Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2012

ΥΠΑΡΧΟΥΝ "ΚΥΝΗΓΟΙ ΚΕΦΑΛΩΝ" ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ

Οι σκανδιναβοί, όπως όλα δείχνουν, έχουν αποκτήσει ένα δικό τους ύφος στα θρίλερ. Και στη λογοτεχνία και στο σινεμά. Ο νορβηγός Τζο Νέσμπο είναι ένας πολύ πετυχημένος τέτοιος συγγραφέας, ενώ οι "Κυνηγοί Κεφαλών" (Hodejegerme, επειδή ξέρω ότι σκάτε να μάθετε τον πρωτότυπο τίτλο), είναι η μεταφορά στην οθόνη ενός βιβλίου του, που έκανε το 2011 ο Morten Tyldum.
 Πλούσιο και αδίστακτο στέλεχος πολυεθνικής, το οποίο τον ελεύθερο χρόνο του κλεβει πολύτιμα έργα τέχνης για να αυξήσει κι άλλο το εισόδημά του, βλέπει ξαφνικά την πολυτελή ζωή του να καταρρέει, καθώς ένα άλλο τέτοιο στέλεχος, ακόμα πιο αδίστακτο, θα τον βάλει στο μάτι. Σύντομα όλα θα μετετραπούν σε ένα εφιαλτικό παιχνίδι ζωής ή θανάτου.
Η ταινία διατηρεί αμείωτο τον έντονο ρυθμό της. Από την σχετικά χαλαρή αρχή μοιάζει να επιταχύνεται όλο και περισσότερο, οδηγώντας τον (καθόλου συμπαθή) ήρωα σε έναν εφιάλτη που γίνεται όλο και φριχτότερος και καθηλώνοντας τον θεατή. Συγχρόνως, πέραν του ρυθμού, καταγράφει ένα σκληρότατο, αδίστακτο πρόσωπο του πλέον πολιτισμένου ίσως μέρους του πλανήτη: Της Σκανδιναβίας. Μέσα στο αποστειρωμένο, ψυχρό και πολυτελές περιβάλλον που χαρακτηρίζει τα φιλμ των χωρών αυτών, η απληστία των εταιριών - και των στελεχών τους φυσικά - δεν γνωρίζει όρια, η όποια ηθική είναι ανύπαρκτη, η βία καραδοκεί σε κάθε βήμα. Ο πρώην θύτης, άπληστος και αδίστακτος ο ίδιος, που πατά επί πτωμάτων για να ανέβει και δεν λογαριάζει την ταπείνωση των άλλων, παγιδεύεται, μετατρέπεται ταχύτατα σε θύμα και κατεβαίνει πραγματικά στο βυθό, πληρώνοντας με το ίδιο νόμισμα - χειρότερο μάλλον - όσα ο ίδιος έκανε μέχρι τώρα. Ταυτόχρονα όμως μοιάζει να οριμάζει για πρώτη φορά, να "ενηλικιώνεται" και να αντιλαμβάνεται ότι ζωή δεν είναι μόνο το χρήμα, η δύναμη και τα παιχνίδια εξουσίας. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή του χαρακτήρα του είναι αυτό που προσωπικά βρήκα πιο σημαντικό στοιχείο.
Ενδιαφέρον φιλμ, παρά τις κάποιες αντιρρήσεις μου: Όλα όσα συμβαίνουν δεν μοιάζουν και τόσο αληθοφανή, "δεν γίνονται" που λέμε κοινώς. Κανείς που έχει υποστεί τόσα δεν μπορεί να αντιδρά τόσο σθεναρά. Η ταινία, με τη διαρκή ένταση, μοιάζει να χάνει κάπως σε ρεαλισμό, να ενδίδει στην περιπέτεια για την περιπέτεια. Ωστοσο διατηρεί τις αποστάσεις και τις διαφορές από τα τετριμμένα αμερικάνικα πρότυπα.
Οφείλω να πω ότι προσωπικά (και υποκειμενικά) η τριλογία του "Κοριτσιού με το Τατουάζ" μου αρέσει περισσότερο. Ωστόσο και αυτό το φιλμ παραμένει χαρακτηριστικό αυτής της όχι πλέον αναδυόμενης, αλλά ήδη μεσουρανούσας σκανδιναβικής σχολής έντονα κοινωνικών και συχνά πολιτικοποιημένων θρίλερ.

Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2012

ΣΤΟΝ 6ο ΟΡΟΦΟ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ...

Υπάρχει μια πλούσια, συντηρητική, "σφιγμένη" και κρυόκωλη οικογένεια ενός χρηματιστή (ένα ζευγάρι δηλαδή, αφού τα παιδιά είναι κάπου κυριλέ και εσώκλειστα), σε πολυτελές διαμέρισμα του 5ου. Και από πάνω, στον 6ο, υπάρχουν μικρά διαμερισματάκια όπου ζουν φτωχές ισπανίδες, που κυρίως δουλεύουν σαν υπηρέτριες.
Όλα αυτά συνβαίνουν στο Παρίσι του 1962 και στην ταινία του 2010 "Οι Γυναίκες του 6ου Ορόφου" του γάλλου Philippe Le Guay. Πρόκειται βέβαια για κομεντί, η οποία, αν μη τι άλλο, είναι νομίζω χαριτωμένη. Όπως αντιλαμβανόμαστε, ανάμεσα στις δύο κατηγορίες ενοίκων σ' αυτή τη "δύο ταχυτήτων" τεράστια πολυκατοικία, θα δημιουργηθούν ποικίλες σχέσεις. Ο πρωταγωνιστής, ο κουμπωμένος, μεσήλικας χρηματιστής, θα αρχίσει για πρώτη φορά μετά πολλά, πολλά χρόνια να απολαμβάνει τη ζωή, θα φτάσει ακόμα και να ερωτευτεί. Αλλά ο έρωτας δεν είναι η μόνη αλλαγή πάνω του.
Η ιδέα είναι έξυπνη και βέβαια, στόχος του σκηνοθέτη είναι να φέρει σε αντιπαράθεση δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους: Αυτόν της φτωχής εργατικής τάξης, με τα καθημερινά προβλήματα και αγωνίες, αλλά και τον πλούτο των συναισθημάτων, που δείχνει να απολαμβάνει τη ζωή πολύ περισσότερο από τους "άλλους" κι αυτόν των μπουρζουάδων, οι οποίοι παρά την οικονομική άνεση μοιάζουν τόσο, μα τόσο δυσκοίλιοι... Κι ακόμα τον κόσμο του Νότου (της Ισπανίας συγκεκριμένα στο φιλμ), κόσμου συναισθηματικού, με ξεσπάσματα, πάθη, γέλια, κλάματα, χορό, κόσμο εκδηλωτικό και ζεστό τέλος πάντων, μ' αυτόν του Βορά, πολύ περισσότερο ψυχρού, συντηρητικού, μαζεμένου, που, βολεμένος και χωμένος στην άνετη καθημερινότητα, μοιάζει να έχει ξεχάσει πως η ζωή χρειάζεται πάνω απ' όλα χαρά και απολαύσεις.
Ίσως να υπάρχουν κάποια περισσότερα απ' όσο πρέπει κλισέ (είπαμε: Βοράς - Νότος, πλούσιοι - φτωχοί κλπ.), αλλά συνολικά βρήκα το αποτέλεσμα συμπαθητικό και ευχάριστο. Ειδικά ο βασικός ήρωας και η βαθμιαία μετάλλαξή του, είναι απολαυστικά. Δεν το θεωρώ κάτι πολύ σπουδαίο, αλλά νομίζω ότι είναι ό,τι πρέπει για χαλαρό θερινό σινεμαδάκι. Το χρειαζόμαστε.

Κυριακή, Ιουλίου 15, 2012

ΨΥΧΡΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΚΑΙ "ΟΠΛΑ ΓΙΑ ΝΟΙΚΙΑΣΜΑ"

Το 1942 ο παραγωγικότατος (και όχι από τα μεγάλα ονόματα του Χόλιγουντ) Frank Tuttle (1892-1963) γυρίζει το "This Gun for Hire", παραδίδοντας έτσι ένα τυπικό νουάρ, σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία κατασκοπευτικού φιλμ, αφού, ας μην ξεχνάμε, βρισκόμαστε στην καρδιά του πολέμου και οι κακοί κατάσκοποι και κάποιες πατριωτικές νότες ήταν - φυσιολογικά θα έλεγα - απαραίτητες.
Αυτό που αμέσως ξεχωρίζει από το φιλμ είναι ο χαρακτήρας του ήρωα, που ερμηνεύεται από τον Άλαν Λαντ. Πρόκειται για ένα πραγματικά ψυχρό, μοναχικό κάθαρμα, έναν πληρωμένο δολοφόνο που δεν διστάζει, στην πρώτη κιόλας σκηνή, να εκτελέσει εν ψυχρώ το στόχο της αποστολής του, αλλά και την άσχετη ερωμένη του που βρέθηκε τυχαία εκεί. Πάνω σ΄αυτό τον χαρακτήρα χτίζεται η ταινία και προσπαθεί στο τέλος να τον ερμηνεύσει, να τον ψυχαναλύσει ίσως. Η φιγούρα του (αλλά και το προδιαγεγραμμένο τέλος) αποτέλεσε, νομίζω, έμπνευση για τον Μελβίλ και τον δικό του "Σαμουράι" με τον Αλέν Ντελόν. Η ίδια ψυχρότητα, η ίδια κυνικότητα και, πάνω απ' όλα, η ίδια μοναχικότητα, η οποία, στο φιλμ που εξετάζουμε, γίνεται σπαρακτική. Προς το τέλος μάλιστα ίσως ακόμα και να συμπαθήσουμε τον αδίστακτο αυτόν άνθρωπο, που μοιάζει τίποτα να μην το συγκινεί, καθώς αντιλαμβανόμαστε σιγά - σιγά μέσα από ποιες συνθήκες κατέληξε έτσι.
Πολύ ενδιαφέρουσα επίσης είναι η σχέση αγάπης - μίσους που αναπτύσει ο δολοφόνος με την όμορφη Βερόνικα Λέικ, που ανήκει καθαρά στους "καλούς" και είναι μάλιστα η κοπέλα του αστυνομικού που τον κυνηγά. Η σχέση, από υποχρεωτική και εκβιαστική, μετατρέπεται βαθμιάια σε ένα είδος φιλίας και εμπιστοσύνης, με το ερωτικό στοιχείο να βρίσκεται σε δεύτερο επίπεδο και, ίσως, να υπάρχει ελάχιστα. Ίσως ο μοναχικός ήρωας να αναζητεί περισσότερο μια μητρική παρά μια ερωτική φιγούρα, έναν φίλο που επιτέλους μπορεί να εμπιστευτεί, να πασχίζει, κάτω από την ψυχρή μάσκα, να αποκτήσει έστω και στο τέλος, μια ανθρώπινη επαφή. Ας σημειώσουμε ότι και οι άλλοι χαρακτήρες που κινούνται γύρω τους, έχουν κι αυτοί το ενδιαφέρον τους, με πρώτο τον "κακό" χοντρό.
 Πέραν αυτού του βάθους και των πολύπλοκων χαρακτήρων και σχέσεων, που σύντομα ξεπερνούν τον σχηματικό διαχωρισμό καλού - κακού, η ταινία διαθέτει δράση και σασπένς, παρακολουθείται ευχάριστα, πλην όμως, αν την εξετάσει κανείς αυστηρά σεναριακά, βασίζεται υπέρ του δέοντος σε συμπτώσεις, πράγμα που καθιστά την πλοκή κάπως αναληθοφανή. Έτσι, το φιλμ μπορεί να ειδωθεί είτε σαν μια καθαρή περιπέτεια που, κατά τη γνώμη μου, στέκει ακόμα, δίχως πολλά - πολλά γιατί και πώς, είτε σαν μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη χαρακτήρων και σχέσεων. Όπως και να το κάνουμε, θα άξιζε να του "ρίξετε μια ματιά".

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2012

ΟΙ "ΜΕΣΟΤΟΙΧΙΕΣ" ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΟΥΝ

Ο αργεντινός Gustavo Taretto είναι, μαθαίνω, μικρομηκάς και διαφημιστής. Με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του πάντως, τις "Μεσοτοιχίες" (Medianeras) του 2012, αποδεικνύεται αν μη τι άλλο εξαιρετικά φρέσκος και πρωτότυπος.
Η ταινία είναι μια (ακόμα) ρομαντική κομεντί. Δύο νέοι άνθρωποι, μοναχικοί, με παραξενιές, με αδιέξοδους έρωτες στο παρελθόν τους, ζουν σχεδόν απέναντι, αλλά δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Και εδώ αρχίζουν οι πρωτοτυπίες. Όλες οι κομεντί του κόσμου μας δείχνουν πώς συναντιούνται, τις φάσεις της γνωριμίας ή του έρωτά τους, την κοινή (ή μη) ζωή τους κλπ. Ε, λοιπόν η ταινία αυτή επιλέγει να μας δείξει το πώς... δεν συναντιούνται, πώς επί δύο ώρες αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, πώς μια σειρά συμπτώσεων συμβάλλει σ' αυτό. Και όλα αυτά ενώ, όπως βλέπουμε εμείς οι θεατές, είναι απόλυτα προορισμένοι ο ένας για τον άλλον, ζουν παράλληλα δίχως να εφάπτονται, κάνουν και γουστάρουν τα ίδια πράγματα, αλλά... Φυσικά ο ρομαντισμός υπάρχει, και η τρυφερότητα και η συγκίνηση θα έρθουν, μέχρι τότε όμως έχουμε απολαύσει μια από τις πλέον πρωτότυπες κομεντί.
Το έξυπνο στόρι πάντως, το (πικρό συχνά) χιούμορ, η ευχάριστη παρακολούθηση, αποτελούν ένα μόνο μέρος της επιτυχίας της ταινίας. Γιατί ο Taretto χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές (ακόμα και ελάχιστα κινούμενα σχέδια), σχολιάζει έξυπνα και καίρια καταστάσεις της σύγχρονης ζωής που όλοι βιώνουμε καθημερινά, ίσως όμως να μη συνειδητοποιούμε τη σημασία τους. Η ζωή σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, η αρχιτεκτονική των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, το Interrnet και οι καθημερινές επιπτώσεις του στη ζωή μας, οι σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, ερωτικές και μη, αυτό το "τόσο κοντά αλλά τόσο μακριά" που φαίνεται να κυριαρχεί, η μοναξιά, η κατάθλιψη ακόμα που μοιάζει να παραμονεύει και πολλά, πολλά ακόμα μπαίνουν πανέξυπνα στο στόχαστρό του. Το Μπουένος Άιρες, που μοιάζει να αγαπά και να μισεί ταυτόχρονα, και το οποίο γνωρίζει καλά, είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί. Οι παρατηρήσεις του όμως ισχύουν για κάθε σύγχρονη μεγαλούπολη.
 Προσωπικά το ευχαριστήθηκα πολύ και, όπως είπα, βρήκα το φιλμ ένα από τα πιο πρωτότυπα σε ένα κορεσμένο σχεδόν και συχνά βαρετό είδος. Να όμως που ποτέ δεν πρέπει να βιάζεται κανείς να αποκαλέσει κάτι "κορεσμένο".

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2012

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ, ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΣΤΟ "CANNONBALL"

Είχα ακούσει για το "Cannonball" του 1976, αλλά δεν είχα δει την ταινία. Το έκανα τώρα και απογοητεύτηκα οικτρά. Το φιλμ γύρισε ο Paul Bartel (1938-2000), ένας ούτως ή άλλως μέτριος σκηνοθέτης, ο Ντέιβιντ Καραντάιν πρωταγωνιστεί και έχουμε να κάνουμε με ένα σαφώς κακό b-movie (σαφώς για μένα τουλάχιστον).
Η ταινία παρακολουθεί ένα παράνομο ράλι που γίνεται κάθε χρόνο από τη μια άκρη των ΗΠΑ στην άλλη. Η αμοιβή του νικητή είναι υψηλή, τα (παράνομα πάντοτε) στοιχήματα δίνουν και παίρνουν, οι μπάτσοι μάταια προσπαθούν να σταματήσουν τον "θεσμό", τα αυτοκίνητα και οι επιβάτες τους είναι πέρα για πέρα ετερόκλητοι (από ένα βαν με κοπέλες έως έναν κάντρι τραγουδιστή με τη μάνα του (!!!)... και ο αγώνας, με "χτυπήματα κάτω από τη μέση" και τη χρήση κάθε λογής αθέμιτων μέσων συνεχίζεται όσο διαρκεί το φιλμ.
Υποτίθεται ότι πρόκειται για ταινία δράσης με χιούμορ. Ούτε την παραμικρή αγωνία ένοιωσα όμως (το ποιος θα είναι τελικά ο νικητής μου φαινόταν παντελώς αδιάφορα) ούτε κατάφερα να (χαμο)γελάσω κάπου. Φταίει η έλλειψη ρυθμού, οι κάκιστες ηθοποιίες, οι αντιπαθείς φάτσες (πού διάολο τους βρήκανε όλους αυτούς;), το χοντροειδέστατο χιούμορ, το κακό, αφελέστατο και αναληθοφανές σενάριο με την απόλυτη έλλειψη πειστικόητας... ή όλα αυτά μαζί και πιθανόν άλλα τόσα που θα ανακαλύψετε... Και σα να μην έφταναν όλα, τα αυτοκίνητα εκρήγνυνται με το παραμικρό, και μάλιστα με θεαματικό και παντελώς ψεύτικο τρόπο, λες και όποιο αυτοκίνητο στουκάρει στοιχειωδώς γίνεται σε χρόνο dt παρανάλωμα του πυρός σα να είναι φορτωμένο δυναμίτες. Όσο για την καραμπόλα προς το τέλος, μου φάνηκε τόσο γελοία και άνευ λόγου μέρα μεσημερι, που σχεδόν δεν πίστευα στα μάτια μου.
Υπάρχουν εξαιρετικά b-movies, που πραγματικά αξίζουν τον κόπο. Το "Cannonball!", με την κλωτσοπατινάδα, τα ψεύτικα αυτοκινητοκυνηγητά και το κρύο χιούμορ, δεν νομίζω ότι συγκαταλλέγεται σε καμία περίπτωση σ΄αυτά. Εκτός πια κι αν είστε τρελός φαν των αμερικάνικων αυτοκινήτων των 70ς και το δείτε με το μάτι εξπέρ γκαραζιέρη, οπότε ίσως θαυμάσετε το "φοβερό μοντέλο τάδε", που "έπιανε τόσα χιλιόμετρα" και "έβγαινε σ' αυτό το φοβερό χρώμα". Αλλά τότε είστε απόλυτα έτοιμος για δουλειά σε συνεργείο αυτοκινήτων και χάνετε το χρόνο σας βλέποντας σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2012

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

To "Appartamento ad Atene" (Διαμέρισμα στην Αθήνα) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γύρισε το 2011 ο ιταλός Ruggero Dipaola και έχει πολλαπλό ελληνικό ενδιαφέρον: Πρώτον αναφέρεται στην Αθήνα της Κατοχής, όταν δηλαδή η πόλη (και η χώρα φυσικά) υπέφεραν κάτω από τη ναζιστική κυριαρχία και, δεύτερον, πρωταγωνιστεί ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, ο οποίος μάλιστα είναι και πολύ καλός και μιλά και καλά ιταλικά.
Βρισκόμαστε λοιπόν στην Κατοχή και μια μάλλον εύπορη ελληνική οικογένεια, που διαθέτει ωραίο, διόροφο νεοκλασσικό σπίτι τα βγάζει κουτσά - στραβά, όπως όλοι τη μαύρη αυτή εποχή. Ώσπου το σπίτι επιτάσσεται. Δεν διώχνεται μεν η οικογένεια, αλλά εκεί εγκαθίσταται ένας σκληρός ναζί υψηλόβαθμος αξιωματικός - ένα κάθαρμα για να είμαστε ακριβείς, κρατά για τον εαυτό του τα καλύτερα δωμάτια του σπιτιού και πολύ σύντομα ολόκληρη η οικογένεια (ζεύγος και δύο παιδιά, ένα κορίτσι στην αρχή της εφηβείας και ένα λίγο μικρότερο αγόρι), μετατρέπονται σε υπηρέτες του. Καθώς ο ναζί υπερβαίνει εαυτόν σε ζήλο και τυπικότητα - με αρκετή δόση σαδισμού θα έλεγα - οι ταπεινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Η ταινία παρακολουθεί τις πολύ διαφορετικές αντιδράσεις των καταπιεσμένων μελών της ελληνικής οικογένειας, σκιτσάρει τους χαρακτήρες τους, κινείται διαρκώς στην κόψη της τραγωδίας που απειλεί να ξεσπάσει σε κάθε τεταμένο λεπτό, και, τελικά, κερδίζει νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή. Στα συν για μένα η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων: Δεν υπάρχουν μόνο ήρωες και δειλοί, καλοί και κακοί. Όλα βρίσκονται πολύ μακριά από ψευδοηρωισμούς και άλλα τέτοια. Είναι λοιπόν δύσκολο να αποφασίσεις αν ο πάτερ φαμίλας, με τους συμβιβασμούς που κάνει, πρέπει να χαρακτηριστεί δειλός ή σοφός, αφού καταφέρνει να κρατά τις πολύ δύσκολες ισορροπίες. Ο ναζί πάλι είναι μεν καθίκι, αλλά το φιλμ δεν διστάζει να δείξει και τις ανθρώπινες πλευρές του, ιδιαίτερα όταν πλήττεται από μια προσωπική τραγωδία. Και το σασπένς είναι καλά δοσμένο μέχρι το τραγικό φινάλε, αφού η μπόρα μπορεί να ξεσπάσει ανά κάθε στιγμή.
 Δεν μπορώ για μια ακόμα φορά να μην αναλογιστώ την ιδιαιτερότητα της ναζιστικής θηριωδίας: Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι όλα αυτά διαπράχτηκαν από μορφωμένους ανθρώπους, με πλούσια κουλτούρα και παράδοση πίσω τους, (στην μόρφωση και τα ενδιαφέροντά τους άλλωστε οφείλεται η φιλία ανάμεσα στον θύτη και το θύμα που πάει να αναπτυχτεί προς στιγμήν). Το μεγαλύτερο έγκλημα λοιπόν του 20ού αιώνα διαπράχτηκε από έναν από τους πλέον πνευματικά ανεπτυγμένους λαούς του πλανήτη. Αν αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα, τι είναι;
Καλό φιλμ, που δίχως να είναι αριστουργηματικό, νομίζω ότι αξίζει να το ψάξετε. Και λόγω του έντονου ελληνικού ενδιαφέροντος που προείπαμε.

Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2012

ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ... ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ

Αν θέλετε μια καθαρά προσωπική γνώμη, το "Moonrise Kingdom" (Έρωτας του Φεγγαριού, 2012) του Wes Anderson, είναι η ταινία του που μου αρέσει περισσότερο. Αυτή που διασκέδασα περισσότερο και, ίσως, η πιο τολμηρή του.
Ο συγκεκριμένος Anderson (γιατί, ως γνωστόν, υπάρχουν πολλοί), έκανε πάντοτε ένα πολύ δικό του σινεμά, βασισμένο σε ένα σχεδόν παράλογο χιούμορ, πλημμυρισμένο με εξωφρενικές καταστάσεις. Το αλλόκοτο - στην χιουμορστική εκδοχή του - μοιάζει κυρίως να τον ενδιαφέρει.
Στο "Moonlrise Kingdom" λοιπόν καταπιάνεται με μια πολύ τολμηρή ιδέα: Τον έρωτα δύο δωδεκάχρονων παιδιών στη δεκαετία του 60. Ρομαντικό έρωτα, που δείχνει ότι θα κρατήσει για πάντα, δίχως να απουσιάζει το σαρκικό στοιχείο. Και εδώ εισβάλλουν οι (υπόλοιπες )παραξενιές: Τα παιδιά είναι και τα δύο αυτό που οι άλλοι χαρακτηρίζουν "προβληματικά" ή, τέλος πάντων, δεν είναι συνηθισμένα. Η όλη ιστορία διαδραματίζεται σε ένα νησί, από τη μια άκρη του οποίου στην άλλη συμβαίνουν όλα. Η οικογένεια του κοριτσιού είναι... κάπως, ενώ το αγόρι είναι πρόσκοπος και μένει σε προσκοπικό καταυλισμό (οι πρόσκοποι θα παίξουν κομβικό ρόλο στο φιλμ). Τα ερωτευμένα παιδιά θα ζήσουν σαν Ροβινσώνες, αλλά μέχρι τα μισά περίπου. Μετά άλλες ανατροπές έρχονται.
Αυτό που συμβάλλει στο όλο παράξενο κλίμα της ταινίας είναι η παράδοξη κινηματογράφηση του Άντερσον. Το αρχικό τράβελινγκ στο σπίτι της οικογένειας με τα πολλά μέλη είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό, η εικόνα του συχνά ασυνήθιστη. Όσο για τα γεγονότα... ε, εκεί φτάνουμε συχνά στα όρια του σουρεαλισμού. Οι χαρακτήρες είναι απίστευτοι (και συχνά άκρως διασκεδαστικοί) και γενικά κυριαρχεί η αίσθηση ότι όλα μπορούν να συμβούν.
Συχνά στα φιλμ του Άντερσον, ενώ διασκεδάζεις, μένεις με ένα ερώτημα: Ωραίο όλο αυτό, αλλά γιατί έγινε; Υπάρχει κάποιο περιεχόμενο ή μόνο μια πολύ προσωπική, ιδιόρυθμη αίσθηση χιούμορ; Αυτό που με γοήτευσε όμως στο συγκεκριμένο φιλμ είναι ο συνδυασμός της ανάλαφρης αίσθησης, του παιχνιδιάρικου κλίματος, των απίθανων γεγονότων, των "κουφών" ηρώων, με την τολμηρότητα του θέματος, αλλά και με την τρυφερότητα και τον ρομαντισμό σχεδόν που ενυπάρχει. Με διαφορετική σκηνοθετική άποψη η ιστορία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να μετατραπεί σε βαρύ δράμα. Ο Άντερσον όμως το διασκεδάζει με το προσωπικό του ύφος και, σας το επαναλαμβάνω, μαζί του το διασκέδασα κι εγώ. Όσο δεν παίρνει.
ΥΓ: Να σημειώσω και το απίστευτο καστ: Μπιλ Μάρεϊ, Τίλντα Σουίντον, Μπρους Γουίλις, Φράνσις Μακ Ντέρμοντ, Έντουαρντ Νόρτον. Όλοι φαίνεται θέλουν να έχουν έναν, έστω και δεύτερο ρόλο σε κάποιο φιλμ του.

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2012

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ "ΣΑΜΟΥΡΑΪ"

Έχει συχνά ειπωθεί ότι η ταινία "Le Samourai" ("Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο" στα ελληνικά), που γύρισε το 1967 ο Jean-Pierre Melville είναι το συνώνυμο της κινηματογραφικής κομψότητας και ότι "συμπυκνώνει όλο το φιλμ νουάρ".
Ένας αλάνθαστος μέχρι τώρα επαγγελματίας δολοφόνος, ψυχρός, ακριβής, τελετουργικός σχεδόν, κάνει το πρώτο λάθος της καριέρας του: Αφήνει να υπάρξει ένας μάρτυρας που τον βλέπει καθώς φεύγει από τον τόπο της δολοφονίας. Από εκεί και πέρα ο κλοιός αρχίζει αργά και σταθερά να σφίγγει γύρω του κι εκείνος να οδεύει προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος.
Αυτό που από την πρώτη στιγμή γίνεται αντιληπτό είναι η λιτότητα και η ακρίβεια στην κινηματογραφική έκφραση του Melville. Κάθε τι περιττό αφαιρείται. Όλα γίνονται με απίστευτη ακρίβεια και αυστηρότητα, ψυχρότητα θα λέγαμε, καθώς ο δημιουργός επιλέγει να κρατήσει μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Η αυστηρότητα αυτή και ο εσωτερικός κώδικας τιμής του ήρωα είναι που τον κάνει να θυμίζει σαμουράι. Η εικόνα κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος. Οι διάλογοι είναι λίγοι και μόνο οι απαραίτητοι. Ο δολοφόνος είναι σχεδόν βουβός. Αλλά να που μερικές φορές δεν χρειάζονται λόγια για να εκφράσουν κάτι... Ο Αλέν Ντελόν, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, ψυχρός, αγέλαστος, μοιάζει να γεμίζει την οθόνη με τη συνεχή σχεδόν παρουσία του. Το όλο κλίμα μου θυμίζει ταινίες του συμπατριώτη τού Μελβίλ Ρομπέρ Μπρεσόν όσο αφορά την αυστηρότητα και τη λιτότητα της έκφρασης.
Ένα άλλο στοιχείο,  που γίνεται σχεδόν τρομακτικό, είναι η απόλυτη μοναξιά του ήρωα. Ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής του σε ένα φτωχικό διαμέρισμα, που κι αυτό, όπως όλο το φιλμ, περιέχει μόνο τα απολύτως απαραίτητα, μας κάνει να αναρωτηθούμε γιατί τα κάνει όλα αυτά, πού βρίσκεται η απόλαυση (η όποια απόλαυση) στη ζωή του. Ίσως η πηγή της, σκέφομαι τελικά, να είναι η αυτή καθ' εαυτή η πειθαρχία που επιβάλλει στον εαυτό του, η άτεγκτη τήρηση κανόνων, το καθημερινό τελετουργικό που ακολουθεί, ο κώδικας τιμής, πράγματα που θα τηρηθούν απαρέγκλιτα ως το αναπόφευκτο τέλος.
 Σίγουρα πρόκειται για κινηματογραφικό κομψοτέχνημα. Και σίγουρα θα ξενίσει θεατές εθισμένους στην αμερικάνικη "περιπετειώδη" ματιά, με τη διαρκή δράση και τους τόνους αδρεναλίνης, το πιστολίδι και τον θόρυβο. Είπαμε ότι εδώ τα πάντα περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα. Αυτό όμως είναι και το στίγμα του δημιουργού, η προσωπική σφραγίδα του Μελβίλ. Ο οποίος, βεβαίως, λάτρευε το αμερικάνικο νουάρ, αλλά το προσάρμοσε με τα φιλμ του στα δικά του μέτρα και τη δική του προσωπική αισθητική. Αυτό όμως δεν κάνει κάθε μεγάλος δημιουργός;

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

ΠΟΙΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΞΗ;

Ο Marcel Carne (1906-1996) γυρίζει τους "Δολοφόνους της Τάξης" (Les Assassines de l' Ordre) το 1971, μια εποχή δηλαδή πολύ κοντινή στο Μάη του 68 και το γενικότερο κλίμα πολιτικής αμφισβήτησης που επικρατούσε παντού (και ιδιαίτερα στη Γαλλία). Είναι μια από τις λίγες ταινίες που πρωταγωνιστεί ο μεγάλος βέλγος συνθέτης και τραγουδιστής Ζακ Μπρελ και, ιδεολογικά, είναι ιδιαίτερα τολμηρή.
Κάποιοι ιδιαίτερα τσαμπουκάδες μπάτσοι συλλαμβάνουν έναν "συνήθη ύποπτο" με βαρύ ποινικό μητρώο για μια κλοπή που, όπως αποδεικνύεται, δεν έκανε, αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία - το αν είναι όντως ένοχος ή όχι δηλαδή. Σημασία έχει ότι κατά τη διάρκεια μιας "ανορθόδοξης" ανάκρισης, που φυσικά δεν μένει μόνο στα λόγια, ο ύποπτος πεθαίνει στα χέρια τους από τραύματα στο κεφάλι. Την απαραίτητη διερεύνηση της υπόθεσης αναλαμβάνει ένας δικαστικός, ο οποίος, παρά τη ρητή άνωθεν εντολή "να μην το παρακάνει", πασχίζει ηρωικά να ρίξει άπλετο φως στην ιστορία και να αποκαλύψει την προφανή ενοχή των αστυνομικών με τον ιδιαίτερο ζήλο. Και τότε, αργά και σταθερά, όλοι οι μηχανισμοί, κρατικοί και μη, στρέφονται όλο και πιο απροκάλυπτα εναντίον του, χρησιμοποιώντας κάθε νόμιμο και μη μέσον για να συγκαλύψουν την αλήθεια.
Βρήκα την ταινία πολύ δυνατή στο σύνολό της. Σπάνια στο σινεμά έχουμε δει τόσο καθαρά τους τόσο διαπλεκόμενους και συγκοινωνούντες κοινωνικοπολιτικούς μηχανισμούς να παίζουν τον ρόλο τους και να προασπίζουν λυσσασμένα, με κάθε τρόπο, τα συμφέροντά τους. Σκηνή - σκηνή, λιθαράκι - λιθαράκι, οι πιέσεις προς τον ήρωα γίνονται όλο και πιο αφόρητες, ενώ απίθανοι κοινωνικοί σχηματισμοί προσθέτουν τη δύναμή τους και εμπλέκονται σ' αυτές. Η τελική δίκη είναι κι αυτή μια παρωδία.
Ο Carne δείχνει αδίστακτα μια κοινωνία κάθε άλλο παρά "αγγελική" και δεν διστάζει να επιτεθεί μετωπικά στους μηχανισμούς της δικαιοσύνης, στην ίδια την κατασκευή του νόμου και, φυσικά, στην αστυνομία. "Ποιος μας φυλάει από τιυς φύλακες;" ήταν η φράση από το "Watchmen" που μου ερχόταν συχνά στο μυαλό. Και πώς μπορεί να αλλάξει κάποτε κάτι που είναι τόσο, μα τόσο βαθειά σάπιο;
Το πρόβλημα του φιλμ είναι για μένα ο διδακτισμός του. Συχνά απαγγέλλονται από τον ήρωα τσιτάτα περί δικαιοσύνης, γενναιότητας, ακεραιότητας χαρακτήρα και άλλα τέτοια που θα μπορούσαν να λείπουν, αφού η ίδια η ιστορία τα λέει όλα. Παρ΄ όλα αυτά, νομίζω ότι παραμένει πολύ δυνατή (και απαισιόδοξη), συγκλονιστική ίσως για κάποιους. Δεν νομίζω ότι σήμερα - στο mainstream σινεμά τουλάχιστον - θα τολμούσαν πολλοί να γυρίσουν κάτι τέτοιο. Μοναδική χαραμάδα ελπίδας, μας λέει ο δημιουργός, η νέα γενιά, οι νέοι της εποχής που αυθόρμητα παίρνουν το μέρος του μεσήλικα ήρωα (είπαμε ότι βρισκόμαστε κοντά στο 1968 και η ελπίδα καθολικής αλλαγής ήταν ακόμα διάχυτη στην κοινωνία). Πόσο φοβάμαι ότι κι αυτό έχει διαψευστεί στις μέρες μας...

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2012

Ο "πΠΡΟΜΗΘΕΑΣ" ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΗΔΗ ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΑ

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή του Riddley Scott στην επιστημονική φαντασία, το είδος που τον ανέδειξε πριν τριαντατόσα χρόνια, έγινε γεγονός το 2012 με τον "Προμηθέα". Ο οποίος αποτελεί ένα χαλαρό πρίκουελ της μυθολογίας των Alien. Η βιρτουοζιτέ του Scott είναι δεδομένη, οπότε οι εικόνες είναι σίγουρα συναρπαστικές και, οπωσδήποτε, η ταινία παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Το μυστήριο των όσων σταδιακά αποκαλύπτονται με κέντρισε στο πρώτο μισό τουλάχιστον. Στη συνέχεια αρχίζουν οι αντιρρήσεις.
Ενώ λοιπόν οι εικόνες, όπως είπαμε, συχνά κόβουν την ανάσα, το σενάριο μπάζει από πολλές μεριές. Δεν είναι μόνο τα κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα που αφήνει (θα επανέλθω σ' αυτό μετά). Ιδιαίτερα ενοχλητικές για μένα υπήρξαν τόσο η έλλειψη στοιχειώδους βάθους στους χαρακτήρες, οι αψυχολόγητες ενέργειες, αλλά και η πλήρης παράδοση (στο δεύτερο μέρος κυρίως) στην απόλυτη "αμερικανιά", κοινώς στην καθαρή ταινία δράσης, με την σούπερ ηρωίδα που επιβιώνει από τα πάντα, τις εκρήξεις, τους δρόμους ταχύτητας για να προλάβουμε κάτι το τελευταίο δευτερόλεπτο και όλα τα κλισέ των ταινιών αυτών, που έχουμε δει εκατοντάδες φορές. Και όχι, δεν μπορώ να καταπιώ ότι όλα αυτά τα κάνει μία γυναίκα που εγχειρίστηκε λίγες ώρες - τι ώρες, λίγα λεπτά - πριν. Είπαμε, όταν βλέπεις Τζέιμς Μποντ ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα τα δεις όλα αυτά. Είναι μέσα στη σύμβαση. Όταν όμως πας να δεις κάτι πιο "σοβαρό", ε, τότε εμένα τουλάχιστο με ενοχλούν παρόμοιες καταστάσεις. Εκεί δεν μπορώ να χωνέψω εύκολα την αναληθοφάνεια και την σεναριακή προχειρότητα (πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω;). Ούτε βέβαια και το απαραίτητο σταυρουδάκι που κουβαλά μέχρι τέλους η ηρωίδα, διότι παρά το ότι από την αρχή τίθεται η πιθανότητα ότι εμάς τους ανθρώπους μας δημιούργησαν εξωγήινοι και όλα συγκλίνουν προς αυτό, εκείνη "πιστεύει". ΟΚ.
Ας επανέλθουμε όμως στα αναπάντητα ερωτήματα (όπως, ας πούμε, γιατί ο γίγαντας είναι τόσο εχθρικός με το που ξυπνά, γιατί ακριβώς κάποιοι θέλουν να καταστρέψουν τη γη κλπ.) Ορισμένα από αυτά (γιατί υπάρχουν και άλλα) μένουν, νομίζω, επίτηδες αναπάντητα, για να μας προετοιμάσουν για τη συνέχεια που θα ακολουθήσει. Ε, αυτό, για μένα τουλάχιστον, αποτελεί μια πρακτική που επίσης με ενοχλεί...
Συνολικά, όπως αντιληφθήκατε, το φιλμ μάλλον με απογοήτευσε και σίγουρα δεν το συγκρίνω με τα δύο αριστουργήματα ΕΦ του Σκοτ, το Alien και το Blade Runner. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μεγάλο φιλμ. Και μόνο η κεντρική ιδέα σε ιντριγκάρει. Γι' αυτό το θεωρώ χαμένη ευκαιρία. Λόγω της εικόνας του πάντως και του όλου απόκοσμου μυστηρίου που το περιβάλλει, θα πρότεινα να το δουν οι φίλοι του είδους τουλάχιστον.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

ΙΝΔΙΑΝΟΙ, ΛΕΥΚΟΙ ΚΑΙ ΕΝΑ "ΑΛΟΓΟ"

Ο Elliot Silverstein υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης και γύρισε πολύ λίγες κινηματογραφικές ταινίες. Η γνωστότερη απ' αυτές παραμένει "Ο Άνθρωπος που τον έλεγαν Άλογο" του 1970, με την εμβληματική παρουσία του Ρίτσαρντ Χάρις στον βασικό ρόλο.
Η ιστορία, αρκετά συνηθισμένο μοτίβο στα γουέστερν, αναφέρεται σε ένα λευκό (άγγλο ευγενή μάλιστα), που αιχμαλωτίζεται από ινδιάνους. Το "Χορεύοντας με τους Λύκους" είναι το γνωστότερο σήμερα παρόμοιο φιλμ. Όπως σε κάθε κοινό θέμα, οι παραλλαγές είναι πάμπολλες και πολύ διαφορετικές.
Στο συγκεκριμένο φιλμ ο ήρωας αιχμαλωτίζεται και βαθμιαία μυείται στον τρόπο ζωής της φυλής. Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από τις άλλες του είδους είναι η "ωμότητα" που την διακρίνει. Όταν λέω ωμότητα δεν εννοώ άγρια βία ή σπλάτερ σκηνές. Εννοώ μια προσπάθεια καταγραφής της αληθινής ζωής των ινδιάνικων φυλών, των τελετουργιών, των εθίμων τους, του τρόπου αντιμετώπισης των πάντων. Δεν υπάρχουν "ηθικά" ή, πολύ περισότερο, διδακτικά στοιχεία στο φιλμ. Δεν υπάρχει καν η συμπαθητική για τους ινδιάνους σκηνοθετική ματιά, που στρέφεται ενάντια στον κατακτητή λευκό, την οποία συναντάμε σε ταινίες με προοδευτική ματιά, που διαφοροποιούνται από την οπτική των "κακών, βάρβαρων άγριων". Εδώ τα πράγματα είναι αυτά που είναι. Οι ινδιάνοι είναι αυτοί, ζουν μ' αυτόν τον τρόπο (καλώς ή κακώς) και ο αιχμάλωτος λευκός προσαρμόζεται ή πεθαίνει. Τόσο απλά. Αυτό το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, που κορυφώνεται με την συγκλονιστική (και φριχτή) τελετουργία που κάνει τον λευκό μέλος της φυλής, είναι που αποτελεί και το "σήμα κατατεθέν" του φιλμ.
 Αυτό που διακρίνει τον ήρωα δεν είναι τόσο ο αγώνας για την ελευθερία του (υπάρχει κι αυτό, αλλά σύντομα αντιλαμβάνεται ότι "δεν τον παίρνει"), όσο ο αγώνας για την επιβίωσή του. Η δύναμή του έχει σα στόχο την επιβίωση, η οποία δεν είναι καθόλου δεδομένη όταν υποχρεώνεται να ζήσει με έναν τόσο διαφορετικό τρόπο ζωής, μέσα σε μια εχθρική φύση, που, ως ένα βαθμό, οι λευκοί έχουν ήδη δαμάσει. Από την άλλη, οι ινδιάνοι δεν είναι οι "ευγενείς άγριοι" που παλεύουν για την ελευθερία τους. Υπάρχει κάπου κι αυτό, αλλά, όπως κάθε πρωτόγονη κοινωνία, χαρακτηρίζονται από σκληρότητα, από στοιχεία που θα χαρακτηρίζαμε "βάρβαρα". Δεν υπάρχει όμως κριτικό πνεύμα - θετικό ή αρνητικό - σ' αυτά από τον σκηνοθέτη. Η ματιά προσπαθεί να είναι περισσότερο "ανθρωπολογική". Οι άνθρωποι αυτοί ζουν - ζούσαν - σε διαρκή επαφή με την φύση. Αυτό από μόνο του απαιτεί και σκληρότητα. Την σκληρότητα αυτού που πασχίζει να επιβιώσει.
Τέλος, χαρακτηριστικό είναι ότι δείχνεται καθαρά και μια άλλη πλευρά των φυλών: Οι μεταξύ τους εξοντωτικοί πόλεμοι, που στην ταινία είναι αυτοί που προκαλούν καταστροφές. Όπως και σε πολλές άλλες πρωτόγονες κοινωνίες είναι κι αυτό μέσα στον τρόπο ζωής, όταν τέλος πάντων αυτός δεν δείχνεται ωραιοποιημένα και μέσα από το φίλτρο της ρομαντικής ματιάς του δυτικού παρατηρητή. Για όλα αυτά τα ξεχωριστά στοιχεία θεωρώ την ταινία, αν μη τι άλλο, πολύ ενδιαφέρουσα.
ΥΓ: Προσοχή: Όλα όσα έγραψα περί βαρβαρότητας και σκληρότητας, περί εξοντωτικών πολέμων των φυλών κλπ. δεν αναιρούν στο παραμικρό το τεράστιο έγκλημα που διαπράχτηκε εις βάρος τους από τους λευκούς κατακτητές. Μπορεί ο τρόπος ζωής των ινδιάνων να μην ήταν καθόλου ειδυλιακός - κι αυτό τονίζεται στο φιλμ - αλλά έτσι ζούσαν και επιβίωναν επί αιώνες. Οι άποικοι ήρθαν σαν λαίλαπα, εξόντωσαν με πρωτοφανή βαρβαρότητα τους περισσότερους και, πρακτικά, αιχμαλώτισαν τους υπόλοιπους. Απλώς αυτό το γεγονός δεν είναι το θέμα της συγκεκριμένης ταινίας.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2012

ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΣΤΟ "KEY LARGO"

Μπορείς να το ονομάσεις θρίλερ. Μπορείς να βρεις πολλά στοιχεία από γκαγκστερική ταινία. Και, τουλάχιστον σε μεγάλο μέρος του, εντοπίζεις τις θεατρικές του καταβολές. Το "Key Largo" πάντως, που γύρισε το 1948 ο John Huston παραμένει μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, που σκιαγραφεί αδρά την Αμερική της εποχής.
Υπάρχει ο αμοραλιστής (κάθαρμα πέστε τον καλύτερα) γκάνγκστερ που κάνει τα πάντα για το χρήμα, υπάρχει η ξεπεσμένη σταρ, υπάρχει ο "παλιός καλός αμερικάνος" με τις πατριωτικές και άλλες ηθικές αξίες (ο οποίος σημειωτέον είναι καθηωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, σα να μας δηλώνεται ότι πρόκειται για ανίσχυρο και υπό εξαφάνισιν είδος), υπάρχει και ο λίγο ήρωας, λίγο ρεαλιστής και ψύχραιμος, ακόμα και κάπου κάπου δειλός πρωταγωνιστής, που είναι ίσως ο σύγχρονος άνθρωπος - στη θετική εκδοχή του τουλάχιστον.
Αλλά αρκετά με τις αναλύσεις. Οι άνθρωποι αυτοί, και κάποιοι άλλοι ακόμα, παγιδεύονται στο Key Largo, ένα κοραλιογενές τουριστικό νησί στη νότια άκρη των ΗΠΑ, που ενώνεται με την ξηρά με γέφυρα. Οι θετικοί - ή σχετικά θετικοί - χαρακτήρες παγιδεύονται σε ένα κλειστό λόγω σεζόν ξενοδοχείο από μια συμμορία γκάνγκστερς που έχει φτάσει εκεί για δικούς της όχι και πολύ τίμιους λόγους, κι όλοι μαζί παγιδεύονται από μια εφιαλτική τροπική καταιγίδα που όλοι περιμένουν να ξεσπάσει από ώρα σε ώρα. Όταν αυτή φτάνει οι μάσκες πέφτουν και ό αληθινός χαρακτήρας του καθενός διαγράφεται πολύ καθαρότερα.
Το κλειστοφοβικό κλίμα είναι κυρίαρχο στο φιλμ. Η ένταση ανάμεσα στους χαρακτήρες, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να πυροδοτήσει το φυτίλι της έκρηξης, είναι διαρκής και βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με την ένταση που επικρατεί πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας. Σπάνια ο παραλληλισμός ανάμεσα στην ψυχολογία των ηρώων και τα εξωτερικά στοιχεία (της φύσης στην περίπτωσή μας) έχει δοθεί τόσο έξυπνα στο σινεμά. Και βέβαια, υπάρχει και η δευτερεύουσα, πλην όμως σημαντική, υποπλοκή με τη σχέση δυνατού - αδύνατου (όπου ο τελευταίος, οι ιθαγενείς ινδιάνοι εδώ, είναι αυτός που την πληρώνει δίχως να φταίει, ως κλασικός "συνήθης ύποπτος") και η κριτική στον όχι και τόσο δίκαιο Νόμο (πέστε τον μεροληπτικό να είστε μέσα). Τέλος - καθόλου ασήμαντο - υπάρχει και το δυνατό καστ με Χάμφρει Μπόγκαρντ, Λορίν Μπακόλ και Έντουαρντ Ρόμπινσον, οπότε η έννοια του κλασικού ταιριάζει γάντι στο φιλμ.
ΥΓ: Όσο για τη θεατρικότητα που ανέφερα στην αρχή, μη φοβηθείτε. Υπάρχει το διαρκές σασπένς, υπάρχει η τελευταία σκηνή δράσης στο γιωτ, υπάρχει και η σκηνοθεσία του Χιούστον, οπότε δεν νομίζω ότι θα κουραστείτε καθόλου.

Κυριακή, Ιουνίου 10, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ - ΑΛΛΑ ΑΣΤΕΙΟΙ - ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Με το "Dark Shadows" του 2012 ο Tim Burton συνεχίζει ακάθεστος στο δρόμο που ο ίδιος χάραξε από την αρχή της καριέρας του: Αυτόν της ρομαντικής, γοτθικής, αλλά και γεμάτης χιούμορ ματιάς στον κόσμο - ή μάλλον στον κατά Μπάρτον κόσμο. Και μάλιστα και πάλι με τον αχώριστο τα πολλά τελευταία χρόνια Τζόνι Ντεπ.
Είναι γνωστό ότι ο Μπάρτον παραμένει ένα μεγάλο παιδί. Είναι λοιπόν απόλυτα φυσικό να επιλέξει να μεταφέρει στην οθόνη ένα σίριαλ της δεκαετίας του 60, το οποίο έβλεπε μανιωδώς σαν έφηβος, και το οποίο, σαν γενική κατάσταση, θυμίζει μάλλον "Οικογένεια Άνταμς" - αν και όχι τόσο κωμικό. Στην ταινία πάντως ο Μπάρναμπας, που μια μάγισσα, της οποίας τον έρωτα αρνηθηκε κάποιους αιώνες πριν, τον έχει κάνει βρικόλακα, επιστρέφει στο 1972, τη χρονιά που διαδραματίζεται η ιστορία, για να σώσει την παρακμάζουσα οικογένειά του.
Φυσικά βρισκόμαστε και εδώ στο απόλυτα αναγνωρίσιμο κλίμα του Μπάρτον. Ο Ψαλιδοχέρης, ο Γουίλι Γουόνκα, το ζεύγος του Σκαθαροζούμη και οι άλλοι ήρωές του βρίσκονται κι αυτοί εδώ (εννοώ ότι θυμίζουν τον κοινωνικά απροσάρμοστο πρωταγωνιστή). Η εικόνα είναι μερικές φορές εντυπωσιακή και όμορφη, πάντα στο γοτθικό κλίμα που προαναφέραμε, και γενικά προσωπικά το διασκέδασα πολύ, με τον τρόπο που μόνο ο Μπάρτον ξέρει να με διασκεδάζει. Και φυσικά υπάρχει το "σήμα κατατεθέν" κράμα ρομαντισμού, συγκίνησης, σκοτεινού στοιχείου (αρκετά σκοτεινού σε κάποια σημεία) και χιούμορ. Βρήκα επίσης πετυχημένη τη μεταφορά της πλοκής στα 1972, με το μετα - χίπικο κλίμα, τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Νίξον και τον... Alice Cooper, ο οποίος δίνει και συναυλία παίζοντας τον εαυτό του. Η ιδέα αυτή αποτέλεσε για μένα την πηγή των καλύτερων αστείων της ταινίας, με τον παλιομοδίτη Μπάρναμπας να βρίσκεται εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Τέλος δεν μπορώ παρά να αναφερθώ και στο εντυπωσιακό καστ με Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φάιφερ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Εύα Γκριν και cameo εμφάνιση του Κρίστοφερ Λι.
Ξέρω ότι σε αρκετούς το φιλμ δεν άρεσε. Σίγουρα πρόκειται για μια ακόμα βερσιόν (επανάληψη αποκαλέστε την αν θέλετε) του γνώριμου μπαρτονικού κόσμου κι ίσως αυτό έχει πλέον κουράσει αρκετούς. Εμένα πάντως, όπως σας είπα και πριν, εξακολουθεί να με διασκεδάζει.

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2012

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΣΕΧΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΒΕΡΝ

Έχω ξαναπεί ότι οι κινηματογράφοι αρκετών πρώην "ανατολικών" χωρών (βλ. χωρών "υπαρκτού σοσιαλισμού") γνώρισαν για δεκαετίες μεγάλη ακμή. Ιδιαίτερη θέση στην ακμή αυτή κατέχει το animation, με σημαντικότατες σχολές αυτές της Τσεχίας (τότε Τσεχοσλοβακίας) και Κροατίας (τότε Γιουγκοσλαβίας). Το "Vynalez zkazy" (κάτι σαν "Η διαβολική εφεύρεση", "The Fabulous World of Verne" όπως είναι γνωστό στα αγγλικά) είναι μια εξαίρετη τσέχικη ταινία του 1958 που γυρίστηκε από τον μετρ του είδους Karel Zeman.
Ασπρόμαυρο, συνδυάζει με ευφάνταστο τρόπο animation και αληθινούς ηθοποιούς και, όπως καταλαβαίνετε, είναι εμπνευσμένο από έργα του Ιουλίου Βερν. Για την ακρίβεια, ενώ το κλίμα του Βερν είναι άμεσα αναγνωρίσιμο στο στόρι (για το αισθητικό μέρος θα πούμε μετά), δεν είναι παρμένο από κανενα αυτούσιο έργο του, αλλά ένα σεναριακό "κολάζ", και μάλιστα πολύ πετυχημένο κατ' εμέ, από πολλά: "Οι 20000 Λεύγες κάτω από τη θάλασσα", "Η Μυστηριώδης Νήσος", "Μπροστά στη Σημαία", έρχονται αμέσως στο νου, αλλά υπάρχουν και αναφορές στον "Ροβήρο τον Κατακτητή" και σε πολλά άλλα. Πρόκειται ακριβώς για μια έξυπνη συρραφή του "θαυμαστού κόσμου του Βερν". Ο κακός, περίπου πειρατής, αλλά ιδιοφυής επιστήμονας που παραπέμπει κατευθείαν στον θρυλικό Νέμο, ο αφηρημένος επίσης ιδιοφυής καθηγητής που δεν καταλαβαίνει ότι χρησιμοποιείται για δόλιους σκοπούς, ο νεαρός επιστήμονας που αντιστέκεται, η απαραίτητη γυναίκα που θα ερωτευτεί ο τελευταίος και πολλές άλλες γνώριμες φιγούρες παρελαύνουν από το φιλμ. Φυσικά η ιστορία είναι μάλλον απλοϊκή και ηθελημένα παλιομοδίτικη, αλλά, πιστέψτε με, αυτό είναι το τελευταίο που σε νοιάζει σε μια ταινία σαν αυτή.
Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ τις αυθεντικές εικονογραφήσεις των βιβλίων του Βερν, που συνοδεύουν και διάφορες ελληνικές εκδόσεις. Πρόκειται για χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες, εντυπωσιακές συχνά γκραβούρες, που αναπαριστούν πάμπολλες σκηνές της πλοκής (υπήρχαν πολλές για κάθε βιβλίο). Αυτό ακριβώς το υλικό χρησιμοποιεί ο Zeman, άλλοτε χρησιμοποιώντας αυθεντικά μέρη απ' αυτές και άλλοτε δημιουργώντας άλλες, στο ίδιο ακριβώς κλίμα και στιλ, ώστε θα ορκιζόσουν ότι προέρχονται όντως από αυτές. Όλο αυτό το εκπληκτικό υλικό αποτελεί το φόντο, τα τοπία, αλλά και το πλήθος των κάθε λογής αντικειμένων. Σ' αυτό το θαυμάσιο σκηνικό κινούνται οι ήρωες, που όπως είπαμε είναι κανονικοί ηθοποιοί. Το αποτέλεσμα είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικό αισθητικά. Αποτελεί έναν πρόγονο του κινήματος steam punk της επιστημονικής φαντασίας, αλλά και επηρρέασε πολλούς μεταγενέστερους δημιουργούς. Τα animation του Terry Gilliam, που έφτιαχνε τόσο για τις τηλεοπτικές σειρές όσο και για τα φιλμ των Monty Python, έρχονται αμέσως στο μυαλό. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που είναι υπέροχα νοσταλγικό, έξυπνο, αλλά και απόλυτα ταιριαστό με το όλο στόρι και κλίμα της ταινίας.
Για αισθητικούς κυρίως λόγους, αν το πετύχετε πουθενά μην το χάσετε.
ΥΓ1: Και μην ακούσω από κανέναν ότι το "Roger Rabbit" ήταν η πρώτη ταινία που συνδύασε animation με αληθινούς ηθοποιούς!
ΥΓ2: Κάποιος πρέπει να μιλήσει σε σύγχρονους νοσταλγούς των "υπαρκτοσοσιαλιστικών" καθεστώτων για την εικόνα της γυναίκας σ' αυτά: Στο συγκεκριμένο φιλμ πρόκειται για απόλυτη γλάστρα, μάλλον χαζή, που την ενδιαφέρει μόνο το πλύσιμο / σκούπισμα και άλλα συναφή και είναι καθαρά διακοσμητικό στοιχείο. Ούτε στο χειρότερο Χόλιγουντ δεν συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό, αν μάλιστα σκεφτούμε ότι πρόκειται για μια κατά τα άλλα θαυμάσια και ευφάνταστη ταινία.

Τρίτη, Ιουνίου 05, 2012

Ο "ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ" ΤΩΝ ΝΑΖΙ (Ή ΟΤΑΝ ΟΙ ΝΑΖΙ ΕΧΟΥΝ ΠΛΑΚΑ)

Το "Iron Sky" (2012), πρώτη ταινία του φινλανδού Timo Vuorensola, αν μη τι άλλο είναι διασκεδαστικό. Αλλά ας δούμε πρώτα τις ιδιαιτερότητές του: Πρόκειται για μια σάτιρα επιστημονικής φαντασίας, πρόκειται για μεγάλη και προσεγμένη παραγωγή και είναι φινλανδο-γερμανική (και μερικών άλλων ευρωπαϊκών χωρών) παραγωγή. Και επί πλέον διαθέτει και σχετικά πρωτότυπη ιδέα.
Όταν αστροναύτες προσγειώνονται στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, αντικρίζουν έκθαμβοι... μια ολόκληρη ναζιστική αποικία. Οι ναζί είχαν εγκατασταθεί εκεί από τον πόλεμο, είχαν ανακηρύξει δικό τους φύρερ (τον καλτ Ούντο Κίερ) και είχαν αποκοπεί από τη γη. Τώρα, αγνοώντας πλήρως τις εξελίξεις στη γη - και την σύγχρονη τεχνολογία - ετοιμάζονται να επιτεθούν σ' αυτή για να πραγματώσουν το παλιό ναζιστικό όνειρο της κατάκτησής της. Ένα μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στη σελήνη και ένα άλλο στη γη, κατά τη διάρκεια της εισβολής.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ - είναι σάτιρα άλλωστε, το είπαμε - αλλά όχι και πολύ σπουδαίο κατά τη γνώμη μου. Σεναριακά, όλα γίνονται κάπως... πώς να το πω... εύκολα και γρήγορα. Εντάξει, πλάκα κάνει, θα μου πείτε, τι ψάχνεις τώρα, αλλά να, θα το ήθελα κάπως πιο προσεγμένο σεναριακά. Πάντως η ιδέα του άτυχου αστροναύτη που προσεληνώνεται στην αγκαλιά των ναζί και όταν βγάζει στο σκάφανδρο ανακαλύπτουμε ότι είναι μαύρος, είναι εξαιρετική και πυροδοτεί το σενάριο - αν και, επαναλαμβάνω, όχι τοσο καλά όσο θα μπορούσε. Ωστόσο τον θεατή αποζημειώνει νομίζω η εντυπωσιακή παραγωγή: Τα σκηνικά είναι πολύ καλά, όπως και η όλη ατμόσφαιρα. Σε ολόκληρο το φιλμ κυριαρχούν οι γκριζόμαυροι, μεταλικοί τόνοι, πράγμα που και ατμόσφαιρα δημιουργεί και ταιριαστό με το όλο στόρι είναι. Τα διάφορα κλισέ της ΕΦ χρησιμοποιούνται και σατιρίζονται (ο υπερεπιστήμονας με την όμορφη κόρη, ο έρωτας του γήινου προς αυτή, ο κακός ναζί που θέλει να γίνει φύρερ στη θέση του φύρερ κλπ.)
Γενικά, νομίζω ότι αν σκεφτείτε ότι τεχνικά το φιλμ είναι καλό και ατμοσφαιρικό και δεν είναι αμερικάνικο, αλλά μια εντελώς ασυνήθιστη ευρωπαϊκή παραγωγή, θα εξαφτεί η περιέργειά σας. Δείτε το λοιπόν για το αξιοπερίεργο του πράγματος κυρίως, κι ας το θεωρώ κάπως μια χαμένη ευκαιρία - ήπια πάντως, δεν είναι κάτι πολύ κακό, το είπα.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΗ "ΧΙΟΝΑΤΗ"

Φαίνεται ότι το 2012 το Χόλιγουντ (ξανα)ανακάλυψε το κλασικό παραμύθι της Χιονάτης με τους επτά νάνους και βάλθηκε να το μεταφέρει, με τα σημερινά αισθητικά δεδομένα, στην οθόνη. "Η Χιονάτη και ο Κυνηγός" είναι η δεύτερη φετινή βερσιόν που βλέπουμε στα σινεμά. Γυρίστηκε από τον πρωτοεμφανιζόμενο Rupert Sanders και δεν είναι καθόλου για πέταμα νομίζω.
Αυτό που πρώτα - πρώτα πρέπει να ξέρει κάποιος είναι ότι το φιλμ δεν είναι καθόλου παιδικό. Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι η απόλυτα σκοτεινή ατμόσφαιρά του. Το παραμύθι των αδελφών Γκριμ έχει υποστεί κάμποσες αλλαγές και έχει γίνει ένας ενήλικος μύθος με απόλυτα γοτθική ατμόσφαιρα, που σε ορισμένα σημεία φλερτάρει και με τη ταινία τρόμου. Οι μάχες είναι άγριες, τα συναισθήματα πιο πολύπλοκα από το συνηθισμένο σε τέτοιες ταινίες και, πάνω απ' όλα, η κακιά βασίλισσα είναι πολύ κακιά! Η Σαρλίζ Θερόν, που ούτως ή άλλως έχει αποδείξει ότι δεν φοβάται να μεταμορφωθεί σε άσχημη, κλέβει νομίζω την παράσταση και βγάζει με απολαυστικό τρόπο τον πιο κακό εαυτό της. Ακόμα κι εδώ πάντως, η απόλυτη κακία προσπαθεί να δικαιολογηθεί, με την έννοια ότι βλέπουμε το παρελθόν της και το γιατί έγινε έτσι. Και, επι πλέον, διαθέτει και μια φεμινιστική διάσταση, αφού κάνει ό, τι κάνει εν ονόματι της εκδίκησης των γυναικών για τα όσα έχουν υποστεί από τους άντρες! Όσο για τους περίφημους επτά νάνους (οι οποίοι σημειωτέον ερμηνεύονται από γνωστούς ηθοποιούς μεταξύ των οποίων και ο Μπομπ Χόσκινς), δεν έχουν τόσο κεντρικό ρόλο όσο στο παραμύθι και εμφανίζονται κάπου στα μισά του φιλμ. Πολύ ενδιαφέρον έχει επίσης και ο χειρισμός της ερωτικής ιστορίας, που δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά παραμένει ανοιχτή ως το τέλος, αρνούμενη εύκολα χάπι εντ.
Κατά τα άλλα, μιλάμε βέβαια για μια θεαματική, σκοτεινή περιπέτεια, που προσωπικά με κράτησε. Γενικά βρήκα την ταινία καλύτερη απ' ό,τι περίμενα, κυρίως λόγω του πανταχού παρόντος σκοτεινού, γοτθικού στοιχείου που πραναφέραμε και την σχετικά ενήλικη προσέγγιση του θέματος, με στοιχεία από Ζαν ντ'Αρκ έως Εξκάλιμπερ και από τον κόσμο του Τιμ Μπάρτον (χωρίς το χιούμορ όμως) έως τον "Αρχοντα των Δαχτυλιδιών". Κι αν τα ξεχάσετε πάντως όλα αυτά, η ταινία, δίχως να διαθέτει συγκλονιστικές ανατροπές, νομίζω ότι βλέπεται ευχάριστα.

Σάββατο, Ιουνίου 02, 2012

13 ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ... ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ

Υπάρχουν ταινίες που όταν είναι κακές... είναι πολύ κακές. Ιδανικό παράδειγμα, για μένα τουλάχιστον, το ανεκδιήγητο "Thirteen Ghosts" (2001) του Steve Beck, ο οποίος την επόμενη χρονιά γύρισε το επίσης αδιάφορο Ghost Ship και μετά, ευτυχώς, εξαφανίστηκε.
Τα Φαντάσματα λοιπόν είναι βέβαια ταινία τρόμου, αλλά δεν είμαι και πολύ σίγουρος γι' αυτό. Είναι επίσης κάτι σαν κωμωδία, παρωδία του είδους τέλος πάντων, αλλά ούτε και γι' αυτό παίρνω όρκο. Αν θέλετε να το πω πιο καθαρά, θέλει να είναι τρόμου, αλλά δεν φοβήθηκα ούτε σε μία σκηνή και θέλει να έχει και χιούμορ, αλλά ούτε μια φορά δεν έσκασε το χείλι μου. Τόσο καλά...
Με ένα αλλ' αντ' άλλων σενάριο, βάζει μια οικογένεια (μπαμπάς, δύο παιδιά, νταντά) να κληρονομούν το σπίτι ενός θείου που έχει για χόμπι να συλλέγει και να αιχμαλωτίζει... φαντάσματα με φριχτή όψη, τα οποία σημειωτέον βρίσκονται παγιδευμένα στο υπόγειο του σπιτιού. Όταν λοιπόν φτάσει εκεί η ανύποπτη οικογένεια, καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει!
Το ντιζάιν του σπιτιού, χαώδες, όλο φτιαγμένο από γυαλί, γεμάτο μαγικά σύμβολα και μηχανές που κινούνται διαρκώς, είναι όντως εντυπωσιακό. Εκεί σταματάνε και τα θετικά της ταινίας. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια διαρκής βαβούρα που πληγώνει και τα πιο κακόγουστα αυτιά, υπάρχουν διαρκείς εμφανίσεις φαντασμάτων που ποτέ δεν καταφέρνουν, για άγνωστο λόγο, να πιάσουν την οικογένεια, υπάρχει ο αντιπαθητικός και λες με επίτηδες κακή ηθοποιία βοηθός και συνεργάτης του θείου, υπάρχει το όλο κενά σενάριο, υπάρχει ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές κρύο χιούμορ που μπορεί να σε τρομάξει περισσότερο κι από τα ίδια τα φαντάσματα, υπάρχει το απόλυτο ναδίρ της ψυχολογίας των ηρώων, υπάρχει και η απαραίτητη γλυκανάλατη παρουσία της νεκρής μαμάς που δηλώνει, όπως κάθε νεκρή μαμά, ότι αγαπά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την οικογένεια, η δύναμη της οποίας άλλωστε είναι ικανή να τσακίσει κάθε εμπόδιο... Και σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλα κακά που ξεχνώ και θα ανακαλύψετε μόνοι σας αν καταφέρετε να δείτε μέχρι τέλους το φιλμ.
Σπάνια θεώρησα ταινία τόσο κακή. Η ντιζαϊνιά μάλιστα και η "μοντερνιά" (βλέπε άχρηστα εφέ και η φασαρία που προανέφερα) κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Τι να κάνουμε όμως; Αυτά παθαίνεις αν είσαι παμφάγο κινηματογραφικά ον...

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2012

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΗ ΑΦΕΛΕΙΑ

Θα σας πω κάτι προσωπικό: Όταν ήμουν κάπου στην Α' Δημοτικού είχα δει το "Ταξίδι στο Κέντρο της Γης" του Henry Levin (1909-1980), που γυρίστηκε το 1959, και είχα ενθουσιαστεί. Θυμάμαι ότι ήταν για καιρό η αγαπημένη μου ταινία. Ναι, αλλά ήμουν 6 χρονών...
Δεκαετίες μετά επιχείρησα να ξαναδώ το φιλμ. Το βρήκα από τα αφελέστερα πράγματα που έχω δει ever. Και καμιά νοσταλγία δεν μπορούσε να αλλάξει αυτή μου την αίσθηση. Ο Levin άλλωστε είναι από τους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες - τεχνίτες που επί δεκαετίες έχουν καταπιαστεί με τα πάντα, με ελαφρά έφεση στην παιδική φαντασία ("Παραμύθια των Αφών Γκριμ" και τετοια). Ποτέ δεν κατάφερε ωστόσο να κάνει μια ταινία που να ξεχωρίσει.
 Το συγκεκριμένο φιλμ είναι βέβαια μια από τις μεταφορές στην οθόνη του γνωστού μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν και η αφέλεια που λέγαμε ξεχειλίζει από παντού! Δεν ξέρω από πού να πρωταρχίσω. Από τον τρόπο που ανεβαίνουν - κατεβαίνουν στο κέντρο της γης, από τα κιτς σκηνικά με τις πολύχρωμες πολύτιμες πέτρες να στραφταλίζουν, από τις ηθοποιίες, από την ανεκδιήγητη συμπεριφορά των ηρώων, από την κυριολεκτικά ανύπαρκτη ψυχολογία τους (στοιχειωδέστατη ψυχολογία απαιτούσα από ένα τέτοιο φιλμ, όχι φυσικά κάτι βαθύτερο)... Η σύζυγος, ας πούμε, ενός επιστήμονα μαθαίνει ξαφνικά ότι ο άντρας της είναι νεκρός (τον οποίο αγαπά υποτίθεται) και την άλλη μέρα είναι πανέτοιμη - με τσαμπουκά μάλιστα - να πάρει μέρος σε μια επικίνδυνη και μακρόχρονη αποστολή στο άγνωστο (κατά τη διαρκεια της οποίας δεν χύνει ούτε ένα δάκρυ για τον μόλις αποβιώσαντα με τραγικό τρόπο σύζυγο). Την χαριστική βολή όμως δίνει ο ανεκδιήγητος πρωταγωνιστής Πατ Μπουν, ο γνωστός σούπερ σταρ τραγουδιστής της εποχής, ο οποίος, σα να μην έφτανε η κάκιστη ηθοποιία του, τραγουδά κιόλας (σε ευτυχώς λίγα σημεία) με απίστευτα γλυκανάλατο τρόπο, αποτελώντας έτσι την επιτομή του όρου "ξενέρωτος". Γενικά τα πάντα κυλούν με άπειρα κενά και σεναριακές απορίες από έναν παρατηρητικό θεατή.
Το φιλμ σώζει κάπως ο άλλος πρωταγωνιστής, ο Τζέιμς Μέισον. Και, βέβαια, μπορεί κάποιος να είναι βέβαιος ότι τα σκηνικά και τα εφέ ήταν όντως πολύ εντυπωσιακά για την εποχή. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσαν να εντυπωσιάσουν και τους ενήλικους θεατές. Σήμερα νομίζω ότι η ταινία μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα μόνο από αρκετά μικρά παιδιά. Αναγνωρίζω βέβαια ότι και κάποιοι ενήλικοι μπορεί να γοητευτούν από την περισσή αφέλεια και την αθωότητα της παλιομοδίτικης περιπέτειας ή, πάλι, σε κάποιους να υπερισχύσει το νοσταλγικό συναίσθημα και να τη δουν με συμπάθεια, αναγνωρίζοντάς της μια για πάντα χαμένη παιδική αθωότητα. Δυστυχώς δεν κατάφερα να συγκαταλέγομαι σ' αυτούς.

Τρίτη, Μαΐου 29, 2012

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ "ΧΑΜΕΝΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ"

Ας ξεκινήσουμε με γενικότητες. Υπάρχουν ταινίες (και έργα τέχνης γενικότερα) που διαθέτουν μια παράδοξη ιδιότητα: Μπορούν να γοητεύουν παρά το ότι παραμένουν ακατανόητα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν μπορώ να αναλύσω ακριβώς τον μηχανισμό, αλλά αναμφισβήτητα συμβαίνει κάποιες φορές. Πιθανόν να παραμένουν ακατανόητα επειδή ο δημιουργός εκφράζεται στριφνά, δύσκολα, ίσως πάλι επειδή χρησιμοποιεί συνειδητά το παράλογο, το σουρεαλιστικό στοιχείο. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση η γοητεία τους (προφανώς όχι όλων, κάποιων απ' αυτά), παραμένει ακαταμάχητη.
Αν κάποιος δεν μπορεί να το δεχτεί αυτό, τότε ας μην κάνει τον κόπο να δει ταινίες όπως η "Χαμένη Λεωφόρος", που γύρισε το 1997 ο "βασιλιάς του παράλογου" David Lynch. Η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι από τις γοητευτικότερες ταινίες του έστω και αν στερείται ειρμού. Άλλωστε ο Lynch είχε φανερώσει αυτές του τις τάσεις από το πρώτο κιόλας φιλμ του, το "Eraserhead" και μετά τη "Λεωφόρο" συνέχισε ακάθεκτος με τα "Mullholand Drive" και "Inland Empire" (σημειωτέον ότι το τελευταίο δεν μου άρεσε καθόλου, τα υπόλοιπα όμως...)
Η "Χαμένη Λεωφόρος" διαθέτει ένα άψογο κλίμα μυστηρίου από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή. Το νουάρ είναι πανταχού παρόν, οι υπαινιγμοί περί ψυχοπάθειας του ήρωα το ίδιο, οι μεταφυσικές αναφορές άμεσες (ο μυστηριώδης, ανατριχιαστικός τύπος που εμφανίζεται κατά καιρούς και μοιάζει να κινεί τα νήματα είναι πολύ εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι δεν είναι άλλος από τον διάβολο). Ξεκινά σαν μια ίστορία μυστηρίου, όπου περιμένεις ότι το ζεύγος θα προσπαθήσει κατά τη διάρκεια του φιλμ να λύσει την μυστηριώδη κινηματογράφηση του εσωτερικού του ίδιου του σπιτιού από κάποιον άγνωστο και πολύ σύντομα απογειώνεται στο απόλυτα παράλογο - που κορυφώνεται κάπου στα μισά με τη μεταμόρφωση του ήρωα σε κάποιον άλλον και το ξεκίνημα μιας διαφορετικής ιστορίας, η οποία όμως θα συναντήσει προς το τέλος την αρχική, δίχως όμως να ξεκαθαρίζει ή να λύνει οτιδήποτε.
Μάλιστα. Εικασίες για το τι σημαίνουν όλα αυτά ή την εξήγηση της όλης ιστορίας; Άπειρες και μάλλον όλες ανολοκλήρωτες, γιατί ό,τι και να υποθέσεις θα παραμένουν σκοτεινά σημεία. Δεν νομίζω όμως ότι έχει νόημα η όποια εξήγηση για ένα φιλμ όπου το παράλογο και το σουρεαλιστικό στοιχείο συνειδητά έχουν τον πρώτο ρόλο. Μάλλον τείνω να πιστέψω ότι ούτε ο ίδιος ο δημιουργός είχε καμιά ξεκάθαρη εξήγηση στο μυαλό του. Υπάρχουν όμως η εξαιρετική ατμόσφαιρα, η θαυμάσια μουσική, η διαρκής ένταση που δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα έστω κι αν δεν αντιλαμβάνεσαι τι ακριβώς συμβαίνει, ο πανταχού παρόν ερωτισμός... και η φοβερή ικανότητα του Λιντς να προκαλεί ανησυχία κινηματογραφώντας, ας πούμε, λεπτομέρειες από τα πιο κοινότυπα αντικείμενα στο εσωτερικού ενός συνηθισμένου σπιτιού.
Όλα αυτά, και πολλά άλλα που ίσως ανακαλύψετε, εξασκούν σε μένα τουλάχιστον μια ακαταμάχητη γοητεία. Η συμβουλή μου είναι να πάψετε να κουράζετε το μυαλό σας ψάχνοντας για εξηγήσεις των όσων ακατανόητων συμβαίνουν και να αφεθείτε στην ατμόσφαιρα και τη γοητεία του φιλμ. Αν δεν μπορείτε να το κάνετε και σας εκνευρίζει η ύπαρξη μη-λύσης (ή η μη-ύπαρξη λύσης), καλύτερα να μην ξεκινήσετε καν να το βλέπετε.

Κυριακή, Μαΐου 27, 2012

Ο ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΪΛΝΤ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Δεν νομίζω ότι ο βρετανός Brian Gilbert είναι και πολύ σημαντικός σκηνοθέτης. Το 1997 μεταφέρει στην οθόνη τη ζωή του ποιητή και συγγραφέα Όσκαρ Γουάιλντ με τίτλο "Wilde" ("Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ" στα ελληνικά) και νομίζω ότι μάλλον ρουτινιάρικη θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την ταινία.
Ρουτινιάρικη; Με τόσο "αλατοπίπερο"; Ο Γουάιλντ, παντρεμένος, με δύο παιδιά, πετυχημένος λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας, διάσημος, δανδής, εξαιρετικά πνευματώδης, μυείται από έναν φίλο του στην ομοφυλοφιλία και από τότε αλλάζει εντελώς σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ταινία παρακολουθεί τις περιπέτειές του με άντρες, μέχρι τον μοιραίο του έρωτα με έναν νεαρό ευγενή, παθιασμένο και αντιφατικό χαρακτήρα, συχνά σκληρό και άδικο, που θα τον οδηγήσει στη φυλακή και την καταστροφή. Ουσιαστικά βέβαια πληρώνει την αντισυμβατικότητά του, την ειλικρίνεια αν θέλετε, την έλλειψη δισταγμού να προκαλεί σκάνδαλο, καθώς δηλώνει φανερά την προτίμησή του στους άντρες στο Λονδίνο του 19ου αιώνα! Τόλμη; Αναμφισβήτητα. Σε μια απόλυτα συντηρητική και υποκριτική κοινωνία όμως οι επιπτώσεις θα είναι δυσβάσταχτες.
Οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί (Ρόμπερτ Φράι, Τζουντ Λο, Βανέσα Ρεντγκρέιβ κλπ.) και οι ερωτικές σκηνές δεν λείπουν. Ωστόσο η ταινία μου φάνηκε μάλλον βαρετή. Ίσως φταίει η επίπεδη κινηματογράφηση, ίσως η έλλειψη κορυφώσεων και έντασης, η συμβατικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται κινηματογραφικά ένα τόσο αντισυμβατικό θέμα. Ίσως πάλι να φταίει το ότι το θέμα είναι γνωστό από τη αρχή, οπότε λείπει κάθε έννοια σασπένς - αν και αυτό δεν μπορεί να αποτελεί από μόνο του αιτία, αφού πολλές γνωστές σε μας εκ των προτέρων ιστορίες (βιογραφίες ή μη) έχουν γίνει εξαιρετικά φιλμ. Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι μου φάνηκε αρκετά μεγαλύτερη απ' όσο στην πραγματικότητα είναι (110΄ δηλαδή). Η αναπαράσταση της εποχής είναι μπορεί να είναι σωστή, για τους ηθοποιούς είπαμε, αλλά να που δεν φτάνουν μόνο αυτά. Μερικές φορές η επαγγελματικότητα και η προσοχή στη λεπτομέρεια δεν είναι αρκετές για να δώσουν κάτι αληθινά ζωντανό...

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2012

ΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ, ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΚΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

Ο Po-Chih Leong είναι κινέζος και γύρισε αρκετές ταινίες στο Χονγκ Κονγκ πριν έρθει στην Αμερική, κάνει το 1998 τη "Σοφία των Κροκοδείλων" και στη συνέχεια ψιλοεξαφανιστεί, εκτός από κάποιες μάλλον κακές (δεν τις έχω δει) ταινίες που βγήκαν κατευθείαν σε βίντεο. Κρίμα, γιατί η ταινία που μας ενδιαφέρει εδώ είναι, νομίζω, αξιόλογη.
Έχουμε δει, πριν και μετά τους "Κροκόδειλους", πάμπολλες ταινίες με βρικόλακες, και μάλιστα πολλές απ' αυτές επικεντρωμένες στο θέμα της αγάπης ανάμεσα στο "τέρας" και κάποιο άλλο πρόσωπο. Ωστόσο λίγες απ' αυτές διαθέτουν κατά τη γνώμη μου τη δύναμη  του συγκεκριμένου φιλμ.
Η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως εφέ και πολλές εντυπωσιακές σκηνές (δράσης ή άλλου είδους). Επικεντρώνεται στο πρόσωπο του ήρωα (του νέου τότε Τζουντ Λο), τον οποίο παρακολουθούμε στην καθημερινή του ζωή. Σιγά - σιγά μας αποκαλύπτεται η πραγματική του φύση, αλλά και το βαθύτατο δράμα του. Το ον αυτό έχει περισσότερες αρετές παρά αρνητικά σημεία και, πάνω απ' όλα, μισεί αυτό που είναι. Καθώς η ψυχική του κατάσταση ξεδιπλώνεται αργά, το φιλμ κατάφερε να μου αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον και να με κάνει να συμπάσχω. Το κυρίαρχο στοιχείο πάντως είναι ο έρωτας και η σχέση του ήρωα μ' αυτόν.
Υπάρχει λοιπόν έντονο ερωτικό στοιχείο στην ταινία, υπάρχει μια πανταχού παρούσα υποβλητική ατμόσφαιρα, υπάρχει και σχετική πρωτοτυπία - στα πλαίσια του συγκεκριμένου είδους πάντοτε. Να ξέρετε όμως ότι δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία τρόμου - αν και η ατμόσφαιρα είναι σχετικά νοσηρή - και ότι οι ρυθμοί της θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αργοί - πράγμα που για μένα πρόσθεσε μάλλον στην υποβλητικότητά του δίχως να με κουράσει.
Αν έχετε βαρεθεί τις ταινίες με αιμοδιψείς βρικόλακες, κακά τέρατα και συνεχή "μπου", συνιστώ το φιλμ σαν μια εναλλακτική εκδοχή, σαν μια ιδιαίτερη, σπαρακτική ματιά σε ένα σχεδόν κορεσμένο θέμα. Όσο για το τέλος, μάλλον θυμίζει μια αρκετά μεταγενέστερη και επίσης καλή ταινία με σχετικό θέμα. Ας μη σας πω όμως περισσότερα. Απλώς να θυμάστε ότι το να είσαι τέρας δεν είναι πάντοτε επιλογή σου...

Κυριακή, Μαΐου 20, 2012

IDIOCRACY: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗΣ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑΣ

Το 2006 ο Mike Judge (σκηνοθέτης των γνωστών τηλεοπτικών Beavis and Butthead) γυρίζει το "Idiocracy", μια από τις σχετικά σπάνιες κωμωδίες επιστημονικής φαντασίας. Η ταινία διαθέτει πρωτότυπη ιδέα, σατιρίζει αμείλικτα τον σύγχρονο αμερικάνικο τρόπο ζωής, αλλά έχει και τα προβλήματά της.
Η ανθρωπότητα, λόγω της καλπάζουσας τεχνολογίας και του ότι βρίσκει τα πάντα έτοιμα, αρχίζει να "ρίχνει" σταδιακά το μέσο IQ της. Δύο δείγματα (άντρας - γυναίκα) τυπικού "μέσου ανθρώπου" (βλέπε βλάκα) καταψύχονται για πειραματικούς λόγους, μετά από ένα ατύχημα όμως ξεχνιούνται και ξυπνάνε κάτι αιώνες μετά, για να βρεθούν σε έναν κόσμο όπου το μέσο IQ είναι δραματικά χαμηλό, κοινώς σε μια κοινωνία ηλιθίων. Στην οποία βέβαια, οι δύο αυτοί ηλίθιοι με τα σημερινά δεδομένα φαντάζουν ως οι εξυπνότεροι άνθρωποι στον κόσμο και καλούνται να δώσουν λύσεις σε προβλήματα επιβίωσης της ανθρωπότητας.
Φυσικά πρόκειται για άγρια σάτιρα της σημερινής Αμερικής. Διάφορες πτυχές του αμερικάνικου τρόπου ζωής καυτηριάζονται και, τελικά, βλέπουμε πόσο κοντά βρίσκονται αυτές στην καθαρή ηλιθιότητα. Η αποχαύνωση της τηλεόρασης, η σαγήνη και η πειθώ των διαφημίσεων, τα κάθε λογής ετοιματζίδικα fast food, η (ανύπαρκτη) πολιτικοποίηση των αμερικανών, η άρνηση κάθε σκέψης, αφού όλα παρέχονται έτοιμα, όλα βρίσκονται εδώ και σχολιάζονται, μερικές φορές απολαυστικά. Και παράλληλα με την καλπάζουσα ηλιθιότητα έρχεται βέβαια και η σχετική βαρβαρότητα. Εξέχουσα θέση πάντως στην πλάκα κατέχουν ο πρόεδρος των ΗΠΑ και το πέριξ αυτού υπουργικό συμβούλιο, όπως και η "ταινία" η οποία σπάει ταμεία τη συγκεκριμένη περίοδο...
Φυσικά η αληθοφάνεια απουσιάζει παντελώς από το φιλμ (μια κοινωνία σαν αυτή που περιγράφεται με χιούμορ, πολύ απλά, θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει για τόσους αιώνες. Μέχρι πότε μπορούν να τρώνε από τα έτοιμα, αφού δεν παράγουν τίποτα απολύτως;) Το άλλο πρόβλημα είναι το χοντρό χιούμορ. Το οποίο βέβαια, εδώ είναι σεναριακά δικαιολογημένο αφού πηγάζει από πράξεις και λόγια ανθρώπων με πολύ χαμηλό IQ, αλλά συχνά γίνεται βαρετο και πολύ αμερικάνικο (ίσως και πάλι δικαιολογημένα, αφού αυτό ακριβώς σατιρίζεται). Αλλά ως θεατής σε μερικά σημεία υπέφερα.
 Είπαμε, έξυπνη και μάλλον πρωτότυπη ιδέα, αστείο σε αρκετά σημεία του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα αριστούργημα.

Παρασκευή, Μαΐου 18, 2012

Η ΣΤΕΠΠΑ, ΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΕΣ ΠΗΓΕΣ ΓΕΛΙΟΥ

Αρκετές δεκαετίες πριν στη γείτονα Ιταλία άνθισε, ανάμεσα σε άλλα υποείδη, η "ιστορική ταινία", η λεγόμενη "χλαμύδα". Μη φανταστείτε φυσικά καμιά σοβαρή αντιμετώπιση της ιστορίας. Αν σκεφτείτε τη σειρά με τους Μασίστες θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε. Σήμερα οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές μάλλον δεν βλέπονται, εκτός αν θέλετε πραγματικά να διασκεδάσετε με την αφέλειά τους (το λέω όσο πιο ευπρεπώς μπορώ).
Ένα παράδειγμα αποτελεί και ο "Ληστής της Στέππας" του 1964 (I Predoni della Steppa ο αυθεντικός τίτλος) του μάλλον άγνωστου Tanio Boccia (1912-1982), που υπογράφει το συγκεκριμένο φιλμ, όπως και πολλά άλλα δικά του, με το ψευδώνυμο Amerigo Anton, συνήθεια που, άγνωστο γιατί, υιοθετούσαν πολλοί ιταλοί σκηνοθέτες της εποχής. Βλέποντας την ταινία δεν ξέρεις με τι να πρωτογελάσεις (ερήμην των προθέσεων του δημιουργού βεβαίως).
Βρισκόμαστε κάπου στη στέππα, κάπου στο μεσαίωνα, υπάρχουν κάποιες φυλές και βασίλεια, κάπου αναφέρονται οι Τάρταροι (ως κακοί φυσικά), αλλά σε γενικές γραμμές τα πάντα είναι κάπως απροσδιόριστα. Η φυλή του γενναίου ήρωα κλέβει την κόρη του βασιλιά, η οποία είναι αραβωνιασμένη με το ζόρι με πανίσχυρο και μοχθηρό βάρβαρο που το μόνο που θέλει είναι να επεκτείνει το βασίλειό του εις βάρος των πάντων, εκείνη όμως, φυσικά, ερωτεύεται τον απαγωγέα της... και το γέλιο αρχίζει. Με μάχες, πολιορκίες, μονομαχίες και ηθοποιίες που κάθε μια τους ξεπερνά την προηγούμενη σε γελοιότητα.
Η ψυχολογία των ηρώων, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Ο ήρωας διώχνει σκαιά την ερωμένη του όταν ερωτεύεται την όμορφη πριγκίπισσα επειδή έτσι γουστάρει, κι όταν αυτή τους προδίδει από ζήλεια αφήνει να την εκτελέσουν αποδίδοντας... δικαιοσύνη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων καλεί τον πανίσχυρο βάρβαρο αρχηγό σε μονομαχία αντί της μάχης μεταξύ των στρατών τους, κι αυτός, με πρωτοφανή άνεση και ενώ τα στρατεύματά του έχουν σίγουρη τη νίκη δέχεται (η ίδια η μονομαχία βεβαίως αποτελεί άλλη μία πηγή γέλιου). Μια γυναίκα κλαίει γοερά επειδή το παιδί της είναι άρρωστο, ενώ προηγουμένως όλες οι γυναίκες της φυλής είχαν σηκωθεί σε χρόνο dt και είχαν μαζέψει τις σκηνές τους για να μετακομίσουν με πρωτοφανή ευκολία, ενώ οι μισοί άντρες της φυλής ειχαν σκοτωθεί, δίχως να χύσουν ούτε ένα δάκρυ... Κι αυτά είναι ελάχιστα από όσα θυμάμαι, αφού τέτοια υπέροχα συμβαίνουν κυριολεκτικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Καταλαβαίνετε ότι ο μόνος λόγος να το δείτε είναι ο άγριος χαβαλές. Παρέα, πίτσα και μια χαμένη βραδιά ή κάτι τέτοιο. Κι όμως, υπήρχαν πάμπολλα τέτοια φιλμ, που έκαναν επιτυχία και σημάδεψαν μια εποχή. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου... Αν πάντως καταφέρετε να την τελειώσετε, θα διαπιστώσετε ότι κακώς μόνο ο Εντ Γουντ έχει αποκτήσει τόση φήμη.

Κυριακή, Μαΐου 13, 2012

"ΠΛΑΣΤΟΙ" ΠΡΟΔΟΤΕΣ 'Η ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ο George Seaton (1911-1979) υπήρξε περισσότερο σεναριογράφος στο Χόλιγουντ (μερικές από τις γνωστότερες ταινίες των αδελφών Μαρξ είναι δικά του σενάρια), αλλά έχει γυρίσει και αρκετά φιλμ σαν σκηνοθέτης. Ένα από τα καλύτερά του κατά τη γνώμη μου είναι το "The Counterfeit Traitor" του 1962 (στην Ελλάδα είχε παιχτεί ως "Ο Μεγάλος Κατάσκοπος"). Βασίζεται σε αληθινή ιστορία (όχι ότι πιστεύουμε φυσικά ότι όσα βλέπουμε έγιναν ακριβώς έτσι) και διαδραματίζεται μεταξύ 1942 - 1945 στη Γεμανία και σε κάποιες σκανδιναβικές χώρες.
Η κατασκοπία των συμμάχων πλησιάζει έναν γνωστό αμερικανό επιχειρηματία που ζει και δραστηριοποιείται στην ουδέτερη Σουηδία και του προτείνει να δουλέψει σαν δικός τους κατάσκοπος. Εκείνος όμως στερείται παντελώς ιδεολογίας, τον ενδιαφέρει μόνο η δουλειά (γι' αυτό άλλωστε έχει έδρα τη Σουηδία, όπου μπορεί να κάνει μπίζνες με αμφότερες τις εμπόλεμες πλευρές). Οπότε, πολύ απλά, τον εκβιάζουν για να δεχτεί. Έτσι γίνεται κατάσκοπος των συμμάχων με το ζόρι. Κάπου μετά θα συνεργαστεί με μια άλλη κατάσκοπο των συμμάχων, που κάνει όμως ό,τι κάνει από ιδεολογία. Σιγά - σιγά η στάση του και οι ιδεολογικές του θέσεις αρχίζουν να αλλάζουν.
Η ταινία διαθέτει φοβερό σασπένς. Πολλές φορές, ενώ νομίζεις ότι τελειώνει, προκύπτει κι άλλη αγχωτική περιπλοκή, και μετά κι άλλη... μέχρι τέλους. Έτσι κατάφερε να με καθηλώσει απόλυτα. Ταυτόχρονα δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της ναζιστικής Γερμανίας, που, ενώ καταγράφει ανάγλυφα τη φρίκη, την καταπίεση και τη βαρβαρότητα που επικρατούν εκεί, βρίσκεται μακριά από τους μονοδιάστατους "κακούς ναζί" που έχουμε συνηθίσει. Σαφώς οι ναζί είναι οι κακοί (αυτό μας έλειπε), αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν και ανθρώπινη διάσταση, όπως όλοι μας άλλωστε.
Το φιλμ όμως διαθέτει και πολλές άλλες αρετές: Αρχικά αρνείται ηρωισμούς και βολικά χάπι εντ (υπάρχει love story, αλλά...) και διαθέτει έναν ενδιαφέροντα ρεαλισμό: Δεν διστάζει, ας πούμε, να δείξει αντιπαθητικούς τους κατάσκοπους των συμμάχων στη Σουηδία. Συγχρόνως απομυθοποποιεί απόλυτα τη δουλειά των κατασκόπων. Λίγοι κινούνται με ιδεολογικά κριτήρια. Τόσο οι σύμμαχοι, όσο και οι ναζί, χρησιμοποιούν αδίστακτα τον εκβιασμό για να στρατολογήσουν παίχτες για το επικίνδυνο παιχνίδι τους. Οι περισσότεροι από τους εκατέρωθεν κατασκόπους δουλεύουν παρά τη θέλησή τους. Οι κάθε λογής εκβιασμοί λοιπόν είναι κυρίαρχοι στο παιχνίδι. Σημαντικότατη όμως είναι και η αντιπολεμική διάστασή, η οποία νομίζω ότι τελικά είναι αυτό που πάνω απ' όλα μένει στο θεατή. Ξεχάστε αυτοθυσίες και ηρωικές πράξεις: Ο πόλεμος είναι μια κόλαση. Και μάλιστα αυτό περνά άμεσα βλέποντας τις ανυπολόγιστες καταστροφές στη Γερμανία (αφού εκεί κυρίως διαδραματίζεται το φιλμ). Όταν κανείς αντικρίζει όλα αυτά, ξεχνά ποιος είναι ο "καλός" και ο "κακός". Υπάρχει μόνο ο θάνατος, η ερήμωση και η ανθρώπινη ηλιθιότητα και καταστροφικότητα.
Τη θεωρώ από τις πολύ καλές χολιγουντιανές ταινίες, με απροσδόκητες για όσα έχουμε συνηθίσει διαστάσεις. Δείτε το αν το βρείτε.
ΥΓ: Έναν μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο κρατά ο Κλάους Κίνσκι, που μόλις ξεκινούσε τότε. Και, όχι, δεν είναι ναζί.

Παρασκευή, Μαΐου 11, 2012

ΤΟ "ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ" "ΜΙΚΡΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ"

Το "Μικρό Σπίτι στο Δάσος" (The Cabin in the Woods) του 2012 είναι η πρώτη ταινία του σεναριογράφου των "Lost", "Buffy" και λοιπών πετυχημένων σειρών Drew Goddard. Είναι φυσικά ταινία τρόμου και, ναι, μπορώ να το πω ότι σε μια εποχή παρακμής του είδους, είναι μια πρωτότυπη ταινία τρόμου.
Γιατί όμως τη χαρακτηρίζω "μεταμοντέρνα"; Μα επειδή οι αναφορές είναι το κυρίαρχο στοιχείο σ' αυτήν. Οι αναφορές όχι τόσο σε συγκεκριμένες άλλες ταινίες τρόμου, αλλά σε όλα τα "υποείδη" του είδους αυτού, ένα διαρκές παιχνίδι με όλα τα κλισέ του είδους δηλαδή.
Το φιλμ ξεκινά με την κλασική παρέα νεαρών που πάνε να περάσουν ένα σαββατοκύριακο σε απομονωμένη καλύβα κάπου στου διαόλου τη μάνα, μέσα στα δάση. Πόσες φορές το έχετε δει αυτό, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 70; Από την πρώτη κιόλας σκηνή όμως αυτό το κλασικότερο ίσως από τα κλισέ ανατρέπεται: Βλέπουμε (στην αρχή - αρχή επαναλαμβάνω, οπότε δεν σας κάνω spoiler) ότι όλο αυτό είναι στημένο. Κάποιοι, από κάπου, με σούπερ - ντούπερ μηχανήματα, κάμερες και δεν ξέρω τι άλλη φοβερή τεχνολογία παρακολουθούν ζωντανά την όλη φάση. Πρόκειται για εφιαλτικό ριάλιτι (εν αγνοία των δύστυχων πρωταγωνιστών;). Χμμμ... Κάποιες περίεργες ατάκες των παρακολουθούντων μας βάζουν από νωρίς την υποψία ότι κάτι άλλο, πιο περίεργο, συμβαίνει.
Στο μεταξύ οι αναφορές στα στάνταρς των ταινιών τρόμου δεν σταματούν. Τα μυστήρια που συμβαίνουν στην ξύλινη καλύβα, η τυπική καταπακτή που οδηγεί σε ένα τρομακτικό υπόγειο... κι έπειτα όλα - όλα ανεξαιρέτως - τα πλάσματα του φανταστικού: Βρικόλακες, φαντάσματα, ζόμπι, τέρατα, τα κλασικά κοριτσάκια - φαντάσματα του γιαπωνέζικου τρόμου, η λοβκραφτική μυθολογία και πολλά άλλα, όλα έχουν τη θέση τους στο φιλμ. Κι όλα δένουν στην τελική ιστορία.
Ίσως το τέλος να φανεί κάπως "κουφό" και η ανατροπή να είναι too much. Ίσως. Αλλά στο μεταξύ η ταινία είναι απολαυστική, ο θεατής (εγώ τουλάχιστον) μένει στην άκρη του καθίσματος, και ταυτόχρονα καίγεται να μάθει τι συμβαίνει και γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει. Οπότε δεν έχουμε να κάνουμε με "τρόμο για τον τρόμο", όπου η μόνη μας έγνοια είναι ποιοι, πώς και πότε θα πεθάνουν. Εδώ έχουμε και καθαρά σεναριακό σασπένς. Και βέβαια - όχι ότι είναι απαραίτητο αυτό, το έχω πει πολλές φορές - τα εντυπωσιακά εφέ δεν λείπουν ούτε κι αυτά.
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα. Να επιτέλους κάτι πρωτότυπο και συγχρόνως παιχνιδιάρικο (με την έννοια του συνεχούς κλεισίματος του ματιού στον θεατή) σε ένα είδος από το οποίο δυστυχώς λίγα πράγματα πλέον περιμένω.

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2012

"Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ" ΚΑΙ Η ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Το 2011 ο γάλλος Pierre Scholler γυρίζει τον "Υπουργό" (L'exercice de l'Etat), μια ταινία με ήρωα έναν υπουργό (Μεταφορών, αν θέλετε κι άλλες λεπτομέρειες), τον οποίο παρακολουθούμε τόσο στην εξάσκηση των καθηκόντων του όσο και στην προσωπική του ζωή. Αν και το θέμα δεν φαίνεται για πολλούς και πολύ ενδιαφέρον, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ μου άρεσε αρκετά.
Πρόκειται για μια ιδιόρυθμη μείξη σάτιρας και δράματος, ιδιωτικού και δημόσιου, επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Αλλά η κριτική του νομίζω ότι προχωρά αρκετά βαθιά.
Ο υπουργός μας κατ' αρχάς δεν είναι αυτό που λέμε "βρώμικος". Δεν είναι διεφθαρμένος, δεν δωροδοκείται, δεν δουλεύει για συμφάροντα άλλων. Έχει τις προσωπικές του απόψεις για διάφορα θέματα (δεν συμφωνεί, ας πούμε, με την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρομικών σταθμών που προωθούν άλλοι υπουργοί της ίδιας κυβέρνησης). Έτσι δεν μιλάμε για έναν υπουργό τύπου Τσοχατζόπουλου (συγνώμη για την επικαιρική αναφορά, είναι κάτι που δεν συνηθίζω καθόλου, όμως...), αλλά για έναν τουλάχιστον τίμιο υπουργό. Ταυτόχρονα, εκτός από το δυστύχημα προς το τέλος, δεν συμβαίνουν συγκλονιστικές συγκρούσεις και δράματα στην προσωπική του ζωή. Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η εμμονή στην καθημερινότητά του, το άγχος της δουλειάς, αλλά και οι προσωπικές στιγμές (ο υπουργός κάνει έρωτα με την γυναίκα του, ο υπουργός ανακουφίζεται στην τουαλέτα, ο υπουργός πίνει λίγο παραπάνω κλπ.) τον κάνουν μάλλον συμπαθή και ανθρώπινο.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου η αξία της ταινίας. Δίχως να χρησιμοποιεί πιασάρικες συγκρούσεις και διλήμματα, μας δείχνει ακριβώς μέσα από τη καθημερινότητα (της δουλειάς του κυρίως) την απόλυτη έκπτωση των αξιών, την ουσιαστική ανηθικότητα, την πίεση που ασκείται, την κάθοδο στη ρουτίνα, τις καθημερινές υποχωρησεις που καλείται να κάνει... όλη την παρακμή και το βάλτωμα δηλαδή της πολιτικής. Ή, αν θέλετε, την απελπιστική φθορά και παρακμή της καθημερινότητας. Και ταυτόχρονα καταγράφει το πέρασμα (που δυστυχώς είναι επίκαιρο) της οικονομίας από το δημόσιο στην απόλυτη ιδιωτικοποίηση των πάντων. Όσο για το προσωπικό επίπεδο... όλα είναι τυπικά και "καθώς πρέπει" κι εκεί, δίχως καμιά ευχάριστη έκπληξη. Κάθε άλλο. Η βαθιά μοναξιά του ηρωα, που βρίσκεται σε τόσο υψηλό αξίωμα, δίνεται ανάγλυφα (κάποια στιγμή, ψάχνοντας στο κινητότου μονολογεί: "4000 επαφές κι ούτε ένας φίλος"). Επίσης κάποια ονειρικά πλάνα, όνειρα ή φαντασίες του υπουργού, διακόπτουν την καθημερινότητα τις ίντριγκες, τα διαρκή τηλεφωνήματα, την πανταχού παρούσα ψυχοφθόρα απαίτηση για "ρεαλισμό" ή/και συμβιβασμό (αυτό σημαίνει ουσιαστικά). Είναι, ας πούμε, εντυπωσιακή η σχεδόν σουρεαλιστική σκηνή της αρχής.
Η ταινία μου άρεσε λοιπόν γιατί κατάφερε να δώσει όλη τη μιζέρια της πολιτικής και της εξουσίας δίχως κραυγαλέες καταστάσεις και συγκρούσεις "ζωής ή θανάτου". Ακριβώς μέσα από την καθημερινότητα. Εκεί, τελικά, η σαπίλα και η μιζέρια φαίνονται περισσότερο.

Τρίτη, Μαΐου 08, 2012

Ο ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ "ΑΛΜΠΙΝΟΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ"

Το 1996 ο πολύ καλός ηθοποιός Kevin Spacey γυρίζει σαν σκηνοθέτης την πρώτη του ταινία, το "Albino Aligator" (από τότε το έχει επιχειρήσει μία ακόμα φορά).
Ψυχολογικό θρίλερ, το φιλμ μαρτυρά τις θεατρικές καταβολές του γνωστού ηθοποιού, αφού είναι ολόκληρο σχεδόν γυρισμένο στο εσωτερικό ενός μπαρ. Μια ομάδα μικροκακοποιών κυνηγιούνται (από παρεξήγηση) από την αστυνομία και στην απελπισία τους εισβάλουν σε ένα μπαρ κρατώντας ομήρους τους θαμώνες του για μια πολύ μακριά νύχτα, ενώ οι μπάτσοι τους έχουν περικυκλωμένους. Οι ήρωες, εκτός από τους τρεις κακοποιούς, είναι οι 6-7 τυχαίοι θαμώνες, ο καθένας με την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα του και, κυρίως όσον αφορά την πλοκή, με τα μυστικά του. Αυτά τα μικρά ή μεγάλα μυστικά είναι που δημιουργούν τις ανατροπές που υπάρχουν στην ταινία.
Στην παράδοση των ταινιών "εσωτερικού χώρου" (κάτι σαν το παλιό "Petrified forest" ας πούμε), το φιλμ ξεδιπλώνει αργά τα κρυμένα μυστικά του και κρατά νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Οι πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες τόσο των εισβολέων όσο και των θαμώνων βοηθούν σ' αυτό, καθώς και το λαμπρό καστ των ηθοποιών: Φέι Νταναγουέι, Ματ Ντίλον, Γκάρι Σινίζ, Τζο Μαντένια, Βίγκο Μόρτενσεν είναι μερικοί απ' αυτούς. Το γενικό συμπέρασμα; Μην μπλέξεις. Αν το κάνεις, το πράγμα μπλέκει όλο και περισσότερο, σε ρουφά όλο και βαθύτερα, η βία γεννά βία και κάτι που ξεκινά σαν ένα μικρό παράπτωμα μπορεί να αποβεί πραγματικά ανεξέλεγκτο. Όταν μάλιστα ο μοναδικός θετικός χαρακτήρας από τους εισβολείς είναι από την αρχή πληγωμένος και δεν μπορεί να επιβληθεί. Πέραν αυτού όμως το φιλμ εξετάζει τις ηθικές αντοχές του ατόμου. Πόσο μπορεί κανείς να αντέξει και πόσο ελαστική είναι αυτή η ηθική; Υπάρχουν τρόποι ή κίνητρα για να οδηγήσουν έναν συνηθισμένο άνθρωπο ακόμα και στο φόνο;
 Δίχως να πρόκειται για αριστούργημα, βρήκα την ταινία από τις καλές του είδους και τον Σπέισι ικανό σκηνοθέτη, τουλάχιστον τόσο όσο να κρατά τον ρυθμό στην ταινία και να διευθύνει σωστά τους ηθοποιούς. Αν σας αρέσουν λοιπόν τέτοιου είδους ταινίες να τη δείτε. Αν και γνωρίζω τη γνωστή γκρίνια: Γιατί η ιστορία αυτή να γυριστεί ταινία και να μην ανέβει ως μία καλή θεατρική παράσταση; Αν αυτό δεν σας πειράζει πάντως, νομίζω ότι το φιλμ έχει το ενδιαφέρον του.

Κυριακή, Μαΐου 06, 2012

"ΟΙ ΕΚΔΙΚΗΤΕΣ": 6 ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΣΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ

Ας το πάρω λοιπόν απόφαση: Το υπερηρωικό είδος δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Κάθε τρεις και λίγο ξεφυτρώνουν νέες ταινίες του, σίκουελ, πρίκουελ κι ό,τι άλλο φανταστείτε. Το λέω επειδή είναι ένα είδος που βαριέμαι, άλλοτε αφόρητα κι άλλοτε λιγότερο.
Οι "Εκδικητές" (The Avengers) του 2012 είναι η πρώτη κινηματογραφική ταινία του τηλεοπτικού ως επί το πλείστον σούπερ σταρ (σκηνοθέτη και κυρίως σεναριογράφου) Joss Whedon και ενώνει κάπμποσους από δαύτους: Iron Man, Hulk, Captain America, Thor, Black Widow... όλοι ως ομάδα, παρά τις διαφορές τους και τους εντελώς αταίριαστους χαρακτήρες τους, ενώνονται τελικά για να σώσουν για μια ακόμα φορά τη γη (η οποία, νομίζω, κινδυνεύει με αφανισμό κάθε σαββατοκύριακο ή κάτι τέτοιο). Αυτή τη φορά ο σούπερ-κακός είναι ο Λόκι, ο ετεροθαλής αδελφός του Θωρ, που ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια εξωγήινη εισβολή. Καθημερινές ιστορίες δηλαδή...
Τώρα, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η συγκεκριμένη ταινία είναι από τις καλές του είδους (αν σας αρέσει το είδος τέλος πάντων). Και καλογυρισμένη είναι και διασκεδαστική και με πολύ χιούμορ (ορισμένες σκηνές και ατάκες είναι όντως πολύ αστείες) και, φυσικά, ως μπλογκμπάστερ που σέβεται τον εαυτό του, διαθέτει εντυπωσιακά εφέ. Οι αναφορές δε τόσο στο ίδιο το είδος, όσο και σε πρόσωπα που κάνουν μικρές εμφανίσεις, δεν σταματούν. Στο μεγαλύτερο μέρος το φιλμ επικεντρώνεται στις μεταξύ των σούπερ ηρώων διαφορές, πράγμα που επιτρέπει να σχεδιαστούν οι εντελώς διαφορετικοί τους χαρακτήρες, και φυσικά, όπως είναι απόλυτα αναμενόμενο, όταν με τα χίλια ζόρια ενωθούν αρχίζει ο πραγματικός χαμός. Την παράσταση κλέβει νομίζω ο Iron Man, με τις δηλητηριώδεις ατάκες του, το εν γένει αντιηρωικό στιλ του (όχι όμως μέχρι τέλους) και την συνολική cool παρουσία του.
Εντάξει λοιπόν. Διασκεδάσαμε. Το κακό είναι ότι με όλες αυτές τις ταινίες (μερικοί Batman είναι εξαίρεση) ίσως διασκεδάζω όσο τις βλέπω, ίσως πάλι πλήττω αφόρητα, σίγουρα όμως λίγες ώρες (άντε, λίγες μέρες) μετά κάνω απόλυτο delete. Κάθε άποψη για το αν το νο 2 ήταν καλύτερο ή χειρότερο απ' το πρώτο ή αν ο τάδε Hulk μου άρεσε περισσότερο από τον δείνα Wolverine πάει περίπατο. Σαν να μην τα έχω δει. Αν δε αναλύσεις το φαινόμενο και ιδεολογικά, άστα να πάνε... Αλλά τώρα δεν νομίζω ότι είναι ώρα για τέτοιου είδους αναλύσεις.
Σας είπα όμως ότι θα υποστούμε το φαινόμενο για πολλά πολλά χρόνια ακόμα. Αφού η Marvel βγάζει λεφτά, και πολλά μάλιστα, κορόιδο είναι να σταματήσει;

Πέμπτη, Μαΐου 03, 2012

ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ "ΜΗΛΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ"

Ο δανέζικος κινηματογράφος αποτελεί παράδειγμα υγιούς κινηματογραφίας στην Ευρώπη, για μια τόσο μικρή χώρα τουλάχιστον. Το 2005 βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ακόμα πολύ ενδιαφέρον δείγμα του με τα "Μήλα του Αδάμ" του Anders Thomas Jensen, μια παράξενη... χμμμ... μάλλον κωμωδία θα έλεγα.
Ένας νεοναζί, αληθινό κάθαρμα, από αυτούς που θα αποκαλούσαμε "κακούς ανθρώπους", φτάνει σε μια απομονωμένη, εξοχική περιοχή όπου θα εκτίσει δουλεύοντας την ποινή του υπό την καθοδήγηση ενός παπά, ένα είδος υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας. Κι άλλα "φυντάνια" σαν κι αυτόν (όχι ναζί, αλλά διάφοροι όχι και πολύ καθαροί τύποι) ζουν εκεί. Σύντομα, παρά το ότι έχει τη μικρότερη δυνατή σχέση με όλους, θα διαπιστώσει ότι κάτι δεν πάει καλά με όλους αυτούς. Και όχι μόνο. Κάτι δεν πάει καλά και με τον ίδιο τον απόλυτα ατάραχο ό,τι κι αν συμβαίνει, ήρεμο και καλό παπά επικεφαλής. Μήπως όλοι πάσχουν από διάφορα είδη τρέλας;
Οι δύο παράταιροι χαρακτήρες θα έρθουν γρήγορα σε σύγκρουση. Ο παπάς όμως μοιάζει να ξεχνά σε δευτερόλεπτα όσα συμβαίνουν και να είναι ξανά καλοκάγαθος και αισιόδοξος. Γύρω τους, το τσίρκο των ασυνήθιστων ανθρώπινων χαρακτήρων κινείται και δρα με εξ ίσου απρόβλεπτους συχνά τρόπους.
Η ταινία, και εξ αιτίας αυτής της παράδοξης "πινακοθήκης" ηρώων, αλλά και για την εσωτερική ένταση που υποβόσκει, το υπόγειο χιούμορ και την απρόβλεπτη πλοκή, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Το τέλος μένει ανοιχτό σε συμπεράσματα. Είναι άραγε προτιμότερη η τρέλα, το ψέμα τέλος πάντων, όταν χάρη σ' αυτό αναμορφώνεται κάποιος; Έχει νόημα σε τέτοιες περιπτώσεις η απόλυτη φυγή από την πραγματικότητα; Μπορεί η επιμονή και η σε-βαθμό-παράνοιας-αισιοδοξία να φέρει αποτελέσματα; Το φιλμ μοιάζει να έχει μια γενική χριστιανική λογική, και οι σχετικοί συμβολισμοί δεν λείπουν, δεν είσαι όμως και απόλυτα σίγουρος γι' αυτό, αφού συχνά αυτοσαρκάζεται ή αυτοανατρέπεται.
Όπως και να το κάνουμε, ό,τι συμπεράσματα κι αν βγάλετε, πρόκειται για ένα φιλμ που συνιστώ. Έστω και μόνο για την ασυνήθιστη οπτική του, έστω και αν οι απόψεις του μπορεί να θεωρηθούν αμφιλεγόμενες. Η πρωτοτυπία του νομίζω ότι θα σας αποζημειώσει.

Τρίτη, Μαΐου 01, 2012

ΤΑ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ "ΧΙΟΝΙΑ" ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΠΟΤΕ

Ο γάλλος (από τη Μασαλία) Robert Guediguian μου ήταν άγνωστος, παρά το ότι έχει γυρίσει 17 ταινίες. Με τα "Χιόνια του Κιλιμάντζαρο" όμως του 2011, κάνει ένα από τα καλύτερα φιλμ της χρονιάς και από τα πιο ζεστά και ανθρώπινα που έχω δει τα πολλά τελευταία χρόνια. Ο δημιουργός είναι ρεαλιστής, πολιτικοποιημένος, με καθημερινούς, στέρεους χαρακτήρες και ταυτόχρονα εξαιρετικά τρυφερός και ανθρώπινος και, επί πλέον, αισιόδοξος. Καταγράφει την καθημερινότητα με εξαιρετική οξυδέρκεια και συγχρόνως διαθέτει ένα πολύ δυνατό σενάριο, που, παρά τις καθημερινές, κοινές εικόνες, βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτό που θα αποκαλούσα "ντοκιμαντερίστικο" σινεμά.
Από την αρχή δηλώνεται ότι το πρωταγωνιστικό ζεύγος των πενηντακάτι ετών είναι αυτό που θα λέγαμε με απλό τρόπο "καλοί άνθρωποι". Εκείνος είναι εργάτης, συνδικαλιστής και έντονα πολιτικοποιημένος. Η ιστορία αρχίζει όταν απολύεται κατόπιν κλήρωσης από το εργοστάσιο μαζί με άλλους 20 συναδέλφους του. Αυτό όμως δεν είναι τόσο τραγικό. Ο ήρωάς μας προσπαθεί να συνηθίσει την υποχρεωτική αργία του, να την απολαμβάνει μάλιστα θα λέγαμε. Η πραγματική ιστορία αρχίζει όταν οι ήρωες και ένα φιλικό ζεύγος πέφτουν θύματα ληστείας. Εμείς ξέρουμε από την αρχή τον ένοχο, σύντομα όμως θα τον μάθει και ο ήρωάς μας. Και τότε τα διλήμματα και τα προβλήματα θα πολλαπλασιαστούν με γεωμετρική πρόοδο.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω στην ταινία. Σπάνια νομίζω οι ουσιαστικές επιπτώσεις της κρίσης (πανταχού παρούσα και στη Γαλλία) έχουν δοθεί τόσο καλά και πολυσύνθετα. Οι επιπτώσεις αυτές είναι αλυσιδωτές και πραγματικά μπορούν να καταστρέψουν την καθημερινή μας ζωή, να τινάξουν στον αέρα βεβαιότητες, πιστεύω και συνήθειες δεκαετιών. Ταυτόχρονα το φιλμ αρνείται κατηγορηματικά να χωρίσει τους ανθρώπους σε "καλούς" και "κακούς", πράγμα πάντοτε σχεδόν σχηματικό. Είναι απίστευτο, αλλά όλοι, οι καλοί άνθρωποι και οι εγκληματίες, έχουν από τη σκοπιά τους απόλυτο δίκιο. Άλλωστε τα λόγια που λέει ο ληστής στον πρωταγωνιστή στην τελευταία τους συνάντηση, κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητα είναι. Ίσα - ίσα, υποστηρίζουν μια άλλη άποψη, εξ ίσου σημαντική και ισχυρή με αυτή του ήρωα. Έτσι η πολιτικοποίηση του φιλμ είναι πραγματικά βαθιά και ουσιαστική: Το στραβό βρίσκεται στην κοινωνία και τις δομές της και όχι μέσα σε κάθε άνθρωπο - ή, τουλάχιστον, επαναλάβετε την παραπάνω πρόταση χρησιμοποιώντας μετά το "βρίσκεται" τη λέξη "κυρίως". Πιο ξεκάθαρη απόδειξη από όσα βλέπουμε δεν υπάρχει. Συγχρόνως η αισιοδοξία της, η βαθιά πίστη ότι ο άνθρωπος με καλή θέληση και αγώνα μπορεί να ξεπεράσει τις αντιξοότητες, η ανθρωπιά της, η βαθύτατη αγάπη της στη ζωή, στην ευτυχία του να είσαι ζωντανός και να απολαμβάνεις την καθημερινότητά σου, είναι εξ ίσου φανερές. Αλλά ακόμα κι αυτές οι θετικές αξίες συχνά τίθενται υπό αμφισβήτηση - εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα νομίζω. Σε μια κοινωνία που παραπαίει τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι εκ των προτέρων καλό ή κακό...
Σας βεβαιώνω ότι τίποτα απ' όλα αυτά δεν είναι "ξενέρωτο", όπως ίσως το έκανα να ακουστεί. Αν δειτε την ταινία θα πειστείτε γι΄αυτό. Η οποία, εξ άλλου, δεν κάνει καμιά κοιλιά και, προσωπικά τουλάχιστον, με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, αφού διαθέτει ακόμα κι ένα είδος... θα το έλεγα... "κοινωνικού σασπένς".
Το είπα από την αρχή: Από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων χρόνων για μένα.
Υ.Γ. Τη Μασσαλία την ανέφερα στην αρχή επειδή ουσιαστικά είναι κι αυτή από τους πρωταγωνιστές του φιλμ. Η λαϊκή αυτή πόλη αφήνει έντονα τη σφραγίδα και τη γεύση της σε όσα βλέπουμε.

Κυριακή, Απριλίου 29, 2012

ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΣΤΗ "ΔΙΠΛΗ ΩΡΑ"

Η ιταλική ταινία "La Doppia Ora" (Η Διπλή Ώρα) του 2009 είναι η πρώτη του Giuseppe Capotondi. Πρόκειται για ένα σχετικά ενδιαφέρον θρίλερ, με πολλές ανατροπές, το οποίο φλερτάρει έντονα και με το μεταφυσικό στοιχείο.
Ένας χήρος γνωρίζει σε μια συγκέντρωση για μοναχικούς ανθρώπους μια γυναίκα την οποία ερωτεύεται. Όλα πάνε καλά μεταξύ τους μέχρις ότου εκείνος την καλεί στη βίλα στην οποία δουλεύει σαν φύλακας. Μια ληστεία, ένας τραυματισμός, άλλα γεγονότα... και οι απορίες για την ταυτότητα και τον αληθινό εαυτό της γυναίκας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται.
Σας είπα ότι οι συνεχείς ανατροπές χαρακτηρίζουν το φιλμ αυτό. Εκτός αυτού όμως το χαρακτηρίζει και το παιχνίδι του με το μεταφυσικό στοιχείο, καθώς η ίδια η πραγματικότητα σε κάποια σημεία τίθεται υπό αμφισβήτηση. Δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler, πάντως όσα βλέπετε δεν είναι υποχρεωτικά η αλήθεια...
Αυτό όμως που είναι επίσης ενδιαφέρον είναι και το ψυχολογικό μέρος. Η ψυχολογία της ηρωίδας αλλάζει κι αυτή, συχνά ξαφνιάζοντας τον θεατή. Η αλήθεια και το ψέμα, το όνειρο και η πραγματικότητα, μπερδεύονται, και ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς νοιώθει εκείνη. Ακόμα και το τέλος είναι αρκετά αντισυμβατικό και μάλλον θα εκπλήξει τον θεατή με τον... θα τον χαρακτήριζα "κυνισμό" του. Ο κόσμος, βλέπετε, δεν είναι πάντοτε δίκαιος.
Νομίζω ότι το πρόβλημα του φιλμ είναι το ότι όλα αυτά μάλλον δεν γίνονται πολύ πιστευτά. Οι ανατροπές, κυρίως αυτές που αφορούν το παιχνίδι ρεαλιστικού - μεταφυσικού, προσωπικά δεν με έπεισαν. Πάντως η πρωταγωνίστρια Ksenia Rappaport είναι πολύ καλή και γενικά, να λάβουμε υπ' όψιν και το ότι ο σκηνοθέτης είναι πρωτοεμφανιζόμενος, πρόκειται για ένα θρίλερ που με κράτησε, που διαθέτει κάποια ασυνήθιστα στοιχεία (που δεν θα σας αποκαλύψω), δίχως όμως και να με ενθουσιάσει.