Έχω γράψει επανειλημένα ότι δεν είμαι και πολύ φαν της αγέραστης σειράς του Τζέιμς Μποντ. ΟΚ, τα βλέπω, περνώ (συνήθως) ένα ευχάριστο δίωρο και αμέσως μετά κάνω delete.
Αυτό ωστόσο δεν με εμποδίζει να πω ότι το "Skyfall" του 2012, 23η ταινία της σειράς, είναι από τα καλύτερα, αν οχι το καλύτερο για μένα. Ίσως να "φταίει" ο σκηνοθέτης, που για πρώτη φορά είναι "σοβαρός" και όχι απλός διεκπεραιωτής: Ο Sam Mendes, του "American Beauty" και άλλων καλών ταινιών. Ίσως πάλι να οφείλεται στο ότι η ταινία παίζει με έξυπνο τρόπο με το παρόν και το παρελθόν, το σύγχρονο και το παλιομοδίτικο. Βλέπετε, εδώ ο 007 παραδέχεται επιτέλους ότι έχει μισογεράσει (όχι βέβαια ότι αυτό τον εμποδίζει να κάνει "παπάδες") και ότι είναι κάπως κολλημένος στο πρακτορικό του παρελθόν.
Θα το ξεκαθαρίσω από την αρχή: Δεν είναι ότι η ταινία "σοβάρεψε" απότομα. Τα κλισέ της σειράς υπάρχουν και με το παραπάνω: Ο Μποντ είναι πρακτικά άτρωτος, τραυματίζεται, πέφτει από καταρράχτες, ισορροπεί με μηχανή σε ετοιμόρροπες στέγες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, αλλά πάντα τα καταφέρνει. Με πληγές, σωματικές και ψυχικές, αλλά πάντα έχει το πάνω χέρι. Και όποια γυναίκα κοιτάξει πέφτει ξερή. Αλίμονο τώρα. Όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν, μαζί με το τυπικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον (Κωνσταντινούπολη, Μακάο, Σαγκάη).
Τι είναι τότε αυτό που κάνει το φιλμ ξεχωριστό; Το ότι για πρώτη φορά μαθαίνουμε τις ρίζες του διάσημου ήρωα, κάτι από τα παιδικά του χρόνια, από την προ πράκτορα ζωή του, κάνοντας τον έτσι πιο ανθρώπινο. Και το ότι όλη η ιστορία είναι μια ιστορία εκδίκησης, που αφορά ουσιαστικά την ίδια τη μυστική υπηρεσία ΜΙ6 και την αρχηγό της, την περίφημη Μ. Ναι, το "άψογο" της υπηρεσίας, το ότι "δουλεύει για το καλό της ανθρωπότητας", καθώς και το ότι "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μήπως και οι προστάτες έχουν κι αυτοί αρνητικά στοιχεία, όπως οι τυπικοί "κακοί"; Και, ακόμα, ότι ο Μποντ, ως, επιτέλους, άνθρωπος, είναι πιο τρωτός, επιρρεπής σε διάφορα "κακά" (αλκοόλ κλπ.) και, επιτέλους επίσης, έχει και προσωπικά προβλήματα. Φυσικά ο κάποιος εξανθρωπισμός του ήρωα είχε ήδη αρχίσει από τότε που ανέλαβε τον ρόλο ο Ντάνιελ Κρεγκ, εδώ όμως βρίσκεται στο (σχετικό) απώγειό του. Υπάρχει επίσης το συχνά αστείο παιχνίδι ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, όσον αφορά τις τεχνολογίες, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα, η επιστράτευση παλιών γκάτζετ με νοσταλγική διάθεση και κλείσιμο του ματιού στους θεατές (παιχνίδι που κορυφώνεται στο τελευταίο μέρος στο παλιό σπίτι των Μποντ στη Σκωτία), και βέβαια η κλασική καταιγιστική δράση, το έξυπνο - κυνικό χιούμορ (μειωμένο βεβαίως σε σχέση με παλιότερους Τζέιμς Μποντ) κλπ.
Οπότε και κλασικός 007 και κάμποσα νέα στοιχεία στην τιμή του ενός. Μην περιμένετε βέβαια κάποια στροφή σε... σινεμά τέχνης. Τζέιμς Μποντ θα δείτε. Όλα τα παραπάνω όμως είναι συγκριτικά σε σχέση με παλιότερα φιλμ. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν προσωπικά το απόλαυσα περισσότερο από άλλα "επεισόδια" της δίχως τέλος σειράς. Μακάρι και όσα θα ακολουθήσουν να είναι το ίδιο συμπαθητικά.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2012
Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012
ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ... "25 ΚΑΡΑΤΙΑ"
Γενικά συμπαθώ το σύγχρονο ισπανικό σινεμά. Κατά καιρούς δίνει εξαιρετικές ταινίες, αν και χαρακτηρίζεται νομίζω από μια τάση υπερβολής. Τα "25 Kilates" (25 Καράτια) γυρίστηκε το 2008 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Patxi Amezcua. Δεν μπορώ να πω όμως ότι το θεώρησα από τα καλά δείγματα.
Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομμάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσος με τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...
Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομμάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσος με τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...
Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2012
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΚΟΜΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Ξεμένετε μέσα μια βραδιά, βαριέστε και δεν έχετε τίποτα καλό να δείτε. Κάπου ανακαλύπτετε ξεχασμένο ένα dvd, αποφασίζετε να το βάλετε στο μηχάνημα και... μάλλον βαριέστε ακόμα περισσότερο.
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)
Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012
ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΓΟΣΥΡΤΟΥς ΡΥΘΜΟΥς ΤΗΣ "COSMOPOLIS"
Δηλώνω από την αρχή ότι είμαι λάτρης του παλιότερου έργου του David Cronenberg. Ωστόσο στις δύο τελευταίες του ταινίες έχω απογοητευτεί. Τόσο από την επίπεδη εξιστόρηση της ζωής του Γιουνγκ, όσο και από το "Cosmopolis" του 2012, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2012
ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ BARBARA
Ο γερμανός Christian Petzold είναι ένας σκηνοθέτης με αρκετά προσωπικά γνωρίσματα (που μερικά ίσως και να απωθούν κάποιους). Είναι πάντοτε χαμηλότονος, δίχως κρεσέντα, και χαρακτηρίζεται από ένα στιλ που θα αποκαλούσα ψυχρό. Η κινηματογράφησή του είναι "ήσυχη", πλην όμως οι ταινίες που κάνει μάλλον στην κατηγορία των ψυχολογικών θρίλερ κατατάσονται. Η σχεδόν παγερή ατμόσφαιρά του μπορεί να σε τυλίξει και να σε παρασύρει, δίχως εξάρσεις όμως (και κανενός είδους "μπαμ").
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;
Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2012
"ΣΥΜΦΩΝΙΑ" ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ
Η ταινία "The Pact" (Η Συμφωνία) γυρίστηκε το 2012 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Nicholas McCarthy. Πρόκειται για ταινία τρόμου που ξεκινά με μια καλή (και ανατριχιαστική) ιδέα: Μητέρα μόνη στο σπίτι της μιλά στο skype με την μικρή της κόρη που βρίσκεται αλλού. Ξαφνικά η κόρη ρωτά: "Ποιός είναι αυτός πίσω σου, μαμά;" Φυσικά, όταν η μαμά γυρνά, κανείς δεν βρίσκεται πίσω της...
Το φιλμ περιστρέφεται γύρω από ένα συνηθισμένο αμερικάνικο σπίτι, απ' αυτά των προαστείων, που, όπως όλα δείχνουν, είναι στοιχειωμένο. Ηρωίδες είναι αρχικά η μητέρα του μικρού κοριτσιού και, μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή της, η αδελφή της, που επιστρέφει στην πόλη για να την αναζητήσει.
Η ταινία διαθέτει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες ταινίες του είδους: Εμπεριέχει δύο βασικά είδη τρόμου συγχρόνως: Αυτό που κύρια πηγή του είναι ένας σίριαλ κίλερ, αλλά και αυτό που σε τρομάζει με το μεταφυσικό στοιχείο (στοίχειωμα). Οπότε έχουμε... δύο στην τιμή του ενός. Από εκεί και πέρα, προσωπικά δεν τη βρήκα και καμιά σπουδαία ταινία, δίχως πάντως να τη θεωρώ και ιδιαίτερα κακή. Το στόρι μου φάνηκε κάπως "too much" και κάπου επίσης ο συνδυασμός των δύο υποειδών δεν με έπεισε. Όπως δεν με έπεισαν και κάποια από τα όσα συμβαίνουν. Και, διάβολε, γιατί το σπίτι αυτό είναι μονίμως τόσο σκοτεινό, λες και οι ήρωες αρνούνται να ανοίξουν παράθυρο τη μέρα και να πατήσουν τον διακόπτη του ηλεκτρικού τη νύχτα;
Ο McCarthy χρησιμοποιεί μια μουντή, ξεθωριασμένη φωτογραφία, τόσο που σε κάποια σημεία νομίζει κανείς πως έχει γίνει ασπρόμαυρη και ιδιαίτερα σκοτεινά εσωτερικά (όπως είπα μόλις). Προσπαθεί έτσι να προσδώσει ατμόσφαιρα. Κάποιες στιγμές ίσως και να τα καταφέρνει. Οι ηθοποιοί είναι οι περισσότεροι άγνωστοι και συνολικά πρόκειται για low budget φιλμ, που προσπαθεί να βασιστεί στο κλίμα που δημιουργεί (και στα πτώματα που συσσωρευονται όσο προχωρά).
Όπως είπα τη βρήκα μάλλον μέτρια ταινία, δίχως πάντως να το θεωρώ και από τα πολύ κακά παραδείγματα που το είδος της ταινίας τρόμου (που βρίσκεται σε ύφεση τα πολλά τελευταία χρόνια) μας προσφέρει αφειδώς.
Το φιλμ περιστρέφεται γύρω από ένα συνηθισμένο αμερικάνικο σπίτι, απ' αυτά των προαστείων, που, όπως όλα δείχνουν, είναι στοιχειωμένο. Ηρωίδες είναι αρχικά η μητέρα του μικρού κοριτσιού και, μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή της, η αδελφή της, που επιστρέφει στην πόλη για να την αναζητήσει.
Η ταινία διαθέτει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες ταινίες του είδους: Εμπεριέχει δύο βασικά είδη τρόμου συγχρόνως: Αυτό που κύρια πηγή του είναι ένας σίριαλ κίλερ, αλλά και αυτό που σε τρομάζει με το μεταφυσικό στοιχείο (στοίχειωμα). Οπότε έχουμε... δύο στην τιμή του ενός. Από εκεί και πέρα, προσωπικά δεν τη βρήκα και καμιά σπουδαία ταινία, δίχως πάντως να τη θεωρώ και ιδιαίτερα κακή. Το στόρι μου φάνηκε κάπως "too much" και κάπου επίσης ο συνδυασμός των δύο υποειδών δεν με έπεισε. Όπως δεν με έπεισαν και κάποια από τα όσα συμβαίνουν. Και, διάβολε, γιατί το σπίτι αυτό είναι μονίμως τόσο σκοτεινό, λες και οι ήρωες αρνούνται να ανοίξουν παράθυρο τη μέρα και να πατήσουν τον διακόπτη του ηλεκτρικού τη νύχτα;
Ο McCarthy χρησιμοποιεί μια μουντή, ξεθωριασμένη φωτογραφία, τόσο που σε κάποια σημεία νομίζει κανείς πως έχει γίνει ασπρόμαυρη και ιδιαίτερα σκοτεινά εσωτερικά (όπως είπα μόλις). Προσπαθεί έτσι να προσδώσει ατμόσφαιρα. Κάποιες στιγμές ίσως και να τα καταφέρνει. Οι ηθοποιοί είναι οι περισσότεροι άγνωστοι και συνολικά πρόκειται για low budget φιλμ, που προσπαθεί να βασιστεί στο κλίμα που δημιουργεί (και στα πτώματα που συσσωρευονται όσο προχωρά).
Όπως είπα τη βρήκα μάλλον μέτρια ταινία, δίχως πάντως να το θεωρώ και από τα πολύ κακά παραδείγματα που το είδος της ταινίας τρόμου (που βρίσκεται σε ύφεση τα πολλά τελευταία χρόνια) μας προσφέρει αφειδώς.
Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2012
ΣΚΟΤΩΝΟΒΤΑΣ ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΙΛ
Η τρίτη ταινία που παίχτηκε σχεδόν ταυτόχρονα στις ελληνικές οθόνες και διαθέτει και αυτή την επιροή του Ταραντίνο είναι το "Σκότωσέ τους Γλυκά" (Killing them Softly) του αξιόλογου νεοζηλανδού Andrew Dominik (2012). Και είναι αυτή που μου άρεσε περισσότερο από τις τρεις (υπενθυμίζω ότι οι άλλες δύο ήταν οι "Αγριότητα" του Στόουν και το "Killer Joe" του Φρίντκιν).
Πρόκειται για ένα σκοτεινό σύγχρονο νουάρ, που κυρίως ασχολείται με τις επιπτώσεις μιας ληστείας σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη. Η ληστεία γίνεται από δύο πραγματικά κακόμοιρους μικροαπατεώνες, αλλά η μαφία δεν συγχωρεί. Διαδραματίζεται το 2008, την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας Ομπάμα και ΜακΚέιν.
Η σάτιρα της αμερικάνικης κοινωνίας είναι και εδώ παρούσα. Μόνο που είναι πραγματικά δυσδιάκριτη κάτω από το σοβαρό περιεχόμενο και τη σκοτεινή κινηματογράφηση. Το φιλμ καταγράφει την κοινωνική μιζέρια και δυστοπία με πολλούς τρόπους: Αρχικά τα τοπία. Αστικά τοπία διαλυμένα, εγκαταλειμένα, παρηκμασμένα, άσχημα. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, στα όρια σχεδόν της εγκατάλειψης. Ένας αληθινά άσχημος τόπος, που είναι λογικό να εκτρέφει τόση βία και τόσα "χαμένα κορμιά". Έπειτα είναι οι χαρακτήρες: Όσον αφορά τον έναν από τους μικροαπατεώνες, σπάνια έχουμε δει στο σινεμά τόσο "τελειωμένο" άτομο: Βρωμερός, μόνιμα μαστουρωμένος με ό,τι βρεθει μπροστά του, απόλυτα ζαμανφουτίστας, εξαθλιωμένος, στα όρια σχεδόν του κλοσάρ. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν είναι όλοι αρνητικοί: Ο στιλάτος, cool επαγγελματίας εκτελεστής που κάνει τα πάντα σα να εργάζεται στην πιο φυσιολογική δουλειά του κόσμου (πολύ καλός και ταιριαστός ο Μπραντ Πιτ), ο μαφιόζος που μοιάζει με απόλυτα κυριλέ δημόσιο υπάλληλο, ο ιδιοκτήτης του παράνομου τζόγου... όλοι είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βουτηγμένοι στη βρωμιά. Για μια ακόμα φορά καλοί δεν υπάρχουν.
Η κριτική στο αμερικάνικο σύστημα είναι σαφής: Η κάθε άλλο παρά "γλυκειά" δράση γίνεται διαρκώς κάτω από αποσπάσματα από τις προεκλογικές ομιλίες των δύο υποψήφιων, που ακούγονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, και επαναλαμβάνουν τις μεγαλόστομες, ωραιοποιημένες πολιτικές παπαριές, που, καθώς αντιπαρατίθενται με όσο βλέπουμε, αναδεικννύεται ξεκάθαρα η κενότητα και το ψέμμα τους. Από την άλλη οι πάντες μιλούν απόλυτα φυσιολογικά για κάθε λογής παράνομα πράγματα (φόνους, παράνομο τζόγο, πληρωμένους δολοφόνους κλπ.), σα να μιλούν για κοινότατες, νόμιμες (;) μπίζνες και χρησιμοποιώντας όρους των μπίζνες.
Το ταραντινικό στιλ εντοπίζεται στις μακρές κουβέντες επί παντός επιστητού, που διακόπτονται ξαφνικά από κρεσέντα βίας, για να επανέλθουν στις cool συζητήσεις. Η αφήγηση είναι στιβαρή, το σκηνοθετικό στιλ συχνά εντυπωσιακό, ενώ οι χαρακτήρες ο ένας καλύτερος από τον άλλον (οι δύο μικροαπατεώνες, ο ιδιοκτήτης του τζόγου, ο Μπραντ Πιτ, ο δεύτερος παρακμιακός πληρωμένος δολοφόνος κλπ.)
Τη βρήκα αρκετά καλή ταινία και θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τη συνέχεια του Dominik. Ο οποίος διαθέτει, εκτός της κινηματογραφικής απόλαυσης του νεο-νουάρ, και μια ιδιαίτερη ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία δεν ανακαλύπτει τίποτα θετικό σ' αυτήν. Το είπαμε πάντως και στην αρχή: Ο Ταραντίνο είναι και εδώ παρών, αν και στο παράδειγμα αυτό κάπως πιο πολιτικο / κοινωνικοποιημένος.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό σύγχρονο νουάρ, που κυρίως ασχολείται με τις επιπτώσεις μιας ληστείας σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη. Η ληστεία γίνεται από δύο πραγματικά κακόμοιρους μικροαπατεώνες, αλλά η μαφία δεν συγχωρεί. Διαδραματίζεται το 2008, την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας Ομπάμα και ΜακΚέιν.
Η σάτιρα της αμερικάνικης κοινωνίας είναι και εδώ παρούσα. Μόνο που είναι πραγματικά δυσδιάκριτη κάτω από το σοβαρό περιεχόμενο και τη σκοτεινή κινηματογράφηση. Το φιλμ καταγράφει την κοινωνική μιζέρια και δυστοπία με πολλούς τρόπους: Αρχικά τα τοπία. Αστικά τοπία διαλυμένα, εγκαταλειμένα, παρηκμασμένα, άσχημα. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, στα όρια σχεδόν της εγκατάλειψης. Ένας αληθινά άσχημος τόπος, που είναι λογικό να εκτρέφει τόση βία και τόσα "χαμένα κορμιά". Έπειτα είναι οι χαρακτήρες: Όσον αφορά τον έναν από τους μικροαπατεώνες, σπάνια έχουμε δει στο σινεμά τόσο "τελειωμένο" άτομο: Βρωμερός, μόνιμα μαστουρωμένος με ό,τι βρεθει μπροστά του, απόλυτα ζαμανφουτίστας, εξαθλιωμένος, στα όρια σχεδόν του κλοσάρ. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν είναι όλοι αρνητικοί: Ο στιλάτος, cool επαγγελματίας εκτελεστής που κάνει τα πάντα σα να εργάζεται στην πιο φυσιολογική δουλειά του κόσμου (πολύ καλός και ταιριαστός ο Μπραντ Πιτ), ο μαφιόζος που μοιάζει με απόλυτα κυριλέ δημόσιο υπάλληλο, ο ιδιοκτήτης του παράνομου τζόγου... όλοι είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βουτηγμένοι στη βρωμιά. Για μια ακόμα φορά καλοί δεν υπάρχουν.
Η κριτική στο αμερικάνικο σύστημα είναι σαφής: Η κάθε άλλο παρά "γλυκειά" δράση γίνεται διαρκώς κάτω από αποσπάσματα από τις προεκλογικές ομιλίες των δύο υποψήφιων, που ακούγονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, και επαναλαμβάνουν τις μεγαλόστομες, ωραιοποιημένες πολιτικές παπαριές, που, καθώς αντιπαρατίθενται με όσο βλέπουμε, αναδεικννύεται ξεκάθαρα η κενότητα και το ψέμμα τους. Από την άλλη οι πάντες μιλούν απόλυτα φυσιολογικά για κάθε λογής παράνομα πράγματα (φόνους, παράνομο τζόγο, πληρωμένους δολοφόνους κλπ.), σα να μιλούν για κοινότατες, νόμιμες (;) μπίζνες και χρησιμοποιώντας όρους των μπίζνες.
Το ταραντινικό στιλ εντοπίζεται στις μακρές κουβέντες επί παντός επιστητού, που διακόπτονται ξαφνικά από κρεσέντα βίας, για να επανέλθουν στις cool συζητήσεις. Η αφήγηση είναι στιβαρή, το σκηνοθετικό στιλ συχνά εντυπωσιακό, ενώ οι χαρακτήρες ο ένας καλύτερος από τον άλλον (οι δύο μικροαπατεώνες, ο ιδιοκτήτης του τζόγου, ο Μπραντ Πιτ, ο δεύτερος παρακμιακός πληρωμένος δολοφόνος κλπ.)
Τη βρήκα αρκετά καλή ταινία και θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τη συνέχεια του Dominik. Ο οποίος διαθέτει, εκτός της κινηματογραφικής απόλαυσης του νεο-νουάρ, και μια ιδιαίτερη ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία δεν ανακαλύπτει τίποτα θετικό σ' αυτήν. Το είπαμε πάντως και στην αρχή: Ο Ταραντίνο είναι και εδώ παρών, αν και στο παράδειγμα αυτό κάπως πιο πολιτικο / κοινωνικοποιημένος.
Σάββατο, Νοεμβρίου 03, 2012
O KILLER JOE ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΡΔΟΝΙΟ ΧΙΟΥΜΟΡ
Τελικά ο Tarantino έχει επηρεάσει περισσότερο απ' όσο νομίζουμε το σύγχρονο σινεμά. Συμπτωματικά τρεις από τις ταινίες που παίχτηκαν τον Οκτώβρη στους κινηματογράφους έχουν έντονα επηρεαστεί από το στιλ του. Και μάλιστα γνωστών σκηνοθετών.
Ο William Friedkin μετά τη θριαμβευτική δεκαετία του 70 (και των αρχών των 80ς) μάλλον δεν πλέον έχει και τόσο ενδιαφέρον. Το 2011 γυρίζει το "Killer Joe", βασισμένο σε θεατρικό έργο, αν και η θεατρικότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ελάχιστη, σε σχέση τουλάχιστον με άλλες αντίστοιχες ταινίες. Είναι μια βίαιη αστυνομική ταινία, που συχνά φτάνει στο γκροτέσκο, που μόνο σαν κατάμαυρη σάτιρα μπορεί να ειδωθεί. Και μια και το σενάριο είναι κι αυτό απίθανο, μπορούμε να μιλήσουμε και για την επιροή από το κλίμα των αδελφών Κοέν.
Ο γιος μιας διαλυμένης οικογένειας, κυνηγημένος από έμπορους ναρκωτικών επειδή τους χρωστά λεφτά, πείθει τον πατέρα του να προσλάβουν έναν διεφθαρμένο μπάτσο - επαγγελματία δολοφόνο με αποστολή να σκοτώσει την αλκοολική μητέρα του ώστε να εισπράξουν την ασφάλεια. Φυσικά τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου κατ' ευχήν και οι περιπλοκές θα γίνονται όλο και χειρότερες...
Φυσικά υπάρχει αρκετή βία, είπαμε ότι το γκροτέσκο στοιχείο κυριαρχεί (χαρακτηριστική η τελευταία σκηνή στο τροχόσπιτο, τόσο με το τηγανητό κοτόπουλο όσο και με τα τελευταία πλάνα) και το σαρδόνιο μαύρο χιούμορ κυριαρχεί, όχι στις ατάκες, αλλά στις γενικότερες καταστάσεις. Φυσικά επίσης η αμερικάνικη οικογένεια παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή και η παρακμή και η διάλυση των πάντων είναι πανταχού παρούσες. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία με "καλούς" και "κακούς". Στο "Killer Joe" οι πάντες είναι κακοί. Η αμερικάνικη κοινωνία δείχνει ένα αποκρουστικό πρόσωπο, καθώς η σάτιρα του Φρίντκιν είναι ανελέητη.
Δεν το θεωρώ κανένα μεγάλο φιλμ. Απλώς το βρήκα συμπαθητικό μέσα στη βία και την παράνοιά του, και καλύτερο από αρκετά άλλα της πρόσφατης παραγωγής του κάποτε ξεχωριστού αυτού δημιουργού.
Στο τρίτο παρόμοιο παράδειγμα, που θα δούμε προσεχώς, θα αναρωτηθώ όχι πλέον αν κάτι δεν πάει καλά στην αμερικάνικη κοινωνία, αλλά αν τίποτα απολύτως δεν πάει καλά σ' αυτήν (και στην παγκόσμια δηλαδή, αλλά μιλώ για την αμερικάνικη αφού όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται στο γνωστό Τέξας).
Ο William Friedkin μετά τη θριαμβευτική δεκαετία του 70 (και των αρχών των 80ς) μάλλον δεν πλέον έχει και τόσο ενδιαφέρον. Το 2011 γυρίζει το "Killer Joe", βασισμένο σε θεατρικό έργο, αν και η θεατρικότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ελάχιστη, σε σχέση τουλάχιστον με άλλες αντίστοιχες ταινίες. Είναι μια βίαιη αστυνομική ταινία, που συχνά φτάνει στο γκροτέσκο, που μόνο σαν κατάμαυρη σάτιρα μπορεί να ειδωθεί. Και μια και το σενάριο είναι κι αυτό απίθανο, μπορούμε να μιλήσουμε και για την επιροή από το κλίμα των αδελφών Κοέν.
Ο γιος μιας διαλυμένης οικογένειας, κυνηγημένος από έμπορους ναρκωτικών επειδή τους χρωστά λεφτά, πείθει τον πατέρα του να προσλάβουν έναν διεφθαρμένο μπάτσο - επαγγελματία δολοφόνο με αποστολή να σκοτώσει την αλκοολική μητέρα του ώστε να εισπράξουν την ασφάλεια. Φυσικά τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου κατ' ευχήν και οι περιπλοκές θα γίνονται όλο και χειρότερες...
Φυσικά υπάρχει αρκετή βία, είπαμε ότι το γκροτέσκο στοιχείο κυριαρχεί (χαρακτηριστική η τελευταία σκηνή στο τροχόσπιτο, τόσο με το τηγανητό κοτόπουλο όσο και με τα τελευταία πλάνα) και το σαρδόνιο μαύρο χιούμορ κυριαρχεί, όχι στις ατάκες, αλλά στις γενικότερες καταστάσεις. Φυσικά επίσης η αμερικάνικη οικογένεια παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή και η παρακμή και η διάλυση των πάντων είναι πανταχού παρούσες. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία με "καλούς" και "κακούς". Στο "Killer Joe" οι πάντες είναι κακοί. Η αμερικάνικη κοινωνία δείχνει ένα αποκρουστικό πρόσωπο, καθώς η σάτιρα του Φρίντκιν είναι ανελέητη.
Δεν το θεωρώ κανένα μεγάλο φιλμ. Απλώς το βρήκα συμπαθητικό μέσα στη βία και την παράνοιά του, και καλύτερο από αρκετά άλλα της πρόσφατης παραγωγής του κάποτε ξεχωριστού αυτού δημιουργού.
Στο τρίτο παρόμοιο παράδειγμα, που θα δούμε προσεχώς, θα αναρωτηθώ όχι πλέον αν κάτι δεν πάει καλά στην αμερικάνικη κοινωνία, αλλά αν τίποτα απολύτως δεν πάει καλά σ' αυτήν (και στην παγκόσμια δηλαδή, αλλά μιλώ για την αμερικάνικη αφού όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται στο γνωστό Τέξας).
Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2012
Η "ΑΓΡΙΟΤΗΤΑ" ΚΑΙ Ο ΣΤΟΟΥΝ ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ
Είναι γνωστό ότι ο Oliver Stone παρακμάζει διαρκώς τα τελευταία πολλά χρόνια, δίχως να μπορεί να ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία. Γυρίζει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, δίχως όμως, φοβάμαι, σημαντικό αποτέλεσμα. Η "Αγριότητα" (Savages) του 2012 είναι, κατά τη γνώμη μου, αν μη τι άλλο διασκεδαστική, όχι όμως τίποτα περισσότερο.
Εδώ ο Στόουν ξαναβρίσκει το παλαβό σκηνοθετικό στιλ των "Γεννημένων Δολοφόνων", προσπαθώντας να τα βάλει όλα στο φιλμ (απεγνωσμένη προσπάθεια να εντυπωσιάσει ή/και να προκαλέσει πάσει θυσία μου φαίνεται). Έτσι βρίσκουμε το "βρώμικο" αστυνομικό, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του φιλμ νουάρ (και μάλιστα από γυναίκα), τη σάτιρα τόσο των αστυνομικών ταινιών όσο και της αμερικάνικης κοινωνίας γενικότερα, κάμποση γραφική βία που ενίοτε αγγίζει τα όρια του καθαρού σπλάτερ, αφηγηματικά παιχνίδια με το εναλλακτικό τέλος (δανεισμένο ίσως από το "Funny Games" του Χάνεκε), τολμηρή ερωτική άποψη, απόλυτο αμοραλισμό, μπόλικη μαστούρα και κάμποσα άλλα πράγματα που θα εντοπίσετε. Α, και μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους κυρίως ρόλους (Τραβόλτα, Ντελ Τόρο, Σ.Χάγιεκ κλπ.)
Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας δύο έμποροι (και παραγωγοί) μαριχουάνας, που είναι οι "καλοί". Ο ένας ειρηνιστής, ο άλλος μάλλον στρατόκαυλος, που όμως είναι οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. Και, για περισσότερο αλατοπίπερο, διατηρούν και ένα αυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, αφού είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα κι εκείνη... και με τους δύο. Δεν "κλέβουν" ο ένας τον άλλον. Ό,τι γίνεται είναι φανερό. Για να είμαστε ακριβέστεροι το κάνουν και οι τρεις μαζί. Κι όλα πάνε ειδυλλιακά και ρομαντικά, έως ότου έρχονται αντιμέτωποι με ένα αδίστακτο μεξικάνικο καρτέλ ναρκωτικών που θέλει να τους πάρει τη μικρή, πλην όμως υψηλότατης ποιότητας, παραγωγή. Έτσι η βία ξεκινά.
Αυτό που χτυπάει άμεσα στο μάτι είναι η απόλυτη σχεδόν επιροή του Ταραντίνο και του κινηματογραφικού του κόσμου. Κι αυτό είναι κάπως περίεργο, αφού ο Στόουν είναι παλιότερος σκηνοθέτης (κι αν ήταν πραγματικά σημαντικός, θα έπρεπε να επηρεάζει αυτός). Νομίζω όμως ότι τον Ταραντίνο δεν τον φτάνει. Ομολογώ λοιπόν ότι διασκέδασα (κάπως ένοχα) βλέποντας το φιλμ και το βρήκα συμπαθέστερο από αρκετές από τις προηγούμενες ταινίες του, τίποτα περισσότερο όμως.
ΥΓ και προσοχή, πρόκειται περί SPOILER!!!! Για να πω και κάτι υπέρ του Στόουν πάντως, κάτω από το μάλλον κατ' επίφασιν happy end κρύβεται αρκετή κριτική για το σύστημα: Ναι, κάποιοι "καλοί" τη γλύτωσαν, πλην όμως, αν το καλοσκεφτείτε, και το εγκληματικο καρτέλ πέτυχε ό,τι ήθελε και ο πιο γλοιώδης και άθλιος χαρακτήρας του φιλμ έγινε ήρωας και ο ειδυλλιακός ρομαντισμός του αρχικού τρίο πήγε περίπατο. Εκτιμώ, μέσα στην όλη πλάκα, αυτό το σκοτεινό όραμα που, δυστυχώς, είναι απόλυτα ρεαλιστικό. Έτσι δεν συμβαίνει και στην πραγματικότητα;
Εδώ ο Στόουν ξαναβρίσκει το παλαβό σκηνοθετικό στιλ των "Γεννημένων Δολοφόνων", προσπαθώντας να τα βάλει όλα στο φιλμ (απεγνωσμένη προσπάθεια να εντυπωσιάσει ή/και να προκαλέσει πάσει θυσία μου φαίνεται). Έτσι βρίσκουμε το "βρώμικο" αστυνομικό, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του φιλμ νουάρ (και μάλιστα από γυναίκα), τη σάτιρα τόσο των αστυνομικών ταινιών όσο και της αμερικάνικης κοινωνίας γενικότερα, κάμποση γραφική βία που ενίοτε αγγίζει τα όρια του καθαρού σπλάτερ, αφηγηματικά παιχνίδια με το εναλλακτικό τέλος (δανεισμένο ίσως από το "Funny Games" του Χάνεκε), τολμηρή ερωτική άποψη, απόλυτο αμοραλισμό, μπόλικη μαστούρα και κάμποσα άλλα πράγματα που θα εντοπίσετε. Α, και μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους κυρίως ρόλους (Τραβόλτα, Ντελ Τόρο, Σ.Χάγιεκ κλπ.)
Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας δύο έμποροι (και παραγωγοί) μαριχουάνας, που είναι οι "καλοί". Ο ένας ειρηνιστής, ο άλλος μάλλον στρατόκαυλος, που όμως είναι οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. Και, για περισσότερο αλατοπίπερο, διατηρούν και ένα αυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, αφού είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα κι εκείνη... και με τους δύο. Δεν "κλέβουν" ο ένας τον άλλον. Ό,τι γίνεται είναι φανερό. Για να είμαστε ακριβέστεροι το κάνουν και οι τρεις μαζί. Κι όλα πάνε ειδυλλιακά και ρομαντικά, έως ότου έρχονται αντιμέτωποι με ένα αδίστακτο μεξικάνικο καρτέλ ναρκωτικών που θέλει να τους πάρει τη μικρή, πλην όμως υψηλότατης ποιότητας, παραγωγή. Έτσι η βία ξεκινά.
Αυτό που χτυπάει άμεσα στο μάτι είναι η απόλυτη σχεδόν επιροή του Ταραντίνο και του κινηματογραφικού του κόσμου. Κι αυτό είναι κάπως περίεργο, αφού ο Στόουν είναι παλιότερος σκηνοθέτης (κι αν ήταν πραγματικά σημαντικός, θα έπρεπε να επηρεάζει αυτός). Νομίζω όμως ότι τον Ταραντίνο δεν τον φτάνει. Ομολογώ λοιπόν ότι διασκέδασα (κάπως ένοχα) βλέποντας το φιλμ και το βρήκα συμπαθέστερο από αρκετές από τις προηγούμενες ταινίες του, τίποτα περισσότερο όμως.
ΥΓ και προσοχή, πρόκειται περί SPOILER!!!! Για να πω και κάτι υπέρ του Στόουν πάντως, κάτω από το μάλλον κατ' επίφασιν happy end κρύβεται αρκετή κριτική για το σύστημα: Ναι, κάποιοι "καλοί" τη γλύτωσαν, πλην όμως, αν το καλοσκεφτείτε, και το εγκληματικο καρτέλ πέτυχε ό,τι ήθελε και ο πιο γλοιώδης και άθλιος χαρακτήρας του φιλμ έγινε ήρωας και ο ειδυλλιακός ρομαντισμός του αρχικού τρίο πήγε περίπατο. Εκτιμώ, μέσα στην όλη πλάκα, αυτό το σκοτεινό όραμα που, δυστυχώς, είναι απόλυτα ρεαλιστικό. Έτσι δεν συμβαίνει και στην πραγματικότητα;
Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012
ΔΥΣΚΟΛΗ "ΑΓΑΠΗ"
Ας πούμε από την αρχή ότι οι ταινίες του Michael Haneke βλέπονται εξαιρετικά δύσκολα. Νομίζω ότι αυτό είναι απόλυτα συνειδητό από τη μεριά του σκηνοθέτη. Ο Χάνεκε έχει έναν δικό του, ανατριχιστικό τρόπο να δείχνει την αλήθεια. Αλήθεια που πολύ συχνά ενοχλεί, τι λέω, μερικές φορές γίνεται αφόρητη. Το ίδιο δύσκολα με την "7η Ήπειρο", το "Funny Games", τις "76 Συμπτώσεις..." λοιπόν βλέπεται και η "Αγάπη" του 2012. Συμβαίνει όμως εδώ κάτι παράδοξο: Ενώ ταινίες όπως αυτές που αναφέραμε (όπως και η "Λευκή Κορδέλα", ο "Κρυμμένος" κ.ά.) ασχολούνται με θέματα δύσκολα, βίαια, σχεδόν ταμπού, η "Αγάπη" μιλά ακριβώς γι' αυτό που λέει ο τίτλος και η είναι πλημμυρισμένη από τρυφερότητα και συγκίνηση. Είναι σίγουρα η πιο τρυφερή του ταινία. Γιατί λοιπόν είναι τόσο δύσκολη;
Μιλήσαμε πριν για την αλήθεια. Ο Χάνεκε κινηματογραφεί τα πράγματα από κοντά, ωμά, δίχως το παραμικρό φτιασίδι, όπως ακριβώς συμβαίνουν (ή θα συνέβαιναν) στην πραγματικότητα. Αυτή η εξαντλητική, από απόσταση αναπνοής ματιά είναι, πιστεύω, που κάνει τόσο δύσκολη τη θέαση των ταινιών του. Γι' αυτό και, ανεξάρτητα με το θέμα, είτε αυτό είναι τρυφερό ("Αγάπη") είτε εφιαλτικά σκληρό ("Funny Games"), απαιτείται προσπάθεια για να ειδωθεί. Τι σημασία αν ασχολείται με τον απόλυτο έρωτα και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει ακέραια την αξιοπρέπειά του; Η θέαση παραμένει δύσκολη.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ερωτευμένο μετά τόσα χρόνια, με μια ευτυχισμένη, πολλών δεκαετικών κοινή πορεία, φτάνει μοιραία στο τέλος, όταν η γυναίκα προσβάλλεται από εγκεφαλικό και, στη συνέχεια, η κατάστασή της χειροτερεύει διαρκώς. Τότε ό σύζυγος συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας, εκτός από απόλαυση και ολοκλήρωση, κρύβει και δυσκολίες, που μερικές φορές, προς το τέλος, αγγίζουν τα όρια του αφόρητου.
Ο φακός παρακολουθεί τις εξελίξεις με απόλυτο ρεαλισμό, από κοντά, δίχως να κρύβει τίποτα. Να λοιπόν πώς μπορεί μια τόσο δύσκολη θέαση να κρύβει τόση ανθρωπιά, αγάπη, τρυφερότητα, ρομαντισμό στην ουσία. Ρομαντισμό μέσα σε μια κοινότατη και εφιαλτική συγχρόνως καθημερινότητα.
Σκέφτομαι ότι αυτό που μπορεί να "πειράζει" τον θεατή είναι ότι όλο αυτό που παρακολουθούμε είναι αρκετά συνηθισμένη κατάσταση και μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. Και το ότι ο Χάνεκε μας φέρνει, δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση, πρόσωπο με πρόσωπο μ' αυτό που όλοι γνωρίζουμε καλά και ξέρουμε ότι είναι αναπόφευκτο, αλλά διστάζουμε (ή "αναβάλλουμε") να σκεφτούμε και να δεχτούμε: Τον θάνατο και, ακόμα χειρότερα, τη ραγδαια φθορά που φέρνει το αμείλικτο πλησίασμά του. Και να που, απροσδόκητα, μέσα σ' αυτή την καθημερινή φρίκη, χωράει τόσος έρωτας, τόσος ρομαντισμός, τόση ανθρωπιά, ακόμα και τόσο ποιητικό, μεταφυσικό σχεδόν τέλος.
Εκπληκτικοί είναι και οι πρωταγωνιστές, στη δύση κι αυτοί της ζωής τους, να υποδύονται υπέροχα κάτι που πολύ σύντομα μπορεί δυστυχώς να τους συμβεί: Οι ωραίοι κάποτε Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, που στα γέρικα πρόσωπά τους βλέπουμε τα βαθειά, ανεξίτηλα σημάδια του χρόνου.
Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: Μόνο η αγάπη και η ανθρωπιά μπορεί να απαλύνει την αναπόφευκτη, τραγική ανθρώπινη μοίρα. Κι ας βγαίνει το συμπέρασμα αυτό τόσο επώδυνα... Εν τέλει πιστεύω πρόκειται για εξαιρετική ταινία. Αν την αντέξετε...
Μιλήσαμε πριν για την αλήθεια. Ο Χάνεκε κινηματογραφεί τα πράγματα από κοντά, ωμά, δίχως το παραμικρό φτιασίδι, όπως ακριβώς συμβαίνουν (ή θα συνέβαιναν) στην πραγματικότητα. Αυτή η εξαντλητική, από απόσταση αναπνοής ματιά είναι, πιστεύω, που κάνει τόσο δύσκολη τη θέαση των ταινιών του. Γι' αυτό και, ανεξάρτητα με το θέμα, είτε αυτό είναι τρυφερό ("Αγάπη") είτε εφιαλτικά σκληρό ("Funny Games"), απαιτείται προσπάθεια για να ειδωθεί. Τι σημασία αν ασχολείται με τον απόλυτο έρωτα και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει ακέραια την αξιοπρέπειά του; Η θέαση παραμένει δύσκολη.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ερωτευμένο μετά τόσα χρόνια, με μια ευτυχισμένη, πολλών δεκαετικών κοινή πορεία, φτάνει μοιραία στο τέλος, όταν η γυναίκα προσβάλλεται από εγκεφαλικό και, στη συνέχεια, η κατάστασή της χειροτερεύει διαρκώς. Τότε ό σύζυγος συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας, εκτός από απόλαυση και ολοκλήρωση, κρύβει και δυσκολίες, που μερικές φορές, προς το τέλος, αγγίζουν τα όρια του αφόρητου.
Ο φακός παρακολουθεί τις εξελίξεις με απόλυτο ρεαλισμό, από κοντά, δίχως να κρύβει τίποτα. Να λοιπόν πώς μπορεί μια τόσο δύσκολη θέαση να κρύβει τόση ανθρωπιά, αγάπη, τρυφερότητα, ρομαντισμό στην ουσία. Ρομαντισμό μέσα σε μια κοινότατη και εφιαλτική συγχρόνως καθημερινότητα.
Σκέφτομαι ότι αυτό που μπορεί να "πειράζει" τον θεατή είναι ότι όλο αυτό που παρακολουθούμε είναι αρκετά συνηθισμένη κατάσταση και μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. Και το ότι ο Χάνεκε μας φέρνει, δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση, πρόσωπο με πρόσωπο μ' αυτό που όλοι γνωρίζουμε καλά και ξέρουμε ότι είναι αναπόφευκτο, αλλά διστάζουμε (ή "αναβάλλουμε") να σκεφτούμε και να δεχτούμε: Τον θάνατο και, ακόμα χειρότερα, τη ραγδαια φθορά που φέρνει το αμείλικτο πλησίασμά του. Και να που, απροσδόκητα, μέσα σ' αυτή την καθημερινή φρίκη, χωράει τόσος έρωτας, τόσος ρομαντισμός, τόση ανθρωπιά, ακόμα και τόσο ποιητικό, μεταφυσικό σχεδόν τέλος.
Εκπληκτικοί είναι και οι πρωταγωνιστές, στη δύση κι αυτοί της ζωής τους, να υποδύονται υπέροχα κάτι που πολύ σύντομα μπορεί δυστυχώς να τους συμβεί: Οι ωραίοι κάποτε Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, που στα γέρικα πρόσωπά τους βλέπουμε τα βαθειά, ανεξίτηλα σημάδια του χρόνου.
Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: Μόνο η αγάπη και η ανθρωπιά μπορεί να απαλύνει την αναπόφευκτη, τραγική ανθρώπινη μοίρα. Κι ας βγαίνει το συμπέρασμα αυτό τόσο επώδυνα... Εν τέλει πιστεύω πρόκειται για εξαιρετική ταινία. Αν την αντέξετε...
Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012
CREEPSHOW 2: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ
Το 1982 ο George Romero είχε γυρίσει το Creepshow, μια σπονδυλωτή ταινία με ιστορίες τρόμου στο κλίμα των pulp περιοδικών κόμικς με παρόμοιες ιστορίες των 50ς και 60ς. Το 1987 ο τηλεοπτικός σκηνοθέτης και παραγωγός Michael Gornick γυρίζει το "Creepshow 2", που είναι και η μοναδική του ταινία. Είναι κι αυτή σπονδυλωτή, αποτελείται από τρεις ιστορίες και... δεν μπορώ να το πω πιο ευγενικά, κι αν δεν γυριζόταν ποτέ ουδείς θα έχανε κάτι.
Οι ιστορίες είναι γραμμένες από τον διάσημο Steven King και έχουν προσαρμοστεί σεναριακά από τον Romero. Τα μεγάλα όμως αυτά ονόματα του χώρου ουδόλως βοηθούν στην βελτίωση του φιλμ. Για να είμαι πιο σαφής, σπάνια έχω δει πιο άνευρη, προβλέψιμη, επίπεδη και φτηνή (όχι με την οικονομική μόνο έννοια) ταινία του είδους. Ειδικά όσον αφορά την πρώτη ιστορία, αυτή με τον ξύλινο ινδιάνο, ήξερα από την πρώτη σχεδόν στιγμή τι θα γίνει και πώς θα εξελιχτεί. Αλλά και οι άλλες δύο (αυτή με το σαρκοβόρο φυτό στη λίμνη κι αυτή με τον "απέθαντο" εργάτη που κατά λάθος σκοτώνει με το αυτοκίνητό της μια πλούσια κυρία) δεν είναι και πολύ καλύτερες. Ας μη μιλήσουμε για τις αστείες ηθοποιίες ή για τα ψεύτικα και άτεχνα εφέ. Ακόμα και τα κινούμενα σχέδια που λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα επεισόδια είναι, αν μη τι άλλο, κοινότοπα, δίχως ίχνος σχεδιαστικής πρωτοτυπίας.
Δεν ξέρω αν η ταινία είχε την πρόθεση να είναι επίτηδες φτηνή, ώστε να γίνει ένα είδος cult. Αν πάντως στόχευε σ' αυτό, η γνώμη μου είναι ότι απέτυχε παταγωδώς. Αν πάλι σκόπευε να γίνει μια νορμάλ παραγωγή, ώστε να αρέσει στο κοινό του είδους... ακόμα χειρότερα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εγώ τουλάχιστον καθόλου δεν τρόμαξα βλέποντάς την (αφού αυτό προφανώς είναι το ζητούμενο στις ταινίες αυτές). Ούτε καν στοιχειώδες σασπένς δεν κατάφερε να μου δημιουργήσει. Και δεν μπορεί κανείς να πει ότι τόσο παλιά δεν υπήρχαν τόσο εξελιμένα εφέ κλπ. Ίσα ίσα που η δεκαετία του 80 υπήρξε μια από τις χρυσές εποχές του κινηματογράφου τρόμου (δεύτερος "Σχιζοφρενής δολοφόνος", "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες", "Hellraiser", "Fright Night", "Hitcher" για να αναφέρω μερικές μόνο ταινίες τρόμου που μου έρχονται πρόχειρα στο νου).
Γενικά το θεωρώ από τις περιπτώσεις που το νο 2 είναι παντελώς αχρείαστο. Όχι ότι αυτό είναι ασυνήθιστο, κάθε άλλο, αλλά εδώ το κακό παράγινε. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.
Οι ιστορίες είναι γραμμένες από τον διάσημο Steven King και έχουν προσαρμοστεί σεναριακά από τον Romero. Τα μεγάλα όμως αυτά ονόματα του χώρου ουδόλως βοηθούν στην βελτίωση του φιλμ. Για να είμαι πιο σαφής, σπάνια έχω δει πιο άνευρη, προβλέψιμη, επίπεδη και φτηνή (όχι με την οικονομική μόνο έννοια) ταινία του είδους. Ειδικά όσον αφορά την πρώτη ιστορία, αυτή με τον ξύλινο ινδιάνο, ήξερα από την πρώτη σχεδόν στιγμή τι θα γίνει και πώς θα εξελιχτεί. Αλλά και οι άλλες δύο (αυτή με το σαρκοβόρο φυτό στη λίμνη κι αυτή με τον "απέθαντο" εργάτη που κατά λάθος σκοτώνει με το αυτοκίνητό της μια πλούσια κυρία) δεν είναι και πολύ καλύτερες. Ας μη μιλήσουμε για τις αστείες ηθοποιίες ή για τα ψεύτικα και άτεχνα εφέ. Ακόμα και τα κινούμενα σχέδια που λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα επεισόδια είναι, αν μη τι άλλο, κοινότοπα, δίχως ίχνος σχεδιαστικής πρωτοτυπίας.
Δεν ξέρω αν η ταινία είχε την πρόθεση να είναι επίτηδες φτηνή, ώστε να γίνει ένα είδος cult. Αν πάντως στόχευε σ' αυτό, η γνώμη μου είναι ότι απέτυχε παταγωδώς. Αν πάλι σκόπευε να γίνει μια νορμάλ παραγωγή, ώστε να αρέσει στο κοινό του είδους... ακόμα χειρότερα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εγώ τουλάχιστον καθόλου δεν τρόμαξα βλέποντάς την (αφού αυτό προφανώς είναι το ζητούμενο στις ταινίες αυτές). Ούτε καν στοιχειώδες σασπένς δεν κατάφερε να μου δημιουργήσει. Και δεν μπορεί κανείς να πει ότι τόσο παλιά δεν υπήρχαν τόσο εξελιμένα εφέ κλπ. Ίσα ίσα που η δεκαετία του 80 υπήρξε μια από τις χρυσές εποχές του κινηματογράφου τρόμου (δεύτερος "Σχιζοφρενής δολοφόνος", "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες", "Hellraiser", "Fright Night", "Hitcher" για να αναφέρω μερικές μόνο ταινίες τρόμου που μου έρχονται πρόχειρα στο νου).
Γενικά το θεωρώ από τις περιπτώσεις που το νο 2 είναι παντελώς αχρείαστο. Όχι ότι αυτό είναι ασυνήθιστο, κάθε άλλο, αλλά εδώ το κακό παράγινε. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2012
"ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΕΙΣ ΜΑΖΙ ΣΟΥ": ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΜΕ ΔΗΚΤΙΚΗ ΑΦΕΛΕΙΑ
Ο Frank Capra (1897-1991) είναι βέβαια από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της αμερικάνικης κωμωδίας και πολλές από τις ταινίες του βλέπονται πολύ ευχαριστα μέχρι σήμερα. Το "Δεν Θα τα Πάρεις Μαζί σου" του 1938 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Εδώ ο Κάπρα φέρνει σε πλήρη αντιπαράθεση δύο οικογένειες και, μέσα απ' αυτές, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, δύο διαφορετικές στάσεις ζωής. Από τη μία η οικογένεια ενός πολυεκατομμυριούχου, ενός μεγιστάνα των επιχειρήσεων, με την ψυχρή, τυπική και καθώς πρέπει γυναίκα του και το γιο του, που νοιώθει να βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό μήκος κύματος από τους γονείς του. Από την άλλη μια απίθανη, πολυμελής οικογένεια - τσίρκο, με σπίτι ανοιχτό στους πάντες, όπου όλοι ασχολούνται με κάτι διαφορετικό (και κουφό συνήθως), μια οικογένεια - ορισμός του "όσα έρθουν κι οσο πάνε". Φυσικά, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο μονάκριβος γόνος του εκατομμυριούχου ερωτεύεται την κόρη του πάτερ - φαμίλια της τρελής οικογένειας, που δουλεύει στα γραφεία της εταιρίας του. Τα προβλήματα (και το γέλιο) θα αρχίσουν όταν οι θα προσπαθήσουν να γνωριστούν μεταξύ τους οι δύο εντελώς αταίριαστοι αυτοί κόσμοι.
Ο Κάπρα αντιπαραθέτει τους δύο απόλυτα διαφορετικούς κόσμους και κλίνει φυσικά σαφώς υπέρ του ανέμελου, γεμάτου χαρά, παιδικότητα και δημιουργία. Κάνει ταυτόχρονα και μια έντονη κριτική του σκληρού και αδίστακτου καπιταλισμού (εξαιρετικά επίκαιρη δυστυχώς στις μέρες μας): Ο εκατομμυριούχος είναι στεγνός, δίχως φαντασία, σκληρός και άπληστος. Τον ενδιαφέρει μόνο το χρήμα και οι μπίζνες, δίχως να νοιάζεται για τη δυστυχία που προκαλεί στους γύρω του. Αλλά βέβαια - κατά Κάπρα πάντοτε - πληρώνει το τίμημα της απληστίας του: Ζει μια ζωή όπου έχει μεν ό,τι (υλικό) επιθυμεί, αλλά του λείπει η χαρά, η ανεμελιά, το γέλιο, το παιχνίδι. Κατά βάθος ψάχνει πάντα την ευκαιρία να (ξανα)γίνει παιδί. Δεν ξέρω πόσο ισχύουν στην παραγματικότητα όλα αυτά (ότι δηλαδή κατά βάθος οι πλούσιοι υπαφέρουν), πάντως εδώ το όλο πράγμα δίνεται απολαυστικά.
Όπως ίσως καταλάβατε η ταινία κριτικάρει τον άπληστο καπιταλισμό με αρκετή αφέλεια. Όσον αφορά δε το αντίθετο πρότυπο, αυτό της ευτυχισμένης οικογένειας, ποτέ δεν μας λέει καθαρά πώς επιβιώνουν τα διαρκώς αυξανόμενα μέλη της (αφού η στέγη της δέχεται πρόθυμα κάθε πικραμένο). Νομιζω επίσης ότι σε κάποια σημεία το φιλμ κάνει κοιλιές. Αυτά είναι για μένα τα αρνητικά στοιχεία. Ωστόσο η σχεδόν σουρεαλιστική κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι όχι του επιχειρηματία βέβαια (πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε), καθως και το γέλιο που βγαίνει κατά την περίφημη συνάντηση των δύο οικογενειών και τα όσα τραγελαφικά ακολουθούν, μπορούν να αποζημειώσουν το θεατή. Όπως και η έντονη απόλαυση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει το΄πανίσχυρο ζεύγος των ζάμπλουτων να περνά το βράδι του στη φυλακή, δίπλα σε πόρνες και κλέφτες. Είναι και η γνωστή χάρη και φινέτσα του Κάπρα και ο αφοπλιστικός του, ανάλαφρος τρόπος αφήγησης, που σε κάνουν να ξεχάσεις τις αφέλειες που λέγαμε και τις όποιες κοιλιές και, τελικά, να απολαύσεις μια κλασική κωμωδία. Εγώ τουλάχιστον αυτό έκανα.
Εδώ ο Κάπρα φέρνει σε πλήρη αντιπαράθεση δύο οικογένειες και, μέσα απ' αυτές, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, δύο διαφορετικές στάσεις ζωής. Από τη μία η οικογένεια ενός πολυεκατομμυριούχου, ενός μεγιστάνα των επιχειρήσεων, με την ψυχρή, τυπική και καθώς πρέπει γυναίκα του και το γιο του, που νοιώθει να βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό μήκος κύματος από τους γονείς του. Από την άλλη μια απίθανη, πολυμελής οικογένεια - τσίρκο, με σπίτι ανοιχτό στους πάντες, όπου όλοι ασχολούνται με κάτι διαφορετικό (και κουφό συνήθως), μια οικογένεια - ορισμός του "όσα έρθουν κι οσο πάνε". Φυσικά, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο μονάκριβος γόνος του εκατομμυριούχου ερωτεύεται την κόρη του πάτερ - φαμίλια της τρελής οικογένειας, που δουλεύει στα γραφεία της εταιρίας του. Τα προβλήματα (και το γέλιο) θα αρχίσουν όταν οι θα προσπαθήσουν να γνωριστούν μεταξύ τους οι δύο εντελώς αταίριαστοι αυτοί κόσμοι.
Ο Κάπρα αντιπαραθέτει τους δύο απόλυτα διαφορετικούς κόσμους και κλίνει φυσικά σαφώς υπέρ του ανέμελου, γεμάτου χαρά, παιδικότητα και δημιουργία. Κάνει ταυτόχρονα και μια έντονη κριτική του σκληρού και αδίστακτου καπιταλισμού (εξαιρετικά επίκαιρη δυστυχώς στις μέρες μας): Ο εκατομμυριούχος είναι στεγνός, δίχως φαντασία, σκληρός και άπληστος. Τον ενδιαφέρει μόνο το χρήμα και οι μπίζνες, δίχως να νοιάζεται για τη δυστυχία που προκαλεί στους γύρω του. Αλλά βέβαια - κατά Κάπρα πάντοτε - πληρώνει το τίμημα της απληστίας του: Ζει μια ζωή όπου έχει μεν ό,τι (υλικό) επιθυμεί, αλλά του λείπει η χαρά, η ανεμελιά, το γέλιο, το παιχνίδι. Κατά βάθος ψάχνει πάντα την ευκαιρία να (ξανα)γίνει παιδί. Δεν ξέρω πόσο ισχύουν στην παραγματικότητα όλα αυτά (ότι δηλαδή κατά βάθος οι πλούσιοι υπαφέρουν), πάντως εδώ το όλο πράγμα δίνεται απολαυστικά.
Όπως ίσως καταλάβατε η ταινία κριτικάρει τον άπληστο καπιταλισμό με αρκετή αφέλεια. Όσον αφορά δε το αντίθετο πρότυπο, αυτό της ευτυχισμένης οικογένειας, ποτέ δεν μας λέει καθαρά πώς επιβιώνουν τα διαρκώς αυξανόμενα μέλη της (αφού η στέγη της δέχεται πρόθυμα κάθε πικραμένο). Νομιζω επίσης ότι σε κάποια σημεία το φιλμ κάνει κοιλιές. Αυτά είναι για μένα τα αρνητικά στοιχεία. Ωστόσο η σχεδόν σουρεαλιστική κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι όχι του επιχειρηματία βέβαια (πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε), καθως και το γέλιο που βγαίνει κατά την περίφημη συνάντηση των δύο οικογενειών και τα όσα τραγελαφικά ακολουθούν, μπορούν να αποζημειώσουν το θεατή. Όπως και η έντονη απόλαυση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει το΄πανίσχυρο ζεύγος των ζάμπλουτων να περνά το βράδι του στη φυλακή, δίπλα σε πόρνες και κλέφτες. Είναι και η γνωστή χάρη και φινέτσα του Κάπρα και ο αφοπλιστικός του, ανάλαφρος τρόπος αφήγησης, που σε κάνουν να ξεχάσεις τις αφέλειες που λέγαμε και τις όποιες κοιλιές και, τελικά, να απολαύσεις μια κλασική κωμωδία. Εγώ τουλάχιστον αυτό έκανα.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2012
ΕΝΑΣ "LOOPER" ΣΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Οι ταινίες με θέμα τα ταξίδια στο χρόνο (στο παρελθόν ακριβέστερα, γιατί κάπου εκεί η ανθρώπινη λογική παραλύει), προσφέρουν συχνά πολλή τροφή για σκέψη και κατά καιρούς έχουν δώσει καλές ταινίες (και καλύτερα διηγήματα ή μυθιστορήματα).
Μια τέτοια αξιόλογη περίπτωση - κατά τη γνώμη μου - αποτελεί το "Looper" του Rian Johnson (2012). Η ιδεα είναι ευρηματική: Κακοποιοί του μέλλοντς στέλνουν τα θύματά τους στο παρελθόν, όπου, όταν φτάνουν στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, ένας εκτελεστής από την παρελθούσα αυτή εποχή περιμένει και κάνει τη βρώμικη δουλειά. Έτσι τα ίχνη του θύματος εξαφανίζονται παντελώς από το μέλλον. Ώσπου οι loopers, οι εκτελεστές δηλαδή, καλούνται κάποια στιγμή να εκτελέσουν τον μελλοντικό, γερασμένο εαυτό τους...
Έχω επανειλημμένα εκφράσει το παράπονο ότι οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επικεντρώνονται στο action και τα εφέ, παραμερίζοντας όλους τους ουσιαστικούς παράγοντες που κάνουν καλή μια ταινία. Χαίρομαι γιατί εδώ βρισκόμαστε επιτέλους μπροστά σε μια εξαίρεση. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της δράσης, είναι όμως πιο μετρημένο από άλλα πρόσφατα φιλμ του είδους και, κυρίως, βρίσκεται σε σωστές δόσεις και υπάρχει πρώτιστα για να υπηρετεί το σενάριο. Οπότε συνολικά είμαι ευχαριστημένος απ' ό,τι είδα.
Η ταινία μπορεί να αφήσει αρκετά σεναριακά ερωτηματικά. Ή μάλλον να προσφέρει ευκαιρίες για πολλές συζητήσεις (και διαφωνίες). Πολλοί θα επιμείνουν ότι υπάρχει σεναριακό κενό, άλλοι ότι υποστηρίζει την ταυτόχρονη ύπαρξη εναλλακτικών εκδοχών της πραγματικότητας. Δεν θα σας πω άλλα γι' αυτό, γιατί όσο λιγότερα ξέρετε για το στόρι τόσο καλύτερα. Ωστόσο υπάρχει και αρκετή ψυχολογική εμβάθυνση του ήρωα, ο οποίος δεν είναι ξεκάθαρα "καλός" ή "κακός", αλλά ένα κράμα των δύο ή, αν προτιμάτε, ακόμα κι όταν είναι αδίστακτος και σκοτώνει αθώους, το κάνει για κάποιο λόγο που αρκετοί θα δικαιολογήσουν. Όσο για τον πρεσβύτερο εαυτό, αυτός αποτελεί ταυτόχρονα και μια πατρική φιγούρα για το κάθαρμα που υπήρξε κάποτε. Ο απόλυτα παρακμασμένος κόσμος, στα όρια της κατάρρευσης, που αμυδρά σκιαγραφείται σαν φόντο, προσθέτει κι αυτός μια πινελιά στην ιστορία.
Γενικά νομίζω ότι ο θεατής μπορεί να βρει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία για να επικεντρώσει την προσοχή του. Οι επιρροές από αντίστοιχα παλιότερα φιλμ είναι σαφείς: Ο πρώτος "Εξολοθρευτής" του Κάμερον και οι "12 Πίθηκοι" του Γκίλιαμ βρίσκονται ανάμεσα στις βασικότερες. Αλλά και οι αναφορές σ' αυτές, το κλείσιμο του ματιού στον θεατή. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ούτε το ότι η μητέρα που μεγαλώνει ένα γιο που στο μέλλον θα εξελιχτεί σε... (ας μην πω άλλα) ονομάζεται Σάρα, όπως η μητέρα του μελλοντικού ηγέτη στον Κάμερον ούτε η επιλογή του Μπρους Γουίλις σε ένα ρόλο που θυμίζει αυτόν στους Πίθηκους.
Γενικά, χωρίς να τη θεωρώ και την σημαντικότερη ταινία του είδους, πρέπει να πω ότι την απόλαυσα. Μακάρι κι άλλα φιλμ ενός είδους που ταλαιπωρείται αφάνταστα τα πολλά τελευταία χρόνια να είχαν μια τόσο έξυπνη και "ιντριγγαδόρικη" προσέγγιση, ξεφεύγοντας επιτέλους από τα διαρκή κυνηγητά και τα πιστολίδια (με ή χωρίς ακτίνες).
Μια τέτοια αξιόλογη περίπτωση - κατά τη γνώμη μου - αποτελεί το "Looper" του Rian Johnson (2012). Η ιδεα είναι ευρηματική: Κακοποιοί του μέλλοντς στέλνουν τα θύματά τους στο παρελθόν, όπου, όταν φτάνουν στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, ένας εκτελεστής από την παρελθούσα αυτή εποχή περιμένει και κάνει τη βρώμικη δουλειά. Έτσι τα ίχνη του θύματος εξαφανίζονται παντελώς από το μέλλον. Ώσπου οι loopers, οι εκτελεστές δηλαδή, καλούνται κάποια στιγμή να εκτελέσουν τον μελλοντικό, γερασμένο εαυτό τους...
Έχω επανειλημμένα εκφράσει το παράπονο ότι οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επικεντρώνονται στο action και τα εφέ, παραμερίζοντας όλους τους ουσιαστικούς παράγοντες που κάνουν καλή μια ταινία. Χαίρομαι γιατί εδώ βρισκόμαστε επιτέλους μπροστά σε μια εξαίρεση. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της δράσης, είναι όμως πιο μετρημένο από άλλα πρόσφατα φιλμ του είδους και, κυρίως, βρίσκεται σε σωστές δόσεις και υπάρχει πρώτιστα για να υπηρετεί το σενάριο. Οπότε συνολικά είμαι ευχαριστημένος απ' ό,τι είδα.
Η ταινία μπορεί να αφήσει αρκετά σεναριακά ερωτηματικά. Ή μάλλον να προσφέρει ευκαιρίες για πολλές συζητήσεις (και διαφωνίες). Πολλοί θα επιμείνουν ότι υπάρχει σεναριακό κενό, άλλοι ότι υποστηρίζει την ταυτόχρονη ύπαρξη εναλλακτικών εκδοχών της πραγματικότητας. Δεν θα σας πω άλλα γι' αυτό, γιατί όσο λιγότερα ξέρετε για το στόρι τόσο καλύτερα. Ωστόσο υπάρχει και αρκετή ψυχολογική εμβάθυνση του ήρωα, ο οποίος δεν είναι ξεκάθαρα "καλός" ή "κακός", αλλά ένα κράμα των δύο ή, αν προτιμάτε, ακόμα κι όταν είναι αδίστακτος και σκοτώνει αθώους, το κάνει για κάποιο λόγο που αρκετοί θα δικαιολογήσουν. Όσο για τον πρεσβύτερο εαυτό, αυτός αποτελεί ταυτόχρονα και μια πατρική φιγούρα για το κάθαρμα που υπήρξε κάποτε. Ο απόλυτα παρακμασμένος κόσμος, στα όρια της κατάρρευσης, που αμυδρά σκιαγραφείται σαν φόντο, προσθέτει κι αυτός μια πινελιά στην ιστορία.
Γενικά νομίζω ότι ο θεατής μπορεί να βρει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία για να επικεντρώσει την προσοχή του. Οι επιρροές από αντίστοιχα παλιότερα φιλμ είναι σαφείς: Ο πρώτος "Εξολοθρευτής" του Κάμερον και οι "12 Πίθηκοι" του Γκίλιαμ βρίσκονται ανάμεσα στις βασικότερες. Αλλά και οι αναφορές σ' αυτές, το κλείσιμο του ματιού στον θεατή. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ούτε το ότι η μητέρα που μεγαλώνει ένα γιο που στο μέλλον θα εξελιχτεί σε... (ας μην πω άλλα) ονομάζεται Σάρα, όπως η μητέρα του μελλοντικού ηγέτη στον Κάμερον ούτε η επιλογή του Μπρους Γουίλις σε ένα ρόλο που θυμίζει αυτόν στους Πίθηκους.
Γενικά, χωρίς να τη θεωρώ και την σημαντικότερη ταινία του είδους, πρέπει να πω ότι την απόλαυσα. Μακάρι κι άλλα φιλμ ενός είδους που ταλαιπωρείται αφάνταστα τα πολλά τελευταία χρόνια να είχαν μια τόσο έξυπνη και "ιντριγγαδόρικη" προσέγγιση, ξεφεύγοντας επιτέλους από τα διαρκή κυνηγητά και τα πιστολίδια (με ή χωρίς ακτίνες).
Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2012
Η ΜΑΓΙΚΗ "ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ"
Υπάρχουν ταινίες που μένουν κλασικές, πανέμορφες, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δεν θα πω τίποτα πρωτότυπο αν χαρακτηρίσω ως τέτοια την περίφημη "Νύχτα του Κυνηγού", τη μοναδική ταινία που γύρισε σαν σκηνοθέτης ο μεγάλος ηθοποιός Charles Laughton (1899-1962) το 1955. Πρόκειται για ένα καθαρόαιμο θρίλερ (καθαρόαιμο; Θα δούμε παρακάτω).
Ένας φανατικός θρησκόληπτος, που γυρίζει τη χώρα ως ιεροκήρυκας, ως άλλος Κυανοπώγων παντρεύεται και δολοφονεί χήρες για να τους πάρει την περιουσία. Όταν μαθαίνει ότι η χήρα ενός θανατοποινίτη έχει κάπου κρυμμένα τα λεφτά από τη ληστεία που έκανε ο άντρας της, κάνει ακριβώς το ίδιο: Την παντρεύεται. Μόνο που αποδεικνύεται ότι αυτή δεν έχει ιδέα για το πού είναι κρυμένα τα λεφτά. Το μυστικό γνωρίζουν μόνο τα δύο μικρά παιδιά της, αγοράκι και μικρότερο κοριτσάκι. Από εκεί και πέρα ένα αγχωτικό κυνηγητό μέχρι θανάτου ξεκινά ανάμεσα στον αδίστακτο παπά και τα δύο παιδιά.
Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο φιλμ. Αυτά που ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά είναι η εκπληκτική ασπρόμαυρη εικόνα της ταινίας (από τις ωραιότερες και εντυπωσιακότερες στην ιστορία του σινεμά κατά τη γνώμη μου) και η σαλταρισμένη ερμηνεία του Ρόμπερτ Μίτσαμ, που για μια ακόμα φορά κυριαρχεί στην οθόνη.
Αναρωτήθηκα πριν για το κατά πόσον είναι "καθαρόαιμο" το θρίλερ αυτό. Ναι, είναι ξεκάθαρα θρίλερ. Πλην όμως η διάθεσή του, το κλίμα, αλλάζει πολλές φορές, περνώντας από την ακραία αγωνία και το σασπένς στην καθαρή ποίηση. Σκηνές όπως η νεκρή στο βυθό της λίμνης ή το νυχτερινό ταξίδι των κυνηγημένων παιδιών με τη βάρκα στο ποτάμι αγγίζουν τα όρια του μεταφυσικού και κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή εξαιρετικά ευφάνταστη. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιεί ασυνήθιστες γωνίες λήψης, δημιουργώντας πλάνα εκπληκτικής ομορφιάς. Ο Λότον εφαρμόζει άλλωστε άψογα τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δεν είναι μόνο τα ασηνήθιστα πλάνα που προαναφέραμε, αλλά και η χρήση των σκιών και των, συχνά παραμορφωμένων, εσωτερικών χώρων, που προσδίδουν αυτή την εξπρεσιονιστική ποιότητα στη δουλειά του. Είπαμε: Πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη γοητεία μιας τέτοιας ταινίας.
Μιας ταινίας που είχε αποτύχει στην εποχή της. Ήταν, βλέπετε, η πρώτη φορά που η θρησκεία παρουσιαζόταν στην ακραία μορφή της, την καθαρή θρησκοληψία, σαν κάτι παρανοϊκό και επικίνδυνο. Ο ήρωας δεν είναι απλώς "κακός", δολοφόνος. Στην ουσία είναι απόλυτα παρανοϊκός. Φοβάται παθολογικά το σεξ και πιστεύει ότι οι γυναίκες πρέπει να εξαλειφτούν επειδή βάζουν σε πειρασμό τους άντρες μολύνοντάς τους και απειλώντας την "καθαρότητά" τους. Θεωρεί ότι οι δολοφονίες που διαπράττει είναι θεάρεστες και πιστεύει ότι σ' αυτές τον βοηθά ο θεός. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το ότι περνά όλη αυτή την παράνοια και στη δύστυχη σύζυγο, που αρχικά δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό. Ποιος ξέρει πώς ένοιωσαν οι συντηρητικοί αμερικανοί της εποχής βλέποντας την εικόνα του παρανοϊκού παπά με τα αρχετυπικά τατού στα δάχτυλα των χεριών, το ένα να γράφει LOVE και το άλλο HATE. Και σκεφτείτε πόσες φορές αυτό το μοτίβο της παρανοϊκής θρησκοληψίας έχει χρησιμοποιηθεί (συχνά και αντιγραφεί) έκτοτε.
Δεν έχει νόημα να γράψω κι άλλα. Προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα.
Ένας φανατικός θρησκόληπτος, που γυρίζει τη χώρα ως ιεροκήρυκας, ως άλλος Κυανοπώγων παντρεύεται και δολοφονεί χήρες για να τους πάρει την περιουσία. Όταν μαθαίνει ότι η χήρα ενός θανατοποινίτη έχει κάπου κρυμμένα τα λεφτά από τη ληστεία που έκανε ο άντρας της, κάνει ακριβώς το ίδιο: Την παντρεύεται. Μόνο που αποδεικνύεται ότι αυτή δεν έχει ιδέα για το πού είναι κρυμένα τα λεφτά. Το μυστικό γνωρίζουν μόνο τα δύο μικρά παιδιά της, αγοράκι και μικρότερο κοριτσάκι. Από εκεί και πέρα ένα αγχωτικό κυνηγητό μέχρι θανάτου ξεκινά ανάμεσα στον αδίστακτο παπά και τα δύο παιδιά.
Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο φιλμ. Αυτά που ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά είναι η εκπληκτική ασπρόμαυρη εικόνα της ταινίας (από τις ωραιότερες και εντυπωσιακότερες στην ιστορία του σινεμά κατά τη γνώμη μου) και η σαλταρισμένη ερμηνεία του Ρόμπερτ Μίτσαμ, που για μια ακόμα φορά κυριαρχεί στην οθόνη.
Αναρωτήθηκα πριν για το κατά πόσον είναι "καθαρόαιμο" το θρίλερ αυτό. Ναι, είναι ξεκάθαρα θρίλερ. Πλην όμως η διάθεσή του, το κλίμα, αλλάζει πολλές φορές, περνώντας από την ακραία αγωνία και το σασπένς στην καθαρή ποίηση. Σκηνές όπως η νεκρή στο βυθό της λίμνης ή το νυχτερινό ταξίδι των κυνηγημένων παιδιών με τη βάρκα στο ποτάμι αγγίζουν τα όρια του μεταφυσικού και κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή εξαιρετικά ευφάνταστη. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιεί ασυνήθιστες γωνίες λήψης, δημιουργώντας πλάνα εκπληκτικής ομορφιάς. Ο Λότον εφαρμόζει άλλωστε άψογα τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δεν είναι μόνο τα ασηνήθιστα πλάνα που προαναφέραμε, αλλά και η χρήση των σκιών και των, συχνά παραμορφωμένων, εσωτερικών χώρων, που προσδίδουν αυτή την εξπρεσιονιστική ποιότητα στη δουλειά του. Είπαμε: Πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη γοητεία μιας τέτοιας ταινίας.
Μιας ταινίας που είχε αποτύχει στην εποχή της. Ήταν, βλέπετε, η πρώτη φορά που η θρησκεία παρουσιαζόταν στην ακραία μορφή της, την καθαρή θρησκοληψία, σαν κάτι παρανοϊκό και επικίνδυνο. Ο ήρωας δεν είναι απλώς "κακός", δολοφόνος. Στην ουσία είναι απόλυτα παρανοϊκός. Φοβάται παθολογικά το σεξ και πιστεύει ότι οι γυναίκες πρέπει να εξαλειφτούν επειδή βάζουν σε πειρασμό τους άντρες μολύνοντάς τους και απειλώντας την "καθαρότητά" τους. Θεωρεί ότι οι δολοφονίες που διαπράττει είναι θεάρεστες και πιστεύει ότι σ' αυτές τον βοηθά ο θεός. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το ότι περνά όλη αυτή την παράνοια και στη δύστυχη σύζυγο, που αρχικά δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό. Ποιος ξέρει πώς ένοιωσαν οι συντηρητικοί αμερικανοί της εποχής βλέποντας την εικόνα του παρανοϊκού παπά με τα αρχετυπικά τατού στα δάχτυλα των χεριών, το ένα να γράφει LOVE και το άλλο HATE. Και σκεφτείτε πόσες φορές αυτό το μοτίβο της παρανοϊκής θρησκοληψίας έχει χρησιμοποιηθεί (συχνά και αντιγραφεί) έκτοτε.
Δεν έχει νόημα να γράψω κι άλλα. Προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα.
Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2012
Ο ΒΑΡΒΑΚΗΣ, ΤΟ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΑΚΑΔΗΜΑΪΣΜΟΣ
Όπως φαίνεται ο Γιάννης Σμαραγδής έχει αποφασίσει να εστιάσει το έργο του σε βιογραφίες μεγάλων ελλήνων. Μετά τον Καβάφη και τον Ελ Γκρέκο σειρά έχει ο Ιωάννης Βαρβάκης στο "Ο Θεός Αγαπά το Χαβιάρι" του 2012, ο οποίος Βαρβάκης έζησε όντως μια μυθιστορηματική ζωή: Ψαριανός, ξεκινά σαν πειρατής στο Αιγαίο, βοηθά τους ρώσους στην αποτυχημένη επανάσταση των Ορλωφικών, καταλήγει στην αυλή της μεγάλης Αικατερίνης, γίνεται εκατομμυριούχος και εθνικός ευεργέτης εμπορευόμενος κατ' αποκλειστικότητα το περίφημο μαύρο χαβιάρι, επιστρέφει στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον εμφύλιο του 1825 και τελικά πεθαίνει έγκλειστος - άτυπα φυλακισμένος - σε λοιμοκαθαρτήριο στη Ζάκυνθο.
Όλα αυτά δείχνονται σε μια εντυπωσιακά διεθνή συμπαραγωγή, με ηθοποιούς όπως ο Σεμπάστιαν Κοχ, η Κατρίν Ντενέβ, ο Τζον Κλιζ και άλλοι. Η ταινία βασίζεται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις, ενός διπλωμάτη σε έναν άγγλο και ενός πιστού φίλου του Βαρβάκη σε μια ομάδα παιδιών, οπότε έχουμε ένα είδος διαρκούς flash back της ζωής του. Μερικές φορές υπάρχουν και κάποιες εντυπωσιακές εικόνες.
Το πρόβλημα είναι ο αφόρητος για μένα ακαδημαϊσμός. Όλα είναι γραμμικά, σαν κλασικά εικονογραφημένα, όλα είναι υπερβολικά "καθώς πρέπει", η βιογραφία γίνεται σχεδόν αγιογραφία, ακόμα και η συγκίνηση στο τέλος μοιάζει προμελετημένη και αναμενόμενη. Βρήκα ακόμα αρκετά μέτριες κάμποσες από τις ηθοποιίες (με χειρότερη των παιδιών). Και, για να ενοχληθώ περισσότερο, υπήρχαν συχνά στομφώδεις και βαρύγδουπες ατάκες, περί ελευθερίας (το μόνο πράγμα που μοιάζει να ποθεί πραγματικά ο ήρωας), περί θεού και άλλων. Ήταν όλα πολύ στημένα και άνευρα για να καταφέρουν αν με συγκινήσουν. Έλειπαν ακόμα και η σύγκρουση και το σχετικό σασπένς που υπήρχαν στον "Γκρέκο". Τα γεγονότα απλώς παρατίθενται, συχνά αποσπασματικά, το ένα δίπλα στο άλλο, σα μικρές, αυτόνομες ιστοριούλες, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις. Όσο για τον μικρό, σχεδόν μεταφυσικό ρόλο του Λαζόπουλου, μάλλον ξεκάρφωτο και άσχετο με το όλο κλίμα τον βρήκα.
Εντυπωσιακή παραγωγή λοιπόν (και μακάρι να κάνει και εισιτήρια), αλλά το βρήκα γενικά ανέμπνευστο και, όπως είπα, άνευρο. Στη διάρκειά του απλώς περίμενα να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν στη ζωή του ήρωα και να τελειώσει το φιλμ. Νομίζω ότι η μεγάλη παραγωγή, οι γνωστοί ηθοποιοί και η "καλλιγραφία" δεν αρκούν πάντοτε για να δώσουν μια καλή ταινία.
Όλα αυτά δείχνονται σε μια εντυπωσιακά διεθνή συμπαραγωγή, με ηθοποιούς όπως ο Σεμπάστιαν Κοχ, η Κατρίν Ντενέβ, ο Τζον Κλιζ και άλλοι. Η ταινία βασίζεται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις, ενός διπλωμάτη σε έναν άγγλο και ενός πιστού φίλου του Βαρβάκη σε μια ομάδα παιδιών, οπότε έχουμε ένα είδος διαρκούς flash back της ζωής του. Μερικές φορές υπάρχουν και κάποιες εντυπωσιακές εικόνες.
Το πρόβλημα είναι ο αφόρητος για μένα ακαδημαϊσμός. Όλα είναι γραμμικά, σαν κλασικά εικονογραφημένα, όλα είναι υπερβολικά "καθώς πρέπει", η βιογραφία γίνεται σχεδόν αγιογραφία, ακόμα και η συγκίνηση στο τέλος μοιάζει προμελετημένη και αναμενόμενη. Βρήκα ακόμα αρκετά μέτριες κάμποσες από τις ηθοποιίες (με χειρότερη των παιδιών). Και, για να ενοχληθώ περισσότερο, υπήρχαν συχνά στομφώδεις και βαρύγδουπες ατάκες, περί ελευθερίας (το μόνο πράγμα που μοιάζει να ποθεί πραγματικά ο ήρωας), περί θεού και άλλων. Ήταν όλα πολύ στημένα και άνευρα για να καταφέρουν αν με συγκινήσουν. Έλειπαν ακόμα και η σύγκρουση και το σχετικό σασπένς που υπήρχαν στον "Γκρέκο". Τα γεγονότα απλώς παρατίθενται, συχνά αποσπασματικά, το ένα δίπλα στο άλλο, σα μικρές, αυτόνομες ιστοριούλες, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις. Όσο για τον μικρό, σχεδόν μεταφυσικό ρόλο του Λαζόπουλου, μάλλον ξεκάρφωτο και άσχετο με το όλο κλίμα τον βρήκα.
Εντυπωσιακή παραγωγή λοιπόν (και μακάρι να κάνει και εισιτήρια), αλλά το βρήκα γενικά ανέμπνευστο και, όπως είπα, άνευρο. Στη διάρκειά του απλώς περίμενα να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν στη ζωή του ήρωα και να τελειώσει το φιλμ. Νομίζω ότι η μεγάλη παραγωγή, οι γνωστοί ηθοποιοί και η "καλλιγραφία" δεν αρκούν πάντοτε για να δώσουν μια καλή ταινία.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2012
ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ (;!;!;!;!)
Κι όμως! Υπάρχει κι αυτό! Ταινία με τον απίστευτο τίτλο (και αντίστοιχο περιεχόμενο) "Έντι: Ο Υπνοβάτης Κανίβαλος" (Eddie: The Sleepwalking Cannibal). Είναι του Boris Rodriguez, γυρίστηκε το 2012 και είναι μια ασυνήθιστη καναδοδανέζικη συμπαραγωγή! Και ξέρετε το πιο παράξενο απ' όλα; Ενώ πήγαμε να το δούμε με πλήρη διάθεση απόλυτου χαβαλέ, προετοιμασμένοι για ό,τι χειρότερο, μας βγήκε αρκετά καλό φιλμ (τουλάχιστον συμπαθητικό στη χειρότερη περίπτωση).
Κάπου στο πουθενά, στον Καναδά, σε χιονισμένες εκτάσεις μέσα σε δάση, υπάρχει μια σχολή καλών τεχνών. Ένας δανός προσλαμβάνεται εκεί σαν καθηγητής. Πριν 10 χρόνια ήταν διάσημος ζωγράφος και είχε εντυπωσιάσει με την έκθεσή του. Στη συνέχεια όμως η έμπνευση εξαφανίστηκε και όλα αυτά τα χρόνια είχε σιγήσει. Ανάμεσα στους σπουδαστές υπάρχει ένας καθυστερημένος σαραντάρης, με μυαλό μικρού παιδιού, που γίνεται δεκτός στη σχολή επειδή η θεία του είναι από τους βασικούς σπόνσορές της. Ο δανός σύντομα ανακαλύπτει ότι ο καθυστερημένος όταν υπνοβατεί μετατρέπεται σε έναν άγριο κανίβαλο, που καταβροχθίζει τα πάντα και διαθέτει και τεράστια δύναμη. Όταν όμως ξυπνά χορτασμένος γίνεται και πάλι αθώος σα μικρό παιδί. Το θέμα είναι ότι εξ αιτίας των φριχτών θεαμάτων που αντικρύζει, ο δανός ξαναβρίσκει τη χαμένη του έμπνευση. Πώς λοιπόν θα χειριστεί το όλο θέμα; Θα αποκαλύψει το εφιαλτικό μυστικό ή...
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο φιλμ τρόμου και την άγρια σάτιρα. Το κατάμαυρο χιούμορ είναι διάσπαρτο σ' όλη της τη διάρκεια, το γέλιο εναλλάσσεται με τη φρίκη και η ογκώδης φιγούρα του Έντι, που τρέχει με το σώβρακο μέσα στην παγωμένη, χιονισμένη νύχτα καταβροχθίζοντας ανθρώπους (!) μένει αξέχαστη. Πρόκειται μάλιστα και για αρκετά καλογυρισμένο φιλμ. Ταυτόχρονα, μέσα στην όλη πλάκα, θέτει και ορισμένα σοβαρότερα θέματα: Πού τελειώνουν τα όρια της ηθικής και από πού αρχίζει το αδίστακτο κυνήγι της επιτυχίας; Πόσες θυσίες αξίζουν για το "κοινό καλό"; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση του καθηγητή; Μήπως δεν αρκούν πάντοτε οι καλές προθέσεις ή, πάλι, μήπως όλοι έχουμε την τιμή εξαγοράς μας;
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα. Αν μάλιστα δεν αντέχετε καθόλου το (ελαφρό έστω) σπλάτερ, μείνετε μακριά. Προσωπικά πάντως το διασκέδασα αρκετά. Σίγουρα πάντως πιστεύω ότι συνολικά πρόκειται για καλύτερο φιλμ απ' ό,τι θα περίμενε κανείς αντικρύζοντας τον απίστευτο αυτόν τίτλο.
Κάπου στο πουθενά, στον Καναδά, σε χιονισμένες εκτάσεις μέσα σε δάση, υπάρχει μια σχολή καλών τεχνών. Ένας δανός προσλαμβάνεται εκεί σαν καθηγητής. Πριν 10 χρόνια ήταν διάσημος ζωγράφος και είχε εντυπωσιάσει με την έκθεσή του. Στη συνέχεια όμως η έμπνευση εξαφανίστηκε και όλα αυτά τα χρόνια είχε σιγήσει. Ανάμεσα στους σπουδαστές υπάρχει ένας καθυστερημένος σαραντάρης, με μυαλό μικρού παιδιού, που γίνεται δεκτός στη σχολή επειδή η θεία του είναι από τους βασικούς σπόνσορές της. Ο δανός σύντομα ανακαλύπτει ότι ο καθυστερημένος όταν υπνοβατεί μετατρέπεται σε έναν άγριο κανίβαλο, που καταβροχθίζει τα πάντα και διαθέτει και τεράστια δύναμη. Όταν όμως ξυπνά χορτασμένος γίνεται και πάλι αθώος σα μικρό παιδί. Το θέμα είναι ότι εξ αιτίας των φριχτών θεαμάτων που αντικρύζει, ο δανός ξαναβρίσκει τη χαμένη του έμπνευση. Πώς λοιπόν θα χειριστεί το όλο θέμα; Θα αποκαλύψει το εφιαλτικό μυστικό ή...
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο φιλμ τρόμου και την άγρια σάτιρα. Το κατάμαυρο χιούμορ είναι διάσπαρτο σ' όλη της τη διάρκεια, το γέλιο εναλλάσσεται με τη φρίκη και η ογκώδης φιγούρα του Έντι, που τρέχει με το σώβρακο μέσα στην παγωμένη, χιονισμένη νύχτα καταβροχθίζοντας ανθρώπους (!) μένει αξέχαστη. Πρόκειται μάλιστα και για αρκετά καλογυρισμένο φιλμ. Ταυτόχρονα, μέσα στην όλη πλάκα, θέτει και ορισμένα σοβαρότερα θέματα: Πού τελειώνουν τα όρια της ηθικής και από πού αρχίζει το αδίστακτο κυνήγι της επιτυχίας; Πόσες θυσίες αξίζουν για το "κοινό καλό"; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση του καθηγητή; Μήπως δεν αρκούν πάντοτε οι καλές προθέσεις ή, πάλι, μήπως όλοι έχουμε την τιμή εξαγοράς μας;
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα. Αν μάλιστα δεν αντέχετε καθόλου το (ελαφρό έστω) σπλάτερ, μείνετε μακριά. Προσωπικά πάντως το διασκέδασα αρκετά. Σίγουρα πάντως πιστεύω ότι συνολικά πρόκειται για καλύτερο φιλμ απ' ό,τι θα περίμενε κανείς αντικρύζοντας τον απίστευτο αυτόν τίτλο.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012
"Η ΚΟΡΗ" ΚΑΙ Η ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ
"Η Κόρη" του 2012 είναι η τρίτη ταινία του Θάνου Αναστόπουλου. Παραμένει στο ρεαλιστικό κλίμα που προτιμά ο σκηνοθέτης και, δίχως να είναι κάτι συγκλονιστικό, τη βρήκα τουλάχιστον αξιόλογη.
Ένα 14χρονο κορίτσι με χωρισμένους γονείς νοιώθει όλα να αλλάζουν με την εξαφάνιση του πατέρα της, με τον οποίο νοιώθει πιο κοντά απ' όσο με τη μητέρα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό έγινε λόγω χρεών, για τα οποία υπεύθυνος είναι μάλλον ο συνεταίρος και φίλος του, αντιδρά με ανορθόδοξο τρόπο μέχρι να τον ξαναβρεί με οποιονδήποτε τρόπο: Απαγάγει τον μικρό γιο του συνεταίρου, που είναι μικρότερός της, και τον κρατά όμηρο στην δαιδαλώδη ξυλαποθήκη των δύο συνεταίρων.
Το φιλμ ξεκινά με απόλυτο ρεαλισμό, ντοκιμαντερίστικο στιλ και αποτύπωση της καθημερινότητας, θυμίζοντας το σινεμά των αδελφών Νταρντέν, για να προχωρήσει σταδιακά - μετά τα μισά - σε ένα είδος (χαλαρού πάντως) θρίλερ, με το σασπένς να κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή. Μην περιμένετε λοιπόν κάποιο άγριο θρίλερ. Απλώς βαθμιαίο "σφίξιμο" και σχετικά αυξανόμενη αγωνία.
Αυτό που εκτίμησα στην ταινία είναι ότι, είτε διεισδύοντας στην καθημερινότητα των ηρώων είτε επινοώντας το συγκεκριμένο στόρι, μας δείχνει όχι μόνο τις προφανείς, αλλά και τις αναπάντεχες επιπτώσεις της κρίσης που μαστίζει τα πάντα. Όλα ξεκινάνε απ' αυτήν (την κρίση εννοώ), την οικονομική της διάσταση συγκεκριμένα, αλλά οι αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου που υποφέρει απ' αυτήν είναι πραγματικά απρόσμενες και ενίοτε ανεξέλεγκτες. Και βέβαια, ας το επισημάνουμε κι αυτό, η κρίση που βιώνουμε έχει σαν φόντο, σαν απαραίτητο background, μια προϋπάρχουσα κοινωνική κρίση, στην οικογένεια (το χωρισμένο ζευγάρι), στις ανθρώπινες σχέσεις και την διαφθορά τους από τον πόθο για χρήμα (οι σχέσεις των πρώην φίλων συνεταίρων), στην κοινωνία γενικότερα. Πάνω σ' αυτό το εύφορο έδαφος γιγαντώνεται η τωρινή κρίση παράγοντας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και τα αποτελέσματα που παρακολουθούμε στην οθόνη.
Τη βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα ταινία, δίχως, ξαναλέω, να τη θεωρώ κάτι φοβερό. Το βλέμμα όμως της μικρής πρωταγωνίστριας Σαβίνας Αλιμάνι, η αποφασιστικότητα και το πείσμα της, θα με ακολουθούν για καιρό.
Ένα 14χρονο κορίτσι με χωρισμένους γονείς νοιώθει όλα να αλλάζουν με την εξαφάνιση του πατέρα της, με τον οποίο νοιώθει πιο κοντά απ' όσο με τη μητέρα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό έγινε λόγω χρεών, για τα οποία υπεύθυνος είναι μάλλον ο συνεταίρος και φίλος του, αντιδρά με ανορθόδοξο τρόπο μέχρι να τον ξαναβρεί με οποιονδήποτε τρόπο: Απαγάγει τον μικρό γιο του συνεταίρου, που είναι μικρότερός της, και τον κρατά όμηρο στην δαιδαλώδη ξυλαποθήκη των δύο συνεταίρων.
Το φιλμ ξεκινά με απόλυτο ρεαλισμό, ντοκιμαντερίστικο στιλ και αποτύπωση της καθημερινότητας, θυμίζοντας το σινεμά των αδελφών Νταρντέν, για να προχωρήσει σταδιακά - μετά τα μισά - σε ένα είδος (χαλαρού πάντως) θρίλερ, με το σασπένς να κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή. Μην περιμένετε λοιπόν κάποιο άγριο θρίλερ. Απλώς βαθμιαίο "σφίξιμο" και σχετικά αυξανόμενη αγωνία.
Αυτό που εκτίμησα στην ταινία είναι ότι, είτε διεισδύοντας στην καθημερινότητα των ηρώων είτε επινοώντας το συγκεκριμένο στόρι, μας δείχνει όχι μόνο τις προφανείς, αλλά και τις αναπάντεχες επιπτώσεις της κρίσης που μαστίζει τα πάντα. Όλα ξεκινάνε απ' αυτήν (την κρίση εννοώ), την οικονομική της διάσταση συγκεκριμένα, αλλά οι αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου που υποφέρει απ' αυτήν είναι πραγματικά απρόσμενες και ενίοτε ανεξέλεγκτες. Και βέβαια, ας το επισημάνουμε κι αυτό, η κρίση που βιώνουμε έχει σαν φόντο, σαν απαραίτητο background, μια προϋπάρχουσα κοινωνική κρίση, στην οικογένεια (το χωρισμένο ζευγάρι), στις ανθρώπινες σχέσεις και την διαφθορά τους από τον πόθο για χρήμα (οι σχέσεις των πρώην φίλων συνεταίρων), στην κοινωνία γενικότερα. Πάνω σ' αυτό το εύφορο έδαφος γιγαντώνεται η τωρινή κρίση παράγοντας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και τα αποτελέσματα που παρακολουθούμε στην οθόνη.
Τη βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα ταινία, δίχως, ξαναλέω, να τη θεωρώ κάτι φοβερό. Το βλέμμα όμως της μικρής πρωταγωνίστριας Σαβίνας Αλιμάνι, η αποφασιστικότητα και το πείσμα της, θα με ακολουθούν για καιρό.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012
Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
Οι μεγάλες ταινίες των αδελφών Paolo και Vittorio Taviani έγιναν πίσω στη δεκαετία του 70 (άντε και στις αρχές του 80). Μετά ήρθε η δημιουργική παρακμή. Και ξαφνικά, ογδοντάρηδες πια (!), γυρίζουν το 2012 το "Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει" (Cesare deve Morire) και έρχονται αναπάντεχα ξανά στην επικαιρότητα, κερδίζοντας μάλιστα τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
Γενικά δεν μου πολυαρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με το "σινεμά μέσα στο σινεμά" ή το "θέατρο μέσα στο σινεμά", πολύ περισσότερο μάλιστα όταν είναι ημιντοκιμαντερίστικες. Ωστόσο εδώ θα "βγάλω το καπέλο" στους γηραιούς αδελφούς, γιατί αυτό που έχουν κάνει είναι και ευφάνταστο και πολύ δυνατό. Η ιδέα είναι εντυπωσιακή: Κάποιοι φυλακισμένοι (και μάλιστα βαρυποινίτες, σε φυλακές ύψιστης ασφάλειας) ανεβάζουν τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σέξπιρ. Ναι, όμως και στην ταινία αυτό ακριβώς βλέπουμε. Την προετοιμασία μέσα στις φυλακές, τις προσπάθειες όλων, τη μεταμόρφωσή τους. Μόνο που οι ίδιοι οι Ταβιάνι έχουν εισχωρήσει στις φυλακές και κινηματογραφούν το ίδιο το γεγονός. Οπότε οι ηθοποιοί είναι όντως βαρυποινίτες, οι οποίοι ερμηνεύουν συγχρόνως και τους σεξπιρικούς ρόλους και τους εαυτούς τους στα διαλείμματα των προβών. Στο τέλος μάλιστα, στα credits, αναφέρονται, μαζί με τα ονόματα, και οι ποινές τους και οι λόγοι για τους οποίους τις εκτίουν.
Αυτό που είναι πάνω απ' όλα συγκλονιστικό για μένα σ' αυτό το διαρκές παιχνίδι θεάτρου - πραγματικότητας, είναι οι φοβερές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών - κατάδικων. Όλοι έχον δοθεί με πάθος στους ρόλους τους, όλοι τούς ζουν πραγματικά, όλοι πιάνονται απ' αυτούς για να ξεφύγουν από την άθλια καθημερινότητά του εγκλεισμού, και τα ερμηνευτικά αποτελέσματα είναι απίστευτα. Οι Ταβιάνι παίζουν έξυπνα με το χρώμα, που μετετρέπεται από έγχρωμο σε ασπρόμαυρο, και τοποθετούν τη σεξπιρική δράση άλλοτε στο σανίδι (στην τελική παράσταση) κι άλλοτε ανάμεσα στους τοίχους της φυλακής, στους διαδρόμους, στους κοινόχρηστους χώρους, στις μίζερες, γκρίζες αυλές. Έτσι ο λόγος του Σέξπιρ μεταφέρεται στο σήμερα και οι ατάκες περί ελευθερίας, δημοκρατίας, φιλίας, προδοσίας κλπ. αποκτούν άλλο νόημα, καθώς φωτίζονται κάτω από το σύγχρονο φως και μάλιστα σε απόλυτες συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
Σας ξαναείπα: Δεν είμαι πολύ φίλος του είδους. Το συγκεκριμένο φιλμ όμως με κράτησε, κυρίως χάρη στις ερμηνείες του (δεν πιστεύεις ότι πρόκειται για ερασιτέχνες φυλακισμένους). Συνίσταται ανεπιφύλακτα σε σινεφίλ θεατρόφιλους (και όχι μόνο). Η τελευταία ατάκα δε ενός, αληθινού όπως είπαμε, βαρυποινίτη είναι συγκλονιστική: "Από τότε που ανακάλυψα την τέχνη το κελλί μου έγινε πραγματική φυλακή".
Γενικά δεν μου πολυαρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με το "σινεμά μέσα στο σινεμά" ή το "θέατρο μέσα στο σινεμά", πολύ περισσότερο μάλιστα όταν είναι ημιντοκιμαντερίστικες. Ωστόσο εδώ θα "βγάλω το καπέλο" στους γηραιούς αδελφούς, γιατί αυτό που έχουν κάνει είναι και ευφάνταστο και πολύ δυνατό. Η ιδέα είναι εντυπωσιακή: Κάποιοι φυλακισμένοι (και μάλιστα βαρυποινίτες, σε φυλακές ύψιστης ασφάλειας) ανεβάζουν τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σέξπιρ. Ναι, όμως και στην ταινία αυτό ακριβώς βλέπουμε. Την προετοιμασία μέσα στις φυλακές, τις προσπάθειες όλων, τη μεταμόρφωσή τους. Μόνο που οι ίδιοι οι Ταβιάνι έχουν εισχωρήσει στις φυλακές και κινηματογραφούν το ίδιο το γεγονός. Οπότε οι ηθοποιοί είναι όντως βαρυποινίτες, οι οποίοι ερμηνεύουν συγχρόνως και τους σεξπιρικούς ρόλους και τους εαυτούς τους στα διαλείμματα των προβών. Στο τέλος μάλιστα, στα credits, αναφέρονται, μαζί με τα ονόματα, και οι ποινές τους και οι λόγοι για τους οποίους τις εκτίουν.
Αυτό που είναι πάνω απ' όλα συγκλονιστικό για μένα σ' αυτό το διαρκές παιχνίδι θεάτρου - πραγματικότητας, είναι οι φοβερές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών - κατάδικων. Όλοι έχον δοθεί με πάθος στους ρόλους τους, όλοι τούς ζουν πραγματικά, όλοι πιάνονται απ' αυτούς για να ξεφύγουν από την άθλια καθημερινότητά του εγκλεισμού, και τα ερμηνευτικά αποτελέσματα είναι απίστευτα. Οι Ταβιάνι παίζουν έξυπνα με το χρώμα, που μετετρέπεται από έγχρωμο σε ασπρόμαυρο, και τοποθετούν τη σεξπιρική δράση άλλοτε στο σανίδι (στην τελική παράσταση) κι άλλοτε ανάμεσα στους τοίχους της φυλακής, στους διαδρόμους, στους κοινόχρηστους χώρους, στις μίζερες, γκρίζες αυλές. Έτσι ο λόγος του Σέξπιρ μεταφέρεται στο σήμερα και οι ατάκες περί ελευθερίας, δημοκρατίας, φιλίας, προδοσίας κλπ. αποκτούν άλλο νόημα, καθώς φωτίζονται κάτω από το σύγχρονο φως και μάλιστα σε απόλυτες συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
Σας ξαναείπα: Δεν είμαι πολύ φίλος του είδους. Το συγκεκριμένο φιλμ όμως με κράτησε, κυρίως χάρη στις ερμηνείες του (δεν πιστεύεις ότι πρόκειται για ερασιτέχνες φυλακισμένους). Συνίσταται ανεπιφύλακτα σε σινεφίλ θεατρόφιλους (και όχι μόνο). Η τελευταία ατάκα δε ενός, αληθινού όπως είπαμε, βαρυποινίτη είναι συγκλονιστική: "Από τότε που ανακάλυψα την τέχνη το κελλί μου έγινε πραγματική φυλακή".
Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2012
ΚΥΡΙΟΣ Ή ΚΥΡΙΑ LAURENCE;
Ο Xavier Dolan είναι πραγματικά το νέο "τρομερό παιδί" του σινεμά. Γαλλόφωνος καναδός εκ Κεμπέκ, έχει ήδη γυρίσει 3 ταινίες, ενώ έχει γεννηθεί μόλις το 1989! Το 2012 λοιπόν γυρίζει το τρίτο του φιλμ, το "Laurence Anyway", που ασχολείται με μια ιδιάζουσα περίπτωση ανθρώπου.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ευτυχισμένος: Συγγραφέας, με ευχάριστη κοινωνική ζωή και με μια πολύ καλή ερωτική σχέση με κοπέλα που αγαπά. Ώσπου στα 35 του αποφασίζει να αποκαλύψει τον πραγματικό του πόθο: Να γίνει γυναίκα! Ποια είναι η ιδιορυθμία; Το ότι ο τύπος δεν είναι καν γκέι. Το πάθος του είναι να ντύνεται γυναικεία, να κάνει ό,τι κάνουν οι γυναίκες (κομμωτήριο, αποτρίχωση, βάψιμο κλπ.), αλλά κατά τα άλλα εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με την (κατάπληκτη προφανώς) κοπέλα του, με την οποία επιθυμεί να διατηρήσει τη σχέση του. Μετά την αποκάλυψη η ταινία ασχολείται με το μέλλον της σχέσης τους σε αρκετό βάθος χρόνου, τους χωρισμούς και τα ξανασμιξίματά τους, αλλά και τη ζωή του ήρωα, ο οποίος κυκλοφορεί παντού σαν κανονική γυναίκα δίχως ποτέ να έχει κάνει αλλαγή φύλου.
Πριν πείτε ότι μια τέτοια περίπτωση είναι αδύνατη, θα σας θυμίσω ότι αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα διέθετε ο Ed Wood (του "Plan 9 from Outer Space"), για πολλούς ο χειρότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Είχε μάλιστα γυρίσει και ταινία για το θέμα, το "Glen or Glenda" (πιστέψτε με, δεν βλέπεται). Όλα αυτά θα τα δείτε καλύτερα στη θαυμάσια κινηματογραφική του βιογραφία που είχε γυρίσει ο Tim Burton. Τα αναφέρω αυτά απλώς για να σας δείξω ότι αυτή το σπάνιο πάθος όντως υπάρχει.
Η ταινία του Dolan τώρα μάλλον με κούρασε. Αναμφισβήτητα ο ίδιος, αν μη τι άλλο, είναι εντυπωσιακός σκηνοθέτης. Δυνατές εικόνες, παράξενες γωνίες λήψης, ξαφνικά σουρεαλιστικά συμβάντα που σπάνε το ρεαλισμό (;) της υπόθεσης (π.χ. το σαλόνι που ξαφνικά πλημμυρίζει από νερό), εκκεντρικοί χαρακτήρες, αρκετό απόλυτα ηθελημένο κιτς κλπ. Και φυσικά μιλά (κάπως μεγαλόστομα είναι αλήθεια) για το θέμα της διαφορετικότητας και του δικαιώματος σ' αυτή. Αλλά και για τα κοινωνικά ταμπού που αντιστέκονται και τελικά θριαμβεύουν. Ωστόσο η περίπτωση δεν παύει να παραμένει φοβερά σπάνια, σχεδόν μοναδική για να επιδέχεται γενικεύσεις. Επίσης (ίσως κυρίως θα έπρεπε να πω) βρήκα αδικαιολόγητη την μεγάλη διάρκεια (πάνω από δυόμιση ώρες), που προφανώς αύξησε την κούρασή μου.
Ο Dolan είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση και, το είπαμε, διαθέτει φαντασία τουλάχιστον από πλευράς εικόνας. Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ μάλλον με απογοήτευσε, θα παρακολουθησω με ενδιαφέρον το έργο του.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ευτυχισμένος: Συγγραφέας, με ευχάριστη κοινωνική ζωή και με μια πολύ καλή ερωτική σχέση με κοπέλα που αγαπά. Ώσπου στα 35 του αποφασίζει να αποκαλύψει τον πραγματικό του πόθο: Να γίνει γυναίκα! Ποια είναι η ιδιορυθμία; Το ότι ο τύπος δεν είναι καν γκέι. Το πάθος του είναι να ντύνεται γυναικεία, να κάνει ό,τι κάνουν οι γυναίκες (κομμωτήριο, αποτρίχωση, βάψιμο κλπ.), αλλά κατά τα άλλα εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος με την (κατάπληκτη προφανώς) κοπέλα του, με την οποία επιθυμεί να διατηρήσει τη σχέση του. Μετά την αποκάλυψη η ταινία ασχολείται με το μέλλον της σχέσης τους σε αρκετό βάθος χρόνου, τους χωρισμούς και τα ξανασμιξίματά τους, αλλά και τη ζωή του ήρωα, ο οποίος κυκλοφορεί παντού σαν κανονική γυναίκα δίχως ποτέ να έχει κάνει αλλαγή φύλου.
Πριν πείτε ότι μια τέτοια περίπτωση είναι αδύνατη, θα σας θυμίσω ότι αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα διέθετε ο Ed Wood (του "Plan 9 from Outer Space"), για πολλούς ο χειρότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών. Είχε μάλιστα γυρίσει και ταινία για το θέμα, το "Glen or Glenda" (πιστέψτε με, δεν βλέπεται). Όλα αυτά θα τα δείτε καλύτερα στη θαυμάσια κινηματογραφική του βιογραφία που είχε γυρίσει ο Tim Burton. Τα αναφέρω αυτά απλώς για να σας δείξω ότι αυτή το σπάνιο πάθος όντως υπάρχει.
Η ταινία του Dolan τώρα μάλλον με κούρασε. Αναμφισβήτητα ο ίδιος, αν μη τι άλλο, είναι εντυπωσιακός σκηνοθέτης. Δυνατές εικόνες, παράξενες γωνίες λήψης, ξαφνικά σουρεαλιστικά συμβάντα που σπάνε το ρεαλισμό (;) της υπόθεσης (π.χ. το σαλόνι που ξαφνικά πλημμυρίζει από νερό), εκκεντρικοί χαρακτήρες, αρκετό απόλυτα ηθελημένο κιτς κλπ. Και φυσικά μιλά (κάπως μεγαλόστομα είναι αλήθεια) για το θέμα της διαφορετικότητας και του δικαιώματος σ' αυτή. Αλλά και για τα κοινωνικά ταμπού που αντιστέκονται και τελικά θριαμβεύουν. Ωστόσο η περίπτωση δεν παύει να παραμένει φοβερά σπάνια, σχεδόν μοναδική για να επιδέχεται γενικεύσεις. Επίσης (ίσως κυρίως θα έπρεπε να πω) βρήκα αδικαιολόγητη την μεγάλη διάρκεια (πάνω από δυόμιση ώρες), που προφανώς αύξησε την κούρασή μου.
Ο Dolan είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση και, το είπαμε, διαθέτει φαντασία τουλάχιστον από πλευράς εικόνας. Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ μάλλον με απογοήτευσε, θα παρακολουθησω με ενδιαφέρον το έργο του.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012
Η ΝΤΑΝΑΓΟΥΕΪ ΩΣ ΥΣΤΕΡΙΚΗ ΤΖΟΑΝ ΚΡΟΦΟΡΝΤ
Η Τζόαν Κρόφορντ υπήρξε βέβαια μια από τις μεγαλύτερες χολιγουντιανές σταρ. Η προσωπική της ζωή ωστόσο κάθε άλλο παρά ισορροπημένη ήταν. Υστερική, καταπιεστική, βασάνιζε την θετή κόρη της, είχε παθολογική μανία με την καθαριότητα και, γενικά, πολύ λίγο απείχε από εγκλεισμό σε άσυλο.
Το "Mommie Dearest" γυρίστηκε από τον Frank Perry (1930-1995) το 1981 και βασίστηκε στο βιβλίο που εξέδωσε ακριβώς η θετή της κόρη, αποκαλύπτοντας την κόλαση στην οποία έζησε. Στο ρόλο της Κρόφορντ η Φέι Νταναγουέι, φτιαγμένη να μοιάζει μ' αυτήν μ' έναν σχεδόν τρομακτικό τρόπο, σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες περφόρμανς της καριέρας της.
Αυτό που βλέπουμε στο φιλμ είναι μια απόλυτα προσωπική περίπτωση (μια προσωπική ασθένεια μάλλον). Δεν ξέρουμε από πότε ήταν έτσι η Κρόφορντ, δεν ξέρουμε αν η όλη ψυχοπάθεια οφείλεται στο Χόλιγουντ, στη λάμψη, αλλά και την αφόρητη πίεση που εξασκεί στους σταρ. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή η ηθοποιός (και η Φέι και η Τζόαν) είναι πέρα για πέρα υστερική - και αλκοολική επιπλέον. Η αγωνία της για το ότι δεν έχει παιδιά, οι ερωτικές σχέσεις της που καταστρέφονται λόγω της κατάστασής της, οι σχέσεις της με την θετή κόρη (τραυματική για την τελευταία), η μεγαλομανία της (συχνά κρυμένη κάτω από μια επίφαση σεμνότητας), η καταπιεστικότητά της, η ψύχωσή της με την καθαριότητα... όλα περνάνε απο την οθόνη, δίχως όμως περαιτέρω εξηγήσεις.
Μίλησα στην αρχή για αμφιλεγόμενη ηθοποιία. Όλη η ιδιορυθμία της ταινίας έγκειται στο ότι πρόκειται για ένα διαρκές overdose. Η ηθοποιία, οι ατάκες, οι καταστάσεις, κάπου το παρακάνουν. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σ' αυτές τις περιπτώσεις όπου ένα απόλυτα δραματικό φιλμ προκαλεί άθελά του γέλιο σε αρκετά σημεία. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Νύχτες Πρεμιέρας παίχτηκε στο αφιέρωμα Camp (κάτι σαν κιτς, overdose, άθελά του όμως). Μένει αξέχαστη η σκηνή όπου η Νταναγουέι / Κρόφορντ ουρλιάζει, παραληρεί σχεδόν ενάντια στις... σιδερένιες κρεμάστρες, προκαλώντας γέλιο στο κοινό.
Ντελίριο λοιπόν σε όλα τα επίπεδα, υπέρ του δέοντος μελόδραμα, υπερβολή, σε μια ταινία που ενδιαφέρει ίσως όσους θέλουν να μάθουν για σκοτεινές πλευρές του λαμπερού Χόλιγουντ... είπαμε όμως: Κάποια τουλάχιστον χαμόγελα από το διαρκές too much δεν θα τα γλυτώσετε...
Το "Mommie Dearest" γυρίστηκε από τον Frank Perry (1930-1995) το 1981 και βασίστηκε στο βιβλίο που εξέδωσε ακριβώς η θετή της κόρη, αποκαλύπτοντας την κόλαση στην οποία έζησε. Στο ρόλο της Κρόφορντ η Φέι Νταναγουέι, φτιαγμένη να μοιάζει μ' αυτήν μ' έναν σχεδόν τρομακτικό τρόπο, σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες περφόρμανς της καριέρας της.
Αυτό που βλέπουμε στο φιλμ είναι μια απόλυτα προσωπική περίπτωση (μια προσωπική ασθένεια μάλλον). Δεν ξέρουμε από πότε ήταν έτσι η Κρόφορντ, δεν ξέρουμε αν η όλη ψυχοπάθεια οφείλεται στο Χόλιγουντ, στη λάμψη, αλλά και την αφόρητη πίεση που εξασκεί στους σταρ. Από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή η ηθοποιός (και η Φέι και η Τζόαν) είναι πέρα για πέρα υστερική - και αλκοολική επιπλέον. Η αγωνία της για το ότι δεν έχει παιδιά, οι ερωτικές σχέσεις της που καταστρέφονται λόγω της κατάστασής της, οι σχέσεις της με την θετή κόρη (τραυματική για την τελευταία), η μεγαλομανία της (συχνά κρυμένη κάτω από μια επίφαση σεμνότητας), η καταπιεστικότητά της, η ψύχωσή της με την καθαριότητα... όλα περνάνε απο την οθόνη, δίχως όμως περαιτέρω εξηγήσεις.
Μίλησα στην αρχή για αμφιλεγόμενη ηθοποιία. Όλη η ιδιορυθμία της ταινίας έγκειται στο ότι πρόκειται για ένα διαρκές overdose. Η ηθοποιία, οι ατάκες, οι καταστάσεις, κάπου το παρακάνουν. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σ' αυτές τις περιπτώσεις όπου ένα απόλυτα δραματικό φιλμ προκαλεί άθελά του γέλιο σε αρκετά σημεία. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Νύχτες Πρεμιέρας παίχτηκε στο αφιέρωμα Camp (κάτι σαν κιτς, overdose, άθελά του όμως). Μένει αξέχαστη η σκηνή όπου η Νταναγουέι / Κρόφορντ ουρλιάζει, παραληρεί σχεδόν ενάντια στις... σιδερένιες κρεμάστρες, προκαλώντας γέλιο στο κοινό.
Ντελίριο λοιπόν σε όλα τα επίπεδα, υπέρ του δέοντος μελόδραμα, υπερβολή, σε μια ταινία που ενδιαφέρει ίσως όσους θέλουν να μάθουν για σκοτεινές πλευρές του λαμπερού Χόλιγουντ... είπαμε όμως: Κάποια τουλάχιστον χαμόγελα από το διαρκές too much δεν θα τα γλυτώσετε...
Τετάρτη, Οκτωβρίου 10, 2012
Η ΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ... ΑΓΕΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ
Μια... αγελάδα πέφτει ξαφνικά από τον ουρανό και καταστρέφει το μέλλον και τις ζωές ενός ζευγαριού νεαρών κινέζων, στην πιο ρομαντική στιγμή της ζωής τους. Κι έπειτα βρισκόμαστε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αργεντινή, για να παρακολουθήσουμε την άχαρη καθημερινότητα ενός μονόχνωτου, "γρουσούζη" εργένη. Τι σχέση έχουν οι δύο αυτές ιστορίες; Θα το μάθετε στο αργεντίνικο φιλμ του 2011 "Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό" (Un Cuento Chino), τρίτη ταινία του (άγνωστού μου) Sebastian Borensztein.
Η ταινία, όπως και η αγελάδα, ήρθε πραγματικά από το πουθενά και είναι από τις πιο συμπαθητικές που έχω δει τελευταία. Σωστά μοιρασμένες δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, εξαιρετικές ηθοποιίες και, κυρίως, μια σειρά από καίρια θέματα που θίγονται έξυπνα μέσα από αυτή την ιστορία "παγκοσμιοποίησης" (όχι με την απεχθή οικονομική έννοια, αλλά με τη θετική, αυτή που φέρνει άσχετους φαινομενικά ανθρώπους κοντά, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί). Έτσι, με απλό και ευχάριστο τρόπο, το φιλμ καταφέρνει να μιλήσει και να σχολιάσει θέματα όπως η μοναχικότητα και οι (μακροπρόθεσμα τουλάχιστον αρνητικές)επιπτώσεις της, ο ρατσισμός, το μεταναστευτικό πρόβλημα, η δυσκολία της επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους και άλλα που καλείστε πιθανόν να ανακαλύψετε.
Η φόρμα ισορροπεί κι αυτή ανάμεσα στο ρεαλισμό και ένα είδος μαγικού ρεαλισμού (οι σκηνές των ονείρων, η αρχική σκηνή με την αγελάδα κλπ.) Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο πρωταγωνιστής, ο εξαιρετικός Ρικάρντο Ντάριν, στον απολαυστικό και συγχρόνως θλιβερό ρόλο του σχεδόν μισάνθρωπου (επιφανειακά τουλάχιστον), μοναχικού τύπου, που δεν ξέρει πώς να αγαπήσει και - ως αιώνιο παιδί - καταφεύγει στο "σπορ" πολλών μοναχικών ανθρώπων (όχι αποκλειστικά φυσικά), τη συλλογή διαφόρων αντικειμένων.
Η ταινία κατάφερε να με συγκινήσει και να με διασκεδάσει συγχρόνως και προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Ίσως το μοτίβο να το έχουμε δει αρκετές φορές (δύο άσχετοι και αταίριαστοι χαρακτήρες, που έρχονται σταδιακά όλο και πιο κοντά), αλλά βρίσκω ότι εδώ βρίσκεται σε μια από τις πιο απολαυστικές της παραλλαγές. Με λίγα λόγια το συνιστώ.
Η ταινία, όπως και η αγελάδα, ήρθε πραγματικά από το πουθενά και είναι από τις πιο συμπαθητικές που έχω δει τελευταία. Σωστά μοιρασμένες δόσεις χιούμορ και συγκίνησης, εξαιρετικές ηθοποιίες και, κυρίως, μια σειρά από καίρια θέματα που θίγονται έξυπνα μέσα από αυτή την ιστορία "παγκοσμιοποίησης" (όχι με την απεχθή οικονομική έννοια, αλλά με τη θετική, αυτή που φέρνει άσχετους φαινομενικά ανθρώπους κοντά, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί). Έτσι, με απλό και ευχάριστο τρόπο, το φιλμ καταφέρνει να μιλήσει και να σχολιάσει θέματα όπως η μοναχικότητα και οι (μακροπρόθεσμα τουλάχιστον αρνητικές)επιπτώσεις της, ο ρατσισμός, το μεταναστευτικό πρόβλημα, η δυσκολία της επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους και άλλα που καλείστε πιθανόν να ανακαλύψετε.
Η φόρμα ισορροπεί κι αυτή ανάμεσα στο ρεαλισμό και ένα είδος μαγικού ρεαλισμού (οι σκηνές των ονείρων, η αρχική σκηνή με την αγελάδα κλπ.) Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο πρωταγωνιστής, ο εξαιρετικός Ρικάρντο Ντάριν, στον απολαυστικό και συγχρόνως θλιβερό ρόλο του σχεδόν μισάνθρωπου (επιφανειακά τουλάχιστον), μοναχικού τύπου, που δεν ξέρει πώς να αγαπήσει και - ως αιώνιο παιδί - καταφεύγει στο "σπορ" πολλών μοναχικών ανθρώπων (όχι αποκλειστικά φυσικά), τη συλλογή διαφόρων αντικειμένων.
Η ταινία κατάφερε να με συγκινήσει και να με διασκεδάσει συγχρόνως και προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς. Ίσως το μοτίβο να το έχουμε δει αρκετές φορές (δύο άσχετοι και αταίριαστοι χαρακτήρες, που έρχονται σταδιακά όλο και πιο κοντά), αλλά βρίσκω ότι εδώ βρίσκεται σε μια από τις πιο απολαυστικές της παραλλαγές. Με λίγα λόγια το συνιστώ.
Τρίτη, Οκτωβρίου 09, 2012
ΟΙ ΚΑΤΑ STILLMAN "ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΕΣ ΣΕ ΣΥΓΧΙΣΗ "
Ο Whit Stillman θεωρείται ότι επηρέασε τον Wes Anderson. Κι όμως, στην μετά από 13 ολόκληρα χρόνια επιστροφή του, όταν δηλαδή ο Anderson είναι πλέον διάσημος, η ταινία του Stillman είναι αυτή που μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στον κόσμο του, κοντινότερα από όσο οι παλιότερές του. Μιλάμε για το "Damsels in Distress" του 2011 και, σας το λέω από την αρχή, θα το διασκεδάσουν μόνο όσοι έχουν μια μάλλον περίεργη αντίληψη του χιούμορ (κι εγώ ένας απ' αυτούς).
Όπως συνηθίζει πάντα, ο Στίλμαν ασχολείται και εδώ με έναν μικρόκοσμο, αποκομένο από το κοινωνικό περιβάλλον, τον οποίο σατιρίζει. Συγκεκριμένα αυτόν των φοιτητικών κάμπους (και μάλιστα τα γυναικεία μέλη τους). Μόνο που εδώ τίποτα δεν μοιάζει να είναι ρεαλιστικό, αφού επινοεί απίθανους πραγματικά χαρακτήρες (ή ομάδες χαρακτήρων), οι οποίοι συμπεριφέρονται με "κουφό" τρόπο και συζητούν για εξ ίσου "κουφά" θέματα. Ηρωίδες του φιλμ είναι μια παρέα κοριτσιών, συγκάτοικων και φοιτητριών σε κάποιο αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια ομάδα από τους πιο ιδιόρυθμους χαρακτήρες που έχουμε δει ποτέ. Και κυρίως η άτυπη "αρχηγός" τους, ένα απίθανο κράμα - μεταξύ άλλων - χριστιανικής ιδεολογίας και συμπάθειας (με επιχειρήματα) μόνο προς... ηλίθιους άντρες, με αποδεδειγμένα δηλαδή χαμηλό IQ. Στο στενό της περίγυρο μια κοπέλα που βλέπει τα πάντα αφ' υψηλού και... παθαίνει διάφορα όταν μυρίσει κάποια άσχημη μυρουδιά, κάποια με τάσεις αυτοκτονίας, που όμως είναι "σιγανό ποτάμι" κλπ. Όλες μαζί διατηρούν με ζήλο ένα... κέντρο πρόληψης αυτοκτονιών, το οποίο είναι μάλλον αχρείαστο. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα κινείται ένας αντρικός πληθυσμός αποτελούμενος από εξ ίσου παρίεργους τύπους (μερικοί απ' αυτούς ξεκάθαρα βλάκες).
Όλα θυμίζουν τους απίθανους και συχνά "άνευ λόγους" κόσμους και χαρακτήρες που επινοεί ο Wes Anderson. Οι ήρωες τους Στίλμαν βέβαια, όπως πάντα, μιλούν περισσότερο, αμπελοφιλοσοφούν για πραγματικά απίθανα θέματα, δρουν παράξενα (για να το πούμε ευγενικά), διαθέτουν μια σήμα-κατατεθέν ψυχρότητα και ακαμψία, ερωτεύονται, χωρίζουν ή πέφτουν σε κατάθλιψη, πάντοτε όμως, κι αυτό είναι σίγουρο, απέχουν πολύ από τις συμπεριφορές του μέσου όρου. Α, για να μην το ξεχάσω: Το φιλμ διαθέτει επίσης και μια σκηνή - αφιέρωμα στο "Τρελό Θηριοτροφείο" του Λάντις. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά το διασκέδασα πολύ, το βρήκα μάλιστα διασκεδαστικότερο από τις παλιότερες ταινίες του δημιουργού. Θα προειδοποιήσω όμως και πάλι ότι το χιούμορ και το όλο παράλογο στοιχείο που διαπερνά την ταινία είναι αρκετά ιδιόρυθμα και, νομίζω, για λίγους. Φοβάμαι ότι πολλοί δεν θα διασκεδάσουν όσο εγώ, πιθανόν μάλιστα να πλήξουν. Εγώ σας προειδοποίησα...
Όπως συνηθίζει πάντα, ο Στίλμαν ασχολείται και εδώ με έναν μικρόκοσμο, αποκομένο από το κοινωνικό περιβάλλον, τον οποίο σατιρίζει. Συγκεκριμένα αυτόν των φοιτητικών κάμπους (και μάλιστα τα γυναικεία μέλη τους). Μόνο που εδώ τίποτα δεν μοιάζει να είναι ρεαλιστικό, αφού επινοεί απίθανους πραγματικά χαρακτήρες (ή ομάδες χαρακτήρων), οι οποίοι συμπεριφέρονται με "κουφό" τρόπο και συζητούν για εξ ίσου "κουφά" θέματα. Ηρωίδες του φιλμ είναι μια παρέα κοριτσιών, συγκάτοικων και φοιτητριών σε κάποιο αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Πρόκειται για μια ομάδα από τους πιο ιδιόρυθμους χαρακτήρες που έχουμε δει ποτέ. Και κυρίως η άτυπη "αρχηγός" τους, ένα απίθανο κράμα - μεταξύ άλλων - χριστιανικής ιδεολογίας και συμπάθειας (με επιχειρήματα) μόνο προς... ηλίθιους άντρες, με αποδεδειγμένα δηλαδή χαμηλό IQ. Στο στενό της περίγυρο μια κοπέλα που βλέπει τα πάντα αφ' υψηλού και... παθαίνει διάφορα όταν μυρίσει κάποια άσχημη μυρουδιά, κάποια με τάσεις αυτοκτονίας, που όμως είναι "σιγανό ποτάμι" κλπ. Όλες μαζί διατηρούν με ζήλο ένα... κέντρο πρόληψης αυτοκτονιών, το οποίο είναι μάλλον αχρείαστο. Γύρω από αυτόν τον πυρήνα κινείται ένας αντρικός πληθυσμός αποτελούμενος από εξ ίσου παρίεργους τύπους (μερικοί απ' αυτούς ξεκάθαρα βλάκες).
Όλα θυμίζουν τους απίθανους και συχνά "άνευ λόγους" κόσμους και χαρακτήρες που επινοεί ο Wes Anderson. Οι ήρωες τους Στίλμαν βέβαια, όπως πάντα, μιλούν περισσότερο, αμπελοφιλοσοφούν για πραγματικά απίθανα θέματα, δρουν παράξενα (για να το πούμε ευγενικά), διαθέτουν μια σήμα-κατατεθέν ψυχρότητα και ακαμψία, ερωτεύονται, χωρίζουν ή πέφτουν σε κατάθλιψη, πάντοτε όμως, κι αυτό είναι σίγουρο, απέχουν πολύ από τις συμπεριφορές του μέσου όρου. Α, για να μην το ξεχάσω: Το φιλμ διαθέτει επίσης και μια σκηνή - αφιέρωμα στο "Τρελό Θηριοτροφείο" του Λάντις. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά το διασκέδασα πολύ, το βρήκα μάλιστα διασκεδαστικότερο από τις παλιότερες ταινίες του δημιουργού. Θα προειδοποιήσω όμως και πάλι ότι το χιούμορ και το όλο παράλογο στοιχείο που διαπερνά την ταινία είναι αρκετά ιδιόρυθμα και, νομίζω, για λίγους. Φοβάμαι ότι πολλοί δεν θα διασκεδάσουν όσο εγώ, πιθανόν μάλιστα να πλήξουν. Εγώ σας προειδοποίησα...
Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2012
Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΗΣ - ΜΕ ΚΑΘΕ ΤΙΜΗΜΑ - ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ
Ίσως το έχω γράψει κι άλλη φορά: Το παλιό, κλασικό Χόλιγουντ μπορεί να χαρακτηρίζεται από κάποιους "ξεπερασμένο" και σίγουρα να διαθέτει πολλά κλισέ, πλην όμως είχε μια εντονότατη πλευρά αμφισβήτησης του αμερικάνικου ονείρου, της αμερικάνικης κοινωνίας, της δομής και των αξιών της γενικότερα. Μάλιστα θεωρώ ότι η αμφισβήτηση αυτή σε πολύ παρελθούσες δεκαετίες υπήρξε πιο τολμηρή από τη σύγχρονη (τονίζω ότι μιλώ για το "κανονικό" Χόλιγουντ και όχι για κάθε είδους ανεξάρτητες παραγωγές).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί νομίζω το "Sweet Smell of Sucess" που γύρισε το 1957 ο Alexander Mackendrick (1912-1993), σκωτσέζος και με σημαντική καριέρα και στην Μ. Βρετανία. Με δύο σούπερ σταρ της εποχής μάλιστα, τον Μπάρτ Λάνκαστερ και τον Τόνι Κέρτις. Όλη η ιστορία της ταινίας περιστρέφεται γύρω από τον λαμπερό (;) κόσμο του θεάματος και των media που σχετίζονται μ' αυτά. Και, πιστέψτε με, σπάνια έχει βγει στην επιφάνεια μια τόσο πικρόχολη ματιά σ' αυτούς τους χώρους. Σπάνια αυτοί δείχνονται τόσο βρώμικοι, αμοραλιστικοί, αδηφάγοι. Είναι σα να αποτελούνται αποκλειστικά σχεδόν από αδίστακτους τύπους, έτοιμους να κάνουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες, την απληστία ή τον εγωισμό τους. Ο Λάνκαστερ είναι ένας διάσημος κριτικός, που μπορεί να ανεβάσει στην κορυφή ή να καταβαραθρώσει έναν καλλιτέχνη με έναν και μόνο λόγο του. Σκληρός, άκαρδος, υπερβολικά εγωιστής, ενδιαφέρεται μόνο για την διατήρηση της δύναμής του και την ικανοποίηση των επιθυμιών του, που βρίσκονται πολύ πέρα από την απλή απόκτηση πλούτου. Ο Κέρτις είναι ένας ατζέντης, γλοιώδης, κόλακας όταν χρειάζεται, αδίστακτος, κυνικός όταν πρέπει, με μοναδική φιλοδοξία την με κάθε τρόπο ανέλιξή του και την άμεση απόκτηση πλούτου. Φυσικά με οποιοδήποτε τίμημα (αλήθεια, πόσοι σύγχρονοι σούπερ - γκόμενοι θα έπαιζαν έναν τόσο αντιπαθητικό ρόλο; Δεν μιλώ απλά για γραφικούς κακούς, που πάντοτε είναι διασκεδαστικοί κατά βάθος, μιλώ για πραγματικά απεχθείς χαρακτήρες).
Ο περίγυρος των δύο αυτών κεντρικών ηρώων αποτελείται από ανθρώπους που χρησιμοποιούνται σαν πιονια σε λεπτά παιχνίδια δύναμης και εξουσίας. Άνθρωποι που συκοφαντούνται αδίστακτα, εκμηδενίζονται, οδηγούνται σε πλήρη κατάρρευση για να ικανοποιήσουν συμφέροντα ισχυρών - ή wannabe ισχυρών. Τι απουσιάζει από όλο αυτό το απάνθρωπο σκηνικό των show business; Μα φυσικά ο σεβασμός και η αποδοχή του αληθινού ταλέντου, του σημαντικού καλλιτέχνη. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτονται και υπολογίζουν όσοι κινούν τα νήματα. Ανεβάζουν και κατεβάζουν με οποιοδήποτε άλλο κριτήριο εκτός της αληθινής καλλιτεχνικής αξίας. Γύρω τους κινείται ένας χορός από εξ ίσου πουλημένους μπάτσους και δημοσιογράφους. Πού βρίσκεται η ελπίδα; Πουθενά! Η κατάληξη, με την αβυσαλέα πτώση των ισχυρών (θύματα της δικής τους υλικής ή εσωτερικής απληστίας), δεν αρκεί για να καθαρίσει την εικόνα. Το κακό έχει γίνει και τα ίχνη του θα παραμείνουν ανεξίτηλα.
Μπροστά στο όλο αυτό διεφθαρμένο και άθλιο σκηνικό, τα προσωπικά πάθη του ενός από τους δύο πρωταγωνιστές, η μοναχικότητά του, ο λανθάνων έρωτας για την αδελφή του, περνάν σε δεύτερη μοίρα. Προσωπικά με συγκλόνισε περισσότερο η συνολική εικόνα ενός παντελώς βρώμικου κόσμου όπως αυτή παρουσιάζεται δίχως κανέναν εξωραϊσμό.
Βρήκα την ταινία τρομερά δυνατή, ενώ το δράμα υφαίνεται με τρόπο λεπτό, με μικρές πινελιές που κάνουν όλο και πιο ασφυκτική την όλη κατάσταση, προσθέτοντας συνεχές σασπένς στα όσα συμβαίνουν. Προφανώς τη θεωρώ κλασική ταινία και τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Με δεδομένο βέβαια ότι θα "μαυρίσει η ψυχή σας".
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί νομίζω το "Sweet Smell of Sucess" που γύρισε το 1957 ο Alexander Mackendrick (1912-1993), σκωτσέζος και με σημαντική καριέρα και στην Μ. Βρετανία. Με δύο σούπερ σταρ της εποχής μάλιστα, τον Μπάρτ Λάνκαστερ και τον Τόνι Κέρτις. Όλη η ιστορία της ταινίας περιστρέφεται γύρω από τον λαμπερό (;) κόσμο του θεάματος και των media που σχετίζονται μ' αυτά. Και, πιστέψτε με, σπάνια έχει βγει στην επιφάνεια μια τόσο πικρόχολη ματιά σ' αυτούς τους χώρους. Σπάνια αυτοί δείχνονται τόσο βρώμικοι, αμοραλιστικοί, αδηφάγοι. Είναι σα να αποτελούνται αποκλειστικά σχεδόν από αδίστακτους τύπους, έτοιμους να κάνουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες, την απληστία ή τον εγωισμό τους. Ο Λάνκαστερ είναι ένας διάσημος κριτικός, που μπορεί να ανεβάσει στην κορυφή ή να καταβαραθρώσει έναν καλλιτέχνη με έναν και μόνο λόγο του. Σκληρός, άκαρδος, υπερβολικά εγωιστής, ενδιαφέρεται μόνο για την διατήρηση της δύναμής του και την ικανοποίηση των επιθυμιών του, που βρίσκονται πολύ πέρα από την απλή απόκτηση πλούτου. Ο Κέρτις είναι ένας ατζέντης, γλοιώδης, κόλακας όταν χρειάζεται, αδίστακτος, κυνικός όταν πρέπει, με μοναδική φιλοδοξία την με κάθε τρόπο ανέλιξή του και την άμεση απόκτηση πλούτου. Φυσικά με οποιοδήποτε τίμημα (αλήθεια, πόσοι σύγχρονοι σούπερ - γκόμενοι θα έπαιζαν έναν τόσο αντιπαθητικό ρόλο; Δεν μιλώ απλά για γραφικούς κακούς, που πάντοτε είναι διασκεδαστικοί κατά βάθος, μιλώ για πραγματικά απεχθείς χαρακτήρες).
Ο περίγυρος των δύο αυτών κεντρικών ηρώων αποτελείται από ανθρώπους που χρησιμοποιούνται σαν πιονια σε λεπτά παιχνίδια δύναμης και εξουσίας. Άνθρωποι που συκοφαντούνται αδίστακτα, εκμηδενίζονται, οδηγούνται σε πλήρη κατάρρευση για να ικανοποιήσουν συμφέροντα ισχυρών - ή wannabe ισχυρών. Τι απουσιάζει από όλο αυτό το απάνθρωπο σκηνικό των show business; Μα φυσικά ο σεβασμός και η αποδοχή του αληθινού ταλέντου, του σημαντικού καλλιτέχνη. Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτονται και υπολογίζουν όσοι κινούν τα νήματα. Ανεβάζουν και κατεβάζουν με οποιοδήποτε άλλο κριτήριο εκτός της αληθινής καλλιτεχνικής αξίας. Γύρω τους κινείται ένας χορός από εξ ίσου πουλημένους μπάτσους και δημοσιογράφους. Πού βρίσκεται η ελπίδα; Πουθενά! Η κατάληξη, με την αβυσαλέα πτώση των ισχυρών (θύματα της δικής τους υλικής ή εσωτερικής απληστίας), δεν αρκεί για να καθαρίσει την εικόνα. Το κακό έχει γίνει και τα ίχνη του θα παραμείνουν ανεξίτηλα.
Μπροστά στο όλο αυτό διεφθαρμένο και άθλιο σκηνικό, τα προσωπικά πάθη του ενός από τους δύο πρωταγωνιστές, η μοναχικότητά του, ο λανθάνων έρωτας για την αδελφή του, περνάν σε δεύτερη μοίρα. Προσωπικά με συγκλόνισε περισσότερο η συνολική εικόνα ενός παντελώς βρώμικου κόσμου όπως αυτή παρουσιάζεται δίχως κανέναν εξωραϊσμό.
Βρήκα την ταινία τρομερά δυνατή, ενώ το δράμα υφαίνεται με τρόπο λεπτό, με μικρές πινελιές που κάνουν όλο και πιο ασφυκτική την όλη κατάσταση, προσθέτοντας συνεχές σασπένς στα όσα συμβαίνουν. Προφανώς τη θεωρώ κλασική ταινία και τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. Με δεδομένο βέβαια ότι θα "μαυρίσει η ψυχή σας".
Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2012
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΡΩΜΗ
Ως γνωστόν η Ρώμη είναι η "Αιώνια Πόλη". Ως γνωστόν επίσης είναι, αιώνια ή μη, πανέμορφη. Ο Woody Allen λοιπόν υποκύπτει στην ομορφιά της και στην ευρωπαϊκή γοητεία και, μετά τους ύμνους στη Βαρκελώνη και το Παρίσι, της αφιερώνει το "Από τη Ρώμη με Αγάπη" του 2012 κάνοντας μια ακόμα χαριτωμένη κωμωδία και προσθέτοντας έναν ακόμα κρίκο στην ατέλειωτη σειρά των ταινιών του.
Αυτή τη φορά το φιλμ είναι ουσιαστικά σπονδυλωτό. Αφηγείται 4 διαφορετικές ιστορίες, που διαδραματίζονται φυσικά στη Ρώμη, η οποία αποτελεί το μόνιμο φόντο, πλην όμως οι ιστορίες δεν είναι τοποθετημένες σε κάποια σειρά, αλλά "διαπερνούν" η μία την άλλη. Η αφήγησή τους δηλαδή γίνεται παράλληλα. Βασικό θέμα στις περισσότερες ο έρωτας, οι διαπλοκές του, οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να οδηγήσει. Υπάρχει όμως και η ιστορία με τον Μπενίνι, όπου στόχος της σάτιρας είναι τα ηλίθια, κίτρινα ουσιαστικά media και το παράλογο και το άνευ καμιάς απολύτως ουσίας που τα χαρακτηρίζει. Βρίσκει επίσης την ευκαιρία ο Άλεν να θίξει για πολλοστή φορά το θέμα του θαυμασμού (σχεδόν δέους και κάποιας μνησικακίας συγχρόνως) που διακατέχει τους (διανοούμενους τουλάχιστον) αμερικανούς απέναντι στην Ευρώπη και την πλούσια και μακρά ιστορία της. Όπως επίσης και την ημιμάθειά τους.
Τη φορά αυτή ο ακούραστος δημιουργός χρησιμοποιεί περισσότερο απ' όσο συνηθίζει σουρεαλιστικά και παράλογα στοιχεία. Ολόκληρη η αλληγορική ιστορία με τον Μπενίνι, η διαρκής παρουσία του μεσήλικα Άλεκ Μπάλντουιν που, ως ζωντανό φάντασμα, συμβουλεύει αόρατος τον νεαρό αρχιτέκτονα, οι σουρεαλιστικές σκηνές της όπερας με τον πρωταγωνιστή να κάνει... ντουζ επί σκηνής, όλα δίνουν την διάσταση αυτή στο φιλμ.
Φυσικά η ταινία, όπως πάντα, είναι χαριτωμένη και σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα. Είναι και η καρτποσταλική αντιμετώπιση της ούτως ή άλλως πανέμορφης (το είπαμε και στην αρχή) Ρώμης, οπότε τα πράγματα γίνονται ευχάριστα και στο μάτι. Ωστόσο νομιζω ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια από τις σπουδαίες στιγμές του. Ευχάριστη μεν, αλλά μέχρις εκεί. Δείτε τη για να διασκεδάσετε, μην περιμένετε όμως μια απ' τις ταινίες του Άλεν που ή σε κάνουν να ξεκαρδιστείς ή να προβληματιστείς πολύ (ή και τα δύο). Αλλά είπαμε. Είναι τέτοια η παραγωγικότητά του και το γεγονός ότι τα φιλμ του βρίσκονται πάντα από ένα επίπεδο και πάνω, που του συγχωρώ και μερικές μέτριες, ποτέ όμως κακές, ταινίες.
Αυτή τη φορά το φιλμ είναι ουσιαστικά σπονδυλωτό. Αφηγείται 4 διαφορετικές ιστορίες, που διαδραματίζονται φυσικά στη Ρώμη, η οποία αποτελεί το μόνιμο φόντο, πλην όμως οι ιστορίες δεν είναι τοποθετημένες σε κάποια σειρά, αλλά "διαπερνούν" η μία την άλλη. Η αφήγησή τους δηλαδή γίνεται παράλληλα. Βασικό θέμα στις περισσότερες ο έρωτας, οι διαπλοκές του, οι ανεξέλεγκτες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να οδηγήσει. Υπάρχει όμως και η ιστορία με τον Μπενίνι, όπου στόχος της σάτιρας είναι τα ηλίθια, κίτρινα ουσιαστικά media και το παράλογο και το άνευ καμιάς απολύτως ουσίας που τα χαρακτηρίζει. Βρίσκει επίσης την ευκαιρία ο Άλεν να θίξει για πολλοστή φορά το θέμα του θαυμασμού (σχεδόν δέους και κάποιας μνησικακίας συγχρόνως) που διακατέχει τους (διανοούμενους τουλάχιστον) αμερικανούς απέναντι στην Ευρώπη και την πλούσια και μακρά ιστορία της. Όπως επίσης και την ημιμάθειά τους.
Τη φορά αυτή ο ακούραστος δημιουργός χρησιμοποιεί περισσότερο απ' όσο συνηθίζει σουρεαλιστικά και παράλογα στοιχεία. Ολόκληρη η αλληγορική ιστορία με τον Μπενίνι, η διαρκής παρουσία του μεσήλικα Άλεκ Μπάλντουιν που, ως ζωντανό φάντασμα, συμβουλεύει αόρατος τον νεαρό αρχιτέκτονα, οι σουρεαλιστικές σκηνές της όπερας με τον πρωταγωνιστή να κάνει... ντουζ επί σκηνής, όλα δίνουν την διάσταση αυτή στο φιλμ.
Φυσικά η ταινία, όπως πάντα, είναι χαριτωμένη και σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα. Είναι και η καρτποσταλική αντιμετώπιση της ούτως ή άλλως πανέμορφης (το είπαμε και στην αρχή) Ρώμης, οπότε τα πράγματα γίνονται ευχάριστα και στο μάτι. Ωστόσο νομιζω ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια από τις σπουδαίες στιγμές του. Ευχάριστη μεν, αλλά μέχρις εκεί. Δείτε τη για να διασκεδάσετε, μην περιμένετε όμως μια απ' τις ταινίες του Άλεν που ή σε κάνουν να ξεκαρδιστείς ή να προβληματιστείς πολύ (ή και τα δύο). Αλλά είπαμε. Είναι τέτοια η παραγωγικότητά του και το γεγονός ότι τα φιλμ του βρίσκονται πάντα από ένα επίπεδο και πάνω, που του συγχωρώ και μερικές μέτριες, ποτέ όμως κακές, ταινίες.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012
Η ΝΤΙΣΚΟ ΩΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ
Το 1998 ο Whit Stillman γυρίζει την τρίτη του ταινία, το "The Last Days of Disco", η οποία, καλά το καταλάβατε, αναφέρεται ακριβώς στην εποχή που η ντίσκο "τελειώνει" για να δώσει τη θέση της σε άλλου είδους μουσικές (και τρόπους ζωής). Διότι εδώ η ντίσκο αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν τρόπος ζωής παρά σαν απλή μουσική μόδα.
Η ιστορία διαδραματίζεται τα πρώτα - πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80 και σαν βασικό χώρο έχει μια περίφημη ντισκοτέκ της Νέας Υόρκης. Εργαζόμενοι, ιδιοκτήτες, θαμώνες και άλλοι περιστρέφονται γύρω απ' αυτήν, μιλούν πολύ (όπως συνήθως στα φιλμ του Stillman) λέγοντας κυρίως αμπελοφιλοσοφίες, δημιουργούν και χαλάνε ερωτικές σχέσεις. Κι όλα τελειώνουν (πρόκειται πραγματικά για τέλος εποχής) όταν η ντίσκο κλείνει.
Ο Stillman εξετάζει και πάλι μια μικροομάδα ανθρώπων. Αυτή τη φορά δεν είναι οι ζάπλουτοι γόνοι της αριστοκρατίας της Νέας Υόρκης, όπως στο "Metropolitan", αλλά οι φανατικοί ντισκόβιοι. Κύρια πρόσωπα δυο κολλητές όμορφες κοπέλες - θαμώνες με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες (η Κέιτ Μπέκινσέιλ και η Κλόε Σεβινί στις αρχές της καριέρας τους). Η πρώτη είναι "εύκολη", κυνική, ακόμα και "κακιά", η δεύτερη πιο ρομαντική και κλειστή, που ψάχνει το μεγάλο έρωτα. Κι οι δυο τους, αλλά και ο αντρικός περίγυρος, συχνάζουν στο περίφημο κλαμπ, κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάνουν τα πάντα, χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να περάσουν τη "σκληρή" πόρτα και να μπουν σ' αυτό. Το να μπεις εκεί αποτελεί επιτυχία, δείγμα prestige, ανεβάζει τις μετοχές (και την αυτοπεποίθηση) των ηρώων.
Φυσικά κατά βάθος πρόκειται και πάλι για εσωτερικό κενό. Ο Στίλμαν, με χιούμορ αλλά και συμπάθεια, καταγράφει το κενό αυτό, την ελαφρότητα και το ανούσιο των ζωών των ηρώων του. Αλλά, ταυτόχρονα, και τον λαμπερό, extravagant, κιτς κόσμο της ντίσκο, με τις απίστευτες παρουσίες, την διάχυτη σεξουαλικότητα και ελευθεριότητα, τους ανταγωνισμούς του. Η ελευθεριότητα αυτή, σημειωτέον, κατέρρευσε με την τρομακτική εισβολή του AIDS.
Το φιλμ θεωρείται το γνωστότερο του δημιουργού του, ωστόσο εμένα μ' αρέσει λιγότερο από τα άλλα. Και επι πλέον, μπέρδευα τους αντρικούς ρόλους (το στοιχείο αυτό επεσήμανε και ο ίδιος ο Στίλμαν, που προλόγιζε την προβολή, λέγοντας ότι είναι ένα παράπονο που του γίνεται συχνά για το συγκεκριμένο φιλμ). Όλοι φαίνονταν να μοιάζουν και κάπου έχανα το ποιος είναι ποιος. Κάπου έπληξα επίσης με όλες αυτές τις συζητήσεις και τις εσωτερικές διαμάχες των ηρώων. Αφείστε που ποτέ δεν υπήρξα προσωπικά λάτρης της ντίσκο. Ίσως γι' αυτό, πάντως, κάπου εκτιμώ την όλη προσπάθεια κατάδειξης της εσωτερικής κενότητας. Διάβολε, πρέπει να έχουν στρεβλωθεί πολύ οι αξίες σου αν όλη σου σχεδόν η αξιοπρέπεια και το κοινωνικό σου status εξαρτάται από το αν κάποιος μαλάκας πορτιέρης θα σε αφήσει να μπεις στο κλαμπ ή όχι.
ΥΓ: Σε μια σκηνή - κλείσιμο ματιού η παρέα των ηρώων του Metropolitan μπαίνει σύσσωμη στη ντίσκο για μια βραδιά ξέφρενης διασκέδασης.
Η ιστορία διαδραματίζεται τα πρώτα - πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80 και σαν βασικό χώρο έχει μια περίφημη ντισκοτέκ της Νέας Υόρκης. Εργαζόμενοι, ιδιοκτήτες, θαμώνες και άλλοι περιστρέφονται γύρω απ' αυτήν, μιλούν πολύ (όπως συνήθως στα φιλμ του Stillman) λέγοντας κυρίως αμπελοφιλοσοφίες, δημιουργούν και χαλάνε ερωτικές σχέσεις. Κι όλα τελειώνουν (πρόκειται πραγματικά για τέλος εποχής) όταν η ντίσκο κλείνει.
Ο Stillman εξετάζει και πάλι μια μικροομάδα ανθρώπων. Αυτή τη φορά δεν είναι οι ζάπλουτοι γόνοι της αριστοκρατίας της Νέας Υόρκης, όπως στο "Metropolitan", αλλά οι φανατικοί ντισκόβιοι. Κύρια πρόσωπα δυο κολλητές όμορφες κοπέλες - θαμώνες με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες (η Κέιτ Μπέκινσέιλ και η Κλόε Σεβινί στις αρχές της καριέρας τους). Η πρώτη είναι "εύκολη", κυνική, ακόμα και "κακιά", η δεύτερη πιο ρομαντική και κλειστή, που ψάχνει το μεγάλο έρωτα. Κι οι δυο τους, αλλά και ο αντρικός περίγυρος, συχνάζουν στο περίφημο κλαμπ, κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάνουν τα πάντα, χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να περάσουν τη "σκληρή" πόρτα και να μπουν σ' αυτό. Το να μπεις εκεί αποτελεί επιτυχία, δείγμα prestige, ανεβάζει τις μετοχές (και την αυτοπεποίθηση) των ηρώων.
Φυσικά κατά βάθος πρόκειται και πάλι για εσωτερικό κενό. Ο Στίλμαν, με χιούμορ αλλά και συμπάθεια, καταγράφει το κενό αυτό, την ελαφρότητα και το ανούσιο των ζωών των ηρώων του. Αλλά, ταυτόχρονα, και τον λαμπερό, extravagant, κιτς κόσμο της ντίσκο, με τις απίστευτες παρουσίες, την διάχυτη σεξουαλικότητα και ελευθεριότητα, τους ανταγωνισμούς του. Η ελευθεριότητα αυτή, σημειωτέον, κατέρρευσε με την τρομακτική εισβολή του AIDS.
Το φιλμ θεωρείται το γνωστότερο του δημιουργού του, ωστόσο εμένα μ' αρέσει λιγότερο από τα άλλα. Και επι πλέον, μπέρδευα τους αντρικούς ρόλους (το στοιχείο αυτό επεσήμανε και ο ίδιος ο Στίλμαν, που προλόγιζε την προβολή, λέγοντας ότι είναι ένα παράπονο που του γίνεται συχνά για το συγκεκριμένο φιλμ). Όλοι φαίνονταν να μοιάζουν και κάπου έχανα το ποιος είναι ποιος. Κάπου έπληξα επίσης με όλες αυτές τις συζητήσεις και τις εσωτερικές διαμάχες των ηρώων. Αφείστε που ποτέ δεν υπήρξα προσωπικά λάτρης της ντίσκο. Ίσως γι' αυτό, πάντως, κάπου εκτιμώ την όλη προσπάθεια κατάδειξης της εσωτερικής κενότητας. Διάβολε, πρέπει να έχουν στρεβλωθεί πολύ οι αξίες σου αν όλη σου σχεδόν η αξιοπρέπεια και το κοινωνικό σου status εξαρτάται από το αν κάποιος μαλάκας πορτιέρης θα σε αφήσει να μπεις στο κλαμπ ή όχι.
ΥΓ: Σε μια σκηνή - κλείσιμο ματιού η παρέα των ηρώων του Metropolitan μπαίνει σύσσωμη στη ντίσκο για μια βραδιά ξέφρενης διασκέδασης.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2012
Ο ΕΡΝΕΣΤ, Η ΣΕΛΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΟΙ "ΑΔΥΝΑΤΕΣ" ΦΙΛΙΕΣ
To "Ernest et Celestine" υπήρξε κατ' αρχάς πετυχημένο παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο του Daniel Pennac. Το 2012 γίνεται και ταινία κινουμένων σχεδίων (γαλική βεβαίως) από τους Stephane Aubier, Vincent Patar και Benjamin Renner. Βρήκα το αποτέλεσμα θαυμάσιο.
Στο ευφάνταστο αυτό φιλμ λοιπόν υπάρχουν δύο κοινωνίες: Η υπέργεια των αρκούδων και η υπόγεια των ποντικών. Αρκούδες και ποντίκια μισιούνται θανάσιμα μεταξύ τους, τα ποντίκια φοβούνται τις αρκούδες και οι αρκούδες σιχαίνονται τα ποντίκια. Μέχρι που η μικρή ποντικίνα Σελεστίν γνωρίζεται με τον πλανόδιο καλλιτέχνη και μόνιμα φτωχό και πεινασμένο αρκούδο Έρνεστ και μεταξύ τους αναπτύσεται μια βαθειά φιλία, η οποία σύντομα θα οδηγήσει σε καταιγιστικές εξελίξεις και επιπτώσεις για τις δύο κοινωνίες.
Φυσικά το όλο στόρι είναι αλληγορικό και συμβολικό. Ουσιαστικά καυτηριάζει τις προκαταλήψεις, οι οποίες είναι βαθύτατα παγιωμένες (και συχνότατα άνευ αιτίας), και δηλητηριάζουν ολόκληρες κοινωνίες, καθώς και τον άκριτο και κοντόφθαλμο ρατσισμό, που εδώ δίνεται με τη μορφή της απέχθειας του ενός είδους προς το άλλο. Και βέβαια λειτουργεί ταυτόχρονα και σαν ύμνος υπέρ της διαφορετικότητας και της αποδοχής της. Πολύ ενδιαφέρον έχει επίσης το ότι οι δύο κόσμοι μισούν μεν ο ένας τον άλλον, αλλά οι δομές και οι βασικές αξίες τους είναι πανομοιότυπες. Το ίδιο και οι προκαταλήψεις τους βέβαια. Στο δεύτερο μέρος η δράση διαδραματίζεται παράλληλα και οι βαθύτατες και ουσιαστικότατες ομοιότητες κάτω από την επιφανειακή έχθρα γίνονται κάτι περισσότερο από εμφανείς.
Αλλά δεν είναι μόνο το στοιχείο του νοήματος και η ούτως ή άλλως απολαυστική και τρυφερή ιστορία. Είναι και η εικόνα που έχει βασικότατο ρόλο στο θετικό αποτέλεσμα. Μακριά από τα "στρογγυλά" και "γυαλιστερά" σχέδια των περισσότερων σύγχρονων animation, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά ευαίσθητο, πολύ καλά και με πλούσια φαντασία σχεδιασμένο κόσμο, όπου κυριαρχούν οι παστέλ αποχρώσεις. Η όλη εικόνα, σαν αποτέλεσμα, βρίσκεται πολύ κοντά στον εικαστικό κόσμο της ακουαρέλας. Βρήκα το όλο πράγμα τουλάχιστον γοητευτικό.
Όπως καταλάβατε συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ στους φίλους τουλάχιστον των animation (και όχι μόνο). Για μένα αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη από το πουθενά, αφού αγνοούσα την ύπαρξή της. Και, περιτό να το πω, είναι απόλυτα κατάλληλη τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Όλων των ηλικιών!
Στο ευφάνταστο αυτό φιλμ λοιπόν υπάρχουν δύο κοινωνίες: Η υπέργεια των αρκούδων και η υπόγεια των ποντικών. Αρκούδες και ποντίκια μισιούνται θανάσιμα μεταξύ τους, τα ποντίκια φοβούνται τις αρκούδες και οι αρκούδες σιχαίνονται τα ποντίκια. Μέχρι που η μικρή ποντικίνα Σελεστίν γνωρίζεται με τον πλανόδιο καλλιτέχνη και μόνιμα φτωχό και πεινασμένο αρκούδο Έρνεστ και μεταξύ τους αναπτύσεται μια βαθειά φιλία, η οποία σύντομα θα οδηγήσει σε καταιγιστικές εξελίξεις και επιπτώσεις για τις δύο κοινωνίες.
Φυσικά το όλο στόρι είναι αλληγορικό και συμβολικό. Ουσιαστικά καυτηριάζει τις προκαταλήψεις, οι οποίες είναι βαθύτατα παγιωμένες (και συχνότατα άνευ αιτίας), και δηλητηριάζουν ολόκληρες κοινωνίες, καθώς και τον άκριτο και κοντόφθαλμο ρατσισμό, που εδώ δίνεται με τη μορφή της απέχθειας του ενός είδους προς το άλλο. Και βέβαια λειτουργεί ταυτόχρονα και σαν ύμνος υπέρ της διαφορετικότητας και της αποδοχής της. Πολύ ενδιαφέρον έχει επίσης το ότι οι δύο κόσμοι μισούν μεν ο ένας τον άλλον, αλλά οι δομές και οι βασικές αξίες τους είναι πανομοιότυπες. Το ίδιο και οι προκαταλήψεις τους βέβαια. Στο δεύτερο μέρος η δράση διαδραματίζεται παράλληλα και οι βαθύτατες και ουσιαστικότατες ομοιότητες κάτω από την επιφανειακή έχθρα γίνονται κάτι περισσότερο από εμφανείς.
Αλλά δεν είναι μόνο το στοιχείο του νοήματος και η ούτως ή άλλως απολαυστική και τρυφερή ιστορία. Είναι και η εικόνα που έχει βασικότατο ρόλο στο θετικό αποτέλεσμα. Μακριά από τα "στρογγυλά" και "γυαλιστερά" σχέδια των περισσότερων σύγχρονων animation, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά ευαίσθητο, πολύ καλά και με πλούσια φαντασία σχεδιασμένο κόσμο, όπου κυριαρχούν οι παστέλ αποχρώσεις. Η όλη εικόνα, σαν αποτέλεσμα, βρίσκεται πολύ κοντά στον εικαστικό κόσμο της ακουαρέλας. Βρήκα το όλο πράγμα τουλάχιστον γοητευτικό.
Όπως καταλάβατε συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ στους φίλους τουλάχιστον των animation (και όχι μόνο). Για μένα αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη από το πουθενά, αφού αγνοούσα την ύπαρξή της. Και, περιτό να το πω, είναι απόλυτα κατάλληλη τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Όλων των ηλικιών!
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2012
"GRABBERS" ΕΝΑΝΤΙΟΝ... ΜΕΘΥΣΜΕΝΩΝ ΙΡΛΑΝΔΩΝ
Τι θα λέγατε αν αδηφάγοι, γεμάτοι πλοκάμια, τρομακτικοί εξωγήινοι εισβολείς επιτίθενται όχι στη Νέα Υόρκη ή το Τόκιο, αλλά σε ένα ξεχασμένο ιρλανδικό χωριουδάκι που βρίσκεται σε ένα επίσης απίθανο νησάκι; Διότι αυτό ακριβώς συμβαίνει στο "Grabbers" του 2012, δεύτερη ταινία του ιρλανδού Jon Wright. Πρόκειται φυσικά για κωμωδία επιστημονικής φαντασίας ή/και παρωδία ταινίας τρόμου. Και, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια από τις διασκεδαστικότερες του είδους.
Το φιλμ παραπέμπει άμεσα σε αρκετές παρόμοιες αμερικάνικες ταινίες, που είχαν γίνει κυρίως στη δεκαετία του 80 (Critters, Gremlins κλπ.), και, φυσικά, στις κλασικές παλιότερες "σοβαρές" ταινίες με εξωγήινες εισβολές. Ωστόσο στο συγκεκριμένο φιλμ όλα τα λεφτά είναι οι ιρλανδοί πρωταγωνιστές, οι κάτοικοι του χωριού. Και γενικότερα όλο το κλίμα της ταινίας βγαίνει ακριβώς απ' αυτή την ιρλανδέζικη ατμόσφαιρα. Φοβερές φάτσες, ηλικιωμένοι κυρίως, μερικοί μόνιμα μεθυσμένοι, μάχονται με τους πιο αστείους τρόπους ενάντια στους εφιαλτικούς εισβολείς. Και βέβαια η πλάκα κορυφώνεται όταν ανακαλύπτουν ότι οι τελευταίοι δεν αντέχουν το αλκοόλ, οπότε οι κάτοικοι... οφείλουν να είναι μεθυσμένοι!
Βρήκα, όπως είπα, την ταινία διασκεδαστικότατη, με πολύ καλό ρυθμό, με καλό συνδυασμό τρόμου και γέλιου και, παραδόξως, ενώ πίστευα ότι θα πρόκειται για κλασικό πλακατζίδικο low budget, είδα μια ταινία με αρκετά εντυπωσιακά εφέ και εξαιρετική φωτογραφία, η οποία επικεντρώνεται και προβάλλει το άγριο, μοναχικό, ανεμο- και θαλασσοδαρμένο ιρλανδέζικο τοπίο. Γενικά αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα, πλημμυρισμένη μαλιστα από σπαρταριστούς και ολοζώντανους χαρακτήρες (ο φοβερός γέρος, ο παπάς, ο μπάρμαν, ο αλκοολικός αστυνομικός κλπ.).
Επειδή στην αρχή ανέφερα τις παλιότερες αμερικάνικες σχετικές ταινίες, πρέπει να πω ότι πιστεύω απόλυτα ότι αν το ίδιο ακριβώς σύγχρονο φιλμ ήταν αμερικάνικο, θα έχανε τη μισή από τη γοητεία του. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ πιο "επίπεδο", κλισεδιάρικο (κι εδώ παίζει βέβαια με τα κλισέ, με πολύ ευφάνταστο όμως νομίζω τρόπο), κάτι που θα ειχαμε ξαναδεί πολλές φορές. Ενώ εδώ είναι ακριβώς η ιρλανδέζικη πινελιά που το απογειώνει. Γενικά τη θεωρώ μια από τις πιο feelgood ταινίες της χρονιάς (απαραίτητο να είστε βέβαια και λίγι φανς ταινιών τρόμου).
Το φιλμ παραπέμπει άμεσα σε αρκετές παρόμοιες αμερικάνικες ταινίες, που είχαν γίνει κυρίως στη δεκαετία του 80 (Critters, Gremlins κλπ.), και, φυσικά, στις κλασικές παλιότερες "σοβαρές" ταινίες με εξωγήινες εισβολές. Ωστόσο στο συγκεκριμένο φιλμ όλα τα λεφτά είναι οι ιρλανδοί πρωταγωνιστές, οι κάτοικοι του χωριού. Και γενικότερα όλο το κλίμα της ταινίας βγαίνει ακριβώς απ' αυτή την ιρλανδέζικη ατμόσφαιρα. Φοβερές φάτσες, ηλικιωμένοι κυρίως, μερικοί μόνιμα μεθυσμένοι, μάχονται με τους πιο αστείους τρόπους ενάντια στους εφιαλτικούς εισβολείς. Και βέβαια η πλάκα κορυφώνεται όταν ανακαλύπτουν ότι οι τελευταίοι δεν αντέχουν το αλκοόλ, οπότε οι κάτοικοι... οφείλουν να είναι μεθυσμένοι!
Βρήκα, όπως είπα, την ταινία διασκεδαστικότατη, με πολύ καλό ρυθμό, με καλό συνδυασμό τρόμου και γέλιου και, παραδόξως, ενώ πίστευα ότι θα πρόκειται για κλασικό πλακατζίδικο low budget, είδα μια ταινία με αρκετά εντυπωσιακά εφέ και εξαιρετική φωτογραφία, η οποία επικεντρώνεται και προβάλλει το άγριο, μοναχικό, ανεμο- και θαλασσοδαρμένο ιρλανδέζικο τοπίο. Γενικά αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα, πλημμυρισμένη μαλιστα από σπαρταριστούς και ολοζώντανους χαρακτήρες (ο φοβερός γέρος, ο παπάς, ο μπάρμαν, ο αλκοολικός αστυνομικός κλπ.).
Επειδή στην αρχή ανέφερα τις παλιότερες αμερικάνικες σχετικές ταινίες, πρέπει να πω ότι πιστεύω απόλυτα ότι αν το ίδιο ακριβώς σύγχρονο φιλμ ήταν αμερικάνικο, θα έχανε τη μισή από τη γοητεία του. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ πιο "επίπεδο", κλισεδιάρικο (κι εδώ παίζει βέβαια με τα κλισέ, με πολύ ευφάνταστο όμως νομίζω τρόπο), κάτι που θα ειχαμε ξαναδεί πολλές φορές. Ενώ εδώ είναι ακριβώς η ιρλανδέζικη πινελιά που το απογειώνει. Γενικά τη θεωρώ μια από τις πιο feelgood ταινίες της χρονιάς (απαραίτητο να είστε βέβαια και λίγι φανς ταινιών τρόμου).
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2012
METROPOLITAN: ΕΞΥΠΝΟ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ
Είναι δυνατόν μια ταινία να σε κάνει να βαρεθείς καθώς τη βλέπεις, κι όμως να σου αρέσει; Αυτό το παράδοξο μου συνέβει με το "Metropolitan" του 1990 του Whit Stillman. Ο οποίος θεωρείται ότι επηρέασε τον Wes Anderson και γενικά τα φιλμ του διακατέχονται μερικές φορές από έναν υπόγειο σουρεαλισμό.
Ο Stillman, στις λίγες ταινίες του, αρέσκεται, νομίζω, να καταπιάνεται με έναν συγκεκριμένο κάθε φορά μικρόκοσμο και να τον αναλύει. Πολλοί διάλογοι, πάντοτε όμως έξυπνοι έως (όπως προείπαμε) σουρεαλιστικοί, που σου κινούν συχνά το ενδιαφέρον.
Στο "Metropolitan" ασχολείται με μια μικροομάδα που ούτε καν γνωρίζουμε (την υποπτευόμαστε βέβαια) την ύπαρξη και, κυρίως, την καθημερινότητά τους: Με τους νεαρούς γόνους των πολύ - πολύ πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών της Νέας Υόρκης. Η συγκεκριμένη παρέα (αγόρια και κορίτσια γύρω στα 25) αναλώνουν τη ζωή τους ανάμεσα σε σαλόνια (πολυτελή βεβαίως) και επίσημους χορούς στους οποίους πηγαίνουν ανελλιπώς. Πάνε βέβαια και σε κυριλέ μπαρ και εστιατόρια, οι πρώτες όμως είναι οι βασικές ασχολίες τους. Σπουδάζουν σε ακριβά πανεπιστήμια, είναι καλλιεργημένοι με τον μάλλον σπαστικό τρόπο τους... και κουτσομπολεύουν ασύστολα.
Το φιλμ κινείται ως επί το πλείστον σε σαλόνια και ακριβές εξόδους και δείχνει την παρέα να μιλά ακατάπαυστα (εξ ου και το κουραστικό του πράγματος που δήλωσα στην αρχή). Ως νέοι Βιτελόνι, στην πραγματικότητα δεν κάνουν απολύτως τίποτα και απλώς περιφέρουν την κενή ύπαρξή τους προσπαθώντας να περάσουν την ώρα τους. Ερωτεύονται βέβαια, μετανοιώνουν, χωρίζουν, πηδιούνται πού και πού, και όλα αυτά μοιάζουν να είναι επίσης βασικό θέμα των συζητήσεών τους, όπως και κάθε λογής μάλλον "κουφές" αμπελοφιλοσοφίες.
Πιστεύω ότι στόχος του Stillman είναι ακριβώς η κατάδειξη της απόλυτης κενότητας της παρασιτικής και καθόλου δημιουργικής ουσιαστικά ομάδας. Προσοχή όμως: Ενώ συνολικά είναι αντιπαθείς και συντηρητικοί ως εκεί που δεν παίρνει, μερικοί απ' αυτούς σε ατομικό επίπεδο έχουν τις ευαισθησίες, το ρομαντισμό, τις ανησυχίες τους ή μπορεί να είναι καλόψυχοι (μερικοί λέω), οπότε ο θεατής ίσως συμπαθήσει κάποιους, ακόμα και συμπάσχει μαζί τους. Ωστοσο η τεράστια κενότητα και βαρεμάρα της συνολικής τους ύπαρξης παραμένει στο ακέραιο.
Η κριτική στρέφεται και προς τον μοναδικό προλεταριακής καταγωγής τύπο που καταφέρνει να εισχωρήσει στην παρέα, έχοντας μάλιστα και ουτοπικά σοσιαλιστικά οράματα (που φυσικά οι υπόλοιποι πρώτη φορά ακούνε)! Από τη μία κατακρίνει ανοιχτά τον τρόπο ζωής τους, από την άλλη έλκεται απ' αυτόν και προσπαθεί να γίνει όσο περισσότερο μπορεί αναπόσπαστο μέρος της παρέας (και της τάξης τους).
Η ταινία κυλά αργά, σχεδόν δίχως πλοκή, με κάποια φλερτ και έρωτες, και κινείται κάπως μόνο προς το τέλος. Εκεί όμως ο Στίλμαν βρίσκει την ευκαιρία να "αδειάσει" εντελώς όλους αυτούς του κηφήνες, δείχνοντας ότι ακόμα και αυτή η τόσο κολλητή παρέα, δεν είναι παρά μια λυση ανάγκης και δεν έχει καθόλου βαθιές ρίζες φιλίας. Στο μεταξύ είναι απίστευτο να βλέπεις τόσο συντηρητισμό, τέτοια ντυσίματα (φράκα, κοστούμια, φορέματα σαν νυφικά) στη δεκαετία του 80, τόση άγνοια της πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας που τους περιβάλλει. Είναι σα να μην πήραν ποτέ χαμπάρι τη δεκαετία του 60 και όσες αλλαγές επέφερε αυτή στην καθημερινότητα των δυτικών ανθρώπων. Και είναι απίστετυτο επίσης να μαθαίνεις για το τυπικό των χορών που πρέπει να παρευρεθούν, με συγκεκριμένους συνοδούς και τρόπους εμφάνισης, λες και βρισκόμαστε στις Βερσαλίες. Μα, διάβολε, υπήρχαν όλα αυτά στα 80ς σ' αυτούς τους τόσο γελοίους υψηλούς κύκλους;
Γι' αυτό σας είπα: Ενώ βαριόμουν κατά τη διάρκεια της προβολής, τελικά μου άρεσε. Ίσως μάλιστα να θέλει ο σκηνοθέτης να κάνει τον θεατή να βαρεθεί ακριβώς για να δείξει την αχρηστία και γελοιότητα της ύπαρξης όλων αυτών, ακόμα κι αν κάποιες στιγμές γίνονται αξιαγάπητοι. Όλη αυτη η καταγραφή της κενότητας (διανθισμένη με στοιχεία κομεντί) και οι συχνά έξυπνοι διάλογοι που περιέχει με έκαναν τελικά να εκτιμήσω την ταινία. Και κατανοώ γιατί αυτή αποτελεί ένα είδος καλτ για κάποιους σινεφίλ.
Ο Stillman, στις λίγες ταινίες του, αρέσκεται, νομίζω, να καταπιάνεται με έναν συγκεκριμένο κάθε φορά μικρόκοσμο και να τον αναλύει. Πολλοί διάλογοι, πάντοτε όμως έξυπνοι έως (όπως προείπαμε) σουρεαλιστικοί, που σου κινούν συχνά το ενδιαφέρον.
Στο "Metropolitan" ασχολείται με μια μικροομάδα που ούτε καν γνωρίζουμε (την υποπτευόμαστε βέβαια) την ύπαρξη και, κυρίως, την καθημερινότητά τους: Με τους νεαρούς γόνους των πολύ - πολύ πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών της Νέας Υόρκης. Η συγκεκριμένη παρέα (αγόρια και κορίτσια γύρω στα 25) αναλώνουν τη ζωή τους ανάμεσα σε σαλόνια (πολυτελή βεβαίως) και επίσημους χορούς στους οποίους πηγαίνουν ανελλιπώς. Πάνε βέβαια και σε κυριλέ μπαρ και εστιατόρια, οι πρώτες όμως είναι οι βασικές ασχολίες τους. Σπουδάζουν σε ακριβά πανεπιστήμια, είναι καλλιεργημένοι με τον μάλλον σπαστικό τρόπο τους... και κουτσομπολεύουν ασύστολα.
Το φιλμ κινείται ως επί το πλείστον σε σαλόνια και ακριβές εξόδους και δείχνει την παρέα να μιλά ακατάπαυστα (εξ ου και το κουραστικό του πράγματος που δήλωσα στην αρχή). Ως νέοι Βιτελόνι, στην πραγματικότητα δεν κάνουν απολύτως τίποτα και απλώς περιφέρουν την κενή ύπαρξή τους προσπαθώντας να περάσουν την ώρα τους. Ερωτεύονται βέβαια, μετανοιώνουν, χωρίζουν, πηδιούνται πού και πού, και όλα αυτά μοιάζουν να είναι επίσης βασικό θέμα των συζητήσεών τους, όπως και κάθε λογής μάλλον "κουφές" αμπελοφιλοσοφίες.
Πιστεύω ότι στόχος του Stillman είναι ακριβώς η κατάδειξη της απόλυτης κενότητας της παρασιτικής και καθόλου δημιουργικής ουσιαστικά ομάδας. Προσοχή όμως: Ενώ συνολικά είναι αντιπαθείς και συντηρητικοί ως εκεί που δεν παίρνει, μερικοί απ' αυτούς σε ατομικό επίπεδο έχουν τις ευαισθησίες, το ρομαντισμό, τις ανησυχίες τους ή μπορεί να είναι καλόψυχοι (μερικοί λέω), οπότε ο θεατής ίσως συμπαθήσει κάποιους, ακόμα και συμπάσχει μαζί τους. Ωστοσο η τεράστια κενότητα και βαρεμάρα της συνολικής τους ύπαρξης παραμένει στο ακέραιο.
Η κριτική στρέφεται και προς τον μοναδικό προλεταριακής καταγωγής τύπο που καταφέρνει να εισχωρήσει στην παρέα, έχοντας μάλιστα και ουτοπικά σοσιαλιστικά οράματα (που φυσικά οι υπόλοιποι πρώτη φορά ακούνε)! Από τη μία κατακρίνει ανοιχτά τον τρόπο ζωής τους, από την άλλη έλκεται απ' αυτόν και προσπαθεί να γίνει όσο περισσότερο μπορεί αναπόσπαστο μέρος της παρέας (και της τάξης τους).
Η ταινία κυλά αργά, σχεδόν δίχως πλοκή, με κάποια φλερτ και έρωτες, και κινείται κάπως μόνο προς το τέλος. Εκεί όμως ο Στίλμαν βρίσκει την ευκαιρία να "αδειάσει" εντελώς όλους αυτούς του κηφήνες, δείχνοντας ότι ακόμα και αυτή η τόσο κολλητή παρέα, δεν είναι παρά μια λυση ανάγκης και δεν έχει καθόλου βαθιές ρίζες φιλίας. Στο μεταξύ είναι απίστευτο να βλέπεις τόσο συντηρητισμό, τέτοια ντυσίματα (φράκα, κοστούμια, φορέματα σαν νυφικά) στη δεκαετία του 80, τόση άγνοια της πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας που τους περιβάλλει. Είναι σα να μην πήραν ποτέ χαμπάρι τη δεκαετία του 60 και όσες αλλαγές επέφερε αυτή στην καθημερινότητα των δυτικών ανθρώπων. Και είναι απίστετυτο επίσης να μαθαίνεις για το τυπικό των χορών που πρέπει να παρευρεθούν, με συγκεκριμένους συνοδούς και τρόπους εμφάνισης, λες και βρισκόμαστε στις Βερσαλίες. Μα, διάβολε, υπήρχαν όλα αυτά στα 80ς σ' αυτούς τους τόσο γελοίους υψηλούς κύκλους;
Γι' αυτό σας είπα: Ενώ βαριόμουν κατά τη διάρκεια της προβολής, τελικά μου άρεσε. Ίσως μάλιστα να θέλει ο σκηνοθέτης να κάνει τον θεατή να βαρεθεί ακριβώς για να δείξει την αχρηστία και γελοιότητα της ύπαρξης όλων αυτών, ακόμα κι αν κάποιες στιγμές γίνονται αξιαγάπητοι. Όλη αυτη η καταγραφή της κενότητας (διανθισμένη με στοιχεία κομεντί) και οι συχνά έξυπνοι διάλογοι που περιέχει με έκαναν τελικά να εκτιμήσω την ταινία. Και κατανοώ γιατί αυτή αποτελεί ένα είδος καλτ για κάποιους σινεφίλ.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΔΙΧΩΣ "ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ"
Όταν το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά βρίσκεται στα κέφια του, παράγει συμπαθέστατες ταινίες. Σ΄αυτή την κατηγορία υπάγεται, κατά τη γνώμη μου, το "Safety Not Guaranteed" (2012) του πρωτοεμφανιζόμενου σε μεγάλου μήκους φιλμ Colin Trevorrow.
Όταν ένα περιοδικό ανακαλύπτει μια μικρή αγγελία που, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει περίπου "Ζητείται συνταξιδιώτης για ταξίδι στο χρόνο, η ασφάλεια δεν είναι εγγυημένη και ο συνταξιδιώτης πρέπει να φέρει τα δικά του όπλα", στέλνει μια σπαρταριστή ομάδα δημοσιογράφων, τον επί κεφαλής και δύο μαθητευόμενους, αγόρι και κορίτσι, στην επαρχιακή πόλη απ' όπου προέρχεται η αγγελία για να ερευνήσουν το θέμα. Τα αποτελέσματα είναι, αν μη τι άλλο, απροσδόκητα.
Φυσικά η ταινία παίζει με το είδος της επιστημονικής φαντασίας, αλλά πρέπει να προειδοποιήσω τους φίλους του είδους ότι δεν πρόκειται ακριβώς για κάτι τέτοιο. Απλώς πρόκειται για το φόντο. Μέχρι την τελευταία σκηνή άλλωστε δεν ξέρουμε αν υπάρχουν στοιχεία αλήθειας στην όλη φάση ή αν πρόκειται για φαντασιώσεις ενός τρελού. Ουσιαστικά πρόκειται για μια ρομαντική, τρυφερή και με πολύ χιούμορ ματιά πάνω στις σχέσεις ανάμεσα σε τύπους... χμ... ας τους χαρακτηρίσουμε ιδιόρυθμους, ίσως λιγάκι "βαρεμένους", όχι όμως τόσο ώστε να χαρακτηριστούν psycho. Μοναχικούς σίγουρα. Διαφορετικούς, ας τους πούμε καλύτερα. Οπότε η ταινία γίνεται και ένας ύμνος προς τη διαφορετικότητα και την ανοχή και, τελικά, υποστηρίζει με τον χαριτωμένο τρόπο της ότι υπάρχει και γι' αυτούς θέση στον κόσμο. Γι' αυτό άλλωστε και βλέπει με τόση συμπάθεια τους παράξενους ήρωές της. Κι όλα αυτά δίχως να της λείπουν η ατμόσφαιρα μυστηρίου, που δημιουργεί σασπένς, και οι αρκετές ανατροπές.
Σίγουρα πρόκειται για μια feelgood ταινία, απ' αυτές που οι αμερικάνοι ανεξάρτητοι δημιουργοί ξέρουν καλά να φτιάχνουν. Νομίζω ότι θα την παρακολουθήσετε χαμογελώντας - εγώ τουλάχιστον την απόλαυσα - και ελπίζω να μην απογοητευτείτε από την έλλειψη ειδικών εφέ και θεαματικών ταξιδιών στο χρόνο. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο στόχος του φιλμ (και πολύ καλά κάνει).
Όταν ένα περιοδικό ανακαλύπτει μια μικρή αγγελία που, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει περίπου "Ζητείται συνταξιδιώτης για ταξίδι στο χρόνο, η ασφάλεια δεν είναι εγγυημένη και ο συνταξιδιώτης πρέπει να φέρει τα δικά του όπλα", στέλνει μια σπαρταριστή ομάδα δημοσιογράφων, τον επί κεφαλής και δύο μαθητευόμενους, αγόρι και κορίτσι, στην επαρχιακή πόλη απ' όπου προέρχεται η αγγελία για να ερευνήσουν το θέμα. Τα αποτελέσματα είναι, αν μη τι άλλο, απροσδόκητα.
Φυσικά η ταινία παίζει με το είδος της επιστημονικής φαντασίας, αλλά πρέπει να προειδοποιήσω τους φίλους του είδους ότι δεν πρόκειται ακριβώς για κάτι τέτοιο. Απλώς πρόκειται για το φόντο. Μέχρι την τελευταία σκηνή άλλωστε δεν ξέρουμε αν υπάρχουν στοιχεία αλήθειας στην όλη φάση ή αν πρόκειται για φαντασιώσεις ενός τρελού. Ουσιαστικά πρόκειται για μια ρομαντική, τρυφερή και με πολύ χιούμορ ματιά πάνω στις σχέσεις ανάμεσα σε τύπους... χμ... ας τους χαρακτηρίσουμε ιδιόρυθμους, ίσως λιγάκι "βαρεμένους", όχι όμως τόσο ώστε να χαρακτηριστούν psycho. Μοναχικούς σίγουρα. Διαφορετικούς, ας τους πούμε καλύτερα. Οπότε η ταινία γίνεται και ένας ύμνος προς τη διαφορετικότητα και την ανοχή και, τελικά, υποστηρίζει με τον χαριτωμένο τρόπο της ότι υπάρχει και γι' αυτούς θέση στον κόσμο. Γι' αυτό άλλωστε και βλέπει με τόση συμπάθεια τους παράξενους ήρωές της. Κι όλα αυτά δίχως να της λείπουν η ατμόσφαιρα μυστηρίου, που δημιουργεί σασπένς, και οι αρκετές ανατροπές.
Σίγουρα πρόκειται για μια feelgood ταινία, απ' αυτές που οι αμερικάνοι ανεξάρτητοι δημιουργοί ξέρουν καλά να φτιάχνουν. Νομίζω ότι θα την παρακολουθήσετε χαμογελώντας - εγώ τουλάχιστον την απόλαυσα - και ελπίζω να μην απογοητευτείτε από την έλλειψη ειδικών εφέ και θεαματικών ταξιδιών στο χρόνο. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο στόχος του φιλμ (και πολύ καλά κάνει).
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2012
ΜΟΝΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΙΛΙΑ... ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ο Yimou Zang είναι μάλλον ο γνωστότερος σύγχρονος κινέζος σκηνοθέτης. Το 2005, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του αρκετές και αρκετά διαφορετικού στιλ ταινίες, γυρίζει το "Riding Alone for Thousands of Miles". Το φιλμ, πάνω απ' όλα, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα συγκινητικό, σε καμιά περίπτωση όμως μελό.
Ένας χήρος πατέρας από την Ιαπωνία έχει αποξενωθεί πλήρως και για πολλά χρόνια από το γιο του, όταν ξαφνικά μαθαίνει από τη γυναίκα του τελευταίου ότι ο γιος του είναι μάλλον ετοιμοθάνατος. Αφού μια προσπάθεια προσέγγισης αποτυγχάνει (ο γιος αρνείται να τον δει), ο πατέρας αποφασίζει να πραγματοποιήσει ο ίδιος την μεγάλη επιθυμία του γιου, ο οποίος έχει πάθος με την κινέζικη όπερα: Να ταξιδέψει σε ένα χωριό της Κίνας και να κινηματογραφήσει την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης όπερας (που έχει τον τίτλο της ταινίας) από έναν συγκεκριμένο χωρικό περφόρμερ.
Το φιλμ παίζει σε πολλά συναισθηματικά επίπεδα: Ο πατέρας, κλειστός, αμίλητος, βαρύς, νοιώθει την τόσων χρόνων στέρηση ανθρώπινης επαφής να βαραίνει αμείλικτα πάνω του. Η όψιμη αγάπη για τον γιο που τόσα χρόνια έχει να δει τον κυριεύει. Στην Κίνα θα βρει ένα "υποκατάστατο". Τον μικρό γιο του χωρικού, που δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του, αφού ο τελευταίος βρίσκεται στη φυλακή. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Τελικά θα είναι μια παράλληλη σχέση μ' αυτήν που αρχικά ξεκίνησε να (ξανα)φτιάξει με τον δικό του γιο. Έτσι τα δράματα του ιάπωνα, του κινέζου χωρικού και του μικρού παιδιού του συναντιούνται και τελικά μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Σε ένα άλλο επίπεδο, ο κλειστός "πολιτισμένος" γιαπωνέζος έρχεται σε επαφή με το φτωχό κινέζικο χωριό, αλλά και με την έμφυτη ανθρωπιά των απλών του κατοίκων. Η φιλοξενία τους, η βοήθειά τους, θα τον συγκλονίσουν. Θα αναθεωρήσει - σιωπηλά πάντα - την μέχρι τότε "στεγνή" στάση που κράτησε στη ζωή του. Θα είναι όμως μάλλον αργά...
Εκτός των άλλων το φιλμ διαθέτει και μαι μεγάλη σκηνή σε ένα παράδοξο κινέζικο τοπίο με τεράστια κάθετα βράχια που σχηματίζουν έναν αληθινό λαβύρινθο. Ωστόσο μάλλον λίγες είναι οι παραχωρήσεις που κάνει στο κινέζικο φολκλόρ.
Καλή ταινία, ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερσυναισθηματική, πλην όμως είναι γεμάτη από τόση τρυφερότητα, συγκίνηση και ανθρωπιά, που την συγχωρώ. Και, τελικά, κοιτάξτε να εκδηλώνετε τα συναισθήματά σας πριν να είναι αργά. Δεν είναι και τόσο κακό ή ντροπιαστικό.
Ένας χήρος πατέρας από την Ιαπωνία έχει αποξενωθεί πλήρως και για πολλά χρόνια από το γιο του, όταν ξαφνικά μαθαίνει από τη γυναίκα του τελευταίου ότι ο γιος του είναι μάλλον ετοιμοθάνατος. Αφού μια προσπάθεια προσέγγισης αποτυγχάνει (ο γιος αρνείται να τον δει), ο πατέρας αποφασίζει να πραγματοποιήσει ο ίδιος την μεγάλη επιθυμία του γιου, ο οποίος έχει πάθος με την κινέζικη όπερα: Να ταξιδέψει σε ένα χωριό της Κίνας και να κινηματογραφήσει την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης όπερας (που έχει τον τίτλο της ταινίας) από έναν συγκεκριμένο χωρικό περφόρμερ.
Το φιλμ παίζει σε πολλά συναισθηματικά επίπεδα: Ο πατέρας, κλειστός, αμίλητος, βαρύς, νοιώθει την τόσων χρόνων στέρηση ανθρώπινης επαφής να βαραίνει αμείλικτα πάνω του. Η όψιμη αγάπη για τον γιο που τόσα χρόνια έχει να δει τον κυριεύει. Στην Κίνα θα βρει ένα "υποκατάστατο". Τον μικρό γιο του χωρικού, που δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του, αφού ο τελευταίος βρίσκεται στη φυλακή. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Τελικά θα είναι μια παράλληλη σχέση μ' αυτήν που αρχικά ξεκίνησε να (ξανα)φτιάξει με τον δικό του γιο. Έτσι τα δράματα του ιάπωνα, του κινέζου χωρικού και του μικρού παιδιού του συναντιούνται και τελικά μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Σε ένα άλλο επίπεδο, ο κλειστός "πολιτισμένος" γιαπωνέζος έρχεται σε επαφή με το φτωχό κινέζικο χωριό, αλλά και με την έμφυτη ανθρωπιά των απλών του κατοίκων. Η φιλοξενία τους, η βοήθειά τους, θα τον συγκλονίσουν. Θα αναθεωρήσει - σιωπηλά πάντα - την μέχρι τότε "στεγνή" στάση που κράτησε στη ζωή του. Θα είναι όμως μάλλον αργά...
Εκτός των άλλων το φιλμ διαθέτει και μαι μεγάλη σκηνή σε ένα παράδοξο κινέζικο τοπίο με τεράστια κάθετα βράχια που σχηματίζουν έναν αληθινό λαβύρινθο. Ωστόσο μάλλον λίγες είναι οι παραχωρήσεις που κάνει στο κινέζικο φολκλόρ.
Καλή ταινία, ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερσυναισθηματική, πλην όμως είναι γεμάτη από τόση τρυφερότητα, συγκίνηση και ανθρωπιά, που την συγχωρώ. Και, τελικά, κοιτάξτε να εκδηλώνετε τα συναισθήματά σας πριν να είναι αργά. Δεν είναι και τόσο κακό ή ντροπιαστικό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





























