Το έργο του Σταύρου Τσιώλη (1937-2019) ή σε απωθεί ή σε κερδιζει αμέσως και σε κάνει να το αγαπήσεις βαθύτατα. Συνήθως μιλάμε για cult ταινίες, εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με έναν cult δημιουργό, με εντελώς προσωπικό, αναγνωρίσιμο ύφος (μετά τη δεκαετία του 80 τουλάχιστον). To 1992 συνεργάζεται σε σενάριο και σκηνοθεσία με τον αδικοχαμένο Χρήστο Βακαλόπουλο (1956-1993) γυρίζοντας το "Παρακαλώ Γυναίκες μην Κλαίτε".
Ένας "μεγάλος" (υποτίθεται) ηλικιωμένος αγιογράφος, ο Θεοφάνης, καταφτάνει με τον βοηθό του Θεοδόσιο σε ένα έρημο μοναστήρι πάνω από ένα ορεινό χωριό στην Πελοπόννησο με συμβόλαιο να μείνουν εκεί και νο το αγιογραφήσουν. Υπάρχουν επίσης οι επίτροποι, υπάρχουν οι κάτοικοι του χωριού, οι πιστοί που έρχονται να "προσκυνήσουν" τον Θεοφάνη, δύο τσιγγάνοι, μια κοπέλα που φτάνει να μαθητεύσει μαζί τους, ένας βοσκός... Καθώς θα συμβαίνουν διάφορα ενίοτε ξεκαρδιστικά, με το χαρακτηριστικό "τσιωλικό" χιούμορ, οι μέρες και οι μήνες φεύγουν και οι αγιογράφοι περνάνε "ζωή και κότα" δίχως να έχουν καν ξεκινήσει τη δουλειά τους...
Υπόγειο χιούμορ, κλαρίνα και σκυλάδικα, απίστευτοι τύποι και καθημερινοί άνθρωποι της επαρχίας μαζί, απατεωνιές και μικρές απάτες, άφθονο κιτς, Ντάτσουν, πλούσιοι ελληνοαμερικάνοι, εκκλησιαστικοί παράγοντες και άλλα πολλά συνθέτουν ένα αληθινά απίστευτο, σπαρταριστό πορτρέτο της ελληνικής επαρχίας και της ελληνικής πραγματικότητας γενικότερα στα χειρότερά της (ή μήπως, ταυτόχρονα, στα γλυκύτερά της;) Διότι αυτή είναι η ματιά του Τσιώλη: Κατάδειξη όλης της γελοιότητας, της μιζέριας, της κακογουστιάς, της κουτοπονηριάς που μας διακρίνει ως λαό και συγχρόνως μια βαθιά συμπάθεια και κατανόηση για όλα αυτά. Διότι αυτό υπήρξε πάνω απ' όλα ο Τσιώλης: Ένας "γλυκός" δημιουργός.
Φυσικά την παράσταση κλέβει ο Γιώργος Μπακιρτζής, με την μπάσα φωνή και τα όσα στομφώδη, μεγαλεπήβολα και "λαοπλάνα"αραδιάζει σε όλη την ταινία, ενώ κατά βάθος δεν είναι παρά ένας μοναχικός μικροαπατεώνας. που ερωτεύεται δίχως τύχη, αλλά και αισιόδοξος κατά βάθος. "Πάμε γι' άλλα" θα έπρεπε να είναι το μότο του. Και βέβαια ο "άγιος" Θεοφάνης, που το μόνο που κάνει είναι να τρώει τον αγλέωρα και να αράζει αναπαυτικά, να δέχεται τις υπηρεσίες και το σεβασμό όλων και ο ίδιος να μην κουνά ούτε το μικρό του δαχτυλάκι.
Ξέρω ότι πολλούς θα ξενίσει το παράδοξο, "λαϊκό" ύφος των δημιουργών. Για μένα είναι μία από τις καλύτρερες ελληνικές ταινίες.
Κυριακή, Οκτωβρίου 13, 2019
Σάββατο, Οκτωβρίου 12, 2019
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ "ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΦΛΕΓΕΤΑΙ"
Για μένα από τώρα ήδη παίρνει θέση στα 10 καλύτερα του 2019. Εννοώ το γαλλικό "Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται" (Portrait de la Jeune Fille en Feu) της Celine Sciamma. Ένα φιλμ με μια λεσβιακή σχέση στο επίκεντρό της, αλλά με πολλά επίπεδα και πολλές άλλες προεκτάσεις.
Στα τέλη του 18ου αιώνα μια ζωγράφος φτάνει με βάρκα σε μια απομονωμένη έπαυλη ιταλίδας αριστοκράτισας. Αποστολή της να φτιάξει το πορτρέτο της νεαρής κόρης της. Αυτό θα σταλεί στον μέλλοντα σύζυγο της μικρής (δεν έχουν ποτέ ειδωθεί μεταξύ τους), ώστε εκείνος να έχει μια εικόνα της πριν τον προκαθορισμένο γάμο. Μόνο που η μελλοντική νύφη αρνείται να ποζάρει, φοβούμενη - όπως είναι φυσικό - το γάμο με έναν άγνωστο. Έτσι η ιδιότητα της ζωγράφου αποκρύπτεται, υποτίθεται ότι προσλαμβάνεται ως συνοδός, και είναι υποχρεωμένη, παρατηρώντας διαρκώς την κοπέλα, να τη ζωγραφίζει κρυφά τις νύχτες από μνήμης. Όμως...
Θαύμασα πολλά πράγματα στο φιλμ, τόσο κινηματογραφικά όσο και νοηματικά. Την υπέροχη φωτογραφία και τις συνθέσεις των πλάνων, που παραπέμπουν άμεσα σε πίνακες της εποχής (γαλλικά και ολλανδικά εσωτερικά). Τις θαυμάσιες ηθοποιίες, τη λιτή αλλα ουσιαστική ατμόσφαιρα... Νοηματικά το φιλμ είναι βαθιά φεμινιστικό. Ουσιαστικά, δίχως τίποτα ακραίο ή μελοδραματικό, αποτυπώνει με θαυμάσιο τρόπο την καταπίεση των γυναικών (από τον εγκλεισμό σε μοναστήρι έως έναν υποχρεωτικο γάμο, από την έξοδο από το σπίτι μόνο με συνοδεία μέχρι την απαγόρευση σε γυναίκες ζωγράφους να ζωγραφίζουν άντρες...) Ταυτόχρονα είναι μια κραυγή ελευθερίας, μια ιστορία για έναν βαθύ έρωτα, μια ιστορία συνειδητοποίησης της θέσης της γυναίκας, ένας στοχασμός πάνω στη ζωγραφική... και, τελικά, ένα φιλμ με πολύ πάθος (αν και, επαναλαμβάνω, όχι μελοδραματικό). Εντυπωσιακή χρήση της (ελάχιστης) μουσικής ενώ, από ένα σημείο και πέρα, κυριαρχεί μια σχεδόν μεταφυσική ατμόσφαιρα.
Θα επαναλάβω ότι για μένα μπαίνει δικαιωματικά στα 10 καλύτερα του 2019.
ΥΓ: Φοβερή η ηθοποία της τελικής σκηνής.
Στα τέλη του 18ου αιώνα μια ζωγράφος φτάνει με βάρκα σε μια απομονωμένη έπαυλη ιταλίδας αριστοκράτισας. Αποστολή της να φτιάξει το πορτρέτο της νεαρής κόρης της. Αυτό θα σταλεί στον μέλλοντα σύζυγο της μικρής (δεν έχουν ποτέ ειδωθεί μεταξύ τους), ώστε εκείνος να έχει μια εικόνα της πριν τον προκαθορισμένο γάμο. Μόνο που η μελλοντική νύφη αρνείται να ποζάρει, φοβούμενη - όπως είναι φυσικό - το γάμο με έναν άγνωστο. Έτσι η ιδιότητα της ζωγράφου αποκρύπτεται, υποτίθεται ότι προσλαμβάνεται ως συνοδός, και είναι υποχρεωμένη, παρατηρώντας διαρκώς την κοπέλα, να τη ζωγραφίζει κρυφά τις νύχτες από μνήμης. Όμως...
Θαύμασα πολλά πράγματα στο φιλμ, τόσο κινηματογραφικά όσο και νοηματικά. Την υπέροχη φωτογραφία και τις συνθέσεις των πλάνων, που παραπέμπουν άμεσα σε πίνακες της εποχής (γαλλικά και ολλανδικά εσωτερικά). Τις θαυμάσιες ηθοποιίες, τη λιτή αλλα ουσιαστική ατμόσφαιρα... Νοηματικά το φιλμ είναι βαθιά φεμινιστικό. Ουσιαστικά, δίχως τίποτα ακραίο ή μελοδραματικό, αποτυπώνει με θαυμάσιο τρόπο την καταπίεση των γυναικών (από τον εγκλεισμό σε μοναστήρι έως έναν υποχρεωτικο γάμο, από την έξοδο από το σπίτι μόνο με συνοδεία μέχρι την απαγόρευση σε γυναίκες ζωγράφους να ζωγραφίζουν άντρες...) Ταυτόχρονα είναι μια κραυγή ελευθερίας, μια ιστορία για έναν βαθύ έρωτα, μια ιστορία συνειδητοποίησης της θέσης της γυναίκας, ένας στοχασμός πάνω στη ζωγραφική... και, τελικά, ένα φιλμ με πολύ πάθος (αν και, επαναλαμβάνω, όχι μελοδραματικό). Εντυπωσιακή χρήση της (ελάχιστης) μουσικής ενώ, από ένα σημείο και πέρα, κυριαρχεί μια σχεδόν μεταφυσική ατμόσφαιρα.
Θα επαναλάβω ότι για μένα μπαίνει δικαιωματικά στα 10 καλύτερα του 2019.
ΥΓ: Φοβερή η ηθοποία της τελικής σκηνής.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 10, 2019
ΣΙΝΕΦΙΛ ΚΑΙ ΥΠΝΩΤΙΚΟ "ΑΥΓΟ"
Ο Quan'an Wang είναι κινέζος, το "Αυγό" (Ondog) όμως του 2019 είναι γυρισμένο ολόκληρο στην αχανή μογγολική στέπα. Και είναι μια ταινία που απευθύνεται αποκλειστικά σε σινεφίλ.
Ένας 18χρονος αστυνομικός καλείται να περάσει ολομόναχος μια νύχτα στο πουθενά της στέπας φυλάσοντας ένα πτώμα που βρέθηκε εκεί. Θα τον βοηθήσει μια μεγαλύτερή του γυναίκα βοσκός, που ζει επίσης ολομόναχη στην ακατοίκητη περιοχή (ο κοντινότερος γείτονας απέχει από τη σκηνή της πολλά - πολλά χιλιόμετρα). Εκείνη τη νύχτα θα κάνουν έρωτα κι αυτή θα μείνει έγκυος...
Είπα πριν ότι απευθύνεται σε σινεφίλ. Ο λόγος είναι οι αργοί, τελετουργικοί ρυθμοί και ο μινιμαλισμός τόσο της εικόνας όσο και της ιστορίας. Η επίδραση αυτών των χαρακτηριστικών υπήρξε για μένα υπνωτική, όχι με την έννοια της βαρεμάρας, αλλά της απόλυτης βύθισης σ' αυτό το ατελείωτο, επίπεδο τοπίο, που εκτείνεται παντού τριγύρω δίχως να μοιάζει να σταματά πουθενά. Η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα μιας μοναχικής ζωής, σε απόλυτα αρμονική σχέση με τη φύση, φαντάζει απίστευτη για το δικό μας τρόπο ζωής. Κι όμως, η ταινία διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή. Οι ήρωες διαθέτουν μηχανές, κινητά, περιπολικά. Ωστόσο τα πάντα εκεί μοιάζουν να παραμένουν αναλλοίωτα, αιώνια, ενώ το αχανές, γυμνό τοπίο, με τα επιβλητικά σύννεφα, τον χαμηλό ήλιο ή το νυχτερινό σκοτάδι είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής - και είναι υποβλητικό.
Ταυτόχρονα το φιλμ διαθέτει την έντονη φεμινιστική πλευρά του, καθώς καταγράφει τη δύναμη μιας γυναίκας, την ανεξαρτησία της, την αποκλειστικά δική της λήψη αποφάσεων για τη ζωή της, αλλά και την απόλυτη αποδοχή και κατανόηση από μέρους της του κύκλου της ζωής.
Σας είπα: Εγώ βυθίστηκα στην ταινία, αλλά, επαναλαμβάνω, απευθύνεται αποκλειστικά σε σινεφίλ. Οι υπόλοιποι "μη εκπαιδευμένοι" θεατές θα κουραστούν.
Ένας 18χρονος αστυνομικός καλείται να περάσει ολομόναχος μια νύχτα στο πουθενά της στέπας φυλάσοντας ένα πτώμα που βρέθηκε εκεί. Θα τον βοηθήσει μια μεγαλύτερή του γυναίκα βοσκός, που ζει επίσης ολομόναχη στην ακατοίκητη περιοχή (ο κοντινότερος γείτονας απέχει από τη σκηνή της πολλά - πολλά χιλιόμετρα). Εκείνη τη νύχτα θα κάνουν έρωτα κι αυτή θα μείνει έγκυος...
Είπα πριν ότι απευθύνεται σε σινεφίλ. Ο λόγος είναι οι αργοί, τελετουργικοί ρυθμοί και ο μινιμαλισμός τόσο της εικόνας όσο και της ιστορίας. Η επίδραση αυτών των χαρακτηριστικών υπήρξε για μένα υπνωτική, όχι με την έννοια της βαρεμάρας, αλλά της απόλυτης βύθισης σ' αυτό το ατελείωτο, επίπεδο τοπίο, που εκτείνεται παντού τριγύρω δίχως να μοιάζει να σταματά πουθενά. Η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα μιας μοναχικής ζωής, σε απόλυτα αρμονική σχέση με τη φύση, φαντάζει απίστευτη για το δικό μας τρόπο ζωής. Κι όμως, η ταινία διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή. Οι ήρωες διαθέτουν μηχανές, κινητά, περιπολικά. Ωστόσο τα πάντα εκεί μοιάζουν να παραμένουν αναλλοίωτα, αιώνια, ενώ το αχανές, γυμνό τοπίο, με τα επιβλητικά σύννεφα, τον χαμηλό ήλιο ή το νυχτερινό σκοτάδι είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής - και είναι υποβλητικό.
Ταυτόχρονα το φιλμ διαθέτει την έντονη φεμινιστική πλευρά του, καθώς καταγράφει τη δύναμη μιας γυναίκας, την ανεξαρτησία της, την αποκλειστικά δική της λήψη αποφάσεων για τη ζωή της, αλλά και την απόλυτη αποδοχή και κατανόηση από μέρους της του κύκλου της ζωής.
Σας είπα: Εγώ βυθίστηκα στην ταινία, αλλά, επαναλαμβάνω, απευθύνεται αποκλειστικά σε σινεφίλ. Οι υπόλοιποι "μη εκπαιδευμένοι" θεατές θα κουραστούν.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 07, 2019
"VALLEY OF THE BEES": ΟΔΥΝΗΡΗ ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ ΣΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟ
Το 1968 - στα τέλη της "Άνοιξης της Πράγας" δηλαδή - ο Frantisek Vlacil (1924-1999) γυρίζει μια από τις καλύτερες ταινίες της χώρας του, το ασπρόμαυρο, βίαιο μεσαιωνικό δράμα "The Valley of the Bees" (Udoli vcel στα τσέχικα), που η όλη εικόνα του μας φέρνει στο νου φιλμς όπως η "7η Σφραγίδα" του Μπέργκμαν.
Στο μεσαίωνα ένα παιδί καταδικάζεται (για ένα αστείο που έκανε) από τον άρχοντα πατέρα του να κλειστεί σε μοναστήρι ιπποτών, όπου βασιλεύει ο θρησκευτικός φανατισμός και μια απόλυτα μαζοχιστική άποψη για τον χριστιανισμό και όπου θα γίνει στενός φίλος ενός μεγαλύτερού του ιππότη. Νεαρός άντρας πλέον, καταφέρνει να δραπετεύσει από την καταπιεστική μονή και να επιστρέψει στο κάστρο του, όπου ο πατέρας του έχει στο μεταξύ πεθάνει. Εκεί θα προσπαθήσει να βρει την ευτυχία της ζωής (την υλική ευτυχία δηλαδή) γνωρίζοντας για πρώτη φορά την χαρά των εγκοσμίων απολαύσεων, ο φανατικός ιππότης φίλος του όμως θα τον ακολουθήσει ακούραστα για να αποδώσει αυτό που εκείνος εννοεί ως δικαιοσύνη...
Εξαιρετική εικόνα, γυμνή και λιτή ατμόσφαιρα και, συγχρόνως, ένα φιλμ ποικίλων αναγνώσεων: Από τη μία υπάρχει ο φανατικός, μαζοχιστικός χριστιανισμός, όπως είπαμε, αυτός στον οποίο η παραμικρότερη υποψία για αμφισβήτηση τιμωρείται οικτρά. Συνοδεύεται φυσικά από εξ ίσου απόλυτη άρνηση κάθε μορφής ηδονής. Από την άλλη υπάρχει ο αγώνας του ήρωα για ελευθερία από το ασφυκτικό αυτό περιβάλλον ή, αν προτιμάτε, ο αγώνας για την κατάκτηση της επίγειας ευχαρίστησης, της χαράς της ζωής, σε αντίθεση με την κόλαση του μοναστηριού. Ταυτόχρονα αναλύεται ο φανατισμός και η τυφλή πίστη του ιππότη. Ωστόσο η οπτική αυτή δεν είναι μονόπλευρη: Η ανάγκη αναζήτησης του εαυτού, απομόνωσης από τα εγκόσμια, εξακολουθούν να υπάρχουν, νε ενυπάρχουν μέσα στον ήρωα. SPOILER! SPOILER! Ο οποίος μοιάζει να τα έχει ανάγκη, γι' αυτό και η τελική του επιλογή. Σκεφτείτε όμως τι φρίκη προηγήθηκαν για να ληφθεί αυτή η απόφαση! Μήπως μέσα του έχει υποχρεωθεί να την λάβει; Τέλος, δίχως ποτέ να το αναφέρεται καθαρά, η σχέση των δύο ηρώων παρουσιάζει ως σχεδόν ομοφυλοφιλική (ή κρυπτοομοφυλική). Μήπως τελικά ο φανατικός ιππότης κινείται με τόση απανθρωπιά επειδή ζηλεύει; Επειδή του λείπει αυτό που βαθιά μέσα του αγαπά;
Αυτές είναι λίγες μόνο σκέψεις. Ίσως εσείς διακρίνετε και άλλα - ή διαφορετικά - νοήματα σε μια, ούτως ή άλλως, πολυεπίπεδη ταινία. Κι επειδή όλα αυτά συνυπάρχουν με την οπτική ομορφιά, πρόκειται για ταινία που συνίσταται ανεπιφύλακτα.
Στο μεσαίωνα ένα παιδί καταδικάζεται (για ένα αστείο που έκανε) από τον άρχοντα πατέρα του να κλειστεί σε μοναστήρι ιπποτών, όπου βασιλεύει ο θρησκευτικός φανατισμός και μια απόλυτα μαζοχιστική άποψη για τον χριστιανισμό και όπου θα γίνει στενός φίλος ενός μεγαλύτερού του ιππότη. Νεαρός άντρας πλέον, καταφέρνει να δραπετεύσει από την καταπιεστική μονή και να επιστρέψει στο κάστρο του, όπου ο πατέρας του έχει στο μεταξύ πεθάνει. Εκεί θα προσπαθήσει να βρει την ευτυχία της ζωής (την υλική ευτυχία δηλαδή) γνωρίζοντας για πρώτη φορά την χαρά των εγκοσμίων απολαύσεων, ο φανατικός ιππότης φίλος του όμως θα τον ακολουθήσει ακούραστα για να αποδώσει αυτό που εκείνος εννοεί ως δικαιοσύνη...
Εξαιρετική εικόνα, γυμνή και λιτή ατμόσφαιρα και, συγχρόνως, ένα φιλμ ποικίλων αναγνώσεων: Από τη μία υπάρχει ο φανατικός, μαζοχιστικός χριστιανισμός, όπως είπαμε, αυτός στον οποίο η παραμικρότερη υποψία για αμφισβήτηση τιμωρείται οικτρά. Συνοδεύεται φυσικά από εξ ίσου απόλυτη άρνηση κάθε μορφής ηδονής. Από την άλλη υπάρχει ο αγώνας του ήρωα για ελευθερία από το ασφυκτικό αυτό περιβάλλον ή, αν προτιμάτε, ο αγώνας για την κατάκτηση της επίγειας ευχαρίστησης, της χαράς της ζωής, σε αντίθεση με την κόλαση του μοναστηριού. Ταυτόχρονα αναλύεται ο φανατισμός και η τυφλή πίστη του ιππότη. Ωστόσο η οπτική αυτή δεν είναι μονόπλευρη: Η ανάγκη αναζήτησης του εαυτού, απομόνωσης από τα εγκόσμια, εξακολουθούν να υπάρχουν, νε ενυπάρχουν μέσα στον ήρωα. SPOILER! SPOILER! Ο οποίος μοιάζει να τα έχει ανάγκη, γι' αυτό και η τελική του επιλογή. Σκεφτείτε όμως τι φρίκη προηγήθηκαν για να ληφθεί αυτή η απόφαση! Μήπως μέσα του έχει υποχρεωθεί να την λάβει; Τέλος, δίχως ποτέ να το αναφέρεται καθαρά, η σχέση των δύο ηρώων παρουσιάζει ως σχεδόν ομοφυλοφιλική (ή κρυπτοομοφυλική). Μήπως τελικά ο φανατικός ιππότης κινείται με τόση απανθρωπιά επειδή ζηλεύει; Επειδή του λείπει αυτό που βαθιά μέσα του αγαπά;
Αυτές είναι λίγες μόνο σκέψεις. Ίσως εσείς διακρίνετε και άλλα - ή διαφορετικά - νοήματα σε μια, ούτως ή άλλως, πολυεπίπεδη ταινία. Κι επειδή όλα αυτά συνυπάρχουν με την οπτική ομορφιά, πρόκειται για ταινία που συνίσταται ανεπιφύλακτα.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 04, 2019
"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ DICK LONG". ΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΠΩΣ;
Το 2019 ο Daniel Scheinert γυρίζει τη 2η μεγάλου μήκους ταινία του, το "The Death of Dick Long", μια μαύρη κωμωδία με αστυνομική υφή... και μπόλικη κοινωνική κριτική.
Μικρή πόλη κάπου στις νότιες πολιτείες. Μια αντροπαρέα έχει ερασιτεχνική (και χάλια) ροκ μπάντα, κάνει πρόβες στο γκαράζ ενός απ' αυτούς και, σύντομα καταλαβαίνουμε ότι οι πρόβες διαρκούν μάλλον λίγο. Η ουσία είναι το μετά: Μπίρες και φούντα μέχρι τελικής πτώσης, άγριες βόλτες και άλλα (κρυφά απ' τις συζύγους εννοείται)... Σε μια τέτοια νύχτα, ο ένας απ' τους τρεις θα πεθάνει, άγνωστο πώς. Έντρομοι οι άλλοι δύο θα αφήσουν το πτώμα έξω από το νοσοκομείο και θα προσπαθήσουν να καλύψουν το γεγονός, σα να μη ξέρουν τίποτα. Τα γεγονότα και τα μπερδέματα όμως - μικρή πόλη είπαμε - θα ακολουθήσουν ραγδαία.
Το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο νου είναι βεβαίως οι Κοέν. Κατάμαυρο χιούμορ, αμερικάνικη επαρχία, πανηλίθιοι ή/και εκκεντρικοί, απίστευτοι χαρακτήρες, συσσωρευμένη βλακεία, εξ ίσου απίστευτο δίδυμο γυναικών αστυνομικών (σερίφης και βοηθός) και άλλα πολλά. Εδώ, εκτός από τη βλακεία, κυριαρχεί η απόλυτη αντρική καφρίλα. Και, βεβαίως, μια αναπάντεχη ανατροπή / αποκάλυψη, η οποία κινείται εξ ίσου ανάμεσα στο απόλυτα γελοίο και το απόλυτα σοκαριστικό. Προσωπικά διασκέδασα, αλλά και για μια ακόμα φορά εντυπωσιάστηκα (αρνητικά) με την εν γένει καφρίλα της "βαθιάς Αμερικής", αυτής που δεν φαίνεται στη Νέα Υόρκη, τη Βοστώνη ή την Καλιφόρνια. Για μια ακόμα φορά λοιπόν ένα καυστικό σχόλιο για όσα συμβαίνουν κάτω από την ήσυχη επιφάνεια της ήσυχης επαρχίας - και ένα φιλμ που τελικά θα το κατατάσσαμε στο χώρο του weird. Μικρό, ανεξάρτητο, αλλά επιτυχημένο (κατά τη γνώμη μου πάντοτε).
Μικρή πόλη κάπου στις νότιες πολιτείες. Μια αντροπαρέα έχει ερασιτεχνική (και χάλια) ροκ μπάντα, κάνει πρόβες στο γκαράζ ενός απ' αυτούς και, σύντομα καταλαβαίνουμε ότι οι πρόβες διαρκούν μάλλον λίγο. Η ουσία είναι το μετά: Μπίρες και φούντα μέχρι τελικής πτώσης, άγριες βόλτες και άλλα (κρυφά απ' τις συζύγους εννοείται)... Σε μια τέτοια νύχτα, ο ένας απ' τους τρεις θα πεθάνει, άγνωστο πώς. Έντρομοι οι άλλοι δύο θα αφήσουν το πτώμα έξω από το νοσοκομείο και θα προσπαθήσουν να καλύψουν το γεγονός, σα να μη ξέρουν τίποτα. Τα γεγονότα και τα μπερδέματα όμως - μικρή πόλη είπαμε - θα ακολουθήσουν ραγδαία.
Το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο νου είναι βεβαίως οι Κοέν. Κατάμαυρο χιούμορ, αμερικάνικη επαρχία, πανηλίθιοι ή/και εκκεντρικοί, απίστευτοι χαρακτήρες, συσσωρευμένη βλακεία, εξ ίσου απίστευτο δίδυμο γυναικών αστυνομικών (σερίφης και βοηθός) και άλλα πολλά. Εδώ, εκτός από τη βλακεία, κυριαρχεί η απόλυτη αντρική καφρίλα. Και, βεβαίως, μια αναπάντεχη ανατροπή / αποκάλυψη, η οποία κινείται εξ ίσου ανάμεσα στο απόλυτα γελοίο και το απόλυτα σοκαριστικό. Προσωπικά διασκέδασα, αλλά και για μια ακόμα φορά εντυπωσιάστηκα (αρνητικά) με την εν γένει καφρίλα της "βαθιάς Αμερικής", αυτής που δεν φαίνεται στη Νέα Υόρκη, τη Βοστώνη ή την Καλιφόρνια. Για μια ακόμα φορά λοιπόν ένα καυστικό σχόλιο για όσα συμβαίνουν κάτω από την ήσυχη επιφάνεια της ήσυχης επαρχίας - και ένα φιλμ που τελικά θα το κατατάσσαμε στο χώρο του weird. Μικρό, ανεξάρτητο, αλλά επιτυχημένο (κατά τη γνώμη μου πάντοτε).
Τρίτη, Οκτωβρίου 01, 2019
"ADORATION": Η ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ ΕΡΩΤΑ
Το "Adoration" είναι μια γαλλική ταινία που γύρισε το 2019 ο Fabrice du Welz. Πρόκειται για τον απόλυτο ορισμό του amour fou, του τρελού έρωτα, δίχως όρια και αναστολές.
Ένα 12χρονο, μοναχικό και με πλούσια φαντασία αγόρι ζει σε απομονωμένο ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς, στο οποίο δουλεύει ως νοσοκόμα η μητέρα του (η οποία, βεβαίως, ζει επίσης εκεί). Όταν έρχεται μια νέα, έφηβη ασθενής, το αγόρι θα την ερωτευτεί παράφορα. Δίχως τίποτα να σκεφτεί, θα τη βοηθήσει να δραπετεύσουν μαζί, θα μυηθούν στον έρωτα και θα ξεκινήσουν μια άγρια περιπλάνηση δίχως να υπολογίζουν τίποτα - και δίχως να διστάζουν μπροστά σε τίποτα.
Είπαμε: Εδώ ο έρωτας, τυφλός, απόλυτος, έχει τον κύριο (και τον μοναδικό άλλωστε) λόγο. Ένας έρωτα που βρίσκεται πάνω και πέρα από ηθική, λογική, κανόνα, πρόγραμμα, μέλλον. Όταν εκείνη θα αποδειχτεί περισσότερο άρρωστη απ' όσο νομίζαμε, εκείνος θα εξακολουθήσει να τη λατρεύει δίχως δισταγμό, ακόμα κι αν όλο αυτό προκαλεί κακό σε αθώους (και μάλιστα απόλυτα καλοπροαίρετους) γύρω τους. Για εκείνον, πάντοτε αποτραβηγμένο και κλειστό, υπάρχει μόνο η εμμονή του έρωτα, τίποτα άλλο.
Σχετικά ενδιαφέρον, αλλά προσωπικά η συχνά κολλημένη στα πρόσωπα φωτογραφία και η επαναληπτικότητα του θέματος μάλλον με κούρασαν. Πάντως παραμένει μια απόπειρα μελέτης πάνω στο θέμα της εμμονής για ένα πρόσωπο, τραβηγμένη στα άκρα. Όσοι ενδιαφέρονται για το θέμα ας το ψάξουν.
Ένα 12χρονο, μοναχικό και με πλούσια φαντασία αγόρι ζει σε απομονωμένο ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς, στο οποίο δουλεύει ως νοσοκόμα η μητέρα του (η οποία, βεβαίως, ζει επίσης εκεί). Όταν έρχεται μια νέα, έφηβη ασθενής, το αγόρι θα την ερωτευτεί παράφορα. Δίχως τίποτα να σκεφτεί, θα τη βοηθήσει να δραπετεύσουν μαζί, θα μυηθούν στον έρωτα και θα ξεκινήσουν μια άγρια περιπλάνηση δίχως να υπολογίζουν τίποτα - και δίχως να διστάζουν μπροστά σε τίποτα.
Είπαμε: Εδώ ο έρωτας, τυφλός, απόλυτος, έχει τον κύριο (και τον μοναδικό άλλωστε) λόγο. Ένας έρωτα που βρίσκεται πάνω και πέρα από ηθική, λογική, κανόνα, πρόγραμμα, μέλλον. Όταν εκείνη θα αποδειχτεί περισσότερο άρρωστη απ' όσο νομίζαμε, εκείνος θα εξακολουθήσει να τη λατρεύει δίχως δισταγμό, ακόμα κι αν όλο αυτό προκαλεί κακό σε αθώους (και μάλιστα απόλυτα καλοπροαίρετους) γύρω τους. Για εκείνον, πάντοτε αποτραβηγμένο και κλειστό, υπάρχει μόνο η εμμονή του έρωτα, τίποτα άλλο.
Σχετικά ενδιαφέρον, αλλά προσωπικά η συχνά κολλημένη στα πρόσωπα φωτογραφία και η επαναληπτικότητα του θέματος μάλλον με κούρασαν. Πάντως παραμένει μια απόπειρα μελέτης πάνω στο θέμα της εμμονής για ένα πρόσωπο, τραβηγμένη στα άκρα. Όσοι ενδιαφέρονται για το θέμα ας το ψάξουν.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 30, 2019
ΜΙΑ ΜΠΟΥΝΙΟΥΕΛΙΚΗ "ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΥΣ"
Από τις πολλές ενδιαφέρουσες ταινίες της "Άνοιξης της Πράγας" της δεκαετίας του 60 "Η Αναφορά για το Πάρτι και τους Καλεσμένους" (1966) του Jan Nemec (1936-1916) είναι ίσως η πιο "μπουνιουελική". Είναι όλα τόσο παράλογα, τόσο κοντά στο πνεύμα του "Εξολοθρευτή Άγγελου", τόσο σουρεαλιστικά και ανεξήγητα σε κάποια σημεία...
Μια παρέα 6-7 ευκατάστατων (μάλλον) αστών, αντρών και γυναικών, κάνουν πικ νικ στην εξοχή. Ξαφνικά "συλλαμβάνονται" (;) από μια άλλη, πολυπληθέστερη ομάδα αντρών, που τους υποχρεώνει να παίξουν κάποια ανόητα παιχνίδια, δίχως οι πρώτοι να μπορούν να αντιδράσουν (ή μάλλον αντιδρούν άλλος με θυμό, άλλος κολακεύοντας τους "εισβολείς" κλπ.). Ξαφνικά όλα θα σταματήσουν όταν θα εμφανιστεί ο οικοδεσπότης με την ακολουθία του και όλοι θα οδηγηθούν ως καλεσμένοι σε ένα γάμο στην ύπαιθρο, όπου οι παράξενες συμπεριφορές θα συνεχιστούν...
Παράλογες, δίχως άμεση αιτιολόγηση συμπεριφορές και καταστάσεις, συνθέτουν ένα πολύ κοντά στο σουρεαλιστικό πνεύμα φιλμ, το οποίο μπορεί να διαβαστεί με διάφορους τρόπους: Ως σάτιρα της αστικής τάξης, των περιορισμών και των συμπεριφορών της, ως αλληγορία της ζωής (νομίζουμε ότι θα ζήσουμε ένα πάρτι ελευθερίας, αλλά, δίχως ίσως να το αντιλαμβανόμαστε είμαστε περιορισμένοι, φυλακισμένοι πιθανόν, σε προδιαγεγραμμένες καταστάσεις και αντιδράσεις), ως μελέτη διαφορετικών τύπων ανθρώπων... ή ό,τι άλλο σκεφτείτε. Σίγουρα πάντως είναι μια από τις πιο παράξενες και ιδιόρρυθμες ταινίες όχι μόνο του τσέχικου σινεμά. Και, φυσικά, δεν απευθύνεται σε πολλούς, αλλά σε μάλλον λίγους σινεφίλ ενδιαφερόμενους.
Μια παρέα 6-7 ευκατάστατων (μάλλον) αστών, αντρών και γυναικών, κάνουν πικ νικ στην εξοχή. Ξαφνικά "συλλαμβάνονται" (;) από μια άλλη, πολυπληθέστερη ομάδα αντρών, που τους υποχρεώνει να παίξουν κάποια ανόητα παιχνίδια, δίχως οι πρώτοι να μπορούν να αντιδράσουν (ή μάλλον αντιδρούν άλλος με θυμό, άλλος κολακεύοντας τους "εισβολείς" κλπ.). Ξαφνικά όλα θα σταματήσουν όταν θα εμφανιστεί ο οικοδεσπότης με την ακολουθία του και όλοι θα οδηγηθούν ως καλεσμένοι σε ένα γάμο στην ύπαιθρο, όπου οι παράξενες συμπεριφορές θα συνεχιστούν...
Παράλογες, δίχως άμεση αιτιολόγηση συμπεριφορές και καταστάσεις, συνθέτουν ένα πολύ κοντά στο σουρεαλιστικό πνεύμα φιλμ, το οποίο μπορεί να διαβαστεί με διάφορους τρόπους: Ως σάτιρα της αστικής τάξης, των περιορισμών και των συμπεριφορών της, ως αλληγορία της ζωής (νομίζουμε ότι θα ζήσουμε ένα πάρτι ελευθερίας, αλλά, δίχως ίσως να το αντιλαμβανόμαστε είμαστε περιορισμένοι, φυλακισμένοι πιθανόν, σε προδιαγεγραμμένες καταστάσεις και αντιδράσεις), ως μελέτη διαφορετικών τύπων ανθρώπων... ή ό,τι άλλο σκεφτείτε. Σίγουρα πάντως είναι μια από τις πιο παράξενες και ιδιόρρυθμες ταινίες όχι μόνο του τσέχικου σινεμά. Και, φυσικά, δεν απευθύνεται σε πολλούς, αλλά σε μάλλον λίγους σινεφίλ ενδιαφερόμενους.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 29, 2019
ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ, ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟ "EXTRA ORDINARY"
Το "Extra Ordinary" γυρίστηκε το 2019, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους των Mike Ahem και Enda Loughman, είναι ιρλανδέζικο και είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία του φανταστικού.
Σε μικρή ιρλανδέζικη πόλη, ευτραφής (και ανέραστη) δασκάλα οδήγησης έχει κληρονομήσει τις παραψυχικές δυνάμεις του πατέρα της. Σε έναν κοντινό πύργο ένας μουσικός, που κάποτε έκανε μεγάλη επιτυχία, επιδίδεται σε τελετές μαύρης μαγείας και ψάχνει παρθένα για θυσία στο σατανά με σκοπό να επανακτήσει το πολυπόθητο σουξέ, ενώ ένας χήρος, ο οποίος... καταπιέζεται από το φάντασμα της νεκρής γυναίκας του, αντιλαμβάνεται έντρομος ότι η κόρη του είναι η υποψήφια για τη θυσία που λέγαμε... Από εκεί και πέρα όλα θα γίνουν μπάχαλο.
Η ταινία δεν παίρνει σοβαρά τον εαυτό της και κάνει ασταμάτητη πλάκα (και πολλές αναφορές σε σχετικά φιλμ) με θέματα όπως οι εξορκισμοί, οι τελετές μαύρης μαγείας, οι ιστορίες με φαντάσματα, οι επικοινωνίες με πνεύματα νεκρών, οι παραψυχικές δυνάμεις, το εκτόπλασμα κλπ. κλπ. Σε αρκετά σημεία καταφέρνει να γίνεται ξεκαρδιστική, ενώ συγκεκριμένες σκηνές και καταστάσεις είναι πολύ έξυπνες. Ίσως να είναι κάπως άνιση, η τελική γεύση που μου άφησε όμως ήταν αυτή της απόλυτης διασκέδασης. Αν σας αρέσουν τα γνωστά σκοτεινά αυτά θέματα - και η απόλυτη παρωδία τους - νομίζω ότι θα το διασκεδάσετε. Νομίζω επίσης ότι οι ιρλανδοί έχουν χιούμορ (θυμάμαι και το ακόμα πιο έξυπνο "Grabbers" του 2012).
Σε μικρή ιρλανδέζικη πόλη, ευτραφής (και ανέραστη) δασκάλα οδήγησης έχει κληρονομήσει τις παραψυχικές δυνάμεις του πατέρα της. Σε έναν κοντινό πύργο ένας μουσικός, που κάποτε έκανε μεγάλη επιτυχία, επιδίδεται σε τελετές μαύρης μαγείας και ψάχνει παρθένα για θυσία στο σατανά με σκοπό να επανακτήσει το πολυπόθητο σουξέ, ενώ ένας χήρος, ο οποίος... καταπιέζεται από το φάντασμα της νεκρής γυναίκας του, αντιλαμβάνεται έντρομος ότι η κόρη του είναι η υποψήφια για τη θυσία που λέγαμε... Από εκεί και πέρα όλα θα γίνουν μπάχαλο.
Η ταινία δεν παίρνει σοβαρά τον εαυτό της και κάνει ασταμάτητη πλάκα (και πολλές αναφορές σε σχετικά φιλμ) με θέματα όπως οι εξορκισμοί, οι τελετές μαύρης μαγείας, οι ιστορίες με φαντάσματα, οι επικοινωνίες με πνεύματα νεκρών, οι παραψυχικές δυνάμεις, το εκτόπλασμα κλπ. κλπ. Σε αρκετά σημεία καταφέρνει να γίνεται ξεκαρδιστική, ενώ συγκεκριμένες σκηνές και καταστάσεις είναι πολύ έξυπνες. Ίσως να είναι κάπως άνιση, η τελική γεύση που μου άφησε όμως ήταν αυτή της απόλυτης διασκέδασης. Αν σας αρέσουν τα γνωστά σκοτεινά αυτά θέματα - και η απόλυτη παρωδία τους - νομίζω ότι θα το διασκεδάσετε. Νομίζω επίσης ότι οι ιρλανδοί έχουν χιούμορ (θυμάμαι και το ακόμα πιο έξυπνο "Grabbers" του 2012).
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 27, 2019
ΕΝΑΣ ΟΝΤΩΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΤΣΕΧΙΚΟΣ "ΒΑΡΩΝΟΣ ΜΥΓΧΑΟΥΖΕΝ"
Το τσέχικο σινεμά των 60ς, εκτός από όλα τα τολμηρά σε πολλά επίπεδα φιλμ, διακρίθηκε και στα animation. Ο Karel Zeman (1910-1989) είναι ένας από τους σημαντικούς δημιουργούς του είδους γενικότερα. Το 1962 γυρίζει έναν υπέροχο "Βαρώνο Μυγχάουζεν" ("Baron Prasil" ο πρωτότυπος τίτλος), με ευφάνταστο συνδυασμό αληθινών ηθοποιών και animation.
Ο Zeman, ενώ στηρίζεται αρκετά στον αρχικό μύθο του βαρώνου με την ανεξέλεγκτη ροπή προς το ψέμα και την περιαυτολογία, ταυτόχρονα τον αλλάζει κιόλας κάνοντας έξυπνες επεμβάσεις. Έτσι, σε μια αξέχαστη αρχή, ένας σύγχρονος αστροναύτης (με στολή, πύραυλο κλπ.) πηγαίνει για πρώτη φορά στο φεγγάρι, για να συναντήσει έκπληκτος εκεί τον... Σιρανό ντε Μπερζεράκ, τον Μυγχάουζεν και τους πρωταγωνιστές του βιβλίου του Βερν "Από τη Γη στη Σελήνη", τους γνωστότερους δηλαδή λογοτεχνικούς ήρωες που έχουν ταξιδέψει εκεί. Οι οποίοι μάλιστα γλεντάνε εκεί δίχως σκάφανδρα ή ό,τι άλλο, διότι "πάνω απ' όλα βάζουν τη φαντασία και όχι την πραγματικότητα". Από εκεί και πέρα ο βαρώνος με τον αστροναύτη θα επιστρέψουν στη γη, θα πάνε στην Κωνσταντινούπολη, στο παλάτι του σουλτάνου, θα κλέψουν μια όμορφη κοπέλα από το χαρέμι, την οποία θα προσπαθήσουν να κατακτήσουν αμφότεροι, αλλά με διαφορετικό τρόπο προσέγγισης, και θα γνωρίσουν όλες τις γνωστές περιπέτειες του θρυλικού βαρώνου.
Κατ' αρχήν είναι η αισθητική: Αληθινοί ηθοποιοί, όπως είπαμε, που κινούνται σε υπέροχα, κομψά ή μπαρόκ σκηνικά, τα περισσότερα παρμένα από γκραβούρες του Ντορέ, θαυμάσια χρώματα και πανέμορφες εικόνες, πολλές από τις οποίες στέκουν από μόνες τους σαν έργα τέχνης. Άφθονος σουρεαλισμός και φαντασία (είπαμε: όλα γίνονται επειδή ο βαρώνος - το δηλώνει συχνά - προτιμά τη φαντασία από την πεζή πραγματικότητα), πολύ χιούμορ και έξυπνες, δηκτικές ατάκες, ενδολογοτεχνικές αναφορές και, γενικότερα, μια οπτική πανδαισία με ευχάριστα παλιομοδίτικο στιλ. Πόσο μακριά βρισκόμαστε από τα τυποποιημένα, κομπιουτερέ δημιουργήματα της Ντίσνεϊ, όπου, ακόμα και καλή να είναι η ταινία, που πολλές φορές είναι όντως καλή, σε εικαστικό επίπεδο είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις το προσωπικό στιλ του δημιουργού! Ταυτόχρονα το φιλμ ασκεί κριτική σε πολλά πράγματα, όπως την ηλίθια, βασισμένη στον εθνικισμό, επιθετικότητα των λαών και στους πολέμους που είναι φυσικό επακόλουθό της, στην απολυταρχική εξουσία κλπ. Παράλληλα σατιρίζει τις διαφορετικές προσεγγίσεις και κοσμοθεωρίες δύο εποχών: Τη σύγχρονη, προσγειωμένη, βασισμένη σε γεγονότα αντίληψη και την παλιά, περίτεχνη και βασισμένη στη φαντασία, που χαρακτηρίζεται από αποφυγή (ή άγνοια) της πραγματικότητας, που ενσαρκώνεται βεβαίως από τον βαρώνο, για τον οποίο τίποτα δεν είναι αδύνατο.
Κλασικό και απολαυστικότατο φιλμ, που το συνιστώ στους φίλους των animation. Για μένα η παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα προσδίδει μια ξεχασμένη μαγεία. Για σας... δεν ξέρω... θα το διαπιστώσετε.
Ο Zeman, ενώ στηρίζεται αρκετά στον αρχικό μύθο του βαρώνου με την ανεξέλεγκτη ροπή προς το ψέμα και την περιαυτολογία, ταυτόχρονα τον αλλάζει κιόλας κάνοντας έξυπνες επεμβάσεις. Έτσι, σε μια αξέχαστη αρχή, ένας σύγχρονος αστροναύτης (με στολή, πύραυλο κλπ.) πηγαίνει για πρώτη φορά στο φεγγάρι, για να συναντήσει έκπληκτος εκεί τον... Σιρανό ντε Μπερζεράκ, τον Μυγχάουζεν και τους πρωταγωνιστές του βιβλίου του Βερν "Από τη Γη στη Σελήνη", τους γνωστότερους δηλαδή λογοτεχνικούς ήρωες που έχουν ταξιδέψει εκεί. Οι οποίοι μάλιστα γλεντάνε εκεί δίχως σκάφανδρα ή ό,τι άλλο, διότι "πάνω απ' όλα βάζουν τη φαντασία και όχι την πραγματικότητα". Από εκεί και πέρα ο βαρώνος με τον αστροναύτη θα επιστρέψουν στη γη, θα πάνε στην Κωνσταντινούπολη, στο παλάτι του σουλτάνου, θα κλέψουν μια όμορφη κοπέλα από το χαρέμι, την οποία θα προσπαθήσουν να κατακτήσουν αμφότεροι, αλλά με διαφορετικό τρόπο προσέγγισης, και θα γνωρίσουν όλες τις γνωστές περιπέτειες του θρυλικού βαρώνου.
Κατ' αρχήν είναι η αισθητική: Αληθινοί ηθοποιοί, όπως είπαμε, που κινούνται σε υπέροχα, κομψά ή μπαρόκ σκηνικά, τα περισσότερα παρμένα από γκραβούρες του Ντορέ, θαυμάσια χρώματα και πανέμορφες εικόνες, πολλές από τις οποίες στέκουν από μόνες τους σαν έργα τέχνης. Άφθονος σουρεαλισμός και φαντασία (είπαμε: όλα γίνονται επειδή ο βαρώνος - το δηλώνει συχνά - προτιμά τη φαντασία από την πεζή πραγματικότητα), πολύ χιούμορ και έξυπνες, δηκτικές ατάκες, ενδολογοτεχνικές αναφορές και, γενικότερα, μια οπτική πανδαισία με ευχάριστα παλιομοδίτικο στιλ. Πόσο μακριά βρισκόμαστε από τα τυποποιημένα, κομπιουτερέ δημιουργήματα της Ντίσνεϊ, όπου, ακόμα και καλή να είναι η ταινία, που πολλές φορές είναι όντως καλή, σε εικαστικό επίπεδο είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις το προσωπικό στιλ του δημιουργού! Ταυτόχρονα το φιλμ ασκεί κριτική σε πολλά πράγματα, όπως την ηλίθια, βασισμένη στον εθνικισμό, επιθετικότητα των λαών και στους πολέμους που είναι φυσικό επακόλουθό της, στην απολυταρχική εξουσία κλπ. Παράλληλα σατιρίζει τις διαφορετικές προσεγγίσεις και κοσμοθεωρίες δύο εποχών: Τη σύγχρονη, προσγειωμένη, βασισμένη σε γεγονότα αντίληψη και την παλιά, περίτεχνη και βασισμένη στη φαντασία, που χαρακτηρίζεται από αποφυγή (ή άγνοια) της πραγματικότητας, που ενσαρκώνεται βεβαίως από τον βαρώνο, για τον οποίο τίποτα δεν είναι αδύνατο.
Κλασικό και απολαυστικότατο φιλμ, που το συνιστώ στους φίλους των animation. Για μένα η παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα προσδίδει μια ξεχασμένη μαγεία. Για σας... δεν ξέρω... θα το διαπιστώσετε.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 26, 2019
"JEEPERS CREEPERS"... ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Το "Jeepers Creepers" είναι ένα τραγούδι (και τζαζ στάνταρ) που πρωτοείπε στη δεκαετία του 30 ο Λούις Άρμστρονγκ. Είναι όμως και ένα b-movie τρόμου που γύρισε το 2001 ο Victor Salva. Ακολούθησαν μάλιστα και 2 σίκουελ! Στο φιλμ βέβαια ακούγεται το τραγούδι και υπάρχει κάποια σχέση με τους στίχους...
Δύο αδέλφια, αγόρι και κορίτσι, επιστρέφουν για διακοπές από το πανεπιστήμιο στο πατρικό σπίτι στην επαρχία. Σε έρημους και απομονωμένους δρόμους στο πουθενά δέχονται την επίθεση (το άγριο προσπέρασμα για την ακρίβεια) ενός παράξενου, μεταλλικού φορτηγού. Αργότερα θα δουν τον μυστηριώδη οδηγό του να πετά κάτι που μοιάζει με πτώμα σε ένα σωλήνα. Η περιέργεια φυσικά θα θριαμβεύσει... και ο εφιάλτης θα αρχίσει.
Σχετικά αφελές σενάριο (πάντα πάμε στο στόμα του λύκου από καθαρή περιέργεια, ενώ θα έπρεπε να τρέχουμε μίλια μακρυά), αρκετά ερωτηματικά - ποιος/τι ακριβώς είναι "αυτός" και γιατί κάνει ό,τι κάνει; - (μη ρωτήσω με περισσότερες λεπτομέρειες γιατί θα είναι spoiler), ωστόσο η ταινιούλα "τσουλάει". Βλέπεται δηλαδή ευχάριστα (;) από τους φίλους του είδους εννοείται. Τη βρήκα σφιχτοδεμένη, με διαρκή αγωνία και αγχωτική ατμόσφαιρα και γενικά δεν μετάνιωσα που την είδα. Μου φάνηκε καλύτερη από πάμπολλες άλλες παρόμοιες. Ίσως και γι' αυτό να απέκτησε τα δύο σίκουελ που λέγαμε.
Δύο αδέλφια, αγόρι και κορίτσι, επιστρέφουν για διακοπές από το πανεπιστήμιο στο πατρικό σπίτι στην επαρχία. Σε έρημους και απομονωμένους δρόμους στο πουθενά δέχονται την επίθεση (το άγριο προσπέρασμα για την ακρίβεια) ενός παράξενου, μεταλλικού φορτηγού. Αργότερα θα δουν τον μυστηριώδη οδηγό του να πετά κάτι που μοιάζει με πτώμα σε ένα σωλήνα. Η περιέργεια φυσικά θα θριαμβεύσει... και ο εφιάλτης θα αρχίσει.
Σχετικά αφελές σενάριο (πάντα πάμε στο στόμα του λύκου από καθαρή περιέργεια, ενώ θα έπρεπε να τρέχουμε μίλια μακρυά), αρκετά ερωτηματικά - ποιος/τι ακριβώς είναι "αυτός" και γιατί κάνει ό,τι κάνει; - (μη ρωτήσω με περισσότερες λεπτομέρειες γιατί θα είναι spoiler), ωστόσο η ταινιούλα "τσουλάει". Βλέπεται δηλαδή ευχάριστα (;) από τους φίλους του είδους εννοείται. Τη βρήκα σφιχτοδεμένη, με διαρκή αγωνία και αγχωτική ατμόσφαιρα και γενικά δεν μετάνιωσα που την είδα. Μου φάνηκε καλύτερη από πάμπολλες άλλες παρόμοιες. Ίσως και γι' αυτό να απέκτησε τα δύο σίκουελ που λέγαμε.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 25, 2019
ΕΝΑ "ΑΣΤΕΙΟ" ΠΟΥ ΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΚΡΙΒΑ
Η "τσέχικη άνοιξη" βρίσκεται στο τέλος της. Το 1968 τα σοβιετικά τανκς έχουν εισβάλλει στη Πράγα και έχουν καταστείλει τα πάντα. Το 1969 βγαίνει το "Αστείο" (Zert) του Jaromil Jires (1935-2001), βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του νέου τότε Κούντερα, που θεωρείται το τελευταίο φιλμ του κινήματος. Και, πολιτικά, από τα πλέον τολμηρά στην κριτική που ασκεί στο καθεστώς. Ήταν επόμενο λοιπόν να απαγορευτεί αμέσως μετά την πρώτη προβολή του στους κινηματογράφους (τελικά παίχτηκε 20 χρόνια μετά).
Ένας φοιτητής ερωτευμένος με φανατική υπέρ του "υπαρκτού κομουνισμού" κοπέλα, η οποία αρνείται να του δοθεί παρά το ότι τον αγαπά, της γράφει για πλάκα ένα σημείωμα όπου παραφράζει τα αισιόδοξα συνθήματα της εποχής και καταλήγει με ένα "ζήτω ο Τρότσκι". Είναι ένα αστείο. Όταν όμως η κάρτα θα πέσει στα χέρια των αρχών η ζωή του ήρωα θα καταστραφεί, αφού θα καταδικαστεί σε μια βασανιστική εξάχρονη "στρατιωτική θητεία" (με καταναγκαστική δουλειά στα ορυχεία). Η παλιά αυτή ιστορία δίνεται με διαρκή φλας μπακ. Εμείς παρακολουθούμε τον ήρωα χρόνια μετά, ώριμο πλέον και πάντοτε μποέμ, όταν συλλαμβάνει την ιδέα να εκδικηθεί για τα όσα τράβηξε μέσω μιας... γυναικοδουλειάς.
Είπαμε: Το εντυπωσιακό είναι η άγρια, άμεση και ανοιχτή επίθεση στο κομουνιστικό καθεστώς, το οποίο παρουσιάζεται ως απόλυτα αυταρχικό και καταπιεστικό. Και μόνο αυτό δείχνει την ελευθερία που υπήρξε στην Τσεχοσλοβακία στα 60ς. Πέραν αυτού όμως, η μουντή και σκοτεινή ασπρόμαυρη αυτή ταινία έχει κι άλλα να πει: Παρουσιάζει έναν ήρωα κυνικό, που δεν πιστεύει σε τίποτα, που σκέπτεται μόνο την εκδίκηση, έστω κι αν αυτή θα στοιχίσει πολύ σε αθώους (σε μια αθώα στη συγκεκριμένη περίπτωση). Προσοχή όμως: Ολόκληρο το κοινωνικό περιβάλλον παρουσιάζεται ως σάπιο, διεφθαρμένο και υποκριτικό. Ο ήρωάς μας δεν είναι παρά ένα γέννημα, ένα κατασκεύασμα του καταπιεστικού συστήματος που είπαμε. Οπότε η στάση και ο χαρακτήρας του δεν μπορεί να είναι παρά αναμενόμενη. Τέτοιο περιβάλλον τέτοιους τύπους θα δημιουργήσει (και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η στάση του είναι δικαιολογημένη και μάλλον οι περισσότεροι από μας έτσι θα γινόντουσαν και έτσι θα αντιδρούσαν). Τέλος θα επισημάνουμε τη διάχυτη απαισιοδοξία που διαπνέει το φιλμ. Ειδικά στο τέλος.
Εκτός από ντοκουμέντο μιας σκοτεινής εποχής και ενός σκοτεινού συστήματος (όχι ότι σήμερα είναι καλύτερα, αλλά με πολύ διαφορετικό και καλυμμένο τρόπο), η ταινία παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Αν ενδιαφέρεστε βεβαίως να δείτε πώς ένα αρνητικό σύστημα παράγει αρνητικούς ανθρώπους...
Ένας φοιτητής ερωτευμένος με φανατική υπέρ του "υπαρκτού κομουνισμού" κοπέλα, η οποία αρνείται να του δοθεί παρά το ότι τον αγαπά, της γράφει για πλάκα ένα σημείωμα όπου παραφράζει τα αισιόδοξα συνθήματα της εποχής και καταλήγει με ένα "ζήτω ο Τρότσκι". Είναι ένα αστείο. Όταν όμως η κάρτα θα πέσει στα χέρια των αρχών η ζωή του ήρωα θα καταστραφεί, αφού θα καταδικαστεί σε μια βασανιστική εξάχρονη "στρατιωτική θητεία" (με καταναγκαστική δουλειά στα ορυχεία). Η παλιά αυτή ιστορία δίνεται με διαρκή φλας μπακ. Εμείς παρακολουθούμε τον ήρωα χρόνια μετά, ώριμο πλέον και πάντοτε μποέμ, όταν συλλαμβάνει την ιδέα να εκδικηθεί για τα όσα τράβηξε μέσω μιας... γυναικοδουλειάς.
Είπαμε: Το εντυπωσιακό είναι η άγρια, άμεση και ανοιχτή επίθεση στο κομουνιστικό καθεστώς, το οποίο παρουσιάζεται ως απόλυτα αυταρχικό και καταπιεστικό. Και μόνο αυτό δείχνει την ελευθερία που υπήρξε στην Τσεχοσλοβακία στα 60ς. Πέραν αυτού όμως, η μουντή και σκοτεινή ασπρόμαυρη αυτή ταινία έχει κι άλλα να πει: Παρουσιάζει έναν ήρωα κυνικό, που δεν πιστεύει σε τίποτα, που σκέπτεται μόνο την εκδίκηση, έστω κι αν αυτή θα στοιχίσει πολύ σε αθώους (σε μια αθώα στη συγκεκριμένη περίπτωση). Προσοχή όμως: Ολόκληρο το κοινωνικό περιβάλλον παρουσιάζεται ως σάπιο, διεφθαρμένο και υποκριτικό. Ο ήρωάς μας δεν είναι παρά ένα γέννημα, ένα κατασκεύασμα του καταπιεστικού συστήματος που είπαμε. Οπότε η στάση και ο χαρακτήρας του δεν μπορεί να είναι παρά αναμενόμενη. Τέτοιο περιβάλλον τέτοιους τύπους θα δημιουργήσει (και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η στάση του είναι δικαιολογημένη και μάλλον οι περισσότεροι από μας έτσι θα γινόντουσαν και έτσι θα αντιδρούσαν). Τέλος θα επισημάνουμε τη διάχυτη απαισιοδοξία που διαπνέει το φιλμ. Ειδικά στο τέλος.
Εκτός από ντοκουμέντο μιας σκοτεινής εποχής και ενός σκοτεινού συστήματος (όχι ότι σήμερα είναι καλύτερα, αλλά με πολύ διαφορετικό και καλυμμένο τρόπο), η ταινία παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Αν ενδιαφέρεστε βεβαίως να δείτε πώς ένα αρνητικό σύστημα παράγει αρνητικούς ανθρώπους...
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 23, 2019
"ΤΡΕΞΕ !" ΔΙΟΤΙ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΕΙ!
Το "Τρέξε!" (πρωτότυπος τίτλος "Get Out") υπήρξε το εντυπωσιακό ντεμπούτο του μαύρου σκηνοθέτη και ηθοποιού Jordan Peele το 2017. Είναι μια ταινία τρόμου, αλλά - εδώ βρίσκεται η διαφορά από πάμπολλες άλλες του είδους - ενός "σκεπτόμενου" τρόμου, με άποψη και στόχο.
Ένας μαύρος πάει για σαββατοκύριακο στην επαρχία, στο σπίτι της λευκής κοπέλας του, για να γνωρίσει και τους ανοιχτούς σε φυλετικές διακρίσεις (λευκούς προφανώς) δικούς της. Από την πρώτη στιγμή που φτάνουν στο μεγάλο, απομονωμένο και πλούσιο εξοχικό, τα πράγματα - ή μάλλον η στάση των πάντων - είναι περίεργη ή, καλύτερα θα ήταν να πούμε, ανησυχητική. Κάτι απροσδιόριστο πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Η αγωνία και η αβεβαιότητα αυξάνουν από λεπτό σε λεπτό και, βεβαίως, θα κορυφωθούν στο φινάλε.
Κατ' αρχήν θα πούμε ότι είναι μια καλή ταινία τρόμου, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό και κατάφερε να δημιουργήσει μια ασφυκτική ατμόσφαιρα. Η κορύφωση του τέλους, εκτός από άγρια, φαντάζει και λυτρωτική. Οι διάλογοι, από την αρχή κιόλας, δείχνουν το "σκεπτόμενο" του πράγματος και δεν θυμίζουν τα συχνά άρπα κόλα των όσων συμβαίνουν σε αρκετές ταινίες του είδους. Φυσικά το βασικό είναι το έντονα αντιρατσιστικό σχόλιο της ταινίας. Έχουμε να κάνουμε με φιλμ με άποψη, όπως είπαμε, που καυτηριάζει συνειδητά το καυτό αυτό πρόβλημα, μια παραβολή δηλαδή του θέματος της εκμετάλλευσης των μαύρων από τους λευκούς (και, γενικότερα κάθε εκμετάλλευσης "κατώτερων" από "ανώτερους").
Τελειώνοντας θα τονίσω και πάλι: Το ευχαριστήθηκα όχι επειδή απλώς είναι σκεπτόμενο και με σαφή στόχο (είπαμε, πράγμα σπάνιο για το είδος), αλλά και επειδή είναι καλή και "σφιχτή" ταινία, που με κράτησε από την αρχή ως το τέλος.
Ένας μαύρος πάει για σαββατοκύριακο στην επαρχία, στο σπίτι της λευκής κοπέλας του, για να γνωρίσει και τους ανοιχτούς σε φυλετικές διακρίσεις (λευκούς προφανώς) δικούς της. Από την πρώτη στιγμή που φτάνουν στο μεγάλο, απομονωμένο και πλούσιο εξοχικό, τα πράγματα - ή μάλλον η στάση των πάντων - είναι περίεργη ή, καλύτερα θα ήταν να πούμε, ανησυχητική. Κάτι απροσδιόριστο πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Η αγωνία και η αβεβαιότητα αυξάνουν από λεπτό σε λεπτό και, βεβαίως, θα κορυφωθούν στο φινάλε.
Κατ' αρχήν θα πούμε ότι είναι μια καλή ταινία τρόμου, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό και κατάφερε να δημιουργήσει μια ασφυκτική ατμόσφαιρα. Η κορύφωση του τέλους, εκτός από άγρια, φαντάζει και λυτρωτική. Οι διάλογοι, από την αρχή κιόλας, δείχνουν το "σκεπτόμενο" του πράγματος και δεν θυμίζουν τα συχνά άρπα κόλα των όσων συμβαίνουν σε αρκετές ταινίες του είδους. Φυσικά το βασικό είναι το έντονα αντιρατσιστικό σχόλιο της ταινίας. Έχουμε να κάνουμε με φιλμ με άποψη, όπως είπαμε, που καυτηριάζει συνειδητά το καυτό αυτό πρόβλημα, μια παραβολή δηλαδή του θέματος της εκμετάλλευσης των μαύρων από τους λευκούς (και, γενικότερα κάθε εκμετάλλευσης "κατώτερων" από "ανώτερους").
Τελειώνοντας θα τονίσω και πάλι: Το ευχαριστήθηκα όχι επειδή απλώς είναι σκεπτόμενο και με σαφή στόχο (είπαμε, πράγμα σπάνιο για το είδος), αλλά και επειδή είναι καλή και "σφιχτή" ταινία, που με κράτησε από την αρχή ως το τέλος.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 22, 2019
Ο "ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΕΧΙΚΟ ΝΕΟ ΚΥΜΑ
Ο λάτρεις του κινηματογράφου (και όχι γκαταναλωτές μόνο του σύγχρονου χάρτινου Χόλιγουντ) θα έπρεπε να γνωρίζουν το τσεχοσλοβάκικο "Νέο Κύμα" της δεκαετίας του 60. Μιας εποχής που ένας αέρας ελευθερίας έπνευσε στην (ουσιαστικά, όχι τυπικά) σοβιετοκρατούμενη χώρα και έφερε αναπάντεχες ανατροπές στον κινηματογράφο της. Πριν καταπνιγούν όλα λοιπόν το 1968 από τα σοβιετικά τανκς, το τσέχικο σινεμά πρόλαβε να δώσει μερικά εξαιρετικά δείγματα.
Ένα απ' αυτά είναι ο "Διακριτικός Φωτισμός" (Intimní osvetlení στα τσέχικα), κινηματογραφικό ντεμπούτο του 1965 του Ivan Passer. Μην τρομάξετε γι' αυτό που θα σας πω, αλλά ουσιαστικά στο ασπρόμαυρο αυτό φιλμ δεν συμβαίνει... απολύτως τίποτα. Ένας μποέμ μουσικός από την πρωτεύουσα φτάνει στην επαρχία με τη μοντέρνα και δροσερή κοπέλα του, όπου συναντά (και φιλοξενειται από) έναν παλιό συμφοιτητή του, επίσης μουσικό, εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα και τρόπου ζωής, που έχει να δει 10 χρόνια. Ο δεύτερος είναι παντρεμένος με παιδιά και ζει σε ένα άνετο σπίτι στην εξοχή με τον παππού και τη γιαγιά. Η ταινία απλώς περιγράφει όσα (ασήμαντα και καθημερινά) συμβαίνουν αυτό το σαββατοκύριακο της επανένωσης των δύο παλιών φίλων.
Ακούγεται ελάχιστο. Είναι. Διαθέτει όμως τοση ανθρωπιά και, κυρίως, τόσο χιούμορ, που το καθιστούν μια αξιολάτρευτη ταινία. Το χιούμορ θυμίζει περισσότερο αυτό του Τατί: Είναι διακριτικό, ποτέ ξεκαρδιστικό, όπου πάντα κάτι αστείο πάει να γίνει, αλλά συχνά δεν ολοκληρώνεται (ας σημειώσουμε εδώ ότι το χιούμορ είναι χαρακτηριστικό πολλών ταινιών του τσέχικου Νέου Κύματος). Ανθρώπινες σχέσεις, μεθύσια, διαφορετικοί χαρακτήρες, διαφορετικές γενιές και κοσμοθεωρίες, μουσική, έρωτες και ένα σχεδόν σουρεαλιστικό στη φάση που περιγράφει (και ξαφνικό) τέλος, συνθέτουν μια γλυκειά ταινία, που θεωρείται από τις καλύτερες της συγκεκριμένης εποχής και χώρας. Αν δεν είστε εθισμένοι στην ανεγκέφαλη έκκριση αδρεναλίνης και τίποτα άλλο, θα το απολαυσετε. Είναι διακριτικό, απλό και ουσιαστικό.
Ένα απ' αυτά είναι ο "Διακριτικός Φωτισμός" (Intimní osvetlení στα τσέχικα), κινηματογραφικό ντεμπούτο του 1965 του Ivan Passer. Μην τρομάξετε γι' αυτό που θα σας πω, αλλά ουσιαστικά στο ασπρόμαυρο αυτό φιλμ δεν συμβαίνει... απολύτως τίποτα. Ένας μποέμ μουσικός από την πρωτεύουσα φτάνει στην επαρχία με τη μοντέρνα και δροσερή κοπέλα του, όπου συναντά (και φιλοξενειται από) έναν παλιό συμφοιτητή του, επίσης μουσικό, εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα και τρόπου ζωής, που έχει να δει 10 χρόνια. Ο δεύτερος είναι παντρεμένος με παιδιά και ζει σε ένα άνετο σπίτι στην εξοχή με τον παππού και τη γιαγιά. Η ταινία απλώς περιγράφει όσα (ασήμαντα και καθημερινά) συμβαίνουν αυτό το σαββατοκύριακο της επανένωσης των δύο παλιών φίλων.
Ακούγεται ελάχιστο. Είναι. Διαθέτει όμως τοση ανθρωπιά και, κυρίως, τόσο χιούμορ, που το καθιστούν μια αξιολάτρευτη ταινία. Το χιούμορ θυμίζει περισσότερο αυτό του Τατί: Είναι διακριτικό, ποτέ ξεκαρδιστικό, όπου πάντα κάτι αστείο πάει να γίνει, αλλά συχνά δεν ολοκληρώνεται (ας σημειώσουμε εδώ ότι το χιούμορ είναι χαρακτηριστικό πολλών ταινιών του τσέχικου Νέου Κύματος). Ανθρώπινες σχέσεις, μεθύσια, διαφορετικοί χαρακτήρες, διαφορετικές γενιές και κοσμοθεωρίες, μουσική, έρωτες και ένα σχεδόν σουρεαλιστικό στη φάση που περιγράφει (και ξαφνικό) τέλος, συνθέτουν μια γλυκειά ταινία, που θεωρείται από τις καλύτερες της συγκεκριμένης εποχής και χώρας. Αν δεν είστε εθισμένοι στην ανεγκέφαλη έκκριση αδρεναλίνης και τίποτα άλλο, θα το απολαυσετε. Είναι διακριτικό, απλό και ουσιαστικό.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 21, 2019
"SLAUGHTERHOUSE RULEZ"... ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΓΕΛΙΟ, ΑΛΛΑ...
Συνήθως μου αρέσουν οι δουλειές του βρετανικού δίδυμου Simon Pegg / Nick Frost. Το 2018 παίζουν με τη Μάργκοτ Ρόμπι (όχι σε πρωταγωνιστικούς ρόλους) στο "Slaughterhouse Rulez" ("Μαθήματα Σφαγείου" στην Ελλάδα) του άγνωστού μου Crispian Mills. Πρόκειται για μια παρωδία τρόμου, αλλά εδώ φοβάμαι ότι το όλο πράγμα δεν δίνει τα αποτελέσματα που περιμενει κανείς.
Ένας έφηβος υποχρεώνεται από τη μητέρα του να πάει εσώκλειστος σε κυριλέ σχολείο, όπου η αυστηρότατη ιεραρχία και οι άγριοι κανόνες καταπιέζουν αφόρητα τους πλέον ευαίσθητους από τους μαθητές. Στο δάσος που περιβάλλει το απομονωμενο, αχανές κτίριο, μια εταιρία πραγματοποιεί γεωτρήσεις. Μια τεράστια τρύπα θα εμφανιστεί ξαφνικά και, βαθμιαία, τα πάντα θα οδηγηθούν σε ατελείωτη σφαγή.
Το φιλμ προσπαθεί να ακολουθήσει την επιτυχημένη συνταγή των ταινιών του ντουέτου: Όλα ξεκινάνε ως ρεαλιστικά κωμωδία και ξαφνικά, κάποια στιγμή, απογειώνονται όταν απροσδόκητα εισβάλλει το στοιχείο του φανταστικού, ενώ το χιούμορ παραμένει κυρίαρχο. Το ίδιο κι εδώ. Εδώ όμως το χιούμορ είναι φτωχό και όχι ιδιαίτερα αστείο και, κυρίως, το όλο πράγμα μοιάζει να μη δένει. Προσωπικά κουράστηκα και, παρά το ότι διασκέδασα σε κάποιες στιγμές, δεν μπορώ να πω ότι τη βρήκα καλή ως ταινία.
Ένας έφηβος υποχρεώνεται από τη μητέρα του να πάει εσώκλειστος σε κυριλέ σχολείο, όπου η αυστηρότατη ιεραρχία και οι άγριοι κανόνες καταπιέζουν αφόρητα τους πλέον ευαίσθητους από τους μαθητές. Στο δάσος που περιβάλλει το απομονωμενο, αχανές κτίριο, μια εταιρία πραγματοποιεί γεωτρήσεις. Μια τεράστια τρύπα θα εμφανιστεί ξαφνικά και, βαθμιαία, τα πάντα θα οδηγηθούν σε ατελείωτη σφαγή.
Το φιλμ προσπαθεί να ακολουθήσει την επιτυχημένη συνταγή των ταινιών του ντουέτου: Όλα ξεκινάνε ως ρεαλιστικά κωμωδία και ξαφνικά, κάποια στιγμή, απογειώνονται όταν απροσδόκητα εισβάλλει το στοιχείο του φανταστικού, ενώ το χιούμορ παραμένει κυρίαρχο. Το ίδιο κι εδώ. Εδώ όμως το χιούμορ είναι φτωχό και όχι ιδιαίτερα αστείο και, κυρίως, το όλο πράγμα μοιάζει να μη δένει. Προσωπικά κουράστηκα και, παρά το ότι διασκέδασα σε κάποιες στιγμές, δεν μπορώ να πω ότι τη βρήκα καλή ως ταινία.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 20, 2019
"IT : CHAPTER TWO": 27 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
"Το Αυτό: Κεφάλαιο 2", και πάλι του Andy Muschietti του 2019, δεν είναι ακριβώς σίκουελ. Βασισμένο στο "It" του Στίβεν Κινγκ (που κάνει και μια μικρή εμφάνιση στο φιλμ), ακολουθεί πιστά τη δομή του, που χωρίζεται σε δύο κεφάλαια. Το 2ο απ' αυτά αναφέρεται στα γεγονότα που συνέβησαν 27 χρόνια μετά το πρώτο μέρος, όταν τα παιδιά έχουν πλέον ενηλικιωθεί. Έτσι η δεύτερη ταινία είναι απλώς συνέχεια της πρώτης (κάτι σαν το "Lord of the Rings δηλαδή).
Τότε λοιπόν ο μόνος από την παρέα που εξακολουθεί να κατοικεί στο Ντέρι καταλαβαίνει μετά από μια σειρά φόνων ότι ο εφιαλτικός κλόουν (το "Αυτό" δηλαδή) έχει επιστρέψει. Καλεί λοιπόν τους υπόλοιπους να γυρίσουν εκεί, διότι μόνο όλοι μαζί μπορούν να αντιμετωπίσουν το κακό. Θα επιστρέψουν όλοι εκτός από έναν και η φριχτή ιστορία θα αρχίσει, παρά τη θέλησή τους φυσικά, να επαναλαμβάνεται.
Το φιλμ, όπως και το βιβλίο, κάνει σκληρή κριτική στην εφησυχασμένη, με λουστραρισμένη επιφάνεια, αμερικάνικη (και όχι μόνο) κοινωνία και σ' αυτά που κρύβει στο βάθος (ανασφάλειες, χωρισμοί, κοινωνικές αποτυχίες, εθισμοί, παιδική κακοποίηση... για να αναφέρουμε μόνο μερικά). Η πρώτη σκηνή άλλωστε μας δείχνει ένα άθλια ομοφοβικό Ντέρι. Και, φυσικά, υμνεί συγχρόνως τη φιλία, την αγάπη, την αλληλεγγύη. Το 2ο αυτό φιλμ είναι εξ ίσου καλογυρισμένο με το πρώτο, με εντυπωσιακές εικόνες και κάποιες τρομακτικές σκηνές και προφανώς έκανε την ίδια μεγάλη επιτυχία στα ταμεία. Προσωπικά ωστόσο δεν ενθουσιάστηκα. Με κούρασε κάπως. Έφταιγε μάλλον η τεράστια διάρκειά του και η επαναλαμβανόμενη δομή της ιστορίας : Ήξερες τι περίπου θα γίνει, ότι ο κάθε ένας θα αντιμετωπίσει τον προσωπικό του εφιάλτη και θα βρει το "αντικείμενό" του κλπ. Από ένα σημείο και πέρα άρχισα να βαριέμαι.
Ευπρόσωπο λοιπόν και λουστραρισμένο, σαφώς όχι για πέταμα, όπως πάμπολλες ταινίες τρόμου του σωρού, αλλά για μένα δεν υπάρχει αυτό το κάτι που θα σε ταράξει βαθιά.
Τότε λοιπόν ο μόνος από την παρέα που εξακολουθεί να κατοικεί στο Ντέρι καταλαβαίνει μετά από μια σειρά φόνων ότι ο εφιαλτικός κλόουν (το "Αυτό" δηλαδή) έχει επιστρέψει. Καλεί λοιπόν τους υπόλοιπους να γυρίσουν εκεί, διότι μόνο όλοι μαζί μπορούν να αντιμετωπίσουν το κακό. Θα επιστρέψουν όλοι εκτός από έναν και η φριχτή ιστορία θα αρχίσει, παρά τη θέλησή τους φυσικά, να επαναλαμβάνεται.
Το φιλμ, όπως και το βιβλίο, κάνει σκληρή κριτική στην εφησυχασμένη, με λουστραρισμένη επιφάνεια, αμερικάνικη (και όχι μόνο) κοινωνία και σ' αυτά που κρύβει στο βάθος (ανασφάλειες, χωρισμοί, κοινωνικές αποτυχίες, εθισμοί, παιδική κακοποίηση... για να αναφέρουμε μόνο μερικά). Η πρώτη σκηνή άλλωστε μας δείχνει ένα άθλια ομοφοβικό Ντέρι. Και, φυσικά, υμνεί συγχρόνως τη φιλία, την αγάπη, την αλληλεγγύη. Το 2ο αυτό φιλμ είναι εξ ίσου καλογυρισμένο με το πρώτο, με εντυπωσιακές εικόνες και κάποιες τρομακτικές σκηνές και προφανώς έκανε την ίδια μεγάλη επιτυχία στα ταμεία. Προσωπικά ωστόσο δεν ενθουσιάστηκα. Με κούρασε κάπως. Έφταιγε μάλλον η τεράστια διάρκειά του και η επαναλαμβανόμενη δομή της ιστορίας : Ήξερες τι περίπου θα γίνει, ότι ο κάθε ένας θα αντιμετωπίσει τον προσωπικό του εφιάλτη και θα βρει το "αντικείμενό" του κλπ. Από ένα σημείο και πέρα άρχισα να βαριέμαι.
Ευπρόσωπο λοιπόν και λουστραρισμένο, σαφώς όχι για πέταμα, όπως πάμπολλες ταινίες τρόμου του σωρού, αλλά για μένα δεν υπάρχει αυτό το κάτι που θα σε ταράξει βαθιά.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 19, 2019
ΑΛΛΗ ΜΙΑ "GLORIA", ΤΗ ΦΟΡΑ ΑΥΤΗ ΚΑΙ "BELL"
Εν αρχή υπήρξε ο αξιόλογος χιλιανός δημιουργός Sebastian Lelio, ο οποίος διακρίθηκε το 2013 με το "Gloria", το πορτρέτο μιας μεσήλικης γυναίκας που δεν το βάζει κάτω και εξακολουθεί να θέλει να ζει και να απολαμβάνει. Κι επειδή οι αμερικάνοι δεν μπορούν να ανεχτούν ξενόγλωσση ταινία, είπαν να το ξαναγυρίσουν ως δική τους παραγωγή, αυτή τη φορά ως "Gloria Bell" το 2018. Το καλό εδώ είναι ότι ανέθεσαν την αμερικάνικη βερσιόν και πάλι στον Lelio, ο οποίος έτσι έκανε το αγγλόφωνο ντεμπούτο του. Βέβαια η αλήθεια είναι ότι, όπως διάβασα, ήταν η Τζούλιαν Μουρ που τον προέτρεψε να το κάνει, διότι αγάπησε το χιλιανό φιλμ και ήθελε να παίξει το ρόλο αυτό. Πράγμα που έκανε πολύ καλά.
Μια μόνη γυναίκα λοιπόν (είναι από παλιά χωρισμένη) άνω των 50 αρνείται να "αποσυρθεί". Πηγαίνει σε κλαμπ, κάνει νέες γνωριμίες, αναζητά μια καλή σχέση. Την βρίσκει στο πρόσωπο ενός επίσης μεσήλικα (ο καλτ Τζον Τορτούρο), αλλά...
Η ταινία είναι καλή. Λίγο πιο στενόχωρη ίσως από το πρωτότυπο, αφού αναφέρεται αρκετά στη μοναξιά και στην αποξένωση από τα παιδιά της, αλλά πάντως στα ίδια ακριβώς μοτίβα, με το ίδιο στόρι. Ισχύουν όσο έγραψα παλιότερα για την αυθεντική "Γκλόρια". Πρόκειται για καλό και κατά βάθος αισιόδοξο δράμα, ο αγώνας μιας "ανθεκτικής" και καλόκαρδης γυναίκας να "κρατηθεί" είναι έως και συγκινητικός, η Μουρ είναι όπως πάντα καλή... αλλά αν έχετε δει το πρώτο δεν χρειάζεται να τρέχετε. Εκτός αν είστε αθεράπευτος φαν των ηθοποιών...
Μια μόνη γυναίκα λοιπόν (είναι από παλιά χωρισμένη) άνω των 50 αρνείται να "αποσυρθεί". Πηγαίνει σε κλαμπ, κάνει νέες γνωριμίες, αναζητά μια καλή σχέση. Την βρίσκει στο πρόσωπο ενός επίσης μεσήλικα (ο καλτ Τζον Τορτούρο), αλλά...
Η ταινία είναι καλή. Λίγο πιο στενόχωρη ίσως από το πρωτότυπο, αφού αναφέρεται αρκετά στη μοναξιά και στην αποξένωση από τα παιδιά της, αλλά πάντως στα ίδια ακριβώς μοτίβα, με το ίδιο στόρι. Ισχύουν όσο έγραψα παλιότερα για την αυθεντική "Γκλόρια". Πρόκειται για καλό και κατά βάθος αισιόδοξο δράμα, ο αγώνας μιας "ανθεκτικής" και καλόκαρδης γυναίκας να "κρατηθεί" είναι έως και συγκινητικός, η Μουρ είναι όπως πάντα καλή... αλλά αν έχετε δει το πρώτο δεν χρειάζεται να τρέχετε. Εκτός αν είστε αθεράπευτος φαν των ηθοποιών...
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 18, 2019
"ΜΙΑ ΒΡΟΧΕΡΗ ΜΕΡΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ" ΟΙ ΑΓΑΠΕΣ ΑΝΑΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ...
O Woody Allen είναι 84 ετών, αλλά εξακολουθεί να δουλεύει ασταμάτητα. Η προσφορά του του 2019 λέγεται "Μια Βροχερή Μέρα στη Νέα Υόρκη" (με τον ανερχόμενο Τιμοτέ Σαλαμέ, την Ελ Φάνινγκ, τον Τζουντ Λο...), είναι μια αισθηματική κομεντί από αυτές που συνηθίζει και... ε... κάπου την έχουμε ξαναδεί...
Ένα νεαρό ζευγάρι που φοιτά σε επαρχιακό πανεπιστήμιο, φτάνει για σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη. Εκείνη για να πάρει συνέντευξη από έναν διάσημο αντιεμπορικό σκηνοθέτη για το φοιτητικό περιοδικό, ενώ εκείνος ονειρεύεται να τη μυήσει στα μυστικά της πόλης που αγαπά (κατάγεται από εκεί, αλλά έχει φύγει για σπουδές). Όλα όμως θα πάρουν απρόβλεπτη τροπή...
Ο Woody επανέρχεται στην αγαπημένη του πόλη και κάνει μια ταινία σχεδόν γι' αυτή. Στοχάζεται για το πώς αυτή και οι ρυθμοί της μπορούν να αλλάξουν τους χαρακτήρες (ολόκληρη τη ζωή μάλλον) κάποιων ανθρώπων, μιλά για αισθήματα (συχνά εύθραυστα), για διαφορετικούς χαρακτήρες, για δημιουργικά αδιέξοδα και ανασφάλειες καλλιτεχνών, για την αβάσταχτη γοητεία που εξασκεί η σόου μπιζ και οι σταρς, για οικογενειακές σχέσεις (με απρόβλεπτες αποκαλύψεις)... κλπ. κλπ. Όλα αυτά με χιούμορ, με κομψό, όπως πάντα, τρόπο και στιλ... όλα δηλαδή όσα μας έχει μάθει εδώ και δεκαετίες.
Οι εχθροί του θα πουν "μια από τα ίδια"! Οι φίλοι θα πουν το ίδιο, και γι' αυτό ακριβώς θα απολαύσουν την ταινία. Φυσικό είναι στην ηλικία αυτή να επαναλαμβάνεται ο Woody Allen. Νομίζω όμως ότι επαναλαμβάνεται τόσο γλυκά, που, αν είσαι φίλος, πάντοτε τον απολαμβάνεις. Ακόμα κι όταν βρίσκεται στις όχι και τόσο σημαντικές στιγμές του.
Ένα νεαρό ζευγάρι που φοιτά σε επαρχιακό πανεπιστήμιο, φτάνει για σαββατοκύριακο στη Νέα Υόρκη. Εκείνη για να πάρει συνέντευξη από έναν διάσημο αντιεμπορικό σκηνοθέτη για το φοιτητικό περιοδικό, ενώ εκείνος ονειρεύεται να τη μυήσει στα μυστικά της πόλης που αγαπά (κατάγεται από εκεί, αλλά έχει φύγει για σπουδές). Όλα όμως θα πάρουν απρόβλεπτη τροπή...
Ο Woody επανέρχεται στην αγαπημένη του πόλη και κάνει μια ταινία σχεδόν γι' αυτή. Στοχάζεται για το πώς αυτή και οι ρυθμοί της μπορούν να αλλάξουν τους χαρακτήρες (ολόκληρη τη ζωή μάλλον) κάποιων ανθρώπων, μιλά για αισθήματα (συχνά εύθραυστα), για διαφορετικούς χαρακτήρες, για δημιουργικά αδιέξοδα και ανασφάλειες καλλιτεχνών, για την αβάσταχτη γοητεία που εξασκεί η σόου μπιζ και οι σταρς, για οικογενειακές σχέσεις (με απρόβλεπτες αποκαλύψεις)... κλπ. κλπ. Όλα αυτά με χιούμορ, με κομψό, όπως πάντα, τρόπο και στιλ... όλα δηλαδή όσα μας έχει μάθει εδώ και δεκαετίες.
Οι εχθροί του θα πουν "μια από τα ίδια"! Οι φίλοι θα πουν το ίδιο, και γι' αυτό ακριβώς θα απολαύσουν την ταινία. Φυσικό είναι στην ηλικία αυτή να επαναλαμβάνεται ο Woody Allen. Νομίζω όμως ότι επαναλαμβάνεται τόσο γλυκά, που, αν είσαι φίλος, πάντοτε τον απολαμβάνεις. Ακόμα κι όταν βρίσκεται στις όχι και τόσο σημαντικές στιγμές του.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 15, 2019
ΒΟΡΕΙΟ ΦΟΛΚΛΟΡ ΣΕ ΕΝΑ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ "ΜΕΣΟΚΑΛΟΚΑΙΡΟ"
Αμερικανίδα φοιτήτρια, που έχει βιώσει μια μεγάλη και σοκαριστική απώλεια, πηγαίνει για το καλοκαίρι με μια αντροπαρέα (μεταξύ των οποίων και ο φίλος της) στη Σουηδία, προσκεκλημένοι ενός σουηδού συνφοιτητή τους. Εκεί θα φιλοξενηθούν από μια παγανιστική κοινότητα, που ζει απομονωμένη στη φύση και κρατά αρχαίες παραδόσεις. Φυσικά η εγκαρδιότητα και η ανοιχτόκαρδη φιλοξενία τους είναι μόνο η αρχή μιας εφιαλτικής ιστορίας.
Η ταινία είναι αργή, πράγμα απόλυτα ταιριαστό με το όλο κλίμα της. Ο Άστερ κατορθώνει διάφορα πράγματα: Να δημιουργήσει μια αγωνιώδη, αγχωτική ατμόσφαιρα σε ένα ηλιόλουστο, ειδυλλιακό περιβάλλον μέσα στη φύση (ελάχιστες νυχτερινες σκηνές υπάρχουν). Να εντρυφήσει στους μύθους, τις παραδόσεις και τις παγανιστικές λατρείες, δείχνοντας με λεπτομέρειες και επιμονή τις τελετουργίες των ντόπιων (κι όλα αυτά στην προχωρημένη σύγχρονη Σουηδία). Και, ταυτόχρονα, να μιλήσει για το θέμα του πένθους και της απώλειας, αλλά και του έρωτα που σιγά - σιγά χάνεται για να καταλήξει σε ρουτίνα (και τελικά σε χωρισμό) - και όλα αυτά από τη φεμινιστική πλευρά.
Πλημμυρισμένο από όμορφες εικόνες (το "όμορφες" ισχύει και για τις ειδυλλιακές και για τις εφιαλτικές) και παράξενη, υποβλητική μουσική, το φιλμ έχει το ελάττωμα του σχετικά ασαφούς σεναρίου. Κάποια σημεία μένουν ανεξήγητα, υπάρχουν μερικά κενά, αλλά και πρόσωπα των οποίων ο ρόλος δεν είναι αρκετά σαφής... Παρ' όλα αυτά η εμπειρία της θέασης της ταινίας παραμένει πολύ δυνατή. Και σίγουρα πρόκειται για ένα (αργό και βραδύκαυστο) φιλμ τρόμου με προσωπική ματιά και στιλ, το οποίο ξεχωρίζει απ' ολες τις απόψεις από τον σωρό των άθλιων ταινιών του είδους, που βασίζονται στα ανεγκέφαλα "μπου" και μας έχουν κατακλύσει τα πολλά τελευταία χρόνια.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 14, 2019
"ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ"... ΜΕ ΣΠΑΓΓΕΤΙ ΚΑΙ ΤΖΙΑΛΟ
Ο Quentin Tarantino το ξανάκανε! Το 2019, αφήνοντας πίσω του γουέστερν, Β' παγκόσμιους, επαγγελματίες εκτελεστές και άλλα, επιστρέφει με το "Κάποτε στο Χόλιγουντ" στα τέλη της δεκαετίας του 60 και στο ίδιο το Χόλιγουντ που τον "ανέθρεψε", φτιάχνοντας μια ταινία πάνω απ' όλα οργιαστικών αναφορών στην κάθε λογής ποπ κουλτούρα.
Στα 1969 λοιπόν ο Ντι Κάπριο είναι ένας ξεπεσμένος πρώην τηλεοπτικός σταρ (από παλιά, πασίγνωστη σειρά γουέστερν), που δεν τα καταφέρνει να περάσει στο σινεμά, αφού, όπως όλα δείχνουν, έχει περάσει η μπογιά του. Ο Μπραντ Πιτ από την άλλη ειναι ο κολλητός του και ταυτόχρονα ο κασκαντέρ του και "το παιδί για όλες τις δουλειές". Γύρω απ' αυτούς θα στηθεί μια ιστορία με ιταλικά σπαγγέτι γουέστερν, χίπις, αιμοσταγείς αιρέσεις σε στιλ Μάνσον και πολλά άλλα.
Στο πρώτο μέρος προσωπικά το φιλμ με κούρασε. Νομίζω ότι του έλειπε ο ρυθμός, καθώς οι δύο φίλοι περιφέρονται, κουβεντιάζουν, μεθούν, λένε και κάνουν διάφορα, αλλά δίχως κατεύθυνση και σφιχτό σενάριο (γνώμη μου πάντοτε). Στο δεύτερο τα πράγματα βρίσκουν το ρυθμό τους και το σασπένς κορυφώνεται.
Εκτός από καταγραφή της πιο επιδραστικής ίσως εποχής έως σήμερα, των 60ς, εκτός από μια "βρώμικη" ματιά στα εσωτερικά του Χόλιγουντ, το φιλμ απεικονίζει μια Αμερική που, από την αθωότητα των χίπις, των αντιπολεμικών κινημάτων και του ονείρου της αλλαγής του κόσμου, προσγειωνόταν ανώμαλα στη σκληρή πραγματικότητα, τη συντριβή των ελπίδων, την επιστροφή στα "καθιερωμένα" (και σκληρά). Όλα αυτα συμβολίζονται βέβαια με τη σφαγή που προκάλεσε η συμμορία του Μάνσον. Η ιστορία αυτή, παραλλαγμένη από τον Ταραντίνο, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του φιλμ. Βλέπετε, ο σταρ πρωταγωνιστής είναι γείτονας του Πολάνσκι ται της Τέιτ και όλα θα συμβούν στη βίλα του.
Θα επαναλάβω ότι η ουσία της ταινίας είναι το ατελείωτο παιχνίδι με τις αναφορές - και με πράγματα που αγαπά παράφορα και τα οποία "μεγάλωσαν" τον σκηνοθέτη: Η μουσική και τα τραγούδια, οι ταινίες (b-movies και όχι μόνο), τα αυτοκίνητα, οι καταστάσεις, τα αληθινά πρόσωπα που παρελαύνουν (Στιβ Μακ Κουίν, Mamas & the Papas, Πολάνσκι, Σάρον Τέιτ, ο ίδιος ο Μάνσον κλπ.), οι τελικές αναφορές στο ιταλικό σινεμά και ιδιαίτερα στα αγαπημένα του γουέστερν σπαγγέτι και στα giallo με τις γραφικές σφαγές και πάμπολλα άλλα που καλείστε να ανακαλύψετε. Και, επιπλέον, όπως είχε κάνει και στους "Άδωξους Μπάσταρδους", ο δαιμόνιος δημιουργός αλλάζει αδίστακτα και αυθαίρετα την ιστορία και τα πραγματικά γεγονότα, παραλλάσσοντάς τα με τον δικό του τρόπο.
Σας είπα: Βρήκα ότι κολλούσε στο πρώτο μισό, συνολικά όμως το απόλαυσα. Ιδιάιτερα λόγω των πολλαπλών αναφορών σε μια εποχή που και εμένα μ' ενδιαφέρει πολύ.
Στα 1969 λοιπόν ο Ντι Κάπριο είναι ένας ξεπεσμένος πρώην τηλεοπτικός σταρ (από παλιά, πασίγνωστη σειρά γουέστερν), που δεν τα καταφέρνει να περάσει στο σινεμά, αφού, όπως όλα δείχνουν, έχει περάσει η μπογιά του. Ο Μπραντ Πιτ από την άλλη ειναι ο κολλητός του και ταυτόχρονα ο κασκαντέρ του και "το παιδί για όλες τις δουλειές". Γύρω απ' αυτούς θα στηθεί μια ιστορία με ιταλικά σπαγγέτι γουέστερν, χίπις, αιμοσταγείς αιρέσεις σε στιλ Μάνσον και πολλά άλλα.
Στο πρώτο μέρος προσωπικά το φιλμ με κούρασε. Νομίζω ότι του έλειπε ο ρυθμός, καθώς οι δύο φίλοι περιφέρονται, κουβεντιάζουν, μεθούν, λένε και κάνουν διάφορα, αλλά δίχως κατεύθυνση και σφιχτό σενάριο (γνώμη μου πάντοτε). Στο δεύτερο τα πράγματα βρίσκουν το ρυθμό τους και το σασπένς κορυφώνεται.
Εκτός από καταγραφή της πιο επιδραστικής ίσως εποχής έως σήμερα, των 60ς, εκτός από μια "βρώμικη" ματιά στα εσωτερικά του Χόλιγουντ, το φιλμ απεικονίζει μια Αμερική που, από την αθωότητα των χίπις, των αντιπολεμικών κινημάτων και του ονείρου της αλλαγής του κόσμου, προσγειωνόταν ανώμαλα στη σκληρή πραγματικότητα, τη συντριβή των ελπίδων, την επιστροφή στα "καθιερωμένα" (και σκληρά). Όλα αυτα συμβολίζονται βέβαια με τη σφαγή που προκάλεσε η συμμορία του Μάνσον. Η ιστορία αυτή, παραλλαγμένη από τον Ταραντίνο, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του φιλμ. Βλέπετε, ο σταρ πρωταγωνιστής είναι γείτονας του Πολάνσκι ται της Τέιτ και όλα θα συμβούν στη βίλα του.
Θα επαναλάβω ότι η ουσία της ταινίας είναι το ατελείωτο παιχνίδι με τις αναφορές - και με πράγματα που αγαπά παράφορα και τα οποία "μεγάλωσαν" τον σκηνοθέτη: Η μουσική και τα τραγούδια, οι ταινίες (b-movies και όχι μόνο), τα αυτοκίνητα, οι καταστάσεις, τα αληθινά πρόσωπα που παρελαύνουν (Στιβ Μακ Κουίν, Mamas & the Papas, Πολάνσκι, Σάρον Τέιτ, ο ίδιος ο Μάνσον κλπ.), οι τελικές αναφορές στο ιταλικό σινεμά και ιδιαίτερα στα αγαπημένα του γουέστερν σπαγγέτι και στα giallo με τις γραφικές σφαγές και πάμπολλα άλλα που καλείστε να ανακαλύψετε. Και, επιπλέον, όπως είχε κάνει και στους "Άδωξους Μπάσταρδους", ο δαιμόνιος δημιουργός αλλάζει αδίστακτα και αυθαίρετα την ιστορία και τα πραγματικά γεγονότα, παραλλάσσοντάς τα με τον δικό του τρόπο.
Σας είπα: Βρήκα ότι κολλούσε στο πρώτο μισό, συνολικά όμως το απόλαυσα. Ιδιάιτερα λόγω των πολλαπλών αναφορών σε μια εποχή που και εμένα μ' ενδιαφέρει πολύ.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 13, 2019
"ΜΗΤΡΙΚΟ" (Ή ΦΟΝΙΚΟ) ΕΝΣΤΙΚΤΟ"
Το "Μητρικό Ένστικτο" (Duelles) του 2018 είναι η 3η ταινία του βέλγου Olivier Masset-Despasse. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ με ενδιαφέρουσες ανατροπές που, πάνω απ' όλα, θυμίζει - με επιτυχημένο κατά τη γνώμη μου τρόπο - τα φιλμ του Χίτσκοκ.
Δύο σχετικά εύπορες οικογένειες ζουν σε δύο διπλανά σπίτια και έχουν μια παράλληλη ζωή. Οι σύζυγοι είναι κολλητές φίλες και έχουν αμφότερες από ένα αγοράκι. Όλα θα αλλάξουν όταν το ένα από τα δύο παιδιά θα σκοτωθεί σε δυστύχημα στο σπίτι. Η τυχερή μητέρα, της οποίας το αγοράκι ζει, αρχίζει να υποψιάζεται ότι η τσακισμένη φίλη της θέλει να κάνει κακό και στο δικό της παιδί και ότι θεωρεί την ίδια υπεύθυνη για το χαμό του γιου της. Πρόκειται για δικαιολογημένη υποψία ή για καθαρή παράνοια;
Ολόκληρη η ταινία είναι ένα διαρκές παιχνίδι με το δίλημμα αυτό. Άλλοτε φαίνεται ότι οι υποψίες είναι σωστές κι άλλοτε προϊόν καθαρής υστερίας (ή τύψεων) της "τυχερής" μητέρας. Μ' αυτό ακριβώς το παιχνίδι το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει και να μου προξενήσει το ενδιαφέρον. Φυσικά πρόκειται για το παιχνίδι του είναι και του φαίνεσθαι, το οποίο πάντοτε απασχολούσε και τον μεγάλο Χίτσκοκ. Διαθέτει μάλιστα και μια παράξενη "συμμετρία" ως ιστορία (όλα μοιάζουν να είναι διπλά και όταν η ισορροπία χάνεται χάνεται και η αρμονία της "συμμετρίας", εξ ου και ο πρωτότυπος τίτλος "Διπλές".) Και, ταυτόχρονα, αποτελεί κριτική του μητρικού ενστίκτου του τίτλου, όταν αυτό αγγίζει τις ακραίες εκφάνσεις του. Επίσης, αποκλειστικά και μόνο για να κάνει το φιλμ πιο ενδιαφέρον εικαστικά, ο σκηνοθέτης μεταφέρει την "παντός καιρού" αυτή ιστορία στη δεκαετία του 60, δημιουργώντας έτσι και τη σχετική ατμόσφαιρα.
Καλή ταινία κατά τη γνώμη μου, που διαθέτει και ένα αρκετά ανατρεπτικό τέλος, το οποίο παίζει ανάμεσα στο χάπι εντ και το αντίθετό του.
Δύο σχετικά εύπορες οικογένειες ζουν σε δύο διπλανά σπίτια και έχουν μια παράλληλη ζωή. Οι σύζυγοι είναι κολλητές φίλες και έχουν αμφότερες από ένα αγοράκι. Όλα θα αλλάξουν όταν το ένα από τα δύο παιδιά θα σκοτωθεί σε δυστύχημα στο σπίτι. Η τυχερή μητέρα, της οποίας το αγοράκι ζει, αρχίζει να υποψιάζεται ότι η τσακισμένη φίλη της θέλει να κάνει κακό και στο δικό της παιδί και ότι θεωρεί την ίδια υπεύθυνη για το χαμό του γιου της. Πρόκειται για δικαιολογημένη υποψία ή για καθαρή παράνοια;
Ολόκληρη η ταινία είναι ένα διαρκές παιχνίδι με το δίλημμα αυτό. Άλλοτε φαίνεται ότι οι υποψίες είναι σωστές κι άλλοτε προϊόν καθαρής υστερίας (ή τύψεων) της "τυχερής" μητέρας. Μ' αυτό ακριβώς το παιχνίδι το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει και να μου προξενήσει το ενδιαφέρον. Φυσικά πρόκειται για το παιχνίδι του είναι και του φαίνεσθαι, το οποίο πάντοτε απασχολούσε και τον μεγάλο Χίτσκοκ. Διαθέτει μάλιστα και μια παράξενη "συμμετρία" ως ιστορία (όλα μοιάζουν να είναι διπλά και όταν η ισορροπία χάνεται χάνεται και η αρμονία της "συμμετρίας", εξ ου και ο πρωτότυπος τίτλος "Διπλές".) Και, ταυτόχρονα, αποτελεί κριτική του μητρικού ενστίκτου του τίτλου, όταν αυτό αγγίζει τις ακραίες εκφάνσεις του. Επίσης, αποκλειστικά και μόνο για να κάνει το φιλμ πιο ενδιαφέρον εικαστικά, ο σκηνοθέτης μεταφέρει την "παντός καιρού" αυτή ιστορία στη δεκαετία του 60, δημιουργώντας έτσι και τη σχετική ατμόσφαιρα.
Καλή ταινία κατά τη γνώμη μου, που διαθέτει και ένα αρκετά ανατρεπτικό τέλος, το οποίο παίζει ανάμεσα στο χάπι εντ και το αντίθετό του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















