Δεν νομίζω ότι ο βρετανός Brian Gilbert είναι και πολύ σημαντικός σκηνοθέτης. Το 1997 μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του ποιητή και συγγραφέα Όσκαρ Γουάιλντ με τίτλο "Wilde" ("Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ" στα ελληνικά) και νομίζω ότι μάλλον ρουτινιάρικη θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την ταινία.
Ρουτινιάρικη; Με τόσο "αλατοπίπερο"; Ο Γουάιλντ, παντρεμένος, με δύο παιδιά, πετυχημένος λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας, διάσημος, δανδής, εξαιρετικά πνευματώδης, μυείται από έναν φίλο του στην ομοφυλοφιλία και από τότε αλλάζει εντελώς σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ταινία παρακολουθεί τις περιπέτειές του με άντρες, μέχρι τον μοιραίο του έρωτα με έναν νεαρό ευγενή, παθιασμένο και αντιφατικό χαρακτήρα, συχνά σκληρό και άδικο, που θα τον οδηγήσει στη φυλακή και την καταστροφή. Ουσιαστικά βέβαια πληρώνει την αντισυμβατικότητά του, την ειλικρίνεια αν θέλετε, την έλλειψη δισταγμού να προκαλεί σκάνδαλο, καθώς δηλώνει φανερά την προτίμησή του στους άντρες στο Λονδίνο του 19ου αιώνα! Τόλμη; Αναμφισβήτητα. Σε μια απόλυτα συντηρητική και υποκριτική κοινωνία όμως οι επιπτώσεις θα είναι δυσβάσταχτες.
Οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί (Ρόμπερτ Φράι, Τζουντ Λο, Βανέσα Ρεντγκρέιβ κλπ.) και οι ερωτικές σκηνές δεν λείπουν. Ωστόσο η ταινία μου φάνηκε μάλλον βαρετή. Ίσως φταίει η επίπεδη κινηματογράφηση, ίσως η έλλειψη κορυφώσεων και έντασης, η συμβατικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται κινηματογραφικά ένα τόσο αντισυμβατικό θέμα. Ίσως πάλι να φταίει το ότι το θέμα είναι γνωστό από τη αρχή, οπότε λείπει κάθε έννοια σασπένς - αν και αυτό δεν μπορεί να αποτελεί από μόνο του αιτία, αφού πολλές γνωστές σε μας εκ των προτέρων ιστορίες (βιογραφίες ή μη) έχουν γίνει εξαιρετικά φιλμ. Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι μου φάνηκε αρκετά μεγαλύτερη απ' όσο στην πραγματικότητα είναι (110΄ δηλαδή). Η αναπαράσταση της εποχής είναι μπορεί να είναι σωστή, για τους ηθοποιούς είπαμε, αλλά να που δεν φτάνουν μόνο αυτά. Μερικές φορές η επαγγελματικότητα και η προσοχή στη λεπτομέρεια δεν είναι αρκετές για να δώσουν κάτι αληθινά ζωντανό...
Κυριακή, Μαΐου 27, 2012
Πέμπτη, Μαΐου 24, 2012
ΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ, ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ
Ο Po-Chih Leong είναι κινέζος και γύρισε αρκετές ταινίες στο Χονγκ Κονγκ πριν έρθει στην Αμερική, κάνει το 1998 τη "Σοφία των Κροκοδείλων" και στη συνέχεια ψιλοεξαφανιστεί, εκτός από κάποιες μάλλον κακές (δεν τις έχω δει) ταινίες που βγήκαν κατευθείαν σε βίντεο. Κρίμα, γιατί η ταινία που μας ενδιαφέρει εδώ είναι, νομίζω, αξιόλογη.
Έχουμε δει, πριν και μετά τους "Κροκόδειλους", πάμπολλες ταινίες με βρικόλακες, και μάλιστα πολλές απ' αυτές επικεντρωμένες στο θέμα της αγάπης ανάμεσα στο "τέρας" και κάποιο άλλο πρόσωπο. Ωστόσο λίγες απ' αυτές διαθέτουν κατά τη γνώμη μου τη δύναμη του συγκεκριμένου φιλμ.
Η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως εφέ και πολλές εντυπωσιακές σκηνές (δράσης ή άλλου είδους). Επικεντρώνεται στο πρόσωπο του ήρωα (του νέου τότε Τζουντ Λο), τον οποίο παρακολουθούμε στην καθημερινή του ζωή. Σιγά - σιγά μας αποκαλύπτεται η πραγματική του φύση, αλλά και το βαθύτατο δράμα του. Το ον αυτό έχει περισσότερες αρετές παρά αρνητικά σημεία και, πάνω απ' όλα, μισεί αυτό που είναι. Καθώς η ψυχική του κατάσταση ξεδιπλώνεται αργά, το φιλμ κατάφερε να μου αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον και να με κάνει να συμπάσχω. Το κυρίαρχο στοιχείο πάντως είναι ο έρωτας και η σχέση του ήρωα μ' αυτόν.
Υπάρχει λοιπόν έντονο ερωτικό στοιχείο στην ταινία, υπάρχει μια πανταχού παρούσα υποβλητική ατμόσφαιρα, υπάρχει και σχετική πρωτοτυπία - στα πλαίσια του συγκεκριμένου είδους πάντοτε. Να ξέρετε όμως ότι δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία τρόμου - αν και η ατμόσφαιρα είναι σχετικά νοσηρή - και ότι οι ρυθμοί της θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αργοί - πράγμα που για μένα πρόσθεσε μάλλον στην υποβλητικότητά του δίχως να με κουράσει.
Αν έχετε βαρεθεί τις ταινίες με αιμοδιψείς βρικόλακες, κακά τέρατα και συνεχή "μπου", συνιστώ το φιλμ σαν μια εναλλακτική εκδοχή, σαν μια ιδιαίτερη, σπαρακτική ματιά σε ένα σχεδόν κορεσμένο θέμα. Όσο για το τέλος, μάλλον θυμίζει μια αρκετά μεταγενέστερη και επίσης καλή ταινία με σχετικό θέμα. Ας μη σας πω όμως περισσότερα. Απλώς να θυμάστε ότι το να είσαι τέρας δεν είναι πάντοτε επιλογή σου...
Έχουμε δει, πριν και μετά τους "Κροκόδειλους", πάμπολλες ταινίες με βρικόλακες, και μάλιστα πολλές απ' αυτές επικεντρωμένες στο θέμα της αγάπης ανάμεσα στο "τέρας" και κάποιο άλλο πρόσωπο. Ωστόσο λίγες απ' αυτές διαθέτουν κατά τη γνώμη μου τη δύναμη του συγκεκριμένου φιλμ.
Η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως εφέ και πολλές εντυπωσιακές σκηνές (δράσης ή άλλου είδους). Επικεντρώνεται στο πρόσωπο του ήρωα (του νέου τότε Τζουντ Λο), τον οποίο παρακολουθούμε στην καθημερινή του ζωή. Σιγά - σιγά μας αποκαλύπτεται η πραγματική του φύση, αλλά και το βαθύτατο δράμα του. Το ον αυτό έχει περισσότερες αρετές παρά αρνητικά σημεία και, πάνω απ' όλα, μισεί αυτό που είναι. Καθώς η ψυχική του κατάσταση ξεδιπλώνεται αργά, το φιλμ κατάφερε να μου αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον και να με κάνει να συμπάσχω. Το κυρίαρχο στοιχείο πάντως είναι ο έρωτας και η σχέση του ήρωα μ' αυτόν.
Υπάρχει λοιπόν έντονο ερωτικό στοιχείο στην ταινία, υπάρχει μια πανταχού παρούσα υποβλητική ατμόσφαιρα, υπάρχει και σχετική πρωτοτυπία - στα πλαίσια του συγκεκριμένου είδους πάντοτε. Να ξέρετε όμως ότι δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία τρόμου - αν και η ατμόσφαιρα είναι σχετικά νοσηρή - και ότι οι ρυθμοί της θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αργοί - πράγμα που για μένα πρόσθεσε μάλλον στην υποβλητικότητά του δίχως να με κουράσει.
Αν έχετε βαρεθεί τις ταινίες με αιμοδιψείς βρικόλακες, κακά τέρατα και συνεχή "μπου", συνιστώ το φιλμ σαν μια εναλλακτική εκδοχή, σαν μια ιδιαίτερη, σπαρακτική ματιά σε ένα σχεδόν κορεσμένο θέμα. Όσο για το τέλος, μάλλον θυμίζει μια αρκετά μεταγενέστερη και επίσης καλή ταινία με σχετικό θέμα. Ας μη σας πω όμως περισσότερα. Απλώς να θυμάστε ότι το να είσαι τέρας δεν είναι πάντοτε επιλογή σου...
Κυριακή, Μαΐου 20, 2012
IDIOCRACY: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑΣ
Το 2006 ο Mike Judge (σκηνοθέτης των γνωστών τηλεοπτικών Beavis and Butthead) γυρίζει το "Idiocracy", μια από τις σχετικά σπάνιες κωμωδίες επιστημονικής φαντασίας. Η ταινία διαθέτει πρωτότυπη ιδέα, σατιρίζει αμείλικτα τον σύγχρονο αμερικάνικο τρόπο ζωής, αλλά έχει και τα προβλήματά της.
Η ανθρωπότητα, λόγω της καλπάζουσας τεχνολογίας και του ότι βρίσκει τα πάντα έτοιμα, αρχίζει να "ρίχνει" σταδιακά το μέσο IQ της. Δύο δείγματα (άντρας - γυναίκα) τυπικού "μέσου ανθρώπου" (βλέπε βλάκα) καταψύχονται για πειραματικούς λόγους, μετά από ένα ατύχημα όμως ξεχνιούνται και ξυπνάνε κάτι αιώνες μετά, για να βρεθούν σε έναν κόσμο όπου το μέσο IQ είναι δραματικά χαμηλό, κοινώς σε μια κοινωνία ηλιθίων. Στην οποία βέβαια, οι δύο αυτοί ηλίθιοι με τα σημερινά δεδομένα φαντάζουν ως οι εξυπνότεροι άνθρωποι στον κόσμο και καλούνται να δώσουν λύσεις σε προβλήματα επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Φυσικά πρόκειται για άγρια σάτιρα της σημερινής Αμερικής. Διάφορες πτυχές του αμερικάνικου τρόπου ζωής καυτηριάζονται και, τελικά, βλέπουμε πόσο κοντά βρίσκονται αυτές στην καθαρή ηλιθιότητα. Η αποχαύνωση της τηλεόρασης, η σαγήνη και η πειθώ των διαφημίσεων, τα κάθε λογής ετοιματζίδικα fast food, η (ανύπαρκτη) πολιτικοποίηση των αμερικανών, η άρνηση κάθε σκέψης, αφού όλα παρέχονται έτοιμα, όλα βρίσκονται εδώ και σχολιάζονται, μερικές φορές απολαυστικά. Και παράλληλα με την καλπάζουσα ηλιθιότητα έρχεται βέβαια και η σχετική βαρβαρότητα. Εξέχουσα θέση πάντως στην πλάκα κατέχουν ο πρόεδρος των ΗΠΑ και το πέριξ αυτού υπουργικό συμβούλιο, όπως και η "ταινία" η οποία σπάει ταμεία τη συγκεκριμένη περίοδο...
Φυσικά η αληθοφάνεια απουσιάζει παντελώς από το φιλμ (μια κοινωνία σαν αυτή που περιγράφεται με χιούμορ, πολύ απλά, θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει για τόσους αιώνες. Μέχρι πότε μπορούν να τρώνε από τα έτοιμα, αφού δεν παράγουν τίποτα απολύτως;) Το άλλο πρόβλημα είναι το χοντρό χιούμορ. Το οποίο βέβαια, εδώ είναι σεναριακά δικαιολογημένο αφού πηγάζει από πράξεις και λόγια ανθρώπων με πολύ χαμηλό IQ, αλλά συχνά γίνεται βαρετο και πολύ αμερικάνικο (ίσως και πάλι δικαιολογημένα, αφού αυτό ακριβώς σατιρίζεται). Αλλά ως θεατής σε μερικά σημεία υπέφερα.
Είπαμε, έξυπνη και μάλλον πρωτότυπη ιδέα, αστείο σε αρκετά σημεία του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα αριστούργημα.
Η ανθρωπότητα, λόγω της καλπάζουσας τεχνολογίας και του ότι βρίσκει τα πάντα έτοιμα, αρχίζει να "ρίχνει" σταδιακά το μέσο IQ της. Δύο δείγματα (άντρας - γυναίκα) τυπικού "μέσου ανθρώπου" (βλέπε βλάκα) καταψύχονται για πειραματικούς λόγους, μετά από ένα ατύχημα όμως ξεχνιούνται και ξυπνάνε κάτι αιώνες μετά, για να βρεθούν σε έναν κόσμο όπου το μέσο IQ είναι δραματικά χαμηλό, κοινώς σε μια κοινωνία ηλιθίων. Στην οποία βέβαια, οι δύο αυτοί ηλίθιοι με τα σημερινά δεδομένα φαντάζουν ως οι εξυπνότεροι άνθρωποι στον κόσμο και καλούνται να δώσουν λύσεις σε προβλήματα επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Φυσικά πρόκειται για άγρια σάτιρα της σημερινής Αμερικής. Διάφορες πτυχές του αμερικάνικου τρόπου ζωής καυτηριάζονται και, τελικά, βλέπουμε πόσο κοντά βρίσκονται αυτές στην καθαρή ηλιθιότητα. Η αποχαύνωση της τηλεόρασης, η σαγήνη και η πειθώ των διαφημίσεων, τα κάθε λογής ετοιματζίδικα fast food, η (ανύπαρκτη) πολιτικοποίηση των αμερικανών, η άρνηση κάθε σκέψης, αφού όλα παρέχονται έτοιμα, όλα βρίσκονται εδώ και σχολιάζονται, μερικές φορές απολαυστικά. Και παράλληλα με την καλπάζουσα ηλιθιότητα έρχεται βέβαια και η σχετική βαρβαρότητα. Εξέχουσα θέση πάντως στην πλάκα κατέχουν ο πρόεδρος των ΗΠΑ και το πέριξ αυτού υπουργικό συμβούλιο, όπως και η "ταινία" η οποία σπάει ταμεία τη συγκεκριμένη περίοδο...
Φυσικά η αληθοφάνεια απουσιάζει παντελώς από το φιλμ (μια κοινωνία σαν αυτή που περιγράφεται με χιούμορ, πολύ απλά, θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει για τόσους αιώνες. Μέχρι πότε μπορούν να τρώνε από τα έτοιμα, αφού δεν παράγουν τίποτα απολύτως;) Το άλλο πρόβλημα είναι το χοντρό χιούμορ. Το οποίο βέβαια, εδώ είναι σεναριακά δικαιολογημένο αφού πηγάζει από πράξεις και λόγια ανθρώπων με πολύ χαμηλό IQ, αλλά συχνά γίνεται βαρετο και πολύ αμερικάνικο (ίσως και πάλι δικαιολογημένα, αφού αυτό ακριβώς σατιρίζεται). Αλλά ως θεατής σε μερικά σημεία υπέφερα.
Είπαμε, έξυπνη και μάλλον πρωτότυπη ιδέα, αστείο σε αρκετά σημεία του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα αριστούργημα.
Παρασκευή, Μαΐου 18, 2012
Η ΣΤΕΠΠΑ, ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΕΣ ΠΗΓΕΣ ΓΕΛΙΟΥ
Αρκετές δεκαετίες πριν στη γείτονα Ιταλία άνθισε, ανάμεσα σε άλλα υποείδη, η "ιστορική ταινία", η λεγόμενη "χλαμύδα". Μη φανταστείτε φυσικά καμιά σοβαρή αντιμετώπιση της ιστορίας. Αν σκεφτείτε τη σειρά με τους Μασίστες θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε. Σήμερα οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές μάλλον δεν βλέπονται, εκτός αν θέλετε πραγματικά να διασκεδάσετε με την αφέλειά τους (το λέω όσο πιο ευπρεπώς μπορώ).
Ένα παράδειγμα αποτελεί και ο "Ληστής της Στέππας" του 1964 (I Predoni della Steppa ο αυθεντικός τίτλος) του μάλλον άγνωστου Tanio Boccia (1912-1982), που υπογράφει το συγκεκριμένο φιλμ, όπως και πολλά άλλα δικά του, με το ψευδώνυμο Amerigo Anton, συνήθεια που, άγνωστο γιατί, υιοθετούσαν πολλοί ιταλοί σκηνοθέτες της εποχής. Βλέποντας την ταινία δεν ξέρεις με τι να πρωτογελάσεις (ερήμην των προθέσεων του δημιουργού βεβαίως).
Βρισκόμαστε κάπου στη στέππα, κάπου στο μεσαίωνα, υπάρχουν κάποιες φυλές και βασίλεια, κάπου αναφέρονται οι Τάρταροι (ως κακοί φυσικά), αλλά σε γενικές γραμμές τα πάντα είναι κάπως απροσδιόριστα. Η φυλή του γενναίου ήρωα κλέβει την κόρη του βασιλιά, η οποία είναι αραβωνιασμένη με το ζόρι με πανίσχυρο και μοχθηρό βάρβαρο που το μόνο που θέλει είναι να επεκτείνει το βασίλειό του εις βάρος των πάντων, εκείνη όμως, φυσικά, ερωτεύεται τον απαγωγέα της... και το γέλιο αρχίζει. Με μάχες, πολιορκίες, μονομαχίες και ηθοποιίες που κάθε μια τους ξεπερνά την προηγούμενη σε γελοιότητα.
Η ψυχολογία των ηρώων, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Ο ήρωας διώχνει σκαιά την ερωμένη του όταν ερωτεύεται την όμορφη πριγκίπισσα επειδή έτσι γουστάρει, κι όταν αυτή τους προδίδει από ζήλεια αφήνει να την εκτελέσουν αποδίδοντας... δικαιοσύνη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων καλεί τον πανίσχυρο βάρβαρο αρχηγό σε μονομαχία αντί της μάχης μεταξύ των στρατών τους, κι αυτός, με πρωτοφανή άνεση και ενώ τα στρατεύματά του έχουν σίγουρη τη νίκη δέχεται (η ίδια η μονομαχία βεβαίως αποτελεί άλλη μία πηγή γέλιου). Μια γυναίκα κλαίει γοερά επειδή το παιδί της είναι άρρωστο, ενώ προηγουμένως όλες οι γυναίκες της φυλής είχαν σηκωθεί σε χρόνο dt και είχαν μαζέψει τις σκηνές τους για να μετακομίσουν με πρωτοφανή ευκολία, ενώ οι μισοί άντρες της φυλής ειχαν σκοτωθεί, δίχως να χύσουν ούτε ένα δάκρυ... Κι αυτά είναι ελάχιστα από όσα θυμάμαι, αφού τέτοια υπέροχα συμβαίνουν κυριολεκτικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Καταλαβαίνετε ότι ο μόνος λόγος να το δείτε είναι ο άγριος χαβαλές. Παρέα, πίτσα και μια χαμένη βραδιά ή κάτι τέτοιο. Κι όμως, υπήρχαν πάμπολλα τέτοια φιλμ, που έκαναν επιτυχία και σημάδεψαν μια εποχή. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου... Αν πάντως καταφέρετε να την τελειώσετε, θα διαπιστώσετε ότι κακώς μόνο ο Εντ Γουντ έχει αποκτήσει τόση φήμη.
Ένα παράδειγμα αποτελεί και ο "Ληστής της Στέππας" του 1964 (I Predoni della Steppa ο αυθεντικός τίτλος) του μάλλον άγνωστου Tanio Boccia (1912-1982), που υπογράφει το συγκεκριμένο φιλμ, όπως και πολλά άλλα δικά του, με το ψευδώνυμο Amerigo Anton, συνήθεια που, άγνωστο γιατί, υιοθετούσαν πολλοί ιταλοί σκηνοθέτες της εποχής. Βλέποντας την ταινία δεν ξέρεις με τι να πρωτογελάσεις (ερήμην των προθέσεων του δημιουργού βεβαίως).
Βρισκόμαστε κάπου στη στέππα, κάπου στο μεσαίωνα, υπάρχουν κάποιες φυλές και βασίλεια, κάπου αναφέρονται οι Τάρταροι (ως κακοί φυσικά), αλλά σε γενικές γραμμές τα πάντα είναι κάπως απροσδιόριστα. Η φυλή του γενναίου ήρωα κλέβει την κόρη του βασιλιά, η οποία είναι αραβωνιασμένη με το ζόρι με πανίσχυρο και μοχθηρό βάρβαρο που το μόνο που θέλει είναι να επεκτείνει το βασίλειό του εις βάρος των πάντων, εκείνη όμως, φυσικά, ερωτεύεται τον απαγωγέα της... και το γέλιο αρχίζει. Με μάχες, πολιορκίες, μονομαχίες και ηθοποιίες που κάθε μια τους ξεπερνά την προηγούμενη σε γελοιότητα.
Η ψυχολογία των ηρώων, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Ο ήρωας διώχνει σκαιά την ερωμένη του όταν ερωτεύεται την όμορφη πριγκίπισσα επειδή έτσι γουστάρει, κι όταν αυτή τους προδίδει από ζήλεια αφήνει να την εκτελέσουν αποδίδοντας... δικαιοσύνη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων καλεί τον πανίσχυρο βάρβαρο αρχηγό σε μονομαχία αντί της μάχης μεταξύ των στρατών τους, κι αυτός, με πρωτοφανή άνεση και ενώ τα στρατεύματά του έχουν σίγουρη τη νίκη δέχεται (η ίδια η μονομαχία βεβαίως αποτελεί άλλη μία πηγή γέλιου). Μια γυναίκα κλαίει γοερά επειδή το παιδί της είναι άρρωστο, ενώ προηγουμένως όλες οι γυναίκες της φυλής είχαν σηκωθεί σε χρόνο dt και είχαν μαζέψει τις σκηνές τους για να μετακομίσουν με πρωτοφανή ευκολία, ενώ οι μισοί άντρες της φυλής ειχαν σκοτωθεί, δίχως να χύσουν ούτε ένα δάκρυ... Κι αυτά είναι ελάχιστα από όσα θυμάμαι, αφού τέτοια υπέροχα συμβαίνουν κυριολεκτικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Καταλαβαίνετε ότι ο μόνος λόγος να το δείτε είναι ο άγριος χαβαλές. Παρέα, πίτσα και μια χαμένη βραδιά ή κάτι τέτοιο. Κι όμως, υπήρχαν πάμπολλα τέτοια φιλμ, που έκαναν επιτυχία και σημάδεψαν μια εποχή. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου... Αν πάντως καταφέρετε να την τελειώσετε, θα διαπιστώσετε ότι κακώς μόνο ο Εντ Γουντ έχει αποκτήσει τόση φήμη.
Κυριακή, Μαΐου 13, 2012
"ΠΛΑΣΤΟΙ" ΠΡΟΔΟΤΕΣ 'Η ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ
Ο George Seaton (1911-1979) υπήρξε περισσότερο σεναριογράφος στο Χόλιγουντ (μερικές από τις γνωστότερες ταινίες των αδελφών Μαρξ είναι δικά του σενάρια), αλλά έχει γυρίσει και αρκετά φιλμ σαν σκηνοθέτης. Ένα από τα καλύτερά του κατά τη γνώμη μου είναι το "The Counterfeit Traitor" του 1962 (στην Ελλάδα είχε παιχτεί ως "Ο Μεγάλος Κατάσκοπος"). Βασίζεται σε αληθινή ιστορία (όχι ότι πιστεύουμε φυσικά ότι όσα βλέπουμε έγιναν ακριβώς έτσι) και διαδραματίζεται μεταξύ 1942 - 1945 στη Γεμανία και σε κάποιες σκανδιναβικές χώρες.
Η κατασκοπία των συμμάχων πλησιάζει έναν γνωστό αμερικανό επιχειρηματία που ζει και δραστηριοποιείται στην ουδέτερη Σουηδία και του προτείνει να δουλέψει σαν δικός τους κατάσκοπος. Εκείνος όμως στερείται παντελώς ιδεολογίας, τον ενδιαφέρει μόνο η δουλειά (γι' αυτό άλλωστε έχει έδρα τη Σουηδία, όπου μπορεί να κάνει μπίζνες με αμφότερες τις εμπόλεμες πλευρές). Οπότε, πολύ απλά, τον εκβιάζουν για να δεχτεί. Έτσι γίνεται κατάσκοπος των συμμάχων με το ζόρι. Κάπου μετά θα συνεργαστεί με μια άλλη κατάσκοπο των συμμάχων, που κάνει όμως ό,τι κάνει από ιδεολογία. Σιγά - σιγά η στάση του και οι ιδεολογικές του θέσεις αρχίζουν να αλλάζουν.
Η ταινία διαθέτει φοβερό σασπένς. Πολλές φορές, ενώ νομίζεις ότι τελειώνει, προκύπτει κι άλλη αγχωτική περιπλοκή, και μετά κι άλλη... μέχρι τέλους. Έτσι κατάφερε να με καθηλώσει απόλυτα. Ταυτόχρονα δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της ναζιστικής Γερμανίας, που, ενώ καταγράφει ανάγλυφα τη φρίκη, την καταπίεση και τη βαρβαρότητα που επικρατούν εκεί, βρίσκεται μακριά από τους μονοδιάστατους "κακούς ναζί" που έχουμε συνηθίσει. Σαφώς οι ναζί είναι οι κακοί (αυτό μας έλειπε), αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν και ανθρώπινη διάσταση, όπως όλοι μας άλλωστε.
Το φιλμ όμως διαθέτει και πολλές άλλες αρετές: Αρχικά αρνείται ηρωισμούς και βολικά χάπι εντ (υπάρχει love story, αλλά...) και διαθέτει έναν ενδιαφέροντα ρεαλισμό: Δεν διστάζει, ας πούμε, να δείξει αντιπαθητικούς τους κατάσκοπους των συμμάχων στη Σουηδία. Συγχρόνως απομυθοποποιεί απόλυτα τη δουλειά των κατασκόπων. Λίγοι κινούνται με ιδεολογικά κριτήρια. Τόσο οι σύμμαχοι, όσο και οι ναζί, χρησιμοποιούν αδίστακτα τον εκβιασμό για να στρατολογήσουν παίχτες για το επικίνδυνο παιχνίδι τους. Οι περισσότεροι από τους εκατέρωθεν κατασκόπους δουλεύουν παρά τη θέλησή τους. Οι κάθε λογής εκβιασμοί λοιπόν είναι κυρίαρχοι στο παιχνίδι. Σημαντικότατη όμως είναι και η αντιπολεμική διάστασή, η οποία νομίζω ότι τελικά είναι αυτό που πάνω απ' όλα μένει στο θεατή. Ξεχάστε αυτοθυσίες και ηρωικές πράξεις: Ο πόλεμος είναι μια κόλαση. Και μάλιστα αυτό περνά άμεσα βλέποντας τις ανυπολόγιστες καταστροφές στη Γερμανία (αφού εκεί κυρίως διαδραματίζεται το φιλμ). Όταν κανείς αντικρίζει όλα αυτά, ξεχνά ποιος είναι ο "καλός" και ο "κακός". Υπάρχει μόνο ο θάνατος, η ερήμωση και η ανθρώπινη ηλιθιότητα και καταστροφικότητα.
Τη θεωρώ από τις πολύ καλές χολιγουντιανές ταινίες, με απροσδόκητες για όσα έχουμε συνηθίσει διαστάσεις. Δείτε το αν το βρείτε.
ΥΓ: Έναν μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο κρατά ο Κλάους Κίνσκι, που μόλις ξεκινούσε τότε. Και, όχι, δεν είναι ναζί.
Η κατασκοπία των συμμάχων πλησιάζει έναν γνωστό αμερικανό επιχειρηματία που ζει και δραστηριοποιείται στην ουδέτερη Σουηδία και του προτείνει να δουλέψει σαν δικός τους κατάσκοπος. Εκείνος όμως στερείται παντελώς ιδεολογίας, τον ενδιαφέρει μόνο η δουλειά (γι' αυτό άλλωστε έχει έδρα τη Σουηδία, όπου μπορεί να κάνει μπίζνες με αμφότερες τις εμπόλεμες πλευρές). Οπότε, πολύ απλά, τον εκβιάζουν για να δεχτεί. Έτσι γίνεται κατάσκοπος των συμμάχων με το ζόρι. Κάπου μετά θα συνεργαστεί με μια άλλη κατάσκοπο των συμμάχων, που κάνει όμως ό,τι κάνει από ιδεολογία. Σιγά - σιγά η στάση του και οι ιδεολογικές του θέσεις αρχίζουν να αλλάζουν.
Η ταινία διαθέτει φοβερό σασπένς. Πολλές φορές, ενώ νομίζεις ότι τελειώνει, προκύπτει κι άλλη αγχωτική περιπλοκή, και μετά κι άλλη... μέχρι τέλους. Έτσι κατάφερε να με καθηλώσει απόλυτα. Ταυτόχρονα δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της ναζιστικής Γερμανίας, που, ενώ καταγράφει ανάγλυφα τη φρίκη, την καταπίεση και τη βαρβαρότητα που επικρατούν εκεί, βρίσκεται μακριά από τους μονοδιάστατους "κακούς ναζί" που έχουμε συνηθίσει. Σαφώς οι ναζί είναι οι κακοί (αυτό μας έλειπε), αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν και ανθρώπινη διάσταση, όπως όλοι μας άλλωστε.
Το φιλμ όμως διαθέτει και πολλές άλλες αρετές: Αρχικά αρνείται ηρωισμούς και βολικά χάπι εντ (υπάρχει love story, αλλά...) και διαθέτει έναν ενδιαφέροντα ρεαλισμό: Δεν διστάζει, ας πούμε, να δείξει αντιπαθητικούς τους κατάσκοπους των συμμάχων στη Σουηδία. Συγχρόνως απομυθοποποιεί απόλυτα τη δουλειά των κατασκόπων. Λίγοι κινούνται με ιδεολογικά κριτήρια. Τόσο οι σύμμαχοι, όσο και οι ναζί, χρησιμοποιούν αδίστακτα τον εκβιασμό για να στρατολογήσουν παίχτες για το επικίνδυνο παιχνίδι τους. Οι περισσότεροι από τους εκατέρωθεν κατασκόπους δουλεύουν παρά τη θέλησή τους. Οι κάθε λογής εκβιασμοί λοιπόν είναι κυρίαρχοι στο παιχνίδι. Σημαντικότατη όμως είναι και η αντιπολεμική διάστασή, η οποία νομίζω ότι τελικά είναι αυτό που πάνω απ' όλα μένει στο θεατή. Ξεχάστε αυτοθυσίες και ηρωικές πράξεις: Ο πόλεμος είναι μια κόλαση. Και μάλιστα αυτό περνά άμεσα βλέποντας τις ανυπολόγιστες καταστροφές στη Γερμανία (αφού εκεί κυρίως διαδραματίζεται το φιλμ). Όταν κανείς αντικρίζει όλα αυτά, ξεχνά ποιος είναι ο "καλός" και ο "κακός". Υπάρχει μόνο ο θάνατος, η ερήμωση και η ανθρώπινη ηλιθιότητα και καταστροφικότητα.
Τη θεωρώ από τις πολύ καλές χολιγουντιανές ταινίες, με απροσδόκητες για όσα έχουμε συνηθίσει διαστάσεις. Δείτε το αν το βρείτε.
ΥΓ: Έναν μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο κρατά ο Κλάους Κίνσκι, που μόλις ξεκινούσε τότε. Και, όχι, δεν είναι ναζί.
Παρασκευή, Μαΐου 11, 2012
ΤΟ "ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ" "ΜΙΚΡΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ"
Το "Μικρό Σπίτι στο Δάσος" (The Cabin in the Woods) του 2012 είναι η πρώτη ταινία του σεναριογράφου των "Lost", "Buffy" και λοιπών πετυχημένων σειρών Drew Goddard. Είναι φυσικά ταινία τρόμου και, ναι, μπορώ να το πω ότι σε μια εποχή παρακμής του είδους, είναι μια πρωτότυπη ταινία τρόμου.
Γιατί όμως τη χαρακτηρίζω "μεταμοντέρνα"; Μα επειδή οι αναφορές είναι το κυρίαρχο στοιχείο σ' αυτήν. Οι αναφορές όχι τόσο σε συγκεκριμένες άλλες ταινίες τρόμου, αλλά σε όλα τα "υποείδη" του είδους αυτού, ένα διαρκές παιχνίδι με όλα τα κλισέ του είδους δηλαδή.
Το φιλμ ξεκινά με την κλασική παρέα νεαρών που πάνε να περάσουν ένα σαββατοκύριακο σε απομονωμένη καλύβα κάπου στου διαόλου τη μάνα, μέσα στα δάση. Πόσες φορές το έχετε δει αυτό, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 70; Από την πρώτη κιόλας σκηνή όμως αυτό το κλασικότερο ίσως από τα κλισέ ανατρέπεται: Βλέπουμε (στην αρχή - αρχή επαναλαμβάνω, οπότε δεν σας κάνω spoiler) ότι όλο αυτό είναι στημένο. Κάποιοι, από κάπου, με σούπερ - ντούπερ μηχανήματα, κάμερες και δεν ξέρω τι άλλη φοβερή τεχνολογία παρακολουθούν ζωντανά την όλη φάση. Πρόκειται για εφιαλτικό ριάλιτι (εν αγνοία των δύστυχων πρωταγωνιστών;). Χμμμ... Κάποιες περίεργες ατάκες των παρακολουθούντων μας βάζουν από νωρίς την υποψία ότι κάτι άλλο, πιο περίεργο, συμβαίνει.
Στο μεταξύ οι αναφορές στα στάνταρς των ταινιών τρόμου δεν σταματούν. Τα μυστήρια που συμβαίνουν στην ξύλινη καλύβα, η τυπική καταπακτή που οδηγεί σε ένα τρομακτικό υπόγειο... κι έπειτα όλα - όλα ανεξαιρέτως - τα πλάσματα του φανταστικού: Βρικόλακες, φαντάσματα, ζόμπι, τέρατα, τα κλασικά κοριτσάκια - φαντάσματα του γιαπωνέζικου τρόμου, η λοβκραφτική μυθολογία και πολλά άλλα, όλα έχουν τη θέση τους στο φιλμ. Κι όλα δένουν στην τελική ιστορία.
Ίσως το τέλος να φανεί κάπως "κουφό" και η ανατροπή να είναι too much. Ίσως. Αλλά στο μεταξύ η ταινία είναι απολαυστική, ο θεατής (εγώ τουλάχιστον) μένει στην άκρη του καθίσματος, και ταυτόχρονα καίγεται να μάθει τι συμβαίνει και γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει. Οπότε δεν έχουμε να κάνουμε με "τρόμο για τον τρόμο", όπου η μόνη μας έγνοια είναι ποιοι, πώς και πότε θα πεθάνουν. Εδώ έχουμε και καθαρά σεναριακό σασπένς. Και βέβαια - όχι ότι είναι απαραίτητο αυτό, το έχω πει πολλές φορές - τα εντυπωσιακά εφέ δεν λείπουν ούτε κι αυτά.
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Να επιτέλους κάτι πρωτότυπο και συγχρόνως παιχνιδιάρικο (με την έννοια του συνεχούς κλεισίματος του ματιού στον θεατή) σε ένα είδος από το οποίο δυστυχώς λίγα πράγματα πλέον περιμένω.
Γιατί όμως τη χαρακτηρίζω "μεταμοντέρνα"; Μα επειδή οι αναφορές είναι το κυρίαρχο στοιχείο σ' αυτήν. Οι αναφορές όχι τόσο σε συγκεκριμένες άλλες ταινίες τρόμου, αλλά σε όλα τα "υποείδη" του είδους αυτού, ένα διαρκές παιχνίδι με όλα τα κλισέ του είδους δηλαδή.
Το φιλμ ξεκινά με την κλασική παρέα νεαρών που πάνε να περάσουν ένα σαββατοκύριακο σε απομονωμένη καλύβα κάπου στου διαόλου τη μάνα, μέσα στα δάση. Πόσες φορές το έχετε δει αυτό, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 70; Από την πρώτη κιόλας σκηνή όμως αυτό το κλασικότερο ίσως από τα κλισέ ανατρέπεται: Βλέπουμε (στην αρχή - αρχή επαναλαμβάνω, οπότε δεν σας κάνω spoiler) ότι όλο αυτό είναι στημένο. Κάποιοι, από κάπου, με σούπερ - ντούπερ μηχανήματα, κάμερες και δεν ξέρω τι άλλη φοβερή τεχνολογία παρακολουθούν ζωντανά την όλη φάση. Πρόκειται για εφιαλτικό ριάλιτι (εν αγνοία των δύστυχων πρωταγωνιστών;). Χμμμ... Κάποιες περίεργες ατάκες των παρακολουθούντων μας βάζουν από νωρίς την υποψία ότι κάτι άλλο, πιο περίεργο, συμβαίνει.
Στο μεταξύ οι αναφορές στα στάνταρς των ταινιών τρόμου δεν σταματούν. Τα μυστήρια που συμβαίνουν στην ξύλινη καλύβα, η τυπική καταπακτή που οδηγεί σε ένα τρομακτικό υπόγειο... κι έπειτα όλα - όλα ανεξαιρέτως - τα πλάσματα του φανταστικού: Βρικόλακες, φαντάσματα, ζόμπι, τέρατα, τα κλασικά κοριτσάκια - φαντάσματα του γιαπωνέζικου τρόμου, η λοβκραφτική μυθολογία και πολλά άλλα, όλα έχουν τη θέση τους στο φιλμ. Κι όλα δένουν στην τελική ιστορία.
Ίσως το τέλος να φανεί κάπως "κουφό" και η ανατροπή να είναι too much. Ίσως. Αλλά στο μεταξύ η ταινία είναι απολαυστική, ο θεατής (εγώ τουλάχιστον) μένει στην άκρη του καθίσματος, και ταυτόχρονα καίγεται να μάθει τι συμβαίνει και γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει. Οπότε δεν έχουμε να κάνουμε με "τρόμο για τον τρόμο", όπου η μόνη μας έγνοια είναι ποιοι, πώς και πότε θα πεθάνουν. Εδώ έχουμε και καθαρά σεναριακό σασπένς. Και βέβαια - όχι ότι είναι απαραίτητο αυτό, το έχω πει πολλές φορές - τα εντυπωσιακά εφέ δεν λείπουν ούτε κι αυτά.
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Να επιτέλους κάτι πρωτότυπο και συγχρόνως παιχνιδιάρικο (με την έννοια του συνεχούς κλεισίματος του ματιού στον θεατή) σε ένα είδος από το οποίο δυστυχώς λίγα πράγματα πλέον περιμένω.
Τετάρτη, Μαΐου 09, 2012
"Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ" ΚΑΙ Η ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Το 2011 ο γάλλος Pierre Scholler γυρίζει τον "Υπουργό" (L'exercice de l'Etat), μια ταινία με ήρωα έναν υπουργό (Μεταφορών, αν θέλετε κι άλλες λεπτομέρειες), τον οποίο παρακολουθούμε τόσο στην εξάσκηση των καθηκόντων του όσο και στην προσωπική του ζωή. Αν και το θέμα δεν φαίνεται για πολλούς και πολύ ενδιαφέρον, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ μου άρεσε αρκετά.
Πρόκειται για μια ιδιόρυθμη μείξη σάτιρας και δράματος, ιδιωτικού και δημόσιου, επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Αλλά η κριτική του νομίζω ότι προχωρά αρκετά βαθιά.
Ο υπουργός μας κατ' αρχάς δεν είναι αυτό που λέμε "βρώμικος". Δεν είναι διεφθαρμένος, δεν δωροδοκείται, δεν δουλεύει για συμφάροντα άλλων. Έχει τις προσωπικές του απόψεις για διάφορα θέματα (δεν συμφωνεί, ας πούμε, με την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρομικών σταθμών που προωθούν άλλοι υπουργοί της ίδιας κυβέρνησης). Έτσι δεν μιλάμε για έναν υπουργό τύπου Τσοχατζόπουλου (συγνώμη για την επικαιρική αναφορά, είναι κάτι που δεν συνηθίζω καθόλου, όμως...), αλλά για έναν τουλάχιστον τίμιο υπουργό. Ταυτόχρονα, εκτός από το δυστύχημα προς το τέλος, δεν συμβαίνουν συγκλονιστικές συγκρούσεις και δράματα στην προσωπική του ζωή. Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η εμμονή στην καθημερινότητά του, το άγχος της δουλειάς, αλλά και οι προσωπικές στιγμές (ο υπουργός κάνει έρωτα με την γυναίκα του, ο υπουργός ανακουφίζεται στην τουαλέτα, ο υπουργός πίνει λίγο παραπάνω κλπ.) τον κάνουν μάλλον συμπαθή και ανθρώπινο.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου η αξία της ταινίας. Δίχως να χρησιμοποιεί πιασάρικες συγκρούσεις και διλήμματα, μας δείχνει ακριβώς μέσα από τη καθημερινότητα (της δουλειάς του κυρίως) την απόλυτη έκπτωση των αξιών, την ουσιαστική ανηθικότητα, την πίεση που ασκείται, την κάθοδο στη ρουτίνα, τις καθημερινές υποχωρησεις που καλείται να κάνει... όλη την παρακμή και το βάλτωμα δηλαδή της πολιτικής. Ή, αν θέλετε, την απελπιστική φθορά και παρακμή της καθημερινότητας. Και ταυτόχρονα καταγράφει το πέρασμα (που δυστυχώς είναι επίκαιρο) της οικονομίας από το δημόσιο στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση των πάντων. Όσο για το προσωπικό επίπεδο... όλα είναι τυπικά και "καθώς πρέπει" κι εκεί, δίχως καμιά ευχάριστη έκπληξη. Κάθε άλλο. Η βαθιά μοναξιά του ηρωα, που βρίσκεται σε τόσο υψηλό αξίωμα, δίνεται ανάγλυφα (κάποια στιγμή, ψάχνοντας στο κινητότου μονολογεί: "4000 επαφές κι ούτε ένας φίλος"). Επίσης κάποια ονειρικά πλάνα, όνειρα ή φαντασίες του υπουργού, διακόπτουν την καθημερινότητα τις ίντριγκες, τα διαρκή τηλεφωνήματα, την πανταχού παρούσα ψυχοφθόρα απαίτηση για "ρεαλισμό" ή/και συμβιβασμό (αυτό σημαίνει ουσιαστικά). Είναι, ας πούμε, εντυπωσιακή η σχεδόν σουρεαλιστική σκηνή της αρχής.
Η ταινία μου άρεσε λοιπόν γιατί κατάφερε να δώσει όλη τη μιζέρια της πολιτικής και της εξουσίας δίχως κραυγαλέες καταστάσεις και συγκρούσεις "ζωής ή θανάτου". Ακριβώς μέσα από την καθημερινότητα. Εκεί, τελικά, η σαπίλα και η μιζέρια φαίνονται περισσότερο.
Πρόκειται για μια ιδιόρυθμη μείξη σάτιρας και δράματος, ιδιωτικού και δημόσιου, επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Αλλά η κριτική του νομίζω ότι προχωρά αρκετά βαθιά.
Ο υπουργός μας κατ' αρχάς δεν είναι αυτό που λέμε "βρώμικος". Δεν είναι διεφθαρμένος, δεν δωροδοκείται, δεν δουλεύει για συμφάροντα άλλων. Έχει τις προσωπικές του απόψεις για διάφορα θέματα (δεν συμφωνεί, ας πούμε, με την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρομικών σταθμών που προωθούν άλλοι υπουργοί της ίδιας κυβέρνησης). Έτσι δεν μιλάμε για έναν υπουργό τύπου Τσοχατζόπουλου (συγνώμη για την επικαιρική αναφορά, είναι κάτι που δεν συνηθίζω καθόλου, όμως...), αλλά για έναν τουλάχιστον τίμιο υπουργό. Ταυτόχρονα, εκτός από το δυστύχημα προς το τέλος, δεν συμβαίνουν συγκλονιστικές συγκρούσεις και δράματα στην προσωπική του ζωή. Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η εμμονή στην καθημερινότητά του, το άγχος της δουλειάς, αλλά και οι προσωπικές στιγμές (ο υπουργός κάνει έρωτα με την γυναίκα του, ο υπουργός ανακουφίζεται στην τουαλέτα, ο υπουργός πίνει λίγο παραπάνω κλπ.) τον κάνουν μάλλον συμπαθή και ανθρώπινο.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου η αξία της ταινίας. Δίχως να χρησιμοποιεί πιασάρικες συγκρούσεις και διλήμματα, μας δείχνει ακριβώς μέσα από τη καθημερινότητα (της δουλειάς του κυρίως) την απόλυτη έκπτωση των αξιών, την ουσιαστική ανηθικότητα, την πίεση που ασκείται, την κάθοδο στη ρουτίνα, τις καθημερινές υποχωρησεις που καλείται να κάνει... όλη την παρακμή και το βάλτωμα δηλαδή της πολιτικής. Ή, αν θέλετε, την απελπιστική φθορά και παρακμή της καθημερινότητας. Και ταυτόχρονα καταγράφει το πέρασμα (που δυστυχώς είναι επίκαιρο) της οικονομίας από το δημόσιο στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση των πάντων. Όσο για το προσωπικό επίπεδο... όλα είναι τυπικά και "καθώς πρέπει" κι εκεί, δίχως καμιά ευχάριστη έκπληξη. Κάθε άλλο. Η βαθιά μοναξιά του ηρωα, που βρίσκεται σε τόσο υψηλό αξίωμα, δίνεται ανάγλυφα (κάποια στιγμή, ψάχνοντας στο κινητότου μονολογεί: "4000 επαφές κι ούτε ένας φίλος"). Επίσης κάποια ονειρικά πλάνα, όνειρα ή φαντασίες του υπουργού, διακόπτουν την καθημερινότητα τις ίντριγκες, τα διαρκή τηλεφωνήματα, την πανταχού παρούσα ψυχοφθόρα απαίτηση για "ρεαλισμό" ή/και συμβιβασμό (αυτό σημαίνει ουσιαστικά). Είναι, ας πούμε, εντυπωσιακή η σχεδόν σουρεαλιστική σκηνή της αρχής.
Η ταινία μου άρεσε λοιπόν γιατί κατάφερε να δώσει όλη τη μιζέρια της πολιτικής και της εξουσίας δίχως κραυγαλέες καταστάσεις και συγκρούσεις "ζωής ή θανάτου". Ακριβώς μέσα από την καθημερινότητα. Εκεί, τελικά, η σαπίλα και η μιζέρια φαίνονται περισσότερο.
Τρίτη, Μαΐου 08, 2012
Ο ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ "ΑΛΜΠΙΝΟΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ"
Το 1996 ο πολύ καλός ηθοποιός Kevin Spacey γυρίζει σαν σκηνοθέτης την πρώτη του ταινία, το "Albino Aligator" (από τότε το έχει επιχειρήσει μία ακόμα φορά).
Ψυχολογικό θρίλερ, το φιλμ μαρτυρά τις θεατρικές καταβολές του γνωστού ηθοποιού, αφού είναι ολόκληρο σχεδόν γυρισμένο στο εσωτερικό ενός μπαρ. Μια ομάδα μικροκακοποιών κυνηγιούνται (από παρεξήγηση) από την αστυνομία και στην απελπισία τους εισβάλουν σε ένα μπαρ κρατώντας ομήρους τους θαμώνες του για μια πολύ μακριά νύχτα, ενώ οι μπάτσοι τους έχουν περικυκλωμένους. Οι ήρωες, εκτός από τους τρεις κακοποιούς, είναι οι 6-7 τυχαίοι θαμώνες, ο καθένας με την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα του και, κυρίως όσον αφορά την πλοκή, με τα μυστικά του. Αυτά τα μικρά ή μεγάλα μυστικά είναι που δημιουργούν τις ανατροπές που υπάρχουν στην ταινία.
Στην παράδοση των ταινιών "εσωτερικού χώρου" (κάτι σαν το παλιό "Petrified forest" ας πούμε), το φιλμ ξεδιπλώνει αργά τα κρυμένα μυστικά του και κρατά νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Οι πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες τόσο των εισβολέων όσο και των θαμώνων βοηθούν σ' αυτό, καθώς και το λαμπρό καστ των ηθοποιών: Φέι Νταναγουέι, Ματ Ντίλον, Γκάρι Σινίζ, Τζο Μαντένια, Βίγκο Μόρτενσεν είναι μερικοί απ' αυτούς. Το γενικό συμπέρασμα; Μην μπλέξεις. Αν το κάνεις, το πράγμα μπλέκει όλο και περισσότερο, σε ρουφά όλο και βαθύτερα, η βία γεννά βία και κάτι που ξεκινά σαν ένα μικρό παράπτωμα μπορεί να αποβεί πραγματικά ανεξέλεγκτο. Όταν μάλιστα ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας από τους εισβολείς είναι από την αρχή πληγωμένος και δεν μπορεί να επιβληθεί. Πέραν αυτού όμως το φιλμ εξετάζει τις ηθικές αντοχές του ατόμου. Πόσο μπορεί κανείς να αντέξει και πόσο ελαστική είναι αυτή η ηθική; Υπάρχουν τρόποι ή κίνητρα για να οδηγήσουν έναν συνηθισμένο άνθρωπο ακόμα και στο φόνο;
Δίχως να πρόκειται για αριστούργημα, βρήκα την ταινία από τις καλές του είδους και τον Σπέισι ικανό σκηνοθέτη, τουλάχιστον τόσο όσο να κρατά τον ρυθμό στην ταινία και να διευθύνει σωστά τους ηθοποιούς. Αν σας αρέσουν λοιπόν τέτοιου είδους ταινίες να τη δείτε. Αν και γνωρίζω τη γνωστή γκρίνια: Γιατί η ιστορία αυτή να γυριστεί ταινία και να μην ανέβει ως μία καλή θεατρική παράσταση; Αν αυτό δεν σας πειράζει πάντως, νομίζω ότι το φιλμ έχει το ενδιαφέρον του.
Ψυχολογικό θρίλερ, το φιλμ μαρτυρά τις θεατρικές καταβολές του γνωστού ηθοποιού, αφού είναι ολόκληρο σχεδόν γυρισμένο στο εσωτερικό ενός μπαρ. Μια ομάδα μικροκακοποιών κυνηγιούνται (από παρεξήγηση) από την αστυνομία και στην απελπισία τους εισβάλουν σε ένα μπαρ κρατώντας ομήρους τους θαμώνες του για μια πολύ μακριά νύχτα, ενώ οι μπάτσοι τους έχουν περικυκλωμένους. Οι ήρωες, εκτός από τους τρεις κακοποιούς, είναι οι 6-7 τυχαίοι θαμώνες, ο καθένας με την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα του και, κυρίως όσον αφορά την πλοκή, με τα μυστικά του. Αυτά τα μικρά ή μεγάλα μυστικά είναι που δημιουργούν τις ανατροπές που υπάρχουν στην ταινία.
Στην παράδοση των ταινιών "εσωτερικού χώρου" (κάτι σαν το παλιό "Petrified forest" ας πούμε), το φιλμ ξεδιπλώνει αργά τα κρυμένα μυστικά του και κρατά νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Οι πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες τόσο των εισβολέων όσο και των θαμώνων βοηθούν σ' αυτό, καθώς και το λαμπρό καστ των ηθοποιών: Φέι Νταναγουέι, Ματ Ντίλον, Γκάρι Σινίζ, Τζο Μαντένια, Βίγκο Μόρτενσεν είναι μερικοί απ' αυτούς. Το γενικό συμπέρασμα; Μην μπλέξεις. Αν το κάνεις, το πράγμα μπλέκει όλο και περισσότερο, σε ρουφά όλο και βαθύτερα, η βία γεννά βία και κάτι που ξεκινά σαν ένα μικρό παράπτωμα μπορεί να αποβεί πραγματικά ανεξέλεγκτο. Όταν μάλιστα ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας από τους εισβολείς είναι από την αρχή πληγωμένος και δεν μπορεί να επιβληθεί. Πέραν αυτού όμως το φιλμ εξετάζει τις ηθικές αντοχές του ατόμου. Πόσο μπορεί κανείς να αντέξει και πόσο ελαστική είναι αυτή η ηθική; Υπάρχουν τρόποι ή κίνητρα για να οδηγήσουν έναν συνηθισμένο άνθρωπο ακόμα και στο φόνο;
Δίχως να πρόκειται για αριστούργημα, βρήκα την ταινία από τις καλές του είδους και τον Σπέισι ικανό σκηνοθέτη, τουλάχιστον τόσο όσο να κρατά τον ρυθμό στην ταινία και να διευθύνει σωστά τους ηθοποιούς. Αν σας αρέσουν λοιπόν τέτοιου είδους ταινίες να τη δείτε. Αν και γνωρίζω τη γνωστή γκρίνια: Γιατί η ιστορία αυτή να γυριστεί ταινία και να μην ανέβει ως μία καλή θεατρική παράσταση; Αν αυτό δεν σας πειράζει πάντως, νομίζω ότι το φιλμ έχει το ενδιαφέρον του.
Κυριακή, Μαΐου 06, 2012
"ΟΙ ΕΚΔΙΚΗΤΕΣ": 6 ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΣΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ
Ας το πάρω λοιπόν απόφαση: Το υπερηρωικό είδος δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Κάθε τρεις και λίγο ξεφυτρώνουν νέες ταινίες του, σίκουελ, πρίκουελ κι ό,τι άλλο φανταστείτε. Το λέω επειδή είναι ένα είδος που βαριέμαι, άλλοτε αφόρητα κι άλλοτε λιγότερο.
Οι "Εκδικητές" (The Avengers) του 2012 είναι η πρώτη κινηματογραφική ταινία του τηλεοπτικού ως επί το πλείστον σούπερ σταρ (σκηνοθέτη και κυρίως σεναριογράφου) Joss Whedon και ενώνει κάπμποσους από δαύτους: Iron Man, Hulk, Captain America, Thor, Black Widow... όλοι ως ομάδα, παρά τις διαφορές τους και τους εντελώς αταίριαστους χαρακτήρες τους, ενώνονται τελικά για να σώσουν για μια ακόμα φορά τη γη (η οποία, νομίζω, κινδυνεύει με αφανισμό κάθε σαββατοκύριακο ή κάτι τέτοιο). Αυτή τη φορά ο σούπερ-κακός είναι ο Λόκι, ο ετεροθαλής αδελφός του Θωρ, που ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια εξωγήινη εισβολή. Καθημερινές ιστορίες δηλαδή...
Τώρα, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η συγκεκριμένη ταινία είναι από τις καλές του είδους (αν σας αρέσει το είδος τέλος πάντων). Και καλογυρισμένη είναι και διασκεδαστική και με πολύ χιούμορ (ορισμένες σκηνές και ατάκες είναι όντως πολύ αστείες) και, φυσικά, ως μπλογκμπάστερ που σέβεται τον εαυτό του, διαθέτει εντυπωσιακά εφέ. Οι αναφορές δε τόσο στο ίδιο το είδος, όσο και σε πρόσωπα που κάνουν μικρές εμφανίσεις, δεν σταματούν. Στο μεγαλύτερο μέρος το φιλμ επικεντρώνεται στις μεταξύ των σούπερ ηρώων διαφορές, πράγμα που επιτρέπει να σχεδιαστούν οι εντελώς διαφορετικοί τους χαρακτήρες, και φυσικά, όπως είναι απόλυτα αναμενόμενο, όταν με τα χίλια ζόρια ενωθούν αρχίζει ο πραγματικός χαμός. Την παράσταση κλέβει νομίζω ο Iron Man, με τις δηλητηριώδεις ατάκες του, το εν γένει αντιηρωικό στιλ του (όχι όμως μέχρι τέλους) και την συνολική cool παρουσία του.
Εντάξει λοιπόν. Διασκεδάσαμε. Το κακό είναι ότι με όλες αυτές τις ταινίες (μερικοί Batman είναι εξαίρεση) ίσως διασκεδάζω όσο τις βλέπω, ίσως πάλι πλήττω αφόρητα, σίγουρα όμως λίγες ώρες (άντε, λίγες μέρες) μετά κάνω απόλυτο delete. Κάθε άποψη για το αν το νο 2 ήταν καλύτερο ή χειρότερο απ' το πρώτο ή αν ο τάδε Hulk μου άρεσε περισσότερο από τον δείνα Wolverine πάει περίπατο. Σαν να μην τα έχω δει. Αν δε αναλύσεις το φαινόμενο και ιδεολογικά, άστα να πάνε... Αλλά τώρα δεν νομίζω ότι είναι ώρα για τέτοιου είδους αναλύσεις.
Σας είπα όμως ότι θα υποστούμε το φαινόμενο για πολλά πολλά χρόνια ακόμα. Αφού η Marvel βγάζει λεφτά, και πολλά μάλιστα, κορόιδο είναι να σταματήσει;
Οι "Εκδικητές" (The Avengers) του 2012 είναι η πρώτη κινηματογραφική ταινία του τηλεοπτικού ως επί το πλείστον σούπερ σταρ (σκηνοθέτη και κυρίως σεναριογράφου) Joss Whedon και ενώνει κάπμποσους από δαύτους: Iron Man, Hulk, Captain America, Thor, Black Widow... όλοι ως ομάδα, παρά τις διαφορές τους και τους εντελώς αταίριαστους χαρακτήρες τους, ενώνονται τελικά για να σώσουν για μια ακόμα φορά τη γη (η οποία, νομίζω, κινδυνεύει με αφανισμό κάθε σαββατοκύριακο ή κάτι τέτοιο). Αυτή τη φορά ο σούπερ-κακός είναι ο Λόκι, ο ετεροθαλής αδελφός του Θωρ, που ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια εξωγήινη εισβολή. Καθημερινές ιστορίες δηλαδή...
Τώρα, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η συγκεκριμένη ταινία είναι από τις καλές του είδους (αν σας αρέσει το είδος τέλος πάντων). Και καλογυρισμένη είναι και διασκεδαστική και με πολύ χιούμορ (ορισμένες σκηνές και ατάκες είναι όντως πολύ αστείες) και, φυσικά, ως μπλογκμπάστερ που σέβεται τον εαυτό του, διαθέτει εντυπωσιακά εφέ. Οι αναφορές δε τόσο στο ίδιο το είδος, όσο και σε πρόσωπα που κάνουν μικρές εμφανίσεις, δεν σταματούν. Στο μεγαλύτερο μέρος το φιλμ επικεντρώνεται στις μεταξύ των σούπερ ηρώων διαφορές, πράγμα που επιτρέπει να σχεδιαστούν οι εντελώς διαφορετικοί τους χαρακτήρες, και φυσικά, όπως είναι απόλυτα αναμενόμενο, όταν με τα χίλια ζόρια ενωθούν αρχίζει ο πραγματικός χαμός. Την παράσταση κλέβει νομίζω ο Iron Man, με τις δηλητηριώδεις ατάκες του, το εν γένει αντιηρωικό στιλ του (όχι όμως μέχρι τέλους) και την συνολική cool παρουσία του.
Εντάξει λοιπόν. Διασκεδάσαμε. Το κακό είναι ότι με όλες αυτές τις ταινίες (μερικοί Batman είναι εξαίρεση) ίσως διασκεδάζω όσο τις βλέπω, ίσως πάλι πλήττω αφόρητα, σίγουρα όμως λίγες ώρες (άντε, λίγες μέρες) μετά κάνω απόλυτο delete. Κάθε άποψη για το αν το νο 2 ήταν καλύτερο ή χειρότερο απ' το πρώτο ή αν ο τάδε Hulk μου άρεσε περισσότερο από τον δείνα Wolverine πάει περίπατο. Σαν να μην τα έχω δει. Αν δε αναλύσεις το φαινόμενο και ιδεολογικά, άστα να πάνε... Αλλά τώρα δεν νομίζω ότι είναι ώρα για τέτοιου είδους αναλύσεις.
Σας είπα όμως ότι θα υποστούμε το φαινόμενο για πολλά πολλά χρόνια ακόμα. Αφού η Marvel βγάζει λεφτά, και πολλά μάλιστα, κορόιδο είναι να σταματήσει;
Πέμπτη, Μαΐου 03, 2012
ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ "ΜΗΛΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ"
Ο δανέζικος κινηματογράφος αποτελεί παράδειγμα υγιούς κινηματογραφίας στην Ευρώπη, για μια τόσο μικρή χώρα τουλάχιστον. Το 2005 βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα πολύ ενδιαφέρον δείγμα του με τα "Μήλα του Αδάμ" του Anders Thomas Jensen, μια παράξενη... χμμμ... μάλλον κωμωδία θα έλεγα.
Ένας νεοναζί, αληθινό κάθαρμα, από αυτούς που θα αποκαλούσαμε "κακούς ανθρώπους", φτάνει σε μια απομονωμένη, εξοχική περιοχή όπου θα εκτίσει δουλεύοντας την ποινή του υπό την καθοδήγηση ενός παπά, ένα είδος υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας. Κι άλλα "φυντάνια" σαν κι αυτόν (όχι ναζί, αλλά διάφοροι όχι και πολύ καθαροί τύποι) ζουν εκεί. Σύντομα, παρά το ότι έχει τη μικρότερη δυνατή σχέση με όλους, θα διαπιστώσει ότι κάτι δεν πάει καλά με όλους αυτούς. Και όχι μόνο. Κάτι δεν πάει καλά και με τον ίδιο τον απόλυτα ατάραχο ό,τι κι αν συμβαίνει, ήρεμο και καλό παπά επικεφαλής. Μήπως όλοι πάσχουν από διάφορα είδη τρέλας;
Οι δύο παράταιροι χαρακτήρες θα έρθουν γρήγορα σε σύγκρουση. Ο παπάς όμως μοιάζει να ξεχνά σε δευτερόλεπτα όσα συμβαίνουν και να είναι ξανά καλοκάγαθος και αισιόδοξος. Γύρω τους, το τσίρκο των ασυνήθιστων ανθρώπινων χαρακτήρων κινείται και δρα με εξ ίσου απρόβλεπτους συχνά τρόπους.
Η ταινία, και εξ αιτίας αυτής της παράδοξης "πινακοθήκης" ηρώων, αλλά και για την εσωτερική ένταση που υποβόσκει, το υπόγειο χιούμορ και την απρόβλεπτη πλοκή, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Το τέλος μένει ανοιχτό σε συμπεράσματα. Είναι άραγε προτιμότερη η τρέλα, το ψέμα τέλος πάντων, όταν χάρη σ' αυτό αναμορφώνεται κάποιος; Έχει νόημα σε τέτοιες περιπτώσεις η απόλυτη φυγή από την πραγματικότητα; Μπορεί η επιμονή και η σε-βαθμό-παράνοιας-αισιοδοξία να φέρει αποτελέσματα; Το φιλμ μοιάζει να έχει μια γενική χριστιανική λογική, και οι σχετικοί συμβολισμοί δεν λείπουν, δεν είσαι όμως και απόλυτα σίγουρος γι' αυτό, αφού συχνά αυτοσαρκάζεται ή αυτοανατρέπεται.
Όπως και να το κάνουμε, ό,τι συμπεράσματα κι αν βγάλετε, πρόκειται για ένα φιλμ που συνιστώ. Έστω και μόνο για την ασυνήθιστη οπτική του, έστω και αν οι απόψεις του μπορεί να θεωρηθούν αμφιλεγόμενες. Η πρωτοτυπία του νομίζω ότι θα σας αποζημειώσει.
Ένας νεοναζί, αληθινό κάθαρμα, από αυτούς που θα αποκαλούσαμε "κακούς ανθρώπους", φτάνει σε μια απομονωμένη, εξοχική περιοχή όπου θα εκτίσει δουλεύοντας την ποινή του υπό την καθοδήγηση ενός παπά, ένα είδος υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας. Κι άλλα "φυντάνια" σαν κι αυτόν (όχι ναζί, αλλά διάφοροι όχι και πολύ καθαροί τύποι) ζουν εκεί. Σύντομα, παρά το ότι έχει τη μικρότερη δυνατή σχέση με όλους, θα διαπιστώσει ότι κάτι δεν πάει καλά με όλους αυτούς. Και όχι μόνο. Κάτι δεν πάει καλά και με τον ίδιο τον απόλυτα ατάραχο ό,τι κι αν συμβαίνει, ήρεμο και καλό παπά επικεφαλής. Μήπως όλοι πάσχουν από διάφορα είδη τρέλας;
Οι δύο παράταιροι χαρακτήρες θα έρθουν γρήγορα σε σύγκρουση. Ο παπάς όμως μοιάζει να ξεχνά σε δευτερόλεπτα όσα συμβαίνουν και να είναι ξανά καλοκάγαθος και αισιόδοξος. Γύρω τους, το τσίρκο των ασυνήθιστων ανθρώπινων χαρακτήρων κινείται και δρα με εξ ίσου απρόβλεπτους συχνά τρόπους.
Η ταινία, και εξ αιτίας αυτής της παράδοξης "πινακοθήκης" ηρώων, αλλά και για την εσωτερική ένταση που υποβόσκει, το υπόγειο χιούμορ και την απρόβλεπτη πλοκή, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Το τέλος μένει ανοιχτό σε συμπεράσματα. Είναι άραγε προτιμότερη η τρέλα, το ψέμα τέλος πάντων, όταν χάρη σ' αυτό αναμορφώνεται κάποιος; Έχει νόημα σε τέτοιες περιπτώσεις η απόλυτη φυγή από την πραγματικότητα; Μπορεί η επιμονή και η σε-βαθμό-παράνοιας-αισιοδοξία να φέρει αποτελέσματα; Το φιλμ μοιάζει να έχει μια γενική χριστιανική λογική, και οι σχετικοί συμβολισμοί δεν λείπουν, δεν είσαι όμως και απόλυτα σίγουρος γι' αυτό, αφού συχνά αυτοσαρκάζεται ή αυτοανατρέπεται.
Όπως και να το κάνουμε, ό,τι συμπεράσματα κι αν βγάλετε, πρόκειται για ένα φιλμ που συνιστώ. Έστω και μόνο για την ασυνήθιστη οπτική του, έστω και αν οι απόψεις του μπορεί να θεωρηθούν αμφιλεγόμενες. Η πρωτοτυπία του νομίζω ότι θα σας αποζημειώσει.
Τρίτη, Μαΐου 01, 2012
ΤΑ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ "ΧΙΟΝΙΑ" ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΟΤΕ
Ο γάλλος (από τη Μασαλία) Robert Guediguian μου ήταν άγνωστος, παρά το ότι έχει γυρίσει 17 ταινίες. Με τα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" όμως του 2011, κάνει ένα από τα καλύτερα φιλμ της χρονιάς και από τα πιο ζεστά και ανθρώπινα που έχω δει τα πολλά τελευταία χρόνια. Ο δημιουργός είναι ρεαλιστής, πολιτικοποιημένος, με καθημερινούς, στέρεους χαρακτήρες και ταυτόχρονα εξαιρετικά τρυφερός και ανθρώπινος και, επί πλέον, αισιόδοξος. Καταγράφει την καθημερινότητα με εξαιρετική οξυδέρκεια και συγχρόνως διαθέτει ένα πολύ δυνατό σενάριο, που, παρά τις καθημερινές, κοινές εικόνες, βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτό που θα αποκαλούσα "ντοκιμαντερίστικο" σινεμά.
Από την αρχή δηλώνεται ότι το πρωταγωνιστικό ζεύγος των πενηντακάτι ετών είναι αυτό που θα λέγαμε με απλό τρόπο "καλοί άνθρωποι". Εκείνος είναι εργάτης, συνδικαλιστής και έντονα πολιτικοποιημένος. Η ιστορία αρχίζει όταν απολύεται κατόπιν κλήρωσης από το εργοστάσιο μαζί με άλλους 20 συναδέλφους του. Αυτό όμως δεν είναι τόσο τραγικό. Ο ήρωάς μας προσπαθεί να συνηθίσει την υποχρεωτική αργία του, να την απολαμβάνει μάλιστα θα λέγαμε. Η πραγματική ιστορία αρχίζει όταν οι ήρωες και ένα φιλικό ζεύγος πέφτουν θύματα ληστείας. Εμείς ξέρουμε από την αρχή τον ένοχο, σύντομα όμως θα τον μάθει και ο ήρωάς μας. Και τότε τα διλήμματα και τα προβλήματα θα πολλαπλασιαστούν με γεωμετρική πρόοδο.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στην ταινία. Σπάνια νομίζω οι ουσιαστικές επιπτώσεις της κρίσης (πανταχού παρούσα και στη Γαλλία) έχουν δοθεί τόσο καλά και πολυσύνθετα. Οι επιπτώσεις αυτές είναι αλυσιδωτές και πραγματικά μπορούν να καταστρέψουν την καθημερινή μας ζωή, να τινάξουν στον αέρα βεβαιότητες, πιστεύω και συνήθειες δεκαετιών. Ταυτόχρονα το φιλμ αρνείται κατηγορηματικά να χωρίσει τους ανθρώπους σε "καλούς" και "κακούς", πράγμα πάντοτε σχεδόν σχηματικό. Είναι απίστευτο, αλλά όλοι, οι καλοί άνθρωποι και οι εγκληματίες, έχουν από τη σκοπιά τους απόλυτο δίκιο. Άλλωστε τα λόγια που λέει ο ληστής στον πρωταγωνιστή στην τελευταία τους συνάντηση, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητα είναι. Ίσα - ίσα, υποστηρίζουν μια άλλη άποψη, εξ ίσου σημαντική και ισχυρή με αυτή του ήρωα. Έτσι η πολιτικοποίηση του φιλμ είναι πραγματικά βαθιά και ουσιαστική: Το στραβό βρίσκεται στην κοινωνία και τις δομές της και όχι μέσα σε κάθε άνθρωπο - ή, τουλάχιστον, επαναλάβετε την παραπάνω πρόταση χρησιμοποιώντας μετά το "βρίσκεται" τη λέξη "κυρίως". Πιο ξεκάθαρη απόδειξη από όσα βλέπουμε δεν υπάρχει. Συγχρόνως η αισιοδοξία της, η βαθιά πίστη ότι ο άνθρωπος με καλή θέληση και αγώνα μπορεί να ξεπεράσει τις αντιξοότητες, η ανθρωπιά της, η βαθύτατη αγάπη της στη ζωή, στην ευτυχία του να είσαι ζωντανός και να απολαμβάνεις την καθημερινότητά σου, είναι εξ ίσου φανερές. Αλλά ακόμα κι αυτές οι θετικές αξίες συχνά τίθενται υπό αμφισβήτηση - εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα νομίζω. Σε μια κοινωνία που παραπαίει τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι εκ των προτέρων καλό ή κακό...
Σας βεβαιώνω ότι τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι "ξενέρωτο", όπως ίσως το έκανα να ακουστεί. Αν δειτε την ταινία θα πειστείτε γι΄αυτό. Η οποία, εξ άλλου, δεν κάνει καμιά κοιλιά και, προσωπικά τουλάχιστον, με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, αφού διαθέτει ακόμα κι ένα είδος... θα το έλεγα... "κοινωνικού σασπένς".
Το είπα από την αρχή: Από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων χρόνων για μένα.
Υ.Γ. Τη Μασσαλία την ανέφερα στην αρχή επειδή ουσιαστικά είναι κι αυτή από τους πρωταγωνιστές του φιλμ. Η λαϊκή αυτή πόλη αφήνει έντονα τη σφραγίδα και τη γεύση της σε όσα βλέπουμε.
Από την αρχή δηλώνεται ότι το πρωταγωνιστικό ζεύγος των πενηντακάτι ετών είναι αυτό που θα λέγαμε με απλό τρόπο "καλοί άνθρωποι". Εκείνος είναι εργάτης, συνδικαλιστής και έντονα πολιτικοποιημένος. Η ιστορία αρχίζει όταν απολύεται κατόπιν κλήρωσης από το εργοστάσιο μαζί με άλλους 20 συναδέλφους του. Αυτό όμως δεν είναι τόσο τραγικό. Ο ήρωάς μας προσπαθεί να συνηθίσει την υποχρεωτική αργία του, να την απολαμβάνει μάλιστα θα λέγαμε. Η πραγματική ιστορία αρχίζει όταν οι ήρωες και ένα φιλικό ζεύγος πέφτουν θύματα ληστείας. Εμείς ξέρουμε από την αρχή τον ένοχο, σύντομα όμως θα τον μάθει και ο ήρωάς μας. Και τότε τα διλήμματα και τα προβλήματα θα πολλαπλασιαστούν με γεωμετρική πρόοδο.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στην ταινία. Σπάνια νομίζω οι ουσιαστικές επιπτώσεις της κρίσης (πανταχού παρούσα και στη Γαλλία) έχουν δοθεί τόσο καλά και πολυσύνθετα. Οι επιπτώσεις αυτές είναι αλυσιδωτές και πραγματικά μπορούν να καταστρέψουν την καθημερινή μας ζωή, να τινάξουν στον αέρα βεβαιότητες, πιστεύω και συνήθειες δεκαετιών. Ταυτόχρονα το φιλμ αρνείται κατηγορηματικά να χωρίσει τους ανθρώπους σε "καλούς" και "κακούς", πράγμα πάντοτε σχεδόν σχηματικό. Είναι απίστευτο, αλλά όλοι, οι καλοί άνθρωποι και οι εγκληματίες, έχουν από τη σκοπιά τους απόλυτο δίκιο. Άλλωστε τα λόγια που λέει ο ληστής στον πρωταγωνιστή στην τελευταία τους συνάντηση, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητα είναι. Ίσα - ίσα, υποστηρίζουν μια άλλη άποψη, εξ ίσου σημαντική και ισχυρή με αυτή του ήρωα. Έτσι η πολιτικοποίηση του φιλμ είναι πραγματικά βαθιά και ουσιαστική: Το στραβό βρίσκεται στην κοινωνία και τις δομές της και όχι μέσα σε κάθε άνθρωπο - ή, τουλάχιστον, επαναλάβετε την παραπάνω πρόταση χρησιμοποιώντας μετά το "βρίσκεται" τη λέξη "κυρίως". Πιο ξεκάθαρη απόδειξη από όσα βλέπουμε δεν υπάρχει. Συγχρόνως η αισιοδοξία της, η βαθιά πίστη ότι ο άνθρωπος με καλή θέληση και αγώνα μπορεί να ξεπεράσει τις αντιξοότητες, η ανθρωπιά της, η βαθύτατη αγάπη της στη ζωή, στην ευτυχία του να είσαι ζωντανός και να απολαμβάνεις την καθημερινότητά σου, είναι εξ ίσου φανερές. Αλλά ακόμα κι αυτές οι θετικές αξίες συχνά τίθενται υπό αμφισβήτηση - εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα νομίζω. Σε μια κοινωνία που παραπαίει τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι εκ των προτέρων καλό ή κακό...
Σας βεβαιώνω ότι τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι "ξενέρωτο", όπως ίσως το έκανα να ακουστεί. Αν δειτε την ταινία θα πειστείτε γι΄αυτό. Η οποία, εξ άλλου, δεν κάνει καμιά κοιλιά και, προσωπικά τουλάχιστον, με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, αφού διαθέτει ακόμα κι ένα είδος... θα το έλεγα... "κοινωνικού σασπένς".
Το είπα από την αρχή: Από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων χρόνων για μένα.
Υ.Γ. Τη Μασσαλία την ανέφερα στην αρχή επειδή ουσιαστικά είναι κι αυτή από τους πρωταγωνιστές του φιλμ. Η λαϊκή αυτή πόλη αφήνει έντονα τη σφραγίδα και τη γεύση της σε όσα βλέπουμε.
Κυριακή, Απριλίου 29, 2012
ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΣΤΗ "ΔΙΠΛΗ ΩΡΑ"
Η ιταλική ταινία "La Doppia Ora" (Η Διπλή Ώρα) του 2009 είναι η πρώτη του Giuseppe Capotondi. Πρόκειται για ένα σχετικά ενδιαφέρον θρίλερ, με πολλές ανατροπές, το οποίο φλερτάρει έντονα και με το μεταφυσικό στοιχείο.
Ένας χήρος γνωρίζει σε μια συγκέντρωση για μοναχικούς ανθρώπους μια γυναίκα την οποία ερωτεύεται. Όλα πάνε καλά μεταξύ τους μέχρις ότου εκείνος την καλεί στη βίλα στην οποία δουλεύει σαν φύλακας. Μια ληστεία, ένας τραυματισμός, άλλα γεγονότα... και οι απορίες για την ταυτότητα και τον αληθινό εαυτό της γυναίκας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται.
Σας είπα ότι οι συνεχείς ανατροπές χαρακτηρίζουν το φιλμ αυτό. Εκτός αυτού όμως το χαρακτηρίζει και το παιχνίδι του με το μεταφυσικό στοιχείο, καθώς η ίδια η πραγματικότητα σε κάποια σημεία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler, πάντως όσα βλέπετε δεν είναι υποχρεωτικά η αλήθεια...
Αυτό όμως που είναι επίσης ενδιαφέρον είναι και το ψυχολογικό μέρος. Η ψυχολογία της ηρωίδας αλλάζει κι αυτή, συχνά ξαφνιάζοντας τον θεατή. Η αλήθεια και το ψέμα, το όνειρο και η πραγματικότητα, μπερδεύονται, και ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς νοιώθει εκείνη. Ακόμα και το τέλος είναι αρκετά αντισυμβατικό και μάλλον θα εκπλήξει τον θεατή με τον... θα τον χαρακτήριζα "κυνισμό" του. Ο κόσμος, βλέπετε, δεν είναι πάντοτε δίκαιος.
Νομίζω ότι το πρόβλημα του φιλμ είναι το ότι όλα αυτά μάλλον δεν γίνονται πολύ πιστευτά. Οι ανατροπές, κυρίως αυτές που αφορούν το παιχνίδι ρεαλιστικού - μεταφυσικού, προσωπικά δεν με έπεισαν. Πάντως η πρωταγωνίστρια Ksenia Rappaport είναι πολύ καλή και γενικά, να λάβουμε υπ' όψιν και το ότι ο σκηνοθέτης είναι πρωτοεμφανιζόμενος, πρόκειται για ένα θρίλερ που με κράτησε, που διαθέτει κάποια ασυνήθιστα στοιχεία (που δεν θα σας αποκαλύψω), δίχως όμως και να με ενθουσιάσει.
Ένας χήρος γνωρίζει σε μια συγκέντρωση για μοναχικούς ανθρώπους μια γυναίκα την οποία ερωτεύεται. Όλα πάνε καλά μεταξύ τους μέχρις ότου εκείνος την καλεί στη βίλα στην οποία δουλεύει σαν φύλακας. Μια ληστεία, ένας τραυματισμός, άλλα γεγονότα... και οι απορίες για την ταυτότητα και τον αληθινό εαυτό της γυναίκας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται.
Σας είπα ότι οι συνεχείς ανατροπές χαρακτηρίζουν το φιλμ αυτό. Εκτός αυτού όμως το χαρακτηρίζει και το παιχνίδι του με το μεταφυσικό στοιχείο, καθώς η ίδια η πραγματικότητα σε κάποια σημεία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler, πάντως όσα βλέπετε δεν είναι υποχρεωτικά η αλήθεια...
Αυτό όμως που είναι επίσης ενδιαφέρον είναι και το ψυχολογικό μέρος. Η ψυχολογία της ηρωίδας αλλάζει κι αυτή, συχνά ξαφνιάζοντας τον θεατή. Η αλήθεια και το ψέμα, το όνειρο και η πραγματικότητα, μπερδεύονται, και ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς νοιώθει εκείνη. Ακόμα και το τέλος είναι αρκετά αντισυμβατικό και μάλλον θα εκπλήξει τον θεατή με τον... θα τον χαρακτήριζα "κυνισμό" του. Ο κόσμος, βλέπετε, δεν είναι πάντοτε δίκαιος.
Νομίζω ότι το πρόβλημα του φιλμ είναι το ότι όλα αυτά μάλλον δεν γίνονται πολύ πιστευτά. Οι ανατροπές, κυρίως αυτές που αφορούν το παιχνίδι ρεαλιστικού - μεταφυσικού, προσωπικά δεν με έπεισαν. Πάντως η πρωταγωνίστρια Ksenia Rappaport είναι πολύ καλή και γενικά, να λάβουμε υπ' όψιν και το ότι ο σκηνοθέτης είναι πρωτοεμφανιζόμενος, πρόκειται για ένα θρίλερ που με κράτησε, που διαθέτει κάποια ασυνήθιστα στοιχεία (που δεν θα σας αποκαλύψω), δίχως όμως και να με ενθουσιάσει.
Παρασκευή, Απριλίου 27, 2012
Η ΕΦΗΒΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΣΤΟ "ΑΝΑΨΕ ΜΕ"
To "Άναψέ με" του 2011 είναι μια νορβηγική ταινία της Jannicke Systad Jacobsen ("Fa meg pa, For Faen" είναι ο πρωτότυπος τίτλος), η οποία μέχρι τώρα έκανε ντοκιμαντέρ κι αυτή εδώ είναι η πρώτη της ταινία μυθοπλασίας. Διαδραματίζεται σε ένα μικρό, μίζερο νορβηγικο χωριό και παρακολουθεί την έντονη σεξουαλική αφύπνηση μιας όμορφης έφηβης μαθήτριας και τα όσα ακολουθούν.
Η ηρωίδα μένει με τη μητέρα της και το μυαλό της βρίσκεται συνεχώς στο σεξ (όπως και των περισσότερων παιδιών της ηλικίας της άλλωστε). Παίρνει ροζ τηλέφωνα, βλέπει κανένα πορνοπεριοδικό αν τα καταφέρει, αυνανίζεται και είναι ερωτευμένη με έναν ωραίο συμμαθητή της, ο οποίος επίσης μάλλον την καλοβλέπει. Ώσπου μια σεξουαλικής φύσης παρεξήγηση θα αλλάξει τη ζωή της, θα την κάνει δακτυλοδεικτούμενη και θα την απομονώσει.
Η ταινία παρακολουθεί το θέμα της ανάλαφρα, με αρκετές πινελιές χιούμορ και με ένα συνεχές μπρος - πίσω ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις ερωτικές φαντασιώσεις της ηρωίδας - σε ορισμένες σκηνές μάλιστα δεν είμαστε σίγουροι αν αυτό που βλέπουμε είναι πραγματικότητα ή το φαντάζεται η μικρή πρωταγωνίστρια. Ταυτόχρονα όμως είναι αρκετά τολμηρή (όχι, δεν δείχνει πολλά πράγματα αν αυτό σκεφτήκατε, λέει όμως και υπονοεί πολλά), λέει τα πράγματα με το όνομά τους και καταγράφει άμεσα το εφηβικό ερωτικό ξύπνημα, που πάνω απ' όλα έχει μια καθαρά σωματική και ορμονική προέλευση, συμβαίνει σε όλους και πολύ λίγο έχει να κάνει με ηθική και άλλα τέτοια καταπιεστικά συνήθως σχήματα. Και, φυσικά, για όσους ακόμα δεν το έχουν χωνέψει, συμβαίνει εξ ίσου σε άντρες και γυναίκες.
Το άλλο θέμα που επίσης καταγράφεται στο φιλμ είναι η μιζέρια της επαρχίας, τουλάχιστον μέσα από την οπτική της ούτως ή άλλως δύσκολης εφηβικής ηλικίας. Μιζέρια που τελικά είναι η ίδια είτε στην Ελλάδα ή την Αμερική είτε στην "ευνομούμενη" και "προχωρημένη" Σκανδιναβία. Τα περισσότερα παιδιά το μόνο που θέλουν είναι να φύγουν από εκεί, να βρεθούν στην πόλη (για σπουδές συνήθως). Το μικρό χωριό δεν τους προσφέρει τίποτα. Άλλωστε η φυγή είναι συνυφασμένη με την ελευθερία. Έβαλα εισαγωγικά στις παραπάνω δύο λέξεις επειδή, όπως θα διαπιστώσετε με έκπληξη ίσως, εκτός της επαρχιακής μιζέριας, η κοινωνία είναι εξ ίσου συντηρητική σε σεξουαλικά θέματα με την δική μας ή οποιαδήποτε άλλη. Ή τουλάχιστον αυτό βλέπουμε να συμβαίνει στη νορβηγική επαρχία. Δεν θεωρώ το φιλμ κάτι πολύ σπουδαίο.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Ωστόσο η ειλικρίνειά του, το διακριτικό χιούμορ και η καταγραφή των όσων ανέφερα παραπάνω νομίζω ότι το κάνουν σχετικά ενδιαφέρον.
Η ηρωίδα μένει με τη μητέρα της και το μυαλό της βρίσκεται συνεχώς στο σεξ (όπως και των περισσότερων παιδιών της ηλικίας της άλλωστε). Παίρνει ροζ τηλέφωνα, βλέπει κανένα πορνοπεριοδικό αν τα καταφέρει, αυνανίζεται και είναι ερωτευμένη με έναν ωραίο συμμαθητή της, ο οποίος επίσης μάλλον την καλοβλέπει. Ώσπου μια σεξουαλικής φύσης παρεξήγηση θα αλλάξει τη ζωή της, θα την κάνει δακτυλοδεικτούμενη και θα την απομονώσει.
Η ταινία παρακολουθεί το θέμα της ανάλαφρα, με αρκετές πινελιές χιούμορ και με ένα συνεχές μπρος - πίσω ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις ερωτικές φαντασιώσεις της ηρωίδας - σε ορισμένες σκηνές μάλιστα δεν είμαστε σίγουροι αν αυτό που βλέπουμε είναι πραγματικότητα ή το φαντάζεται η μικρή πρωταγωνίστρια. Ταυτόχρονα όμως είναι αρκετά τολμηρή (όχι, δεν δείχνει πολλά πράγματα αν αυτό σκεφτήκατε, λέει όμως και υπονοεί πολλά), λέει τα πράγματα με το όνομά τους και καταγράφει άμεσα το εφηβικό ερωτικό ξύπνημα, που πάνω απ' όλα έχει μια καθαρά σωματική και ορμονική προέλευση, συμβαίνει σε όλους και πολύ λίγο έχει να κάνει με ηθική και άλλα τέτοια καταπιεστικά συνήθως σχήματα. Και, φυσικά, για όσους ακόμα δεν το έχουν χωνέψει, συμβαίνει εξ ίσου σε άντρες και γυναίκες.
Το άλλο θέμα που επίσης καταγράφεται στο φιλμ είναι η μιζέρια της επαρχίας, τουλάχιστον μέσα από την οπτική της ούτως ή άλλως δύσκολης εφηβικής ηλικίας. Μιζέρια που τελικά είναι η ίδια είτε στην Ελλάδα ή την Αμερική είτε στην "ευνομούμενη" και "προχωρημένη" Σκανδιναβία. Τα περισσότερα παιδιά το μόνο που θέλουν είναι να φύγουν από εκεί, να βρεθούν στην πόλη (για σπουδές συνήθως). Το μικρό χωριό δεν τους προσφέρει τίποτα. Άλλωστε η φυγή είναι συνυφασμένη με την ελευθερία. Έβαλα εισαγωγικά στις παραπάνω δύο λέξεις επειδή, όπως θα διαπιστώσετε με έκπληξη ίσως, εκτός της επαρχιακής μιζέριας, η κοινωνία είναι εξ ίσου συντηρητική σε σεξουαλικά θέματα με την δική μας ή οποιαδήποτε άλλη. Ή τουλάχιστον αυτό βλέπουμε να συμβαίνει στη νορβηγική επαρχία. Δεν θεωρώ το φιλμ κάτι πολύ σπουδαίο.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Ωστόσο η ειλικρίνειά του, το διακριτικό χιούμορ και η καταγραφή των όσων ανέφερα παραπάνω νομίζω ότι το κάνουν σχετικά ενδιαφέρον.
Τετάρτη, Απριλίου 25, 2012
Ο ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ ΣΕ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ!
Ο Όλιβερ Τουίστ σε μιούζικαλ; Κι όμως: Το 1968, ο εξαιρετικός Carol Reed (1906-1976) μετέφερε στην οθόνη την ήδη πετυχημένη θεατρική βερσιόν σε μιούζικαλ του πασίγνωστου μελοδραματικού και ηθικοπλαστικού μυθιστορήματος του Ντίκενς. Κι όχι μόνο αυτό. Το φιλμ έγινε επιτυχία και είχε μάλιστα σαρώσει τα Όσκαρ της χρονιάς εκείνης. Εδώ θα επαναλάβω για πολλοστή φορά αυτό που λέω πάντοτε όταν γράφω για κάποιο μιούζικαλ: Ξέρω πολύ καλά ότι πρόκειται για ένα σήμερα νεκρό ουσιαστικά είδος, το οποίο πολλοί απεχθάνονται και, όταν αντιληφτούν ότι ανήκει σ' αυτό, αλλάζουν ταινία. Είναι κατανοητό. Ωστόσο εγώ βλέπω με ευχαρίστηση κάποια από τα καλά δείγματά του. Για τους μάλλον λίγους φίλους του είδους λοιπόν, θα γράψω και γι' αυτό το φιλμ.
Το "Oliver!" γυρίζεται σε μια εποχή που το είδος έχει ήδη παρακμάσει (μετά απ' αυτό τα μόνα αξιόλογα δείγματα είναι κατά τη γνώμη μου το "Καμπαρέ" και το "All tat Jazz", αμφότερα του Bob Fosse). Ωστόσο έχουμε να κάνουμε με μια από τις τελευταίες αναλαμπές του. Πράγματι, το φιλμ - πάντοτε για τους φιλους των μιούζικαλ - βλεπεται με αρκετή απόλαυση μέχρι σήμερα. Η μουσική είναι συμπαθητική και ορισμένα από τα μουσικοχορευτικά νούμερα πολύ καλά και έξυπνα.
Η ταινία μπορεί εύκολα να χωριστεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο η τραγική ιστορία του ορφανού και πάμφτωχου αγοριού αντιμετωπίζεται με μάλλον κωμικό, εύθυμο τρόπο. Ορφανοτροφείο, δραπέτευση, γνωριμία με τη συμμορία των μικρών κλεφτών... όλα σε κάνουν μάλλον να ευθυμήσεις παρά να στενοχωρηθείς με τις περιπέτειες του μικρού ήρωα. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα σοβαρεύουν και, εκτός του έντονα δραματικού στοιχείου, η ταινία αποκτά και αρκετό σασπένς, που κορυφώνεται προς το τέλος. Εκτός του μικρού πρωταγωνιστή, το φιλμ διαθέτει εξαιρετικούς δεύτερους ρόλους, κυρίως τον Όλιβερ Ριντ στο ρόλο του "κακού" και τον θαυμάσιο Ρον Μούντι στο ρόλο του πονηρού αρχηγού των μικρών κλεφτών. Ταυτόχρονα, παρά τη μεταφορά σε μιούζικαλ, το πνεύμα του Ντίκενς δεν νομίζω ότι προδίδεται.
Γενικά, αν είστε φίλοι του είδους, η ταινία κατά τη γνώμη μου συνίσταται. Θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, κι ας είναι συχνά τραγικές οι περιπέτειες του άτυχου μικρού...
Το "Oliver!" γυρίζεται σε μια εποχή που το είδος έχει ήδη παρακμάσει (μετά απ' αυτό τα μόνα αξιόλογα δείγματα είναι κατά τη γνώμη μου το "Καμπαρέ" και το "All tat Jazz", αμφότερα του Bob Fosse). Ωστόσο έχουμε να κάνουμε με μια από τις τελευταίες αναλαμπές του. Πράγματι, το φιλμ - πάντοτε για τους φιλους των μιούζικαλ - βλεπεται με αρκετή απόλαυση μέχρι σήμερα. Η μουσική είναι συμπαθητική και ορισμένα από τα μουσικοχορευτικά νούμερα πολύ καλά και έξυπνα.
Η ταινία μπορεί εύκολα να χωριστεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο η τραγική ιστορία του ορφανού και πάμφτωχου αγοριού αντιμετωπίζεται με μάλλον κωμικό, εύθυμο τρόπο. Ορφανοτροφείο, δραπέτευση, γνωριμία με τη συμμορία των μικρών κλεφτών... όλα σε κάνουν μάλλον να ευθυμήσεις παρά να στενοχωρηθείς με τις περιπέτειες του μικρού ήρωα. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα σοβαρεύουν και, εκτός του έντονα δραματικού στοιχείου, η ταινία αποκτά και αρκετό σασπένς, που κορυφώνεται προς το τέλος. Εκτός του μικρού πρωταγωνιστή, το φιλμ διαθέτει εξαιρετικούς δεύτερους ρόλους, κυρίως τον Όλιβερ Ριντ στο ρόλο του "κακού" και τον θαυμάσιο Ρον Μούντι στο ρόλο του πονηρού αρχηγού των μικρών κλεφτών. Ταυτόχρονα, παρά τη μεταφορά σε μιούζικαλ, το πνεύμα του Ντίκενς δεν νομίζω ότι προδίδεται.
Γενικά, αν είστε φίλοι του είδους, η ταινία κατά τη γνώμη μου συνίσταται. Θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, κι ας είναι συχνά τραγικές οι περιπέτειες του άτυχου μικρού...
Τρίτη, Απριλίου 24, 2012
ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ "MOON 44"
Το 1990 ο γερμανός Roland Emmerich, ένας από τους σκηνοθέτες που βαριέμαι αφόρητα, δεν είχε πάει ακόμα στο Χόλιγουντ για να κάνει τους διάφορους Γκοντζίλες, αλλά γύριζε ταινίες στη χώρα του. Το "Moon 44" είναι μεν αγγλόφωνο, αλλά είναι γερμανική παραγωγή. Φιλμ επιστημονικής φαντασίας, εμπλέκει τα συμφέροντα δύο διαγαλαξιακών πολυεθνικών που εκμεταλλεύονται ορυκτά πλανητών και βρίσκονται σε ανοιχτό πόλεμο μεταξύ τους, με τις μοίρες των ηρώων, που είναι σκληρά εργαζόμενοι στο "Φεγγάρι 44" και, δίχως να το ξέρουν, πρόκειται να δεχτούν άγρια επίθεση από την μία εταιρία. Οι εργαζόμενοι αποτελούνται από πιτσιρικάδες τεχνικούς και σκληροτάχηλους βαρυποινίτες που δέχονται την απάνθρωπη δουλειά εκεί με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Ανάμεσά τους και ένας πράκτορας της μιας εταιρίας, που πάει εκεί για να δει τι ακριβώς συμβαίνει στο φεγγάρι αυτό, όπου διάφορα πανάκριβα σκάφη εξαφανίζονται. Μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις εγκαταστάσεις της εταιρίας, που λίγο διαφέρουν από κανονική φυλακή, ενώ το υπόλοιπο είναι οι κλασικές μάχες με σκάφη, οι κλασικές ηρωικές πράξεις με τις αναπόφευκτες στιγμές αυτοθυσίας και όλα τα σχετικά. Ίσως το πρώτο μέρος να έχει (σχετικά) κάπως μεγαλύτρο ενδιαφέρον.
Σχηματική ταινία, δίχως ιδιαίτερες πρωτοτυπίες, ίσως διασκεδάσει κάπως τους φανατικούς των περιπετειών - και δη των διαστημικών - εμένα πάντως ελάχιστα μου είπε. Και νομίζω ότι γίνεται και αρκετά αστεία όταν παρουσιάζει τον ήρωα, που υποτίθεται ότι είναι κι αυτός κατάδικος και προσπαθεί να καμουφλαριστεί και να περάσει απαρατήρητος, να ξεχωρίζει από την πρώτη στιγμή σαν τη μύγα μεσ' το γάλα, καθώς, ανάμεσα σε σβατρσενεγκεροειδή κτήνη, αυτός διαβάζει ατάραχος βιβλία (Σέξπιρ μάλιστα και άλλα κλασικά)καπνίζοντας. Και τα γέλια γίνονται ακράτητα όταν μαθαίνουμε ότι το όνειρό του είναι να σπάσει το συμβόλαιό του με την εταιρία για να σπουδάσει ανενόχλητος... κλασική φιλολογία. Φανταστείτε δηλαδή τον Σβαρτσενεγκερ στα διαλείμματα μιας γκαγκαν περιπέτειας, να βγάζει από τον πολεμικό του σάκο ένα βιβλιαράκι και να διαβάζει ποιήση... Όσο για τους κακούς και τους προδότες, αυτοί έχουν ήδη αποκαλυφτεί κάπου στα μισά της ταινίας.
Κάτι τέτοια βλέπει ο κόσμος και αποκτά κακή γνώμη για το είδος της επιστημονικής φαντασίας.
Τέλος πάντων, θα τελειώσω λέγοντας ότι τον ρόλο του "κακού" διοικητή της βάσης του "Moon 44" παίζει ένας παρηκμασμένος και ήρωας όλο και χειρότερων ταινιών Μάλκολμ Μακ Ντόουελ.
Σχηματική ταινία, δίχως ιδιαίτερες πρωτοτυπίες, ίσως διασκεδάσει κάπως τους φανατικούς των περιπετειών - και δη των διαστημικών - εμένα πάντως ελάχιστα μου είπε. Και νομίζω ότι γίνεται και αρκετά αστεία όταν παρουσιάζει τον ήρωα, που υποτίθεται ότι είναι κι αυτός κατάδικος και προσπαθεί να καμουφλαριστεί και να περάσει απαρατήρητος, να ξεχωρίζει από την πρώτη στιγμή σαν τη μύγα μεσ' το γάλα, καθώς, ανάμεσα σε σβατρσενεγκεροειδή κτήνη, αυτός διαβάζει ατάραχος βιβλία (Σέξπιρ μάλιστα και άλλα κλασικά)καπνίζοντας. Και τα γέλια γίνονται ακράτητα όταν μαθαίνουμε ότι το όνειρό του είναι να σπάσει το συμβόλαιό του με την εταιρία για να σπουδάσει ανενόχλητος... κλασική φιλολογία. Φανταστείτε δηλαδή τον Σβαρτσενεγκερ στα διαλείμματα μιας γκαγκαν περιπέτειας, να βγάζει από τον πολεμικό του σάκο ένα βιβλιαράκι και να διαβάζει ποιήση... Όσο για τους κακούς και τους προδότες, αυτοί έχουν ήδη αποκαλυφτεί κάπου στα μισά της ταινίας.
Κάτι τέτοια βλέπει ο κόσμος και αποκτά κακή γνώμη για το είδος της επιστημονικής φαντασίας.
Τέλος πάντων, θα τελειώσω λέγοντας ότι τον ρόλο του "κακού" διοικητή της βάσης του "Moon 44" παίζει ένας παρηκμασμένος και ήρωας όλο και χειρότερων ταινιών Μάλκολμ Μακ Ντόουελ.
Κυριακή, Απριλίου 22, 2012
Ο ΣΟΥΠΕΡ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΕΤΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ο "Σούπερ Δημήτριος" (2011) είναι πριν από οτιδήποτε άλλο μια ταινία καθαρού χαβαλέ. Σκηνοθέτης είναι ο Γιώργος Παπαϊωάννου, στην ουσία όμως είναι δουλειά μιας κεφάτης παρέας. Εκ Θεσσαλονίκης φυσικά. Γιατί η όλη πλάκα κυρίως αφορά τη Θεσσαλονίκη.
Πρόκειται βέβαια για παρωδία του σουπερ-ηρωικού είδους. Ο Σούπερ Δημήτριος τη μέρα είναι ένας άσημος δημοσιογραφίσκος, διαθέτει υπερδυνάμεις, φορά την κλασική μπέρτα, πετά στον ουρανό, και προστατεύει τους κάτοικους της αγαπημένης του πόλης από κάθε λογής κακό: Από τη... μείωση των συντάξεων έως από τα κακά που εξαπολύει εναντίον τους ο υπερ Κακός Φ.Ρομ, που φορά πορτοκαλί μπέρτα με... σημαία Σκοπίων στο στήθος και, χάρη στην υπερτεχνολογία που έχει στη διάθεσή του, μετατρέπει τον Λευκό Πύργο, το σύμβολο της πόλης, σε... Ας μη σας αποκαλύψω όμως σε τι, αν και αποκαλύπτεται στο πρώτο 20λεπτο του φιλμ, γιατί έχει πολύ πλάκα...
Όπως καταλάβατε, στο στόχαστρο του Παπαϊωάννου και της παρέας του μπαίνουν όλα τα στερεότυπα της συμπρωτεύουσας. Η χαλαρότητα, ο γύρος, ο φραπές, ο ΜΠΑΟΚ και ο Άρης, ο άγιος Δημήτρης, οι δημοτικές αρχές, οι κάθε λογής γραφικότητές της... όλα τα κλισέ βρίσκονται εδώ. Φυσικά εκτελεσμένα με μίνιμουμ χρημάτων και εφέ που θυμίζουν Εντ Γουντ (το λέω με απόλυτα θετική διάθεση, γιατί ακριβώς τα κακά εφέ προσθέτουν στην πλάκα του όλου πράγματος). Το κακό είναι ότι και σεναριακά η ταινία είναι πρόχειρη. Βρισκόμαστε μπροστά σε τυπική περίπτωση φιλμ που, ενώ διαθέτει πολύ καλή ιδέα (για μένα κάθε παρωδία του συγκεκριμένου είδους είναι ευπρόσδεκτη), είναι μέτρια φτιαγμένο. Το χιούμορ συχνά επαναλαμβάνεται και ενίοτε κουράζει, κάπου γίνεται χοντρό και δεν βγάζει το γέλιο που θα όφειλε, η διάρκεια είναι μάλλον μεγαλύτερη αυτής που θα ταίριαζε, οι ηθοποιίες κακές (το τελευταίο δεν πειράζει και τόσο, αφού συμβάλλει στην πλάκα) κλπ. Σε γενικές γραμμές δηλαδή νομίζω ότι χάθηκε μια πολύ καλή ευκαιρία για κάτι πραγματικά ξεκαρδιστικό.
Πάντως και μεμονωμένες καλές φάσεις υπάρχουν, και ξεκαρδιστικές στιγμές και (το είπαμε) μερικές πολύ καλές ιδέες. Οπότε, παρά το συνολικά άνισο αποτέλεσμα, θα διασκεδάσετε αρκετά. Και, στο κάτω - κάτω, η ταινία κάθε άλλο παρά παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Νομίζω ότι χρειάζονται τέτοιες προσπάθειες στο ελληνικό σινεμά και για μένα είναι ευπρόσδεκτες. Μακάρι να ήταν και κάπως πιο σπιρτόζικο το χιούμορ και η εκτέλεση (πάντα στα πλαίσια του περίπου ανύπαρκτου budget φυσικά).
Πρόκειται βέβαια για παρωδία του σουπερ-ηρωικού είδους. Ο Σούπερ Δημήτριος τη μέρα είναι ένας άσημος δημοσιογραφίσκος, διαθέτει υπερδυνάμεις, φορά την κλασική μπέρτα, πετά στον ουρανό, και προστατεύει τους κάτοικους της αγαπημένης του πόλης από κάθε λογής κακό: Από τη... μείωση των συντάξεων έως από τα κακά που εξαπολύει εναντίον τους ο υπερ Κακός Φ.Ρομ, που φορά πορτοκαλί μπέρτα με... σημαία Σκοπίων στο στήθος και, χάρη στην υπερτεχνολογία που έχει στη διάθεσή του, μετατρέπει τον Λευκό Πύργο, το σύμβολο της πόλης, σε... Ας μη σας αποκαλύψω όμως σε τι, αν και αποκαλύπτεται στο πρώτο 20λεπτο του φιλμ, γιατί έχει πολύ πλάκα...
Όπως καταλάβατε, στο στόχαστρο του Παπαϊωάννου και της παρέας του μπαίνουν όλα τα στερεότυπα της συμπρωτεύουσας. Η χαλαρότητα, ο γύρος, ο φραπές, ο ΜΠΑΟΚ και ο Άρης, ο άγιος Δημήτρης, οι δημοτικές αρχές, οι κάθε λογής γραφικότητές της... όλα τα κλισέ βρίσκονται εδώ. Φυσικά εκτελεσμένα με μίνιμουμ χρημάτων και εφέ που θυμίζουν Εντ Γουντ (το λέω με απόλυτα θετική διάθεση, γιατί ακριβώς τα κακά εφέ προσθέτουν στην πλάκα του όλου πράγματος). Το κακό είναι ότι και σεναριακά η ταινία είναι πρόχειρη. Βρισκόμαστε μπροστά σε τυπική περίπτωση φιλμ που, ενώ διαθέτει πολύ καλή ιδέα (για μένα κάθε παρωδία του συγκεκριμένου είδους είναι ευπρόσδεκτη), είναι μέτρια φτιαγμένο. Το χιούμορ συχνά επαναλαμβάνεται και ενίοτε κουράζει, κάπου γίνεται χοντρό και δεν βγάζει το γέλιο που θα όφειλε, η διάρκεια είναι μάλλον μεγαλύτερη αυτής που θα ταίριαζε, οι ηθοποιίες κακές (το τελευταίο δεν πειράζει και τόσο, αφού συμβάλλει στην πλάκα) κλπ. Σε γενικές γραμμές δηλαδή νομίζω ότι χάθηκε μια πολύ καλή ευκαιρία για κάτι πραγματικά ξεκαρδιστικό.
Πάντως και μεμονωμένες καλές φάσεις υπάρχουν, και ξεκαρδιστικές στιγμές και (το είπαμε) μερικές πολύ καλές ιδέες. Οπότε, παρά το συνολικά άνισο αποτέλεσμα, θα διασκεδάσετε αρκετά. Και, στο κάτω - κάτω, η ταινία κάθε άλλο παρά παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Νομίζω ότι χρειάζονται τέτοιες προσπάθειες στο ελληνικό σινεμά και για μένα είναι ευπρόσδεκτες. Μακάρι να ήταν και κάπως πιο σπιρτόζικο το χιούμορ και η εκτέλεση (πάντα στα πλαίσια του περίπου ανύπαρκτου budget φυσικά).
Παρασκευή, Απριλίου 20, 2012
Η ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ "ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΥ ΤΖΙΜΙ"
Μερικές φορές το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά μπορεί να γίνει πραγματικά αστείο. Το 1994 ο άγνωστος (έχει γυρίσει μόλις τρεις ταινίες)
Sam Henry Kass κάνει το "The Search of One-Eye Jimmy", μια ταινία στα χνάρια του σινεμά του Kevin Smith. Ουσιαστικά μια πάμφτηνη, παρεϊστικη ταινία, την οποία όμως βρήκα πολύ διασκεδαστική. Στην οποία μάλιστα παίζουν μαζεμένοι διάφοροι καλτ αστέρες του χώρου (και όχι μόνο), όπως ο Στιβ Μπουσέμι, ο Τζον Τορτούρο, ο Σάμουελ Τζάκσον και ο Σαμ Ρόκγουελ - μερικοί σε πραγματικά εξωφρενικούς ρόλους με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, αυτόν τον Τορτούρο.
Ένας νεαρός σκηνοθέτης, συνοδευόμενος μόνιμα από τον αμίλητο οπερατέρ του, που δεν είναι άλλος από τον σκηνοθέτη Lotz Kerrigan, πάει στη μάλλον εξαθλιωμένη γειτονιά όπου γεννήθηκε για να κάνει ένα ντοκιμαντέρ γι΄ αυτή. Εκεί, παίρνοντας συνεντεύξεις από διάφορους απίθανους τύπους, πληροφορείται την εξαφάνιση του Μονόφθαλμου Τζίμι, ενός από τρία ανεκδιήγητα αδέλφια, γόνων μιας εξ ίσου ανεκδιήγητης οικογένειας και αποφασίζει να μετατρέψει την ταινία του σε μια ταινία γι' αυτόν και το μυστήριο της εξαφάνισής του.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια αληθινή "πινακοθήκη ηλιθίων" ή, τέλος πάντων, για μια πινακοθήκη απίθανων τύπων, στα όρια της φτώχιας και της αθλιότητας οι περισσότεροι, που ζουν στη γειτονιά. Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν, οι βιτριολικές ατάκες το ίδιο και γενικά η πλάκα δεν σταματά. Σας προειδοποιώ όμως: Μην ψάξετε για κανένα φοβερό στόρι, για απίθανες ανατροπές, μυστήρια και άλλα τέτοια. Καμία σχέση. Η ταινία εξαντλείται σε διάφορες σκόρπιες φάσεις, ατάκες και βέβαια τους απίθανους χαρακτήρες. Και, φυσικά, κάνει focus στην πανταχού παρούσα ηλιθιότητα. Δεν πρόκειται νομιζω για χιούμορ (και ταινία γενικότερα) για πολλούς, προσωπικά όμως, ξαναλέω, το καταδιασκέδασα.
Εκτός των άλλων πάντως, κάτω από όλη αυτή τη γελοιότητα, δεν μπόρεσα να μην κάνω κάποιες μελαγχολικές σκέψειες: Γιατί όλοι αυτοί οι τύποι είναι τόσο ηλίθιοι, τόσο γελοίοι; Γιατί δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον στη ζωή, ούτε έχουν "στον ήλιο μοίρα"; Και είναι τυχαίο το ότι και το αστικό τοπίο εκεί είναι άθλιο; Άσχημο, μίζερο, που διαλαλεί από μακριά τη φτώχεια του; Μικροαπατεώνες, τρελοί ή μισότρελοι, άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι και κάθε λογής άλλοι συνθέτουν έναν κόσμο που, δυστυχώς, υπάρχει και ζει ανάμεσά μας και στην Αμερική, τη χώρα των τρομερών αντιθέσεων, ακόμα περισσότερο. Αν δεν υπήρχε το χιούμορ και η χαβαλετζίδικη διάθεση, η ταινία θα ήταν πραγματικά σπαρακτική, καθώς καταγράφει ένα συμπαθητικό συχνά, πλην όμως εξαιρετικά υποβαθμισμένο περιθώριο.
Sam Henry Kass κάνει το "The Search of One-Eye Jimmy", μια ταινία στα χνάρια του σινεμά του Kevin Smith. Ουσιαστικά μια πάμφτηνη, παρεϊστικη ταινία, την οποία όμως βρήκα πολύ διασκεδαστική. Στην οποία μάλιστα παίζουν μαζεμένοι διάφοροι καλτ αστέρες του χώρου (και όχι μόνο), όπως ο Στιβ Μπουσέμι, ο Τζον Τορτούρο, ο Σάμουελ Τζάκσον και ο Σαμ Ρόκγουελ - μερικοί σε πραγματικά εξωφρενικούς ρόλους με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, αυτόν τον Τορτούρο.
Ένας νεαρός σκηνοθέτης, συνοδευόμενος μόνιμα από τον αμίλητο οπερατέρ του, που δεν είναι άλλος από τον σκηνοθέτη Lotz Kerrigan, πάει στη μάλλον εξαθλιωμένη γειτονιά όπου γεννήθηκε για να κάνει ένα ντοκιμαντέρ γι΄ αυτή. Εκεί, παίρνοντας συνεντεύξεις από διάφορους απίθανους τύπους, πληροφορείται την εξαφάνιση του Μονόφθαλμου Τζίμι, ενός από τρία ανεκδιήγητα αδέλφια, γόνων μιας εξ ίσου ανεκδιήγητης οικογένειας και αποφασίζει να μετατρέψει την ταινία του σε μια ταινία γι' αυτόν και το μυστήριο της εξαφάνισής του.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια αληθινή "πινακοθήκη ηλιθίων" ή, τέλος πάντων, για μια πινακοθήκη απίθανων τύπων, στα όρια της φτώχιας και της αθλιότητας οι περισσότεροι, που ζουν στη γειτονιά. Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν, οι βιτριολικές ατάκες το ίδιο και γενικά η πλάκα δεν σταματά. Σας προειδοποιώ όμως: Μην ψάξετε για κανένα φοβερό στόρι, για απίθανες ανατροπές, μυστήρια και άλλα τέτοια. Καμία σχέση. Η ταινία εξαντλείται σε διάφορες σκόρπιες φάσεις, ατάκες και βέβαια τους απίθανους χαρακτήρες. Και, φυσικά, κάνει focus στην πανταχού παρούσα ηλιθιότητα. Δεν πρόκειται νομιζω για χιούμορ (και ταινία γενικότερα) για πολλούς, προσωπικά όμως, ξαναλέω, το καταδιασκέδασα.
Εκτός των άλλων πάντως, κάτω από όλη αυτή τη γελοιότητα, δεν μπόρεσα να μην κάνω κάποιες μελαγχολικές σκέψειες: Γιατί όλοι αυτοί οι τύποι είναι τόσο ηλίθιοι, τόσο γελοίοι; Γιατί δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον στη ζωή, ούτε έχουν "στον ήλιο μοίρα"; Και είναι τυχαίο το ότι και το αστικό τοπίο εκεί είναι άθλιο; Άσχημο, μίζερο, που διαλαλεί από μακριά τη φτώχεια του; Μικροαπατεώνες, τρελοί ή μισότρελοι, άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι και κάθε λογής άλλοι συνθέτουν έναν κόσμο που, δυστυχώς, υπάρχει και ζει ανάμεσά μας και στην Αμερική, τη χώρα των τρομερών αντιθέσεων, ακόμα περισσότερο. Αν δεν υπήρχε το χιούμορ και η χαβαλετζίδικη διάθεση, η ταινία θα ήταν πραγματικά σπαρακτική, καθώς καταγράφει ένα συμπαθητικό συχνά, πλην όμως εξαιρετικά υποβαθμισμένο περιθώριο.
Τετάρτη, Απριλίου 18, 2012
"ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ" ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ

O Wim Wenders γυρίζει «Τα Φτερά του Έρωτα» το 1987. Για
πολλούς θεωρείται μια από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη ταινία του. Σε γενικές γραμμές συμφωνώ (όχι η καλυτερη, αλλά μία από), αν και κάποιες αντιρρήσεις υπάρχουν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Η ταινία μιλά για αγγέλους που βρίσκονται στη γη, ανάμεσά μας, αόρατοι, οι οποίοι παρακολουθούν τους ανθρώπους στις καθημερινές πράξεις τους, τους συμπαθούν, συμπάσχουν μαζί τους, αλλά δεν μπορούν να επέμβουν αλλάζοντας κάτι υπέρ τους. Ένας απ’ αυτούς, έχοντας ίσως ένα μεγαλύτερο «απόθεμα» συμπάθειας, ποθεί διακαώς να θυσιάσει την αιωνιότητα, την αθανασία του, τη ζωή του σαν καθαρό πνεύμα, και να γίνει κι αυτός άνθρωπος, για να βιώσει τον υλικό κόσμο και να νοιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων, θετικά ή αρνητικά. Ο έρωτας για μια (θνητή προφανώς) γυναίκα θα επιταχύνει την απόφασή του.
Μπορούμε να διαβάσουμε το φιλμ σε δύο επίπεδα (ίσως και σε περισσότερα, αλλά αυτά διακρίνω προσωπικά). Από τη μία υπάρχει η αγάπη για τη ζωή. Τη ζωή όπως ακριβώς είναι, όπως τη βιώνουμε καθημερινά. Με τις χαρές, τον πόνο που αναπόφευκτα
περιέχει, τα κομμάτια ευτυχίας ή δυστυχίας, τον έρωτα ή την αρρώστια, τις
υλικές απολαύσεις, αυτές που μας δίνουν οι αισθήσεις μας, τον χρόνο που κυλά
και την αγωνία για το τέλος που έρχεται αναπόφευκτα, όλα όσα περιέχει η
θνητότητα δηλαδή. Κάθε τι ανθρώπινο, κάθε ιστορία ζωής, είναι ιερή, έχει την
ίδια αξία, αξίζει να βιωθεί. Όλα, θετικά ή αρνητικά, αξίζει κανείς να τα ζήσει.
Αυτό είναι άλλωστε η ζωή στην ολότητά της, αυτή είναι η πραγματικότητα, και την πραγματικότητα πρέπει κανείς να τη ζήσει.
Από την άλλη, η ταινία μπορεί να ειδωθεί σαν μια ελεγεία για το Βερολίνο (ο πρωτότυπος τίτλος άλλωστε είναι "Φτερά πάνω από το Βερολίνο"). Ο Βέντερς μοιάζει να αγαπά την πόλη αυτή, να την κινηματογραφεί με πόθο θα έλεγε κανείς, να καταγράφει τη ζωή, τους δρόμους, τους ανθρώπους της. Σα να βλέπουμε μια ερωτική εξομολόγηση σε μια πόλη. Σ’ αυτό κρύβεται και ένα ιστορικής φύσης ντοκουμέντο: Η ταινία γυρίστηκε πριν πέσει το περίφημο τοίχος που διχοτομούσε την πόλη. Αν έχετε επισκεφτεί το Βερολίνο μετά, θα δείτε στην ταινία μια εντελώς διαφορετική πόλη, μια πόλη διχασμένη, που θυμάται με νοσταλγία το ενοποιημένο παρελθόν της. Οι εικόνες της περιοχής του τοίχους, ασπρόμαυρες όπως το μεγαλύτερο μέρος του
φιλμ, είναι αποκαλυπτικές. Άλλωστε σήμερα το Βερολίνο είναι αναμφισβήτητα η ευρωπαϊκή πόλη που αλλάζει με τους πλέον ραγδαίους ρυθμούς, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Έτσι, άθελά του ίσως, ο Βέντερς καταγράφει ένα ιστορικό ντοκουμέντο.
Αυτό που με απωθεί κάπως στην σημαντική αυτή ταινία είναι ο συνεχής off ποιητικός λόγος του Πέτερ Χάντκε, του γνωστού συγγραφέα και σεναριογράφου της. Προσωπικά το βρίσκω κάτι σαν ποιητική φλυαρία, που προσωπικά με κουράζει. Άλλωστε το νόημα των εικόνων που βλέπουμε
είναι σαφές. Ξέρω ότι η άποψή μου αυτή μπορεί για κάποιους να αποτελεί
«ιεροσυλία». Γνωρίζω ανθρώπους που αγαπούν την ποιητική γραφή του συγγραφέα
αυτού. Τι να κάνουμε όμως; Δεχτείτε το – ή απορρίψτε το – ως μια καθαρά
προσωπική άποψη.
Σε γενικές γραμμές τα «Φτερά» παραμένουν νομίζω μια σημαντική ταινία. Η οποία,
εκτός όλων των άλλων, περιέχει και δύο καλτ στοιχεία: τη ζωντανή εμφάνιση του
Νικ Κέιβ σε βερολινέζικο κλαμπ της εποχής (είναι γνωστή η αγάπη του Βέντερς για
το ροκ) και τη χρησιμοποίηση σε χαρακτηριστικό ρόλο του Πίτερ Φολκ, ο οποίος
παίζει τον εαυτό του, την εποχή μάλιστα που πρωταγωνιστούσε στο σίριαλ με ήρωα
τον ντετέκτιβ Κολόμπο (είναι εξ ίσου γνωστή η αγάπη του σκηνοθέτη για το
κλασικό αμερικάνικο σινεμά, κι ας κάνει ο ίδιος εντελώς διαφορετικό κινηματογράφο).
Τα «Φτερά» πάντως είναι ίσως η τελευταία σημαντική ταινία του Βένερς, ενός
δημιουργού που στη συνέχεια – εκτός ελαχίστων σποραδικών εξαιρέσεων – παρήκμασε
ανεπανόρθωτα.
Τρίτη, Απριλίου 17, 2012
Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑΣ ΤΟΥ "WILLOW"
Όταν ο Ron Howard (ένας σκηνοθέτης που, εκτός από το "Frost/Nixon", αντιπαθώ), γύρισε το Willow το 1988, η ταινία μου είχε κάνει σχετική εντύπωση. Δεν υπήρχε ακόμα το «Lord of the Rings” και γενικά το fantasy στο σινεμά δεν ήταν ακόμα ένα μάλλον κορεσμένο είδος. Ξαναβλέποντας το φιλμ σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν με εντυπωσιάζει πια τόσο. Αντίθετα, το βρίσκω απόλυτα προβλέψιμο στα περισσότερα στοιχεία του. Ο άγριος και απατεώνας βάρβαρος, που κατά βάθος είναι «καλός», οι απόλυτα ξεκάθαροι ρόλοι καλών – κακών, το εντελώς σίγουρο θετικό φινάλε… όλα συνάδουν σε κάτι που είναι φτιαγμένο δίχως την παραμικρή πρωτοτυπία. Ακόμα και το χιούμορ που διανθίζει την ταινία είναι όπως ακριβώς αναμένουμε να είναι.
Αυτό που είναι εντυπωσιακό όμως είναι η ομοιότητά του με το προαναφερθέν «Lord of the Rings”. Στην ουσία πρόκειται για μια παραλλαγή του μύθου του κλασικού βιβλίουτου Τόλκιν, του κλασικότερου βέβαια της λογοτεχνίας του είδους: Μια αποστολή ζωής ή θανάτου βρίσκεται στο κέντρο του μύθου (εκεί είναι το περίφημο δαχτυλίδι, εδώ ένα μωρό που θα λυτρώσει τον κόσμο από το κακό), ένας άσημος και καθόλου ήρωας «κουβαλητής» του επικίνδυνου φορτίου (ο οποίος, σημειωτέον, ανήκει κι αυτός σε φυλή νανοειδών όντων, όπως ακριβώς ο Φρόντο είναι χόμπιτ), ένας ισχυρός προστάτης, ακούσιος και συχνά απρόθυμος εδώ, ο οποίος ωστόσο έχει ουσιαστικά τη θέση του Αραγκόρν, η ύπαρξη του απόλυτου κακού, εδώ με τη μορφή κακιάς βασίλισσας, η διαρκής νοσταλγία του ήρωα για το χωριό του και ο διακαής πόθος επιστροφής σ' αυτό … τέτοια πρωτότυπα πράγματα… Σημειωτέον ότι η ιστορία είναι του Τζορτζ Λούκας, που πάντα ήξερε πολύ καλά να κάνει copy/pasre, εδώ όμως νομίζω ότι το παρακάνει.
ΟΚ, θα μου πείτε. Όλα αυτά είναι κάποιες παρατηρήσεις και έχουν ίσως κάποια αξία, είναι όμως ευχάριστη η ταινία; Παρακολουθείται με αγωνία, κρατά τον θεατή, εφόσον αυτό είναι το ζητούμενο σε ένα τέτοιο φιλμ; Σχετικά, θα ήταν η απάντησή μου. Εντάξει, βλέπεται αρκετά ευχάριστα, παρά τα τόσα κλισέ, τίποτα το σπουδαίο όμως. Και βέβαια δεν πρόκειται για κανένα σπουδαίο φιλμ, ώστε να μπεις στον κόπο να το «τοποθετήσεις τα πλαίσια της εποχής του» και να το χαρακτηρίσεις κάτι σαν πρόδρομο. Οπότε, αν θέλετε μια ανώδυνη και, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, σχετικά χαλαρή διασκέδαση, δείτε το. Δίχως να περιμένετε όμως κάτι σπουδαίο. Να θυμάστε προπάντων ότι όλα αυτά τα έχετε ξαναδεί πολλές φορές.
Τρίτη, Απριλίου 10, 2012
ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΤΙΣ "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ"
Ο γάλλος Michel Ocelot είναι από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους δημιουργούς animation. Στις δύο ταινίες του που έχουν παιχτεί στους ελληνικούς κινηματογράφους, το "Κιρίκου" και το "Αζούρ και Ασμάρ", το βάρος πέφτει περισότερο στην εικόνα παρά στην ιστορία. Και όταν στον Ocelot μιλάμε για εικόνα, ουσιαστιά εννοούμε χρώμα: Χρησιμοποιεί πλουσιότατα, εκτυφλωτικά χρώματα, που πραγματικά μαγεύουν. Η τέχνη του στηρίζεται, νομίζω, στην εντυπωσιακή χρήση του χρώματος.
Το 2011 γυρίζει το "Les Contes de la Nuit" (Ιστορίες της Νύχτας), όπου τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είνα διαφορετικά. Πρόκειται στην ουσία για μια παιδική ταινία, που παρακολουθείται άνετα και από μεγάλους λόγω ακριβώς του εντυπωσιακού εικαστικού της μέρους. Το φιλμ είναι σπονδυλωτό. Δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, με την καθοδήγηση ενός ενήλικα (δάσκαλου; σκηνοθέτη;) υποδύονται μια σειρά από ρόλους, καθώς γίνονται πρωταγωνιστές σε μια σειρά από παραμύθια. Τα παραμύθια που χρησιμοποιεί ο Ocelot (δεν ξέρω αν είναι δικά του ή προϋπάρχοντα παραμύθια, μάλλον το δεύτερο), προέρχονται από όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές. Από την Άπω Ανατολή, την Αφρική, τη μεσαιωνική Ευρώπη (μια ιστορία με λυκάνθρωπο), την Κεντρική Αμερική, τη Μέση Ανατολή κλπ. Τα περισσότερα περιέχουν κάποια ηθικά διδάγματα και αρκετά έχουν χιούμορ ή και κάποιο ανατρεπτικό εύρημα. Όταν η κάθε ιστορία τελειώσει, τα παιδιά ψάχνουν στη βιβλιοθήκη του δασκάλου τους μέχρι να εντοπίσουν την επόμενη ιστορία, στην οποία, αφού ντυθούν με τα κατάλληλα κοστούμια, πρωταγωνιστούν.
Ολόκληρη η εικόνα του φιλμ είναι μια ξεκάθαρη αναφορά στον κλασικό "Πρίγκηπα Αχμέτ" της Reininger, το περίφημο γερμανικό animation της δεκαετίας του 20. Όπως και σ' αυτό, όλες οι ζωντανές φιγούρες (άνθρωποι, ζώα, τέρατα κλπ.) είναι μαύρες "σιλουέτες", κάτι σαν θέατρο σκιών με κατάμαυρες όμως φιγούρες. Εκεί όμως που η γερμανίδα σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε μονοχρωμίες που άλλαζαν διαρκώς, στα περιβάλλοντα δηλαδή, τα φόντα, η φαντασία του Οcelot οργιάζει, και μαζί και η χρωματική πανδαισία. Έτσι βλέπουμε να ξετυλίγονται διαρκώς μπροστά μας εντυπωσιακά μοτίβα, διακοσμητικά μερικές φορές, με εκτυφλωτικά ενίοτε χρώματα. Όλο το βάρος πέφτει λοιπόν στα περιβάλλοντα (φυσικά ή τεχνητά), κόντρα στα οποία κινούνται και δρουν οι μαυρες σιλουέτες των ηρώων. Όπως ξαναείπα, το αποτέλεσμα είναι οπτικά εντυπωσιακό.
Σας είπα ότι πρόκειται για παιδικό φιλμ. Θα το συνιστούσα όμως και σε οποιονδήποτε ενήλικα ακριβώς για το θαυμάσιο οπτικό του μέρος.
ΥΓ: Η ταινία στη Γαλλία παίζεται και σε 3D.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















