Πέμπτη, Μαΐου 22, 2008

ΝΟΣΗΡΟ JAR CITY, ΠΝΙΓΗΡΗ ΙΣΛΑΝΔΙΑ


Το Jar City (Myrin) του 2006 του Baltasar Kormákur είναι ένα αστυνομικό θρίλερ. πλην όμως είναι μια από τις νοσηρότερες ταινίες που έχω δει τελευταία. Όχι, δεν υπάρχει κάποιος serial killer που κάνει φριχτά πράγματα. Εδώ ένας ηλικιωμένος μπάτσος ερευνά μια δολοφονία και αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, σε μια βρώμικη ιστορία της δεκαετίας του 70, για να βγάλει άκρη. Ωστόσο τα πάντα συντρέχουν στη δημιουργία μιας απίστευτα καταθλιπτικής ατμόσφαιρας. Τα ίδια τα εγκλήματα, οι άνθρωποι και οι συμπεριφορές τους, η παρακμή και η διαφθορά, τα κτίρια και οι χώροι, ο τρόπος κινηματογράφησης, η "παγωμένη" φωτογραφία, όλα δημιουργούν ένα αρρωστημένο κλίμα.
Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, με κράτησε ως το τέλος και, νομίζω, ότι μόνο στη μικρή, απομονωμένη Ισλανδία θα μπορούσε να συμβεί. Έχεις μια αίσθηση ότι όλοι γνωρίζουν όλους, τα ίδια πρόσωπα έρχονται και επανέρχονται, δημιουργούν έναν κύκλο, σα να πρόκειται για ένα μεγάλο χωριό (και ίσως αυτό ακριβώς να είναι αυτή η χώρα). Ο Kormákur είναι σα να κινηματογραφεί ηθελημένα ό,τι πιο άσχημο διαθέτει η πατρίδα του (δημιουργώντας σοκ στους λάτρεις της χώρας αυτής, που βασικά την αγάπησαν μέσω της εξαιρετικής μουσικής της και στους οποίους συγκαταλέγομαι κι εγώ). Βλέποντας την ταινία, με το διαρκές μουντό λυκόφως να κυριαρχεί, τα απρόσωπα κτίρια, την πνιγηρή καθημερινότητα, τις απέραντες γυμνές και έρημες εκτάσεις, η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση είναι ότι "δεν θα ήθελα να ζω εκεί".
Ανακεφαλαιώνοντας θα έλεγα ότι παρά το ότι πρόκειται για ένα καλό θρίλερ, ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι νομίζω η ίδια η Ισλανδία (η αρνητική πλευρά της δηλαδή).

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2008

ΕΝΑ ΕΞΠΡΕΣ ΓΕΜΑΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ


Αν πρέπει να θυμόμαστε για έναν και μόνο λόγο το "Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές" (1974) του Sidney Lumet, αυτός θα ήταν το απίστευτο καστ του. Νομίζω ότι ποτέ δεν μαζεύτηκαν τόσο πολλοί καλοί ηθοποιοί μαζί. Για την ιστορία αναφέρω τους διασημότερους απ' αυτούς: Λορίν Μπακόλ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Μάρτιν Μπάλσαμ, Ζακλίν Μπισέ, Σον Κόνερι, Βανέσα Ρέντγκρέιβ, Ζαν-Πιέρ Κασέλ, Μάικλ Γιορκ, Άντονι Πέρκινς, Τζον Γκίλγκουντ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, Τζορτζ Κουλούρης και, φυσικά, ο εκπληκτικός και αγνώριστος Άλμπερτ Φίνεϊ στο ρόλο του διάσημου ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό.
Βασισμένη στο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι, η ταινία δεν κρύβει πολλές κινηματογραφικές εκπλήξεις. Είναι η κλασική ιστορία με τον φόνο, που θα συμβεί αυτή τη φορά στο εξωτικό Οριάν Εξπρές στα βάθη της χιονισμένης Γιουγκοσλαβίας, και, φυσικά επίσης, όλοι οι ετερόκλητοι επιβάτες, ευγενείς ή/και πλούσιοι οι περισότεροι, είναι εξ ίσου ύποπτοι. Το τέλος βέβαια είναι αρκετά απροσδόκητο, και η σκηνή του φόνου σε φλας μπακ προκαλεί σχετική ανατριχίλα, το υπόλοιπο φιλμ όμως κυλά ομαλά, δίχως ανατροπές και ιδιαίτερες εντάσεις. Ένας - ένας οι σούπερ σταρ πρωταγωνιστές εμφανίζονται στην ανάκριση, εκθέτουν το άλοθί τους και... πάμε στον επόμενο.
Ιδιαίτερη μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στον Άλμπερτ Φίνεϊ, που ερμηνεύει σπαρταριστά έναν άκρως ιδιόρυθμο, στα όρια του γελοίου μερικές φορές, sui generis Πουαρό, κάνοντας την όλη ταινία απολαυστική.
SPOILER SPOILER: Και βέβαια, μένει και ο ηθικός προβληματισμός του τέλους: Τι γίνεται αν ένα έγκλημα είναι απόλυτα δικαιολογημένο και αποδίδει δικαιοσύνη; Καταδικάζουμε τον εγκληματία ή όχι; Και επίσης, θα ήταν ίδια η τελική απόφαση του Πουαρό αν το έγκλημα δεν είχε γίνει από τόσο high society άτομα; ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Καλογυρισμένο, παρακολουθείται με ενδιαφέρον... αλλά μέχρις εκεί.

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2008

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΕΦΙΑΛΤΗ

Το "Ξύπνημα στον Εφιάλτη" (Jacob's Ladder) του 1990 του Adrian Lyne είναι σαφώς η σκοτεινότερη ταινία ενός άνισου και με μικρή παραγωγή σκηνοθέτη. Και καταφέρνει, νομίζω, να είναι αληθινά εφιαλτική, πράγμα βεβαίως θετικό για τους φίλους του τρόμου και απωθητικό για τους υπόλοιπους. Το "Ξύπνημα" βέβαια είναι μια μάλλον ασυνήθιστη ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να δείτε ζόμπι ή τέρατα ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο τρόμος εδώ γεννιέται από τις μικρές, σποραδικές "εμφανίσεις" κάποιων όντων ή μια σειρά ανεξήγητων συμβάντων που συμβαίνουν όλο και συχνότερα στην "κανονική" ζωή ενός βετεράνου του Βιετνάμ, όταν δηλαδή αυτός επιστρέφει τραυματίας από τον πόλεμο και επιχειρεί να επανενταχθεί στην καθημερινότητα. Τα παράδοξα μερικές φορές αφορούν και χρονικά μπερδέματα στη ζωή του, καθώς ο ήρωας μερικές φορές βιώνει σαν τωρινά κομμάτια προηγούμενων φάσεών του (σα να ζει ακόμα με την πρώην γυναίκα του κλπ.) Οι εξηγήσεις και η αναπάντεχη ανατροπή που θα έρθουν στο τέλος ίσως να μην αρέσουν σε κάποιους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλο το φιλμ δεν καταφέρνει να είναι σε πολλά σημεία τρομαχτικό, κυρίως από ψυχολογική άποψη, καθώς θα μπορούσαμε κάλλιστα να παρακολουθούμε την φριχτή και δίχως επιστροφή πορεία ενός ανθρώπου (που ερμηνεύει ο Τιμ Ρόμπινς με διαρκώς σαστισμένο βλέμμα) προς την τρέλλα. Χαρακτηριστική επίσης είναι και η περιρέουσα "θρησκευτική" ατμόσφαιρα (προσέξτε τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα, τα ονόματα κλπ.) Ίσως να διαφωνήσετε σε επί μέρους σημεία, το φιλμ όμως δεν παύει να είναι πνιγηρό, ασφυκτικό θα έλεγα, και ατμοσφαιρικό, στοιχεία βέβαια που αποτελούν αρετές για μια αρκετά ιδιόρυθμη ταινία τρόμου, που δύσκολα ξεχνά κανείς.

Τρίτη, Μαΐου 13, 2008

ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΣ "ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ"


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ τον "Εξόριστο στην Κεντρική Λεωφόρο"(!) του 1979 του Νίκου Ζερβού, μια σχεδόν καλτ στην εποχή της ταινία. Αλλά πριν πούμε οτιδήποτε γι' αυτή, θα έπρεπε να προσδιοριστεί (πολιτικά κυρίως) η εποχή αυτή στην Ελλάδα. 5 μόλις χρόνια μετά την πτώση της χούντας, οι νέοι Έλληνες (φοιτητές κυρίως) πέφτουν με τα μούτρα στην πολιτική, που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται απόλυτη προσύλωση σε κάποιο αριστερό κόμμα, πράγμα απόλυτα δικαιολογημένο βέβαια μετά από 7 χρόνια στυγνής καταπίεσης. Από την αρχή σχεδόν όμως της κατάστασης αυτής, τα μελανά (γελοία ίσως για τα σημερινά δεδομένα) στοιχεία της γίνονται εμφανή από μια άλλη ομάδα νέων και εξ ίσου πολιτικοποιημένων. Έτσι, στα πανεπιστήμια κυρίως, δημιουργούνται οι πρώτες αυτόνομες / ανένταχτες / ανεξάρτητες ή όπως άλλιώς θέλετε να τις ονομάσετε ομάδες και παρατάξεις, οι οποίες, όπως είπα και πριν, είναι συνήθως πολιτικοποιημένες, αντιδρούν όμως στην κομματική χειραγώγηση και τον μόλις συνειδητοποιημένο τότε αρτηριοσκληρωτισμό των "επίσημων" παρατάξεων. Ταυτόχρονα, πολλοί νέοι ανακαλύπτουν με καθυστέρηση αρκετών ετών την περίφημη δεκαετία του 60 και ό,τι αυτή συνεπάγεται (Μάης του 68, ροκ, χάσμα των γενεών, σεξουαλική απελευθερωση, ειρηνευτικά κινήματα κλπ.) Όλα αυτά ήταν αδύνατο να περάσουν στην εποχή τους στην στρατοκρατούμενη Ελλάδα, και μάλιστα σε μια εποχή παντελούς έλλειψης πληροφόρησης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, ο "Εξόριστος" εκφράζει ακριβώς αυτή την καινούρια για τη χώρα αμφισβήτηση προς κάθε κατεύθυνση. Γι' αυτό και έκανε αίσθηση στην εποχή της.
Η ταινία έχει ένα πολύ χαλαρό σενάριο. Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον Κώστα Φέρρη, περιφέρεται απαγγέλοντας τσιτάτα, μερικές φορές σαν μονόλογο, που σχετίζονται με το ροκ (ιδιαίτερα με τους ροκ θανάτους - Morrison, Joplin κλπ.) και με τον Μάη του 68, ενώ η στη ζωή του έχει τρεις άξονες: Την επανάσταση, τον έρωτα και το ροκ - αν και αμφισβητεί ενίοτε ακόμα κι αυτά. Επίσης μαθαίνει κόρνο, συναντά έναν παλιό του έρωτα, σκέφτεται το θάνατο και άλλα τέτοια (να σημειώσουμε ότι την εποχή αυτή απλώς το να ακούς ροκ θεωρούνταν επαναστατικό, ενώ από κάποιες νεολαίες απαγορευμένο και αντιδραστικό). Οι ηθοποιίες είναι κακές, η εικόνα επίσης, οι τεχνικές ατέλειες πολλές και πολλοί δεν θα καταλάβουν καν τον λόγο ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας. Τόσο έχει αλλάξει το κλίμα από τότε.
Δεν νομίζω ότι το φιλμ αντέχει σήμερα. Δείτε το, αν θέλετε, μόνο σαν καταγραφή μιας μάλλον μίζερης εποχής. Α, και κάτι άλλο. Προσέξτε πόσο απαίσια είναι η Αθήνα των 70ς. Δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά μετά τη δεκαετία του 90 η πόλη έχει ομορφήνει πολύ (συγκριτικά πάντοτε, γιατί αν το δούμε αντικειμενικά...)

Κυριακή, Μαΐου 11, 2008

ΣΤΗΝ "ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ" ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ...


Στην 4η ταινία του ο Sean Penn επιβεβαιώνει ότι εκτός από καλός ηθοποιός είναι και αξιόλογος σκηνοθέτης. Το "Into the wild" (2007) (Ταξίδι στην άγρια φύση) καταγράφει την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να αφήσει πίσω του κάθε μορφή πολιτισμού και κοινωνίας και να ζήσει ολομόναχος στην παρθένα φύση. Μόνο που εκεί τα πράγματα δεν είναι πάντοτε ρόδινα.
Η ταινία αφηγείται με συνεχή φλας - μπακ την πορεία του νεαρού, ευκατάστατου και φέρελπι ήρωα. Γόνος ασφυκτικής οικογένειας με καταπιεστικό πατέρα, με λαμπρό μέλλον μπροστά του, επιλέγει να εξαφανιστεί δίχως να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του, να περιπλανηθεί στους αχανείς δρόμους της Αμερικής και, τελικά, να απομονωθεί στην άγρια φύση και να ζήσει ολομόναχος εκεί, ακολουθώντας διδάγματα των λογοτεχνικών του ηρώων και ζώντας αποκλειστικά από το κυνήγι. Σε μεγάλο μέρος του φιλμ παρακολουθούμε την πορεία του και τις συναντήσεις του στο δρόμο με διαφορετικούς, περιθωριακούς (αν και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας) και αρκετά συμπαθείς ανθρώπους, με τους οποίους θα δεθεί στενά, αλλά κανείς δεν θα καταφέρει να τον κρατήσει μακριά από την αμετάκλητη απόφασή του να ζήσει μόνος στη φύση. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για ένα road movie, αν και, όπως είπαμε, ο στόχος του ήρωα δεν είναι η εμπειρία του ταξιδιού καθ' εαυτή.
Ούτε και οικολογικοί λόγοι είναι όμως αυτοί που ωθούν τον απολύτως καλών προθέσεων πρωταγωνιστή. Το βασικό του κίνητρο είναι μια σπάνια ανάγκη για ακραία ελευθερία. Τόσο ακραία, που εκλαμβάνει ώς ένα είδος καταπίεσης ακόμα και το να ζει κανείς μέσα στους κόλπους μιας οποιασδήποτε κοινωνίας. Ενώ όμως αυτό είναι αλήθεια (και μόνο η ύπαρξη άλλων γύρω μας απαιτεί περιορισμούς της ελευθερίας μας), ωστόσο αλήθεια είναι και το ότι ο άνθρωπος είναι απίστευτα δύσκολο (σχεδόν αδύνατο μάλλον) να ζήσει ολομόναχος, εκτός κοινωνίας. Κι αυτό δείχνεται με τραγικό τρόπο στο φιλμ.
Η ταινία με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Ενδιαφέροντες οι ποικίλοι χαρακήρες που συναντά στις περιπλανήσεις του ο ήρωας, με αποκορύφωμα το ζεύγος και την ευρύτερη κοινότητα νεο-χίππιδων (μερικοί απ' αυτούς απομεινάρια των 60ς που εξακολουθούν να ζουν έτσι), πανέμορφες εικόνες άγριας ομορφιάς και σφιχτή σκηνοθεσία συνθέτουν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κατά τη γνώμη μου φετινά φιλμ.

Σάββατο, Μαΐου 10, 2008

IRON MAN ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ


Ό,τι ακριβώς συμβαίνει με τον ήρωα της ταινίας, το ίδιο μου φάνηκε ότι συμβαίνει και με την ίδια την ταινία. Μιλώ βέβαια για τον Iron Man (2008) του Jon Favreau, ενός ακόμα όχι πολύ γνωστού ήρωα της Marvel που ξέθαψε το Χόλιγουντ, μη και του ξεφύγει κανένας.
Αυτό που πρέπει σίγουρα να πούμε, είναι ότι ο Iron Man διαφέρει αρκετά σαν χαρακτήρας από τους συνηθισμένους σούπερ ήρωες. "Κακός" αρχικά, ιδιοφυής, πλέιμπόι και πολυεκατομμυριούχος κατασκευαστής και έμπορος όπλων, με προϊόντα που σκορπούν το θάνατο σε χιλιάδες, αθώους και μη, ανανίπτει όταν συλλαμβάνεται από άλλους, πιο κακούς απ' αυτόν και, αφού φτιάξει την ανίκητη στολή του, προσπαθεί να κάνει το καλό και να εξιλεωθεί για το παρελθόν του. Έτσι οι δύο περσόνες του ήρωα κινούνται ανάμεσα σε Τζέιμς Μποντ και Robocop. Υπάρχει επίσης το χιούμορ, διάχυτο στην ταινία, και ενίοτε αυτοσαρκαστικό, αφού ο ήρωας είναι και πνευματώδης. Στα συν τέλος και ο αγνώριστος "κακός" Τζεφ Μπρίτζες.
Παρ' όλα αυτά όμως ομολογώ ότι βαρέθηκα κάπως καθώς η ταινία είναι μάλλον άγαρμπη συνολικά, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα είναι ταινία δράσης ή χαρακτήρων, με κάποια μάλιστα πολιτική διάσταση. Πολλές αναληθοφάνειες επίσης (πώς διάβολο κατασκεύασε κοτζάμ πανοπλία στη φυλακή, κάτω από τη διαρκή εποπτεία των δεσμοφυλάκων του, ενώ αυτοί του είχαν παραγγείλει... πύραυλο;), αλλά αυτό είναι το λιγότερο, αφού αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του είδους. Τελικά βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα μέτριο.
Γενικά πάντως, όσες υπερβάσεις και ανατροπές και να επιχειρεί ενίοτε, το υπερηρωικό φιλμ είναι ένα είδος που πάντοτε βαριόμουν. Δυστυχώς για μένα όμως, με τη φόρα που έχουν πάρει, δεν θα μείνει ούτε ένας κόμικς ανθυποήρωας που να μην κάνει την κινηματογραφική του εμφάνιση.

Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

ΑΝΕΥΡΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ"


"Το Μυστικό" (Un secret, 2007) του γάλλου Claude Miller είναι μια ακόμα τραγική ιστορία από το Ολοκαύτωμα. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να γίνονται ακόμα ταινίες γι' αυτό, αφού αποτελεί (μαζί με το ναζιστικό φαινόμενο γενικότερα) το συγκλονιστικότερο και κτηνωδέστερο γεγονός του 20ού αιώνα. Από την άλλη όμως, μετά από τόσα που έχουμε δει, η ταινία πρέπει πλέον να είναι πολύ ιδιαίτερη και δυνατή για να συγκλονίσει. Πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, η συγκεκριμένη δεν είναι.
Υπάρχει ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο (κυρίως πίσω, αφού το μεγαλύτερο μέρος είναι φλας-μπακ) και μάλιστα με την ιδιομορφία το παρόν να δίνεται ασπρόμαυρα και το παρελθόν έγχρωμα. Συγχρόνως, η ταινία μοιράζεται ανάμεσα σε δύο άξονες: Τον ιστορικό (διωγμοί των Εβραίων, φυγή από τις πατρίδες τους κλπ.) και τον ερωτικό, αφού το "μυστικό" του τίτλου σχετίζεται με μια ιστορία πάθους. Ωστόσο ούτε η τελευταία διαθέτει τόσο (κινηματογραφικό) πάθος ούτε η πρώτη κατάφερε να με αγγίξει πραγματικά. Το μυστικό γύρω από την καταγωγή του ήρωα και τις σχέσεις της οικογένειας με άλλα πρόσωπα και καταστάσεις αποκαλύπτεται σχετικά νωρίς, κι εμείς απλώς παρακολουθούμε πώς, τελικά, έγιναν όλα μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα (στα μέσα της δεκαετίας του 80 δηλαδή). Γενικά βρήκα το φιλμ κάπως επίπεδο, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις - και η ιστορία με τον φανταστικό αδελφό που πλάθει ο μικρός ήρωας περνάει, κατά τη γνώμη μου, σχετικά "στο ντούκου", ενώ θα μπορούσε να δώσει ακόμα και μια ταινία τρόμου. Πάντως ο Miller είναι γενικά καλός σκηνοθέτης (ίσως εδώ υπερβολικά διακριτικός).
Όχι, δεν τη βρήκα κακή ταινία. Μάλλον κάπως χλιαρή και, όπως είπα, επίπεδη θα τη χαρακτήριζα.

Δευτέρα, Μαΐου 05, 2008

ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ


Μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν το "The Man from Earth" (2007) του Richard Schenkman, με μικρό και μάλλον αδιάφορο έργο μέχρι σήμερα. Πράγμα λογικό αφού στην Ελλάδα δεν έχει κυκλοφορήσει σε καμία μορφή. Βασισμένη σε διήγημα της δεκαετίας του 60 του καλού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Jerome Bixby, η ταινία ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα.
Ας το πω από την αρχή για να σας προετοιμάσω: Ολόκληρη διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο (και 2-3 σκηνές στην αυλή). Και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν έχει καν δράση, ούτε σεξ ή βία. Σε όλη τη διάρκειά της 7-8 άνθρωποι απλώς συζητάνε. Πλήξατε κιόλας; Μέγα λάθος. Στοιχηματίζω ότι, αν όχι θα αρέσει, τουλάχιστον θα κρατήσει σε πλήρη επαγρύπνηση τη συντριπτική πλειοψηφία των θεατών (και δεν εννοώ μόνο τους φανατικούς σινεφίλ).
Τι ακριβώς συμβαίνει εκεί μέσα; Ένας καθηγητής πανεπιστημίου παραιτείται εντελώς στα καλά καθούμενα από τη δουλειά του, τα μαζεύει και ετοιμάζεται να φύγει προς άγνωστη κατεύθυνση. Μερικοί φίλοι και συνάδελφοί του, διαφορετικού επιστημονικού ή ανθρωπιστικού κλάδου ο καθένας, του κάνουν ξαφνική επίσκεψη θορυβημένοι από το απροσδόκητο της απόφασής του. Κι εκεί ο ήρωας τους αποκαλύπτει ότι αναγκάζεται να φύγει επειδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι... αθάνατος (14000 ετών για την ακρίβεια) και είναι υποχρεωμένος να μετακινείται κάθε μερικά χρόνια για να μην παρατηρεί κανείς ότι ο χρόνος δεν τον αγγίζει. Μη φοβάστε, δεν κάνω σπόιλερ, όλα αυτά συμβαίνουν στα 5 πρώτα λεπτά. Και οι εκπληξεις δεν σταματούν εκεί.
Βασισμένη σε έξυπνους διαλόγους και ψυχολογικές μεταπτώσεις (δοσμένα όλα απόλυτα ρεαλιστικά καθώς οι άλλοι αμφισβητούν, όπως είναι φυσικό, τα λεγόμενά του), κρατά, όπως είπα και στην αρχή, τον θεατή χάρη στην ανάπτυξη επιχειρημάτων εκατέρωθεν, τις ανατροπές και το απροσδόκητο τέλος. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, θα ακούσετε και μερικές πρωτότυπες και πέρα για πέρα ανατρεπτικές εκδοχές για σημαντικότατες πτυχές της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς και πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την ψυχολογία ενός αθάνατου, που όπως θα δείτε, κάθε άλλο παρά πάνσοφος είναι.
Φυσικά θα μπορούσε να είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό μονόπρακτο. Αποτελεί επίσης την τέλεια απόδειξη ότι μερικές φορές (πολύ σπάνιες, τουλάχιστον απ' ό,τι έχω δει μέχρι σήμερα) μπορεί κανείς να κάνει πετυχημένο σινεμά με απόλυτα εξωκινηματογραφικά μέσα. Εννοώ ότι εδώ το σενάριο είναι το 90% και όλα τα άλλα το υπόλοιπο 10. Ωστόσο νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το ψάξετε.
ΥΓ: Ισχύει βεβαίως και η αντίρρηση ότι "προτιμώ να διαβάσω το διήγημα". Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, δοσμένο απλώς με διαφορετικά εκφραστικά μέσα.

Πέμπτη, Απριλίου 24, 2008

ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Το μπλογκ πάει διακοπές στα νησιά. Για 10 περίπου μέρες δεν θα βλέπει ταινίες (cine-αποτοξίνωση). Αρχές Μαϊου όμως και πάλι μαζί σας.
Καλό Πάσχα

Τετάρτη, Απριλίου 23, 2008

ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΣΑΣ. ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ


Κάτω από τον πολύ αστείο τίτλο "I married a monster from outer space" (1958) κρύβεται (τι κρύβεται δηλαδή, είναι προφανές) ένα τυπικό b-movie των 50ς του Gene Fowler Jr. (1917-1998), που γύρισε λίγες ταινίες και λίγα τηλεοπτικά στη δεκαετία αυτή πριν γίνει αποκλειστικά editor. Υπάρχουν φυσικά κακοί εξωγήινοι που αντικαθιστούν έναν - έναν τους κατοίκους μιας πόλης παίρνοντας τις μορφές τους. Από τα πρώτα θύματα ένας νιόπαντρος, του οποίου η όμορφη σύζυγος αντιλαμβάνεται από την πρώτη νύχτα γάμου ότι κάτι δεν πάει καλά κι ότι ο άντρας της συμπεριφέρεται πολύ διαφορετικά από τον άντρα που γνώριζε. Το κλου είναι ότι σύντομα αποκαλύπτεται ότι οι εξωγήινοι το κάνουν αυτό για... να μας πάρουν τις γυναίκες και να αναπαραχθούν, αφού οι δικές τους γυναίκες έχουν πεθάνει σε κάποια καταστροφή.
Περιττό να πούμε ότι τα εφφέ είναι αστεία, όπως και οι περισσότερες από τις ηθοποιίες. Υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον προς το τέλος, με κάποια μεταστροφή του πρωταγωνιστή εξωγήινου, αλλά φοβάμαι ότι το υπόλοιπο φιλμ είναι μάλλον ξεπερασμένο σήμερα. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς και το πόσες φορές έχουμε δει το θέμα των εξωγήινων που παίρνουν τη μορφή των διπλανών μας ανθρώπων, ε, μάλλον είναι μία από τα ίδια. Τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό κατά τη γνώμη μου, εκτός αν έχετε κέφι για πλάκα. Που, και πάλι, ούτε κι αυτή είναι αρκετή όπως συμβαίνει, ας πούμε, στις ταινίες του Ed Wood...

Κυριακή, Απριλίου 20, 2008

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΣΤΗΝ ΜΠΡΙΖ


Η "Αποστολή στην Μπριζ" (In Bruges, 2008) του πρωτοεμφανιζόμενου βρετανού Martin McDonagh αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς δεν ήξερα τίποτα για την ταινία και πήγα εντελώς απροετοίμαστος. Ωστόσο ο σκηνοθέτης καταφέρνει να φτιάξει ένα ομοιογενές αποτέλεσμα από ένα κράμα ετερόκλητων ειδών, δίχως να έχεις την αίσθηση ότι "κάτι δεν κολλάει εδώ". Πράγματι εδώ συνυπάρχουν το αστυνομικό φιλμ, η κωμωδία, το δράμα, η βία και οι πολλές κινηματογραφοφιλικές αναφορές. Έτσι στο τέλος ήμουν αναποφάσιστος για το αν είδα μια κωμωδία ή ένα βίαιο δράμα, αλλά αυτό δεν ήταν αρνητική αίσθηση, αφού όλα αυτά ήταν καλοχωνεμένα και τελικά έδεναν.
Άλλο ατού της ταινίας είναι οι διάφοροι ασυνήθιστοι ή/και εκκεντρικοί χαρακτήρες, που πολύ μακριά από κλισέ και τετριμμένα πρότυπα, επιδίδονται σε ένα όργιο μη πολιτικής ορθότητας, τινάζοντας στον αέρα καθωσπρεπισμούς, μασημένα λόγια και κανόνες. Ακόμα και όταν το φιλμ προσχωρά προς το τέλος του και το δράμα κορυφώνεται καθώς ο ανυποψίαστος θεατής αντιλαμβάνεται προς τα πού οδεύουν όλα αυτά, ακόμα και τότε λοιπόν δεν μπορεί να μη γελάσει με κάποιες ατάκες, κάποιες κουφές σκηνές ή αντιδράσεις. Ταυτόχρονα είναι ενδιαφέρουσα η κατάδειξη ενός αυστηρότατου κώδικα τιμής που διαθέτουν ακόμα και τα πιο καθάρματα από τους ήρωες, καθώς και η ανθρώπινη, κοινότοπη πλευρά τους (όχι ότι δεν το έχουμε δει πολλές φορές αυτό, αλλά αποτελεί ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο του φιλμ).
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ειδυλλιακή, μεσαιωνική και άριστα διατηρημένη Μπριζ, όπου οι δύο επαγγελματίες δολοφόνοι με τον τόσο διαφορετικό χαρακτήρα περιφέρονται ως με το ζόρι τουρίστες, μπλέκοντας σε απίστευτες καταστάσεις. Με πολύ χιούμορ λοιπόν (και μάλιστα συχνά μαύρο), μακριά από κλισέ και χάπι εντ, αλλά και με έντονο δραματικό στοιχείο που κορυφώνεται όσο προχωρά, ο McDonagh με έκανε να περιμένω με ενδιαφέρον την επόμενη δουλειά του.

Παρασκευή, Απριλίου 18, 2008

ΘΕΑΤΡΙΝΕΣ, ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΙΑ


Η Valeria Bruni Tedeschi είναι μια πολύ καλή ηθοποιός. Με τις "Θεατρίνες" (Actrices, 2007) όμως περνά και στη σκηνοθεσία, και μάλιστα για δεύτερη φορά. Πλην όμως το αποτέλεσμα δεν κατάφερε να με κρατήσει. Σ' όλη τη διάρκεια της ταινίας είχα την αίσθηση ότι το όλο εγχείρημα έγινε για ναρκισσιστικούς λόγους, για να δώσει δηλαδή στην ηθοποιό την ευκαιρία να ερμηνεύσει πολλαπλούς ρόλους.
Πράγματι, η ηρωίδα είναι διάσημη θεατρική ηθοποιός, αλλά μόνη. Με το θάνατο του πατέρα της συνειδητοποιεί ότι η ευκαιρία για μητρότητα έχει πλέον παρέλθει οριστικά και η ζωή της διαλύεται, όδηγώντας την προς την υστερία. Με το να υποδύεται μια ηθοποιό, η Τεντέσκι βρίσκει την ευκαιρία να ερμηνεύσει και την υστερία της καθημερινότητάς της και την ηρωίδα ενός έργου του Τουργκένιεφ που ανεβάζουν την περίοδο που διαδραματίζονται τα παραπάνω.
Συνήθως ο χαρακτηρισμός "γυναικεία ταινία" δεν είναι για μένα ούτε καλός ούτε κακός από μόνος του. Εξαρτάται από την εκάστοτε ταινία. Δυστυχώς εδώ θα τον χρησιμοποιήσω μάλλον αρνητικά. Ίσως κάποιες γυναίκες να συγκινηθούν και να συμπάσχουν με την ηρωίδα, αφού όντως θίγονται ορισμένα σημαντικά θέματα για μια γυναίκα. Εγώ πάντως μάλλον έπληξα. Ιδιαίτερα με το "κερασάκι στην τούρτα", την θρησκοληψία δηλαδή της πρωταγωνίστριας, που ζητά παιδί από τον θεό, αλλά και από έναν... παπά. Αναμφισβήτητα η Bruni Tedeschi είναι πολύ καλή ηθοποιός. Προσωπικά θα προτιμούσα να μείνει σ' αυτή της την ιδιότητα.

Τρίτη, Απριλίου 15, 2008

ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗς "ΙΣΤΟΡΙΑΣ 52"


Το να πω ότι η "Ιστορία 52" (2008) του πρωτοεμφανιζόμενου Αλέξη Αλεξίου είναι η καλύτερη μέχρι σήμερα ελληνική ταινία φανταστικού δεν λέει και πολλά πράγματα για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ελάχιστες οι ελληνικές ταινίες φανταστικού. Μάλλον μεγαλύτερη σημασία έχει το ότι τη βρήκα μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία φανταστικού γενικότερα.
Κλειστοφοβική αλλά πολύ καλογυρισμένη, κατάφερε να μη με κουράσει, παρά το ότι διαδραματίζεται ολόκληρη σχεδόν σε ένα κοινό διαμέρισμα. Το επίτευγμα γίνεται ακόμα πιο σημαντικό με δεδομένο ότι η ιστορία που αφηγείται δεν έχει από μόνη της τίποτα συγκλονιστικό, είναι κοινότοπη: Η γνωριμία του ήρωα με μια κοπέλα, η ερωτική τους σχέση, ο χωρισμός τους... ή μήπως δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα; Κομμάτια της συνηθισμένης αυτής ιστορίας προβάλλονται συνεχώς μπροστά μας, με διαφορετική χρονική σειρά κάθε φορά. Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για την τυπική δομή - παζλ ορισμένων ταινιών, που δείχνουν τι ακριβώς συνέβει, απλώς το δείχνουν με "πειραγμένη" χρονική σειρά. Όμως όχι. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι βλέπουμε τα ίδια επεισόδια... αλλά όχι ακριβώς ίδια. Κάθε φορά οι παρόμοιοι διάλογοι και πράξεις επαναλαμβάνονται είτε ελάχιστα είτε ριζικά παραλλαγμένοι. Και βαθμιαία όλα οδεύουν προς έναν εφιάλτη (διαφορετικό κι αυτόν σε κάθε εκδοχή του). Κι επειδή όλα αυτά γίνονται με έξυπνο και δεξιοτεχνικό τρόπο, έπιασα πολύ γρήγορα τον εαυτό μου να προσπαθεί να συγκρατήσει κάθε λέξη, κάθε λεπτομέρεια, κάθε ελάχιστο σημάδι, αντικείμενο, χειρονομία, πασχίζοντας να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει.
Η κινηματογραφική παιδεία, αλλά και οι γνώση του φανταστικού γενικότερα είναι εμφανείς. Η "Αποστροφή" του Πολάνσκι, ο Λιντς, ο Φίλιπ Ντικ, το "Ρασομόν", είναι μερικά μόνο από τα πολλά στοιχεία που μπορεί να εντοπίσει ο θεατής, καλοχωνεμένα όμως και "συναρμολογημένα" σ' ένα σύνολο που, τελικά, φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού του μόνο και όχι των προαναφερθέντων (κι άλλων τόσων πιθανόν). Βρισκόμαστε στο μυαλό ενός παρανοϊκού; Ποια είναι η αλήθεια και ποιες οι φαντασιώσεις; Υπάρχει, τελικά, μια μόνο αλήθεια; Μήπως είναι η μνήμη που παίζει παράξενα παιχνίδια και παραλάσσει κάθε φορά τα πράγματα;
Ίσως να μη βρείτε ποτέ ξεκάθαρες απαντήσεις, σίγουρα όμως θα σκέφτεστε για καιρό όσα είδατε και τι τελικά συνέβει. Αυτή η ικανότητα της ταινίας να σε "στοιχειώνει" και να σε κάνει να τη σκέφτεσαι για πολύ είναι μια από τις βασικές αρετές της. Προειδοποιώ: Δεν είναι ταινία για πολλούς, ίσως να παρακολουθείται κάπως δύσκολα, δεν δίνει σαφείς απαντήσεις και σηκώνει πολλές, πολλές ερμηνείες (ίσως ο κάθε θεατής να έχει τη δική του). Νομίζω όμως ότι αποτελεί μια από τις μεγάλες εκπλήξεις των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας και ότι αξίζει τον κόπο να χαθείτε στους λαβύρινθούς της.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

ΓΗ ENANTION ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΔΙΣΚΩΝ... ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ B-MOVIES


Αντίθετα με το "The day the Earth stood still", το "Earth vs Flying Saucers" (1956) του Fred F. Sears (1913-1957) είναι ένα τυπικό 50΄ς b-movie επιστημονικής φαντασίας όπου, όπως φυσικά καταλάβατε, κακοί εξωγήινοι επιτίθενται στη γη με σκοπό να την κατακτήσουν. Λογικό, βέβαια, αφού ο Sears ήταν ένας κλασικός "μπι-μουβάς", με καμιά πενηνταριά ταινίες στο ενεργητικό του παρά το ότι πέθανε πολύ νέος. Πώς τα κατάφερε; Μα... γύριζε 4-5 ταινίες το χρόνο (!!!) σ΄ όλη σχεδόν τη δεκαετία του 50, γουέστερν, τρόμου, ΕΦ κι ό,τι άλλο προκύψει.
Οπότε, όπως ίσως καταλαβαίνετε, η ταινία που συζητάμε προσφέρεται για την κλασική πλάκα που μπορεί να γίνει σε ταινίες του είδους. Κακή ηθοποιία, άγαρμποι, ανθρωποειδείς εξωγήινοι που περπατάν σα να έχουν καταπιεί μπαστούνι, όπλα που εφευρίσκονται σε χρόνο dt και, φυσικά, σώζουν τον πλανήτη και όλα τα άλλα κλισέ συσσωρεύονται για να μας προσφέρουν περισσότερο χαβαλέ παρά οτιδήποτε άλλο. Το ψυχροπολεμικό κλίμα, η φοβία του διαφορετικού, ο τρόμος μπροστά σε επερχόμενη εισβολή από την ανατολή μάλλον παρά από το διάστημα, όλα είναι παρόντα εδώ. Αφείστε που οι γήινοι είναι αυτοί που πρώτοι ανοίγουν πυρ απροειδοποίητα μόλις αντικρύζουν του εξωγήινους, πριν ακόμα μάθουν τις προθέσεις τους, κι αυτό περνά εντελώς στο ντούκου, δίχως κανένα σχόλιο, σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό...
Η τελική μάχη, που γίνεται στην Ουάσιγκτον, όπου μάλιστα γκρεμίζεται και ο Λευκός Οίκος, έχει σχετική πλάκα και κάποιο σασπένς, που δεν κατάφερε να μου το δημιουργήσει η υπόλοιπη ταινία, παρά το απειλητικό countdown, με τη διορία που δίνουν οι "ξένοι" στους γήινους. Ειδική μνεία πάντως πρέπει να γίνει στα εφφέ, που είναι του μεγάλου Ray Harryhauzen, πράγμα που ίσως είναι και η μοναδική της αξία. Σήμερα βέβαια φαίνονται πολύ ξεπερασμένα, φανταστείτε όμως το 1956!
Συνίσταται κυρίως σε παρέες που βαριούνται το βράδυ στο σπίτι, με συνοδεία πίτσας, μπύρας και άλλων σχετικών.

Κυριακή, Απριλίου 13, 2008

Η ΓΗ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ


Το 1951 ο Robert Wise (1914-2005) γυρίζει ένα από τα ορόσημα του σινεμά επιστημονικής φαντασίας, το The Day the Earth Stood Still (Όταν η γη σταμάτησε). Βασισμένη σ' ένα διήγημα της δεκαετίας του 30 του Harry Bates, το "Αποχαιρετισμός στον Αφέντη", μιλά για ένα εξωγήινο σκάφος που προσγειώνεται στην Αμερική με επιβάτες έναν ανθρωπόμορφο εξωγήινο και ένα πανίσχυρο, γιγάντιο ρομπότ. Ο πρώτος είναι ο βασικός ήρωας του φιλμ, καθώς πασχίζει να πείσει την ανθρωπότητα ότι βαδίζει ολοταχώς προς την καταστροφή.
Μια σύντομη ματιά στην εποχή είναι απαραίτητη. Βρισκόμαστε στην καρδιά του ψυχρού πολέμου, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση εξοπλίζονται ασύστολα με πυρηνικά και τα πάντα μπορεί να τιναχτούν στον αέρα από μια βλακεία ή ένα λάθος. Αντανάκλαση αυτού του κλίματος (σε συνδυασμό με την υστερική αμερικάνικη κομμουνιστοφοβία) είναι τα περίφημα b-movies επιστημονικής φαντασίας του '50, μέτρια συνήθως (και αστεία, αν και νοσταλγικά, σήμερα). Συνήθως παρουσιάζουν κακούς εξωγήινους που εισβάλλουν με ποικίλους, ύπουλους ή απροκάλυπτους τρόπους στη γη. Η σχέση με την φοβία των αμερικάνων για "κομμουνιστική εισβολή" είναι σαφής και ορισμένα υπονοούμενα σε αρκετές ταινίες του είδους την κάνουν ακόμα σαφέστερη.
Υπήρξαν ωστόσο και εξαιρέσεις σ' αυτό το γενικό κλίμα, η γνωστότερη από τις οποίες είναι το "The Day...". Εδώ, πολύ πριν τον ΕΤ, οι εξωγήινοι είναι "καλοί" και έρχονται να μας προειδοποιήσουν για την αυτοκαταστροφική πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού με τους συνεχείς πολέμους και τους πυρηνικούς εξοπλισμούς. Προχωρώντας όμως περισσότερο, καυτηριάζει την ανθρώπινη βλακεία, επιθετικότητα, μισσαλοδοξία, (γιατί όχι και ξενοφοβία;) και μη ανοχή στο διαφορετικό, σκιαγραφόντας μια γενική τάση του στιλ "πρώτα πυροβόλησε και μετά κάνε ερωτήσεις". Όσο για τη ραγδαία εξάπλωση στον πληθυσμό της υστερικής φοβίας για τον "ανεξέλεγκτο" εξωγήινο, ε, εδώ οι αναφορές στο κλίμα που προαναφέραμε είναι ακόμα σαφέστερες. Έτσι, ο άτυχος ξένος που έρχεται με φιλικές διαθέσεις βρίσκεται, πολύ πριν τον "Άνθρωπο που έπεσε στη Γη" του Ρεγκ, κυνηγημένος και αποξενωμένος να πασχίζει να γλιτώσει από αυτούς που ήρθε να προειδοποιήσει.
Πέραν των "μηνυμάτων" όμως, η ταινία είναι καλογυρισμένη και κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους, τόσα χρόνια μετά την εμφάνισή της. Είναι βέβαια και αρκετά πάνω από τα συνηθισμένα b-movieς σαν παραγωγή, είναι και σημαντικός ο Wise, οπότε όλα δικαιολογούν το χαρακτηρισμό του κλασικού. Αν δεν το έχετε δει, ψάξτε το!
ΥΓ: Υπάρχει μια εκπληκτική σκηνή που, τόσα χρόνια πριν, μοιάζει τόσο επίκαιρη: Ένας ρεπόρτερ, με το μικρόφωνο προτεταμένο, ρωτά το πλήθος για το πώς νοιώθουν για τον εξωγήινο. Πανικός απ' όλους. "Είμαι έντρομος", "κινδυνεύουμε", "να τον σκοτώσουν γρήγορα", "είναι απειλή" κλπ. κλπ. Κάποιος όμως έχει διαφορετική γνώμη: "Ρε παιδιά, μήπως πρέπει να ψάξουμε περισσότερο για το τι θέλει, ποιοι είναι οι σκοποί του..." Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, ο δημοσιογράφος λέει "Ευχαριστώ πολύ", παίρνει το μικρόφωνο και πάει στον επόμενο έντρομο και αγανακτισμένο πολίτη. Σας θυμίζει τίποτα; Ξαναλέω ότι όλα αυτά γίνονται το 1951!

Σάββατο, Απριλίου 12, 2008

ΠΑΛΙΕΣ ΕΡΩΜΕΝΕΣ, ΚΑΤ' ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΝ ΑΜΑΡΤΙΕΣ


Το Une vieille maitresse (2007) της Catherine Breillat είναι μια ταινία εποχής (διαδραματίζεται στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα) με το ερωτικό στοιχείο να κυριαρχεί και την Asia Argendo σε μια σειρά αποκαλυπτικών εμφανίσεων.
Ένας 30άρης Δον Ζουάν της εποχής, διαβόητος στο Παρίσι για τον "έκλυτο βίο" του, ερωτεύεται και παντρεύεται μια νέα, όμορφη και πλούσια κληρονόμο. Πλην όμως η βασική του δεκαετής παράνομη σχέση με μια εκρηκτική και με ύποπτο παρελθόν ισπανίδα, που αψηφά επειδικτικά τους κανόνες της καλής κοινωνίας της πόλης, δεν λέει να σταματήσει, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλει.
Μελέτη πάνω στο ερωτικό πάθος, με κράτησε αρκετά, παρά την αρχική μου (μικρή) αντιπάθεια για τις ταινίες εποχής. Αυτό που προκαλεί έκπληξη (σχετικά δηλαδή, μη φανταστείτε τίποτα εξωφρενικό) είναι οι αρκετά ρεαλιστικές στιγμές σεξ, καθώς και η ωμότητα κάποιων άλλων σκηνών, μη σεξουαλικής φύσης, πράγματα που δεν συνηθίζονται ιδιαίτερα σε ταινίες του είδους. Αυτό που επίσης βρήκα ενδιαφέρον είναι το ότι εστιάζει πάνω στην καθαρά σεξουαλική πλευρά του έρωτα και τη δύναμη που μπορεί να ασκεί η σάρκα πάνω στους ανθρώπους. Η "ανάγνωση" αυτή είναι καθαρά προσωπική, αλλά νομίζω ότι η σχέση του ήρωα με την παλιά ερωμένη του - που ούτως ή άλλως είναι μια σχέση αγάπης/μίσους - είναι απόλυτα σεξουαλικής φύσης, που μάλλον δεν έχει να κάνει με τις άλλες, συναισθηματικές, πνευματικές, ρομαντικές ενίοτε πλευρές του έρωτα. Πράγματι, ενώ είναι ειλικρινά ερωτευμένος με τη μνηστή και κατόπιν σύζυγό του και κάνει σκληρές προσπάθειες να απεμπλακεί από την άλλη, η σάρκα φαίνεται κάθε φορά να κερδίζει το παιχνίδι, κάνοντάς τον να "υποκύπτει" στον έντονο ερωτισμό της, με μια έλξη που μου φάνηκε εντελώς σεξουαλικής φύσης. Αυτός ο διαχωρισμός έρωτα και σεξ είναι κάτι που μάλλον σπάνια βλέπουμε στο σινεμά. Ταυτόχρονα σκιαγραφείται και η ασφυκτική, υποκριτική και καταπιεστική ατμόσφαιρα (στα ερωτικά κυρίως θέματα) της εποχής.
Κατά τα άλλα ίσως να είναι κάπως άνευρα σκηνοθετημένη, ίσως να χρειαζόταν περισσότερο πάθος. Είχε πάντως το ενδιαφέρον της. Ιδιαίτερα για τους (αρκετούς μου φαίνεται) φίλους της Asia, συνίσταται ιδιαιτέρως, όχι μόνο για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους...

Παρασκευή, Απριλίου 11, 2008

H VENUS, H FLEUR ΚΑΙ Ο ΡΟΜΕΡ


Στο γαλλικό Venus et Fleur του 2004 ο Emmanuel Mouret περιγράφει τη σχέση δύο νεαρών κοριτσιών με εντελώς αντίθετους χαρακτήρες. Η Fleur είναι μια κλειστή, ντροπαλή και μοναχική γαλίδα, η Venus μια όμορφη, εύθυμη και εύκολη στα αγόρια ρωσίδα, που περιπλανιέται απένταρη στην Ευρώπη. Η πρώτη θα φιλοξενήσει τη δεύτερη στο πλούσιο σπίτι του θείου της, όπου κάνει καλοκαιρινές διακοπές, και οι αισθηματικές περιπέτειες, τα μπλεξίματα (ή μη μπλεξίματα) με αγόρια και η διαφορετική αντιμετώπιση του έρωτα από την κάθε μία έχουν την τιμητική τους.
Εντάξει, νεανικό, δροσερό, καλοκαιρινό, όλα αυτά τέλος πάντων, αλλά μάλλον βαρέθηκα με τη διαρκή αναζήτηση αγοριών, την αφέλεια και την "έξω καρδιά" της Venus από τη μία και την κλειστή, αυτοκαταστροφική σχεδόν στάση της Fleur από την άλλη. Και φυσικά, στο τέλος, απόλυτα προβλέψιμα, έρχεται και ο μεγάλος έρωτας για να δέσει το γλυκό (δεν σας λέω, βέβαια, από ποιον προς ποια και ποια θα κερδίσει κλπ., αφού αυτό είναι το κλου). Συμπαθητική η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των δύο ηρωίδων, αλλά μέχρις εκεί.
Όπως ίσως καταλάβατε το "φάντασμα" του Eric Rohmer στοιχειώνει από την αρχή μέχρι το τέλος την ταινία. Οι ίδιες αισθηματικές ίνριγγες και περιπλοκές, το ίδιο γαϊτανάκι των σχέσεων, οι κοριτσίστικες ανησυχίες... Ίσως η ταινία, που όντως είναι χαλαρή και απλή, να αρέσει στους φανς του Ρομέρ. Εμένα πάντως, που δεν ανήκω σ' αυτούς, θα ήταν πολύ δύσκολο να με συγκινήσει ένας μιμητής του.
ΥΓ: Η Venus πάντως, η ρωσίδα δηλαδή, είναι από τις πιο θελκτικές υπάρξεις που έχω δει τελευταία στην οθόνη. Αν αυτό μπαίνει στα συν της ταινίας, προσυπογράφω.

Τετάρτη, Απριλίου 09, 2008

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥΡΟΥ


Στο "Dialogue avec mon jardinier" (Διάλογος με τον κηπουρό μου, 2007) ο βετεράνος γάλλος Jean Becker κάνει μια αρκετά συμπαθητική ταινία, που σίγουρα βλέπεται ευχάριστα και έχει και κάτι να πει. Γι' αυτό, βέβαια, θα πούμε σε λίγο.
Ένας μεσήλικας πετυχημένος ζωγράφος (= λεφτά, εκλεπτυσμένοι τρόποι, διανόηση κλπ.) επιστρέφει μετά το χωρισμό του στην επαρχιακή γενέτειρά του, ανοίγει ξανά το πατρικό του σπίτι και προσλαμβάνει έναν παλιό συμμαθητή του, συνομίληκό του προφανώς, ο οποίος δεν έχει φύγει ποτέ από τη μικρή, επαρχιακή πόλη, σαν κηπουρό. Ανάμεσά τους δημιουργείται μια πολύ στενή φιλική σχέση, παρά το ότι ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους.
Ο Becker κάνει μια έντονη κριτική στον "πολιτισμένο", "πρωτευουσιάνικο" τρόπο ζωής - και δη αυτής των "διανοούμενων" (όλα αυτά σε εισαγωγικά, γιατί είναι όροι που σίγουρα σηκώνουν πολλές ερμηνείες) και τον αντιπαραθέτει με την απλότητα, την αθωότητα και την σε-αρμονία-με-τη-φύση ζωή της επαρχίας. Ο αμόρφωτος και κάπως αφελής κηπουρός καταφέρνει, δίχως ουσιαστικά να το επιδιώξει, να μεταδώσει μια σειρά από βασικές αλήθειες για τη ζωή στον "ανώτερό" του, υποτίθεται, παλιό συμμαθητή, ο οποίος θα αλλάξει μετά τη συνάντηση αυτή. Τίποτα βαθύ και φιλοσοφικό. Απλά πράγματα: Ανεπιτήδευτη χαρά της ζωής, ικανοποίηση γι' αυτό που έχουμε κλπ., που ο σύγχρονος πολύπλοκος τρόπος που ζούμε μας έχει κάνει να ξεχάσουμε.
Σ' αυτά βέβαια μπορεί να υπάρξουν αρκετές αντιρρήσεις: Μπορεί κάποιος να αμφισβητεί τη δύναμη αυτής της "κοινής λογικής", που συνορεύει αφόρητα με την κοινοτοπία ή/και τη βαρεμάρα μιας ομοιόμορφης, επαναλαμβανόμενης ζωής. Και, βέβαια, ελάχιστα θίγονται τα συνήθως καλά κρυμμένα μυστικά και υπόγεια πάθη που συχνά σοβούν σε τέτοιες μικρές, κλειστές κοινότητες. Μπορεί επίσης να κατηγοργθεί το φιλμ για το αρκετά μελό τέλος. Πλήν όμως, παρακολουθείται πολύ ευχάριστα, έχει αρκετό χιούμορ (και συγκίνηση) και, τελικά, μου άφησε μια όμορφη γεύση, παρά τα κάποια σχηματικά και απλοϊκά στοιχεία που περιέχει. Και, πέραν της όποιας κριτικής, λέει σίγουρα μερικές αλήθειες που όλοι έχουμε ξεχάσει.

Τρίτη, Απριλίου 08, 2008

3ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΛΕΦ


Είναι η τρίτη αισίως φορά που η δραστήρια ΑΛΕΦ (Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας) διοργανώνει το φεστιβάλ ταινιών μικρού (κυρίως) μήκους του είδους (τι άλλο, άλλωστε;) Μόνο που φέτος τα πράγματα έχουν αναβαθμιστεί: Πρώτα - πρώτα θα γίνει στο Μικρόκοσμο της Συγγρού, ένα από τα σινεμά που αγαπάμε. Έπειτα, θα κρατήσει 4 ολόκληρες μέρες (10-13 Απριλίου, κοινώς από Πέμπτη έως Κυριακή). Και τρίτον, θα περιλαμβάνει, εκτός από μικρού, και μερικές μεγάλου μήκους, κλασσικές του είδους (δεκαετίας 50 κυρίως, αλλά και άλλες).
Ο βασικός λόγος να πάμε είναι κυρίως ότι τόσο οι ελληνικές (σχετικά λίγες) όσο και οι ξένες μικρού μήκους, είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν αλλού (και, ακόμα περισσότερο, να ειδωθούν σε μεγάλη οθόνη). Η επιλογή είναι πολύ καλή και περιλαμβάνει ορισμένα εξαιρετικά δείγματα των πολύ τελευταίων χρόνων.
Καλή αντάμωση λοιπόν στο Μικρόκοσμο για πολύ μακρινά ταξίδια.
ΥΓ: Στα πανσπάνια και η βραβευμένη μικρομέγαλη ταινία (γύρω στα 50 λεπτά) Call of Cthulu, βουβή και ασπρόμαυρη, πλοην όμως γυρισμένη το 2005! Αν θέλετε τη γνώμη μου, ποτέ άλλοτε η λοβκραφτική ατμόσφαιρα δεν δόθηκε τόσο καλά στο σινεμά. Μην το χάσετε.

Το πρόγραμμα:

ΠΕΜΠΤΗ 10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2008
Τίτλος Σκηνοθέτης Χώρα Ώρα Έναρξης
Earth vs Flying Saucers Fred Sears ΗΠΑ 8:30:00 μμ

Ταινίες Μικρού Μήκους / Ελληνική Ρετροσπεκτίβα I 10:00:00 μμ
Sonyc Αντώνης Γλαρός ΕΛΛΑΔΑ
Shrink Σπύρος Παπαναστασίου ΕΛΛΑΔΑ
Του Χάρου τα Δόντια Κυριάκος Χατζημιχαηλίδης ΕΛΛΑΔΑ

The Day the Earth Stood Still Robert Wise ΗΠΑ 11:00:00 μμ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 11 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2008 Ώρα Έναρξης
It Came from Outer Space Jack Arnold HΠΑ 8:30:00 μμ

Ταινίες Μικρού Μήκους / Ελληνική Ρετροσπεκτίβα IΙ 10:00:00 μμ
O Τελευταίος Φακίρης Μπάμπης Μακρίδης ΕΛΛΑΔΑ
Transit Γιάννης Γαϊτανίδης ΕΛΛΑΔΑ
Με Θυμάσαι; Aλέξης Αλεξίου ΕΛΛΑΔΑ

The Mysterians Ishiro Honda IAΠΩΝΙΑ 11:00:00 μμ

ΣΑΒΒΑΤΟ 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2008 Ώρα Έναρξης
I Married a Monster from Outer Space Gene Folwer ΗΠΑ 8:30:00 μμ

Ταινίες Μικρού Μήκους / Φαντάσματα & Τέρατα 10:00:00 μμ
Afterimage Catalin Leescu ΡΟΥΜΑΝΙΑ
Absence Kevin Lecomte ΓΑΛΛΙΑ
AGNIESZKA 2039 Martin Gauvreau Μ.ΒΡΕΤΑΝΙΑ
Dusk Hans Georg Nenning ΑΥΣΤΡΙΑ
Psycho Hillbilly Cabin Massacre! Robert Cosnahan ΗΠΑ
Que Bom Que Eu Te Encontrei Rafael Rodrigues Pereira ΒΡΑΖΙΛΙΑ
Folklore Parker Briscoe ΚΑΝΑΔΑΣ
The Shadow Within Silvana Zancoli ΙΤΑΛΙΑ

Call of Cthulhu Andrew Leman ΗΠΑ 11:40:00 μμ




ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2008 Ώρα Έναρξης
Διαγωνιστικό Τμήμα Ταινιών Μικρού Μήκους Ι 6:00:00 μμ
ΙΣΟΓΕΙΟ Χάρης Σταθόπουλος ΕΛΛΑΔΑ
Sabinium Ηarvey Goldman ΗΠΑ
Bait Alex Pearson Μ.ΒΡΕΤΑΝΙΑ
Forced Alliance Gerry Santos & Randolph Bookman ΗΠΑ
Operation: Fish Jeff Riley ΗΠΑ
Machinations William Coughlan ΗΠΑ
VICTOR Y LA MAQUINA Carlos Talamanca ΙΣΠΑΝΙΑ

Διαγωνιστικό Τμήμα Ταινιών Μικρού Μήκους ΙΙ 7:30:00 μμ
JAB Keith Lawes Μ.ΒΡΕΤΑΝΙΑ
Guns & Cookies Levi Hawkinson ΗΠΑ
Frattura Omar Pesenti ΙΤΑΛΙΑ
Ώμος προς Ενοικίαση Δημήτρης Εμμανουηλίδης ΕΛΛΑΔΑ
Skewed Jeremy Wechter ΗΠΑ
The New Life Daniel Giambruno ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Zombie Chris Armstrong ΗΠΑ
The Listening Dead Phil Mucci ΗΠΑ

Διαγωνιστικό Τμήμα Ταινιών Μικρού Μήκους ΙΙΙ 9:15:00 μμ
Simulacra Tatchapon Lertwirojkul ΗΠΑ
The Un-Gone Simon Bovey Μ.ΒΡΕΤΑΝΙΑ
Oberschule Amanda Beggs ΗΠΑ
Pig Tale Adrien Van Viersen ΚΑΝΑΔΑΣ
One Soul Arun Vaidyanathan ΗΠΑ
Droomtijd Tom Van Avermaet ΒΕΛΓΙΟ
EPICAC Will Tully ΗΠΑ
THE BIG FOREVER Robert Glassford & Timo Langer Μ.ΒΡΕΤΑΝΙΑ

THE LAST LINE (ντοκιμαντέρ) Marissa Becker & Suzanne Kai ΗΠΑ 11:10:00 μμ

ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ & Επανάληψη Βραβευμένου 11:45:00 μμ

Σάββατο, Απριλίου 05, 2008

ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ CYBORG;


Φαίνεται ότι ο φοβερός κορεάτης Chan-wook Park βρίσκεται πλέον πολύ μακριά από το Old Boy. Το έδειξε ήδη με την προηγούμενή του Lady Vengeance, όπου υπήρχε μεν και πάλι το μοτίβο της εκδίκησης, δοσμένο όμως με πολύ διαφορετικό τρόπο και λιγότερη βία. Με το "I'm a cyborg, but that's OK" (2006) αλλάζει εντελώς θεματολογία και διάθεση κάνοντς μια ταινία που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τρυφερή και γλυκειά.
Πρόκειται για την ιστορία μιας κοπέλας που νομίζει ότι είναι cyborg και γι' αυτό αρνείται να φάει, πιστεύοντας ακράδαντα ότι μπορεί να ζήσει με... μπαταρίες. Κλείνεται σε άσυλο, όπου γνωρίζει διάφορους άλλους τρόφιμους και αναπτύσσει βαθμιαία μια ιδιαίτερη σχέση με έναν απ΄ αυτούς, που νομίζει με τη σειρά του ότι μπορεί να κλέψει τα πάντα, ακόμα και συναισθήματα από άλλους ανθρώπους.
Τα πάντα στην ταινία είναι δοσμένα με μια έντονα σουρεαλιστική, ονειρική διάθεση, που αδιαφορεί παντελώς για την αληθοφάνεια όσων συμβαίνουν. Το άσυλο, ας πούμε, κάθε άλλο παρά εφιαλτικό είναι. Μάλλον πλάκα έχει, οι τρόφιμοι μοιάζουν να είναι ελεύθεροι να κάνουν σχεδόν ό,τι θέλουν, οι γιατροί - δεσμοφύλακες σπανίως εμφανίζονται κλπ. Πολλά απ' όσα γίνονται εκεί προκαλούν γέλιο. Τα manga και η αισθητική τους παντρεύεται με τη συγκίνηση και την τρυφερότητα για να καταλήξουν σ' έναν ύμνο για την αγάπη και την ελευθερία.
Ο Park ενδιαφέρεται πρωτίστως για την εικόνα του φιλμ. Για να εικονογραφήσει λοιπόν τα όνειρά του ή τις σουρεαλιστικές εμπνεύσεις του, επιλέγει να κινηματογραφεί τις φαντασιώσεις ή παραισθήσεις των ασθενών, δίνοντάς μας έτσι αξέχαστες εικόνες. Πράγματι, το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι κατά τη γνώμη μου το οπτικό μέρος, που διαθέτει σκηνές σπάνιας ομορφιάς (αλλά και μερικές βίαιες, μέρος πάντοτε των φαντασιώσεων της κοπέλας ότι σκοτώνει δίχως οίκτο τους γιατρούς του ιδρύματος, για να μη ξεχνάει και ο σκηνοθέτης το "αιματοβαμμένο" παρελθόν του). Ίσως να υπάρχουν κάποια προβλήματα στην αφήγηση ή κάποια ακατανόητα σημεία, αλλά σε γενικές γραμμές το όλο εγχείρημα, που καταλήγει στο κεντρικό συμπέρασμα ότι τελικά μόνο η αγάπη είναι θεραπευτική (υπέροχες οι τελευταίες εικόνες), μου άρεσε και το βρήκα και αρκετά πρωτότυπο.

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΣΚΟΡΠΙΟΣ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΕΣΑΙ


Το 2001 ο ακούραστος Woody Allen γυρίζει την "Κατάρα του Πράσινου Σκορπιού" (The Curse of the Jade Scorpion), 34η αισίως ταινία του. Το έργο του Allen "πηγαινοέρχεται" ανάμεσα σε "σοβαρές" ταινίες, που θίγουν αρκετά και σημαντικά θέματα (Match Point, Husbands and wives, Zelig κλπ. κλπ.) και απλώς χαριτωμένες, που αφηγούνται μια συνήθως έξυπνη, αστεία και ευχάριστη ιστορία, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότρο πετυημένα (Scoop, Everyone says I love you κλπ. κλπ.) Σ' αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει και η "Κατάρα...". Την οποία προσωπικά κατατάσσω στις πετυχημένες περιπτώσεις.
Πρόκειται για μια κομεντί (είδος που ο Allen έχει αρκετές φορές ανεβάσει σε ύψη), με έναν απατεώνα υπνωτιστή που χρησιμοποιεί έναν ερευνητή ασφαλιστικής εταιρίας και μια υπάλληλό της για τους δικούς του πονηρούς σκοπούς και τους εμπλέκει σε μια παλλινδρομική σχέση αγάπης - μίσους. Ίσως η ταινία να μην διαθέτει αυτό που αποκαλούμε "βάθος", τουτέστιν νοήματα, βαθείς συλλογισμούς, πρωτότυπες απόψεις κλπ., παρ΄ όλα αυτά όμως τη βρίσκω μια από τις πιο διασκεδαστικές του δημιουργού της. Είναι αυτό που θα χαρακτήριζα "απολαυστική", ανεξαρτήτως νοημάτων. Το κλασσικό γουντιαλενικό χιούμορ είναι διάχυτο, οι προσβολές που το (υποψήφιο) ζευγάρι ανταλλάσει στις φάσεις μίσους είναι ευρηματικότατες, η αστυνομική πλοκή, αν και απλή σχετικά, είναι έξυπνη και ευχάριστη και κρατά τον θεατή, η κομψότητα, η καλογουστιά και ο σχετικός ρομαντισμός είναι εμφανή. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από το σινεμά; (ή μάλλον, πολλά άλλα μπορεί κανείς να ζητήσει, αλλά ένα αληθινά ευχάριστο δίωρο δεν είναι ποτέ ευκαταφρόνητο).
Σε γενικές γραμμές τη βρίσκω μια από τις πιο ευχάριστες της δεύτερης, της "απροβλημάτιστης" ομάδας ταινιών του Woody. Γι΄αυτό και τη συνιστώ αν δεν την έχετε ήδη δει.

Τρίτη, Απριλίου 01, 2008

ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΜΙΖΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ


Τελικά πιστεύω όλο και πιο πολύ ότι ο ισπανικός κινηματογράφος είναι ένας από τους σημαντικότερους σήμερα διεθνώς. Και δεν είναι μόνο ο Almodovar, o Amenabar και μερικοί ακόμα, που απλώς αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Κάθε λίγο αποδεικνύεται ότι το όλο πράγμα έχει βάθος, ρίζες και πλήθος άγνωστων "εφεδρειών". Θυμηθείτε, ας πούμε, τα πρόσφατα Toremolinos και Ορφανοτροφείο, για να αναφέρω δύο στην τύχη.
Ο Jorge Sánchez-Cabezudo είναι πρωτοεμφανιζόμενος. "Η Νύχτα των Ηλιοτροπίων" του όμως (2006) φανερώνει μεγάλη ωριμότητα και δεξιοτεχνία. Όλα ξεκινούν με το πτώμα μιας κοπέλας που ανακαλύπτεται σε ένα λιβάδι με ηλιοτρόπια και οδηγούνται σε ένα δυνατό δράμα (με την εμπλοκή μιας παρέας "πρωτευουσιάνων" σπηλαιολόγων), που συμβαίνει στην ασφυκτικά κλειστή κοινωνία ενός μικρού, ξεχασμένου χωριού. Το όλο κλίμα θυμίζει αυτό του ελληνικού "Γιού του Φύλακα", που επίσης μου άρεσε, βρίσκω όμως την ισπανική ταινία καλύτερη.
Αυτό που πρώτα θαύμασα είναι το πολύ σφιχτό σενάριο. Η ιστορία δεν με άφησε καθόλου να χαλαρώσω με το κλιμακούμενο σασπένς της, καθώς λέει όσα θέλει να πει μέσα από μια δομή θρίλερ, ενώ οι χαρακτήρες είναι όλοι εξαιρετικοί (και εξαιρετικά πιστευτοί και αληθινοί). Ολόκληρη η κοινωνία του μικρού χωριού δίνεται ανάγλυφα, με τα βρώμικα και καλά κρυμμένα μυστικά της, τα πάθη που σιγοβράζουν, το κρυφό ή φανερό όνειρο των περισσότερων να ξεκολλήσουν από εκεί ή, έστω, να ζωντανέψουν λίγο την πληκτική τους καθημερινότητα.
Η ταινία κινείται σε πολλά επίπεδα και θίγει αρκετά θέματα. Η ερήμωση της επαρχίας, με τη συνεχή φυγή των κατοίκων στις μεγάλες πόλεις είναι ένα απ' αυτά. Η πνιγηρή και μίζερη καθημερινότητα όσων απομένουν (που είναι άραγε προϊόν της εγκατάλειψής της ή προϋπάρχει και αναγκάζει τους κατοίκους να την εγκαταλείψουν;) είναι το κυρίαρχο μοτίβο. Το θέμα της "τιμής" με την οποία μπορεί οποιοσδήποτε να εξαγοραστεί και των ορίων της τιμιότητας των ανθρώπων είναι ένα άλλο. Η διαφθορά της εξουσίας προλαβαίνει κι αυτή να θιγεί, καθώς και ο ρόλος των συμπτώσεων ή η αδυναμία μπροστά στο κακό που κυκλοφορεί ανεξέλεγκτο. Κι όλα αυτά χωρίς ούτε μια στιγμή να γίνεται "κήρυγμα" οποιουδήποτε είδους. Εγώ απλώς παρακολουθούσα ένα καλοστημένο θρίλερ.
Αν σκεφτείτε ότι πρόκειται για πολύ φτηνή παραγωγή, η ταινία αποτελεί εκκωφαντικό παράδειγμα για τους έλληνες σκηνοθέτες (καθώς το όλο πράγμα θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται σε ελληνικό χωριό - Ελλάδα και Ισπανία μοιάζουν, βλέπετε, σε πολλά πράγματα) και το τι μπορούν να κάνουν αν έχουν ταλέντο και έμπνευση. Που, φοβάμαι, ότι σε γενικές γραμμές, και με ορισμένες φυσικά εξαιρέσεις, μάλλον λείπει.

Κυριακή, Μαρτίου 30, 2008

ΑΚΙΝΗΤΕΣ ΖΩΕΣ, ΑΡΓΟΙ ΡΥΘΜΟΙ


Με τις "Ακίνητες Ζωές" του (2006) ο Zhang Ke Jia κάνει ένα σχόλιο πάνω στη σύγχρονη Κίνα και, κυρίως, πάνω στη μετάβασή της από το παλιό κομμουνιστικό μοντέλο στο σύγχρονο δυτικό, καπιταλιστικό σύστημα. Το βάρος πέφτει στις ποικίλες παρενέργειες της μετάβασης αυτής και στην εκμηδένιση της ζωής των μεμονωμένων ατόμων απέναντι στο συλλογικό "όραμα".
Σε μια περιοχή με σπάνια φυσική ομορφιά, γνωστή σαν Τρία Φαράγκια, έχει δημιουργηθεί ένα από τα μεγαλύτερα φράγματα στον κόσμο. Αποτέλεσμα ήταν να βυθιστεί σταδιακά στο νερό μια ολόκληρη πόλη, αφού προηγουμένως οι κάτοικοί της διώχτηκαν υποχρεωτικά από τα σπίτια τους. Στο μέρος αυτό, που είναι ένα συνεχές εργοτάξιο όπου λιπόσαρκοι εργάτες κατεδαφίζουν αργά τις εναπομείνασες πολυκατοικίες, φτάνουν ένας φτωχός εργάτης και μια κοπέλα. Ο ένας αναζητά την πρώην σύζυγό του, που έχει να δει 16 χρόνια, η άλλη τον σύζυγό της, με υψηλή θέση στα έργα, που έχει να δει δυο χρόνια.
Χαμένες ζωές, φτώχεια σε βαθμό εξαθλίωσης ενίοτε, κακοχωνεμένες "δυτικές" συνήθειες που αγγίζουν τα όρια του γελοίου, λατρεία του χρήματος, θυσία των ατομικών περιπτώσεων μπροστά στο γενικό πλάνο, συνθέτουν το σύγχρονο πρόσωπο του αναδυόμενου γίγαντα που λέγεται Κίνα. Η εικόνα κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή είναι. Ό,τι βλέπουμε είναι καθαρά τριτοκοσμικό. Αυτή είναι και η ιδιορυθμία της κινέζικης περίπτωσης: Ενώ η χώρα είναι μία από τις δύο - τρεις ισχυρότερες στον κόσμο (για πολλούς μάλιστα θα είναι η επόμενη μοναδική υπρδύναμη), οι κάτοικοι ζουν με ανέχεια και φτώχεια. Είναι μάλιστα ειρωνικό το ότι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, επίσημα το καθεστώς δεν έχει αλλάξει, παραμένει υποτίθεται σκληροπυρηνικά κομμουνιστικό, όπως ήταν δηλαδή επί δεκαετίες. Γι' αυτό, ενώ γύρω επικρατεί ο άγριος καπιταλισμός, στα δημόσια κτίρια κυριαρχούν οι φωτογραφίες του Μάο, του Μαρξ, του Λένιν και ακόμα και του.... Στάλιν - για να θυμίζουν εποχές που, με διαφορετικό τρόπο, ήταν εξ ίσου απάνθρωπες με τις σημερινές. Εντύπωση τέλος μου προκάλεσε η αδίστακτη υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, που όπως είπαμε είναι πανέμορφο με το ποτάμι και τις καταπράσινες, απότομες όχθες των φαραγγιών, από ανεξέλεγτη, πανάσχημη οικοδόμηση, που κατατρώει σαν καρκίνος τις κάποτε όμορφες πλαγιές. Αν το δείτε αυτό, θα θεωρήσετε εμάς τους έλληνες... απίστευτα οικολόγους!
Όλα αυτά για το περιεχόμενο. Η γραφή όμως πρέπει να πω ότι με κούρασε αρκετά. Υπερβολικά αργά πλάνα, τελετουργικές θαρρείς κινήσεις και τρόπος ομιλίας, έλλειψη δράσης (αυτό δεν πειράζει, αλλά σε συνδυασμό με τα προηγούμενα...), με έκαναν να κοιτάξω μερικές φορές το ρολόι μου. Πάντως αξίζει αν μη τι άλλο για την ντοκιμαντερίστικη διάστασή του, που αφορά τις αληθινές συνθήκες ζωής εκεί. Μη μασάτε λοιπόν με τα σούπερ στάδια και τις εκπληκτικές τεχνολογίες που θα δούμε στους Ολυμπιακούς. Αποτελούν μονάχα τη βιτρίνα.

Παρασκευή, Μαρτίου 28, 2008

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΙΖΟΝΑ


Το 1993, έχοντας ήδη γυρίσει το "Μπαμπά που λείπει σε ταξίδι για δουλειές" και τον "Καιρό των Τσιγγάνων", ο Emir Kusturica κάνει την μοναδική μέχρι σήμερα αμερικάνικη ταινία του. Και μάλιστα με λαμπρό καστ: Τζόνι Ντεπ, Φέι Ντάναγουέι, Τζέρι Λιούις, Λίλι Τόμλιν... Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Κι όμως, κατά τη γνώμη μου, αποτυγχάνει.
Στο "Arizona Dream" νομίζω ότι βλέπουμε για πρώτη φορά το παρανοϊκό στιλ του Κουστουρίτσα να γίνεται μανιέρα. Πρέπει, δηλαδή, ντε και καλά, να βγάλει όλη αυτή την τρέλα που υπάρχει στο έργο του και στην Αμερική. Η Αμερική όμως δεν είναι Βαλκάνια, το περιβάλλον δεν ταιριάζει γι' αυτό το είδος τρέλας και μαγείας που κουβαλά. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο λεγόμενος "μαγικός ρεαλισμός" ανθεί κυρίως σε χώρες με έντονο χρώμα και με το ένα πόδι στον Τρίτο Κόσμο, όπως αυτές της Λατινικής Αμερικής. Ο βαλκάνικός μαγικός ρεαλισμός λοιπόν του Κουστουρίτσα μου φαίνεται κάπως στημένος και δήθεν όταν μεταφέρεται στην Αριζόνα, με τις ερήμους των γουέστερν και τους κιτς πωλητές αυτοκινήτων. Αυτό που μένει είναι ήρωες που συμπεριφέρονται παρανοϊκά ή/και εκκεντρικά - πολλές φορές άνευ λόγου - δίχως αυτό να αποτελεί τη "φυσική" τους κατάσταση όπως οι γιουγκοσλάβοι "συνάδελφοί" τους. Έτσι, για μένα τουλάχιστον, όλη αυτή την ιστορία "ερωτικής ενηλικίωσης" ή, για να ακριβολογήσουμε, του έρωτα ενός νεαρού για μια πολύ μεγαλύτερή του μητέρα, αλλά και την κόρη της (κάπως "πειραγμένες" αμφότερες), διανθισμένη από επαναλαμβανόμενα όνειρα με Εσκιμώους και ψάρια που πετάνε, ήταν κάπως άνευ ουσίας. Και το αναπάντεχα δραματικό φινάλε μου φάνηκε στημένο, για να δημιουργηθεί σώνει και καλά ένα δράμα.
Ξέρω, ακούγομαι πολύ αρνητικός, αλλά απλώς προσπαθώ να στηρίξω τις απόψεις μου για μια ταινία που ξέρω ότι πολλοί αγαπούν. Παρ' όλα αυτά σαφώς δεν στερείται αρετών: Διαθέτει αρκετές διασκεδαστικές ή συγκινητικές στιγμές, θαυμάσια, ονειρική φωτογραφία και την γνωστή φοβερή μουσική του Bregovic (και το τραγούδι με τον Iggy Pop). Ειδικά η εικόνα της είναι, νομίζω, και το μεγαλύτερο ατού της. Δυστυχώς όλη αυτή η ομορφιά και η ποίηση των εικόνων δεν θεωρώ ότι κατάφεραν να την στηρίξουν.
Μετά την αποτυχία του στις ΗΠΑ (εμπορικά εννοώ, διότι τα περί άλλης αποτυχίας είναι υποκειμενικά), ο Κ. θα έκανε το περίφημο Underground (που μ΄αρέσει) και μετά θα βούλιαζε στη μανιέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι τελευταίες ταινίες του περνούν μάλλον απαρατήρητες.

Τρίτη, Μαρτίου 25, 2008

ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ... ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΑ BLOCKBUSTERS


Πάντα είχα την αίσθηση ότι ο πανέξυπνος και εφευρετικότατος κατά τα άλλα Michel Gondry "δεν ξέρει" να γυρίζει ταινίες. Με εξαίρεση την "Αιώνια λιακάδα...", που την θεωρώ την καλύτερη ταινία του, όλες οι υπόλοιπες έχουν αφηγηματικά προβλήματα: Είναι σεναριακά ασύνδετες ή/και πλατειάζουν ή/και από ένα σημείο και πέρα επαναλαμβάνονται κλπ. Το ίδιο ακριβώς νομίζω ότι συμβαίνει και με το "Be Kind Rewind" (Γύρνα το μόνος σου, 2008): Μια πραγματικά πανέξυπνη ιδέα, που μπορεί να βγάλει άπειρο γέλιο, που δυστυχώς χαραμίζεται σε όχι τόσο αστείες καταστάσεις ή σε αφήγηση που δεν κατάφερε να με κρατήσει, κάνοντάς με να βαρεθώ σχετικά συντομα.
Σε επίπεδο ιδεών πάντοτε, οι αρετές είναι πολλές: Και η φοβερή ιδέα να γυρίζουν δύο τύποι ριμέικ πλήθους πασίγνωστων αμερικάνικων ταινιών, κυρίως blogbusters, με μια κάμερα στο χέρι και ερμηνεύοντας οι ίδιοι όλους σχεδόν τους ρόλους και χρησιμοποιώντας ανεκδιήγητα εφφέ, και το γενικό πνεύμα συλλογικότητας, γειτονιάς, φτωχών κόντρα σε μεγάλα συμφέροντα και πολυεθνικές, και η νοσταλγική διάθεση των 80ς και της "βασιλείας" των βιντεοκασετών... συν την ευπρόσδεκτη τρέλλα του Τζακ Μπλακ, όλα δείχνουν ότι θα μπορούσε να γίνει ένα σπαρταριστό φιλμ. Έλα ντε, όμως, που ούτε καν σε επίπεδο χιούμορ δεν κατάφερε να απογειωθεί... Γέλασα μερικές φορές, σε καμία περίπτωση όμως όσο υπόσχονταν οι ιδέες που προανέφερα. Αντίθετα, η ταινία κυλά επίπεδα και οι καταστάσεις πολύ σύντομα αρχίζουν να επαναλαμβάνονται. Στο τέλος είχα την αίσθηση μιας μέτριας, άντε απλώς συμπαθητικής, συνηθισμένης κωμωδιούλας, πράγμα ανεπίτρεπτο για ένα ταλέντο όπως αυτό του Γκοντρί. Κρίμα!
Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνει ένας φύσει προικισμένος δημιουργός όπως αυτός, με το σουρεαλιστικό στοιχείο στο αίμα του, για να γυρίσει και καλές ταινίες, οι οποίες να ξεπερνούν τις λαμπρές ιδέες στις οποίες πάντοτε βασίζονται. Πέριμένω - αν και πλέον κρατώ "μικρό καλάθι".

Κυριακή, Μαρτίου 23, 2008

ΤΑ ΠΕΜΠΤΑ ΑΙΣΙΩΣ ΖΟΜΠΙ ΤΟΥ ROMERO


Να λοιπόν που ο George Romero, 40 χρόνια μετά την πρώτη, ιστορική ενασχόληση με το θέμα των ζόμπι, καταπιάνεται και πάλι μ΄ αυτά (για 5η φορά) στο "Ημερολόγιο των Νεκρών" (2007). Ως γνωστόν ο Ρομέρο, σαφώς ο σημαντικότερος δημιουργός απ' όσους ασχολήθηκαν με τα ζόμπι, είναι από τους λίγους σκηνοθέτες τρόμου που διατυπώνει και πολιτικές απόψεις, κυρίως μ' αυτή ακριβώς την πενταλογία του. Το ίδιο λοιπόν κάνει κι εδώ. Προβληματίζεται κυρίως πάνω στη δύναμη της εικόνας, την απόλυτη κυριαρχία της, για την ακρίβεια, στην εποχή μας και μιλά για το θέαμα και την ισχύ του, αλλά και το πάθος της "δημοσιογραφικής καταγραφής της αλήθειας". Η ταινία έχει το σχετικό σασπένς και βλέπεται, αλλά... Από εδώ αρχίζουν τα "αλλά".
Μετά τα Blair Witch Project και Coverfield στο Diary of the Dead χρησιμοποιείται η ίδια ακριβώς ιδέα: Η καταγραφή, υποτίθεται, των γεγονότων με μια ερασιτεχνική κάμερα, πράγμα που δίνει την ψευδαίσθηση γνησιότητας και ντοκιμαντέρ στα εφιαλτικά τεκταινόμενα και παίζει με το θέμα της "ταινίας μέσα στην ταινία". Όμως, το είπαμε, αυτό έχει χρησιμοποηθεί, και μάλιστα αρκετά πρόσφατα, οπότε παύει να αποτελεί εύρημα και γίνεται "μια ακόμα τέτοια ταινία". Κι όσο για την απόπειρα να μιλήσει για την κυριαρχία της εικόνας σήμερα, το κάνει τόσο έντονα, που κατά τη γνώμη μου αποβαίνει εις βάρος της ιστορίας. Όλη αυτή η εμμονή δηλαδή της κινηματογράφησης των πάντων, της δύναμης της κάμερας, στην οποία ουδείς υποτίθεται μπορεί να αντισταθεί, κάνει το σενάριο αναληθοφανές. Τόση μανία πια να γίνει η ταινία, ακόμα κι όταν "ο κόσμος καίγεται" γύρω σου;
Έπειτα είναι και η φυσιολογική κούραση. Είπαμε, είναι τα 5α ζόμπι. Πόσο πια μπορεί να ανανεωθεί το είδος; Οι επαναλήψεις είναι, φοβάμαι, αναπόφευκτες. Ίσως γι΄αυτό και αυτά τα ζόμπι τρομάζουν λιγότερο από άλλες φορές.
Οι φίλοι του είδους (και είναι φανατικοί, το ξέρω), ας το δουν. Δεν είναι κακή ταινία και έχει και κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία. Η παλιά μαγεία και η γνήσια ανατριχίλα όμως έχουν, φοβάμαι, παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Σάββατο, Μαρτίου 22, 2008

ΠΡΙΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ


Είναι απίστευτο το ότι ο Sidney Lumet έκανε τόσο καλή ταινία στα 83 του, όταν μάλιστα οι δουλειές του των αρκετών τελευταίων χρόνων ήταν μέτριες. Στο "Πριν ο διάβολος καταλάβει ότι πέθανες" (2007) δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω: Το πυκνό, δίχως καμιά κοιλιά σενάριο, τις πολύ καλές ερμηνείες από ένα πλουσιότατο καστ, το πετυχημένο μπρος - πίσω στο χρόνο, που δεν μπερδεύει αλλά φωτίζει σκοτεινά σημεία...
Πριν πω οτιδήποτε άλλο οφείλω να προειδοποιήσω τους υποψήφιους θεατές: Η ταινία είναι μαύρη, κατάμαυρη, απαισιόδοξη, πλημμυρισμένη στην απελπισία. Σπάνια έχω δει φιλμ όπου όλοι οι ήρωες βρίσκονται σε τόσο βαθιά αδιέξοδα. Ερωτικά, επαγγελματικά, οικονομικά, ψυχολογικά. Όλες αυτές οι απελπισίες διαφορετικών ανθρώπων, που όλοι σχεδόν ανήκουν σε μια οικογένεια, "δένουν" θαρρείς δημιουργώντας μια από τις πιο ασφυκτικές ατμόσφαιρες που έχω δει ποτέ. Όταν οι ήρωες αποφασίζουν να διαπράξουν το πρώτο "κοκό", όλα συνομωτούν εναντίον τους, οδηγώντας τους με μαθηματική ακρίβεια στο να πράττουν όλο και μεγαλύτερα κακά. Τα πάντα ξεκινάνε από μια ληστεία κατά την οποία όλα πάνε στραβά (μη φοβάστε, δεν είναι σπόιλερ, αυτό συμβαίνει στα πρώτα ελάχιστα λεπτά της ταινίας) και από κει και πέρα χτίζεται μεθοδικά η ιστορία : Τι προηγήθηκε, τι είδους ληστεία ήταν αυτή και ό,τι ζοφερό συμβαίνει στη συνέχεια.
Μελέτη για μια ακόμα φορά φέτος της αρνητικής πλευράς των ανθρώπων, αλλά και της ατυχίας - όπου όταν κάτι πάει λάθος ακολουθεί ένα αληθινό ντόμινο από άλλα, ακόμα χειρότερα στραβά, μοιάζει να προειδοποιεί: Μην μπλέξετε αρχικά. Αν το κάνετε για οποιοδήποτε λόγο, όλα λειτουργούν σαν κινούμενη άμμος : Όσο προσπαθείς να ξεφύγεις, τόσο αυτή σε ρουφάει ακόμα πιο βαθιά.
Όλα αυτά δίνονται με μια πολύπλοκη, πλην σαφή, αστυνομική δομή και ίντριγγα, που κρατά την αγωνία του θεατή μέχρι το τελευταίο λεπτό, οδηγώντας στο ζοφερό φινάλε. Δεν νομίζω λοιπόν ότι πρόκειται να κουραστείτε. Να απελπιστείτε και να "μαυρίσετε", ίσως. Να βαρεθείτε όμως, με τίποτα. Μια από τις μεγαλύτερες για μένα εκπλήξεις της χρονιάς, όχι τόσο λόγω της ταινίας καθεαυτής, όσο λόγω του σκηνοθέτη, τον οποίο είχα στην ουσία ξεγράψει.
ΥΓ: Τι συμβαίνει φέτος; Όλες σχεδόν οι πολύ καλές ταινίες είναι κατάμαυρες, σκοτεινές, απαισιόδοξες, αναλύοντας τις σκοτεινές πτυχές του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έχω βαρεθεί να γράφω για "απελπισία", "σκοτεινιά" και άλλα τέτοια. Για σκεφτείτε: "Sweeney Todd", "Θα χυθεί αίμα", "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" κλπ. Μήπως βρισκόμαστε, δίχως να το έχουμε συνειδητοποιήσει, στο μέσο μιας πολύ βαθύτερης κρίσης απ' όσο νομίζουμε;

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2008

ΚΟΥΣ ΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ


Ο Abdel Kechiche είναι ένας τυνήσιος σκηνοθέτης που ζει από παιδί στη Γαλλία, όπου μετακόμισε η οικογένειά του. Φυσικό λοιπόν είναι να τον απασχολούν η ζωή και τα προβλήματα των μεταναστών. Στο "Κους κους με φρέσκο ψάρι" (Le graine et le mulet, 2007) παρακολουθεί μια οικογένεια αράβων μεταναστών στη Γαλλία, των οποίων τα παιδιά, μερικά παντρεμένα πλέον, είναι δεύτερης γενιάς μετανάστες (έχουν γεννηθεί δηλαδή στη Γαλλία και μιλάνε και μεταξύ τους γαλλικά). Έχουμε λοιπόν γάλλους πολίτες, οι οποίοι όμως κατά βάθος παραμένουν άραβες και, το σημαντικότερο, οι "κανονικοί" γάλλοι το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό .
Η ταινία παρακολουθεί με ευαισθησία και κατανόηση "από μέσα" την οικογένεια και τον κοινωνικό της περίγυρο. Κυρίως τον πατέρα (παππού πλέον), που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη δουλειά μιας ζωής στα ναυπηγεία και ονειρεύεται να ανοίξει παραδοσιακό αραβικό εστιατόριο σε ένα παλιό, εγκαταλειμένο πλοίο. Δίχως να ηρωοποιεί ή να εξειδανικεύει τίποτα, δείχνει ανάγλυφα τα εσωτερικά προβλήματα, που δεν είναι λίγα, αλλά και την βαθιά ενότητα και τον αγώνα για τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας της κοινότητας σε ένα ξένο περιβάλλον, που υπακούει σε διαφορετικούς κανόνες και όπου το καινούριο έρχεται δίχως κανέναν οίκτο να σαρώσει - αφού πρώτα έχει ξεζουμίσει - κάθε παλιό, παρωχημένο ή "παρωχημένο". Ταυτόχρονα, δίχως στιγμή να επικεντρώνει σ' αυτόν (κι αυτό το θεωρώ αρετή) καταγράφει τον υποβόσκοντα ρατσισμό που πάντοτε ενυπάρχει στη δύση απέναντι στους κάθε λογής "τριτοκοσμικούς". Βρήκα το συγκεκριμένο σημείο πολύ ενδιαφέρον, καθώς δεν υπάρχει τίποτα κραυγαλέο (φασίστες, ρατσιστές, επιθέσεις και τέτοια), αλλά παρ' όλα αυτά ο ρατσισμός δείχνεται ως κάτι ύπουλο, ριζωμένο βαθιά μέσα σε ανθρώπους που δεν το αντιλαμβάνονται καν ως τέτοιο. Σημαντική επίσης η κατάδειξη του ρόλου της τύχης στις ζωές μας. Κάτι μπορεί να πάει στραβά χωρίς κανείς να φταίει, από κάτι ξαφνικό και απρόβλεπτο. Όπως δηλαδή καθημερινά συμβαίνει.
Αρκετή συγκίνηση, απόλυτος ρεαλισμός και ανθρωπιά, κλιμακούμενο σασπένς στη μεγάλη σκηνή του τέλους, συνθέτουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατά τη γνώμη μου φετινές ταινίες. Πρέπει όμως να προειδοποιήσω τους υποψήφιους θεατές για αρκετά αργούς ρυθμούς, μέχρι την τελική κλιμάκωση. Οι σκηνές κρατάνε πολύ ώρα, είναι σα να δείχνονται ωμά, δίχως "κόψιμο", σε real time, σα να τις ζούμε στην πραγματικότητα. Αυτή η προσπάθεια κατάκτησης του απόλυτου ρεαλισμού, ενώ πετυχαίνει τον στόχο της, πιθανόν να κουράσει αρκετούς. Αν και η γενικότερη συγκίνηση και ανθρωπιά μάλλον θα τους κάνουν να ξεπεράσουν την όποια κούραση".

Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008

"ΚΑΡΑΜΕΛΑ" ΠΟΥ ΛΙΓΩΝΕΙ


Ίσως θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα νέο είδος ταινιών: Οι ταινίες κομμωτηρίου. Με αισθηματικές ιστορίες, κουτσομπολιά, ερωτικά μπερδέματα, (ελαφρά) αστείες και (ελαφρά) τραγικές καταστάσεις. Η λιβανέζικη "Caramel" του 2007 (Sukkar banat) της πρωτοεμφανιζόμενης σαν σκηνοθέτιδας Nadine Labaki είναι, φοβάμαι, η επιτομή του "είδους": Προβλήματα γυναικών, αισθηματικά φυσικά ως επί το πλείστον, που αφορούν ιδιοκτήτριες, εργαζόμενες και πελάτισες ενός κομμωτηρίου στη σύγχρονη Βηρυττό. Λίγο χιούμορ, λίγο δράμα και η κομεντί είναι έτοιμη. Καθαρά "γυναικεία" ταινία, φτιαγμένη από γυναίκες για γυναίκες. Όχι, μη με παρεξηγήσετε. Το τελευαίο πράγμα που θέλω είναι να θίξω ταινίες που αφορούν γυναίκες (και πολύ περισσότερο ταινίες που γίνονται από γυναίκες). Πολύ διαφορετικοί δημιουργοί έχουν κάνει πλήθος τέτοιων ταινιών, από τον Almodovar ως τον Bergman και από τον Ophyls ως τον Wyler και την Campion και πάρα πολλές απ' αυτές τις θεωρώ θαυμάσιες. Εδώ όμως ομολογώ ότι βαρέθηκα αρκετά, καθώς η γλυκιά, σε βαθμό μπουχτίσματος, "Καραμέλα" πλησίαζε επικίνδυνα το μελό και την λογική των σίριαλ.
Πάντως δεν την θάβω απόλυτα. Διαθέτει ευαισθησία και τρυφερότητα και όντως θίγει μια πλατιά γκάμα γυναικείων προβλημάτων: Από την κοινωνική πίεση στις γυναίκες μέχρι τη μοναξιά (καλά, αυτό δεν είναι μόνο γυναικείο), την κρίση της εμμηνόπαυσης, την ανεκπλήρωτη επιθυμία ή τον απαγορευμένο ομοφυλόφιλο πόθο. Και διαθέτει και κάποιες στιγμές που αγγίζουν τον θεατή, όπως αυτή του τέλους, που προσωπικά με συγκίνησε. Συνολικά όμως...
Ενδιαφέρον πάντως (για όσους ενδιαφέρονται γι΄ αυτό) παρουσιάζει η ματιά στην λιβανέζικη κοινωνία, που αποτελείται από χριστιανούς και μουσουλμάνους και βρίσκεται στο μεταίχμιο δύσης και τρίτου κόσμου. Οι χριστιανοί, πιο πλούσιοι, πιο "δυτικοί", είναι και πιο ανεκτικοί. Τέλος πάντων, για να μην λέω μεγάλα λόγια, η γυναίκα έχει τη θέση και την αντιμετώπιση που έχει περίπου και στη δική μας κοινωνία. Αντίθετα, στο μουσουλμανικό κομμάτι τα πράγματα είναι πιο καταπιεστικά και ασφυκτικά, με αποκορύφωμα την υποχρέωση της μελλοντικής νύφης να κάνει... παρθενοραφή σε εξειδικευμένο στο σπορ ιατρείο, για να πείσει τον γαμπρό ότι είναι ο πρώτος... Και, για να προλάβω, μη σπεύσετε και πάλι να με κατηγορήσετε για "διακρίσεις" ή κάτι σχετικό. Όσοι διαβάζουν το μπλογκ ξέρουν πολύ καλά ότι κάθε άλλο παρά τέτοιες απόψεις έχω. Απλώς, πρόκειται για μια ρεαλιστική καταγραφή του τι συμβαίνει εκεί κάτω. Το ποιός φταίει τώρα συνολικά, είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία. Όχι πάντως ο απλός, φτωχός μουσουλμάνος που ανατράφηκε έτσι - και είναι σχεδόν πάντα φτωχότερος από τον χριστιανό συμπατριώτη του...
Αρκετά με τα κοινωνικά όμως. Συνολικά, επιτρέψτε μου να προτιμώ άλλες "γυναικείες" ταινίες.

Κυριακή, Μαρτίου 16, 2008

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ


Οι αδελφοί Joel και Ethan Coen συγκαταλέγονται ανάμεσα στους αγαπημένους μου δημιουργούς. Με μοναδικό τους, κατά τη γνώμη μου, στραβοπάτημα το βαρετό Ladykillers, έκαναν πάντοτε καλές ταινίες που κυμαίνονται από τον απόλυτο χαβαλέ (Αριζόνα Τζούνιορ) μέχρι την απόλυτη σκοτεινιά και απαισιοδοξία (Blood Simple) - ή και τα δύο μαζί. Σ' αυτή την τελευταία κατηγορία (της σκοτεινιάς εννοώ) πρέπει να εντάξουμε και το "No Country for Old Men" (Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους, 2007), αν και διακρίνεται στο βάθος κάτι από το κατάμαυρο και σαρδόνιο χιούμορ των αδελφών (στο γελοίο κούρεμα του φοβερού δολοφόνου, ας πούμε).
Και σ' αυτή τους την ταινία υπάρχει η κατάδυση στην (πολύ) σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Όντως οι Coen πάντοτε αρέσκονταν να δείχνουν μια Αμερική ζοφερή, απελπισμένη ή κατοικημένη σχεδόν αποκλειστικά από άπληστους και ηλίθιους (από αυτή την τελευταία κατηγορία "ηλιθίων" μάλιστα πηγάζει μεγάλο μέρος του χιούμορ τους). Οι όψεις αυτές μιας τρομαχτικής Αμερικής υπάρχουν σαφώς κι εδώ. Δολοφόνοι, άπληστοι για χρήμα τύποι, έμποροι ναρκωτικών και κάθε λογής παράνομοι αποτελούν το φόντο της ιστορίας. Ο μοναδικός "καλός", ο ρομαντικός - και συντηρητικός βέβαια - σερίφης, πράγματα που συχνά πάνε μαζί, πολύ απλά αδυνατεί να κάνει οτιδήποτε για να βελτιώσει τα πράγματα. Γι' αυτό και αποσύρεται νοιώθοντας άχρηστος, όπως ο ίδιος θα πει. Άλλο ένα σχόλιο για το αδιέξοδο στο οποίο έχουν φτάσει τα πάντα.
Ωστόσο διαβλέπω και μια γενικότερη, απαισιόδοξη πάντοτε, αλληγορία στην ταινία. Νομίζω ότι οι Coen μιλάνε όχι μόνο για την Αμερική, αλλά για το Κακό γενικότερα. Ο παρανοϊκος serial killer (ο φοβερός Μπαρδέμ), μια κινούμενη μηχανή θανάτου, μου φαίνεται ότι μάλλον συμβολίζει το Κακό ή, πιθανόν, τον ίδιο το θάνατο, που δεν κάνει διακρίσεις και μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή σε δίκαιους και άδικους, αθώους ή ένοχους. Γι΄αυτό και αποφασίζει στη τύχη, με ένα κέρμα, ποιους θα σκοτώσει και ποιους όχι. Γι΄αυτό και είναι αδύνατο να σταματήσει οποιοσδήποτε το "έργο" του, που πάει πολύ μακρύτερα από τα συμβάλαια θανάτου και τις όποιες υποχρεώσεις έχει αναλάβει. Βλέπετε, διαθέτει και μια καθαρά προσωπική, διεστραμμένη ηθική. Να τονίσω βέβαια (αν δεν το έχετε ήδη καταλάβει) ότι όλα αυτά είναι προσωπικές αναγνώσεις, όπως καθαρά προσωπικά είναι και τα συμπεράσματα. Αυτό όμως δεν είναι κακό. Αντίθετα είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης να διαβάζεται με πολλούς τρόπους, ερήμην μάλιστα των δημιουργών της. Κοινώς, συχνά διακρίνουμε πράγματα για τα οποία οι δημιουργοί δεν είχαν ιδέα κι αυτό, ξαναλέω, δεν είναι καθόλου κακό.
Όσο για την ταινία, παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα, αφού οι Coen ξέρουν και σασπένς δημιουργούν και να κρατούν από τη αρχή ως το τέλος τον θεατή. Προειδοποιώ όμως για το εντελώς ξαφνικό τέλος, που δεν δίνει καμιά λύση και θα κάνει πολλούς να αισθανθούν "στα κρύα του λουτρού". Είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι τους.

Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2008

Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ "ΠΑΡΚΑ ΤΙΜΩΡΙΑΣ"


Έχω ξαναγράψει για τον Βρετανό Peter Watkins με αφορμή το War Game του. Με απόλυτα ριζοσπαστική και ανατρεπτική ματιά, στηλιτεύει σύγχρονες καταστάσεις, ειδικά όταν οι ισχυροί (σύστημα, κράτος κλπ.) τσακίζουν τους "απλούς" ανθρώπους.
Το συγκλονιστικό Punishment Park το γύρισε το 1971. Είναι εκπληκτικό το πόσο επίκαιρο μοιάζει σήμερα, στην εποχή των αμερικάνικων εισβολών και των Γκουαντανάμο. Το μόνο που φανερώνει την εποχή του είναι οι "φυλές" των πολιτών που συλλαμβάνονται και κατηγορούνται για ανατρεπτική δράση και προδοσία: Χίππις, μαύροι και άλλοι ακτιβιστές, ειρηνιστές που αρνούνται τη στράτευση, πολιτικοποιημένοι τραγουδιστές και συγγραφείς, άνθρωποι που ζουν εναλλακτικά... Όλη η γκάμα δηλαδή των αμφισβητιών της δεκαετίας του 60. Σήμερα ίσως θα συλλαμβάνονταν κάποιες άλλες, παρεμφερείς πάντως, "κατηγορίες" - και ίσως με ακόμα μεγαλύτερη ρατσιστική και θρησκευτική μισσαλοδοξία.
Στο Punishment Park ο Watkins υιοθετεί και πάλι τη μορφή του ψευδοντοκιμαντέρ. Βρισκόμαστε σε μια φασιστική Αμερική, όπου κάθε αντίθεση στην κυρίαρχη (συντηρητικότατη φυσικά) άποψη έχει ποινικοποιηθεί. Οι κάθε λογής αντιφρονούντες περνάνε από δίκες - παρωδίες και καταδικάζονται από στρατιωτικούς, μπάτσους, πράκτορες, δικαστικούς και εκπροσώπους της "σιωπηλής πλειοψηφίας" (βλέπε ακροδεξιούς) σε πολυετή κάθειρξη. Εκτός αν επιλέξουν να περάσουν 4 μέρες στα "Πάρκα Τιμωρίας", όπου θα υποβληθούν μέσα στην καυτή έρημο σε μια ιδιαίτερη δοκιμασία ή, αν θέλετε, σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι με τους δεσμοφύλακες και τις δυνάμεις καταστολής (οι οποίες, σημειωτέον, χρησιμοποιούν τα "πάρκα" αυτά και για να εκπαιδευτούν σε πραγματικές συνθήκες και ζωντανούς στόχους). Το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο ενδυναμώνεται από το ότι την όλη διαδικασία στη δίκη και στο πάρκο παρακολουθεί, υποτίθεται, ένα ευρωπαϊκό τηλεοπτικό συνεργείο, που γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για τις νέες αυτές μεθόδους σωφρονισμού (=ισοπέδωσης).
Κάμερα στο χέρι, κουνημένα πλάνα, φωνή off των μελών του υποτιθέμενου συνεργείου, συνεντεύξεις τόσο με τους επαναστάτες, όσο και με τους φύλακες, όλα συνθέτουν ένα σύνολο που πείθει για την αυθεντικότητά του. Γίνεται έτσι πολύ πιο ανατριχιαστικό από οποιοδήποτε fiction. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, καθώς παρακολουθούμε σε συνεχή μπρος - πίσω την δίκη και καταδίκη (με πολλούς και αποκαλυπτικούς διαλόγους ανάμεσα σε δικαστές και αντιφρονούντες, από τους οποίους ο καθένας υποστηρίζει τη δική του αλήθεια) και το ανελέητο κυνηγητό των καταδικασμένων στο "Πάρκο". Μην περιμένετε μια "κανονική" ταινία, με ήρωες, αγωνία για το ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι, περιπέτειες, θρίαμβο του καλού πάνω στο κακό κλπ. Είπαμε: Υποτίθεται ότι πρόκειται για τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ - παρά το ότι ο Watkins καταφέρνει να κρατά το σασπένς στα ύψη.
Οργισμένο φιλμ ως εκεί που δεν παίρνει, που κάθε άλλο παρά μασά τα λόγια του, που ουσιαστικά κατηγορεί ως φασιστική την αμερικάνικη κοινωνία και πολιτική (παρά το ότι διαδραματίζεται υποτίθεται στο πολύ κοντινό μέλλον), γίνεται ακόμα συγκλονιστικότερο χάρη στην εκπληκτική ομοιότητά του με σύγχρονες (δηλ. σχεδόν 40 χρόνια μετά) καταστάσεις. Φυσικά ήταν θαμμένο για πολλά χρόνια, μέχρι που σήμερα ξαναβγαίνει στις αίθουσες. Απόλυτο must για όσους ενδιαφέρονται, στοιχειωδώς έστω, για το πολιτικό σινεμά.

Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ, Ο ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΓΓΕΤΙ


Ο Sergio Leone (1929-1989) γυρίζει το "Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος" (Il Buono, il brutto, il cattivo) το 1966, όταν ο ίδιος έχει παγιώσει το λεγόμενο γουέστερν - σπαγγέτι (την ιταλική εκδοχή δηλαδή του αμερικάνικου αυτού είδους) με τις δύο προηγούμενες ταινίες του. Πρόκειται για ένα τρίωρο, επικό φιλμ, "στοιχειωμένο" με την χαρακτηριστική μουσική του Ennio Morricone, που μέχρι σήμερα παρακολουθείται με ενδιαφέρον.
Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες (Κλιντ Ίστγουντ, Λι Βαν Κλιφ, Ιλάι Γουάλας) κυνηγούν έναν θαμμένο θησαυρό ενώ γύρω τους μαίνεται ο αμερικάνικος εμφύλιος (για τον οποίο δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή) και είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να τον αποκτήσουν. Το σενάριο βρίθει από απιθανότητες, εξωπραγματικές σχεδόν ικανότητες στο πιστόλι και πλήρη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή και, βέβαια, βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ρεαλισμό (τουλάχιστον αυτού του αληθινού Ουέστ).
Ωστόσο η "αλήθεια" και ο ρεαλισμός του βρίσκονται αλλού: Στην προοδευτική ανάπτυξη των τριών χαρακτήρων, που συνεχώς συμμαχούν μεταξύ τους και την επόμενη στιγμή πασχίζουν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον, και στην πλήρη απόριψη του συμβατικού σχήματος "καλός - κακός". Ο "καλός" της ταινίας (ο Κλιντ Ίστγουντ) κάθε άλλο παρά καλός είναι σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα. Απλώς διαθέτει μια στοιχειώδη καλωσύνη (στη σκηνή του ετοιμοθάνατου Νότιου), έναν δικό του κώδικα τιμής και μια εξ ίσου στοιχειώδη τιμιότητα - τουλάχιστον σε σχέση με τους άλλους δύο, οι οποίοι είναι απλώς αρνητικοί (αν και με πολύ διαφορετικό τρόπο ο καθένας). Κι όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν υπάρχει ούτε ένας, ούτε ένας κυριολεκτικά θετικός χαρακτήρας στο φιλμ. Ο κυνισμός, ο αμοραλισμός και η απληστία κυριαρχούν απ' άκρο σ' άκρο σε μια σπαρασσόμενη και στα σπάργανα ακόμα Αμερική. Όσο για τον πόλεμο, αποτελεί απλώς το φόντο για να γίνουν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Κανένα σχόλιο για την πλευρά που παίρνει ο σκηνοθέτης ή οποιοσδήποτε από τους ήρωες. Αντίθετα, σε μια και μοναδική σκηνή, αυτή της γέφυρας, ο Leone παίρνει μια καθαρά αντιπολεμική θέση, αδιαφορώντας για το ποια πλευρά έχει δίκιο (αν υποθέσουμε ότι έχει κάποια τέλος πάντων). Ο πόλεμος είναι απλώς ένα παράλογο σφαγείο. Τίποτα άλλο. Κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκουν και κάποια ίχνη ενός σκληρού, σαρδόνιου χιούμορ, κυρίως στις σκηνές του Ιλάι Γουάλας. Τέλος, νομίζω ότι είναι μια από τις πολύ λίγες ταινίες απ' όπου απουσιάζει παντελώς κάθε, μα κάθε γυναικείος χαρακτήρας.
Ο σύγχρονος θεατής νομίζω ότι απολαμβάνει και σήμερα το σκληρό αυτό φιλμ, μνημείο της ανθρώπινης απληστίας, παρά τις σεναριακές απιθανότητες για τις οποίες έγραψα στην αρχή, χάρη στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Leone, στο στυλιζάρισμά του, στο υποβλητικό timing. Κλασσικό στο είδος του, αξίζει να το δείτε αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2008

ΤΑΝΓΚΟ, ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ "ΝΟΤΟ"


Ο "Νότος" (Sur) είναι μια αργεντίνικη ταινία που γύρισε ο Fernando Solanas το 1988. Και είναι μέχρι το κόκκαλο "βουτηγμένη" στην Αργεντινή και τα περί αυτήν. Απόλυτα σινεφίλ, μερικές φορές αφόρητα θεατρική, μιλά για πάθος και έρωτα, για την αργεντίνικη δικτατορία και τους αγώνες για τη δημοκρατία, για το όνειρο μιας ανεξάρτητης Λατινικής Αμερικής και, βέβαια, είναι πλημμυρισμένη στα τάνγκος, και μάλιστα αυτά του Astor Piazzola.
Ο Φλορεάλ αποφυλακίζεται μετά 5 χρόνια εγκλεισμού για πολιτικούς λόγους τη μέρα της πτώσης της δικτατορίας (έπεσε το 1983 αν δεν κάνω λάθος), ξέροντας ότι η γυναίκα του, μην αντέχοντας να τον περιμένει, τον απατούσε με έναν καλό του φίλο και συναγωνιστή. Αντί λοιπόν να πάει κατ' ευθείαν σπίτι, περιπλανιέται στο νυχτερινό, σχεδόν έρημο και σχεδόν ερειπωμένο Μπουένος Άιρες, σε μια ονειρική περιπλάνηση, όπου συναντά το ίδιο του το παρελθόν: Πεθαμένους γονείς, νεκρούς φίλους, παλιούς έρωτες, ο εγκλεισμός στη φυλακή... Κάθε λογής μνήμες από τους πολιτικούς αγώνες ενάντια στη χούντα και υπέρ μιας ευημερούσας Νότιας Αμερικής, όλη η μυθολογία μιας χώρας ζωντανεύουν εμπρος του (και εμπρός μας). Κι όλα αυτά με συνεχείς παρεμβολές τραγουδιών τάνγκο, που παίζονται από γέρους κυρίως μουσικούς (που θυμίζουν αρκετά δικούς μας παλιούς ρεμπέτες), καθισμένους σουρεαλιστικά στη μέση νυχτερινών δρόμων και που σχολιάζουν τα τεκταινόμενα.
Είναι μια από τις πιο σκοτεινές (κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά) ταινίες που έχω δει, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των σκηνών είναι νυχτερινές και ιδιαίτερα σκοτεινές. Εξαιρετικά ατμοσφαιρική με τους καπνούς που συνεχώς στροβιλίζονται στους φωτισμένους μπλε έρημους δρόμους, μελαγχολική και νοσταλγική, έχει εικαστικό και μουσικο ενδιαφέρον, πλην όμως με κούρασε αρκετά, θυμίζοντάς μου νέο ελληνικό σινεμά των 70ς και 80ς (αν και ο "Νότος" είναι πολύ αρτιότερος από πολλές απ' τις ταινίες αυτές). Σίγουρα βγάζει ένα μεγάλο κομμάτι της αργεντίνικης και λατινοαμερικάνικης γενικότερα ψυχής (το πάθος, η μουσική, οι πολιτικοί αγώνες, τα όνειρα), αλλά απευθύνεται αποκλειστικά σε ένα "κλειστό" σινεφίλ κοινό.

Κυριακή, Μαρτίου 02, 2008

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ το "Όλα για τη μητέρα μου" (Todo sobre mi madre) (1999) του Pedro Almodovar. Πολλοί τη θεωρούν την καλύτερη ταινία του. Δεν ξέρω, μου είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω ένα και μόνο στοιχείο ως το καλύτερο ενός συνόλου, σίγουρα όμως είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές του.
Εδώ ο Almodovar επιβεβαιώνει απόλυτα τον χαρακτηρισμό που του έχει αποδοθεί ως "σκηνοθέτης των γυναικών". Ελάχιστοι άλλοι έχουν δώσει τόσο διεισδυτικά γυναικεία πορτρέτα όπως αυτός, τόσο σε άλλες ταινίες του όσο και σ' αυτή που μας ενδιαφέρει. Σ' αυτήν μάλιστα οι άντρες λείπουν σχεδόν ολοσχερώς (και οι δύο βασικοί που υπάρχουν είναι τραβεστί, ενώ ένας τρίτος πάσχει από άννοια και δεν έχει ουσιαστικό ρόλο στα τεκταινόμενα). Έτσι ακόμα και η απολαυστικότατη Αγράδα, έστω και απλώς λόγω εμφάνισης, μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικά άλλος ένας γυναικείος ρόλος. Μητρότητα, έρωτας, απώλεια, γυναικείες νευρώσεις, θέατρο και ηθοποιοί, γυναικεία φιλία, όλα θίγονται στο φιλμ αυτό. Το απίστευτο σενάριο, με τις συνεχείς αποκαλύψεις και εξελίξεις, θα μπορούσε να είναι αφόρητα μελοδραματικό (ουσιαστικά περί μελοδράματος πρόκειται), ο Almodovar όμως έχει έναν μοναδικό τρόπο να ξεπερνά το είδος αυτό, στο οποίο ούτως ή άλλως πάντοτε αρέσκεται, και να δημιουργεί ταινίες που είναι κωμικές ή συγκλονιστικές ή και τα δύο μαζί κι ας είναι φτιαγμένες από ατόφια μελό υλικά. Διότι, με τέτοια απίθανη ιστορία, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει Φώσκολος (με παραπάνω τονισμένο το γκέι στοιχείο), αλλά, παρ' όλα αυτά, ούτε στιγμή δεν θυμίζει κάτι τέτοιο; Και, από την άλλη, ποιος άλλος θα μπορούσε να κάνει ένα κατά βάση απόλυτα αισιόδοξο φιλμ (και μάλιστα δίχως να στερείται από μικρές δόσεις χιούμορ) και να υμνήσει τη δύναμη της γυναίκας να ξεπερνά κάθε εμπόδιο, όταν η όλη ιστορία βασίζεται στον τραγικό και απροσδόκητο θάνατο ενός 17χρονου, που αφήνει ολομόναχη στον κόσμο την ανύπαντρη μητέρα του; Και τελικά, να βγάλει τόσο θετικά συναισθήματα ακόμα και μέσα από άλλους θανάτους;
Για όσους δεν το έχουν δει (φαντάζομαι ότι είναι ελάχιστοι απ' αυτούς που επισκέπτονται το μπλογκ), προτείνεται ανεπιφύλακτα. Και μη φοβηθείτε να αφεθείτε να βουρκώσετε στο τέλος. Η συγκίνηση είναι απόλυτα δικαιολογημένη, θετική και άψογα δουλεμένη ώστε να βγαίνει αβίαστα κι αυτό το στοιχείο ανεβάζει κι άλλο την ταινία.

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2008

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ YUMA


Φαίνεται ότι το γουέστερν, μετά από σχεδόν εξαφάνιση δεκαετιών, είναι και πάλι στη μόδα. Είτε "μεταλλαγμένο" (The assasination of Billy the Kid...) είτε πιό "κλασικό", μπολιασμένο πάντως με σύγχρονα στοιχεία, όπως το "3:10 to Yuma" (Το τελευταίο τρένο για τη Γιούμα, 2008) του James Mangold. Θεωρώ τον Mangold καλό, χαμηλότονο και συμπαθή σκηνοθέτη, χωρίς όμως - μέχρι σήμερα τουλάχιστον - να έχει κάνει τη μεγάλη ταινία. Πάντως η "Γιούμα", ριμέικ του ομώνυμου γουέστερν της δεκαετίας του 50, το οποίο δεν έχω δει ώστε να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις, διαθέτει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, παρά το ότι τελικά με κούρασε κάπως.
Όλο το βάρος πέφτει στη σύγκρουση χαρακτήρων (αλλά και ερμηνευτική) των Κρίστιαν Μπελ και Ράσελ Κρόου. Και εκεί επικεντρώνεται και το ενδιαφέρον. Για μια ακόμα φορά (περίπτωση όλο και πιο συνηθισμένη στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά, ακόμα και το mainstream) οι προσχηματικοί ρόλοι των "καλών" και των "κακών" εξαφανίζονται, για να δώσουν τη θέση τους σε πολυπλοκότερους χαρακτήρες, που εντός τους συνυπάρχουν τα δύο αυτά αρχετυπικά στοιχεία. Έτσι ο Κρόου, ο "κακός", διαθέτει μια ευαίσθητη, γοητευτική πλευρά, είναι καλλιεργημένος, μπορεί να εκτιμά τα καλά στοιχεία των άλλων - πράγματα που μπερδεύονται αξεδιάλυτα με τον κυνισμό και τα εγκλήματά του. Από την άλλη ο "ηρωικός" Μπέιλ υπήρξε στο παρελθόν πολλές φορές δειλός. Οι χαρακτήρες και οι ρόλοι αλάζουν διαρκώς, το καλό και το κακό είναι πια έννοιες πολύ συζητήσιμες. Κι όλα αυτά με φροϊδικά σχόλια, καθώς άλλο βασικό σημείο του φιλμ είναι οι σχέσεις πατέρα - γιου, αφού όλα γίνονται στην ουσία για να κερδίσει ο πατέρας την εκτίμηση και το σεβασμό του γιου του.
Όλα αυτά συμβαίνουν σ' ένα βάρβαρο, πάμφτωχο, άδικο, αφιλόξενο και καθόλου ηρωικό Φαρ Ουέστ, όπου κάθε "μυθική" και γοητευτική πτυχή έχει εξαφανίζεται (και αυτή η απομυθοποίηση είναι "σύμπτωμα" των αρκετών τελευταίων χρόνων, αν και κάπως υπήρχε και σε μερικά παλιά, κλασσικά γουέστερν). Απληστία, ζωές δίχως καμιά αξία, που μπορούν να αφαιρεθούν κάθε στιγμή, μεγάλες εταιρίες που λιμαίνονται τον πλούτο της γης αφήνοντας χιλιάδες ανθρώπους να πεθάνουν της πείνας (άλλο ένα σχόλιο για τις ρίζες και την εδραίωση του αμερικάνικου κράτους;) συνθέτουν την "Άγρια Δύση".
Πέραν αυτών, έχω αρκετές σεναριακές απορίες. Γιατί ο πανέξυπνος Κρόου αφήνει στην αρχή να τον συλλάβουν τόσο εύκολα και αμαχητί; Και γιατί, επιτέλους, κάποιος σ' όλη αυτή τη μακρά πορεία δεν το πυροβολεί να ξεμπερδεύει όσο αυτός είναι άοπλος και αιχμάλωτος, σε μια κοινωνία όπου, όπως είπαμε, η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει δεκάρα κι αυτό το έχουμε δει με όλους τους πιθανούς τρόπους;
Ενδιαφέρον, αλλά όχι πολύ "μεγάλο" κατά τη γνώμη μου. Νομίζω πάντως ότι οι φίλοι του κλασσικού γουέστερν θα αποζημιωθούν.