Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15, 2010

ΟΙ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ KAIDAN


Αν τυχόν δεν γνωρίζετε τον Masaki Kobayashi (1916–1996) θα σας πρότεινα να το κάνετε. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους γιαπωνέζους δημιουργούς, που, ωστόσο, δεν έγινε τόσο γνωστός στη Δύση όσο, ας πούμε, ο Κουρασάβα, ίσως επειδή διέθετε περισσότερη "ιαπωνικότητα" απ' αυτόν. Η λιγότερη φήμη φυσικά δεν μειώνει στο παραμικρό την αξία του.
Το "Kaidan" (ή "Kwaidan" ή "Ιστορίες Φαντασμάτων" στα ελληνικά) γυρίστηκε το 1964. Έχει τρίωρη διάρκεια και είναι σπονδυλωτό φιλμ, αφού μεταφέρει στην οθόνη τέσσερεις ιστορίες φαντασμάτων του ελληνο-ιρλανδο-αμερικανού Λευκάδιου Χερν (1850-1904), που έζησε από το 1890 μέχρι το θάνατό του στην Ιαπωνία, πήρε την υπηκοότητά της και έγραψε βιβλία με παραδοσιακές γιαπωνέζικες ιστορίες, κυρίως με φαντάσματα.
Ο Kobayashi κάνει εξαιρετική δουλειά στις 4 αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες, δίχως να χρησιμοποιεί ενιαίο στιλ. Όλες όμως διαθέτουν έντονη "ιαπωνικότητα". Και προκαλούν γνήσια ανατριχίλα. Ο φτωχός σαμουράι που επιστρέφει στο φάντασμα της γυναίκας που εγκατέλειψε, ο ξυλοκόπος που μια παγωμένη νύχτα συναντά στο δάσος μια γυναίκα - πνεύμα, η ιστορία του τυφλού μουσικού "δίχως αυτιά" και ο σαμουράι που στο φλιτζάνι του τσαγιού του αντικρύζει μια μυστηριώδη φιγούρα είναι οι κρίκοι μιας μακάβριας αλυσίδας που σχηματίζει μια ταινία στοιχειωμένη από πνεύματα και φαντάσματα των ιαπωνικών μύθων. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί εμφανώς τεχνητά, ζωγραφιστά σκηνικά, συνήθως με έντονα χρώματα, και γυρίζει όλο το φιλμ σε στούντιο. Τα πανέμορφα αυτά σκηνικά - σουρεαλιστικά μερικές φορές, όπως στη δεύτερη ιστορία, όπου ο τεχνητός ουρανός είναι γεμάτος μάτια - και τα υπέροχα καδραρίσματα δημιουργούν μια έντονη εικαστικότητα και δίνουν στο φιλμ την εξαιρετική του ομορφιά.
Αν με ρωτήσετε, θα σας έλεγα ότι η τρίτη είναι η εντυπωσιακότερη ιστορία, όπου η εφιαλτική ιστορία του Hoichi, the Earless δίνεται μέσα από εξαιρετικής ομορφιάς εικόνες και, ταυτόχρονα, μέσα από παραδοσιακά τραγούδια και παλιές ζωγραφιές (που έρχονται σε αντίθεση με τη γεωμετρική λιτότητα και τον μινιμαλισμό στην εικόνα της τέταρτης ιστορίας).
Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ταινία τρόμου, οι σχετικά αργοί ρυθμοί όμως και η καθόλου δυτική αντιμετώπιση δεν κάνουν τον θεατή να τρομάξει, αλλά περισσότερο να ανατριχιάσει, πράγμα στο οποίο συμβάλλει και η υποβλητική μουσική. Ποιητικός μεταφυσικός τρόμος λοιπόν σε ένα οπτικό αριστούργημα, που ίσως να ξενίσει όσους δεν έχουν καμιά επαφή με μη δυτικό σινεμά, αλλά αναμφισβήτητα θα σας γνωρίσει έναν ακόμα μεγάλο ιάπωνα δημιουργό.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 13, 2010

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ


Με το "Ταξίδι στη Μυτιλήνη" (2010) ο Λάκης Παπαστάθης κάνει την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του και την πιο νοσταλγική. Νομίζω ότι η λέξη που μπορεί να χαρακτηρίσει απόλυτα το φιλμ είναι ακριβώς η λέξη "νοσταλγία".
Μεγάλος πια, ο Κώστας επιστρέφει από το Παρίσι όπου ζει μετά από 20 χρόνια στην πατρίδα του, τη Μυτιλήνη, από την οποία έχει απόλυτα αποκοπεί εξ αιτίας μιας τραυματικής παιδικής ηλικίας - τραυματικής από μια ηλικία και πέρα, για να είμαστε ακριβείς. Πλήθος από σκηνές και πρόσωπα της παιδικής του ηλικίας, άλλα νεκρά κι άλλα σε βαθιά γεράματα πλέον, ξαναζωντανεύουν στη μνήμη του. Σιγά - σιγά η ανθρώπινη ζεστασιά, που φαίνεται να έχει χαθεί, επανέρχεται. Σαν σύμβολο της απώλειάς της χρησιμοποιείται η προσέγγιση των ανθρώπων μόνο μέσα από μια κάμερα, ενώ είναι δηλωμένος ο φόβος της ανθρώπινης επαφής από τον ήρωα.
Ο Παπαστάθης κάνει μια πολύ συγκινητική ταινία που μιλά για τη μνήμη και το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Υπάρχουν στιγμές που μπορεί όντως να κυλήσουν δάκρυα από τα μάτια των θεατών. Το πρόβλημα είναι ότι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, πέφτει στην παγίδα του overdose, τόσο όσον αφορά τη συγκίνηση όσο και τη νοσταλγία. Είναι σα να προσπαθεί να σε συγκινήσει ντε και καλά, πάσει θυσία. Όλη αυτή η χρήση των γερασμένων πια προσώπων της παιδικής ηλικίας του ήρωα, καθώς και η κατάχρηση του θλιβερού φαινομένου της γεροντικής άνοιας (διάβολε, δεν ξεμωραίνονται πια όλοι οι γέροι), αλλά και τα τόσα τραυματικά γεγονότα που συνέβησαν στους γονείς του ήρωα, νομίζω ότι είναι κάπως υπερβολικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταινία είναι κακή. Όπως είπα και στην αρχή περιέχει πολλές δυνατές στιγμές - και, να το ξαναπώ, γνήσια συγκινητικές. Είναι σίγουρο ότι θα αγγίξει πολλούς. Οι καλύτερες στιγμές της βρίσκονται, νομίζω, όταν βρισκόμαστε στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια του ήρωα (που κινηματογραφούνται έγχρωμα, ενώ η σύγχρονη εποχή ασπρόμαυρη). Κυρίως στο δεύτερο μισό, όταν το φιλμ παίρνει στις πλάτες του ο εξαίρετος και πειστικότατος Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, τα πράγματα βελτιώνονται πολύ και δημιουργούνται γνήσια δραματικές σκηνές.
Πάνω απ' όλα όμως η ταινία είναι ένας ύμνος στο παρελθόν του ίδιου του νησιού. Ο Παπαστάθης δείχνει να αγαπά πραγματικά τον τόπο αυτό και να κάνει μια ελεγεία γι' αυτόν ακριβώς. Και κάτι ακόμα, που βέβαια αφορά μάλλον λίγους, τους μυτιληνιούς για τη ακρίβεια. Εκτός από αγάπη, ο σκηνοθέτης φανερώνει και βαθύτατη γνώση για τον τόπο. Όλα τα ονόματα που αναφέρονται, χωριών, τοπωνυμίων, ανθρώπων, μαγαζιών, όλα, είναι πέρα για πέρα υπαρκτά (τα περισσότερα βέβαια δεν υπάρχουν πια σήμερα). Το λέω γιατί τυχαίνει να γνωρίζω καλά το νησί και η πιστή εικόνα του στο φιλμ πραγματικά με εντυπωσίασε. Όπως και οι περισσότεροι ηθοποιοί, που είναι πολύ πειστικοί ακόμα και όταν χρησιμοποιούν την πολύ ιδιαίτερη ντοπιολαλιά.
Μάλλον θετικά σχόλια λοιπόν συνολικά. Αν δεν υπήρχε μόνο όλο αυτό το overdose που ανέφερα... Παρ΄όλα αυτά, αν το δείτε, αφείστε ελεύθερα τον εαυτό σας να συγκινηθεί. Συχνά αυτό κάνει καλό.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 12, 2010

Ο ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΟΣ EDVARD MUNCH


Ο βρετανός Peter Watkins είναι για μένα ένας αγαπημένος, αλλά αναμφισβήτητα δύσκολος σκηνοθέτης. Στις 3 ταινίες του που έχω δει, δουλεύει με ένα δικής του επινόησης ψευδοντοκιμαντερίστικο στιλ, έντονα πολιτικοποιημένο, πείθοντάς σε ότι όσα βλέπεις είναι αληθινά. Αυτό έκανε στο War Games ή στο Punishment Park.
Το τηλεοπτικό "Edvard Munch" του 1974 είναι εξ ορισμού μια ταινία για λίγους. Κατ' αρχάς επειδή κρατά τρισήμιση ολόκληρες ώρες, αλλά και λόγω του ιδιαίτερου στιλ του. Ασχολείται με τη ζωή του γνωστού νορβηγού εξπρεσιονιστή ζωγράφου Μουνκ - ή μάλλον με δέκα περίπου χρόνια της νεότητάς του, κάπου μεταξύ 1883-1894 (ο Μουνκ πέθανε το 1944). Το ύφος είναι αυτό ενός παζλ. Ναι μεν η ζωή του εξετάζεται με στοιχειώδη χρονολογική σειρά, αλλά μια σειρά από εικόνες, αναμνήσεις, στιγμές που τον καθόρισαν κλπ. έρχονται και ξανάρχονται, συνειρμικά μερικές φορές, με διαφορετική συχνότητα και διάρκεια, υπογραμμίζοντας έτσι τις πηγές του έργου του και το γιατί των πράξεών του. Ταυτόχρονα ο πολιτικοποιημένος Watkins δεν είναι απών: Κάθε φορά που μπαίνουμε σε μια καινούρια χρονιά, μια off φωνή μας θυμίζει τα πολιτικά, καλλιτεχνικά, κοινωνικά και συχνά πολεμικά γεγονότα που συνέβησαν στον κόσμο τη χρονιά αυτή, καθορίζοντας έτσι το ιστορικό πλαίσιο.
Ο Μουνκ έζησε μια βασανισμένη ζωή, παρά τα μποέμικα χρόνια του. Μέλη της οικογένειάς του πέθαναν από φυματίωση, ενώ κάποια άλλα υπέφεραν από τρέλα, πράγμα για το οποίο φοβόταν κι ο ίδιος. Δύσκολος και κλειστός χαρακτήρας, υπέφερε και από άτυχους έρωτες. Τα απόλυτα προσωπικά αυτά δεδομένα αναμειγνύονται δεξιοτεχνικά με την καλλιτεχνική και κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα της εποχής, δίνοντάς μας έτσι ένα πολύπλευρο και ασυνήθιστο πορτρέτο του καλλιτέχνη, που δεν μοιάζει σε τίποτα με τις βιογραφίες που ξέρουμε.
Ο Watkins επίσης δεν ξεχνά το ντοκιμαντερίστικο στιλ του. Είναι λοιπόν δύσκολο να πεις με σιγουριά αν το φιλμ αυτό είναι ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία. Ενώ χρησιμοποιεί ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τον Μουνκ και τους γύρω του, συγχρόνως μια off φωνή μας εξηγεί διάφορα πράγματα, όχι μόνο τα ιστορικά που λέγαμε, αλλά και για τον ίδιο, τα συναισθήματα, την εκάστοτε κατάστασή του, ακόμα μας λέει συχνά ποιοι είναι αυτοί που βρίσκονται γύρω του σε κάθε σκηνή (η οποία φωνή ακούγεται στα αγγλικά, ενώ όλοι οι διάλογοι είναι στα νορβηγικά).
Πρωτοποριακό, με πολλές καινοτομίες στο μοντάζ και στον τρόπο αφήγησης, φωτίζει με ασυνήθιστα σύνθετο τρόπο την προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Σίγουρα βλέπεται δύσκολα και λόγω της τεράστιας διάρκειάς του ίσως να κουράζει κάπως σε κάποια σημεία, αλλά αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη προσπάθεια. Προσοχή όμως: Για λίγους.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2010

ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΧΡΟΝΙΑ


Ο βρετανός Mike Leigh, από τους σημαντικότερους σύγχρονους ρεαλιστές σκηνοθέτες, ασχολείται συνήθως στο έργο του με καθημερινούς ανθρώπους, συνήθως με προβλήματα απ' αυτά που υποφέρουν άνθρωποι που κι εμείς έχουμε συναντήσει. Άλλοτε σημαντικά και οξυμένα, άλλοτε πιο κοινά και καθημερινά (θυμηθείτε τον "Γυμνό", τα "Κορίτσια καριέρας", το "Μυστικά και Ψέματα" κλπ.). Πολλές φορές καταγράφει την κοινωνική απελπισία γύρω του, μερικές φορές αφήνει χαραμάδες αισιοδοξίας μερικές όχι, πάντοτε όμως αγαπά τους προβληματικούς ή προβληματισμένους του ήρωες, τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια και τρυφερότητα.
Στο "Μια Χρονιά Ακόμα" (Another Year, 2010) η προβληματική και δυσλειτουργική καθημερινότητα έχουν η τιμητική τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι κεντρικοί ήρωες είναι ένα ηλικιωμένο, ευτυχισμένο ζευγάρι, που ζει αρμονικά και γερνά με ιδανικό τρόπο. Γύρω τους κινούνται ένα πλήθος ανθρώπων, φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι. Η ταινία παρακολουθεί έναν ακριβώς χρόνο από τη ζωή και τα θλιβερά ή ευχάριστα γεγονότα που συμβαίνουν σ' αυτούς και στον περίγυρό τους. Ε, λοιπόν, η επιλογή ακριβώς ενός κεντρικού ευτυχισμένου ζευγαριού, τονίζει τον βαθειά προβληματικό περίγυρο. Όλοι σχεδόν οι γύρω τους υποφέρουν. Μοναξιά (το βασικότερο ίσως πρόβλημα), φόβος και αμηχανία μπροστά στα γηρατειά που έρχονται, ψυχικές δυσλειτουργίες, ένας θάνατος... Έτσι το ζευγάρι φαντάζει σαν ένα είδος όασης και εξαίρεσης σε μια κοινωνική δυστοπία. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι άλλοι ευτυχείς χαρακτήρες, όπως υπάρχουν και στην πραματικότητα άλλωστε, η πλειοψηφία όμως...
Το φιλμ μιλά κυρίως για το χρόνο που περνά και τα άγχη και τους φόβους που συσσωρεύει το πέρασμά του στους ανθρώπους. Τα προβλήματα των περισσότερων από τα πρόσωπά του υποφέρουν βασικά από το φόβο και το άγχος των γηρατειών. Άγχος που, βέβαια, πολλαπλασιάζεται όταν συνυπάρχει με τη μοναξιά, που μοιάζει να είναι η κυρίαρχη κατάσταση της εποχής μας. Ο Leigh πάντως κρατά τις ισορροπίες είτε με την ύπαρξη κάποιων ευτυχισμένων προσώπων, όπως είπαμε, είτε με μικρές, σπάνιες δόσεις χιούμορ. Στα συν και οι θαυμάσιες ηθοποιίες από τους άγνωστους ως επί το πλείστον ηθοποιούς.
Είπαμε, καταγράφει τη ζωή όπως ακριβώς είναι, γλυκειά και πικρή συγχρόνως, με χαρές και λύπες και φόβους. Και ιδιαίτερα τη ζωή της πατρίδας του, της Βρετανίας, αφού όλα τα φιλμ του έχουν ένα ιδιαίτερο αγγλικό χρώμα (ή έλλειψη χρώματος και κυριαρχία του γκρίζου, αν προτιμάτε). Και είναι εξαιρετικός σ' αυτό. Ακριβής ανατόμος της καθημερινότητας, ουδέτερος πλην όμως οξυδερκής παρατηρητής και τρυφερός ταυτόχρονα. Αν σας αρέσει το σινεμά της καθημερινότητας, πιστεύω ότι ίσως πρόκειται για τη σημαντικότερη σύγχρονη περίπτωση.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 08, 2010

ΟΙ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ ΜΙΑΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ ΔΟΥΛΗΣ


Το βιβλίο της Μάργκαρετ Άτγουντ "Η Ιστορία της Πορφυρής Δούλης" (The Handmaid's Tale) είναι μια κλασική μελλοντολογική δυστοπία. Μιλά για μια φασιστική Αμερική του κοντινού μέλλοντος, όπου εμπλέκονται και χωρία της ούτως ή άλλως σκληρότατης και κάθε άλλο παρά χριστιανικής Παλαιάς Διαθήκης, και έχει κάποιες αναλογίες με το "1984" του Όργουελ. Μόνο που εδώ το μεγαλύτερο μέρος του φασισμού που λέγαμε στρέφεται ενάντια στις γυναίκες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι κάτι σαν σκλάβες. Καθοριστικό ρόλο στην ιστορία παίζει το ότι οι περισσότερες στο εφιαλτικό αυτό μέλλον είναι άτεκνες, οπότε οι λίγες που μπορούν να γονιμοποιηθούν είναι μεν και πάλι σκλάβες, αλλά πολύτιμες και με αρκετά προνόμια σε σχέση με τις υπόλοιπες.
Ο γερμανός Volker Schlöndorff, που έχει επανειλημμένα μεταφέρει γνωστά βιβλία στο σινεμά, μετέφερε κι αυτό το βιβλίο στην οθόνη το 1990 με μάλλον αμφίβολα αποτελέσματα και δίχως, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερη έμπνευση. Πρόκειται για ταινία στην οποία βρήκα κάμποσα αφηγηματικά κενά. Μου φάνηκε ακόμα ότι κάποια σημεία δεν φωτίζονταν / τονίζονταν όσο έπρεπε και φάνταζαν κάπως ξεκάρφωτα (όπως, για παράδειγμα, η ξαφνική εμφάνιση μιας οργανωμένης αντίστασης στις τελευταίες σκηνές). Γενικά μου φάνηκε βαρειά ταινία που κυλάει μάλλον δύσκολα. Άλλωστε θεωρώ τον Σλέντορφ συνολικά άνισο σκηνοθέτη και σπάνια έχω δει κάτι δικό του που με ικανοποίησε (εκτός ίσως από το "Ταμπούρλο" της δεκαετίας του 70). Κι όλα αυτά παρά το εντυπωσιακό καστ, που περιλαμβάνει τη Νατάσα Ρίτσαρντσον, τη Φέι Ντάναγουέι, τον Ρόμπερτ Ντιβάλ και άλλους καλούς ηθοποιούς.
Γενικά πάντως πρόκειται για μια φεμινιστική ταινία, με την έννοια ότι κάνει μια παραβολή της καταπίεσης των γυναικών - που εδώ βέβαια φτάνει στα άκρα. Άκρα; Δεν είμαι και πολύ σίγουρος όταν ακόμα και στις μέρες μας υπάρχουν τύποι όπως οι Ταλιμπάν και άλλα είδη φανατικών ισλαμιστών, βασικός στόχος των οποίων είναι η γυναίκες και η όποια ελευθερία τους...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 07, 2010

O MACHETE ΠΟΥ ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ Ο,ΤΙ ΚΟΥΝΙΕΤΑΙ


Ο Robert Rodriguez είναι ίσως ο συνεπέστερος σύγχρονος b-movάς. Λατρεύει τις ταινίες δράσης δεύτερης κατηγορίας (και τρίτης, και τέταρτης...) κυρίως των 70ς και συχνά στο έργο του τις αναπαράγει με απολαυστικότατο τρόπο. Φτάνει ο θεατής να το ξέρει, να μην πάρει στα σοβαρά όσα βλέπει και να γουστάρει αυτόν τον ιδιόρυθμο χαβαλέ. Διότι χαβαλέ κάνει, και μάλιστα μονίμως.
Στο "Machete" του 2010, που συσκηνοθέτησε με τον μοντέρ Ethan Maniquis, φτάνει τον χαβαλέ αυτόν στα όριά του. Περισσότερο ταινία δράσης (ακατάσχετης δράσης) απ' ό,τι το προηγούμενό του "Planet Terror" που ήταν ταινία τρόμου, δεν στερείται ωστόσο σπλάτερ, διότι b-movie δίχως το σπλατεράκι του γίνεται; Ο Machete λοιπόν, κακομούτσουνος μεξικάνος πρώην μπάτσος, συγκρούεται με μια οργάνωση που αγωνίζεται ενάντια στην μετανάστευση, παράνομη και μη, και περιλαμβάνει στους κόλπους της ακροδεξιούς γερουσιαστές, μεγαλέμπορους ναρκωτικών, αμερικάνους υπερπατριώτες μπάτσους και άλλα φυντάνια - για δικούς του λόγους ο καθένας. Εκδικείται για την εξόντωση της οικογένειάς του μερικά χρόνια πριν και όταν ο Machete εκδικείται, όχι μόνο δεν τον σταματά τίποτα, αλλά επίσης δεν πεθαίνει με τίποτα... Αντίθετα τα κάνει όλα λίμπα και γενικά στην ταινία γίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος της π..., καταλαβαίνετε. Να σημειώσω επίσης και την απολαυστική μουσική, που παραπέμπει κι αυτή σε b-movies και σίριαλ δράσης των 70ς.
Χαβαλές και βία από την αρχή μέχρι το τέλος λοιπόν, αίμα και πάλι αίμα, μια από τις πιο σπλάτερ σκηνές που έχουν γίνει ποτέ... κι όποιος αντέξει. Το ενδιαφέρον πάντως είναι ότι στην ταινία οι "καλοί" είναι οι εξαθλιωμένοι (ή απλώς φτωχοί) μεξικάνοι μετανάστες, παράνομοι και μη, που καταφεύγουν στην Αμερική, ενώ οι "κακοί" διάφορα φασιστοειδή που στόχο τους έχουν να "καθαρίσουν την ισχυρή, λευκή Αμερική από τα μιάσματα". Κάποιοι απ' αυτούς πιστεύουν ειλικρινά στο σκοπό αυτόν, κάποιοι βρίσκονται εκεί για προσωπικά βρώμικα συμφέροντα, η εικόνα του υπερπατριώτη πάντως βρίσκεται πάντοτε στην επιφάνεια. Το "Δίκτυο", από την άλλη, είναι η μυστική οργάνωση των μεταναστών που σκοπό έχει να λύνει τα προβλήματά τους και να τους προστατεύει ή να τους νομιμοποιεί όπως μπορεί και ο Machete γίνεται σιγά - σιγά θρύλος και κάτι σαν μεσίας γι' αυτούς. Να λοιπόν που, χαβαλές - ξεχαβαλές, μπορεί σε μια τέτοια χύμα ταινία να περιέχεται και μια ενδιαφέρουσα πολιτική άποψη.
Προσωπικά το απόλαυσα ως κάτι ακραίο και αστείο συγχρόνως. Προσοχή: Τονίζω ότι πρόκειται για ένοχη απόλαυση και απευθύνεται σε λίγους, όσους μπορούν να διασκεδάσουν μ' όλον αυτόν τον χαμό. Αν απεχθάνεστε έστω και ελάχιστα την ωμή βία επί της οθόνης, μείνετε μακριά.

Εγώ σας προειδοποίησα.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 06, 2010

Ο ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΣ ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ


Λένε ότι ο Stanley Kubrick (1928-1999) έχει γυρίσει "μια ταινία από κάθε είδος" - και συχνά έχει τελειοποιήσει το είδος με την εκάστοτε ταινία του. Το 1960 λοιπόν γυρίζει την πρώτη του αληθινή υπερπαραγωγή με μια ιστορική ταινία "χλαμύδας" (αυτές δηλαδή που αναφέρονται στους Ρωμαίους και την εποχή τους), τον περίφημο "Σπάρτακο".
Πρόκειται για ένα τρίωρο επικό φιλμ, που για πολλούς είναι η καλύτερη ταινία με θέμα την αρχαιότητα. Αφηγείται την γνωστή επανάσταση των σκλάβων ενάντια στους ρωμαίους, που με την αρχηγία του θράκα δούλου και μονομάχου Σπάρτακου έφεραν την αυτοκρατορία σε πραγματικά δύσκολη θέση. Ταυτόχρονα υπήρξε βέβαια και μία από τις πρώτες καταγεγραμμένες κοινωνικές επαναστάσεις, ένα είδος ταξικής επανάστασης δηλαδή για τα τότε δεδομένα.
Στην εποχή της είχε διαφημιστεί ως "η πρώτη σκεπτόμενη ταινία του είδους". Ας σκεφτούμε ότι τότε "ρωμαϊκές" ταινίες σήμαιναν ότι είχαμε να κάνουμε με χορταστικές περιπέτειες (συχνά υπερπαραγωγές) γεμάτες μάχες, ηρωισμούς, κατορθώματα, καλούς και κακούς. Ο επικός χαρακτήρας της υπερπαραγωγής διατηρείται κι εδώ, κάποιες μάχες υπάρχουν, ο Σπάρτακος είναι σίγουρα ένας ηρωικός χαρακτήρας. Όμως σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πέραν του πλούσιου θεάματος, έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που αναλύει σε βαθος την πολιτική κατάσταση στη Ρώμη, τις ιδέες που συγκρούονται, τις πολιτικές τάσεις, τις ίντριγγες. Ταυτόχρονα, πέραν της εμβληματικής φιγούρας του Σπάρτακου βέβαια, δεν υπάρχουν οι κλασικοί χολιγουντιανοί "καλοί" και "κακοί". Όλοι εκφράζουν πολιτικές θέσεις και απόψεις, εμμένουν στα πιστεύω τους ή τα ιδανικά τους, ενώ κάπου στο βάθος διαφαίνεται η μετατροπή του τότε "δημοκρατικού" (ολιγαρχικού θα ήταν καλύτερα να το χαρακτηρίζαμε) ρωμαϊκού πολιτεύματος σε αυτοκρατορία, δηλαδή - αν θέλαμε να το μεταφράσουμε με τα σύγχρονα δεδομένα - σε απόλυτη δικτατορία. Ο Ιούλιος Καίσαρας, ο πρώτος που συγκέντρωσε υπερεξουσίες στα χέρια του ανοίγοντας έτσι τον δρόμο προς αυτήν, είναι μια δευτερεύουσα (ακόμα) φιγούρα της πολιτικής σκηνής (και της ταινίας), που περιμένει να έρθει η ώρα του. Χαρακτηριστικό επίσης στοιχείο, που δείχνει τη μετατόπιση του βάρους σε βαθύτερα θέματα πέραν της περιπέτειας και του ρομαντικού στοιχείου, που υπάρχει κι αυτό και κορυφώνεται με την τελευταία σκηνή, είναι ότι η επανάσταση των σκλάβων και η μοίρα του Σπάρτακου έχουν ήδη κριθεί στα δύο τρίτα περίπου της διάρκειας, από εκεί και πέρα όμως εξακολουθούμε να παρακολουθούμε τα όσα διαδραματίζονται ακόμα και μετά την καταστολή της εξέγερσης.
Αυτό που βρίσκω συγκλονιστικό επίσης είναι ότι δείχνει ξεκάθαρα αυτό που όλοι ξέρουμε, αλλά είναι ίσως δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε: Τον εφιαλτικό θεσμό της δουλείας. Βλέποντάς την αντιλαμβάνεσαι τι πραγματικά σημαίνει να μην είσαι άνθρωπος, αλλά "πράγμα" που αγοράζεται και πουλιέται. Και σκέφτεσαι ότι ο απαράδεκτος αυτός θεσμός ίσχυε και ήταν απόλυτα αποδεκτός στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, μέχρι πριν 150 μόλις χρόνια, και ότι στήριξε ολόκληρους πολιτισμούς (τον αρχαίο ελληνικό μεταξύ άλλων, διότι ναι, "χτίσαμε Παρθενώνες" και ανακαλύψαμε τη φιλοσοφία, αλλά ποιος ακριβώς θα τους έχτιζε και πώς θα έβρισκαν οι έλληνες χρόνο να φιλοσοφήσουν αν δεν υπήρχαν οι δούλοι;)
Πέραν αυτών όλων, πρόκειται νομίζω για ένα μεγάλο φιλμ, που λειτουργεί στα επίπεδα που προανέφερα, αλλά και σαν υπερπαγωγή, περιπέτεια και ρομαντική ιστορία. Και, βέβαια, υποστηρίζεται από ένα από τα λαμπρότερα καστ που έχουν περάσει από την οθόνη (Κερκ Ντάγκλας, Λόρενς Ολιβιέ, Πίτερ Ουστίνοφ, Τόνι Κέρτις, Τσαρλς Λότον... για να θυμηθούμε μερικούς).

Τρίτη, Νοεμβρίου 30, 2010

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΕΣ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ


Έχω κι άλλη φορά μιλήσει για τη λεγόμενη "Άνοιξη της Πράγας" και την άνθιση του τσεχοσλοβάκικου σινεμά της δεκαετίας του 60. Ήταν τότε που, αν και υπό σοβιετικού τύπου καθεστώς, ένας δροσερός αέρας ελευθερίας έμοιαζε να πνέει στη χώρα. Ελευθερία που διακόπηκε βάναυσα με την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Στον κινηματογράφο όμως, που μας ενδιαφέρει εδώ, είχαν προλάβει να γυριστούν πολλά δείγματα μιας νέας, φρέσκιας αντίληψης, που συχνά καυτηρίαζε το καθεστώς (και όχι μόνο) και, εν πάσει περιπτώσει, ουδεμία σχέση είχε με τον αρτηριοσκληρωτικό και καταναγκαστικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Ο Milos Forman, που τη δεκαετία του 70 έφυγε στη Δύση και έγινε διάσημος εκεί, είχε προλάβει να γυρίσει μερικά φιλμ στην πατρίδα του. Το "Φωτιά, Πυροσβέστες" (Horí, má panenko) είναι του 1967 και είναι η τελευταία του τσέχικη ταινία και μια από τις τολμηρότερες για τα μέτρα της εποχής. Πρόκειται για μια κωμωδία, σπάνια όμως έχετε δει τόσο πικρή κωμωδία. Διαδραματίζεται όλη σε μια νύχτα, σε έναν χορό του πυροσβεστικού σώματος, που γίνεται για να τιμηθεί ένας πολύ ηλικιωμένος πρώην συνάδελφος. Και, φυσικά, τίποτα δεν πάει καλά, τίποτα από όσα έχουν προγραμματιστεί δεν πραγματοποιείται και, τελικά, καταλήγουμε σε απόλυτο μπάχαλο.
Η πολλές κωμικοτραγικές καταστάσεις της βραδιάς δίνουν αφορμή στον Φόρμαν για έναν άνευ προηγουμένου καυτηριασμό του καθεστώτος, αλλά και του λαού του ίδιου και της κατάντιας του - εξ αιτίας ακριβώς του καθεστώτος. Δεκαετίες άκαμπτης γραφειοκρατίας, ευθυνοφοβίας και ανελευθερίας διαμόρφωσαν μια γενιά υποκριτών, χαμηλού πνευματικού επιπέδου και, κυρίως, κλεφτών. Πράγματι η κλοπή οποιουδήποτε πράγματος μπορεί να κλαπεί μοιάζει να είναι το αγαπημένο σπορ των καλεσμένων στο χορό και των πυροσβεστών των ίδιων. Παρακολουθώντας την εξέλιξη του φιλμ γελάς σε πολλά σημεία, αλλά δεν μπορείς ταυτόχρονα και να μη νοιώθεις πικρία για το πόσο στραβά πήγαν τα πράγματα σε όλα τα επίπεδα. Και βέβαια, αν ξεχάσει κανείς το συγκεκριμένο καθεστώς και τη χρονική περίοδο και κάνει μια γενίκευση, βλέπει όλη την ανθρώπινη μικροψυχία, υποκρισία, πονηριά σε όλο τους το μεγαλείο. Όπως παρατήρησε χαρακτηριστικά μια φίλη που βλέπαμε μαζί την ταινία, μας δείχνει όλα τα ανθρώπινα ελαττώματα με αστείο τρόπο. Και όλη την κοινωνική σαπίλα και τη μιζέρια που κρυβόταν κάτω από μια - υποτίθεται - απαστράπτουσα επιφάνεια, όπου, στα νούμερα τουλάχιστον, όλα πήγαιναν ρολόι.
Δείτε το αν μπορέσετε, για να πάρετε μια καλή γεύση ενός μικρού μέρους του κινηματογράφου του "υπαρκτού σοσιαλισμού", που, παραδόξως, κατάφερε για λίγο να υψώσει το ανάστημά του και να πει τα πράγματα έξω από τα δόντια. Και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αστείο (μάλλον κωμικοτραγικό, όπως είπα πιο πάνω) τρόπο.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 29, 2010

500 ΕΞΥΠΝΑ ΔΟΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ


Μπορεί μια απλούστατη σύγχρονη κομεντί (προσοχή: όχι "ρομαντική κομεντί", σκέτο κομεντί) να έχει πολύ ενδιαφέρον σαν ταινία; Θα ήμουν αρκετά επιφυλακτικός, πρόσφατα όμως είδα τις "500 Μέρες με τη Σάμερ" ("(500) Days of Summer") του Marc Webb, που είναι μάλιστα και πρωτοεμφανιζόμενος, γυρισμένη το 2009, και άλλαξα γνώμη.
Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι πρόκειται για μια πολύ απλή ιστορία: Αγόρι γνωρίζει κορίτσι, τα φτιάχνουν, αυτός είναι ερωτευμένος και έχει "σοβαρό σκοπό", αυτή πάλι είναι πιο χαλαρή... Τέτοια πράγματα. Ε, λοιπόν αυτή η χιλιοειπωμένη ιστορία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Βασικό ατού της ταινίας είναι, κατά τη γνώμη μου, η πολύ έξυπνη και φρέσκια σκηνοθεσία. Ο νέος σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο, δίνοντάς μας τις 500 μέρες τις οποίες θέλει να αφηγηθεί με μπερδεμένη σειρά και κάνοντάς μας να συμπληρώνουμε σιγά - σιγά το παζλ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Εκτός από την διάθεση που αλλάζει συχνά, περνώντας από το χιούμορ στο δράμα και από το παιχνιδιάρικο και ρομαντικό στα όρια της απελπισίας, αλλάζει και ο ίδιος ο τρόπος της σκηνοθεσίας, το στιλ της εικόνας. Σκηνές επιταχύνονται, αναφορές γίνονται πολλές, κάποια στιγμή περνάμε αστραπιαία σε μιούζικαλ, ακόμα και κινούμενο σχέδιο συνυπάρχει με τους ηθοποιούς σε κάποια σκηνή. Προσωπικά βρήκα όλο αυτό το παιχνίδι έξυπνο και αναζωογονητικό για ένα είδος που... ξέρετε τώρα.
Να τονίσω επίσης ότι μέσα σε όλο αυτό το παιχνίδι με τα στιλ και τις διαθέσεις, η ταινία αποπνέει τελικά έναν βαθύ ρεαλισμό σε θέματα σχέσεων. Τελικά, σκέφτεσαι όταν τελειώσει το φιλμ, κάπως έτσι δεν γίνονται τα πράγματα; Δεν βρισκόμαστε συνήθως μακριά από αιώνιους έρωτες, όρκους, ακραία πάθη και διάφορα άλλα τέτοια, από τα οποία είναι πλημμυρισμένες οι αισθηματικές ταινίες; Εδώ όλα συμβαίνουν όπως λίγο - πολύ συμβαίνουν και στην πραγματικότητα. Δίχως σεναριακές ωραιοποιήσεις.
Θα ήταν άδικο να μην αναφερθώ και στη γλυκειά ποπ που διατρέχει το φιλμ - και στην οποία γίνονται και συχνές ρητές αναφορές (η μουσική "παίζει" δηλαδή και στο σενάριο). Belle and Sebastian, Smiths, Georgina Spector και αρκετά άλλα ακούγονται - ή αναφέρονται - και προσθέτουν πολύ στη φρεσκάδα του πράγματος. Οπότε... ακόμα κι αν δεν πολυσυμπαθείτε τις κομεντί, θυμηθείτε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια από τις ευπρόσδεκτες εξαιρέσεις.

Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2010

ΚΙ ΑΛΛΟΣ ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ, ΑΛΛΑ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ


Όπως είναι απόλυτα φυσικό, το σίριαλ συνεχίζεται μέχρι τελικής πτώσης. Τόσα λεφτά βγάζει, μισό θα το αφήσουμε; Ο μικρός μάγος Χάρι Πότερ μπαίνει στο τελευταίο κεφάλαιο των περιπετειών του, εκατομμύρια στενοχωριούνται γι' αυτό, εγώ πάντως μάλλον ανακούφιση νοιώθω. "Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου" (2010) λοιπόν, όπου ο Χάρι και οι φίλοι του αντιμετωπίζουν μόνοι τους πλέον τις καταχθόνιες δυνάμεις του Βόλντεμορτ που έχει καταλάβει Κολέγιο, Υπουργείο και τα πάντα, χωρίστηκαν σε δύο τεράστια μέρη και γυρίστηκαν από τον τηλεοπτικό David Yates. Η τελευταία συνέχεια αναμένεται προσεχώς.
Δεν σας κρύβω όμως ότι με τους Κλήρους αυτούς έπληξα αρκετά. Ας παραδεχτώ όμως, αρχικά, ότι η ταινία διαθέτει μια ιδιαίτερα σκοτεινή ατμόσφαιρα, τόσο νοηματικά όσο και κυριολεκτικά (εννοώ τα σκούρα, σχεδόν μαύρα, χρώματα που κυριαρχούν στην οθόνη). Για μένα αυτό είναι ευπρόσδεκτο στοιχείο, καθώς κάνει την όλη σειρά πιο ενήλικη. Ωστόσο βρήκα ότι έκανε αρκετές κοιλιές και το συνεχές πήγαιν' - έλα με τους διακτινισμούς ή όπως αλλιώς λέγονται τέλος πάντων όλες αυτές οι τηλεμεταφορές και τα συνεχή ωραία και έρημα τοπία με έκαναν να βαρεθώ. Γενικά το βρήκα λιγότερο σφιχτό από άλλες "συνέχειες". Σ' αυτό συνέβαλλε σίγουρα και η μεγάλη διάρκεια. Καλά, κάνετε το πρώτο μέρος μιας ταινίας (που, σημειωτέον, σ' αφήνει στα κρύα του λουτρού να περιμένεις τη συνέχεια) σε δύο μέρη. Είναι ανάγκη κι αυτό το πρώτο μέρος να το κένετε τόσο μεγάλο; 146 ολόκληρα λεπτά; Ουφ!
Όπως καταλαβαίνετε δεν είμαι ιδιαίτερος φαν της σειράς. Δεν λέω, είδα ευχάριστα μερικά από τα επεισόδια (και στη συνέχεια τα ξέχασα, με αποτέλέσμα να έχω κάποια προβληματάκια στο ποιος είναι ποιος και τι είχε γίνει πριν), πέρασα λοιπόν σχετικά καλά, αλλά βαρέθηκα. Χαίρομαι που φτάνουμε στο τέλος.
Πρέπει πάντως να πω, για να μην αδικήσω εντελώς αυτή την τελευταία - προτελευταία (πάρτε το όπως θέλετε) συνέχεια, ότι διαθέτει κατά τη διάρκειά της ένα λιγόλεπτο κινούμενο σχέδιο, που το βρήκα εκπληκτικό εικαστικά. Μακάρι να ήταν έτσι όλο το φιλμ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

Ο ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΒΑΪ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


Ο David Lean (1908–1991), που θεωρείται ο μεγαλύτερος βρετανός σκηνοθέτης, γυρίζει το 1957 μια από τις γνωστότερες ταινίες του, την επική "Γέφυρα του Ποταμού Κβάι". Μια ομάδα βρετανών αιχμαλώτων σε γιαπωνέζικο στρατόπεδο υποχρεώνεται να χτίσει μιας στρατηγικής σημασίας γέφυρα στον ποταμό Κβάι, κάπου στη ζούγκλα της Ταϊλάνδης. Η στρατιωτική και όχι μόνο τιμή των αιχμαλώτων τους υποχρεώνει με τη σειρά της να φτιάξουν το μεγάλο έργο με άψογο τρόπο, παρά το ότι θα βοηθήσει, προφανώς, τον εχθρό. Παράλληλα οι συμμαχικές δυνάμεις καταστρώνουν σχέδια για να καταστρέψουν την καινούρια γέφυρα...
Πρόκειται βέβαια για μια από τις διασημότερες πολεμικές ταινίες όλων των εποχών. Πολεμικές με την έννοια ότι είναι μια ιστορία πολέμου, που διαδραματίζεται κατά τη διάρκειά του. Διότι, πέραν αυτού, ελάχιστες μάχες παρακολουθούμε κατά την σχεδόν τρίωρη διάρκειά της. Το βάρος, αντίθετα, πέφτει στους χαρακτήρες και στις συγκρούσεις τους. Ο βρετανός αξιωματικός, ο γιαπωνέζος διοικητής του στρατοπέδου και ο αμερικανός δραπέτης είναι οι βασικότεροι απ' αυτούς. Και βέβαια προκύπτουν ζητήματα τιμής, σύγκρουσης καθήκοντος - ατομικής ικανοποίησης, τήρησης ή καταπάτησης κανόνων κλπ. Ο βρετανός αξιωματικός (Άλεκ Γκίνες) είναι τυπικός και πιστός στους νόμους του πολέμου, φτάνοντας, για να τους τηρήσει, μέχρι τον απόλυτο ηρωισμό. Ο αμερικανός (Ουίλιαμ Χόλντεν) είναι απόλυτα αντιηρωική φιγούρα, που κάποια στιγμή αναγκάζεται να γίνει ήρωας. Και κάπου εδώ ο Λιν αρχίζει τα μπερδεύει τα πράγματα και τα όρια ανάμεσά τους.
Το ζητούμενο, βλέπετε, για μένα είναι αν τελικά η ταινία είναι πολεμική ή αντιπολεμική. Καταλήγω λοιπόν στο δεύτερο. Πριν απ' αυτό όμως θα δούμε πώς θολώνουν τα νερά όσον αφορά τους χαρακτήρες που προαναφέραμε. Ο βρετανός είναι εξ αρχής ήρωας, έτοιμος να υποστεί τα πάντα, να θυσιαστεί για τις αρχές του. Είναι όμως αυτό ξεκάθαρο ή πρόκειται για μια περίπτωση τυπολατρείας, αρτηριοσκληρωτισμού, νομολαγνείας; Η τελική παράνοιά του, που φτάνει στα όρια της προδοσίας, καθόλου δεν μας επιτρέπει να τον θεωρήσουμε θετικό χαρακτήρα, τέλειο τύπου ηρωικού αξιωματικού. Ο αμερικανός πάλι, κλασική περίπτωση καλοπερασάκια, που έχει γραμμένο τον πόλεμο και τα περί αυτόν και κοιτά να περάσει όσο πιο καλά γίνεται, στο τέλος καταλήγει ήρωας, με απολυτα θετικό ρόλο για την πατρίδα, κυριολεκτικά με το ζόρι, μετά από εκβιασμό. Ποιος είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακός" λοιπόν; Ή μάλλον είναι καλύτερα να αναρωτηθούμε: Υπάρχουν τελικά καλοί και κακοί;
Κι υπάρχουν και οι πολύ δυνατές σκηνές του τέλους. Όπου η ανθρώπινη παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα ξετυλίγονται σε όλο τους το μεγαλείο. Ολόκληρο το φιλμ ουσιαστικά είναι ένα γαϊτανάκι του παράλογου, που, βέβαια, φτάνει στα απώτατα όριά του σε περιόδους πολέμου, όπου ο άνθρωπος επιδεικνύει σε όλο της το μεγαλείο την ηλιθιότητά του. Όλος αυτός ο τεράστιος, πολύμηνος ανθρώπινος μόχθος, οι θυσίες, οι θάνατοι, για κάτι που άλλοι ετοιμάζονται να καταστρέψουν μέσα σε ελάχιστα λεπτά, καταδεικνύει με τον πειστικότερο τρόπο την παράνοια που σας έλεγα. Χαρακτηριστική είναι και η τελευταία ατάκα της ταινίας, αυτή του γιατρού, που μιλά ακριβώς γι' αυτή την παράνοια. Μ' όλα αυτά στο τέλος στο θεατή δεν μένει καμιά απολύτως γεύση ηρωισμού, εκτέλεσης του καθήκοντος, θυσίας σε υψηλά ιδανικά και άλλα τέτοια βαρύγδουπα και συνήθως κούφια, αν όχι και εκ του πονηρού. Το μόνο που απομένει είναι μια αίσθηση κενού, ματαιότητας, κι ένα αναπάντητο ερώτημα: "Μα γιατί όλα αυτά;". Ή, αν θέλετε, τελικά πόσο ηλίθιοι και αυτοκαταστροφικοί είμαστε ως είδος; Γι' αυτό σας είπα ότι θεωρώ τον "Κβάι" ως μία ύψιστη αντιπολεμική ταινία. Και, βλέποντάς της υπ' αυτό το πρίσμα, μου αρέσει πολύ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 24, 2010

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΑΛΗΘΙΝΑ ΤΟΝ ΛΙΜΠΕΡΤΙ ΒΑΛΑΝΣ;


Το 1962 ο αρχετυπικός αμερικανός σκηνοθέτης John Ford (1894-1973) γυρίζει το κλασικό γουέστερν The Man Who Shot Liberty Valance (Ποιός σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς;), ένα από τα αγαπημένα μου γουέστερν όλων των εποχών. Αν νομίζετε ότι το παρακμασμένο σήμερα αυτό είδος διαθέτει μόνο πιστολίδι και γενναίους κάου μπόις δεν έχετε παρά να δείτε αυτό το φιλμ για να αλλάξετε γνώμη.
Νοσταλγικό, βαθιά συγκινητικό και ταυτόχρονα μελέτη για μια κρίσιμη καμπή της Αμερικής, υποστηρίζεται από ένα εξ ίσου κλασικό καστ (Τζέιμς Στιούαρτ, Τζον Γουέιν, Λι Μάρβιν), δίχως να υστερεί καθόλου σε ένταση. Πικρό σχόλιο πάνω στη φύση της έννοιας του ηρωισμού και της θυσίας, μιλά συγχρόνως για την παραχάραξη της ιστορίας (εδώ με καλό σκοπό βέβαια, αλλά δεν παύει να είναι παραχάραξη).
Ολόκληρη η ταινία είναι ένα συνεχές φλας μπακ, καθώς από την αρχή μαθαίνουμε τον θάνατο από φυσικά αίτια ενός άγνωστου σε μια μικρή πόλη του Ουέστ. Ποιος είναι όμως στ' αλήθεια αυτός ο άγνωστος και γιατί ένας γερουσιαστής και η γυναίκα του σπεύδουν από την Ουάσινγκτον να παρακολουθήσουν την κηδεία του; Η επιστροφή στο παρελθόν καταγράφει τη στιγμή που στη νεαρή ακόμα χώρα συγκρούονται δύο μορφές νόμων: Αυτός όπως τον ξέρουμε σήμερα, με τα ίσα δικαιώματα, τη θεσμοθετημένη δικαιοσύνη κλπ. και ο άγριος νόμος του πιστολιού και της βίας, όπως αυτός εκφράζεται από τους γαιοκτήμονες που καταλαμβάνουν αυθαίρετα εκτάσεις, διατηρούν πληρωμένους πιστολάδες και χάνουν τα συμφέροντά τους με την επικράτηση της σημερινής μορφής πολιτείας και έννομης τάξης (με τα πολλά προβλήματά της κι αυτή βεβαίως). Γενικά νομίζω ότι αυτό το πέρασμα από τη βαρβαρότητα στην έννομη τάξη (ό,τι τέλος πάντων σημαίνει αυτό σήμερα) είναι το ουσιαστικό νόημα του φιλμ.
Συγχρόνως ο Φορντ μιλά μελαγχολικά για αληθινούς ήρωες που παρέμειναν για πάντα στην αφάνεια και για κάποιους άλλους που καρπώνονται τη δόξα τους και γίνονται σύμβολα. Μας λέει ότι "ναι, χρειάζονται αυτά τα σύμβολα, αλλά, τέλος πάντων, η αλήθεια βρίσκεται αλλού". Μας μιλά για απλούς, άγνωστους ανθρώπους που στην πραγματικότητα τα έκαναν όλα κι όμως έμειναν για πάντα στη σκιά αστραφτερών "βιτρινών".
Πέραν απ' όλα αυτά, η ταινία με κράτησε απόλυτα και με συγκίνησε βαθιά. Διάβασα ότι πρόκειται για το τελευταίο γουέστερν του Φορντ, που τότε ήταν ήδη 68 ετών. Ίσως γι' αυτό να υπάρχει τόσο έντονα όλη αυτή η νοσταλγία, η συγκίνηση, η πίκρα αν θέλετε. Κάτι σαν χρέος τιμής στις ρίζες της χώρας και υπενθύμιση του βίαιου παρελθόντος της, αλλά και στις δικές του κινηματογραφικές ρίζες, το γουέστερν δηλαδή, που τον καθιέρωσε σαν μεγάλο δημιουργό. Όπως καταλάβατε, το θεωρώ κλασικό.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2010

ΕΝΩΠΙΟΝ ΘΕΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Το "Ενώπιον θεών και ανθρώπων" (Des hommes et des dieux) είναι μια γαλλική ταινία του 2010 του Xavier Beauvois. Βασίζεται σ' ένα αληθινό γεγονός που συνέβει το 1996 και αφορά τους γάλλους μοναχούς ενός μοναστηριού στην Αλγερία, που αποφασίζουν να μείνουν εκεί παρά τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχουν, τηρώντας ίσες αποστάσεις από τις αντιμαχόμενες πλευρές, ενώ γύρω τους μαίνεται ο σχεδόν εμφύλιος ανάμεσα στο στρατό και ισλαμιστές αντάρτες.
Η ταινία τού, υποθέτω, χριστιανού σκηνοθέτη περιγράφει την ήσυχη, ειρηνική καθημερινότητα των μοναχών, που μοιράζεται ανάμεσα στην ιατρική φροντίδα των φτωχών κατοίκων του γειτονικού χωριού, στις δουλειές της μονής και στις καθημερινές λειτουργίες και στη συνέχεια ανατρέπει την ρουτίνα αυτή καθώς ο πόλεμος και η βία χυπούν την πόρτα του μοναστηριού. Βρίσκει έτσι την ευκαιρία να θέσει μια σειρά από διλήμματα που αφορούν την πίστη και το νόημά της, την αγάπη προς τη ζωή ή την αφοσίωση μέχρις εσχάτων στην αποστολή που οι ίδιοι επέλεξαν και, σε πρακτικό επίπεδο, το αν θα φύγουν οι μοναχοί ή αν θα παραμείνουν στην επικίνδυνη αυτή περιοχή. Θρησκευτικής κυρίως φύσης (αλλά και υπαρξιακής ενίοτε) οι προβληματισμοί αυτοί διακόπτονται από συνεχείς σκηνές λειτουργίας που καθημερινά τελούν οι μοναχοί και από τους ύμνους που διαρκώς ψέλνουν, ενώ συγχρόνως σκιαγραφούνται και τα ατομικά ποτρέτα του καθενός απ' αυτούς.
Αυστηρή σκηνοθεσία και λιτή, μινιμαλιστική ενίοτε εικόνα συνυπάρχουν για να μας μεταδόσουν την αυστηρή πνευματικότητα, τη γαλήνη και την ειρηνική ζωή της μονής, ζωή που δείχνουν να αποδέχονται απολυτα και να απολαμβάνουν οι μοναχοί (πριν αρχίσουν τα δύσκολα βεβαίως).
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το φιλμ, που σε κάποια σημεία του με κούρασε. Ίσως να φταίει και το ότι δεν έχω εντρυφήσει σε θρησκευτικής φύσης προβληματισμούς ή παρόμοια διλήμματα. Σε πολιτικό επίπεδο πάντως έχει ενδιαφέρον να "χωνέψει" κανείς το δύσκολο, αναπάντητο σχεδόν δίλημμα που τίθεται σε συγκρούσεις σαν κι αυτή (και που δυστυχώς είναι συχνές στον πλανήτη): Από τη μία ένας σκληρός, σχεδόν φασιστικός κρατικός στρατός, από την άλλη φανατικοί, εγκληματίες ισλαμιστές τυφλωμένοι από την πίστη στη θρησκεία τους. Σκατά εναντίον σκατών. Και στο μέσον κάποιοι απλοί, φτωχοί (διότι μόνο σε τριτοκοσμικές περιοχές σοβούν τέτοιες συγκρούσεις), αθώοι άνθρωποι, που το μόνο που θέλουν είναι να ζήσουν ήσυχα και όσο πιο καλά μπορούν τη ζωή τους. Σύμφωνοι, μ' αυτούς είμαστε προφανώς, αλλά αυτοί δεν αποτελούν μέρος της σύγκρουσης. Όσον αφορά τα δύο εμπόλεμα μέρη όμως, τι θέση παίρνει κανείς; Προσωπικά βρίσκω το ερώτημα αδιέξοδο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 21, 2010

ΣΤΟ "ΚΟΚΚΙΝΟ"


Το "Red" γυρίστηκε το 2010 από τον Robert Schwentke και βασίζεται σε κόμικς του διάσημου σεναριογράφου Warren Ellis. Όπως είναι σχετική μόδα τα λίγα τελευταία χρόνια, έχει σαν ήρωες μια ομάδα "συνταξιοδοτημένους" πράκτορες της CIA και άλλων σχετικών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, οι οποίοι βεβαίως, παρά τα χρόνια τους, είναι ικανοί να διαλύσουν κάθε "παιδαρέλι" που πάει να τους τη βγει - πολύ περισσότερο μάλιστα όταν αυτοί οι πιστιρικάδες, εξ ίσου πράκτορες της CIA, του FBI και δεν ξέρω ποιας άλλης μυστικής οργάνωσης, θέλουν να τους σκοτώσουν για άγνωστους λόγους.
Οπότε, καταλάβατε. Χαμός από την αρχή μέχρι το τέλος, πιστολίδι, εκρήξεις, ταρζανιές κάθε είδους... και βέβαια πολύ χιούμορ, που είναι το στοιχείο που σώζει την κατάσταση. Διότι, προφανώς, αν δεν υπήρχε το χιούμορ και όλα αυτά ήταν "σοβαρα", η ταινία μάλλον δεν θα βλεπόταν. Πιστεύω ότι αυτό που τη σώζει και σε κάνει να περνάς δύο ευχάριστες ώρες - αν είσαι φίλος των μπαμ-μπουμ βεβαίως - είναι ακριβώς το ότι σε καμία περίπτωση δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Κάνει χαβαλέ και δεν ντρέπεται καθόλου γι' αυτό. Και βέβαια υπάρχει και το απίστευτο καστ: Μπρους Γουίλις, Τζον Μάλκοβιτς, Έλεν Μίρεν, Μόργκαν Φρίμαν, Τζον Ντρέιφους, Έρνεστ Μποργκνάιν... Τι άλλο θέλετε;
Αυτό πάντως που μας προβληματίζει (για γενικότερους λόγους) είναι το στόρι της ταινίας - όσο προσχηματικό κι αν είναι αυτό. Είναι πλέον κοινός τόπος για τα αμερικάνικα χολιγουντιανά φιλμ, εν μέσω χαβαλέ και πλήρους χαμού, να λέγεται ξεκάθαρα ότι όλοι οι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών είναι αδίστακτοι δολοφόνοι - αφού έτσι τους διατάζουν τι να κάνουν κι αυτοί; - κι ότι ούτε λίγο ούτε πολύ ο "κακός" της ταινίας είναι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, που ετοιμάζεται να βάλει υποψηφιότητα για πρόεδρος. Αυτά που στη δεκαετια του 70 ας πούμε θα ήταν φοβερά τολμηρές αποκαλύψεις και θα ξεσήκωναν θύελα συζητήσεων, τώρα είναι κοινώς αποδεκτά και θέμα χαβαλετζίδικων ταινιών που με απόλαυση και εν μέσω ποπ κορν απολαμβάνουν χιλιάδες έφηβοι. Μάλιστα. Πόσο πιο σκατά μπορεί να γίνει αυτή η χώρα;
Τέλος πάντων, είπα ότι αν δεν το πάρει κανείς στα σοβαρά (αυτό είναι προϋπόθεση)περνά κανείς δυο ευχάριστες ώρες, γεμάτες δράση, έξυπνες ατάκες και χιούμορ. Αυτό είναι σίγουρο. Απλώς έχω πλέον βαρεθεί τις ευχάριστες ταινίες που ξεχνάς δυο ώρες μετά.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 18, 2010

ΤΟ "ΧΑΡΙΣΜΑ" ΚΑΙ Η (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ) ΚΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΜΕΝΤΙ


Έχω με χαρά πει ότι τα δύο - τρία τελευταία χρόνια ζούμε κάτι σαν άνθηση του ελληνικού σινεμά. Ή, τέλος πάντων, δεν ισχύει πια αυτό που κάποτε (τι κάποτε δηλαδή, μέχρι αρκετά πρόσφατα) ίσχυε: "Ελληνικό; Άστο καλύτερα..." Τώρα οι ελληνικές ταινίες οφείλουν πλέον να αντιμετωπίζονται όπως όλες οι άλλες: Υπάρχουν καλές και κακές.
Έκανα αυτές τις αισιόδοξες (εν μέσω γενικής μαυρίλας) σκέψεις βλέποντας το "Χάρισμα", πρώτη ταινία της Χριστίνας Ιωακειμίδη. Που είναι μια κλασική κομεντί. Αγόρι, κορίτσι, έρωτας, αισθηματικά σκαμπανεβάσματα... τέτοια πράγματα. Να όμως που εδώ έχουμε να κάνουμε με μια απόλυτα φρέσκια ματιά, απαλλαγμένη εντελώς από το κιτς και ενίοτε χυδαίο τηλεοπτικό στιλ (πόσο κακό έχει κάνει αυτή η τηλεόραση...) Η Ιωακειμίδη επιλέγει σαν ήρωες δύο εντελώς διαφορετικούς και αταίριαστους χαρακτήρες και... προσπαθεί να τους φέρει κοντά. Εκείνος αμπλαούμπλας, πηγαίος - για να είμαστε ακριβείς εντελώς χύμα - εκείνη πιο ιντελέκτουαλ, κομψή, πιο "μοντέρνα" τέλος πάντων. Μπορεί ποτέ αυτοί οι δύο να ερωτευτούν;
Φυσικά δεν είναι το συγκλονιστικό αυτό ερώτημα που κάνει καλή την ταινία. Είναι η φρέσκια ματιά, το έξυπνο χιούμορ, η μοντέρνα γραφή, η κομψότητα της αφήγησης, οι δύο πρωταγωνιστές (όλα τα λεφτά ο άγνωστός σε μένα Μάκης Παπαδημητρίου), οι ευρηματικές καταστάσεις, οι χώροι της σύγχρονης Αθήνας που έχουν επιλεγεί και που είναι καθημερινοί κι όχι φτιαχτοί και ψεύτικοι... Γενικά είναι ένα φιλμ απόλυτα feelgood, ενίοτε ξεκαρδιστικό, δίχως, όπως είπα και πιο πάνω, να καταφεύγει ούτε στιγμή σε χοντράδες. Ε, και λίγος Κουστουρίτσα στην τελευταία (μόνο στην τελευταία, μη βγάλετε λάθος συμπεράσματα) σκηνή δεν βλάπτει.
Μπορεί φυσικά να αναρωτηθεί κανείς: "Μα καλά, είναι δυνατόν να υπάρξει τέτοιο ζευγάρι;" Ίσως όχι, θα μπορούσα κι εγώ να απαντήσω. Αλλά εδώ δεν πάμε να δούμε ρεαλιστικό σινεμά, "βγαλμένο απ' τη ζωή", αλλά, το είπαμε, μια πολύ ευχάριστη κομεντί. Δείτε το λοιπόν έχοντας πάντοτε αυτό υπ' όψη. Αν το κάνετε, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε πραγματικά και θα βγείτε μ' ένα μεγάλο χαμόγελο.
Βλέπετε ότι έγραψα πολύ καλά λογια, μην με παρεξηγήσετε όμως. Δεν το θεωρώ αριστούργημα. Κι είμαι σίγουρος ότι ούτε και η Ιωακειμίδη είχε σα στόχο να κάνει μια ταινία - σταθμό στην 7η Τέχνη. Ήθελε, πιστεύω, να κάνει μια σύγχρονη, ευχάριστη, φρέσκια ταινία. Και το πέτυχε απόλυτα. Και, στο κάτω - κάτω, είναι η πρώτη φορά που βλέπω ένα καλό ελληνικό δείγμα του είδους που λέγεται κομεντί. Μέχρι τώρα, στο είδος αυτό... άστα να πάνε. Α, και κάτι άλλο. Χαίρομαι που τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα αρχίζουν να γυρίζονται ταινίες είδους. Ήταν κάτι που ουσιαστικά δεν υπήρχε στην μεταπολιτευτική κινηματογραφία μας.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2010

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ... Ο ΛΕΟΝΕ


Είναι συνηθισμένο πολλοί σύγχρονοι θεατές να μην αντέχουν τους αργούς ρυθμούς σε μια ταινία. Μπορούν λοιπόν να κατηγορήσουν πλήθος μεγάλων σκηνοθετών γι' αυτό. Παραδόξως πολλοί απ' αυτούς λατρεύουν τις ταινίες του Sergio Leone (1929-1989). Κι όμως το περίφημο "C'era una volta il West" (Μια φορά κι έναν Καιρό στη Δύση) του 1968 είναι μια εξαιρετικά αργή ταινία. Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με το αργό ή μη μιας ταινίας, απλώς επισημαίνω την αντίφαση.
Επικό γουέστερν - σπαγγέτι, με τον Λεόνε να βρίσκεται στην ακμή της δημιουργικότητάς του, η ταινία χρησιμοποιεί ξανά ένα τυπικό θέμα του σκηνοθέτη: Η σύγκρουση δεν αφορά δύο, έναν "καλό" κι έναν "κακό", αλλά τρεις. Όλοι εναντίον όλων αρχικά, δημιουργία συμμαχιών στη συνέχεια, εμπλοκή και του πολιτικού στοιχείου, αφού ενεργό ρόλο παίζουν οι πλούσιοι (είτε κτηματίες είτε άνθρωποι που έχουν οικονομικά συμφέροντα στην επέκταση του σιδηροδρόμου, δίχως να λογαριάζουν τίποτα προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους), η ταινία καταφέρνει να μιλήσει "παράπλευρα" και για ένα άλλο σημαντικό θέμα για τη δημιουργία του αμερικάνικου κράτους: Τη στιγμή που η ωμή βία με την οποία επιβάλλονταν τα κάθε λογής συμφέροντα των ισχυρών δίνει τη θέση της σε άλλους, πιο έμμεσους τρόπους όπως η πολιτική δύναμη ή αυτή του χρήματος. Προσέξτε: Τα συμφέροντα είναι πάντα ίδια και ο στόχος επίσης. Απλώς αλλάζουν τα μέσα και σιγά - σιγά οδηγούμαστε προς την σύγχρονη κατάσταση.
Φυσικά είναι κάπως άτοπο να κάνεις κυρίως πολιτική ανάλυση σε μια ταινία σαν αυτή. Αυτό που προέχει εδώ είναι η γοητεία του γουέστερν: Του γυμνού, απέραντου, ηλιοψημένου, έρημου τοπίου, των σκληροτράχηλων ηρώων (Χένρι Φόντα, Τσαρλς Μπρόνσον και Τζέισον Ρόμπαρντς έχουν εδώ την τιμητική τους), των μονομαχιών, της εκδίκησης, κεντρικού μοτίβου πλήθους ταινιών του είδους (η οποία, ως γνωστόν, είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο), της αντρικής φιλίας, της όμορφης γυναίκας κάπου στη μέση όλων αυτών κλπ. Και φυσικά της αξέχαστης μουσικής του Ένιο Μορικόνε. Ο Λεόνε, όπως είπα στην αρχή, σκηνοθετεί με αργούς ρυθμούς, με σεκάνς όπου δεν συμβαίνει τίποτα καθώς η κάμερα περιπλανιέται αργά στα πρόσωπα των ηρώων. Οι ρυθμοί αυτοί όμως καταφέρνουν να επιτείνουν την αγωνία του θεατή, αφού όλα κρέμονται από μια κλωστή, αφού όλοι ξέρουμε ότι αυτή η ηρεμία είναι απλώς η ήσυχη στιγμή πριν το ξέσπασμα της θύελλας. Και, κυρίως, προσδίδουν στις πράξεις και τις κινήσεις των λιγομίλητων ηρώων έναν τελετουργικό χαρακτήρα, αρχετυπικό θα λέγαμε, που τελικά διαπερνά όλόκληρο το φιλμ.
Αν είστε φαν των γουέστερν (σπαγγέτι ή μη) η ταινία είναι must. Κι αν δεν είστε όμως, θα απολαύσετε ένα από τα σημαντικά δείγματα ενός χαρακτηριστικού είδους της κινηματογραφικής ιστορίας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 15, 2010

ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ "TRAINSPOTTING"


To "Trainspotting" του 1996, δεύτερη ταινία του Danny Boyle, δίχασε από την πρώτη κιόλας μέρα της προβολής του. Είναι, βλέπετε, η ταινία που τόλμησε να δείξει μια παρέα τζάνκις δίχως την κλασική μιζέρια που συνοδεύει πάντοτε ένα τέτοιο θέμα, αλλά με χιούμορ, με γρήγορους ρυθμούς, με απόλυτα μοντέρνα γραφή. Η "κατηγορία" λοιπόν είναι ότι είναι ένα φιλμ υπέρ των ναρκωτικών. Είναι άραγε έτσι;
Πριν πω τη γνώμη μου γι' αυτό θα πω και πάλι ότι η ταινία βλέπεται "μονορούφι" χάρη στο γρήγορο μοντάζ, στην εναλλαγή αληθινών γεγονότων και φαντασιώσεων, στους απολαυστικούς χαρακτήρες και γενικά στο ιδιαίτερα πιασάρικο στιλ, που ενίοτε θυμίζει βιντεοκλίπ. Προσωπικά τουλάχιστον την απόλαυσα. Η παρέα των σκοτσέζων τζάνκις δεν κάνει απολύτως τίποτα δημιουργικό. Τα πάντα γι' αυτούς περιστρέφονται γύρω από την πρέζα - όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα δηλαδή. Πώς θα βρουν, αν είναι καλή, αν μπορούν να "καθαρίσουν" μόνοι τους ή αν γουστάρουν να ξανακυλήσουν, τέτοια πράγματα. Όταν ο ένας φεύγει στο Λονδίνο και βρίσκει - καθαρός πλέον - μια "αξιοπρεπή" δουλειά, η παρέα θα τον ακολουθήσει εκεί με διάφορες συνέπειες.
Γυρνώντας τώρα στο φλέγον θέμα, ναι, η ταινία είναι ευχάριστη παρά το θέμα της, ναι, έχει πολύ χιούμορ, ναι, μερικοί από τους ήρωες - πρεζόνια είναι συμπαθητικοί, αλλά δεν νομίζω ότι παίρνει θέση υπέρ της ηρωίνης. Ίσα - ίσα, το όλο πράγμα, το όλο χάσιμο χρόνου, η απόλυτη απραξία των ηρώων, η βρωμιά στην οποία βρίσκονται διαρκώς, κάθε άλλο παρά ελκυστικά είναι. Και υπάρχουν και μερικές εφιαλτικές παραισθήσεις - κυρίως αυτή με το μωρό στις φάσεις που ο βασικός ήρωας προσπαθεί να αποτοξινωθεί μόνος του, αλλά και αυτή με τη λεκάνη τουαλέτας, που είναι τόσο απωθητικές (η πρώτη είναι και τρομακτική) που δεν νομίζω ότι σε κάνει να θέλεις να δοκιμάσεις. Και, βέβαια, το χειρότερο, υπάρχει κι ένας θάνατος, ένας εφιαλτικός θάνατος. Τι άλλο θέλετε; Και πώς τελειώνει το φιλμ; Με μια τεράστια, απόλυτη "πουστιά" από μέρος ενός από τους πρωταγωνιστές. Όχι, δεν νομίζω ότι πρόκειται για κολακευτικό πορτρέτο. Απλώς τολμά να πει ότι "ναι, η πρέζα είναι και γλυκιά". Αυτό όμως είναι προφανές, γνωστό. Αν δεν ήταν, αν ήταν κάτι που προξενούσε μόνο πόνο ή μόνο δυσάρεστα πράγματα τέλος πάντων, κανείς δεν θα εθιζόταν σ' αυτήν. Προφανώς εθίζεσαι επειδή σ' αρέσει και το ξανακάνεις. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι μυστικό που θα κάνει κάποιους να "πέσουν από τα σύννεφα".
Χαρακτηριστικό πάντως είναι και η περιφρόνηση (όχι πάντοτε ιδεολογικοποιημένη) των ηρώων προς κάθε τι "καθως πρέπει", προς κάθε αποδεκτή κοινωνική αξία. Και στα τολμηρά σημεία του φιλμ είναι και η σκηνή όπου οι ήρωες οικτίρουν την πατρίδα τους, τη Σκωτία, λέγοντας περίπου ότι "πρέπει να είμαστε πολύ χάλια λαός για να μας κατακτήσουν οι πιο άχρηστοι απ' όλους, οι Άγγλοι". Δεν νομίζω ότι κάποιος έλληνας θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο.
Η ταινία καθιέρωσε τον Boyle, που πριν απ' αυτήν ήταν γνωστός σε λίγους μόνο χάρη στο "Shallow Grave". Προσωπικά απόλαυσα αυτό το κράμα feelgood και απέχθειας, καθώς και το συχνά μαύρο χιούμορ της. Όσο για τα μηνύματά της... σας είπα παραπάνω τη θέση μου.

Κυριακή, Νοεμβρίου 14, 2010

"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ" ΚΑΙ Η ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Ο Charles Chaplin (1889–1977) γυρίζει το 1940 τον "Μεγάλο Δικτάτορα" (The Great Dictator) "εν βρασμώ" (αφού απεχθάνεται βαθύτατα αυτό που συνέβαινε τότε στην Ευρώπη) αποδεικνύοντας την πολιτική του τόλμη. Νομίζω ότι δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες του, αλλά η ιστορική της σημασία είναι μεγάλη.
Το 1940 η Αμερική δεν είχε μπει ακόμα στον πόλεμο. Επίσης, ενώ ήταν γνωστή η αντισημιτική υστερία των ναζί, ο κόσμος δεν γνώριζε ακόμα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις φρικαλεότητες που συνέβαιναν εκεί (ούτε και ο ίδιος ο Τσάπλιν προφανώς). Οπότε μια ταινία που γελοιοποιεί απόλυτα και ξεκάθαρα τον Χίτλερ και τον φασίστα σύμμαχό του Μουσολίνι είναι, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά τολμηρή. Είναι μια καθαρά πολιτική ταινία, με στόχο μια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, τη φασιστική, και το Χόλιγουντ δεν έκανε μέχρι τότε πολιτικές ταινίες. Υπήρχαν ακόμα πολλοί που θαύμαζαν τον Χίτλερ σαν πολιτικό. Ο τελευταίος έγινε διεθνώς το πιο μισητό πρόσωπο μόνο μετά τον πόλεμο, όταν αποκαλύφτηκαν τα εκατομμύρια των θυμάτων του.
Ο Τσάπλιν δεν διστάζει να δείξει έναν γελοίο, παρανοϊκό, μεγαλομανή και συγχρόνως αδίστακτο τύπο. Όσο για τον Μουσολίνι, αυτός είναι απλώς γελοίος και μεγαλομανής. Η ταινία βασίζεται στο πολυχρησιμοποιημένο εύρημα του σωσία. Ο ήρωας είναι ένας απλός εβραίος κουρέας που τυχαίνει να μοιάζει πολύ με τον δικτάτορα Χίνκελ. Έτσι η ιστορία του απλού, καθημερινού ανθρωπάκου, τυπικού ήρωα στα φιλμ του Τσάπλιν, μπλέκεται μ΄ αυτήν του παρανοϊκού δικτάτορα.
Είπα στην αρχή ότι δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Τσάπλιν. Μπορούμε και κάποιες κοιλιές να βρούμε και το χιούμορ δεν είναι τόσο δυνατό ίσως όπως σε άλλα φιλμ του. Ωστόσο περιέχει μερικές ξεκαρδιστικές και συγχρόνως κλασικές σκηνές, όπως αυτή του δικτάτορα με την υδρόγειο σφαίρα (τέλεια απεικόνιση της μεγαλομανίας και παράνοιας όλων των στρατόκαυλων δικτατόρων), της συνάντησης Χίτλερ - Μουσολίνι, του ξυρίσματος υπό τους ήχους της μυσικής του Μπραμς και άλλες. Γενικά παραμένει μια απολαυστική ταινία, με μεγάλη ιστορική αξία.
Υπάρχει και το μακρύ, διδακτικό λογίδριο υπέρ της ειρήνης, της δημοκρατίας κλπ. του Τσάπλιν στο τέλος. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν δεκτό ως υπρβολικά απλοϊκό και, όπως είπαμε, διδακτικό, και όντως κουράζει. Πρέπει όμως να το τοποθετήσουμε στα πλαίσια της εποχής. Ο Τσάπλιν λέει ξεκάθαρα τις πολιτικές του απόψεις (έστω και μ' αυτόν τον "άγαρμπο" τρόπο), τολμώντας να εναντιωθεί απόλυτα με τους θαυμαστές του ναζισμού που, όπως είπαμε, τότε ήταν ακόμα μια ακόμα πολιτική ιδεολογία που κάμποσοι ανά τον κόσμο είχαν ενστερνιστεί. Και μόνο γι' αυτή του την τόλμη του αξίζει ένα μπράβο. Κι ας αποβαίνει αυτό ενάντια στην τέχνη του.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 12, 2010

ΨΗΛΟΣ, ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΚΑΙ... ΓΟΥΝΤΙ


Εν έτει 2010 και στα 75 του πλέον, ο Woody Allen εξακολουθεί να είναι μια ακούραστη μηχανή παραγωγής ταινιών, με ρυθμό μια ταινία το χρόνο (ίσως και κάπως συντομότερα). Αυτό που διαρκώς με εκπλήσει είναι ότι ακόμα και οι μέτριες ταινίες του (κακές δεν νομίζω ότι έχει κάνει ποτέ) εξακολουθούν, αν μη τι άλλο, να βλέπονται πολύ ευχάριστα. Όπως το "Θα Συναντήσεις έναν Ψηλό Μελαχρινό Άνδρα" ας πούμε. Δεν είναι από τις καλύτερές του, πιθανόν επαναλαμβάνει τον εαυτό του, σπάνια όμως θα περάσει κανείς τόσο ευχάριστες δύο ώρες στο σινεμά.
Με λιγότερο χιούμορ και όχι τόσο σπινθηροβόλες ατάκες όσο στο προηγούμενό του, το "Everything Goes", το φιλμ εξακολουθεί να διαθέτει όλη την κομψότητα, την εξυπνάδα, την τρυφερότητα αλλά και τον κυνισμό, την ειρωνία, την ελαφρότητα και συγχρόνως τη σοφία του μεγάλου δημιουργού. Κι ας πρόκειται στην ουσία για μια απλή κομεντί. Οι μοίρες των (αρκετών) ηρώων διασταυρώνονται, χωρισμοί, καινούριοι έρωτες, αυταπάτες κάθε είδους, άγχη, αδιέξοδα, επιτυχίες και αποτυχίες, μικρές ανατροπές, ξεπηδούν καθημερινά, δίχως τελειωμό. Και η πικρή επωδός - απόλυτα αληθινή που όμως όλοι ξεχνάμε (θέλουμε να ξεχάσουμε τέλος πάντων) - είναι ότι ο μόνος "ψηλός μελαχρινός ξένος" που θα συναντήσεις δεν είναι ο απόλυτος ρομαντικός έρωτας, αλλά ο θάνατος. Ίσως μάλιστα εδώ ο Allen είναι κάπως πιο απαισιόδοξος από άλλες φορές, καθώς οι περισσότεροι από τους καλοδουλεμένους χαρακτήρες τους θα καταλήξουν σε αδιέξοδο.
Το άλλο σημαντικό συμπέρασμα που μας λέει η ταινία είναι ότι συχνά οι αυταπάτες μπορεί να κάνουν μεγαλύτερο καλό σε κάποιον απ' όσο οι αλήθειες. Έτσι δεν είναι; Συχνά η πίστη θεραπεύει (όχι υποχρεωτικά η θρησκευτική, οποιαδήποτε πίστη), άσχετα αν αυτό που πισεύει κανείς είναι αληθινό ή όχι.
Σας είπα: Δεν την θεωρώ από τις μεγάλες ταινίες του. Αλλά, διάβολε, δίχως να είναι κάτι ιδιαίτερο, το απόλαυσα. Ποτέ δεν μπορώ να πω όχι σ' έναν καινούριο Γούντι. Έχει άλλωστε αποδείξει εδώ και 40 χρόνια ότι κρατά τον πήχυ από ένα σταθερό ύψος και πάνω. Ποτέ πιο κάτω.
ΥΓ: Το έχω ξαναγράψει: Κατανοώ και σέβομαι όσους έχουν βαρεθεί τον Άλλεν. Είναι γεγονός ότι συχνά επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Γι' αυτό και καταλαβαίνεις από την πρώτη στιγμή ότι βρίσκεσαι σε ταινία του. Όμως αυτό ακριβώς το έστω επαναλαμβανόμενο κλίμα, προσωπικά μ' αρέσει πολύ. Και αυτή η απίστευτη αντοχή του μ' αφήνει πάντοτε κατάπληκτο.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 10, 2010

Ο "ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ" ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ


Νομίζω ότι ποτέ στο σινεμά η έννοια της μοιραίας γυναίκας δεν έχει αποδοθεί τόσο αρχετυπικά όσο στον περίφημο "Γαλάζιο Άγγελο" (Der Blaue Engel) που ο Josef von Sternberg (1894–1969) γύρισε το 1930. Η ταινία, εκτός του ότι καθόρισε τον όρο, εκτόξευσε στις ψηλότερες θέσεις του σταρ σύστεμ τη Μάρλεν Ντίτριχ, που σχεδόν ταυτίστηκε μ΄αυτόν.
Αυτά για την ιστορία. Μπορεί όμως να δει κανείς σήμερα τον "Γαλάζιο Άγγελο"; Ναι, θα απαντούσα ανεπιφύλακτα. Γι' αυτό άλλωστε μερικά έργα - σ' όλες τις τέχνες - θεωρούνται κλασικά. Η ταινία παρακολουθεί τη σταδιακή πτώση ενός αξιοσέβαστου (και συντηρητικού, και μάλλον βαρετού) ηλικιωμένου καθηγητή, όταν αυτός ερωτεύεται με πάθος και νεανική αφέλεια μια γοητευτική τραγουδίστρια καμπαρέ, που γυρίζει τη μεσοπολεμική Γερμανία με έναν θίασο (μπουλούκι μάλλον).
Σπάνια επίσης έχει δοθεί τόσο σπαρακτικά η πορεία μιας παρακμής. Ο ήρωας, τυφλωμένος από το πάθος για τη γυναίκα που τόσο αγαπά, κατεβαίνει αργά και βασανιστικά τα σκαλιά του εξευτελισμού και της γελοιοποίησης. Από σεβάσμιος καθηγητής θα καταντήσει ένας γελοίος γερο - κλόουν. Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο για μένα είναι ότι παρά το ότι μάλλον δεν θαυμάζουμε την προηγούμενη υψηλή κοινωνική θέση του ήρωα, τον αφόρητο καθωσπρεπισμό του, την τυπική, ρουτινιέρικη, δίχως ίχνος φαντασίας καθημερινότητά του (της δουλειάς του συμπεριλαμβανόμενης), ενώ λοιπόν δεν ζηλεύουμε τίποτα από την προηγούμενη ζωή του, ωστόσο ένοιωσα να πονώ πραγματικά, να ντρέπομαι όταν οδηγείται από ταπείνωση σε ταπείνωση, όταν γίνεται αντικείμενο χλευασμού μιας κοινωνίας που λίγο πριν τον θεωρούσε αξιοσέβαστο μέλος της. Η δε τελική μεγάλη σκηνή είναι σχεδόν αφόρητη για τον θεατή - πριν, ίσως, δακρύσει κανείς.
Σ' αυτά βέβαια συμβάλλει και η παρουσία του Εμίλ Γιάνινγκς, του μεγαλύτερου προπολεμικού γερμανού ηθοποιού, στον βασικό ρόλο. Η Ντίτριχ απο την άλλη δεν μπορεί σήμερα, που έχουμε δει τα πάντα, να θεωρείται σύμβοο του σεξ, όπως όταν πρωτοπαίχτηκε το φιλμ, σκανδαλίζοντας τα πλήθη. Δεν έχει όμως σημασία. Ο ρόλος της παραμένει αρχετυπικός.
Σπουδή λοιπόν στο ολέθριο, αυτοκαταστροφικό πάθος, στην έννοια της μοιραίας γυναίκας (με μεγάλη δόση σκληρότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση), της χαμένης αθωότητας, στοιχεία γερμανικού εξπρεσιονισμού, βουτιά στα γερμανικά καμπαρέ της εποχής, αλλά και ένα σχόλιο πάνω στην κοινωνική υποκρισία και στον καθωσπρεπισμό, το βάλτωμα, την σχεδόν "ταρίχευση" των ενστίκτων που επιβάλλει ο συντηρητισμός. Αν ο ήρωας ζούσε μια λιγότερο "σφιγμένη", τυπική ζωή, σκέφτομαι, δεν θα μπορούσε ίσως το όψιμο πάθος του να είναι τόσο ανεξέλεγκτο. Ίσως.
Όπως και να το κάνουμε πάντως, νομίζω ότι Ο "Γαλάζιος Άγγελος" θα γοητεύει για πάντα. Αφού για πάντα αντέχουν οι μεγάλες ταινίες.