Το "Haloween" (Η νύχτα με τις μάσκες) του 1978 του Τζον Κάρπεντερ αποτελεί βεβαίως σταθμό στην ιστορία του σινεμά τρόμου. Τα διάφορα σίκουελ ατύχησαν εντελώς, με αποτέλεσμα όσοι δεν πολυξέρουν την κινηματογραφική ιστορία να ταυτίζουν σχεδόν τη σειρά με τις διάφορες "Παρασκευές και 13" και άλλες τέτοιες αθλιότητες. Ακριβώς 40 χρόνια μετά, το 2018, ο απρόβλεπτος David Gordon Green (από ανεξάρτητος μέχρις ό,τι θέλετε) γυρίζει το (αντιφατικό ως όρος βεβαίως) "αυθεντικό σίκουελ" με τον ίδιο τίτλο, με την Τζέιμι Λι Κέρτις και πάλι - γιαγιά πλέον - στο βασικό ρόλο.
Ο εφιαλτικός Μάικλ Μάγιερς, ο σίριαλ κίλερ του πρώτου και καλύτερου φιλμ, βρισκόταν αυτά τα 40 χρόνια κλεισμένος σε ψυχιατρείο. Ανήμερα του Χάλογουιν όμως δραπετεύει και, φυσικά, σκορπά και πάλι τον τρόμο και τον θάνατο. Ωστόσο η Τζέιμι, ως άλλη Σάρα Κόνορ, προετοιμαζόταν όλα αυτά τα χρόνια γι' αυτό ακριβώς το ενδεχόμενο, και είχε προετοιμάσει και την κόρη της - όχι όμως και την έφηβη εγγονή της...
Το φιλμ είναι σίγουρα καλογυρισμένο. Καταφέρνει να δημιουργήσει αγωνία και κάποιες ανατριχίλες. Το εμφανές σπλάτερ αποφεύγεται, διαδραματίζεται συνήθως εκτός πλάνου (εμείς βλέπουμε τα αποτελέσματα). Επίσης σημαντικό είναι νομίζω το έντονα συμβολικό - και ευπρόσδεκτο - φεμινιστικότατο φινάλε. Ωστόσο όλα τα άλλα είναι νομίζω επαναλήψεις της πρώτης ταινίας. Από την ιστορία (οι συνεχείς φόνοι και η αγωνία του θεατή για το ποιοι θα πεθάνουν και ποιοι θα επιβιώσουν), από τον "απέθαντο" φριχτό ήρωα (με την ίδια φυσικά μάσκα), από το ίδιου τύπου σασπένς, έως τα νοήματα (η ενσάρκωση του απόλυτου και απρόσωπου Κακού στο πρόσωπο του Μάγιερς, η ανατροπή κάθε ειδυλλιακής οπτικής της αμερικάνικης μέσης καθημερινότητας κλπ.) Δεν ξέρω γιατί τόσοι κριτικοί έγραψαν τόσο καλά λόγια.
Προσοχή: Δεν το θεωρώ κακή ταινία. Απλώς το βρίσκω μια καλή επανάληψη (του καλού πρώτου, όχι των ηλίθιων σίκουελς). Αν αρκείστε σε καλές επαναλήψεις...
Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2018
Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2018
"SHRECK": ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ
Όταν το 2001 είχε βγει το γνωστό animation "Shrek" των Andrew Adamson και Vicky Jenson, πολλοί είχαν ενθουσιαστεί. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η καθαρή διασκέδαση. Είχε να κάνει και με την ανατρεπτικότητα της ταινίας.
Ο Σρεκ είναι ένας μάλλον βρώμικος γίγαντας (ένα ogre για όσους γνωρίζουν σε βάθος τα είδη των φανταστικών πλασμάτων) και ζει μόνος στο σπίτι του δίπλα στον αγαπημένο του βάλτο. Όλοι τον φοβούνται, δίχως να ξέρουν ότι κατά βάθος είναι καλός. Όταν όλα τα μυθικά πλάσματα του βασιλείου αρχίζουν να εκδιώκονται από τον άρχοντα και κατακλύζουν τον βάλτο του, αποφασίζει, με βαριά καρδιά και σε συνεννόηση με τον ύπουλο άρχοντα, να σώσει μια όμορφη πριγκίπισσα, που, όπως συνήθως κάνουν αυτές, κοιμάται σε κάποιο κάστρο μαγεμένη ώσπου να τη γλυτώσει κάποιος γενναίος. Ο άρχοντας δειλιάζει να πάει ο ίδιος, ενώ, εκτελώντας την αποστολή, ο Σρεκ θα ξαναβρεί την ησυχία του.
Όπως καταλαβαίνετε το στόρι είναι ένα συνειδητό συνονθύλευμα από στερεότυπα παραμυθιών (οι αναφορές άλλωστε σ΄αυτά είναι πολλές - Χιονάτη, Σταχτοπούτα, Πινόκιο κλπ.) Αυτό που αλλάζει εδώ δεν είναι οι ιδέες στην πλοκή, αλλά η πλήρης ανατροπή ή σάτιρα όλων των στερεοτύπων που προαναφέραμε (με τα οποία στερεότυπα παίζουν συνεχώς αυτές οι ιδέες). Ο ήρωας, π.χ., κάθε άλλο παρά ωραίος είναι, πολλά παραμύθια έχουν διαφορετική κατάληξη, το τέλος κρύβει μια μεγάλη έκπληξη κλπ. Φυσικά υπάρχουν και τα κλασικά μηνύματα : αποδοχή της διαφορετικότητας, αλλά και "μην κρίνετε κάποιον από την εμφάνισή του ή από την πρώτη εικόνα, ψάξτε πρώτα μέσα του". Όμως η ουσία δεν βρίσκεται στα παραπάνω, σωστότατα βεβαίως, αλλά χιλιοδιατυπωμένα μηνύματα, αλλά στην ανατρεπτικότητα και τη διαρκή πλάκα με τα στερεότυπα που λέγαμε πριν. Και, τέλος, ξεχνώντας όλα τα παραπάνω, είναι ένα φιλμ που βλέπεται πολύ ευχάριστα και βγάζει αρκετό γέλιο (δεν είναι τυχαίο που γυρίστηκαν δύο συνέχειες).
Ο Σρεκ είναι ένας μάλλον βρώμικος γίγαντας (ένα ogre για όσους γνωρίζουν σε βάθος τα είδη των φανταστικών πλασμάτων) και ζει μόνος στο σπίτι του δίπλα στον αγαπημένο του βάλτο. Όλοι τον φοβούνται, δίχως να ξέρουν ότι κατά βάθος είναι καλός. Όταν όλα τα μυθικά πλάσματα του βασιλείου αρχίζουν να εκδιώκονται από τον άρχοντα και κατακλύζουν τον βάλτο του, αποφασίζει, με βαριά καρδιά και σε συνεννόηση με τον ύπουλο άρχοντα, να σώσει μια όμορφη πριγκίπισσα, που, όπως συνήθως κάνουν αυτές, κοιμάται σε κάποιο κάστρο μαγεμένη ώσπου να τη γλυτώσει κάποιος γενναίος. Ο άρχοντας δειλιάζει να πάει ο ίδιος, ενώ, εκτελώντας την αποστολή, ο Σρεκ θα ξαναβρεί την ησυχία του.
Όπως καταλαβαίνετε το στόρι είναι ένα συνειδητό συνονθύλευμα από στερεότυπα παραμυθιών (οι αναφορές άλλωστε σ΄αυτά είναι πολλές - Χιονάτη, Σταχτοπούτα, Πινόκιο κλπ.) Αυτό που αλλάζει εδώ δεν είναι οι ιδέες στην πλοκή, αλλά η πλήρης ανατροπή ή σάτιρα όλων των στερεοτύπων που προαναφέραμε (με τα οποία στερεότυπα παίζουν συνεχώς αυτές οι ιδέες). Ο ήρωας, π.χ., κάθε άλλο παρά ωραίος είναι, πολλά παραμύθια έχουν διαφορετική κατάληξη, το τέλος κρύβει μια μεγάλη έκπληξη κλπ. Φυσικά υπάρχουν και τα κλασικά μηνύματα : αποδοχή της διαφορετικότητας, αλλά και "μην κρίνετε κάποιον από την εμφάνισή του ή από την πρώτη εικόνα, ψάξτε πρώτα μέσα του". Όμως η ουσία δεν βρίσκεται στα παραπάνω, σωστότατα βεβαίως, αλλά χιλιοδιατυπωμένα μηνύματα, αλλά στην ανατρεπτικότητα και τη διαρκή πλάκα με τα στερεότυπα που λέγαμε πριν. Και, τέλος, ξεχνώντας όλα τα παραπάνω, είναι ένα φιλμ που βλέπεται πολύ ευχάριστα και βγάζει αρκετό γέλιο (δεν είναι τυχαίο που γυρίστηκαν δύο συνέχειες).
Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2018
ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ "ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ"
Μετά την "Ida" o
Pawel Pawlikowski γυρίζει το 2018 τον "Ψυχρό Πόλεμο" στην Πολωνία. Πρόκειται για μια ταινία που, αισθητικά τουλάχιστον, θυμίζει πολύ την προηγούμενή του, την προαναφερθείσα δηλαδή "Ida".
Η ιστορία ξεκινά από το 1949 και απλώνεται μέχρι τη δεκαετία του 60. Εκείνη είναι τραγουδίστρια σε φολκλορικό πολωνικό συγκρότημα, εκείνος πιανίστας και υπεύθυνος για την επιλογή ταλέντων. Στο πρόσωπό της βλέπει μια μελλοντική σταρ και έχει απόλυτο δίκιο. Σύντομα θα γίνουν ζευγάρι. Όταν όμως αυτός αποφασίζει να αυτομολήσει στη Δύση, μετά την πολιτιστική καταπίεση από το καθεστώς, που του επιβάλλει ωμά ποιο πρέπει να είναι το ρεπερτόριό του, εκείνη αρνείται να τον ακολουθήσει. Στα πολλά επόμενα χρόνια, πάντοτε ερωτευμένοι, θα εξακολουθήσουν περίοδοι παθιασμένων ενώσεων και μακρών χωρισμών, άλλοτε στο εξωτερικό κι άλλοτε στην Πολωνία, μέχρι...
Εκείνο που ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά είναι η εξαιρετική, ασπρόμαυρη αισθητική. Υπέροχα κάδρα, θαυμάσια φωτογραφία, άψογες συνθέσεις... Και καλή μουσική, από φολκλορικά τραγούδια διαφόρων βόρειων χωρών έως νοσταλγική τζαζ και γαλλικό τραγούδι. Αυτό που κυριαρχεί βεβαίως στο φιλμ είναι ο βαθύς ρομαντισμός. Μ' αυτόν όμως ο Pawlikowski συνδυάζει και το έντονο πολιτικό στοιχείο - την κατάσταση στα κράτη του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού δηλαδή και την άγρυπνη παρακολούθηση κάθε μορφής τέχνης (αφού με την τέχνη της μουσικής ασχολείται το συγκεκριμένο φιλμ). Οι επιπτώσεις βεβαίως είναι βαριές και στην καθημερινή ζωή. Τέλος η αφήγηση είναι κάπως ιδιόρυθμη: Ενώ παραμένει απόλυτα γραμμική, κάνει αυθαίρετα χρονικά άλματα - ακόμα και αρκετών χρόνων - αφήνοντας τον θεατή να συμπληρώσει τα κενά.
Γενικά τη βρήκα γοητευτική και - θα το ξαναπώ - αισθητικά πανέμορφη. Όσο για το τόσο έντονο ρομαντικό στοιχείο... ε, ο ρομαντισμός είναι κάτι που λείπει από την εποχή μας. Αν τον αναζητάτε, πρόκειται για την ταινία σας.
Η ιστορία ξεκινά από το 1949 και απλώνεται μέχρι τη δεκαετία του 60. Εκείνη είναι τραγουδίστρια σε φολκλορικό πολωνικό συγκρότημα, εκείνος πιανίστας και υπεύθυνος για την επιλογή ταλέντων. Στο πρόσωπό της βλέπει μια μελλοντική σταρ και έχει απόλυτο δίκιο. Σύντομα θα γίνουν ζευγάρι. Όταν όμως αυτός αποφασίζει να αυτομολήσει στη Δύση, μετά την πολιτιστική καταπίεση από το καθεστώς, που του επιβάλλει ωμά ποιο πρέπει να είναι το ρεπερτόριό του, εκείνη αρνείται να τον ακολουθήσει. Στα πολλά επόμενα χρόνια, πάντοτε ερωτευμένοι, θα εξακολουθήσουν περίοδοι παθιασμένων ενώσεων και μακρών χωρισμών, άλλοτε στο εξωτερικό κι άλλοτε στην Πολωνία, μέχρι...
Εκείνο που ξεχωρίζει με την πρώτη ματιά είναι η εξαιρετική, ασπρόμαυρη αισθητική. Υπέροχα κάδρα, θαυμάσια φωτογραφία, άψογες συνθέσεις... Και καλή μουσική, από φολκλορικά τραγούδια διαφόρων βόρειων χωρών έως νοσταλγική τζαζ και γαλλικό τραγούδι. Αυτό που κυριαρχεί βεβαίως στο φιλμ είναι ο βαθύς ρομαντισμός. Μ' αυτόν όμως ο Pawlikowski συνδυάζει και το έντονο πολιτικό στοιχείο - την κατάσταση στα κράτη του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού δηλαδή και την άγρυπνη παρακολούθηση κάθε μορφής τέχνης (αφού με την τέχνη της μουσικής ασχολείται το συγκεκριμένο φιλμ). Οι επιπτώσεις βεβαίως είναι βαριές και στην καθημερινή ζωή. Τέλος η αφήγηση είναι κάπως ιδιόρυθμη: Ενώ παραμένει απόλυτα γραμμική, κάνει αυθαίρετα χρονικά άλματα - ακόμα και αρκετών χρόνων - αφήνοντας τον θεατή να συμπληρώσει τα κενά.
Γενικά τη βρήκα γοητευτική και - θα το ξαναπώ - αισθητικά πανέμορφη. Όσο για το τόσο έντονο ρομαντικό στοιχείο... ε, ο ρομαντισμός είναι κάτι που λείπει από την εποχή μας. Αν τον αναζητάτε, πρόκειται για την ταινία σας.
Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2018
"ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ" : ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΚΥΛΑΔΙΚΑ
Ο Νικος Παναγιωτόπουλος (1941-2016) γυρίζει το "Αυτή η Νύχτα Μένει" το 1999, δηλαδή πριν την κρίση, σε μια εποχή, φαινομενικά τουλάχιστον, παχιών αγελάδων. Και "καταδύεται" στους χώρους της κατ' εξοχήν διασκέδασης μεγάλης μερίδας των "πλούσιων" τότε ελλήνων της επαρχίας, στα σκυλάδικα.
Η Στέλα, μια όμορφη και ταλαντούχα γυναίκα, έχει σαν όνειρο ζωής να γίνει τραγουδίστρια. Για να το εκπληρώσει δεν θα διστάσει να εγκαταλείψει αυτόν που την αγαπά και να υπογράψει συμβόλαιο ως τραγουδίστρια σε κέντρα της επαρχίας. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι τα "κέντρα" δεν είναι παρά εξαθλιωμένα σκυλάδικα όπου συχνάζουν μεθυσμένοι (με ουίσκι φυσικά) αγρότες για να ξοδέψουν τα πολλά τότε λεφτά τους (από κρατικά ή ευρωπαϊκά επιδόματα κλπ.) με σκοπό κατά βάθος να πηδήσουν τις τραγουδίστριες. Ο παλιός φίλος της όμως θα την αναζητήσει στα χωριά και τις πόλεις της Θράκης.
Ενδιαφέρουσα ταινία, μια από τις λίγες (μετά το καλύτερο κατά τη γνώμη μου "Όλα Είναι Δρόμος") ελληνικές που πιάνουν το θέμα αυτό (των σκυλάδικων εννοώ) και συγχρόνως "ψηλαφούν" την παθογένεια των ελλήνων, της μίζερης επαρχίας κυρίως, που, θαμπωμένοι από λεφτά, βγάζουν το χειρότερο εαυτό τους - και το χειρότερο δυνατό γούστο. Ταυτόχρονα φτιαχνει το πορτρέτο μιας αποφασιστικής γυναίκας που κυνηγά το όνειρό της μέχρι τα άκρα. Το κυνήγι του ονείρου είναι βασικό θέμα, αλλά η συντριβή του δεν θα επιφέρει υστερικές μελοδραματικές κορυφώσεις - απλώς θα συντριβεί το όνειρο (ενδιαφέρουσα προσέγγιση κι αυτή, όπως δηλαδή συμβαίνει συνήθως. Οι άνθρωποι περισσότερο συμβιβάζονται παρά αυτοκτονούν ή κάτι τέτοιο).
Το καλύτερο κομμάτι θεωρώ ότι είναι το δεύτερο μέρος, με την περιήγηση στη χειμωνιάτικη Θράκη και στα διάφορα σούπερ κιτς κέντρα. Ωστόσο το φιλμ πάσχει νομίζω από κάτι που το βρίσκω κάπως "ψεύτικο", κατασκευασμένο. Διακρίνεται σε διάφορα σημεία η αναπαράσταση, η κατασκευή και όχι το αυθεντικό βίωμα κάποιων καταστάσεων. Στα μείον και οι μέτριες ηθποιίες και η μερικές φορές κακή ηχοληψία. Παρ' όλα αυτά πάντως τη βρίσκω μια από τις αξιόλογες ταινίες του ελληνικού σινεμά, που έχει την τιμιότητα να πιάσει τα θέματα που λέγαμε. Και βλέπεται ευχάριστα.
Η Στέλα, μια όμορφη και ταλαντούχα γυναίκα, έχει σαν όνειρο ζωής να γίνει τραγουδίστρια. Για να το εκπληρώσει δεν θα διστάσει να εγκαταλείψει αυτόν που την αγαπά και να υπογράψει συμβόλαιο ως τραγουδίστρια σε κέντρα της επαρχίας. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι τα "κέντρα" δεν είναι παρά εξαθλιωμένα σκυλάδικα όπου συχνάζουν μεθυσμένοι (με ουίσκι φυσικά) αγρότες για να ξοδέψουν τα πολλά τότε λεφτά τους (από κρατικά ή ευρωπαϊκά επιδόματα κλπ.) με σκοπό κατά βάθος να πηδήσουν τις τραγουδίστριες. Ο παλιός φίλος της όμως θα την αναζητήσει στα χωριά και τις πόλεις της Θράκης.
Ενδιαφέρουσα ταινία, μια από τις λίγες (μετά το καλύτερο κατά τη γνώμη μου "Όλα Είναι Δρόμος") ελληνικές που πιάνουν το θέμα αυτό (των σκυλάδικων εννοώ) και συγχρόνως "ψηλαφούν" την παθογένεια των ελλήνων, της μίζερης επαρχίας κυρίως, που, θαμπωμένοι από λεφτά, βγάζουν το χειρότερο εαυτό τους - και το χειρότερο δυνατό γούστο. Ταυτόχρονα φτιαχνει το πορτρέτο μιας αποφασιστικής γυναίκας που κυνηγά το όνειρό της μέχρι τα άκρα. Το κυνήγι του ονείρου είναι βασικό θέμα, αλλά η συντριβή του δεν θα επιφέρει υστερικές μελοδραματικές κορυφώσεις - απλώς θα συντριβεί το όνειρο (ενδιαφέρουσα προσέγγιση κι αυτή, όπως δηλαδή συμβαίνει συνήθως. Οι άνθρωποι περισσότερο συμβιβάζονται παρά αυτοκτονούν ή κάτι τέτοιο).
Το καλύτερο κομμάτι θεωρώ ότι είναι το δεύτερο μέρος, με την περιήγηση στη χειμωνιάτικη Θράκη και στα διάφορα σούπερ κιτς κέντρα. Ωστόσο το φιλμ πάσχει νομίζω από κάτι που το βρίσκω κάπως "ψεύτικο", κατασκευασμένο. Διακρίνεται σε διάφορα σημεία η αναπαράσταση, η κατασκευή και όχι το αυθεντικό βίωμα κάποιων καταστάσεων. Στα μείον και οι μέτριες ηθποιίες και η μερικές φορές κακή ηχοληψία. Παρ' όλα αυτά πάντως τη βρίσκω μια από τις αξιόλογες ταινίες του ελληνικού σινεμά, που έχει την τιμιότητα να πιάσει τα θέματα που λέγαμε. Και βλέπεται ευχάριστα.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2018
ΟΝΤΩΣ "ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΕΛ ΡΟΥΑΓΙΑΛ"
Ο Drew Goddard είναι κυρίως γνωστός σεναριογράφος. Παλιότερα ωστόσο είχε γυρίσει το καλό, γεμάτο αναφορές φιλμ τρόμου "Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος". Το 2018 επιστρέφει στη σκηνοθεσία με το εξ ίσου "παιχνιδιάρικο" "Δύσκολες Ώρες στο Ελ Ρουαγιάλ" (Bad Times at the El Royale).
Ακριβώς πάνω στα σύνορα Καλιφόρνια και Νεβάδα, στο πουθενά, βρίσκεται ένα παράξενο, κάποτε ακμάζον μοτέλ. Μια νύχτα με βροχή στα τέλη της δεκαετίας του 60 καταφτάνουν εκεί (άσχετα ο ένας με τον άλλον) μια ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων. Όσο η νύχτα προχωρά καταλαβαίνουμε ότι κάθε ένας απ' αυτούς βρίσκεται εκεί για διαφορετικό, μάλλον σκοτεινό, λόγο. Όλοι σχεδόν παίζουν κάποιο ρόλο, κρατώντας κρυμμένο τον αληθινό εαυτό και τις προσθέσεις τους. Και, βεβαίως, πριν φύγει η νύχτα θα ξεκινήσει ένα λουτρό αίματος...
Να το πούμε από την αρχή: Η ταινία κάθε άλλο παρά αληθοφανής είναι, αφού, πριν από οτιδήποτε άλλο, βασίζεται σε μια δεν-υπάρχει σύμπτωση (να βρεθούν τυχαία όλοι αυτοί οι κάθε άλλο παρά συνηθισμένοι χαρακτήρες την ίδια νύχτα και ώρα, ταυτόχρονα, στο πουθενά). Αυτή όμως η έλλειψη αληθοφάνειας γίνεται εντελώς συνειδητά. Ο Goddard δεν ενδιαφέρεται για ρεαλισμό, αλλά για ένα συνεχές, πολύπλοκο και άκρως διασκεδαστικό παιχνίδι με διαρκείς ανατροπές, διαφορετικές οπτικές γωνίες, εναλλαγές αθωότητας - ενοχής, μπρος πίσω στο χρόνο (προσοχή: η αφήγηση κάθε άλλο παρά γραμμική είναι) κλπ. Πολλές ιδέες είναι έξυπνες, η αγωνία για τον θεατή δεν σταματά, ταυτόχρονα όμως υπάρχει παντού διάχυτη η κριτική του τέλους της δεκαετίας του 60, όταν η εποχή της ευδαιμονίας, του ηδονισμού, των ονείρων και των χίπις πέρναγε και η πραγματικότητα έπαιρνε τη ρεβάνς δείχνοντας το αληθινό, ανηλεές και σκοτεινό της πρόσωπο. Να το Βιετνάμ, να οι παράνομες παρακολουθήσεις του FBI (υπό τον διαβόητο Χούβερ), να ο ρατσισμός και η καταπίεση των μαύρων, να οι παλιοί χίπις που μετατρέπονται σε φανατικές σέχτες και δολοφόνους (αναφορά στον Μάνσον) ... όλα είναι εδώ. Ο κόσμος δεν είναι πια λουλούδια και ειρήνη, είναι σκοτεινός και αιματοβαμμένος.
Μην το πάρετε σοβαρά και ψάχνετε για ρεαλισμό. Όλο το φιλμ, αν αφαιρέσεις τα νοήματα που ανέφερα, είναι ένα παιχνίδι απίθανων ανατροπών, αποκάλυψης κρυμμένων μυστικών και συμπτώσεων. Ωστόσο, με αυτά τα δεδομένα, προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Και υπάρχει και ο cult Τζεφ Μπρίτζες...
Ακριβώς πάνω στα σύνορα Καλιφόρνια και Νεβάδα, στο πουθενά, βρίσκεται ένα παράξενο, κάποτε ακμάζον μοτέλ. Μια νύχτα με βροχή στα τέλη της δεκαετίας του 60 καταφτάνουν εκεί (άσχετα ο ένας με τον άλλον) μια ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων. Όσο η νύχτα προχωρά καταλαβαίνουμε ότι κάθε ένας απ' αυτούς βρίσκεται εκεί για διαφορετικό, μάλλον σκοτεινό, λόγο. Όλοι σχεδόν παίζουν κάποιο ρόλο, κρατώντας κρυμμένο τον αληθινό εαυτό και τις προσθέσεις τους. Και, βεβαίως, πριν φύγει η νύχτα θα ξεκινήσει ένα λουτρό αίματος...
Να το πούμε από την αρχή: Η ταινία κάθε άλλο παρά αληθοφανής είναι, αφού, πριν από οτιδήποτε άλλο, βασίζεται σε μια δεν-υπάρχει σύμπτωση (να βρεθούν τυχαία όλοι αυτοί οι κάθε άλλο παρά συνηθισμένοι χαρακτήρες την ίδια νύχτα και ώρα, ταυτόχρονα, στο πουθενά). Αυτή όμως η έλλειψη αληθοφάνειας γίνεται εντελώς συνειδητά. Ο Goddard δεν ενδιαφέρεται για ρεαλισμό, αλλά για ένα συνεχές, πολύπλοκο και άκρως διασκεδαστικό παιχνίδι με διαρκείς ανατροπές, διαφορετικές οπτικές γωνίες, εναλλαγές αθωότητας - ενοχής, μπρος πίσω στο χρόνο (προσοχή: η αφήγηση κάθε άλλο παρά γραμμική είναι) κλπ. Πολλές ιδέες είναι έξυπνες, η αγωνία για τον θεατή δεν σταματά, ταυτόχρονα όμως υπάρχει παντού διάχυτη η κριτική του τέλους της δεκαετίας του 60, όταν η εποχή της ευδαιμονίας, του ηδονισμού, των ονείρων και των χίπις πέρναγε και η πραγματικότητα έπαιρνε τη ρεβάνς δείχνοντας το αληθινό, ανηλεές και σκοτεινό της πρόσωπο. Να το Βιετνάμ, να οι παράνομες παρακολουθήσεις του FBI (υπό τον διαβόητο Χούβερ), να ο ρατσισμός και η καταπίεση των μαύρων, να οι παλιοί χίπις που μετατρέπονται σε φανατικές σέχτες και δολοφόνους (αναφορά στον Μάνσον) ... όλα είναι εδώ. Ο κόσμος δεν είναι πια λουλούδια και ειρήνη, είναι σκοτεινός και αιματοβαμμένος.
Μην το πάρετε σοβαρά και ψάχνετε για ρεαλισμό. Όλο το φιλμ, αν αφαιρέσεις τα νοήματα που ανέφερα, είναι ένα παιχνίδι απίθανων ανατροπών, αποκάλυψης κρυμμένων μυστικών και συμπτώσεων. Ωστόσο, με αυτά τα δεδομένα, προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Και υπάρχει και ο cult Τζεφ Μπρίτζες...
Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2018
Ο ΒΟΥΡΚΟΣ "ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ"
Το "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου" (1976) του συχνά πολιτικοποιημένου Alan Pakula (1928-1998) αναφέρεται βεβαίως στους ανθρώπους του Νίξον (μαζί με τον Τραμπ οι δύο πιο μισητοί πρόεδροι των ΗΠΑ σύμφωνα με κάποιο γκάλοπ) και στο διαβόητο σκάνδαλο του Γουοτεργκέιτ, το οποίο αφορούσε την κατασκοπεία του Δημοκρατικού κόμματος από τους Ρεπουμπλικάνους και οδήγησε στην πτώση του Νίξον πριν ολοκληρωθεί η θητεία του. Ευτύχησε να έχει ως πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τον Ντάστιν Χόφμαν (αλλά και τον Τζέισον Ρόμπαρτς και τον Μάρτιν Μπάλσαμ κ.ά.).
Δύο νεαροί δημοσιογράφοι της Washington Post αναλαμβάνουν την κάλυψη μιας ελάσσονος είδησης: Κάποιοι διαρρήκτες συλλαμβάνονται επ' αυτοφόρω μια νύχτα να σκαλίζουν τα γραφεία των Δημοκρατικών. Όσο όμως κοσκινίζουν την υπόθεση, ανακαλύπτουν έκπληκτοι ότι τα ίχνη (από ποιους έχουν πληρωθεί, ποιοι δικηγόροι θα τους υπερασπιστούν κλπ.) οδηγούν όλο και ψηλότερα και, τελικά, κατ' ευθείαν στον ίδιο τον Λευκό Οίκο.
Κλασική ταινία λεπτομερειακής καταγραφής μιας εξονυχιστικής δημοσιογραφικής έρευνας (προφανώς βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα), σήμερα μας θυμίζει το πώς γίνεται (ή πώς γινόταν κάποτε) μια απόλυτα τίμια, εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και διασταυρωμένη τέτοια έρευνα. Ίσως η ταινία, με το ντοκιμαντερίστικο στιλ, τη μεγάλη διάρκεια και την πληθώρα ονομάτων κουράσει κάποιους. Ωστόσο, στο θέμα της έρευνας που λέγαμε πριν, μάλλον θα στενοχωρηθούμε αφάνταστα αν κάνουμε την προφανή σύγκριση με τις αντίστοιχες έρευνες (;;;), κυρίως αυτές των πάμπολλων σύγχρονων τηλεοπτικών βόθρων που μας περιβάλλουν ασφυκτικά.
Παραμένει λοιπόν η ιστορική αξία, οι καλές ηθοποιίες, το "δημοκρατικό" μήνυμα, αλλά σας επαναλαμβάνω ότι μπορεί και να κουράσει. Εξ άλλου το φιλμ δεν μιλά καθόλου για τις προσωπικές ζωές των ηρώων, τους εκτός δουλειάς χαρακτήρες τους κλπ. Είναι σα να παρακολουθούμε δύο ανθρώπους δοσμένους 100% στη δουλειά τους και πουθενά αλλού. Αλλά, είπαμε, αλλού βρίσκεται η αξία της ταινίας.
Δύο νεαροί δημοσιογράφοι της Washington Post αναλαμβάνουν την κάλυψη μιας ελάσσονος είδησης: Κάποιοι διαρρήκτες συλλαμβάνονται επ' αυτοφόρω μια νύχτα να σκαλίζουν τα γραφεία των Δημοκρατικών. Όσο όμως κοσκινίζουν την υπόθεση, ανακαλύπτουν έκπληκτοι ότι τα ίχνη (από ποιους έχουν πληρωθεί, ποιοι δικηγόροι θα τους υπερασπιστούν κλπ.) οδηγούν όλο και ψηλότερα και, τελικά, κατ' ευθείαν στον ίδιο τον Λευκό Οίκο.
Κλασική ταινία λεπτομερειακής καταγραφής μιας εξονυχιστικής δημοσιογραφικής έρευνας (προφανώς βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα), σήμερα μας θυμίζει το πώς γίνεται (ή πώς γινόταν κάποτε) μια απόλυτα τίμια, εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και διασταυρωμένη τέτοια έρευνα. Ίσως η ταινία, με το ντοκιμαντερίστικο στιλ, τη μεγάλη διάρκεια και την πληθώρα ονομάτων κουράσει κάποιους. Ωστόσο, στο θέμα της έρευνας που λέγαμε πριν, μάλλον θα στενοχωρηθούμε αφάνταστα αν κάνουμε την προφανή σύγκριση με τις αντίστοιχες έρευνες (;;;), κυρίως αυτές των πάμπολλων σύγχρονων τηλεοπτικών βόθρων που μας περιβάλλουν ασφυκτικά.
Παραμένει λοιπόν η ιστορική αξία, οι καλές ηθοποιίες, το "δημοκρατικό" μήνυμα, αλλά σας επαναλαμβάνω ότι μπορεί και να κουράσει. Εξ άλλου το φιλμ δεν μιλά καθόλου για τις προσωπικές ζωές των ηρώων, τους εκτός δουλειάς χαρακτήρες τους κλπ. Είναι σα να παρακολουθούμε δύο ανθρώπους δοσμένους 100% στη δουλειά τους και πουθενά αλλού. Αλλά, είπαμε, αλλού βρίσκεται η αξία της ταινίας.
Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2018
ΕΝΑ... ΜΑΥΡΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΥ ΚΛΟΥΞ ΚΛΑΝ ΣΤΗΝ "ΠΑΡΕΙΣΦΡΗΣΗ"
Ο Spike Lee είναι βεβαίως ένας πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης, γνωστός για την εμμονή του στα προβλήματα της φυλής του (των μαύρων δηλαδή). Και πολύ καλά κάνει. Ωστόσο το έργο του είναι συχνά άνισο, καθώς έχει κάνει και αδιάφορες ταινίες. Το 2018 πάντως φαίνεται ότι βρίσκεται ξανά σε φόρμα, αφού η "Παρείσφρηση" (BlacKkklansman) είναι κατά τη γνώμη μου μια καλή ταινία.
Δεν θα το πιστέψετε, αλλά πρόκειται για αληθινή ιστορία: Στα μέσα των 70ς ένας μαύρος αστυνομικός καταφέρνει να γίνει δεκτός ως μέλος της... Κου Κλουξ Κλαν! Πώς γίνεται αυτό; Τους πείθει τηλεφωνικά ότι είναι αναμφισβήτητα ρατσιστής (φανατικός μάλιστα) και όταν έρχεται η ώρα των ζωντανών συναντήσεων στέλνει στη θέση του έναν συνάδελφό του αστυνομικό (ο οποίος, για να ολοκληρωθεί η ειρωνεία, είναι εβραίος!). Έτσι καταφέρνουν να ξεσκεπάσουν πολλά μυστικά (παράνομα εννοείται) της άθλιας αυτής εγκληματικής συμμορίας.
Ο Λι έχει συνειδητά παραποιήσει κάποια γεγονότα για να δώσει περισσότερο αφηγηματικό ενδιαφέρον και να δημιουργήσει ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι μεταφέρει τα γεγονότα λίγο πίσω στο χρόνο, στα 1971-72 για την ακρίβεια, ώστε να συμπίπτουν με την κλιμακούμενη μαύρη εξέγερση, την ύπαρξη (ακόμα) των Μαύρων Πανθήρων, το χαρακτηριστικό λουκ, τη μουσική κλπ. Επίσης σκαρφίζεται ένα αγωνιώδες τέλος (στη σκηνή με την έκρηξη) για να προσδώσει σασπένς.
Μου άρεσε η ταινία καθώς συνδυάζει έξυπνα την αγωνιώδη αστυνομική πλοκή, το χιούμορ (κάποιες στιγμές το φιλμ ανήκει καθαρά στο χώρο της κωμωδίας) και, φυσικά, την έντονα αντιρατσιστική θέση. Στο τέλος μάλιστα, παρατίθενται αυθεντικές σκηνές από τα σύγχρονα γεγονότα της ρατσιστικής επίθεσης εναντίον διαδηλωτών (στο Τζορτζτάουν νομίζω;) και την απαράδεκτη αντίδραση του Τραμπ, προφανώς για να δειχτεί το ότι ο ρατσισμός συνεχίζεται αμείωτος (στην Αμερική του Τραμπ μάλιστα... καταλαβαίνετε...). Τέλος καταγράφει τη σταδιακή απόκτηση αντιρατσιστικής συνείδησης από τον ήρωα, πράγμα που δίνει και κάποιο ψυχολογικό ενδιαφέρον.
Εξ ορισμού συμπαθώ τα αντιρατσιστικά φιλμ. Πολύ περισσότερο αν βλέπονται τόσο ευχάριστα όπως αυτό (συμβάλλει και η νοσταλγική ατμόσφαιρα εποχής). Μακάρι ο Λι να διατηρήσει τη φόρμα του, διότι, είπαμε, είναι άνισος δημιουργός).
Δεν θα το πιστέψετε, αλλά πρόκειται για αληθινή ιστορία: Στα μέσα των 70ς ένας μαύρος αστυνομικός καταφέρνει να γίνει δεκτός ως μέλος της... Κου Κλουξ Κλαν! Πώς γίνεται αυτό; Τους πείθει τηλεφωνικά ότι είναι αναμφισβήτητα ρατσιστής (φανατικός μάλιστα) και όταν έρχεται η ώρα των ζωντανών συναντήσεων στέλνει στη θέση του έναν συνάδελφό του αστυνομικό (ο οποίος, για να ολοκληρωθεί η ειρωνεία, είναι εβραίος!). Έτσι καταφέρνουν να ξεσκεπάσουν πολλά μυστικά (παράνομα εννοείται) της άθλιας αυτής εγκληματικής συμμορίας.
Ο Λι έχει συνειδητά παραποιήσει κάποια γεγονότα για να δώσει περισσότερο αφηγηματικό ενδιαφέρον και να δημιουργήσει ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι μεταφέρει τα γεγονότα λίγο πίσω στο χρόνο, στα 1971-72 για την ακρίβεια, ώστε να συμπίπτουν με την κλιμακούμενη μαύρη εξέγερση, την ύπαρξη (ακόμα) των Μαύρων Πανθήρων, το χαρακτηριστικό λουκ, τη μουσική κλπ. Επίσης σκαρφίζεται ένα αγωνιώδες τέλος (στη σκηνή με την έκρηξη) για να προσδώσει σασπένς.
Μου άρεσε η ταινία καθώς συνδυάζει έξυπνα την αγωνιώδη αστυνομική πλοκή, το χιούμορ (κάποιες στιγμές το φιλμ ανήκει καθαρά στο χώρο της κωμωδίας) και, φυσικά, την έντονα αντιρατσιστική θέση. Στο τέλος μάλιστα, παρατίθενται αυθεντικές σκηνές από τα σύγχρονα γεγονότα της ρατσιστικής επίθεσης εναντίον διαδηλωτών (στο Τζορτζτάουν νομίζω;) και την απαράδεκτη αντίδραση του Τραμπ, προφανώς για να δειχτεί το ότι ο ρατσισμός συνεχίζεται αμείωτος (στην Αμερική του Τραμπ μάλιστα... καταλαβαίνετε...). Τέλος καταγράφει τη σταδιακή απόκτηση αντιρατσιστικής συνείδησης από τον ήρωα, πράγμα που δίνει και κάποιο ψυχολογικό ενδιαφέρον.
Εξ ορισμού συμπαθώ τα αντιρατσιστικά φιλμ. Πολύ περισσότερο αν βλέπονται τόσο ευχάριστα όπως αυτό (συμβάλλει και η νοσταλγική ατμόσφαιρα εποχής). Μακάρι ο Λι να διατηρήσει τη φόρμα του, διότι, είπαμε, είναι άνισος δημιουργός).
Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2018
ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟ "ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ ΤΗΣ ΚΛΕΨΥΔΡΑΣ"
Ο πολωνός σκηνοθέτης Wojcech Has (1925-2000) ανήκει στη μικρή ομάδα των πλέον παράξενων δημιουργών στην ιστρία του κινηματογράφου. Η γοητεία της ατέλειωτης, ελλειπτικής και δίχως σταματημό αφήγησης μπλέκεται στο έργο του με τον σουρεαλισμό και το παράλογο, ενώ οι ονειρικές εικόνες κυριαρχούν. Ίσως το αποκορύφωμα όλων αυτών βρίσκεται στο "Σανατόριο της Κλεψύδρας", μια παντελώς φευγάτη ταινία του 1973.
Μην ψάχνετε για πλοκή ή λογικό ειρμό γεγονότων. Ο ήρωας φτάνει σε έναν ερειπωμένο πύργο στο πουθενά (θα μπορούσε να είναι ο πύργος του Δράκουλα), που περιβάλλεται από έρημο, χιονισμένο τοπίο, αναζητώντας τον πατέρα του. Αρχικά δεν υπάρχει κανείς. Μετά εμφανίζεται ένας γιατρός που θα τον πληροφορήσει κάτι σαν "μπορούμε να γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, έτσι οι ασθενείς μας είναι τώρα νεκροί, αλλά κάποια στιγμή ίσως ξαναζωντανέψουν" ή κάτι τέτοιο, δείχνοντάς του το πτώμα (;;;) του πατέρα του. Υπάρχει κάπου και μια νοσοκόμα και στη συνέχεια η ιστορία παύει να είναι ιστορία και γίνεται μια σειρά συνειρμικών σκηνών που πάει μπρος - πισω στο χρόνο και όπου τα παράλογα συμβαντα έχουν τον πρώτο λόγο.
Μην προσπαθήσετε να αποκωδικοποιήσετε την πλοκή και να φανταστείτε τι ακριβώς γίνεται. Το όλο φιλμ λειτουργεί κάπως σαν την "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων". Ο ήρωας, π.χ., μπαίνει κάποια στιγμή κάτω από ένα κρεβάτι σε ένα κλειστό δωμάτιο και βρίσκεται ξαφνικά σε μια πλατεία πόλης γεμάτη κόσμο. Τέτοια πράγματα, για να σας δώσω να καταλάβετε. Ένα από τα πλέον καθηλωτικά στοιχεία του φιλμ είναι οι φοβερές, ονειρικές εικόνες του. Παντού κυριαρχεί μια έντονη αίσθηση παρακμής. τα πάντα είναι ερειπωμένα, εγκαταλειμένα, ξερά, αραχνιασμένα. Και, παράλληλα με αυτό το κλίμα απόλυτης παρακμής, υπάρχει και έντονος ερωτισμός. Δείτε το σαν ένα πραγματικά παραισθισιογόνο ταξίδι στο υποσυνέιδητο, στον κόσμο των επιθυμιών και των ονείρων, γνωρίζοντας από την αρχή ότι πρόκειται για μια ταινία που σπάει κάθε κώδικα αφήγησης. Λειτουργεί, όπως ξαναείπαμε, συνειρμικά. Βρισκόμαστε στην καρδιά του σουρεαλισμού. Όπως ο "Ανδαλουσιανός Σκύλος" ή τα φιλμ του Jodorowsky.
Αν μπορείτε να αφεθείτε και να απολαύσετε κάτι τέτοιο, το συνιστώ. Σίγουρα πάντως λίγοι θα το καταφέρουν. Απλώς να θυμάστε: Στο σινεμά των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού μπορεί να κυριαρχούσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά κάθε άλλο παρά μόνον αυτός υπήρχε. Μια μόνο ματιά στο πολωνικό σινεμά της εποχής θα σας πείσει.
Μην ψάχνετε για πλοκή ή λογικό ειρμό γεγονότων. Ο ήρωας φτάνει σε έναν ερειπωμένο πύργο στο πουθενά (θα μπορούσε να είναι ο πύργος του Δράκουλα), που περιβάλλεται από έρημο, χιονισμένο τοπίο, αναζητώντας τον πατέρα του. Αρχικά δεν υπάρχει κανείς. Μετά εμφανίζεται ένας γιατρός που θα τον πληροφορήσει κάτι σαν "μπορούμε να γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, έτσι οι ασθενείς μας είναι τώρα νεκροί, αλλά κάποια στιγμή ίσως ξαναζωντανέψουν" ή κάτι τέτοιο, δείχνοντάς του το πτώμα (;;;) του πατέρα του. Υπάρχει κάπου και μια νοσοκόμα και στη συνέχεια η ιστορία παύει να είναι ιστορία και γίνεται μια σειρά συνειρμικών σκηνών που πάει μπρος - πισω στο χρόνο και όπου τα παράλογα συμβαντα έχουν τον πρώτο λόγο.
Μην προσπαθήσετε να αποκωδικοποιήσετε την πλοκή και να φανταστείτε τι ακριβώς γίνεται. Το όλο φιλμ λειτουργεί κάπως σαν την "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων". Ο ήρωας, π.χ., μπαίνει κάποια στιγμή κάτω από ένα κρεβάτι σε ένα κλειστό δωμάτιο και βρίσκεται ξαφνικά σε μια πλατεία πόλης γεμάτη κόσμο. Τέτοια πράγματα, για να σας δώσω να καταλάβετε. Ένα από τα πλέον καθηλωτικά στοιχεία του φιλμ είναι οι φοβερές, ονειρικές εικόνες του. Παντού κυριαρχεί μια έντονη αίσθηση παρακμής. τα πάντα είναι ερειπωμένα, εγκαταλειμένα, ξερά, αραχνιασμένα. Και, παράλληλα με αυτό το κλίμα απόλυτης παρακμής, υπάρχει και έντονος ερωτισμός. Δείτε το σαν ένα πραγματικά παραισθισιογόνο ταξίδι στο υποσυνέιδητο, στον κόσμο των επιθυμιών και των ονείρων, γνωρίζοντας από την αρχή ότι πρόκειται για μια ταινία που σπάει κάθε κώδικα αφήγησης. Λειτουργεί, όπως ξαναείπαμε, συνειρμικά. Βρισκόμαστε στην καρδιά του σουρεαλισμού. Όπως ο "Ανδαλουσιανός Σκύλος" ή τα φιλμ του Jodorowsky.
Αν μπορείτε να αφεθείτε και να απολαύσετε κάτι τέτοιο, το συνιστώ. Σίγουρα πάντως λίγοι θα το καταφέρουν. Απλώς να θυμάστε: Στο σινεμά των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού μπορεί να κυριαρχούσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά κάθε άλλο παρά μόνον αυτός υπήρχε. Μια μόνο ματιά στο πολωνικό σινεμά της εποχής θα σας πείσει.
Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2018
"CLIMAX": Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΕΝΟΣ BAD TRIP
Ο Gaspar Noe, όπως ο φον Τρίερ ή ο Αρονόφσκι, είναι νομίζω αυτό που θα αποκαλούσαμε (και αποκαλούνται συχνά) "κνηματογραφικοί προβοκάτορες". Εξαιρεικοί σκηνοθέτες αναμφισβήτητα, βασικό στόχο έχουν να προκαλέσουν ή/και να ενοχλήσουν τον θεατή, φτάνοντας συχνά στα άκρα. Όχι με τον τρόπο που θα το έκανε μια "άρρωστη" ταινία τρόμου ή σπάτερ - εκεί ενυπάρχει πάντα και ένα υπόγειο χιούμορ - αλλά με "σοβαρότερους" τρόπους ή θίγοντας "σοβαρότερα" θεματα. Το "Climax" του 2018 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Μια ομάδα χορού αποτελούμενη από ετερόκλητα άτομα απομονώνεται σε μια τεράστια, δαιδαλώδη αποθήκη (ή κάτι τέτοιο) για να κάνει την τελική πρόβα για μια χορογραφία. Μετά το τέλος της πρόβας ακολουθεί πάρτι για χαλάρωση. Ωστόσο κάποιος ρίχνει LSD στη σαγκρία με αποτελέσματα... που είναι αδύνατο να περιγραφούν, καθώς παρακολουθούμε ένα εφιαλτικό bad trip.
Είπαμε: ΟΙ σκηνοθετικές ικανότητες του Νοέ είναι αναμφισβήτητες. Τα μακρά μονοπλάνα, η εξαιρετική πραγματικά χορογραφία της ομάδας (πριν τριπάρει) σε κλασικό ντίσκο κομμάτι, ο τρόπος κινηματογράφησης, είναι όλα, αν μη τι άλλο, από καθηλωτικά έως απόλυτα αποτελεσματικά. Ένα ξέφρενο πάρτι, που αρχικά υπόσχεται ιδιαίτερες ερωτικές καταστάσεις, μετατρέπεται βαθμιαία, με ευφάνταστο τρόπο, σε έναν αληθινά δυσβάσταχτο εφιάλτη, που πραγματικά ταρακουνά τον θεατή. Αποτύπωση ανεξέλεγκτων συμπεριφορών; Καταγραφή της απόλυτης κυριαρχίας του ενστίκτου πάνω σε κάθε λογική (ή ηθική); Απλή κατάδειξη του πού μπορεί να οδηγήσει η κατανάλωση ουσιών; (διότι ακόμα και ηθικοπλαστικά θα μπορούσε να εκλάβει κανείς το τυχόν "μήνυμα"). Δεν ξέρω. Ίσως πάνω απ' όλα κυριαρχεί η επιθυμία του σκηνοθέτη να σοκάρει πάσει θυσία.
Απολαύστε το ή μισείστε το. Θα καταλάβω απόλυτα και τις δύο ακραίες αντιδράσεις. Εμένα μου φαίνεται ότι μοναδικός στόχος είναι η πρόκληση. Πάντως πρόκειται για την εφιαλτικότερη απεικόνιση κακού τριπαρισματος που έχω δει ποτέ στην οθόνη...
Μια ομάδα χορού αποτελούμενη από ετερόκλητα άτομα απομονώνεται σε μια τεράστια, δαιδαλώδη αποθήκη (ή κάτι τέτοιο) για να κάνει την τελική πρόβα για μια χορογραφία. Μετά το τέλος της πρόβας ακολουθεί πάρτι για χαλάρωση. Ωστόσο κάποιος ρίχνει LSD στη σαγκρία με αποτελέσματα... που είναι αδύνατο να περιγραφούν, καθώς παρακολουθούμε ένα εφιαλτικό bad trip.
Είπαμε: ΟΙ σκηνοθετικές ικανότητες του Νοέ είναι αναμφισβήτητες. Τα μακρά μονοπλάνα, η εξαιρετική πραγματικά χορογραφία της ομάδας (πριν τριπάρει) σε κλασικό ντίσκο κομμάτι, ο τρόπος κινηματογράφησης, είναι όλα, αν μη τι άλλο, από καθηλωτικά έως απόλυτα αποτελεσματικά. Ένα ξέφρενο πάρτι, που αρχικά υπόσχεται ιδιαίτερες ερωτικές καταστάσεις, μετατρέπεται βαθμιαία, με ευφάνταστο τρόπο, σε έναν αληθινά δυσβάσταχτο εφιάλτη, που πραγματικά ταρακουνά τον θεατή. Αποτύπωση ανεξέλεγκτων συμπεριφορών; Καταγραφή της απόλυτης κυριαρχίας του ενστίκτου πάνω σε κάθε λογική (ή ηθική); Απλή κατάδειξη του πού μπορεί να οδηγήσει η κατανάλωση ουσιών; (διότι ακόμα και ηθικοπλαστικά θα μπορούσε να εκλάβει κανείς το τυχόν "μήνυμα"). Δεν ξέρω. Ίσως πάνω απ' όλα κυριαρχεί η επιθυμία του σκηνοθέτη να σοκάρει πάσει θυσία.
Απολαύστε το ή μισείστε το. Θα καταλάβω απόλυτα και τις δύο ακραίες αντιδράσεις. Εμένα μου φαίνεται ότι μοναδικός στόχος είναι η πρόκληση. Πάντως πρόκειται για την εφιαλτικότερη απεικόνιση κακού τριπαρισματος που έχω δει ποτέ στην οθόνη...
Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2018
Ο ΚΥΡΙΟΣ, ΤΟ ΟΠΛΟ ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΕΙΕΣ ΩΣ ΧΟΜΠΙ
Ο David Lowery είναι κυρίως μικρομηκάς και μοντέρ, έχει όμως προλάβει να σκηνοθετήσει και μερικές μεγάλου μήκους ταινίες. "Ο Κύριος & το Όπλο" (The Old Man & the Gun) του 2018 ευτυχεί να έχει στο καστ του τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ (στον τελευταίο του ίσως ρόλο), τη Σίσι Σπέισεκ, τον Κέισι Άφλεκ, τον Ντάνι Γκλόβερ και τον πάντοτε cult Τομ Γουέιτς.
Στη δεκαετία του 80 ένας ηλικιωμένος, ευγενέστατος, χαμογελαστός και σε όλους συμπαθής κύριος ληστεύει κατ' εξακολούθησιν τράπεζες με τη βοήθεια δύο επίσης ηλικιωμένων φίλων του. Όταν όμως σε μια από τις ληστείες του τυχαίνει να βρίσκεται στην τράπεζα ένας νεαρός αστυνομικός, ο τελευταίος βάζει σκοπό της ζωής του να σκαλίσει την υπόθεση και να συλλάβει τους ενόχους. Και, όπως αποδεικνύεται, ο συμπαθέστατος ηλικιωμένος έχει πλούσιο παρελθόν...
Το φιλμ βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ο οποίος, εκτός από πολλές ληστείες, είχε δραπετεύσει από φυλακές - στις οποίες μπαινόβγαινε από τη δεκαετία του 30 - 16 φορές (!), ως άλλος Πεταλούδας. Ως ταινία είναι feelgood, διαθέτοντας και αρκετό χιούμορ, και συγχρόνως κλείνει το μάτι στα παλιά αστυνομικά των 70ς κυρίως - μεταξύ των οποίων και φιλμ που πρωταγωνιστούσε ο ίδιος ο Ρέντφορντ. Οι cool, ήσυχοι, συμπαθείς ληστές, η μη βίαιη ατμόσφαιρα, η έλλειψη αυτού που σήμερα αποκαλούμε "καταιγιστική δράση" (για καλό το λέω, δεν πρόκειται για action movie), το κλασικό μοτίβο του αστυνομικού που κατά βάθος συμπαθεί τον κακοποιό που κυνηγά, όλα είναι παρόντα στο φιλμ. Όσο για την εγκληματική δράση (αναίμακτες ληστείες και διαρκείς αποδράσεις) εδώ παρουσιάζονται ως σχεδόν φυσική ανάγκη του δράστη. Δεν το κάνει από ανάγκη, αλλά κάπως σαν από χόμπι. Αυτό είναι η ζωή του. Τα υπόλοιπα (και ο έρωτα ακόμα) βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα.
Ευχάριστο φιλμ, επίτηδες "παλιομοδίτικοτο", το είδα με σχετικό ενδιαφέρον, δεν μπορώ όμως να το χαρακτηρίσω μεγάλη ταινία. Απλώς συμπαθητικό.
Στη δεκαετία του 80 ένας ηλικιωμένος, ευγενέστατος, χαμογελαστός και σε όλους συμπαθής κύριος ληστεύει κατ' εξακολούθησιν τράπεζες με τη βοήθεια δύο επίσης ηλικιωμένων φίλων του. Όταν όμως σε μια από τις ληστείες του τυχαίνει να βρίσκεται στην τράπεζα ένας νεαρός αστυνομικός, ο τελευταίος βάζει σκοπό της ζωής του να σκαλίσει την υπόθεση και να συλλάβει τους ενόχους. Και, όπως αποδεικνύεται, ο συμπαθέστατος ηλικιωμένος έχει πλούσιο παρελθόν...
Το φιλμ βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Φόρεστ Τάκερ, ο οποίος, εκτός από πολλές ληστείες, είχε δραπετεύσει από φυλακές - στις οποίες μπαινόβγαινε από τη δεκαετία του 30 - 16 φορές (!), ως άλλος Πεταλούδας. Ως ταινία είναι feelgood, διαθέτοντας και αρκετό χιούμορ, και συγχρόνως κλείνει το μάτι στα παλιά αστυνομικά των 70ς κυρίως - μεταξύ των οποίων και φιλμ που πρωταγωνιστούσε ο ίδιος ο Ρέντφορντ. Οι cool, ήσυχοι, συμπαθείς ληστές, η μη βίαιη ατμόσφαιρα, η έλλειψη αυτού που σήμερα αποκαλούμε "καταιγιστική δράση" (για καλό το λέω, δεν πρόκειται για action movie), το κλασικό μοτίβο του αστυνομικού που κατά βάθος συμπαθεί τον κακοποιό που κυνηγά, όλα είναι παρόντα στο φιλμ. Όσο για την εγκληματική δράση (αναίμακτες ληστείες και διαρκείς αποδράσεις) εδώ παρουσιάζονται ως σχεδόν φυσική ανάγκη του δράστη. Δεν το κάνει από ανάγκη, αλλά κάπως σαν από χόμπι. Αυτό είναι η ζωή του. Τα υπόλοιπα (και ο έρωτα ακόμα) βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα.
Ευχάριστο φιλμ, επίτηδες "παλιομοδίτικοτο", το είδα με σχετικό ενδιαφέρον, δεν μπορώ όμως να το χαρακτηρίσω μεγάλη ταινία. Απλώς συμπαθητικό.
Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2018
ΠΕΡΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΩΝ ΦΟΡΕΜΑΤΩΝ (IN FABRIC)
Ο Peter Strickland είναι ένας βρετανός σκηνοθέτης (η μητέρα του είναι ελληνίδα), ο οποίος το 2018 γύρισε το "In Fabric" (Το Στοιχειωμένο Φόρεμα), ένα συνδυασμό ταινίας τρόμου και κωμωδίας.
Όλα στρέφονται γύρω από ένα κατάστημα γυναικείων ρούχων, το οποίο προσφέρει χειμερινές εκπτώσεις. Το προσωπικό - και κυρίως ο ιδιοκτήτης - είναι (ας το πούμε επιεικώς) "παράξενοι", ενώ το πλήθος συνωστίζεται για να διαλέξει ρούχα της αρεσκείας του. Από εκεί μια κοπέλα θα αγοράσει ένα κόκκινο φόρεμα, το οποίο αποδεικνύεται... στοιχειωμένο και προκαλεί κακό στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του. Την πορεία του φορέματος αυτού παρακολουθούμε και το τι (κακό) συμβαίνει σε όσους το φοράνε.
Η ταινία είναι φυσικά μια μαύρη κωμωδία. Πάνω απ' όλα πρόκειται για έναν φόρο τιμής στα ιταλικά giallo των 60ς και 70ς, με τις γκλαμουράτες και με ολίγον "μάτι" εικόνες, τις χαρακτηριστικές μουσικές και τα μάλλον ελλειπή σενάρια. Στο συγκεκριμένο φιλμ συνυπάρχουν παράξενες συμπεριφορές, ανεξήγητα σημεία ή γεγονότα (άγνωστο το τι ακριβώς είναι και από πού ξεφύτρωσε το περίφημο κατάστημα) και, βέβαια, μια εντονότατη και βιτριολική κριτική στον καταναλωτισμό της εποχής μας (με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου οι πελάτες σχεδόν σκοτώνονται για το ποιος θα προλάβει τα προϊόντα με έκπτωση), αλλά και ένα σχόλιο για τη σαγήνη που προκαλεί η τηλεοπτική ηλιθιότητα.
Καλά όλα αυτά, πλάκα έχουν και είδα το φιλμ σχετικά ευχάριστα, δεν μου είπε όμως και τίποτα ιδιαίτερο. Αρκετά περίεργος και ιδιαίτερος (έστω και αν όχι πάντα πετυχημένος) είναι πάντως ο Strickland, οπότε ας τον παρακολουθούμε καλού - κακού.
Όλα στρέφονται γύρω από ένα κατάστημα γυναικείων ρούχων, το οποίο προσφέρει χειμερινές εκπτώσεις. Το προσωπικό - και κυρίως ο ιδιοκτήτης - είναι (ας το πούμε επιεικώς) "παράξενοι", ενώ το πλήθος συνωστίζεται για να διαλέξει ρούχα της αρεσκείας του. Από εκεί μια κοπέλα θα αγοράσει ένα κόκκινο φόρεμα, το οποίο αποδεικνύεται... στοιχειωμένο και προκαλεί κακό στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του. Την πορεία του φορέματος αυτού παρακολουθούμε και το τι (κακό) συμβαίνει σε όσους το φοράνε.
Η ταινία είναι φυσικά μια μαύρη κωμωδία. Πάνω απ' όλα πρόκειται για έναν φόρο τιμής στα ιταλικά giallo των 60ς και 70ς, με τις γκλαμουράτες και με ολίγον "μάτι" εικόνες, τις χαρακτηριστικές μουσικές και τα μάλλον ελλειπή σενάρια. Στο συγκεκριμένο φιλμ συνυπάρχουν παράξενες συμπεριφορές, ανεξήγητα σημεία ή γεγονότα (άγνωστο το τι ακριβώς είναι και από πού ξεφύτρωσε το περίφημο κατάστημα) και, βέβαια, μια εντονότατη και βιτριολική κριτική στον καταναλωτισμό της εποχής μας (με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου οι πελάτες σχεδόν σκοτώνονται για το ποιος θα προλάβει τα προϊόντα με έκπτωση), αλλά και ένα σχόλιο για τη σαγήνη που προκαλεί η τηλεοπτική ηλιθιότητα.
Καλά όλα αυτά, πλάκα έχουν και είδα το φιλμ σχετικά ευχάριστα, δεν μου είπε όμως και τίποτα ιδιαίτερο. Αρκετά περίεργος και ιδιαίτερος (έστω και αν όχι πάντα πετυχημένος) είναι πάντως ο Strickland, οπότε ας τον παρακολουθούμε καλού - κακού.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2018
"ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ" Ή ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙς ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
Τελικά οι ιρανοί έχουν παγιώσει μια εξαιρετική σχολή κοινωνικού ρεαλισμού, καταφέρνοντας να ανανεώνονται συνεχώς και να βρίσκουν πρωτότυπες ιδέες για να δημιουργούν δράματα που πολλές φορές αγγίζουν τα όρια του (κοινωνικά) εφιαλτικού. Δεν πρόκειται δηλαδή για αυτό που λεμε "φέτα ζωής", αλλά δράματα με συχνά πολύπλοκες ιστορίες, τα οποία βεβαίως διαδραματίζονται σε εντελώς ρεαλιστικό πλαίσιο. Στα χνάρια του καλύτερου σήμερα ιρανού σκηνοθέτη, του Farahdi, κινείται λοιπόν η δεύτερη ταινία του Vahid Jalilvand "Περίπτωση Συνείδησης" (No Date, No Sign ο αγγλόφωνος τίτλος) του 2017.
Όπου ένας γιατρός εμπλέκεται μια νύχτα σε ένα τροχαίο ατύχημα, χτυπώντας - δίχως να είναι δικό του λάθος - ένα μηχανάκι στο οποίο επιβαίνει τετραμελής οικογένεια. Όλοι μοιάζουν να είναι καλά, ο γιατρός τους αποζημειώνει επί τόπου διότι δεν έχει πληρώσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου του και δεν θέλει να εμπλακεί η αστυνομία, προσφέρεται να τους πάει στο νοσοκομείο, αν και δεν υπάρχουν εμφανείς πληγές, αλλά ο πατέρας αρνείται και εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Το πρωί της άλλης μέρας όμως φέρνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζεται ο γιατρός το δεκάχρονο αγοράκι της οικογένειας νεκρό. Η νεκροψία δείχνει τροφική δηλητηρίαση, μήπως όμως πρόκειται για (αόρατο) εγκεφαλικό τραύμα από το δυστύχημα; Ο κόσμος του γιατρού αρχίζει να καταρρέει.
Εδώ συνυπάρχουν ανάλυση χαρακτήρων, σημασία στη λεπτομέρεια και στοχασμός πάνω στο θέμα της ευθύνης. Μια απλή παράλειψη, η άρνηση μιας μικρής σε πρώτη ανάγνωση υποχρέωσης, μπορεί να έχει πολλαπλάσιες επιπτώσεις και να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις. Διότι, όπως θα δείτε, στη συγκεκριμένη ιστορία θα εμπλακούν - και θα καταστραφούν - και άλλοι. Είναι σαν το μικρό πετραδάκι που πέφτει στην ήρεμη λίμνη, κι όμως δημιουργεί στο νερό αναταράξεις σε μεγάλη ακτίνα. Και αφορά πολλών ειδών σχέσεις: Επαγγελματικές, οικογενειακές, ηθικές, ψυχολογικές κλπ.
Καλή ταινία, αν βεβαίως σας ενδιαφέρει ο (εμπνευσμένος και επινοητικός) ρεαλισμός. Όχι, δεν είναι θεαματική, όλα εδώ είναι θέμα σεναρίου, αλλά όντως αξίζει τον κόπο.
Όπου ένας γιατρός εμπλέκεται μια νύχτα σε ένα τροχαίο ατύχημα, χτυπώντας - δίχως να είναι δικό του λάθος - ένα μηχανάκι στο οποίο επιβαίνει τετραμελής οικογένεια. Όλοι μοιάζουν να είναι καλά, ο γιατρός τους αποζημειώνει επί τόπου διότι δεν έχει πληρώσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου του και δεν θέλει να εμπλακεί η αστυνομία, προσφέρεται να τους πάει στο νοσοκομείο, αν και δεν υπάρχουν εμφανείς πληγές, αλλά ο πατέρας αρνείται και εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Το πρωί της άλλης μέρας όμως φέρνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζεται ο γιατρός το δεκάχρονο αγοράκι της οικογένειας νεκρό. Η νεκροψία δείχνει τροφική δηλητηρίαση, μήπως όμως πρόκειται για (αόρατο) εγκεφαλικό τραύμα από το δυστύχημα; Ο κόσμος του γιατρού αρχίζει να καταρρέει.
Εδώ συνυπάρχουν ανάλυση χαρακτήρων, σημασία στη λεπτομέρεια και στοχασμός πάνω στο θέμα της ευθύνης. Μια απλή παράλειψη, η άρνηση μιας μικρής σε πρώτη ανάγνωση υποχρέωσης, μπορεί να έχει πολλαπλάσιες επιπτώσεις και να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις. Διότι, όπως θα δείτε, στη συγκεκριμένη ιστορία θα εμπλακούν - και θα καταστραφούν - και άλλοι. Είναι σαν το μικρό πετραδάκι που πέφτει στην ήρεμη λίμνη, κι όμως δημιουργεί στο νερό αναταράξεις σε μεγάλη ακτίνα. Και αφορά πολλών ειδών σχέσεις: Επαγγελματικές, οικογενειακές, ηθικές, ψυχολογικές κλπ.
Καλή ταινία, αν βεβαίως σας ενδιαφέρει ο (εμπνευσμένος και επινοητικός) ρεαλισμός. Όχι, δεν είναι θεαματική, όλα εδώ είναι θέμα σεναρίου, αλλά όντως αξίζει τον κόπο.
Σάββατο, Οκτωβρίου 20, 2018
Η CLEO ΑΠΟ ΤΙΣ 5 ΩΣ ΤΙΣ 7 (ΣΕ REAL TIME)
Το 1961 η γαλλική nouvel vague βρισκεται στο αποκορύφωμά της. Τότε μια από τις πρωτεργάτιδές της, η Agnes Varda, γυρίζει το "Cleo de 5 a 7" με την πανέμορφη - και άγνωστη σχετικά - Corinne Marchant στον κύριο ρόλο.
Όπως ακριβώς λέει ο τίτλος, το φιλμ παρακολουθεί δύο ώρες από τη ζωή μιας νέας γυναίκας την μακρύτερη ημέρα του χρόνου. Είναι μια ανερχόμενη τραγουδίστρια, που πρόσφατα κυκλοφόρησε κάποιους μικρούς δίσκους. Η κοπέλα ανησυχεί για τα αποτελέσματα των ιατρικών της εξετάσεων. Στην αρχή είναι γεμάτη καπρίτσια, με τη διάθεσή της να αλλάζει διαρκώς, σχεδόν ενοχλητική θα λέγαμε. Η ζωή της είναι γεμάτη - σύντομες συναντήσεις με τον συνθέτη και τον στιχουργό της, τον αρκετά μεγαλύτερο - και βιαστικό - εραστή της, μια φίλη της μοντέλο ενός γλύπτη, ένα μηχανικό προβολής σε σινεμά, έναν νέο στο πάρκο... Όσο η ώρα προχωρά, και μέσα από τις ποικίλες αυτές συναντήσεις, η ηρωίδα θα γίνει πιο ανθρώπινη, πιο ανεκτική και, τελικά, πιο χαλαρή και φιλική στη ζωή και τον κόσμο.
Κλασικό δείγμα του πρωτοποριακού γαλλικού σινεμά της εποχής, η ταινία παρουσιάζει αυτό που θα λέγαμε "μια φέτα ζωής" - και ταυτόχρονα μια βόλτα στο Παρίσι της εποχής. Γλυκόπικρο, τρυφερό και απρόσμενα φρέσκο μετά από τόσο χρόνια, αποτυπώνει συγχρόνως το κλίμα και την ατμόσφαιρα της περιόδου. Τέχνη, έρωτας, ζωή, φιλία, δουλειά, καθημερινότητα, όλα θα προλάβουν να περάσουν από το φακό της Βαρντά τις δύο αυτές ώρες (οι οποίες θα μπορούσαν να είναι μια μικρογραφία της ζωής). Και μαζί (κλείσιμο ματιού σε φίλους και συναδέλφους της) σε guest εμφανίσεις ο μεγάλος συνθέτης Μισέλ Λεγκράν και ο Γκοντάρ (ως ήρωας μιας μικρού μήκους βωβής κωμικής ταινίας που παρακολουθεί σε ένα σινεμά η ηρωίδα). Η αέρινη σκηνοθεσία είναι γεμάτη ιδέες, η ματιά πρωτοποριακή για την εποχή, τα "εσωτερικά" παιχνίδια παρόντα. Και όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα κλασικό φιλμ της πρωτοπορίας.
Κλασικό για σινεφίλ, απολαυστικό μέχρι σήμερα, αλλά προσοχή σ' αυτό που είπα προηγουμένως: Για σινεφίλ. Ίσως το κοινό που αρέσκεται αποκλειστικά στο Χόλιγουντ (ιδίως στο σύγχρονο) να κουραστεί ή να μην καταλάβει τη φρέσκια, σχεδόν πειραματική ματιά της σημαντικής αυτής δημιουργού.
Όπως ακριβώς λέει ο τίτλος, το φιλμ παρακολουθεί δύο ώρες από τη ζωή μιας νέας γυναίκας την μακρύτερη ημέρα του χρόνου. Είναι μια ανερχόμενη τραγουδίστρια, που πρόσφατα κυκλοφόρησε κάποιους μικρούς δίσκους. Η κοπέλα ανησυχεί για τα αποτελέσματα των ιατρικών της εξετάσεων. Στην αρχή είναι γεμάτη καπρίτσια, με τη διάθεσή της να αλλάζει διαρκώς, σχεδόν ενοχλητική θα λέγαμε. Η ζωή της είναι γεμάτη - σύντομες συναντήσεις με τον συνθέτη και τον στιχουργό της, τον αρκετά μεγαλύτερο - και βιαστικό - εραστή της, μια φίλη της μοντέλο ενός γλύπτη, ένα μηχανικό προβολής σε σινεμά, έναν νέο στο πάρκο... Όσο η ώρα προχωρά, και μέσα από τις ποικίλες αυτές συναντήσεις, η ηρωίδα θα γίνει πιο ανθρώπινη, πιο ανεκτική και, τελικά, πιο χαλαρή και φιλική στη ζωή και τον κόσμο.
Κλασικό δείγμα του πρωτοποριακού γαλλικού σινεμά της εποχής, η ταινία παρουσιάζει αυτό που θα λέγαμε "μια φέτα ζωής" - και ταυτόχρονα μια βόλτα στο Παρίσι της εποχής. Γλυκόπικρο, τρυφερό και απρόσμενα φρέσκο μετά από τόσο χρόνια, αποτυπώνει συγχρόνως το κλίμα και την ατμόσφαιρα της περιόδου. Τέχνη, έρωτας, ζωή, φιλία, δουλειά, καθημερινότητα, όλα θα προλάβουν να περάσουν από το φακό της Βαρντά τις δύο αυτές ώρες (οι οποίες θα μπορούσαν να είναι μια μικρογραφία της ζωής). Και μαζί (κλείσιμο ματιού σε φίλους και συναδέλφους της) σε guest εμφανίσεις ο μεγάλος συνθέτης Μισέλ Λεγκράν και ο Γκοντάρ (ως ήρωας μιας μικρού μήκους βωβής κωμικής ταινίας που παρακολουθεί σε ένα σινεμά η ηρωίδα). Η αέρινη σκηνοθεσία είναι γεμάτη ιδέες, η ματιά πρωτοποριακή για την εποχή, τα "εσωτερικά" παιχνίδια παρόντα. Και όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα κλασικό φιλμ της πρωτοπορίας.
Κλασικό για σινεφίλ, απολαυστικό μέχρι σήμερα, αλλά προσοχή σ' αυτό που είπα προηγουμένως: Για σινεφίλ. Ίσως το κοινό που αρέσκεται αποκλειστικά στο Χόλιγουντ (ιδίως στο σύγχρονο) να κουραστεί ή να μην καταλάβει τη φρέσκια, σχεδόν πειραματική ματιά της σημαντικής αυτής δημιουργού.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2018
ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ "ΑΝΥΠΑΚΟΗ"
Ο Sebastian Lelio είναι ο χιλιανός σκηνοθέτης που κατόρθωσε να περάσει τα σύνορα της χώρας του με φιλμ όπως η "Γκλόρια" ή το οσκαρικό "Μια Φανταστική Γυναίκα". Έτσι το 2017 πάει στη Βρετανία και γυρίζει εκεί την "Ανυπακοή" με τη Ράιτσελ Γουάιζ σε έναν από τους βασικούς ρόλους.
Μετά το θάνατο του ραβίνου πατέρα της μια κοπέλα που έχει εγκαταλείψει πριν πολλά χρόνια την κλειστή και συντηρητική εβραϊκή κοινότητα της Βρετανίας και ζει στην Αμερική, θα επιστρέψει για την κηδεία. Εκεί θα ανακαλύψει ότι η καλύτερη παιδική της φίλη έχει παντρευτεί τον καλύτερο παιδικό της φίλο. Το πρόβλημαξεκινά όταν με την επιστροφή της θα αναζωπυρωθεί ένας εφηβικός λεσβιακός έρωτας, ο οποίος παλιά είχε προκαλέσει σκάνδαλο και που υπήρξε ο λόγος της φυγής της. Τα συναισθήματα και οι πράξεις του πρωταγωνιστικού τριγώνου θα αλλάξουν πολλές φορές...
Ο Λέλιο κάνει με σωστό τρόπο αυτό που έχουμε δει πολλές φορές: Κάτι απαγορευμένο ανθίζει στους κόλπους μιας συντηρητικής, κλειστής κοινότητας (δεν έχει καμιά σημασία αν εδώ μιλάμε για εβραίους. Θα μπορούσε να συμβαίνει στους κόλπους οποιασδήποτε τέτοιου είδους κοινωνίας. Θυμηθείτε, ας πούμε, το Brokeback Mountain). Έτσι κάτι που αλλού είναι - σχετικά - αποδεκτό, εδώ πρέπει να μείνει κρυφό, καταπιεσμένο και, κατά συνέπεια, πηγή αφόρητου άγχους για τους "δράστες" και μοχλός πλήρους ανατροπής παγιωμένων σχέσεων. Έτσι το κλίμα γίνεται ασφυκτικό και η απειλή κρέμεται μόνιμα πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστριών. Ένστικτο εναντίον πειθαρχίας λοιπόν, μόνο που εδώ αυτή η πειθαρχία δεν είναι κάτι που πρέπει ναυφίσταται για το κοινωνικό καλό, αλλά είναι επιβεβλημένο λόγω των μουχλιασμένων πεποιθήσεων μιας ουσιαστικά φανατικής κοινότητας. Αυτό που θα ξεσπάσει δεν είναι βίαιο. Σ' αυτό το φιλμ ο δημιουργός χειρίζεται με λεπτότητα τα συναισθήματα, τα οποία, το ξαναλέω, θα αλλάξουν συχνά με απρόβλεπτο τρόπο.
Καλή, σχετικά χαμηλότονη ταινία, που υποστηρίζει την ελευθερία απέναντι σε σκουριασμένες δομές, πλην όμως δεν παραβλέπει και το συχνά αδύνατο της ελευθερίας (ή της επιθυμίας) αυτής, τονίζοντας τις ανατροπές, ακόμα και τη δυστυχία που αυτή μπορεί να επιφέρει σε άλλα μέλη. Καλό λοιπόν, αλλά σε ένα μοτίβο που έχουμε ξαναδεί αρκετές φορές. Και μια γενική παρατήρηση: Ο Λέλιο ασχολείται σταθερά με λιγότερο ή περισσότερο αποκλίνουσες συμπεριφορές ή ταυτότητες στους κόλπους μιας "νορμάλ" (υποτίθεται) κοινωνίας.
Μετά το θάνατο του ραβίνου πατέρα της μια κοπέλα που έχει εγκαταλείψει πριν πολλά χρόνια την κλειστή και συντηρητική εβραϊκή κοινότητα της Βρετανίας και ζει στην Αμερική, θα επιστρέψει για την κηδεία. Εκεί θα ανακαλύψει ότι η καλύτερη παιδική της φίλη έχει παντρευτεί τον καλύτερο παιδικό της φίλο. Το πρόβλημαξεκινά όταν με την επιστροφή της θα αναζωπυρωθεί ένας εφηβικός λεσβιακός έρωτας, ο οποίος παλιά είχε προκαλέσει σκάνδαλο και που υπήρξε ο λόγος της φυγής της. Τα συναισθήματα και οι πράξεις του πρωταγωνιστικού τριγώνου θα αλλάξουν πολλές φορές...
Ο Λέλιο κάνει με σωστό τρόπο αυτό που έχουμε δει πολλές φορές: Κάτι απαγορευμένο ανθίζει στους κόλπους μιας συντηρητικής, κλειστής κοινότητας (δεν έχει καμιά σημασία αν εδώ μιλάμε για εβραίους. Θα μπορούσε να συμβαίνει στους κόλπους οποιασδήποτε τέτοιου είδους κοινωνίας. Θυμηθείτε, ας πούμε, το Brokeback Mountain). Έτσι κάτι που αλλού είναι - σχετικά - αποδεκτό, εδώ πρέπει να μείνει κρυφό, καταπιεσμένο και, κατά συνέπεια, πηγή αφόρητου άγχους για τους "δράστες" και μοχλός πλήρους ανατροπής παγιωμένων σχέσεων. Έτσι το κλίμα γίνεται ασφυκτικό και η απειλή κρέμεται μόνιμα πάνω από τα κεφάλια των πρωταγωνιστριών. Ένστικτο εναντίον πειθαρχίας λοιπόν, μόνο που εδώ αυτή η πειθαρχία δεν είναι κάτι που πρέπει ναυφίσταται για το κοινωνικό καλό, αλλά είναι επιβεβλημένο λόγω των μουχλιασμένων πεποιθήσεων μιας ουσιαστικά φανατικής κοινότητας. Αυτό που θα ξεσπάσει δεν είναι βίαιο. Σ' αυτό το φιλμ ο δημιουργός χειρίζεται με λεπτότητα τα συναισθήματα, τα οποία, το ξαναλέω, θα αλλάξουν συχνά με απρόβλεπτο τρόπο.
Καλή, σχετικά χαμηλότονη ταινία, που υποστηρίζει την ελευθερία απέναντι σε σκουριασμένες δομές, πλην όμως δεν παραβλέπει και το συχνά αδύνατο της ελευθερίας (ή της επιθυμίας) αυτής, τονίζοντας τις ανατροπές, ακόμα και τη δυστυχία που αυτή μπορεί να επιφέρει σε άλλα μέλη. Καλό λοιπόν, αλλά σε ένα μοτίβο που έχουμε ξαναδεί αρκετές φορές. Και μια γενική παρατήρηση: Ο Λέλιο ασχολείται σταθερά με λιγότερο ή περισσότερο αποκλίνουσες συμπεριφορές ή ταυτότητες στους κόλπους μιας "νορμάλ" (υποτίθεται) κοινωνίας.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2018
"THE CHANGELING" : ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΝΕΚΡΟΙ;
Ο Peter Medak, ούγγρος ο οποίος από τα 18 του ζει στη Βρετανία, έχει γυρίσει κατά καιρούς αξιόλογα φιλμ. Ανάμεσά τους νομίζω ότι βρίσκεται και το "The Changeling" (Απόλυτος Τρόμος) του 1980, με τον Τζορτζ Σκοτ στο βασικό ρόλο, μια ταινία τρόμου που πιστεύω ότι αντέχει μέχρι σήμερα.
Ο ήρωας, επιτυχημένοςς συνθέτης, αγοράζει ένα μεγάλο, παλιό σπίτι, σχετικά απομονωμένο, για να μπορεί να δουλεύει απερίσπαστος. Από την αρχή όμως παράξενα πράγματα θα αρχίσουν να συμβαίνουν εκεί. Στην αρχή σε ακουστικό επίπεδο, στη συνέχεια όμως... Όταν ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες, κρυμμένο δωμάτιο, θα αφοσιωθεί, με τη βοήθεια της μεσίτριας, στο να ερευνήσει το μακρινό παρελθόν και να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί κάποτε στο σπίτι αυτό.
Όπως καταλάβατε πρόκειται για κλασική ιστορία στοιχειωμένου σπιτιού. Μία από τις καλύτερες του υποείδους αυτού μάλιστα, θα πρόσθετα εγώ, μαζί με το (παλιότερο) εξαιρετικό "The Haunting" φυσικα και μερικά άλλα φιλμ. Ατμοσφαιρικό, ανησυχητικό, τρομακτικό σε κάποια σημεία, διαθέτει και μια επί πλέον ιδιαιτερότητα: Από ένα σημείο και μετά μετατρέπεται - παράλληλα με το διαρκές στοιχείο του τρόμου βεβαίως - σε ένα είδος αστυνομικής ταινίας, καθώς οι ήρωες προσπαθούν ως ντετέκτιβ να ρίξουν φως στα γεγονότα του παρελθόντος μέσα από μεθοδική έρευνα. Και, όπως θα δούμε, όλα οδηγούν πολύ, μα πολύ ψηλά (κοινωνικά εννοώ).
Φριχτά, κρυμμένα μυστικά υψηλών τάξεων, τρομακτικά φαινόμενα, χρήση της (τότε) τεχνολογίας, πάνω απ' όλα όμως ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, συνθέτουν μια πολύ καλή ταινία τρόμου, που λειτουργεί δίχως σούπερ ντούπερ εφέ και διαρκή "μπου" στα μούτρα μας. Εκεί, άλλωστε, έγκειται και η αξία της. Και όλων των ταινιών τρόμου, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Ο ήρωας, επιτυχημένοςς συνθέτης, αγοράζει ένα μεγάλο, παλιό σπίτι, σχετικά απομονωμένο, για να μπορεί να δουλεύει απερίσπαστος. Από την αρχή όμως παράξενα πράγματα θα αρχίσουν να συμβαίνουν εκεί. Στην αρχή σε ακουστικό επίπεδο, στη συνέχεια όμως... Όταν ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες, κρυμμένο δωμάτιο, θα αφοσιωθεί, με τη βοήθεια της μεσίτριας, στο να ερευνήσει το μακρινό παρελθόν και να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί κάποτε στο σπίτι αυτό.
Όπως καταλάβατε πρόκειται για κλασική ιστορία στοιχειωμένου σπιτιού. Μία από τις καλύτερες του υποείδους αυτού μάλιστα, θα πρόσθετα εγώ, μαζί με το (παλιότερο) εξαιρετικό "The Haunting" φυσικα και μερικά άλλα φιλμ. Ατμοσφαιρικό, ανησυχητικό, τρομακτικό σε κάποια σημεία, διαθέτει και μια επί πλέον ιδιαιτερότητα: Από ένα σημείο και μετά μετατρέπεται - παράλληλα με το διαρκές στοιχείο του τρόμου βεβαίως - σε ένα είδος αστυνομικής ταινίας, καθώς οι ήρωες προσπαθούν ως ντετέκτιβ να ρίξουν φως στα γεγονότα του παρελθόντος μέσα από μεθοδική έρευνα. Και, όπως θα δούμε, όλα οδηγούν πολύ, μα πολύ ψηλά (κοινωνικά εννοώ).
Φριχτά, κρυμμένα μυστικά υψηλών τάξεων, τρομακτικά φαινόμενα, χρήση της (τότε) τεχνολογίας, πάνω απ' όλα όμως ανατριχιαστική ατμόσφαιρα, συνθέτουν μια πολύ καλή ταινία τρόμου, που λειτουργεί δίχως σούπερ ντούπερ εφέ και διαρκή "μπου" στα μούτρα μας. Εκεί, άλλωστε, έγκειται και η αξία της. Και όλων των ταινιών τρόμου, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2018
ΕΝΑ "ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΕΝΟ" ΠΟΥ ΤΑ ΕΧΕΙ ΟΛΑ
"Night Train" (Pociag) είναι ο τίτλος μιας πολωνικής ταινίας που γύρισε το 1959 ο σημαντικός πολωνός σκηνοθέτης Jerzy Kawalerowicz (1922-1907). Διαδραματίζεται ολόκληρη σε μια νύχτα πάνω σε ένα τρένο που ταξιδεύει.
Ένας άντρας επιβιβάζεται σε ένα τρένο. Είναι νευρικός, ανήσυχος, αγχωμένος. Από κάποιο λάθος στα εισητήρια αναγκάζεται να μοιραστεί το κουπέ του με μια όμορφη γυναίκα, η οποία αρνείται κατηγορηματικά να φύγει από αυτό (τυπικά το κουπέ ανήκει στον άντρα). Οι επιβάτες του τρένου είναι πολλοί και με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Σιγά - σιγά γνωρίζουμε πολλούς απ' αυτούς, ακόμα και το προσωπικό του τρένου. Στο μεταξύ ένας δολοφόνος που διαφεύγει φαίνεται ότι έχει επίσης επιβιβαστεί σ' αυτό. Το γράφουν οι εφημερίδες και το γνωρίζουν οι ταξιδιώτες. Πθανόν είναι ένας από αυτούς. Ποιος όμως;
Το φιλμ διαδραματίζεται σε μία και μόνη νύχτα σε ένα τρένο. Υπάρχει, προφανώς, το αστυνομικό μυστήριο με τον δολοφόνο. Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα. Ο Kawalerowicz ουσιαστικά επιδιώκει να δημιουργήσει ένα μικρόκοσμο, μια μικρογραφία της κοινωνίας στο κλειστό, ασφυκτικό αυτό περιβάλλον. Οι χαρακτήρες είναι ποικίλοι: Ο βασικός ήρωας, μυστηριώδης όσον αφορά το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, ο ερωτευμένος νεαρός, η όμορφη γυναικα του κουπέ, η σύζυγος ενός κρατικού υπαλλήλου που κυνηγά με πάθος την προσοχή οποιουδήποτε, ο νεαρός παπάς που συνοδεύει έναν πολύ ηλικιωμένο επίσκοπο, η ελεγκτής του τρένου και άλλοι πολλοί. Ένας αληθινός κόσμος κλεισμένος σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Ο έρωτας, το έγκλημα, η καχυποψία, η υποκρισία, οι λάθος βεβαιότητες, η ψυχολογία του όχλου και άλλα πολλά εξετάζονται στο φιλμ, το οποίο τελικά απότελεί ένα κοινωνικό σχόλιο, ενώ η κορύφωση έρχεται με το κυνήγι του δολοφόνου από όλους τους επιβάτες, μια σκηνή που ανατριχιαστικά θυμίζει λυντσάρισμα (και σύγχρονα γεγονότα).
Όμορφη ασπρομαυρη φωτογραφία, σασπένς και μυστήριο, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, οξυδερκής παρατήρηση χαρακτήρων και η αίσθηση ότι όσα συγκλονιστικά και να συμβούν, μετά η ζωή συνεχίζεται σα να μη συμβαίνει τίποτα, σα να έχουν όλα ξεχαστεί, συνθέτουν μια από τις κλασικές ταινίες του πολωνικού σινεμά, το οποίο δεν έπαψε ποτέ να τροφοδοτεί την 7η τέχνη με σημαντικούς δημιουργούς (θυμηθείτε τον Βάιντα, τον Πολάνσκι, τον Σκολιμόφσκι, τον Ζουλάφσκι κ.ά. )
Ένας άντρας επιβιβάζεται σε ένα τρένο. Είναι νευρικός, ανήσυχος, αγχωμένος. Από κάποιο λάθος στα εισητήρια αναγκάζεται να μοιραστεί το κουπέ του με μια όμορφη γυναίκα, η οποία αρνείται κατηγορηματικά να φύγει από αυτό (τυπικά το κουπέ ανήκει στον άντρα). Οι επιβάτες του τρένου είναι πολλοί και με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Σιγά - σιγά γνωρίζουμε πολλούς απ' αυτούς, ακόμα και το προσωπικό του τρένου. Στο μεταξύ ένας δολοφόνος που διαφεύγει φαίνεται ότι έχει επίσης επιβιβαστεί σ' αυτό. Το γράφουν οι εφημερίδες και το γνωρίζουν οι ταξιδιώτες. Πθανόν είναι ένας από αυτούς. Ποιος όμως;
Το φιλμ διαδραματίζεται σε μία και μόνη νύχτα σε ένα τρένο. Υπάρχει, προφανώς, το αστυνομικό μυστήριο με τον δολοφόνο. Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα. Ο Kawalerowicz ουσιαστικά επιδιώκει να δημιουργήσει ένα μικρόκοσμο, μια μικρογραφία της κοινωνίας στο κλειστό, ασφυκτικό αυτό περιβάλλον. Οι χαρακτήρες είναι ποικίλοι: Ο βασικός ήρωας, μυστηριώδης όσον αφορά το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, ο ερωτευμένος νεαρός, η όμορφη γυναικα του κουπέ, η σύζυγος ενός κρατικού υπαλλήλου που κυνηγά με πάθος την προσοχή οποιουδήποτε, ο νεαρός παπάς που συνοδεύει έναν πολύ ηλικιωμένο επίσκοπο, η ελεγκτής του τρένου και άλλοι πολλοί. Ένας αληθινός κόσμος κλεισμένος σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Ο έρωτας, το έγκλημα, η καχυποψία, η υποκρισία, οι λάθος βεβαιότητες, η ψυχολογία του όχλου και άλλα πολλά εξετάζονται στο φιλμ, το οποίο τελικά απότελεί ένα κοινωνικό σχόλιο, ενώ η κορύφωση έρχεται με το κυνήγι του δολοφόνου από όλους τους επιβάτες, μια σκηνή που ανατριχιαστικά θυμίζει λυντσάρισμα (και σύγχρονα γεγονότα).
Όμορφη ασπρομαυρη φωτογραφία, σασπένς και μυστήριο, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, οξυδερκής παρατήρηση χαρακτήρων και η αίσθηση ότι όσα συγκλονιστικά και να συμβούν, μετά η ζωή συνεχίζεται σα να μη συμβαίνει τίποτα, σα να έχουν όλα ξεχαστεί, συνθέτουν μια από τις κλασικές ταινίες του πολωνικού σινεμά, το οποίο δεν έπαψε ποτέ να τροφοδοτεί την 7η τέχνη με σημαντικούς δημιουργούς (θυμηθείτε τον Βάιντα, τον Πολάνσκι, τον Σκολιμόφσκι, τον Ζουλάφσκι κ.ά. )
Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2018
ΜΙΑ ΧΑΖΗ (;) ΞΑΝΘΙΑ ΣΤΟΥΣ ΔΑΙΔΑΛΟΥΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΟ "LEGALLY BLONDE"
Καιρός να σας αποκαλύψω μια ακόμα προσωπική "ένοχη απόλαυση" (μπορείτε να βρίσετε ελεύθερα το φιλμ, δεν θα εκπλαγώ): Το "Legally Blonde" (Η Εκδίκηση της Ξανθιάς) του Robert Luketic του 2001, με τη Ρις Γουίδερσπουν στο βασικό ρόλο. Μια εκ πρώτης όψεως ηλίθια, κατ' εξοχήν αμερικάνικη κωμωδία, η οποία όμως μου προκαλεί αβίαστο γέλιο, με διασκεδάζει και, κατά βάθος ("κατά πολύ βάθος" θα πουν πολλοί) νομίζω ότι είναι έξυπνη και ευρηματική.
Όπου η ηρωίδα είναι μια αρχετυπική, σαν καρικατούρα, χαζή ξανθιά Μπάρμπι, όπως και όλες της οι φίλες (και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον), που ασχολείται μανιακά και αποκλειστικά με τη μόδα, το μανικιούρ - πεντικιούρ, τα ηλίθια θεματικά πάρτι, τα γυναικεία περιοδικά και όλον αυτό τον κόσμο της ασύλληπτης μπούρδας. Όταν όμως ο καλής οικογενείας, αρρενωπός γκόμενος τη παρατάει για να σπουδάσει νομική στο Χάρβαρντ, όπως απαιτείται από το χάι κοινωνικό του περιβάλλον, εκείνη θα αποφασίσει να τον πάρει πίσω με τον μόνο τρόπο που μπορεί (;): Πηγαίνοντας κι εκείνη... να σπουδάσει νομικά στο Χάρβαρντ (σα να λέμε μια γκόμενα που από το πρωί ως το βράδυ ξημεροβραδιάζεται με τη ζωή και το έργο του Ρουβά, να αποφασίζει από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει πυρηνικός φυσικός!). Το τι θα ακολουθήσει εκεί δεν θα σας το πω. Ξαναλέω όμως ότι το βρίσκω διασκεδαστικότατο.
Εννοείται ότι δεν πρέπει ποτέ να πάρετε στα σοβαρά το φιλμ. Ούτε κι εκείνο άλλωστε παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του. Το σενάριο ανήκει στην κατηγορία αυτών που, πολύ απλά, δεν γίνονται με τίποτα. Ωστόσο και αστείο το βρίσκω και ευφάνταστος μου φαίνεται ο τρόπος που λύνει δύσκολα νομικά προβλήματα λόγω των αστείρευτων γνώσεών της σε απόλυτα κατινίστικα και ηλίθια θέματα (πώς, π.χ., ρίχνεις φως σε ένα έγκλημα επειδή γνωρίζεις τα πάντα για τις ετήσιες κολεξιόν τακουνιών της Prada;) Ταυτόχρονα νομίζω ότι υπάρχει και κάποιο "μήνυμα": τα πράγματα δεν είναι όπως εκ πρώτης όψεως φαίνονται, αλλά μπορεί άλλα να κρύβονται στο βάθος. Και, πιστεύω επίσης, ότι ασκείται και κριτική τόσο στο ξενέρωτο, άκαμπτο, "ξύλινο" νομικό σύστημα όσο και στην υποκρισία της "αριστοκρατίας" (αν μπορείς να αποκαλέσεις έτσι την πλούσια τάξη των ΗΠΑ) και στα διάφορα Χάρβαρντ, τα οποία στην ουσία, δεν είναι όπως θέλουν να περηφανεύονται, "ναοί της υψηλής γνώσης", παρά κλειστά κλαμπ για πλούσιους. Αν δεν ανήκεις σ' αυτούς, δεν...
Τέλος πάντων, μη μείνετε στα μηνύματα ή "μηνύματα". Απλώς αφεθείτε να διασκεδάσετε. Κι αν δεν τα καταφέρετε μπορείτε ελεύθερα να βρίσετε εμένα. Για το συγκεκριμένο φιλμ θα το δεχτώ.
Όπου η ηρωίδα είναι μια αρχετυπική, σαν καρικατούρα, χαζή ξανθιά Μπάρμπι, όπως και όλες της οι φίλες (και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον), που ασχολείται μανιακά και αποκλειστικά με τη μόδα, το μανικιούρ - πεντικιούρ, τα ηλίθια θεματικά πάρτι, τα γυναικεία περιοδικά και όλον αυτό τον κόσμο της ασύλληπτης μπούρδας. Όταν όμως ο καλής οικογενείας, αρρενωπός γκόμενος τη παρατάει για να σπουδάσει νομική στο Χάρβαρντ, όπως απαιτείται από το χάι κοινωνικό του περιβάλλον, εκείνη θα αποφασίσει να τον πάρει πίσω με τον μόνο τρόπο που μπορεί (;): Πηγαίνοντας κι εκείνη... να σπουδάσει νομικά στο Χάρβαρντ (σα να λέμε μια γκόμενα που από το πρωί ως το βράδυ ξημεροβραδιάζεται με τη ζωή και το έργο του Ρουβά, να αποφασίζει από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει πυρηνικός φυσικός!). Το τι θα ακολουθήσει εκεί δεν θα σας το πω. Ξαναλέω όμως ότι το βρίσκω διασκεδαστικότατο.
Εννοείται ότι δεν πρέπει ποτέ να πάρετε στα σοβαρά το φιλμ. Ούτε κι εκείνο άλλωστε παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του. Το σενάριο ανήκει στην κατηγορία αυτών που, πολύ απλά, δεν γίνονται με τίποτα. Ωστόσο και αστείο το βρίσκω και ευφάνταστος μου φαίνεται ο τρόπος που λύνει δύσκολα νομικά προβλήματα λόγω των αστείρευτων γνώσεών της σε απόλυτα κατινίστικα και ηλίθια θέματα (πώς, π.χ., ρίχνεις φως σε ένα έγκλημα επειδή γνωρίζεις τα πάντα για τις ετήσιες κολεξιόν τακουνιών της Prada;) Ταυτόχρονα νομίζω ότι υπάρχει και κάποιο "μήνυμα": τα πράγματα δεν είναι όπως εκ πρώτης όψεως φαίνονται, αλλά μπορεί άλλα να κρύβονται στο βάθος. Και, πιστεύω επίσης, ότι ασκείται και κριτική τόσο στο ξενέρωτο, άκαμπτο, "ξύλινο" νομικό σύστημα όσο και στην υποκρισία της "αριστοκρατίας" (αν μπορείς να αποκαλέσεις έτσι την πλούσια τάξη των ΗΠΑ) και στα διάφορα Χάρβαρντ, τα οποία στην ουσία, δεν είναι όπως θέλουν να περηφανεύονται, "ναοί της υψηλής γνώσης", παρά κλειστά κλαμπ για πλούσιους. Αν δεν ανήκεις σ' αυτούς, δεν...
Τέλος πάντων, μη μείνετε στα μηνύματα ή "μηνύματα". Απλώς αφεθείτε να διασκεδάσετε. Κι αν δεν τα καταφέρετε μπορείτε ελεύθερα να βρίσετε εμένα. Για το συγκεκριμένο φιλμ θα το δεχτώ.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2018
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΩΣ... ACTION HERO ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΜΠΟΥΡΔΕΣ ΣΤΟ "AIR FORCE ONE"
Ε, ναι. Μπορεί το Χόλιγουντ να βρίσκεται σήμερα στη χειρότερη (κατά τη γνώμη μου) φάση του, αλλά ακόμα και σε καλύτερες εποχές δεν έπαυε να παράγει - μεταξύ άλλων - και μεγάλες μπούρδες. Το "Air Force One" του 1997 του Wolfgang Petersen είναι μία απ' αυτές. Ο οποίος Petersen, γερμανός, ξεχώρισε στη χώρα του κυρίως με το "Das Boot" και, ως συνήθως, εκλήθη στο Χόλιγουντ, έκανε μια - δυο συμπαθητικές ταινίες και μετά... το χάος.
Εδώ λοιπόν το περίφημο Air Force One, το σούπερ ντούπερ και υπερεξοπλισμένο προεδρικό αεροσκάφος, μεταφέροντας τον ίδιο τον πρόεδρο, την οικογένειά του και πολλούς σημαντικούς συμβούλους, επιστρέφοντας εκ μετακομμουνιστικής Ρωσίας, πέφτει θύμα αδίστακτων και φανατικών τρομοκρατών που θέλουν να αναστηλώσουν το παλαιό καθεστώς της χώρας τους (τον κακό κομμουνισμό δηλαδή), οι οποίοι εκτελούν κάθε λίγο από έναν όμηρο (εν πτήσει όλα αυτά). Έλα ντε όμως που δεν έχουν υπολογίσει ότι ο πρόεδρος είναι ο Χάρισον Φορντ, βετεράνος του Βιετνάμ (ειρηνιστής και δημοκράτης κατά τα άλλα), ο οποίος διαφεύγει της ομηρίας και αρχίζει, μόνος εναντίον όλων, αντάρτικο εντός του αεροσκάφους, έως ότου τα πάντα γίνονται λίμπα (άλλοι κρεμιούνται από τις ανοιχτές πόρτες του - εν πτήσει πάντοτε - αεροσκάφους και τη γλυτώνουν, άλλοι επιχειρούν να το προσγειώσουν χωρις να έχουν ιδέα μετά το θανατο των πιλότων και πλήθος άλλα ευτράπελα). Ο πρόεδρος, ως Σβαρτσενέγκερ, μοιράζει μπουνιές και σφαίρες στους κακούς και... η συνέχεια επί της οθόνης.
Ήθελε να είναι μια ακόμα για ποπ κορν ταινία δράσης, απ' αυτές που τα μισά τουλάχιστον απ' όσα συμβαίνουν δεν γίνονται με τίποτα, η εμπλοκή όμως του προέδρου ως action hero και μιας χούφτας κάτι παράνω από ηρωικών κυβερνητικών αξιωματούχων στο όλο μπάχαλο κάνει το πράγμα επιεικώς γελοίο. Σκάει και το κλασικό "η οικογένεια πάνω απ' όλα" και γελάει έτσι και το παρδαλό κατσίκι.
Κατά τη γνώμη μου από τα χειρότερα action movies. Θα μπορούσαμε άνετα να το χαρακτηρίσουμε ως πέρα για πέρα προπαγανδιστικό (αν και για να λειτουργήσει ως προπαγάνδα κάτι τέτοιο θα έπρεπε κάποιος να έχει IQ υπό το μηδέν), και φυσικά διαθέτει καλούς - και - κακούς όσο δεν παίρνει άλλο. Τι να πω. Κρίμα στο καλό καστ (εκτός του Φορντ και ο Γκάρι Όλντμαν ως σούπερ κακός, και η Γκλεν Κλόουζ και ο Ούλιαμ Μέισι και άλλοι καλοί). Ξανά κρίμα.
Εδώ λοιπόν το περίφημο Air Force One, το σούπερ ντούπερ και υπερεξοπλισμένο προεδρικό αεροσκάφος, μεταφέροντας τον ίδιο τον πρόεδρο, την οικογένειά του και πολλούς σημαντικούς συμβούλους, επιστρέφοντας εκ μετακομμουνιστικής Ρωσίας, πέφτει θύμα αδίστακτων και φανατικών τρομοκρατών που θέλουν να αναστηλώσουν το παλαιό καθεστώς της χώρας τους (τον κακό κομμουνισμό δηλαδή), οι οποίοι εκτελούν κάθε λίγο από έναν όμηρο (εν πτήσει όλα αυτά). Έλα ντε όμως που δεν έχουν υπολογίσει ότι ο πρόεδρος είναι ο Χάρισον Φορντ, βετεράνος του Βιετνάμ (ειρηνιστής και δημοκράτης κατά τα άλλα), ο οποίος διαφεύγει της ομηρίας και αρχίζει, μόνος εναντίον όλων, αντάρτικο εντός του αεροσκάφους, έως ότου τα πάντα γίνονται λίμπα (άλλοι κρεμιούνται από τις ανοιχτές πόρτες του - εν πτήσει πάντοτε - αεροσκάφους και τη γλυτώνουν, άλλοι επιχειρούν να το προσγειώσουν χωρις να έχουν ιδέα μετά το θανατο των πιλότων και πλήθος άλλα ευτράπελα). Ο πρόεδρος, ως Σβαρτσενέγκερ, μοιράζει μπουνιές και σφαίρες στους κακούς και... η συνέχεια επί της οθόνης.
Ήθελε να είναι μια ακόμα για ποπ κορν ταινία δράσης, απ' αυτές που τα μισά τουλάχιστον απ' όσα συμβαίνουν δεν γίνονται με τίποτα, η εμπλοκή όμως του προέδρου ως action hero και μιας χούφτας κάτι παράνω από ηρωικών κυβερνητικών αξιωματούχων στο όλο μπάχαλο κάνει το πράγμα επιεικώς γελοίο. Σκάει και το κλασικό "η οικογένεια πάνω απ' όλα" και γελάει έτσι και το παρδαλό κατσίκι.
Κατά τη γνώμη μου από τα χειρότερα action movies. Θα μπορούσαμε άνετα να το χαρακτηρίσουμε ως πέρα για πέρα προπαγανδιστικό (αν και για να λειτουργήσει ως προπαγάνδα κάτι τέτοιο θα έπρεπε κάποιος να έχει IQ υπό το μηδέν), και φυσικά διαθέτει καλούς - και - κακούς όσο δεν παίρνει άλλο. Τι να πω. Κρίμα στο καλό καστ (εκτός του Φορντ και ο Γκάρι Όλντμαν ως σούπερ κακός, και η Γκλεν Κλόουζ και ο Ούλιαμ Μέισι και άλλοι καλοί). Ξανά κρίμα.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2018
ΠΟΛΩΝΙΚΟ "SALTO"
Το "Salto" είναι μια πολωνική ταινία που γύρισε το 1965 ο Tadeusz Konwicki (1926-2015). Είναι ένα αλληγορικό, παράξενο φιλμ, το οποίο ωστόσο δεν με ικανοποίησε ιδιάιτερα.
Ένας άντρας, άγνωστο γιατί, πηδά από ένα τρένο. Κουτσαίνοντας ελαφρά θα φτάσει σε ένα κοντινό χωριό. Η παρουσία του εκεί θα ταράξει τις ισορροπίες, θα δημιουργήσει μίση και συμπάθειες, θα προκαλέσει συγκρούσεις και λατρείες, καθώς πολλοί θα τον θεωρήσουν μεσία (θα κάνει και ένα θαύμα) κι άλλοι απατεώνα. Και, όπως ίσως θέλει να μας πει η ταινία, είναι συνδυασμός και των δύο.
Η ταινία είναι καθαρά συμβολική, δίχως να ενδιαφέρεται οποιεσδήποτε ρεαλιστικές και αληθοφανείς καταστάσεις. Οι χαρακτήρες των χωρικών είναι συγκεκριμένοι, σαν θίασος που κάθε μέλος του ερμηνεύει ένα ρόλο και έχει ένα προσωπικό στιλ. Υποθέτω ότι συμβολίζουν ανθρώπινους ψυχισμούς - ή καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής (ο μέθυσος, ο καταπιεσμένος καλλιτέχνης, ο Δον Ζουάν κλπ). Άλλοι απ' αυτούς θα λατρέψουν τον αινιγματικό ήρωα, άλλοι θα τον μισήσουν. Σημειωτέον ότι ποτέ δεν θα μάθουμε την προέλευσή του, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πάει και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Στο μεταξύ και οι διάλογοι είναι θεατρικοί, αόριστοι, δίχως ποτέ να λένε κάτι συγκεκριμένο. Γενικά το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά θέατρο του παραλόγου.
Το φιλμ μάλλον με κούρασε. Δεν έπιασα πλήρως τον προβληματισμό του (ο ξένος που καταστρέφει τις ισορροπίες, ένας προβληματισμός για το αν χρειαζόμαστε μεσίες, μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων ή τί;). Κυρίως με ενόχλησαν οι θεατρικοί, στομφώδεις διάλογοι. Πάντως διαθέτει κάποιο ενδιαφέρον ως φιλμικό αξιοπερίεργο - και μάλιστα από τη συγκεκριμένη χώρα, τη συγκεκριμένη εποχή. Επίσης προσέξτε δύο πράγματα: Πρώτα τον πρωταγωνιστή Ζμπίγκνιεφ Τσιμπούλσκι (είναι αυτός που έπαιζε και στο θαυμάσιο "Στάχτες και Διαμάντια"), τον επονομαζομενο και "πολωνό Τζέιμς Ντιν", ο οποίος έκανε μια σύντομη λαμπρή καριέρα στο σινεμά της χώρας του και σκοτώθηκε σε δυστύχημα στα 39 του. Και, έπειτα, σημειώστε ότι στην κομμουνιστική Πολωνία δεν άνθησε μόνο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά ο κινηματογράφος της διέθετε εξαιρετική ποικιλία και τόλμη. Για δείγματά του άλλωστε θα μιλήσουμε και σε άλλες ανατρήσεις.
Ένας άντρας, άγνωστο γιατί, πηδά από ένα τρένο. Κουτσαίνοντας ελαφρά θα φτάσει σε ένα κοντινό χωριό. Η παρουσία του εκεί θα ταράξει τις ισορροπίες, θα δημιουργήσει μίση και συμπάθειες, θα προκαλέσει συγκρούσεις και λατρείες, καθώς πολλοί θα τον θεωρήσουν μεσία (θα κάνει και ένα θαύμα) κι άλλοι απατεώνα. Και, όπως ίσως θέλει να μας πει η ταινία, είναι συνδυασμός και των δύο.
Η ταινία είναι καθαρά συμβολική, δίχως να ενδιαφέρεται οποιεσδήποτε ρεαλιστικές και αληθοφανείς καταστάσεις. Οι χαρακτήρες των χωρικών είναι συγκεκριμένοι, σαν θίασος που κάθε μέλος του ερμηνεύει ένα ρόλο και έχει ένα προσωπικό στιλ. Υποθέτω ότι συμβολίζουν ανθρώπινους ψυχισμούς - ή καταστάσεις της ανθρώπινης ψυχής (ο μέθυσος, ο καταπιεσμένος καλλιτέχνης, ο Δον Ζουάν κλπ). Άλλοι απ' αυτούς θα λατρέψουν τον αινιγματικό ήρωα, άλλοι θα τον μισήσουν. Σημειωτέον ότι ποτέ δεν θα μάθουμε την προέλευσή του, ποιος είναι, από πού έρχεται, πού πάει και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Στο μεταξύ και οι διάλογοι είναι θεατρικοί, αόριστοι, δίχως ποτέ να λένε κάτι συγκεκριμένο. Γενικά το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά θέατρο του παραλόγου.
Το φιλμ μάλλον με κούρασε. Δεν έπιασα πλήρως τον προβληματισμό του (ο ξένος που καταστρέφει τις ισορροπίες, ένας προβληματισμός για το αν χρειαζόμαστε μεσίες, μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων ή τί;). Κυρίως με ενόχλησαν οι θεατρικοί, στομφώδεις διάλογοι. Πάντως διαθέτει κάποιο ενδιαφέρον ως φιλμικό αξιοπερίεργο - και μάλιστα από τη συγκεκριμένη χώρα, τη συγκεκριμένη εποχή. Επίσης προσέξτε δύο πράγματα: Πρώτα τον πρωταγωνιστή Ζμπίγκνιεφ Τσιμπούλσκι (είναι αυτός που έπαιζε και στο θαυμάσιο "Στάχτες και Διαμάντια"), τον επονομαζομενο και "πολωνό Τζέιμς Ντιν", ο οποίος έκανε μια σύντομη λαμπρή καριέρα στο σινεμά της χώρας του και σκοτώθηκε σε δυστύχημα στα 39 του. Και, έπειτα, σημειώστε ότι στην κομμουνιστική Πολωνία δεν άνθησε μόνο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, αλλά ο κινηματογράφος της διέθετε εξαιρετική ποικιλία και τόλμη. Για δείγματά του άλλωστε θα μιλήσουμε και σε άλλες ανατρήσεις.
Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2018
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ, ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ ΣΤΟ "TRANSIT"
Εδώ και καιρό νομίζω ότι ο σημαντικότερος γερμανός σκηνοθέτης των τελευταίων χρόνων είναι ο Christian Petzold. Το "Transit", η ταινία του του 2018, το επιβεβαιώνει.
Σε μια φανταστική Ευρώπη του κοντινού μέλλοντος οι φασίστες έχουν καταλάβει (πάλι) μεγάλο μέρος της Ευρώπης και προελαύνουν. Ένας άντρας που συνδέεται με αντιστασιακούς υιοθετεί την ταυτότητα ενός συγγραφέα που αυτοκτόνησε και καταφεύγει στη Μασσαλία, περιμένοντας το υπερωκεάνειο που θα τον μεταφέρει στην Αμερική. Εκεί όμως θα συναντηθεί με τη σύζυγο του νεκρού συγγραφέα, η οποία, ειδοποιημένη από την αμερικανική πρεσβεία, πιστεύει ότι ο άντρας της ζει και τον περιμένει. Ένα παράξενο παιχνίδι θα αρχίσει ανάμεσα στους δυο τους, αγχωτικά καθηλωμένους στην πόλη, ενώ οι βάρβαροι πλησιάζουν.
Ευαίσθητη, κομψή, τρυφερή, αλλά και αγχωτική ταινία, που μιλά για τη δύναμη του έρωτα, την αίσθηση της ευθύνης και του καθήκοντος, το αναποφάσιστο της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και για το τι θα διαλέξει κανείς - αν μπορεί να διαλέξει - όταν έρθει η δύσκολη ώρα των αποφάσεων, αφήνει το τέλος ανοιχτό, βασίζεται σε μυθιστόρημα της Anna Seghers και καταγράφει πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού σε ώρες κρίσης. Παράλληλα δημιουργεί ένα αγχωτικό κλίμα που τυλίγει τα πάντα και διαρκώς επιτείνεται. Και βέβαια, χρησιμοποιώντας τη φόρμα της πολιτικής φαντασίας, αποτελεί μια αλληγορία για τους κινδύνους που απειλούν την ήπειρό μας από την εφιαλτική άνοδο της ακροδεξιάς και ξυπνά τις τρομακτικές μνήμες από όσα συνέβησαν παλιότερα, τα οποία πιστεύαμε μέχρι πριν μερικά χρόνια ότι δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ, αλλά... (το πολιτικό μέρος του φιλμ δεν ξεχνά και την τραγική μοίρα των μεταναστών σε μια τέτοια φριχτή περίπτωση).
Το απόλαυσα και, όπως είπα και στην αρχή, επιβεβαίωσα την ικανότητα και τη σημαντικότητα του γερμανού αυτού δημιουργού.
Σε μια φανταστική Ευρώπη του κοντινού μέλλοντος οι φασίστες έχουν καταλάβει (πάλι) μεγάλο μέρος της Ευρώπης και προελαύνουν. Ένας άντρας που συνδέεται με αντιστασιακούς υιοθετεί την ταυτότητα ενός συγγραφέα που αυτοκτόνησε και καταφεύγει στη Μασσαλία, περιμένοντας το υπερωκεάνειο που θα τον μεταφέρει στην Αμερική. Εκεί όμως θα συναντηθεί με τη σύζυγο του νεκρού συγγραφέα, η οποία, ειδοποιημένη από την αμερικανική πρεσβεία, πιστεύει ότι ο άντρας της ζει και τον περιμένει. Ένα παράξενο παιχνίδι θα αρχίσει ανάμεσα στους δυο τους, αγχωτικά καθηλωμένους στην πόλη, ενώ οι βάρβαροι πλησιάζουν.
Ευαίσθητη, κομψή, τρυφερή, αλλά και αγχωτική ταινία, που μιλά για τη δύναμη του έρωτα, την αίσθηση της ευθύνης και του καθήκοντος, το αναποφάσιστο της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και για το τι θα διαλέξει κανείς - αν μπορεί να διαλέξει - όταν έρθει η δύσκολη ώρα των αποφάσεων, αφήνει το τέλος ανοιχτό, βασίζεται σε μυθιστόρημα της Anna Seghers και καταγράφει πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού σε ώρες κρίσης. Παράλληλα δημιουργεί ένα αγχωτικό κλίμα που τυλίγει τα πάντα και διαρκώς επιτείνεται. Και βέβαια, χρησιμοποιώντας τη φόρμα της πολιτικής φαντασίας, αποτελεί μια αλληγορία για τους κινδύνους που απειλούν την ήπειρό μας από την εφιαλτική άνοδο της ακροδεξιάς και ξυπνά τις τρομακτικές μνήμες από όσα συνέβησαν παλιότερα, τα οποία πιστεύαμε μέχρι πριν μερικά χρόνια ότι δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ, αλλά... (το πολιτικό μέρος του φιλμ δεν ξεχνά και την τραγική μοίρα των μεταναστών σε μια τέτοια φριχτή περίπτωση).
Το απόλαυσα και, όπως είπα και στην αρχή, επιβεβαίωσα την ικανότητα και τη σημαντικότητα του γερμανού αυτού δημιουργού.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















