Δεν νομίζω ότι το "Χάρτινο Φεγγάρι", που γύρισε το 1973 ο Peter Bogdanovich έχει χάσει το παραμικρό από τη γοητεία, τη χάρη και την εξυπνάδα του. Πρόκειται για τον ορισμό αυτού που λέμε πραγματικά (και διαχρονικά) διασκεδαστικό. Και φυσικά την παράσταση κλέβει η εκπληκτική 10χρονη Τάτουμ Ο'Νιλ, κόρη του Ράιαν Ο'Νιλ, με τον οποίο πρωταγωνιστεί στην ταινία.
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά την ποτοαπαγόρευση, γι' αυτό και η ταινία είναι ασπρόμαυρη, ώστε να δένει με το κλίμα της εποχής. Ένας γοητευτικός απατεώνας παρευρίσκεται - περαστικός - στην κηδεία μιας πρώην ερωμένης του. Εκεί όμως του "πασάρουν" (λίγο με το έτσι θέλω) ένα δεκάχρονο κοριτσάκι, κόρη της εκλειπούσας, για να το μεταφέρει σε μια άλλη πόλη, όπου ζει η θεία του, που είναι η μοναδική συγγενής. Και, μεταξύ μας, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να είναι κόρη του, αφού η μακαρίτισσα το γλεντούσε και η μικρή είναι αγνώστου πατρός... Αρχικά ο ήρωάς μας εκνευρίζεται όσο δεν παίρνει. Σύντομα όμως θα διαπιστώσει έκπληκτος ότι η μικρή είναι μάλλον πιο έξυπνη από εκείνον και εντελώς πρόθυμη να βοηθήσει καθοριστικά στα κόλπα του...
Έξυπνο σενάριο, πολύ χιούμορ, κάποιες τρυφερές στιγμές (λίγες, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να σας πάρουν τα σιρόπια), σασπένς εκεί όπου χρειάζεται, ατμόσφαιρα εποχής και κυρίως η μικρή Τάτουμ, αδιαφιλονίκητη σταρ της ταινίας (η καριέρα της στη συνέχεια δεν υπήρξε καθόλου ανάλογη του εκθαμβωτικού αυτού ξεκινήματος), συνθέτουν ένα πραγματικά γλυκό φιλμ (μην παρεξηγήσετε παρακαλώ τη λέξη και τη μεταφράσετε ως "ξενέρωτο", κάθε άλλο), που πιστεύω ότι είναι άψογα φτιαγμένο ώστε να το απολαύσουν όλοι. Περιέχει και κάποια κοινωνικά σχόλια για τη διαφθορά της χώρας και την υποκρισία που τη συνόδευε την εποχή εκείνη (την ποτοαπαγόρευση εννοώ), αλλά, προφανώς, και στις μέρες μας. Και, για να γκρινιάξω πάλι, πιστεύω επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να γυριστεί σήμερα ένα τέτοιο φιλμ στο μέχρι τα μπούνια "πολιτικώς ορθό" (βλέπε καρασυντηρητικό) Χόλιγουντ. Για καμιά εκατοστή λόγους που θα ανακαλύψετε μόνοι σας και, κυρίως, για τους αμερικάνους το "κυρίως", διότι η μικρή... καπνίζει! Μάλιστα!
Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2020
Τρίτη, Ιουλίου 07, 2020
"ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΟΥ QUATERMASS" : ΠΡΩΙΜΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΥ
Ο καθηγητής Quatermass είναι ένας ιδιόρρυθμος επιστήμονας, που μπλέκει με διάφορα μυστήρια που προέρχονται από "εκεί έξω". Ξεκίνησε ως τηλεοπτικός ήρωας το 1953 στην τότε βρετανική τηλεόραση και η σειρά επιστημονικής φαντασίας όπου πρωταγωνιστούσε γνώρισε τεράστια επιτυχία. Το 1955 λοιπόν, όπως ήταν φυσικό, μεταφέρεται για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη από τον έμπειρο βρεττανό σκηνοθέτη Val Guest (1911-2006) με τίτλο "To Πείραμα του Quatermass". Από τότε θα γυριστούν πολλές ταινίες με αυτόν τον ήρωα.
Ο Quatermass είναι επικεφαλής των επιστημόνων που στέλνουν έναν πύραυλο με τρεις άνδρες για πλήρωμα για πρώτη φορά τόσο μακριά στο διάστημα. Ο πύραυλος θα επιστρέψει, αλλά οι δύο αστροναύτες έχουν εξαφανιστεί, ενώ ο τρίτος μοιάζει να έχει χάσει το μυαλό του και αδυνατεί να μιλήσει. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή γι' αυτόν (και για πολλούς άλλους), καθώς σύντομα θα αρχίσει να μεταλλάσσεται...
Είπα στην αρχή ότι ο Quatermass είναι "ιδιόρρυθμος". Αυτό ακριβώς είναι και το παράξενο (και ενδιαφέρον) στοιχείο της σειράς και των ταινιών. Ο ήρωας είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, αντιπαθέστατος. Αλαζονικός, απότομος και αγενής, ψυχρός, μοιάζει να πιστεύει ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Έξυπνος φυσικά, δραστήριος, συνήθως δικαιώνεται τελικά, αλλά δεν παύει να είναι αντιπαθής. Πόσους τέτοιους δημοφιλείς ήρωες γνωρίζετε; Όσο για το ασπρόμαυρο φιλμ, αν σκεφτείτε τον μικρό προϋπολογισμό και τα ατελή εφέ της εποχής, τα πάει μια χαρά. Και κρατά τον θεατή και διατηρεί το μυστήριο του τι συμβαίνει για μεγάλο μέρος του και δόσεις τρόμου διαθέτει (είναι από την εταιρεία Hammer άλλωστε και φαντάζομαι ότι στην εποχή του θα τρόμαζε περισσότερο), ενώ συχνά γίνεται ατμοσφαιρικό. Γενικά, ως αγγλικό φιλμ, είναι πολύ καλύτερο από τον μέσο όρο των αντίστοιχων αμερικάνικων b-movies επιστημονικής φαντασίας (η ηθοποιία των ταινιών αυτών είναι ένα από τα ατού των άγγλων, σε σχέση με την συνήθως γελοία αμερικάνικη).
Το προτείνω στους φίλους της παλιάς επιστημονικής φαντασίας ως επιτυχημένο πρώιμο δείγμα και ως εισαγωγή στον ασυνήθιστο χαρακτήρα του πρωταγωνιστή του.
ΥΓ: Όπως βλέπετε από την αφίσα είχε κυκλοφορήσει και με τον εναλλακτικό τίτλο "The Creeping Uknown".
Ο Quatermass είναι επικεφαλής των επιστημόνων που στέλνουν έναν πύραυλο με τρεις άνδρες για πλήρωμα για πρώτη φορά τόσο μακριά στο διάστημα. Ο πύραυλος θα επιστρέψει, αλλά οι δύο αστροναύτες έχουν εξαφανιστεί, ενώ ο τρίτος μοιάζει να έχει χάσει το μυαλό του και αδυνατεί να μιλήσει. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή γι' αυτόν (και για πολλούς άλλους), καθώς σύντομα θα αρχίσει να μεταλλάσσεται...
Είπα στην αρχή ότι ο Quatermass είναι "ιδιόρρυθμος". Αυτό ακριβώς είναι και το παράξενο (και ενδιαφέρον) στοιχείο της σειράς και των ταινιών. Ο ήρωας είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, αντιπαθέστατος. Αλαζονικός, απότομος και αγενής, ψυχρός, μοιάζει να πιστεύει ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Έξυπνος φυσικά, δραστήριος, συνήθως δικαιώνεται τελικά, αλλά δεν παύει να είναι αντιπαθής. Πόσους τέτοιους δημοφιλείς ήρωες γνωρίζετε; Όσο για το ασπρόμαυρο φιλμ, αν σκεφτείτε τον μικρό προϋπολογισμό και τα ατελή εφέ της εποχής, τα πάει μια χαρά. Και κρατά τον θεατή και διατηρεί το μυστήριο του τι συμβαίνει για μεγάλο μέρος του και δόσεις τρόμου διαθέτει (είναι από την εταιρεία Hammer άλλωστε και φαντάζομαι ότι στην εποχή του θα τρόμαζε περισσότερο), ενώ συχνά γίνεται ατμοσφαιρικό. Γενικά, ως αγγλικό φιλμ, είναι πολύ καλύτερο από τον μέσο όρο των αντίστοιχων αμερικάνικων b-movies επιστημονικής φαντασίας (η ηθοποιία των ταινιών αυτών είναι ένα από τα ατού των άγγλων, σε σχέση με την συνήθως γελοία αμερικάνικη).
Το προτείνω στους φίλους της παλιάς επιστημονικής φαντασίας ως επιτυχημένο πρώιμο δείγμα και ως εισαγωγή στον ασυνήθιστο χαρακτήρα του πρωταγωνιστή του.
ΥΓ: Όπως βλέπετε από την αφίσα είχε κυκλοφορήσει και με τον εναλλακτικό τίτλο "The Creeping Uknown".
Κυριακή, Ιουλίου 05, 2020
"BACURAU": ΕΝΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΧΩΡΙΟ
Μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες ταινίες που είδα τελευταία έρχεται από τη Βραζιλία. Το "Bacurau῾῾γυρίστηκε το 2019 από τους Juliano Dornelles και Kleber Mendonca Filho και συνδυάζει πολλά πράγματα. Εκτός από τους πολλούς (εξαιρετικά φυσικούς) βραζιλιάνους ηθοποιούς, παίζουν σ᾽αυτό και οι παλαίμαχοι Σόνια Μπράγκα και Ούντο Κίερ.
Το Bacurau είναι ένα μικρό χωριό χαμένο κάπου στη βραζιλιάνικη ζούγκλα. Μια κοπέλα επιστρέφει σ᾽αυτό για να παρακολουθήσει την κηδεία της γιαγιάς της, που είχε περάσει τα 90 και η οποία ήταν πολύ σημαντική για το χωριό (ένα είδος μητριαρχίας μάλλον). Ωστόσο παράξενα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στο χωριό. Αρχικά αυτό χάνεται από τον χάρτη, ακόμα και από το Google Map. Στη συνέχεια κάποιοι από πους κατοίκους αρχίζουν να δολοφονούνται...
Είναι δύσκολο να κατατάξεις κάπου την ταινία. Αρχίζει με ντοκιμαντερίστικο τρόπο δείχνοντας το χωριό και τους παράξενους κατοίκους του. Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι το Bacurau δεν είναι ένα συνηθισμένο χωριό. Υπάρχουν πολλές... χμμμ... ιδιορυθμίες.σ᾽αυτό. Στη συνέχεια το φιλμ μετατρέπεται σε μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς (και κάποια - λίγα - σπλάτερ στοιχεία θα προειδοποιήσω). Επίσης, από άποψη, δεν θα μας εξηγήσει ποτέ τι ακριβώς (ή μάλλον γιατί) συμβαίνει εκεί. Θα ψυλιαστούμε πολλά, θα πρέπει να αφήσουμε τη φανυτασία μας να δουλέψει και να συμπληρώσει κατά βούληση τα κενά, αλλά θα μείνουν και σκοτεινά σημεία, καθώς το σενάριο είναι ελλειπτικό.
Στις πάνω από δύο ώρες της διάρκειάς της η ταινία προλαβαίνει να θίξει πολλά θέματα και να λειτουργήσει με πολλούς τρόπους: Πολιτικά θέματα (διαφθορά των πολιτικών, αυτονομία και απειθαρχία απέναντι στην εξουσία), αλλά και ηθικά (το χωριό μοιάζει με αυτόνομη ελευθεριακή κοινότητα με εντελώς ανοιχτές αποψεις για τον έρωτα, με ένα είδος κοινοκτημοσύνης, με αποδοχή διαφορετικών - όχι μόνο ερωτικών - κατατάσεων κλπ.), καθώς και ιστορικά στοιχεία (τα οποία ίσως μόνο ένας βραζιλιάνος θα κατανοούσε. Ψάχνοντας σε κριτικές από περιέργεια έμαθα ότι στην περιοχή αυτή της Βραζιλίας είχαν γίνει παλιά πολλές εξεγέρσεις). Επίσης ολόκληρο το φιλμ μπορεί να ειδωθεί σαν μια αλληγορία της αποικιοκρατίας και της εκμετἀλλευσης των φτωχότερων χωρών από πλούσιες - στη συγκεκριμένη ταινία από τις ΗΠΑ. Και, τέλος, υπάρχει μια ψυχδελική πινελιά που δίνει μια παραισθητική διάσταση και κάνει τα πράγματα ακόμα πιο περίεργα. Φαντάζομαι ότι οι θεατές ίσως εντοπίσουν και άλλα στοιχεία.
Παρά το ότι η διάρκεια και το ντοκιμαντερίστικο στιλ κινηματογράφησης ίσως κουράσουν κάποιους, προσωπικά το βρήκα από τις πλέον ενδιαφέρουσες ταινίες του τελευταίου καιρού.
Το Bacurau είναι ένα μικρό χωριό χαμένο κάπου στη βραζιλιάνικη ζούγκλα. Μια κοπέλα επιστρέφει σ᾽αυτό για να παρακολουθήσει την κηδεία της γιαγιάς της, που είχε περάσει τα 90 και η οποία ήταν πολύ σημαντική για το χωριό (ένα είδος μητριαρχίας μάλλον). Ωστόσο παράξενα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στο χωριό. Αρχικά αυτό χάνεται από τον χάρτη, ακόμα και από το Google Map. Στη συνέχεια κάποιοι από πους κατοίκους αρχίζουν να δολοφονούνται...
Είναι δύσκολο να κατατάξεις κάπου την ταινία. Αρχίζει με ντοκιμαντερίστικο τρόπο δείχνοντας το χωριό και τους παράξενους κατοίκους του. Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι το Bacurau δεν είναι ένα συνηθισμένο χωριό. Υπάρχουν πολλές... χμμμ... ιδιορυθμίες.σ᾽αυτό. Στη συνέχεια το φιλμ μετατρέπεται σε μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς (και κάποια - λίγα - σπλάτερ στοιχεία θα προειδοποιήσω). Επίσης, από άποψη, δεν θα μας εξηγήσει ποτέ τι ακριβώς (ή μάλλον γιατί) συμβαίνει εκεί. Θα ψυλιαστούμε πολλά, θα πρέπει να αφήσουμε τη φανυτασία μας να δουλέψει και να συμπληρώσει κατά βούληση τα κενά, αλλά θα μείνουν και σκοτεινά σημεία, καθώς το σενάριο είναι ελλειπτικό.
Στις πάνω από δύο ώρες της διάρκειάς της η ταινία προλαβαίνει να θίξει πολλά θέματα και να λειτουργήσει με πολλούς τρόπους: Πολιτικά θέματα (διαφθορά των πολιτικών, αυτονομία και απειθαρχία απέναντι στην εξουσία), αλλά και ηθικά (το χωριό μοιάζει με αυτόνομη ελευθεριακή κοινότητα με εντελώς ανοιχτές αποψεις για τον έρωτα, με ένα είδος κοινοκτημοσύνης, με αποδοχή διαφορετικών - όχι μόνο ερωτικών - κατατάσεων κλπ.), καθώς και ιστορικά στοιχεία (τα οποία ίσως μόνο ένας βραζιλιάνος θα κατανοούσε. Ψάχνοντας σε κριτικές από περιέργεια έμαθα ότι στην περιοχή αυτή της Βραζιλίας είχαν γίνει παλιά πολλές εξεγέρσεις). Επίσης ολόκληρο το φιλμ μπορεί να ειδωθεί σαν μια αλληγορία της αποικιοκρατίας και της εκμετἀλλευσης των φτωχότερων χωρών από πλούσιες - στη συγκεκριμένη ταινία από τις ΗΠΑ. Και, τέλος, υπάρχει μια ψυχδελική πινελιά που δίνει μια παραισθητική διάσταση και κάνει τα πράγματα ακόμα πιο περίεργα. Φαντάζομαι ότι οι θεατές ίσως εντοπίσουν και άλλα στοιχεία.
Παρά το ότι η διάρκεια και το ντοκιμαντερίστικο στιλ κινηματογράφησης ίσως κουράσουν κάποιους, προσωπικά το βρήκα από τις πλέον ενδιαφέρουσες ταινίες του τελευταίου καιρού.
Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2020
"ΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ" ΠΟΥ ΜΟΧΘΟΎΝ ΓΙΑ ΤΗΝ... ΑΠΟΤΥΧΙΑ
Το 1967 ο ήδη γνωστός κωμικός σεναριογράφος Mel Brooks γυρίζει την πρώτη του ταινία: "The Producers" (κλασικός ηλίθιος ελληνικός τίτλος "Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί"), με τον νεότατο τότε Τζιν Γουάιλντερ, συχνό πρωταγωνιστή των ταινιών του, και τον σπαρταριστό Ζίρο Μόστελ - δυστυχώς υπήρξαν λίγες οι κινηματογραφικές του εμφανίσεις.
Ένας απένταρος πρώην διάσημος και πλούσιος παραγωγός θεατρικών παραστάσεων του Μπρόντγουέι γνωρίζεται τυχαία με έναν δειλό, γεμάτο φοβίες λογιστή και μαζί καταστρώνουν ένα σατανικό σχέδιο: Ο μόνος τρόπος να γίνουν πλούσιοι είναι να ανεβάσουν ένα άθλιο έργο που θα γίνει παταγώδης αποτυχία ώστε να καρπωθούν τα λεφτά των πάμπολλων χρηματοδοτών τους (που είναι ανίδεες πλούσιες γριούλες, στις οποίες ο παραγωγός μας παριστάνει τον ερωτευμένο). Ξεκινάν λοιπόν σε αναζήτηση του χειρότερου έργου που γράφτηκε ποτέ, του χειρότερου σκηνοθέτη, των χειρότερων ηθοποιών...
Ο Mel Brooks φτιάχνει μια ξεκαρδιστική κωμωδία, που είναι συγχρόνως και σάτιρα του κόσμου του Μπρόντγουέι, των μεγαλομανών ψώνιων που το κατακλύζουν, της αμφίβολης ηθικής του εν γένει. Ταυτόχρονα λειτουργεί και ως παρωδία των ίδιων των μιούζικαλ ως είδος, αλλά και ως απόπειρα πλήρους γελοιοποίησης του... Χίτλερ και των ναζί γενικότερα. Το παίξιμο του Μόστελ ιδιαίτερα είναι κάπως θεατρικό, που εδώ ταιριάζει με το όλο κλίμα του φιλμ, ενώ συναντάμε για πρώτη φορά το γνωστό (μέχρι τα μέσα των 70ς τουλάχιστον, διότι μετά νομίζω ότι παράκμασε θεαματικά), συχνά τραβηγμένο χιούμορ του Μελ Μπρουκς.
Η όλη ιδέα είναι πανέξυπνη και πολλά σημεία του φιλμ ιδιαίτερα αστεία. Αποκορύφωμα θεωρώ το απόλυτα κιτς, σουρεαλιστικό και γελοίο μιούζικαλ "Springtime for Hitler", ενώ όσοι γνωρίζουν την εποχή (1967) θα διασκεδάσουν και με τη σάτιρα του χιπισμού και των "παιδιών των λουλουδιών". Θεωρώ την ταινία απολαυστικότατη - και απείρως καλύτερη βεβαίως από το ηλίθιο ομώνυμο ριμέικ του 2005.
Ένας απένταρος πρώην διάσημος και πλούσιος παραγωγός θεατρικών παραστάσεων του Μπρόντγουέι γνωρίζεται τυχαία με έναν δειλό, γεμάτο φοβίες λογιστή και μαζί καταστρώνουν ένα σατανικό σχέδιο: Ο μόνος τρόπος να γίνουν πλούσιοι είναι να ανεβάσουν ένα άθλιο έργο που θα γίνει παταγώδης αποτυχία ώστε να καρπωθούν τα λεφτά των πάμπολλων χρηματοδοτών τους (που είναι ανίδεες πλούσιες γριούλες, στις οποίες ο παραγωγός μας παριστάνει τον ερωτευμένο). Ξεκινάν λοιπόν σε αναζήτηση του χειρότερου έργου που γράφτηκε ποτέ, του χειρότερου σκηνοθέτη, των χειρότερων ηθοποιών...
Ο Mel Brooks φτιάχνει μια ξεκαρδιστική κωμωδία, που είναι συγχρόνως και σάτιρα του κόσμου του Μπρόντγουέι, των μεγαλομανών ψώνιων που το κατακλύζουν, της αμφίβολης ηθικής του εν γένει. Ταυτόχρονα λειτουργεί και ως παρωδία των ίδιων των μιούζικαλ ως είδος, αλλά και ως απόπειρα πλήρους γελοιοποίησης του... Χίτλερ και των ναζί γενικότερα. Το παίξιμο του Μόστελ ιδιαίτερα είναι κάπως θεατρικό, που εδώ ταιριάζει με το όλο κλίμα του φιλμ, ενώ συναντάμε για πρώτη φορά το γνωστό (μέχρι τα μέσα των 70ς τουλάχιστον, διότι μετά νομίζω ότι παράκμασε θεαματικά), συχνά τραβηγμένο χιούμορ του Μελ Μπρουκς.
Η όλη ιδέα είναι πανέξυπνη και πολλά σημεία του φιλμ ιδιαίτερα αστεία. Αποκορύφωμα θεωρώ το απόλυτα κιτς, σουρεαλιστικό και γελοίο μιούζικαλ "Springtime for Hitler", ενώ όσοι γνωρίζουν την εποχή (1967) θα διασκεδάσουν και με τη σάτιρα του χιπισμού και των "παιδιών των λουλουδιών". Θεωρώ την ταινία απολαυστικότατη - και απείρως καλύτερη βεβαίως από το ηλίθιο ομώνυμο ριμέικ του 2005.
Τρίτη, Ιουνίου 30, 2020
"ENDER'S GAME" Ή ΠΟΛΥΠΛΟΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ο Gavin Hood, νοτιοαφρικάνος που δουλεύει στις ΗΠΑ, έχει κάνει κάποιες ενδιαφέρουσες ταινίες. Το "Ender's Game" (στην Ελλάδα "Η Εκδίκηση του Έντερ", άγνωστο γιατί) του 2013, με τους Χάρισον Φορντ και Μπεν Κίνγκσλει σε χαρακτηριστικούς ρόλους, βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Orson Scott Card και, απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον, παραμένει αρκετά πιστό στο βιβλίο.
Στο μακρινό μέλλον η ανθρωπότητα είχε δεχτεί επίθεση μιας εξωγήινης φυλής εντομοειδών πλασμάτων και, παρά το ότι είχε μεγάλες απώλειες, είχε καταφέρει τελικά να νικήσει. Χρόνια μετά, παρατηρώντας νέες μεγάλες συγκεντρώσεις σκαφών των πλασμάτων στο κοντινό διάστημα, οι άνθρωποι αποφασίζουν να επιτεθούν πρώτοι για να τελειώνουν μια για πάντα μαζί τους. Για το σκοπό αυτό εκπαιδεύουν ειδικά επιλεγμένα παιδιά, τα οποία περνάν από πολύ σκληρές δοκιμασίες και εικονικά παιχνίδια πολέμου, με την ελπίδα ότι ανάμεσά τους θα βρεθεί ο μελλοντικός ηγέτης που θα φέρει τη νίκη. Ο Έντερ από την αρχή δείχνει ότι ίσως είναι προορισμένος γι' αυτό...
Εντυπωσιακό φιλμ από θεαματική άποψη, με καλά εφέ και ευφάνταστα "περιβάλλοντα", προχωρά ένα βήμα πέρα από το θέαμα: Δίνει μεγάλο βάρος (προσπαθεί τουλάχιστον) στην ψυχολογία των ηρώων, επικεντρώνεται σε ιδιαίτερα εγκεφαλικά παιχνίδια στρατηγικής και περιλαμβάνει και μια σημαντική ανατροπή. Στην αρχή με ενοχλούσε όλο αυτό το αβάσταχτα μιλιταριστικό πνεύμα, η ατσάλινη πειθαρχία, η μετατροπή των εκπαιδευόμενων σε μηχανές "για το καλό της ανθρωπότητας" ή για την άμυνα απέναντι στο "υπέρτατο κακό", ωστόσο από ένα σημείο και μετά αντιλήφθηκα προς τα πού πήγαινε και... ηρέμησα.
Οπότε το θεωρώ ενδιαφέρουσα ταινία και από τα σχετικά σπάνια φιλμ επιστημονικής φαντασίας των τελευταίων χρόνων που κάτι έχουν να πουν (πέρα από τα εφέ και τη δράση εννοώ).
Στο μακρινό μέλλον η ανθρωπότητα είχε δεχτεί επίθεση μιας εξωγήινης φυλής εντομοειδών πλασμάτων και, παρά το ότι είχε μεγάλες απώλειες, είχε καταφέρει τελικά να νικήσει. Χρόνια μετά, παρατηρώντας νέες μεγάλες συγκεντρώσεις σκαφών των πλασμάτων στο κοντινό διάστημα, οι άνθρωποι αποφασίζουν να επιτεθούν πρώτοι για να τελειώνουν μια για πάντα μαζί τους. Για το σκοπό αυτό εκπαιδεύουν ειδικά επιλεγμένα παιδιά, τα οποία περνάν από πολύ σκληρές δοκιμασίες και εικονικά παιχνίδια πολέμου, με την ελπίδα ότι ανάμεσά τους θα βρεθεί ο μελλοντικός ηγέτης που θα φέρει τη νίκη. Ο Έντερ από την αρχή δείχνει ότι ίσως είναι προορισμένος γι' αυτό...
Εντυπωσιακό φιλμ από θεαματική άποψη, με καλά εφέ και ευφάνταστα "περιβάλλοντα", προχωρά ένα βήμα πέρα από το θέαμα: Δίνει μεγάλο βάρος (προσπαθεί τουλάχιστον) στην ψυχολογία των ηρώων, επικεντρώνεται σε ιδιαίτερα εγκεφαλικά παιχνίδια στρατηγικής και περιλαμβάνει και μια σημαντική ανατροπή. Στην αρχή με ενοχλούσε όλο αυτό το αβάσταχτα μιλιταριστικό πνεύμα, η ατσάλινη πειθαρχία, η μετατροπή των εκπαιδευόμενων σε μηχανές "για το καλό της ανθρωπότητας" ή για την άμυνα απέναντι στο "υπέρτατο κακό", ωστόσο από ένα σημείο και μετά αντιλήφθηκα προς τα πού πήγαινε και... ηρέμησα.
Οπότε το θεωρώ ενδιαφέρουσα ταινία και από τα σχετικά σπάνια φιλμ επιστημονικής φαντασίας των τελευταίων χρόνων που κάτι έχουν να πουν (πέρα από τα εφέ και τη δράση εννοώ).
Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2020
"28 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ": ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΙΟΥ...
Οι "28 Μέρες Αργότερα" του Danny Boyle γυρίζονται το 2002. Ήταν θέμα χρόνου λοιπόν να γίνει και ένα σίκουελ. Το 2007 ο ισπανός Juan Carlos Fresnadillo (είχε γυρίσει παλιότερα το ενδιαφέρον "Intacto") σκηνοθετεί το "28 Εβδομάδες Αργότερα".
Φυσικά 28 εβδομάδες μετά το ξέσπασμα του θανατηφόρου ιού στη Βρετανία όλοι οι μολυσμένοι έχουν πεθάνει. Οι ελάχιστοι που επιβίωσαν μαζεύονται σε συγκεκριμένη ασφαλή (;) περιοχή του Λονδίνου και επιβλέπονται από αμερικάνικα στρατεύματα σωτηρίας (εδώ τα ξένα στρατεύματα σε μια χώρα επιτελούν "καλή" αποστολή, αφού ουσιαστικά η χώρα δεν υφίσταται πλέον...). Μια οικογένεια, πατέρας και δύο παιδιά, καταφεύγουν εκεί. Η μητέρα έχει μείνει "εκεί έξω" και προφανώς είναι νεκρή. Ωστόσο...
Ας μη σας πω τις λεπτομέρειες του "ωστόσο", που όλοι υποθέτω ότι φαντάζεστε. Η δεύτερη αυτή ταινία παίζει περισσότερο με την κουνημένη φωτογραφία και την κάμερα στο χέρι, έχει περισσότερο σπλάτερ, περισσότερα κυνηγητά (μολυσμένοι εναντίον υγειών) και γενικότερα διαθέτει όντως αγχωτική ατμόσφαιρα και είναι πιο "βρώμικο" και ωμό. Θέτει στο πρώτο μισό μέρος της το θέμα των σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας που πρωταγωνιστεί και γενικά νομίζω ότι κρατά τον θεατή... πλην όμως δεν παύει να είναι ένα νο. 2, τουτέστιν το στοιχείο της έκπληξης εξ ορισμού λείπει και, λίγο πολύ, ξέρουμε τι θα δούμε. Αυτό οπωσδήποτε είναι μείον (όπως και σε όλα τα σίκουελ άλλωστε). Πάντως οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι είναι πραγματικά κατάμαυρο, δίχως ίχνος αισιοδοξίας. Όσοι επιθυμείτε...
Φυσικά 28 εβδομάδες μετά το ξέσπασμα του θανατηφόρου ιού στη Βρετανία όλοι οι μολυσμένοι έχουν πεθάνει. Οι ελάχιστοι που επιβίωσαν μαζεύονται σε συγκεκριμένη ασφαλή (;) περιοχή του Λονδίνου και επιβλέπονται από αμερικάνικα στρατεύματα σωτηρίας (εδώ τα ξένα στρατεύματα σε μια χώρα επιτελούν "καλή" αποστολή, αφού ουσιαστικά η χώρα δεν υφίσταται πλέον...). Μια οικογένεια, πατέρας και δύο παιδιά, καταφεύγουν εκεί. Η μητέρα έχει μείνει "εκεί έξω" και προφανώς είναι νεκρή. Ωστόσο...
Ας μη σας πω τις λεπτομέρειες του "ωστόσο", που όλοι υποθέτω ότι φαντάζεστε. Η δεύτερη αυτή ταινία παίζει περισσότερο με την κουνημένη φωτογραφία και την κάμερα στο χέρι, έχει περισσότερο σπλάτερ, περισσότερα κυνηγητά (μολυσμένοι εναντίον υγειών) και γενικότερα διαθέτει όντως αγχωτική ατμόσφαιρα και είναι πιο "βρώμικο" και ωμό. Θέτει στο πρώτο μισό μέρος της το θέμα των σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας που πρωταγωνιστεί και γενικά νομίζω ότι κρατά τον θεατή... πλην όμως δεν παύει να είναι ένα νο. 2, τουτέστιν το στοιχείο της έκπληξης εξ ορισμού λείπει και, λίγο πολύ, ξέρουμε τι θα δούμε. Αυτό οπωσδήποτε είναι μείον (όπως και σε όλα τα σίκουελ άλλωστε). Πάντως οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι είναι πραγματικά κατάμαυρο, δίχως ίχνος αισιοδοξίας. Όσοι επιθυμείτε...
Δευτέρα, Ιουνίου 22, 2020
"DARK SKIES": ΟΝΤΩΣ ΠΟΛΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ...
Το "Dark Skies" είναι ένα φιλμ τρόμου (και επιστημονικής φαντασίας) που γύρισε το 2013 ο άγνωστός μου Scott Stewart. Το θεωρώ συμπαθητικό δείγμα του είδους, γι' αυτό ίσως να μην αρέσει σε πορωμένους φανς του σύγχρονου χολιγουντιανού τρόμου, οι οποίοι θα το βρουν πιθανώς αργό.
Η ιστορία δεν διαθέτει ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Κλασική αμερικάνικη οικογένεια των προαστίων με δύο αγοράκια και οικονομικά προβλήματα νοιώθει την ήδη προβληματική της καθημερινότητα να καταρρέει, καθώς όλο και περισσότερα ανεξήγητα (και τρομακτικά βεβαίως) φαινόμενα συμβαίνουν στο σπίτι. Η κλιμάκωσή τους είναι βαθμιαία και, τελικά, θα καταλήξουν σε αληθινό εφιάλτη, καθώς εμπλέκουν και τα ίδια τα μέλη της οικογένειας (και κυρίως το μικρότερο αγόρι), που για ορισμένα χρονικά διαστήματα νοιώθουν να έχουν "καταληφθεί" και οι πράξεις τους δεν ελέγχονται από τους εαυτούς τους.
Φυσικά αμέσως; στο νου μας έρχεται το "Paranormal Activity" και τα διάφορα σίκουέλ του (τα οποία ευτυχώς δεν έχω δει). Γι' αυτό έλεγα στην αρχή ότι στερείται σεναριακής πρωτοτυπίας. Ωστόσο χτίζει σταθερά και μεθοδικά μια υποβλητική ατμόσφαιρα, η οποία γίνεται όλο και πιο ανησυχητική και τελικά πνιγηρή και αδιέξοδη, δεν βασίζεται σε εφέ και ξαφνικά μπου!, δεν κάνει παραχωρήσεις σε happy end, ενώ δεν εξηγεί απόλυτα το γιατί ακριβώς συμβαίνουν όλα, αφήνοντας το μυστήριο να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Για μένα, που έχω κουραστεί αφάνταστα από τον εφετζίδικο και βαβουριάρικο τρόμο, ήταν ευπρόσδεκτο, δίχως - το τονίζω πάλι - να είναι κάτι πολύ σπουδαίο.
Η ιστορία δεν διαθέτει ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Κλασική αμερικάνικη οικογένεια των προαστίων με δύο αγοράκια και οικονομικά προβλήματα νοιώθει την ήδη προβληματική της καθημερινότητα να καταρρέει, καθώς όλο και περισσότερα ανεξήγητα (και τρομακτικά βεβαίως) φαινόμενα συμβαίνουν στο σπίτι. Η κλιμάκωσή τους είναι βαθμιαία και, τελικά, θα καταλήξουν σε αληθινό εφιάλτη, καθώς εμπλέκουν και τα ίδια τα μέλη της οικογένειας (και κυρίως το μικρότερο αγόρι), που για ορισμένα χρονικά διαστήματα νοιώθουν να έχουν "καταληφθεί" και οι πράξεις τους δεν ελέγχονται από τους εαυτούς τους.
Φυσικά αμέσως; στο νου μας έρχεται το "Paranormal Activity" και τα διάφορα σίκουέλ του (τα οποία ευτυχώς δεν έχω δει). Γι' αυτό έλεγα στην αρχή ότι στερείται σεναριακής πρωτοτυπίας. Ωστόσο χτίζει σταθερά και μεθοδικά μια υποβλητική ατμόσφαιρα, η οποία γίνεται όλο και πιο ανησυχητική και τελικά πνιγηρή και αδιέξοδη, δεν βασίζεται σε εφέ και ξαφνικά μπου!, δεν κάνει παραχωρήσεις σε happy end, ενώ δεν εξηγεί απόλυτα το γιατί ακριβώς συμβαίνουν όλα, αφήνοντας το μυστήριο να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Για μένα, που έχω κουραστεί αφάνταστα από τον εφετζίδικο και βαβουριάρικο τρόμο, ήταν ευπρόσδεκτο, δίχως - το τονίζω πάλι - να είναι κάτι πολύ σπουδαίο.
Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2020
ΣΤΗΜΕΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟ "IN THE SHADOW"
Το 1953 είναι η χρονιά του θανάτου του Στάλιν. Ωστόσο η τρομοκρατία τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στα κράτη - δορυφόρους καλά κρατούσε. Η Τσεχοσλοβακία των αρχών των 50ς σημαδεύεται από μια σειρά από στημένες δίκες που άλλοτε είχαν θύματα πρώην κομμουνιστές ηγέτες που είχαν περιπέσει σε δυσμένεια, άλλοτε εβραίους, οι οποίοι υποτίθεται ότι συνωμοτούσαν κατά του καθεστώτος και είχαν ως στόχο (οι δίκες) να στρέψουν την προσοχή του κοινού από τα αβάσταχτα οικονομικά προβλήματα στον αντισημιτισμό και άλλοτε πάλι διάφορους αντιφρονούντες. Οι περισσότεροι από τους "ενόχους" εκτελούνται.
Στη σκοτεινή αυτή περίοδο εκτυλίσσεται το τσέχικο φιλμ που γύρισε το 2012 ο David Ondricek "In the Shadow" (τσέχικος τίτλος "Ve Stinu"). Ένας επιθεωρητής της αστυνομίας ερευνά μια κλοπή κοσμημάτων. Όσο όμως προχωρά η έρευνα αρχίζουν να αποκαλύπτονται όλο και πιο πολύπλοκες και απρόσμενες πτυχές της υπόθεσης, που οδηγούν πολύ ψηλά. Σύντομα η δική του ζωή (και της οικογένειάς του) θα αρχίσει να βρίσκεται σε κίνδυνο, ενώ η παρουσία ενός νεοφερμένου γερμανού μπάτσου (και - επίτηδες - προσωρινού γείτονα του επιθεωρητή) περιπλέκει τα πράγματα.
Καλογυρισμένη ταινία, που διατηρεί αμείωτο το σασπένς μιας αστυνομικής ιστορίας και ταυτόχρονα αποτελεί καθαρή πολιτική καταγγελία των δικτατορικών και βάναυσων καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" (κυρίως βεβαίως κατά τη σταλινική περίοδο). Φυσικά εγείρονται και πολλά ηθικής φύσης ερωτήματα, με βασικό το πόσο αντέχει ο ήρωας να προχωρήσει προς την αποκάλυψη της αλήθειας, ενώ οι απειλές γύρω του πυκνώνουν διαρκώς. Η ατμόσφαιρα είναι καφκική, μουντή, σκοτεινή, κλειστοφοβική και αποτυπώνει τη φτώχεια και την αθλιότητα της περιόδου (και την αισθητική της ασχήμια), ενώ η χρωματική γκάμα περιορίζεται σε σκούρα, γκριζοκαφέ χρώματα, ώστε να αποτυπωθούν το "πλάκωμα" και οι αγχώδεις καταστάσεις που κυριαρχούν.
Ενδιαφέρον φιλμ, που δεν νοιάζεται για ωραιοποιήσεις, έντονη δράση, εφησυχασμό του θεατή και στημένα happy end, με το προσόν να λειτουργεί ταυτόχρονα "ψυχαγωγικά" (με την έννοια του αστυνομικού φιλμ) και πολιτικά.
Στη σκοτεινή αυτή περίοδο εκτυλίσσεται το τσέχικο φιλμ που γύρισε το 2012 ο David Ondricek "In the Shadow" (τσέχικος τίτλος "Ve Stinu"). Ένας επιθεωρητής της αστυνομίας ερευνά μια κλοπή κοσμημάτων. Όσο όμως προχωρά η έρευνα αρχίζουν να αποκαλύπτονται όλο και πιο πολύπλοκες και απρόσμενες πτυχές της υπόθεσης, που οδηγούν πολύ ψηλά. Σύντομα η δική του ζωή (και της οικογένειάς του) θα αρχίσει να βρίσκεται σε κίνδυνο, ενώ η παρουσία ενός νεοφερμένου γερμανού μπάτσου (και - επίτηδες - προσωρινού γείτονα του επιθεωρητή) περιπλέκει τα πράγματα.
Καλογυρισμένη ταινία, που διατηρεί αμείωτο το σασπένς μιας αστυνομικής ιστορίας και ταυτόχρονα αποτελεί καθαρή πολιτική καταγγελία των δικτατορικών και βάναυσων καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" (κυρίως βεβαίως κατά τη σταλινική περίοδο). Φυσικά εγείρονται και πολλά ηθικής φύσης ερωτήματα, με βασικό το πόσο αντέχει ο ήρωας να προχωρήσει προς την αποκάλυψη της αλήθειας, ενώ οι απειλές γύρω του πυκνώνουν διαρκώς. Η ατμόσφαιρα είναι καφκική, μουντή, σκοτεινή, κλειστοφοβική και αποτυπώνει τη φτώχεια και την αθλιότητα της περιόδου (και την αισθητική της ασχήμια), ενώ η χρωματική γκάμα περιορίζεται σε σκούρα, γκριζοκαφέ χρώματα, ώστε να αποτυπωθούν το "πλάκωμα" και οι αγχώδεις καταστάσεις που κυριαρχούν.
Ενδιαφέρον φιλμ, που δεν νοιάζεται για ωραιοποιήσεις, έντονη δράση, εφησυχασμό του θεατή και στημένα happy end, με το προσόν να λειτουργεί ταυτόχρονα "ψυχαγωγικά" (με την έννοια του αστυνομικού φιλμ) και πολιτικά.
Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2020
"I AM DRAGON": ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ;
Το 2015 ο άγνωστος ρὠσος Indar Dzhendubaev γυρίζει ένα από τα ωαραιότερα fantasy (είδος που συνήθως βαριέμαι, επειδή το θεωρώ μάλλον εξαντλημένο) των τελευταίων χρόνων: "On drakon" στα ρώσικα, "I Am Dragon" στα αγγλικά.
Η ιστορία είναι ένα καθαρό παραμύθι. Σε μια μακρινή, βόρεια χώρα οι κάτοικοι είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν στον τρομερό ιπτάμενο δράκο που βγάζει φωτιές από το στόμα νεαρές κοπέλες σε τακτά διαστήματα. Κάποτε ένας ήρωας θα σκοτώσει το δράκο και η πόλη θα ανακουφιστεί. Δύο γενιές αργότερα όμως ένας άλλος δράκος θα επανεμφανιστεί ξαφνικά και θα κλεψει την όμορφη κόρη του δούκα τη μέρα του γάμου της, ενώ ο γαμπρός, που θα μεινει στα κρύα του λουτρού, ορκίζεται να σκοτώσει το τέρας. Ο δράκος θα την οδηγήσει σε μια σκοτεινή, τρομακτική σπηλιά σε άνα απομονωμένο (εντυπωσιακό ως εικόνα) νησί και από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα είναι όπως το φανταζόμαστε...
Πάνω απ᾽όλα πρόκειται για μια ρομαντική ιστορία αγάπης. Υπέρ του δἔοντος ρομαντική μάλιστα για πολλούς, σε βαθμό ίσως λιγωτικό. Κι όμως. Είναι τόσο όμορφη η εικόνα, τόσο ποιητικά δοσμένη η όλη ιστορία, τόσο ευφάνταστα τα σκηνικά, τόσο μαγικά τα αρχαία ρωσικά τραγούδια (ή σύγχρονες απομιμήσεις τους, δεν γνωρίζω), που προσωπικά ξέχασα τη (ούτως ή άλλως δυνατή) ερωτική ιστορία και έμεινα να θαυμάζω την ομορφιά του όλου εγχειρήματος, την ποίηση που ξεχειλίζει, το απόλυτα ρωσικό χρώμα, αλλά και τις ανατροπές της κλασικής ιστορίας και των εννοιών του Καλού και του Κακού (τις οποίες ωστόσο είχα ξανασδεί ή διαβάσει).
Στους φίλουςε του είδους το συνιστώ ως μια διαφορετική, ανανεωτική ματιά στο fantasy. Αλλά και στους υπόλοιπους το συνιστώ για την (το ξαναείπα) σπάνια εικαστική του ομορφιά.
Η ιστορία είναι ένα καθαρό παραμύθι. Σε μια μακρινή, βόρεια χώρα οι κάτοικοι είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν στον τρομερό ιπτάμενο δράκο που βγάζει φωτιές από το στόμα νεαρές κοπέλες σε τακτά διαστήματα. Κάποτε ένας ήρωας θα σκοτώσει το δράκο και η πόλη θα ανακουφιστεί. Δύο γενιές αργότερα όμως ένας άλλος δράκος θα επανεμφανιστεί ξαφνικά και θα κλεψει την όμορφη κόρη του δούκα τη μέρα του γάμου της, ενώ ο γαμπρός, που θα μεινει στα κρύα του λουτρού, ορκίζεται να σκοτώσει το τέρας. Ο δράκος θα την οδηγήσει σε μια σκοτεινή, τρομακτική σπηλιά σε άνα απομονωμένο (εντυπωσιακό ως εικόνα) νησί και από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα είναι όπως το φανταζόμαστε...
Πάνω απ᾽όλα πρόκειται για μια ρομαντική ιστορία αγάπης. Υπέρ του δἔοντος ρομαντική μάλιστα για πολλούς, σε βαθμό ίσως λιγωτικό. Κι όμως. Είναι τόσο όμορφη η εικόνα, τόσο ποιητικά δοσμένη η όλη ιστορία, τόσο ευφάνταστα τα σκηνικά, τόσο μαγικά τα αρχαία ρωσικά τραγούδια (ή σύγχρονες απομιμήσεις τους, δεν γνωρίζω), που προσωπικά ξέχασα τη (ούτως ή άλλως δυνατή) ερωτική ιστορία και έμεινα να θαυμάζω την ομορφιά του όλου εγχειρήματος, την ποίηση που ξεχειλίζει, το απόλυτα ρωσικό χρώμα, αλλά και τις ανατροπές της κλασικής ιστορίας και των εννοιών του Καλού και του Κακού (τις οποίες ωστόσο είχα ξανασδεί ή διαβάσει).
Στους φίλουςε του είδους το συνιστώ ως μια διαφορετική, ανανεωτική ματιά στο fantasy. Αλλά και στους υπόλοιπους το συνιστώ για την (το ξαναείπα) σπάνια εικαστική του ομορφιά.
Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2020
ΝΕΟΣ, ΠΙΣΤΟΤΕΡΟΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ῾ΠΙΝΟΚΙΟ῾
Ὁ ιταλός Matteo Garrone είναι περίεργος σκηνοθέτης: Από τη μία κάνει πυκνές, κοινωνικοπολιτικές, ντοκιμαντερίστικου στιλ ταινίες (῾῾Γόμμορα῾῾, ῾῾Ντόγκμαν῾῾) και από την άλλη σκηνοθετεί... πᾶραμύθια, τα οποία υπεραγαπά. Έτσι το 2019 γυρίζει τη δική του κινηματογραφική εκδοχή του κλασικού ῾῾Πινόκιο῾῾, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον Ρομπέρτο Μπενίνι, σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή της προηγούμενης ῾ἁπόπειρας῾῾, αυτή τη φορά στο ρόλο του Τζεπέτο.
Μάλλον ξέρετε την ιστορία. Ένας πάμπτωχος ξυλουργός που ζει μόνος φτιάχνει μια ξύλινη μαριονέτα, η οποία ζωντανεύει και γίνεται ο γιος που πάντοτε ποθούσε. Ωστόσο ο Πινόκιο, που επιθυμεί διακαώς να γίνει κανονικό αγόρι, είναι ανώριμος παρασύρεται εύκολα και ανυπάκουος στον πατέρα του, αλλά και στην καλή νεράιδα που τον προστατεύει, και έτσι γνωρίζει πολλές δυσάρεστες περιπέτειες και παθήματα.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, διαθέτει μερικές όμορφες εικόνες και η μεγαλύτερρη αρετή της είναι ότι μένει αρκετά πιστή στο πρωτότυπο βιβλίο του Κολόντι (που γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα). Μερικές σκηνές της δεν είναι καθόλου παιδικές, άλλες είναι κάπως δυσάρεστες ή τρομαχτικές και, γενικά, βρισκόμαστε πολύ μακρυά από το χαζοχαρούμενο κλίμα του κλασικού κινομένου σχεδίου του Ντίσνεϊ, από το οποίο έμαθε τον Πινόκιο ο περισσότερος κόσμος. Όσο για τα διδάγματα που περιέχει... ε... αυτά είναι σαφή: Τα παιδιά πρέπει να υπακούουν τους γονείς (αλλά και τους μεγαλύτερους γενικότερα). Συγχρόνως τονίζεται και η ουσιαστική αξιία της παιδείας, η έλλειψη της οποίας είναι ένα σημείο στο οποίο φοβάμαι ότι πάσχει ο σύγχρονος κόσμος (η πληθώρα δωρεάν πληροφορίας δεν αποτελεί παιδεία). Τελικά η ιστορία του Πινόκιο ίσως να είναι η γνωστότερη ιστορία που παρουσιάζει ανάγλυφα την διαδικασία ενηλικίωσης ή/και κοινωνικοποίησης, το πέρασμα από το εγωιστικό και ανεύθυνο παιδί στον έμπειρο ενήλικα, που έχει γνωρίσει τη ζωή και τις κακοτοπιές της.
Συμπαθητικό φιλμ, δίχως όμως να το θεωρώ μεγάλη ταινία. Απλώς ενδιαφέρουσα προσπάθεια.
Μάλλον ξέρετε την ιστορία. Ένας πάμπτωχος ξυλουργός που ζει μόνος φτιάχνει μια ξύλινη μαριονέτα, η οποία ζωντανεύει και γίνεται ο γιος που πάντοτε ποθούσε. Ωστόσο ο Πινόκιο, που επιθυμεί διακαώς να γίνει κανονικό αγόρι, είναι ανώριμος παρασύρεται εύκολα και ανυπάκουος στον πατέρα του, αλλά και στην καλή νεράιδα που τον προστατεύει, και έτσι γνωρίζει πολλές δυσάρεστες περιπέτειες και παθήματα.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, διαθέτει μερικές όμορφες εικόνες και η μεγαλύτερρη αρετή της είναι ότι μένει αρκετά πιστή στο πρωτότυπο βιβλίο του Κολόντι (που γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα). Μερικές σκηνές της δεν είναι καθόλου παιδικές, άλλες είναι κάπως δυσάρεστες ή τρομαχτικές και, γενικά, βρισκόμαστε πολύ μακρυά από το χαζοχαρούμενο κλίμα του κλασικού κινομένου σχεδίου του Ντίσνεϊ, από το οποίο έμαθε τον Πινόκιο ο περισσότερος κόσμος. Όσο για τα διδάγματα που περιέχει... ε... αυτά είναι σαφή: Τα παιδιά πρέπει να υπακούουν τους γονείς (αλλά και τους μεγαλύτερους γενικότερα). Συγχρόνως τονίζεται και η ουσιαστική αξιία της παιδείας, η έλλειψη της οποίας είναι ένα σημείο στο οποίο φοβάμαι ότι πάσχει ο σύγχρονος κόσμος (η πληθώρα δωρεάν πληροφορίας δεν αποτελεί παιδεία). Τελικά η ιστορία του Πινόκιο ίσως να είναι η γνωστότερη ιστορία που παρουσιάζει ανάγλυφα την διαδικασία ενηλικίωσης ή/και κοινωνικοποίησης, το πέρασμα από το εγωιστικό και ανεύθυνο παιδί στον έμπειρο ενήλικα, που έχει γνωρίσει τη ζωή και τις κακοτοπιές της.
Συμπαθητικό φιλμ, δίχως όμως να το θεωρώ μεγάλη ταινία. Απλώς ενδιαφέρουσα προσπάθεια.
Κυριακή, Ιουνίου 14, 2020
ΒΑΡΥ ΔΡΑΜΑ (ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ) ΣΤΟ "SAND CASTLES"
Κάτι φριχτό έχει συμβεί σε μια οικογένεια της επαρχιακής Αμερικής: Το μικρό κοριτσάκι της απάγεται από μια παραλία όπου η οικογένεια έχει εκδράμει. Αρκετά χρόνια μετά η μικρή, έφηβη πλέον, θα εμφανιστεί ξανά. Αλλά μετά τα όσα έχει υποφέρει από τον άγνωστο απαγωγέα της είναι πλέον μουγκή. Η οικογἔνεια στο μεταξύ βρίσκεται σε κακή κατάσταση: Ο πατέρας δεν υπάρχει πια, η μητέρα είναι αλκοολική και ο νεαρός γιος πασχίζει να τα βγάλει πέρα όπως - όπως παλεύοντας με αντίξοες συνθήκες και με τη φτώχεια. Τι θα συμβεί μετά την αιφνίδια επανεμφάνιση;
Αυτά συμβαίνουν στο βαρύ δράμα του Clenet Verd-Rose "Sand Castles" του 2014. Να σημειώσουμε ότι ο νεαρός πρωταγωνιστής Jordon Hodges έχει γράψει το σενάριο και είναι και συμπαραγωγός. Αξιόλογος λοιπόν, αλλά η ταινία δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Βαρειά, μουντή, με δράματα να συσσωρεύονται (ή μάλλον ῾῾ἑνός δράματος μύρια έπονται῾῾), με κάποιες αψυχολόγητες σκηνές και με διαρκή σύντομα φλας μπακ που καλύπτουν κενά της ιστορίας, συνολικά με κούρασε. Καλές προθέσεις υπάρχουν, καθώς και κάποιες συγκινητικές στιγμές, συνολικά όμως δεν μου είπε και πολλά...
ΥΓ: ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΟΧΗ: Στο τέλος περιμένετε οπωσδήποτε να τελειώσουν οι βασικοί τίτλοι: Μετά ακολουθεί μια σύντομη ῾῾κρυμένη῾῾σκηνή που είναι βασική για την πλοκή της ταινίας! Γιατί αυτή η τόσο σημαντική σκηνή ῾῾χὠθηκε῾῾εκεί και κρύφτηκε παραμένει άγνωστο.
Αυτά συμβαίνουν στο βαρύ δράμα του Clenet Verd-Rose "Sand Castles" του 2014. Να σημειώσουμε ότι ο νεαρός πρωταγωνιστής Jordon Hodges έχει γράψει το σενάριο και είναι και συμπαραγωγός. Αξιόλογος λοιπόν, αλλά η ταινία δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Βαρειά, μουντή, με δράματα να συσσωρεύονται (ή μάλλον ῾῾ἑνός δράματος μύρια έπονται῾῾), με κάποιες αψυχολόγητες σκηνές και με διαρκή σύντομα φλας μπακ που καλύπτουν κενά της ιστορίας, συνολικά με κούρασε. Καλές προθέσεις υπάρχουν, καθώς και κάποιες συγκινητικές στιγμές, συνολικά όμως δεν μου είπε και πολλά...
ΥΓ: ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΟΧΗ: Στο τέλος περιμένετε οπωσδήποτε να τελειώσουν οι βασικοί τίτλοι: Μετά ακολουθεί μια σύντομη ῾῾κρυμένη῾῾σκηνή που είναι βασική για την πλοκή της ταινίας! Γιατί αυτή η τόσο σημαντική σκηνή ῾῾χὠθηκε῾῾εκεί και κρύφτηκε παραμένει άγνωστο.
Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2020
"Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΙΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ": ΜΙΑ ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΗ ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ
Το 2020 ο Γιάννης Οικονομίδης τα κατάφερε πάλι. Ίσως μάλιστα ακόμα καλύτερα από τις προηγούμενες ταινίες του. "Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς", εκτός από τα γνωστά μέχρι τώρα μοτίβα του, εισάγει και το έντονα κωμικό στοιχείο, φτιάχνοντας έτσι μια εξαιρετική και κατάμαυρη κωμωδία και νουάρ μαζί.
Η Όλγα, νεαρή σύζυγος πλούσιου βιομήχανου, τα φτιάχνει με το Μάνο, ιδιοκτήτη σκυλάδικου και πρώην διάσημο τραγουδιστή (σκυλάδικων βεβαίως). Τολμά μάλιστα να εγκαταλείψει τον "παντοδύναμο" σύζυγό της, ο οποίος θα καταρρεύσει, θα βουτήξει στο αλκοόλ και, σύντομα, θα αναζητήσει εκδίκηση, πυροδοτώντας έτσι έναν αιματηρό μηχανισμό που θα καταλήξει σε αληθινή σφαγή.
Από τα απολαυστικότερα (και ταυτόχρονα κατάμαυρα) ελληνικά φιλμ των τελευταίων χρόνων, η "Μπαλάντα..." έχει πολλές αρετές: Σφιχτή αφήγηση δίχως κοιλιές, απόλυτα φυσικές ηθοποιίες ακόμα και από άγνωστους ηθοποιούς που εμφανίζονται για πρώτη φορά, αστυνομικό σασπένς όπως αυτά των παλιών νουάρ και, ταυτόχρονα, ξεκαρδιστικό μερικές φορές χιούμορ (είπαμε, πρόκειται για μαύρη κωμωδία). Κυρίως όμως έχουμε να κάνουμε με μια βαθύτατη (και ζοφερή κατά βάθος) κατάδυση στην ελληνική επαρχία, με τη μιζέρια, την κακογουστιά, τα σκάνδαλα, την ασχήμια των πόλεων και τις παρανομίες της. Λειτουργεί επίσης η ταινία ως μια απίθανη "πινακοθήκη" σπαρταριστών τύπων. Ποιον να πρωτο"θαυμάσεις"; Τον εκτελεστή Μουρίκη, τον χεβιμεταλά γκόμενο της κόρης του βιομήχανου, τους απίστευτους δίδυμους... για να αναφέρω λίγους μόνο που μου έρχονται αμέσως στο νου. Και, για να σας προειδοποιήσω, το γνωστό κρεσέντο βωμολοχιών, μόνιμο γνώρισμα των φιλμ του σκηνοθέτη, υπάρχει κι εδώ. Κάπως μειωμένο ίσως, αλλά πανταχού παρόν.
Φυσικά η όλη εικόνα που αποτυπώνεται δεν είναι καθόλου κολακευτική για την επαρχία, αλλά και για την ελληνική κοινωνία γενικότερα. Αλλά αυτό ακριβώς πετυχαίνει (όπως συνήθως) ο Οικονομίδης, και μάλιστα με απόλυτα φυσικό τρόπο: Να καυτηριάσει ανελέητα μια χρεωκοπημένη, δίχως την παραμικρή πίστη σε αξίες, κοινωνία, που ζει μόνο για το "όσα φάμε, όσα πιούμε κι όσα..." ξέρετε τη συνέχεια. Περιττό να πούμε ότι όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες είναι αρνητικοί (ή έχουν αρνητικές πλευρές). Αυτό μας έλειπε να μην...
Σας είπα στην αρχή ότι για μένα είναι μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Η ανάμειξη (για να μην πω η κυριαρχία) των μανάδων στα πάντα (είναι σαν να κινούν όλα τα νήματα αθέατες), η απόλυτη επιρροή που ασκούν ακόμα και στους πιο σκληρούς, είναι ξεκαρδιστική και συγχρόνως εφιαλτική. Απόλυτα ελληνικό φαινόμενο βεβαίως.
Η Όλγα, νεαρή σύζυγος πλούσιου βιομήχανου, τα φτιάχνει με το Μάνο, ιδιοκτήτη σκυλάδικου και πρώην διάσημο τραγουδιστή (σκυλάδικων βεβαίως). Τολμά μάλιστα να εγκαταλείψει τον "παντοδύναμο" σύζυγό της, ο οποίος θα καταρρεύσει, θα βουτήξει στο αλκοόλ και, σύντομα, θα αναζητήσει εκδίκηση, πυροδοτώντας έτσι έναν αιματηρό μηχανισμό που θα καταλήξει σε αληθινή σφαγή.
Από τα απολαυστικότερα (και ταυτόχρονα κατάμαυρα) ελληνικά φιλμ των τελευταίων χρόνων, η "Μπαλάντα..." έχει πολλές αρετές: Σφιχτή αφήγηση δίχως κοιλιές, απόλυτα φυσικές ηθοποιίες ακόμα και από άγνωστους ηθοποιούς που εμφανίζονται για πρώτη φορά, αστυνομικό σασπένς όπως αυτά των παλιών νουάρ και, ταυτόχρονα, ξεκαρδιστικό μερικές φορές χιούμορ (είπαμε, πρόκειται για μαύρη κωμωδία). Κυρίως όμως έχουμε να κάνουμε με μια βαθύτατη (και ζοφερή κατά βάθος) κατάδυση στην ελληνική επαρχία, με τη μιζέρια, την κακογουστιά, τα σκάνδαλα, την ασχήμια των πόλεων και τις παρανομίες της. Λειτουργεί επίσης η ταινία ως μια απίθανη "πινακοθήκη" σπαρταριστών τύπων. Ποιον να πρωτο"θαυμάσεις"; Τον εκτελεστή Μουρίκη, τον χεβιμεταλά γκόμενο της κόρης του βιομήχανου, τους απίστευτους δίδυμους... για να αναφέρω λίγους μόνο που μου έρχονται αμέσως στο νου. Και, για να σας προειδοποιήσω, το γνωστό κρεσέντο βωμολοχιών, μόνιμο γνώρισμα των φιλμ του σκηνοθέτη, υπάρχει κι εδώ. Κάπως μειωμένο ίσως, αλλά πανταχού παρόν.
Φυσικά η όλη εικόνα που αποτυπώνεται δεν είναι καθόλου κολακευτική για την επαρχία, αλλά και για την ελληνική κοινωνία γενικότερα. Αλλά αυτό ακριβώς πετυχαίνει (όπως συνήθως) ο Οικονομίδης, και μάλιστα με απόλυτα φυσικό τρόπο: Να καυτηριάσει ανελέητα μια χρεωκοπημένη, δίχως την παραμικρή πίστη σε αξίες, κοινωνία, που ζει μόνο για το "όσα φάμε, όσα πιούμε κι όσα..." ξέρετε τη συνέχεια. Περιττό να πούμε ότι όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες είναι αρνητικοί (ή έχουν αρνητικές πλευρές). Αυτό μας έλειπε να μην...
Σας είπα στην αρχή ότι για μένα είναι μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Η ανάμειξη (για να μην πω η κυριαρχία) των μανάδων στα πάντα (είναι σαν να κινούν όλα τα νήματα αθέατες), η απόλυτη επιρροή που ασκούν ακόμα και στους πιο σκληρούς, είναι ξεκαρδιστική και συγχρόνως εφιαλτική. Απόλυτα ελληνικό φαινόμενο βεβαίως.
Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2020
ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΟ "1408"
Το 2007 ο σουηδός, που ζει και δουλεύει στις ΗΠΑ, Mikael Hafstrom γυρίζει το φιλμ τρόμου "1408" (στην Ελλάδα "Δωμάτιο 1408") που βασίζεται σε διήγημα του Steven King. Ο Τζον Κιούζακ παίζει σχεδόν μόνος του (κλεισμένος μόνος σε ένα δωμάτιο γαρ), ενώ στο δεύτερο ρόλο εμφανίζεται ο Σάμουελ Τζάκσον.
Ένας συγγραφέας που συνηθίζει στο έργο του να απομυθοποιεί το παραφυσικό στοιχείο (φαντάσματα, στοιχειωμένα μέρη κλπ.) κλείνεται οικειοθελώς για μια νύχτα στο περίφημο δωμάτιο 1408 ενός μεγάλου νεοϋορκέζικου ξενοδοχείο, το οποίο θεωρείται στοιχειωμένο και όπου πάμπολλοι θάνατοι (οι περισσότεροι αυτοκτονίες) έχουν σημειωθεί. Κλείνεται μάλιστα παρά την αρχική κατηγορηματική άρνηση του διευθυντή του ξενοδοχείου. Εκείνος βέβαια θέλει να βρει τι "κόλπο" κρύβεται πίσω απ' όλη αυτή την ιστορία. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει έντρομος ότι δεν υπάρχει κανένα κόλπο κι ότι τα πράγματα είναι σοβαρά...
Λίγο από "Λάμψη", λίγο από κλασικά φιλμ με στοιχειωμένα σπίτια, επηρεάζουν το κλίμα της ταινίας. Νομίζω όμως ότι, για μια ακόμα φορά πάσχει από αυτό που πάσχουν πάμπολλες ταινίες τρόμου, ιδιαίτερα στην εποχή μας: Τα εφέ υπάρχουν, κάποιες στιγμές μπορεί να τρομάξουν οι θεατές, συνολικά όμως λείπει η ατμόσφαιρα, η υποβλητικότητα, αυτό που θα "πιάσει" τον θεατή και θα τον βάλει σε μια ιδιαίτερη κατάσταση. Στη συνέχεια της ταινίας θα μπλεχτούν τα προσωπικά τραύματα του ήρωα, στοιχείο που επίσης έχουμε δει πολλές φορές.
Όπως καταλάβατε το φιλμ δεν με ενθουσίασε. Έχει και σχετικά μεγάλη διάρκεια μάλιστα. Πάντως νομίζω ότι βλέπεται. Απλώς.
Ένας συγγραφέας που συνηθίζει στο έργο του να απομυθοποιεί το παραφυσικό στοιχείο (φαντάσματα, στοιχειωμένα μέρη κλπ.) κλείνεται οικειοθελώς για μια νύχτα στο περίφημο δωμάτιο 1408 ενός μεγάλου νεοϋορκέζικου ξενοδοχείο, το οποίο θεωρείται στοιχειωμένο και όπου πάμπολλοι θάνατοι (οι περισσότεροι αυτοκτονίες) έχουν σημειωθεί. Κλείνεται μάλιστα παρά την αρχική κατηγορηματική άρνηση του διευθυντή του ξενοδοχείου. Εκείνος βέβαια θέλει να βρει τι "κόλπο" κρύβεται πίσω απ' όλη αυτή την ιστορία. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει έντρομος ότι δεν υπάρχει κανένα κόλπο κι ότι τα πράγματα είναι σοβαρά...
Λίγο από "Λάμψη", λίγο από κλασικά φιλμ με στοιχειωμένα σπίτια, επηρεάζουν το κλίμα της ταινίας. Νομίζω όμως ότι, για μια ακόμα φορά πάσχει από αυτό που πάσχουν πάμπολλες ταινίες τρόμου, ιδιαίτερα στην εποχή μας: Τα εφέ υπάρχουν, κάποιες στιγμές μπορεί να τρομάξουν οι θεατές, συνολικά όμως λείπει η ατμόσφαιρα, η υποβλητικότητα, αυτό που θα "πιάσει" τον θεατή και θα τον βάλει σε μια ιδιαίτερη κατάσταση. Στη συνέχεια της ταινίας θα μπλεχτούν τα προσωπικά τραύματα του ήρωα, στοιχείο που επίσης έχουμε δει πολλές φορές.
Όπως καταλάβατε το φιλμ δεν με ενθουσίασε. Έχει και σχετικά μεγάλη διάρκεια μάλιστα. Πάντως νομίζω ότι βλέπεται. Απλώς.
Τρίτη, Ιουνίου 09, 2020
"BELOW HER MOUTH": ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ
Το "Below Her Mouth" του 2016 είναι ένα "ακατάλληλο" για σεμνότυφους φιλμ της καναδέζας April Mullen, αφού περιγράφει έναν παθιασμένο λεσβιακό έρωτα.
Η ιστορία είναι απλή και την έχουμε ξαναδεί σε διάφορες παραλλαγές: "Τακτοποιημένη" κοπέλα, που δουλεύει στο χώρο των περιοδικών μόδας και που ζει με άνδρα εδώ και 7 χρόνια (ετοιμάζονται μάλιστα να παντρευτούν), γνωρίζει λεσβία, η οποία θα τη φλερτάρει άμεσα και ανοιχτά. Σύντομα μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια σχέση πάθους, αλλά και έρωτα, που απειλεί να τινάξει στον αέρα τις συμβάσεις (της μίας, διότι η άλλη τα έχει προ πολλού ξεπεράσει αυτά).
Η πανέμορφη πρωταγωνίστρια Erika Linder είναι, όπως έμαθα, σουηδέζα και είναι γνωστό αμφισεξουαλικό μοντέλο (τη αγνοούσα διότι από μόδα... αφήστε καλύτερα...). Αυτός είναι ο πρώτος της κινηματογραφικός ρόλος και είναι μάλιστα πρωταγωνιστικός. Το εντυπωσιακό είναι ότι αποδεικνύεται καλή ηθοποιός και άνετα παίρνει την ταινία πάνω της. Όσο για την ίδια την ταινία, είναι ένας συνδυασμός τρυφερότητας (έως και ρομαντικού δράματος) και τολμηρών (μερικές φορές στα όρια της πορνογραφίας) σκηνών. Φυσικά παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ της διαφορετικότητας και εναντίον των παντός είδους κοινωνικών στεγανών και ταμπού και, εκτός των άλλων, είναι καλογυρισμένη, με ωραία εικόνα. Γενικά νομίζω ότι η Mullen είναι καλή σκηνοθέτης και κατορθώνει να δώσει ανάγλυφα το ερωτικό πάθος. Είναι εξ άλλου πολυτάλαντη (μεταξύ άλλων και ηθοποιός η ίδια) και σημαντική φιγούρα του ανεξάρτητου σινεμά. Το συγκεκριμένο φιλμ έχει γυριστεί αποκλειστικά από γυναικείο συνεργείο.
Ενδιαφέρον φιλμ λοιπόν (αν και αρκετά απλοϊκό και προβλέψιμο), αν σας ενδιαφέρουν αυτά τα θέματα.
Η ιστορία είναι απλή και την έχουμε ξαναδεί σε διάφορες παραλλαγές: "Τακτοποιημένη" κοπέλα, που δουλεύει στο χώρο των περιοδικών μόδας και που ζει με άνδρα εδώ και 7 χρόνια (ετοιμάζονται μάλιστα να παντρευτούν), γνωρίζει λεσβία, η οποία θα τη φλερτάρει άμεσα και ανοιχτά. Σύντομα μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια σχέση πάθους, αλλά και έρωτα, που απειλεί να τινάξει στον αέρα τις συμβάσεις (της μίας, διότι η άλλη τα έχει προ πολλού ξεπεράσει αυτά).
Η πανέμορφη πρωταγωνίστρια Erika Linder είναι, όπως έμαθα, σουηδέζα και είναι γνωστό αμφισεξουαλικό μοντέλο (τη αγνοούσα διότι από μόδα... αφήστε καλύτερα...). Αυτός είναι ο πρώτος της κινηματογραφικός ρόλος και είναι μάλιστα πρωταγωνιστικός. Το εντυπωσιακό είναι ότι αποδεικνύεται καλή ηθοποιός και άνετα παίρνει την ταινία πάνω της. Όσο για την ίδια την ταινία, είναι ένας συνδυασμός τρυφερότητας (έως και ρομαντικού δράματος) και τολμηρών (μερικές φορές στα όρια της πορνογραφίας) σκηνών. Φυσικά παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ της διαφορετικότητας και εναντίον των παντός είδους κοινωνικών στεγανών και ταμπού και, εκτός των άλλων, είναι καλογυρισμένη, με ωραία εικόνα. Γενικά νομίζω ότι η Mullen είναι καλή σκηνοθέτης και κατορθώνει να δώσει ανάγλυφα το ερωτικό πάθος. Είναι εξ άλλου πολυτάλαντη (μεταξύ άλλων και ηθοποιός η ίδια) και σημαντική φιγούρα του ανεξάρτητου σινεμά. Το συγκεκριμένο φιλμ έχει γυριστεί αποκλειστικά από γυναικείο συνεργείο.
Ενδιαφέρον φιλμ λοιπόν (αν και αρκετά απλοϊκό και προβλέψιμο), αν σας ενδιαφέρουν αυτά τα θέματα.
Κυριακή, Ιουνίου 07, 2020
"THE WITCH": ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
Ο Robert Eggers έγινε ευρύτερα γνωστός το 2019 με τον ῾Φάρο῾. Πριν όμως, το 2015, είχε γυρίσει το "The Witch", ένα φιλμ που κινείται στα όρια της ταινίας τρόμου, με βαθύτερες όμως προεκτάσεις από τις συνηθισμένες ταινίες του είδους.
Στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, μια οικογένεια άγγλων αποίκων στην Αμερική (τη Νέα Αγγλία συγκεκριμένα) που θέλει να ζήσει μια βαθύτατα χριστιανική ζωή, διώκεται από την κοινότητα λόγω της κριτικής του αρχηγού της οικογένειας στην υποκρισία των υπολοίπων κατοίκων. Αναγκασμένοι να ζήσουν εξαιρετικά δύσκολα, απομονωμένοι, δίπλα σε ένα πυκνό δάσος, ασφυκτιώντας από τον διαρκή φόβο για το Σατανά, θα δουν την οικογένειά τους να διαλύεται αργά από σκοτεινές δυνάμεις που έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της μαγείας...
Υποβλητική ταινία, που δεν βασίζεται καθόλου στα εφέ και τα συνεχή ῾μπου῾, νομίζω ότι πάνω απ᾽όλα επικεντρώνεται στο διαρκή, υστερικό φόβο για τη μαγεία και το Σατανά και την ασφυκτική, γεμάτη τρόμο και νευρώσεις ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φανατική προσήλωση στο χριστιανισμό, με το μαζοχισμό, τη διαρκή επιβολή στερήσεων και την πλήρη άρνηση του υλικού / σαρκικού στοιχείου που τον χαρακτηρίζει, τόσο, που τελικά η μαγεία να μοιάζει να συμβολίζει την απελευθέρωση και τη διαφυγή από την προηγούμενη αρρωστημένη κατάσταση.
Δεν συνίσταται στους φίλους του σύγχρονου χολιγουντιανού τρόμου, με την κατἄχρηση των εφέ και των σκηνών που πασχίζουν με κάθε τρόπονα τρομάξουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με σκεπτόμενη ταινια του είδους, σχετικά αργή, που σε κάποιες σκηνές παίζει με την αμφιβολία για το στοιχείο του φανταστικού και νπου κυρίως ενδιαφέρεται για τη δημιουργία ατμόσφαιρας. Ο Eggers ήδη δείχνει ότι είναι ένας προσωπικος δημιουργός.
Στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, μια οικογένεια άγγλων αποίκων στην Αμερική (τη Νέα Αγγλία συγκεκριμένα) που θέλει να ζήσει μια βαθύτατα χριστιανική ζωή, διώκεται από την κοινότητα λόγω της κριτικής του αρχηγού της οικογένειας στην υποκρισία των υπολοίπων κατοίκων. Αναγκασμένοι να ζήσουν εξαιρετικά δύσκολα, απομονωμένοι, δίπλα σε ένα πυκνό δάσος, ασφυκτιώντας από τον διαρκή φόβο για το Σατανά, θα δουν την οικογένειά τους να διαλύεται αργά από σκοτεινές δυνάμεις που έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της μαγείας...
Υποβλητική ταινία, που δεν βασίζεται καθόλου στα εφέ και τα συνεχή ῾μπου῾, νομίζω ότι πάνω απ᾽όλα επικεντρώνεται στο διαρκή, υστερικό φόβο για τη μαγεία και το Σατανά και την ασφυκτική, γεμάτη τρόμο και νευρώσεις ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φανατική προσήλωση στο χριστιανισμό, με το μαζοχισμό, τη διαρκή επιβολή στερήσεων και την πλήρη άρνηση του υλικού / σαρκικού στοιχείου που τον χαρακτηρίζει, τόσο, που τελικά η μαγεία να μοιάζει να συμβολίζει την απελευθέρωση και τη διαφυγή από την προηγούμενη αρρωστημένη κατάσταση.
Δεν συνίσταται στους φίλους του σύγχρονου χολιγουντιανού τρόμου, με την κατἄχρηση των εφέ και των σκηνών που πασχίζουν με κάθε τρόπονα τρομάξουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με σκεπτόμενη ταινια του είδους, σχετικά αργή, που σε κάποιες σκηνές παίζει με την αμφιβολία για το στοιχείο του φανταστικού και νπου κυρίως ενδιαφέρεται για τη δημιουργία ατμόσφαιρας. Ο Eggers ήδη δείχνει ότι είναι ένας προσωπικος δημιουργός.
Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2020
"PHASE IV" : ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ
Ο Saul Bass (1920-1996) έκανε μια ασυνήθιστη δουλειά στον αμερικάνικο κινηματογράφο: Έφτιαχνε τα credits στις αρχές των ταινιών (και τις αφίσες τους επίσης) . Με εντελώς προσωπικό και ασυνήθιστο στιλ όμως. Με ένα συνδυασμό animation - και όχι μόνο - αλλά πάντοτε με ευφάνταστους τρόπους. Θυμηθείτε τους τίτλους σε φιλμ όπως το "Vertigo", "Στη Σκιά των 4 Γιγάντων" ή στο "Ψυχώ" του Χίτσκοκ, στο "West Side Story" και σε πάμπολλα άλλα. Οι μεγάλες στιγμές του ήταν στα 50ς και 60ς, ωστόσο παρέμεινε περιζήτητος ως τον θάνατό του. Ο Μπας λοιπόν γύρισε μία και μόνο ταινία το 1974: Το "Phase IV", ταινία (εφιαλτικής) επιστημονικής φαντασίας.
Εξ αιτίας κάποιων παράξενων φαινομένων στο διάστημα, τα μυρμήγκια σε μια αμερικάνικη έρημο αποκτούν νοημοσύνη. Ένα είδος συλλογικής νοημοσύνης, που, λόγω του τεράστιου αριθμού τους και της πλήρους αδιαφορίας για τα μεμονωμένα άτομα, που είναι ανά πάσα στιγμή πρόθυμα να θυσιαστούν για το σύνολο, αποκτούν τεράστια δύναμη. Σύντομα θα πολιορκήσουν δύο επιστήμονες που μελετούν το φαινόμενο στην έρημο, αλλά αυτό θα είναι μόνο η αρχή...
Καμία σχέση με υπερπαραγωγές, εφέ, ατελείωτη δράση και άλλα συνηθισμένα στο σύγχρονο Χόλιγουντ. Το φιλμ είναι εντελώς low budget και μάλιστα γυρισμένο με έναν εντελώς ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Προχωρά την αφήγηση με voice over, αφιερώνει σκηνές στην κινηματογράφηση αληθινών μυρμηγκιών και των δραστηριοτήτων τους στις φωλιές τους κλπ. Όλο αυτό το "ήσυχο" κλίμα δημιουργεί κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η αρχική απειλή γίνεται διαρκώς όλο και εφιαλτικότερη καθως οι επιστήμονες θα κατανοήσουν κάποια παραπάνω πράγματα για το τι συμβαίνει... Συγχρόνως υποβόσκει ένα φιλοσοφικός προβληματισμός που αφορά τη χρήση βίας ή άλλων, πιο εγκεφαλικών μεθόδων (οι διαφορετικοί χαρακτήρες των δύο επιστημόνων) και, εν τέλει, θέτει σε αμφισβήτηση το ποιο είναι το "κυρίαρχο" είδος στον πλανήτη.
Ενδιαφέρον και ασυνήθιστο φιλμ χαμηλών τόνων, όπως είπα, που ΔΕΝ συστήνεται στους φίλους των χολιγουντιανών μπλοκμπάστερ.
Εξ αιτίας κάποιων παράξενων φαινομένων στο διάστημα, τα μυρμήγκια σε μια αμερικάνικη έρημο αποκτούν νοημοσύνη. Ένα είδος συλλογικής νοημοσύνης, που, λόγω του τεράστιου αριθμού τους και της πλήρους αδιαφορίας για τα μεμονωμένα άτομα, που είναι ανά πάσα στιγμή πρόθυμα να θυσιαστούν για το σύνολο, αποκτούν τεράστια δύναμη. Σύντομα θα πολιορκήσουν δύο επιστήμονες που μελετούν το φαινόμενο στην έρημο, αλλά αυτό θα είναι μόνο η αρχή...
Καμία σχέση με υπερπαραγωγές, εφέ, ατελείωτη δράση και άλλα συνηθισμένα στο σύγχρονο Χόλιγουντ. Το φιλμ είναι εντελώς low budget και μάλιστα γυρισμένο με έναν εντελώς ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Προχωρά την αφήγηση με voice over, αφιερώνει σκηνές στην κινηματογράφηση αληθινών μυρμηγκιών και των δραστηριοτήτων τους στις φωλιές τους κλπ. Όλο αυτό το "ήσυχο" κλίμα δημιουργεί κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η αρχική απειλή γίνεται διαρκώς όλο και εφιαλτικότερη καθως οι επιστήμονες θα κατανοήσουν κάποια παραπάνω πράγματα για το τι συμβαίνει... Συγχρόνως υποβόσκει ένα φιλοσοφικός προβληματισμός που αφορά τη χρήση βίας ή άλλων, πιο εγκεφαλικών μεθόδων (οι διαφορετικοί χαρακτήρες των δύο επιστημόνων) και, εν τέλει, θέτει σε αμφισβήτηση το ποιο είναι το "κυρίαρχο" είδος στον πλανήτη.
Ενδιαφέρον και ασυνήθιστο φιλμ χαμηλών τόνων, όπως είπα, που ΔΕΝ συστήνεται στους φίλους των χολιγουντιανών μπλοκμπάστερ.
Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2020
ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ Ο "TERMINATOR GENISYS" (ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΞΕΧΝΙΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΕΧΕΤΕ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟΥΣ 4-5 ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥΣ)
Το Χόλιγουντ θα εξακολουθήσει να γυρίζει κάθε λογής αναμασήματα παλιών μεγάλων επιτυχιών του μέχρι να παγώσει ο ήλιος (πράγμα που μεταφράζεται "όσο αυτά θα εξακολουθούν να αποφέρουν εκατομμύρια - πιθανόν κυρίως από 15ρηδες). Φυσικά το franchise του Terminator έχει εδώ την τιμητική του. Μετά την πρώτη εντυπωσιακή ταινία των 80ς ο ίδιος ο Cameron γύρισε ένα πολύ πιο εμπορικό και υπερπαραγωγή σίκουελ... και μετά ακολούθησε το χάος με διάφορες παραλλαγές κάθε τρεις και λίγο. Το "Terminator Genisys" (με τον οπτικά αηδιαστικό ελληνικό τίτλο "΅Εξολοθρευτής : Γενεsys" (!!!) και με την προσωπική μου επιθυμία να εκτελεστεί άμεσα αυτός που το σκέφτηκε) γυρίστηκε από τον τηλεοπτικό κυρίως Alan Taylor to 2015.
Και, για να θυμηθούμε τα παλιά, όταν ο ηγέτης των ανθρώπων ενάντια στις μηχανές Τζον Κόνορ έστειλε τον φίλο του πίσω στο 1984 για να προστατέψει τη νεαρή τότε μητέρα του, οι πονηρές μηχανές έστειλαν ένα πιο εξελιγμένο ρομπότ και έπειτα ο απεσταλμένος πήγε κάπου στο μέλλον του 1984 μεν, αλλά ακόμα παρελθόν για το ζοφερό απώτερο μέλλον, για να καταστρέψει ένα πρόγραμμα, το οποίο τα ξεκίνησε όλα, αλλά σ' αυτή τη βερσιόν της πραγματικότητας συνυπάρχουν ο "γέρος" καλός Εξολοθρευτής του νο 2 (ώστε να βρει την ευκαιρία και τη δικαιολογία να ξαναπαίξει ο γερασμένος πλέον Σβαρτσενέγκερ τον κλασικό του ρόλο), κακά ρομπότ όπως αυτά του νο 2, νέοι εχθροί και φίλοι, ο ίδιος ο Τζον Κόνορ ενήλικας πλέον και πολλά άλλα τέτοια που δημιουργούν την εικόνα του απόλυτου αχταρμά που κυριαρχεί στο φιλμ.
Κατά τα άλλα θα δείτε πολλές εκρήξεις και κυνηγητά αυτοκινήτων (πόσο πρωτότυπο!), πολλές σκηνές δράσης, πολλές μάχες και άλλα θεάματα, ώστε να ολοκληρωθεί η εξαίρετη αυτή εμπειρία σας. Προσωπικά είχα σκυλοβαρεθεί στο πρώτο τέταρτο, βλέποντας μια από τα ίδια, σερβιρισμένα σε μια ανάκατη σαλάτα αποτελούμενη από όλους τους Εξολοθρευτές που είχαν προηγηθεί του 2015.
ΥΓ: Παραμένω περίεργος: Πώς θα ήταν αν ήμουν 16 χρονών, δεν είχα δει κανέναν άλλον Εξολοθρευτή και έβλεπα ως παρθένος την ταινία αυτή. Αναρωτιέμαι αν θα εντυπωσιαζόμουν ή αν θα βαριόμουν και πάλι (αν τέλος πάντων ήμουν ένας έξυπνος 16αρης).
Και, για να θυμηθούμε τα παλιά, όταν ο ηγέτης των ανθρώπων ενάντια στις μηχανές Τζον Κόνορ έστειλε τον φίλο του πίσω στο 1984 για να προστατέψει τη νεαρή τότε μητέρα του, οι πονηρές μηχανές έστειλαν ένα πιο εξελιγμένο ρομπότ και έπειτα ο απεσταλμένος πήγε κάπου στο μέλλον του 1984 μεν, αλλά ακόμα παρελθόν για το ζοφερό απώτερο μέλλον, για να καταστρέψει ένα πρόγραμμα, το οποίο τα ξεκίνησε όλα, αλλά σ' αυτή τη βερσιόν της πραγματικότητας συνυπάρχουν ο "γέρος" καλός Εξολοθρευτής του νο 2 (ώστε να βρει την ευκαιρία και τη δικαιολογία να ξαναπαίξει ο γερασμένος πλέον Σβαρτσενέγκερ τον κλασικό του ρόλο), κακά ρομπότ όπως αυτά του νο 2, νέοι εχθροί και φίλοι, ο ίδιος ο Τζον Κόνορ ενήλικας πλέον και πολλά άλλα τέτοια που δημιουργούν την εικόνα του απόλυτου αχταρμά που κυριαρχεί στο φιλμ.
Κατά τα άλλα θα δείτε πολλές εκρήξεις και κυνηγητά αυτοκινήτων (πόσο πρωτότυπο!), πολλές σκηνές δράσης, πολλές μάχες και άλλα θεάματα, ώστε να ολοκληρωθεί η εξαίρετη αυτή εμπειρία σας. Προσωπικά είχα σκυλοβαρεθεί στο πρώτο τέταρτο, βλέποντας μια από τα ίδια, σερβιρισμένα σε μια ανάκατη σαλάτα αποτελούμενη από όλους τους Εξολοθρευτές που είχαν προηγηθεί του 2015.
ΥΓ: Παραμένω περίεργος: Πώς θα ήταν αν ήμουν 16 χρονών, δεν είχα δει κανέναν άλλον Εξολοθρευτή και έβλεπα ως παρθένος την ταινία αυτή. Αναρωτιέμαι αν θα εντυπωσιαζόμουν ή αν θα βαριόμουν και πάλι (αν τέλος πάντων ήμουν ένας έξυπνος 16αρης).
Τρίτη, Ιουνίου 02, 2020
"ΤΟ ΣΕΞ ΚΑΙ Η ΛΟΥΚΙΑ" ΚΑΙ ΤΟ ΑΦΟΡΗΤΟ ΜΕΛΟ
Είχα συμπαθήσει τον ισπανό Julio Medem από τους "Εραστές του Αρκτικού Κύκλου" το 1998. Στη συνέχεια άλλαξα γνώμη, καθώς θεωρώ όχι μόνο ότι έκτοτε έχει πάρει την κατιούσα, αλλά και ότι γίνεται όλο και πιο "επιδειξίας" για να προσελκύσει την προσοχή (το λεσβιακό μελό "Δωμάτιο στη Ρώμη" είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα). Είναι από τις λίγες φορές που διαφωνώ με τη γενική γνώμη του κοινού, το οποίο σε γενικές γραμμές αγαπά το φιλμ, αλλά προσωπικά βρήκα το "Σεξ και η Λουκία" (Lucia y el Sexo) του 2001 αφόρητα μελό.
Συγγραφέας κάνει έρωτα με κοπέλα "της μιας νύχτας" σε ένα νησί στις καλοκαιρινές διακοπές. Δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά, αλλά εκείνη θα μείνει έγκυος και θα μεγαλώσει μόνη το κοριτσάκι της (τους). Στο μεταξύ ο συγγραφέας θα γνωρίσει τη Λουτσία, θα ερωτευτούν και θα ζήσουν μαζί στη Μαδρίτη. Τα σύννεφα όμως δεν θα αργήσουν να πυκνώσουν καθώς απίστευτες συγκυρίες δημιουργούν ένα φοβερό μπέρδεμα ανάμεσα σε όλους τους πρωταγωνιστές της ιστορίας (θα εμπλακούν και άλλα πρόσωπα και όχι μόνο το προαναφερθέν τρίο).
Υποτίθεται ότι το φιλμ είναι εξαιρετικά ερωτικό, με τολμηρές σκηνές κλπ. Είναι ακόμα "ένας ύμνος στον έρωτα και το πάθος" και πολλά άλλα. Προσωπικά το βρήκα αφόρητα μελό. Αυτό όμως που μάλλον περισσότερο με ενόχλησε ήταν ότι ολόκληρο η ταινία και η μάλλον πολύπλοκη ιστορία της βασίζεται σε μια σειρά από απίστευτες και αδύνατο να συμβούν συμπτώσεις. Όλοι, μα όλοι, θα κινούνται στον ίδιο κύκλο, θα βρίσκονται στον κατάλληλο χώρο την κατάλληλη στιγμή και πολλά άλλα τέτοια. Και σαν να μην έφταναν όλα, δεν το βρήκα και ιδιαίτερα ερωτικό, αφού δεν μου άρεσε κανείς από τους πρωταγωνιστές (αυτό βεβαίως δεν έχει να κάνει με το φιλμ, αλλά με υποκειμενικά γούστα). Το σίγουρο πάντως είναι ότι η Λουτσία πρόσθεσε άλλη μια ψηφίδα στην ευρύτερη εικόνα της αντιπάθειά μου για τον Μέντεμ (τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά της καριέρας του).
Συγγραφέας κάνει έρωτα με κοπέλα "της μιας νύχτας" σε ένα νησί στις καλοκαιρινές διακοπές. Δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά, αλλά εκείνη θα μείνει έγκυος και θα μεγαλώσει μόνη το κοριτσάκι της (τους). Στο μεταξύ ο συγγραφέας θα γνωρίσει τη Λουτσία, θα ερωτευτούν και θα ζήσουν μαζί στη Μαδρίτη. Τα σύννεφα όμως δεν θα αργήσουν να πυκνώσουν καθώς απίστευτες συγκυρίες δημιουργούν ένα φοβερό μπέρδεμα ανάμεσα σε όλους τους πρωταγωνιστές της ιστορίας (θα εμπλακούν και άλλα πρόσωπα και όχι μόνο το προαναφερθέν τρίο).
Υποτίθεται ότι το φιλμ είναι εξαιρετικά ερωτικό, με τολμηρές σκηνές κλπ. Είναι ακόμα "ένας ύμνος στον έρωτα και το πάθος" και πολλά άλλα. Προσωπικά το βρήκα αφόρητα μελό. Αυτό όμως που μάλλον περισσότερο με ενόχλησε ήταν ότι ολόκληρο η ταινία και η μάλλον πολύπλοκη ιστορία της βασίζεται σε μια σειρά από απίστευτες και αδύνατο να συμβούν συμπτώσεις. Όλοι, μα όλοι, θα κινούνται στον ίδιο κύκλο, θα βρίσκονται στον κατάλληλο χώρο την κατάλληλη στιγμή και πολλά άλλα τέτοια. Και σαν να μην έφταναν όλα, δεν το βρήκα και ιδιαίτερα ερωτικό, αφού δεν μου άρεσε κανείς από τους πρωταγωνιστές (αυτό βεβαίως δεν έχει να κάνει με το φιλμ, αλλά με υποκειμενικά γούστα). Το σίγουρο πάντως είναι ότι η Λουτσία πρόσθεσε άλλη μια ψηφίδα στην ευρύτερη εικόνα της αντιπάθειά μου για τον Μέντεμ (τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά της καριέρας του).
Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2020
῾῾Η ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ῾῾ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΥΠΟΠΤΟΙ...
῾῾Η Γάτα και το Καναρίνι῾῾ (The Cat and the Canary) έχει γυριστεί αρκετές φορές, μια από τις γνωστότερες βερσιόν ωστόσο είναι αυτή του 1939, που γύρισε ο άγνωστος σεχετικά, αλλά πολυτάλαντος Elliott Nugent (1896-1980), με τους Μπομπ Χοπ και την πανέμορφη Πολέτ Γκοντάρ στους κύριους ρόλους.
10 χρόνια μετά το θάνατο ενός εκκεντρικού (και κακού, όπως φημολογείται) πλούσιου, 6 υποψήφιοι κληρονόμοι της μεγάλης περιουσίας του καλούνται στο απομονωμένο σπίτι του, χαμένο κάπου στους βάλτους της Λουιζιάνα, μαζί με τον συμβολαιογράφο του μακαρίτη, για να ανοιχτεί η διαθήκη. Τη νύχτα που θα μείνουν αποκλεισμένοι εκεί πολλά θα συμβούν: Από τρομακτικές σκηνές έως αληθινοί φόνοι (και οι απαραίτητοι έρωτες βεβαίως) και η νύχτα θα εξελιχτεί σε κλασικό ῾῾βρείτε τον δολοφόνο῾῾. Η λύση θα είναι αναπάντεχη (και αρκετά απίθανη βεβαίως, αλλά και ῾᾽βαρυφορτωμένη῾῾, αφού θα ανακατέψει κάμποσα στιχεία)..
Κωμωδία και συγχρόνως φιλμ τρόμου και, φυσικά, και αστυνομικό, μπορεί μεν να κρατήσει τον θεατή (δίχως να τον τρομάξει βεβ;αίως στις μέρες μας), να βγάλει κάποιο γέλιο, κυρίως με τα διαρκή αστεία του Μπομπ Χοπ, αλλά δεν το βρήκα κάτι πολύ σπουδαίο. Το όλο κλίμα θυμίζει κάπως το πολύ μεταγενέστερο ῾῾Πρόσκληση σε Γεύμα από έναν Υποψήφιο Δολοφόνο῾῾, με αρκετή Άγκαθα Κρίστι βεβαίως. Ωστόσο τα καλαμπούρια του Χοπ που λέγαμε παραπάνω νομίζω ότι μάλλον χαλάνε την ατμόσφαιρα, η οποία (αν εξαιρέσεις αυτά) υποτίθεται ότι είναι σοβαρή και τρομακτική. Κατά τη γνώμη μου δηλάδή ο συνδυασμός τρόμου και γέλιου δεν πολυπιάνει εδώ (ίσως βέβαια να είναι και μια από τις πολύ πρώιμες στιγμές που επειχειρήθηκε κάτι τέτοιο). Όσο για τους χαρακτήρες και τις πράξεις των ηρώων, αφείστε καλύτερα... Προσωπική γνώμη μου όλα αυτά βεβαίως, αφού αρκετοί θεωρούν την ταινία έως και κλασική.
Δεν σας αποτέπω να τη δείτε πάντως (στους φίλους τοιυ παλιού σινεμά απευθύνομαι). Ευχάριστα θα περάσετε.
10 χρόνια μετά το θάνατο ενός εκκεντρικού (και κακού, όπως φημολογείται) πλούσιου, 6 υποψήφιοι κληρονόμοι της μεγάλης περιουσίας του καλούνται στο απομονωμένο σπίτι του, χαμένο κάπου στους βάλτους της Λουιζιάνα, μαζί με τον συμβολαιογράφο του μακαρίτη, για να ανοιχτεί η διαθήκη. Τη νύχτα που θα μείνουν αποκλεισμένοι εκεί πολλά θα συμβούν: Από τρομακτικές σκηνές έως αληθινοί φόνοι (και οι απαραίτητοι έρωτες βεβαίως) και η νύχτα θα εξελιχτεί σε κλασικό ῾῾βρείτε τον δολοφόνο῾῾. Η λύση θα είναι αναπάντεχη (και αρκετά απίθανη βεβαίως, αλλά και ῾᾽βαρυφορτωμένη῾῾, αφού θα ανακατέψει κάμποσα στιχεία)..
Κωμωδία και συγχρόνως φιλμ τρόμου και, φυσικά, και αστυνομικό, μπορεί μεν να κρατήσει τον θεατή (δίχως να τον τρομάξει βεβ;αίως στις μέρες μας), να βγάλει κάποιο γέλιο, κυρίως με τα διαρκή αστεία του Μπομπ Χοπ, αλλά δεν το βρήκα κάτι πολύ σπουδαίο. Το όλο κλίμα θυμίζει κάπως το πολύ μεταγενέστερο ῾῾Πρόσκληση σε Γεύμα από έναν Υποψήφιο Δολοφόνο῾῾, με αρκετή Άγκαθα Κρίστι βεβαίως. Ωστόσο τα καλαμπούρια του Χοπ που λέγαμε παραπάνω νομίζω ότι μάλλον χαλάνε την ατμόσφαιρα, η οποία (αν εξαιρέσεις αυτά) υποτίθεται ότι είναι σοβαρή και τρομακτική. Κατά τη γνώμη μου δηλάδή ο συνδυασμός τρόμου και γέλιου δεν πολυπιάνει εδώ (ίσως βέβαια να είναι και μια από τις πολύ πρώιμες στιγμές που επειχειρήθηκε κάτι τέτοιο). Όσο για τους χαρακτήρες και τις πράξεις των ηρώων, αφείστε καλύτερα... Προσωπική γνώμη μου όλα αυτά βεβαίως, αφού αρκετοί θεωρούν την ταινία έως και κλασική.
Δεν σας αποτέπω να τη δείτε πάντως (στους φίλους τοιυ παλιού σινεμά απευθύνομαι). Ευχάριστα θα περάσετε.
Κυριακή, Μαΐου 31, 2020
"PURPLE RAIN" ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΑΝ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ Ο PRINCE
Προσωπικά μου αρέσει ο Prince. αυτό όμως δεν σημανει ότι μου αρέσει και το φιλμ που γύρισε το 1984, στην ακμή του δηλαδή, το "Purple Rain" σε σκηνοθεσία Albert Magnoli (ορίστε;)
Όπου ο Prince είναι περίπου ο εαυτός του: Ένας ανερχόμενος μουσικός, με πολλά όμως προβλήματα: Με το σπίτι του, όπου ένας σχεδόν παρανοϊκός πατέρας που χτυπά τη μητέρα του και δημιουργεί διαρκώς φασαρίες, με τη δουλειά, όπουτ υπάρχουν συνεχείς προστριβές με το συγκρότημά του, με την κοπέλα που γνωρίζει και ερωτεύεται (την ανεκδιήγητη ως ηθοποιό Apollonia) κλπ. Συγχρόνως βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό με τον σούπερ σταρ του κλαμπ όπου αμφότεροι εμφανίζονται, με τον οποίο θα υπάρξει μια μουσική ῾῾μονομαχία῾῾. Τώρα βέβαια πρέπει να σας πω ότι όλα αυτά τα ποροβλήματα (εκτός από αυτά στο με τον πατέρα) μάλλον οφείλονται στον επιεικώς απαράδεκτο χαρακτήρα του ήρωα, που μοιάζει να έχει καβαλήσει το καλάμι όσο δεν παίρνει, σχεδόν να μη μιλά στο συγκρότημά του, να φέρεται γελοία (μάλλον ταιριάζει περισσότερο από το ῾ἁπαράδεκτα῾῾) στην κοπέλα του, να είναι βυθισμένος στα καπρίτσια και να το παίζει ντίβα δίχως ακόμη να έχει γίνει. Ε, αν είσαι έτσι, πώς να μην έχεις προβλήματα με όλους;
Γενικά η ταινία νομίζω ότι δεν βλέπεται. Ιδιαίτερα οι ηθοποιίες όλων αγγίζουν τα όρια του γελοίου. Οι χαρακτήρες είναι άστα να πάνε, η αφήγηση άτσαλη, οι εμφανίσεις των πάντων κιτς (καλά, σ᾽αυτό δεν φταίει η ταινία, αλλά τα 80ς) και άλλα πολλά. Το μόνο προφανώς που τη σώζει είναι οι συχνές επί σκηνής εμφανίσεις του Prince και του συγκροτήματός του Revolution (του οποίου μέλη είναι και οι Wendy & Lisa, που από το 1987 έκαναν καριέρα ως ντουέτο), με μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του (Purple Rain, When Doves Cry κ.ά.), όπου βγαίνει όλο το πάθος, αλλά και η εκκεντρικότητά του ως περφόρμερ.
Δείτε το λοιπόν μόνο για μουσικούς λόγους και, φυσικά, μόνο αν είστε φανς του Πρινς, διότι, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, για κανέναν άλλο λόγο δεν βλέπεται.
ΥΓ: Τον σχετικά μικρ) ρόλο της μητέρας του Πρινς ερμηνεύει η Όλγα Καρλάτου!
Όπου ο Prince είναι περίπου ο εαυτός του: Ένας ανερχόμενος μουσικός, με πολλά όμως προβλήματα: Με το σπίτι του, όπου ένας σχεδόν παρανοϊκός πατέρας που χτυπά τη μητέρα του και δημιουργεί διαρκώς φασαρίες, με τη δουλειά, όπουτ υπάρχουν συνεχείς προστριβές με το συγκρότημά του, με την κοπέλα που γνωρίζει και ερωτεύεται (την ανεκδιήγητη ως ηθοποιό Apollonia) κλπ. Συγχρόνως βρίσκεται σε διαρκή ανταγωνισμό με τον σούπερ σταρ του κλαμπ όπου αμφότεροι εμφανίζονται, με τον οποίο θα υπάρξει μια μουσική ῾῾μονομαχία῾῾. Τώρα βέβαια πρέπει να σας πω ότι όλα αυτά τα ποροβλήματα (εκτός από αυτά στο με τον πατέρα) μάλλον οφείλονται στον επιεικώς απαράδεκτο χαρακτήρα του ήρωα, που μοιάζει να έχει καβαλήσει το καλάμι όσο δεν παίρνει, σχεδόν να μη μιλά στο συγκρότημά του, να φέρεται γελοία (μάλλον ταιριάζει περισσότερο από το ῾ἁπαράδεκτα῾῾) στην κοπέλα του, να είναι βυθισμένος στα καπρίτσια και να το παίζει ντίβα δίχως ακόμη να έχει γίνει. Ε, αν είσαι έτσι, πώς να μην έχεις προβλήματα με όλους;
Γενικά η ταινία νομίζω ότι δεν βλέπεται. Ιδιαίτερα οι ηθοποιίες όλων αγγίζουν τα όρια του γελοίου. Οι χαρακτήρες είναι άστα να πάνε, η αφήγηση άτσαλη, οι εμφανίσεις των πάντων κιτς (καλά, σ᾽αυτό δεν φταίει η ταινία, αλλά τα 80ς) και άλλα πολλά. Το μόνο προφανώς που τη σώζει είναι οι συχνές επί σκηνής εμφανίσεις του Prince και του συγκροτήματός του Revolution (του οποίου μέλη είναι και οι Wendy & Lisa, που από το 1987 έκαναν καριέρα ως ντουέτο), με μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του (Purple Rain, When Doves Cry κ.ά.), όπου βγαίνει όλο το πάθος, αλλά και η εκκεντρικότητά του ως περφόρμερ.
Δείτε το λοιπόν μόνο για μουσικούς λόγους και, φυσικά, μόνο αν είστε φανς του Πρινς, διότι, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, για κανέναν άλλο λόγο δεν βλέπεται.
ΥΓ: Τον σχετικά μικρ) ρόλο της μητέρας του Πρινς ερμηνεύει η Όλγα Καρλάτου!
Παρασκευή, Μαΐου 29, 2020
Ο ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟς ΠΟΘΟΣ (ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ) ΣΤΟ "BODY HEAT"
Γιατί "ξεφούσκωσε" τόσο γρήγορα ο Laurence Kasdan και παρέμεινε αποκλειστικά ένας σκηνοθέτης των 80ς; Το 1981 πάντως είχε ξεκινήσει τη σκηνοθετική του καριέρα με το εντυπωσιακό και έντονα ερωτικό νεο-νουάρ "Έξαψη" (Body Heat), με τον Ουίλιαμ Χαρτ και την ιδιαίτερα σέξι Καθλίν Τέρνερ.
Ένας δικηγόρος έλκεται έντονα ερωτικά από τη σέξι σύζυγο ενός πάμπλουτου και αντιπαθητικού επιχειρηματία. Η σχέση τους είναι παθιασμένη, βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο σεξ και... αργά ή γρήγορα θα αρχίσουν να καταστρώνουν τη δολοφονία του ενοχλητικού συζύγου (οπότε θα έχουν και έρωτα και κληρονομιά). Όμως...
Το φιλμ είναι ένα άψογο νουάρ και διατηρεί όλες τις κλασικές σταθερές του είδους. Ερωτισμός, τυπική μοιραία γυναίκα, φόνος... Η ιδιαιτερότητά του όμως (επειδή δεν πρόκειται για νουάρ αλλά για νεο-νουάρ), είναι οι τολμηρές ερωτικές σκηνές, με τα ιδρωμένα, λόγω διαρκούς καύσωνα, κορμιά σε καυτούς, μισοσκότεινους χώρους. Αυτό που καταφέρνει είναι να δώσει απόλυτα την αίσθηση του ερωτικού πάθους και, τελικά, να καταδείξει τις οδυνηρές συνέπειες όταν οι άνθρωποι άγονται και φέρονται (αποκλειστικά) απ' αυτό. Διότι αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον άτυχο ήρωα... Ταυτόχρονα, όπως πολλά κλασικά νουάρ, σκιαγραφεί μια απόλυτα αμοραλιστική κοινωνία, όπου απουσιάζει κάθε ίχνος "καλού" (ό,τι και αν σημαίνει αυτό). Δεν είναι τυχαίο ότι και ο σύζυγος είναι κάθαρμα και οι εραστές δολοφόνοι (και όχι μόνο). Αν σ' αυτά συνυπολογίσετε και το τέλος (για το οποίο φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω τίποτα), μιλάμε για έναν κόσμο κάθε άλλο παρά "αγγελικά πλασμένο"...
Εξαιρετικό ντεμπούτο, νομίζω ότι θα αρέσει στους φίλους του είδους. Να μην πτοηθούν από το ότι δεν είναι παλιό όπως τα κλασικά, δεν είναι ασπρόμαυρο κλπ. Διατηρεί πολύ καλά την νουάρ ατμόσφαιρα.
Ένας δικηγόρος έλκεται έντονα ερωτικά από τη σέξι σύζυγο ενός πάμπλουτου και αντιπαθητικού επιχειρηματία. Η σχέση τους είναι παθιασμένη, βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο σεξ και... αργά ή γρήγορα θα αρχίσουν να καταστρώνουν τη δολοφονία του ενοχλητικού συζύγου (οπότε θα έχουν και έρωτα και κληρονομιά). Όμως...
Το φιλμ είναι ένα άψογο νουάρ και διατηρεί όλες τις κλασικές σταθερές του είδους. Ερωτισμός, τυπική μοιραία γυναίκα, φόνος... Η ιδιαιτερότητά του όμως (επειδή δεν πρόκειται για νουάρ αλλά για νεο-νουάρ), είναι οι τολμηρές ερωτικές σκηνές, με τα ιδρωμένα, λόγω διαρκούς καύσωνα, κορμιά σε καυτούς, μισοσκότεινους χώρους. Αυτό που καταφέρνει είναι να δώσει απόλυτα την αίσθηση του ερωτικού πάθους και, τελικά, να καταδείξει τις οδυνηρές συνέπειες όταν οι άνθρωποι άγονται και φέρονται (αποκλειστικά) απ' αυτό. Διότι αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον άτυχο ήρωα... Ταυτόχρονα, όπως πολλά κλασικά νουάρ, σκιαγραφεί μια απόλυτα αμοραλιστική κοινωνία, όπου απουσιάζει κάθε ίχνος "καλού" (ό,τι και αν σημαίνει αυτό). Δεν είναι τυχαίο ότι και ο σύζυγος είναι κάθαρμα και οι εραστές δολοφόνοι (και όχι μόνο). Αν σ' αυτά συνυπολογίσετε και το τέλος (για το οποίο φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω τίποτα), μιλάμε για έναν κόσμο κάθε άλλο παρά "αγγελικά πλασμένο"...
Εξαιρετικό ντεμπούτο, νομίζω ότι θα αρέσει στους φίλους του είδους. Να μην πτοηθούν από το ότι δεν είναι παλιό όπως τα κλασικά, δεν είναι ασπρόμαυρο κλπ. Διατηρεί πολύ καλά την νουάρ ατμόσφαιρα.
Τετάρτη, Μαΐου 27, 2020
Ο ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΝΟΕ ΤΟΥ "LOVE"
Πάντοτε θεωρούσα τον αργεντινό - που δουλεύει στη Γαλλία - Gaspar Noe "προκλητικό για την πρόκληση". Κοινώς κάνει τα πάντα για να προκαλέσει και να κερδίσει έστω αρνητική δημοσιότητα. Σχεδόν κάθε φορά θα βρει ένα ταμπού (ή "ταμπού") και θα στηρίξει όλο το φιλμ στην απόλυτη αποκαθήλωσή του. Αν πολλοί ενοχληθούν (διευκρινίζω ότι δεν ανήκω σ' αυτούς), τόσο το καλύτερο!
Στο "Love" του 2015 επινοεί κάτι απλό: Να δείξει (σε απόλυτα χορταστικές δόσεις μάλιστα) αληθινό σεξ. Κοινώς οι πρωταγωνιστές του κάνουν πολλάκις έρωτα στ' αλήθεια, όπως ακριβώς στις ταινίες πορνό.
Η ταινία παρακολουθεί τη θυελλώδη σχέση ενός νεαρού αμερικανού που ζει στο Παρίσι σπουδάζοντας σινεμά με μια ανήσυχη και "περιπετειώδη" ζωγράφο. Ο έρωτάς τους είναι αληθινός, βαθύς και παθιασμένος. Η διαρκής αναζήτηση αμφοτέρων για όλο και περισσότερες και δυνατότερες εμπειρίες θα τους οδηγήσει σε διάφορες παραλλαγές του ελεύθερου σεξ και στα ναρκωτικά. Και όταν, με υπαιτιότητα του άντρα, όλα θα τιναχτούν στον αέρα, θα αρχίσει η πραγματική οδύνη.
Όχι, δεν είναι κακή ταινία (παρά την αδικαιολόγητα μακρά διάρκειά της). Ο Νοέ καταφέρνει να δώσει ανάγλυφα τόσο το σεξουαλικό πάθος (και το συνδυασμό σεξουαλικού πάθους και έρωτα), όσο και την απερίγραπτη οδύνη που ακολουθεί έναν ανεπιθύμητο χωρισμό. Ταυτόχρονα δίνει ανάγλυφα τους χαρακτήρες (κυρίως τον αντρικό εγωισμό, τη ζήλια και τη φαλλοκρατική αντίληψη που υπάρχει κρυμμένη κάπου στο βάθος και που σε πολλές σκηνές παίρνει το πάνω χέρι, ακόμα και σε μια τόσο προχωρημένη σχέση). Επίσης υπάρχει πολύ αυτοβιογραφικό στοιχείο (ουσιαστικά ο Νοέ μιλά για το σινεμά που αγαπά, για το γιατί έκανε αυτή την ταινία, για τις αντιλήψεις του για την τέλεια ερωτική σχέση κλπ.) Και, όπως είπα, η μετά το τέλος οδύνη ενός ερωτευμένου δίνεται με πραγματικά σπαρακτικό τρόπο (όταν μάλιστα γνωρίζεις ότι ουσιαστικά εσύ ευθύνεσαι για τον χωρισμό).
Όλα αυτά τα κάνει με την προσφιλή του μη γραμμική αφήγηση, με συνεχή φλας μπακ που σιγά - σιγά συμπληρώνουν το παζλ της σχέσης. Και, φυσικά, κάθε λίγο έχουμε και μια ακόμα σκηνή σκληρού σεξ. Ενδιαφέρον λοιπόν, αλλά δεν μπορώ να μην ενοχληθώ από την ακραία επιδειξιομανία του δημιουργού, για τη μανία να προκαλέσει με όποιον τρόπο μπορεί. Δεν το χρειάζεται. Είναι καλός σκηνοθέτης. Το σεξ δεν με ενόχλησε. Απλώς το βρήκα άνευ λόγου. Μόνο για να προκαλέσει. Ή, ίσως, για να πραγματοποιήσει την κρυφή επιθυμία του να γυρίσει πορνό. Θα μπορούσε όμως να το κάνει αν το θέλει, γυρίζοντας ένα γνήσιο τέτοιο, με όποιες φαντασιώσεις επιθυμεί, και να το ευχαριστηθεί (τόσες χιλιάδες υπάρχουν άλλωστε εκεί έξω), δίχως να το εντάξει σε μια "κανονική" ταινία.
Στο "Love" του 2015 επινοεί κάτι απλό: Να δείξει (σε απόλυτα χορταστικές δόσεις μάλιστα) αληθινό σεξ. Κοινώς οι πρωταγωνιστές του κάνουν πολλάκις έρωτα στ' αλήθεια, όπως ακριβώς στις ταινίες πορνό.
Η ταινία παρακολουθεί τη θυελλώδη σχέση ενός νεαρού αμερικανού που ζει στο Παρίσι σπουδάζοντας σινεμά με μια ανήσυχη και "περιπετειώδη" ζωγράφο. Ο έρωτάς τους είναι αληθινός, βαθύς και παθιασμένος. Η διαρκής αναζήτηση αμφοτέρων για όλο και περισσότερες και δυνατότερες εμπειρίες θα τους οδηγήσει σε διάφορες παραλλαγές του ελεύθερου σεξ και στα ναρκωτικά. Και όταν, με υπαιτιότητα του άντρα, όλα θα τιναχτούν στον αέρα, θα αρχίσει η πραγματική οδύνη.
Όχι, δεν είναι κακή ταινία (παρά την αδικαιολόγητα μακρά διάρκειά της). Ο Νοέ καταφέρνει να δώσει ανάγλυφα τόσο το σεξουαλικό πάθος (και το συνδυασμό σεξουαλικού πάθους και έρωτα), όσο και την απερίγραπτη οδύνη που ακολουθεί έναν ανεπιθύμητο χωρισμό. Ταυτόχρονα δίνει ανάγλυφα τους χαρακτήρες (κυρίως τον αντρικό εγωισμό, τη ζήλια και τη φαλλοκρατική αντίληψη που υπάρχει κρυμμένη κάπου στο βάθος και που σε πολλές σκηνές παίρνει το πάνω χέρι, ακόμα και σε μια τόσο προχωρημένη σχέση). Επίσης υπάρχει πολύ αυτοβιογραφικό στοιχείο (ουσιαστικά ο Νοέ μιλά για το σινεμά που αγαπά, για το γιατί έκανε αυτή την ταινία, για τις αντιλήψεις του για την τέλεια ερωτική σχέση κλπ.) Και, όπως είπα, η μετά το τέλος οδύνη ενός ερωτευμένου δίνεται με πραγματικά σπαρακτικό τρόπο (όταν μάλιστα γνωρίζεις ότι ουσιαστικά εσύ ευθύνεσαι για τον χωρισμό).
Όλα αυτά τα κάνει με την προσφιλή του μη γραμμική αφήγηση, με συνεχή φλας μπακ που σιγά - σιγά συμπληρώνουν το παζλ της σχέσης. Και, φυσικά, κάθε λίγο έχουμε και μια ακόμα σκηνή σκληρού σεξ. Ενδιαφέρον λοιπόν, αλλά δεν μπορώ να μην ενοχληθώ από την ακραία επιδειξιομανία του δημιουργού, για τη μανία να προκαλέσει με όποιον τρόπο μπορεί. Δεν το χρειάζεται. Είναι καλός σκηνοθέτης. Το σεξ δεν με ενόχλησε. Απλώς το βρήκα άνευ λόγου. Μόνο για να προκαλέσει. Ή, ίσως, για να πραγματοποιήσει την κρυφή επιθυμία του να γυρίσει πορνό. Θα μπορούσε όμως να το κάνει αν το θέλει, γυρίζοντας ένα γνήσιο τέτοιο, με όποιες φαντασιώσεις επιθυμεί, και να το ευχαριστηθεί (τόσες χιλιάδες υπάρχουν άλλωστε εκεί έξω), δίχως να το εντάξει σε μια "κανονική" ταινία.
Τρίτη, Μαΐου 26, 2020
"25η ΩΡΑ": ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΑΤΕ ΤΗΝ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ" ΣΑΣ ΝΥΧΤΑ;
Ένας έμπορος ναρκωτικών συλλαμβάνεται με μεγάλες ποσότητες σκόνης στο σπίτι του, επειδή κάποιος τον έχει καρφώσει, και καταδικάζεται σε 7 χρόνια φυλάκισης. Η ταινία παρακολουθεί την τελευταία μέρα (νύχτα περισσότερο) ελευθερίας, καθώς το πρωί θα παρουσιαστεί στη φυλακή. Έχει να τακτοποιήσει πάμπολλα θέματα σε μια νύχτα: Με την κοπέλα του, με τον πατέρα του, με το "αφεντικό" του, με τους δύο καλύτερους (από παιδιά) φίλους του... και συγχρόνως να διασκεδάσει για τελευταία φορά. Έτσι τουλάχιστον θέλουν οι φίλοι του. Θα είναι μια ατέλειωτη νύχτα!
Η "25η Ώρα", γυρισμένη το 2002, είναι μια από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου ταινίες του Spike Lee. Με εξαιρετικούς ηθοποιούς (Έντουαρντ Νόρτον, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Ροσάριο Ντόσον κλπ.), με σφιχτό σενάριο, αντιμετωπίζει μια πολύ δύσκολη κατάσταση με μεγάλη ευαισθησία, που κάποιες φορές φτάνει στα όρια της συγκίνησης. Παρά το σκληρό θέμα του (και τον απόλυτα σκληρό και αμετανόητο βασικό χαρακτήρα), το φιλμ, όπως έγραψα παραπάνω, διακρίνεται για την ευαισθησία και την ανθρωπιά του. Ο ήρωας μπορεί να είναι ένα σκληρό κάθαρμα, αλλά όλοι (οι πάντες) έχουν τις ανθρώπινες πλευρές τους (την κοπέλα του που αγαπά, τον πατέρα του, το σκύλο του...). Και βέβαια η ταινία δεν διστάζει σε καμιά περίπτωση να τον δείξει να φοβάται για όσα τον περιμένουν τα επόμενα 7 χρόνια... Ταυτόχρονα υπάρχουν οι πολύ καλά σχεδιασμένοι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν και οι οποίοι αναλύονται ιδιαίτερα. Καθένας με το δικό του, πολύ διαφορετικό, χαρακτήρα, με τα δικά του προβλήματα, κολλήματα, τρόπο ζωής. Ο καθένας στο δικό του κόσμο, αλλά και όλοι μαζί όταν πρόκειται για τους φίλους ή αγαπημένους τους.
Συγχρόνως με όλα τα παραπάνω, ως υποπλοκή τρέχει και το θέμα του "ποιος κάρφωσε τον ήρωα"; Οπότε το φιλμ διατηρεί και ένα αστυνομικής φύσης σασπένς. Πάνω απ' όλα όμως είναι η ανθρωπιά και η συγκίνηση που βγάζει. Μη ξεχνάτε: Όλοι, μα όλοι, κατά βάθος είμαστε ευάλωτοι και φοβόμαστε. Κι ας το παίζουμε σκληροί.
Θεωρώ την ταινία όχι μόνο από τις καλύτερες του Lee, αλλά και από τις καλύτερες της εποχής της (οι αναφορές στους Δίδυμους Πύργους είναι αρκετές, που ακόμα άχνιζαν). Ψάξτε την.
Η "25η Ώρα", γυρισμένη το 2002, είναι μια από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου ταινίες του Spike Lee. Με εξαιρετικούς ηθοποιούς (Έντουαρντ Νόρτον, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Ροσάριο Ντόσον κλπ.), με σφιχτό σενάριο, αντιμετωπίζει μια πολύ δύσκολη κατάσταση με μεγάλη ευαισθησία, που κάποιες φορές φτάνει στα όρια της συγκίνησης. Παρά το σκληρό θέμα του (και τον απόλυτα σκληρό και αμετανόητο βασικό χαρακτήρα), το φιλμ, όπως έγραψα παραπάνω, διακρίνεται για την ευαισθησία και την ανθρωπιά του. Ο ήρωας μπορεί να είναι ένα σκληρό κάθαρμα, αλλά όλοι (οι πάντες) έχουν τις ανθρώπινες πλευρές τους (την κοπέλα του που αγαπά, τον πατέρα του, το σκύλο του...). Και βέβαια η ταινία δεν διστάζει σε καμιά περίπτωση να τον δείξει να φοβάται για όσα τον περιμένουν τα επόμενα 7 χρόνια... Ταυτόχρονα υπάρχουν οι πολύ καλά σχεδιασμένοι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν και οι οποίοι αναλύονται ιδιαίτερα. Καθένας με το δικό του, πολύ διαφορετικό, χαρακτήρα, με τα δικά του προβλήματα, κολλήματα, τρόπο ζωής. Ο καθένας στο δικό του κόσμο, αλλά και όλοι μαζί όταν πρόκειται για τους φίλους ή αγαπημένους τους.
Συγχρόνως με όλα τα παραπάνω, ως υποπλοκή τρέχει και το θέμα του "ποιος κάρφωσε τον ήρωα"; Οπότε το φιλμ διατηρεί και ένα αστυνομικής φύσης σασπένς. Πάνω απ' όλα όμως είναι η ανθρωπιά και η συγκίνηση που βγάζει. Μη ξεχνάτε: Όλοι, μα όλοι, κατά βάθος είμαστε ευάλωτοι και φοβόμαστε. Κι ας το παίζουμε σκληροί.
Θεωρώ την ταινία όχι μόνο από τις καλύτερες του Lee, αλλά και από τις καλύτερες της εποχής της (οι αναφορές στους Δίδυμους Πύργους είναι αρκετές, που ακόμα άχνιζαν). Ψάξτε την.
Δευτέρα, Μαΐου 25, 2020
8 ΛΕΠΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΤΟ "SOURCE CODE"
Το 2009 ο Dunkan Jones (για όσους το αγνοούν είναι γιος του Ντέιβιντ Μπόουι) κάνει ένα πολύ καλό ντεμπούτο με το "Moon". Το 2011, μένοντας πιστός στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, συνεχίζει με το ῾῾Source Code" (῾Τα 8 Τελευταία Λεπτά῾῾ στην Ελλάδα), με τον Τζέικ Γκίλενχαλ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο οποίος ξυπνά ξαφνικά σε ένα τρένο δίχως να ξέρει πώς και γιατί, έχοντας πάνω του την ταυτότητα ενός άγνωστού του δασκάλου, ενώ ο ίδιος ξέρει ότι είναι ένας στρατιώτης σε σποστολή στο Αφγανιστάν. Σε 8 λεπτά από τη στιγμή του ξυπνήματος το τρένο θα εκραγεί κι εκείνος θα ξυπνήσει έντρομος κάπου αλλού. Τι συμβαίνει;
Ενδιαφέρουσα ταινία με χρονικό παράδοξο, το οποίο εδώ δεν έχει να κάνει ακριβώς με ταξίδι στο χρόνο, αλλά με παράλληλα σύμπαντα. Το σασπένς είναι σίγουρο και μάλιστα επιτείνεται με την επιπρόσθετη αστυνομική δομή του φιλμ, η οποία είναι απόλυτα συνυφασμένη με το όλο στόρι (θέλω να πω ότι δεν ενοχλεί καθόλου ως κάτι πρόσθετο, ως δευτερεύουσα πλοκή, αλλά είναι ουσιαστικό κομμάτι του σεναρίου).
Βέβαια, όπως συχνά συμβαίνει σε φιλμ με παρόμοια θέματα, έχω κάποιες αντιρρήσεις ή κενά στο σενάριο, αλλά τι να κάνουμες Αυτά συμβαίνουν. Του το συγχωρούμε διότι και πρωτότυπη ιδέα διαθέτει και μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Και, επί πλέον, διαθέτει και έναν διάχυτο αντιμιλιταρισμό, ο οποίος μου είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος.
Ο οποίος ξυπνά ξαφνικά σε ένα τρένο δίχως να ξέρει πώς και γιατί, έχοντας πάνω του την ταυτότητα ενός άγνωστού του δασκάλου, ενώ ο ίδιος ξέρει ότι είναι ένας στρατιώτης σε σποστολή στο Αφγανιστάν. Σε 8 λεπτά από τη στιγμή του ξυπνήματος το τρένο θα εκραγεί κι εκείνος θα ξυπνήσει έντρομος κάπου αλλού. Τι συμβαίνει;
Ενδιαφέρουσα ταινία με χρονικό παράδοξο, το οποίο εδώ δεν έχει να κάνει ακριβώς με ταξίδι στο χρόνο, αλλά με παράλληλα σύμπαντα. Το σασπένς είναι σίγουρο και μάλιστα επιτείνεται με την επιπρόσθετη αστυνομική δομή του φιλμ, η οποία είναι απόλυτα συνυφασμένη με το όλο στόρι (θέλω να πω ότι δεν ενοχλεί καθόλου ως κάτι πρόσθετο, ως δευτερεύουσα πλοκή, αλλά είναι ουσιαστικό κομμάτι του σεναρίου).
Βέβαια, όπως συχνά συμβαίνει σε φιλμ με παρόμοια θέματα, έχω κάποιες αντιρρήσεις ή κενά στο σενάριο, αλλά τι να κάνουμες Αυτά συμβαίνουν. Του το συγχωρούμε διότι και πρωτότυπη ιδέα διαθέτει και μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον. Και, επί πλέον, διαθέτει και έναν διάχυτο αντιμιλιταρισμό, ο οποίος μου είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος.
Σάββατο, Μαΐου 23, 2020
"A TALE OF TWO SISTERS" ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΞΕΙ
Έχω ξαναγράψει νομίζω ότι η ῾κίτρινη φυλή῾ (προς θεού, ουδείς ρατσισμός, απλώς προσδιορίζω τις χώρες από Κορέα έως Ταϊλάνδη) χειρίζεται με ένα δικό της, ανατριχιαστικό τρόπο το είδος της ταινίας τρόμου. Το κορεάτικο "A Tale of Two Sisters" που γύρισε το 2003 ο Jee-Woon Kim δεν αποτελεί εξαίρεση.
Έχουμε και πάλι να κάνουμε με δύο αδελφές (μοτίβο που φαίνετυαι ότι συγκινεί και εμπνέει τον ῾ἁνατολικό τρόμο῾). Βρίσκονται στην αρχή της εφηβείας τους, μόλις βγαίνουν από κάποιο ψυχιατρικό ίδρυμα όπου έμεναν έγκλειστες εξ αιτίας κάποιου τραυματικού περιστατικού που είχε συμβεί στο παρελθόν και πηγαίνουν να μείνουν σε απομονωμένο σπίτι με τον λιγομίλητο πετέρα τους και τη γυναίκα του (καταλαβαίνουμε γρήγορα ότι η μητερα τους έχει πεθάνει). Φυσικά επίσης σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά με τη συμβίωση αυτή. Δεν είναι μόνο ότι η μητριά φαίνεται σκληρή και σε οξεία διαμάχη με τη μεγάλη και πιο δραστήριια αδελφή, η οποία προστατεύει τη μικρή, δεν είναι μόνο ο αμέτοχος στα πάντα πατέρας, είναι και άλλα πολά ανησυχητικά στο σπίτι... Στο τέλος, θα πω μόνο, υπάρχουν πολλές ανατροπές!
Καλογυρισμένη, δημιουργεί από την αρχή ανησυχητική και συχνά αληθινά τρομακτική ατμόσφαιρα. Με φλας μπακ μας δείχνει σιγά - σιγά τι έχει συμβεί στο παρελθόν, ενώ στο τέλος αποκλαλύπτονται πολλά. Θα σας πω όμως την αμαρτία μου: Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα τι ακριβώς συνέβει τελικά, όσο και αν προσπάθησα. Μου φάνηκαν όλα τόσο μπερδεμένα... Αναγκάστηκα λοιπόν (πρώτη φορά το κάνω) να ανατρέξω στο φιλόξενο Google για να κατανοήσω. Έλαβα λοιπόν τις πρέπουσες εξηγήσεις, αλλά θα πω και πάλι ότι δεν ικανοποιήθηκα. ΟΚ, είναι έξυπνη η ανατροπή και η φοβερή ιστορία που αποκαλύπτεται, αλλά βρήκα την όλη εξήγηση... πώς να το πω... βαρυφορτωμένη, υπερβολική, τραβηγμένη... Και έχω και πάλι ένα κενο, που δεν θα σας πω για λόγους σπόιλερ.
Κρίμα, γιατί, επαναλαμβάνω, το φιλμ είναι καλογυρισμένο και ατμοσφαιρικό. Και θα μορούσε να είναι κάπως πιο λιτό (ως εξήγηση εννοιώ), αλλά και ποιο κατανοητό από την αρχή (εκτός αν εγώ είμαι μόνο αυτός που δεν κατάλαβε, αλλά μάλλον όχι, αφού στο διαδίκτυο βρίσκεις πολλά κείμενα με εξηγήσεις).
Έχουμε και πάλι να κάνουμε με δύο αδελφές (μοτίβο που φαίνετυαι ότι συγκινεί και εμπνέει τον ῾ἁνατολικό τρόμο῾). Βρίσκονται στην αρχή της εφηβείας τους, μόλις βγαίνουν από κάποιο ψυχιατρικό ίδρυμα όπου έμεναν έγκλειστες εξ αιτίας κάποιου τραυματικού περιστατικού που είχε συμβεί στο παρελθόν και πηγαίνουν να μείνουν σε απομονωμένο σπίτι με τον λιγομίλητο πετέρα τους και τη γυναίκα του (καταλαβαίνουμε γρήγορα ότι η μητερα τους έχει πεθάνει). Φυσικά επίσης σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά με τη συμβίωση αυτή. Δεν είναι μόνο ότι η μητριά φαίνεται σκληρή και σε οξεία διαμάχη με τη μεγάλη και πιο δραστήριια αδελφή, η οποία προστατεύει τη μικρή, δεν είναι μόνο ο αμέτοχος στα πάντα πατέρας, είναι και άλλα πολά ανησυχητικά στο σπίτι... Στο τέλος, θα πω μόνο, υπάρχουν πολλές ανατροπές!
Καλογυρισμένη, δημιουργεί από την αρχή ανησυχητική και συχνά αληθινά τρομακτική ατμόσφαιρα. Με φλας μπακ μας δείχνει σιγά - σιγά τι έχει συμβεί στο παρελθόν, ενώ στο τέλος αποκλαλύπτονται πολλά. Θα σας πω όμως την αμαρτία μου: Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα τι ακριβώς συνέβει τελικά, όσο και αν προσπάθησα. Μου φάνηκαν όλα τόσο μπερδεμένα... Αναγκάστηκα λοιπόν (πρώτη φορά το κάνω) να ανατρέξω στο φιλόξενο Google για να κατανοήσω. Έλαβα λοιπόν τις πρέπουσες εξηγήσεις, αλλά θα πω και πάλι ότι δεν ικανοποιήθηκα. ΟΚ, είναι έξυπνη η ανατροπή και η φοβερή ιστορία που αποκαλύπτεται, αλλά βρήκα την όλη εξήγηση... πώς να το πω... βαρυφορτωμένη, υπερβολική, τραβηγμένη... Και έχω και πάλι ένα κενο, που δεν θα σας πω για λόγους σπόιλερ.
Κρίμα, γιατί, επαναλαμβάνω, το φιλμ είναι καλογυρισμένο και ατμοσφαιρικό. Και θα μορούσε να είναι κάπως πιο λιτό (ως εξήγηση εννοιώ), αλλά και ποιο κατανοητό από την αρχή (εκτός αν εγώ είμαι μόνο αυτός που δεν κατάλαβε, αλλά μάλλον όχι, αφού στο διαδίκτυο βρίσκεις πολλά κείμενα με εξηγήσεις).
Παρασκευή, Μαΐου 22, 2020
"Ο ΜΠΟΥΝΟΥΕΛ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΜΕ ΤΙΣ ΧΕΛΩΝΕΣ": ΕΝΑ ΣΙΝΕΦΙΛ ANIMATION
Να πούμε για πολλοστή φορά ότι πολλά από τα animation σε καμία περίπτωση δεν προορίζονται για παιδιά. Και ότι τα θέματά τους μπορεί να αφορούν τα πάντα. Αφορμή για τις σκέψεις αυτές το φιλμ κινουμένων σχεδίων του Salvador Simo "Ο Μπουνιουέλ στο Λαβύρινθο με τις Χελώνες" του 2018.
Η ιστορία βασίζεται σε ένα graphic novel του Fermin Solis, το οποίο, φυσικά, με τη σειρά του, βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Το 1932 ο Μπουνιουέλ βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η δεύτερη ταινία του, η σουρεαλιστική "Χρυσή Εποχή", έχει μεν κάνει πάταγο και έχει εδραιώσει τη φήμη του, πλην όμως έχει προκαλέσει σκάνδαλο, έχει κατηγορηθεί ως βλάσφημη και ο ίδιος έχει αφοριστεί από τους καθολικούς. Όχι ότι τον καίει ιδιαίτερα αυτό, αλλά το πρόβλημα είναι ότι έχει μπει σε μια άτυπη μαύρη λίστα και είναι αδύνατο να βρει χρηματοδότες για επόμενα φιλμ. Τότε, τυχαία, πέφτει στα χέρια του ένα βιβλίο για την ισπανική περιοχή Les Hurdes, ένα απομονωμένο στα βουνά μέρος, που είναι η πιο φτωχή (εξαθλιωμένη μάλλον θα λέγαμε) περιοχή της χώρας. Αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ γι' αυτή, πράγμα που ξενίζει τους φίλους του (ένας σουρεαλιστής θα κάνει ντοκιμαντέρ;) και τελικά με χρηματοδότη έναν φίλο του, που "θυσιάζει" τα λεφτά που κέρδισε σε λαχείο, πηγαίνουν στην άγρια περιοχή για τα γυρίσματα, τη διαδικασία των οποίων παρακολουθούμε στο φιλμ.
Τα σχέδια της ταινίας είναι σχετικά απλά και αντίθετα με τα κυρίαρχα 3D είναι "παλιομοδίτικα" 2D. Είναι όμως απόλυτα εκφραστικά και λειτουργικά. Το φιλμ κινείται ανάμεσα στο ρεαλισμό, περιγράφοντας τη δύσκολη καθημερινότητα των γυρισμάτων στην άγρια περιοχή, τις σχέσεις του συνεργείου και του ίδιου του Μπουνιουέλ με τους κατοίκους, τις κακουχίες και τις αντιξοότητες που συμβαίνουν, αλλά και την ψυχολογική κατάσταση του σκηνοθέτη, τις στιγμές δημιουργικής ευφορίας, τις απογοητεύσεις, αλλά και τους φόβους, τους εφιάλτες και τα συχνά οράματά του - σκηνές που δίνουν αφορμή για καθαρά σουρεαλιστικές εικόνες και καταστάσεις. Για την ιστορία, το φιλμ που προέκυψε απ' όλη αυτή την περιπέτεια ήταν το "Γη Χωρίς Ψωμί" του 1933, που απογείωσε τη φήμη του δημιουργού του και θεωρείται από τα κλασικά ντοκιμαντέρ της ιστορίας του κινηματογράφου.
Ασυνήθιστο θεματικά animation λοιπόν, ύμνος στη δημιουργικότητα και το πάθος για τέχνη - δίχως να παραβλέπει τις ιδιομορφίες των καλλιτεχνών - ώριμο, προορισμένο και για ενήλικες και κυρίως για σινεφίλ κάθε ηλικίας, είναι ταυτόχρονα πληροφοριακό και ποιητικό, ρεαλιστικό και, σε κάποιες σκηνές, απογειωτικό. Συνίσταται!
Η ιστορία βασίζεται σε ένα graphic novel του Fermin Solis, το οποίο, φυσικά, με τη σειρά του, βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Το 1932 ο Μπουνιουέλ βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η δεύτερη ταινία του, η σουρεαλιστική "Χρυσή Εποχή", έχει μεν κάνει πάταγο και έχει εδραιώσει τη φήμη του, πλην όμως έχει προκαλέσει σκάνδαλο, έχει κατηγορηθεί ως βλάσφημη και ο ίδιος έχει αφοριστεί από τους καθολικούς. Όχι ότι τον καίει ιδιαίτερα αυτό, αλλά το πρόβλημα είναι ότι έχει μπει σε μια άτυπη μαύρη λίστα και είναι αδύνατο να βρει χρηματοδότες για επόμενα φιλμ. Τότε, τυχαία, πέφτει στα χέρια του ένα βιβλίο για την ισπανική περιοχή Les Hurdes, ένα απομονωμένο στα βουνά μέρος, που είναι η πιο φτωχή (εξαθλιωμένη μάλλον θα λέγαμε) περιοχή της χώρας. Αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ γι' αυτή, πράγμα που ξενίζει τους φίλους του (ένας σουρεαλιστής θα κάνει ντοκιμαντέρ;) και τελικά με χρηματοδότη έναν φίλο του, που "θυσιάζει" τα λεφτά που κέρδισε σε λαχείο, πηγαίνουν στην άγρια περιοχή για τα γυρίσματα, τη διαδικασία των οποίων παρακολουθούμε στο φιλμ.
Τα σχέδια της ταινίας είναι σχετικά απλά και αντίθετα με τα κυρίαρχα 3D είναι "παλιομοδίτικα" 2D. Είναι όμως απόλυτα εκφραστικά και λειτουργικά. Το φιλμ κινείται ανάμεσα στο ρεαλισμό, περιγράφοντας τη δύσκολη καθημερινότητα των γυρισμάτων στην άγρια περιοχή, τις σχέσεις του συνεργείου και του ίδιου του Μπουνιουέλ με τους κατοίκους, τις κακουχίες και τις αντιξοότητες που συμβαίνουν, αλλά και την ψυχολογική κατάσταση του σκηνοθέτη, τις στιγμές δημιουργικής ευφορίας, τις απογοητεύσεις, αλλά και τους φόβους, τους εφιάλτες και τα συχνά οράματά του - σκηνές που δίνουν αφορμή για καθαρά σουρεαλιστικές εικόνες και καταστάσεις. Για την ιστορία, το φιλμ που προέκυψε απ' όλη αυτή την περιπέτεια ήταν το "Γη Χωρίς Ψωμί" του 1933, που απογείωσε τη φήμη του δημιουργού του και θεωρείται από τα κλασικά ντοκιμαντέρ της ιστορίας του κινηματογράφου.
Ασυνήθιστο θεματικά animation λοιπόν, ύμνος στη δημιουργικότητα και το πάθος για τέχνη - δίχως να παραβλέπει τις ιδιομορφίες των καλλιτεχνών - ώριμο, προορισμένο και για ενήλικες και κυρίως για σινεφίλ κάθε ηλικίας, είναι ταυτόχρονα πληροφοριακό και ποιητικό, ρεαλιστικό και, σε κάποιες σκηνές, απογειωτικό. Συνίσταται!
Τετάρτη, Μαΐου 20, 2020
"IVY" Ή ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΣΑΤΑΝΙΚΗ
Ο καλός χολιγουντιανός σκηνοθέτης Sam Wood (1883-1949), που έχει αρκετές γνωστές ταινίες στο ενεργητικό του, γυρίζει το φιλμ "Ivy" το 1947 με μια πολύ όμορφη Τζόαν Φοντέιν στο βασικό ρόλο (στην Ελλάδα, για να γελάσουμε, είχε παιχτεί με τίτλο "Η Έχιδνα"!).
Πρόκειται για ένα παράξενο κράμα φιλμ εποχής και σκοτεινού νουάρ. Στις αρχές του 20ού αιώνα μια όμορφη, πλην όμως κατεστραμμένη οικονομικά (λόγω αλόγιστης σπατάλης) γυναίκα, γνωρίζει έναν μεσήλικα εκατομμυριούχο και, φυσικά, έχει βλέψεις... Έλα ντε όμως που η ίδια είναι όχι μόνο παντρεμένη με αθώο και ευχάριστο σύζυγο που τη λατρεύει, αλλά έχει και εραστή, ο οποίος είναι παθιασμένος μαζί της και έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για χάρη της. Τι θα κάνει για να απαλλαγεί από αμφοτέρους και να κερδίσει τον εκατομμυριούχο της;
Η ιστορία, όπως ακούγεται, θα μπορούσε να είναι ακόμα και αισθηματική κωμωδία. Καμία σχέση. Πρόκειται για μια σκοτεινή ταινία, της οποίας η πανέμορφη πρωταγωνίστρια (και σταρ φυσικά) ξεδιπλώνει μια απίστευτη κακία, αναλγησία θα έλεγα, και είναι έτοιμη να πατήσει επί πτωμάτων (κυριολεκτικά στην προκειμένη περίπτωση) για να επιτύχει τους στόχους της. Σπάνια στην ιστορία του κινηματογράφου (του κλασικού Χόλιγουντ μάλλον) έχουμε δει μια τόσο σκοτεινή και αδίστακτη "προσωπογραφία".
Ταυτόχρονα η ταινία διαθέτει σασπένς και αστυνομικής φύσης ίντριγκα, οπότε δε νομίζω ότι θα πλήξει κάποιος παρακολουθώντας την. Την συνιστώ στους φίλους του παλιού (ασπρόμαυρου) κινηματογράφου και δηλώνω, για μια ακόμα φορά, ότι ίσως το τότε Χόλιγουντ (με όλες τις απαγορεύσεις και τα ταμπού του) ήταν σε αρκετά θέματα πολύ πιο τολμηρό από το σημερινό παραδόπιστο και συντηρητικό (βλέπε "πολιτικώς ορθό"), το οποίο διοικείται από μάνατζερ και λογιστές.
Πρόκειται για ένα παράξενο κράμα φιλμ εποχής και σκοτεινού νουάρ. Στις αρχές του 20ού αιώνα μια όμορφη, πλην όμως κατεστραμμένη οικονομικά (λόγω αλόγιστης σπατάλης) γυναίκα, γνωρίζει έναν μεσήλικα εκατομμυριούχο και, φυσικά, έχει βλέψεις... Έλα ντε όμως που η ίδια είναι όχι μόνο παντρεμένη με αθώο και ευχάριστο σύζυγο που τη λατρεύει, αλλά έχει και εραστή, ο οποίος είναι παθιασμένος μαζί της και έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα για χάρη της. Τι θα κάνει για να απαλλαγεί από αμφοτέρους και να κερδίσει τον εκατομμυριούχο της;
Η ιστορία, όπως ακούγεται, θα μπορούσε να είναι ακόμα και αισθηματική κωμωδία. Καμία σχέση. Πρόκειται για μια σκοτεινή ταινία, της οποίας η πανέμορφη πρωταγωνίστρια (και σταρ φυσικά) ξεδιπλώνει μια απίστευτη κακία, αναλγησία θα έλεγα, και είναι έτοιμη να πατήσει επί πτωμάτων (κυριολεκτικά στην προκειμένη περίπτωση) για να επιτύχει τους στόχους της. Σπάνια στην ιστορία του κινηματογράφου (του κλασικού Χόλιγουντ μάλλον) έχουμε δει μια τόσο σκοτεινή και αδίστακτη "προσωπογραφία".
Ταυτόχρονα η ταινία διαθέτει σασπένς και αστυνομικής φύσης ίντριγκα, οπότε δε νομίζω ότι θα πλήξει κάποιος παρακολουθώντας την. Την συνιστώ στους φίλους του παλιού (ασπρόμαυρου) κινηματογράφου και δηλώνω, για μια ακόμα φορά, ότι ίσως το τότε Χόλιγουντ (με όλες τις απαγορεύσεις και τα ταμπού του) ήταν σε αρκετά θέματα πολύ πιο τολμηρό από το σημερινό παραδόπιστο και συντηρητικό (βλέπε "πολιτικώς ορθό"), το οποίο διοικείται από μάνατζερ και λογιστές.
Δευτέρα, Μαΐου 18, 2020
ΟΙ ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΟΙ ῾῾ΣΦΥΡΙΧΤΕΣ῾῾
῾Ὁι Σφυριχτές῾῾(La Gomera) του 2019 είναι μια ταινία του ρουμάνου Corneliu Porumboiu (συμπαραγωγή Ρουμανίας και άλλων χωρών) και πρόκειται για ένα αρκετά πρωτότυπο αστυνομικό φιλμ.Ο ήρωας είναι ένας διεφθαρμένος μπάτσος, που το παίζει σε δύο ταμπλό: Από τη μία καλός αστυνομικός, από την άλλη δουλεύει για έναν μεγαλέμπορο ναρκωτικών. Κάποια στιγμή καλείται (υποχρεώνεται θα έπρεπε να πω) από την όμορφη και σέξι Γκλίλντα να επισκεφτεἰ ένα από τα (ισπανικά) Κανάρια νησιά, όπου βρίσκονται τα ῾῾κεντρικά῾῾της ναροοργάνωσης για την οποία δουλεύει. Εκεί θα (υποχρεωθεί να) μάθει την πατροπαράδοτη στο νησί γλώσσα των ῾῾σφυριχτών῾῾, έναν αρχαίο τρόπο δηλαδή να μεταδίδοται πολύπλοκα μηνύματα με σφυρίγματα κυριολεκτικα κάτω από τη μύτη των τυχόν διωκτών, αφού όλοι νομίζουν ότι πρόκειται για φωνές πουλιών. Ωστόσο ο κλοιός γύρω από τον ήρωα αρχίζει να σφίγγει από παντού (και από κάποιους συναδέλφους του που τον υποψιάζονται) και τα πράγματα γίνονται όλο και πιο περίπλοκα.
Ενδιαφέρον μεσήλικας, παρακμιακός, μοναχικός ήρωας, ενδιαφέρουσα όλη η ιστορία με την παράδοξη γλώσσα, ενδιαφέρουσα πλοκή, απόηχοι από φιλμ νουάρ και κλασική μοιραία γυναίκα, ασυνήθιστο πηγαιν᾽ - έλα ανάμεσα σε Βουκουρέστι και Κανάρια νησιά και αντίστοιχη πολυγλωσία (όχι, εδώ ευτυχώς δεν μιλάνε όλοι αγγλικά και γίνονται παντού αντιληπτοί), με λίγα λόγια ένα απολαυστικό κατά τη γνώμη μου και αρκετά παράξενο αστυνομικό φιλμ, αρκετά ῾῾βρώμικο῾῾και σχετικά βίαιο, που παρατηρεί με κυνική ματιά μιια κοινωνἴα της οποίας όλα σχεδόν τα μέλη είναι πρόθυμα να πουληθούν και να υπηρετήσουν τον διάβολο, φτάνει να βρεθεί η κατάλληλη τιμή. Προσωπικά μου άρεσε (αν και βρήκα λίγο ξενέρωτο το τέλος). Πρέπει όμως να προειδοποιήσω ότι διαθέτει μια αρκετά μπερδεμένη πλοκή (όπως μερικά παλιά νουάρ άλλωστε)) και ότι πρέπει η προσοχή του θεατή να είναι διαρκώς υψηλή για να αντιληφτεί τι συμβαίνει και ποιος είναι με ποιον...
Πάντως το ρουμάνικο σινεμά εξακολουθεί να παράγει ενδιαφέροντα δείγματα.
Κυριακή, Μαΐου 17, 2020
῾῾28 ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ῾῾... ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ
Το 2002 ο μερικές φορές πολύ καλός (και ῾῾παντός καιρού῾῾) Danny Boyle γυρίζει μια κλασική πλέον βρετανική μετακαταστροφική ταινία, το ῾῾28 Μέρες Μετά῾῾, με τον Γκίλαν Μέρφι στον κύριο ρόλο.
Ο ήρωας ξυπνά μετά από 28 μέρες σε κώμα για να βρεθεί σ᾽ένα απόλυτα εγκαταλειμμένο νοσοκομείο και στη συνέχεια... σ᾽ένα απόλυτα εγκαταλειμμένο, σχεδόν νεκρό Λονδίνο. Ένας ιός έχει εξαπλωθεί αστραπιαία από μολυσμένα σε εργαστήριο ζώα που απελευθέρωσαν ακτιβιστές, ο οποίος ιός, πριν σκοτώσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το μετατρέπει σε ένα είδος λυσσασμένων, που επιτίθεται κατά παντός υγιούς. Σιγά - σιγά ο Τζιμ θα ανακαλύψει λίγους επιζώντες και μαζί θα ξεκινήσουν προς αναζήτηση μιας άλλης, οργανωμένης αυτή τη φορά, ομάδας επιζώντων, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται ότι είναι μέσα από ραδιοφωνικά μηνύματα.
Καλογυρισμένο φιλμ δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας και τρόμου, με διαρκές σασπένς, αλλά και καλοσχεδιασμένους, πολυδιάστατους χαρακτήρες, διαθέτει, πέραν της δράσης, και άφθονο υλικό για προβληματισμό: Η κατασκευή διαφόρων επικίνδυνων ῾῾πραγμάτων῾῾σε επιστημονικά εργαστήρια και το εύθραυστο σημείο στο οποίο έχει πλέον φτάσει η ανθρωπότητα, πιθανόν ένα βήμα πριν από αυτό της μη επιστροφής (και πόσο εύκολο είναι πλέον να φτάσουμε σ᾽αυτό), αποτελούν μερικές μόνο σκέψεις που γεννιούνται στο θεατή. Θίγει επίσης και πολιτικά θέματα, όπως τον κίνδυνο εκμετάλλευσης μιας καταστροφής από διαφόρων ειδών επίδοξους δικτάτορες και η μαθηματικά βέβαιη απομάκρυνση σε τέτοιες ακραίες περιπτώσεις από τη δημοκρατία, η στρατιωτική ή/και φαλλοκρατική βία και άλλα, υπογραμμίζοντας έτσι ότι οι υγιείς μπορεί να είναι εξ ίσου εφιαλτικοί με τους μολυσμένους.
Φυσικά ουσιαστικά ακολουθεί την τυπική δομή μιας ταινίας με ζόμπι, πράγμα που έρχεται αμέσως στο μυαλό του θεατή. Δεν είναι ακριβώς ζόμπι, υπάρχει επιστημονική εξήγηση, αλλά στην ουσία πρόκειται για μια (ευπρόσδεκτη) παραλλαγή του είδους. Προς το τέλος βέβαια ξεφεύγει από τον μέχρι τότε ρεαλισμό που τη διακρίνει και μετατρέπεται σε κάπως μη πιστευτή ταινία δράσης, αλλά της το συγχωρώ, αφού γενικά πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον φιλμ. Και, δυστυχώς, θυμίζει πολλά απ᾽όσα συμβαίνουν σήμερα...
Ο ήρωας ξυπνά μετά από 28 μέρες σε κώμα για να βρεθεί σ᾽ένα απόλυτα εγκαταλειμμένο νοσοκομείο και στη συνέχεια... σ᾽ένα απόλυτα εγκαταλειμμένο, σχεδόν νεκρό Λονδίνο. Ένας ιός έχει εξαπλωθεί αστραπιαία από μολυσμένα σε εργαστήριο ζώα που απελευθέρωσαν ακτιβιστές, ο οποίος ιός, πριν σκοτώσει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το μετατρέπει σε ένα είδος λυσσασμένων, που επιτίθεται κατά παντός υγιούς. Σιγά - σιγά ο Τζιμ θα ανακαλύψει λίγους επιζώντες και μαζί θα ξεκινήσουν προς αναζήτηση μιας άλλης, οργανωμένης αυτή τη φορά, ομάδας επιζώντων, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται ότι είναι μέσα από ραδιοφωνικά μηνύματα.
Καλογυρισμένο φιλμ δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας και τρόμου, με διαρκές σασπένς, αλλά και καλοσχεδιασμένους, πολυδιάστατους χαρακτήρες, διαθέτει, πέραν της δράσης, και άφθονο υλικό για προβληματισμό: Η κατασκευή διαφόρων επικίνδυνων ῾῾πραγμάτων῾῾σε επιστημονικά εργαστήρια και το εύθραυστο σημείο στο οποίο έχει πλέον φτάσει η ανθρωπότητα, πιθανόν ένα βήμα πριν από αυτό της μη επιστροφής (και πόσο εύκολο είναι πλέον να φτάσουμε σ᾽αυτό), αποτελούν μερικές μόνο σκέψεις που γεννιούνται στο θεατή. Θίγει επίσης και πολιτικά θέματα, όπως τον κίνδυνο εκμετάλλευσης μιας καταστροφής από διαφόρων ειδών επίδοξους δικτάτορες και η μαθηματικά βέβαιη απομάκρυνση σε τέτοιες ακραίες περιπτώσεις από τη δημοκρατία, η στρατιωτική ή/και φαλλοκρατική βία και άλλα, υπογραμμίζοντας έτσι ότι οι υγιείς μπορεί να είναι εξ ίσου εφιαλτικοί με τους μολυσμένους.
Φυσικά ουσιαστικά ακολουθεί την τυπική δομή μιας ταινίας με ζόμπι, πράγμα που έρχεται αμέσως στο μυαλό του θεατή. Δεν είναι ακριβώς ζόμπι, υπάρχει επιστημονική εξήγηση, αλλά στην ουσία πρόκειται για μια (ευπρόσδεκτη) παραλλαγή του είδους. Προς το τέλος βέβαια ξεφεύγει από τον μέχρι τότε ρεαλισμό που τη διακρίνει και μετατρέπεται σε κάπως μη πιστευτή ταινία δράσης, αλλά της το συγχωρώ, αφού γενικά πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον φιλμ. Και, δυστυχώς, θυμίζει πολλά απ᾽όσα συμβαίνουν σήμερα...
Σάββατο, Μαΐου 16, 2020
ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ῾ὉΝΕΙΡΑ῾῾
Το 1990 ο Akira Kurosawa (1910-1998) γυρίζει τα ῾῾Ὀνειρα῾῾ σε αμερικάνικη παραγωγή (παρά το ότι το φιλμ μιλά και είναι απόλυτα γιαπωνέζικο).Ήταν η τελευταία ῾῾μεγάλη῾῾ ταινία (με την έννοια της μεγάλης, μεγαλεπήβολης θα έλεγα, παραγωγής) του σπουδαίου δημιουργού. Οι επόμενες δύο και τελευταίες του θα ήταν χαμηλού προϋπολογισμού (ταινίες δωματίου θα μπορούσες να τις πεις).Τα ῾Ὅνειρα῾῾είναι, πολύ απλά, 8 όνειρα που έχει δει στη διάρκεια της ζωής του ο Κουροσάβα. Είναι λοιπόν ουσιαστικά 8 μικρού μήκους, αυτόνομες ταινίες ενωμένες σε μία. Τα θέματά τους είναι ποικίλα - όπως άλλωστε και τα όνειρά μας - και κυμαίνονται από τον πανέμορφο, ποιητικό λυρισμό έως τις ζοφερές, εφιαλτικές προβλέψεις για το τέλος του κόσμου από πυρηνική καταστροφή. Ήρωας σε όλα τα όνειρα είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, είτε ως μικρό παιδί είτε ως ενήλικας. ¨Οπως αντιλαμβάνεστε, μερικά θα είναι παράλογα, με ανοιχτό τέλος (όπως αυτό με τις αλεπούδες) και άλλα πάλι θα έχουν κάποιο μήνυμα. Αυτό που έχει γίνει περισσότερο γνωστό είναι το όνειρο με τον Βαν Γκογκ, όπου ο ήρωας μπαίνει κυριολεκτικά στους πίνακες του μεγάλου ζωγράφου (τον οποίο ενσαρκώνει ο ίδιος ο Μάρτιν Σκορσέζε!).
Νομίζω ότι αυτό που προέχει στο φιλμ είναι η αισθητική άποψη. Όντως είναι πλημμυρισμένο από πανέμορφες εικόνες (όπως στα δύο πρώτα, με τις κερασιές και τις αλεπούδες), ίσως μερικές κάπως ερμητικές για τον δυτικό θεατή, αφού βασίζονται σε πολύ γιαπωνέζικα μοτίβα ή μύθους. Νομίζω όμως ότι αν κανείς αξίζει να το δει είναι κυρίως γι᾽αυτές τις εικόνες που στήνει ο μεγάλος δημιουργός (όπως έκανε στα προγενέστερα ῾Ῥαν῾῾και ῾῾Καγκεμούσα῾῾). Είναι αλήθεια ότι βρήκα κάπως υπερβολικά διδακτικά, έως και απλοϊκά, το όνειρα με την πυρηνική καταστροφή. Ο Κουροσάβα όμως, όταν γυρίζει τη μεγάλη αυτή ταινία, είναι ήδη 80 ετών (!), οπότε του συγχωρώ τον μία γεροντικό διδακτισμό. Άλλωστε την εποχή αυτή ο φόβος του πουρηνικού ολοκαυτώματος ήταν διάχυτος στον πλανήτη (περισσότερο, φαντάζομαι, στην Ιαπωνία, που ήταν η μόνη που το είχε ήδη υποστεί). Σίγουρα αρκετούς θα ξενίσει η ουσιαστική έλλειψη πλοκής. Θα προτείνω όμως να αφεθείτε στις εικόνες. Προσωπικά, και παρά τη μεγάλη διάρκεια που κάπως με κούρασε, το απόλαυσα για μια ακόμα φορά. Στο κάτω - κάτω πρόκειται για μεγάλο κινηματογραφικό ρίσκο. Και σ᾽αυτή την ηλικία μάλιστα!
Παρασκευή, Μαΐου 15, 2020
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΚΛΑΣΙΚΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ: "TOP HAT"
Ο Mark Sandrich (1900-1945) ήταν αρχικά ένας σκηνοθέτης του βωβού με πάμπολλες μικρού μήκους στο ενεργητικό του, που, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, πέρασε στις μεγάλου μήκους το 1933. Δεν έγινε πολύ γνωστός αφού πέθανε το 1945 μόλις 45 ετών. Το 1935 πάντως γυρίζει ένα από τα γνωστότερα (ασπρόμαυρα) μιούζικαλ με τον Φρεντ Αστέρ και τη Τζίντζερ Ροτζερς, το "Top Hat".
Ένας διάσημος αμερικανός χορευτής και σόουμαν φτάνει στη Βρετανία για ορισμένες παραστάσεις και, αμέσως σχεδόν, ερωτεύεται κεραυνοβόλα ένα μοντέλο που μένει στο ακριβώς από κάτω δωμάτιο του πολυτελούς του ξενοδοχείου. Θα ακολουθήσει μια σειρά παρεξηγήσεων (και συμπτώσεων) μεταξύ τους και όλα θα κορυφωθούν όταν αμφότεροι θα βρεθούν στη Βενετία.
Αισθηματική κωμωδία (και μιούζικαλ φυσικά, το είπαμε) με μερικά χαρακτηριστικά χορευτικά του φοβερού ζεύγους και, κυρίως, με την αθάνατη μουσική του Ίρβινγκ Μπερλίν (εδώ ακούγεται για πρώτη φορά το πασίγνωστο "Dancing cheak to cheak", τραγουδισμένο βεβαίως από του δυο τους). Όσο για την ιστορία... υπάρχουν όλες οι χολιγουντιανές συμβάσεις της εποχής - εντάξει, τα μιούζικαλ σχεδόν εξ ορισμού περιέχουν πολλές τέτοιες - υπάρχουν όμως και αρκετές σκηνές που βγάζουν πολύ γέλιο με το κρεσέντο παρεξηγήσεων, που εμπλέκουν άσχετους τύπους, αλλά και με κάποιους φοβερούς δευτεραγωνιστές (με καλύτερο κατά τη γνώμη μου τον απίστευτο μπάτλερ του παραγωγού και φίλου του Αστέρ και την ξεκαρδιστική σχέση αγάπης - μίσους που διατηρεί με το αφεντικό του).
Γενικά το φιλμ θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του παλιού μιούζικαλ, παραμένει διασκεδαστικό ως σήμερα (και αφόρητα κιτς όταν φτάνουμε στο βενετσιάνικο ξενοδοχείο), είναι κλασικό, αλλά ταυτόχρονα θα ξενίσει όσους δεν είναι συνηθισμένοι στο παλιό αυτό στιλ. Τελική παρατήρηση: Παρακολουθώντας το σενάριο, βλέπουμε πόσο αυτές οι ταινίες επηρέασαν (σεναριακά πάντοτε) πάμπολλες ελληνικές κωμωδίες των 50ς και 60ς (και λίγο 70ς), φτάνοντας ως την εποχή του Δαλιανίδη.
Ένας διάσημος αμερικανός χορευτής και σόουμαν φτάνει στη Βρετανία για ορισμένες παραστάσεις και, αμέσως σχεδόν, ερωτεύεται κεραυνοβόλα ένα μοντέλο που μένει στο ακριβώς από κάτω δωμάτιο του πολυτελούς του ξενοδοχείου. Θα ακολουθήσει μια σειρά παρεξηγήσεων (και συμπτώσεων) μεταξύ τους και όλα θα κορυφωθούν όταν αμφότεροι θα βρεθούν στη Βενετία.
Αισθηματική κωμωδία (και μιούζικαλ φυσικά, το είπαμε) με μερικά χαρακτηριστικά χορευτικά του φοβερού ζεύγους και, κυρίως, με την αθάνατη μουσική του Ίρβινγκ Μπερλίν (εδώ ακούγεται για πρώτη φορά το πασίγνωστο "Dancing cheak to cheak", τραγουδισμένο βεβαίως από του δυο τους). Όσο για την ιστορία... υπάρχουν όλες οι χολιγουντιανές συμβάσεις της εποχής - εντάξει, τα μιούζικαλ σχεδόν εξ ορισμού περιέχουν πολλές τέτοιες - υπάρχουν όμως και αρκετές σκηνές που βγάζουν πολύ γέλιο με το κρεσέντο παρεξηγήσεων, που εμπλέκουν άσχετους τύπους, αλλά και με κάποιους φοβερούς δευτεραγωνιστές (με καλύτερο κατά τη γνώμη μου τον απίστευτο μπάτλερ του παραγωγού και φίλου του Αστέρ και την ξεκαρδιστική σχέση αγάπης - μίσους που διατηρεί με το αφεντικό του).
Γενικά το φιλμ θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του παλιού μιούζικαλ, παραμένει διασκεδαστικό ως σήμερα (και αφόρητα κιτς όταν φτάνουμε στο βενετσιάνικο ξενοδοχείο), είναι κλασικό, αλλά ταυτόχρονα θα ξενίσει όσους δεν είναι συνηθισμένοι στο παλιό αυτό στιλ. Τελική παρατήρηση: Παρακολουθώντας το σενάριο, βλέπουμε πόσο αυτές οι ταινίες επηρέασαν (σεναριακά πάντοτε) πάμπολλες ελληνικές κωμωδίες των 50ς και 60ς (και λίγο 70ς), φτάνοντας ως την εποχή του Δαλιανίδη.
Πέμπτη, Μαΐου 14, 2020
"ALONE" Ή ΔΙΧΩΣ ΤΗ ΣΙΑΜΑΙΑ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ
Σα να μην έφταναν όλα είναι και δύο οι σκηνοθέτες. Ιδού τα ονόματα :Banjong Pisanthanakun και Parkpoom Wongpoom! Είναι ταϊλανδοί και το 2007 γύρισαν το φιλμ τρόμου "Alone" (Fad).
Όπου δύο σιαμαίες αδελφές χωρίζονται με εγχείρηση στην εφηβεία τους. Όταν ξεκινά το φιλμ η μία είναι ευτυχισμένη με τον άντρα της, με τον οποίο ζουν στην Κορέα... η άλλη όμως έχει πεθάνει. Να όμως που, όταν πηγαίνουν στην Ταϊλάνδη, στο πατρικό σπίτι, μετά από μια αρρώστεια της μητέρας της, η ζωντανή αρχίζει να βλέπει κάθε λίγο μπροστά της τη νεκρή αδελφή...
Το φιλμ προχωρά με διαρκή φλας μπακ, αποκαλύπτοντάς μας σιγά - σιγά τι έχει συμβεί στο παρελθόν, τη σχέση των σιαμαίων και τις συνθήκες του χωρισμού τους. Όλα αυτά διακόπτονται από τις τρομαχτικές σκηνές του παρόντος, που θα φτάσουν μέχρι τελικό κρεσέντο.
Δεν το λες απαράδεκτο φιλμ τρόμου, ένα από τα πολλά σκουπίδια που αφθονούν στο είδος. Είναι αξιοπρεπές, ωστόσο ούτε και για τίποτα σπουδαίο πρόκειται νομίζω. Απλώς βλέπεται.
ΥΓ1: Να ξέρετε ότι η Ταϊλάνδη παράγει πολλές και κάποιες φορές καλές ταινίες τρόμου.
ΥΓ2 (πιθανό σεναριακό σπόιλερ - απορία): Όλα καλά, η μητέρα όμως γιατί δεν έλεγε τίποτα τόσο χρόνια; (θα καταλάβετε τι εννοώ μόνο αν το δείτε)
Όπου δύο σιαμαίες αδελφές χωρίζονται με εγχείρηση στην εφηβεία τους. Όταν ξεκινά το φιλμ η μία είναι ευτυχισμένη με τον άντρα της, με τον οποίο ζουν στην Κορέα... η άλλη όμως έχει πεθάνει. Να όμως που, όταν πηγαίνουν στην Ταϊλάνδη, στο πατρικό σπίτι, μετά από μια αρρώστεια της μητέρας της, η ζωντανή αρχίζει να βλέπει κάθε λίγο μπροστά της τη νεκρή αδελφή...
Το φιλμ προχωρά με διαρκή φλας μπακ, αποκαλύπτοντάς μας σιγά - σιγά τι έχει συμβεί στο παρελθόν, τη σχέση των σιαμαίων και τις συνθήκες του χωρισμού τους. Όλα αυτά διακόπτονται από τις τρομαχτικές σκηνές του παρόντος, που θα φτάσουν μέχρι τελικό κρεσέντο.
Δεν το λες απαράδεκτο φιλμ τρόμου, ένα από τα πολλά σκουπίδια που αφθονούν στο είδος. Είναι αξιοπρεπές, ωστόσο ούτε και για τίποτα σπουδαίο πρόκειται νομίζω. Απλώς βλέπεται.
ΥΓ1: Να ξέρετε ότι η Ταϊλάνδη παράγει πολλές και κάποιες φορές καλές ταινίες τρόμου.
ΥΓ2 (πιθανό σεναριακό σπόιλερ - απορία): Όλα καλά, η μητέρα όμως γιατί δεν έλεγε τίποτα τόσο χρόνια; (θα καταλάβετε τι εννοώ μόνο αν το δείτε)
Τετάρτη, Μαΐου 13, 2020
Ο ΠΡΩΤΟΣ "MAD MAX"... ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Το 1979 ο αυστραλός George Miller γυρίζει την πρώτη του ταινία με τον άγνωστο εξ ίσου αυστραλό Μελ Γκίμπσον στον ομώνυμο ρόλο. Τίτλος: "Mad Max" (στην Ελλάδα "Μαντ Μαξ ο Εκδικητής") και βάζει έτσι τη βάση μιας εξαιρετικής σειράς που αριθμεί έως σήμερα 4 φιλμ.
Σε μια παρακμασμένη, βίαιη Αυστραλία του κοντινού μέλλοντος μπάτσοι αγωνίζονται με άνευ λόγου κακοποιούς, ενώ παντού (τουλάχιστον στην επαρχία, έξω από τις μεγάλες πόλεις) μοιάζει να επικρατεί απόλυτο χάος και εγκληματικότητα. Ένας από τους αστυνομικούς, αηδιασμένος από την κατάσταση, παραιτείται και αποσύρεται με την οικογένειά του σε εξοχικό σπίτι. Η βία όμως θα τον βρει κι εκεί και τότε...
Την εποχή που βγήκε το φιλμ ουδείς το είχε πάρει και πολλή είδηση και, βέβαια, ουδείς φανταζόταν τι θα ακολουθούσε. Ο Μίλερ το απογείωσε στο 2ο Μαντ Μαξ του 1981 και, δεκαετίες μετά, έκανε μια εκπληκτική τέταρτη συνέχεια (αυτή με τη Σαρλίζ Θερόν). Το πρώτο αυτό φιλμ του '79 είναι σίγουρα πιο "ταπεινό". Ως στόρι θυμίζει αρκετά βίαια αστυνομικά (από "Dirty Harry" έως Τσαρλς Μπρόνσον), όπου, σε ένα διεφθαρμένο σύστημα ένας εκπρόσωπος του νόμου (και όχι πάντα) παίρνει το νόμο στα χέρια του. Αυτοδικία δηλαδή. Η διαφορά είναι ότι αυτή η πρώτη ταινία της σειράς έδειχνε ήδη τις ιδιαιτερότητές της. Ίσως να μην ήταν ρητά έτσι, αλλά όλος ο περίγυρος μας κάνει να σκεφτούμε ότι ήδη βρισκόμαστε στο χώρο της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας. Η απόλυτη αναρχία (όχι δυστυχώς με την πολιτική έννοια), η ανεξέλεγκτη βία, η έλλειψη καυσίμων, όλα παραπέμπουν εκεί. Το κλου όμως είναι οι απίστευτες φιγούρες, όχι τόσο των "κακών" όσο των μπάτσων. Απόλυτα γκροτέσκες, παρακμιακές μορφές, παρατημένες θα έλεγε κανείς σε ένα ερείπιο που είναι το "αρχηγείο" (καμιά σχέση με τα πολυσύχναστα και πυκνοκατοικημένα γραφεία που έχουμε συνηθίσει σε πάμπολλες ταινίες), που δρουν σχεδόν ανεξέλεγκτα, συχνά αυτοσχεδιάζοντας, είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο φανταστικού που μπαίνει σε μια, κατά τα άλλα, αστυνομική ταινία δράσης και εκδίκησης. Όσο για το όλο σκηνικό, με τη σκόνη της ερήμου, το μόνιμο καυτό ήλιο και τις μικρές, σαν αυτές του Φαρ Ουεστ, πόλεις, νομίζω ότι παραπέμπουν κατ' ευθείαν σε γουέστερν.
Καλογυρισμένο, όχι πάντως όσο τα μεταγενέστερα της σειράς, κρατά ακόμα τον θεατή και παρακολουθείται ευχάριστα (αν ξέρετε τι θα δείτε). Καλύτερα όμως να δώσετε το βάρος στα επόμενα.
Σε μια παρακμασμένη, βίαιη Αυστραλία του κοντινού μέλλοντος μπάτσοι αγωνίζονται με άνευ λόγου κακοποιούς, ενώ παντού (τουλάχιστον στην επαρχία, έξω από τις μεγάλες πόλεις) μοιάζει να επικρατεί απόλυτο χάος και εγκληματικότητα. Ένας από τους αστυνομικούς, αηδιασμένος από την κατάσταση, παραιτείται και αποσύρεται με την οικογένειά του σε εξοχικό σπίτι. Η βία όμως θα τον βρει κι εκεί και τότε...
Την εποχή που βγήκε το φιλμ ουδείς το είχε πάρει και πολλή είδηση και, βέβαια, ουδείς φανταζόταν τι θα ακολουθούσε. Ο Μίλερ το απογείωσε στο 2ο Μαντ Μαξ του 1981 και, δεκαετίες μετά, έκανε μια εκπληκτική τέταρτη συνέχεια (αυτή με τη Σαρλίζ Θερόν). Το πρώτο αυτό φιλμ του '79 είναι σίγουρα πιο "ταπεινό". Ως στόρι θυμίζει αρκετά βίαια αστυνομικά (από "Dirty Harry" έως Τσαρλς Μπρόνσον), όπου, σε ένα διεφθαρμένο σύστημα ένας εκπρόσωπος του νόμου (και όχι πάντα) παίρνει το νόμο στα χέρια του. Αυτοδικία δηλαδή. Η διαφορά είναι ότι αυτή η πρώτη ταινία της σειράς έδειχνε ήδη τις ιδιαιτερότητές της. Ίσως να μην ήταν ρητά έτσι, αλλά όλος ο περίγυρος μας κάνει να σκεφτούμε ότι ήδη βρισκόμαστε στο χώρο της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας. Η απόλυτη αναρχία (όχι δυστυχώς με την πολιτική έννοια), η ανεξέλεγκτη βία, η έλλειψη καυσίμων, όλα παραπέμπουν εκεί. Το κλου όμως είναι οι απίστευτες φιγούρες, όχι τόσο των "κακών" όσο των μπάτσων. Απόλυτα γκροτέσκες, παρακμιακές μορφές, παρατημένες θα έλεγε κανείς σε ένα ερείπιο που είναι το "αρχηγείο" (καμιά σχέση με τα πολυσύχναστα και πυκνοκατοικημένα γραφεία που έχουμε συνηθίσει σε πάμπολλες ταινίες), που δρουν σχεδόν ανεξέλεγκτα, συχνά αυτοσχεδιάζοντας, είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο φανταστικού που μπαίνει σε μια, κατά τα άλλα, αστυνομική ταινία δράσης και εκδίκησης. Όσο για το όλο σκηνικό, με τη σκόνη της ερήμου, το μόνιμο καυτό ήλιο και τις μικρές, σαν αυτές του Φαρ Ουεστ, πόλεις, νομίζω ότι παραπέμπουν κατ' ευθείαν σε γουέστερν.
Καλογυρισμένο, όχι πάντως όσο τα μεταγενέστερα της σειράς, κρατά ακόμα τον θεατή και παρακολουθείται ευχάριστα (αν ξέρετε τι θα δείτε). Καλύτερα όμως να δώσετε το βάρος στα επόμενα.
Τρίτη, Μαΐου 12, 2020
ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ ΚΑΥΣΤΙΚΗ "ΞΥΠΟΛΗΤΗ ΚΟΜΙΣΣΑ"
Θεωρώ τον Joseph Mankiewicz (1909-1993) έναν από τους σημαντικότερους αμερικανούς σκηνοθέτες (θυμηθείτε το ""Όλα για την Εύα"" ή το "Σλουθ"). Ως εξαιρετική ταινία θεωρώ και την "Ξυπόλητη Κόμισσα" (Barefoot Contessa) του 1954 με την εκθαμβωτική Άβα Γκάρνερ και τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ.
Η ταινία ξεκινά με την κηδεία της πρωταγωνίστριας, άρα ξέρεις από την πρώτη στιγμή ότι η ηρωίδα είναι νεκρή. Ανάμεσα σ' αυτούς που την παρακολουθούν βρίσκεται ένας περίλυπος Μπόγκαρντ. Αυτός, με φωνή off, είναι που μας διηγείται την παράξενη ιστορία της γυναίκας αυτής. Με συνεχή φλας μπακ το παζλ της ζωής της τραγικής ηρωίδας συμπληρώνεται και διάφοροι γρίφοι λύνονται: Γιατί, κατά τον αφηγητή, είναι "διάσημη, όμως πεθαίνει άγνωστη"; Και, κυρίως, τι σχέση έχουν μαζί της όσοι παρακολουθούν την κηδεία; Αυτό ειδικά είναι κάτι που θα σας ξαφνιάσει. Όχι, ο Μπόγκαρντ δεν είναι ο συντετριμμένος ερωτευμένος...
Το φιλμ μοιάζει με νουάρ, αλλά δεν είναι. Υιοθετεί κάποιες σταθερές του είδους (φωνή off που λέγαμε, καυστικές, θανατερές ατάκες, εκπλήξεις στην πορεία των πραγμάτων...), αλλά δεν είναι. Πρόκειται κυρίως για δραματική ταινία ή, αν προτιμάτε, για το ψυχολογικό πορτρέτο μιας εντελώς ασυνήθιστης γυναίκας. Ο έρωτας υπάρχει, δεν είναι όμως παθιασμένος, δεν είναι καν αυτός που κινεί τα νήματα και δημιουργεί ακραίες καταστάσεις. Δεν θα σας πω άλλα για λόγους spoiler.
Αυτό που είναι εκπληκτικό (και πολύ σπάνιο για το Χόλιγουντ της εποχής) είναι η καυστικότητα και η κοινωνικά κριτική στάση του φιλμ. Σπάνια έχουμε τόσο δριμεία κριτική της ζωής των πλούσιων (αριστοκρατών που σιγά - σιγά φθίνουν, αλλά και ισχυρών του χρήματος). Οι πρώτοι παρουσιάζονται απλούστατα ως παράσιτα. Άχρηστοι, ανούσιοι, που περιφέρουν την αφόρητη παρακμή τους σε βαρετές - πλην όμως πολυτελέστατες - δραστηριότητες. Οι δεύτεροι - ανάλογα με το χαρακτήρα και τα ψυχολογικά βίτσια του καθενός - είναι απλώς καθάρματα, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Η καταγγελία της "υψηλής κοινωνίας" των τίτλων ή/και του χρήματος είναι πλήρης και εξουθενωτική. Από την άλλη υπάρχει μια άλλη εξ ίσου βιτριολική καταγγελία: Αυτή της show business και του ίδιου του χολιγουντιανού κινηματογράφου ειδικότερα (ο Μπόγκαρντ είναι ένας πρώην αλκοολικός σκηνοθέτης και σεναριογράφος του Χόλιγουντ, δίχως τίποτα το ηρωικό). Αδίστακτοι παραγωγοί, σκηνοθέτες που αναγκάζονται να σκύψουν το κεφάλι, δυστυχισμένοι σούπερσταρ, όλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική τοιχογραφία του χώρου, και μάλιστα ζωγραφισμένη από τα μέσα (πιο μέσα δεν γίνεται). Και ανάμεσα σ' αυτά αναδύεται η ασυνήθιστη προσωπικότητα μιας σταρ η οποία, πολύ απλά, αμφισβητεί και αρνείται με κάθε τρόπο τον τρόπο ζωής της ως τέτοια. Όχι, είναι σα να λέει, δεν βρίσκεται στο χρήμα και τη φήμη η ευτυχία (κι αυτό, το τονίζω, όχι με μελοδραματικούς και ρομαντικούς τόνους). Τέλος να επισημάνω και τις ασυνήθιστες (για Χόλιγουντ τουλάχιστον) σχέσεις μεταξύ των ηρώων. Ο δεσμός δύο λαμπερών πρωταγωνιστών δεν είναι πάντοτε μια έντονη ερωτική ιστορία...
Ένα φιλμ με ασυνήθιστα στοιχεία και απροσδόκητα καταγγελτικό για τις σάπιες καταστάσεις που μας περιβάλλουν. Κλασικό!
Η ταινία ξεκινά με την κηδεία της πρωταγωνίστριας, άρα ξέρεις από την πρώτη στιγμή ότι η ηρωίδα είναι νεκρή. Ανάμεσα σ' αυτούς που την παρακολουθούν βρίσκεται ένας περίλυπος Μπόγκαρντ. Αυτός, με φωνή off, είναι που μας διηγείται την παράξενη ιστορία της γυναίκας αυτής. Με συνεχή φλας μπακ το παζλ της ζωής της τραγικής ηρωίδας συμπληρώνεται και διάφοροι γρίφοι λύνονται: Γιατί, κατά τον αφηγητή, είναι "διάσημη, όμως πεθαίνει άγνωστη"; Και, κυρίως, τι σχέση έχουν μαζί της όσοι παρακολουθούν την κηδεία; Αυτό ειδικά είναι κάτι που θα σας ξαφνιάσει. Όχι, ο Μπόγκαρντ δεν είναι ο συντετριμμένος ερωτευμένος...
Το φιλμ μοιάζει με νουάρ, αλλά δεν είναι. Υιοθετεί κάποιες σταθερές του είδους (φωνή off που λέγαμε, καυστικές, θανατερές ατάκες, εκπλήξεις στην πορεία των πραγμάτων...), αλλά δεν είναι. Πρόκειται κυρίως για δραματική ταινία ή, αν προτιμάτε, για το ψυχολογικό πορτρέτο μιας εντελώς ασυνήθιστης γυναίκας. Ο έρωτας υπάρχει, δεν είναι όμως παθιασμένος, δεν είναι καν αυτός που κινεί τα νήματα και δημιουργεί ακραίες καταστάσεις. Δεν θα σας πω άλλα για λόγους spoiler.
Αυτό που είναι εκπληκτικό (και πολύ σπάνιο για το Χόλιγουντ της εποχής) είναι η καυστικότητα και η κοινωνικά κριτική στάση του φιλμ. Σπάνια έχουμε τόσο δριμεία κριτική της ζωής των πλούσιων (αριστοκρατών που σιγά - σιγά φθίνουν, αλλά και ισχυρών του χρήματος). Οι πρώτοι παρουσιάζονται απλούστατα ως παράσιτα. Άχρηστοι, ανούσιοι, που περιφέρουν την αφόρητη παρακμή τους σε βαρετές - πλην όμως πολυτελέστατες - δραστηριότητες. Οι δεύτεροι - ανάλογα με το χαρακτήρα και τα ψυχολογικά βίτσια του καθενός - είναι απλώς καθάρματα, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Η καταγγελία της "υψηλής κοινωνίας" των τίτλων ή/και του χρήματος είναι πλήρης και εξουθενωτική. Από την άλλη υπάρχει μια άλλη εξ ίσου βιτριολική καταγγελία: Αυτή της show business και του ίδιου του χολιγουντιανού κινηματογράφου ειδικότερα (ο Μπόγκαρντ είναι ένας πρώην αλκοολικός σκηνοθέτης και σεναριογράφος του Χόλιγουντ, δίχως τίποτα το ηρωικό). Αδίστακτοι παραγωγοί, σκηνοθέτες που αναγκάζονται να σκύψουν το κεφάλι, δυστυχισμένοι σούπερσταρ, όλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική τοιχογραφία του χώρου, και μάλιστα ζωγραφισμένη από τα μέσα (πιο μέσα δεν γίνεται). Και ανάμεσα σ' αυτά αναδύεται η ασυνήθιστη προσωπικότητα μιας σταρ η οποία, πολύ απλά, αμφισβητεί και αρνείται με κάθε τρόπο τον τρόπο ζωής της ως τέτοια. Όχι, είναι σα να λέει, δεν βρίσκεται στο χρήμα και τη φήμη η ευτυχία (κι αυτό, το τονίζω, όχι με μελοδραματικούς και ρομαντικούς τόνους). Τέλος να επισημάνω και τις ασυνήθιστες (για Χόλιγουντ τουλάχιστον) σχέσεις μεταξύ των ηρώων. Ο δεσμός δύο λαμπερών πρωταγωνιστών δεν είναι πάντοτε μια έντονη ερωτική ιστορία...
Ένα φιλμ με ασυνήθιστα στοιχεία και απροσδόκητα καταγγελτικό για τις σάπιες καταστάσεις που μας περιβάλλουν. Κλασικό!
Δευτέρα, Μαΐου 11, 2020
"THE LOST BOYS": ΝΕΟΙ, ΚΑΚΟΜΑΘΗΜΕΝΟΙ ΚΑΙ... ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ
Ο Joel Schumacher γυρίζει το 1987 το "The Lost Boys" (῾῾Τα Παιδιά της Νύχτας῾῾ στην Ελλάδα), με τον Κίφερ Σάντερλαντ, την Νταιάν Γουίστ και τον Τζέισον Πάτρικ στους βασικούς ρόλους. Πρόκειται για μια συμπαθητική κωμωδία τρόμου (ή - αν προτιμάτε - ταινία τρόμου με πολύ χιούμορ).
Μία χωρισμένη γυναίκα και τα δύο αγόρια της μετακομίζουν στο σπίτι του πατέρα της σε παραθαλάσσια, τουριστική πόλη. Ο έφηβος πρωτότοκος θα ερωτευτεί μια κοπέλα και θα μπλέξει με την παρέα της, μια ομάδα μοτοσυκλετιστών που ... ε... δεν φαίνονται πολύ καλά παιδιά. Σύντομα θα αποδειχτεί ότι είναι βρυκόλακες και, φυσικά, τα πράγματα θα γίνουν πολύ σοβαρά...
Βρισκόμαστε βεβαίως στην καρδιά των 80ς κι αυτό φαίνεται (στις μεταπάνκ αμφιέσεις, στη μουσική, στο όλο κλίμα). Το φιλμ καταφέρνει να γίνεται υποβλητικό σε κάποιες στιγμές του, κυρίως όμως ποντάρει στο κωμικό στοιχείο. Μερικές αστείες ατάκες, κάποιοι απίστευτοι τύποι, η όλη ιστορία που ανατρέπει κάποια κλισέ σχετικών ταινιών (όχι τίποτα φοβερές ανατροπές βέβαια), το ρομαντικό στοιχείο και ο κεραυνοβόλος έρωτας (τα οποία, μοιραία, περνάν σε δεύτερο επίπεδο και, ευτυχώς, δεν ξενερώνουν την ταινία) και ο ρυθμός εν γένει κάνουν την ταινία συμπαθητική - ή τουλάχιστον δεν νομίζω ότι θα κουράσει κανέναν. Μια χαρά τέλος πάντων για ένα νεανικό φιλμ. Και, μια που είπαμε για απίστευτους τύπους, οι βαρεμένοι έφηβοι κυνηγοί βρυκολάκων και ο παππούς νομίζω ότι κλέβουν την παράσταση.
Διασκεδαστικό, μπορεί να χαρίσει ένα ευχάριστο δίωρο. Χωρίς πολλούς προβληματισμούς εννοείται.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
































