Το 1958 ο νεορεαλισμός επηρέαζε ακόμα τον κινηματογράφο της Ιταλίας, ο οποίος βεβαίως βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Τότε λοιπόν γυρίζεται από τον σημαντικό Mario Monicelli (1915-2010) η εμβληματική κωμωδία "Ο Κλέψας του Κλέψαντος" (I Soliti Ignoti), που αποτελεί μία από τις πρώτες και καλύτερες κοινωνικές ιταλικές κωμωδίες, είδος το οποίο ήκμασε στη γειτονική χώρα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70, δίνοντάς μας μια σειρά από εξαιρετικά φιλμ.
Μια ομάδα φτωχών μικροαπατεώνων, μερικοί από τους οποίους μπαινοβγαίνουν στη φυλακή, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο κόλπο, χτυπώντας το ενεχειροδανειστήριο της περιοχής. Ο λεπτομερής σχεδιασμός του "χτυπήματος" στο πρώτο μέρος του φιλμ και η εκτέλεσή του στο δεύτερο, με τα όσα απρόοπτα και αστεία θα προκύψουν, αποτελεί τον κορμό της ταινίας. Στο μεταξύ εμείς θα απολαύσουμε μια αξέχαστη σειρά από απίθανους λαϊκούς τύπους, ένα ζωντανό και έξυπνο σενάριο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και πολλές αστείες έως ξεκαρδιστικές καταστάσεις.
Νομίζω όμως ότι η αξία της ταινίας έγκειται και στην άριστη καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου: Η φτώχεια και η μιζέρια της εποχής αποτυπώνονται εντονότατα (και αδυσώπητα). Οι σκηνές των λαϊκών πολυκατοικιών και των εσωτερικών των σπιτιών των ηρώων καταδεικνύουν ανάγλυφα την ανέχεια. Ελάχιστες διέξοδοι απ' αυτόν τον κόσμο υπάρχουν, οπότε πολλοί είναι αυτοί που σαν μόνο τρόπο επιβίωσης (ή στοιχειώδους κοινωνικής ανόδου) βρίσκουν την παρανομία (για την οποία, σημειωτέον, αρκετοί είναι περήφανοι). Ταυτόχρονα η ταξική αλληλεγγύη (και η αλληλεγγύη απ' όλο τον κοινωνικό περίγυρο και για την ίδια την παρανομία βεβαίως) είναι σχεδόν έμφυτη, θεωρείται δεδομένη. Τελικά, ένα άρωμα ανθρωπιάς αναδύεται από το δύσκολο αυτό περιβάλλον (η πρώτη - πρώτη σκηνή το δείχνει αυτό χαρακτηριστικά). Όσο για την κωμική αντιμετώπιση όλων αυτών των τραγικών στην ουσία καταστάσεων, ε, αυτό πιστεύω ότι αποτελεί την φιλοσοφική στάση της ταινίας. Ας σημειώσουμε τέλος ότι οι ήρωες δεν εξωραϊζονται καθόλου: Δείχνονται με όλα τους τα ελαττώματα: Άλλοτε δειλοί, άλλοτε φανφαρόνοι ή ό,τι άλλο. Παρ' όλα αυτά παραμένουν συμπαθητικοί. Όσο για το καστ, με ιταλούς σταρ της εποχής, είναι λαμπρό: Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Τοτό, Κλαούντια Καρντινάλε, Ρενάτο Σαλβατόρι...
Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον το φιλμ δεν έχει γεράσει παρά τις δεκαετίες που πέρασαν. Παραμένει απολαυστικότατο και σε μερικά σημεία ξεκαρδιστικό, διατηρεί το σασπένς του μέχρι τέλους και ακόμα αναδίδει αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση, σήμα κατατεθέν της παλιάς ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας. Οπότε, μια που το θεωρώ κλασικό στο είδος του, θα πρότεινα να μη φοβηθείτε τα χρόνια και τις διαφορετικές (;) εποχές και, αν δεν το έχετε ήδη δει, να μη διστάσετε.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2016
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2016
"SHOOT TO KILL": ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ
Σκηνοθέτης με όχι και κάτι πολύ αξιόλογο στο ενεργητικό του (εκτός ίσως απο το "Under Fire") ο Roger Spottiswood γυρίζει το 1988 το "Shot To Kill", ένα αστυνομικό φιλμ το οποίο, δίχως να διαθέτει κάτι πολύ αξιόλογο, σηματοδοτεί την μετά από δέκα και παραπάνω χρόνια επιστροφή στην οθόνη του Σίντεϊ Πουατιέ.
Ένας αδίστακτος και πανέξυπνος δολοφόνος, αφού κλέψει ένα σακούλι με διαμάντια και σκοτώσει εν ψυχρώ μια ηλικιωμένη όμηρο, αναγκάζεται να καταφύγει σε ορεινή περιοχή της Αμερικής, όπου, για να καλύψει τα ίχνη του, ενσωματώνεται σε μια ομάδα τουριστών - ορειβατών, οι οποίοι θα περάσουν κάποιες μέρες στην άγρια φύση. Μαζί τους είναι ο μόνος τρόπος να περάσει και ο ίδιος τα αφιλόξενα βουνά. Ένας αστυνομικός ακολουθεί πεισματικά τα ίχνη του και, επειδή δεν έχει ούτε αυτός ιδέα από φύση, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια ενός σκληροτράχηλου ντόπιου, ο οποίος κυνηγά κι αυτός την ομάδα επειδή η ανύποπτη οδηγός της είναι η κοπέλα που αγαπά. Το σεναριακό ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι για πάνω από το μισό φιλμ ούτε και οι θεατές γνωρίζουν ποιος από την ομάδα είναι ο δολοφόνος. Με μάλλον προβλέψιμο τρόπο ωστόσο, το φιλμ θα καταλήξει τελικά σε κλασικό ανθρωποκυνηγητό.
Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η ταινία βλέπεται μεν ευχάριστα, διαθέτει σασπένς και καλές ερμηνείες, πλην όμως δεν έχει να προσθέσει κάτι στο πολύ συνηθισμένο αυτό είδος. Όπως είπα και πριν όλα είναι μάλλον προβλέψιμα και σίγουρα κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Έτσι λοιπόν - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μην διστάσετε να το δείτε αν "πέσει στα χέρια σας", μην περιμένετε ομως ότι θα συγκλονιστείτε κιόλας. Απλώς θα περάσετε δύο μάλλον ευχάριστες και ευπρόσωπες ώρες.
Ένας αδίστακτος και πανέξυπνος δολοφόνος, αφού κλέψει ένα σακούλι με διαμάντια και σκοτώσει εν ψυχρώ μια ηλικιωμένη όμηρο, αναγκάζεται να καταφύγει σε ορεινή περιοχή της Αμερικής, όπου, για να καλύψει τα ίχνη του, ενσωματώνεται σε μια ομάδα τουριστών - ορειβατών, οι οποίοι θα περάσουν κάποιες μέρες στην άγρια φύση. Μαζί τους είναι ο μόνος τρόπος να περάσει και ο ίδιος τα αφιλόξενα βουνά. Ένας αστυνομικός ακολουθεί πεισματικά τα ίχνη του και, επειδή δεν έχει ούτε αυτός ιδέα από φύση, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια ενός σκληροτράχηλου ντόπιου, ο οποίος κυνηγά κι αυτός την ομάδα επειδή η ανύποπτη οδηγός της είναι η κοπέλα που αγαπά. Το σεναριακό ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι για πάνω από το μισό φιλμ ούτε και οι θεατές γνωρίζουν ποιος από την ομάδα είναι ο δολοφόνος. Με μάλλον προβλέψιμο τρόπο ωστόσο, το φιλμ θα καταλήξει τελικά σε κλασικό ανθρωποκυνηγητό.
Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η ταινία βλέπεται μεν ευχάριστα, διαθέτει σασπένς και καλές ερμηνείες, πλην όμως δεν έχει να προσθέσει κάτι στο πολύ συνηθισμένο αυτό είδος. Όπως είπα και πριν όλα είναι μάλλον προβλέψιμα και σίγουρα κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Έτσι λοιπόν - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μην διστάσετε να το δείτε αν "πέσει στα χέρια σας", μην περιμένετε ομως ότι θα συγκλονιστείτε κιόλας. Απλώς θα περάσετε δύο μάλλον ευχάριστες και ευπρόσωπες ώρες.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2016
"ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ"...ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 30 και ο πόλεμος είναι έτοιμος να ξεσπάσει στην Ευρώπη. Η ταινία παρακολουθεί μια μέρα από τη ζωή ενός άγγλου πρώην διπλωμάτη, που βρίσκεται στα τελευταία στάδια του αλκοολισμού και ζει σε μια μικρή πόλη του νότιου Μεξικού. Η μέρα αυτή είναι η περίφημη μεξικάνικη "Γιορτή των Νεκρών". Η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει κι αυτό τον πονά πολύ. Τη μέρα αυτή λοιπόν η γυναίκα του θα επανεμφανιστεί, κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να σώσει το γάμο τους. Με τον ιδεαλιστή φίλο του που τονφροντίζει, με τον οποίο ωστόσο τον είχε απατήσει εκείνη, ξεκινάνε μια περιπλάνηση σε γωνιές - όχι πάντοτε καθώς πρέπει, κάθε άλλο - της πόλης, ενώ το αλκοόλ δεν σταματά να ρέει άφθονο.
Η ταινία είναι πολλά πράγματα μαζί: Η πορεία προς το αναπόφευκτο τέλος ενός απίστευτα αυτοκαταστροφικού χαρακτήρα, στην οποία κάποιοι βλέπουν μια μεταφορά ενός ολόκληρου αυτοκαταστροφικού πολιτισμού. ΄Ενα εξαιρετικό πορτρετο ενός "αφημένου" ανθρώπου. Μια συναρπαστική εικόνα του μεξικάνικου κόσμου, εξωτικού στα μάτια των δυτικών. Μια ιστορία εθισμών και εμμονών. Και πάνω απ' όλα μια εξαιρετική ερμηνεία του Άλμπερτ Φίνεϊ, στις πλάτες του οποίου στηρίζεται ολόκληρο το φιλμ (αλλά και η Ζακλίν Μπισέ είναι και πολύ καλή και πανέμορφη). Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετική ταινία, για έναν άνθρωπο που ό,τι και να γίνει είναι καταδικασμένος να μην είναι ποτέ ευτυχισμένος (με δική του υπαιτιότητα). Αλλά και σαν "μεξικάνικο φολκλόρ" αν το δείτε, πιστεύω ότι θα το απολαύσετε, ενώ το πολιτικό background υποβόσκει (οι αναφορές στον πόλεμο που είναι έτοιμος να ξεσπάσει και η αντιναζιστική στάση του ήρωα δεν περνούν απαρατήρητες).
Ναι, δεν υπάρχει μια πλοκή με σασπένς ή ανατροπές ούτε έντονη δράση, μην περιμένετε κάτι τέτοιο. Ίσως λίγα να συμβαίνουν στη διάρκεια της, παρ' όλα αυτά, τόσο γεμάτης μέρας. Άλλες όμως είναι οι αρετές του φιλμ. Ενός φιλμ που συνιστώ ως μια σημαντική μελέτη της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικότητας.
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2016
VAN HELSING...ΠΟΥ ΤΑ ΚΑΝΕΙ ΟΛΑ (ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΘΕΑΤΕΣ)
Νομίζω ότι σε κάποιους δεν θα έπρεπε μα επιτρέπουν να γυρίζουν ταινίες. Στον Stephen Sommers ας πούμε, δημιουργό του ανεκδιήγητου "Van Helsing" του 2004, με τον Χιου Τζάκμαν στον βασικό ρόλο. Υποτίθεται ότι είναι ταινία τρόμου, αλλά το μόνο που υπάρχει είναι διαρκής δράση, απίστευτη βαβούρα, όχι απλώς μη πιστευτές καταστάσεις, αλλά κάτι περισσότερο... κι ό,τι άλλο ανακαλύψετε μόνοι σας.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ο γνωστός ηλικιωμένος εξολοθρευτής του Δράκουλα στο πρωτότυπο έργο του Στόουκερ, αλλά και σε πολλές σχετικές ταινίες. Εδώ είναι ένας μάτσο επαγγελματίας εξολοθρευτής κάθε λογής τεράτων, που κάποια στιγμή, ε, φτάνει και στην Τρανσυλβανία για να κυνηγήσει τον Δράκουλα, παρέα με έναν ιδιοφυή, πλην όμως δειλό μοναχό (υποτίθεται ότι αυτός βγάζει το απαραίτητο γέλιο στην ταινία). Κάπου στη Βιέννη (νομίζω) θα συναντήσει την πανέμορφη τσιγγάνα Άννα (η Κέιτ Μπέκινσέιλ επαναλαμβάνει έναν σχετικό μ' αυτόν του "Underworld" ρόλο), της οποίας η οικογένεια είναι καταραμένη και έχει σχεδόν εξολοθρευτεί από τον Δράκουλα. Αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος, αφού από το φιλμ παρελαύνουν και συναντιούνται όλα τα γνωστά κλασικά τέρατα: Ο Φρανκενστάιν και το τερας του, λυκάνθρωποι, κάτι περίεργοι νάνοι, λίγο από τα... αυγά του Alien... κι ό,τι άλλο βάλει ο νους σας.
Υποτίθεται ότι το φιλμ είναι (ή θα ήθελε να είναι) μια αναφορά σε όλα τα παραπάνω και, βέβαια, στη χρυσή εποχή του κινηματογραφικού τρόμου της δεκαετίας του 30. Αυτό που είδα εγώ είναι απλά ένας απίστευτος αχταρμάς, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ένα action movie για 15χρονους (το πολύ) και μάλιστα μη σκεπτόμενους τέτοιους. Πραγματικά κουράστηκα από το πολύ ξύλο, από τη διαρκή φασαρία, από τα εμφανώς κομπιουτερέ εφέ (ειδικά αυτά με τους εκατοντάδες δαίμονες μου φάνηκαν πολύ ψεύτικα), από τις συνεχείς πτώσεις, από τις οποίες βεβαίως κανένας από τους ήρωες δεν παθαίνει το παραμικρό (α, ναι, σε μια από τις τελευταίες σκηνές το μέτωπο της Άννας ματώνει λίγο), από την γενική βιντεοκλιπίστικη οπτική. Αυτό που πραγματικά λείπει από όλο αυτό το πανηγύρι είναι λίγος έστω αληθινός τρόμος, μια κάποια ανατριχίλα. Πιο πολύ για κακός Τζέιμς Μποντ μου έμοιαζε...
Είχα την περιέργεια να το δω, παρά το ότι το είχαν θάψει οι πάντες. Να που τελικά είχαν απόλυτο δίκιο.
ΥΓ: Αν όντως είστε εθισμένοι στη διαρκή και εκκωφαντική δράση και διασκεδάζετε με όλα αυτά που σας περιέγραψα, ίσως και να το ευχαριστηθείτε ή, έστω, να το θεωρήσετε "ένοχη απόλαυση". Εμένα πάντως δεν μου πήγε καθόλου για τέτοαο.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ο γνωστός ηλικιωμένος εξολοθρευτής του Δράκουλα στο πρωτότυπο έργο του Στόουκερ, αλλά και σε πολλές σχετικές ταινίες. Εδώ είναι ένας μάτσο επαγγελματίας εξολοθρευτής κάθε λογής τεράτων, που κάποια στιγμή, ε, φτάνει και στην Τρανσυλβανία για να κυνηγήσει τον Δράκουλα, παρέα με έναν ιδιοφυή, πλην όμως δειλό μοναχό (υποτίθεται ότι αυτός βγάζει το απαραίτητο γέλιο στην ταινία). Κάπου στη Βιέννη (νομίζω) θα συναντήσει την πανέμορφη τσιγγάνα Άννα (η Κέιτ Μπέκινσέιλ επαναλαμβάνει έναν σχετικό μ' αυτόν του "Underworld" ρόλο), της οποίας η οικογένεια είναι καταραμένη και έχει σχεδόν εξολοθρευτεί από τον Δράκουλα. Αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος, αφού από το φιλμ παρελαύνουν και συναντιούνται όλα τα γνωστά κλασικά τέρατα: Ο Φρανκενστάιν και το τερας του, λυκάνθρωποι, κάτι περίεργοι νάνοι, λίγο από τα... αυγά του Alien... κι ό,τι άλλο βάλει ο νους σας.
Υποτίθεται ότι το φιλμ είναι (ή θα ήθελε να είναι) μια αναφορά σε όλα τα παραπάνω και, βέβαια, στη χρυσή εποχή του κινηματογραφικού τρόμου της δεκαετίας του 30. Αυτό που είδα εγώ είναι απλά ένας απίστευτος αχταρμάς, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ένα action movie για 15χρονους (το πολύ) και μάλιστα μη σκεπτόμενους τέτοιους. Πραγματικά κουράστηκα από το πολύ ξύλο, από τη διαρκή φασαρία, από τα εμφανώς κομπιουτερέ εφέ (ειδικά αυτά με τους εκατοντάδες δαίμονες μου φάνηκαν πολύ ψεύτικα), από τις συνεχείς πτώσεις, από τις οποίες βεβαίως κανένας από τους ήρωες δεν παθαίνει το παραμικρό (α, ναι, σε μια από τις τελευταίες σκηνές το μέτωπο της Άννας ματώνει λίγο), από την γενική βιντεοκλιπίστικη οπτική. Αυτό που πραγματικά λείπει από όλο αυτό το πανηγύρι είναι λίγος έστω αληθινός τρόμος, μια κάποια ανατριχίλα. Πιο πολύ για κακός Τζέιμς Μποντ μου έμοιαζε...
Είχα την περιέργεια να το δω, παρά το ότι το είχαν θάψει οι πάντες. Να που τελικά είχαν απόλυτο δίκιο.
ΥΓ: Αν όντως είστε εθισμένοι στη διαρκή και εκκωφαντική δράση και διασκεδάζετε με όλα αυτά που σας περιέγραψα, ίσως και να το ευχαριστηθείτε ή, έστω, να το θεωρήσετε "ένοχη απόλαυση". Εμένα πάντως δεν μου πήγε καθόλου για τέτοαο.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2016
ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ "ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΑ"
O Dudley Nichols (1985-1960) υπήρξε σημαντικός και παραγωγικός σεναριογράφος του παλιού Χόλιγουντ, ενώ σκηνοθέτησε τρεις μόνο ταινίες. Η τρίτη από αυτές αποτέλεσε την κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού θεατρικού έργου του Ευγένιου Ο'Νιλ "Το Πένθος Ταιριάζει στην Ηλέκτρα" (Mourning Becomes Electra) και γυρίστηκε το 1947, με την Κατίνα Παξινού μάλιστα στον ρόλο της μητέρας και έναν νεαρότατο Κερκ Ντάγκλας σε δεύτερο ρόλο.
Η ιστορία αφορά τον ψυχισμό και τα πάθη των μελών μιας ευκατάστατης οικογένειας. Όταν ο πατέρας και ο γιος επιστρέφουν από τον αμερικάνικο εμφύλιο, η κόρη θα ανακαλύψει ότι η μητέρα της διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με έναν καπετάνιο, τον οποίο η ίδια (η κόρη) έχει ερωτευτεί. Τα πάθη ξεσπούν ανεξέλεγκτα, αποκαλύπτοντας τους χαρακτήρες, αλλά και τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στα μέλη, σχέσεις που συχνά αγγίζουν το οιδιπόδειο. Φυσικά όλα θα έχουν τραγική κατάληξη, αφού το ίδιο το έργο είναι ουσιαστικά μια μεταγραφή, σε άλλη εποχή βέβαια, της Ορέσετιας του Αισχύλου.
Η ταινία έχει διάρκεια 159 λεπτών και είναι ένα ιδιαιτέρως βαρύ δράμα, με μυστικά να αποκαλύπτονται, κυρίως όμως να αποκαλύπτεται ο μάλλον αρρωστημένος ψυχισμός των μελών μιας "καταραμένης" οικογένειας. Το θέμα είναι ότι βρήκα την όλη απόδοση έντονα θεατρική και πολύ συμβατική για κινηματογράφο. Και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές (με την Παξινού πολύ δυνατή, αλλά και όλο το υπόλοιπ καστ), πλην όμως κι αυτές δεν μπορούν να κρύψουν τις θεατρικές καταβολές τους. Το όλο δράμα, η γλώσσα του έργου, το στήσιμο, η σκηνοθεσία, όλα παραπέμπουν σε θέατρο κι αυτό, προσωπικά, με ενοχλεί. Μπορεί το ξεγύμνωμα των χαρακτήρων να δίνεται ανάγλυφα και η ανθρώπινη κατάσταση να μην φαίνεται καθόλου κολακευτική, τραγική θα έλεγα, ωστόσο η παρακολούθησή του μάλλον με κούρασε. Κυρίως βέβαια επειδή δεν είμαι άνθρωπος του θεάτρου. Αντίθετα στους φανατικούς της τέχνης αυτής το φιλμ μπορεί να αρέσει ιδιαίτερα.
Όπως διάβασα η ταινία υπήρξε τεράστια εμπορική αποτυχία στην εποχή της, ενώ ο Nichols δεν σκηνοθέτησε κάτι άλλο. Αντίθετα συνέχισε ακάθεκτος την σεναριογραφική του καριέρα.
Η ιστορία αφορά τον ψυχισμό και τα πάθη των μελών μιας ευκατάστατης οικογένειας. Όταν ο πατέρας και ο γιος επιστρέφουν από τον αμερικάνικο εμφύλιο, η κόρη θα ανακαλύψει ότι η μητέρα της διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με έναν καπετάνιο, τον οποίο η ίδια (η κόρη) έχει ερωτευτεί. Τα πάθη ξεσπούν ανεξέλεγκτα, αποκαλύπτοντας τους χαρακτήρες, αλλά και τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στα μέλη, σχέσεις που συχνά αγγίζουν το οιδιπόδειο. Φυσικά όλα θα έχουν τραγική κατάληξη, αφού το ίδιο το έργο είναι ουσιαστικά μια μεταγραφή, σε άλλη εποχή βέβαια, της Ορέσετιας του Αισχύλου.
Η ταινία έχει διάρκεια 159 λεπτών και είναι ένα ιδιαιτέρως βαρύ δράμα, με μυστικά να αποκαλύπτονται, κυρίως όμως να αποκαλύπτεται ο μάλλον αρρωστημένος ψυχισμός των μελών μιας "καταραμένης" οικογένειας. Το θέμα είναι ότι βρήκα την όλη απόδοση έντονα θεατρική και πολύ συμβατική για κινηματογράφο. Και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές (με την Παξινού πολύ δυνατή, αλλά και όλο το υπόλοιπ καστ), πλην όμως κι αυτές δεν μπορούν να κρύψουν τις θεατρικές καταβολές τους. Το όλο δράμα, η γλώσσα του έργου, το στήσιμο, η σκηνοθεσία, όλα παραπέμπουν σε θέατρο κι αυτό, προσωπικά, με ενοχλεί. Μπορεί το ξεγύμνωμα των χαρακτήρων να δίνεται ανάγλυφα και η ανθρώπινη κατάσταση να μην φαίνεται καθόλου κολακευτική, τραγική θα έλεγα, ωστόσο η παρακολούθησή του μάλλον με κούρασε. Κυρίως βέβαια επειδή δεν είμαι άνθρωπος του θεάτρου. Αντίθετα στους φανατικούς της τέχνης αυτής το φιλμ μπορεί να αρέσει ιδιαίτερα.
Όπως διάβασα η ταινία υπήρξε τεράστια εμπορική αποτυχία στην εποχή της, ενώ ο Nichols δεν σκηνοθέτησε κάτι άλλο. Αντίθετα συνέχισε ακάθεκτος την σεναριογραφική του καριέρα.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 16, 2016
"ΕVEN MONEY" Ή ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΓΟΥ
Το 2006 ο παλαίμαχος Marc Rydell γυρίζει μάλλον την τελευταία του ταινία, το "Even Money", ένα δραματικό και λιγάκι αστυνομικό φιλμ με ένα λαμπρό καστ: Κιμ Μπάσινγκερ, Ρέι Λιότα, Φόρεστ Γουαϊτέκερ, Τιμ Ροθ, Ντάνι Ντε Βίτο...
Το φιλμ αποτελείται μάλλον από μια συρραφή ιστοριών: Μια πετυχημένη στο πρώτο της βιβλίο συγγραφέας "κολλάει" με τον τζόγο και η οικογένειά της διαλύεται σιγά - σιγά. Γίνεται φίλη με έναν παρακμασμένο μάγο, που απελπισμένα προσπαθεί να κάνει ένα εντυπωσιακό come back. Ένας μαύρος που χρωστά (εξ αιτίας του τζόγου) πιέζει τον ανερχόμενο μπασκετμπολίστα αδελφό του να "πουλάει" παιχνίδια. Δύο νεαροί - και κολλητοί φίλοι - bookies συγκρούονται με έναν αδίστακτο γκάνγκστερ, ο οποίος δουλεύει για τον αθέατο και μυστηριώδη Ιβάν, με βαρειές συνέπειες. Ένας αστυνομικός προσπαθεί να διελευκάνει τον φόνο ενός άλλου bookie... Οι ιστορίες διαπλέκονται μάλλον χαλαρά και συχνά πρόσωπα από τη μία μπαίνουν στον κόσμο των άλλων.
Τι κοινό έχουν όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν αυτό το μωσαϊκό που κάπου θυμίζει Altman; Τον εθισμό (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) στον τζόγο, πάντοτε όμως με βλαβερές (μέχρι θανάτου) συνέπειες. Είναι σαν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος να προσπαθούν να μας προειδοποιήσουν για τις ολέθριες συνέπειές του, να μας προειδοποιήσουν να μείνουμε μακριά. Κάποιες από τις υποπλοκές βρίσκω ότι είναι δυνατότερες από τις άλλες (προσωπικά ξεχωρίζω την ιστορία του Ντε Βίτο). Συνολικά πάντως, δίχως να το βρίσκω κάτι πολύ ιδιαίτερο, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, καθώς, κάτω απ' όλη αυτή την κοινωνική πινακοθήκη υποβόσκει και ένα αστυνομικό μυστήριο με ένα σχετικά απρόβλεπτο τέλος μάλιστα. Απλώς ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
ΥΓ: Χαρακτήρισα το φιλμ "μάλλον την τελευταία" ταινία του Rydell διότι όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, το 2016, ο δημιουργός του "Golden Pond" και του "The Rose" είναι ήδη 87 ετών.
Το φιλμ αποτελείται μάλλον από μια συρραφή ιστοριών: Μια πετυχημένη στο πρώτο της βιβλίο συγγραφέας "κολλάει" με τον τζόγο και η οικογένειά της διαλύεται σιγά - σιγά. Γίνεται φίλη με έναν παρακμασμένο μάγο, που απελπισμένα προσπαθεί να κάνει ένα εντυπωσιακό come back. Ένας μαύρος που χρωστά (εξ αιτίας του τζόγου) πιέζει τον ανερχόμενο μπασκετμπολίστα αδελφό του να "πουλάει" παιχνίδια. Δύο νεαροί - και κολλητοί φίλοι - bookies συγκρούονται με έναν αδίστακτο γκάνγκστερ, ο οποίος δουλεύει για τον αθέατο και μυστηριώδη Ιβάν, με βαρειές συνέπειες. Ένας αστυνομικός προσπαθεί να διελευκάνει τον φόνο ενός άλλου bookie... Οι ιστορίες διαπλέκονται μάλλον χαλαρά και συχνά πρόσωπα από τη μία μπαίνουν στον κόσμο των άλλων.
Τι κοινό έχουν όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν αυτό το μωσαϊκό που κάπου θυμίζει Altman; Τον εθισμό (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) στον τζόγο, πάντοτε όμως με βλαβερές (μέχρι θανάτου) συνέπειες. Είναι σαν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος να προσπαθούν να μας προειδοποιήσουν για τις ολέθριες συνέπειές του, να μας προειδοποιήσουν να μείνουμε μακριά. Κάποιες από τις υποπλοκές βρίσκω ότι είναι δυνατότερες από τις άλλες (προσωπικά ξεχωρίζω την ιστορία του Ντε Βίτο). Συνολικά πάντως, δίχως να το βρίσκω κάτι πολύ ιδιαίτερο, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, καθώς, κάτω απ' όλη αυτή την κοινωνική πινακοθήκη υποβόσκει και ένα αστυνομικό μυστήριο με ένα σχετικά απρόβλεπτο τέλος μάλιστα. Απλώς ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
ΥΓ: Χαρακτήρισα το φιλμ "μάλλον την τελευταία" ταινία του Rydell διότι όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, το 2016, ο δημιουργός του "Golden Pond" και του "The Rose" είναι ήδη 87 ετών.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2016
BEST OF 2015-2016
Ήρθε πάλι ο Σεπτέμβρης, ο παραδοσιακός μήνας για απολογοσμούς της κινηματογραφικής σεζόν που πέρασε. Ομολογώ ότι όσο περνά ο καιρός βλέπω όλο και περισσότερα παλιότερα φιλμ, καθώς θεωρώ ότι τα καινούρια, τα mainstream κυρίως, βρίσκονται σε περίοδο παρακμής. Ωστόσο βλέπω όσα μπορώ κι απ' αυτά...
Υπενθυμίζω ότι η σειρά τόσο των πρώτων 10 όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη. Επίσης ότι στη λίστα περιλαμβάνονται ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές οθόνες (ή είδα στο σπίτι) της περιόδου 1 Σεπτεμβρίου 2015 έως 31 Αυγούστου 2016. Στις ταινίες αυτές ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιά φιλμ (ακόμα κι αν είναι αριστουργήματα), απ' αυτά που ξαναβγαίνουν σε πρώτη προβολή (π.χ. "Ξημερώνει" ή "Κάτω από το Ηφαίστειο"). Ορίστε λοιπόν:
1. Dheepan του Jacques Audiard
2. Η Ελιά του Iciar Bollein
3. Inside Out των Peter Docter και Ronnie Del Carmen
4. Truman του Cesc Guy
5. Στην Αγκαλιά του Φιδιού του Ciro Guerra
6. Η Επιστροφή (The Revenant) του Alejandro Inarritu
7. Αστακός του Γιώργου Λάνθιμου
8. El Club (Η Μυστική Λέσχη) του Pablo Larrain
9. Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου
10. Sicario του Denis Villeneuve
Να και τα "επιλαχόντα". Να τονίσω ότι πολλά απ' αυτά τα θεωρώ στην ουσία εφάμιλλα των 10 πρώτων και θα μπορούσαν να είναι στην πρώτη λίστα, αλλά τι να κάνουμε; Αφού μπήκαμε στη λογική αυτή, πρέπει ντε και καλά να ξεχωρίσουμε 10 μόνο...
1. Η Ολοκαίνουρια Καινή Διαθήκη (Le Tout Nouveau Testament) του Jaco Van Dormael
2. Remember του Atom Egoyan
3. Το Μαργαριταρένιο Κουμπί (El Boton de Nacar) του Patricio Guzman
4. Δεσμοί Αίματος (Hrutar) του Grimur Hakonarson
5. Carol του Todd Haynes
6. Spotlight του Tom McCarthy
7. Η Μοδίστρα της Jocelyn Moorhouse
8. Ο Γιος του Σαούλ του Lazlo Nemes
9. Ο Λύκος της Ερήμου (Theeb) του Abu Naji Nowar
10. Η Γέφυρα των Κατασκόπων του Steven Spielberg
11. Οι Μισητοί 8 του Quentin Tarantino
Και του χρόνου!
Υπενθυμίζω ότι η σειρά τόσο των πρώτων 10 όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη. Επίσης ότι στη λίστα περιλαμβάνονται ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές οθόνες (ή είδα στο σπίτι) της περιόδου 1 Σεπτεμβρίου 2015 έως 31 Αυγούστου 2016. Στις ταινίες αυτές ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιά φιλμ (ακόμα κι αν είναι αριστουργήματα), απ' αυτά που ξαναβγαίνουν σε πρώτη προβολή (π.χ. "Ξημερώνει" ή "Κάτω από το Ηφαίστειο"). Ορίστε λοιπόν:
1. Dheepan του Jacques Audiard
2. Η Ελιά του Iciar Bollein
3. Inside Out των Peter Docter και Ronnie Del Carmen
4. Truman του Cesc Guy
5. Στην Αγκαλιά του Φιδιού του Ciro Guerra
6. Η Επιστροφή (The Revenant) του Alejandro Inarritu
7. Αστακός του Γιώργου Λάνθιμου
8. El Club (Η Μυστική Λέσχη) του Pablo Larrain
9. Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου
10. Sicario του Denis Villeneuve
Να και τα "επιλαχόντα". Να τονίσω ότι πολλά απ' αυτά τα θεωρώ στην ουσία εφάμιλλα των 10 πρώτων και θα μπορούσαν να είναι στην πρώτη λίστα, αλλά τι να κάνουμε; Αφού μπήκαμε στη λογική αυτή, πρέπει ντε και καλά να ξεχωρίσουμε 10 μόνο...
1. Η Ολοκαίνουρια Καινή Διαθήκη (Le Tout Nouveau Testament) του Jaco Van Dormael
2. Remember του Atom Egoyan
3. Το Μαργαριταρένιο Κουμπί (El Boton de Nacar) του Patricio Guzman
4. Δεσμοί Αίματος (Hrutar) του Grimur Hakonarson
5. Carol του Todd Haynes
6. Spotlight του Tom McCarthy
7. Η Μοδίστρα της Jocelyn Moorhouse
8. Ο Γιος του Σαούλ του Lazlo Nemes
9. Ο Λύκος της Ερήμου (Theeb) του Abu Naji Nowar
10. Η Γέφυρα των Κατασκόπων του Steven Spielberg
11. Οι Μισητοί 8 του Quentin Tarantino
Και του χρόνου!
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2016
"ΟΜΑΔΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ": ΣΧΕΤΙΚΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ
Έχουμε φτάσει στην εποχή όπου κοντεύει πλέον να παράγεται ένα σουπερηρωικό φιλμ το μήνα... Ο κορεσμός, για μένα τουλάχιστον, που δεν ήμουν ποτέ φαν του είδους ούτε στα κόμικς, είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Το "Suicide Squad" (Ομάδα Αυτοκτονίας) του 2016 γυρίστηκε από τον David Ayer και κάπου υποσχόταν κάτι σχετικά διαφορετικό.
Αυτή τη φορά βρισκόμαστε στο σύμπαν της DC (και όχι της Marvel). Όταν προκύπτει μια υπερφυσική απειλή για ολόκληρο τον κόσμο από μια... κακιά μάγισα, μια πανίσχυρη μυστική κυβερνητική πράκτορας αναλαμβάνει να φτιάξει μια ομάδα από σούπερ - κακούς υπερήρωες, που όλοι τους βρίσκονται στη φυλακή με ισόβια, αφού αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν ίσως να αντιμετωπίσουν το χειρότερο από αυτούς κακό (μαθαίνουμε ότι κάπου ο Σούπερμαν έχει αποσυρθεί ή κάτι τέτοιο). Έτσι λοιπόν έχουμε την σεναριακή ανατροπή ότι όλοι οι ήρωες, που θα σώσουν τον κόσμο, είναι υπερ-κακοί, οι οποίοι αναγκάζονται άρον - άρον να συνεργαστούν.
Κάτι είναι κι αυτή η ανατροπή. Κάνει τα πράγματα κάπως πιο διασκεδαστικά και, βέβαια, γίνεται η πηγή του απαραίτητου τελευταία χιούμορ στο κινηματογραφικό αυτό είδος. Το θέαμα και η δράση προφανώς υπάρχουν (εντάξει, αυτό είναι πλέον μόνιμο στο είδος και δεν προκαλεί εντύπωση) και σούπερ σταρ αναδεικνύεται η ψυχοπαθής και πανέμορφη Harley Queen, γκόμενα, αν δεν το γνωρίζετε, του περίφημου Joker.
Γενικά, έχοντας σκυλοβαρεθεί τα διάφορα prequel, sequel ή επανεκκινήσεις, τουλάχιστον είδα κάτι κάπως πιο πρωτότυπο. Όχι σαν στυλ ταινίας, που είναι μια από τα ίδια, αλλά λόγω του ευρήματος των "κακών". Μέχρις εκεί όμως. Κατά τα άλλα οι αφέλειες, οι απιθανότητες, ακόμα και το μελό, περισσεύουν και το φινάλε, όπου η "ομάδα" και οι υπερφυσικοί κακοί "σφίγγονται" για το ποιος θα κάνει ισχυρότερα κόλπα, μου φάνηκε χαζό. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... αφείστε να πάνε. Όχι δεν είμαι συνωμοσιολόγος και δεν ισχυρίζομαι ότι το σατανικό Χόλιγουντ έχει απώτατα σχέδια για τις ψυχές μας (απλώς δολάρια θέλει να βγάλει με κάθε τίμημα), αλλά, διάβολε, όλη αυτή η συμπάθεια που αναπόφευκτα νοιώθουμε για μια χούφτα καθάρματα... ε, κάτι μου κάνει.
Πάντως θα διαφωνήσω με την μεγάλη πλειοψηφία των κριτικών που έθαψαν πλήρως το φιλμ. Προσωπικά το βρήκα, όπως σας είπα, κάπως πιο διασκεδαστικό από άλλα του είδους. Μέχρις εκεί όμως και τίποτα παραπάνω.
Αυτή τη φορά βρισκόμαστε στο σύμπαν της DC (και όχι της Marvel). Όταν προκύπτει μια υπερφυσική απειλή για ολόκληρο τον κόσμο από μια... κακιά μάγισα, μια πανίσχυρη μυστική κυβερνητική πράκτορας αναλαμβάνει να φτιάξει μια ομάδα από σούπερ - κακούς υπερήρωες, που όλοι τους βρίσκονται στη φυλακή με ισόβια, αφού αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν ίσως να αντιμετωπίσουν το χειρότερο από αυτούς κακό (μαθαίνουμε ότι κάπου ο Σούπερμαν έχει αποσυρθεί ή κάτι τέτοιο). Έτσι λοιπόν έχουμε την σεναριακή ανατροπή ότι όλοι οι ήρωες, που θα σώσουν τον κόσμο, είναι υπερ-κακοί, οι οποίοι αναγκάζονται άρον - άρον να συνεργαστούν.
Κάτι είναι κι αυτή η ανατροπή. Κάνει τα πράγματα κάπως πιο διασκεδαστικά και, βέβαια, γίνεται η πηγή του απαραίτητου τελευταία χιούμορ στο κινηματογραφικό αυτό είδος. Το θέαμα και η δράση προφανώς υπάρχουν (εντάξει, αυτό είναι πλέον μόνιμο στο είδος και δεν προκαλεί εντύπωση) και σούπερ σταρ αναδεικνύεται η ψυχοπαθής και πανέμορφη Harley Queen, γκόμενα, αν δεν το γνωρίζετε, του περίφημου Joker.
Γενικά, έχοντας σκυλοβαρεθεί τα διάφορα prequel, sequel ή επανεκκινήσεις, τουλάχιστον είδα κάτι κάπως πιο πρωτότυπο. Όχι σαν στυλ ταινίας, που είναι μια από τα ίδια, αλλά λόγω του ευρήματος των "κακών". Μέχρις εκεί όμως. Κατά τα άλλα οι αφέλειες, οι απιθανότητες, ακόμα και το μελό, περισσεύουν και το φινάλε, όπου η "ομάδα" και οι υπερφυσικοί κακοί "σφίγγονται" για το ποιος θα κάνει ισχυρότερα κόλπα, μου φάνηκε χαζό. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... αφείστε να πάνε. Όχι δεν είμαι συνωμοσιολόγος και δεν ισχυρίζομαι ότι το σατανικό Χόλιγουντ έχει απώτατα σχέδια για τις ψυχές μας (απλώς δολάρια θέλει να βγάλει με κάθε τίμημα), αλλά, διάβολε, όλη αυτή η συμπάθεια που αναπόφευκτα νοιώθουμε για μια χούφτα καθάρματα... ε, κάτι μου κάνει.
Πάντως θα διαφωνήσω με την μεγάλη πλειοψηφία των κριτικών που έθαψαν πλήρως το φιλμ. Προσωπικά το βρήκα, όπως σας είπα, κάπως πιο διασκεδαστικό από άλλα του είδους. Μέχρις εκεί όμως και τίποτα παραπάνω.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 11, 2016
"ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ", ΑΛΛΑ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Το 1939 η Γαλλία ετοιμαζόταν να υποστεί τις φρίκες του πολέμου, η κοινωνία ήταν αναστατωμένη, η καταιγίδα ερχόταν. Τότε ο μεγάλος σκηνοθέτης Marcel Carne (1906-1996) γυρίζει ένα από τα πιο σκοτεινά και απαισιόδοξα φιλμ του, το περίφημο "Ξημερώνει" (Le Jour se Leve), ένα γαλλικού τύπου νουάρ με τον Ζαν Γκαμπέν στο βασικο ρόλο.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας ο Φρανσουά, ένας συμπαθητικός εργάτης, δολοφονεί κάποιον. Στη συνέχεια κλείνεται στο στενόχωρο διαμέρισμά του και αρνείται να παραδοθεί στην αστυνομία που τον έχει περικυκλώσει. Μόνος στο σκοτεινό διαμέρισμα, θυμάται σε συνεχή φλας μπακ την ιστορία του, τη σχέση του με δύο γυναίκες και, τελικά, τους λόγους που τον οδήγησαν στο φόνο.
Τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα του φιλμ: Δύο άντρες και δύο γυναίκες. Οι μεταξύ τους ερωτικές σχέσεις είναι περίπλοκες, οι χαρακτήρες πολύ διαφορετικοί. Από τον "αγνό" Φρανσουά ως τον διεφθαρμένο, "σάπιο" Valentin, που αντλεί ηδονή με το να παίζει με τους ανθρώπους ακόμα κι αν αυτό οδηγεί στην καταστροφή τους, και περνώντας από τις δύο γυναίκες, που θα αποκαλύψουν σταδιακά διάφορες πτυχές και μυστικά τους, η "πινακοθήκη" αυτή διαθέτει εξαιρετικό ψυχολογικό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, αυτό που δείχνεται ξεκάθαρα είναι ότι οι ρίζες και τα αίτια του εγκλήματος μπορεί να είναι βαθειά και αυτός που το διαπράτει να μην είναι υποχρεωτικά "κακός". Μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, και στο πιο "καλό παιδί", μοιάζει να μας λέει ο Carne. Ποιός μπορεί να κρίνει;
Ο καταδικασμένος, μοναχικός ήρωας του νουάρ είναι βέβαια παρόν, η μοιραία γυναίκα (όχι υποχρεωτικά σατανική, αλλά πάντως αμφιλεγόμενη) επίσης. Τα σκηνικά, παράξενα και παραμορφωμένα κάποιες φορές, αντανακλούν τον απελπισμένο κόσμο του ήρωα, μερικές μάλιστα σκηνές στις σκάλες είναι εξαιρετικές, οι αστυνομικοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι ή / και ηλίθιοι, ενώ το τέλος δεν αφήνει ελπίδες... Ο κόσμος είναι σκοτεινός, οι άνθρωποι (όχι όλοι) είναι κακοί ή υποκριτές.
Το φιλμ είχε απαγορευτεί από την στρατιωτική λογοκρισία τότε και ο Carne, ήδη από προηγούμενες ταινίες του (Le Quai des Brumes), είχε κατηγορηθεί για πεσιμισμό. Όταν οι λογοκριτές, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχαν πει "Αν χάσουμε τον πόλεμο να κατηγορείτε το "Le Quai des Brumes", ο Carne απάντησε με κάτι που ισχύει και για το "Ξημερώνει" και για όλη την τέχνη γενικά: "Μην κατηγορείτε το βαρόμετρο για την καταιγίδα".
Κλασική ταινία, που δεν νομίζω ότι έχει γεράσει. Την συνιστώ και τη θεωρώ από τις σημαντικές στιγμές του γαλλικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας ο Φρανσουά, ένας συμπαθητικός εργάτης, δολοφονεί κάποιον. Στη συνέχεια κλείνεται στο στενόχωρο διαμέρισμά του και αρνείται να παραδοθεί στην αστυνομία που τον έχει περικυκλώσει. Μόνος στο σκοτεινό διαμέρισμα, θυμάται σε συνεχή φλας μπακ την ιστορία του, τη σχέση του με δύο γυναίκες και, τελικά, τους λόγους που τον οδήγησαν στο φόνο.
Τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα του φιλμ: Δύο άντρες και δύο γυναίκες. Οι μεταξύ τους ερωτικές σχέσεις είναι περίπλοκες, οι χαρακτήρες πολύ διαφορετικοί. Από τον "αγνό" Φρανσουά ως τον διεφθαρμένο, "σάπιο" Valentin, που αντλεί ηδονή με το να παίζει με τους ανθρώπους ακόμα κι αν αυτό οδηγεί στην καταστροφή τους, και περνώντας από τις δύο γυναίκες, που θα αποκαλύψουν σταδιακά διάφορες πτυχές και μυστικά τους, η "πινακοθήκη" αυτή διαθέτει εξαιρετικό ψυχολογικό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, αυτό που δείχνεται ξεκάθαρα είναι ότι οι ρίζες και τα αίτια του εγκλήματος μπορεί να είναι βαθειά και αυτός που το διαπράτει να μην είναι υποχρεωτικά "κακός". Μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, και στο πιο "καλό παιδί", μοιάζει να μας λέει ο Carne. Ποιός μπορεί να κρίνει;
Ο καταδικασμένος, μοναχικός ήρωας του νουάρ είναι βέβαια παρόν, η μοιραία γυναίκα (όχι υποχρεωτικά σατανική, αλλά πάντως αμφιλεγόμενη) επίσης. Τα σκηνικά, παράξενα και παραμορφωμένα κάποιες φορές, αντανακλούν τον απελπισμένο κόσμο του ήρωα, μερικές μάλιστα σκηνές στις σκάλες είναι εξαιρετικές, οι αστυνομικοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι ή / και ηλίθιοι, ενώ το τέλος δεν αφήνει ελπίδες... Ο κόσμος είναι σκοτεινός, οι άνθρωποι (όχι όλοι) είναι κακοί ή υποκριτές.
Το φιλμ είχε απαγορευτεί από την στρατιωτική λογοκρισία τότε και ο Carne, ήδη από προηγούμενες ταινίες του (Le Quai des Brumes), είχε κατηγορηθεί για πεσιμισμό. Όταν οι λογοκριτές, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχαν πει "Αν χάσουμε τον πόλεμο να κατηγορείτε το "Le Quai des Brumes", ο Carne απάντησε με κάτι που ισχύει και για το "Ξημερώνει" και για όλη την τέχνη γενικά: "Μην κατηγορείτε το βαρόμετρο για την καταιγίδα".
Κλασική ταινία, που δεν νομίζω ότι έχει γεράσει. Την συνιστώ και τη θεωρώ από τις σημαντικές στιγμές του γαλλικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2016
ΜΙΑ ΓΙΑΠΩΝΕΖΑ ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΑ... ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ
Τι άλλο θα σκεφτούν οι γιαπωνέζοι; Μια γιαπωνέζα Σέρλοκ Χολμς, σαφέστατη αναφορά στον διασημότερο ντετέκτιβ όλων των εποχών, που προσπαθεί να λύσει ένα μυστήριο που σχετίζεται με τη θρυλική Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι. Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του 2014 "All-Around Appraiser Q : The Eyes of Mona Lisa" του Shinsuke Sato.
Η ηρωίδα είναι μια ιδιοφυής ντετέκτιβ - αν και σχεδόν στάσιμη στο σχολείο, εξπέρ σε όλα σχεδόν, που λύνει τους δυσκολότερους γρίφους με μεθόδους που παραπέμπουν κατ' ευθείαν στον Σέρλοκ Χολμς (τον αυθεντικό λογοτεχνικό του Κόναν Ντόιλ εννοώ, όχι τον action hero που δημιούργησε το αδηφάγο Χόλιγουντ). Μετά από μια επιτυχία της, προσλαμβάνεται μαζί με μία συντάκτρια περιοδικού τέχνης ως οι δύο βασικές επιμελήτριες στην επικείμενη έκθεση της Τζοκόντα στο Τόκιο. Πριν όμως πρέπει να περάσουν μια σειρά από δοκιμασίες, όπου καλούνται να βρουν ποια είναι πλαστά και ποια γνήσια από μια σειρά έργων τέχνης. Έπειτα θα έρθει η ιστορία με το μυστικό που κρύβουν τα μάτια του διάσημου πορτρέτου και τα πάντα θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο.
Χμμμ... ενδιαφέρον φάνηκε στην αρχή σαν ένα παράξενο είδος αστυνομικού μυστηρίου. Ωστόσο ένα ελαφρά μεταφυσικό στοιχείο αιωρείτο πάντα στην ατμόσφαιρα (η ηρωίδα ξεχωρίζει τα γνήσια έργα όχι μετά από εκπαίδευση στην τέχνη, αλλά από κάτι σαν διάισθηση ή ένστικτο). Στη συνέχεια προχωρήσαμε λίγο στη συνωμοσιολογία - κάτι σαν τον Κώδικα Ντα Βίντσι, αλλά μάλλον ξώφαλτσα (ευτυχώς) - και μετά τα πάντα έγιναν ένα όλο και πιο μπερδεμένο αστυνομικοειδές θρίλερ με πλαστές και γνήσιες Τζοκόντες... Κάπου όλα αυτά περιπλέκονται, κάπου το φιλμ είναι ή too much και, βέβαια, καθόλου πειστικό σε κάποια σημεία ή τοσο περίπλοκο που καταντά απίθανο... Δεν ξέρω, όλα αυτά όμως μου φάνηκαν άνευ λόγου πολύπλοκα. Ή, αν προτιμάτε, διέκρινα ένα είδος αναποφασιστικότητας στον σκηνοθέτη: Θέλει να κάνει αστυνομικό, μεταφυσικό θρίλερ, ταινία συνωμοσιολογίας ή τι; Ή μήπως, πολύ φοβάμαι, λίγο απ' όλα; Γενικά νομίζω ότι καλές ιδέες και καλά σημεία υπάρχουν, όλο το φιλμ όμως δεν δένει πολύ. Και η τελική ίντριγκα πολύ λίγο πιστευτή μου φάνηκε.
Δεν ξέρω αν η εν λόγω ντετέκτιβ, που, παρά τις επιμονες ερωτήσεις, δεν θα μας αποκαλύψει ποτέ τι σημαίνει αυτό το Q, έχει ή θα έχει κι άλλες ταινίες στο ενεργητικό της. Θα είναι ευπρόσδεκτες, γιατί πρόκειται για ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αλλά, ελπίζω, συνολικά να είναι καλύτερες από αυτήν εδώ.
Η ηρωίδα είναι μια ιδιοφυής ντετέκτιβ - αν και σχεδόν στάσιμη στο σχολείο, εξπέρ σε όλα σχεδόν, που λύνει τους δυσκολότερους γρίφους με μεθόδους που παραπέμπουν κατ' ευθείαν στον Σέρλοκ Χολμς (τον αυθεντικό λογοτεχνικό του Κόναν Ντόιλ εννοώ, όχι τον action hero που δημιούργησε το αδηφάγο Χόλιγουντ). Μετά από μια επιτυχία της, προσλαμβάνεται μαζί με μία συντάκτρια περιοδικού τέχνης ως οι δύο βασικές επιμελήτριες στην επικείμενη έκθεση της Τζοκόντα στο Τόκιο. Πριν όμως πρέπει να περάσουν μια σειρά από δοκιμασίες, όπου καλούνται να βρουν ποια είναι πλαστά και ποια γνήσια από μια σειρά έργων τέχνης. Έπειτα θα έρθει η ιστορία με το μυστικό που κρύβουν τα μάτια του διάσημου πορτρέτου και τα πάντα θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο.
Χμμμ... ενδιαφέρον φάνηκε στην αρχή σαν ένα παράξενο είδος αστυνομικού μυστηρίου. Ωστόσο ένα ελαφρά μεταφυσικό στοιχείο αιωρείτο πάντα στην ατμόσφαιρα (η ηρωίδα ξεχωρίζει τα γνήσια έργα όχι μετά από εκπαίδευση στην τέχνη, αλλά από κάτι σαν διάισθηση ή ένστικτο). Στη συνέχεια προχωρήσαμε λίγο στη συνωμοσιολογία - κάτι σαν τον Κώδικα Ντα Βίντσι, αλλά μάλλον ξώφαλτσα (ευτυχώς) - και μετά τα πάντα έγιναν ένα όλο και πιο μπερδεμένο αστυνομικοειδές θρίλερ με πλαστές και γνήσιες Τζοκόντες... Κάπου όλα αυτά περιπλέκονται, κάπου το φιλμ είναι ή too much και, βέβαια, καθόλου πειστικό σε κάποια σημεία ή τοσο περίπλοκο που καταντά απίθανο... Δεν ξέρω, όλα αυτά όμως μου φάνηκαν άνευ λόγου πολύπλοκα. Ή, αν προτιμάτε, διέκρινα ένα είδος αναποφασιστικότητας στον σκηνοθέτη: Θέλει να κάνει αστυνομικό, μεταφυσικό θρίλερ, ταινία συνωμοσιολογίας ή τι; Ή μήπως, πολύ φοβάμαι, λίγο απ' όλα; Γενικά νομίζω ότι καλές ιδέες και καλά σημεία υπάρχουν, όλο το φιλμ όμως δεν δένει πολύ. Και η τελική ίντριγκα πολύ λίγο πιστευτή μου φάνηκε.
Δεν ξέρω αν η εν λόγω ντετέκτιβ, που, παρά τις επιμονες ερωτήσεις, δεν θα μας αποκαλύψει ποτέ τι σημαίνει αυτό το Q, έχει ή θα έχει κι άλλες ταινίες στο ενεργητικό της. Θα είναι ευπρόσδεκτες, γιατί πρόκειται για ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αλλά, ελπίζω, συνολικά να είναι καλύτερες από αυτήν εδώ.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2016
OTAN TO "INVASION OF THE BODY SNATCHERS" ΕΓΙΝΕ ΑΠΛΩΣ "INVASION"
Ο Oliver Hirschbiegel είναι ο γερμανός σκηνοθέτης που γύρισε το πολύ δυνατό "Πείραμα" και την εξαιρετική "Πτώση". Λίγο αργότερα πήγε στο Χόλιγουντ (τι πρωτότυπο) και το 2007 φτιάχνει την "Εισβολή" (The Invasion), ένα τρίτο ριμέικ των κλασικών "Invasion of the Body Snatchers" (το αυθεντικό στη δεκαετία του 50 και το πολύ καλό πρώτο ριμέικ του Κάουφμαν στη δεκαετία του 70).
Έλλογοι μικροοργανισμοί από το διάστημα φτάνουν στη γη και μολύνουν τους ανθρώπους. Μπαίνουν μέσα τους και τους μετατρέπουν - ενώ η εξωτερική εμφάνιση παραμένει ίδια - σε όντα δίχως συναισθήματα και με συλλογική συνείδηση, κάτι σαν έντομα (δεν κάνω spoiler. Αυτά τα ξέρουμε από την αρχή). Πρόκειται φυσικά για εξωγήινη εισβολή, όχι όμως με όπλα και διαστημόπλοια... Μια χωρισμένη μητέρα, ψυχίατρος στο επάγγελμα, πασχίζει με όσα μέσα διαθέτει να παραμείνει άνθρωπος, αυτή και ο μικρός γιος της, ενώ γύρω τους όλα αλλάζουν ραγδαία.
Μπορώ από την αρχή να πω ότι κατά τη γνώμη μου η διασκευή αυτή είναι σαφώς χειρότερη από αυτήν του 1978. Η παλιά διέθετε μια αληθινή ανατριχίλα, κάτι που σου πάγωνε το αίμα. Εδώ όλο αυτό έχει μετατραπεί σε ένα μάλλον άνευρο θρίλερ, που ναι μεν δεν ρίχνει το βάρος στη δράση και τα κυνηγητά (ευτυχώς), παρ' όλα αυτά όμως δεν καταφέρνει να πιάσει την στοιχειωμένη ατμόσφαιρα του προηγούμενου. Η Νικόλ Κίντμαν προσπαθεί, αλλά σίγουρα ο Ντάνιελ Κρεγκ δεν είναι Ντόναλντ Σάντερλαντ. Ούτε κατά διάνοια... Τι περιμένετε όμως από ριμέικ, που αποτελούν χαρακτηριστικές ενδείξεις της έλλειψης φαντασίας του σημερινού Χόλιγουντ; (η ταινία του 78 είπαμε ότι ήταν επίσης ριμέικ, αποτελεί όμως μία από τις σπανιότατες περιπτώσεις που το ριμέικ βγαίνει καλύτερο από το πρωτότυπο).
Σαν μοναδικό συν του φιλμ βρίσκω τον τελικό προβληματισμό του πάνω στο όλο θέμα. Βλέπετε, με τη "συλλογική συνείδηση" παύουν άμεσα οι άνθρωποι να στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον, οι πόλεμοι σταματούν πάραυτα, η ζωή κυλά ειρηνικά (και εφιαλτικά τακτοποιημένα και ρουτινιάρικα). [SPOILER SPOILER] Αμέσως μετά την ήττα των εισβολέων - όπως αντιλαμβάνεστε το τέλος έχει αλλάξει κι αυτό - ο προβληματισμός για τα συν και τα πλην της "νίκης" είναι έντονος και το τέλος είναι, τουλάχιστον, μελαγχολικό, δίνοντας, αν μη τι άλλο, τροφή για σκέψη και μια σκοτεινή νότα στο υποτιθέμενο happy end. Πάλι καλά. Κατά τα άλλα προτιμήστε σαφέστατα το φιλμ του 1978.
Έλλογοι μικροοργανισμοί από το διάστημα φτάνουν στη γη και μολύνουν τους ανθρώπους. Μπαίνουν μέσα τους και τους μετατρέπουν - ενώ η εξωτερική εμφάνιση παραμένει ίδια - σε όντα δίχως συναισθήματα και με συλλογική συνείδηση, κάτι σαν έντομα (δεν κάνω spoiler. Αυτά τα ξέρουμε από την αρχή). Πρόκειται φυσικά για εξωγήινη εισβολή, όχι όμως με όπλα και διαστημόπλοια... Μια χωρισμένη μητέρα, ψυχίατρος στο επάγγελμα, πασχίζει με όσα μέσα διαθέτει να παραμείνει άνθρωπος, αυτή και ο μικρός γιος της, ενώ γύρω τους όλα αλλάζουν ραγδαία.
Μπορώ από την αρχή να πω ότι κατά τη γνώμη μου η διασκευή αυτή είναι σαφώς χειρότερη από αυτήν του 1978. Η παλιά διέθετε μια αληθινή ανατριχίλα, κάτι που σου πάγωνε το αίμα. Εδώ όλο αυτό έχει μετατραπεί σε ένα μάλλον άνευρο θρίλερ, που ναι μεν δεν ρίχνει το βάρος στη δράση και τα κυνηγητά (ευτυχώς), παρ' όλα αυτά όμως δεν καταφέρνει να πιάσει την στοιχειωμένη ατμόσφαιρα του προηγούμενου. Η Νικόλ Κίντμαν προσπαθεί, αλλά σίγουρα ο Ντάνιελ Κρεγκ δεν είναι Ντόναλντ Σάντερλαντ. Ούτε κατά διάνοια... Τι περιμένετε όμως από ριμέικ, που αποτελούν χαρακτηριστικές ενδείξεις της έλλειψης φαντασίας του σημερινού Χόλιγουντ; (η ταινία του 78 είπαμε ότι ήταν επίσης ριμέικ, αποτελεί όμως μία από τις σπανιότατες περιπτώσεις που το ριμέικ βγαίνει καλύτερο από το πρωτότυπο).
Σαν μοναδικό συν του φιλμ βρίσκω τον τελικό προβληματισμό του πάνω στο όλο θέμα. Βλέπετε, με τη "συλλογική συνείδηση" παύουν άμεσα οι άνθρωποι να στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον, οι πόλεμοι σταματούν πάραυτα, η ζωή κυλά ειρηνικά (και εφιαλτικά τακτοποιημένα και ρουτινιάρικα). [SPOILER SPOILER] Αμέσως μετά την ήττα των εισβολέων - όπως αντιλαμβάνεστε το τέλος έχει αλλάξει κι αυτό - ο προβληματισμός για τα συν και τα πλην της "νίκης" είναι έντονος και το τέλος είναι, τουλάχιστον, μελαγχολικό, δίνοντας, αν μη τι άλλο, τροφή για σκέψη και μια σκοτεινή νότα στο υποτιθέμενο happy end. Πάλι καλά. Κατά τα άλλα προτιμήστε σαφέστατα το φιλμ του 1978.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2016
ΤΟ "CAFE SOCIETY" ΚΑΙ Ο ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΣ WOODY ALLEN
Εντάξει, τα έχουμε πει χίλιες φορές και θα τα ξαναπούμε, κουράζοντάς σας φοβάμαι: Ο Woody Allen είναι πλέον 81 χρονών, διατηρεί τη φινέτσα του και είναι πάντοτε υπερπαραγωγικός: Κάνει εδώ και χρόνια από μία ταινία τον χρόνο. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια έχει ένα τακτικό ραντεβού με το ελληνικό κοινό κάθε Σεπτέμβριο περίπου. Πιστός λοιπόν στο ραντεβού αυτό και το 2016, μας παρουσιάζει το "Cafe Society", που είναι μια γλυκόπικρη κομεντί της δεκαετίας του 30.
Τότε ο νεαρός και άβγαλτος νεοϋορκέζος Μπόμπι (εβραίος φυσικά), θα πάει στο Χόλιγουντ, όπου ο θείος του είναι πολυάσχολος μεγαλοπαραγωγός. Εκεί θα μπει για τα καλά στην κινηματογραφική βιομηχανία, ταυτόχρονα όμως θα ερωτευτεί τη νεαρή γραμματέα του θείου. Εκείνη όμως σύντομα θα του ομολογήσει ότι τα έχει με έναν παντρεμένο και μια σειρά από μπερδέματα θα ξεκινήσει. Στην άλλη πλευρά της Αμερικής ωστόσο ένας άλλος θείος είναι "διακεκριμένος" γκάνγκστερ και, με όχι και τόσο καθαρό χρήμα, θα ξεκινήσει ένα πολύ πετυχημένο εστιατόριο.
Στο "Cafe Society" υπάρχει κάπως λιγότερο χιούμορ από όσο σε άλλες ταινίες του ακούραστου δημιουργού. Το βάρος πέφετι στις αισθηματικές καταστάσεις. Όχι βέβαια ότι λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες και τα αστεία σημεία (αλοίμονο, σε φιλμ του Woody Allen βρισκόμαστε). Ο οποίος βεβαίως βρίσκει την ευκαιρία και πάλι να περιγράψει τις αγαπημένες του παλιές δεκετίες (εδώ, όπως είπαμε τα 30ς) και να πλμμυρίσει την ταινία με τζαζ της εποχής που τόσο λατρεύει. Ταυτόχρονα κάνει ένα σχόλιο πάνω στον χαμένο ρομαντισμό της νιότης και την "προσγείωση" στην αληθινή ζωή με τους αμείλικτους και αναπόφευκτους συμβιβασμούς της. Αλλά και να περιγράψει γραφικά και επίτηδες απλοϊκά μια "διχασμένη" Αμερική : Στην ανατολική ακτή, στη Νέα Υόρκη, οι γκάνγκστερς. Στη δυτική ακτή, στο Λος Άντζελες, η βιομηχανία του σινεμά και των ονειρων. Η πρώτη είναι βίαιη, άγρια, η άλλη απλώς ψεύτικη, πλαστή και υποκριτική. Αμφότερες λατρεύουν το χρήμα.
Εντύπωση προκαλεί η εξαιρετική φωτογραφία του μεγάλου Βιτόριο Στοράρο, ο οποίος φτιάχνει μια "καθαρή", πλούσια σε χρώματα εικόνα, τόσο καθαρή ώστε να τονίζεται το νοσταλγικό, αλλά και το "ψεύτικο" στοιχείο της. Τα πάντα είναι (ηθελημένα βέβαια) σαν καρτ ποστάλ.
Φυσικά δεν είναι από τις μεγάλες ταινίες του Allen (δεν περιμένουμε κάτι τέτοιο σε τέτοιες ηλικίες). Είναι όμως τρυφερή, ευχάριστη, με υπέροχη ατμόσφαιρα εποχής και βλέπεται, για πολλοστή φορά στο έργο του, ευχάριστα. Πόσοι το καταφέρνουν αυτό με τόση σταθερότητα και με 52 φιλμ πίσω τους; Πάντως, αν ήθελα να τη χαρακτηρίσω με μια μόνο λέξη θα διάλεγα τη λέξη "γλυκόπικρη".
Τότε ο νεαρός και άβγαλτος νεοϋορκέζος Μπόμπι (εβραίος φυσικά), θα πάει στο Χόλιγουντ, όπου ο θείος του είναι πολυάσχολος μεγαλοπαραγωγός. Εκεί θα μπει για τα καλά στην κινηματογραφική βιομηχανία, ταυτόχρονα όμως θα ερωτευτεί τη νεαρή γραμματέα του θείου. Εκείνη όμως σύντομα θα του ομολογήσει ότι τα έχει με έναν παντρεμένο και μια σειρά από μπερδέματα θα ξεκινήσει. Στην άλλη πλευρά της Αμερικής ωστόσο ένας άλλος θείος είναι "διακεκριμένος" γκάνγκστερ και, με όχι και τόσο καθαρό χρήμα, θα ξεκινήσει ένα πολύ πετυχημένο εστιατόριο.
Στο "Cafe Society" υπάρχει κάπως λιγότερο χιούμορ από όσο σε άλλες ταινίες του ακούραστου δημιουργού. Το βάρος πέφετι στις αισθηματικές καταστάσεις. Όχι βέβαια ότι λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες και τα αστεία σημεία (αλοίμονο, σε φιλμ του Woody Allen βρισκόμαστε). Ο οποίος βεβαίως βρίσκει την ευκαιρία και πάλι να περιγράψει τις αγαπημένες του παλιές δεκετίες (εδώ, όπως είπαμε τα 30ς) και να πλμμυρίσει την ταινία με τζαζ της εποχής που τόσο λατρεύει. Ταυτόχρονα κάνει ένα σχόλιο πάνω στον χαμένο ρομαντισμό της νιότης και την "προσγείωση" στην αληθινή ζωή με τους αμείλικτους και αναπόφευκτους συμβιβασμούς της. Αλλά και να περιγράψει γραφικά και επίτηδες απλοϊκά μια "διχασμένη" Αμερική : Στην ανατολική ακτή, στη Νέα Υόρκη, οι γκάνγκστερς. Στη δυτική ακτή, στο Λος Άντζελες, η βιομηχανία του σινεμά και των ονειρων. Η πρώτη είναι βίαιη, άγρια, η άλλη απλώς ψεύτικη, πλαστή και υποκριτική. Αμφότερες λατρεύουν το χρήμα.
Εντύπωση προκαλεί η εξαιρετική φωτογραφία του μεγάλου Βιτόριο Στοράρο, ο οποίος φτιάχνει μια "καθαρή", πλούσια σε χρώματα εικόνα, τόσο καθαρή ώστε να τονίζεται το νοσταλγικό, αλλά και το "ψεύτικο" στοιχείο της. Τα πάντα είναι (ηθελημένα βέβαια) σαν καρτ ποστάλ.
Φυσικά δεν είναι από τις μεγάλες ταινίες του Allen (δεν περιμένουμε κάτι τέτοιο σε τέτοιες ηλικίες). Είναι όμως τρυφερή, ευχάριστη, με υπέροχη ατμόσφαιρα εποχής και βλέπεται, για πολλοστή φορά στο έργο του, ευχάριστα. Πόσοι το καταφέρνουν αυτό με τόση σταθερότητα και με 52 φιλμ πίσω τους; Πάντως, αν ήθελα να τη χαρακτηρίσω με μια μόνο λέξη θα διάλεγα τη λέξη "γλυκόπικρη".
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016
"ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" ΚΑΙ ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ
Ο Stephen Hopkins δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερος σκηνοθέτης και στο ενεργητικό του έχει και μερικά no 2, sequel εννοώ, που δεν δείχνουν και πολύ καλά πράγματα... Το 1996 πάντως γυρίζει μια ταινία με μάλλον ασυνήθιστο θέμα, που βασίζεται μάλιστα σε αληθινά γεγονότα. Το "The Ghost and the Darkness" είναι γυρισμένο στη μαύρη Αφρική και αφηγείται μια αρκετά τρομακτική ιστορία (όχι, δεν πρόκειται για ταινία τρόμου, το τονίζω).
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός μηχανικός στέλνεται από τη βρετανική εταιρία του σην καρδιά της Αφρικής για να χτίσει μια σιδηροδρομική γέφυρα, και μάλιστα με deadline, αφού υπάρχει αποικιοκρατικός ανταγωνισμός και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο σύντομα διαπιστώνει ότι τίποτα δεν προχωρά σωστά, ενώ οι εκατοντάδες εργάτες, ινδοί κυρίως, είναι τρομοκρατημένοι και στα πρόθυρα του να τα παρατήσουν και να φύγουν. Αιτία οι συνεχείς επιθέσεις ενός λιονταριού, που ήδη έχει σκοτώσει κάμποσους απ' αυτούς. Ο μηχανικός θα βρει βοήθεια στο προσωπο ενός ιδιόρρυθμου, έμπειρου και στα όρια του θρύλου για τους ντόπιους κυνηγού, λευκού επίσης, τα πράγματα όμως θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα και επικίνδυνα όταν θα διαπιστώσουν ότι τα λιοντάρια είναι δύο και οχι ένα, ενώ οι "καταναλώσεις" εργατών συνεχίζονται ακάθεκτες...
Η ταινία βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές είναι καλοί στους ρόλους τους (Βαλ Κίλμερ και Μάικλ Ντάγκλας). Επίσης βρήκα πολύ καλές τις σκηνές κυνηγιού και αναμονής, την ένταση, τον τρόμο μερικές φορές, που αποτυπώνονται όταν κάποιοι περιμένουν... τι ; Την εμφάνιση του λιονταριού ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε μερικά σημεία μάλιστα το φιλμ αποκτά σχεδόν μεταφυσική χροιά, κυρίως μέσα από τη στάση και τα πιστεύω των ιθαγενών και των εργατών. Τα ζώα - δολοφόνοι θεωρούνται κάτι σαν εκδικητικά πνεύματα, φαντάσματα ίσως. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι ορισμένες φορές έντονη, αλλά οι εξηγήσεις δεν μπαίνουν ποτέ στο μεταφυσικό πεδίο. Πάντως προσθέτω αυτή τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα στα θετικά της ταινίας.
Από την άλλη δεν υπάρχουν παρά ελέχιστες, ανύπαρκτες σχεδον νύξεις για το πολιτικό κομμάτι της όλης ιστορίας : Την αποικιοκρατία, τη συμπεριφορά των λευκών στους ντόπιους και στους ξένους εργάτες, την κατακτητική και απομυζητική τους πολιτική. Όλα στο φιλμ γίνονται για το καλό της βρετανικής αυτοκρατορίας κι αυτό θεωρείται δεδομένο, δίχως να αμφισβητείται από κανέναν ή να τίθεται κάποιο περαιτέρω ερώτημα.
Συνολικά είδα μεν την ταινία με ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη θεωρήσω κάτι πολύ σπουδαίο. Τη συνιστώ, δίχως να περιμένετε σε καμία περίπτωση κάποιο αριστούργημα. Για την ιστορία πάντως, στην πραγματικότητα τα εφιαλτικά λιοντάρια του Τσάβο κατασπάραξαν πάνω από 100 ανθρώπους και σήμερα μπορεί κανείς να τα δει ακόμα βαλσαμωμένα σε ένα αμερικάνικο μουσείο.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός μηχανικός στέλνεται από τη βρετανική εταιρία του σην καρδιά της Αφρικής για να χτίσει μια σιδηροδρομική γέφυρα, και μάλιστα με deadline, αφού υπάρχει αποικιοκρατικός ανταγωνισμός και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο σύντομα διαπιστώνει ότι τίποτα δεν προχωρά σωστά, ενώ οι εκατοντάδες εργάτες, ινδοί κυρίως, είναι τρομοκρατημένοι και στα πρόθυρα του να τα παρατήσουν και να φύγουν. Αιτία οι συνεχείς επιθέσεις ενός λιονταριού, που ήδη έχει σκοτώσει κάμποσους απ' αυτούς. Ο μηχανικός θα βρει βοήθεια στο προσωπο ενός ιδιόρρυθμου, έμπειρου και στα όρια του θρύλου για τους ντόπιους κυνηγού, λευκού επίσης, τα πράγματα όμως θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα και επικίνδυνα όταν θα διαπιστώσουν ότι τα λιοντάρια είναι δύο και οχι ένα, ενώ οι "καταναλώσεις" εργατών συνεχίζονται ακάθεκτες...
Η ταινία βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές είναι καλοί στους ρόλους τους (Βαλ Κίλμερ και Μάικλ Ντάγκλας). Επίσης βρήκα πολύ καλές τις σκηνές κυνηγιού και αναμονής, την ένταση, τον τρόμο μερικές φορές, που αποτυπώνονται όταν κάποιοι περιμένουν... τι ; Την εμφάνιση του λιονταριού ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε μερικά σημεία μάλιστα το φιλμ αποκτά σχεδόν μεταφυσική χροιά, κυρίως μέσα από τη στάση και τα πιστεύω των ιθαγενών και των εργατών. Τα ζώα - δολοφόνοι θεωρούνται κάτι σαν εκδικητικά πνεύματα, φαντάσματα ίσως. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι ορισμένες φορές έντονη, αλλά οι εξηγήσεις δεν μπαίνουν ποτέ στο μεταφυσικό πεδίο. Πάντως προσθέτω αυτή τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα στα θετικά της ταινίας.
Από την άλλη δεν υπάρχουν παρά ελέχιστες, ανύπαρκτες σχεδον νύξεις για το πολιτικό κομμάτι της όλης ιστορίας : Την αποικιοκρατία, τη συμπεριφορά των λευκών στους ντόπιους και στους ξένους εργάτες, την κατακτητική και απομυζητική τους πολιτική. Όλα στο φιλμ γίνονται για το καλό της βρετανικής αυτοκρατορίας κι αυτό θεωρείται δεδομένο, δίχως να αμφισβητείται από κανέναν ή να τίθεται κάποιο περαιτέρω ερώτημα.
Συνολικά είδα μεν την ταινία με ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη θεωρήσω κάτι πολύ σπουδαίο. Τη συνιστώ, δίχως να περιμένετε σε καμία περίπτωση κάποιο αριστούργημα. Για την ιστορία πάντως, στην πραγματικότητα τα εφιαλτικά λιοντάρια του Τσάβο κατασπάραξαν πάνω από 100 ανθρώπους και σήμερα μπορεί κανείς να τα δει ακόμα βαλσαμωμένα σε ένα αμερικάνικο μουσείο.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2016
"ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ" : Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ "ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗΣ" ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ
Το 2012 η ντοκιμαντερίστας (κυρίως) Μαρία Ηλιού φτιάχνει το δεύτερο μέρος της ταινίας της "Σμύρνη: Η καταστροφή μιας μεγαλούπολης". Τούτο εδώ ονομάζεται "Από τις δύο πλευρές του Αιγαίου". Ο υπότιτλος είναι ιδιαίτερα εύγλωττος, δίνοντας το αληθινό θέμα του φιλμ: "Διωγμός και ανταλλαγή πληθυσμών, Τουρκία - Ελλάδα, 1922-1924".
Η μικρασιατική καταστροφή συνέβη το 1922 και περιγράφηκε διεξοδικά στο πρώτο φιλμ. Τι συνέβη όμως μετά; Μετά από διεθνή συμφωνία αποφασίστηκε η γνωστή μας ανταλλαγή πληθυσμών. Όσοι έλληνες είχαν απομείνει στην Τουρκία μετά την καταστροφή θα κατοικούσαν στην Ελλάδα, ενώ οι τούρκοι της Ελλάδας θα μετακόμιζαν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Αμοιβαία εξαίρεση αποτελούσαν οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι τούρκοι της Θράκης, μειονότητες που υπαρχουν μέχρι σήμερα. Ναι, αλλά τόσο οι έλληνες όσο και οι τούρκοι ήταν ριζωμένοι στα τουρκικά ή ελληνικά μέρη τους αντίστιοιχα εδώ και γενιές. Εκεί ήταν τα σπίτια, οι πατρίδες τους. Αυτό που θεωρήθηκε δίκαιο και σωστό, η ανταλλαγή πληθυσμών, υπήρξε ουσιαστικά ένας αμοιβαίος, βίαιος ξεριζωμός.
Η ταινία διαθέτει μια κλασική, δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις τεχνική: Μαρτυρίες προσώπων που επέζησαν ή παιδιά αυτών, σπάνιο μερικές φορές φωτογραφικό και κινματογραφικό υλικό της εποχής και συνεντεύξεις με ιστορικούς και μελετητές, μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός και βασικός συνεργάτης της Ηλιού και στις δύο ταινίες Αλέξανδρος Κιτρόεφ. Μερικές από τις μαρτυρίες αυτές είναι πραγματικά συγκινητικές.
Τι βγαίνει απ' όλο αυτό; Πού πραγματικά θέλουν να επικεντρώσουν οι δημιουργοί; Στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι η περίφημη "ανταλλαγή" μπορεί να έλυσε ένα μείζον θέμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο ή σφαγές μειονοτικών πληθυσμών εκατέρωθεν, πλην όμως δημιούργησε αληθινή δυστυχία: Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις ανθρώπους να αφηγούνται το πόσο βάναυσο, απάνθρωπο είναι να σου λένε ξαφνικά "Μάζεψε όσα πράγματα μπορείς. Αύριο φεύγετε για ένα παντελώς άγνωστο μέρος της Ελλάδας (η της Τουρκίας αντίστοιχα)". Και είναι θλιβερό να διαπιστώνεις ότι οι ξεριζωμένοι και των δυο πλευρών ομόφωνα νοσταλγούν πάντα τις πατρίδες που άφησαν στην Ελλάδα και την Τουρκία, κάπου στην Κρήτη οι τούρκοι, κάπου στην Καπαδοκία οι έλληνες. Εκεί ήταν τα πραγματικά τους σπίτια.
Από την άλλη είναι παρήγορο να βλέπεις ανθρώπους που, δεκαετίες μετά, πήγαν στα μακρινά χωριά τους, βρήκαν τα σπίτια των παπούδων τους, μίλησαν με τους τωρινούς κάτοικους, μερικοί μάλιστα ανέπτυξαν και φιλικές σχέσεις μαζί τους. Ο χρόνος γιατρεύει (τους απογόνους, αφού η πρώτη γενιά ξεριζωμένων δεν ξέρω αν γιατρεύτηκε ποτέ). Τώρα, μετά τόσες δεκετίες, μπορούμε τουλάχιστον να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα αυτά. Για μια δίκαιη απόφαση των πολιτικών, η οποία ωστόσο βύθισε σε δυστυχία τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.
Δείτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα για καθαρά ιστορικούς και πληροφοριακούς λόγους, για την αποκάλυψη μιας κρυμμένης τραγωδίας. Ίσως βέβαια και να κουραστείτε απο ένα σημείο και πέρα, παρά τον πλούτο μαρτυριών και πληροφοριών. Είπαμε: Κινηματογραφικά είναι απόλυτα αναμενόμενο, δίχως πρωτοτυπία.
Η μικρασιατική καταστροφή συνέβη το 1922 και περιγράφηκε διεξοδικά στο πρώτο φιλμ. Τι συνέβη όμως μετά; Μετά από διεθνή συμφωνία αποφασίστηκε η γνωστή μας ανταλλαγή πληθυσμών. Όσοι έλληνες είχαν απομείνει στην Τουρκία μετά την καταστροφή θα κατοικούσαν στην Ελλάδα, ενώ οι τούρκοι της Ελλάδας θα μετακόμιζαν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Αμοιβαία εξαίρεση αποτελούσαν οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι τούρκοι της Θράκης, μειονότητες που υπαρχουν μέχρι σήμερα. Ναι, αλλά τόσο οι έλληνες όσο και οι τούρκοι ήταν ριζωμένοι στα τουρκικά ή ελληνικά μέρη τους αντίστιοιχα εδώ και γενιές. Εκεί ήταν τα σπίτια, οι πατρίδες τους. Αυτό που θεωρήθηκε δίκαιο και σωστό, η ανταλλαγή πληθυσμών, υπήρξε ουσιαστικά ένας αμοιβαίος, βίαιος ξεριζωμός.
Η ταινία διαθέτει μια κλασική, δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις τεχνική: Μαρτυρίες προσώπων που επέζησαν ή παιδιά αυτών, σπάνιο μερικές φορές φωτογραφικό και κινματογραφικό υλικό της εποχής και συνεντεύξεις με ιστορικούς και μελετητές, μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός και βασικός συνεργάτης της Ηλιού και στις δύο ταινίες Αλέξανδρος Κιτρόεφ. Μερικές από τις μαρτυρίες αυτές είναι πραγματικά συγκινητικές.
Τι βγαίνει απ' όλο αυτό; Πού πραγματικά θέλουν να επικεντρώσουν οι δημιουργοί; Στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι η περίφημη "ανταλλαγή" μπορεί να έλυσε ένα μείζον θέμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο ή σφαγές μειονοτικών πληθυσμών εκατέρωθεν, πλην όμως δημιούργησε αληθινή δυστυχία: Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις ανθρώπους να αφηγούνται το πόσο βάναυσο, απάνθρωπο είναι να σου λένε ξαφνικά "Μάζεψε όσα πράγματα μπορείς. Αύριο φεύγετε για ένα παντελώς άγνωστο μέρος της Ελλάδας (η της Τουρκίας αντίστοιχα)". Και είναι θλιβερό να διαπιστώνεις ότι οι ξεριζωμένοι και των δυο πλευρών ομόφωνα νοσταλγούν πάντα τις πατρίδες που άφησαν στην Ελλάδα και την Τουρκία, κάπου στην Κρήτη οι τούρκοι, κάπου στην Καπαδοκία οι έλληνες. Εκεί ήταν τα πραγματικά τους σπίτια.
Από την άλλη είναι παρήγορο να βλέπεις ανθρώπους που, δεκαετίες μετά, πήγαν στα μακρινά χωριά τους, βρήκαν τα σπίτια των παπούδων τους, μίλησαν με τους τωρινούς κάτοικους, μερικοί μάλιστα ανέπτυξαν και φιλικές σχέσεις μαζί τους. Ο χρόνος γιατρεύει (τους απογόνους, αφού η πρώτη γενιά ξεριζωμένων δεν ξέρω αν γιατρεύτηκε ποτέ). Τώρα, μετά τόσες δεκετίες, μπορούμε τουλάχιστον να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα αυτά. Για μια δίκαιη απόφαση των πολιτικών, η οποία ωστόσο βύθισε σε δυστυχία τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.
Δείτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα για καθαρά ιστορικούς και πληροφοριακούς λόγους, για την αποκάλυψη μιας κρυμμένης τραγωδίας. Ίσως βέβαια και να κουραστείτε απο ένα σημείο και πέρα, παρά τον πλούτο μαρτυριών και πληροφοριών. Είπαμε: Κινηματογραφικά είναι απόλυτα αναμενόμενο, δίχως πρωτοτυπία.
Τετάρτη, Αυγούστου 31, 2016
ΘΗΛΥΚΟ ΑΛΛΑ "ΚΡΥΟ" "GHOSTBUSTER"
Το 1984 το αυθεντικό "Ghostbusters" του Ivan Reitman είχε γίνει μια από τις χαρακτηριστικότερες και πιο πετυχημένες ταινίες των 80ς (του εμπορικού σινεμά εννοώ προφανώς). Τριαντατόσα χρόνια μετά, το 2016, το αδηφάγο και σαφέστατα πάσχον από έλλειψη φαντασίας Χόλιγουντ αποφασίζει να φτιάξει κάτι σαν ριμέικ ή επανεκκίνηση ή όπως θέλετε (σιγά μην το άφηνε δηλαδή. Απορώ που δεν το "πείραξε" τόσα χρόνια). Έτσι αναλαμβάνει ο Paul Feig του "Spy" και το καινούρο "Ghostbusters" είναι έτοιμο.
Η βασική ιδέα είναι εδώ το πρωτότυπο καστ να γίνει θηλυκό. Οι νέες Ghostbusters είναι τρεις αρχικά και τέσσερις εν τέλει γυναίκες. Οι δύο απ' αυτές πιστεύουν στο μεταφυσικό και θέλουν να "πιάσουν" φαντάσματα για να αποδείξουν ότι υπάρχουν, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνουν. Η τρίτη θέλει να γίνει σοβαρή επιστήμονας και να διδάξει σε πανεπιστήμιο, το παρελθόν όμως δεν την αφήνει. Έτσι, με την προσθήκη και μιας πρώην εργαζόμενης στο μετρό (α, ναι, υπάρχει και ο σέξι αλλά πανηλίθιος βοηθός) θα γίνουν η ομάδα Ghostbusters, η μόνη ικανή να αντιμετωπίσει μια εισβολή φαντασμάτων στη Νέα Υόρκη.
Υποτίθεται ότι η ταινία πρέπει να είναι ξεκαρδιστική (και φεμινιστική) κωμωδία. Προσωπικά μου φάνηκε απίστευτα κρύα ή, εν πάσει περιπτώσει, με ελάχιστα αστεία γέλασα. Το χιούμορ είναι, σύμφωνα με τα δικά μου γούστα, πολύ χοντρό, ενώ η ιστορία λίγο - πολύ μένει πιστή στην παλιά ταινία. Φυσικά υπάρχουν πολλές κινηματογραφικές αναφορές (και πού δεν υπάρχουν τελευταία), κυρίως βεβαίως στο φιλμ του 84. Ακόμα και οι Ακρόιντ, Μάρεϊ και Σιγκούρνι Γουίβερ θα κάνουν τις cameo εμφανίσεις τους για να "κλείσουν το μάτι", υποτίθεται, στον θεατή. Ωστόσο βρήκα τα πάντα "εύκολα", το φιλμ ασύνδετο, κάπως σαν αχταρμάς, το σενάριο αφελές (είναι πολύ εύκολο, ας πούμε, κάθε τρεις και λίγο η επιστήμονας της ομάδας να ξεπετά ένα νέο υπερόπλο εναντίον των φαντασμάτων ξεφουρνίζοντας επιστημονικοφανείς ατάκες. Ίσως είναι αστείο αρχικά, γρήγορα όμως γίνεται βαρετή επανάληψη). Βρήκα επίσης τις ηθοποιίες πολύ κακές ή, για να επαναλάβω τη λέξη που χρησιμοποίησα πριν, κρύες. Όσο για τις τελευταίες σκηνές, εντάξει, τα εύκολα και κατά κόρον χρησιμοποιούμενα ψηφιακά εφέ μετατρέπουν το Μανχάταν σε κάτι σαν λούνα παρκ με φαντάσματα που πετούν και τρέχουν παντού. Και φυσικά, όλο αυτό το πανηγύρι δεν μπορεί να μας δώσει ούτε κατά διάνοια μια μικρή έστω ανατριχίλα.
Εντάξει, έχω συχνότατα τις αντιρήσεις μου στα ριμέικ, ειδικά αυτό εδώ όμως το βρήκα εντελώς ανέμπνευστο και, από άποψη χιούμορ τουλάχιστον, κακόγουστο. Και μια που μιλάμε για το δίδυμο Feig - McCarthy, το προηγούμενο "Spy", ενώ διέθετε σχετικά παρόμοιο χιούμορ, με διασκέδασε πολύ περισσότερο.
Η βασική ιδέα είναι εδώ το πρωτότυπο καστ να γίνει θηλυκό. Οι νέες Ghostbusters είναι τρεις αρχικά και τέσσερις εν τέλει γυναίκες. Οι δύο απ' αυτές πιστεύουν στο μεταφυσικό και θέλουν να "πιάσουν" φαντάσματα για να αποδείξουν ότι υπάρχουν, αλλά δεν τα πολυκαταφέρνουν. Η τρίτη θέλει να γίνει σοβαρή επιστήμονας και να διδάξει σε πανεπιστήμιο, το παρελθόν όμως δεν την αφήνει. Έτσι, με την προσθήκη και μιας πρώην εργαζόμενης στο μετρό (α, ναι, υπάρχει και ο σέξι αλλά πανηλίθιος βοηθός) θα γίνουν η ομάδα Ghostbusters, η μόνη ικανή να αντιμετωπίσει μια εισβολή φαντασμάτων στη Νέα Υόρκη.
Υποτίθεται ότι η ταινία πρέπει να είναι ξεκαρδιστική (και φεμινιστική) κωμωδία. Προσωπικά μου φάνηκε απίστευτα κρύα ή, εν πάσει περιπτώσει, με ελάχιστα αστεία γέλασα. Το χιούμορ είναι, σύμφωνα με τα δικά μου γούστα, πολύ χοντρό, ενώ η ιστορία λίγο - πολύ μένει πιστή στην παλιά ταινία. Φυσικά υπάρχουν πολλές κινηματογραφικές αναφορές (και πού δεν υπάρχουν τελευταία), κυρίως βεβαίως στο φιλμ του 84. Ακόμα και οι Ακρόιντ, Μάρεϊ και Σιγκούρνι Γουίβερ θα κάνουν τις cameo εμφανίσεις τους για να "κλείσουν το μάτι", υποτίθεται, στον θεατή. Ωστόσο βρήκα τα πάντα "εύκολα", το φιλμ ασύνδετο, κάπως σαν αχταρμάς, το σενάριο αφελές (είναι πολύ εύκολο, ας πούμε, κάθε τρεις και λίγο η επιστήμονας της ομάδας να ξεπετά ένα νέο υπερόπλο εναντίον των φαντασμάτων ξεφουρνίζοντας επιστημονικοφανείς ατάκες. Ίσως είναι αστείο αρχικά, γρήγορα όμως γίνεται βαρετή επανάληψη). Βρήκα επίσης τις ηθοποιίες πολύ κακές ή, για να επαναλάβω τη λέξη που χρησιμοποίησα πριν, κρύες. Όσο για τις τελευταίες σκηνές, εντάξει, τα εύκολα και κατά κόρον χρησιμοποιούμενα ψηφιακά εφέ μετατρέπουν το Μανχάταν σε κάτι σαν λούνα παρκ με φαντάσματα που πετούν και τρέχουν παντού. Και φυσικά, όλο αυτό το πανηγύρι δεν μπορεί να μας δώσει ούτε κατά διάνοια μια μικρή έστω ανατριχίλα.
Εντάξει, έχω συχνότατα τις αντιρήσεις μου στα ριμέικ, ειδικά αυτό εδώ όμως το βρήκα εντελώς ανέμπνευστο και, από άποψη χιούμορ τουλάχιστον, κακόγουστο. Και μια που μιλάμε για το δίδυμο Feig - McCarthy, το προηγούμενο "Spy", ενώ διέθετε σχετικά παρόμοιο χιούμορ, με διασκέδασε πολύ περισσότερο.
Δευτέρα, Αυγούστου 29, 2016
ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ STAR TREK, ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ "BEYOND"
Ότι έχω βαρεθεί οικτρά τις διάφορες κινηματογραφικές σειρές και τα remake και τα prequel και όλα τα σχετικά το έχω πει δεκάδες φορές. Την απέχθειά μου αυτή επιβεβαίωσε και το "Star Trek. Beyond" του 2016, με σκηνοθέτη αυτή τη φορά τον Justin Lin, "δημιουργό" διαφόρων "Fast and Furious" no 4, 5 και άλλων... Για να καταλάβετε δηλαδή.
Στη συγκεκριμένη "συνέχεια" το διαστημόπλοιο Enterprise, προσπαθώντας να σώσει ένα σκάφος που κινδυνεύει, πέφτει στην σατανική παγίδα του κακού πολέμαρχου Κραλ, που μισεί θανάσιμα την Ένωση. Το σκάφος ουσιαστικά καταστρέφεται, το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος αιχμαλωτίζεται, και ο καπετάνιος Κερκ με τον βαριά πληγωμένο Σποκ, αποκλεισμένοι σε έναν πλανήτη, πασχίζουν να σώσουν ό, τι μπορούν.
Στη συγγραφή του σεναρίου έχει συμβάλλει και ο συμπαθής Simon Pegg, ο οποίος παίζει κιόλας στο φιλμ, ωστόσο φοβάμαι ότι καμιά πρωτοτυπία δεν υπάρχει αυτή τη φορά. Η περιπέτεια κυλά ρουτινιέρικα, η δράση και το θέαμα φυσικά υπάρχουν, οι αφέλειες επίσης, το τέλος είναι απόλυτα αναμενόμενο και καθόλου ανατρεπτικό... Α, ναι, υπάρχει και η τελική λύση που δίνεται από το... "Sabotage" των Beastie Boys, αν αυτό το θεωρείται φοβερό εύρημα. Υπάρχει και κάποιο χιούμορ για να μην ξεχνιόμαστε, υπάρχουν τα γνωστά ηθικά διλήμματα διαφόρων χαρακτήρων... αν είστε εξοικειωμένοι είτε με την τηλεοπτική είτε την κινηματογραφική σειρά, τα ξέρετε πολύ καλά όλα αυτά.
Ας ανακεφαλαιώσουμε: Η ταινία δεν είναι εντελώς κακή. Αν πάτε απλώς για να περάσετε ένα ευχάριστο δίωρο και τίποτα (απολύτως) άλλο, βλέπεται. Όπως επίσης κι αν είστε φανατικοί trekies. Άλλωστε, το είπαμε, δράση και θέαμα είναι εξασφαλισμένα. Το πρόβλημα για μένα είναι η επανάληψη, η απόλυτη απουσία οποιασδήποτε πρωτοτυπίας, σεναριακής ή οπτικής. Οι ίδιοι χαρακτήρες, το ίδιο ακριβώς στιλ... Ακόμα και το πόστερ είναι μια παραλλαγή της πρώτης Star Trek ταινίας της δεκαετίας του 70! Μέχρι πότε; Αυτό αποτελεί γενικότερο προβληματισμό για την εμφανέστατη έλλειψη φαντασίας στο Χόλιγουντ του 21ου αιώνα, αλλά και για τη συγκεκριμένη σειρά ειδικότερα, που τη βρίσκω πλέον αρκετά κουρασμένη. Πάμε παρακάτω (ελπίζω).
Σάββατο, Ιουλίου 30, 2016
ΔΙΑΚΟΠΕΣ
Πιστό στις παραδόσεις, το μπλογκ αναχωρεί για διακοπές στη θάλασσα. Τον Αύγουστο ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως και όχι. Ποιος ξέρει; Να περάσετε όσο πιο καλά γίνεται όπου και να πάτε (ή δεν πάτε). Όπως λοιπόν ανακοίνωναν τα παλιά χειμερινά σινεμά... "Ραντεβού τον Σεπτέμβριο".
Παρασκευή, Ιουλίου 29, 2016
"ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΑΠΟ ΚΟΚΚΑΛΟ": ΕΝΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΤΡΟΜΟΥ
Ο S. Craig Zahler είναι πρωτοεμφανιζόμενος σαν σκηνοθέτης. Είναι όμως, όπως διαβάζω, και σεναριογράφος και μουσικός (heavy metal μάλιστα) και συγγραφέας αστυνομικών, γουέστερν και επιστημονικής φαντασίας. Το "Τσεκούρι από Κόκκαλο" (Bone Tomahawk) του 2015 κάνει την είσοδό του στο χώρο της σκηνοθεσίας σχεδόν σοκαριστική, αφού η βία του είναι τέτοια που μάλλον στις ταινίες τρόμου θα έπρεπε να το κατατάξουμε.
Σε μια απομακρυσμένη, τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ στα τέλη του 19ου αιώνα ένας ξένος κάνει την (ύποπτη) εμφάνισή του, πυροβολείται από τον σερίφη και φυλακίζεται. Τη νύχτα ο βοηθός του σερίφη, ο φυλακισμένος και η γιατρός της πόλης θα εξαφανιστούν από το κελί. Όλα δείχνουν ότι έχουν απαχθεί από μια φυλή κανίβαλων, εξαθλιωμένων ινδιάνων. Ο σερίφης, ο ηλικιωμένος δεύτερος βοηθός του, ο τραυματισμένος στο πόδι σύζυγος της γιατρού και ένας "αφ' υψηλού" τύπος, έντονα ρατσιστής, θα ξεκινήσουν για απάτητες μέχρι τότε περιοχές, ψάχνοντας το λημέρι της φριχτής φυλής, για να σώσουν τους απαχθέντες.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή η έντονη βία ξεχειλίζει από το ιδιόρρυθμο αυτό γουέστερν. Φυσικά από το φιλμ απουσιάζει κάθε ηθική και ηρωισμός. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται πιο ανελέητη, σκληρή, βίαιη και τραχιά από ποτέ. Ο ρεαλισμός σε κάθε τι περισσεύει. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και η "ταραντινική" φλέβα, με τις συχνά άσχετες συζητήσεις των ανδρών και το υπόγειο χιούμορ (κυρίως από τον ηλικιωμένο βοηθό). Όσο για την τελική συνάντηση των "πολιτισμένων" ανθρώπων με τη φρίκη της λίθινης εποχής, ε, εκεί θα δείτε εφιαλτικές σκηνές αληθινού σπλάτερ (με κανίβαλους), που φτάνουν στα όρια του να μην αντέχονται. Πάντως σπάνια οι αμερικάνικες ρίζες (το Ουέστ δηλαδή) έχουν δειχτεί τόσο απογυμνωμένες από κάθε καλό, τόσο άγριες και αμοραλιστικές (βία, ρατσισμός, αθλιότητα...).
Η πορεία των 4 ανδρών προς την κόλαση είναι βασανιστική, γεμάτη εμπόδια και αίμα, η τελική κατάληξη ακόμα χειρότερη. Τόσο, που δεν θα σας συνιστούσα την ταινία αν δεν διαθέτετε γερο στομάχι. Ο σαρκασμός στις αντιηρωικές απαρχές της Αμερικής είναι έντονος, υπόσχομαι ότι θα παρακολουθώ τον Zahler μετά το εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα: Δείτε το με δική σας ευθύνη. Όπως είπα μάλλον για τρόμου (σπλάτερ) πρόκειται (ειδικά προς το τέλος) παρά για γουέστερν.
Σε μια απομακρυσμένη, τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ στα τέλη του 19ου αιώνα ένας ξένος κάνει την (ύποπτη) εμφάνισή του, πυροβολείται από τον σερίφη και φυλακίζεται. Τη νύχτα ο βοηθός του σερίφη, ο φυλακισμένος και η γιατρός της πόλης θα εξαφανιστούν από το κελί. Όλα δείχνουν ότι έχουν απαχθεί από μια φυλή κανίβαλων, εξαθλιωμένων ινδιάνων. Ο σερίφης, ο ηλικιωμένος δεύτερος βοηθός του, ο τραυματισμένος στο πόδι σύζυγος της γιατρού και ένας "αφ' υψηλού" τύπος, έντονα ρατσιστής, θα ξεκινήσουν για απάτητες μέχρι τότε περιοχές, ψάχνοντας το λημέρι της φριχτής φυλής, για να σώσουν τους απαχθέντες.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή η έντονη βία ξεχειλίζει από το ιδιόρρυθμο αυτό γουέστερν. Φυσικά από το φιλμ απουσιάζει κάθε ηθική και ηρωισμός. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται πιο ανελέητη, σκληρή, βίαιη και τραχιά από ποτέ. Ο ρεαλισμός σε κάθε τι περισσεύει. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και η "ταραντινική" φλέβα, με τις συχνά άσχετες συζητήσεις των ανδρών και το υπόγειο χιούμορ (κυρίως από τον ηλικιωμένο βοηθό). Όσο για την τελική συνάντηση των "πολιτισμένων" ανθρώπων με τη φρίκη της λίθινης εποχής, ε, εκεί θα δείτε εφιαλτικές σκηνές αληθινού σπλάτερ (με κανίβαλους), που φτάνουν στα όρια του να μην αντέχονται. Πάντως σπάνια οι αμερικάνικες ρίζες (το Ουέστ δηλαδή) έχουν δειχτεί τόσο απογυμνωμένες από κάθε καλό, τόσο άγριες και αμοραλιστικές (βία, ρατσισμός, αθλιότητα...).
Η πορεία των 4 ανδρών προς την κόλαση είναι βασανιστική, γεμάτη εμπόδια και αίμα, η τελική κατάληξη ακόμα χειρότερη. Τόσο, που δεν θα σας συνιστούσα την ταινία αν δεν διαθέτετε γερο στομάχι. Ο σαρκασμός στις αντιηρωικές απαρχές της Αμερικής είναι έντονος, υπόσχομαι ότι θα παρακολουθώ τον Zahler μετά το εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα: Δείτε το με δική σας ευθύνη. Όπως είπα μάλλον για τρόμου (σπλάτερ) πρόκειται (ειδικά προς το τέλος) παρά για γουέστερν.
Τετάρτη, Ιουλίου 27, 2016
ΠΩΣ ΤΟ "ALIEN" ΕΓΙΝΕ "ALIENS"
Θα πω κατ' αρχή ότι η σειρά των 4 "Alien" είναι μία από τις ελάχιστες στην οποία και οι 4 ταινίες έχουν ενδιαφέρον και δεν είναι κακέκτυπα της πρώτης (ναι μεν προτιμώ την πρώτη, αλλά σε καμία περίπτωση οι συνέχειες δεν είναι κακές). Άλλωστε και οι 4 γυρίστηκαν από αξιόλογους δημιουργούς (σκοτ, Κάμερον, Φίντσερ, Ζενέ). Το 1986 λοιπόν ο πολύς James Cameron φτιάχνει τη συνέχεια του αρχικού κλασικού "Alien" του Ridley Scott με τίτλο "Aliens" (Άλιενς: Η Επιστροφή" στα ελληνικά), πάλι με τη Σιγκούρνι Γουίβερ στον βασικό ρόλο.
Η Ρίπλεϊ, ηρωίδα του πρώτου φιλμ, ξυπνά μετά από 57 χρόνια, όταν ανακαλύπτεται το σκάφος της να περιπλανιέται στο γαλαξία. Στη γη κανείς δεν πιστεύει την ιστορία της με τα εφιαλτικά εξωγήινα όντα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο πλανήτης LV-426, όπου συνέβησαν όλα, έχει στο μεταξύ αποικιστεί. Όταν όμως η επαφή με τους αποίκους χάνεται, η Εταιρία πείθει τη Ρίπλεϊ να ξαναπάει εκεί μαζί με μια ομάδα επίλεκτων κομάντος και έναν εκπρόσωπό της (της εταιρίας). Ο εφιάλτης ξαναρχίζει, ενώ η "βεντέτα" των φριχτών πλασμάτων με τη Ρίπλεϊ / Σιγκούρνι γίνεται όλο και πιο προσωπική υπόθεση...
Όπως θα ξέρετε (ή ίσως καταλαβαίνετε) ο Κάμερον μετατρέπει την πρώτη ταινία (που ανήκει συγχρόνως στα είδη του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας) σε καθαρόαιμο action movie. Αυτό προσωπικά δεν με πολυενθουσιάζει, πλην όμως (Κάμερον γαρ) πρόκειται για υποδειγματική ταινία του είδους, με την αγωνία να αυξάνει κάθε λεπτό που περνά. Το θετικό είναι ότι το εξαιρετικά δαιδαλώδες, μισοσκότεινο, υγρό και συχνά κατεστραμμένο βιομηχανικό σκηνικό του σταθμού των αποίκων δημιουργεί μια έντονα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η απειλή παραμονεύει κυριολεκτικά από παντού (η σκηνή με τα aliens που ορμάνε ομαδικά από τους στενούς σωλήνες κόβει την ανάσα). Φυσικά ουδείς καταλαβαίνει την ακριβή τοπογραφία του πολυεπίπεδου σταθμού και πώς το ένα τμήμα επικοινωνεί ή απομονώνεται από το άλλο και πολλές από τις σκηνές δράσης μάλλον δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα και εντάσσονται στις δεδομένες συμβάσεις του είδους. Και όταν πρόκειται για καλό δείγμα του, τι να κάνουμε, τα παραβλέπουμε αυτά. Τέλος υπάρχουν και οι βολές κατά της Εταιρίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων.
Καλή και χορταστικότατη ταινία του είδους λοιπόν, κλασικό action movie, παρά το ότι φέρει την σφραγίδα των 80ς. Εγώ βέβαια, το είπα, προτιμώ σαφώς την πρώτη της σειράς, το "Alien", αλλά οι φίλοι των ταινιών δράσης νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν, έστω και μετά τόσα χρόνια.
Η Ρίπλεϊ, ηρωίδα του πρώτου φιλμ, ξυπνά μετά από 57 χρόνια, όταν ανακαλύπτεται το σκάφος της να περιπλανιέται στο γαλαξία. Στη γη κανείς δεν πιστεύει την ιστορία της με τα εφιαλτικά εξωγήινα όντα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο πλανήτης LV-426, όπου συνέβησαν όλα, έχει στο μεταξύ αποικιστεί. Όταν όμως η επαφή με τους αποίκους χάνεται, η Εταιρία πείθει τη Ρίπλεϊ να ξαναπάει εκεί μαζί με μια ομάδα επίλεκτων κομάντος και έναν εκπρόσωπό της (της εταιρίας). Ο εφιάλτης ξαναρχίζει, ενώ η "βεντέτα" των φριχτών πλασμάτων με τη Ρίπλεϊ / Σιγκούρνι γίνεται όλο και πιο προσωπική υπόθεση...
Όπως θα ξέρετε (ή ίσως καταλαβαίνετε) ο Κάμερον μετατρέπει την πρώτη ταινία (που ανήκει συγχρόνως στα είδη του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας) σε καθαρόαιμο action movie. Αυτό προσωπικά δεν με πολυενθουσιάζει, πλην όμως (Κάμερον γαρ) πρόκειται για υποδειγματική ταινία του είδους, με την αγωνία να αυξάνει κάθε λεπτό που περνά. Το θετικό είναι ότι το εξαιρετικά δαιδαλώδες, μισοσκότεινο, υγρό και συχνά κατεστραμμένο βιομηχανικό σκηνικό του σταθμού των αποίκων δημιουργεί μια έντονα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η απειλή παραμονεύει κυριολεκτικά από παντού (η σκηνή με τα aliens που ορμάνε ομαδικά από τους στενούς σωλήνες κόβει την ανάσα). Φυσικά ουδείς καταλαβαίνει την ακριβή τοπογραφία του πολυεπίπεδου σταθμού και πώς το ένα τμήμα επικοινωνεί ή απομονώνεται από το άλλο και πολλές από τις σκηνές δράσης μάλλον δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα και εντάσσονται στις δεδομένες συμβάσεις του είδους. Και όταν πρόκειται για καλό δείγμα του, τι να κάνουμε, τα παραβλέπουμε αυτά. Τέλος υπάρχουν και οι βολές κατά της Εταιρίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων.
Καλή και χορταστικότατη ταινία του είδους λοιπόν, κλασικό action movie, παρά το ότι φέρει την σφραγίδα των 80ς. Εγώ βέβαια, το είπα, προτιμώ σαφώς την πρώτη της σειράς, το "Alien", αλλά οι φίλοι των ταινιών δράσης νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν, έστω και μετά τόσα χρόνια.
Σάββατο, Ιουλίου 23, 2016
ΕΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΕΝΑ ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Η... ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ
Καιρό είχε να μου αρέσει - σχετικά - μια ταινία του κάποτε ταλαντούχου και νυν αποπροσανατολισμένου (με την έννοια ότι κάνει εντελώς άσχετα μεταξύ τους πράγματα) γερμανού Tom Tykwer. Ευτυχώς το "Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά" του 2016 διορθώνει κάπως τα πράγματα.
Ένας αμερικάνος με πολλά οικονομικά προβλήματα, επιχειρηματικό στέλεχος, πηγαίνει στη Σαουδική Αραβία για να προσπαθήσει να πουλήσει στο βασιλιά ένα σύστημα πληροφόρησης της εταιρίας του. Εκεί όμως τα πάντα είναι μπάχαλο. Η ομάδα του βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια... σκηνή στην έρημο με ανεπαρκή εξοπλισμό και δεν μπορεί να δουλέψει, ο σύνδεσμος που περιμένει κάθε μέρα για να συνεννοηθεί δεν εμφανίζεται (γενικά είναι δύσκολο έως ανέφικτο να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε), πολύ περισσότερο δε ο ίδιος ο βασιλιάς, για τον οποίο βέβαια ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα εμφανιστεί. Η βασανιστική αναμονή μετρέπεται σε καθαρό άγχος, οι διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου (κάτι σαν τη "Μέρα της Μαρμότας") είναι συγχρόνως κωμικές και βασανιστικές και τα προβλήματα του ήρωά μας (και ιατρικά συν τοις άλλοις) πληθαίνουν... Στα μυαλό έρχεται βεβαίως και το "Χαμένοι στη Μετάφραση"...
Η ταινία είναι ένα είδος κομεντί με εξωτικά, αραβικά ντεκόρ, συγχρόνως όμως είναι αρκετά σκοτεινή και αγχωτική, οπότε υπάρχει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Το βιντεοκλίπ της αρχής πάνω στο περίφημο "Once in a Lifetime" των Talking Heads είναι εξαιρετικό και ο Τομ Χανκς κρατά βέβαια μόνος του όλο το φιλμ. Το οποίο είναι ταυτόχρονα μια σάτιρα της παγκοσμιοποίησης, μια σαρκαστική ματιά πάνω στην αποτυχία του "αμερικάνικου ονείρου", μια μάλλον χιουμοριστική και σχετικά ανώδυνη ματιά σε μια από τις πιο "σκοτεινές" χώρες του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με νύξεις μόνο για τη δεινή θέση της γυναίκας εκεί, μια ψυχολογική μελέτη για την κρίση και τις φοβίες της μέσης ηλικίας... και ίσως ανακαλύψετε και άλλα επίπεδα, ενώ βρήκα την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο ικανοποιητική. Εντάξει, υπάρχει και το διαφαινόμενο από την αρχή love story που εξελίσσεται και το μάλλον εύκολο και προβλέψιμο τέλος, αλλά τι να κάνουμε; Είπαμε: Δεν πρόκειται για αριστούργημα. Ωστόσο το ευχαριστήθηκα και μου άρεσε και το ότι ξέφευγε αρκετά από την κλασική, χιλιοειδωμένη εξωτική κομεντί.
Σας προειδοποιώ : Αν πάτε αποκλειστικά για να γελάσετε και να περάσετε καλά, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές και στενόχωρες πτυχές (αλκοόλ, ιατρικά, άγχος και κρίση κλπ.) Εμένα προσωπικά αυτό μου άρεσε. Εσείς αποφασίζετε.
Ένας αμερικάνος με πολλά οικονομικά προβλήματα, επιχειρηματικό στέλεχος, πηγαίνει στη Σαουδική Αραβία για να προσπαθήσει να πουλήσει στο βασιλιά ένα σύστημα πληροφόρησης της εταιρίας του. Εκεί όμως τα πάντα είναι μπάχαλο. Η ομάδα του βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια... σκηνή στην έρημο με ανεπαρκή εξοπλισμό και δεν μπορεί να δουλέψει, ο σύνδεσμος που περιμένει κάθε μέρα για να συνεννοηθεί δεν εμφανίζεται (γενικά είναι δύσκολο έως ανέφικτο να συνεννοηθεί με οποιονδήποτε), πολύ περισσότερο δε ο ίδιος ο βασιλιάς, για τον οποίο βέβαια ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα εμφανιστεί. Η βασανιστική αναμονή μετρέπεται σε καθαρό άγχος, οι διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου (κάτι σαν τη "Μέρα της Μαρμότας") είναι συγχρόνως κωμικές και βασανιστικές και τα προβλήματα του ήρωά μας (και ιατρικά συν τοις άλλοις) πληθαίνουν... Στα μυαλό έρχεται βεβαίως και το "Χαμένοι στη Μετάφραση"...
Η ταινία είναι ένα είδος κομεντί με εξωτικά, αραβικά ντεκόρ, συγχρόνως όμως είναι αρκετά σκοτεινή και αγχωτική, οπότε υπάρχει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Το βιντεοκλίπ της αρχής πάνω στο περίφημο "Once in a Lifetime" των Talking Heads είναι εξαιρετικό και ο Τομ Χανκς κρατά βέβαια μόνος του όλο το φιλμ. Το οποίο είναι ταυτόχρονα μια σάτιρα της παγκοσμιοποίησης, μια σαρκαστική ματιά πάνω στην αποτυχία του "αμερικάνικου ονείρου", μια μάλλον χιουμοριστική και σχετικά ανώδυνη ματιά σε μια από τις πιο "σκοτεινές" χώρες του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με νύξεις μόνο για τη δεινή θέση της γυναίκας εκεί, μια ψυχολογική μελέτη για την κρίση και τις φοβίες της μέσης ηλικίας... και ίσως ανακαλύψετε και άλλα επίπεδα, ενώ βρήκα την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο ικανοποιητική. Εντάξει, υπάρχει και το διαφαινόμενο από την αρχή love story που εξελίσσεται και το μάλλον εύκολο και προβλέψιμο τέλος, αλλά τι να κάνουμε; Είπαμε: Δεν πρόκειται για αριστούργημα. Ωστόσο το ευχαριστήθηκα και μου άρεσε και το ότι ξέφευγε αρκετά από την κλασική, χιλιοειδωμένη εξωτική κομεντί.
Σας προειδοποιώ : Αν πάτε αποκλειστικά για να γελάσετε και να περάσετε καλά, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές και στενόχωρες πτυχές (αλκοόλ, ιατρικά, άγχος και κρίση κλπ.) Εμένα προσωπικά αυτό μου άρεσε. Εσείς αποφασίζετε.
Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2016
Η "ΑΝΗΘΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ" ΚΑΙ Η ΠΕΡΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Ο αμφιλεγόμενος Andrian Lyne προκάλεσε σάλο με κάποιες ταινίες του στα 80ς, πήρε την κατιούσα στα 90ς και μετά εξαφανίστηκε παντελώς. Στο μεταξύ, το 1993, είχε προλάβει να κάνει το "Indecent Proposal" (Ανήθικη Πρόταση), μια δραματική / αισθηματική ταινία με καλή αρχική ιδέα και, κατά τη γνώμη μου, απογοητευτική κατάληξη.
Οι ήρωες είναι ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι και έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ξαφνικά όμως η μοίρα τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη χάνουν τα πάντα από την τράπεζα εξ αιτίας μιας κρίσης στα ακίνητα (από τότε;). Τότε θα συναντηθούν τυχαία με έναν γοητευτικό δισεκατομμυριούχο και πλέιμποϊ, ο οποίος θα κάνει την απίστευτη πρόταση: Ένα εκατομμύριο δολάρια για να περάσει μια μόνο νύχτα με τη σύζυγο. Πώς θα αντιδράσει το ζευγάρι και τι θα γίνει με ηθικές αξίες, ρομαντισμό, έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι μετά απ' αυτό η ζωή τους δεν θα είναι πια ίδια.
Η ταινία ξεκινά με σχετικό ενδιαφέρον και θέτει το ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να αγοράσει τα πάντα, ακόμα και την αγάπη; ("Can't buy me love", απαντούσαν κάποτε οι Beatles). Εδώ πάντως η απάντηση δεν είναι και τόσο σαφής. "Και ναι και όχι", θα αποφαινόταν κάποιος μετά το τέλος της ταινίας. Διότι η στάση και οι αντιδράσεις των τριών ηρώων αλλάζουν διαρκώς, μεταβάλλονται, όπως και οι σχέσεις τους. Τελικά πάντως ο Lyne επιλέγει την πιο ανώδυνη και "normal" λύση και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Τα αδυσώπητα αρχικά ερωτήματα αμβλύνονται και ο ακραιφνής ρομαντισμός γλιστράει ύπουλα από τις χαραμάδες. Ο κάποτε wanabe ανατρεπτικός (ή προβοκατόρικος) σκηνοθέτης επινοεί μεν ένα προκλητικό θέμα, γρήγορα όμως βάζει νερό στο κρασί του. Αφήστε που αιωρείται και το φοβερό ερώτημα της σχέσης έρωτα και σεξ (μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο;)
Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε το φιλμ. Και βρίσκω πολύ εύκολο και εξωπραγματικό τον χαρακτήρα του μεγιστάνα, που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Φαίνεται ότι οι πλούσιοι είναι "κατά βάθος γλυκούληδες" και ξέρουν να χάνουν, αλλά εμάς μας είχε διαφύγει...
ΥΓ: Αλήθεια τώρα, τι απέγινε και γιατί χάθηκε ο Lyne;
Οι ήρωες είναι ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι και έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ξαφνικά όμως η μοίρα τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη χάνουν τα πάντα από την τράπεζα εξ αιτίας μιας κρίσης στα ακίνητα (από τότε;). Τότε θα συναντηθούν τυχαία με έναν γοητευτικό δισεκατομμυριούχο και πλέιμποϊ, ο οποίος θα κάνει την απίστευτη πρόταση: Ένα εκατομμύριο δολάρια για να περάσει μια μόνο νύχτα με τη σύζυγο. Πώς θα αντιδράσει το ζευγάρι και τι θα γίνει με ηθικές αξίες, ρομαντισμό, έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι μετά απ' αυτό η ζωή τους δεν θα είναι πια ίδια.
Η ταινία ξεκινά με σχετικό ενδιαφέρον και θέτει το ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να αγοράσει τα πάντα, ακόμα και την αγάπη; ("Can't buy me love", απαντούσαν κάποτε οι Beatles). Εδώ πάντως η απάντηση δεν είναι και τόσο σαφής. "Και ναι και όχι", θα αποφαινόταν κάποιος μετά το τέλος της ταινίας. Διότι η στάση και οι αντιδράσεις των τριών ηρώων αλλάζουν διαρκώς, μεταβάλλονται, όπως και οι σχέσεις τους. Τελικά πάντως ο Lyne επιλέγει την πιο ανώδυνη και "normal" λύση και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Τα αδυσώπητα αρχικά ερωτήματα αμβλύνονται και ο ακραιφνής ρομαντισμός γλιστράει ύπουλα από τις χαραμάδες. Ο κάποτε wanabe ανατρεπτικός (ή προβοκατόρικος) σκηνοθέτης επινοεί μεν ένα προκλητικό θέμα, γρήγορα όμως βάζει νερό στο κρασί του. Αφήστε που αιωρείται και το φοβερό ερώτημα της σχέσης έρωτα και σεξ (μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο;)
Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε το φιλμ. Και βρίσκω πολύ εύκολο και εξωπραγματικό τον χαρακτήρα του μεγιστάνα, που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Φαίνεται ότι οι πλούσιοι είναι "κατά βάθος γλυκούληδες" και ξέρουν να χάνουν, αλλά εμάς μας είχε διαφύγει...
ΥΓ: Αλήθεια τώρα, τι απέγινε και γιατί χάθηκε ο Lyne;
Τρίτη, Ιουλίου 19, 2016
"FLORENCE" Ή Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ "ΨΩΝΙΟΥ"
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Η ομώνυμη κυρία, που έζησε μεταξύ 1868-1944 ήταν μια πλούσια αμερικάνα, παθιασμένη λάτρης της μουσικής, που πίστευε ότι είχε υπέροχη φωνή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εντελώς φάλτσα. Το απίστευτο είναι ότι ο σύζυγος και ατζέντης της, που τη στήριζε πάντα, δωροδοκούσε κριτικούς, ενώ το υψηλής κοινωνίας κοινό έκρυβε την αλήθεια και της έδινε συγχαρητήρια, πασχίζοντας βέβαια να κρατηθεί ώστε να μη γελάσει. Έτσι τα κλειστά ρεσιτάλ που έδινε γνώριζαν μεγάλη επιτυχία. Η ταινία την βρίσκει στον τελευταίο χρόνο της ζωής της, όταν, νοιώθοντας "ώριμη", αποφασίζει να δώσει ρεσιτάλ στο Κάρνεγκι Χολ μπροστά σε 3000 κόσμο! Σε τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μη μαθευτεί η αλήθεια για το "τελέντο" της...
Φυσικά την ταινία κρατά η Μέριλ Στριπ, και πάλι πολύ καλή στο ρόλο της. Αλλά και οι άλλοι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί (δείτε τον Χιου Γκραντ όπως δεν τον έχετε συνηθίσει), ενώ βρήκα απολαυστικότατο τον άγνωστό μου Σάιμον Χέλμπεργκ. Ο Frears άλλωστε είναι πολύ έμπειρος και ασχολείται επί αρκετά χρόνια με τις βιογραφίες. Έτσι κρατά την ισορροπία ανάμεσα στο γέλιο (αν την ακούσεις να τραγουδά δεν μπορείς παρά να πεθάνεις από γέλιο) και στο δράμα. Πράγματι σιγά - σιγά η ευαίσθητη Φλοράνς αποκαλύπτεται ότι είναι μια μάλλον τραγική περίπτωση, σημαδεμένη από παλιά τραύματα. Ωστόσο η αθωότητά της είναι προφανής, όπως και η παθιασμένη και ειλικρινής λατρεία της για τη μουσική. Και σίγουρα δεν αντιλαμβάνεται τη γελοιότητά της. Έτσι, νομίζω ότι τελικά η συγκίνηση υπερτερεί και γενικά συμπαθείς (και λυπάσαι) την ηρωίδα. Φυσικά στην "παράξενη κι όμως αληθινή" αυτή ιστορία ενυπάρχει και η κριτική πάνω στην υποκριτική στάση της "καλής κοινωνίας" (ή την πλήρη άγνοιά τους περί μουσικής), τους κριτικούς και γενικά το ψέμα που κυριαρχεί στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους. Καθώς και η (δυστυχώς μάλλον αληθινή) αίσθηση ότι τελικά αν έχεις λεφτά μπορείς να αγοράσεις τα πάντα. Ακόμα και τη φήμη.
Χωρίς να είναι κάτι φοβερό (άλλωστε πρόκειται για μια μεμονωμένη, απίθανη περίπτωση), το φιλμ μου κράτησε το ενδιαφέρον και το βρήκα συμπαθητικό. Και, για να πω την αλήθεια, αυτή η "Εντ Γουντ της μουσικής" με συγκίνησε αρκετά.
ΥΓ: Ακούστε στο You Tube ηχογραφήσεις (από τις λίγες που έκανε) της αληθινής Jenkins. Δεν θα πιστεύετε στ' αυτιά σας. Σε κάθε περίπτωση πάντως θα διασκεδάσετε.
Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2016
ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΓΑΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΟΥ ΣΤΟ "ENEMY AT THE GATE"
Τελικά ο μεγαλεπήβολος και συχνά εντυπωσιακός Jean-Jacques Annaud έχει κάνει πολύ λίγες καλές ταινίες. Η τελευταία του που προβλήθηκε στην Ελλάδα ήταν το μακρινό 2001. Μιλάμε για το πολεμικό δράμα "Enemy at the Gates" (Εχθρός προ των Πυλών) με το καλό πρωταγωνιστικό δίδυμο Τζουντ Λο - Εντ Χάρις.
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της φριχτής και αιματηρότατης πολιορκίας του Στάλιγκραντ από τους ναζί, των οποίων η ήττα καθόρισε ίσως την τύχη του πολέμου. Καθώς οι ρώσοι υπερασπιστές της πόλης αποδεκατίζονται και το ηθικό τους βρίσκεται στο ναδίρ, η ζωή ενός αξιωματικού σώζεται από έναν νεαρό, απλό βοσκό από τα Ουράλια, ο οποίος, εκπαιδευμένος από παιδί να σκοτώνει λύκους, έχει την ικανότητα να είναι εξαιρετικός (και υπομονετικός) σκοπευτής. Ο αξιωματικός έχει τη φαεινή ιδέα να κάνει τον νεαρό ελεύθερο σκοπευτή και να τον μετατρέψει σε ήρωα, ινδάλμα για τους υπόλοιπους στρατιώτες, αλλά και για ολόκληρο τον ρωσικό λαό, καθώς οι πολεμικές επιτυχίες του γίνονται πρωτοσέλιδα, ενώ το ηθικό ανεβαίνει κατακόρυφα..Οι ναζί θα στείλουν έναν εξ ίσου άψογο σκοπευτή, αξιωματικό και αριστοκράτη, και οι δυο τους θα ξεκινήσουν ένα αγωνιώδες παιχνίδι γάτας - ποντικιού.
Τα σκηνικά της κατεστραμένης πόλης είναι εντυπωσιακά, οι σκηνές μάχης το ίδιο, ενώ ο πάντα φιλόδοξος Annaud καταφέρνει να δημιουργήσει σασπένς, παρά τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ, με τη "μονομαχία" των δύο ελεύθερων σκοπευτών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και την παραμικρή λεπτομέρεια. Άλλωστε από τις ελάχιστες λεπτομέρειες εξαρτάται η τελική νίκη - και η επιβίωσή τους. Βρήκα ενδιαφέρουσα τη διαδικασία μετατροπής ενός καλού στρατιώτη σε ήρωα και πολεμική διασημότητα, καθώς και την κατάδειξη του ψυχολογικού παράγοντα, του ηθικού, στην έκβαση μιας μάχης ή και ενός ολόκληρου πολέμου. Φυσικά ο Annaud δεν παραλείπει να τονίσει την βάναυση συμπεριφορά των "ανωτέρων κλιμακίων" κομμουνιστών στους στρατιώτες (και τον λαό) και γενικότερα τη σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος (ο Μπομπ Χόσκινς μάλιστα ερμηνεύει έναν Χρουστσόφ στα όρια της καρικατούρας). Από ιστορική άποψη διαβάζω μάλλον κακά λόγια, αν και αυτό προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τόσο. Δεν θα μάθω ιστορία από το σινεμά. Σημειώστε ότι ο ήρωας του φιλμ είναι υπαρκτό πρόσωπο. Από την άλλη βρήκα αφελή και εύκολη την προσθήκη ενός love story και τη σύγκρουση για μια γυναίκα των δύο ρώσων.
Συνολικά το φιλμ, παρά τις σεναριακές του αδυναμίες, νομίζω ότι κρατά τον θεατή και πιθανόν να αρέσει στους φίλους των πολεμικών ταινιών. Πάντως, από εκεί και πέρα, αγνοώ πλήρως τη δουλειά του Ανό (έχει γυρίσει άλλες 4 ταινίες).
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της φριχτής και αιματηρότατης πολιορκίας του Στάλιγκραντ από τους ναζί, των οποίων η ήττα καθόρισε ίσως την τύχη του πολέμου. Καθώς οι ρώσοι υπερασπιστές της πόλης αποδεκατίζονται και το ηθικό τους βρίσκεται στο ναδίρ, η ζωή ενός αξιωματικού σώζεται από έναν νεαρό, απλό βοσκό από τα Ουράλια, ο οποίος, εκπαιδευμένος από παιδί να σκοτώνει λύκους, έχει την ικανότητα να είναι εξαιρετικός (και υπομονετικός) σκοπευτής. Ο αξιωματικός έχει τη φαεινή ιδέα να κάνει τον νεαρό ελεύθερο σκοπευτή και να τον μετατρέψει σε ήρωα, ινδάλμα για τους υπόλοιπους στρατιώτες, αλλά και για ολόκληρο τον ρωσικό λαό, καθώς οι πολεμικές επιτυχίες του γίνονται πρωτοσέλιδα, ενώ το ηθικό ανεβαίνει κατακόρυφα..Οι ναζί θα στείλουν έναν εξ ίσου άψογο σκοπευτή, αξιωματικό και αριστοκράτη, και οι δυο τους θα ξεκινήσουν ένα αγωνιώδες παιχνίδι γάτας - ποντικιού.
Τα σκηνικά της κατεστραμένης πόλης είναι εντυπωσιακά, οι σκηνές μάχης το ίδιο, ενώ ο πάντα φιλόδοξος Annaud καταφέρνει να δημιουργήσει σασπένς, παρά τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ, με τη "μονομαχία" των δύο ελεύθερων σκοπευτών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και την παραμικρή λεπτομέρεια. Άλλωστε από τις ελάχιστες λεπτομέρειες εξαρτάται η τελική νίκη - και η επιβίωσή τους. Βρήκα ενδιαφέρουσα τη διαδικασία μετατροπής ενός καλού στρατιώτη σε ήρωα και πολεμική διασημότητα, καθώς και την κατάδειξη του ψυχολογικού παράγοντα, του ηθικού, στην έκβαση μιας μάχης ή και ενός ολόκληρου πολέμου. Φυσικά ο Annaud δεν παραλείπει να τονίσει την βάναυση συμπεριφορά των "ανωτέρων κλιμακίων" κομμουνιστών στους στρατιώτες (και τον λαό) και γενικότερα τη σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος (ο Μπομπ Χόσκινς μάλιστα ερμηνεύει έναν Χρουστσόφ στα όρια της καρικατούρας). Από ιστορική άποψη διαβάζω μάλλον κακά λόγια, αν και αυτό προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τόσο. Δεν θα μάθω ιστορία από το σινεμά. Σημειώστε ότι ο ήρωας του φιλμ είναι υπαρκτό πρόσωπο. Από την άλλη βρήκα αφελή και εύκολη την προσθήκη ενός love story και τη σύγκρουση για μια γυναίκα των δύο ρώσων.
Συνολικά το φιλμ, παρά τις σεναριακές του αδυναμίες, νομίζω ότι κρατά τον θεατή και πιθανόν να αρέσει στους φίλους των πολεμικών ταινιών. Πάντως, από εκεί και πέρα, αγνοώ πλήρως τη δουλειά του Ανό (έχει γυρίσει άλλες 4 ταινίες).
Παρασκευή, Ιουλίου 15, 2016
"EURO TRIP" : ΜΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΧΑΖΗ ΣΑΤΙΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ
Το "EuroTrip" (2004) του τηλεοπτικού Jeff Schaffer είναι μία από τις λίγες απόπειρές μου να δω σύγχρονη αμερικάνικη "νεανική κωμωδία". Και, δυστυχώς, επιβεβαίωσε τους φόβους μου για το υποείδος αυτό (εννοείται ότι εξαιρέσεις υπαρχουν πάντα και παντού, η συγκεκριμένη ταινία όμως δεν νομίζω ότι είναι μία απ' αυτές).
Αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο ένας νεαρός αμερικανός αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ευρώπη για να βρει την γερμανίδα αγαπημένη του δια e mail (όπως παλιά θα λέγαμε "δι' αλληλογραφίας", δηλαδή δεν την έχει δει ποτέ ζωντανά), με την οποία έχει χωρίσει από ένα λάθος. Τον συνοδεύουν, σχεδόν ακούσια, ένας "έξω καρδιά" (βλέπε ηλίθιος) συμμαθητής του, του οποίου ο νους είναι μονίμως στο σεξ, και δύο δίδυμα (αγόρι και κορίτσι), επίσης συμμαθητές. Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί μεταξύ τους τύποι θα περιπλανηθούν σε κάμποσες χώρες της Ευρώπης, αφού από την αρχή όλα τους πάνε στραβά και δεν καταφέρνουν να φτάσουν αμέσως στη Γερμανία όπως προγραμμάτιζαν. Έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε τη σατιρική ματιά μας σε διάφορα ευρωπαϊκά έθνη.
Το φιλμ βασίζεται κυρίως σε χοντρά αστεία και γκαγκς: Σεξουαλικής φύσης ως επί το πλείστον, αλλά και παρεξηγήσεις και λάθη και καφρίλες και άλλα σχετικά. Σε κάποιες στιγμές υπάρχουν και αστεία ή αστείες καταστάσεις που βγάζουν αρκετό γέλιο, φοβάμαι όμως ότι αυτές είναι λίγες. Όσο για το σενάριο - με τον εξωπραγματικό, ρομαντικό, μέσω e mail πλην όμως ακατανίκητο έρωτα και τη σειρά από απιθανότητες που συμβαίνουν στους ήρωες, είναι μου φαίνεται τραβηγμένο απ' τα μαλλιά (σκεφτείτε τη σκηνή με τον πάπα, που είναι αδύνατο να συμβεί, αν και μου φάνηκε από τις σχετικά αστείες) για να βγάλει υποτίθεται γέλιο πάσει θυσία. Χειρότερο βέβαια είναι το χιούμορ με τους ευρωπαίους: Όλοι τους είναι κάτι σαν καρικατούρες, που ενσαρκώνουν την γενική και πρόδηλη εικόνα που έχει ο (πολύ) "μέσος άνθρωπος" (βλέπε αμερικάνος) για κάθε λαό της Γηραιάς Ηπείρου. Έτσι οι ευρωπαίοι είναι συνήθως αγροίκοι, σεξουαλικά διεστραμένοι με ποικίλους τρόπους, ναζί και άλλα τέτοια. Το πράγμα είναι τόσο καρικατουρίστικο, που αγγίζει τα όρια ενός ιδιότυπου ρατσισμού. Γενικά, αυτό που βγαίνει ανάγλυφα είναι η χονδρειδής εικόνα για την Ευρώπης και τους μύθους της που κουβαλά στο μυαλό του ο μέσος αμερικάνος.
ΟΚ, το είδα, ομολογώ ότι διασκέδασα και γέλασα σε κάποια σημεία (μόνο σε κάποια σημεία ξαναλέω), σίγουρα πάντως δεν είναι το είδος κωμωδίας που προτιμώ. Το θεωρώ πολύ χοντρό και απλοϊκό, για τα γούστα μου τουλάχιστον.
Αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο ένας νεαρός αμερικανός αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ευρώπη για να βρει την γερμανίδα αγαπημένη του δια e mail (όπως παλιά θα λέγαμε "δι' αλληλογραφίας", δηλαδή δεν την έχει δει ποτέ ζωντανά), με την οποία έχει χωρίσει από ένα λάθος. Τον συνοδεύουν, σχεδόν ακούσια, ένας "έξω καρδιά" (βλέπε ηλίθιος) συμμαθητής του, του οποίου ο νους είναι μονίμως στο σεξ, και δύο δίδυμα (αγόρι και κορίτσι), επίσης συμμαθητές. Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί μεταξύ τους τύποι θα περιπλανηθούν σε κάμποσες χώρες της Ευρώπης, αφού από την αρχή όλα τους πάνε στραβά και δεν καταφέρνουν να φτάσουν αμέσως στη Γερμανία όπως προγραμμάτιζαν. Έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε τη σατιρική ματιά μας σε διάφορα ευρωπαϊκά έθνη.
Το φιλμ βασίζεται κυρίως σε χοντρά αστεία και γκαγκς: Σεξουαλικής φύσης ως επί το πλείστον, αλλά και παρεξηγήσεις και λάθη και καφρίλες και άλλα σχετικά. Σε κάποιες στιγμές υπάρχουν και αστεία ή αστείες καταστάσεις που βγάζουν αρκετό γέλιο, φοβάμαι όμως ότι αυτές είναι λίγες. Όσο για το σενάριο - με τον εξωπραγματικό, ρομαντικό, μέσω e mail πλην όμως ακατανίκητο έρωτα και τη σειρά από απιθανότητες που συμβαίνουν στους ήρωες, είναι μου φαίνεται τραβηγμένο απ' τα μαλλιά (σκεφτείτε τη σκηνή με τον πάπα, που είναι αδύνατο να συμβεί, αν και μου φάνηκε από τις σχετικά αστείες) για να βγάλει υποτίθεται γέλιο πάσει θυσία. Χειρότερο βέβαια είναι το χιούμορ με τους ευρωπαίους: Όλοι τους είναι κάτι σαν καρικατούρες, που ενσαρκώνουν την γενική και πρόδηλη εικόνα που έχει ο (πολύ) "μέσος άνθρωπος" (βλέπε αμερικάνος) για κάθε λαό της Γηραιάς Ηπείρου. Έτσι οι ευρωπαίοι είναι συνήθως αγροίκοι, σεξουαλικά διεστραμένοι με ποικίλους τρόπους, ναζί και άλλα τέτοια. Το πράγμα είναι τόσο καρικατουρίστικο, που αγγίζει τα όρια ενός ιδιότυπου ρατσισμού. Γενικά, αυτό που βγαίνει ανάγλυφα είναι η χονδρειδής εικόνα για την Ευρώπης και τους μύθους της που κουβαλά στο μυαλό του ο μέσος αμερικάνος.
ΟΚ, το είδα, ομολογώ ότι διασκέδασα και γέλασα σε κάποια σημεία (μόνο σε κάποια σημεία ξαναλέω), σίγουρα πάντως δεν είναι το είδος κωμωδίας που προτιμώ. Το θεωρώ πολύ χοντρό και απλοϊκό, για τα γούστα μου τουλάχιστον.
Πέμπτη, Ιουλίου 14, 2016
"THE BIG TREES" : ΜΕΤΡΙΟ, ΑΛΛΑ ΠΡΩΙΜΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ
Φυσικά και αγνοούσα τον Felix E. Feist (1910-1965), έναν από τους πολλούς άγνωστους σκηνοθέτες που - μάστορες περισσότερο παρά αληθινοί δημιουργοί - εδραίωσαν την εικόνα του αμερικάνικου σινεμά (εννοείται παράγοντας συχνά σαβούρες, θεμελιώνοντας όμως διάφορα χαρακτηριστικά είδη του). Το "The Big Trees" είναι ένα μέτριο, νομίζω, γουέστερν, γυρίστηκε το 1952 και έχει πρωταγωνιστή τον Κερκ Ντάγκλας.
Ο ήρωας είναι ένας αδίστακτος απατεώνας, που ασχολείται κυρίως με την ξυλεία. Χρησιμοποιώντας την προσωπική του γοητεία και τις χειριστικές του ικανότητες, δεν διστάζει να οικειοποιηθεί χρήματα άλλων προκειμένου να προωθήσει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα. Κάποια στιγμή θα βάλει στο μάτι τις γιγάντιες και υπεραιωνόβιες σεκόγιες της Καλιφόρνια. Βλέπετε, από ένα και μόνο τέτοιο κολοσσιαίο δέντρο θα μπορούσαν να χτιστούν πολλά σπίτια, οπότε συμφέρει. Στην περιοχή όμως κατοικεί μια κοινότητα ειρηνικών Κουάκερων (μια χριστιανική αίρεση, κάτι σαν τους Μορμόνους και άλλους παρόμοιους), οι οποίοι θεωρούν τα επιβλητικά δέντρα σχεδόν ιερά, κάπως σαν απόδειξη της ύπαρξης του θεού και, φυσικά, θα εναντιωθούν στα σχέδιά του.
Είπα από την αρχή ότι η ταινία είναι μέτρια. Οι σκηνές δράσης είναι μάλλον αστείες και αδέξια σκηνοθετημένες, αλλά σημαντικότερο πρόβλημα είναι οι ραγδαίες και αδικαιολόγητες αλλαγές χαρακτήρων από "κακούς" σε "καλούς" και αντιστρόφως. Ειδικά η σχεδόν άμεση μετατροπή του αρχικού αδίστακτου καθάρματος σε τύπο που θυσιάζει τα πάντα για να βοηθήσει την κοινότητα φαίνεται απίστευτη. Το στοιχείο όμως που κάνει το φιλμ κάπως να ξεχωρίζει είναι ότι διαθέτει μία πρώιμη οικολογική ματιά : Τα δέντρα δεν πρέπει να κοπούν (κόντρα σε κάθε οικονομικό συμφέρον) απλώς διότι είναι πανέμορφα, επιβλητικά, είναι το μεγαλείο της φύσης προσωποποιημένο. Βεβαίως η ματιά αυτή εδώ υπάρχει για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, αλλά μιλάμε για μια εποχή που ο όρος οικολογία ήταν άγνωστος. Οπότε, έστω και έτσι, το όλο πράγμα έχει την αξία του. Εξ άλλου γινόμαστε μάρτυρες μιας (μάλλον ακούσιας) άγριας κόντρας του στυγνού καπιταλισμού που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα με το συμφέρον της κοινότητας, πράγμα τόσο επίκαιρο, δυστυχώς, σήμερα... Φυσικά η ταινία δεν φαντάζομαι ότι είχε την παραμικρή συνειδητή πολιτικής φύσης βλέψη, να όμως που καμιά φορά "από μικρό κι από τρελό"...
Ο ήρωας είναι ένας αδίστακτος απατεώνας, που ασχολείται κυρίως με την ξυλεία. Χρησιμοποιώντας την προσωπική του γοητεία και τις χειριστικές του ικανότητες, δεν διστάζει να οικειοποιηθεί χρήματα άλλων προκειμένου να προωθήσει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα. Κάποια στιγμή θα βάλει στο μάτι τις γιγάντιες και υπεραιωνόβιες σεκόγιες της Καλιφόρνια. Βλέπετε, από ένα και μόνο τέτοιο κολοσσιαίο δέντρο θα μπορούσαν να χτιστούν πολλά σπίτια, οπότε συμφέρει. Στην περιοχή όμως κατοικεί μια κοινότητα ειρηνικών Κουάκερων (μια χριστιανική αίρεση, κάτι σαν τους Μορμόνους και άλλους παρόμοιους), οι οποίοι θεωρούν τα επιβλητικά δέντρα σχεδόν ιερά, κάπως σαν απόδειξη της ύπαρξης του θεού και, φυσικά, θα εναντιωθούν στα σχέδιά του.
Είπα από την αρχή ότι η ταινία είναι μέτρια. Οι σκηνές δράσης είναι μάλλον αστείες και αδέξια σκηνοθετημένες, αλλά σημαντικότερο πρόβλημα είναι οι ραγδαίες και αδικαιολόγητες αλλαγές χαρακτήρων από "κακούς" σε "καλούς" και αντιστρόφως. Ειδικά η σχεδόν άμεση μετατροπή του αρχικού αδίστακτου καθάρματος σε τύπο που θυσιάζει τα πάντα για να βοηθήσει την κοινότητα φαίνεται απίστευτη. Το στοιχείο όμως που κάνει το φιλμ κάπως να ξεχωρίζει είναι ότι διαθέτει μία πρώιμη οικολογική ματιά : Τα δέντρα δεν πρέπει να κοπούν (κόντρα σε κάθε οικονομικό συμφέρον) απλώς διότι είναι πανέμορφα, επιβλητικά, είναι το μεγαλείο της φύσης προσωποποιημένο. Βεβαίως η ματιά αυτή εδώ υπάρχει για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, αλλά μιλάμε για μια εποχή που ο όρος οικολογία ήταν άγνωστος. Οπότε, έστω και έτσι, το όλο πράγμα έχει την αξία του. Εξ άλλου γινόμαστε μάρτυρες μιας (μάλλον ακούσιας) άγριας κόντρας του στυγνού καπιταλισμού που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα με το συμφέρον της κοινότητας, πράγμα τόσο επίκαιρο, δυστυχώς, σήμερα... Φυσικά η ταινία δεν φαντάζομαι ότι είχε την παραμικρή συνειδητή πολιτικής φύσης βλέψη, να όμως που καμιά φορά "από μικρό κι από τρελό"...
Τετάρτη, Ιουλίου 13, 2016
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΡΟΥΣΟΥΖΗ "ΚΥΡΙΟΥ ΟΒΕ"
Το έχουμε δει πολλές φορές στο σινεμά, σε ποικίλες παραλλαγές: Ο μίζερος, γρουσούζης, καυγατζής και άλλα τέτοια (συνήθως) ηλικιωμένος κύριος, που (συνήθως) ζει μόνος και, παρά τη μισητή επιφάνεια "κατά βάθος έχει χρυσή καρδιά". Ιδού λοιπόν και μια σουηδική παραλλαγή: "Ο κύριος Όβε" (En man som hete Ove) του 2015 του Hannes Holm διαθέτει όλα τα παραπάνω στοιχεία.
Ο ομώνυμος 60χρονος ήρωας έχει σχετικά πρόσφατα χάσει την αγαπημένη του γυναίκα, το μόνο πλάσμα που λάτρευε, και είναι ο απόλυτος γρουσούζης (σε υπερβολικό βαθμό). Κακός και αγενής με τους πάντες, μοιάζει να μισεί όλον τον κόσμο. Είναι κάτι σαν διαχειριστής σε ένα περιφραγμένο συγκρότημα κατοικιών, κλειστό θαρρείς από τον έξω κόσμο. Και μια μικρή λεπτομέρεια: ο κ. Όβε κάθε λίγο προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Την μίζερη αυτή ρουτίνα θα διαταράξει η άφιξη μιας φασαριόζικης οικογένειας απέναντι, που αποτελείται από ένα ζεύγος με σουηδό σύζυγο, ιρανή μητέρα και ένα κοριτσάκι. Όπως καταλαβαίνετε, πολλά θα αλλάξουν.
Φυσικά πρόκειται για φιλμ που ισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, κατά τη γνώμη μου πετυχημένα. Σε διαρκή φλας μπακ βλέπουμε ολόκληρη τη ζωή του Όβε, ο οποίος, για να πούμε την αλήθεια, από μικρός ήταν παράξενος και κλειστός, και τη σχέση με την υπέροχη σύζυγό του, και, σταδιακά, διάφορα μυστικά αποκαλύπτονται. Στο τέλος το φιλμ διαθέτει χώρο και για τη συγκίνηση.
Εκτός του ότι παρακολουθείται ευχάριστα και πετυχαίνει την ισορροπία που είπαμε, κάνει και κριτική (ή σάτιρα) στον "βόρειο", άνετο μεν, αλλά απόλυτα τακτοποιημένο και τυποποιημένο, απόλυτα "λογικό" και, τελικά, στεγνό τρόπο ζωής, φέρνοντάς τον σε αντίθεση με τον συναισθηματικό, εκρηκτικό και "τσαπατσούλικο" νότιο (ή/και τριτοκοσμικό) τρόπο. Μιλά επίσης για τα θέματα της μοναξιάς και της απώλειας, που επιτείνονται από τον ψυχρό τρόπο ζωής που προαναφέραμε. Επίσης τα εκτεταμένα φλας μπακ δίνονται αρκετά στυλιζαρισμένα, αποτελούν μια επίτηδες "τραβηγμένη" ιστορία και διαθέτουν ένα ανεπαίσθητο είδος (σχεδόν) σουρεαλισμού. Τέλος ο πρωταγωνιστής Ραλφ Λάσγκαρντ είναι πολύ καλός και στηρίζει το φιλμ.
Καλά όλα αυτά (αν και πολυειδωμένα), επιτρέψτε μου όμως να γκρινιάξω: Μέχρι πότε όλοι αυτοί οι γρουσούζηδες γερο - παράξενοι θα είναι "κατά βάθος καλοί"; Θέλω να πω ότι ο συγκεκριμένος δεν είναι απλά ενοχλητικός επιφανειακά. Αγγίζει τα όρια του φασισμού. Εθνικιστής (η Σουηδία πάνω απ' όλα), ξενοφοβικός, ομοφοβικός, δεν συμπαθεί τα ζώα... Τι άλλο θέλετε; Γενικά ιδεολογικά είναι το άκρο άωτο της συντήρησης. Με προβληματίζει λίγο το αν τύποι σαν κι αυτόν πρέπει τελικά να δικαιώνονται. Παρά το όποιο background τους.
Ο ομώνυμος 60χρονος ήρωας έχει σχετικά πρόσφατα χάσει την αγαπημένη του γυναίκα, το μόνο πλάσμα που λάτρευε, και είναι ο απόλυτος γρουσούζης (σε υπερβολικό βαθμό). Κακός και αγενής με τους πάντες, μοιάζει να μισεί όλον τον κόσμο. Είναι κάτι σαν διαχειριστής σε ένα περιφραγμένο συγκρότημα κατοικιών, κλειστό θαρρείς από τον έξω κόσμο. Και μια μικρή λεπτομέρεια: ο κ. Όβε κάθε λίγο προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Την μίζερη αυτή ρουτίνα θα διαταράξει η άφιξη μιας φασαριόζικης οικογένειας απέναντι, που αποτελείται από ένα ζεύγος με σουηδό σύζυγο, ιρανή μητέρα και ένα κοριτσάκι. Όπως καταλαβαίνετε, πολλά θα αλλάξουν.
Φυσικά πρόκειται για φιλμ που ισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, κατά τη γνώμη μου πετυχημένα. Σε διαρκή φλας μπακ βλέπουμε ολόκληρη τη ζωή του Όβε, ο οποίος, για να πούμε την αλήθεια, από μικρός ήταν παράξενος και κλειστός, και τη σχέση με την υπέροχη σύζυγό του, και, σταδιακά, διάφορα μυστικά αποκαλύπτονται. Στο τέλος το φιλμ διαθέτει χώρο και για τη συγκίνηση.
Εκτός του ότι παρακολουθείται ευχάριστα και πετυχαίνει την ισορροπία που είπαμε, κάνει και κριτική (ή σάτιρα) στον "βόρειο", άνετο μεν, αλλά απόλυτα τακτοποιημένο και τυποποιημένο, απόλυτα "λογικό" και, τελικά, στεγνό τρόπο ζωής, φέρνοντάς τον σε αντίθεση με τον συναισθηματικό, εκρηκτικό και "τσαπατσούλικο" νότιο (ή/και τριτοκοσμικό) τρόπο. Μιλά επίσης για τα θέματα της μοναξιάς και της απώλειας, που επιτείνονται από τον ψυχρό τρόπο ζωής που προαναφέραμε. Επίσης τα εκτεταμένα φλας μπακ δίνονται αρκετά στυλιζαρισμένα, αποτελούν μια επίτηδες "τραβηγμένη" ιστορία και διαθέτουν ένα ανεπαίσθητο είδος (σχεδόν) σουρεαλισμού. Τέλος ο πρωταγωνιστής Ραλφ Λάσγκαρντ είναι πολύ καλός και στηρίζει το φιλμ.
Καλά όλα αυτά (αν και πολυειδωμένα), επιτρέψτε μου όμως να γκρινιάξω: Μέχρι πότε όλοι αυτοί οι γρουσούζηδες γερο - παράξενοι θα είναι "κατά βάθος καλοί"; Θέλω να πω ότι ο συγκεκριμένος δεν είναι απλά ενοχλητικός επιφανειακά. Αγγίζει τα όρια του φασισμού. Εθνικιστής (η Σουηδία πάνω απ' όλα), ξενοφοβικός, ομοφοβικός, δεν συμπαθεί τα ζώα... Τι άλλο θέλετε; Γενικά ιδεολογικά είναι το άκρο άωτο της συντήρησης. Με προβληματίζει λίγο το αν τύποι σαν κι αυτόν πρέπει τελικά να δικαιώνονται. Παρά το όποιο background τους.
Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2016
"ΟΙΩΝΟΣ" : ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΠΕΡΙ ΧΑΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΗΣ ΠΙΣΤΗΣ(!)
Τελικά νομίζω ότι ο M. Night Shyamalan έχει κάνει μόνο μία απόλυτα
ικανοποιητική ταινία, την "6η Αίσθηση". Και κάποια άλλα του μου
άρεσαν σχετικά, αλλά... Όσο για τον "Οιωνό" (Signs) του 2002, ε, αυτό
μπορώ να πω ότι είναι η χειρότερή μου (ιδεολογικά τουλάχιστον).
Ένας χήρος, πρώην ιερέας που τώρα έχει χάσει την πίστη του, ζει
στην σχετικά απομονωμένη φάρμα του με τον αδελφό του και τα δύο μικρά παιδιά
του. Κάποια στιγμή στη φυτεία με τα καλαμπόκια του εμφανίζονται μυστηριώδη,
περίεργα σύμβολα. Από την τηλεόραση μαθαίνουν ότι παρόμοια φαινόμενα συμβαίνουν
σε ολόκληρο τον κόσμο. Σύντομα όλοι αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για εξωγήινη
εισβολή.
Κατ' αρχήν θα πω ότι στο μεγαλύτερό της μέρος η ταινία
παρακολουθείται κατά τη γνώμη μου ευχάριστα και καταφέρνει να δημιουργεί
σασπένς. Το άλλο θετικό είναι ότι μιλά για μια παγκόσμια εξωγήινη εισβολή δίχως
να χρησιμοποιεί ούτε ένα εφέ, δίχως τη λογική των διαφόρων "Ημερών
Ανεξαρτησίας". Αντιμετωπίζει το θέμα αυτό σχεδόν σαν θρίλερ δωματίου - και
καταφέρνει αρκετά να δημιουργήσει ανατριχίλες. Καλό λοιπόν το μέρος της
σκηνοθεσίας. Το σενάριο όμως τι το ήθελε;
Πάμε λοιπόν στα αρνητικά. Κατ' αρχήν - πέραν του μοτίβου της
εισβολής - πρόκειται στην ουσία για ένα χριστιανικό φιλμ, που θα μπορούσε
κάλλιστα να έχει χρηματοδοτηθεί από τις εταιρίες που παράγουν κατά κόρον τέτοια
στην Αμερική, και γνωρίζουν και επιτυχία (μόνο εκεί εννοείται). Το θέμα που
υποβόσκει διαρκώς είναι αυτό της πίστης στο Θεό, αν αυτή έχει νόημα, αν
υπάρχουν "αποδείξεις" για να στηριχτεί κλπ. Τελικά (αλίμονο τώρα) η
πίστη θα ξαναβρεθεί με ένα επιχείρημα επιεικώς ηλίθιο - κατά την προσωπική μου
γνώμη πάντα. Και το ίδιο αφελές είναι κι αυτό που συμβαίνει με την εισβολή που
λέγαμε, το περίφημο "γύρισμα", η "μεγάλη έκπληξη" που πάντα
επιφυλάσσει ο Shyamalan στο τέλος των ταινιών του. Στο συγκεκριμένο φιλμ η
αφέλεια χτυπάει κυριολεκτικά κόκκινο. Δυστυχώς δεν μπορώ να συζητήσω άλλο τους παραπάνω ισχυρισμούς μου, διότι θα ήταν κάτι παραπάνω από spoiler.
Εν κατακλείδει σπάνια έχω δει ταινία τόσο ευχάριστη αρχικά, με τόσο
ηλίθιο και απογοητευτικό τέλος. Ουφ!
ΥΓ: Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε με τη γραμματοσειρά, που δεν αλλάζει με τίποτα. Τα computer είναι του διαβόλου, βλέπετε, αφείστε που μπορεί να τα κατευθύνουν οι γνωστοί εξωγήινοι...Κυριακή, Ιουλίου 10, 2016
Η ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ ΤΟΥ "GUMMO"
Δεν ξέρω αν είσαστε εξοικειωμένοι με ταινίες του Larry Clark (όπως το "Kids" για παράδειγμα) και αν μπορείτε να αντέξετε το σινεμά αυτού του είδους. Σεναριογράφος αρχικά της παραπάνω ταινίας, ο Harmony Korine γυρίζει το 1997 το πρώτο του φιλμ, το περιβόητο "Gummo", οδηγώντας το πράγμα σε ακόμη πιο σοκαριστικά άκρα.
Τι ακριβώς είναι το "Gummo"; Ένα φιλμ δίχως υπόθεση, σχεδόν πειραματικό, δίχως γραμμική αφήγηση, που απαρτίζεται από σκόρπιες, τυχαία βαλμένες θαρρείς, σχεδόν πάντοτε όμως ενοχλητικές σκηνές, που η αισθητική τους και η "βρώμικη" φωτογραφία παραπέμπουν σε ντοκιμαντέρ. Όλα συμβαίνουν σε μια πόλη του Οχάιο που χτυπήθηκε από τυφώνα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισοί κάτοικοι και να καταστραφεί η μισή πόλη. Το φιλμ παρακολουθεί τις ζωές διαφόρων κατοίκων, εφήβων κυρίως - αλλά και των μεγαλύτερών τους, των οποίων οι ποικίλες συμπεριφορές είναι τουλάχιστον σοκαριστικές. Στο επίκεντρο δυο έφηβοι φίλοι με απόλυτα παραβατική ζωή: Σκοτώνουν γάτες, σνιφάρουν κόλα, κάνουν έρωτα με μια καθυστερημένη, την οποία εκπορνεύει ο σύζυγός της... για να αναφέρουμε μερικά μόνο. Το κοινωνικό τους περιβάλλον μοιάζει να αποτελείται αποκλειστικά από τέρατα: Μια νεαρή καθυστερημένη, ένας μαύρος νάνος, ένα 12χρονο τραβεστί, ένα αγόρι ντυμένο μόνιμα ... ροζ κουνέλι... για να αναφέρουμε και πάλι μερικούς μόνο απ' αυτούς. Η συμπεριφορά των πάντων είναι - για να το χαρακτηρίσουμε με μια λέξη - μηδενιστική.
Με μια λέξη επίσης θα προσπαθήσω να χαρακτηρίσω την ταινία: Ενοχλητική (θα μπορούσα να πω απωθητική). Όλοι πασχίζουν να διασκεδάσουν με τρόπους από κοινωνικά απαράδεκτους έως απλώς ανεγκέφαλους. Το όλο περιβάλλον μοιάζει με κόλαση κατοικημένη από τέρατα. Κανένας δεν ενστερνίζεται την παραμικρή αξία. Εμείς παρακολουθούμε απλώς σκόρπιες, ασύνδετες φάσεις από τις μίζερες (εφιαλτικές καλύτερα) ζωές τους. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την έντονη αίσθηση ντοκιμαντέρ, κάνουν αυτό που αρχικά χαρακτήρισα σαν σημαντικότερη αίσθηση που αφήνει η παρακολούθηση της ταινίας: Απώθηση.
Ίσως ο Korine προσπαθεί να καταγράψει τον απόλυτο "πάτο" της Αμερικής. Ίσως πάλι να επινοεί ό,τι πιο νοσηρό - και καθημερινό ταυτόχρονα - μπορεί για να ενοχλήσει, δρώντας έτσι ως προβοκάτορας. Όποια κι αν είναι η πρόθεσή του, ο θεατής για το μόνο που είναι σίγουρος είναι ότι δεν θα ήθελε να ζει σ' αυτό το μέρος. Έτσι λοιπόν την ταινία ή τη μισείς βαθύτατα (πολλοί μάλιστα θα τη σταματήσουν στη μέση δίχως καν να τη δουν ολόκληρη) ή θαυμάζεις το θράσος, την τόλμη και τον απόλυτο μηδενισμό της (ηθικές αξίες; Τι διάβολο είναι αυτό;) Διαλέγετε και παίρνετε. Ό,τι και να αποφασισετε πάντως, δείτε το με δική σας ευθύνη. Αν αηδιάσετε, εγώ σας προειδοποίησα.
Τι ακριβώς είναι το "Gummo"; Ένα φιλμ δίχως υπόθεση, σχεδόν πειραματικό, δίχως γραμμική αφήγηση, που απαρτίζεται από σκόρπιες, τυχαία βαλμένες θαρρείς, σχεδόν πάντοτε όμως ενοχλητικές σκηνές, που η αισθητική τους και η "βρώμικη" φωτογραφία παραπέμπουν σε ντοκιμαντέρ. Όλα συμβαίνουν σε μια πόλη του Οχάιο που χτυπήθηκε από τυφώνα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισοί κάτοικοι και να καταστραφεί η μισή πόλη. Το φιλμ παρακολουθεί τις ζωές διαφόρων κατοίκων, εφήβων κυρίως - αλλά και των μεγαλύτερών τους, των οποίων οι ποικίλες συμπεριφορές είναι τουλάχιστον σοκαριστικές. Στο επίκεντρο δυο έφηβοι φίλοι με απόλυτα παραβατική ζωή: Σκοτώνουν γάτες, σνιφάρουν κόλα, κάνουν έρωτα με μια καθυστερημένη, την οποία εκπορνεύει ο σύζυγός της... για να αναφέρουμε μερικά μόνο. Το κοινωνικό τους περιβάλλον μοιάζει να αποτελείται αποκλειστικά από τέρατα: Μια νεαρή καθυστερημένη, ένας μαύρος νάνος, ένα 12χρονο τραβεστί, ένα αγόρι ντυμένο μόνιμα ... ροζ κουνέλι... για να αναφέρουμε και πάλι μερικούς μόνο απ' αυτούς. Η συμπεριφορά των πάντων είναι - για να το χαρακτηρίσουμε με μια λέξη - μηδενιστική.
Με μια λέξη επίσης θα προσπαθήσω να χαρακτηρίσω την ταινία: Ενοχλητική (θα μπορούσα να πω απωθητική). Όλοι πασχίζουν να διασκεδάσουν με τρόπους από κοινωνικά απαράδεκτους έως απλώς ανεγκέφαλους. Το όλο περιβάλλον μοιάζει με κόλαση κατοικημένη από τέρατα. Κανένας δεν ενστερνίζεται την παραμικρή αξία. Εμείς παρακολουθούμε απλώς σκόρπιες, ασύνδετες φάσεις από τις μίζερες (εφιαλτικές καλύτερα) ζωές τους. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την έντονη αίσθηση ντοκιμαντέρ, κάνουν αυτό που αρχικά χαρακτήρισα σαν σημαντικότερη αίσθηση που αφήνει η παρακολούθηση της ταινίας: Απώθηση.
Ίσως ο Korine προσπαθεί να καταγράψει τον απόλυτο "πάτο" της Αμερικής. Ίσως πάλι να επινοεί ό,τι πιο νοσηρό - και καθημερινό ταυτόχρονα - μπορεί για να ενοχλήσει, δρώντας έτσι ως προβοκάτορας. Όποια κι αν είναι η πρόθεσή του, ο θεατής για το μόνο που είναι σίγουρος είναι ότι δεν θα ήθελε να ζει σ' αυτό το μέρος. Έτσι λοιπόν την ταινία ή τη μισείς βαθύτατα (πολλοί μάλιστα θα τη σταματήσουν στη μέση δίχως καν να τη δουν ολόκληρη) ή θαυμάζεις το θράσος, την τόλμη και τον απόλυτο μηδενισμό της (ηθικές αξίες; Τι διάβολο είναι αυτό;) Διαλέγετε και παίρνετε. Ό,τι και να αποφασισετε πάντως, δείτε το με δική σας ευθύνη. Αν αηδιάσετε, εγώ σας προειδοποίησα.
Παρασκευή, Ιουλίου 08, 2016
ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟ "ΠΕΙΡΑΜΑ"
Ο Dan Turner είναι βρετανός και γυρίζει την πρώτη του ταινία "Experiment" το 2005 στην Τσεχία, στην Πράγα συγκεκριμένα. Η ταινία είχε επιτυχία σε φεστιβάλ και πέτυχε διεθνή διανομή. Πρόκειται για ένα πραγματικά σκοτεινό θρίλερ, με τέλος που νομίζω ότι δεν θα τολμούσε να επιλέξει χολιγουντιανή ταινία του είδους.
Μια γυναίκα περιπλανιέται στους δρόμους της Πράγας δίχως μνήμη, δίχως να ξέρει ποια είναι και τι κάνει εκεί. Κάποια στιγμή συναντά έναν άντρα που μοιάζει να πάσχει από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο. Σχεδόν από την αρχή μαθαίνουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αντικείμενα ενός μυστηριώδους πειράματος και παρακολουθούνται / κατευθύνονται από ένα κρυφό υπόγειο χώρο, όπου κάποιοι (πολύ λίγοι) χειρίζονται τους υπολογιστές που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους. Σιγά - σιγά οι δύο άνθρωποι θα αρχίσουν να μαθαίνουν κάποια στοιχεία για το τι τους συμβαίνει. Μπορούν όμως να αντιδράσουν;
Θρίλερ με στοιχεία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, το φιλμ είναι ιδιαίτερα σκοτεινό σαν γενική διάθεση και δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε χάπι εντ και άλλες σχετικές ευκολίες. Το σασπένς και το μυστήριο είναι νομίζω αρκετά για να κρατήσουν τον θεατή, ενώ ενυπάρχει ο έντονος προβληματισμός για τον έλεγχο των ανθρώπων από άλλους - και τη χρησιμοποίησή τους για τους σκοπούς άλλων. Θα επισημάνω επίσης την καλή μουσική που ντύνει τις σκοτεινές εικόνες του φιλμ.
Δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως αρκετά ενδιαφέρον ή τουλάχιστον περισσότερο ενδιαφέρον από πολλά αμερικάνικα και παντελώς άνοστα θρίλερ τρόμου που έρχονται από τις ΗΠΑ και έχουν πραγματικά ρίξει πολύ χαμηλά τον πήχυ του είδους. Και, σημαντικό κι αυτό νομίζω, είναι το ότι πρόκειται για μια εντελώς low budget ταινία, που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι τα πολλά λεφτά και τα εντυπωσιακά εφέ σε καμιά περίπτωση δεν αρκούν για να φτιαχτεί μια καλή ταινία. Η έμπνευση είναι αυτό που χρειάζεται.
Μια γυναίκα περιπλανιέται στους δρόμους της Πράγας δίχως μνήμη, δίχως να ξέρει ποια είναι και τι κάνει εκεί. Κάποια στιγμή συναντά έναν άντρα που μοιάζει να πάσχει από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο. Σχεδόν από την αρχή μαθαίνουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αντικείμενα ενός μυστηριώδους πειράματος και παρακολουθούνται / κατευθύνονται από ένα κρυφό υπόγειο χώρο, όπου κάποιοι (πολύ λίγοι) χειρίζονται τους υπολογιστές που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους. Σιγά - σιγά οι δύο άνθρωποι θα αρχίσουν να μαθαίνουν κάποια στοιχεία για το τι τους συμβαίνει. Μπορούν όμως να αντιδράσουν;
Θρίλερ με στοιχεία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, το φιλμ είναι ιδιαίτερα σκοτεινό σαν γενική διάθεση και δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε χάπι εντ και άλλες σχετικές ευκολίες. Το σασπένς και το μυστήριο είναι νομίζω αρκετά για να κρατήσουν τον θεατή, ενώ ενυπάρχει ο έντονος προβληματισμός για τον έλεγχο των ανθρώπων από άλλους - και τη χρησιμοποίησή τους για τους σκοπούς άλλων. Θα επισημάνω επίσης την καλή μουσική που ντύνει τις σκοτεινές εικόνες του φιλμ.
Δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως αρκετά ενδιαφέρον ή τουλάχιστον περισσότερο ενδιαφέρον από πολλά αμερικάνικα και παντελώς άνοστα θρίλερ τρόμου που έρχονται από τις ΗΠΑ και έχουν πραγματικά ρίξει πολύ χαμηλά τον πήχυ του είδους. Και, σημαντικό κι αυτό νομίζω, είναι το ότι πρόκειται για μια εντελώς low budget ταινία, που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι τα πολλά λεφτά και τα εντυπωσιακά εφέ σε καμιά περίπτωση δεν αρκούν για να φτιαχτεί μια καλή ταινία. Η έμπνευση είναι αυτό που χρειάζεται.
Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016
"BFG" ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΗ Α ΛΑ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΟΤΗΤΑ
Ο Steven Spielberg, μετά τη "σοβαρή" "Γέφυρα των Κατασκόπων", επιστρέφει σ΄αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ' όλα (και ίσως απ' όλους): Στα γλυκά, τρυφερά, ενίοτε συγκινητικά παραμύθια, που βλέπονται από μικρούς και μεγάλους και περιέχουν και τα θετικά τους μηνύματα. Σ΄ αυτά ακριβώς ανήκει το "The BFG" (Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας) του 2016, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του μεγάλου παραμυθά Roald Dahl.
Ένας γίγαντας ύψους 7 μέτρων απάγει τη μικρή Σόφι από το ορφανοτροφείο όπου ζει ("αναγκάζεται" να την απαγάγει επειδή τον είδε, ενώ αυτός πρέπει να παραμένει αόρατος όταν βρίσκεται στην πόλη) και τη μεταφέρει στη μαγική και ονειρική Γιγαντοχώρα. Εκεί όλα είναι υπέροχα... εκτός από τους άλλους, πολύ μεγαλύτερους και δυνατότερους γίγαντες από τον δικό μας, οι οποίοι - σε αντίθεση μ' αυτόν - τυχαίνει να είναι φανατικά ανθρωποφάγοι. Μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς ξεκινά, αλλά και μια βαθιά φιλία ανάμεσα στον γίγαντα και το κοριτσάκι.
Ο Spielberg ξέρει καλά, βεβαίως, να στήνει μια εντυπωσιακή, θεαματική και μαγική ατμόσφαιρα - στην Γιγαντοχώρα κυρίως. Άψογα ψηφιακά εφέ και πολλή φαντασία συντελούν σ' αυτό και σε μερικές σκηνές απογειώνουν το φιλμ. Ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά ασχολείται με τα προσφιλή του θέματα (τα οποία βεβαίως είναι και πολύ μόδα στον σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο): Την αποδοχή της διαφορετικότητας: (και οι δύο ήρωες είναι ένα είδος απόκληρων στους κόσμους τους), και το θέμα της φιλίας, μιας φιλίας που μπορεί να ανθίσει παρά τις τερατώδεις σωματικές διαφορές των δύο. Ταυτόχρονα το φιλμ παραμένει γλυκό, τρυφερό, γεμάτο παιδικότητα και χιούμορ - δίχως, όπως είπαμε, να ενοχλεί τους μεγάλους. Ωστόσο προς το τέλος, όταν εμπλέκεται στην ιστορία η βασίλισσα της Βρετανίας, το όλο πράγμα κάνει κατά τη γνώμη μου κάποια κοιλιά ή μάλλον πλημμυρίζει από υπερβολική αφέλεια (όσο κι αν μιλάμε για παραμύθι, έχοντας στο μυαλό τον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορώ να φανταστώ αυλικούς, πολιτικούς και κυρίως στρατιωτικούς, να φέρονται με τόσο υπέροχο τρόπο στον "διαφορετικό" γίγαντα. Μου φαίνεται τόσο εξωπραγματικό... Βλέπετε, όταν η φαντασία απογειώνεται και δημιουργεί κάθε λογής καινούριους κόσμους, τα πάντα είναι αποδεκτά. Όταν όμως στη φαντασία παρεισφρύουν ρεαλιστικά στοιχεία, στοιχεία της πραγματικότητας - κυριολεκτικά, όχι αλληγορικά ή μεταφορικά - και αυτά δείχνονται τόσο διαφορετικά απ' όσο είναι, τότε το πράγμα μου φαίνεται ότι "κλωτσάει").
Γενικά πάντως είδα την ταινία ευχάριστα, απόλαυσα για μια ακόμα φορά το θέαμα και την γλυκύτητα (υπερβολική πάντως, είναι γεγονός ότι θα την προτιμούσα πιο σκοτεινή) του κατ' εξοχή παραμυθά του σινεμά, αλλά έφυγα με την αίσθηση της επανάληψης. Νομίζω ότι ο Spielberg εξακολουθεί ως ένα βαθμό να είναι μαγικός, πολύ φοβάμαι όμως ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να μας μαγέψει με τον ίδιο τρόπο που μπορούσε κάποτε...
Ένας γίγαντας ύψους 7 μέτρων απάγει τη μικρή Σόφι από το ορφανοτροφείο όπου ζει ("αναγκάζεται" να την απαγάγει επειδή τον είδε, ενώ αυτός πρέπει να παραμένει αόρατος όταν βρίσκεται στην πόλη) και τη μεταφέρει στη μαγική και ονειρική Γιγαντοχώρα. Εκεί όλα είναι υπέροχα... εκτός από τους άλλους, πολύ μεγαλύτερους και δυνατότερους γίγαντες από τον δικό μας, οι οποίοι - σε αντίθεση μ' αυτόν - τυχαίνει να είναι φανατικά ανθρωποφάγοι. Μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς ξεκινά, αλλά και μια βαθιά φιλία ανάμεσα στον γίγαντα και το κοριτσάκι.
Ο Spielberg ξέρει καλά, βεβαίως, να στήνει μια εντυπωσιακή, θεαματική και μαγική ατμόσφαιρα - στην Γιγαντοχώρα κυρίως. Άψογα ψηφιακά εφέ και πολλή φαντασία συντελούν σ' αυτό και σε μερικές σκηνές απογειώνουν το φιλμ. Ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά ασχολείται με τα προσφιλή του θέματα (τα οποία βεβαίως είναι και πολύ μόδα στον σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο): Την αποδοχή της διαφορετικότητας: (και οι δύο ήρωες είναι ένα είδος απόκληρων στους κόσμους τους), και το θέμα της φιλίας, μιας φιλίας που μπορεί να ανθίσει παρά τις τερατώδεις σωματικές διαφορές των δύο. Ταυτόχρονα το φιλμ παραμένει γλυκό, τρυφερό, γεμάτο παιδικότητα και χιούμορ - δίχως, όπως είπαμε, να ενοχλεί τους μεγάλους. Ωστόσο προς το τέλος, όταν εμπλέκεται στην ιστορία η βασίλισσα της Βρετανίας, το όλο πράγμα κάνει κατά τη γνώμη μου κάποια κοιλιά ή μάλλον πλημμυρίζει από υπερβολική αφέλεια (όσο κι αν μιλάμε για παραμύθι, έχοντας στο μυαλό τον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορώ να φανταστώ αυλικούς, πολιτικούς και κυρίως στρατιωτικούς, να φέρονται με τόσο υπέροχο τρόπο στον "διαφορετικό" γίγαντα. Μου φαίνεται τόσο εξωπραγματικό... Βλέπετε, όταν η φαντασία απογειώνεται και δημιουργεί κάθε λογής καινούριους κόσμους, τα πάντα είναι αποδεκτά. Όταν όμως στη φαντασία παρεισφρύουν ρεαλιστικά στοιχεία, στοιχεία της πραγματικότητας - κυριολεκτικά, όχι αλληγορικά ή μεταφορικά - και αυτά δείχνονται τόσο διαφορετικά απ' όσο είναι, τότε το πράγμα μου φαίνεται ότι "κλωτσάει").
Γενικά πάντως είδα την ταινία ευχάριστα, απόλαυσα για μια ακόμα φορά το θέαμα και την γλυκύτητα (υπερβολική πάντως, είναι γεγονός ότι θα την προτιμούσα πιο σκοτεινή) του κατ' εξοχή παραμυθά του σινεμά, αλλά έφυγα με την αίσθηση της επανάληψης. Νομίζω ότι ο Spielberg εξακολουθεί ως ένα βαθμό να είναι μαγικός, πολύ φοβάμαι όμως ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να μας μαγέψει με τον ίδιο τρόπο που μπορούσε κάποτε...
Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2016
"REVOLVER" Ή ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
"Αν δεις μια ταινία του Guy Ritchie είναι σα να τις έχεις δει όλες" μου έχουν πει αρκετοί σε συζητήσεις - και μάλλον συμφωνώ. Ναι, αλλά τουλάχιστον αυτή η επανάληψη είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστική. Εκτός, κατά τη γνώμη μου, από το "Revolver" του 2005. Αυτό είναι μόνο κουραστικό.
Ένας σούπερ τύπος βγαίνει μετά από 7 χρόνια από τη φυλακή (από την απομόνωση μάλιστα). Στο μυαλό του κυριαρχεί η σκέψη να εκδικηθεί αυτόν που τον έστειλε εκεί, έναν βίαιο και στα όρια της παράνοιας ιδιοκτήτη καζίνου. Ο ήρωάς μας, που ξέρει πολύ καλά να περιμένει, κερδίζει πολλά λεφτά από τον τζόγο και μετά δύο χρόνια ξαναπιάνει το σχέδιο εκδίκησης. Τότε συμβαίνουν διάφορα: Από γιατρούς μαθαίνει ότι του έχουν απομείνει τρεις μόλις μέρες ζωής, ο εχθρός του δίνει εντολή στους ανθρώπους του να τον σκοτώσουν, ενώ δύο άγνωστοι, μυστηριώδεις τύποι, μοιάζουν να τον προστατεύουν διαρκώς - με το αζημείωτο όμως. Από εκεί και πέρα... μπάχαλο.
Ο Ritchie χρησιμοποιεί κι εδώ βέβαια το εντυπωσιακό στιλ σκηνοθεσίας που ξέρουμε πολύ καλά (επαναλαμβανόμενο πάντως, όπως λέγαμε στην αρχή), φτιάχνει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, βάζει τους ηθοποιούς να μιλούν ψιθυριστά και υποβλητικά (υποτίθεται), χρησιμοποιεί μέχρι τελικής πτώσης διάφορες διαρκώς επαναλαμβανόμενες βαρύγδουπες και με βαθύ (υποτίθεται πάλι) νόημα ατάκες, μας πρήζει με το σκάκι και τη φιλοσοφία του... και μετά τα μισά κάνει και μια κωλοτούμπα και η "γκαγκστερική" αρχικά ταινία παίρνει μια σχεδον μεταφυσική τροπή. Μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως πλήθος από προβλήματα συσσωρεύονται: Το σενάριο γίνεται όλο και πιο μπερδεμένο και με κενά, ίσως και ακατανόητο και οι "φιλοσοφικές" ατάκες πολλαπλασιάζονται σε βαθμό κακουργήματος, για να καταλήξουμε σε φιλοσοφικό - αυτοψυχαναλυτικό ή δεν ξέρω τι άλλο τέλος, που το βρήκα πραγματικά για κλάματα.
Ξέρετε το συνηθέστατο στο σινεμά "κόλπο" όπου στο μυαλό του ήρωα κάποια στιγμή επαναλαμβάνεται (που σημαίνει ότι εκείνος θυμάται) μια πολύ σύντομη σκηνή ή/και ατάκα που έχουμε ξαναδεί/ ξαναακούσει σε προηγούμενο μέρος του φιλμ, η οποία θα παίξει καθοριστικο ρόλο στο παρόν. Ε, λοιπόν, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο συχνή χρήση αυτής της αφηγηματικής τεχνικής. Κάθε τρεις και λίγο σκηνές ή ατάκες από την αρχή του φιλμ επεναλαμβάνονται κατά τη διάρκειά του. Γενικά δεν έχω ξαξαδεί τόσες αμπελοφιλοσοφίες και "πλήρη νοήματος" υποτίθεται τσιτάτα μαζεμένα σε μια ταινία, να πέφτουν βροχή. Τι να πω...
Ας μη σας κουράζω άλλο. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για τη χειρότερη ταινία του συνήθως διασκεδαστικού Ritchie.
Ένας σούπερ τύπος βγαίνει μετά από 7 χρόνια από τη φυλακή (από την απομόνωση μάλιστα). Στο μυαλό του κυριαρχεί η σκέψη να εκδικηθεί αυτόν που τον έστειλε εκεί, έναν βίαιο και στα όρια της παράνοιας ιδιοκτήτη καζίνου. Ο ήρωάς μας, που ξέρει πολύ καλά να περιμένει, κερδίζει πολλά λεφτά από τον τζόγο και μετά δύο χρόνια ξαναπιάνει το σχέδιο εκδίκησης. Τότε συμβαίνουν διάφορα: Από γιατρούς μαθαίνει ότι του έχουν απομείνει τρεις μόλις μέρες ζωής, ο εχθρός του δίνει εντολή στους ανθρώπους του να τον σκοτώσουν, ενώ δύο άγνωστοι, μυστηριώδεις τύποι, μοιάζουν να τον προστατεύουν διαρκώς - με το αζημείωτο όμως. Από εκεί και πέρα... μπάχαλο.
Ο Ritchie χρησιμοποιεί κι εδώ βέβαια το εντυπωσιακό στιλ σκηνοθεσίας που ξέρουμε πολύ καλά (επαναλαμβανόμενο πάντως, όπως λέγαμε στην αρχή), φτιάχνει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, βάζει τους ηθοποιούς να μιλούν ψιθυριστά και υποβλητικά (υποτίθεται), χρησιμοποιεί μέχρι τελικής πτώσης διάφορες διαρκώς επαναλαμβανόμενες βαρύγδουπες και με βαθύ (υποτίθεται πάλι) νόημα ατάκες, μας πρήζει με το σκάκι και τη φιλοσοφία του... και μετά τα μισά κάνει και μια κωλοτούμπα και η "γκαγκστερική" αρχικά ταινία παίρνει μια σχεδον μεταφυσική τροπή. Μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως πλήθος από προβλήματα συσσωρεύονται: Το σενάριο γίνεται όλο και πιο μπερδεμένο και με κενά, ίσως και ακατανόητο και οι "φιλοσοφικές" ατάκες πολλαπλασιάζονται σε βαθμό κακουργήματος, για να καταλήξουμε σε φιλοσοφικό - αυτοψυχαναλυτικό ή δεν ξέρω τι άλλο τέλος, που το βρήκα πραγματικά για κλάματα.
Ξέρετε το συνηθέστατο στο σινεμά "κόλπο" όπου στο μυαλό του ήρωα κάποια στιγμή επαναλαμβάνεται (που σημαίνει ότι εκείνος θυμάται) μια πολύ σύντομη σκηνή ή/και ατάκα που έχουμε ξαναδεί/ ξαναακούσει σε προηγούμενο μέρος του φιλμ, η οποία θα παίξει καθοριστικο ρόλο στο παρόν. Ε, λοιπόν, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο συχνή χρήση αυτής της αφηγηματικής τεχνικής. Κάθε τρεις και λίγο σκηνές ή ατάκες από την αρχή του φιλμ επεναλαμβάνονται κατά τη διάρκειά του. Γενικά δεν έχω ξαξαδεί τόσες αμπελοφιλοσοφίες και "πλήρη νοήματος" υποτίθεται τσιτάτα μαζεμένα σε μια ταινία, να πέφτουν βροχή. Τι να πω...
Ας μη σας κουράζω άλλο. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για τη χειρότερη ταινία του συνήθως διασκεδαστικού Ritchie.
Παρασκευή, Ιουλίου 01, 2016
ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ, ΑΛΛΑ... ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ "ΦΑΜΙΛΙΑ"
Αν και γνωρίζω σχετικά λίγα γι' αυτό, το αργεντίνικο σινεμά μας έχει δώσει κατά καιρούς αξιόλογα δείγματα. Ένας από τους γνωστούς σκηνοθέτες του, ο Pablo Trapero, γυρίζει το 2015 την ανατριχιαστική "Φαμίλια" (El Clan), βασισμένη (για να κάνει χειρότερα τα πράγματα) σε αληθινή ιστορία της δεκαετίας του 80.
Τι θα λέγατε αν μια καθ' όλα αξιοσέβαστη μεσοαστική οικογένεια (πατέρας, μητέρα, 4 παιδιά) λειτουργεί σαν εγκληματική, αιμοσταγής συμμορία; Εγκέφαλος είναι ο πατέρας, βοηθός του ο μεγάλος γιος (και αργότερα και ο δεύτερος), ενώ η μητέρα γνωρίζει τα πάντα (οι δύο κόρες είναι μικρές ακόμα). Αυτοί λοιπόν απάγουν πλούσιους (νεαρούς κυρίως, αλλά όχι μόνο), τους κρατάνε κλεισμένους στα ασφαλή υπόγεια του σπιτιού, παίρνουν τα υψηλά λίτρα που απαιτούν και στη συνέχεια, αδίστακτα, εκτελούν τους απαχθέντες. Βέβαια ο πατέρας γνωρίζει καλά το "know how", αφού είχε στενές σχέσεις με το αιμοσταγές φασιστικό καθεστώς που κυβερνούσε τη χώρα μέχρι το 1982, όπου συμμετείχε σε απαγωγές "εξαφανισμένων" πολιτικών αντιπάλων. Απλώς, μετά την πτώση της χούντας και τον εκδημοκρατισμό, συνέχισε, αυτή τη φορά για προσωπικό του όφελος.
Η ταινία σοκάρει όχι με σκηνές βίας ή σπλάτερ (ελάχιστα τέτοια δείχνονται), αλλά με την καθησυχαστική, καθημερινή, συντηρητική, απόλυτα "καθώς πρέπει" και αξιοσέβαστη επιφάνεια που καλύπτει την οικογένεια. Και γίνεται εφιαλτική τόσο με την φοβερή ψυχρότητα, την απόλυτη πίστη ότι όλα γίνονται "για το καλό της οικογένειας και το μέλλον των παιδιών" του πατέρα όσο και με την απόλυτη έλλειψη κάθε ηθικού ενδοιασμού ενός ανθρώπου τυπικού, που ανησυχεί για την έξωθεν εικόνα της φαμίλιας, για το τι θα πουν οι άλλοι, που σκουπίζει κάθε πρωί το πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του...
Φυσικά η ταινία μπορεί να θεωρηθεί και ως ένα είδος αλληγορίας για το τι μπορεί να κρύβεται κάτω από μια τόσο λουστραρισμένη και άψογη εικόνα, όσο και ως πολιτικό σχόλιο για τις σχέσεις φασισμού και ανθρώπινης ηθικής, για την πολιτική διαπλοκή (ύποπτες σχέσεις συνέχισαν φυσικά να υπάρχουν και μετά τον εκδημοκρατισμό, καθώς για μια ακόμα φορά κάθαρση σε βάθος δεν έγινε), αλλά και μια καταγγελία της κάθε είδους απληστίας, ακόμα κι αν αυτή μεταφράζεται στην ανάγκη να "ανέβουμε" κοινωνικά. Ταυτόχρονα, με διακριτικό τρόπο, καταγράφει και την πνιγηρή ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι, την "εσωτερική" δικτατορία που ασκεί ο πατέρας εκεί, πάντοτε όμως με ευγένεια και διακριτικότητα, δίχως ποτέ να υψώνει τον τόνο της φωνής, πραγματικά "με το γάντι".
Ενδιαφέρον φιλμ, με μπρος - πίσω αφήγηση στο χρόνο, που λειτουργεί και σαν ένα είδος θρίλερ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























