Κυριακή, Μαΐου 27, 2007

ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ)


Έχω γράψει από την αρχή ότι η blogbuster σειρά των "Πειρατών της Καραϊβικής" επιτελεί για μένα απόλυτα τον σκοπό της: Να με διασκεδάσει με δύο (ή μάλλον περισσότερες) χορταστικές ώρες, δίχως πολλή σκέψη και προβληματισμούς. Η τρίτη συνέχεια "Στο τέλος του Κόσμου", πάντα του Gore Verbinski, δεν απέτυχε ούτε κι αυτή στον (μοναδικό άλλωστε) στόχο της: Την καθαρή διασκέδαση που προαναφέραμε. Και εδώ τα εντυπωσιακά εφφέ είναι ατέλειωτα, το χιούμορ (συχνά μαύρο) διάσπαρτο, η περιπέτεια στο φουλ, οι ηθοποιίες απολαυστικές, με πρώτο και καλύτερο πάντοτε τον απίστευτο χαρακτήρα του Τζακ Σπάροου που έπλασε ο Τζόνι Ντεπ. Αυτή εδώ η τρίτη συνέχεια είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "χορταστική", αφού τα έχει όλα αυτά και με το παραπάνω.
Και εδώ αρχίζουν τα προβληματάκια: Είναι πολλοί αυτοί που θα βρουν ότι αυτό ακριβώς το "χορταστικό" καταντά σ' αυτό το 3ο μέρος πιθανόν "βαρυστόμαχο". Γενικά, πολλοί θα νοιώσουν στο τελευταίο μισάωρο ένα overdose. Ίσως η τελική μάχη να ήθελε λίγο κόψιμο. Από την άλλη, αυτό ακριβώς το Νο 3 είναι εξ ορισμού προβληματικό: Πόσες συνέχειες θα γίνουν από οτιδήποτε δίχως να βαρεθεί ο θεατής; Ξέρουμε πλέον απ' έξω κι ανακατωτά τον χαρακτήρα του Τζακ, ξέρουμε και τους υπόλοιπους, έχουμε εντρυφήσει στο σκοτεινό, βρώμικο και άρκετές φορές καθόλου ανήλικο κλίμα της σειράς (που κατά τη γνώμη μου αποτελεί και ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα της), ε, τι άλλο να περιμένουμε πια; Η πρώτη ευχάριστη έκπληξη έχει προ πολλού χαθεί. Και όπως όλα δείχνουν (αφού εισπρακτικά η σειρά εξακολουθεί να σκίζει), πάμε ολοταχώς για Νο 4, μια που ο Τζακ πάει να βρει το "αθάνατο νερό" ή κάτι τέτοιο.
Γκρίνια λοιπόν; Μη με κατηγορήσετε όμως γι' αυτήν. Εξακολουθώ να περνώ καλά σε γενικές γραμμές, πράγμα που είναι πολύ - πολύ σπάνιο για μένα στίς σειρές. Ίσως γιατί εξακολουθεί να με γοητεύει η σκοτεινιά του κλίματος που είπα και παραπάνω. Πέραν αυτού, αντιρρήσεις δικαιούστε να έχετε όσες θέλετε. Επισήμανα άλλωστε αρκετές πιθανές παραπάνω.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η ολιγόλεπτη εμφάνιση του μεγάλου Κιθ Ρίτσαρντς. Με τη σκαμμένη φάτσα του, ήταν ο μόνος από τους δεκάδες κακομούτσουνους πειρατές που συνωστίζονται στην οθόνη που δεν χρειαζόταν το παραμικρό μακιγιάζ...
ΥΓ2: Πολύ ενδιαφέρον το στοιχείο ότι οι "κακοί" δεν είναι τίποτα σατανικοί μάγοι ή τέρατα ή ψυχάκηδες ή κάτι παρόμοιο, αλλά στυγνοί έμποροι, που πάνω απ' όλα βάζουν το κέρδος και την καλή μπίζνα και, προκειμένου να τα πετύχουν, δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Μήπως τελικά αυτό αποτελεί κάποια συγκαλυμένη κριτική για την εποχή μας;

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ INLAND EMPIRE


Μέχρι τώρα οι ταινίες του David Lynch με γοήτευαν. Ασκούσαν πάνω μου αυτή την υπνωτική γοητεία που είναι πολλές φορές ανεξάρτητη της κατανόησης. Πιστεύω ότι όντως στο Eraserhaed ή τη Χαμένη Λεωφόρο ή το Mulholland Drive το αν θα καταλάβουμε τι γίνεται ή όχι περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην κινηματογραφική εμπειρία της θέασής τους.
Δεν έχω την ίδια γνώμη για το Inland Empire (2006). Εδώ έχουμε το απόλυτο πραγματικά χάος, την παντελή έλλειψη κατανόησης του τι συμβαίνει (αν συμβαίνει κάτι τέλος πάντων). Όπως όμως ήδη είπα, η μη κατανόηση δεν είναι αυτό που με ενόχλησε. Το πρόβλημά μου είναι ότι, απλούστατα, βρήκα την ταινία φοβερά κουραστική. Λες και ο Lynch έχει βαλθεί επίτηδες να μας τσακίσει με κάθε τρόπο: Η τρίωρη διάρκεια, η ακατέργαστη, γεμάτη κόκκο εικόνα λες και είναι από παλιό βίντεο που το μεγένθυνες για τη μεγάλη οθόνη (έχει χρησιμοποιήσει άλλωστε αποκλειστικά μια ψηφιακή κάμερα στο χέρι), αλλά κυρίως τα συνεχή ατελείωτα, εξοντωτικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, έδωσαν τη χαριστική βολή.
Κατά τα άλλα... η Λόρα Ντερν περιφέρεται επί ώρες, βγαίνει από τον ένα χώρο στον άλλο, συναντά πλήθος ανησυχητικών προσώπων, η γραμμικότητα του χώρου και του χρόνου καταργείται πλήρως... και όλα είναι σαν ένα όνειρο (ή μάλλον εφιάλτης ή μάλλον, πάλι, ένα συνεχές bad trip), όπου ο ονειρευόμενος ούτε κατανοεί, αλλά ούτε και μπορεί να ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο αυτά που βλέπει. Είναι σίγουρα εικόνες από το ασυνείδητο, ακατέργαστες, πρωτόγονες, δίχως ίχνος λογικής. Εκεί όμως που μέχρι πρόσφατα το παιχνίδι αυτό με το ακατανόητο με γοήτευε, αυτή τη φορά το μόνο που κατάφερε είναι να με κάνει να κρατώ πολύ δύσκολα τα μάτια μου ανοιχτά.
Είναι σαφές ότι ο Lynch κάνει ένα δικό του σινεμά, στα όρια του πειραματικού, που κανείς άλλος δεν τολμά (ή δεν μπορεί ή δεν θέλει) να κάνει. Το εκτιμώ αυτό και περιμένω με ενδιαφέρον την επόμενη ταινία του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να μου αρέσει κάθε ταινία αυτού του ερμητικού είδους.

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

ΝΕΚΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΚΑΙ ΖΟΦΕΡΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ


Το Dead Girl (2006) της Karen Moncrieff αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη πραγματικά από το πουθενά. Το "Νεκρό Κορίτσι" είναι μια ταινία με σίριαλ κίλερ. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν είναι ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ταινία με σίριαλ κίλερ. Διότι, κατ' αρχήν, δεν είναι ταινία τρόμου, παρά την ζοφερή και "άρρωστη" ατμόσφαιρά της, αλλά ούτε και αστυνομική.
Υπάρχει λοιπόν και εδώ, όπως σε αμέτρητες άλλες αμερικάνικες κυρίως ταινίες, ένας δολοφόνος που σκοτώνει νεαρές γυναίκες. Εκεί όμως που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του το φιλμ δεν είναι οι φόνοι, ούτε η αστυνομία που κυνηγά τον δολοφόνο, ούτε καν ο ίδιος ο δολοφόνος, ο οποίος απλώς είναι ένας από τους γύρω στους δέκα πρωταγωνιστές. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο ερώτημα: Ποιές είναι οι επιπτώσεις της παρουσίας ενός σίριαλ κίλερ στον κοινωνικό περίγυρο γενικότερα και στα κάθε λογής άτομα που, ακούσια συνήθως, εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο με τον ίδιο ή τη δράση του; Ποια είναι τα αποτελέσματα της φριχτής αυτής δράσης πάνω σε άτομα όπως η σύζυγός του, η ιατροδικαστής που παραλαμβάνει το πτώμα, η κοπέλα που ανακαλύπτει το πτώμα, η μητέρα της δολοφονημένης κλπ.;
Τα κύρια πρόσωπα, αυτά που οι ζωές τους σημαδεύονται από τον δολοφόνο (έστω κι αν δεν είναι θύματα ή παραλίγο θύματά του), είναι γυναίκες, όπως και τα θύματα καθ΄εαυτά. Η ταινία παρακολουθεί με θαυμαστό ρεαλισμό, ψυχολογικό και κοινωνικό, τα όσα θα συμβούν από την ανακάλυψη του πτώματος και μετά. Κι όλες αυτές οι ιστορίες σκιαγραφούν με δυνατό τρόπο μίζερες, παράδοξες, μοναχικές ζωές και συνθέτουν ένα ζοφερό κλίμα που σε πιάνει από την πρώτη στιγμή και κορυφώνεται στην τελευταία ιστορία (σε flash back), αυτή του ίδιου του θύματος. Όσο για τον φόνο, αυτός δεν δείχνεται πουθενά. Όπως έχει χειριστεί το θέμα άλλωστε η Moncrieff, δεν ενδιαφέρει κανέναν.
Μην περιμένετε ταινία τρόμου λοιπόν. Κι όμως, κινδυνεύετε να "κόψετε τις φλέβες σας" εξ αιτίας της ατμόσφαιρας. Αν αυτό σας απωθεί, μην κάνετε τον κόπο. Εγώ πάντως τη βρήκα πολύ καλή ταινία.

Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

ΤΣΟΝΤΑ ΜΕ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑNΔΥΑ ΚΑΙ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ


Οι "Άγγελοι Εξολοθρευτές" του γάλλου Jean-Claude Brisseau θα ήθελαν πολύ να είναι ένα λεσβιακό σοφτ πορνό. Έπρεπε όμως να τηρηθούν και κάποια προσχήματα. Οπότε υπάρχει ένας και καλά διανοουμενίστικος μανδύας: Υπάρχει ένας σκηνοθέτης που θέλει να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη γυναικεία ηδονή (!), υπάρχουν κάποιοι άγγελοι (θηλυκοί φυσικά) που σκάνε μύτη κάθε τόσο αθέατοι και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, υπάρχουν οι σχέσεις του σκηνοθέτη με τη γυναίκα του, οι προβληματισμοί του πάνω στο καυτό θέμα του και οι απαραίτητες οντισιόν για "την ταινία μέσα στην ταινία". Όλα αυτά όμως τα βρήκα εντελώς κακοχωνεμένα, άνευ λόγου και άνευ νοήματος. Μπαίνει στη μέση και το δράμα, καθώς και κάποιοι τύποι που κυνηγούν το δυστυχή σκηνοθέτη (δεν κατάλαβα ακριβώς γιατί) και μια... δαιμονισμένη και το πράγμα γίνεται ακόμα πιο αχταρμάς.
Το αστείο είναι ότι οι γυναίκες στην ταινία συμπεριφέρονται ουσιαστικά ακριβώς όπως στα πορνό (σοφτ ή μη). Πώς λέει ο Γκουσγκούνης σε μια άγνωστη: "Καλημέρα. Κάτσε να σε πηδήξω" κι αυτή, φυσικά, απαντά μετά χαράς "Πολύ ευχαρίστως. Πάμε!", ε, κάπως έτσι κι οι πρωταγωνίστριες του φιλμ είναι έτοιμες για όλα (χωρίς, σημειωτέον να είναι πόρνες ή κάτι τέτοιο) και υπακούουν και επαυξάνουν μάλιστα στα κελεύσματα του σκηνοθέτη, κι ας έχουν πάει μόνο για οντισιόν!
Τέλος πάντων, αν γουστάρετε ένα σοφτ λεσβιακό πορνό, το φιλμ είναι ό,τι πρέπει. Μακάρι να είχε την τόλμη της αλήστου μνήμης "Εμμανουέλας" να δηλώσει ευθαρσώς ότι αυτό και μόνο θέλει και τίποτα άλλο...

Κυριακή, Μαΐου 13, 2007

O SPIDERMAN ΠΕΤΑ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΧΑΜΗΛΑ


"Πόσο χειρότερο μπορεί να είναι από τα άλλα;" αναρωτιόμουν πηγαίνοντας στον Spiderman 3 του Sam Reimi. Πολύ! ήταν η απάντηση όταν είδα την ταινία.
Ας ξεκαθαρίσω όμως λίγα πράγματα: Ίσως βλέπω συνήθως πιο "απαιτητικό" σινεμά, αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω πολλές φορές και το ποπκορνοειδές, μπλοκμπαστεράτο Χόλιγουντ. Διασκέδασα με τους "Πειρατές της Καραϊβικής", βρήκα συμπαθητικούς τους X-Men, μ' αρέσει ο Σπίλμπεργκ της δεκαετίας του 80... Απλώς, κρίνω αυτό το είδος σινεμά με διαφορετικά κριτήρια από ένα φιλμ του Κισλόφσκι ή του Ρενέ. Και μ' αυτά τα διαφορετικά κριτήρια, ξαναλέω, υπάρχει αρκετό "απλώς διασκεδαστικό" Χόλιγουντ που όντως με διασκεδάζει και με κάνει να περνώ μια χαρά. Κλείνει η παρένθεση.
Ε, λοιπόν, με τον 3ο Σπάιντερμαν ούτε διασκέδασα, ούτε εντυπωσιάστηκα από τα εφφέ. Αντίθετα, ανακάλυψα έναν απίστευτο πλούτο αφέλειας (ηλιθιότητας θα ήταν σωστότερο), ανυπόφορων κλισέ, αφόρητου μελό και συνολικής βαρεμάρας. Να εξομολογηθώ τώρα και κάτι υποκειμενικό: Ούτε οι πρώτες, σαφώς καλύτερες, ταινίες του Αραχνάνθρωπου μου άρεσαν ούτε και τη φάτσα του Τόμπι αντέχω. Αυτά όμως, όπως είπα, είναι υποκειμενικά, οπότε μπορείτε να τα ξεχάσετε. Πώς να χωνέψει όμως κανείς όλους αυτούς τους τόνους σιροπιών, με τις χαζές ερωτικές παλινδρομήσεις του ζεύγους Σπάιντερ - Μέρι Τζέιν, με τον εμετικο διδακτισμό της θείας με τα δαχτυλίδια και τις καρδιές και άλλα μπλιάχ, με τον κατά-βάθος-καλό κακό Sandman που "τα κάνει όλα για την κορούλα του" και πολλά άλλα τέτοια; Αφείστε που η πληθώρα κακών κάνει την ταινία ανεστίαστη: Εκεί που πας να δεις τι γίνεται με τον Sandman, νά΄σου ο "μαύρος" Σπάιντερμαν, εκεί που νομίζεις ότι θα έχουμε μια πιθανόν ενδιαφέρουσα μάχη καλού - κακού εαυτού του ήρωα νά'σου ο κακός Βένομ που σκάει κάπου στα μισά της ταινίας, και να μη ξεχνάμε τον μονίμως μπαλαντέρ νέο Γκόμπλιν. Ουφ!
Όσο για το "ιδεολογικό" κομμάτι... ο απίστευτα φλούφλης ως φάτσα και ως ντύσιμο Πάρκερ είναι ο καλός, όσο ακριβώς είναι φλούφλης και φορά γραβατούλα. Όταν γίνεται κακός, το κακό αυτό εξωτερικεύεται με (κάπως) ατίθασο μαλί και λίγο μαύρο στο ντύσιμο. Περιτό να πούμε ότι έτσι είναι πολύ πιο συμπαθής, αλλά... ας μην επεκταθώ περισσότερο σε κάτι τόσο χαζό.
Ένα είναι σίγουρο: Ότι για φέτος ξέρω με σιγουριά πού θα απένειμα το Χρυσό Βατόμουρο. Και να φανταστείτε ότι κάποτε αγαπούσαμε τον Ράιμι...

Παρασκευή, Μαΐου 11, 2007

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΙΜΝΗ


Ο Στράτος Στασινός έχει κάνει αξιόλογα ντοκιμαντέρ και τη μοναδική (νομίζω) ελληνική ταινία animation με κούκλες: "Του κολυμπητή" πίσω στα 80ς. Το "Πέρα από τη Λίμνη" είναι η πρώτη του μυθοπλαστική μεγάλου μήκους και μπορούμε αμέσως να δούμε ότι μένει πιστός στα θέματά του: Ελληνική επαρχία, θρύλοι και παραμύθια.
Επιχειρεί λοιπόν να μεταφέρει στη σύγχρονη πραγματικότητα των ελληνικών χωριών ένα γνωστό θρύλο ή, αν θέλετε, την έννοια του "νεραϊδοπαρμένου", τουτέστιν αυτού που συναντά μια νεράιδα, μαγεύεται και από κει και πέρα έχει μυαλό μονάχα γι' αυτή - ή καλύτερα χάνει το μυαλό του για οτιδήποτε άλλο και καταντά ο παρίας του χωριού. Ενδιαφέρον. Δυστυχώς όμως η μεταφορά στην οθόνη γίνεται άνευρα, επίπεδα, δίχως ψυχή. Απλώς καλλιγραφικά. Οι κόσμοι είναι χωρισμένοι στον πραγματικό και τον φανταστικό, πλην όμως ο τελευταίος δεν μπόρεσε να μου προκαλέσει το απαιτούμενο δέος, την ανατριχίλα του "άλλου". Επίσης, παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε, λείπει το πάθος, απαραίτητο για μια τέτοια ιστορία, που ουσιαστικά είναι μια ιστορία τρελλού έρωτα.
Υπάρχει,όπως σε κάθε παραμύθι άλλωστε, το αλληγορικό στοιχείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για τον άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στη μονότονη καθημερινότητα και αναζητά το διαφορετικό, το φευγάτο, το άλλο (είναι χαρακτηριστικό ότι η αραβωνιαστικιά του ήρωα και η νεράιδα ερμηνεύονται από την ίδια ηθοποιό). Αλλά και πάλι κι αυτό το στοιχείο δίνεται εξώφθαλμα και, συγχρόνως, κάπως ρηχά.
Μένουν μερικές όμορφες εικόνες, λίγες καλές σκηνές... και μια γενική υποτονικότητα. Καθώς και η αίσθηση των καλών προθέσεων και μιας χαμένης ευκαιρίας.

Κυριακή, Μαΐου 06, 2007

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΣ "ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ"


Γιατί το ασιατικό σινεμά βρίσκεται σε γενικές γραμμές αρκετά μπροστά από το αμερικάνικο; Μία από τις απαντήσεις θα μπορούσε να δοθεί αν δει κανείς τον "Επισκέπτη" (The Host) του κορεάτη Joon-ho Bong που, εκτός από το μεταλλαγμένο τέρας που διαθέτει, είναι και η ίδια μια "μεταλλαγμένη" ταινία τρόμου. Να το πω αλλιώς: Βλέποντας μια χολυγουντιανή ταινία, όσο καλή και να είναι, ξέρεις λίγο - πολύ τι θα δεις, γνωρίζεις τη "γλώσσα" της, τον τρόπο γραφής. Αντίθετα, στις ασιατικές λειτουργεί (ακόμα) το στοιχείο της έκπληξης. Φεύγεις με την αίσθηση ότι αυτό που είδες (καλό ή κακό, δεν έχει σημασία) δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχεις δει.
Ο "Επισκέπτης" είναι μια ταινία τρόμου. Πρωταγωνιστεί ένα απίστευτο τέρας, που βγαίνει από τα μολυσμένα νερά του ποταμού Χαν, που διασχίζει τη Σεούλ, και σκορπά τον τρόμο και τον θάνατο. Δεν μοιάζει με Γκοτζίλα, είναι μάλλον μια γιγάντια σαύρα με εφιαλτικό κεφάλι, που παρά την φριχτή της εμφάνιση, έχει με τρόπο απροσδιόριστο, και κάτι ελαφρά γελοίο. Κάπως έτσι είναι και όλο το φιλμ. Ταινία τρόμου, ναι, καθαρή και με σκηνές φριχτές (και εντυπωσιακά εφφέ), αλλά έλα ντε που έχει και χιούμορ, και πολιτική σάτιρα, και σαφή αντιαμερικανισμό (η έντονη παρουσία αμερικανικών βάσεων και αμερικανικού στρατού στη χώρα δεν κάνει ευτυχισμένους τους περισσότερους κορεάτες). Και, σα να μην έφταναν αυτά, στο τέλος μας αφήνει με μια γερή δόση αληθινής συγκίνησης και τρυφερότητας! Κι όσον αφορά πάλι το θέμα του ποιοί από τους ήρωες επιβιώνουν και ποιοί πεθαίνουν, ε, εκεί καμιά mainstream δυτική ταινία δεν θα τολμούσε να κάνει τις ίδιες επιλογές με τον Joon-ho Bong.
Το στοιχείο της καυστικής κριτικής της χώρας είναι έντονο (οι αρχές, η αστυνομία, τα νοσοκομεία της Κορέας μοιάζουν να είναι σχετικά μπάχαλο, θυμίζουν ελληνικά αντίστοιχα), για τον έντονο αντιαμερικανισμό είπαμε (δεν διστάζει να πει ότι οι αμερικάνοι είναι υπεύθυνοι για όλα και να παρουσιάσει τη χώρα σαν προτεκτοράτο των αμερικάνων, που έχουν τον κύριο λόγο σε όλα), οπότε η πολιτική χροιά υπάρχει και με το παραπάνω. Το χιούμορ πάλι δεν είναι διάχυτο παντού. Είναι σαν η ταινία να αλλάζει κάθε λίγο είδη, να πηδά από το ένα είδος στο άλλο. Εκεί που τρομάζεις, έρχεται μια αστεία σκηνή, εκεί που πας να γελάσεις τα πράγματα γίνονται πραγματικά συγκινητικά και μετά βουτάς πάλι στον τρόμο. Είναι μια από τις πιο sui generis ταινίες τόμου που έχω δει (γιατί, τελικά, αυτό το είδος υπερτερεί).
Αν λοιπόν δεν είστε αλλεργικοί σ΄αυτό το είδος, δείτε την ως μια απόλυτα διαφορετική πρόταση.

Παρασκευή, Μαΐου 04, 2007

ΠΡΟΣΩΠΙΚOI ΦΟΒΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ


Ο Alain Resnais είναι ένας από τους 5-6 μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες. Και είναι, αισίως 85 χρονών. Ενώ όμως άλλα μέλη αυτής της ελίτ έχουν ουσιαστικά αποσυρθεί (Μπέργκμαν, Βάιντα κλπ.) και άλλοι πάλι έχουν απόλυτα παρακμάσει (Αντονιόνι), ο Ρενέ καταφέρνει να κάνει ταινίες φρέσκες, που βλέπονται ευχάριστα, έστω και αν δεν κάνει πλέον κινηματογραφικές "επαναστάσεις" (πώς θα μπορούσε άλλωστε σ' αυτή την ηλικία;)
Οι "Προσωπικοί φόβοι σε δημόσιους χώρους" (Coeurs γαλλιστί) γυρίστηκε λοιπόν το 2006 από ένα γέρο. Σε πρώτη ανάγνωση ανήκει στο είδος που αποκαλούμε "αισθηματική κομεντί". Ερωτικές αναζητήσεις, χωρισμοί και (προσπάθειες για) νέες σχέσεις, παρεξηγήσεις και συμπτώσεις, χιούμορ, έξη αρχικά άσχετοι χαρακτήρες, που όμως στη συνέχεια δένονται με διαφορετικούς τρόπους ο ένας με τον άλλον, τα έχει όλα για να καταταγεί εκεί. Κι εδώ αρχίζουν οι ανατροπές. Σε πρώτη φάση σύντομα διαπιστώνουμε ότι όλοι σχεδόν οι ήρωες είναι μοναχικοί (ή ετοιμάζονται να γίνουν, αφού χωρίζουν) σε ένα Παρίσι όπου διαρκώς χιονίζει. Και οι 6, αν και μεσήλικες οι περισσότεροι, είναι μόνοι. Άλλοι ψάχνουν συστηματικά για αγάπη ή επικοινωνία, σε άλλους πάλι τα συναισθήματα αυτά που τόσο χρειάζονται κατά βάθος (δίχως κι οι ίδιοι να το ξέρουν ναρκωμένοι από την καθημερινή τους ρουτίνα) αφυπνίζονται αιφνίδια από τις καταστάσεις. Και το σπουδαιότερο, spoiler - spoiler στο τέλος, ανατρέποντας το κλασσικό χάπι εντ των ταινιών του είδους, όλοι, μα όλοι, παραμένουν μοναχικοί και - ενίοτε - ακόμα πιο πληγωμένοι.
Απαισιόδοξο συμπέρασμα που αφορούν συνολικά τη σύγχρονη κοινωνία των μεγαλουπόλεων, έλλειψη επικοινωνίας, μοναχικότητα, τυποποιημένες, αδιέξοδες ζωές, καιρική παγωνιά σε απόλυτη αρμονία με την εσωτερική παγωνιά των χαρακτήρων, κι όμως: Μην ετοιμαστείτε να κόψετε τις φλέβες σας και να πείτε "σιγά μη δω εγώ αυτό το βαρύ πράγμα..." Σας το είπα και στην αρχή: Όλα είναι δοσμένα με χιούμορ, κάποιοι χαρακτήρες είναι από μόνοι τους αστείοι (η θεούσα που γυρίζει τολμηρές βιντεοκασέτες, ο απίστευτος και αθέατος κατάκοιτος γέρος που βρίζει ασύστολα κλπ.)και το όλο πράγμα βλέπεται ευχάριστα - ως κομεντί πάντα.
Αυτό το χιούμορ, η κομψότητα, η διακριτικότητα στο να πει ουσιαστικά πράγματα ζοφερά, είναι που κάνουν τον Ρενέ μεγάλο (ακόμα).

Τρίτη, Μαΐου 01, 2007

ΚΑΘΩΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΑΓΩΝΕΙ...


Είχα καιρό να δω καλή και "καθαρή" επιστημονική φαντασία. Κατά τη γνώμη μου το Sunshine του Danny Boyle ανήκει σ' αυτή την ομάδα και πολύ χαίρομαι γι' αυτό.
Ξεκινώντας από την ιδέα ότι ο ήλιος αρχίζει να παγώνει και, κατά συνέπεια, η γη θα πεθάνει κι αυτή, ο Boyle επικεντρώνει τη δράση της ταινίας στο εσωτερικό του διαστημόπλοιου που μεταφέρει μια ομάδα αστροναυτών, με στόχο να ρίξουν στον ήλιο μια ειδική βόμβα που θα τον ξαναζωντανέψει. Έτσι εκμεταλλεύεται την ψυχολογία των επτά επιβατών, τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και αντιδράσεις τους στο όσα συμβαίνουν - και συναντούν - στο μακροχρόνιο ταξίδι τους, καθώς και την επίδραση του κλειστοφοβικού περιβάλλοντος σ' αυτούς. Κι όταν το "κακό" θα εισβάλλει, αυτό δεν είναι κάποιο alien, αλλά προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Χωρίς καθόλου να προσπαθεί να εντυπωσιάσει με σούπερ εφφέ και άνευ λόγου δράση-για- τη-δράση, η ταινία καταφέρνει να είναι ατμοσφαιρική και πέτυχε να μου μεταδώσει κάτι από την αγωνία των αποκλεισμένων αυτών ανθρώπων - και το άγχος από το βάρος της ευθύνης τους που είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, να σώσουν τον κόσμο. Ενδιαφέρουσα επίσης η μεταφυσική ατμόσφαιρα που δημιουργείται μπροστά στο κολοσιαίο φλεγόμενο σώμα που ολοένα πλησιάζουν, οι σχεδόν θρησκευτικής φύσης σκέψεις πολλών από το πλήρωμα που η προσέγγιση αυτή υποβάλλει, αλλά και το στοιχείο του θρίλερ που υπάρχει στο τέλος. Όσο για τα εφφέ (που είναι μόνο τα απαραίτητα όπως είπα), είναι απόλυτα πειστικά και υποβλητικά. Νομίζω ότι οι εικόνες του πελώριου ήλιου θα μείνουν για καιρό χαραγμένες στη μνήμη μου.
Όσο για κάποιες επιστημονικής φύσης πιθανές αναληθοφάνειες ή για κάποια ακατανόητα (σε μένα τουλάχιστον) επί μέρους στοιχεία (ποια πόρτα πρέπει να ανοίξει ή να κλείσει για να βρεθούν κάπου, τι χειρισμοί πρέπει να γίνουν και τι όργανα να χειριστούν), μου είναι αδιάφορα ως ελάχιστες λεπτομέρειες σε μια συνολικά πετυχημένη και αποτελεσματική ταινία.

Κυριακή, Απριλίου 29, 2007

ΟΙ ΑΡΓΟΙ ΡΥΘΜΟΙ ΤΗΣ ΑΦΥΠΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗς ΛΑΙΔΗΣ ΤΣΑΤΕΡΛΙ


Είναι δυνατό να θεωρείς καλή μια ταινία κι όμως να βαριέσαι καθώς τη βλέπεις; Να που είναι. Μιλώ για τη γαλλική μεταφορά της "Λαίδης Τσάτερλι" από την Pascale Ferran - και δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το τολμηρό στην εποχή του μυθιστόρημα του D.H.Lawrence μεταφέρεται στην οθόνη. H βερσιόν αυτή λοιπόν έχει σίγουρα αρετές, αλλά...
Το ενδιαφέρον στην ταινία (και στο βιβλίο ασφαλώς) είναι ότι πραγματεύεται τις έννοιες του αντισυμβατικού, της απελευθέρωσης, της εύρεσης νοήματος στη ζωή όχι ακριβώς μέσω του έρωτα, όπως πολλάκις έχει γίνει, αλλά μέσω του σεξ. Οι δύο εντελώς αταίριαστοι χαρακτήρες, η παντρεμένη αριστοκράτισα, πλούσια (και στερημένη) λαίδη και ο άξεστος, αμόρφωτος, φτωχός επιστάτης, πριν από οτιδήποτε άλλο έλκονται σεξουαλικά. Το πάθος τους φουντώνει όλο και περισσότερο σε κάθε συνάντησή τους, που, προσέξτε, σκοπό έχει μόνο το σεξ, καθώς οι τεράστιες διαφορές δεν επιτρέπουν και πολλούς άλλους τρόπους επικοινωνίας. Αυτό που στην αρχή είναι ένα απλό γρήγορο και γεμάτο άγχος και ενοχές "πήδημα" (και μάλιστα με τα ρούχα), γίνεται βαθμιαία όλο και τολμηρότερο, πιο απελευθερωμένο, ώσπου ο ένας φτάνει να εξερευνά κάθε σπιθαμή του σώματος του άλλου δίχως καμιά ντροπή, ενοχή ή όποια άλλη αναστολή. Κάθε κοινωνικό ή μη ταμπού έχει τσακιστεί. Από εκεί και πέρα, υπάρχει πλέον και χώρος για συζήτηση, τρυφερότητα, ρομάντσα, ανταλλαγή απόψεων. Ταυτόχρονα, ο άξεστος εραστής εξημερώνεται σιγά - σιγά, ανακαλύπτει μέσα του πτυχές τρυφερότητας που μάλλον και ο ίδιος αγνοούσε.
Παράλληλα οι βαθύτατες ταξικές διαφορές που κάνουν αδύνατη κάθε επαφή αποκαλύπτονται ανάγλυφα, οι ασφυκτικές συμβάσεις και τα ταμπού μιας φρικτά αυστηρής εποχής καταγγέλονται, η βαρεμάρα της καθημερινότητας της άρχουσας τάξης (της αριστοκρατίας εν προκειμένω) δείχνονται με ζοφερά χρώματα.
Η ευαισθησία της σκηνοθέτιδας, που περιγράφει πολύ πειστικά όλες αυτές τις αργές ψυχικές αλλαγές είναι δεδομένη. Ωστόσο πολλά από αυτά (προσοχή όμως, όχι όλα) δεν ισχύουν πια σήμερα. Αυτό ίσως κάνει την ταινία κάπως ξεπερασμένη, παλιομοδίτικη. Μεγαλύτερο πρόβλημα όμως βρήκα στους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, στο ότι δραματουργικά ουσιαστικά "δεν συμβαίνει τίποτα" πέρα των απελευθερωτικών ψυχολογικών αλλαγών που είπαμε. Η συνεχής κινηματογράφηση της αγνής φύσης, των πανέμορφων λιβαδιών και των λουλουδιών (για να δειχτεί η αντίθεση με το μουντό, αυστηρό και σκοτεινό περιβάλλον του πύργου βεβαίως), καθώς και η αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκεια με έκαναν να βαρεθώ αρκετά (έως και πολύ).
Να λοιπόν που μια αντικείμενικά (αν μπορούμε να πούμε ότι έχει κάποια σημασία αυτή η λέξη) καλή ταινία μπορεί να είναι και πολύ βαρετή...

Σάββατο, Απριλίου 28, 2007

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΑ ΤΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΤΑΪΒΑΝ


Οι Spider Lilies (2007) της ταϊβανέζας σκηνοθέτιδας Zero Chou, η οποία και παλιότερα έχει γυρίσει λεσβιακά φιλμ, είναι μια μοντέρνα ως αισθητική ταινία, που με έναν σχεδόν κόμικς τρόπο αφηγείται τον έρωτα δύο γυναικών, στον οποίο εμπλέκονται και κάποια οριακά στοιχεία φανταστικού. Μια έφηβη σταρ τολμηρών σόου στο διαδίκτυο (cyber girl αν θέλετε) επισκέπτεται ένα στούντιο τατουάζ και στο πρόσωπο της νεαρής ιδιοκτήτριας αναγνωρίζει τον παιδικό της έρωτα, που ακόμα τη στοιχειώνει. Αρχίζει λοιπόν μια απεγνωσμένη προσπάθεια να την προσεγγίσει, ζητώντας της να της "χτυπήσει" ένα συγκεκριμένο τατού. Αυτή όμως αρνείται, γιατί το ταουάζ φέρνει κακή τύχη και είναι συνδεδεμένο με το τραγικό παρελθόν της.
Στην ουσία όλη η ιστορία μοιάζει με μια συμβολική πορεία της ιδιοκτήτριας του στούντιο να αποδεχτεί και να απελευθερώσει τις λεσβιακές της προτιμήσεις, οι οποίες φαίνεται να καταπνίγονται κάτω από τόννους ενοχών (αυτό, ξαναλέω, είναι μια προσωπική ερμηνεία της ταινίας). Αυτό που συμβαίνει στο στόρι είναι ότι κάθε φορά που η κοπέλα "ενδίδει" συμβαίνει μια φοβερή τραγωδία σε κάποιο από τα αγαπημένα της πρόσωπα, με αποτέλεσμα την συνειδητή καταπίεση της σεξουαλικότητάς της.
Στο σημείο αυτό εστιάζονται και οι ενστάσεις μου. Καθώς οι κακοτυχίες αυτές συμβαίνουν με μεταφυσικό, όπως φαίνεται, τρόπο μετά από κάθε λεσβιακή "παρέκλιση", η δημιουργός μοιάζει να συνδέει την πράξη με την αμαρτία, με ένα μεταφυσικό, όπως είπαμε, στοιχείο τιμωρίας, που δεν συνάδει με την όλη θέση της. Ευτυχώς στο τέλος όλο αυτό λύνεται με μια αποφασιστική κίνηση της ηρωίδας, που αποδέχεται επιτέλους την σεξουαλική της ταυτότητα - αν και αυτή η ξαφνική αποδοχή είναι μάλλον αψυχολόγητη και απότομη.
Πέραν αυτών, πρόκειται για μια αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, που συνδυάζει τον ερωτισμό, την τρυφερότητα, το μεταφυσικό στοιχείο και τα κρυμένα μυστικά που βαθμιαία αποκαλύπτονται, με μια σύγχρονη "ποπ" και αρκετά γοητευτική αισθητική - που ενίοτε προσεγγίζει τα κόμικς. Δεν πρόκειται βέβαια για αριστούργημα, αλλά, όπως είπαμε, έχει ενδιαφέρον.

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007

Η ΒΗΡΥΤΟΣ ΜΙΑ "ΤΕΛΕΙΑ ΜΕΡΑ"


Για το λιβανέζικο "A Perfect Day" των Khalil Joreige και Joana Hadjithomas (ελληνικής καταγωγής άραγε;) ισχύουν λίγο - πολύ όσα είπα πιο κάτω για το Casa de Alicia, αν και η ιστορία εδώ είναι αρκετά διαφορετική και λίγο πιο φευγάτη: Τριαντάρης μηχανικός πάσχει από σπάνια ασθένεια που του προκαλεί υπνηλία, με αποτέλεσμα να αποκοιμιέται στις πιο απίθανες ώρες και μέρη. Ζει με τη νευρωτική και υπερπροστατευτική μητέρα του, ενώ ο πατέρας του είναι από χρόνια αγνοούμενος σε έναν από τους συχνούς πολέμους της περιοχής. Τυφλωμένος από πάθος, ψάχνει απεγνωσμένα μια όμορφη κοπέλα με την οποία είχαν δεσμό, αλλά αυτή τον έχει εγκαταλείψει.
Ο ήρωας μοιάζει να ασφυκτιά στην καθημερινότητά του, να προσπαθεί να αποδράσει απ' όλα, από τη δουλειά και τη μητέρα που τον καταπιέζει με την συνεχή φροντίδα της και μόνη διέξοδός του φαίνεται να είναι η κοπέλα, η οποία όμως τον αποφεύγει αρνούμενη κάθε επαφή μαζί του. Η περιπλάνησή του στη σύγχρονη Βηρυτό, πρωταγωνίστρια με τον τρόπο της στο φιλμ, έχει κάτι το παραισθητικό, το ονειρικό και είναι, ταυτόχρονα, και αυτοκαταστροφική - αν και στο τέλος μάλλον αχνοφέγγει κάποια ελπίδα.
Και εδώ η άψογη αναπαράσταση της πραγματικότητας έχει κατακτηθεί. Τα πάντα γύρω μας είναι πειστικά, καθημερινά, ενώ τα τραύματα από την βαρειά μοίρα της περιοχής αφήνουν τα ίχνη τους παντού, διακριτικά όμως, δίχως να αποτελούν την κεντρική αναφορά της ταινίας. Γενικά την παρακολούθησα με περισσότερο ενδιαφέρον απ΄όσο την Alicia. Και νομίζω θα αρέσει ιδιαίτερα στους φίλους του ρεαλισμού στο σινεμά (και μένα άλλωστε μου άρεσε αρκετά). Εξ άλλου, έχει διακριθεί σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο.
ΥΓ1: Εντύπωση προκαλεί το πόσο σύγχρονη, πόσο κοντά στον δικό μας τρόπο ζωής είναι η Βηρυτός. Η περιπλάνηση στους δρόμους της και η νυχτερινή διασκέδαση θυμίζουν πολύ Αθήνα. Καμιά σχέση με Ισλάμ και τσαντόρ και τα σχετικά. Είναι όντως η Ευρώπη της Μέσης Ανατολής - που την κατέστρεψαν για μια ακόμα φορά... (η ταινία γυρίστηκε το 2005, λίγο πριν τον πόλεμο του καλοκαιριού του 2006).
ΥΓ: Βρίσκω, όπως καταλάβατε άλλωστε, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη θέαση ταινιών που προέρχονται από τις 4 γωνιές του πλανήτη, που μονάχα στα φεστιβάλ ή τα αφιερώματα (Berlinale στην Αθήνα, Γαλλόφωνο Σινεμά κλπ.) μπορεί κανείς να δει. Ανεξάρτητα από το αν μου αρέσουν ή όχι οι ίδιες οι ταινίες, το όλο πράγμα έχει κάτι αναζωογονητικό. Βρίσκεται κανείς πολύ μακριά από την κυρίαρχη αμερικανοκεντρική κινηματογραφική τροφή και, συγχρόνως, γνωρίζει καταστάσεις και καθημερινότητες πολύ διαφορετικές από τις δικές μας. Δοκιμάστε το αν μπορείτε κάποτε, έστω και με κίνδυνο να βαρεθείτε μερικές φορές.

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2007

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΟ "ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΛΙΣ"


Η βραζιλιάνικη ταινία "Alice's House" (A Casa de Alice) του Chico Teixeira ανήκει στο είδος που λέμε "φέτα ζωής". Τουτέστιν απόλυτος ρεαλισμός, καταγραφή καθημερινών γεγονότων, ενίοτε κοινών και τετριμμένων, ντοκιμαντερίστικη οπτική.
Η συγκεκριμένη είναι από τα καλά δείγματα του είδους, με φεμινιστικά στοιχεία, καθώς αφηγείται τη ζωή και τα οικογενειακά προβλήματα μιας γυναίκας 40τόσων χρόνων που εργάζεται και ζει με τους τρεις γιους της, τη γριά και μισότυφλη μητέρα της και έναν αδιάφορο ταξιτζή σύζυγο. Οι γιοι έχουν τα δικά τους προσωπικά προβλήματα, η γιαγιά, στήριγμα στην ουσία του καθημερινού νοικοκυριού, εισπράτει την περιφρόνηση των πάντων εκτός της κόρης της, ο σύζυγος έχει σχέση με μια πιτσιρίκα γειτόνισα. Με απόλυτα φυσικό και αβίαστο τρόπο και η Αλίσια με τη σειρά της δεν διστάζει και πολύ να ενδώσει στο φλερτ του πρώτου της εφηβικού έρωτα και νυν συζύγου πελάτισάς της, τον οποίο συναντά τυχαία μετά από πολλά χρόνια.
Οι ηθοποιοί είναι πολύ πειστικοί στους ρόλους τους και το όλο πράγμα δεν είναι τόσο ζοφερό και βαρετό όπως ίσως ακούγεται, αφού σφύζει από ζωή, κυρίως λόγω του έντονου βραζιλιάνικου ταμπεραμέντου, που διαποτίζει την Αλίσια, αλλά και άλλους χαρακτήρες. Το φεμινιστικό στοιχείο είναι σαφές, αλλά καθόλου διδακτικό ή υπερτονισμένο και όλα μοιάζουν να γίνονται "εύκολα" και φυσικά, παρά την εμφανή κρίση. Φαίνεται ότι οι βραζιλιάνοι ξεσπούν, έχουν προβλήματα οικονομικά και συναισθηματικά σαν όλους μας, αλλά η αγάπη στη ζωή και η "έξω καρδιά" παίζουν εκεί πολύ σημαντικότερο ρόλο απ' όσο στα μέρη μας.
Σας είπα, είναι καλή ταινία στο είδος της. Αλλά εγώ δεν είμαι και πολύ φίλος του είδους αυτού του καθαρού ρεαλισμού, το έχω πει και αλλού. Αν είστε εσείς , πιστεύω ότι θα σας αρέσει.

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2007

GUCHA: ΠΛΗΜΜΥΡΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


Η Gucha είναι μια πόλη της Σερβίας περίφημη για το φεστιβάλ της. Ένα φεστιβάλ διαφορετικό από οτιδήποτε ξέρετε: Εκεί, κάθε χρόνο, συναντιούνται οι καλύτερες μεγάλες ορχήστρες χάλκινων πνευστών (κυρίως) της χώρας και κερδίζουν τα Βραβεία καλύτερης Μπάντας και Καλύτερης Τρομπέτας. Η "Χρυσή Τρομπέτα" αποτελεί ύψιστη τιμή για τον νικητή. Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ οι δεξιοτέχνες, τσιγγάνοι και μη, παίζουν κυριολεκτικά "παπάδες", μπαίνοντας συχνά στα χωράφια του αυτοσχεδιασμού και μιας ιδιόρυθμης τζαζ, αν και η βάση της μουσικής παραμένει παραδοσιακή. Είναι το είδος αυτό που οι Έλληνες γνώρισαν και αγάπησαν από τις ταινίες του Κουστουρίτσα και από τον Μπρέγκοβιτς ή από τη δική μας Μπάντα της Φλώρινας.
Η Gucha είναι επίσης μια ταινία του Dusan Milic, που, δίχως να είναι ντοκιμαντέρ, επικεντρώνεται στο περίφημο φεστιβάλ. Η υπόθεση είναι μια "τσιγγάνικη" διασκευή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ο μελαψός, ταλαντούχος νεαρός τρομπετίστας μιας αμιγώς τσιγγάνικης μπάντας από το Βελιγράδι, με πολύπλοκους οικογενειακούς δεσμούς να δένουν τα μέλη της, ερωτεύεται σφόδρα την μικρή, κατάξανθη κόρη του αρχηγού της αντίπλαης μπάντας, που αποτελείται από λευκούς επαρχιώτες και έχει εξ ίσου οικογενειακή δομή. Φυσικά ο πατέρας γίνεται έξαλλος, ο ρατσισμός εναντίον των τσιγγάνων είναι έντονος και, τελικά, αποφασίζουν να λύσουν τις διαφορές τους σε μια απίστευτη μουσική μονομαχία που θα γίνει - που αλλού;- στο φεστιβάλ, παρουσία χιλιάδων αφηνιασμένων θεατών (και πολύ περισσότερων τηλεθεατών), αφού τόσο ο πατέρας όσο και ο υποψήφιος μνηστήρας είναι οι πρώτες τρομπέτες της μπάντας τους.
Απλό σαν υπόθεση, είναι τόσο πλημμυρισμένο από φοβερή μουσική και χρώματα, που σε αφήνει άναυδο. Υπάρχει και κάμποσο χιούμορ που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ευχάριστα και, φυσικά, όλα τα λεφτά είναι το τελευταίο μισάωρο, γυρισμένο όντως στο φεστιβάλ, όπυυ η "μονομαχία" εξελίσσεται σε απόλυτη μουσική πανδαισία. Πέρα για πέρα feel good ταινία, συνίσταται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους αυτού του είδους μουσικής. Όσοι την βαριούνται όμως, ας μην κάνουν τον κόπο, παρά το ότι όπως είπαμε το φιλμ είναι πολύ ευχάριστο, γιατί υπάρχει κίνδυνος overdose.
Η καλύτερη ταινία απ' όσες είδα στη φετινή Berlinale. Μιλώντας καθαρά μουσικά, πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε.

Τρίτη, Απριλίου 24, 2007

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΣΤΟ GRAND HOTEL


Το Grand Hotel είναι μια τσέχικη ταινία του David Ondricek, που μάλλον θα την κατατάσαμε στις κωμωδίες. Μη νομίζετε όμως ότι θα ξεκαρδιστείτε στα γέλια. Κάθε άλλο. Υπάρχει διάχυτο κάποιο χιούμορ σίγουρα, αυτό όμως είναι ιδιόρυθμο, ψυχρό.
Σε μια τσέχικη πόλη, στην κορυφή ενός βουνού που βρίσκεται ακριβώς από πάνω της, δεσπόζει ένα αλόκοτο, πυργοειδές, μοντέρνο κτίριο από μέταλλο και γυαλί. Είναι το ξενοδοχείο Grandhotel. Εκτός από τους ένοικους (κάποιοι απ' αυτούς μάλλον μόνιμοι), στο ξενοδοχείο ζει και ο συντηρητής του, ένας παράξενος τύπος που αποφεύγει τις γυναίκες (μέχρι που βρίσκεται η μία και μοναδική, που είναι και η πρώτη του), μελετά συνέχεια τον καιρό (και τον προβλέπει με θαυμαστή ακρίβεια) και διακατέχεται από έντονη φοβία όταν πρόκειται να εγκαταλείψει την πόλη, γι' αυτό και δεν την έχει εγκαταλείψει ποτέ. Αυτός και το υπόλοιπο προσωπικό του ξενοδοχείου (ένας γυναικάς και οξύθυμος ρεσεψιονίστ, δύο νεαρές καθαρίστριες και ένας εντελώς μαλάκας υπάλληλος) συνθέτουν έναν θίασο, του οποίου παρακολουθούμε τις ερωτικές και άλλες περιπέτειες, τις εμμονές και τις ελαφρά γελοίες ή εξ ίσου ελαφρά δραματικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται.
Η ταινία διαθέτει κάποια ευαισθησία και το χιούμορ που είπαμε στην αρχή, ωστόσο κυλά αργά, δίχως σπουδαίες εξελίξεις και, τελικά, την βρήκα μάλλον βαρετή. Δεν ξέρω γιατί φιλμς σαν κι αυτό βρίσκουν τη θέση τους σε μια μεγάλη κινηματογραφική διοργάνωση όπως η Berlinale, όταν το μόνο που διαθέτουν είναι μια χούφτα από σχετικά ιδιόρυθμους χαρακτήρες και λίγες χλιαρές, πολύ χλιαρές αρετές.

Κυριακή, Απριλίου 22, 2007

DOL: ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΔΡΑΜΑ


Ο Hiner Saleem είναι Κούρδος (από το ιρακινό Κουρδιστάν) και είναι πολύ φυσικό οι περισσότερες ταινίες του να είναι και έντονα πολιτικοποιημένες και να μιλάνε κυρίως για το κουρδικό πρόβλημα ή για το τα βάσανα άλλων λαών της περιοχής. Στο Dol (2007) μας δείχνει ανάγλυφα το δράμα του λαού του, ενός λαού χωρισμένου στα 4, αφού οι Κούρδοι είναι διασπαρμένοι σε Τουρκία, Ιράν, Ιράκ και Συρία (και αν ποτέ δημιουργηθεί κουρδικό κράτος με δίκαιο τρόπο, θα έπρεπε να πάρει περιοχές και από τις 4 αυτές χώρες).
Όλα αυτά δείχνονται έξυπνα μέσα από την ιστορία του ήρωα που είναι από το τουρκικό Κουρδιστάν, βιώνει την τουρκική καταπίεση (οι Τούρκοι στην περιοχή λειτουργούν σαν κανονικός στρατός κατοχής) και διαφεύγει μετά από βίαιο επεισόδιο τη μέρα του γάμου του στο ιρακινό αρχικά και στο ιρανικό κομμάτι μετά, για να επιστρέψει τελικά με δραματικά επακόλουθα. Καταγράφεται έτσι και η διαφορετική κατάσταση των Κούρδων στις 3 αυτές χώρες - το τραγικό είναι ότι τους καταπιέζουν και ακόμα και τους σκοτώνουν παντού. Μόνο μετά την πτώση του Σαντάμ (που τους είχε σφάξει στο παρελθόν) το ιρακινό κομμάτι απολαμβάνει μιας σχετικής ελευθερίας και αυτονομίας (κατά τη διάρκεια της οποίας ανακαλύπτονται συχνά ομαδικοί τάφοι με τα κόκαλα συγγενών και αγαπημένων που είχαν εξαφανιστεί παλιότερα).
Στην ταινία, εκτός από το δράμα των ηρώων, πρωταγωνιστεί η ίδια η χώρα, ένα άγριο, κατάξερο ορεινό τοπίο, όπου μοιάζει να μη φυτρώνει τίποτα και που κάποια μέρη του (στο Ιράκ νομίζω) θυμίζουν έντονα Γκραν Κάνιον. Είναι λογικό σε τέτοιες ταινίες το καθαρά κινηματογραφικό μέρος να περνά σε δεύτερη μοίρα, καθώς η ντοκιμαντερίστικη δύναμη, η αλήθεια δηλαδή των όσων βλέπουμε, δεν μας αφήνει να λειτουργήσουμε και αισθητικά. Ωστόσο νομίζω ότι είναι και καλή ταινία από έναν αξιόλογο δημιουργό, που μπορεί κανείς να τη δει και πέραν του καθαρά πληροφοριακού μέρους.

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2007

ΤΟ ΑΙΜΑ, Η ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΚΟΙ


Μια ακόμα ταινία με λυκάνθρωπους, που ανακυκλώνει αρκετά γνωστά κλισέ, αλλά έχει και κάποιο ενδιαφέρον. Μιλώ για το "Αίμα και Σοκολάτα" της Γερμανίδας Katja von Garnier. Πρόκειται για μια low budget παραγωγή, δίχως σπλάτερ σκηνές ή ιδιαίτερα εφφέ (αν και είναι καλός ο τρόπος μεταμόρφωσης σε λύκο ενώ πηδάνε στον αέρα). Τα low budget βέβαια μου αρέσουν, γιατί εκεί ανακαλύπτεις αληθινά διαμάντια, αυτό όμως δεν συγκαταλέγεται σ' αυτά. Τα θετικά πάντως είναι το ότι όλο το φιλμ είναι γυρισμένο στο Βουκουρέστι, πράγμα που του δίνει ένα σκοτεινό, ασυνήθιστο κλίμα, καθώς και το ότι οι λυκάνθρωποι δεν αντιμετωπίζονται μονοκόματα ως κακοί και μόνο, αλλά γίνεται και μια προσπάθεια εμβάθυνσης στην τρομερή τους "κατάρα" (για τους ίδιους δεν είναι ακριβώς κατάρα, αντίθετα είναι περήφανοι ως φυλή): Ανάγκη επιβίωσης, τελετουργικό κυνήγι επειδή είναι από τη φύση τους υποχρεωμένοι να το κάνουν - όπου μάλιστα διαλέγουν καθάρματα ως θύματα, ενώ η κατάσταση του ζώου που ξεπηδά μέσα από τον άνθρωπο έχει μια παθιασμένη, απελευθερωτική χρειά, έναν είδος πόθου για αληθινή ζωή πέρα από δεσμά κάθε είδους. Θίγονται επίσης θέματα σχέσεων του ατόμου με την αγέλη, ανεξαρτησίας ή υπακοής στους όποιους νόμους της όποιας φυλής.
Κατά τα άλλα, ε, ξέρετε, η λυκανθρωπίνα ερωτεύεται άνθρωπο, συγκρούεται με τη φυλή της... και η κατάληξη (με κυνηγητά και κλισέ) είναι απογοητευτική σε σχέση με την μέχρι τότε ατμόσφαιρα - και ίσως ο καχύποπτος θεατής να διακρίνει και αρνητικές προεκτάσεις καθώς ο καλός και ανεξάρτητος αμερικάνος έρχεται να απελευθερώσει την κοπέλα από τα δεσμά της (ρουμάνικης) αγέλης. Α, να σας προειδοποιήσω επίσης ότι δεν πρόκειται να τρομάξετε καθόλου - αν και αυτό είναι ηθελημένο, αφού η ταινία δεν στοχεύει στον καθαρό τρόμο.
Τίποτα το σπουδαίο κατά τη γνώμη μου. Έχω δει και πολύ καλύτερες ταινίες τρόμου και πολύ καλύτερες με λυκάνθρωπους ειδικότερα. Ωστόσο δεν το θεωρώ πια και τόσο για θάψιμο, όσο η πλειοψηφία των κριτικών.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2007

Ο ΓΚΟΓΙΑ ΩΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ


Ο Milos Forman έχει κάνει στο παρελθόν σημαντικές ταινίες (θυμηθείτε τη Φωλιά του Κούκου, το Amadeus, το παραγνωρισμένο Man on the Moon ή τις πρώτες δουλειές του στην Τσεχοσλοβακία). Στα 75 του σήμερα μοιάζει κουρασμένος με τα "Φαντάσματα του Γκόγια", όπου καταπιάνεται με ένα (φανταστικό) μέρος της ζωής του Γκόγια, ενός από τους μεγαλύτερους ζωγράφους όλων των εποχών.
Το περίεργο είναι ότι ο Γκόγια δεν είναι ακριβώς η κεντρική φιγούρα του έργου. Απλώς παρατηρεί τα όσα συμβαίνουν στο ταραγμένο τέλος του 18ου - αρχές 19ου αιώνα στην Ισπανία. Ακόμα κι αν πάρει θέση, το κάνει χλιαρά, χωρίς πάθος. Το βάρος πέφτει στα δραματικά γεγονότα, την αναβίωση της εφιαλτικής Ιεράς Εξέτασης, την εισβολή του Ναπολέοντα στη χώρα και το προσωρινό τέλος της βασιλείας, αλλά και την τραγική ιστορία του αδίστακτου ιεροεξεταστή και αργότερα οπαδού της γαλλικής επανάστασης (πάντοτε όμως με την πλευρά της εξουσίας), της αθώας Ινές και της φριχτής μοίρας της.
Στη δίνη όλων αυτών, ο μεγάλος Γκόγια, επίσημος ζωγράφος της αυλής, μοιάζει να είναι ένας απλός παρατηρητής, καταγραφέας αν θέλετε, δίχως να συμμετέχει ενεργά. Η προσωπικότητά του δεν αναλύεται, δεν "ζωγραφίζεται" σε βάθος. Φαίνεται ότι απλώς παρατηρεί ουδέτερα την γύρω του τρικυμία και παράγει τα αριστουργήματά του εμπνεόμενος απ' αυτήν. Αυτό βέβαια είναι μάλλον ηθελημένο. Αυτό που θέλει ο Φόρμαν είναι να δείξει τη βαρβαρότητα της εξουσίας (της κάθε εξουσίας) και να καυτηριάσει την απύθμενη υποκρισία της εκκλησίας, με αιχμή του δόρατος την κτηνωδία της Ιεράς Εξέτασης. Τα καταφέρνει όλα αυτά, βοηθούμενος και από τους καλούς ηθοποιούς (με επικεφαλής τον πάντα δυνατό Ξαβιέ Μπαρδέμ), δεν κατάφερε όμως σε καμιά περίπτωση να με συγκλονίσει.
Συνολικά δεν θα την έλεγα κακή ταινία, ούτε όμως και τίποτα ιδιαίτερο.

Δευτέρα, Απριλίου 16, 2007

Ο ΦΥΛΑΚΑς, Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ


Επιτέλους, μια καλή ελληνική ταινία! "Ο γιος του φύλακα" του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου (που είχε βραβευτεί και με πρηγούμενες μικρού μήκους του) είναι μια στέρεη ταινία, που την παρακολούθησα απνευστί, δίχως να νοιώσω "κοιλιά" ή οποιοδήποτε άλλο από τα γνωστά "ελληνικά" προβλήματα. Και, επιτέλους, είναι μια ελληνκή ταινία με γερό σενάριο, που εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ξεχασμένη επαρχία και το φορτισμένο και ιδιάζον κλίμα της.
Γυρισμένη σχεδόν ολόκληρη σε ένα μικρό, ορεινό χωριό της Πίνδου που αργοπεθαίνει, με τους ελάχιστους κάτοικους "υπ' ατμόν", βγάζει πολύ καλά την αντίθεση του φιλόδοξου και αρκετά "μαλάκα" ανερχόμενου τηλεοπτικού αστέρα και των λίγων άλλων πρωτευουσιάνων, που για διάφορους λόγους βρίσκονται εκεί, με τους σχεδόν πρωτόγονους ντόπιους, που κινούνται ανάμεσα στη μονολιθικότητα και την ανθρωπιά, τη χοντράδα και την φευγάτη ποίηση. Αλλά και οι κάτοικοι των πόλεων που λέγαμε διαθέτουν πολύπλοκους χαρακτήρες, ούτε καλούς ούτε κακούς, που αλλάζουν βαθμιαία με τα όσα συμβαίνουν στο χωριό. Αυτή η ευελιξία των χαρακτήρων, ρεαλιστική και μακριά από κάθε κλισέ, είναι μια από τις αρετές της ταινίας. Για να το πω με άλλα λόγια, ξεχάστε οποιοδήποτε διαχωρισμό "καλών" και "κακών".
Αυτό όμως που κυριαρχεί, είναι το ίδιο το χωριό, η απομόνωσή του, η εγγύτητά του με τη φύση, καθώς και ο σίγουρος, επερχόμενος θάνατός του: Οι παρείσακτοι νέοι προφανώς θα φύγουν, οι μεσήλικες είναι έτοιμοι να το εγκαταλείψουν. Θα απομείνουν οι ελάχιστοι γέροι με ημερομηνία λήξεως. Πριν όμως συμβούν όλα αυτά, η φύση θα έχει προλάβει να επιδράσει γερά πάνω σ' όσους έρχονται ουσιαστικά για πρώτη φορά σε επαφή μαζί της, αλλάζοντάς τους καίρια.
Κεντρική φιγούρα ο γιος του φύλακα, που "χάνει" λιγάκι (αλλοπαρμένος θα ήταν πιο σωστή έκφραση), ούτε όμως ακριβώς τρελός ή σάικο ούτε, σε καμιά περίπτωση, καρικατούρα. Γύρω του ένα πλήθος από χαρακτήρες που μας εντυπώνονται, ένα αρκετά πολύπλοκο σενάριο, που όμως δεν γίνεται ποτέ χαώδες ή κουραστικό, ρεαλισμός και ποίηση που εναλλάσσονται δίχως να συγκρούονται, πολλές μικρές ιστορίες που δένουν αρμονικά, σχόλια πάνω στην αναζήτηση της ταυτότητας, της καταγωγής, της επιστροφής στα πρωταρχικά, πάνω στους θρύλους που ακόμα είναι ζωντανοί στα ξεχασμένα μέρη, πάνω στη δύναμη της φύσης και την ερήμωση της υπαίθρου, αλλά και σωστές ηθοποιίες, πειστικό λεξιλόγιο και ένα πολύ δυνατό, συγκινητικό φινάλε.
Ίσως να μοιάζω υπερβολικά ενθουσιασμένος - και εσείς έχετε κάθε δικαίωμα να μη συμμεριστείτε αυτόν τον ενθουσιασμό - αλλά είχα πραγματικά καιρό να ευχαριστηθώ ελληνική ταινία.

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΗ ΠΙΑΦ


Η "Ζωή σαν τριαντάφυλλο" (La Mome) του Olivier Dahan είναι μια ακόμα βιογραφία. Αυτή τη φορά της μεγάλης Εντίθ Πιάφ, της γνωστότερης ίσως γαλλίδας τραγουδίστριας όλων των εποχών. Η ταινία είναι καλή, έχει σκηνοθετική άποψη και, πάνω απ' όλα, διαθέτει την απίστευτη ερμηνεία της Μαριόν Κοτιγιάρ (αν ήταν αγγλόφωνη σίγουρα θα ήταν υποψήφια για Όσκαρ). Ο Dahan υιοθετεί μια μη γραμμική αφήγηση, ένα συνεχές μπρος - πίσω στον χρόνο, που "φωτίζει" σκόρπια επεισόδια από την τραγική ζωή της (που υπήρξε γεμάτη από αλκοόλ, ναρκωτικά, αρρώστειες και άτυχους έρωτες). Σε κάποια σημεία μάλιστα, υπερβαίνει κάθε ρεαλισμό, βουτώντας σε ένα είδος "παράλογης", ποιητικής γραφής. Δημιουργεί έτσι ένα σκόρπιο παζλ, το οποίο όντως δεν μας ενδιαφέρει να συναρμολογήσουμε. Μένει η γενική αίσθηση, η γεύση, η οποία δίνεται απόλυτα.
Το πρόβλημα ίσως βρίσκεται ακριβώς σε όλη αυτή τη συσσωρευμένη μιζέρια, την αβάσταχτη δυστυχία, που δεν αφήνει να περάσει ούτε χαραμάδα φωτός. Θα μου πείτε ότι αυτό είναι αναμενόμενο, αφού έτσι ακριβώς υπήρξε η ζωή της Πιάφ, από τα στερημένα και πάμφτωχα παιδικά της χρόνια μέχρι την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά στα χρόνια της επιτυχίας. Το ξέρω. Δεν κατηγορώ την ταινία. Αλλά... είναι πολύ βαρειά, θλιβερή, σχεδόν αβάσταχτη κάποιες στιγμές. Είναι από τα καλά βιογραφικά φιλμ... αλλά εγώ σας προειδοποίησα.
ΥΓ: Αφού δείτε την ταινία και εντυπωσιαστείτε με την Κατιγιάρ, το πόσο έχει μπει στο πετσί του ρόλου, το πόσο τέλεια αποδίδει ακόμα και την κίνηση ή την έκφραση της Πιάφ, αφού θαυμάσετε τις μεταμορφώσεις της από νεαρή κοπελίτσα σε ετοιμοθάνατη, τσακισμένη γυναίκα, μπείτε στο 'Ιντερνετ και δείτε "κανονικές" φωτογραφίες της ηθοποιού. Θα μείνετε άναυδοι - ή μάλλον δεν θα πιστεύετε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.