Σάββατο, Ιουλίου 21, 2018

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ "DARLING"

Το Free Cinema του πρώτου μισού της δεκαετίας του 60 υπήρξε ένα σημαντικό κίνημα του βρετανικού κινηματογράφου. Το 1965 ένας από τους πρωτεργάτες του, ο John Schlesinger (1926-2003), γυρίζει το "Darling" με την Τζούλι Κρίστι στα πιο όμορφά της και τους Ντερκ Μπόγκαρντ και Λόρενς Χάρβεϊ. Και απομυθοποιεί έτσι το περίφημο "Swinging London", που τότε ήταν πιθανόν το πιο "trendy" μέρος του πλανήτη.
Η ηρωίδα είναι ένα όμορφο, γοητευτικό μοντέλο. Η εμφάνιση και το στιλ της κάνουν όλες τις πόρτες να της ανοίγουν. Ωστόσο εκείνη χαρακτηρίζεται από αμοραλισμό, επιπολαιότητα, απληστία. Θέλει πλούτο και δόξα. Θα αλλάξει πολλές αγκαλιές αφήνοντας πίσω της συντρίμια (ένας διανοούμενος τηλεπαρουστής σοβαρών εκπομπών, ένας playboy από τον χώρο των μπίζνες του θεάματος, ένας πλούσιος ιταλός ευγενικής καταγωγής κλπ.), θα κατακτήσει το όνειρο του πλούτου... και μετά;
Το φιλμ αποτελεί ένα ζωντανό πορτρέτο των υπέροχων και ταραγμένων 60ς - η τέχνη, η διανόηση, ο κοσμοπολιτισμός, τα πάρτι, ο έρωτας, το σεξ - αλλά και ένα δραματικό τελικά πορτρέτο της ηρωίδας. Η οποία αναζητά όπως είπαμε πλούτο και φήμη, αλλά μέσα της είναι κενή. Όμορφη, "τσαχπίνα", μοντέρνα, μπορεί εύκολα να κάψει καρδιές. Από την άλλη στερείται ηθικής, είναι άπληστη, δεν διστάζει να καταστρέψει ανθρώπους απλώς παρατώντας τους... Το πρόβλημά της συνοψίζεται στο ότι ουσιαστικά, παρά την εντυπωσιακή γοητεία που αποπνέει, μέσα της είναι απόλυτα κενή, στερείται ενδιαφερόντων. Περιφέρεται (και έλκεται) από χρυσό σε χρυσό επιπόλαια, δίχως ουσιαστικά να τη γεμίζει τίποτα. Η τιμωρία θα έρθει - σε ψυχολογικό επίπεδο εννοώ.
Έτσι η ταινία είναι, όπως είπαμε. πορτρέτο των ανήσυχων 60ς και του θρυλικού Swinging London ιδιαίτερα, αλλά ταυτόχρονα απόλυτα απομυθοποιητική καθώς αποκαλύπτει την κενότητα πολλών από τους πρωταγωνιστές τους. Κάτω από μια ζαλιστική, εύθυμη, διαρκώς ανανεούμενη και απαστράπτουσα επιφάνεια κρύβεται το απόλυτο κενό, κάνοντας το ευχάριστο και χαρούμενο σε πρώτη όψη φιλμ κατά βάθος δραματικό και πικρό. Συγχρόνως όμως παραμένει ευρηματικό και φρέσκο μέχρι τις μέρες μας. Συνίσταται!

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2018

"THE MIGHTY" Ή ΟΤΑΝ ΜΥΑΛΟ ΚΑΙ ΣΩΜΑ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΑΡΜΟΝΙΚΑ

Ο βρετανός Peter Chelsom έχει φτιάξει κάποιες συμπαθητικές ταινίες. Ανάμεσά τους και το "The Mighty" του 1998 (με τον ηλίθιο ελληνικό τίτλο... "Μια Υπέροχη Γυναίκα" (!!!). Με λαμπρό καστ (Σάρον Στόουν, Χάρι Ντιν Στάντον, Τζίνα Ρόουλαντς, Γκίλαν Άντερσον κ.ά.) είναι η ιστορία δύο παιδιών, λίγο πριν την εφηβεία, που αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις ατόμων με ειδικές ανάγκες για εντελώς διαφορετικούς λόγους: Ο ένας πάσχει από σύνδρομο Morquio (κινητικά προβλήματα και άλλα και όλα αυτά δυστυχώς οδηγούν σε σχετικά σύντομο dead line), πλην όμως έχει εξαιρετικό μυαλό και αφάνταστες γνώσεις. Το όλο πορτρέτο θυμίζει κάπως Hawkins. Ο άλλος είναι εξαιρετικά ογκώδης και κάπως καθυστερημένος και υφίσταται διαρκές μπούλινγκ στο σχολείο. Όταν οι δύο αυτοί θα συμμαχήσουν (και συγχρόνως θα γίνουν όχι μόνο οι καλύτεροι φίλοι, αλλά ο μοναδικός φίλος που έχει ο καθένας τους), θα γίνουν μία σούπερ - μονάδα (το μυαλό και το σώμα), πετυχαίνοντας απίστευτα πράγματα.
Το φιλμ είναι τρυφερό, ευαίσθητο, συχνά συγκινητικό - και άλλοτε με χιούμορ - και βλέπεται ευχάριστα (από μένα τουλάχιστον). Ίσως κάπου να γίνεται μελό - αναμενόμενο με τέτοιο θέμα, αλλά συνολικά το βρήκα αρκετά καλό και σχετικά πρωτότυπο. Και, φυσικά, μιλά για την αποδοχή του διαφορετικού και τη δύναμη της φιλίας. Δώστε του μια ευκαιρία.

Τρίτη, Ιουλίου 17, 2018

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ 13 (ΞΑΝΑ)ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΠΙΘΕΣΗ

Από τη μανία των ριμέικ δεν γλυτώνει τίποτα (διότι το Χόλιγουντ δεν κατάντησε χτες ανέμπνευστο, πάνε αρκετά χρόνια τώρα). Έτσι λοιπόν το 2005 ο γάλος Jean-Francois Richet ξαναγυρίζει  το θρυλικό "Σταθμός 13 δέχεται Επίθεση" (Assault on Prencinct 13) του 1976, του Carpenter φυσικά, όταν ακόμη αυτός ήταν στις δόξες του. Με καλό καστ μάλιστα (Ίθαν Χοκ, Γκάμπριελ Μπερν, Λόρενς Φισμπερν κ.ά.)
Όπου τη νύχτα της πρωτοχρονιάς ένας αστυνομικός σταθμός, στον οποίο έχουν ξεμείνει τρεις όλοι κι όλοι μπάτσοι που έχουν βάρδια χρονιάρα μέρα, αναγκάζεται να "φιλοξενήσει" έναν τρομερά επικίνδυνο εγκληματία, που είναι αδύνατο να μετακινηθεί περαιτέρω λόγω σφοδρής χιονοθύελλας. Και η έξωθεν λυσσασμένη επίθεση, που μετατρέπεται σε κανονική πολιορκία όσο κρατά η νύχτα και η θύελλα,  δεν αργεί να αρχίσει. Μόνο που οι έγκλειστοι σύντομα θα διαπιστώσουν ότι οι επιτιθέμενοι δεν είναι οι σύντροφοι του κακοποιού που θέλουν να τον ελευθερώσουν, αλλά...
Το πρωτότυπο φιλμ είναι πραγματικό υπόδειγμα σασπένς. Από την άλλη ο Richet δεν είναι κακός σκηνοθέτης (μετά από τον "Σταθμό" έκανε το πολύ ενδιαφέρων "Υπ' Αριθμόν 1 Δημόσιος Κίνδυνος" για τον διαβόητο κακοποιό Μεσρίν). Οπότε και το φιλμ αυτό (ο δεύτερος "Σταθμός" εννοώ), διατηρεί το σασπένς, βλέπεται απνευστί, και κάνει (μία ακόμη) καταγγελία για την αστυνομική διαφθορά. Οπότε δεν μπορώ να πω ότι έπληξα. Όμως, διάβολε, το είχα ξαναδεί! Καλό ήταν, αλλά αν ήταν και πρωτότυπο... Όπως καταλάβατε, πιστεύω ότι και τα καλά ριμέικ δεν παύουν να επιβεβαιώνουν το ανέμπνευστο του σύγχρονου Χόλιγουντ που λέγαμε πριν.

Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2018

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ BLOG

Μετά από δωδεκάμισι περίπου χρόνια ύπαρξης αυτού του blog, δεν λέω, μια κούραση την έχω. Άλλωστε τα blogs, είναι γνωστό (εδώ και χρόνια) ότι πλέον έχουν χάσει τη σημασία που είχαν στα πρώτα χρόνια του διαδικτύου. Προσωπικά εξακολουθώ να παρακολουθώ φανατικά σινεμά (και, όπως τα βλέπω τα πράγματα, αυτό θα εξακολουθήσει εφ' όρου ζωής), οπότε στο επίπεδο αυτό δεν αλλάζει κάτι. Ωστόσο τα posts θα γίνουν συντομότερα, ίσως κάποιες φορές και τηλεγραφικά. Λίγα πράγματα για το story κάθε ταινίας, λίγα για την γενική άποψη που έχω γι' αυτήν... κι αυτό θα είναι. Οι πολλές αναλύσεις θα τείνουν προς εξαφάνιση. Ούτε κι αυτό πάντως θα είναι απαράβατος όρος. Ίσως για κάποια φιλμ να έχω όρεξη ή/και ανάγκη να πω περισσότερα, θετικά ή αρνητικά. Όχι για όλα πάντως.
Γενικά δεν θα σταματήσω το blog. Όχι επειδή έχει ή δεν έχει απήχηση, αλλά επειδή αποτελεί και για μένα ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, καταγραφής όσων τυχαίνει να βλέπω από τα άπειρα δείγματα μιας τέχνης που αγαπώ.
Οπότε θα τα λέμε πάντοτε. Απλώς πιο σύντομα.

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2018

ΕΝΑΣ ΑΡΓΟΣ "ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ"

Ο Gus Van Sant είναι ένας σκηνοθέτης που ταλαντεύεται ανάμεσα σε "εμπορικές" (ας τις αποκαλέσω καλύτερα mainstream) ταινίες και καθαρά προσωπικές, που συχνά αγγίζουν τα όρια του πειραματικού (όχι ακριβώς βεβαίως). Στις τελευταίες ανήκει το "Elephant" του 2003, ένα φιλμ εμπνευσμένο από τη σφαγή στο λύκειο Columbine το 1999, την πρώτη γνωσή στο ευρύ κοινό μαζική σφαγή "άνευ λόγου" στις ΗΠΑ (έκτοτε ακολούθησαν πολλές).
Η ταινία παρακολουθεί μια συνηθισμένη μέρα αρκετών μαθητών ενός λυκείου. Μαθήματα, έρωτες, οικογενειακά προβλήματα, διασκέδαση, η καθημερινή ρουτίνα δηλαδή. Συγχρόνως όμως, δύο από τους συμμαθητές τους προετοιμάζουν, με ψυχρό τρόπο, κάτι απόλυτα αποτρόπαιο. Και είναι γνωστό ότι η φρίκη γίνεται μεγαλύτερη όταν ξεσπά από κοινούς ανθρώπους, συνηθισμένους, οικείους.
Ο Van Sant ακολουθεί έναν νωχελικό, αργό τρόπο για να ξεδιπλώσει την ιστορία του. Συνεχείς καθημερινές πράξεις των νεαρών ηρώων, αποσπασματικές, που μερικές φορές επαναλαμβάνονται, ειδωμένες όμως από άλλη "οπτική γωνία", από τα μάτια κάποιου άλλου δηλαδή. Και, τελικά, ενώ ένα αόρατο δίχτυ ολοένα σφίγγεται γύρω τους, η βία ξεσπά. Η όλη αντιμετώπιση του θέματος μου θύμισε κάπως αυτή του Michael Haneke στo "71 Fragments of a Chronology of Chance" του 1994.
Ταυτόχρονα πάντως διαθέτει μια "ύπουλη" θα την έλεγα τρυφερότητα. Αυτή η συνεχής έκθεση του θεατή στην οικεία καθημερινότητα, στα (μικρο)προβλήματα των μαθητών, στην εφηβεία που κυριαρχεί με το δικό της τρόπο, στη ρουτίνα, κάνουν το κακό που ξεσπά ακόμα πιο ανησυχητικό, παράλογο, απίστευτο. Κι όμως είναι απόλυτα αληθινό. Συνέβει έτσι, ξαφνικά, σε ένα τόσο κοινότοπο περιβάλλον και γι' αυτό δεν μπορεί εύκολα να το δεχτεί κανείς. Τελικά ο άνθρωπος είναι το πιο παράλογο και αυτοκαταστροφικό ον. Οι λόγοι του ξεσπάσματος; Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται να εμβαθύνει σ' αυτό, απλώς παρακολουθεί αποστασιοποιημένος τα γεγονότα, για να τα κάνει ίσως πιο αναπάντεχα και ανατριχιαστικά. Να πω μόνο ότι οι δολοφόνοι μόλις έχουν παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Χίτλερ...
Δύσκολη ταινία, θα "τρομάξει" πολλούς θεατές με τους αργούς, ντοκιμαντερίστικους θαρρείς ρυθμούς, με τους λίγους διαλόγους και τις μακρές λήψεις. Πολλοί θα κουραστούν (κι εγώ λιγάκι, παρά το ενδιαφέρον και την πρωτοτυπία της αντιμετώπισης του ζοφερού θέματος). Νομίζω πάντως ότι, για όσους δεν είναι φαν αποκλειστικά και μόνο του απόλυτα maistream χολιγουντιανού σινεμά (και ιδιαίτερα του ανέμπνευστου σε γενικές γραμμές σύγχρονου), θα το δουν με ενδιαφέρον. Ίσως όμως αυτοί να είναι λίγοι. Σας προειδοποιώ.


Κυριακή, Ιουλίου 08, 2018

"Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ

Κάπου στη δεκαετία του 50 η Βρετανία (τα Ealing Studios της συγκεκριμένα) ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο και απολαυστικότατο είδος κωμωδίας, βασισμένο κυρίως στο μαύρο χιούμορ και το οποίο συνήθως ασχολείται με τον υπόκοσμο και το έγκλημα με απόλυτα σκωπτική ματιά. Ο σκωτσέζος Alexander Mackendrick (1912-1993) είναι ένας μάλλον παραγνωρισμένος δημιουργός. Το 1955 γυρίζει μια από τις κορυφαίες ταινίες του είδους, την "Συμμορία των Πέντε" (Ladykillers) με τους θαυμάσιους Άλεκ Γκίνες, Πίτερ Σέλερς και Χέρμπερτ Λόμ στους βασικούς ρόλους.
Μια συμμορία με εγκέφαλο τον Άλεκ Γκίνες καταστρώνει ένα διαβολικό σχέδιο για να ληστέψει ένα φορτηγό που μεταφέρει χρήματα. Η επιτυχία του θα οφείλεται στην ακούσια συμμετοχή μιας καλοκάγαθης γριούλας που ζει εκεί κοντά, στην οποία ο αρχηγός παρουσιάζεται ως ενοικιαστής και οι υπόλοιποι ως μέλη ενός... κουιντέτου εγχόρδων. Ενώ όλα πάνε καλά, μετά από μια σειρά ξεκαρδιστικών συμβάντων η γλυκειά και αφελής γριούλα ανακαλύπτει την αλήθεια... και τότε κάποιος από τους 5 πρέπει να αναλάβει να τη σκοτώσει. Ποιος θα μπορέσει όμως;
Το φιλμ είναι ίσως το καλύτερο τους είδους. Τα απαλά χρώματα δημιουργούν ένα νοσταλγικό (σήμερα) κλίμα και ταιριάζουν με τη μικροαστική βρετανική καθημερινότητα (και κοινοτοπία). Από την άλλη το έντονα νουάρ κλίμα συνδυάζεται άψογα με τα ξεκαρδιστικά γκαγκ και τις πανέξυπνες σεναριακές ανατροπές, κάνοντας τον θεατή να γελάει ακόμα και με φόνους, ενώ συγχρονως το σφιχτοδεμένο σενάριο τον καθηλώνει. Αυτός ο τέλειος συνδυασμός δύο τόσο διαφορετικών ειδών είναι που κάνει τόσο πετυχημένο το φιλμ. Και, ταυτόχρονα, μας αποκαλύπτει και την κρυμένη ηθική κάποιων εγκληματιών...
Με τίποτα μη φοβηθείτε το "παλιό" του πράγματος. Νομίζω ότι βλέπεται τρομερά ευχάριστα μέχρι σήμερα - γι' αυτό άλλωστε θεωρείται και κλασική. Μη διστάσετε λοιπόν. Είναι από τις ταινίες που αντέχουν στο χρόνο - έστω και αν το όλο περιβάλλον είναι "παλιομοδίτικο" (της εποχής του δηλαδή). Όσο για τον Mackendrick μη τον ξεχάσετε. Ψάξτε και την επόμενη ταινία του Sweet Smell of Success του 1957 (καθόλου κωμωδία αυτή) και δεν θα αποζημειωθείτε!

ΥΓ: To 2004 οι αδελφοί Κοέν διασκέυασαν το φιλμ με τον Τομ Χανκς στο βασικό ρόλο. Είμαι φαν των Κοέν, αυτή όμως την θεωρώ την πλέον ανέμπνευστη και κουραστική ταινία τους μέχρι σήμερα.

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2018

"MEAN MACHINE" Ή ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

Ο Barry Skolnick έχει γυρίσει μία και μοναδική ταινία, το "Mean Machine" το 2001. Πρόκειται για κωμωδία (κυρίως) που διαδραματίζεται σε φυλακές, διαθέτει όμως κάποια καλή αρχική σεναριακή ιδέα, που βασίζεται στην παλιότερη ταινία "The Longest Yard" με τον Μπαρτ Ρέινολντς.
Ο ομώνυμος ήρωας (Danny Meehan λέγεται, αλλά το Mean Machine είναι το παρατσούκλι του) ήταν κάποτε διάσημος ποδοσφαιριστής, αρχηγός μάλιστα της Εθνικής Αγγλίας, ο οποίος έχει παρακμάσει ολοσχερώς επειδή αποκαλύφτηκε ότι "πούλησε" τη χώρα του σε κρίσιμο ματς του Παγκοσμίου Κυπέλου (με το αζημείωτο βεβαίως). Τώρα καταλήγει στη φυλακή μετά από επίθεση σε αστυνομικούς. Εκεί όχι μόνο δεν απολαμβάνει προνόμια λόγω διασημότητας, αλλά αντιμετωπίζει την περιφρόνηση αρχικά συγκρατουμένων και δεσμοφυλάκων, κι εκείνος όμως κρατά τους πάντες σε απόσταση (να μην πούμε ότι τους φέρεται σχεδόν εχθρικά). Στη συνέχεια αρχίζουν οι πιέσεις να παίξει μπάλα, παρά το ότι εκείνος επανειλημμένα δηλώνει ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Όταν όμως οργανώνεται ένα ματς ανάμεσα σε κρατούμενους και δεσμοφύλακες - στο οποίο διακυβεύονται και πολά (παράνομα) χρήματα - οι πιέσεις γίνονται ωμοί εκβιασμοί. Έτσι εκείνος θα αναγκαστεί να προπονήσει την αλλοπρόσαλλη ομάδα των κρατουμένων και, φυσικά, να παίξει μαζί τους. Μέχρι το περίφημο ματς όμως - και κατά τη διάρκειά του - οι ανατροπές θα είναι αρκετές.
Το φιλμ διαθέτει χιούμορ και γενικά βλέπεται σχετικά ευχάριστα νομίζω ακόμα και από άσπονδους φίλους του αθλήματος (κι εγώ προσωπικά δεν ασχολούμαι). Με ανάλαφρο πάντα τρόπο βγαίνει στην επιφάνεια η διαφθορά των κρατούντων, ο εξ ίσου βάναυσος "έξω κόσμος" κλπ. και βέβαια το ματς αποτελεί συμβολο της πάλης κρατούντων - κρατουμένων. Ο ρυθμός είναι αρκετά καλός, είπαμε για κάποιες ανατροπές, μερικοί χαρακτήρες είναι απολαυστικοί (δείτε και τον Τζέισον Στάθαμ σε έναν από τους πρώτους του ρόλους) και... αυτά. Νομίζω ότι απογοητευτική είναι η τελική εντελώς προβλέψιμη και απλοϊκή τροπή των πραγμάτων (και των χαρακτήρων), καθώς και η ευκολία με την οποία γίνονται όλα στο τέλος, μετά τα τόσα αδιέξοδα.
Τελικά θα το χαρακτήριζα απλώς ευχάριστο. Αν τώρα είστε και φίλοι του ποδοσφαίρου, ίσως να σας ενδιαφέρει κάπως περισσότερο.

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2018

ΠΕΡΙ ΧΡΗΜΑΤΩΝ, "ΛΗΣΤΕΙΑΣ" ΚΑΙ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ

Ο Gela Babluani είναι γεωργιανός. Το 2005 μας είχε πραγματικά καθηλώσει με την πρώτη ταινία του, το "13 Tzameti", που για μένα αποτελεί ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα που έχω δει (ψάξτε το αν είστε φίλος των θρίλερ). Στη συνέχεια ελάχιστα πράγματα έκανε. Ένα αμερικάνικο ριμέικ του "13" (σιγά μη δεν τον φώναζαν να το κάνει) και μια άλλη ταινία που δυστυχώς δεν έχω δει. Το 2017 όμως επανέρχεται δριμύτερος με το γαλικό "Money" ("Η Ληστεία" στην Ελλάδα), εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου φιλμ αγωνίας (στην κατηγορία των heist movies).
Τρεις νεαροί μετανάστες δεύτερης γενιάς, δύο φίλοι και η αδελφή του ενός, αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα πολυτελές σπίτι όπου - έχουν εντελώς τυχαία ανακαλύψει - έχει μεταφερθεί μια βαλίτσα με πολλές - πολλές χιλιάδες. Αγνοούν βεβαίως ότι το σπίτι ανήκει σε γνωστό πολιτικό (το άγνωστο είναι το πόσο διεφθαρμένος είναι αυτός). Η ληστεία, αρχικά, πeτυχαίνει πιο εύκολα απ' όσο περίμενε κανείς. Υπάρχει όμως ένα μικρό θέμα: Κάποιος θέλει περισσότερα από όσα ήδη απόκτησε. Θα γίνει λοιπόν μια δεύτερη απόπειρα και τα πάντα θα αρχίσουν να μπλέκονται αφάνταστα, οδηγώντας σε μια αλυσίδα από όλο και πιο πολύπλοκες καταστάσεις και, βεβαίως, σε πολλαπλά αδιεξοδα.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία νύχτα. Και όλα δείχνουν ότι ο Babluani είναι σίγουρα μάστορας του σασπένς. Η μια πράξη φέρνει την άλλη, το ένα αποτέλεσμα το άλλο κι αυτό που αρχικά ξεκινά σαν παιχνίδι (παιχνίδι με πολλά λεφτά βεβαίως) θα μετατραπεί σύντομα σε αιματοβαμένο εφιάλτη. Ταυτόχρονα το στοιχείο του αλλόκοτου και ένα υποδόρειο, κατάμαυρο χιούμορ παρεισφρύουν ύπουλα στην όλη ιστορία, κάνοντάς την πιο "πικάντικη". Πραγματικά καθηλωτικό, με καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, με άψογο timing, λειτουργεί σαν ένας όλο και πολυπλοκότερος και αδιέξοδος εφιάλτης, στα πλοκάμια του οποίου εμπλέκονται όλο και περισσότεροι.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που μου αρέσει πολύ στο φιλμ: Όπως είπαμε, η ληστεία στην αρχή πετυχαίνει απροσδόκητα εύκολα. Τι είναι αυτό που απελευθερώνει την κόλαση; Κάτι που προσωπικά θεωρώ ως ένα από τα  απεχθέστερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και, πιστεύω, κατά πολύ υπεύθυνο για τη σημερινή απαράδεκτη και ανεξέλεγκτη παγκόσμια κατάσταση: Η απληστία. Μία και μόνη (αρχικά) πράξη απληστίας από έναν και μόνο άνθρωπο είναι αρκετή για να τινάξει τα πάντα στον αέρα και να μετατρέψει τον περίπατο σε σφαγή. Και μόνο η ύπαρξη αυτού του στοιχείου με κάνει να συμπαθώ ακόμα περισσότερο την ταινία. Και υπάρχει βέβαια και η κυνική καταγγελία της πολιτικής διαφθοράς, αυτό όμως ουδεμία πλέον έκπληξη προκαλεί. Δυστυχώς.
Το συνιστώ απόλυτα ως ένα από τα καλύτερα θρίλερ που δίνει πόντους σε  ένα σχεδόν εξαντλημένο είδος. Μακάρι ο δημιουργός του να κάνει συχνότερες εμφανίσεις...

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2018

"ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ" ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

Ο J.Lee Thompson (1914-2002) υπήρξε καλός χολιγουντιανός σκηνοθέτης, με σημαντικές ταινίες παλιότερα, για να γίνει πολύ "mainstream" από τη δεκαετία του 70 και μετά. Πίσω στα 1965 όμως γυρίζει μια εξαιρετική κατά τη γνώμη μου ταινία, το "Return from the Ashes", με την Ίνγκριντ Τούλιν, τον Μαξιμίλιαν Σελ, τη Σαμάνθα Έγκαρ και τον Χέρμπερτ Λομ στους βασικούς ρόλους.
Μια πλούσια εβραία, από τους επιζήσαντες του Άουσβιτς, επιστρέφει τσακισμένη, εξουθενωμένη και αγνώριστη από τις κακουχίες στο Παρίσι, όπου ζούσε, για να ανακαλύψει ότι ο ζιγκολό σύζυγός της (νεότερός της και απένταρος σκακιστής πριν την παντρευτεί) τα έχει με τη νεαρή προγονή της, με την οποία οι σχέσεις της ήταν πάντοτε ψυχρές. Αποφασίζει λοιπόν να μην αποκαλύψει την αληθινη της ταυτότητα, καθώς ο σύζυγος δεν την αναγνωρίζει, νομίζοντας ότι είναι κάποια που απλώς μοιάζει στη γυναίκα του (την οποία όλοι θεωρούν νεκρή). Από το σημείο αυτό και πέρα θα ξεκινήσει ένα πραγματικά θανάσιμο παιχνίδι ανάμεσα στους τρεις τους, που θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες ανατροπές και συνέπειες.
Εξαιρετικό σασπένς, τεταμένες σχέσεις, καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, φλας μπακ που μας αποκαλύπτουν το παρελθόν της ηρωίδας... Αυτό που δεσπόζει όμως και εκπλήσει είναι ο κυνισμός και ο αμοραλισμός που καταγράφει ο σκηνοθέτης στις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες ταινίες (και μάλιστα τόσο παλιά) όπου πραγματικά δεν υπάρχει κανένας θετικός χαρακτήρας. Το βασικό τρίγωνο αλληλοσπαράσεται, άγεται και φέρεται από τα πάθη του και μεταξύ τους δεν υπάρχει χώρος για τίποτα καλό. Προέχει η ικανοποίηση των παθών και των φιλοδοξιών του κάθε μέλους. Όλοι πατάνε επί πτωμάτων (ή είναι πρόθυμοι να πατήσουν) για τα συμφέροντά τους.
Φυσικά η ανατριχιαστική αυτή καταγραφή της ανθρώπινης αγριότητας ενέχει και στοιχεία κοινωνικής κριτικής, ιδιαίτερα μιας κοινωνίας που βγαίνει διαλυμένη και βαθιά τραυματισμένη από έναν εφιαλτικό πόλεμο. Άλλωστε και μόνο το μοτίβο των στρατοπέδων συγκέντρωσης (που δεν δείχνεται, αλλά αποτελεί βασικό κομμάτι της πλοκής), λειτουργεί ως σταθερό φόντο βαρβαρότητας - σε συλλογικό επίπεδο - της κοινωνίας. Και φυσικά το μοτίβο επαναλαμβάνουν και τα μέλη της σε ατομικό επίπεδο πλέον.
Η ταινία μου άρεσε πολύ και τη συνιστώ. Πολύ περισσότερο βέβαια αφού είναι σχετικά άγνωστη και ξεχασμένη. Κατά τη γνώμη μου πολύ κακώς.
ΥΓ: Η ιστορία, ως ένα σημείο τουλάχιστον, θα σας θυμίσει πολύ το "Phoenix" (Το τραγούδι του Φοίνικα), την επίσης πολύ καλή ταινία του 2014 του σημαντικού γερμανού Christian Petzold. Προφανώς ο τελευταίος έχει συνειδητά επηρεαστεί (σεναριακά τουλάχιστον) από το παλιότερο φιλμ.

Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2018

"ΓΡΗΓΟΡΗ, ΘΑΝΑΣΙΜΗ" ΚΑΙ ΓΕΜΑΤΗ ΚΛΙΣΕ

Το 1995 ο Sam Reimi, ήδη γνωστός καλτ σκηνοθέτης από τη σειρά των τριών "Evil Dead", αλλά και το b-movie "Darkman", αποφασίζει να παίξει με ένα άλλο κλασικό είδος, το γουέστερν. Το αποτέλεσμα είναι το "Γρήγορη και Θανάσιμη" (The Quick and the Dead), με σταρ την Σάρα Στόουν, αλλά και πλειάδα γνωστών ηθοποιών (Τζιν Χάκμαν, Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ράσελ Κρόου, Γκάρι Σινίζ κλπ.) Αυτό όμως δεν νομίζω ότι σημαίνει υποχρεωτικά και το ότι πρόκειται για καλή ταινία.
Σε τυπική (απο χιλιάδες γουέστερν) πόλη του Φαρ Ουέστ, που λιμαίνεται ένας ζάμπλουτος (στον οποίο ανήκουν σχεδόν τα πάντα) και η αιμοσταγής συμμορία του, φτάνει μια όμορφη, αλλά θανάσιμη πιστολέρο. Εκεί θα συναντήσει έναν πρώην παπά (και πρώην σύντροφο του "κακού"), τον νοποίον έχει συλλάβει και βασανίζει η εν λόγω συμμορία. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι η κοπέλα δεν έφτασε τυχαία εκεί, αλλά έχει παλιά, θανάσιμα προηγούμενα με τον "κακό". Οπότε είναι ζήτημα χρόνου να ξεκινήσει την εκδίκησή της. Η ευκαιρία θα βρεθεί όταν θα ξεκινήσει ένας... αγώνας ζωής και θανάτου για την ανάδειξη του πιο γρήγορου πιστολιού με πολύτιμο έπαθλο (αγώνας μια κι έξω φυσικά, αφού ο ηττημένος του εκάστοτε ζευγαριου πάει στα θυμαράκια και ο νικητής περνά στον επόμενο γύρο).
Η προσπάθεια του Ράιμι να αναβιώσει ένα παρακμασμένο είδος, το γουέστερν, δεν νομίζω ότι δίνει σπουδαία αποτελέσματα. Χρησιμοποιεί μοντερνα σκηνοθεσία, εντυπωσιακή σε κάποια σημεία, αλλά τα πάντα πάσχουν από εξόφθαλμη έλλειψη οποιουδήποτε βάθους: Μονοδιάστατοι χαρακτήρες, μη πιστευτή πλοκή, ακόμα και σχετική έλλειψη σασπένς, αφού ξέρουμε ότι οι "πιο γρήγοροι" θα κερδίσουν. Και ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί, έστω και αν στο μεταξύ έχουν υποστεί τα πάνδεινα (τι σημασία έχει αν σου έχουν χτυπήσει το χέρι; Αφού έτσι κι αλλιώς είσαι ο πιο γρήγορος...) Επιπλέον τα πάντα βασίζονται σε αφόρητα κλισέ, σε πράγματα που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο είδος.
Υποτίθεται ότι το "βάθος" και το πιστευτό της ιστορίας δεν ενδιαφέρει τον Ράιμι, αφού θέλει απλώς να φτιάξει μια διασκεδαστική ταινία και τίποτα παραπάνω. Ίσως σε κάποιους να λειτουργήσει αυτό το "μόνο διασκέδαση και τίποτα άλλο". Αλλά, λόγω τόσων κλισέ, σε μένα ούτε αυτό έπιασε ιδαίτερα. Στα μείον επίσης βάζω το ότι, ενώ όλα είναι τοσο εξωπραγματικά, λείπει το κλασικό (κατάμαυρο συνήθως) χιούμορ του Ράιμι. Λες και ήθελε να φτιάξει κάτι σοβαρό, το οποίο μόνο σοβαρό δεν είναι.
Τέλος πάντων, αν θέλετε να εντρυφήσετε στα γουέστερν, καλό είναι να ξεκινήσετε από άλλες, πολύ παλιότερες ταινίες.

Τρίτη, Ιουνίου 19, 2018

"ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Η Ισπανία δεν παύει να αποτελεί τις τελευταίες λίγες δεκαετίες ανεξάντλητη πηγή δημιουργών του φανταστικού ή έστω μη φανταστικών, πλην όμως πάντοτε σκοτεινών θρίλερ. Κάποια από αυτά ίσως δεν είναι τόσο καλές ταινίες, τα περισότερα όμως διαθέτουν μια πολύ πρωτότυπη ιδέα στον πυρήνα της αφήγησής τους. Ο Daniel Calparsoro είναι ένας ακόμα από τους δημιουργούς αυτούς και το "El Aviso" (Το Μυστικό της Πεταλούδας) του 2018 μια ακόμα πρωτότυπη ταινία.
Ο δεκάχρονος Νίκο, θύμα μπούλινγκ στο σχολείο, δέχεται ένα γράμμα με θανάσιμες απειλές, αλλά κανείς δεν τον πιστεύει. Ο Χον - δέκα χρόνια πριν - ερευνά το μυστήριο ενός απομονωμένου βενζινάδικου - μίνι μάρκετ, στο οποίο, εδώ και πολλά χρόνια, σε τακτά διαστήματα, φαίνεται ότι συμβαίνουν φόνοι 9ο ίδιος είναι μάρτυρας ενός απ' αυτούς - ή μήπως όχι;. Τι θα κάνει όταν ανακαλύπτει ότι οι φόνοι ακολουθούν μια μαθηματική ακολουθία και πώς μπορεί να προειδοποιήσει ένα μελλοντικό θύμα;
Πάνω σ' αυτόν τον πρωτότυπο καμβά ο σκηνοθέτης φτιάχνει ένα παράξενο, αρκετά ενδιαφέρον θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, επινοεί φρέσκες ιδέες, σε πλήρη αντίθεση με το απόλυτα στείρο πλέον Χόλιγουντ, που αναμασά ασταμάτητα τις ίδιες και τις ίδιες βαρετότατες (υπερηρωικές κυρίως) συνταγές με τα μάτια αποκλειστικά στραμμένα στα ταμεία. Η ιστορία περιπλέκεται αρκετά, πηγαινοέρχεται χρονικά μπρος πίσω στην αφήγησή της και θέτει το ένα μυστήριο (και ανατροπή) μετά το άλλο, δημιουργώντας όσο περισσότερο σασπένς μπορεί. Οι βασικοί ήρωες (που απέχουν 10 χρόνια ο ένας από τον άλλο και δεν θα συναντηθούν ποτέ) είναι και οι δύο βασανισμένοι: Ο μικρός, το είπαμε, υποφέρει στο σχολείο και δεν έχει πατέρα. Ο άλλος, ασταθής ψυχολογικά, βουτά όλο πιο βαθιά στην παράνοια και τις παραισθήσεις. Ποιος θα σωθεί και πώς;
Σκοτεινό, περίπλοκο σχετικά και, πάνω απ' όλα πρωτότυπο σε σύλληψη, δεν νομίζω ότι είναι μεγάλη ταινία, ωστόσο κρατά τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) βυθίζοντάς τον όλο και περισσότερο στον απειλητικό κόσμο του. Όχι, δεν υπάρχει εξήγηση για τα παράδοξα γεγονότα. Αυτό που ψάχνουμε είναι το τι ακριβώς συμβαίνει. Και τι πρόκειται να συμβεί στο (όλο και πιο κοντινό) μέλλον. Είπα, δεν το βρήκα πολύ σπουδαίο, ωστόσο το απόλαυσα αρκετά.

Κυριακή, Ιουνίου 17, 2018

"CHRONICLES OF RIDDICK": ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΑ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ...

Προσθήκη λεζάντας
Ο David Twohy είχε γυρίσει το 2000 το καλό φιλμ επιστημονικής φαντασίας "Pitch Black". Στο χώρο αυτόν θα παραμείνει και το 2004, όταν θα κάνει την επική διαστημική περιπέτεια "The Chronicles of Riddick" με τον Vin Diesel ως (σχεδόν) υπερήρωα, αλλά και τη Τζούντι Ντεντς σε μικρό, χαρακτηριστικό ρόλο.
Ο Ρίντικ είναι ένας "ιδιαίτερα" καταζητούμενος τύπος (περισσότερο τον φοβούνται, αλλά, αν τον πείσουν, δεν θα έλεγαν όχι να τον πάρουν με το μέρος τους). Στον πλανήτη Helion Prime θα γίνει μάρτυρας σφαγής από την κατακτητική αυτοκρατορία των Necromongers, που στηρίζεται σε ένα είδος τυφλής θρησκευτικής λατρείας και που θέλει να προσηλυτίσει ή να εξολοθρεύσει κάθε ζωντανό πλάσμα του σύμπαντος. Φυσικά μια θανάσιμη μάχη θα αρχίσει ανάμεσα στον ήρωά μας και την αυτοκρατορία, στης οποίας το εσωτερικό δεν λείπουν οι ίντριγκες.
Εννοείται ότι το φιλμ βασίζεται στον σούπερ ήρωα που προέρχεται από "ιδιαίτερο" πλανήτη (ίσως ο τελευταίος επιζών) και "τα κάνει όλα". Οι ικανότητές του είναι τέτοιες, που είναι το μόνο ον που η αυτοκρατορία των Necromongers φοβάται (ή θέλει, όπως είπαμε, να πάρει με το μέρος της). Οπότε υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις να παρακολουθήσουμε μια οπτικά εντυπωσιακή και χορταστική σε δράση διαστημική περιπέτεια, που διαδραματίζεται σε διαφορετικούς πλανήτες και περιβάλλοντα (κάποια θυμίζουν την αισθητική του Giger), γεμάτη με σπέσιαλ εφέ, με ασταμάτητη σχεδόν δράση, με βίαιες μάχες και άλλα πολλά - και, φυσικά επίσης, με διδάγματα υπέρ της ατομικής ελευθερίας και ενάντια στην τυφλή υποταγή και την μετατροπή του ατόμου σε απλή, απρόσωπη μονάδα μιας κοινωνίας που η δομή της θυμίζει αυτή των εντόμων και όπου τα άτομα είναι απλώς αναλώσιμα.
Η αφέλεια σε όσα μπορεί να πράξει ο ήρωάς μας περισσεύει (είπαμε, "τα κάνει όλα") και η ιστορία δεν διαθέτει κάτι πολύ πρωτότυπο. Ωστόσο νομίζω ότι αν τα ξεχάσει κανείς όλα αυτά και απλώς αφεθεί στην καταιγιστική δράση και στις εντυπωσιακές εικόνες, μάλλον θα το ευχαριστηθεί (αν βεβαίως είναι λάτρης του είδους). Η ταινία είναι σφιχτή, καλογυρισμένη, κρατά τον θεατή και διαθέτει ένα είδος ενήλικης "βαρβαρότητας" στις εικόνες και τη γλώσσα. Οπότε, παρά την έλλειψη ιδιαίτερης πρωτοτυπίας, η γενική μου άποψη είναι αυτό που είπα και στην αρχή: Μια χορταστική περιπέτεια που διασκεδάζει δίχως πολλούς πολλούς προβληματισμούς. Αυτόν τον στοχο τουλάχιστον πιστεύω ότι τον πετυχαίνει.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2018

"OWNING MAHOWNY": Ο ΤΖΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ!

Υπάρχει μια ομάδα ταινιών που ασχολείται με ένα πολύ ιδιαιτερο ανθρώπινο πάθος: Το πάθος του τζόγου (εθιστικό, αθεράπευτο, καταστροφικό). Μια χαρακτηριστική τέτοια ταινία είναι το "Owning Mahowny", που γύρισε το 2003 ο βρετανός (παρά το όνομά του) Richard Kwientiowski, με έναν εξαιρετικό Philip Seymour Hoffman, που παίρνει όλο το φιλμ πάνω του, αλλά και τους Τζον Χαρτ και Μίνι Ντράιβερ. Και μάλιστα βασίζεται σε αληθινή ιστορία.
Πρόκειται για την ιστορία του καναδού τραπεζικού υπάλληλου Dan Mahowny (και μάλιστα επιτυχημένου και χαίροντα μεγάλης εμπιστοσύνης από τους ανωτέρους του, οι οποίοι τον θεωρούν ικανότατο και του αναθέτουν δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις), ο οποίος καταχράται σιγά - σιγά ένα τεράστιο ποσό, στο οποίο έχει πρόσβαση, μόνο και μόνο για να παίζει τα σαββατοκύριακα σε καζίνο. Και φυσικά σιγά σιγά το χάνει και χρειάζεται όλο και περισσότερα...
Το απίστευτο είναι ότι όλα αυτά κρύβονται κάτω από μια εντελώς "καθησυχαστική" επιφάνεια: Ο δράστης είναι ένας πραγματικά κοινότατος, έως και βαρετός άνθρωπος, δίχως πάθη και εξάρσεις. Οι προϊστάμενοί του τον εμπιστεύονται, η κοπέλα του τον θεωρεί ντροπαλό, αλλά εντάξει, οι φίλοι του πολύ ήσυχο, αλλά και με κάποια αίσθηση χιούμορ. Και όμως. Όλα αυτά δεν είναι απλώς μια ψεύτικη βιτρίνα, μια κάλυψη. Όντως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμία (άλλη) επιθυμία. Δεν τον ενδιαφέρει η πολυτελής ζωή, κυκλοφορεί με ένα σαράβαλο λέγοντας "αφού κάνει τη δουλειά του, γιατί να το αλλάξω;", οι γυναίκες ή το σεξ γενικότερα επίσης δεν τον ενδιαφέρουν (το κάνει "χλιαρά" μόνο με την κοπέλα του), σπίτι, ρούχα, αποκτήματα, ταξίδια, τα πάντα του είναι αδιάφορα. Υπάρχει μόνο ένα πάθος που καταβροχθίζει ολα τα άλλα: Η ακόρεστη επιθυμία του να παίξει, ακόμα κι αν αυτό τον καταστρέψει.
Αυτή είναι και η ιδιομορφία του συγκεκριμένου πάθους: Το κάνεις, ρισκάροντας τα πάντα, για να βγάλεις λεφτά, αλλά τελικά τα λεφτά δεν είναι το ζητούμενο, εφόσον στην ουσία δεν σε ενδιαφέρουν καν τα υλικά αγαθά, εφόσον είσαι ένας πραγματικά λιτοδίαιτος άνθρωπος. Αυτό που μετρά είναι η ίδια η διαδικασία, το παιχνίδι. Ακόμα κι αν γίνεις εκατομμυριούχος (πράγμα που μάλλον ποτέ δεν συμβαίνει στα καζίνα, όπως θα δούμε), πάλι θα θέλεις να παίξεις.
Το φιλμ είναι χαμηλότονο, δίχως εξάρσεις, όπως ακριβώς ο πρωταγωνστής του. Ωστοσο οδηγεί σιγά σιγά σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, καθώς η τρέλα του ήρωα μεγαλώνει και ο κλοιός γύρω του σφίγγει ολοένα, δίχως αυτός να μπορεί να αντιδράσει, αιχμάλωτος πάντοτε του πάθους του.  Γι' αυτό τη βρίσκω και από τις πιο πετυχημένες ταινίες που ασχολούνται μ' αυτό το θέμα. Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει η διερεύνηση ενός καταστροφικού πάθους, δοσμένη, επαναλαμβάνω, χαμηλότονα, ψάξτε το.

Κυριακή, Ιουνίου 10, 2018

"ΞΥΠΟΛHΤΟΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ" Ή ΜΙΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΟΜΑΔΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΛΟΟΥΝ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ

Αν ανατρέξετε σε παλιότερες αναρτήσεις του μπλογκ (χρησιμοποιείστε το ευρετήριο σκηνοθετών) θα δείτε ότι πάντοτε έτρεφα αδυναμία σε ένα δημιουργικό τρίο (που στη συγκεκριμένη ταινία έμειναν ντουέτο): Τους Dominique Abel και Fiona Gordon (παλιότερα στο σκηνοθετικό τιμ ανήκε και ο Bruno Romy, που εδώ εμφανίζεται μόνο ως ηθοποιός), οι οποίοι σκηνοθετούν, γράφουν και πρωταγωνιστούν στις ταινίες τους, με βάση τη Γαλλία (αν και η Γκόρντον είναι αυστραλή). Η ομάδα έχει δημιουργήσει ένα σύγχρονο είδος κωμωδίας βασισμένης στο σλάπστικ, στις εξωφρενικές και σουρεαλιστικές καταστάσεις, στον ελάχιστο διάλογο και η οποία παραπέμπει κατ' ευθείαν στο βωβό κινηματογράφο, ενώ πάντοτε επιδιώκει μια feelgood ατμόσφαιρα. Το "Ξυπόλητοι στο Παρίσι" (Paris pieds nus) του 2016 είναι αισίως η 4η ταινία τους.
Η Φιόνα (σε όλα τα φιλμ τους οι Abel και Gordon διατηρούν τα αληθινά μικρά τους ονόματα, Φιόνα και Ντομ) είναι μια καλόκαρδη καναδή, η οποία φτάνει στο Παρίσι ψάχνοντας την ηλικιωμένη, παλιά χορεύτρια θεία της (η θεία μάλλον δεν στέκει και πολύ καλά στα μυαλά της και αρνείται να μπει σε γηροκομείο). Κανείς δεν θα της ανοίξει όμως στο σπίτι, κι έτσι, χαμένη στη γειτονιά, θα γνωρίσει έναν ιδιόρυθμο άστεγο, ο οποίος θα την ερωτευτεί, αλλά και θα περιπλέξει τη ζωή της. Ωστόσο θα περιπλανηθούν μαζί, θα συναντήσουν διάφορους τύπους και θα περάσουν από διάφορες απίθανες καταστάσεις.
Είπαμε: Οι διάλογοι είναι σχετικά λίγοι και βασικοί (η "άκαμπτη" στάση των ηρώων, η ομιλία τους και κυρίως οι αμήχανες σιωπές τους θυμίζουν φιλμ του Καουρισμάκι), ενώ το βάρος πέφτει στην κίνηση και τα οπτικά γκαγκς. Φυσικά οι καταστάσεις δεν είναι (δεν θελουν να είναι) πιστευτές και ρεαλιστικές και τα πάντα λειτουργούν ως σύμβολα (π.χ. η ηρωίδα είναι πάντοτε ντυμένη με τα ίδια ρούχα, όπως και ο άστεγος στις περισσότερες σκηνές). Έτσι θυμίζουν χαρακτήρες καρτούν (ο καθένας με τη "στολή" του) ή μας πάνε πίσω στον Τσάπλιν με το αιώνιο παρουσιαστικό ως Σαρλό. Τα πάντα δίνονται με εναν ηθελημένα σχηματικό τρόπο. Περιτό να πω ότι βρήκα μερικές από τις σχηματικές αυτές καταστάσεις ξεκαρδιστικές ή/και γεμάτες φαντασία, ενώ άλλες διαθέτουν μια ιδιότυπη συγκίνηση. Εννοείται ότι κάτω απ' όλα αυτά κρύβεται ένας γενναιόδωρος και καλωσυνάτος ρομαντισμός, ενώ το Παρίσι παραμένει όμορφο...
Μια ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ότι, εκτός από το βασικό ντουέτο, παίζουν και η Εμανουέλ Ριβά (του "Χιροσίμα Αγάπη μου") στον τελευταίο της ρόλο (πέθανε το 2017) και ο γνωστός κωμικός Πιέρ Ρισάρ.
Ως φαν του ζεύγους θα σας παρότρυνα να ψάξετε και τις υπόλοιπες ταινίες τους (κυρίως τα "Παγόβουνο" και το "The Fairy"). Ελπίζω να αποζημειωθείτε από κάτι που παραπέμπει σε παλιές εποχές και λείπει από το σύγχονο σινεμα (ναι, είναι απόλυτα επίτηδες "παλιομοδίτικο").

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2018

"ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ" (ΜΑ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣ)

Το 2000 ο άνισος (αλλά συνήθως μεγαλεπήβολος) Ridley Scott γυρίζει μία από τις μεγάλες επιτυχίες του (εμπορικές εννοώ), τον "Μονομάχο" (Gladiator), μια επιστροφή στο μάλλον ξεχασμένο είδος των "ταινιών με ρωμαίους".
Ο ήρωας είναι λαμπρός και δημοφιλής ισπανικής καταγωγής στρατηγός του γηραιού πλέον Μάρκου Αυρήλιου. Ωστόσο, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες του νίκες στη Γερμανία, το μόνο που επιθυμεί είναι να επιστρέψει στο σπίτι και στην οικογένειά του. Επειδή όμως είναι και τίμιος και σοφός (τα έχει όλα τέλος πάντων) ο αυτοκράτορας τον προορίζει για διάδοχο του θρόνου. Όταν το μαθαίνει ο γιος του Μάρκου Αυρήλιου Κόμοδος, δολοφονεί τον πατέρα του και προσπαθεί να εξοντώσει τον στρατηγό και την οικογένειά του. Ο ήρωάς μας θα πουληθεί σκλάβος και θα καταλήξει μονομάχος στη Ρώμη, όπου βεβαίως θα συναντήσει και πάλι τον εχθρό του (και αυτοκράτορα πλέον) Κόμοδο.
Θα γκρινιάξω λίγο στην αρχή για τους μάλλον απλοϊκούς χαρακτήρες (κυρίως του βασικού ήρωα δηλαδή). Κυριολεκτικά "τα έχει όλα και συμφέρει". Και σοφός και λαμπρός στρατηγός και δίχως προσωπικές φιλοδοξίες για ανέλιξη στην εξουσία και απίστευτα δυνατός (αφού μετά από συνεχεις νίκες έχει γίνει ο δημοφιλέστερος μονομάχος της αυτοκρατορίας) και ειρηνιστής και δίκαιος και πιστός στην οικογένειά του... τι άλλο θέλετε; Μόνο φωτοστέφανο του έλειπε... Αυτά λοιπόν με τις συμβάσεις και τα κλισέ. Βεβαίως περί blogbuster πρόκειται και κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο.
Πέραν αυτού σίγουρα πρόκειται για πραγματικά χορταστικό blogbuster (κρατά και 155' άλλωστε). Λαμπρό καστ (Ράσελ Κρόου, Όλιβερ Ριντ, Γιοακίν Φίνιξ, Ρίτσαρντ Χάρις, Ντέρεκ Τζάκομπι...), εντυπωσιακή σκηνοθεσία, γερή ιστορία που κάνει τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να το παρακολουθεί απνευστί, κάποια σχόλια και εμβαθύνσεις για την πολιτική κατάσταση στην τότε κοσμοκράτειρα Ρώμη και κάποιες σκέψεις περί δημοκρατίας, ενώ διαθέτει και το προσόν (και πάλι αυτό είναι προσωπικό) να αποφεύγει το εύκολο happy end (δίχως, δσυστυχώς, αυτό να σημαίνει ότι η τελευταία σκηνή δεν είναι - επιεικώς - γλυκερή).
Τέλος πάντων, και παρόλες τις αφέλειες, ο Scott έφτιαξε ένα συμπαγές blogbuster και, συγχρόνως, κατάφερε να ξαναφέρει για λίγο στη μόδα ένα πεθαμένο είδος ("χλαμύδα" λεγόταν παλιά), με αρκετά πιο σοβαρή και σύγχρονη ματιά βεβαίως από τα αντίστοιχα αστεία φιλμ της εποχής της παλιάς ακμής του είδους στα 50ς και 60ς. Οπότε, ξαναλέω, αν δεν το έχετε δει, δείτε το σαν μια χορταστική και συχνά συγκινητική περιπέτεια του είδους. Ως τέτοια λοιπόν τη βρίσκω καλή.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2018

(Σ)ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΣΤΟ "DREAMSCAPE"

To "Dreamscape" γυρίστηκε to 1984 από τον Joseph Ruben (είναι αυτός που λίγο αργότερα έκανε το "Sleeping with the Enemy" και "The Good Son") και ο ελληνικός τίτλος ήταν... "Ο Εφιάλτης του Προέδρου"(!). Για μένα αποτελεί παράδειγμα καλής επιστημονικής φαντασίας, με κάποια στοιχεία τρόμου.
Κυβερνητικές υπηρεσίες διεξάγουν μυστικά πειράματα με άτομα με παραψυχολογικές ικανότητες. Αυτά όχι μόνο μπορούν να παρακολουθούν τα όνειρα των άλλων, αλλά μπορούν και να τα επηρεάσουν παίρνοντας μέρος στη "δράση" του ονείρου (μήπως σας θυμίζει το πολύ μεταγενέστερο "Inception" του Nolan;). Ο ήρωας πείθεται (καθόλου πρόθυμα) να πάρει μέρος στα πειράματα αυτά. Όταν όμως κάποιος πεθαίνει στον ύπνο του υποψιάζεται ότι ένας άλλος από τους έχοντες ψυχικές δυνάμεις είναι ο υπεύθυνος. Σύντομα θα αντιληφτούμε ότι όλα αυτά στοχεύουν πολύ, μα πολύ ψηλά, αφού βασικό ρόλο στα όσο συμβαίνουν αρχίζει να διαδραματίζει ο ίδιος ο πρόεδρος της Αμερικής και διακυβεύονται οι αποφάσεις του για φλέγοντα παγκόσμια ζητήματα.
Διαθέτοντας ένα εντυπωσιακό καστ (ένας νεαρός Ντένις Κουέιντ, η Κέιτ Κάπσοου, ο Μαξ φον Σίντοβ, ο Κρίστοφερ Πλάμερ...), το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει και να με  διασκεδάσει (δεν εννοώ με την έννοια ότι είναι χιουμοριστικό, καθόλου). Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, ο ρυθμός καλός, το σασπένς επίσης, ενώ η "πραγματικότητα" του ονείρου (και του εφιαλτη βεβαίως) γίνονται κυριολεκτικές πραγματικότητες. Και, βεβαίως, εμπλέκονται και τα παγκόσμια πολιτικά πράγματα της εποχής (οι παρανοϊκοί εξοπλισμοί των τότε δύο υπερδυνάμεων, ο φόβος για πυρηνικό ολοκάυτωμα, οι μυστικές υπηρεσίες που κινούν αθέατες τα νήματα κλπ.) Κατά βάθος βέβαια πρόκειται για την τυπική πάλη καλού - κακού (δοσμένα με πολιτικούς όρους), αλλά βρίσκω αυτήν εδώ την παραλλαγή ενδιαφέρουσα.
Τα εφέ (ιδιαίτερα του "Φιδάνθρωπου") είναι εντελώς πρωτόγονα για τα σημερινά δεδομένα, αλλά αυτό δεν με χάλασε και πολύ. Έχω επανειλημμένα γράψει ότι δεν θεωρώ με τίποτα ότι το "καλό" ή "κακό" ενός φιλμ βασίζεται στα εφέ που διαθέτει. Και το ότι ακριβώς πολλοί σήμερα δεν συμφωνούν μ' αυτό και κάνουν τα πάντα για να μας θαμπώσουν με εφέ, νομίζω ότι είναι ένας από τους λόγους που πάει κατά διαόλου το σύγχρονο υπερ-ηρωικόκρατούμενο Χόλιγουντ. Όλο και περισσότερο λοιπόν βρίσκω ότι "μικρές" ταινίες σαν αυτή εδώ έχουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα σύγχρονα αχώνευτα (με την έννοια του βαρυστομαχιάσματος) blogbuster. Αφείστε που τότε οι ιδέες ήταν πολύ πιο φρέσκες...
Αρκετά γκρίνιαξα. Αν βρείτε την ταινία και είστε φίλοι της ΕΦ, τη συνιστώ. Καθόλου αριστούργημα, πλην όμως συμπαθέστατη.

Κυριακή, Ιουνίου 03, 2018

"ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΩΝ" 'Η ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΕΙΡΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ο Michael Ritchie (1938-2001) δεν υπήρξε βέβαια ποτέ μεγάλος σκηνοθέτης. Άντε να γύρισε μερικές συμπαθητικές ταινιούλες. Το 1980 πάντως κάνει "Το Νησί των Καταραμένων" (The Island) με καλό καστ με επικεφαλής τους Μάικλ Κέιν και Ντέιβιντ Γουόρνερ, η ταινία ωστόσο... ούτε κι αυτή είναι τίποτα σπουδαίο.
Όλα ξεκινάνε από το γνωστό μυστήριο του Τριγώνου των Βερμούδων με τα πλοία που εξαφανίζονται. Ένας εκδότης στέλνει εκεί πετυχημένο ρεπόρτερ του για να ερευνήσει το μυστηριώδες φαινόμενο κι αυτός, επειδή είναι χωρισμένος και είναι σειρά του να κρατήσει τον δεκάχρονο περιπου γιό του... ε... τι άλλο να κάνει... τον παίρνει μαζί του (!). Κάπου  εκεί το σκάφος τους θα δεχτεί επίθεση και τελικά πατέρας και γιος θα απαχθούν από σύγχρονους πειρατές που ζουν απομονωμένοι σε ένα χαμένο νησί και δεν έρχονται καθόλου σε επαφή με τον σύγχρονο κόσμο. Από εκεί και πέρα η περιπέτειες του ήρωά μας και η αντιπαράθεσή του με τον αρχηγο των πειρατών θα είναι το βασικό θέμα. Και, βεβαίως, οι σχέσεις πατέρα και γιου, που δεν είναι οι καλύτερες δυνατές.
Εντάξει, η ιστορία είναι τουλάχιστον αφελής και "μπάζει" από διάφορες μεριές. Το ίδιο το φιλμ κινείται (αδέξια μάλλον) ανάμεσα στην εξωτική περιπέτεια και τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα και το τέλος είναι προβλέψιμο μεν, μάλλον μάλλον απίθανο δε  (από ψυχολογική άποψη εννοώ). Επιπλέον ο ήρωας τα κάνει όλα μόνος του, διότι οι καλοί δημοσιογράφοι, ως γνωστόν, όλα τα μπορούν και... κερασάκι στην τούρτα, έχουμε και μια παντελώς κουφή εξήγηση του μυστηρίου του Τριγώνου των Βερμούδων. Τι να πει κανείς...
Μένει κάποιο ενδιαφέρον στην αρχή, με το μυστήριο που τυλίγει τα πάντα και μια χλιαρή επίγευση εξωτικής περιπέτειας με πειρατές και τροπικά νησιά. Τίποτα περισσότερο. Η ταινία είχε αποτύχει οικονομικά στην εποχή της και μετά ξεχάστηκε. Παρά το παράξενο θέμα της (και πρωτότυπο θα μπορούσαμε να πούμε), η αποτυχία αυτή δεν με ξαφνιάζει καθόλου.

Σάββατο, Ιουνίου 02, 2018

"Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΟΥ ΛΑΠΛΑΣ" ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Να μια παντελώς άγνωστη ιταλική ταινία του 2017: "The Laplace's Demon", δεύτερη ταινία του ιταλού Giordano Giulivi. Μια αρκετά ενδιαφερουσα ασπρόμαυρη ταινία φανταστικού, που συνδυάζει τρόμο και επιστημονική φαντασία και χαρακτηρίζεται από την έντονα low-budget, σχεδόν ερασιτεχνική αισθητική της.
8 νέοι επιστήμονες πασχίζουν να ανακαλύψουν το αν μπορούν με μαθηματικά να προβλέψουν ό,τι θα συμβεί στο μέλλον. Πειραματίζονται επανειλημμένα με μια συσκευή που προσπαθεί να προβλέψει σε πόσα κομάτια θα σπάσει ένα γυάλινο αμντικείμενο που πέφτει στο πάτωμα. Τότε δέχονται την πρόσκληση κορυφαίου επιστήμονα, τον οποίο δεν έχουν δει ποτέ, ο οποίος ζει ολομόναχος σε έναν πύργο στην κορυφή ενός θαλασόβραχου (προφανώς πηγαίνεις εκεί μόνο με βάρκα) και ο οποίος κάνει παρόμοιες έρευνες. Εκεί θα αποκλειστούν από μια θύελλα, μαζί με τον καπετάνιο που τους οδήγησε. Δεν θα συναντήσουν ποτέ τον μυστηριώδη επιστήμονα, αλλά μόνο μια βιντεοκασέτα, όπου η δυσδιάκριτη φιγούρα του δηλώνει ότι έχει πετύχει στις έρευνές του και ότι μπορεί να προβλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις πράξεις, ακόμα και τις παραμικρές ατάκες των ανθρώπων. Και όντως η κασέτα απαντά σε ό,τι τη ρωτάνε, αφού έχει βιντεοσκοπηθεί προβλέποντας τι ακριβώς θα ειπωθεί και τι θα συμβεί. Κι αυτό που θα συμβεί, κατά τον επιστήμονα, είναι ότι μέσα σε μια νύχτα, μέχρι το πρωί, θα έχουν πεθάνει όλοι. Και η σειρά των φόνων αρχίζει.
Εξαιρετικά πρωτοτυπο και ενδιαφέρον στόρι, το οποίο ουσιαστικά αναρωτιέται για την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης στον άνθρωπο. Υπάρχει ή όλα είναι προδιαγεγραμμένα από την αρχή, οπότε, αν βρεις τους κατάλληλους τρόπους, μπορούν να προβλεφτούν; Το φιλμ είναι γυρισμένο επίτηδες με παντελώς παλιομοδίτικη αισθητική, σα να βλέπεις ταινία του '30. Τα σκηνικά είναι εμφανώς ψεύτικα και μπαρόκ, τα εφέ επαναλαμβανόμενα και απλοϊκά, ακόμα και η ιδια η απομόνωση των ηρώων παραπέμπει σε ιστορίες του Βερν και άλλων των αρχών της φανταστικής λογοτεχνίας. Η ηθοποιία θυμίζει επίσης βουβό κινηματογράφο (κι ας μην είναι βουβή η ταινία). Υπερβολικές κινήσεις και εκφράσεις, απότομα κοντινά με έντονη μουσική κλπ. (για να πω την αλήθεια, δεν αποφάσισα αν πρόκειται για ηθελημένη υπερβολή ή απλώς για κακή ηθοποία από ούτως ή άλλως ερασιτέχνες (μάλλον) ηθοποιούς).  Και, βέβαια, ένα αρκετά ευφάνταστο σενάριο, με πολλές ανατροπές, που παραπέμπει σε κλασικό αστυνομικό "who done it", αλλά και όχι μόνο, καθώς το στοιχείο του φανταστικού είναι πανταχού παρόν.
Ερασιτεχνικό, αλλά ενδιαφέρον στην νοσταλγική αφέλεια της εικόνας του (της εικόνας λέω, όχι του σεναρίου), αποτελεί νομίζω μια αρκετά απολαυστική πρόταση για να ξεφύγει κανείς απο΄τα συνηθισμένα. Και προσφέρεται και για φιλοσοφικές σκέψεις. Αν και, προειδοποιώ, πολλοί μπορεί να γελάσουν με την εκτός τόπου και χρόνου "ψευτικη" και ερασιτεχνική σκηνοθετική ματιά του.

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2018

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΗΣΥΧΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΣΤΟ "SMALL TOWN CRIME"

Υπάρχουν φορές που ευχάριστες εκπλήξεις σου έρχονται από εκεί που δεν το περιμένεις. Όπως, ας πούμε, το "Small Town Crime" του 2017, που γύρισαν οι αδελφοί Eshom και Ian Nelms (τους οποίους αγνοούσα, αν και έχουν κάνει 2-3 ταινίες πριν απ' αυτή). Πρόκειται για αστυνομικό φιλμ που διαδραματίζεται σε μικρή πόλη, οπότε η επαρχιακή ατμόσφαιρα κυριαρχεί.
Ο ήρωας είναι ένας πρώην μπάτσος. Είναι πρώην λόγω αλκοολισμού και τώρα που δεν έχει δουλειά κατεβαίνει ολοταχώς τα σκαλοπάτια της παρακμής. Μια μέρα, ενώ οδηγεί το αυτοκίνητό του κάπου στο πουθενά, στην έρημο, ανακαλύπτει το πτώμα μια γυναίκας στην άκρη του δρόμου. Το μεταφέρει στην πόλη και, αποφασίζοντας να αποδείξει ότι κάτι έχει μείνει ακόμα από τον παλιό εαυτό του, μετατρέπεται σε αυτοσχέδιο ντετέκτιβ και αρχίζει να ψάχνει για τον φονιά. Περιτό να πούμε ότι θα μπλέξει με όλο και πιο σκοτεινούς τύπους, θα βάλει σε κίνδυνο την οικογένειά του και, τελικά, η αιματοχυσία θα καταστεί αναπόφευκτη.
Πρέπει να πούμε ότι "όλα τα λεφτά", αυτός που κρατά δηλαδή το φιλμ, είναι ο βασικός ήρωας John Hawkes (είναι ο "μαλάκας" πρώην σύζυγος της Φράνσις Μακ Ντέρμοντα, αυτός με την πιτσιρίκα, στις "Τρεις Πινακίδες..."). Άπίστευτη ασχημόφατσα, σχεδόν μόνιμα τσαλακωμένος και καταβεβλημένος, σέρνεται από εδώ κι από κεί πασχίζοντας να βρει την αλήθεια για ένα έγκλημα, στην ουσία όμως να ξαναβρεί κάποιο σκοπό στη ζωή του ή, αν θέλετε, να ξαναβρεί τον παλιό εαυτό του - ή ό,τι έχει απομείνει απ' αυτόν. Έτσι λοιπόν νομίζω ότι πέρα από την αστυνομική έρευνα, το βαθύτερο νόημα είναι μια υπαρξιακή αναζήτηση. Και εκτός αυτόυ, όπως συχνά δείχνεται σε τέτοιου είδους φιλμ, κάτω από την υπναλέα επιφάνεια της επαρχιακής πόλης κρύβονται αρκετά σκοτεινά μυστικά...
Η ιστορία με κράτησε, η πλοκή ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα, σε κάποια σημεία η δράση γίνεται έντονη (αν και, ευτυχώς, η ταινία δεν επικεντρώνει στο action στοιχείο), και, βασικό αυτό, υπάρχει και αρκετό χιούμορ που σπάει "υπουλα" τη σκοτεινιά των όσων συμβαίνουν.
Μικρή παραγωγή, πλην όμως καλογυρισμένη, δεν αποτελεί σίγουρα τη "μεγάλη ταινία", είναι όμως - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - αυτό που έγραψα στην αρχή: Μια ευχάριστη έκπληξη που έρχεται από το πουθενά. Καλοδεχούμενη λοιπόν!

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2018

ΑΝΟΔΟΣ, ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΣΤΟ "ΚΑΖΙΝΟ"

Το 1995 ο Martin Scorsese γυρίζει ένα από τα τυπικά "σκορσεζικά" φιλμ του: Το "Καζίνο", με τους πολύ καλούς Ρόμπερτ Ντε Νίρο (που δεν έπαιζε ακόμα σε τόσο πολλές μπούρδες), την Σάρον Στόουν και τον Τζο Πέσι.
Ένας ικανότατος "executive" αναλαμβάνει, με την υποστήριξη της μαφίας, ένα καζίνο στο Λας Βέγκας και το οδηγεί σε μεγάλες δόξες και επιτυχίες. Ο καλύτερος φίλος του, που επίσης σχετίζεται με τη μαφία, προσπαθεί κι αυτός να δημιουργήσει τη δική του αυτοκρατορία, αυτός όμως με απίστευτα βίαιο τρόπο και πάνω σε σωρούς πτωμάτων. Κάποια στιγμή η φινέτσα στους τρόπους του πρώτου θα έρθει αντιμέτωπη με την κτηνώδη δράση του δεύτερου και οι παλιοί φίλοι θα συγκρουστούν. Όσο για τη γυναίκα του πρώτου, μια πρώην πόρνη, ο κατήφορος θα είναι από τους χειρότερους δυνατούς...
Με φόντο μια γιγάντια αυτοκρατορία τζόγου, ένα απαστράπτον δηλαδή Λας Βέγκας, του οποίου τα θεμέλια βεβαίως είναι βυθισμένα στο βούρκο, καθώς βασίζονται σε κάθε λογής έγκλημα, ο Scorsese στήνει μια ιστορία που, για μια ακόμα φορά, μας αποκαλύπτει το σκοτεινό πρόσωπο της Αμερικής. Προσφιλή του θέματα (τζόγος, μαφία, αντρική φιλία, χλιδή και απληστία, βία) βρίσκονται όλα εδώ και συγκλίνουν στην αφήγηση μιας κλασικής ιστορίας ανόδου και πτώσης. Όπως πάντοτε συμβαίνει με το τζόγο, στη βάση της καταστροφής βρίσκεται η απληστία, το να μη ξέρεις δηλαδή πού και πότε πρέπει να σταματήσεις. Και, φυσικά επίσης, όλα θα πνιγούν στο αίμα και την παρακμή. Ο σκηνοθέτης μελετά (και καταγγέλει) τους τρόπους πλουτισμού (νομίζω, εκτός αν κερδίσεις ξαφνικά το Λότο, 9 στις 10 φορές βασίζονται στην παρανομία και το έγκλημα). Και, ταυτόχρονα, την κενότητα όλων αυτών, με την έννοια ότι, προφανώς ο πλούτος δεν φερνει ευτυχία (μάλλον το αντίθετο). Εννοείται ότι κάθε ουσιαστικό στοιχείο της ζωής (έρωτας, φιλία, αίσθηση ασφάλειας) υποβαθμίζονται όσο βουτάμε στην αποχαυνωτική χλιδή και σε όσα συνεπάγεται.
Με εικόνα βουτηγμένη στη "γκλαμουριά", η ιστορία, που αποτελεί ένα διαρκές φλας μπακ σε σχέση με την πρώτη σκηνή της έκρηξης, εξελίσσεται και όσο προχωρά τα προβλήματα των ηρώων βαθαίνουν κι αυτοί που κινούν τα νήματα εκνευρίζονται... Παρά τη μεγάλη της διάρκεια, βρίσκω το φιλμ δυνατό και το θεωρώ από τα καλά του μεγάλου σκηνοθέτη. Και, εν τέλει, σε αφήνει με μια έντονη διάθεση να τινάξεις με τη σειρά σου στον αέρα όλη αυτή την αστραφτερή φρίκη, που άπαντες μοιάζουν να λατρεύουν. Όπως ακριβώς τινάζεται στον αέρα το πολυτελές αυτοκίνητο του βασικού ήρωα στην πρώτη μόλις σκηνή.