Τετάρτη, Ιουνίου 12, 2013

TRIAGE: ΠΟΙΟΣ ΕΠΙΛΕΓΕΙ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΖΕΙ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ;

Ο Danis Tanovic είναι ο βόσνιος σκηνοθέτης που το 2001 είχε γυρίσει το "No Man's Land", μια από τις δυνατές πολεμικές ταινίες των τελευταίων δεκαετιών. Το 2009 κάνει μια αγγλική παραγωγή, με τον Κόλιν Φαρέλ μάλιστα, το "Triage", το οποίο σαν γενικό άξονα έχει και πάλι τον πόλεμο, αλλά όχι μόνο.
Δύο κολλητοί φίλοι, πολεμικοί φωτογράφοι αμφότεροι, οι οποίοι πάντα αναλαμβάνουν μαζί επκίνδυνες καλύψεις σε διάφορα μέτωπα του κόσμου, βρίσκονται στο τουρκικό Κουρδιστάν για να καλύψουν την εκεί κατάσταση και τις μάχες που γίνονται. Η γυναίκα του ενός μάλιστα περιμένει παιδί σε λίγες μόλις μέρες. Ωστόσο επιστρέφει μόνο ο ένας (όχι αυτός με την έγγυο γυναίκα). Όλοι περιμένουν με αγωνία την επιστροφή του φίλου, οι μέρες όμως περνούν κι αυτός αργεί. Τι ακριβώς έχει συμβεί πίσω στο επικίνδυνο Κουρδιστάν;
Η ταινία μπορεί ουσιαστικά να χωριστεί σε δύο επίπεδα, που με συχνά φλας μπακ επικαλύπτονται: Τις σκηνές στο μέτωπο κι αυτές πίσω στην Αγγλία. Κι αν στο πρώτο επίπεδο λειτουργεί καθαρά αντιπολεμικά, καταγράφοντας με δυνατό τρόπο τα όσα τραγικά συμβαίνουν εκεί, στο δεύτερο επίπεδο μετατρέπεται σε ένα είδος ψυχολογικού θρίλερ, όπου ο ήρωας καλείται να αποκαλύψει ένα μυστικό για να θεραπευτεί από μια βαριά ψυχοσωματική ασθένεια. Αν στο πρώτο υπάρχει η αγωνία και η φρίκη του ίδιου του πολέμου, στο δεύτερο έχουμε την αγωνία της αποκάλυψης ενός μυστικού, την αγωνία για την τύχη του φίλου του ήρωα και το σχετικό σασπένς που τα συνοδεύει. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο η ψυχολογική εμβάθυνση του βασικού χαρακτήρα και τα φαντάσματα που καταδυναστεύουν τον εσωτερικό του κόσμο έχουν τον πρώτο λόγο.
Ενδιαφέρουσα φιλοσοφικά, η ταινία θέτει και το αμείλικτο ερώτημα του ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες (ακραίες συνθήκες πρφανώς, δυστυχώς όμως συνηθισμένες σε διάφορες γωνιές του πλανήτη) αποφασίζει για τη ζωή ή τον θάνατο των άλλων. Κι αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο φιλμ, το οποίο είναι από τα βσικά του θέματα (άλλωστε η λέξη Triage, την οποία αγνοούσα, σημαίνει κάτι σαν "επιλογή", "διαλογή"). Όπως άλλωστε σημαντικό θέμα είναι και η ανορθόδοξη θεωρία του ψυχολόγου πεθερού του πρωταγωνιστή, η οποία είναι σίγουρα συζητήσιμη και όχι υποχρεωτικά αποδεκτή, αλλά παραμένει ενδιαφέρουσα σαν άποψη. Σημειωτέον ότι το ρόλο αυτόν ερμηνεύει ένας αγέραστος, 87χρονος τότε, Κρίστοφερ Λι!
Η ταινία μου άρεσε για τον βαθιά αντιπολεμικό της χαρακτήρα και την είδα με ενδιαφέρον μέχρι τέλους. Είναι ωστόσο σχετικά αργή - ίσως και να επαναλαμβάνεται κάπου. Σε αρκετά σημεία πάντως μπορεί να γίνει ακόμα και συγκλονιστική. Ξεχάστε φυσικά τις πολεμικές ταινίες δράσης και περιπέτειας. Εδώ βρισκόμαστε περισσότερο σε μια σχετικά χαμηλότονη ατμόσφαιρα, που δίνει βάρος στις σχέσεις των ηρώων μεταξύ τους και με άλλους ανθρώπους και κυρίως στην ψυχολογία τους (και μάλιστα, όπως είπαμε, εκτός μετώπου, πίσω στην "ήσυχη" πατρίδα). Τόσο στην ψυχολογία ενός ανήσυχου χαρακτήρα, που επιζητεί τον κίνδυνο και τη δράση, όσο και στους εσωτερικούς κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια στάση ζωής.

Κυριακή, Ιουνίου 09, 2013

ΟΤΑΝ Ο ΑΡΤΖΕΝΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟΥΛΑ

Είναι πραγματικά απίστευτο το πώς είναι δυνατόν να παρακμάσουν τόσο πολύ κάποιοι σκηνοθέτες (και καλλιτέχνες γενικότερα, γιατί συμβαίνει σε όλες τις τέχνες). Το τελευταίο λυπηρό παράδειγμα είναι ο Dario Argento, ο οποίος έχει να κάνει ταινία που να βλέπεται κάπου από τη δεκαετία του 80. Προσωπικά βέβαια δεν τον θεώρησα ποτέ μεγάλο δημιουργό, ωστόσο η οργιαστική οπτική του φαντασία και το εντυπωσιακό αποτέλεσμα ήταν (κάποτε) αναμφισβήτητα. Όταν όμως το 2012 επιχειρεί να κάνει τον κλασικό "Δράκουλα"... αυτό που προκύπτει κυριολεκτικά δεν βλέπεται.
Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Ο "Dracula" αυτός (ο οποίος μάλιστα γυρίστηκε σε παντελώς άνευ λόγου 3D) στερείται κάθε πρωτοτυπίας και γενικότερα, νομίζω, κάθε λόγου ύπαρξης. Σπάνια έχω δει ταινία με τόση έλλειψη ρυθμού. Έβλεπα μια (υποτίθεται) ταινία τρόμου από κάποιον το πάλαι ποτέ βιρτουόζο του είδους και έπιανα διαρκώς τον εαυτό μου να βαριέται. Πιστεύω ότι οποιοσδήποτε πιτσιρικάς χολιγουντιανός σκηνοθέτης που κάνει στις μέρες μας ένα φτηνό και κακό b-movie διαθέτει σίγουρα καλύτερη αίσθηση του ρυθμού. Το σενάριο (πάντοτε η αχίλειος πτέρνα του Αρτζέντο) καταφέρνει ακόμα και σ' αυτή την τόσο γνωστή και δοκιμασμένη ιστορία να είναι "ατσούμπαλο", κακογραμμένο, με σκηνές δίχως αιτία και με αφύσικες συμπεριφορές από τους ήρωες. Η εικόνα έχει χάσει αυτό που - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - έδινε την όποια ιδιαιτερότητα στο σινεμά του. Μένουν μόνο κάποιοι επίτηδες "ψεύτικοι" νυχτερινοί φωτισμοί να θυμίζουν παλιές, καλές εποχές, αλλά είναι κάτι παραπάνω απο προφανές ότι δεν αρκούν για να σώσουν οτιδήποτε. Οι ηθοποιίες... εδώ είναι το στοιχείο χάρη στο οποίο το φιλμ μετατρέπεται σε ακούσια κωμωδία. Πραγματικά μόνο να γελάσει μπορεί κανείς (και σ' αυτό το επίπεδο το διασκέδασα δεόντως) με τόσο κακό, ψεύτικο, υπερβολικό παίξιμο. Στο τοπ του κακού παιξίματος βρίσκεται η ντίβα Άσια Αρτζέντο (η γνωστή σέξι κόρη του σκηνοθέτη) και (όλα τα λεφτά πραγματικά) ένας κοντούλης παπάς (νομίζω ότι δεν υπάρχει στο βιβλίο), του οποίου κάθε εμφάνιση προκαλεί ασυγκράτητα γέλια. Ακόμα και τα εφέ είναι κακά σε σχέση με τα αντίστοιχα που βλέπουμε (και έχουμε βαρεθεί) στην εποχή μας. Και δεν μιλώ μόνο γι' αυτά των χολιγουντιανών blogbuster, αλλά γενικότερα. Το αποκορύφωμα μάλιστα φτάνει στη σκηνή όπου ο αιμοδιψής κόμης επιτίθεται σε κάποιον μεταμορφωμένος σε γιγάντιο... αλογάκι της Παναγίας, άνευ κανενός λόγου.
Περιττό να πω ότι ούτε η επιλογή του γερμανού Thomas Kretschmann στον βασικό ρόλο με έπεισε. Την όλη παρακμή μάλιστα ακολουθεί και ο επίσης πάμπολλα χρόνια παρακμασμένος και κάποτε cult ηθοποιός Ρούντγκερ Χάουερ στο ρόλο του Βαν Χέλσινγκ (παίζει πια μόνο όχι ακριβώς σε b αλλά μάλλον σε z movies). Τέλος το όλο κιτς και τη γελοιότητα του πράγματος συμπληρώνουν οι λίγες σκηνές σεξ και γυμνού, οι οποίες είναι τόσο κακά και άγαρμπα τοποθετημένες στο φιλμικό σώμα, ώστε βγάζει μάτι ότι μπήκαν ακριβώς για να βάλουμε και λίγο σεξ και γυμνό, δίχως πραγματικά να χρειάζεται.
Θα επαναλάβω ότι δεν μπορώ να πιστέψω πώς είναι δυνατόν κάποιοι δημιουργοί να παρακμάζουν τόσο (και να έχουν το θράσος να ξανακάνουν ένα τόσο πολύ δοκιμασμένο θέμα, με τόσα καλά δείγματα). Δείτε το αυστηρά και μόνο αν έχετε από πριν αποφασίσει να το ρίξετε στο χαβαλέ και έχετε προμηθευτεί μπύρες ή ό,τι άλλο χρειάζεστε για κάτι τέτοιο. Για μένα πάντως είναι ο χειρότερος Δράκουλας που έχω δει.

Σάββατο, Ιουνίου 08, 2013

"IN A LONELY PLACE" ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Το 1950 ο Nicholas Ray (1911-1979) γυρίζει μια από τις καλύτερες ταινίες του (και από τις καλύτερες του παλιού Χόλιγουντ γενικότερα κατά τη γνώμη μου), το "In a Lonely Place" με τους Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ και Γκλόρια Γκράχαμ. Ταινία που παραμένει σχετικά άγνωστη και που δύσκολα κατατάσεται σε είδος, καθώς εχει στοιχεία από ερωτικό δράμα, από νουάρ, από θρίλερ, αλλά και μια κριτική ματιά στο ίδιο το Χόλιγουντ και την κινηματογραφική βιομηχανία γενικότερα.
Ο ήρωας είναι γνωστός σεναριογράφος του Χόλιγουντ, με εντελώς βίαιο χαρακτήρα, που μπορεί να αγγίξει τα όρια της παράνοιας. Όταν, μετά από καιρό, μοιάζει να έχει βρει τη γυναίκα της ζωής του και - παραμερίζοντας για πρώτη ίσως φορά τον κυνισμό του - να είναι ερωτευμένος, ενώ συγχρόνως δουλεύει πυρετωδώς ένα σενάριο που τον ενδιαφέρει πολύ, θεωρείται βασικός ύποπτος για το φόνο μιας άλλης κοπέλας, που είχε περάσει μια νύχτα στο σπίτι του.
Ο θεατής μέχρι την τελική αποκάλυψη (την οποία φυσικά εγώ δεν θα σας αποκαλύψω) αμφιταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στην πιθανή ενοχή ή αθωότητα τού, ούτως ή άλλως, αρνητικού χαρακτήρα ήρωα. Έτσι η ταινία περνά διαρκώς από το ερωτικό δράμα στο αστυνομικής υφής σασπένς, καθώς παράλληλα εξετάζονται και οι σχέσεις του ζευγαριού, με τις διάφορες φάσεις που διανύουν. Κι επειδή όλα αυτά, όπως είπαμε, συμβαίνουν στο Χόλιγουντ (άλλωστε και η κRay οπέλα είναι μια άσημη στάρλετ), εντοπίζουμε στοιχεία που μπορεί να μας θυμίσουν φιλμς από το "Sunset Boulevard" ως τις "Υποψίες" του Χίτσκοκ. Η κριτική στο Χόλιγουντ είναι σαφής. Οι μηχανισμοί του, οι αγχωτικοί ρυθμοί του, οι διασυνδέσεις... Αλλά το "Lonely Place" του τίτλου μπορεί κάλλιστα να αναφέρεται σ' αυτό (και στα όσα κρύβονται κάτω από τη γεμάτη χλιδή, απαστράπτουσα επιφάνεια), όσο και στο εσωτερικό του ήρωα, στη βαθύτερη μοναξιά του, που τελικά είναι αποτέλεσμα του χαρακτήρα του. Συγχρόνως απολαμβάνουμε ένα ρεσιτάλ από κυνικές (και με χιούμορ) ατάκες του Μπόγκαρντ, ο οποίος, παρά την επιφανέιακή γενναιότητα, την επιλογή της μοναξιάς ως τρόπου ζωής και την περιφρόνησή του προς όλους, είναι κι αυτός ευάλωτος και, όπως δείχνει ο βαθύς έρωτας για τη γοητευτική του γειτόνισα, κατά βάθος ψάχνει κι αυτός να βρει ένα στήριγμα στη ζωή. Το όλο πράγμα γίνεται συγκλονιστικότερο και ακόμα πιο δυνατό αν σκεφτούμε ότι στο φιλμ έχουν παρεισφρύσει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Ray.
Όλα τα παραπάνω δίνονται με ένα κομψό και φίνο κινηματογραφικό τρόπο (και με όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία), που δείχνει το πόσο σημαντικός υπήρξε ο δημιουργός αυτός. Και, επίσης, πόσο σημαντικότερο υπήρξε το παλιό Χόλιγουντ από το σημερινό ξενέρωτο κακέκτυπό του (θα πω για πολλοστή φορά στο μπλογκ αυτό ότι οι εξαιρέσεις σαφώς υπάρχουν, αλλά η κριτική μου αναφέρεται στο σύνολο, στη γενική εικόνα του πράγματος). Μου κάνει πραγματικά εντύπωση, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα μόνο, το πόσο λίγη σημασία έδιναν τότε στο περίφημο χάπι εντ. Πολύ περισσότερες ταινίες τελείωναν όπως έπρεπε και ήταν φυσικό να τελειώσουν, άσχετα αν αυτό το τέλος ήταν "καλό" ή "κακό". Και δεν φοβόντουσαν να δείξουν όλη την απελπισία ενός ήρωα (και πιθανού σούπερ σταρ της εποχής), δίχως να χρυσώσουν κανένα χάπι. Άλλωστε στα περισσότερα νουάρ, είδος και δημοφιλές και με μεγάλους ηθοποιούς, τα περισσότερα τέλη ήταν κάθε άλλο παρά χαρούμενα.
Τέλος πάντων, προσωπικά θεωρώ την ταινία εξαιρετική και τη συνιστώ. Και, όπως φαίνεται, το box office, παρά το ότι προφανώς έπαιζε ανέκαθεν σημαντικό ρόλο, δεν ήταν πάντοτε το Α και το Ω των επιλογών...

Πέμπτη, Ιουνίου 06, 2013

"ΑΤΙΜΑΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΕΝΗ" ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΙΑΙΑ ΑΝΔΡΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ

Το 1964 ο Pietro Germi (1914-1974) γυρίζει την επόμενη από το "Διαζύγιο α λα ιταλικά" ταινία του με παρόμοιο θέμα. Πρόκειται για την "Ατιμασμένη και Εγκαταλειμένη" (Sedotta e abbandonata). Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν αρκετά σε σχέση με την προηγούμενη ταινία. Εδώ το κωμικό στοιχείο, δίχως να εξαφανίζεται, υποχωρεί αρκετά, για να αναδυθεί το βαθύ δράμα και η τραγικότητα και το παράλογο που κρύβονται κάτω από μια εκ πρώτης όψεως "γραφική" επιφάνεια.
Βρισκόμαστε και πάλι στην Σικελία, σε μια ασφυκτικά ανδροκρατούμενη κοινωνία (σε βαθμό κακουργήματος). Ένας νεαρός φοιτητής κάνει έρωτα με την ανήλικη (γύρω στα 16) αδελφή της αραβωνιαστικιάς του. Όταν το σκάνδαλο ξεσπά η οικογένεια των κοριτσιών, με επικεφαλής τον πατέρα - αφέντη, κάνει κυριολεκτικά τα πάντα για να το καλύψει και να διατηρήσει το "τίμιο πρόσωπο στην κοινωνία". Λόγω ηλικίας το αδίκημα είναι και ποινικό. Ωστόσο (και πάλι βάσει νόμου) αν οι διαπράξαντες το "αποτρόπαιο έγκλημα" του σεξ παντρευτούν όλα παραγράφονται και κάθε δίωξη σταματά. Και τότε εμφανίζεται το (ακόμα πιο) παράλογο σε όλο του το μεγαλείο: Ο νεαρός δηλώνει ότι δεν θέλει την κοπέλα (την οποία ποθούσε τρελά) διότι είναι "ατιμασμένη"!!! Στην προφανή παρατήρηση "μα εσύ την ατίμασες" απαντά: "Αυτό δεν έχει σημασία. Εγώ θέλω παντρευτώ παρθένα. Στο κάτω - κάτω, αφού το έκανε ανύπαντρη με μένα, γιατί να μην το κάνει και με άλλους όταν παντρευτεί"; Από εκεί και πέρα αρχίζει ένας φαύλος κύκλος συμφωνιών και αθετησης συμφωνιών, με προεξάρχουσα πάντοτε την κυριολεκτικά αγχωτική προσπάθεια από την οικογένεια "να μην αποκαλυφτεί το σκάνδαλο". Στο άγριο αυτό παιχνίδι τα τραγικά θύματα είναι φυσικά πάντοτε οι γυναίκες (αλλά και κάποιοι άντρες, όπως ο ακούσια "δολοφόνος" αδελφός των κοριτσιών, ο οποίος δεν έχει καμιά όρεξη να πάει φυλακή, αλλά η τιμή...
Παρά το χιούμορ απο πολύ νωρίς είχα πάψει να γελώ. Σπάνια μια ταινία έχει αποκαλύψει και καταγγείλει τόσο καίρια την απύθμενη υποκρισία, τον παραλογισμό και την ουσιαστική βαρβαρότητα που κρύβεται κάτω από την ατσαλάκωτη επιφάνεια μιας στυγνά φαλοκρατικής κοινωνίας, αλλά και της απόλυτα διεστραμένης περί "τιμής" αντίληψη (σήμερα παρόμοιες πρακτικές υπάρχουν σε φανατικά ισλαμικές κοινωνίες). Σπάνια η ανδροκρατία έχει κατηγορηθεί τόσο σαν αληθινή πηγή δυστυχίας. Σπάνια έχει δειχτεί τόσο ξεκάθαρα το πώς η ευτυχία θάβεται κυριολεκτικά κάτω από τις περί τιμής και κατωτερότητας των γυναικών ιδεοληψίες. Το αποτέλεσμα; Μια κοινωνία βαθιά δυστυχισμένη, υποταγμένη, όπου, πολύ απλά, μπορεί να συναντήσεις τα πάντα πλην του έρωτα. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των (ισόβιων, αφού το διαζύγιο απαγορευόταν) γάμων είναι κυριολεκτικά καταναγκαστικοί; Είναι επίσης συγκλονιστικός ο τρόπος που το φιλμ δείχνει ότι η γυναικεία δυστυχία σε μια τέτοια κοινωνία δεν αφορά μόνο την νεαρή ηρωίδα (πανέμορφη και πάλι η Στεφανία Σαντρέλι), αλλά διαχέεται και στις γύρω απ' αυτή γυναίκες, όπως στη δύστυχη αδελφή της - που αποτελεί το άβουλο πιόνι της όλης κατάστασης.
 Εξαιρετική ταινία, που συνιστώ ιδιαίτερα, με έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστή στο ρόλο του καταπιεστικού πατέρα - αφέντη. Θα επαναλάβω πάντως: Παρά το χιούμορ που υπάρχει, προσωπικά δεν κατάφερα να τη δω σαν κωμωδία.

Τρίτη, Ιουνίου 04, 2013

Η ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ ΚΑΙ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ

Η γερμανοεβραία Χάνα Άρεντ υπήρξε μια σημαντική φιλόσοφος και πολιτική αναλύτρια του 20ού αιώνα. Μαθήτρια του Χαϊντέγκερ, εγκατέλειψε τη Γερμανία μετά την άνοδο των ναζί και, μετά από σύντομο εγκλεισμό σε γαλλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, έφυγε στις ΗΠΑ, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της. Η γερμανίδα Margarethe von Trotta ήταν πάντοτε μια "κλασική", ακαδημαϊκή θα λέγαμε, σκηνοθέτης. Το 2012 γυρίζει την "Hannah Arendt" με την αγαπημένη της από τη δεκαετία του 70 ηθοποιό Μπάρμπαρα Ζούκοβα στον ομώνυμο ρόλο.
Η ταινία παρακολουθεί μια συγκεκριμένη εποχή της ζωής της φιλοσόφου, στις αρχές της δεκαετίας του 60, και παραμένει στο γνωστό κλίμα της δημιουργού. Eίναι λοιπόν χαμηλότονη, αρκετά θεατρική, με αρκετούς διαλόγους, με άψογες ηθοποιίες. Αυτό που θα λέγαμε "μια ταινία δωματίου". Έτσι το κινηματογραφικό της ενδιαφέρον είναι μάλλον περιορισμένο ή, αν θέλετε, το αναμενόμενο. Ωστόσο τα προβλήματα που θέτει και η συζήτηση γύρω από ορισμένα σημαντικά ζητήματα είναι, νομίζω, πολύ ενδιαφέρουσα. Το 1960 λοιπόν η Άρεντ, καθηγήτρια πανεπιστημίου και ήδη διάσημη για το έργο της, αποδέχεται την πρόταση του περιοδικού New Yorker να πάει στο Ισραήλ και να καλύψει τη δίκη του ναζί εγκληματία πολέμου Άιχμαν που γινόταν εκεί. Θα πάει όντως, θα ξαναβρεί μέλη της οικογένειάς της και φίλους και, πίσω στην Αμερική, θα γράψει μια σειρά άρθρων, που κυκλοφόρησαν και σε βιβλίο, όπου δεν εξετάζει απλώς τη συγκεκριμένη δίκη (ο Άιχμαν καταδικάστηκε και εκτελέστηκε), αλλά το φαινόμενο του ναζισμού και του ολοκληρωτισμού γενικότερα. Τα κείμενα θα προκαλέσουν θύελα αντιδράσεων από τη διεθνή εβραϊκή κοινότητα και από κάθε απόχρωσης αντιναζί, επειδή θεωρήθηκαν ότι ήταν... υπέρ του εγκληματία - ή, τουλάχιστον, όχι τόσο καταδικαστικά προς αυτόν, καθώς και για το ότι αναφερόταν ότι μέρος της ευθύνης για το ολοκαύτωμα φέρουν και οι ηγέτες των εβραίων, οι οποίοι μάλλον συμβιβάστηκαν με τους ναζί. Για το τελευταίο η Άρεντ είπε ότι κατέγραψε απλώς ό,τι αναφέρθηκε στη δίκη, το οποίο και η ίδια άκουσε για πρώτη φορά. Τα γενικά περί ναζισμού όμως έχουν, νομίζω, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Φυσικά η αριστερή Άρεντ δεν μίλησε ποτέ "υπέρ του ναζισμού". Τα κείμενά της παρεξηγήθηκαν όσο λίγα και το σκάνδαλο ήταν πραγματικά άνευ λόγου. Αυτό που συνέβει ήταν το εξής: Η φιλόσοφος, με νωπή ακόμα τη φριχτή εμπειρία του ναζισμού (είχαν περάσει τότε μόλις 15 χρόνια από το τέλος του πολέμου) πήγε στη δίκη πιστεύοντας ότι θα αντικρίσει ένα αληθινό τέρας, ένα ρατσιστικό και φασιστικό κάθαρμα που θα υπερασπίζεται τις αποτρόπαιες απόψεις του. Αυτό που συνάντησε ήταν ένα κυριολεκτικά ανθρωπάκι, δίχως δική του γνώμη και προσωπικότητα, μια απόλυτη μετριότητα, έναν κοινό γραφειοκράτη, που διαρκώς επαναλάμβανε "Εγώ δεν μπορούσα να έχω γνώμη. Εγώ απλώς εκτελούσα διαταγές". Το γεγονός αυτό τη σόκαρε και την τρόμαξε περισσότερο από το αν αντίκριζε το αποκρουστικό τέρας που περίμενε. Γιατί; Μα επειδή όλοι περιμένουμε ότι ένα "τέρας" θα κάνει ανήκουστα εγκλήματα. Αυτό που δεν χωράει στο μυαλό μας είναι ότι το απόλυτο κακό μπορεί να προέλθει από κοινότατους ανθρώπους, από απόλυτες μετριότητες, από τον "άνθρωπο της διπλανής πόρτας". Έτσι διατύπωσε αυτή ακριβώς τη θεωρία: Ότι το Κακό δεν προέρχεται ουσιαστικά από το "τέρας". Τα "τέρατα" αποτελούν σπάνιες και μεμονωμένες περιπτώσεις και θα μπορούσαν να απομονωθούν και να ελεγχθούν. Η εξάπλωση του Κακού οφείλεται στον κοινό, συνηθισμένο, μη σκεπτόμενο μέσο άνθρωπο, ο οποίος είτε αποδέχεται τις φρικτές απόψεις του "τέρατος" είτε απλώς, ακόμα κι αν δεν τις ασπάζεται, δεν αντιδρά σ' αυτές (απλώς "εκτελεί διαταγές"), οπότε αφήνει το πεδίο ελεύθερο. Αντιλαμβάνεστε τον σάλο που δημιούργησε μια τέτοια άποψη.
Πολλοί κοινοί άνθρωποι εξοργίστηκαν, προσάπτοντας στην Άρεντ ότι ουσιαστικά κατηγορεί τους ίδιους για τον ναζισμό. Προσωπικά βρίσκω τη θεωρία αυτή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Και γι' αυτήν ακριβώς και τις συζητήσεις που θα ακολουθήσουν αξίζει νομίζω να δει κανείς ένα απόλυτα "καθώς πρέπει" και δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις φιλμ.

Σάββατο, Ιουνίου 01, 2013

Ο ΓΚΑΤΣΜΠΙ ΚΑΙ Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΛΑΜΨΗ

Ο Buz Luhrmann είναι ένας σκηνοθέτης που μετατρέπει ό,τι πιάσει στα χέρια του σε ένα εντυπωσιακό, ζαλιστικό και θορυβώδες βιντεοκλίπ. Άλλους αυτό μπορεί να τους κουράσει αφάνταστα κι άλλους να τους γοητεύσει. Από την άλλη, αρέσκεται να καταπιάνεται με μεγάλα, κλασικά θέματα ("Ρωμαίος και Ιουλιέτα", "Μουλέν Ρουζ") και κατ' άλλους να τα μετατρέπει σε κιτς φαντασμαγορίες, ενώ κατ΄ άλλους πάλι να τα εκμοντερνίζει δίνοντάς τους μια σύγχρονη διάσταση. Πιστός λοιπόν στο όραμά του ασχολείται το 2013 με ένα άλλο κλασικό βιβλίο: Τον "Υπέροχο Γκάτσμπι", το διασημότερο μυθιστόρημα του Σκοτ Φιτζέραλντ. Το αποτέλεσμα μου άφησε ανάμικτες εντυπώσεις, θετικές και αρνητικές. 
Ο "Γκάτσμπι" σαν ιστορία διαθέτει πολλά επίπεδα και μιλά για ένα σωρό πράγματα: Για τη ρηχότητα και απατηλότητα του "αμερικάνικου όνειρου", για τα έξαλλα '20ς, για τη βαθύτατα ταξική κοινωνία (της εποχής τουλάχιστον) και την ουσιαστική αδυναμία να εισέλθει κάποιος από κάτω στα άνω στρώματα, παρά την εκ πρώτης όψεως αντίθετη διαπίστωση, για την αναισθησία, την αναλγησία και την υποκρισία των ανώτερων αυτών κοινωνικών στρωμάτων, για τη βρωμιά και τη διαφθορά που κρύβεται κάτω από τη απαστράπτουσα επιφάνεια, για τις τερατώδεις αντιθέσεις ανώτερων και κατώτερων τάξεων, για το γεγονός ότι τα πλούτη δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά πιθανόν να αποτελούν την επιφάνεια απόλυτα άδειων και ανούσιων ζωών, για να αναφέρουμε τα κυριότερα από αυτά. Αλλά και διαπνέεται - ταυτόχρονα με όλες αυτές τις κοινωνικοπολιτικές διαπιστώσεις - από ρομαντισμό, ενώ τα κύρια θέματά του παραμένουν ένας μεγάλος έρωτας και ένας αλησμόνητος, "bigger than life" χαρακτήρας. 
Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στην ταινία. Από την άλλη, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον, όπου περιγράφεται η ξέφρενη ζωή των από τη μέση και πάνω στρωμάτων της Νέας Υόρκης στη δεκαετία του 20, υπάρχουν όλα τα γνώριμα σκηνοθετικά του στοιχεία: Η απόλυτα βιντεοκλιπάτη οπτική, όπου δεν προλαβαίνεις να ξεχωρίσεις τη μια εικόνα από την άλλη, οι εντυπωσιακές λήψεις και "βουτιές" της κάμερας, το θορυβώδες, σύγχρονο σάουντρακ, τα θεαματικά χορευτικά... Όλα αυτά, θα μπορούσα να σκεφτώ, ταιριάζουν σαν ύφος με την κούφια και άνευ ουσίας χλιδή που περιγράφεται. Από την άλλη όμως με κούρασαν αρκετά. Η κούραση αυτή επιδεινώθηκε από τη συχνή χρήση χιπ χοπ στη μουσικά, είδος που προσωπικά δεν αντέχω. Φυσικά, όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό αποτελεί καθαρά προσωπική άποψη. Μπορώ να δεχτώ ότι για κάποιον που είναι λάτρης της μουσικής αυτής (και καλά κάνει, η απέχθεια είναι προσωπική), το σάουντρακ ακριβώς και τα πειραγμένα κομάτια μεγάλων συνθετών όπως οι Κολ Πόρτερ, Γκέρσουιν κλπ. θα αποτελούν συν. Στο δεύτερο μέρος πάντως οι καταιγιστικοί ρυθμοί και εικόνες καταλαγιάζουν και δίνουν τη θέση τους στο δράμα και την παρακμή των ηρώων. Αν και το βιντεοκλιπάδικο στιλ επανέρχεται συχνά, ενώ η σχηματική σκηνογραφία (η αντίθεση πλούσιας Ν. Υόρκης και εξαθλιωμένου προάστιου εμφανίζεται κάθε λίγο) και η εντυπωσιακή (που για μένα αγγίζει τα όρια του κιτς) υπερ-σκηνοθεσία παραμένουν πανταχού παρούσες. 
Συνολικά λοιπόν η ταινία με κράτησε σαφώς, το δράμα της μάλλον με άγγιξε, αλλά ταυτόχρονα και οι αντιρήσεις μου για όλο αυτό το οπτικό πανηγύρι είναι αρκετές. Έχω συχνά εκφράσει την αντίθεσή μου σε όλη αυτή τη βιντεοκλιπάδικη αισθητική, που δυστυχώς σήμερα κυριαρχεί σε όλο και περισσότερα μπλογκμπάστερ, περιπέτειες, action movies και επιστημονικής φαντασίας κυρίως, που μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά σε μη σκεπτόμενα δεκαπεντάχρονα, τα οποία σίγουρα θα εντυπωσιαστούν (και μάλλον εκεί απευθύνεται, αφού αυτό είναι το μεγάλο μέρος του κοινού, άρα από εκεί έρχονται τα φράγκα). Τουλάχιστον ο Luhrmann το κάνει αυτό σαν άποψη, παντρεύοντάς το μάλιστα με τον δικό του προσωπικό τρόπο με σαφώς σοβαρότερα θέματα. Οπότε, άν και δεν ενθουσιάζομαι πάντα, αναγνωρίζω το ιδιαίτερο στιλ και την άποψή του. Και το να έχει κανείς άποψη στο σημερινό Χόλιγουντ των λογιστών και του χρηματιστηρίου είναι, νομίζω, σημαντικό.

Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

ΠΕΡΙ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΔΙΑΖΥΓΙΩΝ

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 ο σημαντικός ιταλός σκηνοθέτης Pietro Germi (1914-1974) γυρίζει δύο "δίδυμες" ταινίες, με παρόμοιο θέμα και προβληματισμό και την ίδια βασική ηθοποιό σε παρόμοιο ρόλο, την ιδιάιτερα σέξι και νεαρότατη τότε Στεφανία Σαντρέλι ως προκλητικό νυμφίδιο. Μόνο που το ντυμφίδιο αυτό είναι ουσιαστικά το απόλυτο θύμα... Θα ασχοληθούμε και με τις δύο. Προς το παρόν όμως ας δούμε την πρώτη χρονολογικά (και μάλλον γνωστότερη), το "Διαζύγιο α λα Ιταλικά" του 1961.
Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι παίζει έναν πλούσιο ευγενή αργόσχολο σε μια μικρή πόλη της νότιας Ιταλίας. Παντρεμένος επί χρόνια, απόλυτα ευτυχής σε πρώτη ματιά, είναι στην πραγματικότητα δυστυχισμένος, αφού σιχαίνεται κυριολεκτικά τη γυναίκα του και ποθεί αφάνταστα τη νεαρή του ξαδέλφη, ανήλικη ακόμα. Την εποχή εκείνη όμως το διαζύγιο είναι απαγορευμένο στην Ιταλία. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί από τη σύζυγο και να εκπληρώσει τις βλέψεις του είναι να τη δολοφονήσει. Και μάλιστα με τρόπο ώστε να φανεί ότι εκείνη τον απατά. Τότε η δολοφονία για "ζητήματα τιμής" γίνεται σχεδόν νόμιμη και απόλυτα αποδεκτή ηθικά, οπότε θα τη γλυτώσει με ελάχιστη φυλακή και θα κερδίσει και την εκτίμηση των πολιτών, αφού έπραξε "όπως απαιτεί η τιμή του". Αρχίζει λοιπόν να καταστρώνει τα καταχθόνια σχέδιά του.
Η ταινία, με το σχετικά μαύρο χιούμορ και το μάλλον ανάλαφρο στιλ της, είναι στην πραγματικότητα μια ανελέητη σάτιρα τόσο των ιταλικών νόμων (της εποχής) όσο και των αντίστοιχων ηθών. Ο ήρωας είναι ένας άθλιος, κακός χαρακτήρας και, πάνω απ' όλα, ύπουλος και απόλυτα υποκριτής. Αυτή η υποκρισία, που χαρακτηρίζει άλλωστε και ολόκληρη αυτή την κοινωνία, είναι, νομίζω, το στοιχείο που κυριαρχεί. Άψογος οικογενειάρχης, με απόλυτα καθως πρέπει συμπεριφορά, τακτικότατος στην εκκλησία και όλα τα σχετικά, καταστρώνει κρυφά σχέδια δολοφονίας μιας απόλυτα αθώας γυναίκας και αποπλάνησης μιας παιδούλας... Νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύγλωττη και σαφής η πρόθεση του Τζέρμι...
Στο μεταξύ το αστείο είναι ότι ο άθλιος αυτός υποκριτής δείχνεται συμπαθητικά στο θεατή χάρη στο χιούμορ, μας κάνει σχεδόν να ταυτιζόμαστε μαζί του και να θελουμε να πετύχει τους δολερούς σκοπούς του. Από την άλλη όμως, η μικρή ανατροπή της τελευταίας σκηνής δείχνει καθαρά με ποιον είναι ο σκηνοθέτης και ποιος θα γελάσει τελευταίος. Στο μεταξύ η καυστικότατη σάτιρα ενός βάρβαρου και ηλίθιου συστήματος αξιών, βασισμένου στη φαλλοκρατία και την έννοια της "τιμής" είναι κάτι παραπάνω από οξεία. Το χτύπημα όμως αυτών των "αξιών" θα κορυφωθεί στην επόμενη ταινία του Τζέρμι, το "Ατιμασμένη και Εγκαταλειμένη", για την οποία θα μιλήσουμε σε προσεχές σημείωμα.
Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί βέβαια αν όλο το οικοδόμημα του φιλμ καταρέει αφού, απλούστατα, τα διαζύγια σήμερα είναι ελεύθερα, άρα δεν υφίστανται οι συνθήκες που αναγκάζουν τον ήρωα να καταφύγει στα διεστραμένα του σχέδια. Κι ομως! Η ταινία βλέπεται κατά τη γνώμη μου πολύ ευχάριστα μέχρι σήμερα. Λογικό, αφού μιλάμε για κλασικό φιλμ, ένα από τα εμβληματικά της περίφημης και αξεπέραστης σχολής της ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας, που άνθησε από τη δεκαετία του 50 μέχρι αυτή του 70. Άλλωστε δεν βρίσκεται μόνο ο νόμος στο στόχαστρο. Βρίσκεται, όπως είπαμε, και μια ολόκληρη πέρα για πέρα υποκριτική κοινωνία, που κάτω από την απόλυτα λουστραρισμένη της επιφάνεια κρύβει απίστευτο βόρβορο, ανεκπλήρωτα πάθη και σκοτεινές επιθυμίες!

Τρίτη, Μαΐου 28, 2013

"SHADOW DANCER" Ή ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗς ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

To "Shadow Dancer" (Ο Χορός των Κατασκόπων" στα ελληνικά) είναι μια αγγλο-ιρλανδική ταινία που γύρισε ο James Marsh το 2012 και καταπιάνεται με το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα της τρομοκρατίας. Αυτής του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία συγκεκριμένα. Μην περιμένετε όμως δράση, κυνηγητά, ανατροπές (αν και υπάρχουν κάποιες τέτοιες) και ντιζαϊνάτους υπερπράκτορες. Καμία σχέση. Πρόκειται για ένα χαμηλότονο φιλμ, έντονα ρεαλιστικό, που ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις της τρομοκρατίας στις καθημερινές ζωές των τρομοκρατών και των διωκτών τους. Αλλά είπαμε, πάνω απ' όλα κυριαρχεί ο τόσο χαρακτηριστικός βρετανικός ρεαλισμός.
 Μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα μέλος του ΙΡΑ - και ολόκληρη η οικογένειά της είναι μέλη του - αναλαμβάνει να κουβαλήσει μια βόμβα στο μετρό. Όταν συλλαμβάνεται αναγκάζεται να κάνει μια μυστική συμφωνία (εκβιάζεται ουσιαστικά), ώστε να γίνει το καρφί της οργάνωσης στην αντιτρομοκρατική. Από εκεί και πέρα η καθημερινή της ζωή θα αλλάξει και η ίδια θα βυθιστεί σε ένα όλο και πιο αγχωτικό αδιέξοδο.
Βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα (δεν με ενοχλούν οι σχετικά αργοί ρυθμοί). Νομίζω ότι με το "low profile" ύφος της καταφέρνει να αγγίξει τον θεατή και να τον παρασύρει στην ψυχολογική καταβύθιση της ηρωίδας, αλλά και των δικών της και του κοινωνικού και φιλικού περίγυρού της γενικότερα. Επίσης η ταινία δείχνει με σαφή και ανάγλυφο τρόπο τη κυρίαρχη θέση του ΙΡΑ στην βοεριοϊρλανδική (τουλάχιστον) κοινωνία, πόσο καθημερινότητα αποτελεί για του ανθρώπους εκεί, πόσο οι απλοί άνθρωποι, οικογένειες ολόκληρες, εντάσσονται σ' αυτόν. Καμιά σχέση με οργανώσες σαν τη 17Ν ας πούμε, η οποία αποτελείτο από μια συγκεκριμένη, κλειστή ομάδα. Εδώ έχουμε μια πλήρη διάχυση στην κοινωνία. Οποιοσδήποτε απλός άνθρωπος μπορεί να είναι μέλος. Κάτι σαν τη σχέση της Μαφίας με το λαό στη Νότια Ιταλία, αν και προφανώς μιλάμε για παντελώς διαφορετικά πράγματα, με παντελώς διαφορετικούς σκοπούς και ιδεολογία. Ταυτόχρονα το φιλμ αποτυπώνει την χαρακτηριστική ιρλανδική καθημερινότητα των κατώτερων τάξεων με τρόπο που θυμίζει τα αντίστοιχα φιλμ του Λόουτς. Η ταινία δεν παίρνει θέση υπέρ των ιρλανδών επαναστατών ή των εγγλέζων διωκτών τους. Αυτό που την ενδιαφερει νομίζω είναι η κατάδειξη του αδιεξόδου στο οποίο οδηγεί η βία, και μάλιστα και στις δύο πλευρές. Η προσωπική ζωή των ηρώων (τρομοκρατών και διωκτών) είναι ουσιαστικά εξαφανισμένη. Το μεταξύ τους κυνήγι αποτελεί τρόπο ζωής. Οι ίντριγγες γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες, κανείς πια δεν ξέρει ποιος είναι ποιος και για ποιον πραγματικά δουλεύει. Το ίδιο βαρύ κλίμα, οι ίδιες εσωτερικές διαμάχες (που φτάνουν μέχρι την εκτέλεση) και ίδια τα κρυμένα μυστικά μοιάζουν να βαρύνουν εξ ίσου τα εσωτερικά μέτωπα των δύο αντιπάλων, που τελικά φαίνεται στο βάθος (σαν γενικότερη κατάσταση και "στράτευση" εννοώ) να μοιάζουν όλο και περισσότερο. Από την άλλη, η ανάμειξη συγγενών, φίλων και της ίδιας της οικογένειας κάνει ίσως την κατάσταση περισσότερο αφόρητη για τους οπαδούς της βορειοϊρλανδικής ανεξαρτησίας.
Τελειώνοντας θα προειδοποιήσω και πάλι: Είναι σχετικά αργή, με χαρακτηριστικά μουντή και απρόσωπη ατμόσφαιρα. Οπότε αν είστε έτοιμος για κατασκοπικές περιπέτειες, ξεχάστε το. Εδώ τα πράγματα λειτουργούν πολύ βαθύτερα και υποχθόνια.
ΥΓ: Μου άρεσε το ότι μια ερωτική ιστορία που πάει να δημιουργηθεί ανάμεσα στον μπάτσο και την κοπέλα, μένει κυριολεκτικά στα σπάργανα. Η ταινία, με τον προαναφερθέντα ρεαλισμό που τη διακρίνει, μοιάζει να ξέρει πολύ καλά πόσο αδύνατο είναι κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

DIMENSIONS : ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΙΝΙΑ ΕΠΟΧΗς ΚΑΙ... ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Τι θα λέγατε αν ο Τζέιμς Άιβορι, δίχως φυσικά να αλλάξει καθόλου στιλ, γύριζε μια ταινία... επιστημονικής φαντασίας; Κι όμως, κάτι τέτοιο συμβαίνει με το "Dimensions". Το οποίο δεν γύρισε βέβαια ο Άιβορι, αλλά ο πρωτοεμφανιζόμενος Sloan U'Ren το 2011 στην Αγγλία, αλλά διαθέτει όλη την προσεγμένη ατμόσφαιρα εποχής των ταινιών του και αυτή την χαρακτηριστική "βρετανικότητα" που διαθέτουν οι ταινίες εποχής της χώρας αυτής.
Ένας νεαρός ιδιοφυής φοιτητής του Κέμπριτζ αρνείται να ενηλικιωθεί και να μπει στην κοινωνία εξ αιτίας ενός παιδικού τραύματος και ενός χαμένου παιδικού έρωτα. Αυτό στο οποίο δίνεται με όλες του τις δυνάμεις, σα να μη υπάρχει κόσμος γύρω του, είναι να φτιάξει μια χρονομηχανή ώστε να γυρίσει πίσω και να διορθώσει όσα συνέβησαν τότε. Βοηθός του ένας άλλος νέος, παιδικός φίλος, αλλά όχι τόσο ιδιοφυής όσο ο πρώτος, ο οποίος παρευρισκόταν επίσης σ' εκείνη την παλιά τραγική ιστορία. Κάποια στιγμή ο νεαρός θα τα καταφέρει και οι "πολυπλοκότητες" ξεκινάν.
Σίγουρα πρόκειται για ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη προσπάθεια. Γυρισμένη όντως στο Κέμπριτζ, η ταινία αναπαριστά άψογα την εποχή (βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του 20) και την ατμόσφαιρά της. Τοπία, κοστούμια, ηθοποιίες, προσοχή σε λεπτομέρειες, όλα παραπέμπουν στο γνώριμο κλίμα των αψεγάδιαστων παραγωγών εποχής του BBC, των παραγωγών που οι Άγγλοι ξέρουν να κάνουν τόσο καλά και πειστικά. Η ιστορία φυσικά διαφέρει από τις ταινίες αυτές. Παρά το σαφές στοιχείο επιστημονικής φαντασίας ωστόσο, το φιλμ πλημμυρίζει από ρομαντισμό: Ο απόλυτος, μοναδικός έρωτας είναι η ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφονται ολα - και η έμμονη ιδέα του ήρωα. Εκεί αφιερώνει τη ζωή του. Από την άλλη, αρνούμενος ουσιαστικά να ενηλικιωθεί, πασχίζει να ξαναβρεί την χαμένη υπέροχη παιδική του ηλικία, την αθωότητα, τη ξενοιασιά του παιχνιδιού - ή μάλλον, θα λέγαμε, να μην απομακρυνθεί ποτε από αυτά. Όλα αυτά δίνονται με τον πρέποντα τρόπο και με ιδιαίτερη κομψότητα, ώστε το όλο σκηνικό να είναι ταιριαστό με τις ιδέες που εκφράζονται.
Φυσικά ο παράδοξος αυτός συνδυασμός μπορεί να ξενίσει αρκετούς φίλους της επιστημονικής φαντασίας. Σπάνια έχουμε δει μια τόσο ρομαντική ταινία του είδους. Αυτό βέβαια είναι απόλυτα κατανοητό. Ίσως κάποιος να μην αντέχει - ή να μη πιστεύει σε - τόσο ρομαντισμό. Ωστόσο η όλη παραγωγή και η πειστική ατμόσφαιρα, καθώς και το μυστήριο που περιβάλλει, στην αρχή τουλάχιστον, την όλη ιστορία, είναι σίγουρα αξιοπρόσεκτα.
Τελικά η ταινία αφήνει στο θεατή μια μάλλον γλυκιά γεύση, μια συγκίνηση, καθώς και ένα είδος αποδοχής και συμφιλίωσης με κάποια πράγματα που είναι αιώνια και δεν αλλάζουν ποτέ. Ίσως λοιπόν κάποιοι να χαρακτηρίσουν το αποτέλεσμα "ξενέρωτο" ή κάτι τέτοιο, ενώ άλλοι θα γοητευτούν απ' αυτό. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια ασυνήθιστα καλογυρισμένη ταινία, με σήμα κατατεθέν την πρωτοτυπία που αναφέραμε στην αρχή. Γι' αυτό και, τελικά, αξίζει νομίζω τον κόπο.
ΥΓ: Ο Sloan U'Ren είναι παραδόξως αμερικανός, το φιλμ όμως μια απόλυτα βρετανική παραγωγή.

Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

ΟΤΑΝ ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ, Ο ΧΙΤΣΚΟΚ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΕΙ

Πέρα απο τις επίσημες λίστες ειδημόνων ή απλού κοινού, κάθε θεατής (ακροατής, αναγνώστης κλπ.) έχει τις δικές του καθαρά προσωπικές προτιμήσεις, οι οποίες ίσως να μην ταυτιζονται με τις παραπάνω λίστες. Για μένα λοιπόν μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες του Alfred Hitchcock (1899-1980) παραμένει "Ο Άγνωστος του Εξπρές" (Strangers on a Train) του 1951. Μια απο τις πλέον αξέχαστες εμφανίσεις στην οθόνη της έννοιας του ψυχοπαθούς δολοφόνου (πριν από το εμβληματικό "Ψυχώ" φυσικά) και μια συγκλονιστική μελέτη στο θέμα της ακούσιας εμπλοκής σε κάτι στο οποίο καθόλου δεν θα ήθελες να εμπλακείς (σε έναν εφιάλτη για την ακρίβεια).
 Ένας διάσημος τενίστας είναι ερωτευμένος με μια γυναίκα, η μέγαιρα όμως πρώην σύζυγός του αρνείται να του δώσει διαζύγιο, εκβιάζοντάς τον μάλιστα. Σε ένα τρένο συναντιέται τυχαία με έναν πλούσιο άγνωστο, ο οποίος, λίγο - πολύ, του προτείνει να "ανταλλάξουν φόνους": Εκείνος θα σκοτώσει την φριχτή σύζυγο και ο ήρωας θα σκοτώσει τον ζάπλουτο πατέρα του τύπου, ο οποίος τον έχει σχεδόν αποκληρώσει. Όταν ο άγνωστος γίνεται ιδιαίτερα φορτικός, ο τενίστας θα πει ένα "ΟΚ, ΟΚ" για να τον ξεφορτωθεί. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι ο άλλος πήρε τα πάντα πολύ σοβαρά και εκτέλεσε το δικό του μέρος της "συμφωνίας". Τώρα είναι σειρά του ήρωά μας να πράξει το δικό του χρέος...
Πάνω σ' αυτή την παρανοϊκή πλοκή (βασισμένη σε μυθιστόρημα της Πατριτσια Χάισμιθ), ο Χίτσκοκ στήνει ένα όργιο σασπένς και ευρηματικών σκηνοθετικών μεθόδων, ενώ ταυτόχρονα - ενώ η κατάσταση παει να ξεφύγει από τον έλεγχο και το αίμα του θεατή παγώνει - διατηρεί και αρκετά χιουμοριστικά στοιχεία! Στο μεταξύ, με κάθε σχεδόν πλάνο, το σασπένς γίνεται όλο και πιο έντονο και η καταβύθιση του ήρωα σε έναν εφιάλτη από τον οποίο δεν ξέρει πώς να ξεφύγει όλο και πιο έντονη.
Την παράσταση κλέβει ο άγνωστος σχετικά Robert Walker (πέθανε νεότατος, στα 33 του), στο ρόλο του κακομαθημένου, γοητευτικού ψυχοπαθούς. Σημειωτέον ότι η έννοια του "γοητευτικού ψυχοπαθούς" κάνει μία από τις πρώτες της εμφανίσεις στην οθόνη (ο τραγικός ήρωας του "Μ", για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γοητευτικός). Ίσως σήμερα να τη γνωρίζουμε περισσότερο με φιγούρες σαν αυτή του Χάνιμπαλ Λέκτορ, οι οποίες όμως εμφανίστηκαν τρεις - τέσσερεις δεκαετίες μετά... Όσο για τη σκηνοθεσία... τι να πει κανείς. Η σκηνή του φόνου της συζύγου, ειδωμένη μέσα από την πλέον απροσδόκητη γωνία ή η σκηνή του ανεξέλεγκτου καρουσέλ νομίζω ότι μένουν αξέχαστες. Όπως αξέχαστο - για μένα τουλάχιστον - παραμένει το όλο σκοτεινό κλίμα της ταινίας. Ίσως να είναι το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής δεν εμπλέκεται απλώς άθελά του σε έναν εφιάλτη, όπως προείπαμε, αλλά του φορτώνεται και ένα είδος "υποχρέωσης": Ότι κι αυτός πρέπει να ξεπληρώσει ένα χρέος. Και υπάρχει βέβαια και ένα πραγματικά σαρδόνιο και ανατρεπτικό κλείσιμο του ματιού του μεγάλου σκηνοθέτη: Το κακό παραμένει αναμφισβήτητα κακό. Ναι. Όμως η λύτρωση του "αθώου" ήρωα βασίζεται τελικά ακριβώς πάνω σ' αυτό το κακό. Δίχως αυτό θα παρέμενε παγιδευμένος και δυστυχισμένος σ' όλη του τη ζωή. Και, επι πλέον, ο ίδιος αρνείται βεβαίως να διαπράξει το κακό, πλην όμως είναι κάτι που πραγματικά ποθεί μέσα του, κάτι θα τον ανακούφιζε αν το έκανε. Ποθεί το κακό λοιπόν, όλη του η ευτυχία βασίζεται σ' αυτό, η ηθική του όμως τον εμποδίζει να το διαπράξει (και καλά κάνει, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι ότι το κακό μπορεί να είναι απόλυτα λυτρωτικό, όπως μας λέει ο δαιμόνιος δημιουργός). Για σκεφτείτε αυτή την πλευρά, αφού δείτε το φιλμ...
Σας είπα ότι προκειται για προσωπική γνώμη, την οποία δεν είστε φυσικά υποχρεωμένοι να συμμεριστείτε, αλλά για μένα ο "Άγνωστος..." είναι όχι μόνο μία από τις καλύτερες ταινίες του Χίτσκοκ, αλλά και μία από τις αγαπημένες μου γενικότερα στην ιστορία του σινεμά.

Πέμπτη, Μαΐου 23, 2013

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ EVIL DEAD... ΑΛΛΑ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ



Φοβάμαι ότι η έμπνευση όσο πάει και χάνεται από το αμερικάνικο σινεμά (φυσικά οι πολλές εξαιρέσεις υπάρχουν). Το «Evil Dead” του 2013, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ουρουγουανού  με χολιγουντιανά όνειρα Fede Alvarez το αποδεικνύει (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον) για πολλοστή φορά.

Ήταν πίσω στα 1981 όταν ο πιτσιρικάς και άγνωστος τότε Sam Reimi γύριζε την πρώτη του ταινία. Το τότε “Evil Dead” είχε εντυπωσιάσει το κοινό με το λουτρό αίματος και τον τρόμο που δημιουργούσε με το τίποτα (πρόκειται για low budget παραγωγή) και καθιέρωσε τον ταλαντούχο σκηνοθέτη, ο οποίος γύρισε δύο ακόμα πετυχημένες (κυρίως η δεύτερη) συνέχειες. Η «καινοτομία» σ’ αυτές είναι ότι ο Ράιμι είχε παντρέψει πετυχημένα τον τρόμο και το σπλάτερ με το χιούμορ.

30κάτι χρόνια μετά ο Alvarez έρχεται να κάνει ένα ανούσιο ριμέικ της πρώτης «κλασικής» (στο χώρο της πάντοτε) ταινίας. Το οποίο rim;eik νομίζω ότι στερείται παντελώς νοήματος. ΟΚ, πήραμε περισσότερα λεφτά, κάναμε κάποιες σκηνές ακόμα πιο σπλάτερ, φτιάξαμε σαφώς αρτιότερα εφέ... και λοιπόν; Ποιο το νόημα; Η αυθεντική ανατριχίλα που προκαλούσε το πρώτο φιλμ (μη ξεχνάτε ότι στην εποχή αυτή σχετικά λίγα τέτοια είχαν δει οι θεατές, οπότε το έδαφος ήταν πιο παρθένο) έχει χαθεί. Αυτό που βλέπουμε είναι σκηνές φρίκης στη σειρά, που λίγο – πολύ ξέρουμε πού θα καταλήξουν.

Όσο για το σενάριο (σενάριο;) είναι κι αυτό προχειρότατο, γεμάτο απιθανότητες. Φυσικά βρισκόμαστε στο σινεμά του φανταστικού και εξ ορισμού δεν ψάχνουμε για ρεαλισμό . Αυτό που απαιτείται όμως είναι μια στοιχειώδης εσωτερική συνέπεια και μια εξ ίσου στοιχειώδης φυσιολογική ανθρώπινη συμπεριφορά μπροστά στη φρίκη. Εδώ, ενώ βρισκόμαστε σε μια περιορισμένου σχετικά χώρου καλύβα, περνά πάρα πολύ ώρα και γίνεται ό, τι είναι να γίνει πριν καν διανοηθούν να επέμβουν (από το δίπλα δωμάτιο σημειωτέον) τα «υγιή και αμόλυντα» από το δαίμονα μέλη της παρέας (διότι, ως γνωστόν, οι νεαροί βρίσκουν στην καλύβα ένα παλιό βιβλίο με διάφορα μαγικά, κάνουν ηλιθιωδώς επικλήσεις και καλούν ένα δαίμονα που καταλαμβάνει ένα – ένα τα μέλη της συντροφιάς). Αφήστε που ένας από τους ήρωες, ξεφυλλίζοντας ένα πάνχοντρο και παραγεμισμένο με σχέδια και κείμενα χειρόγραφο βιβλίο, το οποίο φυσικά βλέπει για πρώτη φορά, πάει και ανακαλύπτει σε ελάχιστο χρόνο μέσα στο χάος κάτι ελάχιστες, δυσδιάκριτες χαρακιές, που κρύβουν το μυστικό. Αυτά και πολλά άλλα (που δεν αξίζει να ασχοληθούμε) εννοώ όταν λέω άθλιο σενάριο. Αφήστε που από το φιλμ λείπει κάθε μορφή χιούμορ. Που ίσως βελτίωνε κάπως τα πράγματα (τονίζω το «ίσως»).

Η παρακμή των ταινιών τρόμου στις μέρες μας (σε αντίθεση με τη «χρυσή» δεκαετία του 80 για το είδος) είναι, νομίζω σαφέστατη. Το μπαράζ των άνευ λόγου (απλά πιο καλογυαλισμένων και γι’ αυτό και πιο βαρετών) ριμέικ  το αποδεικνύει περίτρανα. Προσωπικά η μόνη αμερικάνικη ταινία του είδους που μου άρεσε τον αρκετό τελευταίο καιρό ήταν το “Cabin in the Woods”. Προφανώς όμως ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Μέχρι να έρθει αυτή (αν έρθει) θα πλήττω με ανούσιες και χιλιοειδωμένες επαναλήψεις.

Κυριακή, Μαΐου 19, 2013

Η... ΨΕΥΔΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ MONTY PYTHON

Είμαι (και το έχω δηλώσει επανειλημμένα) φανατικός λάτρης των Monty Python, των οποίων το σουρεαλιστικό και καυστικότατο χιούμορ είναι για μένα - και συγχωρείστε την απολυτότητά μου - το πιο αστείο που έχω γνωρίσει.
Οι Μ.Ρ. γνωρίστηκαν στις αρχες της δεκαετίας του 60 σαν φοιτητές, οι Τσάπμαν και Κλιζ στο Κέμπριτζ και οι Τζόουνς και Πάλιν στην Οξφόρδη. Στην ομάδα προστέθηκαν ο Άιντλ και ο αμερικανός Τέρι Γκίλιαμ και η φοβερή εξάδα ήταν πανέτοιμη. Έγιναν διάσημοι με την περίφημη σειρά "The Flying Circus of M.P.", που προβαλλόταν στο BBC μεταξύ 1969-1974 (η καλύτερη δουλειά τους για μένα) και μετά με τις 3 περίφημες ταινίες που γύρισαν, πριν διαλυθούν το 1983 και ακολουθήσουν προσωπικές καριέρες. Ο Γκράχαμ Τσάπμαν (είναι αυτός που έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μπράιαν στο "Ένας Προφήτης..." παρωδώντας τη ζωή του Χριστού), δεν πρόλαβε κάτι τέτοιο, αφού πέθανε το 1989 μόλις 48 ετών. Είχε όμως προλάβει να γράψει ένα βιβλίο (το οποίο έγινε μπεστ σέλερ), την "Αυτοβιογραφία ενός Ψεύτη", όπου κάνει πλάκα με τα γεγονότα της ζωής του.
Το βιβλίο αυτό μετατρέπεται σε ταινία animation το 2012 από τρεις σκηνοθέτες, τους Bill Jones, Jeff Simpson και BenTimlett. Στην παραγωγή συμετείχαν 14 εταιρίες animation(!). Πρώτα όμως λίγα για τον ίδιο τον Τσάπμαν. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος, αλκοολικός και, φυσικά, προικισμένος με απίστευτο αυτοσαρκαστικό και όχι μόνο χιούμορ, υπήρξε ίσως ο πιο αντικομφορμιστής από την ομάδα στην προσωπική του ζωή. Στην αυτοβιογραφία του κάνει άγρια πλάκα με όλα όσα αφορούν τη ζωή του (την σεξουαλικότητα, τον αλκοολισμό, την σχέση με τους συντηρητικούς γονείς, τις πανεπιστημιακές σπουδές κλπ.), καυτηριάζοντας ταυτόχρονα πάμπολλες καταστάσεις, δίχως να διστάζει μπροστά σε θέματα που θεωρούνται ταμπού.
Όλο αυτό το ανατρεπτικότατο κλίμα μεταφέρεται και στην ταινία (η οποία είναι ακατάλληλη για ανήλικους). Πλην όμως με πολλές ιδιορυθμίες και αρκετά προβλήματα. Η βασική ιδιορυθμία (που πρώτη φορά έχω συναντήσει σε ταινία κινουμένων σχεδίων και δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή) είναι ότι τα κινούμενα σχέδια αλλάζουν διαρκώς στιλ. Προφανώς έχουν χρησιμοποιηθεί πολλοί διαφορετικοί σχεδιαστές. Έτσι σε μια σκηνή το σχέδιο μπορεί είναι "μπαρόκ" και φορτωμένο, στην άλλη μινιμαλιστικό και εντελώς καρτουνίστικο, στην επόμενη να έχουν χρησιμιποηθεί κολάζ κλπ. Βρήκα όλο αυτό το ασυνήθιστο παιχνίδι ενδιαφέρον. Το πρόβλημα όμως της ταινίας είναι η έντονη αποσπασματικότητά της. Δεν υπάρχει στρωτή αφήγηση, ο θεατής δεν μπορεί εύκολα να κατανοήσει τα γεγονότα (προφανώς χιουμοριστικά δοσμένα) της ζωής του Τσάπμαν, θέματα που ανοίγουν μένουν ανολοκλήρωτα και σε άλλα πάλι υπάρχει ανεξήγητη επιμονή και επαναλήψεις. Επί πλέον λέγονται πολύ λίγα πράγματα για την δράση της ομάδας, η δουλειά με την οποία μάλλον μικρό χώρο καταλαμβάνει στην αυτοβιογραφία. Πέραν αυτών (ή και εξ αιτίας αυτών, αλλά όχι μόνο), βρήκα την ταινία υπερβολικά ερμητική. Εννοώ ότι απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε βαθείς γνώστες του έργου των M.P. Οι υπόλοιποι δεν θα καταλάβουν καν τι συμβαίνει, αλλά ούτε και θα πιάσουν τις πολλές αναφορές σε διάσημα σκετς, ατάκες ή αποσπάσματα από φιλμ της θρυλικής εξάδας. Σ' αυτό θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, διότι έχω δει τα πάντα απ' αυτούς, αυτό όμως δεν είναι λόγος να αντιμετωπίσω όλη αυτή την ερμητικότητα ως θετικό στοιχείο.
Συνολικά λοιπόν το φιλμ μπορεί να έχει εικαστικό και κάποιο άλλο ενδιαφέρον, μπορεί προσωπικά να ένοιωσα νοσταλγία ξαναβουτώντας στο βλάφημο και ανατρεπτικότατο χιούμορ της ομάδας, αλλά συνολικά δεν το θεωρώ καλή ταινία.

Παρασκευή, Μαΐου 17, 2013

ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΟΛΚΛΟΡ ΣΤΟ "BAIKONUR"



Το Μπαϊκονούρ ανήκε παλιά στη Σοβιετική Ένωση, ενώ τώρα είναι πόλη του Καζαχστάν. Είναι διάσημο επειδή κοντά του βρίσκεται η βάση απ' όπου εκτοξεύονται οι ρωσικοί πύραυλοι για το διάστημα. Απο εκεί πέταξε το πρώτο σκάφος στο διάστημα με τη σκυλίτσα Λάικα και από εκεί άρχισε το ταξίδι του ο πρώτος κοσμοναύτης, ο Γκαγκάριν. Ο Veit Helmer είναι γερμανός, είναι κυρίως μικρομηκάς, αλλά έχει γυρίσει και 4 μεγάλου μήκους. Οι τρεις τουλάχιστον απ' αυτές δεν έχουν τίποτα γερμανικό. Το σινεμά του μοιάζει να ανήκει κυρίως στο χώρο του μαγικού ρεαλισμού και ο ίδιος να έλκεται από το εξωτικό στοιχείο, από τις εικόνες μακρινών λαών και πολιτισμών ή - αν προτιμάτε αυτή τη διατύπωση - από το φολκλορικό στοιχείο.


Το "Baikonur", που γυρίστηκε το 2011, περιγράφει μια απίστευτη συνύπαρξη: Σε μια σχεδόν έρημο, βρίσκεται η διαστημική βάση, που αποτελεί την καρδιά της προηγμένης τεχνολογίας. Γύρω της ζουν σχεδόν νομαδικές φυλές. Τα φτωχά χωριά τους αποτελούνται από καλύβες και οι ίδιοι κινούνται με καμήλες. Και πώς ζουν σ' αυτή την πάμφτωχη περιοχή; Νομίζω ότι αυτό είναι όλα τα λεφτά: Συλλέγοντας τα τεράστια μεταλικά κομάτια που πέφτουν από τους πυραύλους που εκτοξεύονται, όταν αυτοί στέλνουν στο διάστημα το σκάφος και διαλύονται, και πουλώντας τα σαν μέταλλα στις πιο κοντινές πόλεις!  Θα επανέλθουμε όμως σ' αυτό. Ο ήρωας είναι ένας νεαρός της φυλής, ο οποίος κατέχει στοιχειωδώς από τεχνολογία, ονειρεύεται να δουλέψει στη βάση, ακόμα και να γίνει κοσμοναύτης, και χειρίζεται έναν πολύτιμο ασύρματο που στεγάζεται σε μια σκηνή. Σκοπός του είναι να υποκλέπτει τις πληροφορίες για να υπολογίσει το πού θα πέσουν τα κομμάτια των πυραύλων, για να τα μαζέψει πρώτη η φυλή του. Κάποια στιγμή ερωτεύεται γαλλίδα ζάπλουτη κοσμοναύτη, η οποία, ως "πρώτη διαστημική τουρίστρια", ταξιδεύει με έναν πύραυλο. Όταν σ' αυτόν συμβαίνει ένα ατύχημα, η κοπέλα σώζεται από τον νεαρό, σε κώμα αρχικά, και η μεταξύ τους σχέση εξελίσσεται... χμμ... κάπως ρομαντικά, αλλά όχι μόνο... Ο Helmer δεν ξεχνά ποτέ το αδύνατο μιας τέτοιας σχέσης...


Λίγο σαν παραμύθι, λίγο σαν Κουστουρίτσα (στο γενικό κλίμα), βρήκα την ταινία αυτό που θα λέγαμε δροσερή, γλυκιά. Ρομαντική, δίχως κατά τη γνώμη μου να γίνεται ξενέρωτη (μια παράδοξη ερωτική ιστορία κατά βάθος), ευχάριστη, με χιούμορ. Τελικά αφήνει στο θεατή (σε μένα τουλάχιστον) μια καλή διάθεση, είναι απόλυτα feelgood. Ταυτόχρονα έχει και πολύ ενδιαφέρον, ακόμα και σαν εικόνα, η απίστευτη συνύπαρξη υψηλής τεχνολογίας (η βάση) και απόλυτα πρωτόγονων συνθηκών διαβίωσης (η φυλή). Αξίζει πραγματικά να δείτε το χωριό, τα σπίτια του οποίοιυ είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, χτισμένα από πανιά ή ό,τι άλλο ευτελές υλικό και από σούπερ τεχνολογικά μεταλικά κομάτια πυραύλων, σε ένα φουτουριστικό φίρδην - μίγδην συνονθύλευμα, που έχει κάτι σχεδόν μετακαταστροφικό, σα να βγαίνει από το Mad Max. Ένα ασιατικό Mad Max... Αλλά τελικά, σκέφτομαι, αυτό ακριβώς δεν είναι ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας και του κόσμου που έχουμε φτιάξει; Η συνύπαρξη τόσων αντίθετων, ακραία αντίθετων καταστάσεων και συνθηκών διαβίωσης; Δείτε την έννοια της αντίθεσης με όποιον τρόπο θέλετε, θετικό ή αρνητικό. Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη "εικονογράφηση" γι' αυτό!
Η ταινία μου άρεσε αρκετά, παρά κάποια, ηθελημένη νομίζω, αφέλεια, που θα μπορούσε όμως να χαρακτηριστεί και σαν "αθωότητα". Θα τη συνιστούσα. Πάντοτε με χαλαρή διάθεση από μέρους σας.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2013

DEAD SHADOWS: ΕΝΑΣ ΚΟΜΗΤΗΣ ΔΕΝ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ



Το «Dead Shadows”, πρώτη ταινία του David Cholewa (2012) είναι μια γαλλική ταινία τρόμου, η οποία είχε το «θράσος» να βγει και στα σινεμά. Δεν κριτικάρω φυσικά το low budget της παραγωγής (ίσα  ίσα, εκεί βρίσκεται η ελπίδα), αλλά την ταινία την ίδια. Θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτά σε λίγο.
Ο ήρωας χάνει τους γονείς του όταν κοντά στη γη περνά ο κομήτης του Χάλεϊ, χρόνια πριν, το 2001 νομίζω, και περίεργα φαινόμενα συμβαίνουν στους γήινους (τώρα πώς εμείς δεν το πήραμε ποτέ χαμπάρι, είναι μια άλλη ιστορία). Στη σύγχρονη εποχή, όταν ένας άλλος κομήτης περνά ξυστά από τον πλανήτη μας, τα φριχτά φαινόμενα επαναλαμβάνονται (φαίνεται, αν δεν το ξέρατε, ότι με κάθε πέρασμα κομήτη γίνεται χαμός, σχεδόν καταστρέφεται ο πολιτισμός, αλλά είμαστε λίγο αφηρημένοι και δεν το έχουμε καταλάβει). Μέσα σε μια νύχτα λοιπόν οι άνθρωποι αρχίζουν να συμπεριφέρονται παράξενα, να γίνονται επιθετικοί και σιγά - σιγά (την ίδια νύχτα πάντα) μεταλλάσσονται με εφιαλτικούς τρόπους και σχεδόν τίποτα δεν είναι πια ίδιο, καθώς όλα βυθίζονται σε ένα ανεξέλεγκτο λουτρό αίματος.
Το φιλμ διαθέτει μερικές δυνατές εικόνες (στα πλαίσια των ταινιών τρόμου πάντοτε), όπως αυτή με την αραχνοειδή γυναίκα. Αυτό είναι και το μόνο καλό στοιχείο που μπορεί να σκεφτώ γι’ αυτό. Γιατί όλα τα άλλα… Είναι σαν ο σκηνοθέτης να έγραψε το σενάριο κυριολεκτικά στο γόνατο, σαν μοναδικός του στόχος να ήταν να δημιουργήσει κάποια σπλάτερ εφέ και να μας τα δείξει. Διότι ούτε συνέπεια υπάρχει ούτε ειρμός ούτε κάτι που να σε κρατά στοιχειωδώς. Οι μεταλλάξεις είναι εντελώς διαφορετικές σε κάθε άνθρωπο, άγνωστο γιατί. Προφανώς για να δημιουργήσουμε κάποια διαφορετικά μεταξύ τους τερατάκια. Ο λόγος όλων αυτών δεν αναφέρεται ποτέ. Ούτε και το τι σχέση έχει η παλιότερη έλευση του κομήτη με την τωρινή (προφανώς όλοι οι κομήτες φαίνεται ότι κάτι κουβαλάνε). Φυσικά οι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι, ενώ στον νεαρό ήρωα την πέφτουν με την πρώτη ματιά όλα τα θηλυκά που συναντά, "προσβεβλημένα" ή μη. Τέτοιο σουξέ πια... Όσο για το τέλος, είναι παντελώς αυθαίρετο και σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Σα να βαρέθηκαν ξαφνικά με τα γυρίσματα (ή να μην είχαν άλλα λεφτά) και να είπαν «Άντε, ας το τελειώσουμε εδώ»!.
Σας είπα ότι δεν έχω τίποτα εναντίον των low budget τρόμου. Το αντίθετο μάλιστα. Αλλά μια ταινία, ακριβώς επειδή δεν έχει λεφτά για σούπερ εφέ ή εντυπωσιακές, πολυάνθρωπες σκηνές, οφείλει να βασίζεται περισσότερο στο σενάριο ή (στη χειρότερη περίπτωση) στη σεναριακή ιδέα μόνο. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.  
Συγνώμη αν είμαι τόσο απόλυτος, αλλά το θεωρώ από τις χειρότερες ταινίες του είδους που έχω δει. Προειδοποιώ φυσικά τους φανς του είδους και μόνο. Οι υπόλοιποι, όπως είναι φυσικό, δεν θα περάσουν ούτε απ’ έξω.

Κυριακή, Μαΐου 12, 2013

ΜΕΤΑΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ "ΛΗΣΜΟΝΙΑ"

Φαίνεται ότι ο Joseph Kosinski είναι αποφασισμένος να ασχοληθεί με το είδος της επιστημονικής φαντασίας. Η δεύτερη μόλις ταινία του, το "Oblivion" του 2013, ανήκει στον χώρο αυτόν. Πρόκειται για blogbuster, με εντυπωσιακά σκηνικά και εικόνες (όπως συνέβαινε και στην πρώτη του ταινία, το ριμέικ του Tron), με Τομ Κρουζ και όλα τα συναφή.
Η γη έχει καταστραφεί μετά από πόλεμο με εξωγήινους εισβολείς. Έχει μεν νικήσει, αλλά ο πλανήτης είναι σχεδόν νεκρός. Οι επιζήσαντες κάτοικοι έχουν μετακομίσει στον Τιτάνα ή σε διαστημικούς σταθμούς. Ο ήρωας με τη σύντροφό του είναι σχεδόν οι μόνοι εναπομείναντες στη γη. Οι μνήμες από την προηγούμενη, πριν την καταστροφή, ζωή τους έχουν αφαιρεθεί. Η αποστολή τους είναι να προστατεύουν από τους λίγους επιζήσαντες εξωγήινους σαμποτέρ τα ρομποτικά σκάφη, τα οποία, με τη σειρά τους, προστατεύουν γιγάντιες αντλίες νερού απο τους ωκεανούς, νερό που χρησιμοποείται στην παραγωγή ενέργειας για τον Τιτάνα. Κάποιες όμως ασαφείς και ασύνδετες μνήμες επανέρχονται στο μυαλό του ήρωα. Ώσπου κάποια στιγμή θα δει μπροστά του μια κοπέλα που παίζει βασικό ρόλο σ' αυτές και ολόκληρος ο κόσμος του θα αρχίσει να γκρεμίζεται.
Αρχικά θα παρατηρήσουμε ότι το μοτίβο της αφαίρεσης αναμνήσεων - αλλά κάτι δεν πάει καλά σ' αυτό - είναι πολυχρησιμοποιημένο στις μέρες μας. Έχουμε δει πολλές παραλλαγές στο θέμα, το οποίο πιθανόν χρησιμοποιείται για πρώτη - ή μία από τις πρώτες - φορά στο έργο του Φίλπ Ντικ. Το μετακαταστροφικό σκηνικό επίσης είναι κάτι παραπάνω από πολυχρησιμοποιημένο. Αλλά αυτό συμβαίνει και με άλλες επι μέρους λεπτομέρειες του φιλμ. Έτσι, όλα σχεδόν όλο και κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Ωστόσο θα πρέπει να πω ότι η ταινία με κράτησε και την είδα με την αγωνία που θα επιθυμούσαν οι δημιουργοί της. Γενικά νομίζω ότι είναι καλογυρισμένη, ενώ οι εικόνες της κατεστραμένης γης, αλλά και τα σκηνικά γενικότερα, είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Συγχρόνως, παρά την σχετική έλλειψη πρωτοτυπίας, λείπουν ευτυχώς οι τραβηγμένες από τα μαλιά λύσεις, τα αφελέστατα σενάρια και τα νερόβραστα (σε βαθμό κακουργήματος) φινάλε ή μηνύματα που κυριαρχούν σε πρόσφατες εμπορικές υπερπαραγωγές ΕΦ. Λείπει επίσης και ένα στοιχείο που σιχαίνομαι: Να ξεκινά καλά η ταινία, με μια καλή ιδέα, και να εξελίσσεται σε ένα ακόμα χιλιοειδωμένο action movie. Εδώ η δράση υπάρχει (σαφώς), είναι όμως σωστά μοιρασμένη στο φιλμ. Και ταυτόχρονα υπάρχει χώρος για λίγη ποίηση, κάποιους κοινωνικόύς συμβολισμούς και το ερωτικό στοιχείο. Ίσως κάπου όλα αυτά να μη δένουν, αλλά τουλάχιστον γίνεται μια σαφής προσπάθεια και για άλλες κατευθύνσεις, πέραν της ανεξέλεγκτης δράσης και περιπέτειας. Η μεγάλη ανατροπή έρχεται κάπου στη μέση της ταινίας (την έχουμε μάλλον υποψιαστεί) και από εκεί και πέρα το φιλμ συνεχίζει με εξ ίσου καλούς ρυθμούς.
Γενικά το θεωρώ αξιοπρεπές blogbuster, από τα καλά του είδους, του οποίου τα περισσότερα δείγματα βαριέμαι. Και σίγουρα το θεωρώ καλύτερο από πολλές από τις πρόσφατες υπερπαραγωγές ΕΦ. Αν λοιπόν θέλετε να περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, με σχετικά λίγες αμερικανιές και άλλες σύγχρονες πληγές του εμπορικού Χόλιγουντ, δείτε το "Oblivion".
ΥΓ: Ποιος θα το περίμενε να με ικανοποιήσει (σχετικά πάντα) ταινία του αχώνευτου για μένα Τομ Κρουζ;

Σάββατο, Μαΐου 11, 2013

ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ "SHUFFLE"



 Το “Shuffle” του 2011 γυρίστηκε από τον Κurt Κuenne και είναι μια ακόμα ταινία που υπακούει στη μόδα των φιλμ που θυμίζουν πολύ παλιότερες δεκαετίες. Η συγκεκριμένη, ασπρόμαυρη, παραπέμπει στις εικόνες των 30ς. Ωστόσο πρόκειται ουσιαστικά για μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας (ή περίπου), που αρχικά τουλάχιστον θυμίζει ιστορίες με ταξίδια στο χρόνο. Και μάλιστα με πολύ ενδιαφέρουσα – κατά τη γνώμη μου – αρχική ιδέα.
Ένας πετυχημένος φωτογράφος ξυπνάει κάθε φορά σε μια διαφορετική στιγμή της ζωής του με τρόπο απόλυτα τυχαίο. Άλλοτε είναι παιδί, άλλοτε τριαντάρης, άλλοτε μεγαλύτερος. Το κακό είναι ότι κάθε φορά δεν έχει μνήμες από την προηγούμενη ζωή του και πασχίζει να καταλάβει πώς και γιατί βρίσκεται στο χρονικό σημείο στο οποίο ξύπνησε και τι έχει συμβεί στο παρελθόν. Η αγωνία του για τη σύνδεση των κομματιών του παζλ διαρκώς μεγαλώνει.
Ίσως σας θυμίζει κάπως καταστάσεις του "Memento". Ωστόσο η ατμόσφαιρα εδώ είναι τελείως διαφορετική. Δεν υπάρχει το στοιχείο του θρίλερ ούτε οι «κακοί» και οι καταστάσεις από τις οποίες πρέπει να ξεφύγει ο αμνησιακός ήρωας. Εδώ τα γεγονότα είναι γεγονότα μιας (σχετικά) κανονικής ζωής. Ένας έρωτας που τον στοιχειώνει, η προβληματική σχέση με τον πατέρα, μια καριέρα που προσπαθεί να ανακαλέσει, μια φοβερή τραγωδία που κρύβεται κάπου πίσω απ’ όλα αυτά και που γνωρίζει από τα αποσπάσματα που ζει ότι κάποια στιγμή θα συμβεί στη ζωή του… Η όλη ατμόσφαιρα, παρά το έντονο μυστήριο που την περιβάλλει, θυμίζει περισσότερο ταινίες του Κάπρα παρά θρίλερ αγωνίας και βέβαια εμποτίζεται και με αρκετά μεταφυσικά στοιχεία.Τέλος διαθέτει και ωραία, ασπρόμαυρη φωτογραφία
Η ταινία συνδυάζει το στοιχείο του δράματος με κάποιο χιούμορ, διαθέτει πολύ καλή φωτογραφία και μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον έως… έως λίγο πριν το τέλος της. Διότι, τόσο η τελική λύση (που κάπου έχουμε ξαναδεί)  όσο και το «μήνυμα» που αυτή περιέχει, πώς να το πω, με ξενέρωσαν πολύ και μου κατέστρεψαν το κλίμα που είχε χτιστεί μέχρι τότε. Πολύ οικογενειακό, πολύ τετριμμένο, πολύ αμερικάνικο και, νομίζω, αρκετά συντηρητικό. Κρίμα, διότι, το ξαναλέω, μέχρι τότε το παρακολουθούσα με μεγάλο ενδιαφέρον. Βλέπετε πρόκειται όπως και να το κάνουμε, για πρωτότυπο συνδυασμό ταινίας φανταστικού και ρεαλιστικών καταστάσεων της ζωής.
Προσωπικά θεωρώ ότι καλός σκηνοθετικά Kuenne έχασε μια μεγάλη ευκαιρία. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε το φιλμ να κερδίσει το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου της Αθήνας του 2013. Οπότε θα σας έλεγα να του δώσετε μια ευακαιρία. Παρά τις προσωπικές μου επιφυλάξεις.

Τετάρτη, Μαΐου 08, 2013

ΓΙΑ ΕΝΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙ...


«Το Γουρούνι της Αυτού Μεγαλειότητας» (άσχετος ελληνικός τίτλος του «A Private Function”) είναι μια τυπικά βρετανική ταινία, απ’ αυτές που τόσο καλά ξέρει να φτιάχνει το αγγλικό σινεμά. Αναπαριστά άψογα την εποχή, διαθέτει καλές ηθοποιίες και γενικά αποπνέει αυτό το τόσο χαρακτηριστικό στιλ του κινηματογράφου αυτού. Γυρίστηκε το 1984 από τον (τηλεοπτικό κυρίως) Malcolm Mowbray και θα αρέσει στους φίλους του ύφους αυτού.

Η ταινία μας μεταφέρει στην αμέσως μετά τον πόλεμο εποχή, στη Βρετανία φυσικά. Η χώρα, αν και νικήτρια, είναι σχεδόν κατεστραμμένη, η φτώχια έντονη, τα αγαθά λιγοστά. Το κρέας είναι σπάνιο και διανέμεται μόνο με δελτίο. Το κράτος καταγράφει και κατάσχει τα γουρούνια της χώρας. Η εκτροφή τους απαγορεύεται αυστηρά αν δεν έχουν δηλωθεί – και άρα α δεν ανήκουν στο κράτος – και το χοιρινό κρέας είναι εξαιρετικά δυσεύρετο και αποτελεί πολύτιμη λιχουδιά . Ο ήρωας του φιλμ, ένας φτωχός και μάλλον αφελής πεντικιουρίστας, με γυναίκα που μεγαλοπιάνεται και πασχίζει με κάθε τρόπο να εισχωρήσει στη μεγαλοαστική τάξη και μια ενοχλητική (και διαρκή πηγή γέλιου) πεθερά, η οποία πάσχει από αρχές άνοιας, ανακαλύπτει τυχαία ότι κάποιοι εκτρέφουν παράνομα ένα γουρούνι, κρύβοντάς το από τις αρχές. Η έκπληξή του μεγαλώνει όταν αντιλαμβάνεται ότι στη «συνωμοσία» αυτή εμπλέκονται οι πλέον επιφανείς πολίτες της πόλης, οι «προύχοντες» θα λέγαμε. Πώς θα αντιδράσει στην αποκάλυψη αυτή, που γκρεμίζει όσα απλοϊκά πιστεύει για την τάξη των πραγμάτων;

Η ταινία είναι κωμωδία. Θα σας προειδοποιήσω όμως: Μην περιμένετε μια ξεκαρδιστική κωμωδία, με φοβερές ατάκες ή γκαγκ. Κάθε άλλο. Πρόκειται για ένα μάλλον χαμηλών τόνων φιλμ, που κινείται στα γνωστά πλαίσια του βρετανικού ρεαλισμού, στόχος του οποίου είναι να σατιρίσει με καυστικό τρόπο αρκετά από τα κοινωνικά κακώς έχοντα. Εκτός από την καταγραφή της δύσκολης αυτής εποχής, εποχής που πάνω απ’ όλα χαρακτηρίζεται από ανέχεια ακόμα και για τους νικητές του πολέμου, ο στόχος είναι πολύ βαθύτερος και πολύ πιο καίριος: Είναι η καυτηρίαση της κοινωνικής υποκρισίας, της ανθρώπινης απληστίας, της διαφθοράς και της ασυδοσίας των ανώτερων τάξεων, αλλά και του αβάσταχτου κομφορμισμού των χαμηλότερων και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Φυσικά όλα αυτά είναι πολύ, πολύ βρετανικά, όπως και η όλη ατμόσφαιρα της ταινίας. Πλην όμως είναι πολύ εύκολο να ξεπεράσουμε αυτή τη «βρετανικότητα» και να δούμε την ταινία κάτω από ένα πολύ ευρύτερο πρίσμα: Αυτό που, όπως είπα, αφορά γενικότερα τα αρνητικά της ανθρώπινης φύσης και κυρίως την ψευτιά της ανθρώπινης κοινωνίας. Το πικρό τέλος δεν αφήνει, νομίζω, καμιά αμφιβολία για όλα αυτά.

Στο μεταξύ – και πέραν των όποιων αναλύσεων - εγώ διασκέδασα αρκετά με την καυστικότητα της σάτιρας και με κάποιες εξωφρενικές καταστάσεις που συμβαίνουν. Είπαμε ότι πρόκειται για μάλλον χαμηλότονο φιλμ, διαθέτει όμως και τις όντως αστείες στιγμές του. Έτσι, συνολικά, μπορώ να πω ότι μου άρεσε αρκετά. Και διαθέτει και κάποιους πάντοτε εξαιρετικούς βρετανούς ηθοποιούς, με επικεφαλής τους Μάικλ Πάλιν, τη Μάγκι Σμιθ και τον Ντένχολμ Έλιοτ.

ΥΓ: Προς θεού, μην πιστέψετε ούτε στιγμή κάποιες διαφημίσεις που ισχυρίζονται παντελώς αυθαίρετα ότι το φιλμ «είναι μια δημιουργία των Monty Python». Καμία σχέση. Δεν υπάρχει η παραμικρή ομοιότητα με το απόλυτα παρανοϊκό και σουρεαλιστικό χιούμορ των δαιμόνιων κωμικών. Η μόνη σχέση – την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι αδίστακτοι διαφημιστές, της εποχής τουλάχιστον - είναι το ότι πρωταγωνιστεί ο πολύ καλός Μάικλ Πάλιν, ένα από τα μέλη της ανεπανάληπτης εξάδας. Αυτό είναι όλο!

Τετάρτη, Μαΐου 01, 2013

ΜΙΑ ΜΠΟΥΤΙΚ ΜΕ... ΕΙΔΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Μετά από τόσα χρόνια πίσω από την κάμερα και με ένα πλήθος διαφορετικών ειδών μεν, σχεδόν πάντα όμως ευαίσθητων και με χιούμορ ταινιών, ο Patrice Leconte εν έτει 2012 γυρίζει το πρώτο του animation. Η "Μπουτίκ για Αυτόχειρες" όμως (Le Magasin des Suicides ο πρωτότυπος γαλικός τίτλος) δεν μοιάζει με τα περισσότερα κινούμενα που έχετε δει.
Η προφανής παρατήρηση που επισημαίνουν οι πάντες είναι ότι η όλη ιστορία είναι θαρείς βγαλμένη από τον διασκεδαστικό πλην όμως σκοτεινό κόσμο του Tim Burton. Και όντως, θα του ταίριαζε γάντι να έφτιαχνε μια ιστορία όπου όλοι οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι και το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι πότε και με τι τρόπο θα αυτοκτονήσουν. Η μπουτίκ του τίτλου λοιπόν, που ανήκει σε μια οικογένεια, πουλά ακριβώς... είδη αυτοκτονίας και οι ιδιοκτήτες, ανάλογα με το στιλ και την ιδιοσυγκρασία κάθε πελάτη, προτείνουν την κατάλληλη μέθοδο, δίνοντας πλήρεις οδηγίες χρήσεως. Και, φυσικά, γίνονται πλούσιοι. Όταν όμως θα γεννήσουν και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι, όλα θα ανατραπούν. Διότι, ώ του θαύματος, το παιδί θα τους βγει χαρούμενο, γελαστό, με μονη επιθυμία να κάνει και τους γύρω του να γελάνε. Τι ντροπή για τους μονίμως σκυθρωπούς γονείς και για όλη την κοινωνία άλλωστε!
Ο Λεκόντ γυρίζει το ασυνήθιστο κινούμενό του δίχως να δίνει δεκάρα ούτε για τις συμβάσεις του είδους ούτε για την πολιτική ορθότητα ("είναι το είδος κιν. σχεδιου που δεν θα γύριζε ποτέ η Pixar", δηλώνει ο ίδιος). Εδώ οι άνθρωποι αυτοκτονούν στ' αλήθεια, ο ένας μετά τον άλλον, με μια πλειάδα από τρόπους. Και πεθαίνουν στ' αλήθεια, δεν ξανασηκώνονται, όπως σε πολλά animation. Εδώ η έννοια της "θλιμένης και δυστυχισμένης" κοινωνίας φτάνει στα άκρα της. Πολύ απλά, κανείς δεν γουστάρει τη ζωή και πεθαίνει. Αλλά υπάρχουν και αρκετές επί μέρους σκηνές όπου κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας πάει περίπατο. Ωστόσο το (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ υπάρχει άφθονο. Όπως και κάμποσα άλλα "ενήλικα" στοιχεία. Αλλά, επειδή μιλάμε για Λεκόντ, ο οποίος έχει ούτως ή άλλως αυτή την άποψη, καταφέρνει να κάνει το όλο σκοτεινό αυτό φιλμ απόλυτα αισιόδοξο.
Ο Λεκόντ, πιστός στο όραμά του, δεν χρησιμοποιεί κομπιουτερέ, "στρογγυλό" σχέδιο, αλλά ένα είδος σχεδίου περισσοτερο "άτεχνο", πιο χειροποίητο θα έλεγε κανείς. Προσωπικά αυτό μου αρέσει, αφού εδώ και πολλά χρόνια έχω βαρεθεί το κλασικό τυποποιημένο σχέδιο των μεγάλων αμερικάνικων και γαλικών επιτυχιών του είδους, όπου είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς το προσωπικό στιλ του σχεδιαστή, αφού όλα μοιάζουν αισθητικά μεταξύ τους (όλα αυτά άσχετα με το αν πρόκειται για καλές ταινίες ή όχι). Εδώ (όπως και στις "Τριπλέτες της Μπελβίλ" ή στις ταινίες του Ocelot), το σχεδιαστικό ύφος είναι σαφές και προσδιορίσιμο. Κι ας έχει κάποιες ατέλειες σε σχέση με την άψυχη τελοιότητα που προαναφέραμε. Επίσης το φιλμ είναι διαπραγματευμένο σα μιούζικαλ, με αρκετά τραγούδια να διακόπτουν την κανονική ομιλία των ηρώων. Οι οποίοι ήρωες (τα μέλη της οικογένειας τουλάχιστον) έχουν όλοι μικρά ονόματα διάσημων αυτόχειρων ((Μισίμα, Λουκρητία, Βίνσεντ κλπ.). Γενικά, τα κοινωνικά σχόλια είναι πολλά στο φιλμ.
Ίσως η ταινία με κούρασε λίγο σε κάποια σημεία, καθώς νομίζω ότι η πολύ καλή αρχική ιδέα επαναλαμβάνεται αρκετά από ένα σημείο και πέρα. Επίσης βρήκα το φινάλε εύκολο και μη απόλυτα διακιολογημένο. Και, τέλος, έχω αντίρηση για το 3D. Νομίζω ότι δεν είχε λόγο ύπαρξης σε μια ταινία δουλεμένη κυρίως με πλακάτα χρώματα και με εμφανώς δισδιάστατους χαρακτήρες. Παρ' όλα αυτά το θεωρώ καλό και πρωτότυπο φιλμ. Και, όπως είπα, ένα animation που κάθε άλλο παρά τηρεί τις συμβάσεις.

Τρίτη, Απριλίου 30, 2013

ΟΣΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ, ΟΣΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ

Ομολογώ ότι μάλλον σπάνια βλέπω ντοκιμαντέρ, φανατικός γαρ της μυθοπλασίας και των άπειρων εκδοχών της. Να όμως που υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να θεωρήσω ένα ντοκιμαντέρ όχι απλώς καλό, αλλά αριστουργηματικό. Αυτό συνέβει με το χιλιανό "Nostalgia de la Luz" (Η Νοσταλγία του Φωτός). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Ο χιλιανός Patrizio Guzman είναι ένας από τους γνωστούς σύγχρονους ντοκιμαντερίστες. Γυρίζει από τα τέλη της δεκαετίας του 60 και συνήθως τα έργα του έχουν έντονη πολιτική χροιά και, όπως είναι φυσικό, πολλά από αυτά ασχολούνται με το δράμα της Χιλής, που βίωσε από το 1973 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80 μια από τις στυγνότερες δικτατορίες του 20ού αιώνα. Ο Πινοτσέτ μπορεί να ψόφησε, αλλά τα σημάδια που άφησε πίσω του παραμένουν βαθιά. Σ' αυτά τα σημάδια αναφέρεται η υπέροχη αυτή ταινία, που γύρίστηκε το 2010, αλλά όχι μόνο...
Στη Χιλή υπάρχει η έρημος Ατακάμα, μια αχανής, ακατοίκητη περιοχή με παράξενες καιρικές συνθήκες και, λόγω της υπερβολικής ξηρασίας, με μια από τις καθαρότερες ατμόσφαιρες στη γη. Γι' αυτό και έχει χτιστεί εκεί ένα από τα σημαντικότερα αστεροσκοπεία του πλανήτη, ένα σύνολο από παράδοξα κτίρια κυριολεκτικά στο μέσο του πουθενά. Το τοπίο, υπαρκτό προφανώς, θυμίζει άμεσα σκηνικό επιστημονικής φαντασίας. Εκεί διαμένουν, απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο για όσο βρίσκονται εκεί, αρκετοί επιστήμονες, ντόπιοι αλλά και διεθνείς, μελετώνατς τα μακρινά ουράνια σώματα. Στην ίδια έρημο, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακρύτερα, υπήρχε ένα συγκρότημα ξύλινων κτισμάτων, που στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελούσαν κατοικίες εργατών που δούλευαν σε ορυχεία (διότι η έρημος διαθέτει και πολύ ενδιαφέρον υπέδαφος). Τα ορυχεία κάποια στιγμή εγκαταλείφτηκαν και η δικτατορία μετέτρεψε τα ερειπωμένα κτίσματα σε ένα φοβερό στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατούμενων. Επίσης στο μέσο του πουθενά. Κάπου εκεί γύρω περιφέρονται αποστολές και άλλων επιστημόνων, γεωλόγων και αρχαιολόγων, που μελετούν το υπέδαφος και τις προκολομβιανές βραχογραφίες του τόσο ενδιαφέροντος αυτού σημείου του πλανήτη.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά την πτώση της φριχτής δικτατορίας, υπάρχουν ακόμα στη Χιλή χιλιάδες αγνοούμενοι, των οποίων τα πτώματα δεν βρέθηκαν ποτέ. Άλλοι λένε ότι τα πέταξαν στη θάλασσα, άλλοι ότι τα έθαψαν σ' αυτήν ακριβώς την έρημο. Γύρω από το στρατόπεδο, το 2010 που γυρίζεται η ταινία, έρχονται ακόμα για μεγάλη περίοδο του χρόνου αρκετές γυναίκες που σκάβουν την έρημο ψάχνοντας τα κόκκαλα των δικών τους που χάθηκαν εκεί. Αρκετές από αυτές έχουν βρεί υπολείμματα, και μάλιστα μερικά και με οικεία ρούχα πάνω τους...
Η συγκλονιστική αυτή ταινία εξετάζει ταυτόχρονα τις δύο τόσο διαφορετικές, σε πρώτη ανάγνωση, ομάδες. Αυτή των αστρονόμων, που ψάχνουν τον ουρανό αναζητώντας κόσμους κι αυτή των γυναικών, που ψάχνουν τα έγκατα της γης αναζητώντας χαμένα αδέλφια, συζύγους, γιους... Με μια πρώτη ανάγνωση λοιπόν θα έλεγε κανείς ότι οι μεν μελετούν το μέλλον, οι δε το παρελθόν. Όχι ακριβώς. Ένας επιστήμονας, στην αρχή του φιλμ, κάνει μια καθοριστική γι' αυτό ανάλυση: Οι εικόνες που λαμβάνουμε από μακρινά άστρα, λόγω του ταξιδιού του φωτός στο αχανές διάστημα, δεν είναι καθόλου "εικόνες από το μέλλον μας". Κάθε άλλο. Τα άστρα μας δείχνουν ένα παλιό, ακόμα και αρχαίο πρόσωπο, ανάλογα με τα χρόνια που παίρνει στο φως που εκπέμπουν να φτάσει σ' εμάς. Να λοιπόν που και οι δύο ομάδες, αλλά κι αυτές των αρχαιολόγων ή των γεωλόγων, ουσιαστικά ασχολούνται με το παρελθόν!
Σας είπα λίγα για το concept της ταινίας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το φιλμ, εκτός από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις των γυναικών, των παλιών κρατούμενων που απελευθερώθηκαν μετά την πτώση της χούντας από το στρατόπεδο και των επιστημόνων, διαθέτει εξαιρετική σκηνοθεσία, εντυπωσιακή φωτογραφία και υπέροχες εικόνες (καμια σχέση με τις κουνημένες, μουντές εικόνες που ίσως έχουμε συνηθίσει σε ντοκιμαντέρ). Εικόνες που δείχνουν εναλλάξ ουράνια σώματα, όπως αυτά καταγράφονται από τα πανίσχυρα τηλεσκόπια, "εξωγήινες" εικόνες της φοβερής ερήμου και εικόνες του εγκαταλειμμένου σήμερα στρατοπέδου. Όλες δυνατές, συχνά πανέμορφες, μυστηριώδεις ή, απλά, γήινες και συγκλονιστικές. Το πέρασμα από την "επιστημονική φαντασία" στη ζοφερή γήινη πραγματικότητα είναι υποδειγματικό, η ζεύξη τους εξαιρετική.
 Όπως ξαναείπα, θεωρώ την ταινία και συγκλονιστική και πανέμορφη ταυτόχρονα. Την συνιστώ, ακόμα και σ' αυτούς που συνήθως βαριούνται τα ντοκιμαντέρ. Μάλλον, κυρίως σ' αυτούς!

Δευτέρα, Απριλίου 29, 2013

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΗ

O Eric Heyden είναι δημιουργός σπέσιαλ εφέ και έχει δουλέψει σε διάφορες υπερπαραγωγές που απαιτούν τέτοια (καθώς και πλήθη τεχνικών). Το 2012 γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το "Astronaut : The Last Push", με ελάχιστα προφανώς χρήματα. Είναι μια ταινία που - το λέω από την αρχή - μπορεί να κουράσει πάρα πολούς (τους περισσότερους μάλλον), την οποία ωστόσο βρήκα ενδιαφέρουσα.
Δυο αστροναύτες στέλνονται στη μεγαλύτερη αποστολή που ανέλαβε ποτέ άνθρωπος στο διάστημα: Θα φτάσουν και θα μελετήσουν την Ευρώπη, ένα δορυφόρο του Δία, όπου υπάρχουν πιθανότητες ύπαρξης ζωής. Το ταξίδι θα διαρκέσει κάποια χρόνια, μέρος των οποίων οι αστροναύτες θα κοιμούνται. Από ένα τραγικό ατύχημα όμως ο ένας δεν θα ξυπνήσει ποτέ. Ο άλλος, που ξυπνά υποχρεωτικά, θα πρέπει να μείνει τρία ολόκληρα χρόνια ολομόναχος σε ένα μικρό χώρο μέχρι να μπορέσει - ματαιώνοντας την αρχική αποστολή - να επιστρέψει στη γη!
Ίσως καταλάβατε γιατί η ταινία μπορεί να κουράσει: Ολόκληρη σχεδόν είναι γυρισμένη στο μικρό χώρο στον οποίο είναι υποχρεωμένος να μένει ο επιζήσας (η τροφή του είναι εξασφαλισμένη) και ο ίδιος είναι ο μοναδικός ουσιαστικά χαρακτήρας του φιλμ. Μιάμιση ώρα με έναν άνθρωπο μόνο σε ένα μικρό δωμάτιο; Ακριβώς αυτό!
Βρισκόμαστε στην καρδιά αυτού που θα αποκαλούσαμε "ρεαλιστική επιστημονική φαντασία". Οι επιροές από το "Moon", αλλά και από την "Οδύσσεια του Διατήματος", είναι εμφανείς, όχι όμως και ενοχλητικές. Εδώ δεν υπάρχουν εφέ, εξωγήινα πλάσματα, φανταστικά περιβάλλοντα, μάχες με διαστημόπλοια. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος και ένας θάλαμος διαστημοπλοίου. Αυτό που καταγράφει η ταινία είναι οι αντιδράσεις ενός ανθρώπου σε απόλυτη απομόνωση, ενός ανθρώπου του οποίου η μόνη επαφή με οτιδήποτε άλλο είναι οι συνομιλίες του με τη γη μέσω της οθόνης του υπολογιστή. Και, αφού περάσει διάφορες φάσεις (που θα αγγίξουν, όπως είναι φυσικό, τα όρια της τρέλας), αυτό που θα δειχτεί περίτρανα έιναι η δύναμη και το μεγαλείο του ανθρώπου. Όχι με το χάπι εντ που ίσως υποθέτετε, αλλά με ένα μάλλον απρόβλεπτο φινάλε. Έτσι, παρά την εφιαλτική στην ουσία κατάσταση που περιγράφεται, η ταινία διαθέτει μια απρόσμενη ανθρωπιά και αποτελεί ύμνο στην ανθρώπινη δύναμη (ή μήπως στην ανθρώπινη τρέλα, η οποία όμως είναι η μυστική προϋπόθεση για κάθε μεγάλο ανθρώπινο επίτευγμα);
Προσωπική μου γνώμη είναι ότι το δύσκολο στοίχημα μάλλον πετυχαίνει. Η ταινία, παρά τις κουραστικές στιγμές της και τις αναπόφευκτες επαναλήψεις (επίτηδες, για να δειχτεί πειστικότερα η αβάσταχτη ρουτίνα), κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους. Σε κάποια σημεία βέβαια κουράστηκα κι εγώ, αλλά η γενική αίσθηση που μου άφησε ήταν θετική. Αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα "σοβαρής" απόλυτα low budget παραγωγής, που αποδεικνύει ότι τα λεφτά δεν είναι πάντοτε απαραίτητα για να κάνεις σινεμά. Έστω κι αν το σινεμά που αγαπάς είναι αυτό της ΕΦ!
Θα καταλάβω απόλυτα αν κάποιοι θεατές βαρεθούν. Εγώ πάντως μάλλον ανήκω στις εξαιρέσεις...

Σάββατο, Απριλίου 27, 2013

ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΚΟΥΡΣΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα πρωτόγονα σε σχέση με τα σημερινά αυτοκίνητα έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν και να αποτελούν αντικείμενο πόθου για τους ανθρώπους. Στις πρώιμες αυτές εποχές λοιπόν, ο μονίμως ατσαλάκωτος Great Leslie, ένας διάσημος πλέιμπόι ντυμένος πάντοτε με λευκό κοστούμι και ο σατανικός Professor Fate, με τον αχώριστο βοηθό του, άσπονδοι εχθροί από παλιά, ξεκινούν με τα σούπερ ντούπερ (για την εποχή πάντοτε) αυτοκίνητά τους μια κούρσα γύρω από τον κόσμο, με αφετηρία δηλαδή τη Νέα Υόρκη και τερματισμό το Παρίσι, μέσω βορά και Βερίγγειου πορθμού. Μαζί τους και άλλοι ανταγωνιστές με τα δικά τους αυτοκίνητα, ανάμεσα στους οποίους και μια γοητευτική δημοσιογράφος, πρώιμη φεμινίστρια.
 Όλα αυτά συμβαίνουν στη "Μεγάλη Κούρσα Γύρω από τον Κόσμο" (The Great Race), που γύρισε το 1965 ο Blake Edwards (1922-2010). Πρόκειται για μια κωμωδία, επιτυχία στην εποχή του, κάπως ξεπερασμένη κατά τη γνώμη μου σήμερα, που μπορεί να ειδωθεί με δύο τρόπους: Αν τη δει κανείς σαν μια κανονική κωμωδία μοιάζει αρκετά αφελής, σχηματική, γεμάτη από μονοδιάστατους χαρακτήρες: Από τη μία ο Λέσλι, πάντα άψογος, εκνευριστικά γοητευτικός και απίστευτα τυχερός, από την άλλη ο καθηγητής, πάντα οξύθυμος, έτοιμος να στήσει οποιαδήποτε σατανική πλεκτάνη προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του και να βλάψει τον μισητό αντίπαλό του. Η ταινία όμως έχει μια καλή δικαιολογία για όλα αυτά. Είναι ο άλλος τρόπος για να τη δει κανείς, όπως έλεγα πριν: Ο σκοπός του Edwards είναι ουσιαστικά ένα νοσταλγικό αφιέρωμα στις τρελές σλάπστικ βωβές κωμωδίες των αρχών του σινεμά. Όλα, μα όλα, παραπέμπουν εκεί. Άλλωστε στην αρχή της ταινίας (με τα ευφάνταστα credits) αναγράφεται ότι το φιλμ είναι αφιερωμένο στους Λόρελ και Χάρντι, τον Χοντρό και Λιγνό δηλαδή. Το ζευγάρι του "κακού" καθηγητή και του κοντού και γκαφατζή βοηθού του άλλωστε είναι σαφέστατες αναφορές στο διάσημο δίδυμο. Τόσο τα όσα τους συμβαίνουν όσο και αυτές καθεαυτές οι κινήσεις και οι εκφράσεις τους θυμίζουν εξαιρετικά το παλιότερο ντουέτο. Αλλά υπάρχουν και πλήθος άλλες καταστάσεις στο φιλμ με σαφείς παραπομπές: Από τα κυνηγητά των παλαιών αυτοκινήτων μέχρι τον θρυλικό τουρτοπόλεμο (λέγεται ότι είναι ο μεγαλύτερος που έλαβε ποτέ χώρα σε κινηματογραφική οθόνη) στο φανταστικό κράτος κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Σημειωτέον ότι όλα όσα γίνονται εκεί στο δεύτερο μέρος του φιλμ είναι από τα απολαυστικά κομάτια της ταινίας, και αποτελούν και σαφή παρωδία του "Αιχμάλωτου της Τζέντα". Εξ άλλου η ταινία υιοθετεί ένα εμφανέστατο καρτουνίστικο στιλ: Κανένας δεν πεθαίνει ό,τι και να του συμβεί. Οι ήρωες πέφτουν από μεγάλα ύψη και, όπως ακριβώς στα καρτούν, σηκώνονται απλώς λίγο ζαλισμένοι, βγαίνουν από εκρήξεις κατάμαυροι δίχως όμως τραύματα κλπ. Τέλος να σημειώσουμε το εξαιρετικό καστ: Τόνι Κέρτις, Νάταλι Γουντ και ο απολαυστικός Τζακ Λέμον (σε διπλό ρόλο, καθώς ερμηνεύει και έναν ηλίθιο πρίγκηπα) με τον Πίτερ Φολκ σαν γκαφατζή βοηθό.
Συνολικά λοιπόν νομίζω ότι το αρκετά παιδικό και ενίοτε "χοντρό" χιούμορ μπορούν να δικαιολογηθούν με το παραπάνω (δηλωμένο από τον δημιουργό) σκεπτικό, κάνοντας έτσι το φιλμ ένα από τα πρώτα "μεταμοντέρνα" (αφού διαρκώς αναφέρεται σε κάτι άλλο), σε μια εποχή που μάλλον δεν υπήρχε καν ο όρος. Πέραν αυτής της νοσταλγικής διάστασης πάντως, όπως είπα και στην αρχή, νομίζω ότι σήμερα κυρίως παιδιά θα μπορούσαν να το απολαύσουν, παρά τις αρκετές θεαματικές σκηνές και τη διαρκή εναλλαγή των τοπίων και των ειδών (γουέστερν, μιούζικαλ, αισθηματική κομεντί κλπ.). Οι μεγάλοι ίσως γοητευτούν από τις αναφορές, μάλλον όμως θα βρουν κάπως "ντεμοντέ" το όλο κλίμα και το είδος του χιούμορ. Κρατά άλλωστε και κοντά διόμιση ώρες...
ΥΓ: Λίγο μετά, μεταξύ 1968-1970, γυρίστηκε και μια σειρά κινουμένων σχεδίων βασισμένη χαλαρά στο concept της ταινίας, από τους Hanna - Barbera όμως, που δεν είχαν σχέση με τους αρχικούς δημιουργούς. Θυμάμαι ότι σαν παιδί είχα δει με απόλαυση κάποια επεισόδια, τότε όμως δεν είχα ιδέα πού βασίζονταν.

Πέμπτη, Απριλίου 25, 2013

ΠΕΡΙ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ... ΜΙΛΚ ΣΕΪΚ

O Armen Evrensel (δεν έχω ιδέα τι καταγωγής μπορεί είναι αυτό το όνομα) γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του το 2012 με τίλο... "Space Milkshake". Όπως μάλλον καταλαβαίνετε, πρόκειται για μια απόλυτα συνειδητή παρωδία ταινιών επιστημονικής φαντασίας.
Το σκάφος του φιλμ δεν πραγματοποιεί καμιά απολύτως ηρωική αποστολή, κάθε άλλο μάλιστα. Είναι απλούστατα μια... διαστημική σκουπιδιάρα, που περιφέρεται γύρω απο τη γη μαζεύοντας διαστημικά σκουπίδια που ολοένα και αυξάνονται. Το πλήρωμα είναι τετραμελές (δυο άντρες, δυο γυναίκες), ο ένας είναι νεοφερμένος και αντιμετωπίζεται από τους άλλους με περιφρονηση και ως παιδί για όλες τις δουλειές, ο καπετάνιος έχει ερωτικά προβλήματα με μια από τις κοπέλες και όλα κυλάνε απόλυτα ρουτινιάρικα, ώσπου δέχονται μια διαστημική είσβολή. Το πλάσμα που εισχωρεί, άγνωστο πώς, στο σκάφος τους είναι ένα... πλαστικό παπάκι μπάνιου, που μάλιστα όταν το ζουλάς κάνει πίου πίου! Κι όμως. Πρόκειται για αληθινή απείλή!
Η ταινία παρωδεί με αρκετά αστείο τρόπο μια σειρά από κλισέ της επιστημονικής φαντασίας, αλλά και σατιρίζει πολύ συγκεκριμένες ταινίες του είδους, με σαφέστερες αναφορές στο πρώτο "Άλιεν" και στην "Οδύσσεια του Διαστήματαος". Το όλο φιλμ θυμίζει αρκετά, τόσο σαν κλίμα όσο και σαν στόρι, την πρώτη ταινία του Τζον Κάρπεντερ, το "Dark Star". Φυσικά από ένα σημείο και πέρα μετατρέπεται σε κλειστοφοβικό θρίλερ, αλλά πάντοτε με πολύ χιούμορ και πλάκες, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο πετυχημένες. Για μένα πάντως όλα τα λεφτά είναι ο ρόλος και η προσωπκότητα του κυβερνήτη, που ερμηνεύεται από τον Billy Boyd (έναν από τους πρωταγωνιστές - χόμπιτ στο "Lord of the Rings"). Ζοχάδας, ανασφαλής, μάλλον βλάκας, καταπιεστικός όπου τον παίρνει και με άνευ λόγου κατάχρηση εξουσίας, αποτέλεσε διαρκή πηγή γέλιου κατά τη διάρκεια του φιλμ. Αλλά και με τις εν γένει (επίτηδες) τραβηγμένες απο τα μαλλιά καταστάσεις διασκέδασα αρκετά, καθώς και με μερικές ιδιαίτερες ατάκες ("έχω πονοκέφαλο σε όλο μου το σώμα").
Σε γενικές γραμμές, και, προφανώς, δίχως να είναι και τίποτα σπουδαίο, η low budget καναδέζικη αυτή ταινιούλα με έκανε να περάσω δυο ευχάριστες ώρες και να "παίξω" με τα κλισέ του είδους. Φυσικά πολύ περισσότερο νόημα έχει όταν το φιλμ αυτό παρακολουθείται από θεατές που γνωρίζουν το είδος και ξέρουν τα στάνταρ του, αλλά και τις συγκεκριμένες ταινίες στις οποίες αναφέρεται. Αλλιώς ένα μεγάλο μέρος της πλάκας χάνεται.
Πάντως πρόκειται για μια από τις περιπτώσεις που διαφωνώ με την πολύ χαμηλή βαθμολογία που δίνουν οι θεατές του IMDB. Το βρήκα πιο διασκεδαστικό, φαίνεται, από τον μέσο όρο. Και πέρασα καλά, δίχως, τονίζω και πάλι, να πρόκειται για κάτι πολύ σπουδαίο. Και, στο κάτω - κάτω, μ' αρέσει να παρωδούνται "ιερά τέρατα" ενός συγκεκριμένου χώρου, άσχετα αν τα συγκεκριμένα "ιερά τέρατα" συγκαταλέγονται στα αγαπημένα μου φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για απελευθερωτική "ασέβεια".