Κυριακή, Νοεμβρίου 09, 2008

Ο ΚΡΟΥΠΙΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ


Ο παλαίμαχος βρετανός Mike Hodges κάνει σποραδικά ταινίες, μερικές απ' τις οποίες είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Μετά από μετριότητες, το 1998 γυρίζει τον "Κρουπιέρη", που σίγουρα συγκαταλέγεται στις καλές του.
Αρχικά είναι από τα φιλμ που πιάνουν πολύ καλά και πειστικά την έννοια του τζόγου, το παρασκήνιο ενός καζίνου και, κυρίως, τη φύση της δουλειάς, την ένταση, τους άγραφους νόμους της ζωής όσων εργάζονται σ' αυτό. Ο ήρωας (πολύ καλός στον "ψυχρό" χαρακτήρα που ενσαρκώνει ο Κλάιβ Όουεν) είναι κρουπιέρης, αλλά και επίδοξος συγγραφέας. Κλασσικός διχασμός ανάμεσα στην "καλλιτεχνική" και την άλλη, τη σκοτεινή πλευρά του κεντρικού χαρακτήρα, ενδιαφέρουσες ίντριγγες και ανατροπές, με την τελική να κορυφώνει την όλη ιστορία, σφιχτοί ρυθμοί και σασπένς, με έκαναν να απολαύσω την ταινία. Βασικό ατού της πάντως παραμένει η ρεαλιστική κατάδειξη του γεμάτου ένταση κλίματος του καζίνο, του τζόγου γενικότερα. Και συγχρόνως, μπορεί κανείς και να το δει σαν αλληγορία: Ο κρουπιέρης δεν (πρέπει να) είναι παίκτης ο ίδιος. Κι αν είναι, δεν είναι καλός κρουπιέρης. Η ηδονή του κρουπιέρη πηγάζει από τον έλεγχό του πάνω στη ζωή των άλλων. Το να τους βλέπει να χάνουν, να τους βοηθά αμυδρά, ανεπαίσθητα, μερικές φορές, όταν το θέλει, να κερδίσουν... να είναι δηλαδή κάτι σαν μικρός θεός.
Ο ήρωας θα γράψει τελικά το βιβλίο του. Αυτό που έχει σημασία όμως είναι η σταδιακή του κάθοδος, ο εθισμός, το άφημά του στην άλλη, τη βρώμικη πλευρά, αυτή της ζωής στο καζίνο. Η αδρεναλίνη, το απρόβλεπτο, φαίνεται να είναι σημαντικότερα από τη δόξα, που όμως συνεπάγεται και βόλεμα. Και φυσικά υπάρχει και το τίμημα. Είναι κι αυτό όμως μέσα στο παιχνίδι. Άλλωστε το παιχνίδι είναι και το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο στήνεται η ταινία...

Σάββατο, Νοεμβρίου 08, 2008

Η ΝΑΥΣΙΚΑ ΚΑΙ Η ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΟΥ MIYAZAKI


Το 1984 ο μεγαλύτερος ίσως εν ζωή δημιουργός κινουμένων σχεδίων, ο Hayao Miyazaki γυρίζει τη "Ναυσικά" (Nausicaa of the Valley of the Wind), που είναι το πρώτο από τα περίφημα έπη που θα ακολουθήσουν.
Σε μια κατεστραμένη από μόλυνση γη νέα είδη και νέες φυλές έχουν δημιουργηθεί. Η πριγκίπισσα Ναυσικά της φιλειρηνικής Κοιλάδας των Ανέμων πασχίζει να σταματήσει την αιματοχυσία ανάμεσα σε δύο μεγάλα πολεμοχαρή έθνη, αλλά και να σώσει ολόκληρο τον ετοιμοθάνατο πλανήτη. Το μυστικό του Δάσους της Σήψης, των τερατωδών εντόμων που κατοικούν σ' αυτό, του δηλητηριώδους αέρα... κρύβεται σε μια λέξη: Οικολογία. Από την άλλη οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις δεν είναι πάντοτε αυτό που φαίνονται σε πρώτη ματιά, ενώ οι "κακοί" χαρακτήρες δεν είναι ποτέ μονοδιάστατα κακοί.
Βαθύτατα οικολογικό και αντιπολεμικό λοιπόν, συγκινητικο στο τέλος, το έπος του Miyazaki, εκτός της καθηλωτικής πλοκής του, που κρατά τον θεατή από την αρχή ως το τέλος, διαθέτει πραγματικά οργιαστική οπτική φαντασία που μου φαίνεται ότι βρίσκεται μίλια μακριά από τις αντίστοιχες αμερικάνικες προσπάθειες των μεγάλων στούντιο. Οι οπτικές του εμπνεύσεις, κυρίως στα τοπία, τα περιβάλλοντα και τα πλάσματα, είναι αστείρευτες, κάνοντας τον θεατή να μην πιστεύει στα μάτια του. Η πλοκή, όπως πάντοτε συμβαίνει στις ταινίες του, είναι αρκετά πολύπλοκη, μπερδεμένη μερικές φορές, με βασικούς χαρακτήρες ή καίρια στοιχεία να εμφανίζονται σε άσχετες στιγμές. Ίσως έχει κανείς την αίσθηση ότι οι ιδέες είναι πάρα πολλές, ότι με όλα αυτά θα μπορούσε κάποιος άλλος να γυρίσει 5 ταινίες και όχι μία. Ωστόσο αυτό το "βατυφόρτωμα" (όπως θα το έλεγαν οι εχθροί του) είναι σήμα κατατεθέν του Miyazaki (και ίσως και των περισσότερων σημαντικών γιαπωνέζικων animation) και πρέπει από την αρχή να το αποδεχτούμε πριν δούμε οποιαδήποτε από τις μεγάλες δουλειές του.
Το άλλο παράδοξο μ' αυτόν είναι ότι, ενώ είναι αναμφισβήτητα μέγιστος στον χώρο του, δεν διαθέτει αυτό που θα λέγαμε προσωπικό εικαστικό στιλ. Τα σχέδια δηλαδή δεν είναι άμεσα αναγνωρίσιμα και ιδιόρυθμα όπως συμβαίνει ας πούμε με χαρακτηριστικά φιλμ όπως "Οι τριπλέτες της Μπελβίλ", "Ο άγριος πλανήτης", οι ταινίες του Plympton κλπ. Είναι σχέδια που θα μπορούσαν να είχαν παραχτεί από ένα ντισνεϊκού στιλ μεγάλο αμερικάνικο στούντιο. Όσο όμως κι αν αυτό ακούγεται παράξενο, στην περίπτωση Miyazaki αυτό έχει μικρή σημασία: Είναι τόσο απίστευτος ο πλούτος των οπτικών ιδεών, έχεις τόσα πράγματα να δεις, να χαζέψεις, να θαυμάσεις, ώστε αυτή η "mainstream" αισθητική περνά υποχρεωτικά σε δεύτερη μοίρα. Δεν προλαβαίνεις να πάρεις ανάσα για να τα σκεφτείς σοβαρά όλα αυτά...
Αν είστε φίλος των κινουμένων σχεδίων (ασχέτως ηλικίας φυσικά), μην το χάσετε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2008

ΓΟΜΟΡΡΑ Ή Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Έχουμε δει δεκάδες ταινίες για τη Μαφία, είτε στην ιταλική είτε στην αμερικάνικη, γιαπωνέζικη κλπ. εκδοχή της. Ίσως καμιά όμως δεν είναι τόσο ρεαλιστικά, ωμά, ντοκιμαντερίστικα δοσμένη όσο τα "Γόμορρα" (2008) του Matteo Garrone. Η ταινία εξετάζει την καθημερινότητα του ιταλικού νότου όπου, σε κάθε πτυχή της ζωής, κυριαρχεί η περιβόητη Καμόρα. Για να πιάσει ακριβώς αυτή την καθημερινότητα, δεν αφηγείται μια συγκεκριμένη "μαφιόζικη" ιστορία, αλλά 5 διαφορετικές, όχι όμως σπονδυλωτά. Οι ιστορίες περιπλέκονται, "μπαίνουν" η μια στην άλλη, κάποιοι από τους ήρωες συναντιούνται... Φαίνεται λίγο χύμα σε πρώτη ματιά, στην πραγματικότητα όμως είναι μελετημένο και άψογα δομημένο. Και, όπως είπα, πολύ πιο ντοκιμαντερίστικο, πραγματικό, από το "Νονό", τον "Σημαδεμένο" και άπειρα άλλα σχετικά φιλμ. (Μην παρεξηγηθώ. Δεν υποτιμώ ούτε κατά διάνοια τις ταινίες αυτές, που πολλές αποτελούν κινηματογραφικά ορόσημα και μ' αρέσουν ιδιαίτερα. Απλώς επισημαίνω τη διαφορά στην οπτική τους από τα "Γόμορρα": Ενώ όλες τους αφηγούνται μια συγκεκριμένη ιστορία, αυτή εδώ πιάνει την καθημερινότητα, τίς επιπτώσεις στη ζωή ολόκληρης της συγκεκριμένης κοινωνίας).
Αυτό πού πραγματικά σε παγώνει είναι ότι δείχνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το πόσο ριζωμένη στην καθημερινή ζωή είναι στις υποβαθμισμένες αυτές περιοχές η Καμόρα και η εγκληματική δραστηριότητα γενικότερα. Ο φόβος, η υποταγή και η συχνή βία είναι κάτι παραπάνω από κοινοτοπίες. Κι ακόμα χειρότερα, όλοι το θεωρούν δεδομένο αυτό. Τα παιδιά μεγαλώνουν σ' αυτό το άρρωστο περιβάλλον και το όνειρό τους είναι να γίνουν ισχυροί μαφιόζοι, αφεντικά συγκεκριμένων περιοχών ή δραστηριοτήτων. Και, φυσικά, στρατολογούνται από πολύ μικρά στην οργάνωση (πράγμα που και τα ίδια το επιθυμούν πολύ). Είναι συνηθισμένο λοπόν να δουλεύουν γι' αυτήν 12χρονα ή 13χρονα. Βλέπουμε επίσης έντρομοι τον πατέρα να είναι πολύ χαρούμενος και περήφανος που ο αρχιμαφιόζος πήρε τον 25άρη γιο του στη δουλειά (όπως οι δικοί μας που χαίρονται επειδή το παιδί τους διορίστηκε, έστω παράνομα, στο δημόσιο) - αλλιώς, πολύ απλά, ο γιος θα ήταν άνεργος.
Όλα αυτά τα εφιαλτικά συμβαίνουν σε ένα απίστευτα άσχημο περιβάλλον, με άθλιες, γιγάντιες πολυκατοικίες, εργοστάσια εν λειτουργία και μη, και ανύπαρκτη, κατεστραμμένη φύση, που μολύνεται όλο και περισσότερο με παράνομα τοξικά απόβλητα που θάβουν στα σπλάχνα της (μια από τις πιο προσοδοφόρες επιχειρήσεις της οργάνωσης). Και αυτό που κάνει ακόμα εφιαλτικότερη την όλη κατάσταση είναι ότι δεν υπάρχει καμιά διέξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο της παρανομίας και του αίματος που χύνεται άφθονο στους συχνούς πολέμους ανάμεσα στις ανθυποσυμμορίες. Το πράγμα πάει πολύ βαθειά, είναι συνυφασμένο με την κοινωνία και τη δομή της. Και στο τέλος ο θεατής μένει με την τρομακτική αίσθηση ότι, πολύ απλά, είναι αδύνατο να ξεριζωθεί.
Η ταινία, διάβασα, ενόχλησε πολύ τον Μπερλουσκόνι και την κυβέρνησηή του, αφού παρουσιάζει ένα κάθε άλλο παρά ελκυστικό και τουριστικό πρόσωπο της σύγχρονης νότιας Ιταλίας. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που βλέπουμε είναι πέρα για πέρα αληθινό, αλλιώς δεν θα δήλωνε επίσημα την ενόχλησή της κοτζάμ κυβέρνηση. Κι αυτό κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα και αδιέξοδα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 03, 2008

Η ΑΝΝΑ ΚΑΙ Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΑΠΟΡΙΣΗ


Μπορεί μια ταινία να είναι αφόρητα μελαγχολική (καταθλιπτική για να είμαστε ακριβείς) κι όμως εξαιρετική; Ναι, αποδεικνύει ο πολωνός Jerzy Skolimowski, που επανέρχεται μετά 18(!) χρόνια απουσίας από το σινεμά.
Οι "Τέσσερις νύχτες με την Άννα" (2008) αφηγούνται μια σπαρακτική ιστορία μοναξιάς και "μονόπλευρου" έρωτα. Ο ήρωας, ενσαρκωμένος από έναν πολύ καλό άγνωστο πολωνό ηθοποιό, είναι ένας ελαφρά καθυστερημένος, μοναχικός τύπος, που έχει μεγαλώσει με την άρρωστη γιαγιά του και σύντομα, μετά τον θάνατό της, μένει ολομόναχος. Ερωτευμένος παράφορα, στα όρια της μονομανίας, με τη γειτόνισσά του Άννα, την οποία παρακολουθεί κάθε νύχτα δίχως να τολμά να της πει τίποτα, σκαρφίζεται τρόπους να βρίσκεται όλο και πιο κοντά της (εν αγνοία της), βλέποντάς την και φροντίζοντάς την ενώ κοιμάται.
Ο Skolimowski αφηγείται την μελαγχολική, αλλά και αφάνταστα τρυφερή ιστορία του με φοβερή οικονομία και σκηνοθετική μαεστρία, δίνει βάρος στις μικρές λεπτομέρειες και καταφέρνει να δώσει τα πάντα με ελάχιστο λόγο, κάνοντας ένα σχεδόν βουβό σινεμά στο οποίο κυρίαρχο λόγο έχει η εικόνα. Υπάρχουν στιγμές που μας έρχονται σχεδόν δάκρια στα μάτια από την τυφλή αφοσίωση του μοναχικός ήρωας. Σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη μοναξιά λοιπόν και κινηματογραφικό κομψοτέχνημα πάνω στον έρωτα δίχως ανταπόκριση.
Τη "μαυρίλα" της ταινίας πάντως επιτείνει το απίστευτα μίζερο και καταθλιπτικό περιβάλλον, τόσο τα εσωτερικά όσο και τα τοπία που περιβάλλουν τη δράση. Τρομάζεις όταν κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι όλα αυτά υπάρχουν στην σημερινή Πολωνία και δεν εικονογραφούν ένα παρελθόν δεκαετιών. Έτσι, δεν μπορώ να μη σκεφτώ (με το βίτσιο που με διακρίνει) και πολιτικά, μένοντας άφωνος με τη σημερινή κατάσταση πρώην "σοσιαλιστικών" χωρών (η οποία προφανώς ήταν πανομοιότυπη και επί προηγούμενου καθεστώτος), διαπιστώνοντας ένα αφάνταστο είδος λασπωμένης και μουντής μιζέριας σε χώρες της σύγχρονης Ευρώπης, που δύσκολα θα συνατήσουμε στην Ελλάδα.
Ξαναλέω: Μου άρεσε πολύ, αλλά δεν απευθύνεται σε πολλούς. Ή, τέλος πάντων, να είστε προετοιμασμένοι για πολλή θλίψης και μαυρίλας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2008

O MAX PAYNE ΚΑΙ Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΕΜΑΡΑ ΤΩΝ COMPUTER GAMES ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑΙΝΙΕΣ


Ο Max Payne είναι πετυχημένο παιχνίδι υπολογιστή, που τώρα, φυσικά, γίνεται και ταινία από τον John Moore. Και διαθέτει όλα τα κακά των προηγούμενων σχετικών προσπαθειών (απ' όσες τουλάχιστον ξέρω): Δράση για τη δράση, βία για τη βία, προσχηματικό σενάριο, εντυπωσιακά εφφέ, ελάχιστη πρωτοτυπία και, πάνω απ' όλα, απίστευτη βαβούρα που σε ξεκουφαίνει και γι' αυτό η αίθουσα (Villagοειδής συνήθως) είναι πολύ περήφανη για τα μηχανήματά της. Λες και η νέα μονάδα μέτρησης για το αν μια ταινία είναι καλή ή κακή είναι τα ντεσιμπέλ...
Η... πρωτοτυπία του φιλμ αρχίζει από το βασικό σεναριακό κόνσεπτ: Μπάτσος αναζητά απελπισμένα εκδίκηση για το φόνο της οικογένειάς του από τους Κακούς. Αν νομίζετε ότι στα 32 καίγεσαι, ε, τότε το θέμα έχει καεί πολύ περισσότερο απ' όσο πιστεύατε. Δεν μπορω να σκεφτώ πόσα φιλμ έχουν αυτό το κόνσεπτ από την εποχή του Τσαρλς Μπρόνσον (τουλάχιστον). Και οι απιθανότητες συνεχίζονται. Εννοείται ότι ο Μαξ δεν πεθαίνει με τίποτα, εννοείται ότι τον πυροβολεί ολόκληρος στρατός αλλά ποτέ δεν τον πετυχαίνει, εννοείται ότι πέφτει σε παγωμένη λίμνη και βγαίνει σώος και αβλαβής (στο μείον τόσους βαθμούς, ξέρετε, όι άνθρωποι στο νερό πεθαίνουν από το κρύο) και πολλά άλλα τέτοια.
Να πούμε και τα καλά; Ναι, υπάρχει εντυπωσιακή εικόνα και αρκετή ατμόσφαιρα. Φωτισμοί, "βρώμικη" πόλη (κάτι μεταξύ Γκόθαμ και Sin City), υποβλητικές σκιές και μερικά καλά εφφέ, κυρίως με τους φτερωτούς τύπους (των οποίων η παρουσία, που εικαστικά είναι από τα καλά σημεία της ταινίας, ελάχιστα αξιοποιείται. Μάλλον βρίσκονται εκεί για εντυπωσιασμό και μόνο). Αυτά. Κατά τα άλλα χιονίζει διαρκώς (όπως βρέχει στο Sin City, αλλά ας μη μπερδεύουμε την π...α με τη βούρτσα), πράγμα που χρησιμοποιείται για την δημιουργία ατμόσφαιρας και πάλι, αλλά κάποιος πρέπει να τους πει ότι "το πολύ το κυρελέησον το βαριέται κι ο παπάς..." Κι όλα αυτά, το είπαμε, μέσα σε μια απίστευτη φασαρία, όπου κάθε γροθιά ηχεί σαν τύμπανο και η μονότονη, ρυθμική μουσική χειροτερεύει τα πράγματα.
Δεν περίμενα βέβαια κάτι καλύτερο από τον John Moore. Αρκεί να σας θυμίσω ότι το προηγούμενο φιλμ του ήταν το παντελώς άνευ λόγου ριμέικ της "Προφητείας".

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2008

GLAM ROCK ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΣΤΟ "VELVET GOLDMINE"


Θεωρώ το "Velvet Goldmine" που γύρισε το 1998 ο Todd Haynes μια από τις σημαντικότερες ταινίες πάνω στο ροκ, στην σχέση παρακμής και τέχνης και πάνω στην ποπ κουλτούρα γενικότερα.
Η ταινία επικεντρώνεται στο φαινόμενο του glam rock, που έλαμψε στις αρχές της δεκαετίας του '70 στην Αγγλία κυρίως, έδωσε μερικούς αξέχαστους μέχρι σήμερα μουσικούς καρπούς και έσβησε ως διάττων αστέρας - απόλυτα σύμφωνα με την ίδια τη λογική του - στα μέσα της δεκαετίας. Ο Haynes κάνει εδώ ένα έξυπνο παιχνίδι πάνω σε υπαρκτά και μη πρόσωπα-σταρς της μουσικής αυτής, χρησιμοποιεί αυτούσια κομμάτια της εποχής και του είδους, αλλά και άλλα διασκευασμένα από μεταγενέστερους σημαντικούς μουσικούς. Έτσι ο βασικός ήρωας, ο φανταστικός σούπερ σταρ (για λίγα χρόνια) Σλέιντ είναι σαφώς ο Μπόουι, ο φίλος και εραστής του ο Ίγγυ Ποπ, ενώ διάφορα γκρουπ και μουσικοί που εμφανίζονται να παίζουν με φανταστικά ονόματα παραπέμπουν σε άλλα μεγάλα ονόματα της εποχής. Μην περιμένετε όμως μια βιογραφία - έστω και με άλλο όνομα - του Μπόουι. Ενώ υπάρχουν κοινά στοιχεία από τη ζωή και την καριέρα του, η ταινία αναμειγνύει και πολλά άλλα φανταστικά, κάνοντας έτσι ένα σχόλιο πάνω στο εφήμερο της δόξας, βασικό χαρακτηριστικό της ποπ κουλτούρας, στην έλξη που ασκεί η παρακμή σε μια μερίδα καλλιτεχνών, στην σχέση του καλλιτεχνικού έργου και της προσωπικής ζωής του δημιουργού του, την αυτοκαταστροφικότητα (ο ήρωας τινάζει μόνος του στον αέρα την καριέρα του) κλπ. Και σε όλα αυτά εμπλέκεται η φιλοσοφία και η στάση ζωής του "πρώτου διδάξαντα" Όσκαρ Γουάιλντ.
Αν στενέψουμε τα όρια και αφήσουμε απ' έξω τους ευρύτερους αυτούς προβληματισμούς, έχουμε μια εξαιρετική καταγραφή της εποχής και του εφήμερου φαινόμενου του γκλαμ ροκ, το οποίο δόξασαν σε ολόκληρη την καριέρα τους ή σε μια συγκεκριμένη φάση της μεγάλα ονόματα όπως ο David Bowie, οι Roxy Music, οι Cockney Rebel, οι T.Rex, o Brian Eno, οι Slade και πολλοί άλλοι, των οποίων τα τραγούδια, πολλές φορές πασίγνωστα, πλημμυρίζουν το φιλμ. Ταυτόχρονα δείχνεται η σχέση του είδους με την αμφισεξουαλικότητα, βασικό χαρακτηριστικό όχι μόνο της εμφάνισης όλων αυτών των μουσικών, αλλά μάλλον και της αληθινής τους ζωής και της πανηδονιστικής φιλοσοφίας τους, τουλάχιστον στη φάση αυτή.
Η εξαιρετική σκηνοθεσία προχωρά με συνεχή μπρος - πίσω στην αφήγηση, αφού παρακολουθούμε την έρευνα ενός δημοσιογράφου των 80ς, παλιού φαν του κινήματος και ως ένα βαθμό εμπλεκόμενου σ' αυτό, για να εντοπίσει τα ίχνη του εξαφανισμένου σούπερ σταρ Σλέιντ. Οι εικόνες, εντυπωσιακές, φευγάτες, ενίοτε σαν βιντεοκλίπ, εμπλέκουν αξεδιάλυτα φαντασία και πραγματικότητα.
Από τις σημαντικότερες, νομίζω, ροκ ταινίες όλων των εποχών, όπως είπα και στην αρχή, ενέχει έναν σημαντικό κίνδυνο: Αν δεν είστε φαν της μουσικής αυτής, θα πλήξετε από τον διαρκή μουσικό καταιγισμό, ενώ δεν θα καταλάβετε τίποτα από το πλήθος των αναφορών σε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα. Αν όμως σας ενδιαφέρει το θέμα, συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2008

Ο ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ, ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΞΦΟΡΔΗΣ


Πώς εμπλέκονται η φιλοσοφία (και μάλιστα αυτή του μάλλον δυσνόητου Βιτγκενστάιν), τα μαθηματικά και μια σειρά απο φόνους στους πανεπιστημιακούς και όχι μόνο κύκλους της Οξφόρδης; Θα το μάθετε στο ενδιαφέρον και ευφάνταστο θρίλερ "Oxford Murders" (2008) του ισπανού Álex de la Iglesia, που είναι βασισμένο σε ομώνυμο βιβλίο. Ο σκηνοθέτης, τον οποίο αγνοούσα, έχει κάνει ήδη αρκετά φιλμ (να επαναλάβω ότι το νέο ισπανικό σινεμά κρύβει ακόμα πολλά υπέροχα μυστικά;). Αυτό εδώ συγκεκριμένα το βρήκα πρωτότυπο και πολύ καλογυρισμένο.
Προφανώς έχουμε να κάνουμε με ένα από τα βιβλία, αρχικά, που είναι "μόδα" τα τελευταία χρόνια και εμπλέκουν διάφορες επιστήμες (μαθηματικά, φυσική κλπ.) ή φιλοσοφία σε μια αστυνομική ίντριγγα. Συχνά μάλιστα η πλοκή τους διαδραματίζεται σε πανεπιστημιακές κοινότητες. Εδώ κεντρικά πρόσωπα είναι ένας εντυπωσιακός Τζον Χαρτ, που υποδύεται έναν ιδιόρυθμο και κλειστό διάσημο καθηγητή φιλοσοφίας, ειδικευμένο στη διδασκαλία του Βιτγκενστάιν και ένας νεαρός φοιτητής που τον έχει σαν είδωλο και προσπαθεί να τον πλησιάσει - αρχικά μάταια. Ώσπου αρχίζει μια σειρά από παράξενους φόνους... και σχεδόν όλοι όσοι εμφανίζονται στην ταινία, των δύο πρωταγωνιστών συμπεριλαμβανομένων, είναι ύποπτοι. Οι ανατροπές, ιδιαίτερα στο τέλος, δίνουν και παίρνουν (ανατροπές που προσωπικά δεν με ενόχλησαν καθόλου, αντίθετα μου φάνηκαν ευπρόσδεκτες καθώς είχαν και έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον), οι φιλοσοφικές και μαθηματικές συζητήσεις είναι αρκετές, δίχως όμως να κουράζουν ή να διακόπτουν τη ροή, καθώς είναι απόλυτα ενσωματωμένες στην ιστορία και αποτελούν μέρος της σεναριακής σύλληψης, και η σκηνοθεσία, με εντυπωσιακά τράβελινγκ και σωστό timing, είναι πολύ καλή.
Θετική έκπληξη λοιπόν από κάτι που αγνοούσα παντελώς. Ιδιαίτερα αν είστε φίλος των αστυνομικών φιλμ νομίζω ότι θα απολαύσετε μια από τις πιο καλογυρισμένες και πρωτότυπες σύγχρονες ταινίες του είδους. Και θα μάθετε και μερικά πράγματα για τον Βιτγκενστάιν και τα μαθηματικά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 24, 2008

ΑΘΗΝΑ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - ΑΔΙΕΞΟΔΟ


Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος θέλει με το "Αθήνα - Κωνσταντινούπολη" να κάνει μια ταινία δρόμου. Θέλει επίσης να βρεθεί κοντά στις καλές στιγμές του Βέντερς, ας πούμε, ή του Γκοντάρ. Και βέβαια, το καταλαβαίνουμε αυτό, το ταξίδι δεν είναι παρά ένα πρόσχημα για να αφηγηθεί τις εσωτερικές περιπέτειες και τα αδιέξοδα των ηρώων του. Και κυρίως του βασικού του ήρωα, ενός ώριμου δικηγόρου, που μετά το διαζύγιό του ύστερα από εικοσιτόσα χρόνια γάμου, βρίσκεται στα όρια της κατάθλιψης και αδυνατεί να γεμίσει το κενό της ζωής του. Ξεκινά λοιπόν με το αυτοκίνητό του ένα ταξίδι ουσιαστικά δίχως προορισμό (τη Θεσσαλονίκη και τον άρρωστο πατέρα του έχει σαν αφορμή), που μετά από διάφορες αναπάντεχες συναντήσεις θα τον οδηγήσει στην Πόλη.
Η ταινία διαθέτει μερικές καλές στιγμές, κάποιες έξυπνες ατάκες, έχει ένα κοφτό μοντάζ (σα να χωρίζεται σε πολλά, μικρά κεφάλαια), αλλά παραμένει συνολικά μάλλον αργή - όχι με την έννοια των μακρόσυρτων πλάνων του Αγγελόπουλου, αλλά λόγω της αργής σεναριακής εξέλιξης. Ή ίσως του προσχηματικού σεναρίου, θα έλεγαν πολλοί, αφού αυτό (το σενάριο) μοιάζει να είναι αυτοσχεδιαστικό και αποσπασματικό, αφήνοντας αρκετά κενά. Υποθέτω ότι όλο αυτό είναι ηθελημένο, είναι άποψη του Παναγιωτόπουλου, που είναι "φίλος" του αυτοσχεδιασμού, φοβάμαι όμως ότι θα κουράσει πολλούς. Είναι και η όντως καταθλιπτική μορφή του Λευτέρη Βογιατζή, οπότε πάρτε και σεις καλού - κακού μαζί σας κανένα αντικαταθλιπτικό, σαν αυτά που σ' όλη τη διάρκεια καταναλώνει ο ήρωας.
Υπαρξιακό road movie λοιπόν, με συμπαθητική εμφάνιση του Πουλικάκου σε ρόλο ατόφιου λαϊκού κλαριτζή (κάτι σα Γιώργος Μάγγας), με καθόλου τουριστική ματιά στην Κωνσταντινούπολη, πλην όμως πάσχει απ' αυτό που πάσχουν πάρα πολλές ελληνικές ταινίες: Βγαίνεις έχοντας έντονη αίσθηση ότι κάτι λείπει...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2008

ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΘΗΤΩΝ - ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ... ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ


Το "Ανάμεσα στους τοίχους" του ενδιαφέροντα σκηνοθέτη Laurent Cantet είναι μια ταινία που διερευνά τις σχέσεις μαθητών - καθηγητών σε ένα γαλλικό λύκειο. Λέμε γαλλικό, αλλά στην πραγματικότητα θα μπορούσε να διαδραματίζεται οπουδήποτε στον δυτικό κόσμο, από την Ελλάδα μέχρι την Αμερική. Οι καταστάσεις που εξετάζονται είναι τόσο όμοιες...
Βρήκα την ταινία πολύ καλή στο είδος της, αλλά υπό αυστηρούς όρους: Για να σας αρέσει πρέπει να είστε φίλοι του ντοκιμαντερίστικου σινεμά, αυτού που λέμε "φέτα ζωής", με στοιχειώδη μόνο μυθοπλασία, που όλο το βάρος πέφτει στο να βρίσκονται όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα, στην καθημερινότητα, όσα βλέπουμε στην οθόνη. Κάτι σαν το σινεμά των αδελφών Νταρντέν δηλαδή. Αν λοιπόν σας αρέσει αυτό το στιλ, πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους.
Ένας τριαντακάτι καθηγητής μπαίνει στην αρχή της χρονιάς στην τάξη του. Η ιδιορυθμία της (που βέβαια είναι συχνότατη σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, οπότε μάλλον δεν πρέπει να μιλάμε για ιδιορυθμία) είναι ότι η τάξη αποτελείται από μαθητές πολύ διαφορετικής κουλτούρας, χρώματος, θρησκεύματος, καταγωγής κλπ. Η ασυνενοησία λοιπόν και τα προβλήματα, άλλοτε μικρά άλλοτε μεγαλύτερα, είναι δεδομένο ότι θα προκύψουν. Μην περιμένετε όμως δραματικές κορυφώσεις, τραγικές σε κατάληξη συγκρούσεις, θάνατους, έρωτες και άλλα τέτοια βαρύγδουπα. Εδώ μιλάμε για εξονυχιστική μελέτη της οικείας και σε μας πλέον της καθημερινότητς στη σχολική τάξη. Η ταινία εντάσσεται μόνο θεματικά στην μακρά παράδοση που ξεκινά από τη ΄"Ζούγκλα του Μαυροπίνακα" των 50ς και, περνώντας από την "Τάξη του '84" και τον "Κύκλο των Χαμένων Ποιητών" φτάνει μέχρι την πρόσφατη σχετικά μέτρια ταινία της οποίας τον τίτλο δεν θυμάμαι με την Μισελ Φάιφερ στο ρόλο της καθηγήτριας: Όλες αυτές βασίζονται στο δράμα, ενώ τούτη εδώ βλέπει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι.
Η ισορροπία της ανάμεσα στους δύο πόλους είναι πραγματικά θαυμαστή. Τα προβλήματα εξετάζονται σφαιρικά, από την οπτική και των δύο πλευρών. Εδώ δεν υπάρχουν άγιοι καθηγητές που καλούνται να τιθασσεύσουν άγριους, επαναστατημένους μαθητές που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα, αλλά ούτε και μαθητές - άγγελοι που καταπιέζονται βάναυσα από καθηγητές - φασίστες. Τέτοιες ακραίες περιπτώσεις υπάρχουν, αλλά είναι σπάνιες. Εδώ - το ξαναλέω - μιλάμε για την απόλυτη καθημερινότητα, γι΄αυτό που πραγματικά συμβαίνει στα σχολεία, και το φιλμ βρίσκει τον τρόπο να κατανοήσει το δίκιο και να δει με συμπάθεια και εντελώς αμερόληπτα και τις δύο "εμπόλεμες" (ενίοτε άνευ λόγου) πλευρές.
Αν σας αρέσει το απολυτα ρεαλιστικό, προσεγμένο μέχρι τελευταίας λεπτομέρειες ώστε να μοιάζει με αλήθεια σινεμά, δείτε το οπωσδήποτε. Αν ζητάτε από τον κινηματογράφο περισσότερη πλοκή, ανατροπές, σασπένς, αλλάξτε αίθουσα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 20, 2008

ΒΙΚΥ, ΚΡΙΣΤΙΝΑ...ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ


Το έχω γράψει πολλές φορές ήδη, αλλά μου φαίνεται ότι θα το επαναλαμβάνω κάθε λίγο και θα γίνομαι κουραστικός, αφού εκείνος με αναγκάζει: Μιλώ για τον Woody Allen και το Vicky Cristina Barcelona (2008). Αυτός λοιπόν είναι 73 χρονών και η ταινία η 40ή του αισίως, δίχως να μετρήσουμε και κάποια τηλεοπτικά! Και η φρεσκάδα της μπορεί όχι μόνο να συναγωνιστεί, αλλά να βάλει κάτω άνετα τη συντριπτική πλειοψηφία των νεότερων δημιουργών.
Από τους καλύτερους Woody Allen των τελευταίων χρόνων, σηματοδοτεί την επιστροφή του στην κωμωδία ή μάλλον στην ερωτική κομεντί. Και βέβαια, με βασικό θέμα τον έρωτα σε όλες του τις μορφές, συντηρητικές ή ακραίες, "λογικές" ή παθιασμένες, σατιρίζει πλήθος (ερωτικών κυρίως) συμπεριφορών και ιδιοσυγκρασιών, καθώς και τα στερεότυπα διαφόρων λαών: Οι αμερικάνοι είναι ξενέρωτοι και συντηρητικοί ή αφελείς και ρομαντικοί, οι ισπανοί παθιασμένοι και ο έρωτας γι' αυτούς είναι συνυφασμένος με το δράμα...
Αληθινή πρωταγωνίστρια όμως, πέρα από το φοβερό γυναικείο τρίο και τον Χαβιέ Μπαρδέμ, είναι η υπέροχη Βαρκελώνη, από τις πιο όμορφες και πιο ζωντανές πόλεις της Ευρώπης (αν όχι η πιο όμορφη και η πιο ζωντανή), που μπορεί να μεταμορφώσει κάθε σκηνή σε ποίημα. Ίσως η ματιά του να είναι αρκετά τουριστική, με τα απίστευτα αρχιτεκτονήματα του Gaudi να έχουν τον πρώτο λόγο, αλλά τα πάντα στο φιλμ είναι τόσο αφοπλιστικά, που εγώ τουλάχιστον παραδόθηκα αμαχητί στη γοητεία τους. Και είναι δικαιολογημένο νομίζω το "θάμπωμα" από κάποιον που στα 70του γύρισε σχεδόν για πρώτη φορά όχι απλώς εκτός Αμερικής, αλλά ουσιαστικά εκτός Νέας Υόρκης...
Πέραν αυτών όμως, το όλο πράγμα δίνεται τόσο ανάλαφρα, έξυπνα και γοητευτικά, που μου φαίνεται ότι και οι πιο αρτηριοσκληρωτικοί θεατές θα διασκεδάσουν και θα "συγχωρήσουν" τα ερωτικά τρίο και τα υπόλοιπα παιχνίδια. Γιατί πρόκειται για ένα από τα πιο διασκεδαστικά ερωτικά γαϊτανάκια που έγιναν ποτέ και από τις πιο παιχνιδιάρικες ματιές πάνω στον έρωτα, όπου όλα συγχωρούνται (και ξεχνιούνται), όπως μοιάζει να μας δηλώνει ο δαιμόνιος σκηνοθέτης. Και βέβαια, στα πολύ συν και η όντως σαρωτική παρουσία της Πενέλοπε Κρουζ.
Τελειώνοντας μπορώ μόνο να αναρωτηθώ για πολλοστή φορά: Μα πόσο ανεξάντλητος μπορεί να είναι κάποιος;

Σάββατο, Οκτωβρίου 18, 2008

ΑΓΓΕΛΟΙ, ΗΛΙΘΙΟΙ ΚΑΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΦΤΕΡΑ


Το "Angels and Idiots" (Άγγελοι και Ηλίθιοι) είναι η τελευταία δουλειά (2008) του πολύ καλού ανεξάρτητου καρτουνίστα Bill Plympton (ανεξάρτητος εδώ σημαίνει ότι τα κάνει κυριολεκτικά όλα μόνος του, και την παραγωγή επίσης). Από πολλούς θεωρήθηκε η πιο ώριμη δουλειά του, αλλά προσωπικά προτιμώ παλιότερα φιλμ του.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός αληθινού αντι-ήρωα: Ενός τύπου που θα τον χαρακτηρίζαμε ανενδοίαστα "μαλάκα", με όλες τις πιθανές αποχρώσεις που έχει η λέξη στη γλώσσα μας. Από τη μίζερη και την κάθε άλλο παρά γεμάτη αγάπη ζωή του τον βγάζει ένα αναπάντεχο, θαυμαστό γεγονός: Σην πλάτη του αρχίζουν να φυτρώνουν φτερά, που προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει. Κι όχι μόνο αυτό: Όταν αυτά, παρά τις προσπάθειές του, μεγαλώνουν, τον ωθούν να κάνει καλές πράξεις, που ο ίδιος απεχθάνεται.
Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, ο αντισυμβατικός Plympton αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας στις προσπάθειες του τύπου να εναντιωθεί με όποιον τρόπο μπορεί στον καλό εαυτό του, να παραμείνει δηλαδή ένας μονόχνωτος μισάνθρωπος. Πολλά θα συμβούν στον "αγώνα" του αυτόν, κυρίως στο εσωτερικό ενός μπαρ όπου συχνάζει.
Η ιδέα και η ιστορία είναι πρωτότυπη και κυρίως το σχέδιο και τα διάφορα σκηνοθετικά ευρήματα του Plympton εξαιρετικά. Το ότι δεν μου άρεσε τόσο η ταινία οφείλεται αποκλειστικά στο σενάριο. Νομίζω ότι πάσχει από σαφήνεια: Πολλά από τα γεγονότα παραμένουν ανεξήγητα, οι ενέργειες των ηρώων μου φάνηκαν συχνά αψυχολόγητες, ενώ αρκετές επαναλήψεις παρόμοιων καταστάσεων με κούρασαν. Ωστόσο η ταινία έχει πάρει καλές κριτικές και, ούτως ή άλλως, η ευρηματικότητα και η σχεδιαστική δεινότητα του δημιουργού της είναι δεδομένες.
Πάντως, ακόμα κι αν δεν δείτε το συγκεκριμένο φιλμ (που, παρά τις αντιρρήσεις μου, προτείνω να το δείτε), ψάξτε οπωσδήποτε οποιαδήποτε δουλειά του. Για να απολαύσετε μια εντελώς διαφορετική οπτική και αισθητική στο κινούμενο σχέδιο απ' αυτές που έχουμε συνηθίσει από τις μεγάλες αμερικάνικες εταιρίες, που μπορεί συχνά να κάνουν θαυμάσιες ταινίες, η αισθητική τους όμως κινείται πάντοτε στα ίδια γνωστά πλαίσια.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 17, 2008

Η ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ


Το "Περί Τυφλότητας" (Blindness, 2008) του εξαιρετικού βραζιλιάνου Fernando Meirelles βασίζεται ως γνωστόν στο ομώνυμο βιβλίο του Σαραμάγκου, το οποίο δεν έχω διαβάσει αν και ο συγγραφέας αυτός μ' αρέσει αρκετά. Έτσι λοιπόν, κάθε σύγκριση με το πρωτότυπο δεν υφίσταται και ό,τι γράφω αφορά αποκλειστικά στην ταινία.
Λοιπόν είναι μια από τις μάλλον σπάνιες φορές που διαφωνώ με το σύνολο της κριτικής, η οποία σε γενικές γραμμές έθαψε την ταινία. Προσωπικά μου άρεσε αρκετά, παρά τις κάποιες (σημαντικές) αντιρρήσεις που θα εκφράσω πιο κάτω. Θα γνωρίζετε μάλλον την ιστορία: Μια ανεξήγητη και άγνωστη μεταδοτική ασθένεια που προκαλεί άμεση τύφλωση απλώνεται στον κόσμο. Πολύ σύντομα ο πολιτισμός καταρρέει και οι άνθρωποι επιστρέφουν στην απόλυτη βαρβαρότητα.
Ο Meirelles φτιάχνει μια εντυπωσιακή "τοιχογραφία" της κατάρρευσης των πάντων, που ξεκινά από τον εγκλεισμό μιας πρώτης ομάδας ασθενών (= τυφλών) σε ένα άθλιο οίκημα και βαθμιαία κλιμακώνεται σε γενικό χάος, πείνα και αθλιότητα, καθώς κανείς δεν είναι σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του. Η εξέλιξη της έγκλειστης ομάδας, που ολοένα και αυξάνεται δημιουργώντας εκρηκτικά προβλήματα, δίνει την ευκαιρία για μια κυνική μελέτη του ανθρώπινου πολιτισμού (ή της ανθρώπινης φύσης), κάθε άλλο παρά ουμανιστική: Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι μόλις βρουν ευκαιρία τα κατώτερα ένστικτα παίρνουν το πάνω χέρι τσακίζοντας αδίστακτα κάθε έννοια ανθρωπιάς. Έτσι η ολοένα και περισσότερο εξαθλιωμένη κοινότητα, ως μια άλλη οργουελική "Φάρμα των Ζώων", σύντομα παραμερίζει την αρχική ισότητα και η αδίστακτη δίψα για εξουσία, η απληστία και - σε τελική ανάλυση - η βλακεία θριαμβεύουν. Και, φυσικά, αναπόφευκτο αποτέλεσμα, το ξέσπασμα της βίας. Και, να θυμάστε, ανάμεσα στους τυφλούς δεν κυριαρχεί πάντοτε ο μόνος που βλέπει...
Όλα αυτά δίνονται από τον Meirelles με εντυπωσιακό οπτικό στιλ (κατά την γνώμη μου βέβαια, γιατί διάβασα για "σοβαροφάνεια" και "έλλειψη κινηματογραφικότητας"). Από την γκριζόλευκη φωτογραφία, από την οποία λείπουν σχεδόν τα χρώματα, μέχρι τις σκηνές βρώμικης Αποκάλυψης στην ρημαγμένη πόλη, με τα εξαθλιωμένα πλήθη τυφλών να περιφέρονται άσκοπα, βρήκα το φιλμ πολύ δυνατό οπτικά.
Στο τέλος ωστόσο έρχεται μια γερή ένεση ανθρωπιάς να ισορροπήσει (ή να ανατρέψει) το όλο σκηνικό. Και εδώ βρίσκονται οι αντιρρήσεις μου, που είναι καθαρά νοηματικές και όχι κινηματογραφικές. Η αλλαγή κλίματος γίνεται ξαφνικά, απρόβλεπτα, ουρανοκατέβατα. Την κτηνωδία διαδέχεtαι η συγκίνηση, αυτό όμως γίνεται μάλλον αναίτια. Φυσικά και θα προτιμούσα χιλιάδες φορές οι άνθρωποι να είναι όπως οι έγκλειστοι στο διαμέρισμα της πρωταγωνίστριας (που βλέπει) και όχι όπως οι έγκλειστοι στο τεράστιο εγκαταλειμμένο κτίριο. Προφανώς. Απλώς η απότομη αλλαγή δεν με έπεισε καθόλου. Ήταν σα να μην ολοκλήρωνε το κυνικό πορτρέτο της ανθρώπινη φύσης που ζωγράφιζε στα 2/3 του φιλμ, σα να μην τολμούσε να το φτάσει στα άκρα.
Αν και, ακόμα και στο τέλος, παρεισφρύουν άκρως ενδιαφέρουσες σκέψεις: Ακόμα και μέσα στη φρίκη υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να είναι πιο ευτυχισμένοι από πριν. Ή, το καβαφικό "τι θα κάνουμε τώρα χωρίς βαρβάρους;" Τι θα κάνουμε τώρα που χάνουμε τον σκοπό μας ή τον ξεκάθαρο εχθρό μας, αν προτιμάτε;
Πιστεύω ότι πολλοί θα διαφωνήσουν με όσα έγραψα και ίσως η ταινία να τρομάξει αρκετούς. Οι αντιρρήσεις είναι φυσικά ευπρόσδεκτες.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2008

"ΜΑΙΤΡΕΣΑ" Ή ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΣΑΔΟΜΑΖΟΧΙΣΜΟΥ


Υπάρχουν ταινίες που πραγματικά δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο ύπαρξής τους. Δεν λένε τίποτα νοηματικά (σε μένα τουλάχιστον) και ταυτόχρονα δεν είναι διασκεδαστικές, με οποιαδήποτε έννοια του όρου. Μου φαίνεται ότι η "Μαιτρέσα" του Barbet Schroeder (1976) ανήκει σ' αυτές τις περιπτώσεις.
Όπου ο μικροαπατεώνας, νεαρός τότε, Ζεράρ Ντεπαρντιέ μπαίνει με ένα φίλο του σε διαμέρισμα που νομίζουν ότι είναι άδειο για να κλέψουν και βρίσκονται μπροστά σ' ένα αληθινό άντρο σαδομαζοχισμού. Η ιδιοκτήτης του είναι μια επαγγελματίας dominatrix, ακολουθεί αμοιβαίος αγνός έρωτας με τον ήρωα, αλλά αυτή έχει έναν μυστηριώδη και πανίσχυρο προστάτη (;) και όλα καταλήγουν σ' ένα ουρανοκατέβατο και δίχως καμιά εξήγηση χάπι εντ. Πολλά σημεία του φιλμ παραμένουν σκοτεινά, μάλλον ηθελημένα. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται επίτηδες και αποτελεί ένα είδος στυλ, αλλά προσωπικά δεν μου είπε τίποτα. Και ερχόμαστε στα highlights: Η ταινία περιέχει μερικές απίστευτα ανατριχιαστικές σκηνές σαδομαζοχισμού (καθώς και μερικές αστείες), οι οποίες εκτελούνται live, προφανώς από αληθινούς μαζοχιστές, καθώς και μια σοκαριστική σκηνή θανάτου ενός αλόγου, εξ αιτίας των οποίων η προβολή της είχε απαγορευτεί σε κάποιες χώρες στην εποχή της. Φαντάζομαι ότι η πρόκληση σοκ αποτελεί τον βασικό ίσως στόχο της.
Λυπάμαι, αλλά το σοκ για το σοκ ποτέ δεν ήταν το καλύτερό μου. Άλλωστε θεωρώ τον Schroeder πραγματικά άνισο σκηνοθέτη και πολύ λίγες ταινίες του μου αρέσουν. Του αναγνωρίζω πάντως τη προσήλωση σε ακραία θέματα (ναρκωτικά στο More, αλκοολισμός στο Barfly, σαδομαζοχισμός έδώ κλπ.) Η συγκεκριμένη ταινία είναι προφανώς η χαρά των μαζοχιστών, όχι κινηματογραφικά, αλλά ως κάτι πραγματικά ερεθιστικό γι' αυτούς. Οι υπόλοιποι δοκιμάστε κάτι άλλο.
Σημειώνω τέλος ότι η ηρωίδα δεν κάνει ποτέ σεξ με τους πελάτες της, και κάπου το λέει καθαρά αυτό. Απλώς ικανοποιεί τις πιο άρρωστες μαζοχιστικές τους φαντασιώσεις. Αυτά είχα να παρατηρήσω μετά από δυο ώρες βαρεμάρας.

Τρίτη, Οκτωβρίου 14, 2008

ΠΙΑΝΟ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑ


Το Piano, Solo είναι μια ιταλική ταινία του Riccardo Milani που αφηγείται την αληθινή ιστορία του Luca Flores, ενός εκπληκτικού ιταλού τζαζ πιανίστα με κλασική παιδεία, που στο απώγειο της καριέρας του χτυπήθηκε από την τρέλα με τραγική κατάληξη.
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικά καλογυρισμένο, με πειστικές ερμηνείες, με ένα απογειωτικό πρώτο μέρος και, αναπόφευκτα, ένα αρκετά καταθλιπτικό δεύτερο. Μοιραία βέβαια φέρνει στο μυαλό το "Shine", που αφηγείται μια παρόμοια ιστορία, αν και το πράγμα εδώ είναι πιο ρεαλιστικά ειδωμένο (είπαμε, αληθινή ιστορία). Φυσικά δεν ξέρω κατά πόσο μένει πιστό στα αληθινά γεγονότα, αλλά αυτό δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Σημασία έχει ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στην τρέλα, η οποία, σύμφωνα με την ταινία τουλάχιστον, πηγάζει από παιδικά τραύματα (συγκεκριμένα από την πεποίθηση του ήρωα ότι άθελά του σκότωσε τη μητέρα του), που οδηγεί σε προσκόλληση στην παιδική ηλικία και σχεδόν μόνιμη κατάθλιψη, παρά τις κάποιες ευχάριστες αναλαμπές. Σε ορισμένες στιγμές καταφέρνει να γινεται συγκλονιστικό και να σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς ένας τόσο ταλαντούχος και επιτυχημένος άνθρωπος, που τα έχει όλα (έρωτα, φήμη, ταλέντο) μπορεί να είναι τόσο δυστυχισμένος.
Πριν φτάσουμε στα βαθειά όμως, ολόκληρο το πρώτο μέρος είναι πραγματικά πλημμυρισμένο από τζαζ (και το δεύτερο, βέβαια, αλλά λιγότερο, λόγω των τραγικών γεγονότων) και νομίζω ότι θα είναι αληθινό πανηγύρι για τους φίλους της, που συνήθως είναι και φανατικοί (με καλή έννοια το λέω, πολύ καλά κάνουν). Υπάρχουν στιγμές που πιάνουν πραγματικά τον σφυγμό και την ατμόσφαιρα μιας τζαζ συναυλίας και οι μουσικές που ακούγονται είναι από τις καλύτερες του είδους, με αποκορύφωμα τη συνεργασία του Flores με τον μεγάλο Chet Baker, λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου.
Καλή ταινία αλλά, σας προειδοποίησα νομίζω, αρκετά καταθλιπτική.

Κυριακή, Οκτωβρίου 12, 2008

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΟΨΗ ΕΝΟΣ ΚΟΝΦΟΡΜΙΣΤΗ


Κομφορμισμός (έννοια που σχετίζεαται, αλλά δεν ταυτίζεται με το συντηρηρτισμό) είναι η τάση να μη διαφέρεις, να είσαι ίδιος με τους άλλους ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, με την πλειοψηφία των άλλων γύρω σου. Να προσπαθείς να μην είσαι δακτυλοδεικτούμενος, διαφορετικός σε οποιοδήποτε επίπεδο.
Το 1970 ο Bernardo Bertolucci γυρίζει τον "Κομφορμίστα", τη σημαντικότερη μελέτη της τόσο κοινής αυτής τάσης, μια από τις καλύτερες ταινίες του και μια από τις σημαντικότερες ταινίες του μεταπολεμικού σινεμά. Ο "Κομφορμίστας", που διαδραματίζεται στον μεσοπόλεμο, αφηγείται την ιστορία ενός ιταλού που γίνεται φασίστας, όταν φυσικά ο φασισμός βρίσκεται στην εξουσία, παντρεύεται μια σέξι αλλά πνευματικά αδιάφορη μικροαστή και γενικά κάνει ό,τι μπορεί για να μοιάσει με τους γύρω του, με τον συνηθισμένο, μέσο άνθρωπο. Όταν αναλαμβάνει την αποστολή να σκοτώσει έναν εξόριστο αριστερό καθηγητή που ζει στο Παρίσι, τα πράγματα αρχίζουν να καταρρέουν, καθώς ανεξέλεγκτοι παράγοντες μπαίνουν στο παιχνίδι...
Ο Μπερτολούτσι εξετάζει τον ήρωά του τόσο από καθαρά πολιτική, όσο και από ψυχαναλυτική σκοπιά. Τα φλάς μπακ σε περιστατικά της παιδικής του ηλικίας που τον σημάδεψαν αναμειγνύονται αριστοτεχνικά με το παρόν που βλέπουμε στο φιλμ, η αφήγηση ακολουθεί αυτό το συνεχές μπρος - πίσω, η σκηνοθεσία παραμένει μοντέρνα μέχρι σήμερα, η εποχή περιγράφεται σφαιρικά. Οι συγκρούσεις του παλιού με το καινούριο, του συντηρητικού με το προοδευτικό, των ανοιχτών οριζόντων με ταστερεότυπα, βρίσκονται όλα εδώ, σε μια Ευρώπη που περνά μια από τις κρισιμότερες ιστορικά φάσεις της. Αυτό που τελικά αποδεικνύεται περίτρανα στην εξαιρετική αυτή μελέτη είναι ότι ο κομφορμισμός έχει κι αυτός το τίμημά του: Αυτό που βιώνει ο ήρωας είναι ότι κάθε άλλο παρά ανώδυνο είναι το να μην αφήνεσαι στη φύση σου, αλλά να πασχίζεις να μη ξεχωρίσεις, να είσαι σαν τους άλλους. Το πληρώνεις σκληρά και, τελικά, ίσως όλα να βασίζονται σε ένα ψέμμα, μια απάτη, όπως δείχνει η απρόσμενη αποκάλυψη του τέλους.
Πρέπει να πω ότι παρά τη μοντερνικότητά του και την σχετικά περίπλοκη φόρμα του, η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, όχι μόνο με την πλοκή, αλλά και με τις υπέροχες εικόνες της. Πρόκειται για ιδανικό παράδειγμα αυτού που ορίζεται ως "κλασικό", όχι με κανένα βαρύγδουπο ορισμό, αλλά, πολύ απλά, επειδή διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και τη φρεσκάδα του μέχρι σήμερα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2008

ΓΕΛΑΣΤΗ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΗ


Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο που περίμενα από τον Mike Leigh είναι μια τόσο ανάλαφρη, αστεία και αισιόδοξη ταινία. Συνήθως ο δημιουργός αυτός μας δείχνει ένα βαρύ, μελαγχολικό, σκοτεινό πρόσωπο (θυμηθείτε τον "Γυμνό", τη "Βέρα Ντρέικ" ή το συγκινητικό "Μυστικά και Ψέμματα"). Στο "Τυχερή και ευτυχισμένη" όμως (Happy-Go-Lucky, 2008) πάει ξαφνικά στο άλλο άκρο, παραδίδοντας "με το τσουβάλι" μαθήματα αισιοδοξίας. Ή μάλλον, είναι καλύτερα να το διατυπώσουμε αλλιώς: Ο κόσμος του (το σύγχρονο Λονδίνο δηλαδή) είναι σκοτεινός, φοβισμένος, κλειστός, μοναχικός. Φτάνει να σκεφτείτε τον αμίλητο και μο(υρτζούφλη υπάλληλο του βιβλιοπωλείου, τον σαλταρισμένο δάσκαλο οδήγησης, το προβληματικό παιδάκι στο σχολείο, τις δύο αδελφές της ηρωίδας, μονίμως κακόκεφη η μία, νευρική και καταπιεστική η άλλη... Πλην όμως η δασκάλα Πόπι κινείται μέσα σ' αυτόν τον κόσμο σαν τίποτα απ' όλα αυτά να μη την επηρεάζει, σα να μην αντιλαμβάνεται τη σκοτεινιά γύρω της. Γελά ακατάπαυστα, είναι χαρούμενη, αισιόδοξη και βλέπει τις αντιξοότητες περισσότερο σαν εφαλτήρια για νέες ευκαιρίες.
Ένα κομμάτι της καθημερινής της ζωής παρακολουθεί η ταινία. Το σχολείο όπου διδάσκει, η αγαπημένη φίλη και συγκάτοικός της, η ακανθώδης σχέση της με τον δάσκαλο οδήγησης (ο τύπος είναι απίστευτος, γελοίος και τραγικός μαζί), ένας έρωτας, μια επίσκεψη στην αδελφή της... Σχεδόν τα πάντα γύρω της είναι προβληματικά, όπως είναι συνήθως οι ήρωες του Leigh. Κι όμως, το φιλμ έχει τόσο χιούμορ, ανθρώπινη ζεστασιά, αστείες καταστάσεις και διαποτίζεται τόσο από την αθεράπευτη αισιοδοξία της ηρωίδας του, που γίνεται μια από τις πλέον feel good ταινίες των τελευταίων χρόνων. Πώς το καταφερνει αυτό ο Leigh, και μάλιστα στους ιδιαίτερα σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, μόνο αυτός το ξέρει. Δείτε το όμως. Νομίζω ότι θα σας φτιάξει σίγουρα τη διάθεση και είναι και πολύ καλή ηθοποιός η Σάλι Χόκινς.
Ξέρω ότι πολλοί θα θεωρήσουν τη στάση της ηρωίδας και το πνεύμα του φιλμ γενικότερα απλώς χαζοχαρούμενο. "Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανάλαφρος και ευτυχισμένος με όσα συμβαίνουν γύρω σου"; (και δεν εννοώ βέβαια όσα μακρινά μαθαίνουμε από τις ειδήσεις, λιμούς, πολέμους, φτώχεια κλπ., αλλά για την άμεση καθημερινότητά μας, που τρομάζει ολοένα και περισσότερους, και η οποία, όπως είπα, δείχνεται ανάγλυφα στο φιλμ). Κι εγώ το σκέφτηκα αυτό. Αφήνω τα συμπεράσματα στην κρίση του κάθε θεατή. Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, νομίζω ότι όλοι θα βγουν χαρούμενοι, έστω κι αν απορρίψουν τη θέση της ταινίας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2008

ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


Θεωρώ το Out of the Past (Αμάρτημα από το Παρελθόν) του 1947 του Jacques Tourneur (1904-1977) ένα από τα 3-4 αριστουργήματά του και ένα από τα 3-4 καλύτερα νουάρ όλων των εποχών (προφανώς απ' όσα έχω δει). Αν μπορούμε να μιλήσουμε για αρχετυπικές ταινίες ενός είδους, σίγουρα αυτή εδώ συγκαταλέγεται σ' αυτές.
Όλα τα στοιχεία του νουάρ, είδους από τα σημαντικότερα του αμερικάνικου τουλάχιστον κινηματογράφου, υπάρχουν εδώ και μάλιστα με εξαιρετικό τρόπο: Η υποβλητική σκηνοθεσία, με την ατμοσφαιρική ασπρόμαυρη εικόνα και το παιχνίδι των σκιών, η πολύπλοκη ίντριγγα (όχι όμως ακατανόητη, όπως συμβαίνει με μερικές άλλα δείγματα του είδους) που κρατά τον θεατή με κομμένη την ανάσα, οι εξαιρετικοί ηθοποιοί με πρώτο τον Ρόμπερτ Μίτσαμ και τους Κερκ Ντάγκλας και Τζέιν Γκριρ, οι φοβερές ατάκες, πανέξυπνες και αστείες ενίοτε, που πέφτουν με καταιγιστικό ρυθμό και, φυσικά, οι τυπικοί χαρακτήρες: Ο παραπλανημένος ήρωας, ντετέκτιβ φυσικά, που αν και θέλει να αλλάξει ζωή υποκύπτει στο πάθος, η μοιραία, μυστηριώδης και διπρόσωπη πανέμορφη γυναίκα, ο "κακός" κλπ. Όλα αυτά δένουν τέλεια μεταξύ τους δημιουργώντας ένα κλασικό στόρι: Ένας φιλήσυχος βενζινάς που ετοιμάζεται να παντρευτεί δέχεται μια απροσδόκητη επίσκεψη από ένα μυστηριώδη τύπο που γνωρίζει από παλιά. Εξ αιτίας της το παρελθόν θα επανέλθει με βίαιο τρόπο, παλιά πάθη θα ξυπνήσουν, η ζωή του θα αλλάξει και θα βρεθεί άθελά του σ' ένα δρόμο δίχως επιστροφή...
Η ταινία μιλά πάνω απ' όλα για το καταστροφικό πάθος που κυβερνά τον ήρωα και δεν τον αφήνει να ακολουθήσει το δρόμο που ο ίδιος θα ήθελε, αλλά και για τις σκιές του παρελθόντος, μερικές απ' τις οποίες δεν φεύγουν ποτέ απ' τη ζωή, όσο κι αν προσπαθήσουμε. Αλλά οι αναλύσεις είναι μάλλον άχρηστες όταν έχει κανείς να κάνει με μια ταινία που, πολύ απλά, την απολαμβάνεις απ' την αρχή ως το τέλος. Αν δεν το έχετε δει και είστε φίλοι του νουάρ, ψάξτε το οπωσδήποτε. Επαναλαμβάνοντας αυτό που είπα στην αρχή, ξαναλέω ότι είναι από τα σημαντικότερα δείγματα του είδους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 07, 2008

Η ΟΠΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ


Ο Julien Temple είναι γνωστός για την ανάμιξή του με το ροκ του τέλους των 70ς και των 80ς, κυρίως με το πανκ. Δημιουργός πολλών βιντεοκλίπ (από τους Sex Pistols μέχρι τη Janet Jackson) έχει γυρίσει μερικές ταινίες, δίχως καμιά τους να είναι ιδιαίτερα σπουδαία. Και ξαφνικά, το 2008, κάνει μια όπερα! Προσέξτε: Το "The Eternity Man" δεν είναι ροκ όπερα, όπως πιθανόν σκέφτεστε. Είναι μια κανονική, κλασικού στυλ όπερα, γραμμένη βέβαια στην εποχή μας από τον αυστραλό Jonathan Mills, που είχε ήδη ανέβει με επιτυχία στη σκηνή πριν γίνει ταινία.
Θέμα της η αληθινή ιστορία ενός παράξενου τύπου που κατέληξε να γίνει σήμα κατατεθέν της πόλης του Σίντνεϊ. Ο ήρωας είναι ένας προχωρημένος αλκοολικός της δεκαετίας του 30 (αν θυμάμαι καλά), που είχε καταντήσει κλοσάρ. Ξαφνικά, ακούγοντας ένα κήρυγμα που μιλούσε για την αιωνιότητα, "φωτίζεται", κόβει με μιας το αλκοόλ, ντύνεται με κοστούμι και περνά κυριολεκτικά ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του (αν θυμάμαι και πάλι καλά πέθανε στα τέλη των 60ς) δίχως να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να βγαίνει κάθε νύχτα, να περιπλανιέται στους έρημους δρόμους της πόλης και να γράφει με κιμωλία σε τοίχους, δρόμους, τζαμαρίες, παντού, απλώς τη λέξη "Eternity" (Αιωνιότητα) με πανομοιότυπα πάντοτε καλλιγραφικά γράμματα. Τίποτα άλλο, για πάνω από 30 χρόνια. Σημειωτέον, ο τύπος δεν ήξερε καν γραφή και ανάγνωση. Ήταν τόση η εμμονή του και η γραμμένη παντού εικόνα της λέξης έγινε τόσο οικεία σε κάθε κάτοικο, ώστε η λέξη αυτή, με τη συγκεκριμένη γραφή (σαν λογότυπο) έγινε το σύμβολο της πόλης του Σίντνεϊ. Μ' αυτήν μάλιστα, με τεράστια γράμματα νέον, υποδέχτηκαν το millenium (στην Αυστραλία η αλλαγή του χρόνου είναι η πρώτη στον κόσμο).
Η ταινία - όπερα του Temple αφηγείται τη ζωή του ανθρώπου αυτού. Ο σκηνοθέτης γοητεύεται από την εμμονή του, την τρέλλα του αν θέλετε, και του αφιερώνει την ταινία αν και, όπως δηλώνει ο ίδιος, είναι άθεος. Οι εικόνες είναι εντυπωσιακές και συχνά σουρεαλιστικές. Στα όμορφα νυχτερινά πλάνα στους τοίχους των κτιρίων προβάλλονται συνεχώς ασπρόμαυρες σκηνές από παλιά ντοκιμαντέρ που σχετίζονται με την ιστορία του Σίντνεϊ. Οι φωτισμοί είναι υποβλητικοί. Γενικά βρήκα την εικόνα το μεγαλύτερο ατού του φιλμ. Από εκεί και πέρα, όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν συνεχώς (η ηχογράφηση έγινε όντως στους δρόμους της πόλης), η ιστορία, πέραν της εμμονοληψίας του ήρωά της, δεν έχει και τα φοβερά κρεσέντα και γενικά προορίζεται για ανθρώπους με πολύ ειδικά γούστα.
Σίγουρα πρόκειται για ταινία για πολύ λίγους. Δείτε το μόνο αν σας αρέσει η όπερα (η κλασική όπερα, ξαναλέω, όχι οι ροκ παραλλαγές της) και μόνο ως ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο.

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ


Το 1957 ο Jacques Tourneur (1904-1977) γυρίζει την τελευταία γνωστή του ταινία, τη "Νύχτα του Δαίμονα". Ο ηγέτης μιας δαιμονολατρικής αίρεσης μπορεί κατά βούληση να στέλνει έναν φριχτό δαίμονα να σκοτώνει όσους αποφασίζει. Ο ήρωας ψυχολόγος θα παρακολουθήσει κάποιο συνέδριο, με στόχο να τον ξεσκεπάσει ως απατεώνα. Και ο Tourneur βρίσκει την ευκαιρία να δώσει μερικές ακόμα ασπρόμαυρες υποβλητικές σκηνές.
Χμ..., ναι, αλλά το χαρακτηριστικό των μεγάλων φανταστικών ταινιών του σκηνοθέτη (Cat People, Περπάτησα μ' ένα Ζόμπι) είναι το διφορούμενο, το ότι το κακό δεν δείχνεται, υπονοείται, μένει εκτός πλάνου, κι αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει τόσο ιδιαίτερες τις ταινίες του. Αλλά αυτά συνέβαιναν την προηγούμενη δεκαετία. Εδώ αυτό έχει αλλάξει δραστικά: Από την πρώτη κιόλας σκηνή δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για την ύπαρξη του δαίμονα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο δαίμονας δείχνεται με όλες του τις λεπτομέρειες, πιο σαφής δεν γίνεται. Και είναι όντως αρκετά τρομακτικός, παρά τα άγαρμπα εφφέ της εποχής, που ίσως προκαλέσουν χαμόγελα σε αρκετούς σημερινούς θεατές. Όπως επίσης άγαρμπα δίνεται και το πορτρέτο του ήρωα, ο οποίοις, παρά τα όσα υπερφυσικά συμβαίνουν γύρω του εξακολουθεί με παιδιάστικη εμμονή να είναι ορθολογιστής και να επιμένει ότι όλα έχουν επιστημονικές εξηγήσεις. Μέχρι την τελευταία σκηνή, όπου...
Έχει σίγουρα ενδιαφέρον σαν μια ταινία τρόμου άλλων εποχών, που φυσικά δεν θα προκαλέσει τρόμο σε κανένα σήμερα, έχει και τις καλές στιγμές της, αλλά και πάλι δεν θα τη χαρακτήριζα μεγάλη ταινία, παρά το ότι εκτιμάται από αρκετούς σήμερα.
ΥΓ 1: Εξαιρετικά αστείο σημείο η σύντομη σκηνή μιας πνευματιστικής συγκέντρωσης όπου, για να καλέσουν τους νεκρούς, οι παρευρισκόμενες ηλικιωμένες κυρίες τραγουδούν ένα γελοίο παλιό τραγουδάκι, επειδή "το τραγούδι αρέσει στα πνεύματα". Ακόμα δεν έχω καταλάβει αν ο Τουρνέρ έκανε πλάκα ή γύρισε στα σοβαρά τη σκηνή αυτή.
ΥΓ 2: Οι σκηνές που δείχνουν φάτσα - κάρτα τον φριχτό δαίμονα επιβλήθηκαν από τους παραγωγούς, που ήθελαν κάτι "άμεσο και τρομακτικό". Το γεγονός αυτό λειτουργεί σαφώς υπέρ του σκηνοθέτη, με την έννοια ότι δείχνει πως ο ίδιος θα ήθελε να παραμείνει πιστός στο υπαινικτικό σύμπαν των ταινιών του.

Σάββατο, Οκτωβρίου 04, 2008

ΓΟΥΟΛ-Υ, ΕΠΙΣΤΗΜOΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ


Tο Wall-e του Andrew Stanton είναι ίσως μια από τις καλύτερες ταινίες κινουμένων σχεδίων στην ιστορία του σινεμά. Βλέποντάς το δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω: Την άψογη τεχνικά, αλλά και αισθητικά, εικόνα, τα οικολογικά και άλλα "μηνύματα", την δράση που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, το κωμικό στοιχείο, τις αναφορές στο σινεμά επιστημονικής φαντασίας, την τρυφερότητα και το ρομαντισμό που διαποτίζουν το φιλμ... Και όλα αυτά με σχεδόν παντελή απουσία ανθρώπων (ΟΚ, εμφανίζονται κι αυτοί στο δεύτερο μέρος, αλλά με τίποτα δεν είναι πρωταγωνιστές), και με ήρωες ρομπότ που είναι ελάχιστα ανθρωπόμορφα! Στα συν για μένα είναι και το ότι όλα αυτά γίνονται σχεδόν βουβά, με ελάχιστους διαλόγους στο δεύτερο μισό, καθιστώντας έτσι το φιλμ ακόμα πιο "παγκόσμιο".
Στη γη που έχει εγκαταλειφτεί από τους ανθρώπους λόγω μόλυνσης, το ρομπότ Wall-e, που μαζεύει ακατάπαυστα σκουπίδια, ερωτεύεται ένα άλλο, πολύ πιο εξελιγμένο ρομπότ, που αποστέλλεται από το μητρικό σκάφος που ταξιδεύει αέναα στο διάστημα και στεγάζει την ανθρωπότητα πολλές γενιές μετά τη φυγή από τη γη. Οι εικόνες της κατεστραμμένης, γεμάτης σκουπίδια γης στο πρώτο μισό είναι από τις πιο υποβλητικές. Τα οικολογικά μηνύματα σαφέστατα, όπως επίσης και το κλείσιμο ματιού στους λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας. Δεν είναι μόνο οι σαφέστατες αναφορές στην Οδύσσεια του Διαστήματος στο τέλος, είναι κυρίως ο έξυπνος συνδυασμός πολλών αρχετυπικών θεμάτων του είδους, που δένουν άψογα και συνυπάρχουν αρμονικά στο σενάριο: Η εγκατάλειψη της ερειπωμένης γης μετά την οικολογική καταστροφή, το αχανές σκάφος που ταξιδεύει παντοτινά στο διάστημα, όπου γεννιούνται και πεθαίνουν γενιές ανθρώπων οι οποίες το θεωρούν τον μοναδικό γι' αυτούς κόσμο, οι μηχανές με νοημοσύνη, η σύγκρουση ανθρώπου - μηχανής, η επιστροφή στη γη και πολλά άλλα. Κι όλα αυτά, όπως ξαναείπα, με πολύ χιούμορ, δράση που σε κρατά από την αρχή ως το τέλος και, κυρίως, έναν γνήσιο και καθόλου ξενέρωτο ρομαντισμό, που σε ορισμένες στιγμές γίνεται αληθινή συγκίνηση. Όσο για την ψηφιακή τεχνική, ε, αυτή έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα, που δίνουν εικόνες όχι μόνο υψηλής αισθητικής και τέλεια πειστικές, αλλά και συχνά φορτισμένες με ποίηση.
Τελικά η Pixar δεν σταματά να μας εκπλήσσει με τις αστείρευτες ιδέες της. Είμαι περίεργος για πόσα ακόμα χρόνια θα καταφέρνει να βρίσκεται στην κορυφή του παγκόσμιου animation.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

H PETULIA ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ 60ς


Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι η "Petulia" του Richard Lester μπορεί να ξενίσει ή/και να κουράσει αρκετούς από τους σύγχρονους θεατές. Για μένα είναι μια αγαπημένη ταινία, αλλά αυτό είναι υποκειμενικό.
Γυρίστηκε το 1968 και είναι σίγουρο ότι δεν θα ήταν δυνατό να γυριστεί οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή. Είναι από τα φιλμ που πραγματικά αιχμαλωτίζουν την εποχή τους. Την ατμόσφαιρα, την αισθητική, τη μουσική, τη φιλοσοφία. Άλλωστε ο Lester (είναι αυτός που έκανε τις ταινίες των Beatles) είναι καθαρά παιδί των 60ς. Ξεκίνησε να γυρίζει ταινίες το 1960, έφτασε στο απώγειό του στα μέσα της δεκαετίας, παρήκμασε στα 70ς γυρίζοντας αρκετές μάπες και αποσύρθηκε τη δεκαετία του 80, δίχως από τότε να κάνει κανένα φιλμ μυθοπλασίας.
Πίσω στην Petulia όμως, που αφηγείται την ιστορία της ομώνυμης κοπέλας, παντρεμένης με έναν trendy αλλά καταπιεστικό και - όπως αποκαλύπτεται - βάναυσο σύζυγο, και την παράξενη σχέση της με έναν μόλις χωρισμένο γιατρό. Το χιούμορ μπλέκεται με το δράμα, η τρέλα της εποχής αιχμαλωτίζεται στο φιλμ, ενώ οι συμβάσεις έρχονται σε αντιπαράθεση (σύγκρουση μάλλον) με την ελευθερία και την τρέλα του έρωτα. Όλη η ιστορία δίνεται με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο και με ιδιόρυθμο μοντάζ, που θυμίζει πολύ αυτό των μετέπειτα ταινιών του Νίκολας Ρεγκ, ο οποίος ήταν διευθυντής φωτογραφίας στην Petulia. Έτσι το παρελθόν της ηρωίδας αποκαλύπτεται σταδιακά και μάλλον μπερδεμένα. Αυτό ακριβώς το δύσκολο μοντάζ και το ότι η ιστορία είναι πολύ απλή (ένα ρομάντζο ουσιαστικά), είναι τα στοιχεία που πιθανόν θα κουράσουν. Όμως βρισκόμαστε στην καρδιά των 60ς και όλα βρίσκονταιεδώ: Η Τζούλι Κρίστι είναι πιο λαμπερή από ποτέ σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας της, η ιστορία διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο, καρδιά του χιπισμού και της ψυχεδέλειας τότε, εμφανίζονται να παίζουν ζωντανά οι Grateful Dead και οι Big Brother and the Holding Company με τραγουδίστρια την Janis Joplin, η ψυχεδελική αισθητική είναι πανταχού παρούσα, η τηλεόραση μεταδίδει ειδήσεις από τον πόλεμο στο Βιετνάμ, o έρωτας δείχνει πιο ελεύθερος από ποτέ...
Πέραν αυτών όμως, και κάτω από την χαριτωμένα τρελή συμπεριφορά της ηρωίδας, υποβόσκει μια απέραντη ευαισθησία και τρυφερότητα, που κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή, μια από τις συγκινητικότερες του σινεμά κατά τη γνώμη μου. Όχι, μην περιμένετε δραματικές κορυφώσεις, συγκλονιστικές αποκαλύψεις και τέτοια. Αντίθετα η σκηνή του τέλους είναι χαμηλότονη και η συγκίνηση που βγάζει βουβή και "ύπουλη" και αφορά συναισθηματικές καταστάσεις και μόνο. Ίσως γι' αυτό με αγγίζει τόσο πολύ.
Προσωπικά τη θεωρώ κλασική ταινία, μάλλον ξεχασμένη σήμερα. Ίσως επειδή αντανακλά τόσο, μα τόσο πολύ την εποχή της.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 02, 2008

ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΞΑ ΚΑΙ ΒΑΡΕΤΑ ΡΟΚ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


To Rainbow Around the Sun (21008) είναι ένα μιούζικαλ των πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών Kevin Ely και Beau Leland, την μουσική του οποίου έγραψε ο άγνωστός μου Matthew Alvin Brown, ο οποίος και πρωταγωνιστεί. Και πολύ φοβάμαι ότι όλο αυτό το team των άγνωστων καλλιτεχνών κάνει μια ασήμαντη ταινία, που μόνο πλήξη κατάφερε να μου προκαλέσει.
Πρόκειται για ένα ροκ μιούζικαλ, που έχει, φαίνεται, κυκλοφορήσει ήδη σε δίσκο από τον Brown. Μόνο που το μιούζικαλ αυτό βρίσκεται πολύ – πολύ μακριά από διαμάντια του είδους όπως το Hedwig and the Angry Inch ή, βέβαια, τα παλιότερα Rocky Horror, Tommy κλπ. (το τελευταίο δεν μου αρέσει ως ταινία, αλλά μ’ αυτή τη μουσική δεν μπορείς παρά να το θεωρείς ορόσημο). Και ποιο είναι το στόρι; Αποτυχημένος σε όλα τύπος (που δουλεύει σε μικρό καφέ, βρίσκεται στο κατώφλι του αλκοολισμού, τον έχει παρατήσει η κοπέλα του και άλλα τέτοια δεινά), γίνεται ροκ σταρ στα όνειρά του, διάσημος, πετυχημένος, κέντρο της προσοχής των πάντων. Κάθε λίγο προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα, σπάει τα μούτρα του, απογειώνεται όμως και πάλι με την επόμενη φαντασίωση (που είναι λίγο – πολύ ίδια με την προηγούμενη κι αυτό είναι από τα κακά ττης ταινίας), ξαναπροσγειώνεται και… Αυτά. Δεν έχει άλλο. Έτσι πάει όλο το φιλμ, δίχως ιδιαίτερη εξέλιξη, με τον τύπο να προσπαθεί να βάλει σε τάξη τα ψυχοτέτοια του, πλην όμως να χάνει όλο και πιο πολύ την επαφή με την πραγματικότητα. Όσο για τη μουσική, είναι συμβατικό ροκ, άντε να το πεις συμπαθητικό, τίποτα το σπουδαίο όμως. Από τα πιο βαρετά φιλμ που έχω δει τον τελευταίο καιρό.
Ίσως βέβαια κάποιοι να γουστάρουν πολύ τη μουσική, οπότε να δουν σχετικά ευχάριστα και την ταινία. Δυστυχώς, όπως είπα, εμένα δεν μου συνέβη ούτε κι αυτό.

ΚΑΥΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ Ή ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ


Μετά το ζοφερό και καθόλου κωμικό "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" οι φοβεροί Joel και Ethan Coen επιστρέφουν στην προσφιλή τους μαύρη κωμωδία, τον σαρκασμό του αμερικάνικου τρόπου ζωής (αλλά και του δυτικού γενικότερα, αφού αυτά πλέον μοιάζουν όλο και περισσότερο), την κατάδειξη της ανθρώπινης ηλιθιότητας και κενότητας. Για να δειχτούν όλα αυτά οι ταινίες τους έχουν ως όχημα ένα συνήθως πολύπλοκο σενάριο, με ίντριγκες, παρεξηγήσεις, συμπτώσεις, απροσδόκητες αποκαλύψεις και άφθονο, συχνά μαύρο χιούμορ.
Έτσι και το "Καυτό Απόρρητο" (Burn after reading, 2008) σατιρίζει σε ένα πρώτο επίπεδο τις ταινίες κατασκοπείας, στο βάθος όμως παίζει με τις έμμονες ιδέες των αμερικανών, είτε πολιτικές (αν και όσο υπάρχουν) είτε άλλες (πλαστικές επεμβάσεις, κυνήγι χρήματος, εύκολου αν είναι δυνατόν, καλή φυσική κατάσταση, δικηγόροι, πλήρης άγνοια πολιτικών συνθηκών κλπ.) Ακόμα και η CIA παρουσιάζεται μάλλον ως αμήχανη σε βαθμό ανικανότητας παρά οτιδήποτε άλλο. Και βέβαια, αφού βρισκόμαστε σε ταινία των Κοέν, όλα συμβαίνουν με ιδιαίτερα κωμικούς τρόπους, με άψογους σκηνοθετικούς ρυθμούς και σφιχτό σενάριο, που σε κρατά σε όλη τη διάρκεια του φιλμ. Κυρίως όμως είναι όλη αυτή η ηλιθιότητα (των Μπραντ Πιτ και Φράνσις ΜακΝτέρμοντ βασικά, αλλά και του Κλούνεϊ, εδώ που τα λέμε, που δεν πάει και πολύ πίσω), που και εδώ κερδίζει τον τίτλο της βασικής ιδιότητας των χαρακτήρων.
Διασκέδασα ιδιαίτερα με την ταινία και επιβεβαίωσα ότι οι δημιουργοί βρίσκονται σε φόρμα (κι ας είναι τόσο διαφορετική αυτή εδώ από την βραβευμένη προηγούμενή τους).
Είναι βέβαια και το ασυνήθιστα πλούσιο καστ που κεντρίζει το ενδιαφέρον, αλλά πιστέψτε με, δεν είναι αυτός ο λόγος που σας προτείνω να την δείτε. Α, να μην το ξεχάσω: Ο Μπραντ Πιτ είναι όλα τα λεφτά ως ηλίθιος γυμναστής. Μήπως του πάνε τελικά ρόλοι ηλιθίων;
Είμαι βέβαια φαν των Κοέν και γι' αυτό ίσως και να είμαι θετικά προκατειλημένος, αλλά πιστεύω ότι εκτός από το βαρετό "Lady killers", τα δύο αδέλφια δεν έχουν κάνει ποτέ κακή ταινία.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2008

ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΛΕΟΠΑΡΔΑΛΕΙΣ ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ


Δεν νομίζω ότι τo Leopard Man του Jacques Tourneur (1904-1977) του 1943 συγκαταλέγεται στις καλύτερες ταινίες του. Μου φάνηκε αρκετά ξεπερασμένη, αντίθετα με άλλα φιλμ του δημιουργού της. Μια λεοπάρδαλη ξεφεύγει από μια τραγουδίστρια, που τη χρησιμοποιεί για να εντυπωσιάσει στις παραστάσεις της και σκοτώνει μια κοπέλα. Κι άλλοι φόνοι γυναικών ακολουθούν, αλλά πολύ σύντομα οι θεατές, μαζί με τον ήρωα της ταινίας, υποψιαζόμαστε ότι γι' αυτούς δεν είναι πλέον υπεύθυνο το θηρίο.
Ένα ακόμα θρίλερ του Tourneur σε παραγωγή του διάσημου Val Lewton, που γίνεται όμως αφορμή για να επιβεβαιώσουμε ότι ο πρώτος υπήρξε ένας άνισος δημιουργός, ικανός για υποβλητικά αριστουργήματα, αλλά και για μετριότητες όπως αυτή. Πράγματι, ενώ κι εδώ υπάρχουν μεμονωμένες ατμοσφαιρικές σκηνές, το όλο φιλμ μου φάνηκε γερασμένο και άνευρο, δίχως τήν απαραίτητη δόση σασπένς που θα με κράταγε - για να τρομάξει έναν σύγχρονο θεατή ούτε λόγος βέβαια. Έπειτα, το παιχνίδι με το διφορούμενο, σήμα κατατεθέν του Τουρνέρ, εδώ πάει πολύ σύντομα περίπατο, ενώ η τελική αποκάλυψη μοιάζει μάλλον ξεκρέμαστη και όχι επαρκώς δικαιολογημένη. Μένουνε κάποιες καλές στιγμές - το είπαμε ήδη - αλλά νομίζω ότι η ταινία αυτή σήμερα προορίζεται μόνο για φανατικούς φανς του σκηνοθέτη, που απλώς θέλουν να συμπληρώσουν τη φιλμογραφία του. Υπάρχουν πολύ καλύτερα φιλμ του Τουρνέρ για να απολαύσετε, πιστέψτε με...

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΕΞ


Το Eleve Libre (2008) είναι μια γαλλική ταινία του Joachim Lafosse που θέλει να είναι προκλητική. Για να είμαστε ακριβείς, νομίζω ότι αυτό και μόνο είναι ο στόχος της και τίποτα άλλο: Άβγαλτος έφηβος (αν και έχει κοπέλα) χωρισμένων γονέων, που μένει μάλλον (οι σχέσεις με τους άλλους είναι ακατανόητες) σε φιλική οικογένεια αφού η μητέρα ζει σε άλλη πόλη, ασχολείται κυρίως με το τένις παραμελώντας τα μαθήματά του. Προσπαθώντας να μην τον διώξουν από το σχολείο, αποφασίζει να μελετήσει σκληρά, πλην όμως χρειάζεται απαραιτήτως ιδιαίτερα μαθήματα, που θα τα κάνει αφιλοκερδώς 30άρης καθηγητής και κολλητός φίλος. Σύντομα τα μαθήματα εξελίσσονται σε ένα είδος σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, την οποία αναλαμβάνουν ο καθηγητής προφανώς και οι υπόλοιποι ενήλικες φίλοι και ο μικρός "διαπαιδαγωγείται" από άντρες και γυναίκες αδιακρίτως. Αυτό είναι όλο.
Βρήκα το πρώτο μέρος της ταινίας, πολύ απλά, βαρετό, γεμάτο συζητήσεις και καθημερινότητα, όπου ελάχιστα συμβαίνουν. Στο δεύτερο μέρος αρχίζουν τα (σεξουαλικά) μαθήματα που λέγαμε και υποτίθεται ότι πρέπει να σου κεντρίσουν το ενδιαφέρον(;), αλλά σε μένα τουλάχιστον απέτυχαν και σ' αυτόν τον τομέα, αφού βρήκα την όλη κατασκευή, πολύ απλά, άνευ λόγου. Φιλοσοφικές συζητήσεις, περί σεξ κυρίως, αλλεπάλληλα γεύματα (όπου συνήθως γίνονται οι συζητήσεις), απόλυτη βαρετή καθημερινότητα και σποραδικά το σεξ που προαναφέραμε, δίνονται πλαδαρά, τόσο που ούτε να με γαργαλήσουν καν κατάφεραν. Φαντάζομαι ότι ο Lafosse έκανε την ταινία για να προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων και συζητήσεων. Σε όσους δεν την έχουν δει και απλώς ακούσουν για το περιεχόμενό της, ίσως τα καταφέρει. Οι υπόλοιποι, όπως εγώ, που την είδαμε, είμαστε πολύ νυσταγμένοι για συζητήσεις.
ΥΓ: Και μην πάτε καν καθαρά για να πάρετε μάτι. Δεν δείχνει τίποτα απολύτως. Η κινηματογράφηση του σεξ γίνεται κυρίως με κοντινά προσώπων που προσπαθούν να μας πείσουν ότι νοιώθουν ηδονή.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2008

ΜΥΣΤΙΚΑ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ


Ο Jacques Tourneur (1904-1977) γυρίζει το "Experiment Perilous" (Πείραμα στον κίνδυνο) το 1944. Πρόκειται για θρίλερ όπου ένας γιατρός υποψιάζεται ότι παράξενα πράγματα συμβαίνουν πίσω από τους τοίχους του πλούσιου σπιτιού ενός μέλους της αριστοκρατίας όταν η συμπαθής μεσήλιξ αδελφή, που μόλις γνώρισε σ' ένα τρένο, πεθαίνει μυστηριωδώς. Ο ήρωας παρεισφρύει στον οικογενειακό κύκλο της, όπου όλοι αντιδρούν παράξενα, τα μυστικά είναι καλά κρυμμένα, η απειλή αιωρείται... Πάνω απ' όλα όμως υπάρχει η σύζυγος, η πανέμορφη Χέντι Λαμάρ, ο απαραίτητος έρωτας προς αυτή, οι ανεξέλεγκτες συνέπειες...
Ο Tourneur κάνει εδώ ένα θρίλερ που κρατά τον θεατή, δίχως όμως κατά τη γνώμη μου να πρόκειται για μεγάλη ταινία. Χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει ενδιαφέρον. Κυρίως όσον αφορά την πραγματικά διεστραμμένη ψυχολογία του συζύγου και τις ψυχολογικές επιπτώσεις στα μέλη της οικογένειας, τον διάχυτο φόβο που κυριαρχεί στο σπίτι, τα σκοτεινά περιστατικά του παρελθόντος. Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα είναι δεδομένη σχεδόν από την αρχή, η Λαμάρ στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας είναι πανέμορφη, αλλά βρήκα το όλο σασπένς μάλλον χαλαρό. Αν πάντως είστε λάτρεις των παλιών, ασπρόμαυρων φιλμ, δείτε το χωρίς ενδοιασμούς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2008

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΜΕΛΩΔΙΑ


Το "The Tune" (1992) του Bill Plympton είναι μια πολύ όμορφη ταινία κινουμένων σχεδίων του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού. Ο ήρωάς της, ένας συνθέτης, πιέζεται από τον μεγαλοπαραγωγό Mr Mega (!) - με του οποίου τη γραμματέα είναι ερωτευμένος - να γράψει σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα ένα σουξέ, αλλιώς θα χάσει τα πάντα (ο συνθέτης εννοείται, όχι ο εταιριάρχης). Στην αγχωμένη αναζήτηση έμπνευσης ο ήρωας θα φτάσει στην σουρεαλιστική χώρα του Φλούμπι Ντούμπι, όπου όλα μπορούν να συμβούν και όπου αυτό που κυρίως θα μάθει είναι να γράφει τραγούδια απ' την καρδιά του.
Το χιούμορ, ο σουρεαλισμός, οι φευγάτες εικόνες, η φαντασία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν στην όμορφη αυτή ταινία. Κυρίως όμως υπάρχει η μουσική, που πρωταγωνιστεί. Για τον Plympton η ιστορία αυτή δεν είναι παρά η αφορμή για να κάνει μια σειρά από ιδιόρυθμα βιντεοκλίπ κινουμένων σχεδίων, που "ντύνουν" μια πλειάδα έξυπνων τραγουδιών, που μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικά είδη, φτιάχνοντας έτσι και ένα είδος "οδηγού" μουσικών στυλ, ενώ τα κινούμενα σχέδια που τα συνοδεύουν είναι συχνά φτιαγμένα κι αυτά με διαφορετικό στυλ γραφής. Τα τραγούδια έχει γράψει η Maureen McElheron, μόνιμη μουσική συνεργάτης του Plympton. Δείτε, αν μπορέσετε, το παράξενο αυτό φιλμ, κυρίως για μια εναλλακτική πρόταση για το βιντεοκλίπ, και ψάξτε και το σάουντρακ. Θα το κάνω κι εγώ σύντομα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2008

ΤΡΟΠΙΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤΙΑΝΩΝ ΚΛΙΣΕ


Για πολλοστή φορά το Χόλιγουντ δείχνει την εξυπνάδα του (ή την πονηριά του, αν προτιμάτε): Αν πρόκειται να κάνουμε επιτυχία, γιατί να μην χλευάσουμε μέχρι τελικής πτώσης τον ίδιο μας τον εαυτό; Ίσως ακριβώς η τόση ευελιξία του είναι που τελικά το κάνει να επιβιώνει και να κυριαρχεί παγκόσμια εδώ και ένα σχεδόν αιώνα.
Η "Τροπική Καταιγίδα" του ενός εκ των πρωταγωνιστών της Ben Stiller δεν αφήνει τίποτα όρθιο προκειμένου να καννιβαλίσει κάθε πτυχή του Χόλιγουντ. Η ιδέα είναι καλή και ενίοτε ξεκαρδιστική. Έχοντας σα βάση τις πολεμικές ταινίες σε όλη τους τη γκάμα, από "Ράμπο" μέχρι "Αποκάλυψη Τώρα" και "Πλατούν", βάζει αδίστακτα χέρι και σε άλλα χολιγουντιανά είδη, φτάνοντας μέχρι τις (χολιγουντιανές πάντα) "ταινίες ποιότητας", που στηρίζονται σε ηθοποιούς της σχολής των Actor's Studio (Πατσίνο, Ντε Νίρο κλπ.) Και ταυτόχρονα παίζει και με το σπλάτερ σε αρκετές σκηνές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποκρουστικές από μη μυημένους στο είδος. Το εγχείρημα υποστηρίζεται από μια πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, μερικοί από τους οποίους σατιρίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό, ενώ η ταινία κατακλύζεται κυριολεκτικά από κάθε είδους αναφορές - παρωδίες διάσημων σκηνών του αμερικάνικου κινηματογράφου, τόσο που μερικές δεν προλαβαίνεις να τις πιάσεις ή, ενώ αναρωτιέσαι ακόμα "τι μου θυμίζει αυτό, πού το έχω ξαναδεί;" έρχεται η επόμενη. Όλα τα λεφτά επίσης η απροσδόκητη εμφάνιση του αγνώριστου Τομ Κρουζ (θα αργήσετε πολύ να καταλάβετε ποιος είναι). Το έχω ξαναπεί νομίζω: Του πάει πολύ να παίζει τον μαλάκα.
Τα πλεονεκτήματα υπάρχουν: Είπαμε και στην αρχή ότι πολλά σημεία της είναι ξεκαρδιστικά, με κορυφαία τα τρέιλερ - παρωδίες της αρχής. Επίσης τα πάντα λέγονται με το όνομά τους: Ο Ράμπο (ή ο ηθοποιός που τον ενσαρκώνει) είναι ηλίθιος, οι κωμωδίες του Έντι Μέρφι επιεικώς κακόγουστες που το "χιούμορ" τους βασίζεται στο... πόσο κλάνει ο ευτραφής πρωταγωνιστής, οι μεγάλοι ηθοποιοί μπαίνουν "στο πετσί του ρόλου τους" μέχρις αηδίας (ή γελοιότητας), οι παραγωγοί είναι ακαλλιέργητα κτήνη που τους νοιάζουν μόνο τα φράγκα, οι εθνικοί ήρωες είναι απατεώνες κλπ. κλπ... Το κακό είναι ότι μεγάλο μέρος του φιλμ διαθέτει επίσης χοντρό και παρατραβηγμένο χιούμορ - πλάκα μάλλον - που προσωπικά τουλάχιστον δεν μου έβγαλε το γέλιο που υποσχόταν, λες και η ταινία μιμόταν τις κακογουστιές που σατίριζε. Επίσης στα πλην και η αποσπασματικότητα: Πρόκειται μάλλον για συρραφή αστείων που πολλά πολύ σύντομα θα ξεχάσετε, παρά για ολοκληρωμένη ταινία.
Καλή διασκέδαση πάντως - όσο αντέξετε τις τόσες χοντράδες που διανθίζονται από πολλές έξυπνες σκηνές.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2008

Η... ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΜΛΕΤ ΚΑΙ Η ΔΙΧΩΣ ΤΑΜΠΟΥ ΠΛΑΚΑ


Ε, λοιπόν, με το "Hamlet 2. Η Ανάσταση" (2008) του Andrew Fleming διασκέδασα περισσότερο απ' όσο περίμενα. Όχι μόνο με τις πολλές αστείες φάσεις της ταινίας, αλλά και με το συνολικό ελευθεριάζον πνεύμα της, που δεν διστάζει να κάνει άφθονη πλάκα με διάφορα ταμπού, ιερά και όσια της τέχνης, της θρησκείας κλπ., και μάλιστα στη σύγχρονη Αμερική του Μπους και να σατιρίσει τη λογοκρισία, τη θρησκοληψία, τους... δικηγόρους και άλλα δεινά. Και είναι και ο Στιβ Κούγκαν, που είναι ξεκαρδιστικός ακόμα και ως φάτσα, οπότε το γέλιο ρέει άφθονο (ενώ ανέλπιστα εμφανίζεται και η Ελίζαμπεθ Σου παίζοντας ακριβώς τον εαυτό της).
Ο Κούγκαν λοιπόν είναι αποτυχημένος θεατρικός ηθοποιός και μεγάλο ψώνιο με το θέατρο και διδάσκει (θέατρο, τι άλλο) σε τάξη σχολείου, έχοντας 2 (!) φανατικούς μαθητές και ανεβάζοντας κάθε χρόνο με πλήρη αποτυχία... χολιγουντιανά φιλμ διασκευασμένα για τη σκηνή. Ώσπου κάποια χρονιά η τάξη του γεμίζει (κατά λάθος) από άγριους λατίνους, τους οποίους πείθει να ανεβάσουν ένα δικό του έργο, που είναι μια συνέχεια του Άμλετ, όπου, μεταξύ άλλων, ο ομώνυμος ήρωας, ο Ιησούς, ο Αϊνστάιν και άλλοι ξαναζούν και βρίσκονται όλοι μαζί χάρη σε μια μηχανή του χρόνου. Και μια που είμαστε στην Αμερική οι λογοκριτικοί μηχανισμοί τίθενται άμεσα σε εφαρμογή, οι αγανακτισμένοι πολίτες (θρησκόληπτοι, πατριώτες και φανατικοί κάθε είδους) ζητούν το αίμα τους πίσω και ο χαβαλές δεν έχει τελειωμό.
Η ταινία θέλει να ισορροπήσει (σε μερικά σημεία της τουλάχιστον) ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, δεν νομίζω ότι τα καταφέρνει όμως, αφού η πρώτη έχει συνεχώς το επάνω χέρι. Και, φυσικά, κορυφώνεται με το ανέβασμα της παράστασης στο τέλος, η οποία είναι βεβαίως πραγματικός αχταρμάς, και χτυπάει κόκκινο περιφρονώντας κάθε πολιτική ή άλλη ορθότητα όταν επί σκηνής εμφανίζεται ημίγυμνος ο Ιησούς τραγουδώντας "Rock me sexy Jesus" - και με φωνητικά από την Gay Ανδρική Χορωδία της πόλης - σκορπίζοντας, υποθέτω, "ιερή αγανάκτηση" σε εκατομμύρια αμερικανών και όχι μόνο.
Δεν είναι η ταινία της χρονιάς, πιστεύω όμως ότι θα διασκεδάσετε πολύ, τουλάχιστον αν δεν σας ενοχλούν οι κάθε είδους ασέβειες.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Η αργεντινή Albertina Carri είναι μια σημαντική σύγχρονη σκηνοθέτης, που αρκετές δουλειές της έχουν διακριθεί σε διάφορα φεστιβάλ. Η ταινία "La Rabia" (Η Οργή) του 2008 είναι ένα δυνατό και ιδιαίτερα σκοτεινό αγροτικό δράμα, που κάποιες στιγμές σαν ιστορία θυμίζει τα "Μαθήματα Πιάνου". Αυτό που ξαφνιάζει αρχικά είναι ότι τέτοιες κοινότητες, σχεδόν αποκλεισμένες από τον σύγχρονο κόσμο, και τα όσα συμβαίνουν εκεί, μπορούν ακόμα να υφίστανται στη σημερινή Αργεντινή, που, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι μια τόσο τριτοκοσμική χώρα. Αν και μπορώ να φανταστώ ότι και στη σύγχρονη Ελλάδα θα μπορούσαμε να συναντήσουμε σε απομακρυσμένα χωριά παρόμοιες καταστάσεις.
Σε μια αγροτική κοινότητα λοιπόν, που μοιάζει να τη ξέχασε ο χρόνος, διαδραματίζεται μια υπόθεση μοιχείας, που κύρια θύματά της (ψυχολογικά) είναι τα παιδιά των δύο εμπλεκόμενων οικογενειών. Τα εγκλήματα δεν θα αργήσουν να ακολουθήσουν, καθώς φουντώνουν τα πάθη που σιγοβράζουν κάτω από την επιφανειακά αναλλοίωτη, μίζερη καθημερινότητα.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα βαρειά και καταθλιπτική, η ατμόσφαιρα ζοφερή, σα να περιμένεις ανά πάσα στιγμή να ξεσπάσει η καταιγίδα. Όλα κινούνται στην κόψη του ξυραφιού. Παρά το βάρος της όμως και τους σχετικά αργούς ρυθμούς, αναγνωρίζω τη σκηνοθετική μαεστρία της Carri στο χτίσιμο της σκοτεινής ατμόσφαιρας και κυρίως στη δημιουργία μιας σειράς από πανέμορφες (στατικές μερικές φορές) εικόνες. Δυνατές οι ηθοποιίες, όπως δυνατή είναι η ταινία γενικότερα. Σαφώς και δεν είναι για όλες τις ώρες (κινδυνεύετε να κόψετε τις φλέβες σας), αλλά το βρήκα καλό σινεμά.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 22, 2008

ΤΟ ΕΞΠΡΕΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ - ΦΑΝΤΑΣΜΑ


Ο Jacques Tourneur (1904-1977), γάλλος που δούλεψε κυρίως στο Χόλιγουντ, είναι γνωστός για τις θαυμάσιες φανταστικές του ταινίες (Cat People, Περπάτησα μ' ένα ζόμπι κλπ.) και πολύ καλά κάνει, αφού είναι μάλλον οι καλύτερές του (χωρίς φυσικά να έχω δει το σύνολο της εκτεταμένης φιλμογραφίας του). Ωστόσο έκανε και πολλές άλλες από κάθε κινηματογραφικό είδος.
Το "Berlin Express" είναι μια κατασκοπευτική ταινία που γύρισε το 1948. Πέραν του όποιου καθαρά κινηματογραφικού ενδιαφέροντός της, διαθέτει και μια σημαντική ντοκουμενταρίστικη αξία: Είναι η πρώτη (αμερικάνικη τουλάχιστον) ταινία που γυρίστηκε στα αληθινά ερείπια της Φραγκφούρτης και του Βερολίνου, που τότε ήταν ακόμα ισοπεδωμένες από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων, κυριολεκτικά πόλεις - φαντάσματα. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό.
Σαν φιλμ δεν το θεωρώ και κάτι φοβερό, χωρίς ωστόσο να σημαίνει αυτό ότι δεν σε κρατάει. Μια ομάδα φανατικών γερμανών (νοσταλγών των ναζί, υποθέτω) απαγ1948)άγει σε ένα τρένο έναν σημαντικό, οραματιστή γερμανό που δουλεύει για μια ευημερούσα και κυρίως ειρηνική Γερμανία. Μια πολυεθνική ομάδα συνταξιδιωτών του, που βρέθηκε τυχαία στο ίδιο τρένο, αναλαμβάνει οικειοθελώς να διελευκάνει την υπόθεση. Οι πολιτικές αναφορές είναι σαφείς, καθώς στην ομάδα αντιπροσωπεύονται όλοι οι νικητές σύμμαχοι: Άγγλοι, αμερικάνοι, σοβιετικοί, γάλλοι... Ατμοσφαιρική σκηνοθεσία στα ερείπια και στα υπόγεια των κάποτε ακμαζουσών γερμανικών πόλεων, κριτική στον πόλεμο, σασπένς, το κάνουν να βλέπεται με ενδιαφέρον. Μέχρι εκεί. Δεν νομίζω ότι πρόκειται για κλασικό αριστούργημα.
Αυτό όμως που συγκλονίζει είναι οι εικόνες των κατεστραμένων πόλεων. Αν δεν το δείτε με τα μάτια σας δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο, μα πόσο είχε ισοπεδωθεί το Βερολίνο, που φαντάζει εδώ σαν ένας σουρεαλιστικός εφιάλτης βγαλμένος από νοσηρή φαντασία. Σωροί από μπάζα παντού και πού και πού σκόρπιοι όρθιοι τοίχοι με μυτερές προεξοχές που θυμίζουν σκηνικό ταινίας τρόμου. Τρελαίνεσαι όταν σκέφτεσαι ότι αυτό που αντικρύζεις δεν είναι φτιαχτό, αλλά πέρα για πέρα αληθινό κι ότι μέσα σ' αυτή την κόλαση, σαν ποντίκια, έζησαν για κάμποσα χρόνια οι πολίτες που επιβίωσαν. Έτυχε να είμαι στο Βερολίνο 3 μήνες πριν. Έβλεπα λοιπόν γνωστά μου μέρη, χαρακτηριστικά μνημεία ή σημεία της πόλης που φυσικά σήμερα έχουν αναστηλωθεί, και δεν πίστευα στα μάτια μου. Νομίζω ότι αυτή η ντοκιμαντερίστικη πλευρά είναι και η σημαντικότερη του φιλμ.
Και βέβαια, έχει και ένα εξωκινηματογραφικό πολιτικό ενδιαφέρον: Έίναι από τις λίγες αμερικάνικες ταινίες που οι Ρώσοι, παρά το ότι κριτικάρονται, είναι κατά βάθος φίλοι. Βλέπετε, είχαν μόλις νικήσει μαζί τους ναζί και ακόμα δεν είχαν μπει (ή είχαν μπει αλλά το 1948 δεν το είχαν ακόμα πάρει είδηση) στον Ψυχρό Πόλεμο. Ακολούθησε η δεκαετία του 50 κυρίως, αλλά και οι επόμενες, όπου οι σοβιετικοί είναι... πιο κακοί δεν γίνονται. Και έπρεπε να φτάσουμε στα 1990 περίπου, όταν το σοβιετικό καθεστώς καταρρέει, για να γυριστεί ξανά ταινία με "καλούς" αμερικάνους και ρώσους, που συνεργάζονται: Το αδιάφορο κατά τα άλλα, αλλά χαρακτηριστικό της εποχής Red Heat, με τον Σβαρτσενέγκερ. Ποιος είπε ότι ο εμπορικός κινηματογράφος δεν είναι απόλυτος καθρέφτης της εκάστοτε εποχής;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2008

Η ΘΕΑ ΦΑΡΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΔΥΣΕΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ


Το να βλέπεις μια αφρικάνικη ταινία (ξεκαθαρίζω ότι όταν λέω αφρικάνικη εννοώ κυρίως της μαύρης Αφρικής, κάτω από τη Σαχάρα, και όχι αιγυπτιακά, μαροκινά κλπ. φιλμ) είναι σίγουρα μια παράξενη εμπειρία, όχι πάντοτε θετική. Έτσι το «Φάρο, η θεά των νερών» (2007) του Salif Traoré από το Μάλι είναι, αν μη τι άλλο, μια ταινία ακατανόητη σε ορισμένα σημεία της από δυτικούς θεατές.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή σε ένα πάμπτωχο χωριό ψαράδων, που ακόμα ζει με τους μύθους και τις παραδόσεις του βαθύτατου παρελθόντος. Εκεί επιστρέφει κάποιος που έχει διωχτεί από μικρός επειδή ήταν νόθος. Είναι πλέον μορφωμένος (ο μόνος στο χωριό) και πετυχημένος και ονειρεύεται να φτιάξει ένα φράγμα που θα σώσει το χωριό από τη φτώχεια. Συναντά και τη μητέρα του, που έχει να τη δει από παιδί, αλλά και την απροκάλυπτη εχθρότητα των περισσότερων συχωριανών του, που τον απεχθάνονται επειδή είναι νόθος και πιστεύουν ότι οποιοδήποτε έργο θα ενοχλήσει τη Φάρο, τη θεότητα του ποταμού που τους δίνει τροφή.
Ενδιαφέρον, ίσως να σκεφτείτε. Όλο αυτό όμως είναι δοσμένο με έναν περίεργο, πρωτόγονο σχεδόν τρόπο, όσο πρωτόγονη είναι και η ιστορία που αφηγείται. Είναι σα να βρίσκεται το σινεμά στα πρώτα του βήματα (πράγμα που πιθανότατα συμβαίνει σε χώρες σαν κι αυτή, με μικρή κινηματογραφία). Η φωτογραφία είναι άτεχνη, οι ηθοποιοί παίζουν με παράξενο τρόπο, η ιστορία δεν αφηγείται στρωτά και, όπως είπα στην αρχή, πολλά από όσα γίνονται και λέγονται είναι ακατανόητα για δυτικούς θεατές. Το «μήνυμα» βέβαια υπέρ της προόδου και ενάντια στην καθυστέρηση και τις δεισιδαιμονίες (που εδώ δεν είναι και ιδιαίτερα γραφικές) είναι σαφές. Αλλά το όλο πράγμα με κούρασε αρκετά.
ΥΓ: Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει πάντοτε ενδιαφέρον να βλέπει κανείς σινεμά από άγνωστες γωνιές του κόσμου. Κάθε άλλο.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2008

ΣΠΛΑΤΕΡ, ΧΑΒΑΛΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΣΥΖΥΓΟΙ


O Bill Plympton είναι ένας αμερικανός ανεξάρτητος δημιουργός κινουμένων σχεδίων, από τους πιο γνωστούς του είδους. Όταν λέμε ανεξάρτητος σημαίνει ότι δεν δουλεύει σε μεγάλες χολιγουντιανές εταιρίες (Disney, Pixar κλπ.) και ότι, περίπου, τα κάνει όλα μόνος του.
Το "I married a strange person" γυρίστηκε το 1997. Το πρώτο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι ότι πρόκειται πέρα για πέρα για ενήλικα κινούμενα σχέδια. Για να είμαστε ακριβέστεροι, για αυστηρώς ακατάλληλα. Σεξ, βία και μπόλικες δόσεις σπλάτερ συνθέτουν την παρωδία αυτή των παλιών b-movies επιστημονικής φαντασίας. Ένας νέος, ωραίος και νιόπαντρος τύπος δέχεται άθελά του μια ακτίνα και, μετά το ατυχές (;) συμβάν μπορεί να πραγματοποιεί τις φαντασιώσεις του. Και δεν μιλάμε μόνο για τις σεξουαλικές (αυτές άλλωστε είναι λίγες, αφού είναι πολύ ερωτευμένος με την όμορφη γυναίκα του). Μπορεί ό (1997), μως να μεταμορφώνει κατά βούλησιν τους άλλους (κυρίως όσους μισεί) και να κάνει διάφορα άλλα «θαύματα».
Είπαμε ότι το σπλάτερ ως χαβαλές κυριαρχεί. Μυαλά ανοίγουν, εντόσθια χύνονται, μάτια βγαίνουν και άλλα τέτοια ορεκτικά. Κι ακόμα υπάρχει κάμποσο σεξ, έντονη αντιμιλιταριστική διάθεση (η παρουσίαση των ηλίθιων και στρατόκαυλων στρατιωτικών είναι σπαρταριστή), κακά πεθερικά (εδώ σατιρίζεται και ο συντηρητικός μέχρι βλακείας αμερικάνος «μέσος πολίτης»), κακές πολυεθνικές, κριτική στην ηλιθιότητα της τηλεόρασης και πολλά κυνηγητά. Και, κυρίως, πολύ προσωπικό, αναγνωρίσιμο σχέδιο με εξαιρετική τεχνική, που σε τίποτα δεν μοιάζει με τα «γλυκά», τυποποιημένα ντισνεϊκά ή κομπιουτεράδικα. Ίσως πάσχει κάπως από ρυθμό – τα κυνηγητά παραείναι πολλά, ορισμένες κοιλίτσες υπάρχουν – συνολικά όμως αξίζει η γνωριμία με έναν πολύ ταλαντούχο και πολυβραβευμένο ανεξάρτητο δημιουργό.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2008

ΚΟΚΚΙΝΑ ΣΑΤΕΝ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ


Το "Κόκκινο σατέν" (Satin Rouge) του Raja Amari του 2002 είναι η πρώτη τυνησιακή ταινία που βλέπω. Και, χωρίς να το θεωρήσω και κανένα αριστούργημα, πρέπει να πω ότι μου άρεσε αρκετά. Να πούμε κατ' αρχήν ότι η μουσουλμανική Τυνησία δεν έχει μια φανατικά ισλαμική κυβέρνηση που να επιβάλλει ισλαμικό νόμο. Δεν πρόκειται δηλαδή για θεοκρατικό κράτος. Γι' αυτό οι γυναίκες δεν κυκλοφορούν υποχρεωτικά με τσαντόρ, υπάρχουν καμπαρέ, είναι μια πολύ τουριστική χώρα κλπ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες δεν καταπιέζονται κάτω από το βάρος των παραδόσεων που τις θέλει κλεισμένες στο σπίτι - τουλάχιστον περισότερο από τους άντρες.
Μια καλοδιατηρημένη χήρα, προσπαθώντας να παρακολουθήσει την κόρη της που βρίσκεται σε ηλικία πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων, έρχεται σε επαφή με τον κόσμο του καμπαρέ, όπου γυναίκες όχι τόσο ευϋπόληπτες σύμφωνα με τα τρέχοντα ήθη ψυχαγωγούν τους αποκλειστικά σχεδόν άντρες πελάτες χορεύοντας χορό της κοιλιάς. Η χήρα, απόλυτα συντηρητική και καταπιεσμένη μέχρι τότε, γοητεύεται από τον κόσμο αυτόν και γίνεται η ίδια (κρυφά από το περιβάλλον της φυσικά) πετυχημένη χορεύτρια κοιλιάς. Το δράμα μοιάζει να ζυγώνει όλο και περισσότερο όταν εμπλέκεται ένας νέος άντρας... αλλά τελικά... δεν θα σας πω τι γίνεται τελικά.
Πρόκειται βέβαια για φεμινιστική ταινία, για ένα κάλεσμα εξόδου από την καταπίεση, και γι' αυτό τολμηρή ακόμα και για τα σχετικά ανεκτικά στάνταρ της χώρας. Ο χορός της κοιλιάς συμβολίζει την απελευθέρωση, των ενστίκτων, της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας, της γυναίκας συνολικά τελικά. Το όλο θέμα δίνεται αρκετά ευαίσθητα και ρεαλιστικά. Και είναι και ενδιαφέρουσα η στάση που κρατά ο σκηνοθέτης όταν όλα δείχνουν ότι το σκάνδαλο ετοιμάζεται να ξεσπάσει. Νομίζω ότι ο τελευταίος πάνω απ' όλα νοιάζεται για την αξιοπρέπεια της γυναίκας (στη χώρα του και γενικότερα). Καθόλου μεγάλη ταινία, πλην όμως συμπαθής και με αρκετό ενδιαφέρον.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 14, 2008

O HELLBOY ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΚΟΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ


Έχουμε ξαναπεί ότι ο ευφάνταστος Guillermo del Toro έχει δύο πρόσωπα: Κάνει μια δικιά του, προσωπική ταινία, και μετά ένα χολιγουντιανό blockbuster. Εγώ μπορεί να προτιμώ την πρώτη κατηγορία, των "προσωπικών" ταινιών του, πλην όμως χάρη στη φαντασία και την βαθειά του αγάπη για το φανταστικό τα καταφέρνει μια χαρά και στο άλλο είδος. Αποτέλεσμα τα blockbuster του να φέρουν την προσωπική του σφραγίδα, σε οπτικό επίπεδο τουλάχιστον. Έτσι, βλέποντας το δεύτερο Hellboy : The Golden Army, αναγνωρίζει κανείς το σύμπαν του δημιουργού του και μάλιστα πολλά πλάσματα θυμίζουν αυτά του "Λαβύρινθου του Πάνα".
Πέρα απ' αυτές τις οπτικές κυρίως ιδιαιτερότητες πάντως, η συγκεκριμένη ταινία πάσχει νομίζω από υπερφόρτωση. Πολλά πλάσματα, πολλοί κόσμοι, πολλά gadget, μαγικά και μη, όλα τέλος πάντων είναι πολλά. Δράση υπάρχει μπόλικη (αυτό μας έλειπε), χιούμορ επίσης, ρομαντικοί και ανεκπλήρωτοι έρωτες και μια μυθολογία που θυμίζει Τόλκιν σαν φόντο στην όλη ιστορία. Διασκέδασα, δεν λέω, αλλά μου έμεινε κάπως η αίσθηση του overdose. Του το συγχωρώ πάντως. Ο del Toro είναι αναμφισβήτητα αξιόλογος, αγαπά το κόμικς του Mignola, αλλά περιμένω εναγωνίως την επόμενη "δική του" ταινία. Αν πάντως είστε φίλοι των υπερθεαματικών περιπετειών θα χορτάσετε σίγουρα. Μέχρι λιγώματος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 13, 2008

ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΙΛΑΣ... ΑΛΛΑ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ


"Τα Χρόνια της Μαυρίλας" (L'Age des Tenebres, 2007) του εξαιρετικού καναδού (από το Κεμπέκ για την ακρίβεια) Denys Arcand διαθέτουν το σαρκασμό, το χιούμορ, την παντελή έλλειψη πολιτικής ορθότητας και τον κοινωνικό καυτηριασμό προηγούμενων ταινιών του, αλλά δεν νομίζω ότι φτάνουν στο ύψος τους.
Ένας μεσήλικας, μεσοαστός και άλλα μεσο... ζει μια απόλυτα αλλοτριωμένη ζωή, αποξενωμένος από τις κόρες του, σχεδόν μισώντας τη επιτυχημένη γυναίκα του και πλήττοντας με το επάγγελμά του. Μόνη του διέξοδος οι φαντασιώσεις του, όπου είναι υπερ επιτυχημένος, σούπερ εραστής, διάσημος και άλλα τέτοια. Μέχρι τη στιγμή που το ποτήρι θα ξεχειλίσει...
Ο Arcand κάνει για πρώτη φορά μια ταινία σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, αφού βρισκομαστε μάλλον σε ένα κοντινό μέλλον με την εγκληματικότητα να έχει πάρει απίστευτες διαστάσεις, τη γραφειοκρατία να έχει γιγαντωθεί, το κράτος δικαίου να έχει πάει περίπατο... Φτιάχνει έτσι μια δυστοπία που θυμίζει Κάφκα και στην οποία κανείς δεν είναι σε θέση να αντιδράσει. Ο λόγος που το κάνει αυτό βέβαια είναι να σατιρίσει αλλύπητα κάθε λογής σύγχρονες καταστάσεις, μικρές και μεγάλες: Από την αντικαπνιστική υστερία, τη μανία με το new age, το φενγκ σούι και άλλα σχετικά, την άχρηστη γραφειοκρατία και τον κρατικό συγκεντρωτισμό μέχρι το σταρ σύστεμ και την εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου με το σεξ. Μεγάλο μέρος του φιλμ κινείται ανάμεσα σε πραγματικές καταστάσεις και τις φαντασιώσεις του ήρωα... μέχρι την τελική προσγείωση.
Ίσως όλο αυτό το παιχνίδι να κουράζει κάπως, πάντως οι εύστοχες και αστείες στιγμές υπάρχουν και, βέβαια, παρά το ότι δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του, ο Denys Arcand κάνει μια ακόμα ενδιαφέρουσα ταινία.