 14 μήνες! Σιγά - σιγά η στάση του θα αρχίσει να μεταβάλλεται και να βλέπει τους έγκλειστους με συμπάθεια και - επιτέλους - πέρα από το στενό οικονομικό του συμφέρον. Οι κίνδυνοι όμως πληθαίνουν διαρκώς, ο κλοιός γύρω τους σφίγγει όλο και περισσότερο...
Γράφω μ' αυτόν τον τρόπο διότι πρόκειται για απόλυτα αληθινή ιστορία. Ο Σόσα είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα τιμήθηκε πολύ αργότερα - μετά θάνατον - με εξέχοντα τρόπο από τους ισραηλινούς! Το θέμα του φιλμ - όπως πολύ σωστά παρατήρησε κάποιος σχολιάζοντάς το - είναι τόσο σοβαρό και σκληρό, που είναι δύσκολο να το αναλύσεις καθαρά κινηματογραφικά. Η Holland καταφέρνει να δημιουργήσει μια ζοφερή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Η προσοχή της μετατοπίζεται διαρκώς από τον ήρωα και την προσωπική του ζωή στο εφιαλτικό δράμα των έγκλειστων και τα όσα υποφέρουν στους βρωμερούς υπονόμους, δίχως ούτε μια καθαρή ανάσα. Καθώς πολύ μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην πνιγηρή αυτή κόλασηκαι η διάρκεια του φιλμ αγγίζει τις δυόμιση ώρες (μάλλον κακώς κατά τη γνώμη μου), η παρακολούθησή του γίνεται δύσκολη και αγχωτική. Νομίζω όμως ότι αυτό ακριβώς το κλίμα επεδίωκε η δημιουργός. Οι χαρακτήρες όλων, συχνά διφορούμενοι, αναλύονται αρκετά, το περιβάλλον είναι εξαιρετικά σκοτεινό και, αν αποφασίσετε να δείτε ττην ταινία, καλά θα κάνετε να είστε προετοιμασμένοι.
Πέραν από τις προειδοποιήσεις μου πάντως θεωρώ ότι είναι μια πολύ δυνατή και πετυχημένη δουλειά, η οποία μας θυμίζει για μια ακόμα φορά τη φρίκη της εποχής της ναζιστικής θηριωδίας. Αν τα καταφέρετε, αξίζει!
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2014
ΕΝΑ "ΤΑΞΙΔΙ" ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ
Η Μαρία Ηλιού έχει σαν βάση της, όπως μαθαίνω, τις ΗΠΑ και έχει κάνει ταινίες fiction και ντοκιμαντέρ. Ένα από τα τελευταία είναι "Το Ταξίδι" του 2007. Καταπιάνεται με ένα σημαντικό για την Ελλάδα θέμα: Αυτό της μετανάστευσης στην Αμερική, η οποία χρονολογείται από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα! Η ταινία εξετάζει το φαινόμενο αυτό μέχρι τη δεκαετία του 80.
Δεν θα πω πολλά για το κινηματογραφικό μέρος. Είναι μάλλον συμβατικό, πληροφοριακό, με την αναμενόμενη, κοινή για τέτοιου είδους φιλμ δομή: Παλιές φωτογραφίες ή φιλμ, φωνή off που μιλά για τα γεγονότα και αρκετές συνεντεύξεις με γνωστούς και διακεκριμένους αμερικανούς ελληνικής καταγωγής (ανάμεσά τους ο γερουσιαστής Πολ Σαρμπάνις και ο γνωστός και καλός συγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος μάλιστα είναι πολύ πιο "έλληνας" και με ελληνικές συνήθειες απ' όσο φανταζόμουν). Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλύτερη αξία έχει το καθαρά πληροφοριακό μέρος, από το οποίο έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.
Αρχικά δεν γνώριζα ότι η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ γινόταν ήδη από τον 19ο αιώνα. Η ταινία πάντως μιλά για το πρώτο κύμα κάπου στη δεκαετία του 20, όταν αναγκάζονταν να φύγουν από την επαρχία κυρίως λόγω αβάσταχτης κυριολεκτικά φτώχειας, το δεύτερο μετά τον πόλεμο, όταν ο εμφύλιος μάστιζε την ήδη εξαντλημένη και διαλυμένη από την Κατοχή χώρα και την τρίτη, αυτή της δεκαετίας του 60, όταν στις δόξες του είναι ο Καζντζίδης και τα άλλα λαϊκά που μιλάνε για ξενιτειά. Μιλά ακόμα για την τάση των ελλήνων να ανοίγουν μικρές, ατομικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, καθαριστήρια κλπ.), αντίθετα με άλλους λαούς που δούλευαν κυρίως σαν εργάτες, για τις δύο βασικές ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής κλπ.
Αυτό που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ο ρατσισμός που υπέστησαν οι έλληνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τους θεωρούσαν κάπως "ανατολίτες", κάτι σαν ένα είδος τούρκων, όχι πάντως ακριβώς ευρωπαίους. Ξέρετε ότι έλληνες είχαν γίνει την εποχή εκείνη συχνός στόχος των ρατσιστών της Κου Κλου Κλαν; (αυτά για να σκεφτούν λίγο οι δυστυχώς αυξανόμενοι ανεγκέφαλοι σύγχρονοι ξενοφοβικοί, ελληνόκαυλοι και άλλων αποχρώσεων φασιστοειδείς). Ακριβώς για να εξαλείψει τον ρατσισμό αυτόν ιδρύθηκε αρχικά η οργάνωση ΑΧΕΠΑΝΣ, η οποία πρέσβευε ότι οι έλληνες μετανάσες πρέπει να αποβάλλουν κάθε τι ελληνικό και να εξαμερικανιστούν πλήρως. Πολύ σύντομα ιδρύθηκε αντίπαλη ιδεολογικά οργάνωση, που υποστήριζε αντίθετα ότι πρέπει να θυμούνται τις ρίζες τους και να διατηρήσουν την ελληνική ταυτότητα. Το φιλμ μιλά επίσης για τον και εκεί διχασμό ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς, το ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (ενωτικό αρχικά), την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιάκωβου, την μάλλον αδιάφορη για τη χούντα στάση των ελληνοαμερικανών (δεν λέει τίποτα βέβαια και για τη φιλοχουντική στάση πολλών) κλπ.
Από ένα σημείο και μετά η ταινία με κούρασε κάπως, κυρίως όταν έφτασε σε σχετικά πρόσφατες καταστάσεις και, όπως είπα, δεν βρήκα κάτι εξαιρετικό κινηματογραφικά. Δεν θα σας κρύψω ότι τη θεωρώ και κάπως πολύ υπέρ του ελληνοαμερικανικού στοιχείου, αποσιωπώντας "σκοτεινά" σημεία. Κρατώ όμως το πληροφοριακό κομμάτι, το οποίο θεωρώ σημαντικό και από το οποίο έμαθα πράγματα για το θέμα τα οποία εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.
Δεν θα πω πολλά για το κινηματογραφικό μέρος. Είναι μάλλον συμβατικό, πληροφοριακό, με την αναμενόμενη, κοινή για τέτοιου είδους φιλμ δομή: Παλιές φωτογραφίες ή φιλμ, φωνή off που μιλά για τα γεγονότα και αρκετές συνεντεύξεις με γνωστούς και διακεκριμένους αμερικανούς ελληνικής καταγωγής (ανάμεσά τους ο γερουσιαστής Πολ Σαρμπάνις και ο γνωστός και καλός συγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος μάλιστα είναι πολύ πιο "έλληνας" και με ελληνικές συνήθειες απ' όσο φανταζόμουν). Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλύτερη αξία έχει το καθαρά πληροφοριακό μέρος, από το οποίο έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.
Αρχικά δεν γνώριζα ότι η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ γινόταν ήδη από τον 19ο αιώνα. Η ταινία πάντως μιλά για το πρώτο κύμα κάπου στη δεκαετία του 20, όταν αναγκάζονταν να φύγουν από την επαρχία κυρίως λόγω αβάσταχτης κυριολεκτικά φτώχειας, το δεύτερο μετά τον πόλεμο, όταν ο εμφύλιος μάστιζε την ήδη εξαντλημένη και διαλυμένη από την Κατοχή χώρα και την τρίτη, αυτή της δεκαετίας του 60, όταν στις δόξες του είναι ο Καζντζίδης και τα άλλα λαϊκά που μιλάνε για ξενιτειά. Μιλά ακόμα για την τάση των ελλήνων να ανοίγουν μικρές, ατομικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, καθαριστήρια κλπ.), αντίθετα με άλλους λαούς που δούλευαν κυρίως σαν εργάτες, για τις δύο βασικές ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής κλπ.
Αυτό που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ο ρατσισμός που υπέστησαν οι έλληνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τους θεωρούσαν κάπως "ανατολίτες", κάτι σαν ένα είδος τούρκων, όχι πάντως ακριβώς ευρωπαίους. Ξέρετε ότι έλληνες είχαν γίνει την εποχή εκείνη συχνός στόχος των ρατσιστών της Κου Κλου Κλαν; (αυτά για να σκεφτούν λίγο οι δυστυχώς αυξανόμενοι ανεγκέφαλοι σύγχρονοι ξενοφοβικοί, ελληνόκαυλοι και άλλων αποχρώσεων φασιστοειδείς). Ακριβώς για να εξαλείψει τον ρατσισμό αυτόν ιδρύθηκε αρχικά η οργάνωση ΑΧΕΠΑΝΣ, η οποία πρέσβευε ότι οι έλληνες μετανάσες πρέπει να αποβάλλουν κάθε τι ελληνικό και να εξαμερικανιστούν πλήρως. Πολύ σύντομα ιδρύθηκε αντίπαλη ιδεολογικά οργάνωση, που υποστήριζε αντίθετα ότι πρέπει να θυμούνται τις ρίζες τους και να διατηρήσουν την ελληνική ταυτότητα. Το φιλμ μιλά επίσης για τον και εκεί διχασμό ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς, το ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (ενωτικό αρχικά), την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιάκωβου, την μάλλον αδιάφορη για τη χούντα στάση των ελληνοαμερικανών (δεν λέει τίποτα βέβαια και για τη φιλοχουντική στάση πολλών) κλπ.
Από ένα σημείο και μετά η ταινία με κούρασε κάπως, κυρίως όταν έφτασε σε σχετικά πρόσφατες καταστάσεις και, όπως είπα, δεν βρήκα κάτι εξαιρετικό κινηματογραφικά. Δεν θα σας κρύψω ότι τη θεωρώ και κάπως πολύ υπέρ του ελληνοαμερικανικού στοιχείου, αποσιωπώντας "σκοτεινά" σημεία. Κρατώ όμως το πληροφοριακό κομμάτι, το οποίο θεωρώ σημαντικό και από το οποίο έμαθα πράγματα για το θέμα τα οποία εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)































