Πέμπτη, Μαΐου 23, 2013

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ EVIL DEAD... ΑΛΛΑ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ



Φοβάμαι ότι η έμπνευση όσο πάει και χάνεται από το αμερικάνικο σινεμά (φυσικά οι πολλές εξαιρέσεις υπάρχουν). Το «Evil Dead” του 2013, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ουρουγουανού  με χολιγουντιανά όνειρα Fede Alvarez το αποδεικνύει (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον) για πολλοστή φορά.

Ήταν πίσω στα 1981 όταν ο πιτσιρικάς και άγνωστος τότε Sam Reimi γύριζε την πρώτη του ταινία. Το τότε “Evil Dead” είχε εντυπωσιάσει το κοινό με το λουτρό αίματος και τον τρόμο που δημιουργούσε με το τίποτα (πρόκειται για low budget παραγωγή) και καθιέρωσε τον ταλαντούχο σκηνοθέτη, ο οποίος γύρισε δύο ακόμα πετυχημένες (κυρίως η δεύτερη) συνέχειες. Η «καινοτομία» σ’ αυτές είναι ότι ο Ράιμι είχε παντρέψει πετυχημένα τον τρόμο και το σπλάτερ με το χιούμορ.

30κάτι χρόνια μετά ο Alvarez έρχεται να κάνει ένα ανούσιο ριμέικ της πρώτης «κλασικής» (στο χώρο της πάντοτε) ταινίας. Το οποίο rim;eik νομίζω ότι στερείται παντελώς νοήματος. ΟΚ, πήραμε περισσότερα λεφτά, κάναμε κάποιες σκηνές ακόμα πιο σπλάτερ, φτιάξαμε σαφώς αρτιότερα εφέ... και λοιπόν; Ποιο το νόημα; Η αυθεντική ανατριχίλα που προκαλούσε το πρώτο φιλμ (μη ξεχνάτε ότι στην εποχή αυτή σχετικά λίγα τέτοια είχαν δει οι θεατές, οπότε το έδαφος ήταν πιο παρθένο) έχει χαθεί. Αυτό που βλέπουμε είναι σκηνές φρίκης στη σειρά, που λίγο – πολύ ξέρουμε πού θα καταλήξουν.

Όσο για το σενάριο (σενάριο;) είναι κι αυτό προχειρότατο, γεμάτο απιθανότητες. Φυσικά βρισκόμαστε στο σινεμά του φανταστικού και εξ ορισμού δεν ψάχνουμε για ρεαλισμό . Αυτό που απαιτείται όμως είναι μια στοιχειώδης εσωτερική συνέπεια και μια εξ ίσου στοιχειώδης φυσιολογική ανθρώπινη συμπεριφορά μπροστά στη φρίκη. Εδώ, ενώ βρισκόμαστε σε μια περιορισμένου σχετικά χώρου καλύβα, περνά πάρα πολύ ώρα και γίνεται ό, τι είναι να γίνει πριν καν διανοηθούν να επέμβουν (από το δίπλα δωμάτιο σημειωτέον) τα «υγιή και αμόλυντα» από το δαίμονα μέλη της παρέας (διότι, ως γνωστόν, οι νεαροί βρίσκουν στην καλύβα ένα παλιό βιβλίο με διάφορα μαγικά, κάνουν ηλιθιωδώς επικλήσεις και καλούν ένα δαίμονα που καταλαμβάνει ένα – ένα τα μέλη της συντροφιάς). Αφήστε που ένας από τους ήρωες, ξεφυλλίζοντας ένα πάνχοντρο και παραγεμισμένο με σχέδια και κείμενα χειρόγραφο βιβλίο, το οποίο φυσικά βλέπει για πρώτη φορά, πάει και ανακαλύπτει σε ελάχιστο χρόνο μέσα στο χάος κάτι ελάχιστες, δυσδιάκριτες χαρακιές, που κρύβουν το μυστικό. Αυτά και πολλά άλλα (που δεν αξίζει να ασχοληθούμε) εννοώ όταν λέω άθλιο σενάριο. Αφήστε που από το φιλμ λείπει κάθε μορφή χιούμορ. Που ίσως βελτίωνε κάπως τα πράγματα (τονίζω το «ίσως»).

Η παρακμή των ταινιών τρόμου στις μέρες μας (σε αντίθεση με τη «χρυσή» δεκαετία του 80 για το είδος) είναι, νομίζω σαφέστατη. Το μπαράζ των άνευ λόγου (απλά πιο καλογυαλισμένων και γι’ αυτό και πιο βαρετών) ριμέικ  το αποδεικνύει περίτρανα. Προσωπικά η μόνη αμερικάνικη ταινία του είδους που μου άρεσε τον αρκετό τελευταίο καιρό ήταν το “Cabin in the Woods”. Προφανώς όμως ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη. Μέχρι να έρθει αυτή (αν έρθει) θα πλήττω με ανούσιες και χιλιοειδωμένες επαναλήψεις.

Κυριακή, Μαΐου 19, 2013

Η... ΨΕΥΔΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ MONTY PYTHON

Είμαι (και το έχω δηλώσει επανειλημμένα) φανατικός λάτρης των Monty Python, των οποίων το σουρεαλιστικό και καυστικότατο χιούμορ είναι για μένα - και συγχωρείστε την απολυτότητά μου - το πιο αστείο που έχω γνωρίσει.
Οι Μ.Ρ. γνωρίστηκαν στις αρχες της δεκαετίας του 60 σαν φοιτητές, οι Τσάπμαν και Κλιζ στο Κέμπριτζ και οι Τζόουνς και Πάλιν στην Οξφόρδη. Στην ομάδα προστέθηκαν ο Άιντλ και ο αμερικανός Τέρι Γκίλιαμ και η φοβερή εξάδα ήταν πανέτοιμη. Έγιναν διάσημοι με την περίφημη σειρά "The Flying Circus of M.P.", που προβαλλόταν στο BBC μεταξύ 1969-1974 (η καλύτερη δουλειά τους για μένα) και μετά με τις 3 περίφημες ταινίες που γύρισαν, πριν διαλυθούν το 1983 και ακολουθήσουν προσωπικές καριέρες. Ο Γκράχαμ Τσάπμαν (είναι αυτός που έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μπράιαν στο "Ένας Προφήτης..." παρωδώντας τη ζωή του Χριστού), δεν πρόλαβε κάτι τέτοιο, αφού πέθανε το 1989 μόλις 48 ετών. Είχε όμως προλάβει να γράψει ένα βιβλίο (το οποίο έγινε μπεστ σέλερ), την "Αυτοβιογραφία ενός Ψεύτη", όπου κάνει πλάκα με τα γεγονότα της ζωής του.
Το βιβλίο αυτό μετατρέπεται σε ταινία animation το 2012 από τρεις σκηνοθέτες, τους Bill Jones, Jeff Simpson και BenTimlett. Στην παραγωγή συμετείχαν 14 εταιρίες animation(!). Πρώτα όμως λίγα για τον ίδιο τον Τσάπμαν. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος, αλκοολικός και, φυσικά, προικισμένος με απίστευτο αυτοσαρκαστικό και όχι μόνο χιούμορ, υπήρξε ίσως ο πιο αντικομφορμιστής από την ομάδα στην προσωπική του ζωή. Στην αυτοβιογραφία του κάνει άγρια πλάκα με όλα όσα αφορούν τη ζωή του (την σεξουαλικότητα, τον αλκοολισμό, την σχέση με τους συντηρητικούς γονείς, τις πανεπιστημιακές σπουδές κλπ.), καυτηριάζοντας ταυτόχρονα πάμπολλες καταστάσεις, δίχως να διστάζει μπροστά σε θέματα που θεωρούνται ταμπού.
Όλο αυτό το ανατρεπτικότατο κλίμα μεταφέρεται και στην ταινία (η οποία είναι ακατάλληλη για ανήλικους). Πλην όμως με πολλές ιδιορυθμίες και αρκετά προβλήματα. Η βασική ιδιορυθμία (που πρώτη φορά έχω συναντήσει σε ταινία κινουμένων σχεδίων και δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή) είναι ότι τα κινούμενα σχέδια αλλάζουν διαρκώς στιλ. Προφανώς έχουν χρησιμοποιηθεί πολλοί διαφορετικοί σχεδιαστές. Έτσι σε μια σκηνή το σχέδιο μπορεί είναι "μπαρόκ" και φορτωμένο, στην άλλη μινιμαλιστικό και εντελώς καρτουνίστικο, στην επόμενη να έχουν χρησιμιποηθεί κολάζ κλπ. Βρήκα όλο αυτό το ασυνήθιστο παιχνίδι ενδιαφέρον. Το πρόβλημα όμως της ταινίας είναι η έντονη αποσπασματικότητά της. Δεν υπάρχει στρωτή αφήγηση, ο θεατής δεν μπορεί εύκολα να κατανοήσει τα γεγονότα (προφανώς χιουμοριστικά δοσμένα) της ζωής του Τσάπμαν, θέματα που ανοίγουν μένουν ανολοκλήρωτα και σε άλλα πάλι υπάρχει ανεξήγητη επιμονή και επαναλήψεις. Επί πλέον λέγονται πολύ λίγα πράγματα για την δράση της ομάδας, η δουλειά με την οποία μάλλον μικρό χώρο καταλαμβάνει στην αυτοβιογραφία. Πέραν αυτών (ή και εξ αιτίας αυτών, αλλά όχι μόνο), βρήκα την ταινία υπερβολικά ερμητική. Εννοώ ότι απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε βαθείς γνώστες του έργου των M.P. Οι υπόλοιποι δεν θα καταλάβουν καν τι συμβαίνει, αλλά ούτε και θα πιάσουν τις πολλές αναφορές σε διάσημα σκετς, ατάκες ή αποσπάσματα από φιλμ της θρυλικής εξάδας. Σ' αυτό θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, διότι έχω δει τα πάντα απ' αυτούς, αυτό όμως δεν είναι λόγος να αντιμετωπίσω όλη αυτή την ερμητικότητα ως θετικό στοιχείο.
Συνολικά λοιπόν το φιλμ μπορεί να έχει εικαστικό και κάποιο άλλο ενδιαφέρον, μπορεί προσωπικά να ένοιωσα νοσταλγία ξαναβουτώντας στο βλάφημο και ανατρεπτικότατο χιούμορ της ομάδας, αλλά συνολικά δεν το θεωρώ καλή ταινία.

Παρασκευή, Μαΐου 17, 2013

ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΟΛΚΛΟΡ ΣΤΟ "BAIKONUR"



Το Μπαϊκονούρ ανήκε παλιά στη Σοβιετική Ένωση, ενώ τώρα είναι πόλη του Καζαχστάν. Είναι διάσημο επειδή κοντά του βρίσκεται η βάση απ' όπου εκτοξεύονται οι ρωσικοί πύραυλοι για το διάστημα. Απο εκεί πέταξε το πρώτο σκάφος στο διάστημα με τη σκυλίτσα Λάικα και από εκεί άρχισε το ταξίδι του ο πρώτος κοσμοναύτης, ο Γκαγκάριν. Ο Veit Helmer είναι γερμανός, είναι κυρίως μικρομηκάς, αλλά έχει γυρίσει και 4 μεγάλου μήκους. Οι τρεις τουλάχιστον απ' αυτές δεν έχουν τίποτα γερμανικό. Το σινεμά του μοιάζει να ανήκει κυρίως στο χώρο του μαγικού ρεαλισμού και ο ίδιος να έλκεται από το εξωτικό στοιχείο, από τις εικόνες μακρινών λαών και πολιτισμών ή - αν προτιμάτε αυτή τη διατύπωση - από το φολκλορικό στοιχείο.


Το "Baikonur", που γυρίστηκε το 2011, περιγράφει μια απίστευτη συνύπαρξη: Σε μια σχεδόν έρημο, βρίσκεται η διαστημική βάση, που αποτελεί την καρδιά της προηγμένης τεχνολογίας. Γύρω της ζουν σχεδόν νομαδικές φυλές. Τα φτωχά χωριά τους αποτελούνται από καλύβες και οι ίδιοι κινούνται με καμήλες. Και πώς ζουν σ' αυτή την πάμφτωχη περιοχή; Νομίζω ότι αυτό είναι όλα τα λεφτά: Συλλέγοντας τα τεράστια μεταλικά κομάτια που πέφτουν από τους πυραύλους που εκτοξεύονται, όταν αυτοί στέλνουν στο διάστημα το σκάφος και διαλύονται, και πουλώντας τα σαν μέταλλα στις πιο κοντινές πόλεις!  Θα επανέλθουμε όμως σ' αυτό. Ο ήρωας είναι ένας νεαρός της φυλής, ο οποίος κατέχει στοιχειωδώς από τεχνολογία, ονειρεύεται να δουλέψει στη βάση, ακόμα και να γίνει κοσμοναύτης, και χειρίζεται έναν πολύτιμο ασύρματο που στεγάζεται σε μια σκηνή. Σκοπός του είναι να υποκλέπτει τις πληροφορίες για να υπολογίσει το πού θα πέσουν τα κομμάτια των πυραύλων, για να τα μαζέψει πρώτη η φυλή του. Κάποια στιγμή ερωτεύεται γαλλίδα ζάπλουτη κοσμοναύτη, η οποία, ως "πρώτη διαστημική τουρίστρια", ταξιδεύει με έναν πύραυλο. Όταν σ' αυτόν συμβαίνει ένα ατύχημα, η κοπέλα σώζεται από τον νεαρό, σε κώμα αρχικά, και η μεταξύ τους σχέση εξελίσσεται... χμμ... κάπως ρομαντικά, αλλά όχι μόνο... Ο Helmer δεν ξεχνά ποτέ το αδύνατο μιας τέτοιας σχέσης...


Λίγο σαν παραμύθι, λίγο σαν Κουστουρίτσα (στο γενικό κλίμα), βρήκα την ταινία αυτό που θα λέγαμε δροσερή, γλυκιά. Ρομαντική, δίχως κατά τη γνώμη μου να γίνεται ξενέρωτη (μια παράδοξη ερωτική ιστορία κατά βάθος), ευχάριστη, με χιούμορ. Τελικά αφήνει στο θεατή (σε μένα τουλάχιστον) μια καλή διάθεση, είναι απόλυτα feelgood. Ταυτόχρονα έχει και πολύ ενδιαφέρον, ακόμα και σαν εικόνα, η απίστευτη συνύπαρξη υψηλής τεχνολογίας (η βάση) και απόλυτα πρωτόγονων συνθηκών διαβίωσης (η φυλή). Αξίζει πραγματικά να δείτε το χωριό, τα σπίτια του οποίοιυ είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, χτισμένα από πανιά ή ό,τι άλλο ευτελές υλικό και από σούπερ τεχνολογικά μεταλικά κομάτια πυραύλων, σε ένα φουτουριστικό φίρδην - μίγδην συνονθύλευμα, που έχει κάτι σχεδόν μετακαταστροφικό, σα να βγαίνει από το Mad Max. Ένα ασιατικό Mad Max... Αλλά τελικά, σκέφτομαι, αυτό ακριβώς δεν είναι ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της κοινωνίας και του κόσμου που έχουμε φτιάξει; Η συνύπαρξη τόσων αντίθετων, ακραία αντίθετων καταστάσεων και συνθηκών διαβίωσης; Δείτε την έννοια της αντίθεσης με όποιον τρόπο θέλετε, θετικό ή αρνητικό. Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερη "εικονογράφηση" γι' αυτό!
Η ταινία μου άρεσε αρκετά, παρά κάποια, ηθελημένη νομίζω, αφέλεια, που θα μπορούσε όμως να χαρακτηριστεί και σαν "αθωότητα". Θα τη συνιστούσα. Πάντοτε με χαλαρή διάθεση από μέρους σας.

Τρίτη, Μαΐου 14, 2013

DEAD SHADOWS: ΕΝΑΣ ΚΟΜΗΤΗΣ ΔΕΝ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ



Το «Dead Shadows”, πρώτη ταινία του David Cholewa (2012) είναι μια γαλλική ταινία τρόμου, η οποία είχε το «θράσος» να βγει και στα σινεμά. Δεν κριτικάρω φυσικά το low budget της παραγωγής (ίσα  ίσα, εκεί βρίσκεται η ελπίδα), αλλά την ταινία την ίδια. Θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτά σε λίγο.
Ο ήρωας χάνει τους γονείς του όταν κοντά στη γη περνά ο κομήτης του Χάλεϊ, χρόνια πριν, το 2001 νομίζω, και περίεργα φαινόμενα συμβαίνουν στους γήινους (τώρα πώς εμείς δεν το πήραμε ποτέ χαμπάρι, είναι μια άλλη ιστορία). Στη σύγχρονη εποχή, όταν ένας άλλος κομήτης περνά ξυστά από τον πλανήτη μας, τα φριχτά φαινόμενα επαναλαμβάνονται (φαίνεται, αν δεν το ξέρατε, ότι με κάθε πέρασμα κομήτη γίνεται χαμός, σχεδόν καταστρέφεται ο πολιτισμός, αλλά είμαστε λίγο αφηρημένοι και δεν το έχουμε καταλάβει). Μέσα σε μια νύχτα λοιπόν οι άνθρωποι αρχίζουν να συμπεριφέρονται παράξενα, να γίνονται επιθετικοί και σιγά - σιγά (την ίδια νύχτα πάντα) μεταλλάσσονται με εφιαλτικούς τρόπους και σχεδόν τίποτα δεν είναι πια ίδιο, καθώς όλα βυθίζονται σε ένα ανεξέλεγκτο λουτρό αίματος.
Το φιλμ διαθέτει μερικές δυνατές εικόνες (στα πλαίσια των ταινιών τρόμου πάντοτε), όπως αυτή με την αραχνοειδή γυναίκα. Αυτό είναι και το μόνο καλό στοιχείο που μπορεί να σκεφτώ γι’ αυτό. Γιατί όλα τα άλλα… Είναι σαν ο σκηνοθέτης να έγραψε το σενάριο κυριολεκτικά στο γόνατο, σαν μοναδικός του στόχος να ήταν να δημιουργήσει κάποια σπλάτερ εφέ και να μας τα δείξει. Διότι ούτε συνέπεια υπάρχει ούτε ειρμός ούτε κάτι που να σε κρατά στοιχειωδώς. Οι μεταλλάξεις είναι εντελώς διαφορετικές σε κάθε άνθρωπο, άγνωστο γιατί. Προφανώς για να δημιουργήσουμε κάποια διαφορετικά μεταξύ τους τερατάκια. Ο λόγος όλων αυτών δεν αναφέρεται ποτέ. Ούτε και το τι σχέση έχει η παλιότερη έλευση του κομήτη με την τωρινή (προφανώς όλοι οι κομήτες φαίνεται ότι κάτι κουβαλάνε). Φυσικά οι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι, ενώ στον νεαρό ήρωα την πέφτουν με την πρώτη ματιά όλα τα θηλυκά που συναντά, "προσβεβλημένα" ή μη. Τέτοιο σουξέ πια... Όσο για το τέλος, είναι παντελώς αυθαίρετο και σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Σα να βαρέθηκαν ξαφνικά με τα γυρίσματα (ή να μην είχαν άλλα λεφτά) και να είπαν «Άντε, ας το τελειώσουμε εδώ»!.
Σας είπα ότι δεν έχω τίποτα εναντίον των low budget τρόμου. Το αντίθετο μάλιστα. Αλλά μια ταινία, ακριβώς επειδή δεν έχει λεφτά για σούπερ εφέ ή εντυπωσιακές, πολυάνθρωπες σκηνές, οφείλει να βασίζεται περισσότερο στο σενάριο ή (στη χειρότερη περίπτωση) στη σεναριακή ιδέα μόνο. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.  
Συγνώμη αν είμαι τόσο απόλυτος, αλλά το θεωρώ από τις χειρότερες ταινίες του είδους που έχω δει. Προειδοποιώ φυσικά τους φανς του είδους και μόνο. Οι υπόλοιποι, όπως είναι φυσικό, δεν θα περάσουν ούτε απ’ έξω.

Κυριακή, Μαΐου 12, 2013

ΜΕΤΑΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ "ΛΗΣΜΟΝΙΑ"

Φαίνεται ότι ο Joseph Kosinski είναι αποφασισμένος να ασχοληθεί με το είδος της επιστημονικής φαντασίας. Η δεύτερη μόλις ταινία του, το "Oblivion" του 2013, ανήκει στον χώρο αυτόν. Πρόκειται για blogbuster, με εντυπωσιακά σκηνικά και εικόνες (όπως συνέβαινε και στην πρώτη του ταινία, το ριμέικ του Tron), με Τομ Κρουζ και όλα τα συναφή.
Η γη έχει καταστραφεί μετά από πόλεμο με εξωγήινους εισβολείς. Έχει μεν νικήσει, αλλά ο πλανήτης είναι σχεδόν νεκρός. Οι επιζήσαντες κάτοικοι έχουν μετακομίσει στον Τιτάνα ή σε διαστημικούς σταθμούς. Ο ήρωας με τη σύντροφό του είναι σχεδόν οι μόνοι εναπομείναντες στη γη. Οι μνήμες από την προηγούμενη, πριν την καταστροφή, ζωή τους έχουν αφαιρεθεί. Η αποστολή τους είναι να προστατεύουν από τους λίγους επιζήσαντες εξωγήινους σαμποτέρ τα ρομποτικά σκάφη, τα οποία, με τη σειρά τους, προστατεύουν γιγάντιες αντλίες νερού απο τους ωκεανούς, νερό που χρησιμοποείται στην παραγωγή ενέργειας για τον Τιτάνα. Κάποιες όμως ασαφείς και ασύνδετες μνήμες επανέρχονται στο μυαλό του ήρωα. Ώσπου κάποια στιγμή θα δει μπροστά του μια κοπέλα που παίζει βασικό ρόλο σ' αυτές και ολόκληρος ο κόσμος του θα αρχίσει να γκρεμίζεται.
Αρχικά θα παρατηρήσουμε ότι το μοτίβο της αφαίρεσης αναμνήσεων - αλλά κάτι δεν πάει καλά σ' αυτό - είναι πολυχρησιμοποιημένο στις μέρες μας. Έχουμε δει πολλές παραλλαγές στο θέμα, το οποίο πιθανόν χρησιμοποιείται για πρώτη - ή μία από τις πρώτες - φορά στο έργο του Φίλπ Ντικ. Το μετακαταστροφικό σκηνικό επίσης είναι κάτι παραπάνω από πολυχρησιμοποιημένο. Αλλά αυτό συμβαίνει και με άλλες επι μέρους λεπτομέρειες του φιλμ. Έτσι, όλα σχεδόν όλο και κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Ωστόσο θα πρέπει να πω ότι η ταινία με κράτησε και την είδα με την αγωνία που θα επιθυμούσαν οι δημιουργοί της. Γενικά νομίζω ότι είναι καλογυρισμένη, ενώ οι εικόνες της κατεστραμένης γης, αλλά και τα σκηνικά γενικότερα, είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Συγχρόνως, παρά την σχετική έλλειψη πρωτοτυπίας, λείπουν ευτυχώς οι τραβηγμένες από τα μαλιά λύσεις, τα αφελέστατα σενάρια και τα νερόβραστα (σε βαθμό κακουργήματος) φινάλε ή μηνύματα που κυριαρχούν σε πρόσφατες εμπορικές υπερπαραγωγές ΕΦ. Λείπει επίσης και ένα στοιχείο που σιχαίνομαι: Να ξεκινά καλά η ταινία, με μια καλή ιδέα, και να εξελίσσεται σε ένα ακόμα χιλιοειδωμένο action movie. Εδώ η δράση υπάρχει (σαφώς), είναι όμως σωστά μοιρασμένη στο φιλμ. Και ταυτόχρονα υπάρχει χώρος για λίγη ποίηση, κάποιους κοινωνικόύς συμβολισμούς και το ερωτικό στοιχείο. Ίσως κάπου όλα αυτά να μη δένουν, αλλά τουλάχιστον γίνεται μια σαφής προσπάθεια και για άλλες κατευθύνσεις, πέραν της ανεξέλεγκτης δράσης και περιπέτειας. Η μεγάλη ανατροπή έρχεται κάπου στη μέση της ταινίας (την έχουμε μάλλον υποψιαστεί) και από εκεί και πέρα το φιλμ συνεχίζει με εξ ίσου καλούς ρυθμούς.
Γενικά το θεωρώ αξιοπρεπές blogbuster, από τα καλά του είδους, του οποίου τα περισσότερα δείγματα βαριέμαι. Και σίγουρα το θεωρώ καλύτερο από πολλές από τις πρόσφατες υπερπαραγωγές ΕΦ. Αν λοιπόν θέλετε να περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, με σχετικά λίγες αμερικανιές και άλλες σύγχρονες πληγές του εμπορικού Χόλιγουντ, δείτε το "Oblivion".
ΥΓ: Ποιος θα το περίμενε να με ικανοποιήσει (σχετικά πάντα) ταινία του αχώνευτου για μένα Τομ Κρουζ;

Σάββατο, Μαΐου 11, 2013

ΟΤΑΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ "SHUFFLE"



 Το “Shuffle” του 2011 γυρίστηκε από τον Κurt Κuenne και είναι μια ακόμα ταινία που υπακούει στη μόδα των φιλμ που θυμίζουν πολύ παλιότερες δεκαετίες. Η συγκεκριμένη, ασπρόμαυρη, παραπέμπει στις εικόνες των 30ς. Ωστόσο πρόκειται ουσιαστικά για μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας (ή περίπου), που αρχικά τουλάχιστον θυμίζει ιστορίες με ταξίδια στο χρόνο. Και μάλιστα με πολύ ενδιαφέρουσα – κατά τη γνώμη μου – αρχική ιδέα.
Ένας πετυχημένος φωτογράφος ξυπνάει κάθε φορά σε μια διαφορετική στιγμή της ζωής του με τρόπο απόλυτα τυχαίο. Άλλοτε είναι παιδί, άλλοτε τριαντάρης, άλλοτε μεγαλύτερος. Το κακό είναι ότι κάθε φορά δεν έχει μνήμες από την προηγούμενη ζωή του και πασχίζει να καταλάβει πώς και γιατί βρίσκεται στο χρονικό σημείο στο οποίο ξύπνησε και τι έχει συμβεί στο παρελθόν. Η αγωνία του για τη σύνδεση των κομματιών του παζλ διαρκώς μεγαλώνει.
Ίσως σας θυμίζει κάπως καταστάσεις του "Memento". Ωστόσο η ατμόσφαιρα εδώ είναι τελείως διαφορετική. Δεν υπάρχει το στοιχείο του θρίλερ ούτε οι «κακοί» και οι καταστάσεις από τις οποίες πρέπει να ξεφύγει ο αμνησιακός ήρωας. Εδώ τα γεγονότα είναι γεγονότα μιας (σχετικά) κανονικής ζωής. Ένας έρωτας που τον στοιχειώνει, η προβληματική σχέση με τον πατέρα, μια καριέρα που προσπαθεί να ανακαλέσει, μια φοβερή τραγωδία που κρύβεται κάπου πίσω απ’ όλα αυτά και που γνωρίζει από τα αποσπάσματα που ζει ότι κάποια στιγμή θα συμβεί στη ζωή του… Η όλη ατμόσφαιρα, παρά το έντονο μυστήριο που την περιβάλλει, θυμίζει περισσότερο ταινίες του Κάπρα παρά θρίλερ αγωνίας και βέβαια εμποτίζεται και με αρκετά μεταφυσικά στοιχεία.Τέλος διαθέτει και ωραία, ασπρόμαυρη φωτογραφία
Η ταινία συνδυάζει το στοιχείο του δράματος με κάποιο χιούμορ, διαθέτει πολύ καλή φωτογραφία και μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον έως… έως λίγο πριν το τέλος της. Διότι, τόσο η τελική λύση (που κάπου έχουμε ξαναδεί)  όσο και το «μήνυμα» που αυτή περιέχει, πώς να το πω, με ξενέρωσαν πολύ και μου κατέστρεψαν το κλίμα που είχε χτιστεί μέχρι τότε. Πολύ οικογενειακό, πολύ τετριμμένο, πολύ αμερικάνικο και, νομίζω, αρκετά συντηρητικό. Κρίμα, διότι, το ξαναλέω, μέχρι τότε το παρακολουθούσα με μεγάλο ενδιαφέρον. Βλέπετε πρόκειται όπως και να το κάνουμε, για πρωτότυπο συνδυασμό ταινίας φανταστικού και ρεαλιστικών καταστάσεων της ζωής.
Προσωπικά θεωρώ ότι καλός σκηνοθετικά Kuenne έχασε μια μεγάλη ευκαιρία. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε το φιλμ να κερδίσει το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου της Αθήνας του 2013. Οπότε θα σας έλεγα να του δώσετε μια ευακαιρία. Παρά τις προσωπικές μου επιφυλάξεις.

Τετάρτη, Μαΐου 08, 2013

ΓΙΑ ΕΝΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙ...


«Το Γουρούνι της Αυτού Μεγαλειότητας» (άσχετος ελληνικός τίτλος του «A Private Function”) είναι μια τυπικά βρετανική ταινία, απ’ αυτές που τόσο καλά ξέρει να φτιάχνει το αγγλικό σινεμά. Αναπαριστά άψογα την εποχή, διαθέτει καλές ηθοποιίες και γενικά αποπνέει αυτό το τόσο χαρακτηριστικό στιλ του κινηματογράφου αυτού. Γυρίστηκε το 1984 από τον (τηλεοπτικό κυρίως) Malcolm Mowbray και θα αρέσει στους φίλους του ύφους αυτού.

Η ταινία μας μεταφέρει στην αμέσως μετά τον πόλεμο εποχή, στη Βρετανία φυσικά. Η χώρα, αν και νικήτρια, είναι σχεδόν κατεστραμμένη, η φτώχια έντονη, τα αγαθά λιγοστά. Το κρέας είναι σπάνιο και διανέμεται μόνο με δελτίο. Το κράτος καταγράφει και κατάσχει τα γουρούνια της χώρας. Η εκτροφή τους απαγορεύεται αυστηρά αν δεν έχουν δηλωθεί – και άρα α δεν ανήκουν στο κράτος – και το χοιρινό κρέας είναι εξαιρετικά δυσεύρετο και αποτελεί πολύτιμη λιχουδιά . Ο ήρωας του φιλμ, ένας φτωχός και μάλλον αφελής πεντικιουρίστας, με γυναίκα που μεγαλοπιάνεται και πασχίζει με κάθε τρόπο να εισχωρήσει στη μεγαλοαστική τάξη και μια ενοχλητική (και διαρκή πηγή γέλιου) πεθερά, η οποία πάσχει από αρχές άνοιας, ανακαλύπτει τυχαία ότι κάποιοι εκτρέφουν παράνομα ένα γουρούνι, κρύβοντάς το από τις αρχές. Η έκπληξή του μεγαλώνει όταν αντιλαμβάνεται ότι στη «συνωμοσία» αυτή εμπλέκονται οι πλέον επιφανείς πολίτες της πόλης, οι «προύχοντες» θα λέγαμε. Πώς θα αντιδράσει στην αποκάλυψη αυτή, που γκρεμίζει όσα απλοϊκά πιστεύει για την τάξη των πραγμάτων;

Η ταινία είναι κωμωδία. Θα σας προειδοποιήσω όμως: Μην περιμένετε μια ξεκαρδιστική κωμωδία, με φοβερές ατάκες ή γκαγκ. Κάθε άλλο. Πρόκειται για ένα μάλλον χαμηλών τόνων φιλμ, που κινείται στα γνωστά πλαίσια του βρετανικού ρεαλισμού, στόχος του οποίου είναι να σατιρίσει με καυστικό τρόπο αρκετά από τα κοινωνικά κακώς έχοντα. Εκτός από την καταγραφή της δύσκολης αυτής εποχής, εποχής που πάνω απ’ όλα χαρακτηρίζεται από ανέχεια ακόμα και για τους νικητές του πολέμου, ο στόχος είναι πολύ βαθύτερος και πολύ πιο καίριος: Είναι η καυτηρίαση της κοινωνικής υποκρισίας, της ανθρώπινης απληστίας, της διαφθοράς και της ασυδοσίας των ανώτερων τάξεων, αλλά και του αβάσταχτου κομφορμισμού των χαμηλότερων και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Φυσικά όλα αυτά είναι πολύ, πολύ βρετανικά, όπως και η όλη ατμόσφαιρα της ταινίας. Πλην όμως είναι πολύ εύκολο να ξεπεράσουμε αυτή τη «βρετανικότητα» και να δούμε την ταινία κάτω από ένα πολύ ευρύτερο πρίσμα: Αυτό που, όπως είπα, αφορά γενικότερα τα αρνητικά της ανθρώπινης φύσης και κυρίως την ψευτιά της ανθρώπινης κοινωνίας. Το πικρό τέλος δεν αφήνει, νομίζω, καμιά αμφιβολία για όλα αυτά.

Στο μεταξύ – και πέραν των όποιων αναλύσεων - εγώ διασκέδασα αρκετά με την καυστικότητα της σάτιρας και με κάποιες εξωφρενικές καταστάσεις που συμβαίνουν. Είπαμε ότι πρόκειται για μάλλον χαμηλότονο φιλμ, διαθέτει όμως και τις όντως αστείες στιγμές του. Έτσι, συνολικά, μπορώ να πω ότι μου άρεσε αρκετά. Και διαθέτει και κάποιους πάντοτε εξαιρετικούς βρετανούς ηθοποιούς, με επικεφαλής τους Μάικλ Πάλιν, τη Μάγκι Σμιθ και τον Ντένχολμ Έλιοτ.

ΥΓ: Προς θεού, μην πιστέψετε ούτε στιγμή κάποιες διαφημίσεις που ισχυρίζονται παντελώς αυθαίρετα ότι το φιλμ «είναι μια δημιουργία των Monty Python». Καμία σχέση. Δεν υπάρχει η παραμικρή ομοιότητα με το απόλυτα παρανοϊκό και σουρεαλιστικό χιούμορ των δαιμόνιων κωμικών. Η μόνη σχέση – την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι αδίστακτοι διαφημιστές, της εποχής τουλάχιστον - είναι το ότι πρωταγωνιστεί ο πολύ καλός Μάικλ Πάλιν, ένα από τα μέλη της ανεπανάληπτης εξάδας. Αυτό είναι όλο!

Τετάρτη, Μαΐου 01, 2013

ΜΙΑ ΜΠΟΥΤΙΚ ΜΕ... ΕΙΔΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Μετά από τόσα χρόνια πίσω από την κάμερα και με ένα πλήθος διαφορετικών ειδών μεν, σχεδόν πάντα όμως ευαίσθητων και με χιούμορ ταινιών, ο Patrice Leconte εν έτει 2012 γυρίζει το πρώτο του animation. Η "Μπουτίκ για Αυτόχειρες" όμως (Le Magasin des Suicides ο πρωτότυπος γαλικός τίτλος) δεν μοιάζει με τα περισσότερα κινούμενα που έχετε δει.
Η προφανής παρατήρηση που επισημαίνουν οι πάντες είναι ότι η όλη ιστορία είναι θαρείς βγαλμένη από τον διασκεδαστικό πλην όμως σκοτεινό κόσμο του Tim Burton. Και όντως, θα του ταίριαζε γάντι να έφτιαχνε μια ιστορία όπου όλοι οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι και το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι πότε και με τι τρόπο θα αυτοκτονήσουν. Η μπουτίκ του τίτλου λοιπόν, που ανήκει σε μια οικογένεια, πουλά ακριβώς... είδη αυτοκτονίας και οι ιδιοκτήτες, ανάλογα με το στιλ και την ιδιοσυγκρασία κάθε πελάτη, προτείνουν την κατάλληλη μέθοδο, δίνοντας πλήρεις οδηγίες χρήσεως. Και, φυσικά, γίνονται πλούσιοι. Όταν όμως θα γεννήσουν και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι, όλα θα ανατραπούν. Διότι, ώ του θαύματος, το παιδί θα τους βγει χαρούμενο, γελαστό, με μονη επιθυμία να κάνει και τους γύρω του να γελάνε. Τι ντροπή για τους μονίμως σκυθρωπούς γονείς και για όλη την κοινωνία άλλωστε!
Ο Λεκόντ γυρίζει το ασυνήθιστο κινούμενό του δίχως να δίνει δεκάρα ούτε για τις συμβάσεις του είδους ούτε για την πολιτική ορθότητα ("είναι το είδος κιν. σχεδιου που δεν θα γύριζε ποτέ η Pixar", δηλώνει ο ίδιος). Εδώ οι άνθρωποι αυτοκτονούν στ' αλήθεια, ο ένας μετά τον άλλον, με μια πλειάδα από τρόπους. Και πεθαίνουν στ' αλήθεια, δεν ξανασηκώνονται, όπως σε πολλά animation. Εδώ η έννοια της "θλιμένης και δυστυχισμένης" κοινωνίας φτάνει στα άκρα της. Πολύ απλά, κανείς δεν γουστάρει τη ζωή και πεθαίνει. Αλλά υπάρχουν και αρκετές επί μέρους σκηνές όπου κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας πάει περίπατο. Ωστόσο το (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ υπάρχει άφθονο. Όπως και κάμποσα άλλα "ενήλικα" στοιχεία. Αλλά, επειδή μιλάμε για Λεκόντ, ο οποίος έχει ούτως ή άλλως αυτή την άποψη, καταφέρνει να κάνει το όλο σκοτεινό αυτό φιλμ απόλυτα αισιόδοξο.
Ο Λεκόντ, πιστός στο όραμά του, δεν χρησιμοποιεί κομπιουτερέ, "στρογγυλό" σχέδιο, αλλά ένα είδος σχεδίου περισσοτερο "άτεχνο", πιο χειροποίητο θα έλεγε κανείς. Προσωπικά αυτό μου αρέσει, αφού εδώ και πολλά χρόνια έχω βαρεθεί το κλασικό τυποποιημένο σχέδιο των μεγάλων αμερικάνικων και γαλικών επιτυχιών του είδους, όπου είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς το προσωπικό στιλ του σχεδιαστή, αφού όλα μοιάζουν αισθητικά μεταξύ τους (όλα αυτά άσχετα με το αν πρόκειται για καλές ταινίες ή όχι). Εδώ (όπως και στις "Τριπλέτες της Μπελβίλ" ή στις ταινίες του Ocelot), το σχεδιαστικό ύφος είναι σαφές και προσδιορίσιμο. Κι ας έχει κάποιες ατέλειες σε σχέση με την άψυχη τελοιότητα που προαναφέραμε. Επίσης το φιλμ είναι διαπραγματευμένο σα μιούζικαλ, με αρκετά τραγούδια να διακόπτουν την κανονική ομιλία των ηρώων. Οι οποίοι ήρωες (τα μέλη της οικογένειας τουλάχιστον) έχουν όλοι μικρά ονόματα διάσημων αυτόχειρων ((Μισίμα, Λουκρητία, Βίνσεντ κλπ.). Γενικά, τα κοινωνικά σχόλια είναι πολλά στο φιλμ.
Ίσως η ταινία με κούρασε λίγο σε κάποια σημεία, καθώς νομίζω ότι η πολύ καλή αρχική ιδέα επαναλαμβάνεται αρκετά από ένα σημείο και πέρα. Επίσης βρήκα το φινάλε εύκολο και μη απόλυτα διακιολογημένο. Και, τέλος, έχω αντίρηση για το 3D. Νομίζω ότι δεν είχε λόγο ύπαρξης σε μια ταινία δουλεμένη κυρίως με πλακάτα χρώματα και με εμφανώς δισδιάστατους χαρακτήρες. Παρ' όλα αυτά το θεωρώ καλό και πρωτότυπο φιλμ. Και, όπως είπα, ένα animation που κάθε άλλο παρά τηρεί τις συμβάσεις.

Τρίτη, Απριλίου 30, 2013

ΟΣΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ, ΟΣΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ

Ομολογώ ότι μάλλον σπάνια βλέπω ντοκιμαντέρ, φανατικός γαρ της μυθοπλασίας και των άπειρων εκδοχών της. Να όμως που υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να θεωρήσω ένα ντοκιμαντέρ όχι απλώς καλό, αλλά αριστουργηματικό. Αυτό συνέβει με το χιλιανό "Nostalgia de la Luz" (Η Νοσταλγία του Φωτός). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Ο χιλιανός Patrizio Guzman είναι ένας από τους γνωστούς σύγχρονους ντοκιμαντερίστες. Γυρίζει από τα τέλη της δεκαετίας του 60 και συνήθως τα έργα του έχουν έντονη πολιτική χροιά και, όπως είναι φυσικό, πολλά από αυτά ασχολούνται με το δράμα της Χιλής, που βίωσε από το 1973 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80 μια από τις στυγνότερες δικτατορίες του 20ού αιώνα. Ο Πινοτσέτ μπορεί να ψόφησε, αλλά τα σημάδια που άφησε πίσω του παραμένουν βαθιά. Σ' αυτά τα σημάδια αναφέρεται η υπέροχη αυτή ταινία, που γύρίστηκε το 2010, αλλά όχι μόνο...
Στη Χιλή υπάρχει η έρημος Ατακάμα, μια αχανής, ακατοίκητη περιοχή με παράξενες καιρικές συνθήκες και, λόγω της υπερβολικής ξηρασίας, με μια από τις καθαρότερες ατμόσφαιρες στη γη. Γι' αυτό και έχει χτιστεί εκεί ένα από τα σημαντικότερα αστεροσκοπεία του πλανήτη, ένα σύνολο από παράδοξα κτίρια κυριολεκτικά στο μέσο του πουθενά. Το τοπίο, υπαρκτό προφανώς, θυμίζει άμεσα σκηνικό επιστημονικής φαντασίας. Εκεί διαμένουν, απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο για όσο βρίσκονται εκεί, αρκετοί επιστήμονες, ντόπιοι αλλά και διεθνείς, μελετώνατς τα μακρινά ουράνια σώματα. Στην ίδια έρημο, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακρύτερα, υπήρχε ένα συγκρότημα ξύλινων κτισμάτων, που στις αρχές του 20ού αιώνα αποτελούσαν κατοικίες εργατών που δούλευαν σε ορυχεία (διότι η έρημος διαθέτει και πολύ ενδιαφέρον υπέδαφος). Τα ορυχεία κάποια στιγμή εγκαταλείφτηκαν και η δικτατορία μετέτρεψε τα ερειπωμένα κτίσματα σε ένα φοβερό στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατούμενων. Επίσης στο μέσο του πουθενά. Κάπου εκεί γύρω περιφέρονται αποστολές και άλλων επιστημόνων, γεωλόγων και αρχαιολόγων, που μελετούν το υπέδαφος και τις προκολομβιανές βραχογραφίες του τόσο ενδιαφέροντος αυτού σημείου του πλανήτη.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά την πτώση της φριχτής δικτατορίας, υπάρχουν ακόμα στη Χιλή χιλιάδες αγνοούμενοι, των οποίων τα πτώματα δεν βρέθηκαν ποτέ. Άλλοι λένε ότι τα πέταξαν στη θάλασσα, άλλοι ότι τα έθαψαν σ' αυτήν ακριβώς την έρημο. Γύρω από το στρατόπεδο, το 2010 που γυρίζεται η ταινία, έρχονται ακόμα για μεγάλη περίοδο του χρόνου αρκετές γυναίκες που σκάβουν την έρημο ψάχνοντας τα κόκκαλα των δικών τους που χάθηκαν εκεί. Αρκετές από αυτές έχουν βρεί υπολείμματα, και μάλιστα μερικά και με οικεία ρούχα πάνω τους...
Η συγκλονιστική αυτή ταινία εξετάζει ταυτόχρονα τις δύο τόσο διαφορετικές, σε πρώτη ανάγνωση, ομάδες. Αυτή των αστρονόμων, που ψάχνουν τον ουρανό αναζητώντας κόσμους κι αυτή των γυναικών, που ψάχνουν τα έγκατα της γης αναζητώντας χαμένα αδέλφια, συζύγους, γιους... Με μια πρώτη ανάγνωση λοιπόν θα έλεγε κανείς ότι οι μεν μελετούν το μέλλον, οι δε το παρελθόν. Όχι ακριβώς. Ένας επιστήμονας, στην αρχή του φιλμ, κάνει μια καθοριστική γι' αυτό ανάλυση: Οι εικόνες που λαμβάνουμε από μακρινά άστρα, λόγω του ταξιδιού του φωτός στο αχανές διάστημα, δεν είναι καθόλου "εικόνες από το μέλλον μας". Κάθε άλλο. Τα άστρα μας δείχνουν ένα παλιό, ακόμα και αρχαίο πρόσωπο, ανάλογα με τα χρόνια που παίρνει στο φως που εκπέμπουν να φτάσει σ' εμάς. Να λοιπόν που και οι δύο ομάδες, αλλά κι αυτές των αρχαιολόγων ή των γεωλόγων, ουσιαστικά ασχολούνται με το παρελθόν!
Σας είπα λίγα για το concept της ταινίας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το φιλμ, εκτός από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις των γυναικών, των παλιών κρατούμενων που απελευθερώθηκαν μετά την πτώση της χούντας από το στρατόπεδο και των επιστημόνων, διαθέτει εξαιρετική σκηνοθεσία, εντυπωσιακή φωτογραφία και υπέροχες εικόνες (καμια σχέση με τις κουνημένες, μουντές εικόνες που ίσως έχουμε συνηθίσει σε ντοκιμαντέρ). Εικόνες που δείχνουν εναλλάξ ουράνια σώματα, όπως αυτά καταγράφονται από τα πανίσχυρα τηλεσκόπια, "εξωγήινες" εικόνες της φοβερής ερήμου και εικόνες του εγκαταλειμμένου σήμερα στρατοπέδου. Όλες δυνατές, συχνά πανέμορφες, μυστηριώδεις ή, απλά, γήινες και συγκλονιστικές. Το πέρασμα από την "επιστημονική φαντασία" στη ζοφερή γήινη πραγματικότητα είναι υποδειγματικό, η ζεύξη τους εξαιρετική.
 Όπως ξαναείπα, θεωρώ την ταινία και συγκλονιστική και πανέμορφη ταυτόχρονα. Την συνιστώ, ακόμα και σ' αυτούς που συνήθως βαριούνται τα ντοκιμαντέρ. Μάλλον, κυρίως σ' αυτούς!

Δευτέρα, Απριλίου 29, 2013

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΗ

O Eric Heyden είναι δημιουργός σπέσιαλ εφέ και έχει δουλέψει σε διάφορες υπερπαραγωγές που απαιτούν τέτοια (καθώς και πλήθη τεχνικών). Το 2012 γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το "Astronaut : The Last Push", με ελάχιστα προφανώς χρήματα. Είναι μια ταινία που - το λέω από την αρχή - μπορεί να κουράσει πάρα πολούς (τους περισσότερους μάλλον), την οποία ωστόσο βρήκα ενδιαφέρουσα.
Δυο αστροναύτες στέλνονται στη μεγαλύτερη αποστολή που ανέλαβε ποτέ άνθρωπος στο διάστημα: Θα φτάσουν και θα μελετήσουν την Ευρώπη, ένα δορυφόρο του Δία, όπου υπάρχουν πιθανότητες ύπαρξης ζωής. Το ταξίδι θα διαρκέσει κάποια χρόνια, μέρος των οποίων οι αστροναύτες θα κοιμούνται. Από ένα τραγικό ατύχημα όμως ο ένας δεν θα ξυπνήσει ποτέ. Ο άλλος, που ξυπνά υποχρεωτικά, θα πρέπει να μείνει τρία ολόκληρα χρόνια ολομόναχος σε ένα μικρό χώρο μέχρι να μπορέσει - ματαιώνοντας την αρχική αποστολή - να επιστρέψει στη γη!
Ίσως καταλάβατε γιατί η ταινία μπορεί να κουράσει: Ολόκληρη σχεδόν είναι γυρισμένη στο μικρό χώρο στον οποίο είναι υποχρεωμένος να μένει ο επιζήσας (η τροφή του είναι εξασφαλισμένη) και ο ίδιος είναι ο μοναδικός ουσιαστικά χαρακτήρας του φιλμ. Μιάμιση ώρα με έναν άνθρωπο μόνο σε ένα μικρό δωμάτιο; Ακριβώς αυτό!
Βρισκόμαστε στην καρδιά αυτού που θα αποκαλούσαμε "ρεαλιστική επιστημονική φαντασία". Οι επιροές από το "Moon", αλλά και από την "Οδύσσεια του Διατήματος", είναι εμφανείς, όχι όμως και ενοχλητικές. Εδώ δεν υπάρχουν εφέ, εξωγήινα πλάσματα, φανταστικά περιβάλλοντα, μάχες με διαστημόπλοια. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος και ένας θάλαμος διαστημοπλοίου. Αυτό που καταγράφει η ταινία είναι οι αντιδράσεις ενός ανθρώπου σε απόλυτη απομόνωση, ενός ανθρώπου του οποίου η μόνη επαφή με οτιδήποτε άλλο είναι οι συνομιλίες του με τη γη μέσω της οθόνης του υπολογιστή. Και, αφού περάσει διάφορες φάσεις (που θα αγγίξουν, όπως είναι φυσικό, τα όρια της τρέλας), αυτό που θα δειχτεί περίτρανα έιναι η δύναμη και το μεγαλείο του ανθρώπου. Όχι με το χάπι εντ που ίσως υποθέτετε, αλλά με ένα μάλλον απρόβλεπτο φινάλε. Έτσι, παρά την εφιαλτική στην ουσία κατάσταση που περιγράφεται, η ταινία διαθέτει μια απρόσμενη ανθρωπιά και αποτελεί ύμνο στην ανθρώπινη δύναμη (ή μήπως στην ανθρώπινη τρέλα, η οποία όμως είναι η μυστική προϋπόθεση για κάθε μεγάλο ανθρώπινο επίτευγμα);
Προσωπική μου γνώμη είναι ότι το δύσκολο στοίχημα μάλλον πετυχαίνει. Η ταινία, παρά τις κουραστικές στιγμές της και τις αναπόφευκτες επαναλήψεις (επίτηδες, για να δειχτεί πειστικότερα η αβάσταχτη ρουτίνα), κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους. Σε κάποια σημεία βέβαια κουράστηκα κι εγώ, αλλά η γενική αίσθηση που μου άφησε ήταν θετική. Αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα "σοβαρής" απόλυτα low budget παραγωγής, που αποδεικνύει ότι τα λεφτά δεν είναι πάντοτε απαραίτητα για να κάνεις σινεμά. Έστω κι αν το σινεμά που αγαπάς είναι αυτό της ΕΦ!
Θα καταλάβω απόλυτα αν κάποιοι θεατές βαρεθούν. Εγώ πάντως μάλλον ανήκω στις εξαιρέσεις...

Σάββατο, Απριλίου 27, 2013

ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΚΟΥΡΣΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα πρωτόγονα σε σχέση με τα σημερινά αυτοκίνητα έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν και να αποτελούν αντικείμενο πόθου για τους ανθρώπους. Στις πρώιμες αυτές εποχές λοιπόν, ο μονίμως ατσαλάκωτος Great Leslie, ένας διάσημος πλέιμπόι ντυμένος πάντοτε με λευκό κοστούμι και ο σατανικός Professor Fate, με τον αχώριστο βοηθό του, άσπονδοι εχθροί από παλιά, ξεκινούν με τα σούπερ ντούπερ (για την εποχή πάντοτε) αυτοκίνητά τους μια κούρσα γύρω από τον κόσμο, με αφετηρία δηλαδή τη Νέα Υόρκη και τερματισμό το Παρίσι, μέσω βορά και Βερίγγειου πορθμού. Μαζί τους και άλλοι ανταγωνιστές με τα δικά τους αυτοκίνητα, ανάμεσα στους οποίους και μια γοητευτική δημοσιογράφος, πρώιμη φεμινίστρια.
 Όλα αυτά συμβαίνουν στη "Μεγάλη Κούρσα Γύρω από τον Κόσμο" (The Great Race), που γύρισε το 1965 ο Blake Edwards (1922-2010). Πρόκειται για μια κωμωδία, επιτυχία στην εποχή του, κάπως ξεπερασμένη κατά τη γνώμη μου σήμερα, που μπορεί να ειδωθεί με δύο τρόπους: Αν τη δει κανείς σαν μια κανονική κωμωδία μοιάζει αρκετά αφελής, σχηματική, γεμάτη από μονοδιάστατους χαρακτήρες: Από τη μία ο Λέσλι, πάντα άψογος, εκνευριστικά γοητευτικός και απίστευτα τυχερός, από την άλλη ο καθηγητής, πάντα οξύθυμος, έτοιμος να στήσει οποιαδήποτε σατανική πλεκτάνη προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του και να βλάψει τον μισητό αντίπαλό του. Η ταινία όμως έχει μια καλή δικαιολογία για όλα αυτά. Είναι ο άλλος τρόπος για να τη δει κανείς, όπως έλεγα πριν: Ο σκοπός του Edwards είναι ουσιαστικά ένα νοσταλγικό αφιέρωμα στις τρελές σλάπστικ βωβές κωμωδίες των αρχών του σινεμά. Όλα, μα όλα, παραπέμπουν εκεί. Άλλωστε στην αρχή της ταινίας (με τα ευφάνταστα credits) αναγράφεται ότι το φιλμ είναι αφιερωμένο στους Λόρελ και Χάρντι, τον Χοντρό και Λιγνό δηλαδή. Το ζευγάρι του "κακού" καθηγητή και του κοντού και γκαφατζή βοηθού του άλλωστε είναι σαφέστατες αναφορές στο διάσημο δίδυμο. Τόσο τα όσα τους συμβαίνουν όσο και αυτές καθεαυτές οι κινήσεις και οι εκφράσεις τους θυμίζουν εξαιρετικά το παλιότερο ντουέτο. Αλλά υπάρχουν και πλήθος άλλες καταστάσεις στο φιλμ με σαφείς παραπομπές: Από τα κυνηγητά των παλαιών αυτοκινήτων μέχρι τον θρυλικό τουρτοπόλεμο (λέγεται ότι είναι ο μεγαλύτερος που έλαβε ποτέ χώρα σε κινηματογραφική οθόνη) στο φανταστικό κράτος κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Σημειωτέον ότι όλα όσα γίνονται εκεί στο δεύτερο μέρος του φιλμ είναι από τα απολαυστικά κομάτια της ταινίας, και αποτελούν και σαφή παρωδία του "Αιχμάλωτου της Τζέντα". Εξ άλλου η ταινία υιοθετεί ένα εμφανέστατο καρτουνίστικο στιλ: Κανένας δεν πεθαίνει ό,τι και να του συμβεί. Οι ήρωες πέφτουν από μεγάλα ύψη και, όπως ακριβώς στα καρτούν, σηκώνονται απλώς λίγο ζαλισμένοι, βγαίνουν από εκρήξεις κατάμαυροι δίχως όμως τραύματα κλπ. Τέλος να σημειώσουμε το εξαιρετικό καστ: Τόνι Κέρτις, Νάταλι Γουντ και ο απολαυστικός Τζακ Λέμον (σε διπλό ρόλο, καθώς ερμηνεύει και έναν ηλίθιο πρίγκηπα) με τον Πίτερ Φολκ σαν γκαφατζή βοηθό.
Συνολικά λοιπόν νομίζω ότι το αρκετά παιδικό και ενίοτε "χοντρό" χιούμορ μπορούν να δικαιολογηθούν με το παραπάνω (δηλωμένο από τον δημιουργό) σκεπτικό, κάνοντας έτσι το φιλμ ένα από τα πρώτα "μεταμοντέρνα" (αφού διαρκώς αναφέρεται σε κάτι άλλο), σε μια εποχή που μάλλον δεν υπήρχε καν ο όρος. Πέραν αυτής της νοσταλγικής διάστασης πάντως, όπως είπα και στην αρχή, νομίζω ότι σήμερα κυρίως παιδιά θα μπορούσαν να το απολαύσουν, παρά τις αρκετές θεαματικές σκηνές και τη διαρκή εναλλαγή των τοπίων και των ειδών (γουέστερν, μιούζικαλ, αισθηματική κομεντί κλπ.). Οι μεγάλοι ίσως γοητευτούν από τις αναφορές, μάλλον όμως θα βρουν κάπως "ντεμοντέ" το όλο κλίμα και το είδος του χιούμορ. Κρατά άλλωστε και κοντά διόμιση ώρες...
ΥΓ: Λίγο μετά, μεταξύ 1968-1970, γυρίστηκε και μια σειρά κινουμένων σχεδίων βασισμένη χαλαρά στο concept της ταινίας, από τους Hanna - Barbera όμως, που δεν είχαν σχέση με τους αρχικούς δημιουργούς. Θυμάμαι ότι σαν παιδί είχα δει με απόλαυση κάποια επεισόδια, τότε όμως δεν είχα ιδέα πού βασίζονταν.

Πέμπτη, Απριλίου 25, 2013

ΠΕΡΙ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ... ΜΙΛΚ ΣΕΪΚ

O Armen Evrensel (δεν έχω ιδέα τι καταγωγής μπορεί είναι αυτό το όνομα) γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του το 2012 με τίλο... "Space Milkshake". Όπως μάλλον καταλαβαίνετε, πρόκειται για μια απόλυτα συνειδητή παρωδία ταινιών επιστημονικής φαντασίας.
Το σκάφος του φιλμ δεν πραγματοποιεί καμιά απολύτως ηρωική αποστολή, κάθε άλλο μάλιστα. Είναι απλούστατα μια... διαστημική σκουπιδιάρα, που περιφέρεται γύρω απο τη γη μαζεύοντας διαστημικά σκουπίδια που ολοένα και αυξάνονται. Το πλήρωμα είναι τετραμελές (δυο άντρες, δυο γυναίκες), ο ένας είναι νεοφερμένος και αντιμετωπίζεται από τους άλλους με περιφρονηση και ως παιδί για όλες τις δουλειές, ο καπετάνιος έχει ερωτικά προβλήματα με μια από τις κοπέλες και όλα κυλάνε απόλυτα ρουτινιάρικα, ώσπου δέχονται μια διαστημική είσβολή. Το πλάσμα που εισχωρεί, άγνωστο πώς, στο σκάφος τους είναι ένα... πλαστικό παπάκι μπάνιου, που μάλιστα όταν το ζουλάς κάνει πίου πίου! Κι όμως. Πρόκειται για αληθινή απείλή!
Η ταινία παρωδεί με αρκετά αστείο τρόπο μια σειρά από κλισέ της επιστημονικής φαντασίας, αλλά και σατιρίζει πολύ συγκεκριμένες ταινίες του είδους, με σαφέστερες αναφορές στο πρώτο "Άλιεν" και στην "Οδύσσεια του Διαστήματαος". Το όλο φιλμ θυμίζει αρκετά, τόσο σαν κλίμα όσο και σαν στόρι, την πρώτη ταινία του Τζον Κάρπεντερ, το "Dark Star". Φυσικά από ένα σημείο και πέρα μετατρέπεται σε κλειστοφοβικό θρίλερ, αλλά πάντοτε με πολύ χιούμορ και πλάκες, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο πετυχημένες. Για μένα πάντως όλα τα λεφτά είναι ο ρόλος και η προσωπκότητα του κυβερνήτη, που ερμηνεύεται από τον Billy Boyd (έναν από τους πρωταγωνιστές - χόμπιτ στο "Lord of the Rings"). Ζοχάδας, ανασφαλής, μάλλον βλάκας, καταπιεστικός όπου τον παίρνει και με άνευ λόγου κατάχρηση εξουσίας, αποτέλεσε διαρκή πηγή γέλιου κατά τη διάρκεια του φιλμ. Αλλά και με τις εν γένει (επίτηδες) τραβηγμένες απο τα μαλλιά καταστάσεις διασκέδασα αρκετά, καθώς και με μερικές ιδιαίτερες ατάκες ("έχω πονοκέφαλο σε όλο μου το σώμα").
Σε γενικές γραμμές, και, προφανώς, δίχως να είναι και τίποτα σπουδαίο, η low budget καναδέζικη αυτή ταινιούλα με έκανε να περάσω δυο ευχάριστες ώρες και να "παίξω" με τα κλισέ του είδους. Φυσικά πολύ περισσότερο νόημα έχει όταν το φιλμ αυτό παρακολουθείται από θεατές που γνωρίζουν το είδος και ξέρουν τα στάνταρ του, αλλά και τις συγκεκριμένες ταινίες στις οποίες αναφέρεται. Αλλιώς ένα μεγάλο μέρος της πλάκας χάνεται.
Πάντως πρόκειται για μια από τις περιπτώσεις που διαφωνώ με την πολύ χαμηλή βαθμολογία που δίνουν οι θεατές του IMDB. Το βρήκα πιο διασκεδαστικό, φαίνεται, από τον μέσο όρο. Και πέρασα καλά, δίχως, τονίζω και πάλι, να πρόκειται για κάτι πολύ σπουδαίο. Και, στο κάτω - κάτω, μ' αρέσει να παρωδούνται "ιερά τέρατα" ενός συγκεκριμένου χώρου, άσχετα αν τα συγκεκριμένα "ιερά τέρατα" συγκαταλέγονται στα αγαπημένα μου φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για απελευθερωτική "ασέβεια".

Δευτέρα, Απριλίου 22, 2013

ΧΙΟΝΑΤΗ Α ΛΑ ΙΣΠΑΝΙΚΑ

Να λοιπόν που ξαφνικά οι... βωβές ταινίες έγιναν μόδα. Το δρόμο άνοιξε το υπερεπιτυχημένο "The Artist" για να πάρουν τη σκυτάλη και άλλα φιλμ, ευτυχώς με εντελώς διαφορετική προσέγγιση, αισθητική και "υπόθεση". Ο ισπανός (νομίζω βάσκος, για να είμαι ακριβέστερος) Pablo Berger λοιπόν καταπιάνεται εν έτει 2012 με τον πασίγνωστο μύθο της Χιονάτης και των 7 Νάνων (άλλη μόδα κι αυτή μετά το 2010) και κάνει την "Blancanieves" (Χιονάτη). Την οποία αλλάζει με πολλούς και δημιουργικούς τρόπους, ενώ ταυτόχρονα, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, παραμένει πιστότατος στον αρχικό μύθο.
Κατ' αρχήν μεταφέρει την ιστορία στη δεκαετία του 20. Αυτό του δίνει την αφορμή για μια βουβή και ασπρόμαυρη ταινία. Δεύτερον αφαιρεί το "μαγικό", το φανταστικό στοιχείο, κάνοντάς την ρεαλιστική (όσο ρεαλιστική μπορεί να είναι μια τέτοια ιστορία). Πάντως η "μαγική" διάσταση δεν υπάρχει. Και, τρίτον, την μεταφέρει στην Ισπανία, και μάλιστα στην όμορφη Σεβίλη.
Ο μύθος λοιπόν ανανεώνεται, διασκευάζεται ριζικά και με φαντασία. Η μητέρα της Χιονάτης πεθαίνει στη γέννα, ο πατέρας, διάσημος ταυρομάχος, μένει ανάπηρος, οπότε η δεύτερη "κακιά" σύζυγός του βρίσκει την ευκαιρία να απομονώσει πλήρως τη μικρη Χιονάτη και, όταν αυτή πάει να κατοικήσει μαζί τους, να τη βασανίζει και να αποκρύπτει την ύπαρξή της από τον ανήμπορο πατέρα. Όσο για τους νάνους, είναι όντως επτά νάνοι, οι οποίοι είναι υποτίθεται διάσημοι στην Ισπανία καθώς περιφέρονται σ' αυτήν κάνοντας μια πλούσια παράσταση - παρωδία ταυρομαχίας. Και υπάρχουν φυσικά και πολλές άλλες έξυπνες παραλλαγές, ώστε τίποτα ουσιαστικά από την πρωτότυπη ιστορία να μην πάει χαμένο, τίποτα να μιην παραλειφτεί.
Η ιστορία λοιπόν μεταμορφώνεται έξυπνα σε δράμα, το οποίο διαθέτει και ρομαντισμό, πάθος και έρωτα, συγκίνηση, αλλά και έντονο σασπένς, που συχνά προκαλεί αγωνία στον θεατή. Σε κάποιες στιγμές μάλιστα ο σκηνοθέτης διαπραγματεύετει το φιλμ σαν ταινία τρόμου. Όσο για τον πρίγκηπα, μην τον περιμένετε σε λευκό άλογο. Ο πρίγκηπας ζει ανάμεσά μας και είναι κοινός θνητός. Διαθέτει επίσης (το φιλμ, όχι ο πρίγκηπας) και όμορφη, ασπρόμαυρη φωτογραφία, είναι διαρκώς πλημμυρισμένο από πολύ καλή, ισπανικού κλίματος επίσης, μουσική (θα με ενδιέφερε να έχω το σάουντρακ) και, βεβαίως όλο το φολκλόρ (με καλή έννοια το λέω) της Ισπανίας, τουτέστιν ταυρομαχίες, φλαμένκο, αρένες κλπ. Μιλά επίσης για θέματα όπως η ζήλεια, η εκδίκηση, η ματαιοδοξία, πάνω απ' όλα όμως μιλά για τη δύναμη του θεάματος (άρα και του σινεμά του ίδιου): Οι ταυρομαχία, το φλαμένκο σαν χορός και παράσταση, το τσίρκο είναι πανταχού παρόντα και κινούν τα νήματα της ιστορίας.
Άφησα τελευταίες τις πάμπολλες κινηματογραφικές αναφορές: Από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στα "Freaks" του Μπράουνινγκ και από "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" στα ασπρόμαυρα χιτσκοκικά θρίλερ και τα παλιά χολιγουντιανά μελό, όλα βρίσκονται εδώ. Και μάλιστα με ωραία φωτογραφία και ευφάνταστη σκηνοθετική προσέγγιση. Αν προσθέσετε και το εξ ορισμού αξιοπερίεργο μια βουβής ταινίας το 2012, το όλο πράγμα είναι και ενδιαφέρον και, τουλάχιστον εμένα, με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Παραμύθι μεν, αλλά ενήλικο και με κάμποσα επίπεδα. Το συνιστώ.

Παρασκευή, Απριλίου 19, 2013

ΑΙΣΘΗΣΙΑΚΗ "SIESTA"

H Mary Lambert έχει γυρίσει κυρίως βιντεοκλίπ (μεταξύ των οποίων και πολλά της Madonna στα 80ς και 90ς) και τηλεταινίες. Έχει κάνει όμως και σχετικά λίγο σινεμά. Η πρώτη ταινία της το 1987 ήταν η "Siesta", ένα παράξενο φιλμ, που προσωπικά μάλλον μου αρέσει (αν και, όπως έχω καταλάβει, είμαι πιθανόν από τους λίγους).
Μια αμερικάνα ξυπνά σε πολύ άσχημη κατάσταση στο πλάι ενός χωματόδρομου στην Ισπανία, με τον μεσημεριανό ήλιο να καίει. Δεν θυμάται τίποτα. Αρχίζει λοιπόν να περιπλανιέται στην περιοχή και στις κοντινές μικρές πόλεις, σε μια από τις οποίες ζει ο πρώην εραστής της, ενώ σκηνές από το παρελθόν της στην Αμερική εμφανίζονται συχνά σαν φλας μπακ. Στην Ισπανία πάντως θα συναντήσει μια ομάδα από παράξενους, εκκεντρικούς ανθρώπους... και όλα θα γίνουν σχεδόν παραισθητικά.
Η "Siesta" κινείται στο χώρο του φανταστικού, αφήνει πιθανόν κάμποσες απορίες στο θεατή και διαθέτει ένα παράδοξο, σχεδόν σουρεαλιστικό κλίμα. Παλλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, τη μνήμη και τη λήθη, την πραγματικότητα και την παραίσθηση. Αυτό που κυριαρχεί όμως πάνω απ' όλα είναι ένας έντονος ερωτισμός, διάχυτος θαρείς στην ατμόσφαιρα. Μια ατμόσφαιρα που είναι κυρίως μεσημεριανή, ζεστή, ιδρωμένη και όχι νυχτερινή, όπως θα φανταζόταν κανείς ότι ταιριάζει σε ένα φιλμ με ερωτισμό και φανταστικά στοιχεία. Το ερωτικό πάθος είναι πανταχού παρόν σχεδόν σε κάθε σκηνή. Άλλωστε, όπως ανακαλύπτουμε διαρκώς, η αμνησιακή ηρωίδα κινείται ουσιαστικά και δρα με βάση το πάθος αυτό, όλες της οι πράξεις έχουν σαν επίκεντρο τον εραστή που άφησε κάπου στην Ισπανία. Ταυτόχρονα το φιλμ γίνεται συχνά αγχωτικό, καθώς όλοι μας (μαζί με την ηρωίδα βεβαίως) πασχίζουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει, πώς συνδέονται όλα αυτά τα πρόσωπα, αν υπάρχει χρόνος...
Η ταινία ανήκει σ'  αυτές που κυρίως με γοήτευσαν για τη συνολική τους ατμόσφαιρα (διότι σε όλα τα υπόλοιπα μπορεί κανείς να έχει αρκετές αντιρρήσεις). Βρήκα δηλαδή γοητευτικό αυτόν τον συνδυασμού ερωτισμού και μυστηρίου, αυτό το παραισθητικά ερωτικό κλίμα. Στο τέλος τη λύση μοπορεί να την έχουμε ξαναδεί. Αλλά μέχρι τότε το παράδοξο παραμένει το κυρίαρχο στοιχείο. Μαζί με το ξερό, έρημο σχεδόν, λουσμένο σε έναν άγριο και καυτό ήλιο ισπανικό τοπίο. Επιπλέον διαθέτει ένα εξαιρετικό καστ με επικεφαλής την Έλεν Μπάρκιν σε έναν ιδιαίτερα αισθησιακό ρόλο (και με αρκετές γυμνές εμφανίσεις): Μετρείστε: Γκάμπριελ Μπερν, Τζούλιαν Σαντς, Ισαβέλα Ροσελίνι, Μάρτιν Σιν, Γκρέις Τζόουνς, Τζόντι Φόστερ!
Επιτρέψτε μου λοιπόν να βρίσκω γοητευτικό το παράξενο αυτό φιλμ και να αφήνομαι στο αγχωτικό και μυστηριώδες κλίμα του. Αν δεν σας τραβήξει πάντως θα το καταλάβω.
ΥΓ: Η Lambert έκανε στη συνέχεια την τρόμου "Pet Cemetary" βασισμένη σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ και λίγες άλλες, άγνωστες σε μένα ταινίες. Ίσως θα άξιζε να τους ρίξω μια ματιά...

Πέμπτη, Απριλίου 18, 2013

"ΤΟ ΣΩΜΑ" : ΟΤΑΝ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΑ "ΒΙΠΕΡ ΝΟΡΑ"

Και όμως! Ο Andrew Niccol παραμένει ο άνθρωπος που γύρισε το "Gattaca", μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία επιστημονικής φαντασίας, το 1997! Εν έτει 2013 όμως γυρίζει το τραγικό "The Host" ("Το Σώμα" στα ελληνικά) και... φοβάμαι ότι αγγίζει τον πάτο. Αναμενόμενο ήταν βέβαια, αφού βασίζεται (και είναι πιστή απόδοση, όπως μαθαίνω) μυθιστορήματος της Stephenie Meyer, της συγγραφέα των ατελείωτων "Twilight". Και εδώ λοιπόν οι δακρύβρεκτοι έρωτες και τα εφηβικής φύσης διλήμματα κυριαρχούν. Μα πάνω απ' όλα κυριαρχεί το χιλοφορεμένο (και ψευδές, πολύ φοβάμαι) "η αγάπη όλα τα νικά".
Η γη λοιπόν έχει καταληφτεί από εξωγήινους εισβολείς. Κάποια μικρά, αραχνοειδή, φωτεινά πλάσματα (σχεδόν άϋλα, σα να αποτελούνται μόνο από ακτίνες φωτός), τα οποία μπαίνουν στον ανθρώπινο ξενιστή τους, οικειοποιούνται τις αναμνήσεις του και παραμερίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητά του. Τώρα βέβαια η εισβολή αυτή είναι ειρηνική, τα πλάσματα είναι μη βίαια και επιβάλλουν ειρήνη στον πλανήτη, λύνουν το οικολογικό πρόβλημα και δημιουργούν μια ιδανική κοινωνία (με υποδουλωμένους ανθρώπους πάντως). Κάποιοι ελάχιστοι άνθρωποι όμως παραμένουν ελεύθεροι και αντιστέκονται. Μια κοπέλα απ' αυτούς αποκαλύπτεται και συλλαμβάνεται από τους εισβολείς και καταλαμβάνεται κι αυτή από μια "Ψυχή", όπως αποκαλούνται οι τελευταίοι. Διατηρεί όμως ανέπαφη την ανθρώπθινη προσωπικότητά της, έρχεται σε επαφή με την εισβολέα, που αποδεικνύεται "καλών προθέσεων" (όπως και όλοι οι εξωγήινοι), τα βρίσκουν, αλλά... συγκρούονται στον ερωτικό τομέα, αφού η κοπέλα έχει το αγόρι της ενώ η "Ψυχή" ερωτεύεται ένα φίλο του. Και από εκεί αρχίζει ένα νερόβραστο ερωτικό... τετράγωνο (δυο άντρες, μια κοπέλα και μια αθέατη εξωγήινη). Τώρα γιατί και πώς ένα μικρό αραχνοειδές πλάσμα από φως ερωτεύεται έναν μαντράχαλο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Το πράγμα είναι τόσο γελοίο όσο ακούγεται. Από ένα σημείο και πέρα μάλιστα αναλώνεται σχεδόν αποκλειστικά στα ερωτικά ζητήματα (θα επικρατήσει ο έρωτας της παραμερισμένης ανθρώπινης προσωπικότητας ή αυτός της ακούσιας "φιλοξενούμενης";) Οι διάλογοι Ψυχής - κοπέλας είναι ανυπόφοροι (ακούμε διαρκώς τη φωνή της κοπέλας off) και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, βρίσκω τη σκηνοθεσία άνευρη, δίχως την παραμικρή ατμόσφαιρα και με ελάχιστο σασπένς. Δεν υπάρχει ούτε καν θέαμα. Εξ άλλου τα πάντα είναι απόλυτα προβλέψιμα, το συγκινητικό χάπι εντ δεν αντέχεται και ο θρίαμβος της - χριστιανικής φύσης - αγάπης που νικά τα πάντα τόσο απόλυτος όσο απίθανος (δυστυχώς ξαναλέω) είναι στον αληθινό κόσμο. Για να το πω δηλαδή καθαρά, σπάνια έχω βαρεθεί τόσο σε ταινία. Όσο για τον Ουίλιαμ Χαρτ, μάλλον μάταια προσπαθεί να περισώσει κάτι.
Δεν ξερω αν το φιλμ μπορεί να συγκινήσει 14χρονους ρομαντικούς έφηβους (προσοχή, πρεπει απαραίτητα να είναι και ρομαντικοί, το "έφηβοι" μόνο δεν αρκεί). Δύσκολα όμως θα καταφέρει να συγκινήσει στοιχειωδώς σκεπτόμενους ενήλικες. Και δεν νομίζω ότι θα φταίω εγώ αν κατατάξω την ταινία στις δέκα χειρότερες επιστημονικής φαντασίας των πολλών τελευταίων ετών...

Δευτέρα, Απριλίου 15, 2013

STOKER: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Ανήκω στους θαυμαστές του σκοτεινού κορεάτη Chan-wook Park (θυμηθείτε το "Old Boy" ή την "Δίψα"). Για πρώτη φορά το 2013 ο απωανατολίτης δημιουργός πηγαίνει στην Αμερική και, έχοντας μάλιστα στο καστ του ολόκληρη Νικόλ Κίντμαν, γυρίζει το "Stoker", την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του.
Πρόκειται βέβαια για θρίλερ. Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα / συζύγου σε αυτοκινητικό δυστύχημα, στο πλούσιο σπίτι όπου μένουν η χήρα και η έφηβη κόρη της, εμφανίζεται ο θείος (αδελφός του νεκρού), για τον οποίο οι γυναίκες είχαν ακούσει, αλλά δεν είχαν συναντήσει ποτέ. Γοητευτικός, μυστηριώδης, θα αρχίσει ένα παιχνίδι γοητείας και αποπλάνησης με αμφότερες (η μητέρα είναι ασταθής ψυχολογικά και στα όρια του αλκοολισμού). Σύντομα τα πράγματα θα αποκαλύψουν ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο απ' αυτό που βλέπουμε σε πρώτο επίπεδο και έτσι θα ξεκινήσει ένα παιχνίδι αποκαλύψεων, που σχετίζεται με ένα εφιαλτικό παρελθόν.
Σκοτεινή ταινία, με διάχυτο ερωτισμό, φλερτάρει με το φιλμ τρόμου, αλλά διαθέτει και μαύρο χιούμορ. Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο σκηνοθέτης, δίχως να μπαίνει εμφανώς στο χώρο του φανταστικού, παίζει μ' αυτό, δημιουργεί ένα σχεδόν μεταφυσικό κλίμα και είναι σίγουρα υποβλητική. Αλοίμονο άλλωστε. Μιλάμε για έναν δεξιοτέχνη του είδους! Αυτό που εντυπωσιάζει γενικότερα είναι το σκηνοθετικό μέρος (υπερσκηνοθετημένο το χαρακτήρισαν κάποιοι κριτικοί, προσωπικά πάντως το βρήκα γοητευτικό). Βρήκα επίσης ενδιαφέρουσα την όλη, μοναχική και κλειστή προσωπικότητα της μικρής, τη δύσκολη ενηλικίωση (άλλωστε στις αντιδράσεις της συμβάλλει και η εφηβεία), το ερωτικό της ξύπνημα και την προσχώρησή της στο κακό.
Συνολικά ωστόσο η ταινία μου αρέσει λιγότερο από τις κορεάτικες του Παρκ. Οι λόγοι είναι καθαρά σεναριακοί. Ενώ διατηρεί το εξαιρετικό του σκηνοθετικό στιλ, θα έλεγε κανείς ότι πηγαίνοντας στην Αμερική ο βιρτουόζος σκηνοθέτης χάνει τη σεναριακή του πρωτοτυπία, κάνει κάποιες παραχωρήσεις και, τελικά, γυρίζει ένα σκοτεινό θρίλερ ανατροπών, το οποίο βρίσκω μεν ενδιαφέρον, αλλά (σεναριακά πάντοτε) το έχουμε ξαναδεί στο αμερικάνικο σινεμά κάμποσες φορές. Είναι, τέλος πάντων, αυτό που περιμένει κανείς από ένα θρίλερ - συν την εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Για μια φορά λοιπόν ακόμα επαληθεύεται μια παράδοση που θέλει πρωτότυπους ξένους σκηνοθέτες που φτάνουν στο Χόλιγουντ να "αφομοιώνονται" απ' αυτό (εντάξει, όχι απόλυτα, είπαμε ότι βρήκα τη σκηνοθεσία πολύ ιδιαίτερη, αλλά οι προηγούμενες ταινίες του διέθεταν και κάτι άλλο, μια τρέλα, μια παράνοια που εδώ απουσιάζει).
Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια του ξεχωριστού αυτού δημιουργού. Κορεάτικη ή αμερικάνικη άραγε; Δεν σας κρύβω ότι θα προτιμούσα την πρώτη πιθανότητα.
ΥΓ: Ο τίτλος Stoker, που είναι το όνομα της οικογένειας, παραπέμπει βέβαια στον συγγραφέα του "Δράκουλα" Bram Stoker. Γιατί όμως; Ομολογώ ότι δεν βρήκα καμιά σχέση ή υπαινιγμό.

Κυριακή, Απριλίου 14, 2013

EIJANAIKA : ΠΛΗΘΩΡΙΚΟ ΚΑΙ ΧΑΩΔΕΣ

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς είστε συνηθισμένοι στο σινεμά του Shohei Imamura (1926-2000). Είναι ένα σινεμά πληθωρικό, μερικές φορές χαώδες, που αποτελείται από ταινίες συνήθως μεγάλης διάρκειας και ταυτόχρονα ιδιαίτερα τολμηρό για τα δεδομένα της Ιαπωνίας. Ο Imamura δεν είναι ο τιμητής της ηρωικής Ιαπωνίας του παρελθόντος, των σαμουράι και των κωδίκων τιμής τους, αλλά ούτε και της σύγχρονης Ιαπωνίας του οικονομικού θαύματος. Προτιμά να φέρνει στο φως τις σκοτεινές πλευρές της, τα αρνητικά της στοιχεία, να σαρκάζει τις γιαπωνέζικες ιδιαιτερότητες και την βαθύτατη και αυστηρότατη ταξική της δομή.
Το "Eijanaika" του 1981 μας μεταφέρει στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια ταραγμένη για τη χώρα περίοδο. Ωστόσο δεν επικεντρώνει την προσοχή του στην εξουσία, αλλά στις επιπτώσεις των όσων συμβαίνουν στο λαό, στους φτωχούς (λούμπεν μάλλον) ανθρώπους. Παρακολουθεί τη ζωή του ήρωα του φιλμ, την ακούσια εμπλοκή του σε πόλεμο, την επιστροφή του στο χωριό, όπου μαθαίνει ότι η γυναίκα του έχει πουληθεί σαν πόρνη (μια "ευγενής" συνήθεια των Ιαπώνων που συνεχίστηκε μέχρι  τα μέσα του 20ού αιώνα), τα προβλήματά του με τις αρχές και τελικά την εγκατάστασή του σε μεγάλη πόλη, όπου ζει βοηθώντας σε ένα πορνείο (η πορνεία και οι διάφορες πτυχές της είναι ένα θέμα που επανέρχεται συχνά στο σινεμά του). Βασικό φόντο όλων αυτών είναι η κοινωνική αδικία, με διάφορες μορφές, πλην όμως πανταχού παρούσα. Η ζωή των φτωχών στρωμάτων, από την άλλη, δεν ωραιοποιείται, αλλά παρουσιάζεται κι αυτή βρώμικη, σκληρή, καθόλου ρομαντική, όπως, φαντάζομαι, ότι όντως ήταν.
Μη φανταστείτε πάντως σοσιαλιστικούς ρεαλισμούς και άλλα τέτοια. Το σινεμά του Imamura (το είπαμε) βρίσκεται σχεδόν στον αντίποδα. Ο όρος "πληθωρικό", που χρησιμοποίησα στην αρχή, είναι νομίζω ο πιο αντιπροσωπευτικός. Όλα στο φιλμ είναι κάπως υπερβολικά, "φωνακλάδικα", χαώδη και συχνά γκροτέσκα. Κατ' αρχήν (για να πάρουμε τη λέξη "φωνακλάδικα" κυριολεκτικά) πρέπει να συνηθίσετε στον ήχο μιας ιδιαίτερα θορυβώδους ταινίας. Όλοι οι ήχοι είναι δυνατοί, η μουσική το ίδιο, οι ήρωες μοιάζουν να φωνάζουν. Η έννοια του χαμηλότονου δεν υπάρχει στην ταινία. Αντίθετα τα στοιχεία του χειμμαρώδους, του γκροτέσκου, του χαώδους, του μαύρου χιούμορ κυριαρχούν πέρα ως πέρα. Η ζωή του ήρωα, που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και είναι έρμαιο στις ίντριγκες και τις αποφάσεις υψηλότερων κοινωνικά ανθρώπων, είναι δοσμένη με αυτούς τους υψηλούς τόνους. Τελικά, μαζί με άλλους φουκαράδες, λούμπεν σχεδόν, θα κάνουν την παράδοξη, παράξενη κι αυτή σαν όλα στην ταινία, επανάστασή τους δίχως στόχο σχεδόν, μια επανάσταση αυθόρμητη και, φοβάμαι, καταδικασμένη.
Αυτό που κυρίως μένει από το φιλμ είναι η πολύ δυνατή και πολύ μεγάλη σε διάρκεια τελική σκηνή. Καρναβαλική, διονυσιακή, χαώδης, πολυπληθής, περισσότερο ξέσπασμα σε πανηγύρι και γιορτή παρά αληθινή επανάσταση με πολιτικούς όρους, εικονογραφεί αξέχαστα την αυθόρμητη, άναρχη, διχως σχέδιο εξέγερση των χαμηλότερων στρωμάτων που επιχειρούν να μπουν (πανηγυρίζοντας και χορεύοντας) στην "καθώς πρέπει" πόλη διασχίζοντας την απαγορευμένη γι' αυτούς γέφυρα που χωρίζει τους δύο κόσμους. Η σκηνή συγκλονίζει πραγματικά με την τραγική της κατάληξη. Τα πλήθη ξεχύνονται τραγουδώντας, ουρλιάζοντας την ιαχή "Eijanaika", που σημαίνει "γιατί όχι;" και όσα ακολουθούν ανήκουν στις πολύ δυνατές σκηνές του σινεμά.
Η ταινία, με τη μεγάλη της διάρκεια και τον θορυβώδικο, γκροτέσκο της τονο, ίσως παρακολουθείται δύσκολα από όσους δεν είναι συνηθισμένοι στο γιαπωνέζικο σινεμά (και σ' αυτό του Imamura ιδιαίτερα). Νομίζω όμως ότι αξίζει τον κόπο για κάτι διαφορετικό.

Παρασκευή, Απριλίου 12, 2013

Ο ΤΖΑΚ, ΤΑ ΦΑΣΟΛΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΦΕ

"Ο Τζακ και η Φασολιά" είναι βέβαια ένα πολύ γνωστό παραμύθι. Το "Τζακ ο φονιάς των Γιγάντων" πάλι είναι ένα μάλλον λιγότερο γνωστό βρετανικό παραμύθι. Οι υπέυθυνοι της ταινίας λοιπόν "πάντρεψαν" τα δύο παραμύθια και δημιούργησαν το υβρίδιο "Τζακ ο Κυνηγός Γιγάντων" (Jack the Giant Slayer) το 2013. Σκηνοθετης ο γνωστός μας Bryan Singer. Δημιουργός αρχικά του θαυμάσιου "Συνήθεις Ύποπτοι", απομακρύνθηκε αμέσως από το στιλ της πρώτης αυτής ταινίας του, μπήκε για τα καλά στο Χόλιγουντ και έκτοτε υπογράφει κυρίως μπλγκμπάστερ. Βρίσκω τα X-Men του συμπαθητικά, φοβάμαι όμως ότι ποτέ δεν θα με εντυπωσιάσει ξανά όπως έκανε με την πρώτη του ταινία.
Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με κλασικό παραμύθι. Μάλλον για μεγάλους βέβαια, αφού και κάμποση βία έχει και τις τρομαχτικές μορφές των γιγάντων που θα στείλουν τα παιδάκια κατευθείαν στην αγκαλιά της αϋπνίας. Τα μαγικά φασόλια που βρίσκει το αγροτόπαιδο Τζακ φτιάχνουν βεβαίως την θρυλική φασολιά που φτάνει μέχρι τον ουρανό, αυτή όμως αποτελεί την μοιραία γέφυρα για να κατέβουν στη γη οι προαιώνιοι εχθροί των ανθρώπων, οι φριχτοί γίγαντες, με καταστροφικές συνέπειες. Και έτσι οι μάχες ξεκινούν. Και βέβαια και τα ηρωικά κατορθώματα και το απαραίτητο και βασικό για τον μύθο ρομαντικό στοιχείο και ο απαγορευμένος έρωτας πριγκήπισας - αγροτόπαιδου και όλα τα σχετικά.
Η ταινία είναι σίγουρα θεαματική. Άλλωστε στο θέαμα κυρίως, μέσω εντυπωσιακών εφέ, ποντάρει για να προσελκύσει θεατές. Οι φασολιές που ανεβαίνουν στον ουρανό, οι τρομακτικοί γίγαντες και η εντυπωσιακή σε τοπία χώρα τους, οι μάχες... Επίσης μάλλον δεν υπάρχουν κοιλιές, οπότε το φιλμ κυλά με δίχως να κάνει τον θεατή να βαρεθεί (όχι εμένα τουλάχιστον), αλλά και δίχως να διαθέτει ιδιαίτερο νεύρο. Από την άλλη όμως δεν κάνει καμιά προσπάθεια να αποφύγει πάμπολλα κλισέ του είδους (και όχι μόνο). Επίπεδοι, μάλλον μονοδιάστατοι χαρακτήρες (ιδιαίτερα ο κακός), απόλυτα προβλέψιμο τέλος, ο κλασικός έρωτας-με-την-πρώτη-ματιά, το επίσης κλασικό ξεπέρασμα των ανισοτήτων και των απαγορεύσεων στο αισθηματικό μέρος, αποτελούν μερικά μόνο από αυτά. Συν τις χιλιοειδωμένες σε κάθε λογής περιπετειώδεις ταινίες απιθανότητες (για εκατομμυριοστή φορά κάποιος θα πέσει από γκρεμό και θα πιαστεί την τελευταία στιγμή από το χέρι κάποιου σωτήρα ή από μια ανθυποσχισμή του βράχου, από την οποία θα κρατηθεί βεβαίως παρά τη φόρα που έχει, πράγμα που προφανώς δεν γίνεται, για να αναφέρουμε έτσι στην τύχη ένα από τα πιο πολυχρησιμοποιημένα).
 Τέλος πάντων, νομίζω ότι συνολικά η μαγεία του παραμυθιού μάλλον λείπει. Αν ωστόσο αρκείστε στο φαντασμαγορικό θέαμα και τα εντυπωσιακά εφέ μπορούν να σας κρατήσουν από μόνα τους, τότε νομίζω ότι θα ευχαριστηθέίτε την ταινία. Όπως ξαναείπα σε αρκετά σημεία είναι εντυπωσιακή οπτικά. Μέχρις εκεί όμως. Προσωπικά έχω προ πολλού πάψει να ικανοποιούμαι από τέτοια στοιχεία και μόνο. Χωρίς πάντως αυτό να σημαίνει ότι έπληξα βλέποντάς την. Απλώς δεν πρόσθεσα και τίποτα σπουδαίο στην κινηματογραφική μου παιδεία...

Κυριακή, Απριλίου 07, 2013

SFF-RATED 2013 (Ή ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ)

Ο χρόνος πέρασε και ήρθε πάλι ο καιρός για το Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας 2013 (το γνωστό SF-Rated). Από την Τετάρτη 10 Απριλίου (με avant-premiere παρακαλώ). Όπως κάθε χρόνο στον φιλικότατο και συμπαθέστατο Μικρόκοσμο, στη Συγγρού, όπως κάθε χρόνο με πλήθος μικρού μήκους ταινιών που δεν πρόκειται να δειτε πουθενά αλλού και με καμιά δεκαριά μεγάλου μήκους, οι περισσοτερες από τις οποίες δεν θα παιχτούν στα ελληνικά σινεμά. Όσοι πιστοί προσέλθετε (αλλά και οι άπιστοι γίνονται δεκτοί). Καλές ταινίες, σύντροφοι! Θα είμαστε εκεί.
Ακολουθεί το πρόγραμμα:





 

Σάββατο, Απριλίου 06, 2013

ΒΟΥΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΦΕΛΙΝΙΚΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Ένα παιδί πηγαίνει στο σχολείο μέσα από ένα δάσος, ενώ γύρω του απλώνεται πυκνή ομίχλη. Όταν αυτή διαλύετει σε ένα σημείο, προβάλει ένα τεράστιο ζώο, βουβάλι μάλλον. Αλήθεια ή παραίσθηση; Ντάλα μεσημέρι σε μια ιταλική εξοχή. Πάνω σε ένα μοναχικό, πανύψηλο δέντρο, ένας ψιλόλιγνος άντρας φωνάζει: "Θέλω γυναίκα!". Ένα υπαίθριο γλέντι γάμου σε μια παραλία. Λίγο πιο πέρα από το μακρύ τραπέζι ένας τυφλός ακορντεονίστας παίζει την υπέροχη μουσική του. Ένα πελώριο, ολόφωτο υπερωκεάνειο εμφανίζεται ξαφνικά ανάμεσα σε πέπλα ομίχλης, γεμίζοντας ενθουσιασμό τους κατοίκους της πόλης που έχουν ανοιχτεί μέσα σε βάρκες για να θαυμάσουν το νυχτερινό του πέρασμα.
Πρόκειται βέβαια για ελάχιστες μόνο από τις μαγικές σκηνές που συνθέτουν το "Amarcord" που γύρισε το 1973 ο μεγάλος Federico Fellini. Μια ταινία μαγική, παραισθητική, γλυκόπικρη και κωμική ταυτόχρονα. Τι ακριβώς είναι όμως το "Amarcord", που σημαίνει "θυμάμαι"; Είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος: Οι αναμνήσεις του Φελίνι από την παιδική του ηλικία στο Ρίμινι, όπου μεγάλωσε, στη δεκαετία του 30.
Ο Φελίνι ποτέ δεν υπήρξε λάτρης του στέρεου, αυστηρά δομημένου σεναρίου. Συχνά τα σενάριά του ήταν αυτοσχεδιαστικά, σκόρπια, σαν τυχαίες ψηφίδες που συνθέτουν ένα παζλ (θυμηθείτε το "8 1/2", το "Σατιρικόν", την "Ιουλιέτα των Πνευμάτων" κλπ.). Έτσι και εδώ. Μην περιμένετε μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και κορυφώσεις. Αυτή τη φορά οι ψηφίδες αφορούν τις αναμνήσεις του απο την παιδική ηλικία, όπως είπαμε, που διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια ενός χρόνου. Οι ήρωες των αναμνήσεων είναι διάφοροι. Τα περιστατικά καλύπτουν μία ευρύτατη συναισθηματική γκάμα, από ευτράπελα έως τραγικά. Κι όμως διαθέτουν ένα κοινό ύφος. Μια απίστευτη μαγεία, μια εντονότατη νοσταλγική ατμόσφαιρα (η νοσταλγία άλλωστε είναι νομίζω το κυρίαρχο στοιχείο στο φιλμ). Κι όλα αυτά πλημμυρισμένα από την υπέροχη μουσική του Nino Rota, που προσθέτει τόσο στη νοσταλγική ατμόσφαιρα όσο και στην όλη μαγεία του φιλμ.
Η μνήμη, φιλτραρισμένη μέσα από τον χρόνο, σπάνια προσεγγίζει την απόλυτη αλήθεια. Συχνά παραποιούμε όσα ζήσαμε, νομίζουμε ότι τα πράγματα συνέβησαν αλλιώς. Η ονειρική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το φιλμ, οι συχνά παραισθητικές σκηνές, το αξεδιάλυτο ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, τονίζουν με ιδανικό τρόπο το στοιχείο αυτό: Τα πράγματα φαίνονται έτσι επειδή έτσι τα θυμόμαστε. Όχι υποχρεωτικά επειδή έτσι συνέβησαν στ' αλήθεια. Και ποιος είναι ο ιδανικότερος δημουργός για να τονίσει αυτό το στοιχείο αν όχι ο Φελίνι;
Φυσικά και εδώ πανταχού παρόν, όπως σε πολλά άλλα φιλμ του, είναι και ένα άλλο στοιχείο, το γκροτέσκο. Δεν είναι μόνο τα συχνά παράδοξα περιστατικά ή οι εκκεντρικοί χαρακτήρες που τονίζουν αυτή τη διάσταση. Είναι και οι ίδιες οι απίστευτες μορφές των ηθοποιών (ερασιτέχνες οι περισσότεροι): Ο τυφλός ακορντεονίστας, η νάνος καλόγρια, η ψιλικατζού με τα γιγάντια στήθη, ο τρελός θείος, η νυμφομανής της πόλης, ο ελαφρώς ξεμωραμένος παπούς και τόσοι άλλοι είναι φιγούρες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη και που νομίζω ότι θα κατοικούν εκεί για όλη μας τη ζωή. Το στοιχείο του γκροτέσκου άλλωστε τονίζεται περαιτέρω με την θεατρική διάσταση που συχνά υπάρχει, τα μερικές φορές εμφανώς ψεύτικα σκηνικά (όπως αυτά της νυχτερινής θάλασσας). Όπως επίσης και με την ύπαρξη ενός αφηγητή, ο οποίος, γυρίζοντας προς την κάμερα, λέει στους θεατές σύντομα κομάτια από την ιστορία της πόλης, θυμίζοντάς μας έτσι ότι όσα βλέπουμε είναι σινεμά, είναι κατασκευασμένα και όχι υποχρεωτικά αληθινά. Θα το πω για μια ακόμα φορά: Όλα, μα όλα, συμβάλλουν ιδανικά στη δημιουργία της χαρακτηριστικής μαγικής και ονειρικής ατμόσφαιρας, που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του δημιουργού.
Ο Φελίνι συχνά κατηγορήθηκε για έλλειψη πολιτικών θέσεων. Όλα όσα βλέπουμε στην ταινία διαδραματίζονται σε μια εποχή όπου ο φασισμός κυριαρχεί. Πολύ λίγα όμως απ' όσα συμβαίνουν σχετίζονται μ' αυτόν. Βεβαίως υπάρχουν μερικές σκηνές που αναφέρονται στην πολιτική κατάσταση, και μάλιστα φανερώνουν την αντιπάθεια του Φελίνι γι' αυτήν, όπως η σκηνή όπου ο πατέρας του μικρού ήρωα ποτίζεται ρετσινόλαδο απ' τους φασίστες. Ωστόσο σε καμία περίπτωση η πολιτική κατάσταση δεν αποτελεί το επίκεντρο του φιλμ. Προσωπικά δεν μου φαίνεται παράξενο. Το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη είναι να καταγράψει τις φιλτραρισμένες μέσα από το χρόνο - και γι' αυτό πιθανόν αλλαγμένες - αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται την πολιτική κατάσταση. Μπορούν να παίζουν και να είναι ευτυχισμένα κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς, και μάλιστα να πείθονται απ' αυτό. Όταν ενηλικιωθούν βέβαια όλα αυτά αλλάζουν. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υποκειμενική καταγραφή παιδικής ηλικίας. Να γιατί κάπως απουσιάζει το πολιτικό πλαίσιο.
Φυσικά θεωρώ την ταινία αριστούργημα. Μη σας πτοήσει η έλλειψη "κανονικής" πλοκής. Αφεθείτε στη μαγεία της, γελάστε ή δακρύστε, πάνω απ' όλα όμως απολαύστε την. Σπάνια το σινεμά μπορεί να γίνει τοσο ευαίσθητο!

Πέμπτη, Απριλίου 04, 2013

ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΤΙΠΟΤΑ "ΔΕΝ ΚΡΑΤΙΕΤΑΙ"...

Όσοι παρακολουθούν αυτό το μπλογκ ξέρουν καλά ότι είμαι φαν του σινεμά του Pedro Almodovar. Οι αρκετές τελευταίες ταινίες του με είχαν μάλιστα ενθουσιάσει. Δυστυχώς δεν συνέβει το ίδιο με το "Δεν Κρατιέμαι" (Los Amantes Pasajeros) του 2013. Μπορώ να πω μάλιστα ότι ίσως και να τη θεωρώ τη χειρότερη ταινία του από τη μακρινή εποχή των "Γυναικών στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης", οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, σηματοδοτούν το ξεκίνημα της ώριμης περιόδου του.
Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται σε ένα αεροπλάνο που πραγματοποιεί (σκόπευε να πραγματοποιήσει μάλλον) την υπερατλαντική πτήση Ισπανία - Μεξικό. Ένα πρόβλημα όμως στο σύστημα προσγείωσης δημιουργεί τρόμο σε όσους γνωρίζουν γι' αυτό. Οι επιβάτες της οικονομικής θέσης ναρκώνονται από το πρωσωπικό για να μην υπάρξει πανικός και οι μόνοι που αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει είναι οι λίγοι και απόλυτα ετερόκλητοι επιβάτες της business class. Και φυσικά το προσωπικό: Οι τρεις γκέι αεροσυνοδοί και οι δύο αμφι πιλότοι. Σιγά - σιγά οι μάσκες πέφτουν, όλοι θέλουν να επικοινωνήσουν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα στην Ισπανία (και μπορούν να το κάνουν μόνο από το δημόσιο τηλέφωνο που είναι ανοιχτής ακρόασης), οπότε γνωρίζουμε ποιος είναι ποιος και γιατί βρίσκεται εκεί, ενώ οι προσωπικές τους ιστορίες (απίθανες όπως πάντα στον αλμοδοβαρικό κόσμο) ανακατεύονται με τα τεκταινόμενα στο αεροπλάνο. Εν τω μεταξύ οι πλάκες με τους γκέι και τη συμπεριφορά τους συνεχίζονται αδιάκοπα, ενώ μαθαίνουμε εν καιρώ ότι όλοι πηδιούνται με όλους...
Φυσικά οι περισσότερες ιστορίες περιστρέφονται γύρω από το σεξ και τον έρωτα σε όλες τις μορφές τους. Και υπάρχουν αναφορές και στη σύγχρονη κατάσταση της Ισπανίας. Συνολικά πάντως ο Αλμοδοβάρ εγκαταλείπει εδώ το γνωστό μπαρόκ μελοδραματικό κλίμα του - πάντοτε διανθισμένο ωστόσο με χιούμορ και με την αμίμητη κιτς αισθητική του - για μια καθαρή κωμωδία. Αυτό από μόνο του δεν έχει τίποτα το κακό. Είναι το στιλ και η ποιότητα της κωμωδίας που με ενόχλησαν. Βρήκα το όλο χιούμορ με τους γκέι επιπέδου Σεφερλή (εντάξει, είμαι υπερβολικός, δεν είναι τόσο κακό, αλλά παρασύρομαι από τις συγκρίσεις με άλλες ταινίες του σκηνοθέτη), το όλο στόρι κάπως χύμα, τις καταστάσεις τραβηγμένες, όχι όμως γοητευτικά τραβηγμένες όπως παλιότερα. Απλώς τραβηγμένες. Προσπαθώ να εκφράσω όσο πιο λογικά μπορώ τι ήταν αυτό που δεν μου άρεσε. Δεν το πετυχαίνω απόλυτα. Είναι πάντως γεγονός ότι κάπου στη μέση βαρέθηκα! Ειναι πρώτη φορά που μου συμβαίνει σε ταινία του Αλμοδοβάρ. Αυτή τη φορά βρίσκω ότι, πολύ απλά, το γνωστό (και αριστουργηματικό για μένα) αλμοδοβαρικό μπάχαλο δεν λειτουργεί. Εντάξει, κάποιες έξυπνες και αστείες στιγμές υπάρχουν. Προφανώς. Και υπάρχει και η κιτς, κοντά στην ψυχαδέλεια των 60ς αισθητική που έχει πλάκα. Το όλο πράγμα όμως μου φάνηκε περισσότερο χοντρό και εύκολο παρά διασκεδαστικό.
Δεν πειράζει. Είναι τόσες οι ταινίες του που μ' αρέσουν, που μπορώ εύκολα να του συγχωρήσω ένα παραστράτημα. Είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα ξαναδούμε καλά πράγματα από τον Αλμοδοβάρ. Ο οποίος μάλιστα (αν εξαιρέσουμε προφανώς αυτό το φιλμ) για μένα τουλάχιστον διανύει περίοδο ακμής και ωριμότητας.

Δευτέρα, Απριλίου 01, 2013

ΟΤΑΝ Ο ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΙΤΣΑΜ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ

Οι Olivier Babinet και Fred Kihn είναι γάλλοι. Όπως αποδεικνύει περίτρανα η πρώτη ταινία τους, που γύρισαν το 2010 "Ο Ρόμπερτ Μιτσαμ είναι Νεκρός", οι επιροές τους δεν κρύβονται. Αντίθετα είναι κάτι περισσότερο από εμφανείς.
Η ταινία είναι μια ελεγεία για περίεργους losers. Το απίθανο τρίο των πρωταγωνιστών της αποτελείται από έναν μεσήλικα ροκά, πρώην μέλος συγκροτήματος, έναν πανύψηλο και ατσούμπαλο άνεργο ηθοποιό και έναν απίστευτο μαύρο... ροκαμπιλά (που για μένα είναι όλα τα λεφτά, και γι' αυτό θα επανέλθουμε σ' αυτόν). Ο πρώτος είναι μάνατζερ του δεύτερου και, όταν μαθαίνει ότι ένας διάσημος παλαίμαχος πλέον σκηνοθέτης του Χόλιγουντ βρίσκεται σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου σε μια μικρή, χαμένη πόλη κάπου μέσα στον... Αρκτικό Κύκλο, βουτάει απλούστατα ένα αυτοκίνητο, το πολύτιμο σενάριο που έχει γράψει και τον μάλλον άβουλο wannabe πρωταγωνιστή του και φεύγουν δίχως την παραμικρή προετοιμασία για εκεί. Μέχρι να φτάσουν θα συμβούν πολλά.
Road movie, κουφές φάσεις, σχετικά λίγοι διάλογοι, παράδοξες συμπεριφορές, κάποια συγκίνηση και νοσταλγία, ιδιόρυθμο χιούμορ, κοινότοπα μέρη και χώροι σαν σκηνικά και ένας γενικός μινιμαλισμός συνθέτουν ένα κράμα που είναι μεν γοητευτικό (μάλλον για λίγους, φοβάμαι), πλην όμως... σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; (για να επανέλθουμε στις επιροές που λέγαμε). Ε, λοιπόν, λίγες σκηνές μόνο να δει κανείς μεταφέρεται αμέσως σε ένα κλίμα ολόιδιο μ' αυτό του Aki Kaurismaki, με προσθήκες Τζάρμους. Οι δημιουργοί δεν κάνουν καμιά απολύτως προσπάθεια να κρύψουν αυτές τις "εκκωφαντικές" επιδράσεις. Μάλλον το αντίθετο. Σα να πασχίζουν πάσει θυσία να μιμηθούν τους σκηνοθέτες αυτούς. Κατά τη γνώμη μου δεν καταφέρνουν να φτάσουν τα πρότυπά τους, ωστόσο βρήκα το αποτέλεσμα συμπαθητικό, δίχως όμως να είναι και κάτι φοβερό.
Η συγκίνηση που λέγαμε πάντως ενυπάρχει στην όλη συνταγή: Κρύβεται στην άρνηση των ηρώων να ενηλικιωθούν και να ζήσουν μια "φυσιολογική" (;) ζωή, στις εμμονές τους, στην προδιαγεγραμμένη αποτυχία των προσπαθειών τους, στην αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν το σκληρό πρόσωπο της αληθινής ζωής. Ο μάνατζερ και αποτυχημένος ροκάς προβάλλει τα νεανικά όνειρά του στον προστατευόμενό του ηθοποιό, ο οποίος τον ακολουθεί πειθήνια ενώ παλεύει με την κατάθλιψη και τις τάσεις αυτοκτονίας. Οι τύποι που θα συναντήσουν στο ταξίδι τους είναι εξ ίσου παράδοξες προσωπικότητες, αποτυχημένοι κι αυτοί με διάφορους τρόπους και σε διάφορους τομείς. Το τέλος μένει κι αυτό ανοιχτό. Ο καθένας θα ακολουθήσει το δρόμο του στο πουθενά. Ποιος θα είναι αυτός; Άγνωστο.
Και γυρίζουμε στον απίστευτο μαύρο, που θα πάρουν (μάλλον άθελά τους) μαζί τους: Μάλλον πρώτη φορά θα δείτε μαύρο ροκαμπιλά, με το μαλί όρθιο (αν και κατσαρό φυσικά), με σαν βρικόλακα μακριά νύχια και κατάμαυρο ντύσιμο. Ο τύπος παίζει διάφορα παράδοξα ηλεκτρονικά όργανα, ίσως και ιδιοκατασκευές, που θυμίζουν τα πρώτα αντίστοιχα των 60ς, διαθέτει απίθανη φάτσα και, γενικά, αποτέλεσε για μένα μια διαρκή πηγή διασκέδασης, δίχως ουσιαστικά να κάνει ή να λέει τίποτα ιδιαίτερο.
Συνολικά δεν την θεωρώ και πολύ σπουδαία ταινία και μάλλον με ενόχλησαν οι τόσο φανερές επιδράσεις. Ωστοσο την είδα ευχάριστα. Αν σας αρέσει το κλίμα των προτύπων των δύο γάλλων, τότε μάλλον θα τη βρείτε κι εσείς συμπαθητική. Μέχρις εκεί όμως.

Σάββατο, Μαρτίου 30, 2013

ΤΟ "ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ", Ο ΚΑΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Αν φτιάχναμε μια λίστα με τις 10 γνωστότερες ελληνικές ταινίες από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, το "Ρεμπέτικο" του Κώστα Φέρρη θα καταλάμβανε σίγουρα μια θέση. Γυρισμένο το 1983, έγινε πασίγνωστο όχι μόνο σαν ταινία, αλλά και μέσα από άλλους δρόμους που θα συζητήσουμε παρακάτω.
Ο Φέρρης είναι βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου. Της μουσικής του και του ιδιαίτερου τρόπου ζωής που το συνόδευε. Η ιδέα της ταινίας είναι σίγουρα μεγαλεπήβολη: Να φτιαχτεί κάτι που θα αγκαλιάζει ολόκληρη τη μουσική αυτή, που σημάδεψε και υπήρξε το λίκνο απ' όπου ξεπήδησε όλη σχεδόν η ελληνική μουσική που ξέρουμε, την εξέλιξη, τις φάσεις της και την τελική παρακμή της και, μέσα απ' αυτή τη μουσική οδύσσεια, να σκιαγραφήσει και την ελληνική ιστορία σχεδόν των 2/3 του 20ου αιώνα στην Ελλάδα. Ως ένα βαθμό τουλάχιστον νομίζω ότι τα κατάφερε.
Λέω "ως ένα βαθμό" διότι ξαναβλέποντας την ταινία μετά από πολλά χρόνια ανακαλύπτω κάμποσα αρνητικά για μένα στοιχεία, με βασικά μερικές κακές ηθοποιίες (αντίθετα κάποιες άλλες είναι εξαιρετικές) και μια ελλειπτικότητα στην αφήγηση, κάποια ξαφνικά άλματα (ή χάσματα) που δεν βοηθούν στην ομαλή πορεία της ιστορίας. Ωστοσο νομίζω ότι έχει πιάσει αυτό το βαθύτερο πνεύμα που χαρακτήριζε έναν περιθωριακό και καθόλου "καθώς πρέπει" τρόπο ζωής, έκφραση του οποίου υπήρξαν τα τραγούδια αυτά. Ας μη ξεχνάμε ότι το ρεμπέτικο άνθησε σε πάμφτωχα στρώματα της τότε ελληνικής κοινωνίας, στις φτωχές εργατικές συνοικίες, στους εξαθλιωμένους πρόσφυγικούς καταυλισμούς αμέσως μετά την καταστροφή και, κυρίως, στα λούμπεν στοιχεία που φυτοζωούσαν στο περιθώριο σημαντικών ελληνικών φαινομένων όπως η (ατελής) ανάπτυξη της αστικής τάξης, η καλλιέργεια του (ολέθριου όπως αποδείχτηκε) μεγαλοϊδεατισμού, η βαθμιαία έξοδος από τη μιζέρια σχετικά μεγάλων τμημάτων του λαού, η πνευματική παραγωγή της "γενιάς του '30" κλπ. Αυτά τα προλεταριακά ή λούμπεν στρώματα δεν είχαν τίποτα να κερδισουν απ' όσα αναφέραμε παραπάνω. Διέθεταν έναν "μποέμικο" θα λέγαμε τρόπο ζωής, λάτρεψαν το αλκοόλ ή το χασίς, εφηύραν έναν δικό τους κώδικα τιμής (ή, αν θέλετε, έναν δικο τους τσαμπουκά), που εκφράστηκε μέσα από την συμπεριφορά του "μάγκα".
Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στην ταινία, η οποία παρακολουθεί ουσιαστικά τρεις γενιές: Με κεντρική ηρωίδα τη Μαρίκα, μια διάσημη τραγουδίστρια του ρεμπέτικου, ξεκινά από τα χρόνια της μητέρας της, όταν η ίδια ήταν ακόμα παιδί, και καταλήγει στην εποχή που και η δική της κόρη έχει πια γίνει γυναίκα. Παράλληλα με την ιστορία της Μαρίκας ξετυλίγεται, όπως είπαμε, και η ιστορία του ρεμπέτικου, με τις μεταλλάξεις και την τελική υιοθέτησή του από τα "σαλόνια", αλλά και οι βασικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας. Σαν χαρακτήρας πάντως η Μαρίκα βιώνει απόλυτα αυτό που οι ρεμπέτες ονομάζουν "καημό". Άτυχη στον έρωτα, αποξενωμένη (με δική της ευθύνη) από την κόρη της, αυτοκαταστροφική ακόμα και στις περιόδους της μεγάλης επιτυχίας, οδηγείται τελικά στον απόλυτα άδοξο θάνατο.
Συνολικά νομίζω ότι όλη αυτή η "τοιχογραφία" μιας ολόκληρης εποχής λειτουργεί ως τέτοια, παρά τα επί μέρους αρνητικά στοιχεία. Θα ήθελα όμως να επικεντρώσω σε ένα ιδιάιτερο στοιχείο της ταινίας, που είναι σπάνιο γενικότερα στον κινηματογράφο: Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια από τις λίγες φορές που η φήμη ενός φιλμ οφείλεται περισσότερο στη μουσική του παρά στο ίδιο. Ουσιαστικά το σήμα κατατεθέν του φιλμ είναι η εξαιρετική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Τα σαν-ρεμπέτικα, πλην όμως γραμμένα στη δεκαετία του '80 (όταν το ρεμπέτικο είχε πια προ πολλού σβήσει) τραγούδια του κολλάνε στο μυαλό και, φυσικά παραμένουν πασίγνωστα και τραγουδιούνται μέχρι τις μέρες μας. Σπάνια η μουσική που γράφτηκε ειδικά για μια ταινία υπήρξε τοσο ταιριαστή με το περιεχόμενό της. Τελικά δεν ξέρω αν θα ήταν τόσο διάσημο το φιλμ αυτό αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη μουσική.
 Πέραν αυτών όμως - και των προβλημάτων που προσωπικά τουλάχιστον εντοπίζω - πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα σημαντικό εγχείρημα, που δίκαια κατέχει τη θέση που κατέχει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.