Ο Jean-Pierre Jeunet υπήρξε από την αρχή της καριέρας του (τότε δίδυμο με τον Καρό) ένας πάνω απ' όλα στυλίστας σκηνοθέτης. Το στιλ του έγκειται σε ένα συνδυασμό ευφάνταστης σκηνοθεσίας, feelgood παιδικότητας, ιδιαίτερης εικόνας και παραμυθένιας διάθεσης. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε ατόφια στον αγγλόφωνο αυτή τη φορά "Απρόβλεπτο κ. Σπίβετ" (The Young and Prodigious T.S.Spivet) του 2013.
Ένα δεκάχρονο παιδί - θαύμα, ιδιοφυϊα στις επιστήμες, ζει με την μάλλον δυσλειτουργική οικογένειά του σε μια απομονωμένη φάρμα στις ερημιές της αμερικάνικης υπαίθρου. Όταν κερδίζει από το περίφημο Smithsonean Institute το σημαντικότερο επιστημονικό βραβείο, αποκρύπτει την ηλικία του, το σκάει από το σπίτι και ταξιδεύει λαθραία προς τη μακρινή Ουάσινγκτον για να το παραλάβει.
Το φιλμ διακρίνεται αμέσως από την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ταινίες του ο Ζενέ. Η απίστευτα καθαρή φωτογραφία, πλημμυρισμένη από χρώμα, τα υπέροχα φυσικά τοπία, ο ενυπάρχον σουρεαλισμός, τα σκηνοθετικά κόλπα (σχεδιαγράμματα, γράμματα που βγαίνουν στην οθόνη, ενίοτε κινούμενα σχέδια, παράξενες λήψεις κλπ.), όλα υπάρχουν εδώ. Η feelgood διάθεση που προαναφέραμε επίσης, αυτή τη φορά όμως ανάμικτη με συγκίνηση, που κυρίως έχει να κάνει με την ουσιαστικότερη και βαθύτερη ανάγκη του ιδιοφυούς μικρού ήρωα για αγάπη και αποδοχή από την οικογένειά του. Επίσης οι περιπέτειές του και το χιούμορ νομίζω ότι δεν αφήνουν τον θεατή να πλήξει. Έτσι, αν ιδιαίτερα ενδιαφέρεστε για παράδοξη και προσωπική ατμόσφαιρα στο σινεμά, συνιστώ το φιλμ.
Ωστόσο έχω να παρατηρήσω ότι πλέον ο κάποτε τόσο αγαπητός και πρωτότυπος Ζενέ (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία της "Αμελί") δεν έχει μεν χάσει τις ιδέες του, φοβάμαι όμως ότι πλέον επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο θεατής που ξέρει τη δουλειά του σκηνοθέτη δεν νοιώθει πλέον καμία έκπληξη, γνωρίζει από πριν τι περίπου θα δει. Να λοιπόν το πρόβλημα (συν την πανταχού παρούσα, σαφώς ηθελημένη πάντως, αφέλεια). Πέραν αυτών νομίζω ότι γενικά θα περάσετε καλά. Και υπάρχει και μια έντονη κριτική της τηλεόρασης, του τύπου και κάθε λογής άλλων "κορακιών" (πανεπιστημιακού κατεστημένου κλπ) που εκμεταλλεύονται αδίστακτα ό ,τι μπορεί να βγάλει χρήμα ή δόξα. Είναι πλέον χαρακτηριστικό του συστήματος που ζούμε...
Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2014
Πέμπτη, Ιουλίου 17, 2014
H "FEDORA" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑΣ
Η "Fedora" του 1978 είναι η προτελευταία ταινία του μεγάλου Billy Wilder (1906-2002). Είναι η δεύτερη φορά που ο δημιουργός - από τους σημαντικότερους του Χόλιγουντ - καταπιάνεται με το θέμα της παράνοιας του star system και των κρυμμένων μυστικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας μετά το αριστουργηματικό Sunset Boulevard (Η Λεωφόρος της; Δύσης). Και διαθέτει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού είναι γυρισμένο στην Κέρκυρα.
Ένας ξεπεσμένος παραγωγός φτάνει στην Κέρκυρα, σε μια βίλα της οποίας ζει εντελώς απομονωμένη μια παλιά, ηλικιωμένη πλέον, σούπερ σταρ του Χόλιγουντ, για να της προτείνει ένα "θριαμβευτικό come back". Εκεί θα διαπιστώσει ότι η πρώην σταρ ζει σε ένα είδος αιχμαλωσίας στη βίλα, η οποία "διοικείται" ουσιαστικά από μία αυταρχική γριά κόμισα. Από εκεί και πέρα οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις θα διαδέχονται η μία την άλλη.
Ας πούμε από την αρχή ότι η "Φεντόρα" δεν είναι σε καμία περίπτωση "Sunset Boulevard". Ο Γουάιλντερ, λογικά, είναι πιο κουρασμένος (72 ετών τότε), ο Ουίλιαμ Χόλντεν (επίσης πρωταγωνιστής της παλιότερης ταινίας) το ίδιο. Γενικά οι ηθοποιίες δεν είναι ό, τι καλύτερο, ενώ στο φιλμ κυριαρχεί μια περίεργη αίσθηση του γκροτέσκο. Μέχρι εδώ όμως τα αρνητικά. Θα ξαναπώ ότι το φιλμ είναι συγκλονιστικό.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή βλέπουμε τον θάνατο της σταρ στις γραμμές ενός τρένου. Το φιλμ είναι λοιπόν ένα φλας μπακ για το πώς φτάσαμε ως εκεί και, πιστέψτε με, κρατά καθηλωμένο τον θεατή κι ας είναι γνωστή η κατάληξη. Η σημασία του βρίσκεται στα θέματα που θίγει: Το πρώτο - πρώτο είναι το σκληρό τίμημα της δόξας. Οι σταρ κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο, το οποίο ενίοτε οδηγεί στην καθαρή παράνοια. Φυσικά και η ματαιοδοξία στον απόλυτο βαθμό είναι πανταχού παρούσα. Οι προσωπικές σχέσεις, η οικογένεια, ο έρωτας, η μητρότητα, περνούν σε δεύτερο επίπεδο. Όλα θυσιάζονται για να κρατηθεί η απαστράπτουσα εικόνα, η τέλεια βιτρίνα, για να διατηρηθεί η δόξα όσο περισσότερο μπορεί. Ταυτόχρονα, όπως φυσικά και αλλού, η απληστία είναι και εδώ δεδομένη.
Τα πιο πάνω θα μπορούσαν να ισχύουν και σε άλλους καλλιτεχνικούς χώρους. Πάντως η κατά Wilder εικόνα των εσωτερικών της κινηματογραφικής βιομηχανίας, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου κολακευτική. Οι ήρωες είναι όλοι τσακισμένοι με διάφορους τρόπους. Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από τις συμπληγάδες της βιομηχανίας της δόξας. Πέραν από τη μελέτη του ίδιου του σινεμά πάντως και την προφανή αυτοαναφορικότητα (ο Μάικλ Γιορκ παίζει τον εαυτό του, το γύρισμα μιας "Μαντάμ Μποβαρί" παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη), το φιλμ αποτελεί μια πολύ δυνατή μελέτη της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικότητας, παράνοιας, απληστίας.
Όχι, δεν είναι Sunset Boulevard. Παρ΄όλα αυτά όμως - και παρά τα όποια προβλήματα - θα πρότεινα ανεπιφύλακτα να μην το χάσετε.
Τρίτη, Ιουλίου 15, 2014
ALPHAVILLE Ή Η ΚΑΤΑ ΓΚΟΝΤΑΡ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Το "Aplhaville" είναι η ταινία επιστημονικής φαντασίας που γύρισε ο Jean- Luc Godard το 1965. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι και η νοσταλγική ματιά του δημιουργού στα αμερικάνικα b-movies και στην pulp λογοτεχνία. Και είναι και διάφορα άλλα πράγματα.
Ασπρόμαυρο, δίχως εφέ, δίχως έντονη δράση, το φιλμ ελάχιστα θυμίζει τη σύγχρονη χολιγουντιανή ΕΦ. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, με έναν κόσμο χωρισμένο πιθανόν σε πόλεις - κράτη, ένας πράκτορας από τις "Έξω Χώρες" φτάνει στην ισχυρή Aplhaville για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια πόλη που κυβερνάται από ένα υπερ - κομπιούτερ και όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται. Η γνωριμία του με μια όμορφη κοπέλα που προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άντρες (η Άννα Καρίνα φυσικά, σύζυγος και μόνιμη πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του Γκοντάρ) θα αποτελέσει καταλύτη για τις εξελίξεις.
Η πόλη είναι γκρίζα, μουντή, σα να βρίσκεται σε μόνιμη νύχτα. Όλα εκεί είναι καταθλιπτικά. Οι φωτεινές επιγραφές, τα φώτα που αναβοσβήνουν, τα γράμματα, δημιουργούν μια υπνωτική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ζωντανά φαντάσματα, υποταγμένα σε μια αόρατη δικτατορία. Ο "επισκέπτης από τις Έξω Χώρες" είναι αντίθετα φορέας της ζωής, των συναισθημάτων, του έρωτα. Ουσιαστικά λοιπόν νομίζω ότι το "Αλφαβίλ" είναι μια ρομαντική ταινία, που πρεσβεύει τη δύναμη του έρωτα και την επανάσταση ενάντια σε μηχανιστικές λογικές, στο μπλοκάρισμα των συναισθημάτων, στην απώλεια της ανθρωπιάς και - φυσικά - ενάντια σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Η ουσιαστική νίκη του ήρωα θα επιτευχθεί όταν κάνει την σχεδόν-ρομπότ-κοπέλα να ψελλίσει "σ' αγαπώ".
Αυτά για το νόημα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Κατά τα άλλα στο φιλμ υπάρχουν πάντοτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Γκοντάρ, η προσφιλής του ανάγνωση αποσπασματων από βιβλία, οι μακρείς διάλογοι, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν το γκονταρικό έργο της δεκαετίας του 60. Συγχρόνως όμως υπάρχει και εντονότατη η κινηματογραφοφιλία του δημιουργού και οι πλείστες αναφορές. Εκτός από την προφανή παραπομπή στο Metropolis, εδώ ο Γκοντάρ βουτά όχι μόνο στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά στα b-movieς και το pulp στοιχείο, όπως είπαμε στην αρχή. Η ιστορία δεν είναι παρά "μια περιπέτεια του Λέμι Κόσιον", όπως ρητά αναφέρεται. Ο Λέμι ήταν μυστικός πράκτορας και ήρωας σειράς φτηνών περιπετειωδών ταινιών και βιβλίων. Ερμηνευόταν από τον Έντι Κονσταντέν. Ακριβώς αυτόν τον ηθοποιό επιλέγει και ο Γκοντάρ για τη δική του "σοβαρή" ταινία (είναι, νομίζω, και ο μόνος "σοβαρός" ρόλος που ερμήνευσε ποτέ ο ηθοποιός). Όπως βλέπετε, οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε και η ίδια η επιλογή του είδους της ΕΦ παρέπεμπε την εποχή εκείνη σε κάτι "μη σοβαρό" (προφανώς σε εισαγωγικά, απλώς αυτή ήταν η επικρατούσα γνώμη). Ο Γκοντάρ επίτηδες αφήνει πλήθος σεναριακές αφέλειες και πολλές ευκολίες στα όσα συμβαίνουν (στη δράση κυρίως), για να αναφερθεί ακριβώ;ς στις εξόφθαλμες συμβάσεις του λαϊκού σινεμά και λογοτεχνίας του είδους, που δείχνει να γνωρίζει καλά.
Δείτε το, έχοντας πάντοτε υπ' όψιν ότι δεν πρόκειται να δείτε μια συμβατική, θεαματική ταινία ΕΦ. Για Γκοντάρ πρόκειται. Ίσως κάποιοι να το βρείτε και ξεπερασμένο. Ωστόσο το φιλμ και οι επιλογές δείχνουν, μεταξύ άλλων, την τόλμη του δημιουργού αυτού που σίγουρα σημάδεψε τον κινηματογράφο. Και, νομίζω, διατηρεί αρκετή από τη μουντή γοητεία του.
Ασπρόμαυρο, δίχως εφέ, δίχως έντονη δράση, το φιλμ ελάχιστα θυμίζει τη σύγχρονη χολιγουντιανή ΕΦ. Σε ένα δυστοπικό μέλλον, με έναν κόσμο χωρισμένο πιθανόν σε πόλεις - κράτη, ένας πράκτορας από τις "Έξω Χώρες" φτάνει στην ισχυρή Aplhaville για να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια πόλη που κυβερνάται από ένα υπερ - κομπιούτερ και όπου τα συναισθήματα απαγορεύονται. Η γνωριμία του με μια όμορφη κοπέλα που προσφέρει τις υπηρεσίες της στους άντρες (η Άννα Καρίνα φυσικά, σύζυγος και μόνιμη πρωταγωνίστρια των πρώτων ταινιών του Γκοντάρ) θα αποτελέσει καταλύτη για τις εξελίξεις.
Η πόλη είναι γκρίζα, μουντή, σα να βρίσκεται σε μόνιμη νύχτα. Όλα εκεί είναι καταθλιπτικά. Οι φωτεινές επιγραφές, τα φώτα που αναβοσβήνουν, τα γράμματα, δημιουργούν μια υπνωτική ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είναι κι αυτοί ζωντανά φαντάσματα, υποταγμένα σε μια αόρατη δικτατορία. Ο "επισκέπτης από τις Έξω Χώρες" είναι αντίθετα φορέας της ζωής, των συναισθημάτων, του έρωτα. Ουσιαστικά λοιπόν νομίζω ότι το "Αλφαβίλ" είναι μια ρομαντική ταινία, που πρεσβεύει τη δύναμη του έρωτα και την επανάσταση ενάντια σε μηχανιστικές λογικές, στο μπλοκάρισμα των συναισθημάτων, στην απώλεια της ανθρωπιάς και - φυσικά - ενάντια σε κάθε λογής απαγορεύσεις. Η ουσιαστική νίκη του ήρωα θα επιτευχθεί όταν κάνει την σχεδόν-ρομπότ-κοπέλα να ψελλίσει "σ' αγαπώ".
Αυτά για το νόημα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Κατά τα άλλα στο φιλμ υπάρχουν πάντοτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί του Γκοντάρ, η προσφιλής του ανάγνωση αποσπασματων από βιβλία, οι μακρείς διάλογοι, όσα δηλαδή χαρακτηρίζουν το γκονταρικό έργο της δεκαετίας του 60. Συγχρόνως όμως υπάρχει και εντονότατη η κινηματογραφοφιλία του δημιουργού και οι πλείστες αναφορές. Εκτός από την προφανή παραπομπή στο Metropolis, εδώ ο Γκοντάρ βουτά όχι μόνο στο αμερικάνικο σινεμά, αλλά στα b-movieς και το pulp στοιχείο, όπως είπαμε στην αρχή. Η ιστορία δεν είναι παρά "μια περιπέτεια του Λέμι Κόσιον", όπως ρητά αναφέρεται. Ο Λέμι ήταν μυστικός πράκτορας και ήρωας σειράς φτηνών περιπετειωδών ταινιών και βιβλίων. Ερμηνευόταν από τον Έντι Κονσταντέν. Ακριβώς αυτόν τον ηθοποιό επιλέγει και ο Γκοντάρ για τη δική του "σοβαρή" ταινία (είναι, νομίζω, και ο μόνος "σοβαρός" ρόλος που ερμήνευσε ποτέ ο ηθοποιός). Όπως βλέπετε, οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε και η ίδια η επιλογή του είδους της ΕΦ παρέπεμπε την εποχή εκείνη σε κάτι "μη σοβαρό" (προφανώς σε εισαγωγικά, απλώς αυτή ήταν η επικρατούσα γνώμη). Ο Γκοντάρ επίτηδες αφήνει πλήθος σεναριακές αφέλειες και πολλές ευκολίες στα όσα συμβαίνουν (στη δράση κυρίως), για να αναφερθεί ακριβώ;ς στις εξόφθαλμες συμβάσεις του λαϊκού σινεμά και λογοτεχνίας του είδους, που δείχνει να γνωρίζει καλά.
Δείτε το, έχοντας πάντοτε υπ' όψιν ότι δεν πρόκειται να δείτε μια συμβατική, θεαματική ταινία ΕΦ. Για Γκοντάρ πρόκειται. Ίσως κάποιοι να το βρείτε και ξεπερασμένο. Ωστόσο το φιλμ και οι επιλογές δείχνουν, μεταξύ άλλων, την τόλμη του δημιουργού αυτού που σίγουρα σημάδεψε τον κινηματογράφο. Και, νομίζω, διατηρεί αρκετή από τη μουντή γοητεία του.
Σάββατο, Ιουλίου 12, 2014
"ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ": ΕΝΑ ΟΧΙ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ
Ο Tommy Lee Jones είχε αποδείξει με τις "Τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράντο" ότι είναι και πολύ καλός σκηνοθέτης. Με τη δεύτερη ταινία του, το "Μέχρι το Τέλος" (The Homesman) του 2014 το επιβεβαιώνει απόλυτα.
Πρόκειται για γουέστερν, το οποίο όμως κινείται αρκετά μακριά από τα κλισέ και - κυρίως - τους ηρωισμούς παλιότερων δειγμάτων του είδους. Εδώ τα πράγματα είναι ρεαλιστικά, τραχειά, βρώμικα και καθόλου, μα καθόλου ηρωικά. Εδώ βλέπουμε ένα Φαρ Ουέστ περισσότερο εξαθλιωμένο, σκληρό και βάρβαρο, βουτηγμένο στην πείνα, την ανέχεια, τη βία και - από τότε - στις ανισότητες. Σιγά μην υπάρχει χώρος και για ηρωισμούς...
Η ηρωίδα, μια μοναχική γυναίκα που έχει ράντσο σε μια σκληρη και φτωχή, σχεδόν έρημη περιοχή, αναλαμβάνει να συνοδεύεσι τρεις γυναίκες της περιοχής που έχουν τρελαθεί από τις κακουχίες σε μια ευημερούσα κοινότητα πάμπολλα μίλια μακριά, διασχίζοντας μια επικίνδυνη ερημιά σε ένα ταξίδι εβδομάδων. Σαν βοηθό παίρνει έναν απόλυτα αναξιόπιστο τυχοδιώκτη, ο οποίος την ακολουθεί απρόθυμα μόνο και μόνο επειδή τον έσωσε από την κρεμάλα. Στο ταξίδι τους πολλά απρόοπτα θα συμβούν.
Η γοητεία του φιλμ προκύπτει αρχικά από τους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. Εκείνη είναι άκαμπτη, ακούσια μοναχική και δυνατή, κρύβει όμως και μια κρυμένη καλοσύνη και τρυφερότητα. Εκείνος είναι τυχοδιώκτης, λιποτάκτης, ρεαλιστής και πάνω απ' όλα φροντίζει για το τομάρι του, διαθέτει όμως ένα είδος εσωτερικού κώδικα τιμής. Γύρω τους ο κόσμος είναι βουτηγμένος στην πείνα και την ανέχεια, στην εξαθλίωση θα έλεγα, αλλά και σε μια σκληρότητα που χαρακτηρίζει εξ ίσου φουκαράδες και πλούσιους. Κανείς δεν είναι "καλός". Από τους εξαθλιωμένους ινδιάνους και τους περιπλανώμενους των καραβανιών μέχρι τους πλούσιους του πολυτελούς ξενοδοχείου που "περιμένουν επενδυτές", όλοι είναι βουτηγμένοι σε μια πρωτοφανή σκληρότητα, βία και αδιαφορία για τους άλλους.
Η ταινία είναι βαρειά, μελαγχολική και κινείται μακριά από εύκολα χάπι εντ. Αν προσθέσετε και το ζοφερό μοτίβο της τρέλας των γυναικών, που υπάρχει ως μόνιμο background, μιλάμε περισσότερο για ένα σκοτεινό δράμα παρά για καθαρό γουέστερν. Οι ερμηνείες της Χίλαρι Σουόνκ και του Τόμι Λι Τζόουνς είναι εξαιρετικές, ενώ πολύ δυνατή είναι - για μια ακόμα φορά - η κατάδειξη των βρώμικων και εγκληματικών θεμελίων πάνω στα οποία στηρίχτηκε η χώρα των ΗΠΑ.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, αλλά - προειδοποιώ και πάλι - πολύ βαρειά και μελαγχολική. Σας συνιστώ να μην πάτε προετοιμασμένοι να δείτε ένα ευχάριστο, περιπετειώδες γουέστερν.
Πρόκειται για γουέστερν, το οποίο όμως κινείται αρκετά μακριά από τα κλισέ και - κυρίως - τους ηρωισμούς παλιότερων δειγμάτων του είδους. Εδώ τα πράγματα είναι ρεαλιστικά, τραχειά, βρώμικα και καθόλου, μα καθόλου ηρωικά. Εδώ βλέπουμε ένα Φαρ Ουέστ περισσότερο εξαθλιωμένο, σκληρό και βάρβαρο, βουτηγμένο στην πείνα, την ανέχεια, τη βία και - από τότε - στις ανισότητες. Σιγά μην υπάρχει χώρος και για ηρωισμούς...
Η ηρωίδα, μια μοναχική γυναίκα που έχει ράντσο σε μια σκληρη και φτωχή, σχεδόν έρημη περιοχή, αναλαμβάνει να συνοδεύεσι τρεις γυναίκες της περιοχής που έχουν τρελαθεί από τις κακουχίες σε μια ευημερούσα κοινότητα πάμπολλα μίλια μακριά, διασχίζοντας μια επικίνδυνη ερημιά σε ένα ταξίδι εβδομάδων. Σαν βοηθό παίρνει έναν απόλυτα αναξιόπιστο τυχοδιώκτη, ο οποίος την ακολουθεί απρόθυμα μόνο και μόνο επειδή τον έσωσε από την κρεμάλα. Στο ταξίδι τους πολλά απρόοπτα θα συμβούν.
Η γοητεία του φιλμ προκύπτει αρχικά από τους δύο τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες. Εκείνη είναι άκαμπτη, ακούσια μοναχική και δυνατή, κρύβει όμως και μια κρυμένη καλοσύνη και τρυφερότητα. Εκείνος είναι τυχοδιώκτης, λιποτάκτης, ρεαλιστής και πάνω απ' όλα φροντίζει για το τομάρι του, διαθέτει όμως ένα είδος εσωτερικού κώδικα τιμής. Γύρω τους ο κόσμος είναι βουτηγμένος στην πείνα και την ανέχεια, στην εξαθλίωση θα έλεγα, αλλά και σε μια σκληρότητα που χαρακτηρίζει εξ ίσου φουκαράδες και πλούσιους. Κανείς δεν είναι "καλός". Από τους εξαθλιωμένους ινδιάνους και τους περιπλανώμενους των καραβανιών μέχρι τους πλούσιους του πολυτελούς ξενοδοχείου που "περιμένουν επενδυτές", όλοι είναι βουτηγμένοι σε μια πρωτοφανή σκληρότητα, βία και αδιαφορία για τους άλλους.
Η ταινία είναι βαρειά, μελαγχολική και κινείται μακριά από εύκολα χάπι εντ. Αν προσθέσετε και το ζοφερό μοτίβο της τρέλας των γυναικών, που υπάρχει ως μόνιμο background, μιλάμε περισσότερο για ένα σκοτεινό δράμα παρά για καθαρό γουέστερν. Οι ερμηνείες της Χίλαρι Σουόνκ και του Τόμι Λι Τζόουνς είναι εξαιρετικές, ενώ πολύ δυνατή είναι - για μια ακόμα φορά - η κατάδειξη των βρώμικων και εγκληματικών θεμελίων πάνω στα οποία στηρίχτηκε η χώρα των ΗΠΑ.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, αλλά - προειδοποιώ και πάλι - πολύ βαρειά και μελαγχολική. Σας συνιστώ να μην πάτε προετοιμασμένοι να δείτε ένα ευχάριστο, περιπετειώδες γουέστερν.
Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2014
Ο ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ "SENSO"
Το 1954 ο Lucchino Visconti (1906-1978) είχε ήδη απομακρυνθεί από τον νεορεαλισμό, απ' όπου ξεκίνησε, και είχε οδηγήσει το στιλ του σε ένα "βαρύ" μπαρόκ - πράγμα που συνδέεται και με τη δηλωμένη αγάπη του για την όπερα. Όλα αυτά είναι φανερά στο ιστορικό μελόδραμα "Senso", που γύρισε τη χρονιά εκείνη.
Βρισκόμαστε στα 1866, στα τελευταία της αυστριακής κατοχής της Ιταλίας. Η επανάσταση των ιταλών έχει ξεκινήσει και οι μάχες δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν. Μέσα στην αναταραχή μια ιταλίδα κόμισα ερωτεύεται παράφορα έναν γοητευτικό αυστριακό αξιωματικό και, για χάρη ενός ουσιαστικά αδύνατου έρωτα, δεν θα διστάσει να φτάσει ακόμα και στην προδοσία της πατρίδας της.
Η πρώτη μόλις σκηνή διαδραματίζεται κατά την παράσταση της όπερας του Βέρντι "Τροβατόρε", πράγμα που δηλώνει τη βαθιά αγάπη του σκηνοθέτη για τη μορφή αυτή τέχνης, όπως είπαμε και στην αρχή (ο ίδιος είχε ανεβάσει και αρκετές όπερες στη σκηνή). Ο Βισκόντι, μακριά πλέον από νεορεαλιστικά στοιχεία, όπως προείπαμε, χρησιμοποιεί βαριά σκηνικά και κοστούμια εποχής, διευρυμένα τοπία, πολυπρόσωπα πλάνα, μακρινές λήψεις και σπάνια κοντινά πλάνα, προσδίδοντας έτσι στο φιλμ την μπαρόκ ατμόσφαιρα που είναι το σήμα κατατεθέν σε πολλές ταινίες του (θυμηθείτε τον "Γατόπαρδο" ή τον "Αθώο").
Φυσικά το κυρίαρχο στοιχείο εδώ είναι ο έρωτας. Ο τρελός, παράλογος έρωτας, που αψηφά τα πάντα και μπορεί να φτάσει μέχρι το έγκλημα. Αυτό που καταγράφεται εδώ είναι το αυτοκαταστροφικό, το αδύνατο, το δραματικό στοιχείο του έρωτα, αυτό που τελικά οδηγεί στην παράνοια και όχι η τρυφερότητα ή η χαρά του. Και, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα βαρύτερα, μιλάμε για μονόπλευρο έρωτα και όχι αμοιβαίο. Φυσικά στο φόντο υπάρχει η ιστορική καταγραφή της εποχής, μια τοιχογραφία της ταραγμένης Ιταλίας των μέσων του 19ου αιώνα, όταν η χώρα πάσχιζε να αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Το δέσιμο αυτό του ιστορικού με το βαθύτατα προσωπικό και οι αλληλεπιδράσεις τους είναι, νομίζω, το νόημα του φιλμ.
Φυσικά - το είπαμε - πρόκειται για βαριά και μάλλον αργή ταινία, που όσο προχωρά οδεύει προς την απόλυτη κορύφωση του δράματος. Σίγουρα σήμερα δεν μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα από μεγάλο μέρος του κοινού, εθισμένου στη σύγχρονη ταχύτητα και την έντονη δράση του κυρίαρχου σινεμά των ημερών μας. Όσοι αποφασίσουν να το δουν, ας τα έχουν αυτά υπ' όψιν τους.
Βρισκόμαστε στα 1866, στα τελευταία της αυστριακής κατοχής της Ιταλίας. Η επανάσταση των ιταλών έχει ξεκινήσει και οι μάχες δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν. Μέσα στην αναταραχή μια ιταλίδα κόμισα ερωτεύεται παράφορα έναν γοητευτικό αυστριακό αξιωματικό και, για χάρη ενός ουσιαστικά αδύνατου έρωτα, δεν θα διστάσει να φτάσει ακόμα και στην προδοσία της πατρίδας της.
Η πρώτη μόλις σκηνή διαδραματίζεται κατά την παράσταση της όπερας του Βέρντι "Τροβατόρε", πράγμα που δηλώνει τη βαθιά αγάπη του σκηνοθέτη για τη μορφή αυτή τέχνης, όπως είπαμε και στην αρχή (ο ίδιος είχε ανεβάσει και αρκετές όπερες στη σκηνή). Ο Βισκόντι, μακριά πλέον από νεορεαλιστικά στοιχεία, όπως προείπαμε, χρησιμοποιεί βαριά σκηνικά και κοστούμια εποχής, διευρυμένα τοπία, πολυπρόσωπα πλάνα, μακρινές λήψεις και σπάνια κοντινά πλάνα, προσδίδοντας έτσι στο φιλμ την μπαρόκ ατμόσφαιρα που είναι το σήμα κατατεθέν σε πολλές ταινίες του (θυμηθείτε τον "Γατόπαρδο" ή τον "Αθώο").
Φυσικά το κυρίαρχο στοιχείο εδώ είναι ο έρωτας. Ο τρελός, παράλογος έρωτας, που αψηφά τα πάντα και μπορεί να φτάσει μέχρι το έγκλημα. Αυτό που καταγράφεται εδώ είναι το αυτοκαταστροφικό, το αδύνατο, το δραματικό στοιχείο του έρωτα, αυτό που τελικά οδηγεί στην παράνοια και όχι η τρυφερότητα ή η χαρά του. Και, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα βαρύτερα, μιλάμε για μονόπλευρο έρωτα και όχι αμοιβαίο. Φυσικά στο φόντο υπάρχει η ιστορική καταγραφή της εποχής, μια τοιχογραφία της ταραγμένης Ιταλίας των μέσων του 19ου αιώνα, όταν η χώρα πάσχιζε να αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Το δέσιμο αυτό του ιστορικού με το βαθύτατα προσωπικό και οι αλληλεπιδράσεις τους είναι, νομίζω, το νόημα του φιλμ.
Φυσικά - το είπαμε - πρόκειται για βαριά και μάλλον αργή ταινία, που όσο προχωρά οδεύει προς την απόλυτη κορύφωση του δράματος. Σίγουρα σήμερα δεν μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα από μεγάλο μέρος του κοινού, εθισμένου στη σύγχρονη ταχύτητα και την έντονη δράση του κυρίαρχου σινεμά των ημερών μας. Όσοι αποφασίσουν να το δουν, ας τα έχουν αυτά υπ' όψιν τους.
Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2014
ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΙΚΗΣ ΠΤΩΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΝΥΧΤΩΣΕΙ"
Ο Terence Young (1915-1994) παραμένει κυρίως γνωστός από μερικούς από τους πρώτους Τζέιμς Μποντ των 60ς με τον Σον Κόνερι. Κατά τη γνώμη μου όμως μια από τις καλύτερες ταινίες του είναι το "Wait Until Dark" (Περίμενε μέχρι να Νυχτώσει) του 1967 με την Ώντρεϊ Χέπμπορν, τον Άλαν Άρκιν και άλλους.
Μιλάμε για ένα αρχετυπικό θρίλερ δωματίου, από αυτά δηλαδή που ουσιαστικά διαδραματίζονται μέσα σε ένα διαμέρισμα και, παρ΄ όλ' αυτά, πιστέψτε με, δεν σε κάνουν να βαριέσαι ούτε λεπτό. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά - φαίνεται αυτό - βασίζεται σε θεατρικό έργο, το οποίο έχει ανέβει πολλές φορές (και στην Ελλάδα).
Η ηρωίδα είναι τυφλή εδώ κι ένα χρόνο, ενώ ο σύζυγός της είναι διάσημος φωτογράφος. Σε ένα ταξίδι του κάποιοι του φορτώνουν εν αγνοία του μια κούκλα γεμάτη ηρωίνη. Όταν η τυφλή κοπέλα μείνει μόνη στο σπίτι, θα γίνει στόχος μιας συμμορίας κακοποιών, οι οποίοι θα μπουν με διάφορους τρόπους στο διαμέρισμά της (άλλοτε βίαια κι άλλοτε με απάτη) , με σκοπό βέβαια να πάρουν την περίφημη κούκλα.
Προσωπικά θεωρώ το σασπένς της ταινίας πραγματικά υποδειγματικό. Ξεκινά με ένταση, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Η ένταση αυτή, η αγωνία, κλιμακώνονται διαρκώς με γεωμετρική πρόοδο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση. Στο μεταξύ οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς, ο θύτης γίνεται θύμα και αντίστροφα, το άγχος αυξάνεται, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα σχέδια, οι πλεκτάνες, οι ίντριγκες κι από τις δύο πλευρές (βλέπετε, η τυφλή είναι πολύ πιο έξυπνη απ' ότι κάποιοι νομίζουν) διαδέχονται η μία την άλλη με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ταυτόχρονα, λόγω του χώρου, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο έντονη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στα χνάρια του μεγάλου Χίτσκοκ, ο οποίος, θυμίζω, είχε κάνει παλιότερα εξαιρετικά θρίλερ δωματίου (αναφέρω πρόχειρα τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή τη "Θηλιά"). Κατά τη γνώμη μου έχουμε να κάνουμε με μια από τις καλύτερες χιτσκοκικές ταινίες που δεν γύρισε ο ίδιος ο Χίτσκοκ. Από την άλλη νομίζω ότι το φιλμ έχει επηρεάσει και μεταγενέστερα θρίλερ. Το δυνατό από τη φύση του μοτίβο της τυφλής κοπέλας, παγιδευμένης σε κλειστό χώρο, που έχει να αντιμετωπίσει μια αυξανόμενη απειλή, θα το ξαναβρούμε, ας πούμε, στο "Manhunter" του Μάικλ Μαν.
Ξεχνώντας πάντως επιρροές και επιδράσεις, σας καλώ, πολύ απλά, να απολαύσετε ένα από τα πιο δυνατά και έξυπνα θρίλερ.
Μιλάμε για ένα αρχετυπικό θρίλερ δωματίου, από αυτά δηλαδή που ουσιαστικά διαδραματίζονται μέσα σε ένα διαμέρισμα και, παρ΄ όλ' αυτά, πιστέψτε με, δεν σε κάνουν να βαριέσαι ούτε λεπτό. Ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά - φαίνεται αυτό - βασίζεται σε θεατρικό έργο, το οποίο έχει ανέβει πολλές φορές (και στην Ελλάδα).
Η ηρωίδα είναι τυφλή εδώ κι ένα χρόνο, ενώ ο σύζυγός της είναι διάσημος φωτογράφος. Σε ένα ταξίδι του κάποιοι του φορτώνουν εν αγνοία του μια κούκλα γεμάτη ηρωίνη. Όταν η τυφλή κοπέλα μείνει μόνη στο σπίτι, θα γίνει στόχος μιας συμμορίας κακοποιών, οι οποίοι θα μπουν με διάφορους τρόπους στο διαμέρισμά της (άλλοτε βίαια κι άλλοτε με απάτη) , με σκοπό βέβαια να πάρουν την περίφημη κούκλα.
Προσωπικά θεωρώ το σασπένς της ταινίας πραγματικά υποδειγματικό. Ξεκινά με ένταση, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Η ένταση αυτή, η αγωνία, κλιμακώνονται διαρκώς με γεωμετρική πρόοδο μέχρι τη συγκλονιστική κορύφωση. Στο μεταξύ οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν συνεχώς, ο θύτης γίνεται θύμα και αντίστροφα, το άγχος αυξάνεται, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα σχέδια, οι πλεκτάνες, οι ίντριγκες κι από τις δύο πλευρές (βλέπετε, η τυφλή είναι πολύ πιο έξυπνη απ' ότι κάποιοι νομίζουν) διαδέχονται η μία την άλλη με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ταυτόχρονα, λόγω του χώρου, η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο έντονη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στα χνάρια του μεγάλου Χίτσκοκ, ο οποίος, θυμίζω, είχε κάνει παλιότερα εξαιρετικά θρίλερ δωματίου (αναφέρω πρόχειρα τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή τη "Θηλιά"). Κατά τη γνώμη μου έχουμε να κάνουμε με μια από τις καλύτερες χιτσκοκικές ταινίες που δεν γύρισε ο ίδιος ο Χίτσκοκ. Από την άλλη νομίζω ότι το φιλμ έχει επηρεάσει και μεταγενέστερα θρίλερ. Το δυνατό από τη φύση του μοτίβο της τυφλής κοπέλας, παγιδευμένης σε κλειστό χώρο, που έχει να αντιμετωπίσει μια αυξανόμενη απειλή, θα το ξαναβρούμε, ας πούμε, στο "Manhunter" του Μάικλ Μαν.
Ξεχνώντας πάντως επιρροές και επιδράσεις, σας καλώ, πολύ απλά, να απολαύσετε ένα από τα πιο δυνατά και έξυπνα θρίλερ.
Σάββατο, Ιουλίου 05, 2014
Η "ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ" ΚΑΙ Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΙς ΣΧΕΣΕΙΣ
Στα 1963 ο Jean-Luc Godard στην ακμή του (προσωπικά μ' αρέσει μόνο η δεκαετία του 60 του ανατρεπτικού δημιουργού), γυρίζει την "Περιφρόνηση" (Le mepris) με μια εκθαμβωτική, σέξι Μπριζίτ Μπαρντό στον βασικό ρόλο. Η ταινία αποτελεί ένα ταυτόχρονο στοχασμό τόσο για τις σχέσεις των δύο φύλων όσο και για τον ίδιο τον κινηματογράφο.
Ο Φριτς Λανγκ παίζει τον εαυτό του. Είναι ο σκηνοθέτης που γυρίζει μια σύγχρονη (του 1963 δηλαδή) Οδύσσεια. Ο Τζακ Πάλανς είναι ο αμερικάνος παραγωγός που προσπαθεί να οδηγήσει τον σκηνοθέτη σε πιο εμπορικούς δρόμους και να τον απομακρύνει από το προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ο Μισέλ Πικολί είναι ο σεναριογράφος που καλείται να μετατρέψει το αρχικό σενάριο σε κάτι εμπορικότερο.Ο τελευταίος "προσφέρει" ουσιαστικά την όμορφη σύζυγό του στον παραγωγό για να κερδίσει ικανοποιητικότερη αμοιβή. Από εκεί και πέρα όμως οι σχέσεις με τη γυναίκα του (όπως είναι μάλλον αναμενόμενο) αρχίζουν να διαβρώνονται.
Νομίζω ότι ο αισθηματικός προβληματισμός του φιλμ είναι μάλλον προφανής. Αν προσπαθήσεις να "πουλήσεις" σε κάποιον αυτή που αγαπάς, εκείνη μάλλον θα σε περιφρονήσει. Από την άλλη ο προβληματισμός για την τέχνη του σινεμά είναι ίσως πιο ενδιαφέρων και διερευνά τη διττή φύση του ίδιου του κινηματογράφου: Με το ένα πόδι πατά στην τέχνη και με το άλλο στη βιομηχανία και την προσπάθεια δημιουργίας οικονομικού κέρδους. Κι αυτά τα δύο σκέλη πάμπολλες φορές συνυπάρχουν.Ο Λανγκ και ο παραγωγός είναι οι αρχετυπικές φιγούρες που δίνουν σάρκα και οστά στο τυπικό αυτό δίπολο.
Από εκεί και πέρα το φιλμ περιέχει την κλασική "πολυλογία" του Γκοντάρ: Μακρές συζητήσεις του ζεύγους (μεγάλο μέρος του είναι γυρισμένο μέσα στο διαμέρισμά τους), αλλά και των εμπλεκόμενων στην "Οδύσσεια" για τη φύση της τέχνης και του κινηματογράφου. Περιέχει ακόμα μια περιήγηση στα παρηκμασμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ιταλία, μια εκθαμβωτική βίλα σε τοποθεσία που κόβει την ανάσα στο Τίβολι στο δεύτερο μέρος του και, βέβαια, την σεξουαλικότερη ίσως Μπριζίτ Μπαρντό σε αρκετές γυμνές σκηνές.
Υπάρχουν άλλες ταινίες του Γκοντάρ (των 60ς πάντοτε), που μου αρέσουν περισσότερο. Ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική γνώμη. Η "Περιφρόνηση" σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της ανατρεπτικής προσωπικότητας του δημιουργού που έφερε τα πάνω κάτω στο σινεμά στην πρώτη του δημιουργική περίοδο. Αν και το συγκεκριμένο φιλμ είναι σαφώς λιγότερο ανατρεπτικό από άλλες του ταινίες της ίδιας δεκαετίας.
Ο Φριτς Λανγκ παίζει τον εαυτό του. Είναι ο σκηνοθέτης που γυρίζει μια σύγχρονη (του 1963 δηλαδή) Οδύσσεια. Ο Τζακ Πάλανς είναι ο αμερικάνος παραγωγός που προσπαθεί να οδηγήσει τον σκηνοθέτη σε πιο εμπορικούς δρόμους και να τον απομακρύνει από το προσωπικό του καλλιτεχνικό όραμα. Ο Μισέλ Πικολί είναι ο σεναριογράφος που καλείται να μετατρέψει το αρχικό σενάριο σε κάτι εμπορικότερο.Ο τελευταίος "προσφέρει" ουσιαστικά την όμορφη σύζυγό του στον παραγωγό για να κερδίσει ικανοποιητικότερη αμοιβή. Από εκεί και πέρα όμως οι σχέσεις με τη γυναίκα του (όπως είναι μάλλον αναμενόμενο) αρχίζουν να διαβρώνονται.
Νομίζω ότι ο αισθηματικός προβληματισμός του φιλμ είναι μάλλον προφανής. Αν προσπαθήσεις να "πουλήσεις" σε κάποιον αυτή που αγαπάς, εκείνη μάλλον θα σε περιφρονήσει. Από την άλλη ο προβληματισμός για την τέχνη του σινεμά είναι ίσως πιο ενδιαφέρων και διερευνά τη διττή φύση του ίδιου του κινηματογράφου: Με το ένα πόδι πατά στην τέχνη και με το άλλο στη βιομηχανία και την προσπάθεια δημιουργίας οικονομικού κέρδους. Κι αυτά τα δύο σκέλη πάμπολλες φορές συνυπάρχουν.Ο Λανγκ και ο παραγωγός είναι οι αρχετυπικές φιγούρες που δίνουν σάρκα και οστά στο τυπικό αυτό δίπολο.
Από εκεί και πέρα το φιλμ περιέχει την κλασική "πολυλογία" του Γκοντάρ: Μακρές συζητήσεις του ζεύγους (μεγάλο μέρος του είναι γυρισμένο μέσα στο διαμέρισμά τους), αλλά και των εμπλεκόμενων στην "Οδύσσεια" για τη φύση της τέχνης και του κινηματογράφου. Περιέχει ακόμα μια περιήγηση στα παρηκμασμένα στούντιο της Τσινετσιτά στην Ιταλία, μια εκθαμβωτική βίλα σε τοποθεσία που κόβει την ανάσα στο Τίβολι στο δεύτερο μέρος του και, βέβαια, την σεξουαλικότερη ίσως Μπριζίτ Μπαρντό σε αρκετές γυμνές σκηνές.
Υπάρχουν άλλες ταινίες του Γκοντάρ (των 60ς πάντοτε), που μου αρέσουν περισσότερο. Ωστόσο αυτό παραμένει προσωπική γνώμη. Η "Περιφρόνηση" σίγουρα αποτελεί χαρακτηριστικό μέρος της ανατρεπτικής προσωπικότητας του δημιουργού που έφερε τα πάνω κάτω στο σινεμά στην πρώτη του δημιουργική περίοδο. Αν και το συγκεκριμένο φιλμ είναι σαφώς λιγότερο ανατρεπτικό από άλλες του ταινίες της ίδιας δεκαετίας.
Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2014
ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ
"Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου" βασίζονται σε βιβλίο της εξαιρετικής Patricia Highsmith, όπως αρκετές άλλες γνωστές ταινίες από την εποχή ήδη του "Άγνωστου του Τρένου" του Χίτσκοκ (1951). Γυρίστηκε το 2014 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του σεναριογράφου Hossein Amini.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό, αστυνομικό θρίλερ (προφανώς, για Highsmith μιλάμε) που διαθέτει και ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, καθώς το μεγαλύτερο μέρος είναι γυρισμένο στη χώρα μας.
Βρισκόμαστε στα 1962. Ένα ζευγάρι αμερικανών τουριστών περιφέρεται στην Αθήνα του τότε, ανεβαίνει στην Ακρόπολη, περιπλανιέται στο Μοναστηράκι. Κάπου εκεί θα γνωρίσουν έναν αμερικανό ξεναγό - και μικροαπατεώνα - που ζει στην Αθήνα. Σύντομα οι σχέσεις των τριών θα μπερδευτούν, τόσο συναισθηματικά όσο και οικονομικά. Όταν ο σύζυγος αποδεικνύεται ότι είναι καταζητούμενος και μετά από μια ολέθρια πράξη, ο ξεναγός προσφέρεται να τους βοηθήσει και το τρίο (με το ζεύγος ήδη κυνηγημένο) καταφεύγει στην Κρήτη. Τα γεγονότα θα γίνονται όλο και δραματικότερα, έως την τελική σκηνή στην Κωνσταντινούπολη.
Βρήκα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει την ατμόσφαιρα αρκετών πραγμάτων: Πρώτα - πρώτα υπάρχει μια πολύ προσεγμένη απόδοση της Ελλάδας του 1962. Θεωρώ την αναπαράσταση πολύ πετυχημένη. Έπειτα υπάρχει το πνιγηρό, ενίοτε κλειστοφοβικό κλίμα, που δημιουργείται τόσο κυριολεκτικά, από την καλοκαιριάτικη ζέστη καθ' εαυτή, όσο και ψυχολογικά, από τα διαρκώς κλιμακούμενα γεγονότα. Έπειτα νομίζω ότι οι διφορούμενες προσωπικότητες των ηρώων (των δύο ανδρών κυρίως) και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους και όχι μόνο δίνονται πολύ καλά. Ίσως κάποιοι να παρατηρήσουν ότι λείπει κάπως η δράση. Αυτό όμως για μένα δεν αποτελεί μειονέκτημα, αφού μιλάμε για τον ορισμό του ψυχολογικού θρίλερ και όχι του θρίλερ δράσης. Ωστόσο το σασπένς νομίζω ότι υπάρχει - και κλιμακώνεται μάλιστα - αφού η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη και η "θηλιά" σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από τους πρωταγωνιστές. Από τους οποίους, σημειωτέον, θα ξεχωρίσω τον Vigo Mortensen.
Προσωπικά λοιπόν - λόγω κυρίως του πολυεπίπεδου των σχέσεων - μου άρεσε, δίχως να το θεωρώ βέβαια αριστούργημα. Περιμένω την επόμενη ταινία του Amini.
Πρόκειται για ένα ψυχολογικό, αστυνομικό θρίλερ (προφανώς, για Highsmith μιλάμε) που διαθέτει και ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, καθώς το μεγαλύτερο μέρος είναι γυρισμένο στη χώρα μας.
Βρισκόμαστε στα 1962. Ένα ζευγάρι αμερικανών τουριστών περιφέρεται στην Αθήνα του τότε, ανεβαίνει στην Ακρόπολη, περιπλανιέται στο Μοναστηράκι. Κάπου εκεί θα γνωρίσουν έναν αμερικανό ξεναγό - και μικροαπατεώνα - που ζει στην Αθήνα. Σύντομα οι σχέσεις των τριών θα μπερδευτούν, τόσο συναισθηματικά όσο και οικονομικά. Όταν ο σύζυγος αποδεικνύεται ότι είναι καταζητούμενος και μετά από μια ολέθρια πράξη, ο ξεναγός προσφέρεται να τους βοηθήσει και το τρίο (με το ζεύγος ήδη κυνηγημένο) καταφεύγει στην Κρήτη. Τα γεγονότα θα γίνονται όλο και δραματικότερα, έως την τελική σκηνή στην Κωνσταντινούπολη.
Βρήκα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει την ατμόσφαιρα αρκετών πραγμάτων: Πρώτα - πρώτα υπάρχει μια πολύ προσεγμένη απόδοση της Ελλάδας του 1962. Θεωρώ την αναπαράσταση πολύ πετυχημένη. Έπειτα υπάρχει το πνιγηρό, ενίοτε κλειστοφοβικό κλίμα, που δημιουργείται τόσο κυριολεκτικά, από την καλοκαιριάτικη ζέστη καθ' εαυτή, όσο και ψυχολογικά, από τα διαρκώς κλιμακούμενα γεγονότα. Έπειτα νομίζω ότι οι διφορούμενες προσωπικότητες των ηρώων (των δύο ανδρών κυρίως) και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους και όχι μόνο δίνονται πολύ καλά. Ίσως κάποιοι να παρατηρήσουν ότι λείπει κάπως η δράση. Αυτό όμως για μένα δεν αποτελεί μειονέκτημα, αφού μιλάμε για τον ορισμό του ψυχολογικού θρίλερ και όχι του θρίλερ δράσης. Ωστόσο το σασπένς νομίζω ότι υπάρχει - και κλιμακώνεται μάλιστα - αφού η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη και η "θηλιά" σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από τους πρωταγωνιστές. Από τους οποίους, σημειωτέον, θα ξεχωρίσω τον Vigo Mortensen.
Προσωπικά λοιπόν - λόγω κυρίως του πολυεπίπεδου των σχέσεων - μου άρεσε, δίχως να το θεωρώ βέβαια αριστούργημα. Περιμένω την επόμενη ταινία του Amini.
Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2014
WORLD ON A WIRE: ΟΤΑΝ Ο ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ ΕΚΑΝΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Ο γερμανός Reiner Werner Fassbinder (1945-1982), παρά τα λίγα χρόνια που έζησε, υπήρξε παραγωγικότατος αφήνοντας πίσω του ένα ογκώδες έργο, τόσο για το σινεμά όσο και για την τηλεόραση. Προσωπικά αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη του "Welt am Draht" (World on a Wire) του 1973. Στην πραγματικότητα πρόσκειται για μια μίνι τηλεοπτική σειρά, η οποία όμως βλέπεται κανονικότατα και σαν ταινία. Το παράξενο (για τον Φασμπίντερ) είναι ότι πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, βασισμένο μάλιστα σε διήγημα γνωστού συγραφέα του είδους, του Daniel Galouye με αυθεντικό τίτλο "Simulacron-3", που θυμίζει θα έλεγα το κλίμα των κειμένων του Φίλιπ Ντικ.
Σε ένα κοντινό μέλλον μια μεγάλη εταιρία πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός υπερ κομπιούτερ, "μέσα" στο οποίο δημιουργεί μια ολόκληρη "κοινωνία" ανθρώπων - ψηφιακών μονάδων κατ' εικόνα και ομοίωση της δικής μας κοινωνίας. Πώς εμπλέκεται με όλο αυτό ο διευθυντής του προγράμματος και ήρωας της ταινίας και τι ακριβώς έχει συμβεί με τον θάνατο του προηγούμενου διευθυντή;
Το πρώτο που παρατηρούμε στο φιλμ είναι το απόλυτο στυλιζάρισμά του, κάτι συνηθισμένο στο έργο του Φασμπίντερ. Με το μεγαλύτερο μέρος να διαδραματίζεται σε υπερμοντέρνα, ψυχρά γραφεία εταιριών, φτιαγμένα θαρρείς από γιαλί και ατσάλι, δίνει έμφαση ακριβώς στην ψυχρότητα του μελλοντικού αυτού υπερ-τεχνολογικού κόσμου. Την ψυχρότητα αυτή διακρίνεις ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις (ή, αν προτιμάτε, κυρίως σ' αυτές).Οι ηθοποιοί παίζουν επίσης στυλιζαρισμένα και έτσι είναι και η όλη τους παρουσία. Συχνά παίρνουν απίθανες, παγωμένες θαρρείς στο χρόνο θεατρικές πόζες, πράγμα αναμενόμενο, αφού η θεατρικότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του έργου του δημιουργού. Σήμερα βεβαίως η ατμόσφαιρα των 70ς είναι κάτι παραπάνω απο εμφανής, ωστόσο η θεατρικότητα παραμένει βασικό στοιχείο.
Το φιλμ δεν βασίζεται στη δράση ή στο θέαμα (κάθε άλλο μάλιστα). Περισσότερο στατικό και διαλογικό, δίνει έμφαση στο φιλοσοφικό στοιχείο, στον προβληματισμό για τη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας, φυσικής και τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργού και δημιουργήματος. Αρκετά πριν το Blade Runner ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι το πόσο "άνθρωπος" και πόσα δικαιώματα έχει ένα δημιούργημα του ανθρώπου;
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει σαν ταινία. Σίγουρα θα ξενίσει τους φίλους της σύγχρονης, βασισμένης στα εφέ ΕΦ. Πρόκειται περισσότερο για ταινία προβληματισμού. Μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο, κυρίως λόγω της ψυχρής, απόκοσμης ατμόσφαιρας που δημιουργεί το στιλ του Φασμπίντερ.
Σε ένα κοντινό μέλλον μια μεγάλη εταιρία πειραματίζεται με τη δημιουργία ενός υπερ κομπιούτερ, "μέσα" στο οποίο δημιουργεί μια ολόκληρη "κοινωνία" ανθρώπων - ψηφιακών μονάδων κατ' εικόνα και ομοίωση της δικής μας κοινωνίας. Πώς εμπλέκεται με όλο αυτό ο διευθυντής του προγράμματος και ήρωας της ταινίας και τι ακριβώς έχει συμβεί με τον θάνατο του προηγούμενου διευθυντή;
Το πρώτο που παρατηρούμε στο φιλμ είναι το απόλυτο στυλιζάρισμά του, κάτι συνηθισμένο στο έργο του Φασμπίντερ. Με το μεγαλύτερο μέρος να διαδραματίζεται σε υπερμοντέρνα, ψυχρά γραφεία εταιριών, φτιαγμένα θαρρείς από γιαλί και ατσάλι, δίνει έμφαση ακριβώς στην ψυχρότητα του μελλοντικού αυτού υπερ-τεχνολογικού κόσμου. Την ψυχρότητα αυτή διακρίνεις ακόμα και στις ανθρώπινες σχέσεις (ή, αν προτιμάτε, κυρίως σ' αυτές).Οι ηθοποιοί παίζουν επίσης στυλιζαρισμένα και έτσι είναι και η όλη τους παρουσία. Συχνά παίρνουν απίθανες, παγωμένες θαρρείς στο χρόνο θεατρικές πόζες, πράγμα αναμενόμενο, αφού η θεατρικότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του έργου του δημιουργού. Σήμερα βεβαίως η ατμόσφαιρα των 70ς είναι κάτι παραπάνω απο εμφανής, ωστόσο η θεατρικότητα παραμένει βασικό στοιχείο.
Το φιλμ δεν βασίζεται στη δράση ή στο θέαμα (κάθε άλλο μάλιστα). Περισσότερο στατικό και διαλογικό, δίνει έμφαση στο φιλοσοφικό στοιχείο, στον προβληματισμό για τη σχέση ανθρώπου και τεχνολογίας, φυσικής και τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργού και δημιουργήματος. Αρκετά πριν το Blade Runner ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι το πόσο "άνθρωπος" και πόσα δικαιώματα έχει ένα δημιούργημα του ανθρώπου;
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει σαν ταινία. Σίγουρα θα ξενίσει τους φίλους της σύγχρονης, βασισμένης στα εφέ ΕΦ. Πρόκειται περισσότερο για ταινία προβληματισμού. Μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο, κυρίως λόγω της ψυχρής, απόκοσμης ατμόσφαιρας που δημιουργεί το στιλ του Φασμπίντερ.
Κυριακή, Ιουνίου 29, 2014
ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ "6η ΑΙΣΘΗΣΗ"
Το 1999 ο ινδικής καταγωγής M. Night Shyamalan γυρίζει την τρίτη του ταινία, που μέχρι σήμερα νομίζω ότι παραμένει η καλύτερη και γνωστότερή του (μεταξύ μας τώρα κάποιες από τις επόμενες πραγματικά δεν βλέπονται): Την περίφημη "6η Α'ισθηση", ένα μεταφυσικό θρίλερ που μέχρι τις μέρες μας παραμένει εμβληματικό στο είδος του και έχει γίνει ουσιαστικά μέρος της καθημερινής ποπ κουλτούρας (ατάκες, ανέκδοτα με το τέλος κλπ.)
Η αλήθεια είναι ότι τεράστιο μέρος της φήμης και της επιτυχιας του βασίζεται όντως στο απόλυτα ανατρεπτικό τέλος, το οποίο παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς με μια φράση - spoiler μπορείς κυριολεκτικά να καταστρέψεις την θέαση του φιλμ (και φυσικά, παρά το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κινηματογραφόφιλων γνωρίζουν αυτό το τέλος, δεν είμαι εγώ που θα σας αποκαλύψω αυτή τη φράση). Ωστόσο παρακολουθώντας ξανά την ταινία, διαπίστωσα ότι γενικότερα είναι εξαιρετικά καλοχτισμένη και ατμοσφαιρική και αιχμαλωτίζει σε όλη της τη διάρκεια το ενδιαφέρον του θεατή.
Ο Μπρους Γουίλις είναι παιδοψυχολόγος. Την ευτυχισμένη του οικογενειακή ζωή σκιάζει μόνο μια παλιά περίπτωση τραγικής του αποτυχίας με ένα παιδί, το οποίο, μεγαλώνοντας, θα δημιουργήσει εφιαλτική κατάσταση στο σπίτι του γιατρού. Όταν καλείται να αντιμετωπίσει την περίπτωση ενός άλλου παιδιού, ο ήρωας βλέπει την ευκαιρία να επουλώσει το τραύμα του και να επανορθώσει κατά κάποιο τρόπο την παλιά του αποτυχία. Όμως εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς σιγά - σιγά αρχίζει να εισχωρεί στο χώρο του μεταφυσικού...
Η ατμόσφαιρα του φιλμ δομείται σταδιακά, σκηνή - σκηνή, και γίνεται όλο και πιο υποβλητική και, σε κάποια σημεία, πραγματικά τρομακτική. Το εδιαφέρον είναι ότι ο θεατής δεν το καταλαβαίνει αρχικά, σιγά - σιγά όμως βρίσκει τον εαυτό του να αγωνιά όλο και πιο πολύ με τα τεκταινόμενα (αυτό τουλάχιστον συνέβει με μένα). Εξ άλλου πρόκειται για το "χαμηλότονο" - και ίσως γι' αυτό πιο τρομαχτικό τελικά - είδος θρίλερ που προσωπικά μου αρέσει. Η περίφημη αποκάλυψη στο τέλος προκαλεί πραγματικά ανατριχίλα και αποτελεί το "κερασάκι στην τούρτα". Μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με τη σπάνια περίπτωση όπου το κερασάκι αυτό έχει σχεδόν το ίδιο βάρος με την τούρτα καθ εαυτή... Κατά βάθος πάντως, αν το εξετάσετε καλύτερα, πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία (όσο κι αν φαίνεται παράδοξο), που τελικά προτείνει ένα ασυνήθιστο είδος λύτρωσης.
Κρίμα που ο Σιάμαλαν δεν επανέλαβε ποτέ κάτι τόσο καλό.
Η αλήθεια είναι ότι τεράστιο μέρος της φήμης και της επιτυχιας του βασίζεται όντως στο απόλυτα ανατρεπτικό τέλος, το οποίο παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς με μια φράση - spoiler μπορείς κυριολεκτικά να καταστρέψεις την θέαση του φιλμ (και φυσικά, παρά το ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κινηματογραφόφιλων γνωρίζουν αυτό το τέλος, δεν είμαι εγώ που θα σας αποκαλύψω αυτή τη φράση). Ωστόσο παρακολουθώντας ξανά την ταινία, διαπίστωσα ότι γενικότερα είναι εξαιρετικά καλοχτισμένη και ατμοσφαιρική και αιχμαλωτίζει σε όλη της τη διάρκεια το ενδιαφέρον του θεατή.
Ο Μπρους Γουίλις είναι παιδοψυχολόγος. Την ευτυχισμένη του οικογενειακή ζωή σκιάζει μόνο μια παλιά περίπτωση τραγικής του αποτυχίας με ένα παιδί, το οποίο, μεγαλώνοντας, θα δημιουργήσει εφιαλτική κατάσταση στο σπίτι του γιατρού. Όταν καλείται να αντιμετωπίσει την περίπτωση ενός άλλου παιδιού, ο ήρωας βλέπει την ευκαιρία να επουλώσει το τραύμα του και να επανορθώσει κατά κάποιο τρόπο την παλιά του αποτυχία. Όμως εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά, καθώς σιγά - σιγά αρχίζει να εισχωρεί στο χώρο του μεταφυσικού...
Η ατμόσφαιρα του φιλμ δομείται σταδιακά, σκηνή - σκηνή, και γίνεται όλο και πιο υποβλητική και, σε κάποια σημεία, πραγματικά τρομακτική. Το εδιαφέρον είναι ότι ο θεατής δεν το καταλαβαίνει αρχικά, σιγά - σιγά όμως βρίσκει τον εαυτό του να αγωνιά όλο και πιο πολύ με τα τεκταινόμενα (αυτό τουλάχιστον συνέβει με μένα). Εξ άλλου πρόκειται για το "χαμηλότονο" - και ίσως γι' αυτό πιο τρομαχτικό τελικά - είδος θρίλερ που προσωπικά μου αρέσει. Η περίφημη αποκάλυψη στο τέλος προκαλεί πραγματικά ανατριχίλα και αποτελεί το "κερασάκι στην τούρτα". Μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με τη σπάνια περίπτωση όπου το κερασάκι αυτό έχει σχεδόν το ίδιο βάρος με την τούρτα καθ εαυτή... Κατά βάθος πάντως, αν το εξετάσετε καλύτερα, πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία (όσο κι αν φαίνεται παράδοξο), που τελικά προτείνει ένα ασυνήθιστο είδος λύτρωσης.
Κρίμα που ο Σιάμαλαν δεν επανέλαβε ποτέ κάτι τόσο καλό.
Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2014
ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ "ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ"
Ο Τομ Κρουζ (τον οποίο σε γενικές γραμμές μάλλον αντιπαθώ), καταφέρνει ωστόσο να παίζει σε αν μη τι άλλο αξιοπρεπή blogbuster δράσης και - πολύ συχνά - επιστημονικής φαντασίας. Σ' αυτό το είδος ανήκει και το "Edge of Tomorrow" (Στα Όρια του Αύριο) που γύρισε το 2014 ο συνήθως καλός σε περιπέτειες Doug Liman.
Τι έχουμε εδώ; Τη "Μέρα της Μαρμότας" σε "σοβαρή", βίαιη και περιπετειώδη βερσιόν. Ανηλεείς (και χταποδοειδείς) εξωγήινοι εισβολείς έχουν σχεδόν διαλύσει τον πλανήτη. Ο ήρωας στέλνεται να πολεμήσει σε μις επιχείρηση που είναι το αντίστοιχο της απόβασης στη Νορμανδία, ένα αληθινό σφαγείο, και πεθαίνει την πρώτη κιόλας μέρα. Προς μεγάλη όμως έκπληξη του ίδιου, αμέσως ξαναζωντανεύει στην ίδια χρονική στιγμή του πρωινού της προηγούμενης μέρας. Σύντομα αντιλαμβάνεται λοιπόν ότι ουσιαστικά ζει ξανά και ξανά την ίδια μέρα σε μια αέναη λούπα. Κάθε φορά που πεθαίνει ξαναβρίσκεται στο ίδιο αυτό πρωινό, κουβαλώντας όμως τις αναμνήσεις όσων έζησε στις συνεχείς αυτές επαναλήψεις. Έτσι μπορεί να καταστρώσει τη στρατηγική του, αφού ξέρει πολύ καλά τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή και έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει διαφορετικά. Ως πού μπορεί να οδηγήσει αυτό, όταν μάλιστα έχει τη βοήθεια μιας ηρωίδας του πολέμου, την οποία όλοι σέβονται;
Εντάξει, η ταινία διαθέτει προφανώς δράση και είναι καλογυρισμένη - αυτό μας έλειπε, να μην είναι - ωστόσο, όσο κι αν το ενδιαφέρον ανανεώνεται υποτίθεται με τα όσα συμβαίνουν κάθε - ίδια, αλλά και εντελώς διαφορετική ταυτόχρονα - μέρα, το δικό μου εξαντλήθηκε μάλλον σύντομα. Ναι κάθε μέρα, χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες της προηγούμενης, οι ήρωες προχωράνε ένα βήμα πιο πέρα και δοκιμάζουν μια νέα εκδοχή. Ωστόσο όλο αυτό δεν έπαυε να μου θυμίζει πίστες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, όπου κάθε φορά προχωράς λίγο και μετά "πεθαίνεις" και ξαναρχίζεις την επόμενη παρτίδα για να κερδίσεις μια ακόμα πίστα και να "ξαναπεθάνεις"... Ομολογώ ότι παρά την συχνά καταιγιστική πολεμική δράση βαρέθηκα.
Όχι, δεν είναι κακή ταινία για blogbuster του είδους και σίγουρα διαθέτει μια ασυνήθιστη (ξαναχρησιμοποιημένη πάντως) ιδέα. Σίγουρα επίσης θα αρέσει σε φανς του συνδυασμού πολεμικού- επιστημονικής φαντασίας φιλμ. Εμένα πάντως με κούρασε.
ΥΓ: Παρά τη γκρίνια μου εκτιμώ την επιμονή του Κρουζ να διαλέγει περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας. Το "Oblivion" μάλιστα μου είχε αρέσει κιόλας.
Τι έχουμε εδώ; Τη "Μέρα της Μαρμότας" σε "σοβαρή", βίαιη και περιπετειώδη βερσιόν. Ανηλεείς (και χταποδοειδείς) εξωγήινοι εισβολείς έχουν σχεδόν διαλύσει τον πλανήτη. Ο ήρωας στέλνεται να πολεμήσει σε μις επιχείρηση που είναι το αντίστοιχο της απόβασης στη Νορμανδία, ένα αληθινό σφαγείο, και πεθαίνει την πρώτη κιόλας μέρα. Προς μεγάλη όμως έκπληξη του ίδιου, αμέσως ξαναζωντανεύει στην ίδια χρονική στιγμή του πρωινού της προηγούμενης μέρας. Σύντομα αντιλαμβάνεται λοιπόν ότι ουσιαστικά ζει ξανά και ξανά την ίδια μέρα σε μια αέναη λούπα. Κάθε φορά που πεθαίνει ξαναβρίσκεται στο ίδιο αυτό πρωινό, κουβαλώντας όμως τις αναμνήσεις όσων έζησε στις συνεχείς αυτές επαναλήψεις. Έτσι μπορεί να καταστρώσει τη στρατηγική του, αφού ξέρει πολύ καλά τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή και έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει διαφορετικά. Ως πού μπορεί να οδηγήσει αυτό, όταν μάλιστα έχει τη βοήθεια μιας ηρωίδας του πολέμου, την οποία όλοι σέβονται;
Εντάξει, η ταινία διαθέτει προφανώς δράση και είναι καλογυρισμένη - αυτό μας έλειπε, να μην είναι - ωστόσο, όσο κι αν το ενδιαφέρον ανανεώνεται υποτίθεται με τα όσα συμβαίνουν κάθε - ίδια, αλλά και εντελώς διαφορετική ταυτόχρονα - μέρα, το δικό μου εξαντλήθηκε μάλλον σύντομα. Ναι κάθε μέρα, χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες της προηγούμενης, οι ήρωες προχωράνε ένα βήμα πιο πέρα και δοκιμάζουν μια νέα εκδοχή. Ωστόσο όλο αυτό δεν έπαυε να μου θυμίζει πίστες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, όπου κάθε φορά προχωράς λίγο και μετά "πεθαίνεις" και ξαναρχίζεις την επόμενη παρτίδα για να κερδίσεις μια ακόμα πίστα και να "ξαναπεθάνεις"... Ομολογώ ότι παρά την συχνά καταιγιστική πολεμική δράση βαρέθηκα.
Όχι, δεν είναι κακή ταινία για blogbuster του είδους και σίγουρα διαθέτει μια ασυνήθιστη (ξαναχρησιμοποιημένη πάντως) ιδέα. Σίγουρα επίσης θα αρέσει σε φανς του συνδυασμού πολεμικού- επιστημονικής φαντασίας φιλμ. Εμένα πάντως με κούρασε.
ΥΓ: Παρά τη γκρίνια μου εκτιμώ την επιμονή του Κρουζ να διαλέγει περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας. Το "Oblivion" μάλιστα μου είχε αρέσει κιόλας.
Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2014
ΣΟΚΑΡΙΣΤΙΚΟ "ΜΑΥΡΟ ΨΩΜΙ"
Προφανώς σχεδόν κάθε φορά που γράφω για ταινία του σύγχρονου ισπανικού σινεμά θα αναφέρομαι στη σχολή που έχει δημιουργηθεί εκεί : Σκοτεινές ιστορίες (συχνά φανταστικές), παιδιά ήρωες, πολιτικές προεκτάσεις (συνήθως σε σχέση με τον τραυματικό εμφύλιο και τον εφιαλτικό φασισμό που ακολούθησε). Και ιδιαίτερη, ανησυχητική ατμόσφαιρα.
Το "Μαύρο Ψωμί" (Pa Negre) που γύρισε το 2010 ο Agusti Villaronga δεν ξεφεύγει από τις γενικές αυτές γραμμές. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία του φανταστικού (αν και αιωρείται η ύπαρξη ενός φαντάσματος, που είναι βέβαια ένας θρύλος της περιοχής). Βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του 40 στη φτωχή επαρχία μετά τη φασιστική επικράτηση. Παρακολουθούμε την ιστορία ενός παιδιού, το οποίο ανακαλύπτει στο δάσος τα πτώματα δύο άγρια δολοφονημένων (ο ένας παιδί επίσης). Από εκεί και πέρα τα ένοχα, συγκλονιστικά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύτονται το ένα μετά το άλλο, μέχρι τη σοκαριστική πραγματικά κατάληξη.
Ταυτόχρονα ταινία ενηλικίωσης (άγριας και βίαιης), μπλέκει το σασπένς με την στηλίτευση της φριχτής πολιτικής κατάστασης, την αβάσταχτη φτώχεια και την αδικία του κόσμου και τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα με το καταπιεστικό περιβάλλον της σκοτεινής επαρχίας, δημιουργώντας έτσι ένα πραγματικά πολυεπίπεδο δράμα. Η ιστορία έχει μια ασυνήθιστη πλευρά: Συνήθως, ακόμα και σε πιο πολύπλοκες ταινίες από τα αβαθή ψυχολογικά χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ (άσχετο αν μερικά απ' αυτά είναι διασκεδαστικά), υπάρχει διαχωρισμός καλού - κακού. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο άγρια και ωμά: Όπως θα αντιληφτείτε όσο προχωρά το φιλμ, κανείς δεν είναι αθώος. Όλοι, μα όλοι, κρύβουν βρώμικα ή/και φριχτά μυστικά. Οι ανατροπές καραδοκούν σε κάθε "γωνία" της ταινίας. Αυτή ακριβώς η ζοφερή ατμόσφαιρα θα παρασύρει και τον νεαρό ήρωα. Τελικά κι αυτός θα αποκτήσει τη σκληρότητα της κοινωνίας γύρω του.
Απ' όλα αυτά βγαίνει ένα αβίαστο συμπέρασμα, το οποίο βρήκα εξαιρετικό: Η εφιαλτική ανέχεια και ο ωμός φασισμός (η καταπίεση εν γένει) διεισδύουν σε κάθε κοινωνικό κύταρο διαφθείροντάς το, σαπίζοντάς το, είτε πρόκειται για φτωχούς είτε για πλούσιους, είτε για νικητές είτε για ηττημένους. Σε μια ζοφερή απ' όλες τις απόψεις κοινωνία το μόνο που μένει είναι το κακό.
Πολύ δυνατή και καλογυρισμένη ταινία, συχνά συγκλονιστική, πλην όμως χρήζει μιας σαφούς προειδοποίησης: Παραείναι μαύρη, ζοφερή, εφιαλτική, δραματική. Προορίζεται για πραγματικά γερά στομάχια και πρέπει να είστε έτοιμοι γι΄αυτό. Όχι για υπερβίαιες σκηνές που περιέχει (δεν υπάρχουν τέτοιες, εκτός ίως από τη πρώτη), αλλά για την ίδια την ιστορία και τις αποκαλύψεις, που παραείναι φριχτές για να τις αντέξει κανείς εύκολα. Εγώ πάντως σας προειδοποίησα για το δύσκολο της θέασης.
Το "Μαύρο Ψωμί" (Pa Negre) που γύρισε το 2010 ο Agusti Villaronga δεν ξεφεύγει από τις γενικές αυτές γραμμές. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία του φανταστικού (αν και αιωρείται η ύπαρξη ενός φαντάσματος, που είναι βέβαια ένας θρύλος της περιοχής). Βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του 40 στη φτωχή επαρχία μετά τη φασιστική επικράτηση. Παρακολουθούμε την ιστορία ενός παιδιού, το οποίο ανακαλύπτει στο δάσος τα πτώματα δύο άγρια δολοφονημένων (ο ένας παιδί επίσης). Από εκεί και πέρα τα ένοχα, συγκλονιστικά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύτονται το ένα μετά το άλλο, μέχρι τη σοκαριστική πραγματικά κατάληξη.
Ταυτόχρονα ταινία ενηλικίωσης (άγριας και βίαιης), μπλέκει το σασπένς με την στηλίτευση της φριχτής πολιτικής κατάστασης, την αβάσταχτη φτώχεια και την αδικία του κόσμου και τα πρώτα ερωτικά ξυπνήματα με το καταπιεστικό περιβάλλον της σκοτεινής επαρχίας, δημιουργώντας έτσι ένα πραγματικά πολυεπίπεδο δράμα. Η ιστορία έχει μια ασυνήθιστη πλευρά: Συνήθως, ακόμα και σε πιο πολύπλοκες ταινίες από τα αβαθή ψυχολογικά χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ (άσχετο αν μερικά απ' αυτά είναι διασκεδαστικά), υπάρχει διαχωρισμός καλού - κακού. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο άγρια και ωμά: Όπως θα αντιληφτείτε όσο προχωρά το φιλμ, κανείς δεν είναι αθώος. Όλοι, μα όλοι, κρύβουν βρώμικα ή/και φριχτά μυστικά. Οι ανατροπές καραδοκούν σε κάθε "γωνία" της ταινίας. Αυτή ακριβώς η ζοφερή ατμόσφαιρα θα παρασύρει και τον νεαρό ήρωα. Τελικά κι αυτός θα αποκτήσει τη σκληρότητα της κοινωνίας γύρω του.
Απ' όλα αυτά βγαίνει ένα αβίαστο συμπέρασμα, το οποίο βρήκα εξαιρετικό: Η εφιαλτική ανέχεια και ο ωμός φασισμός (η καταπίεση εν γένει) διεισδύουν σε κάθε κοινωνικό κύταρο διαφθείροντάς το, σαπίζοντάς το, είτε πρόκειται για φτωχούς είτε για πλούσιους, είτε για νικητές είτε για ηττημένους. Σε μια ζοφερή απ' όλες τις απόψεις κοινωνία το μόνο που μένει είναι το κακό.
Πολύ δυνατή και καλογυρισμένη ταινία, συχνά συγκλονιστική, πλην όμως χρήζει μιας σαφούς προειδοποίησης: Παραείναι μαύρη, ζοφερή, εφιαλτική, δραματική. Προορίζεται για πραγματικά γερά στομάχια και πρέπει να είστε έτοιμοι γι΄αυτό. Όχι για υπερβίαιες σκηνές που περιέχει (δεν υπάρχουν τέτοιες, εκτός ίως από τη πρώτη), αλλά για την ίδια την ιστορία και τις αποκαλύψεις, που παραείναι φριχτές για να τις αντέξει κανείς εύκολα. Εγώ πάντως σας προειδοποίησα για το δύσκολο της θέασης.
Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014
"ΜΑΝΑ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΒΑΘΙΑ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ
Για τον εξαιρετικό κορεάτη σκηνοθέτη Joon-ho Bong έχω γράψει κι άλλες φορές. Η ταινία του "Mother" (Madeo) του 2009 επιβεβαίωσε τη γνώμη μου γι' αυτόν. Πρόκειται για ένα από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω δει τελευταία.
Η μεσήλικη ηρωίδα είναι μια μόνη μητέρα με έναν μονάκριβο γιο τον οποίο υπεραγαπά. Ωστόσο ο τελευταίος δεν διακρίνεται για την εξυπνάδα του. Για την ακρίβεια βρίσκεται ένα μόλις βήμα πριν από αυτό που θα αποκαλούσαμε νοητική καθυστέρηση. Η μητέρα ζει πουλώντας θεραπευτικά ή / και "μαγικά" βότανα και κάποιες φορές εξασκεί παράνομες ιατρικές πρακτικές. Όταν ο γιος συλλαμβάνεται κατηγορούμενος για τον αποτρόπαιο φόνο μιας νεαρής κοπέλας, η μητέρα, σίγουρη για την αθωότητά του, θα κινήσει γη και ουρανό για να τον ελευθερώσει. Ο ίδιος άλλωστε δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί και πολύ τον εαυτό του.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στο φιλμ (το οποίο, για να προλάβω και όσους δεν αντέχουν τους χαμηλούς ρυθμούς, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάλλον αργό και το οποίο σε "πιάνει" από την αρχή με την ποιητική και τρελή ταυτόχρονα αρχική σκηνή): Την εξαιρετική ηθοποία της Hye-ja Kim στον βασικό ρόλο; Την πνιγηρή ατμόσφαιρα της κορεάτικης επαρχίας, που τόσο καλά μπορεί να δίνει ο Joon-ho Bong; Το δυνατό σενάριο με τις διαρκείς ανατροπές, που κρατάνε σε εγρήγορση τον θεατή; Το ανατρεπτικό τέλος, που σε συγκλονίζει με την αποκάλυψή του και τον τρόπο "αντιμετώπισής" της;
Οι χαρακτήρες είναι αμφίσημοι, διφορούμενοι, θετικοί και αρνητικοί συγχρόνως. Η ηρωίδα κινείται ανάμεσα στη βαθύτατη αγάπη και την αυτοθυσία από τη μία και την παράνοια από την άλλη και δεν διστάζει ούτε στιγμή να φτάσει στα άκρα για να προστατεύσει το γιο της. Και είναι τόσο έξυπνα δομημένες οι καταστάσεις, ώστε στο τέλος είναι αδύνατο να την κατατάξεις κάπου, να αξιολογήσεις τις πράξεις της. Πολλές μάνες άλλωστε θα προτιμούσαν να διαπράξουν κακό για να προστατέψουν το παιδί τους.
Στο φιλμ βλέπουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά του Joon-ho Bong που είδαμε και στο "Μνήμες Εγκλήματος": Την απεικόνιση της μουντής και πνιγηρής επαρχίας, για την οποία μιλήσαμε, τους αμφίσημους χαρακτήρες με τα δυσδιάκριτα όρια καλού - κακού, τις ανθρώπινες εμμονές, το υποδόρειο χιούμορ παρά το ότι πρόκειται για δράματα με αστυνομική πλοκή... Και πάνω απ' όλα - ξεχωρίζω εγώ - τον βαθύτατο σκεπτικισμό του για την ανθρώπινη δικαιοσύνη και τη δυνατότητά της να ανακαλύπτει την αλήθεια.
Προσωπικά μου άρεσε πολύ. Αν δεν φοβάστε τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μην ανησυχείτε, σε καμία περίπτωση δεν είναι Αγγελόπουλος) ψάξτε το.
Η μεσήλικη ηρωίδα είναι μια μόνη μητέρα με έναν μονάκριβο γιο τον οποίο υπεραγαπά. Ωστόσο ο τελευταίος δεν διακρίνεται για την εξυπνάδα του. Για την ακρίβεια βρίσκεται ένα μόλις βήμα πριν από αυτό που θα αποκαλούσαμε νοητική καθυστέρηση. Η μητέρα ζει πουλώντας θεραπευτικά ή / και "μαγικά" βότανα και κάποιες φορές εξασκεί παράνομες ιατρικές πρακτικές. Όταν ο γιος συλλαμβάνεται κατηγορούμενος για τον αποτρόπαιο φόνο μιας νεαρής κοπέλας, η μητέρα, σίγουρη για την αθωότητά του, θα κινήσει γη και ουρανό για να τον ελευθερώσει. Ο ίδιος άλλωστε δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί και πολύ τον εαυτό του.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στο φιλμ (το οποίο, για να προλάβω και όσους δεν αντέχουν τους χαμηλούς ρυθμούς, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάλλον αργό και το οποίο σε "πιάνει" από την αρχή με την ποιητική και τρελή ταυτόχρονα αρχική σκηνή): Την εξαιρετική ηθοποία της Hye-ja Kim στον βασικό ρόλο; Την πνιγηρή ατμόσφαιρα της κορεάτικης επαρχίας, που τόσο καλά μπορεί να δίνει ο Joon-ho Bong; Το δυνατό σενάριο με τις διαρκείς ανατροπές, που κρατάνε σε εγρήγορση τον θεατή; Το ανατρεπτικό τέλος, που σε συγκλονίζει με την αποκάλυψή του και τον τρόπο "αντιμετώπισής" της;
Οι χαρακτήρες είναι αμφίσημοι, διφορούμενοι, θετικοί και αρνητικοί συγχρόνως. Η ηρωίδα κινείται ανάμεσα στη βαθύτατη αγάπη και την αυτοθυσία από τη μία και την παράνοια από την άλλη και δεν διστάζει ούτε στιγμή να φτάσει στα άκρα για να προστατεύσει το γιο της. Και είναι τόσο έξυπνα δομημένες οι καταστάσεις, ώστε στο τέλος είναι αδύνατο να την κατατάξεις κάπου, να αξιολογήσεις τις πράξεις της. Πολλές μάνες άλλωστε θα προτιμούσαν να διαπράξουν κακό για να προστατέψουν το παιδί τους.
Στο φιλμ βλέπουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά του Joon-ho Bong που είδαμε και στο "Μνήμες Εγκλήματος": Την απεικόνιση της μουντής και πνιγηρής επαρχίας, για την οποία μιλήσαμε, τους αμφίσημους χαρακτήρες με τα δυσδιάκριτα όρια καλού - κακού, τις ανθρώπινες εμμονές, το υποδόρειο χιούμορ παρά το ότι πρόκειται για δράματα με αστυνομική πλοκή... Και πάνω απ' όλα - ξεχωρίζω εγώ - τον βαθύτατο σκεπτικισμό του για την ανθρώπινη δικαιοσύνη και τη δυνατότητά της να ανακαλύπτει την αλήθεια.
Προσωπικά μου άρεσε πολύ. Αν δεν φοβάστε τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μην ανησυχείτε, σε καμία περίπτωση δεν είναι Αγγελόπουλος) ψάξτε το.
Τρίτη, Ιουνίου 17, 2014
ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΚΑΚΙΑ Η MALEFICENT;
Εν έτει 2014 ο σκηνογράφος Robert Stromberg κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο αποφασίζοντας να γυρίσει το παραμύθι της "Ωραίας Κοιμωμένης" και να κάνει φυσικά μια ταινία φανταστικού σινεμά, το "Maleficent". Έχοντας μάλιστα την Αντζελίνα Τζολί στον βασικό ρόλο έχει βάσιμες ελπίδες ότι θα τραβήξει τα πλήθη.
Η Αντζελίνα παίζει εδώ το ρόλο της "κακιάς". Εκ πρώτης όψεως, γιατί στη συνέχεια θα δούμε κατά πόσον ισχύει αυτό. Φορά λοιπόν εντυπωσιακότατα κέρατα και πελώρια φτερά και γίνεται η βασίλισσα του μυθικού κόσμου του Μουρ, το οποίο παραμένει οικειοθελώς αποκλεισμένο για να αποφύγει την ανθρώπινη απληστία. Ώσπου ένας νεαρός που θα διεισδύσει σ' αυτό θα κάνει την Maleficent να τον ερωτευτεί και να νοιώσει ξανά εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι όπως το ξέρουμε (ούτε στο σινεμά ούτε στο αυθεντικό παραμύθι).
Η ταινία επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία από την πλευρά της "κακιάς", της Maleficent, η οποία βεβαίως θα γίνει η νεράιδα που θα καταραστεί την νεογέννητη πριγκήπισα να πέσει σε αιώνιο ύπνο μόλις κλείσει τα 16 της. Πλην όμως δεν πρόκειται για την οπτική γωνία ενός "κακού". Η όλη ιστορία μας εξηγεί καθαρά το πώς και το γιατί η ισχυρή νεράιδα έγινε κακιά. Και το κατά πόσον είναι κακιά κατά βάθος. Έτσι τελικά η Maleficent είναι ξεκάθαρα ο πιο συμπαθής χαρακτήρας της ταινίας και μας κάνει να νοιώθουμε ότι και μεις στη θέση της τα ίδια θα κάναμε.
Έτσι λοιπόν μπορώ να πω ότι βρήκα την ταινία αρκετά συμπαθητική. Ο λόγος για μένα είναι η πλήρης ανατροπή του γνωστού παραμυθιού που επιχειρείται εδώ. Διότι δεν είναι μόνο η βασική ανατροπή για τη φύση της "κακιάς" που σας περιέγραψα. Υπάρχουν και πλήθος άλλων ανατροπών, αρκετές από τις οποίες και έξυπνες είναι και διασκεδαστικές. Ταυτόχρονα βλέπουμε ένα θεαματικό (αλοίμονο τώρα) πειραγμένο παραμύθι, αφού το θέαμα είναι πλέον δεδομένο για το σύγχρονο Χόλιγουντ. Ο φανταστικός κόσμος του Μουρ είναι αρκετά εντυπωσιακος, τα εφέ καλά, η ροή της ταινίας μια χαρά... τι άλλο θέλετε;
Όπως καταλάβατε το διασκέδασα αρκετά (δίχως φυσικά να το θεωρώ και κανένα αριστούργημα). Κυρίως λόγω των πολλαπλών ανατροπών του αυθεντικού μύθου. Διότι, πιστέψτε με, αν έβλεπα την πασίγνωστη ιστορία έστω και με την αρκετά εντυπωσιακή εικόνα του φιλμ, θα βαριόμουν αφόρητα.
Η Αντζελίνα παίζει εδώ το ρόλο της "κακιάς". Εκ πρώτης όψεως, γιατί στη συνέχεια θα δούμε κατά πόσον ισχύει αυτό. Φορά λοιπόν εντυπωσιακότατα κέρατα και πελώρια φτερά και γίνεται η βασίλισσα του μυθικού κόσμου του Μουρ, το οποίο παραμένει οικειοθελώς αποκλεισμένο για να αποφύγει την ανθρώπινη απληστία. Ώσπου ένας νεαρός που θα διεισδύσει σ' αυτό θα κάνει την Maleficent να τον ερωτευτεί και να νοιώσει ξανά εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι όπως το ξέρουμε (ούτε στο σινεμά ούτε στο αυθεντικό παραμύθι).
Η ταινία επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία από την πλευρά της "κακιάς", της Maleficent, η οποία βεβαίως θα γίνει η νεράιδα που θα καταραστεί την νεογέννητη πριγκήπισα να πέσει σε αιώνιο ύπνο μόλις κλείσει τα 16 της. Πλην όμως δεν πρόκειται για την οπτική γωνία ενός "κακού". Η όλη ιστορία μας εξηγεί καθαρά το πώς και το γιατί η ισχυρή νεράιδα έγινε κακιά. Και το κατά πόσον είναι κακιά κατά βάθος. Έτσι τελικά η Maleficent είναι ξεκάθαρα ο πιο συμπαθής χαρακτήρας της ταινίας και μας κάνει να νοιώθουμε ότι και μεις στη θέση της τα ίδια θα κάναμε.
Έτσι λοιπόν μπορώ να πω ότι βρήκα την ταινία αρκετά συμπαθητική. Ο λόγος για μένα είναι η πλήρης ανατροπή του γνωστού παραμυθιού που επιχειρείται εδώ. Διότι δεν είναι μόνο η βασική ανατροπή για τη φύση της "κακιάς" που σας περιέγραψα. Υπάρχουν και πλήθος άλλων ανατροπών, αρκετές από τις οποίες και έξυπνες είναι και διασκεδαστικές. Ταυτόχρονα βλέπουμε ένα θεαματικό (αλοίμονο τώρα) πειραγμένο παραμύθι, αφού το θέαμα είναι πλέον δεδομένο για το σύγχρονο Χόλιγουντ. Ο φανταστικός κόσμος του Μουρ είναι αρκετά εντυπωσιακος, τα εφέ καλά, η ροή της ταινίας μια χαρά... τι άλλο θέλετε;
Όπως καταλάβατε το διασκέδασα αρκετά (δίχως φυσικά να το θεωρώ και κανένα αριστούργημα). Κυρίως λόγω των πολλαπλών ανατροπών του αυθεντικού μύθου. Διότι, πιστέψτε με, αν έβλεπα την πασίγνωστη ιστορία έστω και με την αρκετά εντυπωσιακή εικόνα του φιλμ, θα βαριόμουν αφόρητα.
Δευτέρα, Ιουνίου 16, 2014
ΕΝΑ ΑΒΑΣΤΑΧΤΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ "ΠΑΡΤΙ"
Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι
θεωρώ το «Πάρτι», που γύρισε το 1968 ο Blake Edwards, σαν μία από τις πιο αστείες ταινίες στην ιστορία του
σινεμά και μια από τις αγαπημένες μου κωμωδίες ever. Το θεωρώ επίσης ως τον πιθανόν πιο
αστείο ρόλο του Πίτερ Σέλερς.
Ο οποίος, βεβαίως, ερμηνεύει τον
ρόλο ενός ινδού κομπάρσου σε χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και, αφού καταφέρνει να
καταστρέψει ολόκληρο το σκηνικό της ταινίας, προσκαλείται από λάθος στο πάρτι
του παραγωγού της, σε μια σούπερ χλιδάτη βίλα του Χόλογουντ. Κι εκεί, βεβαίως,
με αλλεπάλληλες, εμπνευσμένες γκάφες, καταφέρνει – άθελά του πάντοτε - να
επιφέρει το απόλυτο χάος.
Αυτό που θεωρώ εξαιρετικό στο
φιλμ είναι η αντοχή του στο χρόνο. Ακόμα και σε πολλοστή πρόσφατη θέαση δεν
μπορούσα να μην ξεκαρδιστώ για μια ακόμα φορά. Νομίζω ότι η διαχρονικότητα αυτή
οφείλεται κυρίως στο ότι ο Edwards
βασίζει όλο το φιλμ όχι τόσο σε λεκτικά αστεία - αν και το "Birdie birdie num num" άφησε εποχή - αλλά σε γκαγκς, που παραπέμπουν
ακόμα και στην εποχή του βωβού. Ο Σέλερς παίζει με όλο του το σώμα και βγάζει
όντως πολύ γέλιο.
Εκτός από το διασκεδαστικότατο
της όλης υπόθεσης μπορούμε να εντοπίσουμε και κάποια άλλα στοιχεία στο φιλμ:
Βγαλμένο κατ’ ευθείαν από τα 60ς, φέρει πολλά σημάδια από την πιο ταραγμένη (και
ενδιαφέρουσα) δεκαετία της Αμερικής: Κατ’ αρχήν υπάρχει η ειρωνία και ο
σαρκασμός για το ίδιο το Χόλιγουντ και τους μηχανισμούς του – αυτό δεν αφορά τα
60ς, είναι γενικότερο: Οι άσχετοι με την τέχνη παραγωγοί (στρατηγός στο
συγκεκριμένο φιλμ), όλη η υποκρισία και ο συντηρητισμός των κύκλων της
κινηματογραφικής βιομηχανίας (χαρακτηριστικός ο παραγωγός που τα βάφει μαύρα
επειδή στο πάρτι καταφτάνει... ρώσικο μπαλέτο – εποχή ψυχρού πολέμου γαρ), η χλιδή, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, οι ηλίθιοι σταρ που κάνουν καμάκι, όλα
δίνονται ανάγλυφα. Κι ακόμα υπάρχει η χίπικη νεανική κουλτούρα της εποχής, που αμφισβητεί όλα αυτά και που αντιπροσωπεύεται από την παρέα της κόρης του παραγωγού, η οποία γίνεται ο καταλύτης του τελικού μπάχαλου. Υπάρχει ακόμα, κάτω από την ξεκαρδιστική επιφάνεια, η μελαγχολία του αταίριαστου, γκαφατζή κεντρικού χαρακτήρα με την συγκινητική κατά βάθος μοναχικότητά του, ασυμβατότητα που τονίζεται όχι μόνο από την ταξική - οικονομική διαφορά με τους ανθρώπους του πάρτι, αλλά και από το γεγονός ότι ο ήρωας είναι ινδός.
Αρκετά όμως σας κούρασα με αναλύσεις. Ακόμα κι αν δεν σας ενδιαφέρει τίποτα απ' όλα αυτά, σας προκαλώ να απολαύσετε, όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει, και μάλιστα κατ' επανάληψιν, μια από τις πιο αστείες ταινίες που έγιναν ποτέ. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2014
ΤΟ ΑΝΗΣΥΧΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ GORE VIDAL
O Gore Vidal (1925-2012) υπήρξε ένας αμερικανός στοχαστής και συγγραφέας ενεργά πολιτικοποιημένος και με πολύ ριζοσπαστικές - για αμερικανό τουλάχιστον - απόψεις. Ο ίδιος είχε βάλει υποψηφιότητα δύο φορές με το Δημοκρατικό Κόμμα. Φίλος και συνεργάτης των Κένεντι (αν και δεν δίστασε να απομυθοποιήσει τον Τζον Κένεντι αργότερα) και "κολλητός" του ζεύγους Πολ Νιούμαν - Τζόαν Γούντγουορθ , πήρε μέρος σε μυθικές για την Αμερική "τηλεμαχίες", τόσο πολιτικές όσο και "ενδοσυγγραφικές" (έχει μείνει θρυλικός ο live επί της οθόνης καυγάς του με τον Norman Mailer).
Το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ με τον εύγλωττο για τα πιστεύω του Vidal τίτλο "Gore Vidal: The United States of Amnesia", που γυρίστηκε από τον Nicholas D. Wrathall, συναντά τον Vidal στα τελευταία χρόνια της ζωής του και προβλήθηκε το 2013. Στην ταινία ο γηραιός πλέον Vidal θυμάται στιγμές από τη ζωή του, ξεδιπλώνει την πολιτική του σκέψη, εκμυστηρεύεται ιδιωτικές στιγμές, μιλά για τον σύντροφό του (ο Vidal ήταν αμφιφυλόφιλος και αρνιόταν τον όρο ομοφυλοφιλία δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πανσεξουαλικοί). Ταυτόχρονα το φιλμ μας δείχνει και αποσπάσματα από παλιές συνεντεύξεις, εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε προεκλογικές εκστρατείες κλπ. Για πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του έζησε μεταξύ ΗΠΑ και Ιταλίας, σε μια εκπληκτική βίλα με θέα που κόβει την ανάσα στην ακτή Amalfi. Αναγκάστηκε να την πουλήσει το 2003, όταν πια λόγω ηλικίας ήταν αδύνατο να ανεβαίνει εκεί πάνω (η σκηνή του αποχαιρετισμού είναι από τις συγκινητικές στιγμές του φιλμ). Από όλο αυτό το υλικό προκύπτει ανάγλυφη η εικόνα του συγγραφέα, κυρίως όμως του πολιτικού στοχαστή.
Σκληρός πολέμιος της σύγχρονης αμερικάνικης πολιτικής (εξωτερικής κυρίως), εναντιώθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ, πήρε ανοιχτά θέση ενάντια στους δύο Μπους και την εποχή των Δίδυμων Πύργων δήλωσε σοκάροντας εντελώς την ήδη σοκαρισμένη Αμερική: "Ήταν φυσικό να συμβεί κάτι τέτοιο μετά όλα αυτά που έχουμε κάνει" (δεν είναι η ακριβής δήλωση, είναι το νόημά της). Ήδη από τα 70ς δήλωνε βαθιά απογοητευμένος για την κατάσταση στις ΗΠΑ, διέβλεπε την άνοδο του συντηρητισμού και πίστευε ότι η χώρα δεν έχει πλέον καμιά σχέση με τις δημοκρατικές διακηρύξεις των "πατέρων του έθνους", αλλά έχει μπει ήδη σε τροχιά ολοκληρωτισμού εσωτερικά, ενώ στόχος της εξωτερικά είναι να παγιώσει και να επεκτείνει την "αυτοκρατορία" που έχει φτιάξει, όπως την ονόμαζε. Άθεος και βαθιά ανθρωπιστής υπήρξε πάντοτε το "τρομερό παιδί" της αμερικάνικης διανόησης και, όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα σόκαρε και πολεμήθηκε από το (κάτι παραπάνω από) συντηρητικό αμερικάνικο κατεστημένο.
Δίχως κάτι συγκλονιστικό κινηματογραφικά, η ταινία παρουσιάζει ανάγλυφα την προσωπικότητα και τις απόψεις του Vidal. Αν σας ενδιαφέρει λοιπόν ο συγκεκριμένος συγγραφέας (και όχι μόνο) ψάξτε το.
Το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ με τον εύγλωττο για τα πιστεύω του Vidal τίτλο "Gore Vidal: The United States of Amnesia", που γυρίστηκε από τον Nicholas D. Wrathall, συναντά τον Vidal στα τελευταία χρόνια της ζωής του και προβλήθηκε το 2013. Στην ταινία ο γηραιός πλέον Vidal θυμάται στιγμές από τη ζωή του, ξεδιπλώνει την πολιτική του σκέψη, εκμυστηρεύεται ιδιωτικές στιγμές, μιλά για τον σύντροφό του (ο Vidal ήταν αμφιφυλόφιλος και αρνιόταν τον όρο ομοφυλοφιλία δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πανσεξουαλικοί). Ταυτόχρονα το φιλμ μας δείχνει και αποσπάσματα από παλιές συνεντεύξεις, εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε προεκλογικές εκστρατείες κλπ. Για πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του έζησε μεταξύ ΗΠΑ και Ιταλίας, σε μια εκπληκτική βίλα με θέα που κόβει την ανάσα στην ακτή Amalfi. Αναγκάστηκε να την πουλήσει το 2003, όταν πια λόγω ηλικίας ήταν αδύνατο να ανεβαίνει εκεί πάνω (η σκηνή του αποχαιρετισμού είναι από τις συγκινητικές στιγμές του φιλμ). Από όλο αυτό το υλικό προκύπτει ανάγλυφη η εικόνα του συγγραφέα, κυρίως όμως του πολιτικού στοχαστή.
Σκληρός πολέμιος της σύγχρονης αμερικάνικης πολιτικής (εξωτερικής κυρίως), εναντιώθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ, πήρε ανοιχτά θέση ενάντια στους δύο Μπους και την εποχή των Δίδυμων Πύργων δήλωσε σοκάροντας εντελώς την ήδη σοκαρισμένη Αμερική: "Ήταν φυσικό να συμβεί κάτι τέτοιο μετά όλα αυτά που έχουμε κάνει" (δεν είναι η ακριβής δήλωση, είναι το νόημά της). Ήδη από τα 70ς δήλωνε βαθιά απογοητευμένος για την κατάσταση στις ΗΠΑ, διέβλεπε την άνοδο του συντηρητισμού και πίστευε ότι η χώρα δεν έχει πλέον καμιά σχέση με τις δημοκρατικές διακηρύξεις των "πατέρων του έθνους", αλλά έχει μπει ήδη σε τροχιά ολοκληρωτισμού εσωτερικά, ενώ στόχος της εξωτερικά είναι να παγιώσει και να επεκτείνει την "αυτοκρατορία" που έχει φτιάξει, όπως την ονόμαζε. Άθεος και βαθιά ανθρωπιστής υπήρξε πάντοτε το "τρομερό παιδί" της αμερικάνικης διανόησης και, όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα σόκαρε και πολεμήθηκε από το (κάτι παραπάνω από) συντηρητικό αμερικάνικο κατεστημένο.
Δίχως κάτι συγκλονιστικό κινηματογραφικά, η ταινία παρουσιάζει ανάγλυφα την προσωπικότητα και τις απόψεις του Vidal. Αν σας ενδιαφέρει λοιπόν ο συγκεκριμένος συγγραφέας (και όχι μόνο) ψάξτε το.
Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2014
ΔΥΟ ΓΕΝΙΕΣ Χ-ΜΕΝ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ
Οι X-Men είναι από τις λίγες υπερ-ηρωικές σειρές που μου αρέσουν - σχετικά, όχι ότι τρελαίνομαι κιόλας. Το 2014 η σειρά επιστρέφει με το "X-Men: Μέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος" (προτιμώ το αμερικάνικο Days of Future Past με την αναφορά στον κλασικό δίσκο των Moody Blues), το οποίο σηματοδοτεί και την επιστροφή στη σκηνοθεσία του "πρώτου διδάξαντος" Bryan Singer.
Η πρώτη γενιά των μεταλλαγμένων υπερηρώων έδωσε ό,τι είχε να δώσει στην πρώτη τριλογία, η προηγούμενη ταινία εισήγαγε τη νέα γενιά των X-Men, οπότε τι μένει τώρα; Το πάντρεμα και των δύο γενιών. Πώς γίνεται αυτό; Με το ταξίδι στο χρόνο φυσικά. Ένα ταξίδι που θυμίζει σαν concept τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον: Σε ένα δυστοπικό παρόν οι αδίστακτοι άνθρωποι - διώκτες των μεταλλαγμένων έχουν κατασκευάσει πανίσχυρα ρομπότ με ιδιαίτερες δυνάμεις, που μπορούν να εξολοθρεύσουν τους τελευταίους. Αυτό έχει ήδη γίνει και η εξόντωση και των τελευταίων επιζώντων μεταλλαγμένων είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Ο καθηγητής Ξαβιέρ και ο Μαγκνέτο, σύμμαχοι πλέον, συλλαμβάνουν ένα παράτολμο σχέδιο: Να στείλουν στο παρελθόν - στο κομβικό χρονικά 1973 συγκεκριμένα - τον Γουλβερίν, τον μόνο που μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο ταξίδι, με σκοπό αλλάζοντας το παρελθόν να αλλάξει και το εφιαλτικό παρόν. Με το τέχνασμα αυτό οι δύο γενιές συνυπάρχουν στην οθόνη, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης διαδραματίζεται στο ψυχεδελικό (στα τελευταία του βέβαια) 1973 και το μπρος - πίσω στο χρόνο σενάριο καθίσταται αρκούντως πολύπλοκο.
Το θέαμα είναι δεδομένο, η δράση το ίδιο, τα εφέ επίσης. Ωστόσο το φιλμ προλαβαίνει να χωρέσει, πέραν της κλασικής σύγκρουσης καλού - κακού, και κάμποσα άλλα στοιχεία: Κριτική του εθνικισμού, κριτική του αφήματος στο τυφλό ένστικτο, ψυχολογικές συγκρούσεις - στην περίπτωση του νεαρού καθηγητή Ξαβιέρ κυρίως. Επίσης δίνει και μερικές "εξηγήσεις" για τραυματικές στιγμές της αμερικάνικης ιστορίας, όπως την περίπτωση Κένεντι ή τον πόλέμο του Βιετνάμ, οι οποίες έχουν πλάκα. Πάνω απ' όλα όμως κυριαρχεί, όπως και σε όλα τα κινηματογραφικά "επεισόδια" της σειράς, αλλά και στα ομώνυμα κόμικς, η έντονη κριτική ενάντια στο φόβο του διαφορετικού και την φασιστική άρνηση συνύπαρξης με το "νορμάλ" (ό,τι κι αν σημαίνουν τέλος πάντων αυτές οι έννοιες). Αυτό είναι άλλωστε το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο πατά όλόκληρος ο μύθος των X-Men κι ίσως γι' αυτό μ' αρέσει σχετικά η σειρά αυτή (με δεδομένη, όπως επανειλημμένα έχω γράψει, την γενική βαρεμάρα μου για το υπερηρωικό είδος).
Πέραν των προσωπικών απόψεων όμως, νομίζω ότι η ταινία θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του είδους τουλάχιστον.
Η πρώτη γενιά των μεταλλαγμένων υπερηρώων έδωσε ό,τι είχε να δώσει στην πρώτη τριλογία, η προηγούμενη ταινία εισήγαγε τη νέα γενιά των X-Men, οπότε τι μένει τώρα; Το πάντρεμα και των δύο γενιών. Πώς γίνεται αυτό; Με το ταξίδι στο χρόνο φυσικά. Ένα ταξίδι που θυμίζει σαν concept τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον: Σε ένα δυστοπικό παρόν οι αδίστακτοι άνθρωποι - διώκτες των μεταλλαγμένων έχουν κατασκευάσει πανίσχυρα ρομπότ με ιδιαίτερες δυνάμεις, που μπορούν να εξολοθρεύσουν τους τελευταίους. Αυτό έχει ήδη γίνει και η εξόντωση και των τελευταίων επιζώντων μεταλλαγμένων είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Ο καθηγητής Ξαβιέρ και ο Μαγκνέτο, σύμμαχοι πλέον, συλλαμβάνουν ένα παράτολμο σχέδιο: Να στείλουν στο παρελθόν - στο κομβικό χρονικά 1973 συγκεκριμένα - τον Γουλβερίν, τον μόνο που μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο ταξίδι, με σκοπό αλλάζοντας το παρελθόν να αλλάξει και το εφιαλτικό παρόν. Με το τέχνασμα αυτό οι δύο γενιές συνυπάρχουν στην οθόνη, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης διαδραματίζεται στο ψυχεδελικό (στα τελευταία του βέβαια) 1973 και το μπρος - πίσω στο χρόνο σενάριο καθίσταται αρκούντως πολύπλοκο.
Το θέαμα είναι δεδομένο, η δράση το ίδιο, τα εφέ επίσης. Ωστόσο το φιλμ προλαβαίνει να χωρέσει, πέραν της κλασικής σύγκρουσης καλού - κακού, και κάμποσα άλλα στοιχεία: Κριτική του εθνικισμού, κριτική του αφήματος στο τυφλό ένστικτο, ψυχολογικές συγκρούσεις - στην περίπτωση του νεαρού καθηγητή Ξαβιέρ κυρίως. Επίσης δίνει και μερικές "εξηγήσεις" για τραυματικές στιγμές της αμερικάνικης ιστορίας, όπως την περίπτωση Κένεντι ή τον πόλέμο του Βιετνάμ, οι οποίες έχουν πλάκα. Πάνω απ' όλα όμως κυριαρχεί, όπως και σε όλα τα κινηματογραφικά "επεισόδια" της σειράς, αλλά και στα ομώνυμα κόμικς, η έντονη κριτική ενάντια στο φόβο του διαφορετικού και την φασιστική άρνηση συνύπαρξης με το "νορμάλ" (ό,τι κι αν σημαίνουν τέλος πάντων αυτές οι έννοιες). Αυτό είναι άλλωστε το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο πατά όλόκληρος ο μύθος των X-Men κι ίσως γι' αυτό μ' αρέσει σχετικά η σειρά αυτή (με δεδομένη, όπως επανειλημμένα έχω γράψει, την γενική βαρεμάρα μου για το υπερηρωικό είδος).
Πέραν των προσωπικών απόψεων όμως, νομίζω ότι η ταινία θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του είδους τουλάχιστον.
Σάββατο, Ιουνίου 07, 2014
ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ "ΝΥΧΤΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ"
Το 1967 είναι η χρονιά που ο Roman Polanski γυρίζει μια από τις λίγες κωμωδίες του, το "The Fearless Vampire Killers" (Η Νύχτα των Βρικολάκων" στην Ελλάδα). Είναι μία από τις πρώτες φορές που το θέμα των βαμπίρ αντιμετωπίζεται από κωμική σκοπιά.
Ο καθηγητής Αμπρόνσιους, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επιβεβαίωση της ύπαρξης βρικολάκων, φτάνει επιτέλους στην Τρανσιλβανία και συγκεκριμένα σε ένα χωριό που ζει με τον διαρκή φόβο τους, αφού όχι πολύ μακριά από εκεί βρίσκεται ο κλασικός πύργος - κατοικία του μυστηριώδους και φοβερού κόμη Κρόλοκ. Μαζί του έχει τον δειλό βοηθό του (που ερμηνεύει ο ίδιος ο Πολάνσκι), ο οποίος αντί να είναι δοσμένος στο κυνήγι βρικολάκων ερωτεύεται την όμορφη κόρη του πανδοχέα του χωριού - την Σάρον Τέιτ, σε έναν από τους λίγους ρόλους της πριν τη δολοφονία της από τον Μάνσον. Όταν η τελευταία απάγεται από τον κόμη, οι διώκτες του θα πάνε στον εφιαλτικο πύργο και η δράση θα αρχίσει.
Ο Πολάνσκι χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς με καρικατουρίστικο τρόπο (κυρίως τον γηραιό καθηγητή και τον πανδοχέα) και το όλο πράγμα αποπνέει μια αίσθηση γκροτέσκο - αν και όχι υπερβολικά. Το χιούμορ είναι δεδομένο. Υπάρχουν κλασικές σκηνές (ο χορός στη μεγάλη αίθουσα με τον καθρέφτη δίχως καμιά αντανάκλαση των χορευτών, ο εβραίος βρικόλακας, ο γκέι βρικόλακας - γιος του κόμη κλπ.). Η ανατροπή του κλασικού μύθου του Δράκουλα (στον οποίο φυσικά παραπέμπει ο Κρόλοκ δίχως να αναφέρεται) του Μπραμ Στόουκερ είναι επίσης δεδομένη και το χιούμορ ευπρόσδεκτο.
Πρόκειται για ταινία που παλιά μου άρεσε πολύ. Ωστόσο, όταν την ξαναείδα πρόσφατα, θεώρησα ότι μάλλον έχει γεράσει. Ο ρυθμός μου φάνηκε κάπως χαλαρός, τα αστεία όχι και τόσο αστεία, η δράση αργεί να ξεκινήσει κλπ. Ίσως εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε παράδειγμα ταινίας που έχει μυθοποιηθεί - και που σίγουρα έκανε εντύπωση στην εποχή της - ή που μπορεί να αρέσει σε πολύ νέους θεατές - η γοητεία της οποίας με την πάροδο του χρόνου "ξεθώριασε". Ίσως, λέω, αφού το φιλμ εξακολουθεί να έχει φανατικούς θαυμαστές. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν σας αποτρέπω από το να τη δείτε, έστω και για ιστορικούς λόγους. Και, στο κάτω - κάτω, το ανήσυχο πνεύμα του Πολάνσκι (τότε "τρομερού παιδιού" του σινεμά) φαίνεται καθαρά στην τελευταία σκηνή - και μάλιστα στην τελευταία ατάκα - τις οποίες φυσικά δεν θα αποκαλύψω.
Ο καθηγητής Αμπρόνσιους, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επιβεβαίωση της ύπαρξης βρικολάκων, φτάνει επιτέλους στην Τρανσιλβανία και συγκεκριμένα σε ένα χωριό που ζει με τον διαρκή φόβο τους, αφού όχι πολύ μακριά από εκεί βρίσκεται ο κλασικός πύργος - κατοικία του μυστηριώδους και φοβερού κόμη Κρόλοκ. Μαζί του έχει τον δειλό βοηθό του (που ερμηνεύει ο ίδιος ο Πολάνσκι), ο οποίος αντί να είναι δοσμένος στο κυνήγι βρικολάκων ερωτεύεται την όμορφη κόρη του πανδοχέα του χωριού - την Σάρον Τέιτ, σε έναν από τους λίγους ρόλους της πριν τη δολοφονία της από τον Μάνσον. Όταν η τελευταία απάγεται από τον κόμη, οι διώκτες του θα πάνε στον εφιαλτικο πύργο και η δράση θα αρχίσει.
Ο Πολάνσκι χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς με καρικατουρίστικο τρόπο (κυρίως τον γηραιό καθηγητή και τον πανδοχέα) και το όλο πράγμα αποπνέει μια αίσθηση γκροτέσκο - αν και όχι υπερβολικά. Το χιούμορ είναι δεδομένο. Υπάρχουν κλασικές σκηνές (ο χορός στη μεγάλη αίθουσα με τον καθρέφτη δίχως καμιά αντανάκλαση των χορευτών, ο εβραίος βρικόλακας, ο γκέι βρικόλακας - γιος του κόμη κλπ.). Η ανατροπή του κλασικού μύθου του Δράκουλα (στον οποίο φυσικά παραπέμπει ο Κρόλοκ δίχως να αναφέρεται) του Μπραμ Στόουκερ είναι επίσης δεδομένη και το χιούμορ ευπρόσδεκτο.
Πρόκειται για ταινία που παλιά μου άρεσε πολύ. Ωστόσο, όταν την ξαναείδα πρόσφατα, θεώρησα ότι μάλλον έχει γεράσει. Ο ρυθμός μου φάνηκε κάπως χαλαρός, τα αστεία όχι και τόσο αστεία, η δράση αργεί να ξεκινήσει κλπ. Ίσως εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε παράδειγμα ταινίας που έχει μυθοποιηθεί - και που σίγουρα έκανε εντύπωση στην εποχή της - ή που μπορεί να αρέσει σε πολύ νέους θεατές - η γοητεία της οποίας με την πάροδο του χρόνου "ξεθώριασε". Ίσως, λέω, αφού το φιλμ εξακολουθεί να έχει φανατικούς θαυμαστές. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν σας αποτρέπω από το να τη δείτε, έστω και για ιστορικούς λόγους. Και, στο κάτω - κάτω, το ανήσυχο πνεύμα του Πολάνσκι (τότε "τρομερού παιδιού" του σινεμά) φαίνεται καθαρά στην τελευταία σκηνή - και μάλιστα στην τελευταία ατάκα - τις οποίες φυσικά δεν θα αποκαλύψω.
Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2014
Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ "HOMBRE"
O Martin Ritt (1914-1990) υπήρξε από τους "αριστερούς" του Χόλιγουντ και το πλήρωσε στη δεκαετία του 50, αφού βρέθηκε στη διαβόητη μαύρη λίστα του Μακάρθι (σε μνήμες από την εποχή βασίζεται άλλωστε η ταινία του "Η Βιτρίνα" με τον Γούντι Άλεν). Στα 1967 πάντως γυρίζει το ενδιαφέρον γουέστερν "Hombre" με έναν αγέρωχο Πολ Νιούμαν στον ομώνυμο πρωταγωνιστικο ρόλο.
Ο βασικός ήρωας ειναι ένας μιγάς: Μισός ινδιάνος και μισός λευκός είναι μοναχικός, πραγματικστής και δεν είναι με το μέρος κανενός. Όταν όμως η άμαξα στην οποία είναι κι αυτός επιβάτης δέχεται επίθεση από άξεστους ληστές, βρίσκεται στην παράξενη θέση να αναλάβει την άμυνά της, στρεφόμενος ενάντια σε κτήνη, υπερασπίζοντας όμως ταυτόχρονα ανθρώπους που απεχθάνεται και περιφρονεί βαθιά.
Η ταινία κρατά τον θεατή με την αργή, τελετουργική, αλλά και διαρκώς εξελισσόμενη δράση της και καταφέρνει νομίζω να μεταδώσει την αγωνία της ομάδας των πολιορκημένων και τα αδιέξοδά τους. Συγχρόνως όμως - επειδή είναι ο Ritt - θέτει και άλλα θέματα: Κατ' αρχήν το θέμα της διαφορετικότητας : Ο ήρωας αντιμετωπίζει διαρκώς το ρατσισμό ή την περιφρόνηση των άλλων και προφανώς - ΟΚ, κλισέ, αλλά "για καλό σκοπό" - είναι πολύ πιο άξιος απ' αυτούς. Η μη αποδοχή του διαφορετικού από μια βαθύτατα οπισθοδρομική (βάρβαρη θα λέγαμε) κοινωνία είναι εδώ κάτι περισσότερο από σαφής. Από την άλλη υπάρχουν πολλές αναφορές στο δράμα των ινδιάνων της Αμερικής: Για τη γενοκτονία τους, για τις άθλιες συνθήκες που βιώνουν όσοι απέμειναν, για τον εις βάρος τους ρατσισμό. Και βέβαια υπάρχει η πανταχού παρούσα βαθιά περιφρόνηση για την "πολιτισμένη" κοινωνία των λευκών. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της είναι στο φιλμ άπληστοι, βάρβαροι, δειλοί και διάφορα άλλα καθόλου κολακευτικά. Η αντιπαράθεση με τον μοναχικό (όπως ολόκληρη η φυλή του), στωικό και πάντοτε ατάραχο, αλλά ταυτόχρονα πρακτικότατο, λιτοδίαιτο και ρεαλιστή ινδιάνο, απόλυτα συμφιλιωμένο με την πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου, είναι σαφής.
Κλασικό γουέστερν της ύστερης περιόδου του είδους - όταν πια πολύ λίγα γυρίζονταν και το είδος βρισκόταν σε μαρασμό πριν εξαφανιστεί πρακτικά - συνίσταται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του, αλλά - προσοχή - όχι μόνο σ' αυτούς.
Ο βασικός ήρωας ειναι ένας μιγάς: Μισός ινδιάνος και μισός λευκός είναι μοναχικός, πραγματικστής και δεν είναι με το μέρος κανενός. Όταν όμως η άμαξα στην οποία είναι κι αυτός επιβάτης δέχεται επίθεση από άξεστους ληστές, βρίσκεται στην παράξενη θέση να αναλάβει την άμυνά της, στρεφόμενος ενάντια σε κτήνη, υπερασπίζοντας όμως ταυτόχρονα ανθρώπους που απεχθάνεται και περιφρονεί βαθιά.
Η ταινία κρατά τον θεατή με την αργή, τελετουργική, αλλά και διαρκώς εξελισσόμενη δράση της και καταφέρνει νομίζω να μεταδώσει την αγωνία της ομάδας των πολιορκημένων και τα αδιέξοδά τους. Συγχρόνως όμως - επειδή είναι ο Ritt - θέτει και άλλα θέματα: Κατ' αρχήν το θέμα της διαφορετικότητας : Ο ήρωας αντιμετωπίζει διαρκώς το ρατσισμό ή την περιφρόνηση των άλλων και προφανώς - ΟΚ, κλισέ, αλλά "για καλό σκοπό" - είναι πολύ πιο άξιος απ' αυτούς. Η μη αποδοχή του διαφορετικού από μια βαθύτατα οπισθοδρομική (βάρβαρη θα λέγαμε) κοινωνία είναι εδώ κάτι περισσότερο από σαφής. Από την άλλη υπάρχουν πολλές αναφορές στο δράμα των ινδιάνων της Αμερικής: Για τη γενοκτονία τους, για τις άθλιες συνθήκες που βιώνουν όσοι απέμειναν, για τον εις βάρος τους ρατσισμό. Και βέβαια υπάρχει η πανταχού παρούσα βαθιά περιφρόνηση για την "πολιτισμένη" κοινωνία των λευκών. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της είναι στο φιλμ άπληστοι, βάρβαροι, δειλοί και διάφορα άλλα καθόλου κολακευτικά. Η αντιπαράθεση με τον μοναχικό (όπως ολόκληρη η φυλή του), στωικό και πάντοτε ατάραχο, αλλά ταυτόχρονα πρακτικότατο, λιτοδίαιτο και ρεαλιστή ινδιάνο, απόλυτα συμφιλιωμένο με την πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου, είναι σαφής.
Κλασικό γουέστερν της ύστερης περιόδου του είδους - όταν πια πολύ λίγα γυρίζονταν και το είδος βρισκόταν σε μαρασμό πριν εξαφανιστεί πρακτικά - συνίσταται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του, αλλά - προσοχή - όχι μόνο σ' αυτούς.
Κυριακή, Ιουνίου 01, 2014
"ΜΝΗΜΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ" Ή ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Θεωρώ τον κορεάτη Joon-ho Bong πολύ σημαντικό δημιουργό. Είχα δει το "Host" και στη συνέχεια το "Snowpiercer", την πρώτη του διεθνή παραγωγή, οπότε γύρισα και σε παλιότερες δουλειές του. Οι "Μνήμες Εγκλήματος" (Salinui Chueok) του 2003 μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση.
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο αστυνομικό δράμα, από αυτά που ξέρουν καλά να φτιάχνουν οι κορεάτες. Εδώ όμως βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα αμερικάνικα στάνταρ του είδους. Σε μια μικρή πόλη της κορεάτικης επαρχίας της δεκαετίας του 80, όταν στη χώρα υπήρχε δικτατορία, αρχίζουν να δολοφονούνται γυναίκες. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για σίριαλ κίλερ με άγνωστα κίνητρα και ψυχοσύνθεση. Αρχικά την υπόθεση αναλαμβάνουν οι δύο όχι και τόσο έξυπνοι ντετέκτιβ της περιοχής. Ο ένας λιγάκι "ούφο", κολλημένος με αμερικάνικες αστυνομικές σειρές, κι ο άλλος βίαιος ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος - δεν σκέπτεται και πολύ άλλωστε και αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί.Καθώς αποτυγχάνουν διαρκώς και συλλαμβάνουν λάθος υπόπτους - από τους οποίους, σημειωτέον, αποσπούν με βία ομολογίες - ένας πιο οργανωμένος ντετέκτιβ από την πρωτεύουσα έρχεται να συνεργαστεί μαζί τους.
Η ταινία παρακολουθεί τόσο τις σχέσεις των αστυνομικών μεταξύ τους, όσο και την έρευνα, η οποία, ακόμα και με τη συνδρομή του "πρωτευουσιάνου" δεν μοιάζει να οδηγεί πουθενά. Παράλληλα καταγράφει τη ασφυκτική επαρχιακή κοινωνία και αφήνει υπαινικτικά να δειχτούν οι επιπτώσεις της δικτατορίας και η αστυνομική βία. Ωστοσο σημαντικότερο στοιχείο, νομίζω, είναι μια ιδέα που φαίνεται να επανέρχεται και σε άλλα φιλμ του σκηνοθέτη: Το ότι η δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου δίκαια ούτε αποτελεσματική. Η δικαιοσύνη μπορεί κάλλιστα να σφάλλει ή, πολύ απλά, να μην καταφέρνει να κάνει τη δουλειά της, να αποτυγχάνει. Ποιος είπε ότι ο ανθρώπινος αυτός θεσμός μπορεί να αντιμετωπίσει με σιγουριά το κακό εκεί έξω;
Το πρώτο μέρος, κάπως πιο ανάλαφρο, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Σ' όλη τη διάρκειά της πάντως οι συνεχείς ανατροπές όσον αφορά τους υπόπτους κρατάνε αμείωτη την αγωνία του θεατή. Αν πάντως θέλετε μια σύγκριση με κάτι αμερικάνικο, θα σας έλεγα ότι η ταινία θυμίζει σαν γενική προβληματική το Zodiac του Φίντσερ. Ή μάλλον το Zodiac θυμίζει τις "Μνήμες...", αφού η αμερικάνικη ταινία είναι του 2007.
Συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ, καθώς και κάθε άλλο του σκηνοθέτη. Έχω δει συνολικά 4 και μου άρεσαν πολύ όλες. Ψάξτε τον. Το συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα για μια διαφορετική ματιά στο αστυνομικό είδος.
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο αστυνομικό δράμα, από αυτά που ξέρουν καλά να φτιάχνουν οι κορεάτες. Εδώ όμως βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα αμερικάνικα στάνταρ του είδους. Σε μια μικρή πόλη της κορεάτικης επαρχίας της δεκαετίας του 80, όταν στη χώρα υπήρχε δικτατορία, αρχίζουν να δολοφονούνται γυναίκες. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για σίριαλ κίλερ με άγνωστα κίνητρα και ψυχοσύνθεση. Αρχικά την υπόθεση αναλαμβάνουν οι δύο όχι και τόσο έξυπνοι ντετέκτιβ της περιοχής. Ο ένας λιγάκι "ούφο", κολλημένος με αμερικάνικες αστυνομικές σειρές, κι ο άλλος βίαιος ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος - δεν σκέπτεται και πολύ άλλωστε και αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί.Καθώς αποτυγχάνουν διαρκώς και συλλαμβάνουν λάθος υπόπτους - από τους οποίους, σημειωτέον, αποσπούν με βία ομολογίες - ένας πιο οργανωμένος ντετέκτιβ από την πρωτεύουσα έρχεται να συνεργαστεί μαζί τους.
Η ταινία παρακολουθεί τόσο τις σχέσεις των αστυνομικών μεταξύ τους, όσο και την έρευνα, η οποία, ακόμα και με τη συνδρομή του "πρωτευουσιάνου" δεν μοιάζει να οδηγεί πουθενά. Παράλληλα καταγράφει τη ασφυκτική επαρχιακή κοινωνία και αφήνει υπαινικτικά να δειχτούν οι επιπτώσεις της δικτατορίας και η αστυνομική βία. Ωστοσο σημαντικότερο στοιχείο, νομίζω, είναι μια ιδέα που φαίνεται να επανέρχεται και σε άλλα φιλμ του σκηνοθέτη: Το ότι η δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου δίκαια ούτε αποτελεσματική. Η δικαιοσύνη μπορεί κάλλιστα να σφάλλει ή, πολύ απλά, να μην καταφέρνει να κάνει τη δουλειά της, να αποτυγχάνει. Ποιος είπε ότι ο ανθρώπινος αυτός θεσμός μπορεί να αντιμετωπίσει με σιγουριά το κακό εκεί έξω;
Το πρώτο μέρος, κάπως πιο ανάλαφρο, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Σ' όλη τη διάρκειά της πάντως οι συνεχείς ανατροπές όσον αφορά τους υπόπτους κρατάνε αμείωτη την αγωνία του θεατή. Αν πάντως θέλετε μια σύγκριση με κάτι αμερικάνικο, θα σας έλεγα ότι η ταινία θυμίζει σαν γενική προβληματική το Zodiac του Φίντσερ. Ή μάλλον το Zodiac θυμίζει τις "Μνήμες...", αφού η αμερικάνικη ταινία είναι του 2007.
Συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ, καθώς και κάθε άλλο του σκηνοθέτη. Έχω δει συνολικά 4 και μου άρεσαν πολύ όλες. Ψάξτε τον. Το συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα για μια διαφορετική ματιά στο αστυνομικό είδος.
Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014
Ο ΤΕΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΛΟΛΑΜΠΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ
Ο Παναγιώτης Τέτσης, γεννημένος το 1925, είναι από τους γνωστότερους και σημαντικότερους έλληνες ζωγράφους του 20ου αιώνα. Το εικαστικό του ενδιαφέρον περιστρέφεται κυρίως γύρω από το χρώμα.
Εν έτει 2014 ο σκηνοθέτης Γιάννης Βαμβακάς (ο οποίος δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με εικαστικο θέμα) γυρίζει το ντοκιμαντέρ 100 λεπτών "Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας... με τα Χρώματα" επιχειρώντας να δώσει το ποτρτρέτο του καλλιτέχνη, ο οποίος βεβαίως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν κάμποσα χρόνια, ήταν άνω των 85 ετών. Η ιστορικός τέχνης Λίμπερτη (!) Πολύζου αναλαμβάνει την έρευνα και είναι διαρκώς παρούσα δίπλα στον καλλιτέχνη, κουβεντιάζοντας, περπατώντας, ρωτώντας, σχολιάζοντας...
Ο Τέτσης μιλά για τα πάντα, ευρισκόμενος άλλοτε στην Αθήνα κι άλλοτε στην Ύδρα. Υδραίος στην καταγωγή, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού πολύ συχνά και για αρκετά μακρά διαστήματα μένει εκεί - όπως και στη Σίφνο. Έτσι ο λόγος του συχνά περιστρέφεται γύρω από την Ύδρα, άλλοτε ενθυμούμενος τα παιδικά και νεανικά του χρόνια κι άλλοτε μιλώντας για το τώρα. Άλλοτε πάλι μιλά για τη σχέση του με τη διδασκαλία της τέχνης και τους μαθητές του, αφού υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών και πρύτανής της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90. Όπως είναι όμως φυσικό μιλά κυρίως για τη ζωγραφική, για τη χρήση του χρώματος και τα μυστικά του ή για συγκεκριμένα έργα του. Ο Τέτσης ούτως ή άλλως θεωρείται από τους μεγαλύτερους έλληνες κολορίστες. Μια ματιά σε πίνακές του, ακόμα και από αδαείς, το επιβεβαιώνει. Το στιλ του έχει επηρεαστεί από τον ιμπρεσιονισμό, κυρίως όμως από τον εξπρεσιονισμό, ενώ αγαπημένη θεματολογία του παραμένει το τοπίο και η νεκρή φύση. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο μνημειακό του έργο, πελωρίων διαστάσεων, "Λαϊκή Αγορά".
Αν σας ενδιαφέρει η τέχνη, το ντοκιμαντέρ είναι απόλυτα κατατοπιστικό για τον καλλιτέχνη, αν και δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερο κινηματογραφικά. Ο λόγος του Τέτση μπορεί να είναι μεστός, συχνά συγκινητικός, είναι όμως και διασπαρμένος από χιούμορ, καθώς παλλινδρομεί ευχάριστα ανάμεσα σε απόψεις για τη ζωγραφική και προσωπικές, καθημερινές στιγμές. Φίλοι και παλιοί μαθητές του δάσκαλου εμπλουτίζουν το φιλμ καταθέτοντας τις δικές τους μαρτυρίες γι' αυτόν. Ο Τέτσης είναι συναρπατικός, η Λίμπερτη (νομίζω) έτσι κι έτσι...
Εν έτει 2014 ο σκηνοθέτης Γιάννης Βαμβακάς (ο οποίος δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με εικαστικο θέμα) γυρίζει το ντοκιμαντέρ 100 λεπτών "Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας... με τα Χρώματα" επιχειρώντας να δώσει το ποτρτρέτο του καλλιτέχνη, ο οποίος βεβαίως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν κάμποσα χρόνια, ήταν άνω των 85 ετών. Η ιστορικός τέχνης Λίμπερτη (!) Πολύζου αναλαμβάνει την έρευνα και είναι διαρκώς παρούσα δίπλα στον καλλιτέχνη, κουβεντιάζοντας, περπατώντας, ρωτώντας, σχολιάζοντας...
Ο Τέτσης μιλά για τα πάντα, ευρισκόμενος άλλοτε στην Αθήνα κι άλλοτε στην Ύδρα. Υδραίος στην καταγωγή, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού πολύ συχνά και για αρκετά μακρά διαστήματα μένει εκεί - όπως και στη Σίφνο. Έτσι ο λόγος του συχνά περιστρέφεται γύρω από την Ύδρα, άλλοτε ενθυμούμενος τα παιδικά και νεανικά του χρόνια κι άλλοτε μιλώντας για το τώρα. Άλλοτε πάλι μιλά για τη σχέση του με τη διδασκαλία της τέχνης και τους μαθητές του, αφού υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών και πρύτανής της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90. Όπως είναι όμως φυσικό μιλά κυρίως για τη ζωγραφική, για τη χρήση του χρώματος και τα μυστικά του ή για συγκεκριμένα έργα του. Ο Τέτσης ούτως ή άλλως θεωρείται από τους μεγαλύτερους έλληνες κολορίστες. Μια ματιά σε πίνακές του, ακόμα και από αδαείς, το επιβεβαιώνει. Το στιλ του έχει επηρεαστεί από τον ιμπρεσιονισμό, κυρίως όμως από τον εξπρεσιονισμό, ενώ αγαπημένη θεματολογία του παραμένει το τοπίο και η νεκρή φύση. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο μνημειακό του έργο, πελωρίων διαστάσεων, "Λαϊκή Αγορά".
Αν σας ενδιαφέρει η τέχνη, το ντοκιμαντέρ είναι απόλυτα κατατοπιστικό για τον καλλιτέχνη, αν και δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερο κινηματογραφικά. Ο λόγος του Τέτση μπορεί να είναι μεστός, συχνά συγκινητικός, είναι όμως και διασπαρμένος από χιούμορ, καθώς παλλινδρομεί ευχάριστα ανάμεσα σε απόψεις για τη ζωγραφική και προσωπικές, καθημερινές στιγμές. Φίλοι και παλιοί μαθητές του δάσκαλου εμπλουτίζουν το φιλμ καταθέτοντας τις δικές τους μαρτυρίες γι' αυτόν. Ο Τέτσης είναι συναρπατικός, η Λίμπερτη (νομίζω) έτσι κι έτσι...
Δευτέρα, Μαΐου 19, 2014
SECONDS: ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΣΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ
Το Χόλιγουντ, παράλληλα με την χαρούμενη, ψυχαγωγική και γεμάτη τραβηγμένα από τα μαλλιά hapy end πλευρά του, μπορούσε πάντοτε να κάνει και πραγματικά σκοτεινές ταινίες, που πάγωναν τον θεατή (παλιότερα τουλάχιστον). Σαν κλασική τέτοια ταινία θεωρώ το "Seconds" του John Frankenheimer (1930-2002) του 1966, με έναν αγνώριστο στον δραματικό του ρόλο Ροκ Χάτσον.
Ναι, πρόκειται για ένα είδος επιστημονικής φαντασίας, καμία σχέση όμως με διαστημόπλοια, εξωγήινους και θέαμα. Όλα συμβαίνουν στη γη όπως την ξέρουμε - ή περίπου. Τι θα λέγατε λοιπόν αν σας δινόταν η ευκαιρία να αλλάξετε εντελώς ζωή, να αφήσετε πίσω σας τα πάντα, να πετάξετε τον παλιό σας εαυτό και να γίνεται ένας εντελώς άλλος άνθρωπος, με εντελώς διαφορετική ταυτότητα; Αυτό συμβαίνει στον εύπορο, πλην όμως κουρασμένο από τη ζωή, βαριεστημένο με τα πάντα μεσήλικα-και-κάτι ήρωα. "Αφείστε πίσω ό,τι για τόσα χρόνια έχετε βαρεθεί. Γίνετε ένας καινούριος άνθρωπος, σε έναν όμορφο κόσμο όπου κανείς δεν σας γνωρίζει". Νομίζω ότι όλοι, αν δεν αρπάζαμε την (καλοπληρωμένη βεβαίως) ευκαιρία, τουλάχιστον θα μπαίναμε σίγουρα σε πειρασμό.
Φυσικά ο ήρωας δέχεται και, με τρόπους που θα δείτε, μεταμορφώνεται σε έναν νεότερο και εύρωστο άντρα, πετυχημένο, με μια εντελώς νέα ταυτότητα. Τι γίνεται όμως με την πολυπόθητη ευτυχία;
Πρόκειται για φιλμ που πραγματικά εισάγει μια σειρά από θέματα και φιλοσοφικά ερωτήματα - τροφή για σκέψη: Τι είναι η ευτυχία; Μπορεί να "αγοραστεί"; Και αν ναι, μήπως προσφέρεται στην κοινωνία μας μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν; Μπορεί κανείς να υπερβεί τον εαυτό του και να γίνει κάποιος άλλος; Τι είναι η δύναμη της συνήθειας; Και, ερώτημα που και εμένα έχει απασχολήσει, ποια είναι η μοίρα των ανθρώπων που, πολύ απλά, δεν έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα; Πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτού του είδους που βρίσκονται γύρω μας.Κι όλα αυτά είναι μερικά μόνο. Ο θεατής μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα και να προβληματιστεί.
Το φιλμ είναι κάπως αργό σε μερικά σημεία και ίσως το διονυσιακό όργιο στον τρύγο μιας εξωτικής σχεδόν Καλιφόρνια τραβάει λίγο παραπάνω. Δείτε όμως την εποχή: Βρισκόμαστε στα 1966 και το κίνημα των χίπις είχε ξεκινήσει. Σίγουρα ο Frankenheimer ήθελε να καταγράψει τα όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν στην αμερικάνικη κοινωνία και το όλο αίτημα για "επιστροφή στη φύση".
Όπως και να το κάνουμε πάντως το συγκλονιστικό φινάλε της ταινίας - το συγκλονιστικό τελευταίο μέρος θα έλεγα γενικότερα - αρκεί νομίζω από μόνο του για να χαρακτηριστεί η ταινία ως μία από τις πλέον ιδιόμορφες και σημαντικές των 60ς.
Ναι, πρόκειται για ένα είδος επιστημονικής φαντασίας, καμία σχέση όμως με διαστημόπλοια, εξωγήινους και θέαμα. Όλα συμβαίνουν στη γη όπως την ξέρουμε - ή περίπου. Τι θα λέγατε λοιπόν αν σας δινόταν η ευκαιρία να αλλάξετε εντελώς ζωή, να αφήσετε πίσω σας τα πάντα, να πετάξετε τον παλιό σας εαυτό και να γίνεται ένας εντελώς άλλος άνθρωπος, με εντελώς διαφορετική ταυτότητα; Αυτό συμβαίνει στον εύπορο, πλην όμως κουρασμένο από τη ζωή, βαριεστημένο με τα πάντα μεσήλικα-και-κάτι ήρωα. "Αφείστε πίσω ό,τι για τόσα χρόνια έχετε βαρεθεί. Γίνετε ένας καινούριος άνθρωπος, σε έναν όμορφο κόσμο όπου κανείς δεν σας γνωρίζει". Νομίζω ότι όλοι, αν δεν αρπάζαμε την (καλοπληρωμένη βεβαίως) ευκαιρία, τουλάχιστον θα μπαίναμε σίγουρα σε πειρασμό.
Φυσικά ο ήρωας δέχεται και, με τρόπους που θα δείτε, μεταμορφώνεται σε έναν νεότερο και εύρωστο άντρα, πετυχημένο, με μια εντελώς νέα ταυτότητα. Τι γίνεται όμως με την πολυπόθητη ευτυχία;
Πρόκειται για φιλμ που πραγματικά εισάγει μια σειρά από θέματα και φιλοσοφικά ερωτήματα - τροφή για σκέψη: Τι είναι η ευτυχία; Μπορεί να "αγοραστεί"; Και αν ναι, μήπως προσφέρεται στην κοινωνία μας μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν; Μπορεί κανείς να υπερβεί τον εαυτό του και να γίνει κάποιος άλλος; Τι είναι η δύναμη της συνήθειας; Και, ερώτημα που και εμένα έχει απασχολήσει, ποια είναι η μοίρα των ανθρώπων που, πολύ απλά, δεν έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα; Πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτού του είδους που βρίσκονται γύρω μας.Κι όλα αυτά είναι μερικά μόνο. Ο θεατής μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα και να προβληματιστεί.
Το φιλμ είναι κάπως αργό σε μερικά σημεία και ίσως το διονυσιακό όργιο στον τρύγο μιας εξωτικής σχεδόν Καλιφόρνια τραβάει λίγο παραπάνω. Δείτε όμως την εποχή: Βρισκόμαστε στα 1966 και το κίνημα των χίπις είχε ξεκινήσει. Σίγουρα ο Frankenheimer ήθελε να καταγράψει τα όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν στην αμερικάνικη κοινωνία και το όλο αίτημα για "επιστροφή στη φύση".
Όπως και να το κάνουμε πάντως το συγκλονιστικό φινάλε της ταινίας - το συγκλονιστικό τελευταίο μέρος θα έλεγα γενικότερα - αρκεί νομίζω από μόνο του για να χαρακτηριστεί η ταινία ως μία από τις πλέον ιδιόμορφες και σημαντικές των 60ς.
Κυριακή, Μαΐου 18, 2014
Ο ΠΑΝΤΟΤΕ "ΑΛΛΟΥ" ΓΚΙΛΙΑΜ ΚΑΙ ΤΟ "ΘΕΩΡΗΜΑ ΜΗΔΕΝ"
Το 2013 ο (κάποτε τουλάχιστον) αγαπημένος Terry Gilliam θυμάται τις μακρινες μέρες του Btazil και φτιάχνει το "Θεώρημα Μηδέν". Αναφέρω το Brazil επειδή ο μελλοντικός, δυστοπικός κόσμος που έχει φτιάξει εδώ βρίσκεται αρκετά κοντά σ' εκείνον της θρυλικής ταινίας του 1985. Δυστυχώς όμως οι συγκρίσεις σταματάνε κατά τη γνώμη μου εδώ.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός μοναχικού, αγοραφοβικού τύπου, που ζει σε μια ερειπωμένη και κατάλληλα διαμορφωμένη πρώην εκκλησία και βγαίνει μόνο από υποχρέωση να πάει στη δουλειά του. Δουλεύει σαν προγραμματιστής στην πανταχού παρούσα Διοίκηση, που μοιάζει να παρακολουθεί και να ελέγχει τα πάντα, και πασχίζει να αποδείξει το "Θεώρημα Μηδέν", που, όταν αποδειχτεί, θα σημαινει ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα νόημα ή σκοπό. Κάποια στιγμή θα λάβει την πολυπόθητη άδεια να εργαστεί κλεισμένος στο σπίτι του, δίχως να χρειάζεται να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά και εκεί θα διακόπτεται από απεσταλμένους της Διοίκησης, ενώ θα βρίσκεται διαρκώς στα όρια της απόλυτης παράνοιας.
Πρόκειται για μια μάλλον πολύπλοκη φιλοσοφική αλληγορία, που εμπλέκει σε μεγάλο βαθμό και με ποικίλους τρόπους τη θρησκεία (η εκκλησία όπου ζει ο ήρωας, η κάμερα παρακολούθησης στο κεφάλι του Εσταυρωμένου, ο γιος του "Διευθυντή της Διοίκησης", το μυστηριώδες τηλεφώνημα που θα του αποκακλυψει το νόημα της ζωής κλπ.) Ίσως τα νοήματα είναι κάπως μπερδεμένα και είναι δυσκολο να αντιληφτούμε τι ακριβώς θέλει να δείξει ο Γκίλιαμ - πέραν βέβαια του δυστοπικού μέλλοντος. Σίγουρα πάντως υπάρχει εδώ (ξανά και ευπρόσδεκτη) όλη η τρέλα του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού, όλη η μπαρόκ εικονοποιία του, όλο το μόνιμο παιχνίδι του με την παράνοια. Βρήκα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τον εξωτερικό κόσμο που έχει δημιουργήσει (όταν ο ήρωας βγαίνει από την εκκλησία - κατοικία του), με τις ζωντανές διαφημίσεις και τα εγκατελειμένα, γεμάτα γκράφιτι κτίρια, αλλά και την κάπως steampunk ατμόσφαιρα (συνδυασμός υψηλής τεχνολογίας και έντονα παλιομοδίτικων στοιχείων), βρήκα αρκετά ψήγματα του παλιού καλού εαυτού του, αλλά φοβάμαι ότι σε καμία περίπτωση δεν φτάνει το παρελθόν του. Είναι πια χαώδης, μπερδεμένος και - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μόνιμα ντεφορμέ τα αρκετά τελευταία χρόνια. Φοβάμαι ότι ποτέ πια δεν θα δούμε μια πραγματικά καλή ταινία απ' αυτόν (μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς, διότι εξακολουθεί να με γοητεύει).
Πάντως, επειδή θεωρώ το φιλμ πιο ενδιαφέρον από τα τελευταία του, θα πρότεινα στους φίλους του Γκίλιαμ τουλάχιστον, να το δουν οπωσδήποτε. Σας το είπα: Έχει κάτι από τον παλιό καλό εαυτό του.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός μοναχικού, αγοραφοβικού τύπου, που ζει σε μια ερειπωμένη και κατάλληλα διαμορφωμένη πρώην εκκλησία και βγαίνει μόνο από υποχρέωση να πάει στη δουλειά του. Δουλεύει σαν προγραμματιστής στην πανταχού παρούσα Διοίκηση, που μοιάζει να παρακολουθεί και να ελέγχει τα πάντα, και πασχίζει να αποδείξει το "Θεώρημα Μηδέν", που, όταν αποδειχτεί, θα σημαινει ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα νόημα ή σκοπό. Κάποια στιγμή θα λάβει την πολυπόθητη άδεια να εργαστεί κλεισμένος στο σπίτι του, δίχως να χρειάζεται να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά και εκεί θα διακόπτεται από απεσταλμένους της Διοίκησης, ενώ θα βρίσκεται διαρκώς στα όρια της απόλυτης παράνοιας.
Πρόκειται για μια μάλλον πολύπλοκη φιλοσοφική αλληγορία, που εμπλέκει σε μεγάλο βαθμό και με ποικίλους τρόπους τη θρησκεία (η εκκλησία όπου ζει ο ήρωας, η κάμερα παρακολούθησης στο κεφάλι του Εσταυρωμένου, ο γιος του "Διευθυντή της Διοίκησης", το μυστηριώδες τηλεφώνημα που θα του αποκακλυψει το νόημα της ζωής κλπ.) Ίσως τα νοήματα είναι κάπως μπερδεμένα και είναι δυσκολο να αντιληφτούμε τι ακριβώς θέλει να δείξει ο Γκίλιαμ - πέραν βέβαια του δυστοπικού μέλλοντος. Σίγουρα πάντως υπάρχει εδώ (ξανά και ευπρόσδεκτη) όλη η τρέλα του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού, όλη η μπαρόκ εικονοποιία του, όλο το μόνιμο παιχνίδι του με την παράνοια. Βρήκα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τον εξωτερικό κόσμο που έχει δημιουργήσει (όταν ο ήρωας βγαίνει από την εκκλησία - κατοικία του), με τις ζωντανές διαφημίσεις και τα εγκατελειμένα, γεμάτα γκράφιτι κτίρια, αλλά και την κάπως steampunk ατμόσφαιρα (συνδυασμός υψηλής τεχνολογίας και έντονα παλιομοδίτικων στοιχείων), βρήκα αρκετά ψήγματα του παλιού καλού εαυτού του, αλλά φοβάμαι ότι σε καμία περίπτωση δεν φτάνει το παρελθόν του. Είναι πια χαώδης, μπερδεμένος και - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μόνιμα ντεφορμέ τα αρκετά τελευταία χρόνια. Φοβάμαι ότι ποτέ πια δεν θα δούμε μια πραγματικά καλή ταινία απ' αυτόν (μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς, διότι εξακολουθεί να με γοητεύει).
Πάντως, επειδή θεωρώ το φιλμ πιο ενδιαφέρον από τα τελευταία του, θα πρότεινα στους φίλους του Γκίλιαμ τουλάχιστον, να το δουν οπωσδήποτε. Σας το είπα: Έχει κάτι από τον παλιό καλό εαυτό του.
Τετάρτη, Μαΐου 14, 2014
ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ "ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ";
Το φιλμ "Κάτω από το Δέρμα" του Jonathan Glazer γυρίστηκε το 2013 και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του ολλανδού Michel Faber. Αυτό που πρέπει να τονιστεί από ην πρώτη στιγμή, είναι ότι δεν πρόκειται για ένα απλό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, αλλά η σκηνοθεσία, η απόλυτα ελλειπτική αφήγηση και το όλο κλίμα το κάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις να αγγίζει τα όρια του πειραματικού σινεμά. Οπότε, οι οπαδοί της mainstream ΕΦ ας το έχουν καλά στο μυαλό τους πριν το "τολμήσουν".
Η ταινία παρακολουθεί μια όμορφη, μοναχική γυναίκα σε ένα σχεδόν καθημερινά επαναλαμβανόμενο τελετουργικό: Οδηγώντας ένα φορτηγάκι, "ψαρεύει" μοναχικούς άντρες, τους οδηγεί σε ένα εκτός τόπου και χρόνου μαύρο δωμάτιο (;) και μετά... τι; Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς τους κάνει και γιατί, αλλά πάντως κανένα αρσενικό δεν βγαίνει ζωντανό από εκεί. Ένας μοτοσικλετιστής την ακολουθεί μόνιμα και μοιάζει να βρίσκεται στην υπηρεσία της, "καθαρίζοντας" τα ίχνη της.
Ποια (ή μάλλον τι) είναι αυτή η γυναίκα; Γιατί χρειάζεται τους άντρες; Ποιος είναι ο ακόλουθός της και γιατί τη βοηθά; Ο Glazer δεν θα απαντήσει ποτέ. Στόχος του δεν είναι να εξηγήσει οτιδήποτε, αλλά να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να παρακολουθήσει (ελλειπτικά κι αυτό) την ψυχολογική εξέλιξη (;) της σιωπηλής ηρωίδας. Ουσιαστικά αυτό που παρακολουθούμε με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, είναι η πορεία ενός μοναχικού πλάσματος σε έναν κόσμο που δεν κατανοεί και στον οποίο δεν μπορεί να συμμετέχει. Όλα γύρω της τής δημιουργούν απορία, όλα είναι άβολα, ξένα. Η ηρωίδα μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσει να ενταχθεί στον κόσμο, να συμμετάσχει. Θα ελευθερώσει κάποιον που ψυχολογικά της μοιάζει, θα προσπαθήσει να απολαύσει την καλοσύνη όταν τη συναντά. Η αποτυχία της όμως είναι προδιαγραμμένη.
Η ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι δεδομένη. Το μουντό, μόνιμα συννεφιασμένο τοπίο της Σκωτίας, οι εξ ίσου μουντοί αστικοί, βιομηχανικοί χώροι, οι αργοί ρυθμοί, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όλα συμβάλλουν στο χτίσιμό της. Η Σκάρλετ Γιόχανσον, βουβή σχεδόν, συμβάλλει με την ερμηνεία της. Μερικές εικόνες, όπως αυτές με τους άντρες στον μαύρο, άμορφο χώρο, εντυπώνονται στο νου. Σίγουρα υπάρχει σκηνοθετική άποψη, σίγουρα το φιλμ διαφέρει κατά πολύ από το συνηθισμένο, ωστόσο δεν σας κρύβω ότι με κούρασε αρκετά. Τελικά καλό είναι να το δει κανείς σα μια σινεφίλ, εγκεφαλική άσκηση, υποβλητική, σκοτεινή, σαν μια μελέτη της μοναχικότητας και του αταίριαστου με το περιβάλλον ατόμου, αλλά δεν μπορώ να πω τελικά ότι απόλαυσα όλο αυτό το ψυχρό παιχνίδι.
Η ταινία παρακολουθεί μια όμορφη, μοναχική γυναίκα σε ένα σχεδόν καθημερινά επαναλαμβανόμενο τελετουργικό: Οδηγώντας ένα φορτηγάκι, "ψαρεύει" μοναχικούς άντρες, τους οδηγεί σε ένα εκτός τόπου και χρόνου μαύρο δωμάτιο (;) και μετά... τι; Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς τους κάνει και γιατί, αλλά πάντως κανένα αρσενικό δεν βγαίνει ζωντανό από εκεί. Ένας μοτοσικλετιστής την ακολουθεί μόνιμα και μοιάζει να βρίσκεται στην υπηρεσία της, "καθαρίζοντας" τα ίχνη της.
Ποια (ή μάλλον τι) είναι αυτή η γυναίκα; Γιατί χρειάζεται τους άντρες; Ποιος είναι ο ακόλουθός της και γιατί τη βοηθά; Ο Glazer δεν θα απαντήσει ποτέ. Στόχος του δεν είναι να εξηγήσει οτιδήποτε, αλλά να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να παρακολουθήσει (ελλειπτικά κι αυτό) την ψυχολογική εξέλιξη (;) της σιωπηλής ηρωίδας. Ουσιαστικά αυτό που παρακολουθούμε με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, είναι η πορεία ενός μοναχικού πλάσματος σε έναν κόσμο που δεν κατανοεί και στον οποίο δεν μπορεί να συμμετέχει. Όλα γύρω της τής δημιουργούν απορία, όλα είναι άβολα, ξένα. Η ηρωίδα μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσει να ενταχθεί στον κόσμο, να συμμετάσχει. Θα ελευθερώσει κάποιον που ψυχολογικά της μοιάζει, θα προσπαθήσει να απολαύσει την καλοσύνη όταν τη συναντά. Η αποτυχία της όμως είναι προδιαγραμμένη.
Η ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι δεδομένη. Το μουντό, μόνιμα συννεφιασμένο τοπίο της Σκωτίας, οι εξ ίσου μουντοί αστικοί, βιομηχανικοί χώροι, οι αργοί ρυθμοί, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όλα συμβάλλουν στο χτίσιμό της. Η Σκάρλετ Γιόχανσον, βουβή σχεδόν, συμβάλλει με την ερμηνεία της. Μερικές εικόνες, όπως αυτές με τους άντρες στον μαύρο, άμορφο χώρο, εντυπώνονται στο νου. Σίγουρα υπάρχει σκηνοθετική άποψη, σίγουρα το φιλμ διαφέρει κατά πολύ από το συνηθισμένο, ωστόσο δεν σας κρύβω ότι με κούρασε αρκετά. Τελικά καλό είναι να το δει κανείς σα μια σινεφίλ, εγκεφαλική άσκηση, υποβλητική, σκοτεινή, σαν μια μελέτη της μοναχικότητας και του αταίριαστου με το περιβάλλον ατόμου, αλλά δεν μπορώ να πω τελικά ότι απόλαυσα όλο αυτό το ψυχρό παιχνίδι.
Δευτέρα, Μαΐου 12, 2014
Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΑ, ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ PHILOMENA
Αν και κάνει πολύ διαφορετικές μεταξύ
τους ταινίες, ο Steven Frears παραμένει για μένα, μετά τόσα χρόνια, ένας (σχεδόν) πάντοτε
πολύ ενδιαφέρων σκηνοθέτης. Αυτό κατά τη γνώμη μου συμβαίνει και με την τρυφερή,
συγκινητική, αλλά και με αρκετές ανατροπές «Philomena» του 2013, που βασίζεται σε αληθινή ιστορία.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με τη βοήθεια
ενός πρώην γνωστού και νυν σε επικίνδυνη καμπή της καριέρας του δημοσιογράφου,
αποφασίζει το 2008 να ψάξει τον γιο της, ο οποίος είχε δοθεί για υιοθεσία από
καλόγριες πίσω στη δεκαετία του 50, δίχως ποτέ η «παράνομη» μητέρα να μάθει
οτιδήποτε γι’ αυτόν. Η αναζήτηση θα την οδηγήσει στην Αμερική, όπου οι εκπλήξεις
διαδέχονται η μία την άλλη.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλαπλά
επίπεδα και γι’ αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολλαπλά ενδιαφέρουσα. Έχουμε
κατ’ αρχήν την προαναφερθείσα αγωνία και τις ανατροπές, όσο προχωρά η αναζήτηση,
που κρατούν σε αγωνία τον θεατή. Έπειτα υπάρχει το δίδυμο των αντίθετων
πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, που δένουν υπέροχα μεταξύ τους: «Λαϊκή», κλόκαρδη
αλλά και πεισματάρα, εύπιστη και βαθύτατα πιστή χριστιανή εκείνη, κυνικός, έξυπνος,
μορφβωμένος, διανοούμενος, άθεος ο άλλος. Εντελώς διαφορετικά background, διανοητικό επίπεδο, κουλτούρα,
που όμως αναγκάζονται να συνυπάρξουν όσο κρατά η αναζήτηση. Στη συνέχεια έχουμε
τις δόσεις του υπόγειου αγγλικού χιούμορ, που διαποτίζει ευχάριστα την κατά τα άλλα
δραματική αυτή ταινία. Έχουμε τέλος και την απολαυστική ηθοποιία της Τζούντι
Ντεντς, αλλά και του Στιβ Κούγκαν.
Και ιδεολογικά; Ο Φρίαρς κάνει
μια κατά μέτωπο επίθεση στην καθολική εκκλησία, τουλάχιστον όπως αυτή λειτουργούσε
παλιότερα στην «καθυστερημένη» Ιρλανδία, αποκαλύπτοντας ένα απάνθρωπο
κυριολεκτικά πρόσωπο και μια στάση απόλυτα φοβική σε κάθε μορφή σεξουαλικότητας,
πλημμυρισμένη από ψέμα και υποκρισία. Σε ατομικό επίπεδο, αποκαλύπτονται περιπτώσεις
όπου η νεύρωση ή/και η υστερία γίνονται νόμος, οδηγώντας, όντας βρισκόμενες σε
θέση ισχύος, σε απόγνωση και δυστυχία άλλους ανθρώπους. Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός
για τη φύση και την αξία της εκδίκησης γενικότερα, αλλά και για τη χριστιανική
θέση απέναντί της. Τελικά (όχι ότι ο συγκεκριμένος προβληματισμός με ενδιαφέρει
προσωπικά, αλλά τέλος πάντων υπάρχει και δίνει και ένα πολύ δυνατό φινάλε)
ποιος είναι πιο χριστιανός; Οι κανονικοί εκπρόσωποι της εκκλησίας ή η αφελής,
λαϊκή και αμόρφωτη γυναίκα; Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι πρόκειται για αληθινή
ιστορία, τα πράγματα στο επίπεδο αυτό γίνονται ακόμα πιο ανατριχιαστικά (λέω «στο
επίπεδο αυτό», γιατί συνολικά παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, αφού,
παρά το δραματικό θέμα της, καταφέρνει να διατηρεί και μια feelgood διάσταση).
Προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ καλές
ταινίες της χρονιάς. Θα τη συναντήσουμε μάλλον στις παραδοσιακές λίστες στο τέλος
της.
Παρασκευή, Μαΐου 09, 2014
Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ SNOWPIERCER
Θα πω από την αρχή ότι είχα αρκετό καιρό να ευχαριστηθώ πραγματικά ταινία επιστημονικής φαντασίας όσο το Snowpiercer (2013) του εξαιρετικού κορεάτη Joon-ho Bong, που στο παρελθόν μας είχε χαρίσει, μεταξύ άλλων, και το πρωτότυπο "Host" (Ο Επισκέπτης). Πάντως η ταινία δεν είναι κορεάτικη, αλλά διεθνής παραγωγή.
Βασισμένο σε γαλλικό κόμικς του 1982 (του οποίου την ύπαρξη δυστυχώς αγνοούσα), το φιλμ μας μεταφέρει σε ένα ζοφερό μέλλον όπου η γη έχει επανέλθει από ανθρώπινο λάθος στην εποχή των παγετώνων και ουσιαστικά η ανθρωπότητα έχει καταστραφεί, Οι μόνοι επιζήσαντες βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ένα αενάως κινούμενο γύρω από τον πλανήτη τρένο. Ούτε εκεί όμως θα καταφέρουν να φτιάξουν έναν ιδανικό κόσμο. Κάθε άλλο: Στα πίσω βαγόνια είναι στιβαγμένοι οι "επιβάτες τρίτης θέσης", που ζουν σε συνθήκες βάναυσης καταπίεσης και εξαθλίωσης, ενώ όσο προχωράμε προς την πρώτη θέση οι συνθήκες βελτιώνονται, για να φτάσουμε στη χλιδή των λίγων προνομιούχων. Στο πρώτο βαγόνι, οδηγός και απόλυτος αρχηγός, κατοικεί ο ιδιοφυής κατασκευαστής του τρένου και επινοητής της όλης κατάστασης: Τόσο της επιβίωσης της πολυπληθούς ομάδας όσο και της ανισότητας που την διέπει. Η άγρια εξέγερση στα πίσω βαγόνια δεν θα αργήσει να ξεσπάσει και θα είναι αιματηρή...
Η αλληγορία της όλης ιστορίας είναι σαφής. Το τρένο είναι φυσικά μεταφορά μιας βαθύτατα διχασμένης ταξικά, αλλά και γεωγραφικά, κοινωνίας που αλληλοσπαράσεται μέχρις τελικής καταστροφής. Σχόλιο προφανώς για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα, αλλά και πολύ πρωτότυπη ιδέα, η ταινία διαθέτει, μεταξύ άλλων, εξαιρετικό σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Μια άλλη έξυπνη ιδέα είναι το ότι η κάμερα ακολουθεί την αιματοβαμένη πορεία των επαναστατών (οι οποίοι, σημειωτέον, δεν έχουν φύγει ποτέ από την άθλια πίσω θέση) από βαγόνι σε βαγόνι, οπότε ο θεατής μαθαίνει μαζί μ' αυτούς τι ακριβώς υπάρχει στο τρένο και το πώς αυτό είναι δομημένο, ενώ οι σύντομες εικόνες του νεκρού, παγωμένου έξω κόσμο κόβουν μερικές φορές την ανάσα.
Ο συνδυασμός πρωτοτυπίας, σασπένς και (διάφανου έστω) συμβολισμού, το εξαιρετικό γύρισμα και η όλη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την πρώτη κιόλας στιγμή κάνουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ να ξεχωρίζει από τον σωρό ανούσιων και χιλιοειδωμένων περιπετειών φαντασίας (επιστημονικής ή μη) που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια. Η δε (αγνώριστη) Τίλντα Σουίντον και οι Εντ Χάρις και Τζον Χαρτ ξεχωρίζουν στους ρόλους τους. Όπως είπα και στην αρχή, το απόλαυσα.
ΥΓ: Ψάξτε και παλιότερες ταινίες του Joon-ho Bong, Είναι πολύ ενδιαφέρουσες.
Βασισμένο σε γαλλικό κόμικς του 1982 (του οποίου την ύπαρξη δυστυχώς αγνοούσα), το φιλμ μας μεταφέρει σε ένα ζοφερό μέλλον όπου η γη έχει επανέλθει από ανθρώπινο λάθος στην εποχή των παγετώνων και ουσιαστικά η ανθρωπότητα έχει καταστραφεί, Οι μόνοι επιζήσαντες βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ένα αενάως κινούμενο γύρω από τον πλανήτη τρένο. Ούτε εκεί όμως θα καταφέρουν να φτιάξουν έναν ιδανικό κόσμο. Κάθε άλλο: Στα πίσω βαγόνια είναι στιβαγμένοι οι "επιβάτες τρίτης θέσης", που ζουν σε συνθήκες βάναυσης καταπίεσης και εξαθλίωσης, ενώ όσο προχωράμε προς την πρώτη θέση οι συνθήκες βελτιώνονται, για να φτάσουμε στη χλιδή των λίγων προνομιούχων. Στο πρώτο βαγόνι, οδηγός και απόλυτος αρχηγός, κατοικεί ο ιδιοφυής κατασκευαστής του τρένου και επινοητής της όλης κατάστασης: Τόσο της επιβίωσης της πολυπληθούς ομάδας όσο και της ανισότητας που την διέπει. Η άγρια εξέγερση στα πίσω βαγόνια δεν θα αργήσει να ξεσπάσει και θα είναι αιματηρή...
Η αλληγορία της όλης ιστορίας είναι σαφής. Το τρένο είναι φυσικά μεταφορά μιας βαθύτατα διχασμένης ταξικά, αλλά και γεωγραφικά, κοινωνίας που αλληλοσπαράσεται μέχρις τελικής καταστροφής. Σχόλιο προφανώς για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα, αλλά και πολύ πρωτότυπη ιδέα, η ταινία διαθέτει, μεταξύ άλλων, εξαιρετικό σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Μια άλλη έξυπνη ιδέα είναι το ότι η κάμερα ακολουθεί την αιματοβαμένη πορεία των επαναστατών (οι οποίοι, σημειωτέον, δεν έχουν φύγει ποτέ από την άθλια πίσω θέση) από βαγόνι σε βαγόνι, οπότε ο θεατής μαθαίνει μαζί μ' αυτούς τι ακριβώς υπάρχει στο τρένο και το πώς αυτό είναι δομημένο, ενώ οι σύντομες εικόνες του νεκρού, παγωμένου έξω κόσμο κόβουν μερικές φορές την ανάσα.
Ο συνδυασμός πρωτοτυπίας, σασπένς και (διάφανου έστω) συμβολισμού, το εξαιρετικό γύρισμα και η όλη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την πρώτη κιόλας στιγμή κάνουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ να ξεχωρίζει από τον σωρό ανούσιων και χιλιοειδωμένων περιπετειών φαντασίας (επιστημονικής ή μη) που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια. Η δε (αγνώριστη) Τίλντα Σουίντον και οι Εντ Χάρις και Τζον Χαρτ ξεχωρίζουν στους ρόλους τους. Όπως είπα και στην αρχή, το απόλαυσα.
ΥΓ: Ψάξτε και παλιότερες ταινίες του Joon-ho Bong, Είναι πολύ ενδιαφέρουσες.
Τρίτη, Μαΐου 06, 2014
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗΣ ΣΤΙς "36 ΩΡΕΣ"
Η ταινία «36 Hours” γυρίστηκε το 1965 από τον George Seaton (1911-1979) και νομίζω
ότι μέχρι σήμερα η ιστορία της είναι ασυνήθιστη. Ενώ διαδραματίζεται στον
πόλεμο, με κλασικούς «κακούς» γερμανούς και «καλούς» συμμάχους, δύσκολα τη
χαρακτηρίζεις πολεμική και επίσης δύσκολα ταινία κατασκοπείας.
Ένας αμερικανός πράκτορας
πιάνεται αιχμάλωτος από τους ναζί κατά τη διάρκεια μιας αποστολής του στην
ουδέτερη Πορτογαλία. Οι πληροφορίες του έχουν τεράστια σημασία για την έκβαση
του πολέμου, αφού ο πράκτορας γνωρίζει πού και πότε θα γίνει η περίφημη απόβαση
των συμμάχων στην Ευρώπη (πρόκειται βέβαια για την απόβαση στη Νορμανδία, που
ελάχιστες ώρες πριν ξεκινήσει κρατιόταν σαν επτασφράγιστο μυστικό). Οι
απαγωγείς ωστόσο αποφασίζουν όχι να τον ανακρίνουν με τις συνηθισμένες μεθόδους
(βλέπε βασανιστήρια), αλλά χρησιμοποιώντας ένα πραγματικά σατανικό σχέδιο. Δεν
θα σας το αποκαλύψω, αν και αποκαλύπτεται γύρω στο 20λεπτο μετά την έναρξη του
φιλμ, γιατί ακόμα κι αυτός ο λίγος χρόνος κυλά απολαυστικά μέχρι να καταλάβουμε
τι συμβαίνει.
Το φιλμ, στο πρώτο ιδιαίτερα
μέρος του, είναι ένα λεπτοδουλεμένο ψυχολογικό παιχνίδι ανάμεσα στον αιχμάλωτο
και τον ψυχολόγο των ναζί και επινοητή της μεθόδου. Οι ανατροπές είναι
διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν με γοργούς ρυθμούς και ποτέ δεν μπορείς να είσαι
σίγουρος για το τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή. Προσωπικά απόλαυσα πραγματικά
αυτό το πρώτο μισό.
Στη συνέχεια – προς το τέλος – η
ταινία θα μετατραπεί σε περιπέτεια απόδρασης. Και πάλι το σασπένς είναι
διαρκές, και πάλι κάθε δευτερόλεπτο έχει την αξία του, και πάλι ο χρόνος παίζει
τον πιο σημαντικό ρόλο, δημιουργώντας (όπως και στην αρχή άλλωστε) μια μονίμως
αγχωτική ατμόσφαιρα. Ωστόσο θα προτιμήσω το πρώτο μισό, με το εξαιρετικό
ψυχολογικό παιχνίδι αμοιβαίας εξαπάτησης ανάμεσα σε δύο πανέξυπνους
αντιπάλους.
Προσωπικά θεωρώ την ταινία από τα
σχετικά άγνωστα διαμάντια του Χόλιγουντ. Αν κι εσείς αγνοείτε την ύπαρξή της
(όπως, ομολογώ, κι εγώ πριν τη δω), δώστε της μια ευκαιρία. Τη συνιστώ.
Δευτέρα, Μαΐου 05, 2014
"ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ": ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΑ
Η ιδέα του σωσία, κάποιου δηλαδή
που, λόγω ομοιότητας, παίρνει τη θέση του ήρωα, έχει χρησιμοποιηθεί πολλές
φορές στο σινεμά, κυρίως για κωμικούς σκοπούς (αν και όχι μόνο). Η έννοια του
σωσία αποτελεί τη βασική ιδέα και στο ιταλικό φιλμ «Ζήτω η Ελευθερία» (Viva la Liberta ) του 2013, που γυρίστηκε από τον Roberto Ando.
Εδώ ο ήρωας είναι γνωστός
πολιτικός, αρχηγός μάλιστα της αξιωματικής αντιπολίτευσης της χώρας, και
ηγείται κόμματος της αριστεράς (ή κεντροαριστεράς). Ωστόσο ελάχιστες ελπίδες
έχει να επικρατήσει του «εχθρού» (της κυβερνώσας δεξιάς βεβαίως), αφού η γλώσσα
που χρησιμοποιεί είναι πέρα για πέρα «ξύλινη» και τετριμμένη, ενώ ο ίδιος είναι
κουρασμένος και δεν πιστεύει ουσιαστικά στη νίκη (ούτε τα βασικά στυελέχη του
κόμματός του άλλωστε). Όταν λοιπόν καταρρέει και, στα πρόθυρα υπερκόπωσης, τα
παρατά όλα και εξαφανίζεται για να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί, ο βασικός
σύνεργάτης του αποφασίζει να βάλει στη θέση του τον δίδυμο αδελφό του (ολόιδιο
φυσικά), ο οποίος είναι φιλόσοφος, ποιητής και... έγκλειστος ψυχιατρικής
κλινικής. Το παράτολμο εγχείρημα αρχίζει να αποδίδει καρπούς, καθώς ο αδελφός, με
τον «τρελό» του λόγο, αλλάζει ριζικά, ανανεώνει και φρεσκάρει τη μορφή του
αραχνιασμένου κόμματος, δίνοντας ελπίδα σε εκατομμύρια ταλαιπωρημένου και
απογοητευμένου κόσμου και, ανατρέποντας τα μέχρι τότε προγνωστικά, κάνει το
κόμμα να προηγείται.
Η ταινία είναι αρκετά
διασκεδαστική, έχει χιούμορ, αλλά και μελετά τη ψυχολογία των δύο τόσο
διαφορετικών αδελφών, καθώς ο θεατής δεν παρακολουθεί μόνο τα έργα και τις ημέρες
του «τρελού» αδελφού, αλλά και του κουρασμένου πολιτικού παράλληλα. Ο στόχος
του φιλμ είναι σαφής και ευπρόσδεκτος: Η κριτική στη σύγχρονη ευρωπαϊκή
(τουλάχιστον) πολιτική, μια πολιτική υποταγμένη στις αγορές και τους
κερδοσκόπους, δίχως ουσιαστικά όραμα, δίχως διάθεση αλλαγής, μιας πολιτικής - ακριβώς
όπως στο φιλμ - κουρασμένης, που δεν πιστεύει καν στον εαυτό της. Το ότι
διαλέγει μάλιστα ένα συμβατικό αριστερό κόμμα είναι χαρακτηριστικό, καθώς
δείχνει την ουσιαστική ομοιότητα και την κοινή έλλειψη «καθαρού αέρα» σε
αμφότερες τις πλευρές του εκάστοτε δίπολου κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Επίσης
ο Τόνι Σερβίλιο είναι και πάλι απολαυστικός στο διπλό ρόλο του.
Ωστόσο συνολικά η ταινία δεν
μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδαίτερα. Της καταλογίζω κυρίως μια άνευ προηγουμένου
αφέλεια. Εντάξει όλα με τις προθέσεις που προαναφέραμε, αλλά δεν νομίζω ότι
ένας απόλυτα ασαφής, περί ανέμων και υδάτων, ποιητικός λόγος ενός πολιτικού
μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, πέραν του ανανεωτικού
του στιλ, ο «τρελός» δεν προτείνει απολύτως τίποτα στη θέση του υπάρχοντος
βαλτώματος. Όλα στην ταινία γίνονται πολύ εύκολα, ο κόσμος ενθουσιάζεται και
μεταστρέφεται πολύ γρήγορα και το όλο πράγμα μου φαίνεται μάλλον απλοϊκά δοσμένο.
Νομίζω ότι ένα παρόμοιο θέμα (δίχως το στοιχείο του σωσία όμως) είχε δοθεί πολύ
καλύτερα στο «Να Είσαι Εκεί, κύριε Τσανς» του Άσμπι από τη δεκαετία του 70.
γιατί σ’ αυτό ο στόχο δεν ήταν απλά η κατάδειξη της κουρασμένης πολιτικής, αλλά
ακριβώς η αφέλεια ενός αντίθετου λόγου που στην ουσία δεν λέει τίποτα – και η
αφέλεια του κοινού ταυτόχρονα.
Διασκεδαστικό φιλμ λοιπόν, με
ενδιαφέρον ανοιχτό, σχεδόν σουρεαλιστικό τέλος, αλλά μέχρις εκεί. Δεν μπόρεσα
να το πάρω σοβαρά λόγω, όπως είπα, υπερβάλλουσας κατά τη γνώμη μου αφέλειας.
Πέμπτη, Μαΐου 01, 2014
ΞΥΠΟΛΥΤΟΙ (ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΝ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΙ) ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
Η ταινία του 1967 "Ξυπόλυτοι στο Πάρκο" (Barefoot in the park) βασίζεται σε θεατρικό έργο του Neil Simon (ο οποίος έγραψε και το σενάριο) και γυρίστηκε από τον ηθοποιό και σπάνίως και σκηνοθέτη Gene Saks. Πρόκειται για τυπική αμερικάνικη αισθηματική κομεντί, προσωπικά όμως δεν την θεωρώ από τις αγαπημένες μου.
Το φιλμ βασίζεται στα ερωτικά σκαμπανεβάσματα ενός μόλις παντρεμένου νεαρού ζεύγους (στην πρώτη σκηνή βγαίνουν μόλις απο την εκκλησία και πάνε για την εβδομάδα του μέλιτος). Παρεξηγήσεις, έλευση της μητέρας του γαμπρού για λίγες μέρες, ένα διαμέρισμα στον 5ο όροφο δίχως ασανσέρ (και δίχως την απαραίτητη θέρμανση και δίχως πολλά άλλα), ένας γοητευτικός μεσήλικας γείτονας αμφιβόλου ηθικής που μπαίνει στη μέση και διάφορα άλλα χαριτωμένα επεισόδια φτιάχνουν σιγά - σιγά το κωμικό - αισθηματικό κλίμα της ταινίας.
Φυσικά όλη η γοητεία της βασίζεται στους δύο νεαρούς τότε και απόλυτα λαμπερούς πρωταγωνιστές της: Τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Τζέιν Φόντα. Ταλαντούχοι, όμορφοι, παίρνουν την όλη ιστορία στις πλάτες τους και μάλλον τα καταφέρνουν σ' αυτό. Βεβαίως όλη η ίντριγκα και ολες οι ενίοτε απίθανες καταστάσεις πυροδοτούνται από τη απόλυτα διαφορετική (αντίθετη για να είμαστε ακριβείς) ιδισυγκρασία των δύο ηρώων: Εκείνος είναι ένας συντηρητικός νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματα της καριέρας του κι εκείνη μια εκρηκτική, γεμάτη πάθος, ζωντάνια και, βεβαίως, πολύ σέξι κοπέλα, κάπως κυκλοθυμική και ολίγον τρελούτσικη. Ο συνδυασμός βεβαίως "σκοτώνει", αλλά ο έρωτας είναι φυσικά πολύ βαθύς...
Η ταινία περιέχει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές (σε μια από αυτές όλοι μαζί καταλήγουν σε ένα... αλβανικό εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, το 1967 υπενθυμίζω), διαθέτει χιούμορ, αλλά τη βρήκα και κάπως παρωχημένη (έως και λίγο βαρετή) σήμερα. Περιορίζεται στις σχέσεις του ζεύγους και τις διαρκείς αλλαγές τους, αλλά όλο αυτό το αισθηματικό πάρε - δώσε και οι συνεχείς αγάπες - καυγάδες μάλλον με κούρασαν. Τις βρήκα κάπως άνευ ενδιαφέροντος. Η παραπάνω παραμένει πάντως προσωπική γνώμη. Νομίζω ότι πολλοί θα είναι αυτοί που θα διασκεδάσουν με το φιλμ. Και βέβαια θα απολαύσουν τους δροσερούς (τότε) πρωταγωνιστές του. Τι παραπάνω περιμένετε στο κάτω - κάτω; Μια αμερικάνικη αισθηματική κομεντί είναι...
Το φιλμ βασίζεται στα ερωτικά σκαμπανεβάσματα ενός μόλις παντρεμένου νεαρού ζεύγους (στην πρώτη σκηνή βγαίνουν μόλις απο την εκκλησία και πάνε για την εβδομάδα του μέλιτος). Παρεξηγήσεις, έλευση της μητέρας του γαμπρού για λίγες μέρες, ένα διαμέρισμα στον 5ο όροφο δίχως ασανσέρ (και δίχως την απαραίτητη θέρμανση και δίχως πολλά άλλα), ένας γοητευτικός μεσήλικας γείτονας αμφιβόλου ηθικής που μπαίνει στη μέση και διάφορα άλλα χαριτωμένα επεισόδια φτιάχνουν σιγά - σιγά το κωμικό - αισθηματικό κλίμα της ταινίας.
Φυσικά όλη η γοητεία της βασίζεται στους δύο νεαρούς τότε και απόλυτα λαμπερούς πρωταγωνιστές της: Τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Τζέιν Φόντα. Ταλαντούχοι, όμορφοι, παίρνουν την όλη ιστορία στις πλάτες τους και μάλλον τα καταφέρνουν σ' αυτό. Βεβαίως όλη η ίντριγκα και ολες οι ενίοτε απίθανες καταστάσεις πυροδοτούνται από τη απόλυτα διαφορετική (αντίθετη για να είμαστε ακριβείς) ιδισυγκρασία των δύο ηρώων: Εκείνος είναι ένας συντηρητικός νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματα της καριέρας του κι εκείνη μια εκρηκτική, γεμάτη πάθος, ζωντάνια και, βεβαίως, πολύ σέξι κοπέλα, κάπως κυκλοθυμική και ολίγον τρελούτσικη. Ο συνδυασμός βεβαίως "σκοτώνει", αλλά ο έρωτας είναι φυσικά πολύ βαθύς...
Η ταινία περιέχει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές (σε μια από αυτές όλοι μαζί καταλήγουν σε ένα... αλβανικό εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, το 1967 υπενθυμίζω), διαθέτει χιούμορ, αλλά τη βρήκα και κάπως παρωχημένη (έως και λίγο βαρετή) σήμερα. Περιορίζεται στις σχέσεις του ζεύγους και τις διαρκείς αλλαγές τους, αλλά όλο αυτό το αισθηματικό πάρε - δώσε και οι συνεχείς αγάπες - καυγάδες μάλλον με κούρασαν. Τις βρήκα κάπως άνευ ενδιαφέροντος. Η παραπάνω παραμένει πάντως προσωπική γνώμη. Νομίζω ότι πολλοί θα είναι αυτοί που θα διασκεδάσουν με το φιλμ. Και βέβαια θα απολαύσουν τους δροσερούς (τότε) πρωταγωνιστές του. Τι παραπάνω περιμένετε στο κάτω - κάτω; Μια αμερικάνικη αισθηματική κομεντί είναι...
Κυριακή, Απριλίου 27, 2014
"ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ" Ή ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ;
Πρέπει, φοβάμαι, να το πάρουμε απόφαση ότι οι εφηβικές σειρές φαντασίας θα μας ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια ακόμα (προσοχή: σειρές είπα, όχι ταινίες. Αυτό είναι το χειρότερο). Και γιατί όχι άλλωστε; Αφού το Χόλιγουντ βγάζει πάμπολλα δολάρια απ' αυτές, κορόιδα είναι οι παραγωγοί και οι εταιρίες;
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια η καινούρια "Τριλογία της Απόκλισης: Οι Διαφορετικοί" (Divergent, 2014) του σχετικά συμπαθούς μέχρι σήμερα Neil Burger (πρόκειται για το πρώτο μέρος). Το κακό μ' αυτήν είναι ότι μοιάζει αρκετά με την δεν-θυμάμαι-ποσο-λογία των "Hunger Games", τα οποία βεβαίως προηγούνται χρονικά. Και πάλι βασίζεται σε πετυχημένη εφηβική λογοτεχνική πολυ-λογία, και πάλι έχουμε να κάνουμε με ένα δυστοπικό μέλλον, όπου η κοινωνία χωρίζεται σε μια high κάστα και στην ατελείωτη πλέμπα, η οποία βεβαίως καταπιέζεται οικτρά, και πάλι έχουμε να περιμένουμε το ξέσπασμα μιας επανάστασης που σιγοβράζει, και πάλι η ηρωίδα είναι γυναίκα.
Εδώ το "εύρημα" είναι ότι η δυστοπική κοινωνία είναι χωρισμένη σε κάστες, κάθε μία από τις οποίες βασίζεται σε μια αρετή του στιλ "Οι Ατρόμητοι", "Οι Πολυμαθείς", "Οι Αλτρουιστές" κλπ. Κάθε έφηβος, όταν φτάσει σε συγκεκριμένη ηλικία, πρεπει να αποφασίσει σε ποια θα καταταγεί για την υπόλοιπη ζωή του και να λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Προσοχή: Όλα αυτά αφορούν μια άρχουσα τάξη. Διότι υπάρχει και η μάζα, η οποία δεν ανήκει σε καμία κάστα και ζει σε απόλυτη εξαθλίωση. Ο κίνδυνος για την κοινωνία αυτή και τη δομή της είναι οι "Διαφορετικοί", αυτοί που δεν ανήκουν ξεκάθαρα σε καμία από τις κάστες ή μάλλον έχουν αρετές απ' όλες. Αυτοί δεν μπορούν να αφοσιωθούν σε ένα μοναδικό σκοπό σε όλη τους τη ζωή, άρα απειλούν το κοινωνικό status quo και εξολοθρέυονται. Όπως σωστά μαντέψατε, η ηρωίδα ανήκει σ' αυτούς.
Η δράση κυλά μάλλον αργά, οι δοκιμασίες είναι προβλέψιμες, οι καλοί και οι κακοί το ίδιο, και μπορώ από τώρα να φανταστώ το τελικό αποτέλεσμα. Εντάξει, κάποιες καλογυρισμένες σκηνές υπάρχουν, μερικούς η δράση θα τους κρατήσει, αλλά συνολικά δεν βρήκα τίποτα το εξαιρετικά ενδιαφέρον στο φιλμ.
Δύο παρατηρήσεις: Πρώτη: Τουλάχιστον το βρήκα κάπως (κάπως λέω) καλύτερο από το πρώτο Hunger Games (στο 2ο τα πράγματα βελτιώθηκαν κατά τη γνώμη μου). Η δεύτερη αφορά τη χρήση όλης αυτής της πολιτικής ορθότητας, όλου αυτού του αγώνα υπέρ του διαφορετικού και ενάντια σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό και ολιγαρχία, όλη αυτή η ρητορική υπέρ της επανάστασης, με τόσο μπανάλ και ευτελή τρόπο, που απευθύνεται μόνο σε έφηβους. Προφανώς η επανάσταση πουλάει και η κινηματογραφική βιομηχανία, που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος, δεν έχει τη παραμικρή αντίρρηση να την πουλήσει και να βγάλει λεφτά. O tempora, o mores...
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια η καινούρια "Τριλογία της Απόκλισης: Οι Διαφορετικοί" (Divergent, 2014) του σχετικά συμπαθούς μέχρι σήμερα Neil Burger (πρόκειται για το πρώτο μέρος). Το κακό μ' αυτήν είναι ότι μοιάζει αρκετά με την δεν-θυμάμαι-ποσο-λογία των "Hunger Games", τα οποία βεβαίως προηγούνται χρονικά. Και πάλι βασίζεται σε πετυχημένη εφηβική λογοτεχνική πολυ-λογία, και πάλι έχουμε να κάνουμε με ένα δυστοπικό μέλλον, όπου η κοινωνία χωρίζεται σε μια high κάστα και στην ατελείωτη πλέμπα, η οποία βεβαίως καταπιέζεται οικτρά, και πάλι έχουμε να περιμένουμε το ξέσπασμα μιας επανάστασης που σιγοβράζει, και πάλι η ηρωίδα είναι γυναίκα.
Εδώ το "εύρημα" είναι ότι η δυστοπική κοινωνία είναι χωρισμένη σε κάστες, κάθε μία από τις οποίες βασίζεται σε μια αρετή του στιλ "Οι Ατρόμητοι", "Οι Πολυμαθείς", "Οι Αλτρουιστές" κλπ. Κάθε έφηβος, όταν φτάσει σε συγκεκριμένη ηλικία, πρεπει να αποφασίσει σε ποια θα καταταγεί για την υπόλοιπη ζωή του και να λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Προσοχή: Όλα αυτά αφορούν μια άρχουσα τάξη. Διότι υπάρχει και η μάζα, η οποία δεν ανήκει σε καμία κάστα και ζει σε απόλυτη εξαθλίωση. Ο κίνδυνος για την κοινωνία αυτή και τη δομή της είναι οι "Διαφορετικοί", αυτοί που δεν ανήκουν ξεκάθαρα σε καμία από τις κάστες ή μάλλον έχουν αρετές απ' όλες. Αυτοί δεν μπορούν να αφοσιωθούν σε ένα μοναδικό σκοπό σε όλη τους τη ζωή, άρα απειλούν το κοινωνικό status quo και εξολοθρέυονται. Όπως σωστά μαντέψατε, η ηρωίδα ανήκει σ' αυτούς.
Η δράση κυλά μάλλον αργά, οι δοκιμασίες είναι προβλέψιμες, οι καλοί και οι κακοί το ίδιο, και μπορώ από τώρα να φανταστώ το τελικό αποτέλεσμα. Εντάξει, κάποιες καλογυρισμένες σκηνές υπάρχουν, μερικούς η δράση θα τους κρατήσει, αλλά συνολικά δεν βρήκα τίποτα το εξαιρετικά ενδιαφέρον στο φιλμ.
Δύο παρατηρήσεις: Πρώτη: Τουλάχιστον το βρήκα κάπως (κάπως λέω) καλύτερο από το πρώτο Hunger Games (στο 2ο τα πράγματα βελτιώθηκαν κατά τη γνώμη μου). Η δεύτερη αφορά τη χρήση όλης αυτής της πολιτικής ορθότητας, όλου αυτού του αγώνα υπέρ του διαφορετικού και ενάντια σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό και ολιγαρχία, όλη αυτή η ρητορική υπέρ της επανάστασης, με τόσο μπανάλ και ευτελή τρόπο, που απευθύνεται μόνο σε έφηβους. Προφανώς η επανάσταση πουλάει και η κινηματογραφική βιομηχανία, που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος, δεν έχει τη παραμικρή αντίρρηση να την πουλήσει και να βγάλει λεφτά. O tempora, o mores...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




























