Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2019

ΓΙΑ ΤΡΙΤΗ ΦΟΡΑ "MEN IN BLACK"

Είδε κι αποείδε φαίνεται ο Barry Sonnenfeld ότι δεν σταύρωνε επιτυχία τα αρκετά τελευταία χρόνια κι αποφάσισε να καταφύγει για μια ακόμα φορά σε δοκιμασμένες συνταγές: ""Men In Black 3" λοιπόν το 2012, πάλι βέβαια με Τόμι Λι Τζόουνς, Γουίλ Σμιθ συν Τζος Μπρόλιν και Έμμα Τόμσον.
Εδώ η ιστορία κάπως "αναβαθμίζεται", αφού εισάγεται και το ταξίδι στο χρόνο. Ο πράκτορας J πηγαίνει πίσω στο 1969 για να αποτρέψει τη δολοφονία του νεαρού τότε πράκτορα Κ, πράγμα που θα άλλαζε την ιστορία. Έτσι, πολλά μυστικά θα αποκαλυφθούν...
Πάλι μία από τα ίδια, καλύτερο πάντως κατά τη γνώμη μου από το νο 2. Παρόμοιες φάσεις, παρόμοιο χιούμορ... Διασκεδαστικό και πάλι, αλλά... το είπαμε πολλές φορές... νο 3. Εδώ πάντως έχει κάποιο ενδιαφέρον η αποκάλυψη του "γιατί" του μουρτζούφλικου χαρακτήρα του Κ και οι αποκαλύψεις για το παρελθόν του, καθώς και η τελική "έκπληξη". Αυτή η εμπλοκή του προσωπικού στοιχείου κάπως σώζει τα πράγματα. Από την άλλη βέβαια, δίχως πολλές εκπλήξεις στην όλη ατμόσφαιρα, οπότε ξέρετε πολύ καλά τι να περιμένετε.
ΥΓ: Προσωπικά με απογοήτευσε το πόσο λίγο εκμεταλλεύτηκε η ταινία το όλο κλίμα του 1969, με τις χιλιάδες αναφορές που μπορούσαν να γίνουν. Θα μπορούσε όλο το φιλμ να στηριχτεί σ' αυτό, αλλά τίποτα. Απλώς κάποια ρούχα και λίγες πλάκες...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2019

"Η ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΗ" Ή ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΕΠΟΧΗΣ

Η άποψή μου ότι ο Γιώργος Λάνθιμος είναι ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτης της εποχής μας επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με την "Ευνοούμενη" (2018). Ναι, την πιο "mainstream" (;;;) μέχρι σήμερα ταινία του. Ναι, με μια καθαρή ταινία εποχής. Ναι, με τις πολλές σταρ και τη μεγάλη παραγωγή. Κι όμως, είναι καθαρά Λάνθιμος, κι αυτό, όταν κατορθώνεται σε μεγάλη παραγωγή, είναι νομίζω πολύ δυσκολότερο από το να το πετύχεις σε μια μικρή, ανεξάρτητη ταινία.
Στις αρχές του 18ου αιώνα η βασίλισσα της Αγγλίας Άννα είναι μια άσχημη γυναίκα που πάσχει από κατάθλιψη και άλλες (όχι ψυχικές) ασθένειες. Στην πραγματικότητα έχει παραιτηθεί από τη λήψη αποφάσεων και τη χώρα διοικεί ουσιαστικά η ευνοούμενή της, η πανίσχυρη και σκληρή λαίδη Τσέρτσιλ. Ώσπου η εμφάνιση μιας φτωχής υπηρέτριας θα ανατρέψει τα πάντα, καθώς η όμορφη και πανούργα νεαρή θα διεκδικήσει πεισματικά τη θέση της "ευνοούμενης".
Η ταινία απέχει χιλιόμετρα από το να είναι μια κοινή, ρομαντική συνήθως, ταινία εποχής. Παρά τα εξαίρετα κοστούμια, τους εντυπωσιακούς χώρους, την θαυμάσια φωτογραφία με τη χρήση ευρυγώνιων που κάνει τους χώρους ακόμη μεγαλύτερους και εντυπωσιακότερους, πρόκειται ένα φιλμ γεμάτο "κακία". Κανένας χαρακτήρας δεν είναι θετικός. Αυτό που κυριαρχεί είναι ένας διαρκής αγώνας για την κατάκτηση όσο το δυνατόν περισσότερης εξουσίας, αγώνας που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, ύπουλο, σατανικό, ανήθικο. Ουσιαστικά δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο. Μονο μια αδίστακτη πάλη για δύναμη. Όσο για τους τεράστιους χώρους που λέγαμε, τονίζουν ακόμα περισσότερο τη μικρότητα του ατόμου σε ένα αχανές, παγωμένο, απάνθρωπο περιβάλλον. Και, για να μην ετοιμαστείτε να κόψετε τις φλέβες σας, θα πω ότι πανταχού παρόν βρίσκεται ένα μαύρο, κατάμαυρο χιούμορ, που λειτουργεί ανατρεπτικά.
Πέρα από την σκηνοθετική ικανότητα και τις εξαιρετικές ηθοποίιες, οι πολυεπίπεδες ίντριγγες κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον - προσωπικά δεν βαρέθηκα ούτε στιγμή - και, δίχως αυτό βέβαια να έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ, φωτίζουν τα παρασκήνια μιας εποχής. Γενικά πάντως η έκλειψη συναισθημάτων κυριαρχεί. Υπάρχει μόνο η προσποίηση, οι μάσκες και το φτιασίδωμα και η μεθοδική απόκρυψη της αλήθειας πίσω τους.
Ο Λάνθιμος έπαιξε με ένα καθιερωμένο είδος (που πολλοί βαριούνται) και κατάφερε να το αλλάξει. Αυτό πιστεύω ότι είναι δείγμα σημαντικού δημιουργού. Το φιλμ, για μένα, έχει ήδη εξασφαλίσει θέση στα καλύτερα της επόμενης χρονιάς.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2019

"ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΦΥΓΗΣ" ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Θα σας πω από την πρώτη στιγμή ότι θεωρώ "Το Τρένο της Μεγάλης Φυγής" (Runaway Train) που γύρισε το 1985 ο Andrey Konchalovskiy (αδελφός του Νικίτα Μιχαλκόφ) μεγάλη ταινία. Τόσο σαν κλασική ταινία δράσης που καταφέρνει, πολύ απλά, να καθηλώσει τον θεατή, όσο και για τα νοήματά της. Κι αν δεν το ξέρετε κι αυτό, το φιλμ βασίζεται σε σενάριο που έγραψε ο Ακίρα Κουροσάβα, αλλά δεν το γύρισε ποτέ ο ίδιος.
Ένας κατάδικος, που βρισκόταν για καιρό στην απομόνωση, δραπετεύει μαζί με ένα νεαρό συγκρατούμενό του από φυλακές υψίστης ασφαλείας και με πολικό ψύχος, πολύ υπό το μηδέν. Στην προσπάθειά τους να απομακρυνθούν επιβιβάζονται σε άδειο τρένο, το οποίο όμως, λόγω ατυχήματος του μηχανοδηγού, βρίσκεται να τρέχει ανεξέλεγκτο και με διαρκή επιτάχυνση στις αχανείς παγωμένες εκτάσεις. Συγχρόνως ο σκληρός διοικητής των φυλακών, που έχει πάρει ως προσωπική προσβολή τη δραπέτευση, κυνηγά με κάθε μέσο τους φυγάδες.
Το φιλμ ξεκινά σαν ταινία φυλακών, πολύ σύντομα όμως μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν ύμνο προς την ελευθερία, με κάθε μέσο και κάθε τίμημα. Κάποιοι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα γι' αυτήν. Ταυτόχρονα το κλασικό δίπολο καλού - κακού ανατρέπεται (ποιος είναι ποιος, οι φύλακες ή οι φυγάδες;) Το ίδιο και οι σχέσεις εξουσίας, που εύκολα μπορεί να γίνουν σχέσεις δάσκαλου - μαθητή και αντίστροφα. Ακόμα και το ηρωικό πρότυπο (ή οι ηρωικές προσδοκίες προς κάποιον) μπορούν να ανατραπούν. Γενικά οι ανθρώπινες σχέσεις που παρουσιάζονται στο μικρόκοσμο του ανεξέλεγκτου τρένου είναι ποικίλες και καθόλου σταθερές. Πέραν όλων αυτών όμως είναι τέτοιο το σασπένς και τόση η δύναμη της ταινίας, με τις υποβλητικές εικόνες του "συμπαγούς" τρένου να καλπάζει στα χιονισμένα τοπία και το παθιασμένο παίξιμο του Γιον Βόιτ στο βασικό ρόλο, που και μόνο αυτά θα αρκούσαν. Νομίζω ότι είναι από τα φιλμ που δεν "ξεθώριασαν" καθόλου όλα αυτά τα χρόνια.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2019

ΟΙ ΔΕΥΤΕΡΟΙ "MEN IN BLACK", ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ "MEN IN BLACK"

Το πρώτο "Men in Black" (Οι Άνδρες με τα Μαύρα) του 1997 ήταν διασκεδαστικό και έγινε επιτυχία. Οπότε, ως καλό Χόλιγουντ, ήταν αναπόφευκτο να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα. Το 2002 λοιπόν ο Barry Sonnenfeld και πάλι γυρίζει το νο 2. Που είναι και πάλι διασκεδαστικό, αλλά... όπως το πρώτο.
Ο πράκτορας J, ο Γουιλ Σμιθ, προσπαθεί να επαναφέρει τη μνήμη του πράκτορα Κ, του Τόμι Λι Τζόουνς, ο οποίος, μετά τη "διαγραφή" που έχει υποστεί, έχει προφανώς ξεχάσει τα πάντα και δουλεύει σε επαρχιακό ταχυδρομείο. Πρόκειται όμως για θέμα ζωής ή θανάτου, αφού από την επαναφορά της μνήμης του Κ θα κριθεί η επιβίωση του πλανήτη, που κινδυνεύει από παντοδύναμο πολυπλοκαμώδες ον, που έχει πάρει, κατά τη διαμονή του στη γη, τη μορφή σούπερ γκόμενας.
Είπαμε. Διασκεδαστικό είναι. Όπως το πρώτο. Πλήθος εξωγήινων όντων παρελαύνουν, όπως στο πρώτο. Συνεχή κωμική δράση διαθέτει, όπως το πρώτο. Και αυτό είναι και το πρόβλημά του. Ότι είναι όπως το πρώτο (μόνο που εδώ εμπλέκεται από την πρώτη κιόλας σκηνή και ένα αστείο επεισόδιο μιας παντελώς b τηλεοπτικής σειράς). Αφού η αρχική, καλοδεχούμενη έκπληξη μιας παρωδίας επιστημονικής φαντασίας και σάτιρας των διαφόρων συνωμοσιολογικών θεωριών του στιλ "ζουν ανάμεσά μας", έχει πλέον παρέλθει, αυτό που απομένει είναι μια απλή, ευπρόσωπη έστω, επανάληψη. Οπότε συστήνεται μόνο με γερή δόση ποπ κορν και των σχετικών. Ευτυχώς που υπάρχει και το στοιχείο του όχι-ακριβώς-happy-end.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2019

Η DILILI ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Ο γάλλος Michel Ocelot είναι ένας από τους γνωστότερους δημιουργούς animation διεθνώς (Kirikou, Azur & Asmar κλπ.). Φτιάχνει γοητευτικές ταινίες με μαγευτικά χρώματα και πάντοτε με "μηνύματα". "Η Dilili στο Παρίσι" του 2018 δεν αποτελεί εξαίρεση. Εδώ όμως χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό: Σε πρώτο πλάνο βρίσκονται οι φιγούρες, το καθαρό animation, ενώ το background αποτελείται από αληθινά τοπία - κτίρια και χώρους περισσότερο - από τα πλέον όμορφα του Παρισιού. Έτσι, πριν από οτιδήποτε άλλο, το φιλμ αποτελεί έναν απόλυτο ύμνο στο Παρίσι.
Η μικρή ηρωίδα είναι μιγάς Κανάκ (από την γαλλική αποικία της Νέας Καληδονίας) και βρίσκεται στο Παρίσι της Belle Epoque, όπου παρατηρείται αληθινή κοσμοσυροή από κάθε λογής ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης. Υπάρχει όμως και η σκοτεινή πλευρά: Μια μυστηριώδης οργάνωση με το όνομα "Κυρίαρχοι Άντρες" απάγει μικρά κορίτσια για άγνωστο σκοπό. Η πανέξυπνη Dilili με τον φίλο της, έναν έφηβο οδηγό τρίκυκλου, θα αφοσιωθούν στην αναζήτηση των σατανικών αυτών τύπων. Η μεγαλύτερη βοήθεια που θα λάβουν σ' αυτή θα προέλθει ακριβώς από τα λαμπρά πνεύματα που προαναφέραμε.
Το γοητευτικό animation και τα όμορφα χρώματα είπαμε ότι έχουν την τιμητική τους. Παράλληλα ο Ocelot πλέκει έναν αληθινό ύμνο στο γαλλικό (και στο δυτικό εν γένει) πνεύμα, αυτό του ανθρωπισμού, της ελευθερίας και του ξεπεράσματος του κάθε λογής σκοταδισμού. Και επιτίθεται εμφανέστατα εναντίον των σκοταδισμών αυτών: Του ρατσισμού, του μισογυνισμού (κυρίως), του φόβου προς το διαφορετικό κλπ., ενώ υμνεί την τέχνη και το πνεύμα σε όλες τους τις εκδοχές. Προφανώς οι αναφορές στο επικίνδυνο παρόν και στο σκοτάδι που μοιάζει να παίρνει το πάνω χέρι είναι εμφανείς.
Το πρόβλημα για μένα είναι το πολύ απλοϊκό, σχεδόν για παιδιά (ενώ όλο το φιλμ δεν είναι μόνο παιδικό) σενάριο. Όλα γίνονται πολύ εύκολα, πολύ προσχηματικά, όλα τα ίχνη είναι σαφέστατα, όλοι είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν... Και μη μου πείτε ότι τα animation είναι πάντο τόσο απλοϊκά. Πιστέψτε με, έχω δει πολλά, μα πάρα πολλά, πολύ πιο πολύπλοκα και απαιτητικά.
Πάντως μπορεί κανείς εύκολα να αφεθεί και να απολαύσει την ταινία. Να απολαύσει επίσης το ατελείωτο παιχνίδι με τις πραγματικά άπειρες εμφανίσεις προσωπικοτήτων της εποχής, αρκετών απ' αυτούς σε σημαντικούς ρόλους (αλλά και τα απλά background στις σκηνές πλήθους είναι γεμάτα από τέτοιους). Πικάσο, Ματίς, Μονέ, Ντεμπισί, Σάρα Μπερνάρ, Τουλούζ Λοτρέκ, Σατί, Μαντάμ Κιουρί... για να αναφέρω μόνο ελάχιστους από αυτούς...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2019

ΣΤΟΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ΠΕΜΠΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ"

Ο συνήθως φανταχτερός (και ενίοτε κάπως "φαφλατάς") γάλλος Luc Besson γυρίζει το 1997 μια από τις πιο φιλόδοξες και θεαματικές ταινίες του, το "Πέμπτο Στοιχείο" με το Μπρους Γουίλις, τη Μίλα Γιόβοβιτς, τον Γκάρι Όλντμαν, τον Ίαν Χολμ και άλλους καλούς ηθοποιούς σε μικρότερους ρόλους (σε έναν από αυτούς ο Τρίκι).
Στο μέλλον ένα πανίσχυρο ουράνιο σώμα πλησιάζει ταχύτατα τον κόσμο απειλώντας τον με ολοκληρωτική καταστροφή. Ένας ταξιτζής εμπλέκεται άθελά του σε μια τεράστια κοσμική διαμάχη για την απόκτηση ενός μυστικού όπλου. Το αν ο κόσμος θα σωθεί ή θα καταστραφεί, θα εξαρτηθεί από τα χέρια στα οποία αυτό θα καταλήξει.
Η ταινία είναι θεαματικότατη ("φταίνε" και τα δανεισμένα από τον μεγάλο Moebius σκηνικά και εν γένει ντιζάιν), διασκεδαστική (το χιούμορ αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο) και η Γιόβοβιτς ιδιαίτερα σέξι. Βέβαια, ξαναβλέποντάς το μετά από πολλά πολλά χρόνια δεν διασκέδασα τόσο όσο την πρώτη φορά. Κυρίως με ενόχλησε το πρόχειρο, προσχηματικό σενάριο, που δεν εξηγεί και πολλά και βασίζεται σε εξόφθαλμες συμπτώσεις. Πάντως, μια που σεναριακά το φιλμ δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του - παρά το γεγονός της υπερπαραγωγής - ίσως όλα αυτά να μην έχουν και τόση σημασία και να είναι ηθελημένα (όπως και η χρήση πολλών πασίγνωστων κλισέ, βλέπε η αντίστροφη μέτρηση της βόμβας, το γνωστό "η αγάπη σώζσι" κλπ. κλπ.). Νομίζω λιπόν ότι κάποιος που το βλέπει για πρώτη φορά και ενσυνείδητα θα ξεχάσει όλα τα παραπάνω και απλώς θα αφεθεί στον εντυπωσιακό αυτόν κόσμο, και θα διασκεδάσει και, πιθανόν, θα εντυπωσιαστεί. Στο κάτω κάτω το φιλμ είναι θεαματικό, σπιντάτο, ακόμα και δυνατό σε κάποια σημεία του. Ανώδυνη, πλην όμως χορταστικότατη επιτημονική φαντασιία.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 05, 2019

"LARVA": ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΟΝΤΑ

Ο Abram Cox (εδώ υπογράφει ως Tim Cox) είναι αδιάφορος τηλεσκηνοθέτης. Το ""Larva" του 2005 είναι εξ ίσου αδιάφορη τηλεταινία τρόμου (δυστυχώς το τηλε- το έμαθα μετά).
Ένας νέος κτηνίατρος φτάνει σε μικρή, αγροτική πόλη, το μονοπώλιο ζωοτροφών στην περιοχή έχει κακιά εταιρία που κάνει πειράματα, τα πειράματα δεν βγαίνουν σε καλό, ένα καινούριο παράσιτο αναπτύσσεται και μεταλλάσσεται στην αρχή ως σκουλήκι και μετά ως κάτι ακαθόριστα νυχτεριδοειδές, αρχικά τα ζώα ψοφάνε, μετά και οι άνθρωποι και πάει λέγοντας...
Άνευ λόγου ύπαρξης ταινία τρόμου που δανείζεται από παντού: Ολίγος Κρόνενμπεργκ, ολίγο "Mimic", ολίγες αηδιαστικές σκηνές κλπ., εντελώς αστεία εφέ, σενάριο με τόσα αναμενόμενα κλισέ που μπουκώνεις, ελάχιστος τρόμος, ελάχιστη ατμόσφαιρα... Τι άλλο να πω; Ότι υπάρχει η καταγγελία ενάντια στις κακές και άπληστες εταιρίες; Υπάρχει. Αλλά αν περιμέναμε απ' αυτό και μόνο να βγει καλή ταινία... Ίσως θα ήθελε να είναι ένα καλό b-movie. Με τόσο κλισέ όμως ούτε και σ' αυτό τα καταφέρνει νομίζω.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2019

ΕΝΑ 88ΧΡΟΝΟ "ΒΑΠΟΡΑΚΙ"

Κάθε φορά λέμε ότι θα είναι η τελευταία του ταινία. Και κάθε φορά ακολουθεί κι άλλη. Και μάλιστα μπορεί ακόμα να μας εκπλήξει, αφού "Το Βαποράκι" (The Mule) του 2018 είναι κατά τη γνώμη μου η καλύτερή του μετά το εξαιρετικό "Gran Torino" του 2008. Φυσικά μιλάμε για τον ακατάβλητο Clint Eastwood.
Εδώ λοιπόν ένας 88χρονος καλλιεργητής λουλουδιών, που έχει από χρόνια αποκοπεί από την οικογένειά του, αναγκάζεται να κλείσει την επιχείρησή του, την οποία υπεραγαπά. Όταν του γίνεται η πρόταση να βγάλει εύκολα λεφτά μεταφέροντας (ως υπεράνω πάσης υποψίας καλοκάγαθος ηλικιωμένος) ναρκωτικά για μεξικάνικο καρτέλ, εκείνος θα δεχτεί. Όσο βαθύτερα όμως χώνεται στη "μπίζνα" τόσο τα προβλήματα θα μεγαλώνουν και όλα θα πάψουν να είναι ένα απλό παιχνίδι.
Εδώ ο Ίστγουντ επιστρέφει σε ένα σταθερό μοτιβο της σκηνοθετικής δουλειάς του: Τον παλιό αμερικάνο (συχνά συντηρητικό), αποσυρμένο ουσιαστικά, που βλέπει την κοινωνία να αλλάζει ταχύτατα κι εκείνος δεν μπορεί πια να ανταποκριθεί, δεν μπορεί να παραμείνει μέλος της. Η κοινωνία αλλάζει προς το χειρότερο βέβαια, κι αυτό δεν είναι μόνο γεροντική νοσταλγία για "τα παλιά": Μια ματιά γύρω μας θα μας πείσει γι' αυτό: Ο Τραμπ, τα ανεξέλεγκτα καρτέλ ναρκωτικών που είναι σε θέση να δημιουργούν κανονικούς εμφύλιους πολέμους, η ακροδεξιά στροφή στην Ευρώπη, η διεύρυνση του ανοίγματος της ψαλίδας στα οικονομικά....
Το καλό εδώ είναι ότι, εκτός από την περιπέτεια και το στοιχείο του σασπένς, ο Ίστγουντ χειρίζεται το θέμα του με πολύ χιούμορ. Υπάρχει η κριτική στο Ίντερνετ και στα πανταχού παρόντα κινητά, η αλλαγή ηγεσίας στο καρτέλ (προς το χειρότερο), στην καλπάζουσα ηθική αναλγησία κλπ. Και, βέβαια, υπάρχει αρκετή συγκίνηση, που ίσως οδηγεί και σε κάποιο μελό στοιχείο, καθώς ο ήρωας προσπαθεί απεγνωσμένα να επανασυνδεθεί (στα 88 του!) με την οικογένεια. Ωστόσο αυτό δεν αρκούσε για να κάνει την ταινία να με απογοητεύσει, αφού και διασκέδασα και δεν βαρέθηκα καθόλου και προβληματίστηκα με τα όσα καταδεικνύει, έστω και μέσα από μια σαφώς γεροντική και συντηρητική ματιά. Και. κυρίως, απόλαυσα τον συμπαθητικό χαρακτήρα που δημιούργησε, έναν τύπο δημοφιλή, καλόβολο και φιλικό, "έξω καρδιά" και ταυτόχρονα απαράδεκτο απέναντι στην οικογένεια και τις κάθε λογής υποχρεώσεις του.
Για πόσο ακόμα θα μποεί να παίζει και να σκηνοθετεί τόσο καλά ο Ίστγουντ;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2019

"DUEL" : ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΗΧΑΝΗΣ

Το 1971 ένας άγνωστος νεαρός σκηνοθέτης, που είχε γυρίσει μερικές μικρού μήκους και κάποια επεισόδια για σίριαλ, γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (τηλεταινία για την ακρίβεια, αν και αργότερα προβλήθηκε κανονικά στους κινηματογράφους). Ο σκηνοθέτης λεγόταν Steven Spielberg και η (τηλε)ταινία ήταν το "Duel" (Μονομαχία). Αυτή η πρώτη προσπάθεια αποδείκνυε ήδη ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιον ξεχωριστό. Να πούμε μόνο ότι η ιστορία και το σενάριο είναι του εξαιρετικού συγγραφέα Richard Matheson (ψάξτε τον να δείτε τι έχει γράψει).
Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, οικογενειάρχης με προστριβές με τη γυναίκα του, κάνει ένα μεγάλο ταξίδι για δουλειά στους αχανείς, μισοέρημους δρόμους της Αμερικής. Κάποια στιγμή προσπερνά μια τερατώδη νταλίκα. Αυτό είναι. Από εκεί και πέρα η νταλίκα θα επιχειρήσει να τον περάσει ξανά, θα του κλείσει το δρόμο και, στη συνέχεια, άγνωστο γιατί, θα προσπαθήσει να τον σκοτώσει.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα εντελώς low budget φιλμ, με μια διαρκή "μονομαχία" ανάμεσα σε έναν κοινό άνθρωπο που οδηγεί αμέριμνος (αρχικά) το αυτοκίνητό του και μια κτηνώδη μηχανή που θέλει να τον σκοτώσει. Αυτό. Όλο το φιλμ είναι ένα διαρκές κυνηγητό (με στάσεις βεβαίως ενδιάμεσα, οι οποίες, αριστοτεχνικά, αυξάνουν το άγχος για τον ταλαίπωρο οδηγό και το σασπένς για τον θεατή). Και εδώ φαίνεται η σκηνοθετική μαεστρία. Με το τίποτα ο Σπίλμπεργκ δημιουργεί κάτι πέρα για πέρα αγχώδες, τρομακτικό σε κάποια σημεία, το οποίο, σας εγγυώμαι, θα σας κρατήσει με κομμένη την ανάσα. Και ενδιάμεσα θα φιλοσοφήσει για τη σιγουριά που νομίζουμε ότι διέπει την καθημερινότητά μας και η οποία, στην πραγματικότητα, είναι τόσο εύθραυστη, αφού μπορεί να τιναχτεί στον αέρα ανά πάσα στιγμή είτε από καθαρό παιχνίδι της τύχης είτε από οτιδήποτε άλλο (έναν κακό χειρισμό με απρόβλεπτες συνέπειες κλπ.). Ναι, η σιγουριά μας είναι πέρα για πέρα πλασματική. Το κερασάκι στην τούρτα, για να κάνει το φιλμ να αγγίξει το παράλογο (ακόμα και το μεταφυσικό, για κάποιους) στοιχείο, είναι ότι ο ψυχοπαθής προφανώς οδηγός της νταλίκας δεν θα εμφανιστεί ποτέ μέχρι το τέλος, δεν θα μάθουμε ποτέ πώς είναι και γιατί κάνει ό,τι κάνει. Οπότε μπορούμε να μιλήσουμε και για άνθρωπο εναντίον μιας απρόσωπης μηχανής...
Εξαιρετικό φιλμ, που δείχνει τις δυνατότητες του σκηνοθέτη (είπαμε, είναι φτιαγμένο με το τίποτα) και αποδεικνύει ότι αυτό που έγινε στη συνέχεια δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Και, σημειώστε, δεν έχει καμία σχέση με ηλίθια κυνηγητά με αυτοκίνητα που βρίθουν σε πάμπολλες αμερικάνικες ταινίες κάθε είδους και που πιθανόν βαριέστε (και καλά κάνετε). Αυτό εδώ είναι εντελώς ξεχωριστό.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 31, 2019

GLASS : ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ

Το 2000 ήταν ο "Άφθαρτος". Το 2017 ήρθε ο "Διχασμένος". Ήταν δύο από τις καλές ταινίες του M. Night Shyamalan (η δεύτερη μετά από πολλά χρόνια μετριοτήτων). Το 2019 επιστρέφει με το "Glass" στη μυθολογία των δύο (άσχετων μεταξύ τους) ταινιών και κάνει κάτι πρωτότυπο: Ενώνει τους κόσμους τους, φτιάχνοντας έτσι το οριστικό τέλος αμφοτέρων.
Ο "Άφθαρτος" του πρώτου φιλμ (άτρωτος ουσιαστικά) επανεμφανίζεται μετά τόσα χρόνια ως ένα είδος υπερήρωα, που πολεμά εθελοντικά το έγκλημα. Κάποια στιγμή θα συλληφθεί και θα κλειστεί στο άσυλο όπου βρίσκεται ο πολλαπλών προσωπικοτήτων "διχασμένος" του φιλμ του 2017, αλλά και ο "Mr. Glass", ο ιδιοφυής αντίπαλος του Άφθαρτου. Οι ιστορίες τους θα μπλεχτούν, ο "καλός" και ο "κακός" θα συγκρουστούν, κάποιος απ' όλους θα κινεί τα νήματα για να χρησιμοποιήσει τους άλλους, ενώ στο τέλος, όπως στα περισσότερα φιλμ του Shyamalan, θα υπάρχει ανατροπή.
Ο σκηνοθέτης σχεδόν πάντα ξεκινά από ευφάνταστες ιδέες (όπως αυτή να ενώσει τα σύμπαντα δύο άσχετων μεταξύ τους ταινιών του). Το πρόβλημα είναι ότι σπάνια τα καταφέρνει απόλυτα μέχρι τέλους. Εδώ είναι πολύ ενδιαφέρων και ο προβληματισμός πάνω στο θέμα των υπερηρώων (που είχε ξεκινήσει από τον "Άφθαρτο") και το ότι φτιάχνει ένα φιλμ που θέλει να είναι "σκεπτόμενα" υπερηρωικό και διαρκώς κλείνει το μάτι στα άπειρα κλισέ του είδους, χρησιμοποιώντας τα, αλλά και σχολιάζοντάς τα ταυτόχρονα, δηλώνοντας διαρκώς ότι εν γνώσει του τα χρησιμοποιεί. Το πρόβλημα είναι ότι το σενάριο είναι πρόχειρο και μπάζει από διάφορες μεριές, το πρώτο μέρος κυλά μάλλον δύσκολα και, εντέλει, ακόμα και την τελική έκπληξη κάπου την έχουμε ξαναδεί, ενώ η τελική τελική λύση είναι ελάχιστα πειστική.
Συνολικά το παρακολούθησα με (σχετικό) ενδιαφέρον και βρήκα κάποια καλά σημεία, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε συνολικά ως ταινία.

Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2019

"MESSIAH OF EVIL": ΕΝΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ GIALLO

Το ζεύγος σε ζωή και οθόνη Willard Huyck και Gloria Katz είναι κυρίως σεναριογράφοι ("American Graffitti" και ο 2ος Ιντιάνα Τζόουνς μεταξύ άλλων). Το 1973 γυρίζουν την πρώτη τους ταινία (η Katz δεν αναγράφεται, ωστόσο όλοι τη θεωρούν συν σκηνοθέτη), το "Messiah of Evil". Πρόκειται, φυσικά, για low budget ταινία τρόμου.
Μια νέα γυναίκα φτάνει σε ένα απομονωμένο παραθαλάσσιο χωριό αναζητώντας τον ζωγράφο πατέρα της που έχει αποσυρθεί εκεί και τελευταία δεν δίνει σημεία ζωής. Από την πρώτη στιγμή περίεργα πράγματα συμβαίνουν, ανησυχητικές εμφανίσεις, φόνοι... Όταν φτάνει ένα παράξενο τρίο, όλοι μαζί θα βρεθούν μπλεγμένοι σε έναν εφιάλτη.
Το φιλμ είναι αμερικάνικο όπως είπαμε, ωστόσο η ματιά του είναι καθαρά αυτή ενός ευρωπαϊκού b movie του είδους, περισσότερο θα λέγαμε ενός ιταλικού giallo. Διαθέτει όλες τις αρετές του είδους (ατμόσφαιρα, υποβλητικά, μη ρεαλιστικά χρώματα, κάποιες ευφάνταστες σκηνές, ένα συγκεχυμένο κλίμα που θυμίζει εφιάλτη) και όλα τα αρνητικά του (σενάριο γραμμένο στο πόδι, που αφήνει τα μισά απ' όσα συμβαίνουν ανεξήγητα, γελοίες ηθοποιίες κλπ.). Ο Μπάβα και ο Αρτζέντο είναι εδώ. Διαθέτει επίσης μερικές καλές - αξέχαστες για μερικούς - σκηνές, όπως ο θάνατος ενός ζωγράφου με χυμένα χρώματα που παραπέμπουν σε μεγάλους αφηρημένους ζωγράφους κ.ά. και μια ζομποειδή-αλλά-όχι-ακριβώς ιστορία.
Δεν έχω να πω πολλά. Το φιλμ είναι κατ' ευθείαν προορισμένο για cult και για μεταμεσονύχτιες προβολές. Προσωπικά - το έχω ξαναπεί - δεν είμαι πολύ φίλος του συγκεκριμένου υποείδους (αν και είμαι φίλος των ταινιών τρόμου γενικά). Απλώς διασκεδάζω σχετικά μ' αυτό. Αν όμως εσείς είστε φίλοι, και λαμβάνοντας υπ' όψιν όσα έγραψα παραπάνω, το συνιστώ. Θα το απολαύσετε.

Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2019

"Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΟΧΑΓΟΥ" ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΩΣ ΠΗΓΗ ΚΑΚΟΥ

Ο γερμανός Robert Schwentke, αφού έκανε και στο Χόλιγουντ την (μέτρια νομίζω) βόλτα του με "Τριλογίες Απόκλισης" και "Σχέδια Πτήσης", επιστρέφει στη χώρα του και. αλλάζοντας πορεία, γυρίζει το 2017 την εντυπωσιακή "Στολή του Λοχαγού" (Der Hauptman), ένα σκοτεινό και γκροτέσκο πολεμικο δράμα με προεκτάσεις.
Στον παγωμένο χειμώνα του τέλους του πολέμου, όταν οι ναζί έχουν ουσιαστικά χάσει, ο γερμανικός στρατός παρουσιάζει όλο και περισσότερα σημεία διάλυσης. Οι πάμπολλοι λιποτάκτες εκτελούνται άμεσα από τους πρώην συμπολεμιστές τους. Τα πάντα καταρρέουν. Σ' αυτό το παρακμιακό κλίμα, ένας νεαρός γερμανός στρατιώτης που έχει λιποτακτήσει, βρίσκει τυχαία την ατσαλάκωτη στολή ενός λοχαγού της Βέρμαχτ. Αρχικά τη φορά για να ζεσταθεί. Σύντομα ομως υποχρεώνεται να υποδυθεί το ρόλο αυτόν, ρόλος που του γίνεται πλέον δεύτερη φύση και, μαζί με τη γοητεία της εξουσίας που απορρέει απ' αυτόν, "κληρονομεί" και την απόλυτη κτηνωδία που η (ναζιστική) εξουσία συνεπάγεται.
Εντυπωσιακή μαυρόασπρη φωτογραφία, εξαιρετική (παρακμιακή) ατμόσφαιρα, αλληγορική ματιά και αρκετές προεκτάσεις, συνθέτουν μια πολύ δυνατή ταινία. Ο σκηνοθέτης, μέσα από την ιστορία αυτή, ασκεί βαθύτερη κριτική στο θέμα της εξουσίας, της γοητείας της, όπως είπαμε, της "μέθης" που προκαλεί, της εξάρτησης σχεδον απ' αυτήν. Και, φυσικά, μιλά για την κατάχρησή της και τη χρήσιμοποίησή της για καθαρά προσωπικούς λόγους και ηδονές. Μάλιστα, για να δείξει τον "τυφλό" χαρακτήρα της, επιλέγει μια περίπτωση όπου αυτή αποκτιέται με έναν απόλυτα τυχαίο τρόπο, δίχως το παραμικρό προσόν (πέραν της μιμητικής ικανότητας) ή την παραμικρή προσπάθεια για την κατάληψή της. Σα να μας λέει απλά "η εξουσία διαφθείρει από τη φύση της". Τοποθετώντας όλα αυτά στα πλαίσια του χειρότερου και βαρβαρότερου καθεστώτος που γνώρισε ο μοντέρνος "πολιτισμένος" κόσμος, απλώς υπογραμμίζει ακόμα περισσότερο και κάνει πιο έντονες τις παραπάνω παρατηρήσεις. Φυσικά όλα ξεκινούν από την ανάγκη επιβίωσης. Όσα ακολουθούν όμως πάνε το πράγμα μακρύτερα.
Το άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι  όσο προχωρά το φιλμ, το στοιχείο του γκροτέσκο μπαίνει όλα και περισσότερο και, σε ορισμένα σημεία και παρά τη διαρκώς ζοφερή ατμόσφαιρα, αγγίζει τα όρια του κατάμαυρου χιούμορ. Η σουρεαλιστική τελευταία σκηνή είναι σαφής για τις προθέσεις του και για τη διάθεση να "προειδοποιήσει" ότι απ' όλα αυτά κινδυνεύουμε και σήμερα (ή, αν προτιμάτε, τ κακό είναι διαχρονικό).
Ακόμα κι αν δεν αρέσει ή θεωρηθεί από κάποιους "τραβηγμένο", το φιλμ είναι σίγουρα ενδιαφέρον.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2019

Ο ΑΜΦΙΣΗΜΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ "ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ"

"Το Παιχνίδι με τη Φωτιά" (Beoning ή Burning στα αγγλικά) του 2018 είναι ένα φιλμ του κορεάτη Chang-dong Lee που συζητήθηκε αρκετά. Βασίζεται σε διήγημα του Μουρακάμι και, πρέπει να πω, είναι όντως ταιριαστό με τον κόσμο του συγγραφέα αυτού, ενός συγγραφέα που το βασικό μοτίβο του είναι η αμφιβολία.
Ένας νεαρός που θέλει να γίνει συγγραφέας και ο οποίος έχει "δύσκολες" σχέσεις με τον πατέρα του, ερωτεύεται μια κοπέλα. Μετά την πρώτη ερωτική συνεύρεση εκείνη φεύγει για προγραμματισμένο ταξίδι στην Αφρική. Όταν επιστρέφει όμως δεν είναι μόνη. Συνοδεύεται από έναν γοητευτικό και, όπως όλα δείχνουν, πολύ πλούσιου τύπου. Το παράξενο αυτό τρίο συναντιέται συχνά, άλλοτε στην πρωτεύουσα κι άλλοτε στο παραμεθόριο χωριό του νέου, ώσπου η κοπέλα εξαφανίζεται ξαφνικά. Από εκεί και πέρα τα πάντα είναι θολά και αμφίβολα.
Η ταινία είναι σχετικά αργή, μεγάλη σε διάρκεια και ίσως κουράσει αρκετούς. Και, το τονίζω από τώρα αυτό, δεν ξεκαθαρίζει τίποτα. Τα πάντα καλύπτονται από ένα πέπλο αμφιβολίας. Τα πάντα μπορεί να έχουν συμβεί ή να μην έχουν συμβεί. Ο γάτος είναι αυτός της κοπέλας ή όχι; Το πηγάδι υπήρχε ή δεν; Το θερμοκήπιο όντως κάηκε ή όχι; Η κοπέλα πέθανε ή απλώς εξαφανίστηκε; Τι ακριβώς κάνει και είναι ο πλούσιος τύπος; Όλα είναι ασαφή, έχουν διττή σημασία, "υπάρχουν και δεν υπάρχουν" όπως θα μπορούσε να διατυπωθεί. Αυτό ακριβώς το ρευστό και ασαφές των πραγμάτων, το ότι ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την αλήθεια, νομίζω ότι θέλει να σχολιάσει το φιλμ.
Παράλληλα αναφέρεται και στη διχασμένη Κορέα (βόρεια και νότια) και σε άλλα διχαστικά στοιχεία, όπως τις ταξικές διαφορές, με την εύγλωττη αντίθεση στην καθημερινότητα των δύο ανδρικών χαρακτήρων. Ενδιαφέρον φιλμ, πολύ "κλειστό" ωστόσο. Δεν μετάνιωσα καθόλου που το είδα, μου έδωσε "τροφή για σκέψη", δεν συμμερίζομαι όμως τις ενθουσιώδεις κριτικές.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 23, 2019

"MULHOLLAND FALLS" Ή Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΠΑΝΤΟΥ

Ο Lee Tamahori είναι νεοζηλανδός και έχει κάνει μερικές συμπαθητικές ταινίες (όχι όλες του πάντως). Μια απ' αυτές, κατά τη γνώμη μου, είναι η 2ή του, το "Mulholland Falls" ("Εντολή εν Λευκώ" στην Ελλάδα) του 1996, που διαθέτει και πολύ δυνατό καστ: Νικ Νόλτε, Τσαζ Παλμιντιέρι, Μέλανι Γκρίφιθ, Τζένιφερ Κόνελι, Τζον Μάλκοβιτς, Μάικλ Μάντσεν, Μπρους Ντερν κ.ά.
Στη δεκαετία του 40 ένα ειδικό σώμα, που αποτελείται από 4 σκληροτράχηλους (και ογκώδεις, λέξη ελαφρώς ηπιότερη του "κτηνώδεις") μπάτσους έχει ειδικές εντολές να "καθαρίζει" το έγκλημα χρησιμοποιώντας ακόμα και...χμμμ... όχι πολύ νόμιμες μεθόδους. Κάποια στιγμή θα ασχοληθούν με τη δολοφονία μιας νεαρής, σέξι κοπέλας. Δολοφονία με πολλές προεκτάσεις και πολλά συγκαλυμμένα μυστικά, αφού το θύμα είχε σχέσεις με πολλούς πανίσχυρους άντρες... αλλά και με τον επικεφαλής της ομάδας (ο οποίος, σημειωτέον, είναι και παντρεμένος).
Σκληρό και βίαιο αστυνομικό φιλμ, με στοιχεία νουάρ, παρουσιάζει, όπως και άλλα του είδους, μια κοινωνία (ή, τουλάχιστον, μια αμερικάνικη κοινωνία) απόλυτα διεφθαρμένη σε όλα τα επίπεδα (έγκλημα, διαπλοκή, στρατιωτικά μυστικά και επιχειρήσεις υπεράνω όλων, παρανομία κάθε είδους) και, φυσικά, διεφθαρμένη αστυνομία. Είναι αυτό που λέμε "απ' όπου και να το πιάσει βρωμάει". Και, βέβαια, η γενική διαφθορά μπλέκεται αξεδιάλυτα με τα προσωπικά πάθη ή/και συμφέροντα (το σεξ, η εξουσία κλπ.). Και κάτι άλλο, που συνάδει με τα προηγούμενα: Όλοι οι ήρωες είναι "κακοί" ή, τέλος πάντων, κάπου έχουν λερωμένη τη φωλιά τους.
Καλό κατά τη γνώμη μου φιλμ του είδους, το οποίο, ναι μεν δεν προσθέτει κάτι σε αρκετά παρόμοια (από την εποχή των νουάρ ήδη), αλλά νομίζω ότι βλέπεται με ενδιαφέρον.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2019

"THE DOUBLE" ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ

Το 2011 ο κυρίως σεναριογράφος Michael Brandt γυρίζει τη μοναδική μεγάλου μήκους ταινία του, το "The Double", με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και τον Μάρτιν Σιν, ένα κατασκοπικό / δράσης φιλμ δίχως πολλές φιλοδοξίες.
Όταν ένας παλιός δολοφόνος των "κακών" ρώσων, που όλοι θεωρούσαν νεκρό, ενεργοποιείται και πάλι δολοφονώντας έναν γερουσιαστή, η CIA καλεί έναν πράκτορα που έχει αποσυρθεί και τον βάζει να συνεργαστεί με έναν νεαρό του FBI για να πιάσουν τον δολοφόνο.
Δράση και μυστήριο, διπλοί πράκτορες, φόνοι και άλλα τέτοια εναλλάσσονται προσπαθώντας να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και δείχνοντάς μας ότι ο πόλεμος των κατασκόπων Αμερικής - Ρωσίας συνεχίζεται ακάθεκτος και μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Το βασικό ατού της ταινίας είναι υποτίθεται οι διαρκείς ανατροπές, όπου δεν ξέρεις ποιος δουλεύει για ποιον (ποιος είναι "διπλός" πράκτορας, όπως λέει και ο τίτλος), πότε η δράση αφορά την υπηρεσία ή υπαγορεύεται από λόγους προσωπικής εκδίκησης... και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Τίποτα παραπάνω.
Ίσως σας κρατήσει ένα σχετικά ενδιαφέρον δίωρο. Δεν νομίζω ότι έχει οποιοδήποτε άλλο σκοπό ή βάθος. Οι αμερικάνοι πάντως εξακολουθούν να είναι οι καλοί (ίσως με κάποιες αμφιβολίες). Αυτό δεν αλλάζει και πολύ ριζικά.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2019

ΕΝΑ "ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ" ΕΝΑΝΤΙΟ ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΙΣΣΑΛΟΔΟΞΙΑ

Οι θετικές εκπλήξεις είναι διπλές. Από τη μία, πώς είναι δυνατόν ένα φιλμ που διαθέει όλα τα χαρακτηριστικά της "αμερικανιάς" να είναι τόσο ευχάριστο. Από την άλλη, πώς γίνεται να το έχει σκηνοθετήσει ο Peter Farrelly, ο ένας εκ των αδελφών Φαρέλι των χοντρών κωμωδιών ("Ηλίθιος και Πανηλίθιος", "Κάτι Τρέχει με τη Μαίρη" κλπ.). Κι όμως στο "Πράσινο Βιβλίο" του 2018 συμβαίνουν και τα δύο.
Το φιλμ βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το 1962 ο μαύρος πιανίστας της τζαζ (και εξαιρετικός κλασικός ερμηνευτής) αποφασίζει να κάνει περιοδεία στις κάτι περισσότερο από ρατσιστικές νότιες πολιτείες των ΗΠΑ. Προσλαμβάνει για σωφέρ (και σωματοφύλακα, όπως από την αρχή γίνεται φανερό) έναν "κτηνώδη" και ρατσιστή μέχρι τότε ιταλικής καταγωγής μπράβο, ο οποίος ωστόσο, παρα τη βιαιότητά του, έχει καλές πλευρές (τιμιότητα, ειλικρίνεια κλπ.) Το αταίριαστο ζευγάρι θα βρίσκεται μαζί επί 2 μήνες, κατά τους οποίους πολλά θα συμβούν, πολλά θα αλλάξουν και πολλά θα αποκαλυφτούν.
Δεν είναι μόνο οι εξαιρετκές ηθοποιίες του αγνώριστου Βίγκο Μόρτενσεν και του Μαρσάλα Αλί. Είναι η γοητεία του road movie, οι σωστές πολιτικοκοινωνικές θέσεις της αποδοχής της κάθε διαφοράς (τετριμμένο προφανώς, αλλά όπως και να το κάνουμε ευπρόσδεκτο), η διαρκής εναλλαγή δράματος και χιούμορ, το σφιχτό σενάριο, που μου κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον. Και επίσης εκτίμησα την διαρκή εναλλαγή της "εξουσίας", το ποιος δηλαδή από τους δύο έχει κάθε στιγμή το "πάνω χέρι". Κάθε ένας από το δίδυμο εναλλάσσεται στους ρόλους αφεντικού - υφισταμένου,  σωτήρα - θύματος, ανάλογα με τη συγκυρία του ταξιδιού. Και βέβαια η κατάδειξη (για μια ακόμα φορά) του ωμού ρατσισμού στην πιο απροκάλυπτη και απεχθή μορφή του παραμένει συγκλονιστική.
Το περίεργο είναι η ταινία είναι γεμάτη κλισέ. Μερικές φορές μάλιστα είσαι σίγουρος ποιο απ' αυτά θα εμφανιστεί στην επόμενη σκηνή. Κι όμως, βρήκα το φιλμ γοητευτικό και το παρακολούθησα πραγματικά ευχάριστα. Αμερικανιά λοιπόν. Αλλά από τις πλέον καλοφτιαγμένες, σωστά στοχευμένες και, τελικά, feel good τέτοιες. Οπότε, με όλα αυτά υπ' όψιν, το συνιστώ.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2019

ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ "ΑΓΡΙΑ ΑΧΛΑΔΙΑ"

Ο Nuri Bilge Ceylan, ο γνωστότερος ίσως σύγχρονος τούρκος σκηνοθέτης, εξερευνά με τις ταινίες του το παρόν της τεράστιας χώρας του και, πάνω απ' όλα, τις πολλές αντιφάσεις της. Έτσι και στην "Άγρια Αχλαδιά" του 2018 βάζει τον ήρωά του, έναν νεαρό που μόλις πήρε πτυχίο από το πανεπιστήμιο, να γυρίζει (απρόθυμα) στο χωριό του και, στις διάφορες μετακινήσεις του στα πέριξ, να συναντά διαφορετικούς ανθρώπους, που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές καταστάσεις. Συγχρόνως, επίδοξος συγγραφέας ο ίδιος, πασχίζει να εκδώσει το βιβλίο, ενώ μάλλον απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον πατέρα του, ο οποίος, είναι μεν ένας ονειροπόλος δάσκαλος, έχει όμως καταρεύσει ηθικά και οικονομικά εξ αιτίας του πάθους του για τον τζόγο.
Λιγότερο ποιητικός από τα προηγούμενα φιλμ του και πιο "διαλογικός", εξ ίσου φιλοσοφικός όμως, ο Ceylan δείχνει εδώ να ενδιαφέρεται περισσότερο για την επαρχιακή Τουρκία, τα αδιέξοδα των ηρώων του και τη σχέση (με διαφορετικές τροπές στην πορεία) πατέρα - γιου. Έτσι τα προβλήματα που θίγει είναι και τοπικά και πανανθρώπινα. Ο πρωταγωνιστής έχει στην 3ωρη διάρκεια της ταινίας διαδοχικές συναντήσεις με διαφορετικούς ανθρώπους ή παρέες που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πλευρές της ζωής: Μια κοπέλα (τον έρωτα), δύο ιμάμηδες (τη θρησκεία), έναν συγγραφέα (την τέχνη), έναν επιχειρηματία (τα οικονομικά), έναν δήμαρχο (την πολιτική) κλπ. Ο ίδιος, μέσα απ' όλα αυτά, προσπαθεί να βρει την αλήθεια και συγχρόνως να μείνει ανεξάρτητος, ανυπότακτος στη σκέψη του. Και βέβαια, το είπαμε, μέσα απ' όλα αυτά η Τουρκία προβάλλει μσε όλες τις, συχνά αντικρουόμενες, όψεις της: Οπισθοδρομικές ή προοδευτικές, του χωριού ή της πόλης.
Σε όσους αρέσουν τέτοιου είδους φιλμ, ο Ceylan, αν και με λιγότερο όμορφες εικόνες σε σχέση με παλιότερα φιλμ, έχει πάντα ενδιαφέρον. Οι υπόλοιποι μάλλον θα κουραστούν. Γενικά πάντως νομίζω - αν και προσωπικά με ενδιέφερε - ότι δεν φτάνει στο ύψος προηγούμενων δημιουργιών του.

Τρίτη, Ιανουαρίου 15, 2019

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Ο "ΡΑΜΠΟ" (Ο ΠΡΩΤΟΣ) ΚΛΑΙΕΙ

Ο Ράμπο έγινε συνώνυμο της μάτσο αγριάδας και της ανεξέλεγκτης δράσης ανεγκέφαλων, φουσκωτών κομάντος. Ωστόσο η πρώτη ταινία του Ted Kotcheff "Ράμπο: Το πρώτο Αίμα" του 1982 είναι μια καλή (και, θα το πιστέψετε;) αρκετά αντιπολεμική (και αντιαμερικάνικη θα έλεγε κανείς) ταινία. 
Ένας σούπερ κομάντο, βετεράνος του Βιετνάμ, φτάνει κάπου στην αμερικάνικη επαρχία για να βρει τον μοναδικό επιζώντα από την ομάδα του στη ζούγκλα. Εκείνος έχει πεθάνει, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό: Οι ντόπιοι (κάτοικοι, αρχές, σερίφης) του φέρονται άθλια και με καχυποψία. Η βία σύντομα θα ξεσπάσει ανεξέλεγκτη. 
Ο Σταλόνε είναι βεβαίως απόλυτα ταιριαστός ως ακοινώνητος, ζωώδης κομάντο, μια αληθινή μηχανή θανάτου. Ωστόσο η κριτική του φιλμ (πέραν της βίαιης και συνεχούς δράσης, η οποία, βεβαίως, κρατά τον θεατή) είναι πολυεπίπεδη. Από τη μία είναι ο ίδιος ο Ράμπο, ένα αληθινό κτήνος. Ποιος τον μετέτρεψε όμως σ' αυτό που είναι; Η αμείλικτη στρατιωτική εκπαίδευση βεβαίως, η οποία πολύ συνειδητά επιθυμεί να μετατρέψει τους ανθρώπους σε δολοφονικά όπλα. Από την άλλη είναι οι "φιλήσυχοι επαρχιώτες αμερικάνοι", οι οποίοι βλέπουν (και η εξουσία τους το ίδιο) κάθε διαφορετικό (έναν μισότρελο, αμίλητο, βρωμερό βετεράνο εν προκειμένω) ως εν δυνάμει απειλή για την πολύτιμη "ησυχία, τάξη και ασφάλειά" τους και, κινούμενοι από έναν εντελώς διαφορετικό ρατσισμό από τον κλασικό που γνωρίζουμε, το μόνο που επιθυμούν είναι να τον διώξουν αμέσως ως μολυσματικό παρείσακτο, δίχως εκείνος να έχει κάνει τίποτα απολύτως. Από όλες τις πλευρές σκατά με λίγα λόγια. 
Έτσι λοιπόν ο κτηνώδης "Ράμπο" θα καταλήξει σε ένα - ναι, πιστέψτε το - από συγκινητικό έως συγκλονιστικό φινάλε, με τον (περίπου) σούπερ ήρωα να καταρρέει απόλυτα και να κλαίει σαν παιδί που ξαφνικά εξαφανίστηκαν οι γονείς του και το άφησαν ολομόναχο στο σκοτάδι. Αυτά που λέει στο τέλος είναι συνταρακτικά. Επειδή ο Ράμπο έγινε στη συνείδησή μας αυτό που έγινε (το είπαμε στην αρχή), πιθανόν και εξαιτίας της πολύ πετυχημένης εμπορικά δεύτερης ταινίας, δεν σημαίνει ότι η πρώτη είναι κακή. Ίσα - ίσα. Κριτικάρει άγρια πολλά (αμερικάνικα) πράγματα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 13, 2019

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ "ΕΝΟΧΟΣ"

Ο Gustav Moller είναι νορβηγός και πρωτοεμφανιζόμενος. Και φτιάχνει το 2018 τον "Ένοχο", μια ταινία από το πουθενά που σε αφήνει έκπληκτο και μόνο από το concept: Ολόκληρη διαδραματίζεται σε ένα δωμάτιο και υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που μιλά στο τηλέφωνο (ο νορβηγός ηθοποιός Jacob Centergren) και οι συνάδελφοί του κάπου στο βάθος. Τίποτα, μα τίποτα άλλο. Και, πιστέψτε με, δεν πρόκειται να πλήξετε.
Ο ήρωας είναι μπάτσς και εκτελεί νυχτερινή βάρδια (μέχρι τις 11 τη νύχτα) ως τηλεφωνητής στο αντίστοιχο νορβηγικό 100 (αργότερα θα μάθουμε γιατί βρίσκεται σ' αυτή τη θέση). Ξέρουμε ότι κάτι περιμένει με αγωνία το πρωί της επόμενης μέρας (και αυτό θα το μάθουμε σιγά - σιγά). Τότε, ανάμεσα σε αδιάφορες έως αστείες κλήσεις, λαμβάνει μία από μία γυναίκα που έχει απαχθεί και αυτή τη στιγμή βρίσκεται βιαίως στο εν κινήσει αυτοκίνητο του άντρα της, ο οποίος δεν έχει αντιληφτεί ότι η όμηρός του μιλά με την αστυνομία. Από τη στιγμή αυτή, και μετά το τέλος της βάρδιας του, ο ήρωας πασχίζει μόνος του να ξεμπλέξει την κατάσταση και να σώσει τη γυναίκα. Ωστόσο οι ανατροπές θα είναι καταλυτικές.
Εξαιρετική ηθοποιία, σφιχτό σενάριο, εντελώς μαύρο, αλλά και με εντυπωσιακές ανατροπές, διαρκής ένταση και σασπένς, κάνουν αυτό το one man show να παρακολουθείται απνευστί. Και συγχρόνως, υπάρχουν και οι ψυχολογικές ανατροπές: Ο μπάτσος που πασχίζει μ' όλη του τη ψυχή να λύσει μια όλο και πιο πολύπλοκη κατάσταση, δεν είναι τόσο αλτρουιστής όσο φαίνεται αρχικά (μήπως το κάνει για να λυτρωθεί ο ίδιος από τους δάιμονές του;), η βία δεν προέρχεται μόνο από την κατάσταση των άλλων, αλλά και από την ίδια την αστυνομία, ενώ η βαθμιαία αποκάλυψη ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, θα εγείρουν όλο και περισσότερες αμφιβολίες μέσα του. Έτσι, ενώ στην αρχή είναι αλύγιστος και σίγουρος για το τι θα κάνει τόσο στην "τηλεφωνική" κατάσταση που αντιμετωπίζει οσο και στην προσωπική του περίπτωση, όσο προχωρά η ώρα όλα μοιάζουν να καταρρέουν και ο ίδιος νοιώθει ότι δεν γνωρίζει πια τι να πράξει - ή αν είναι σωστά όσα είχε αποφασίσει πριν. Νομίζω ότι σημαντικό ενδιαφέρον προκαλεί ακριβώς το εύρημα της "παράλληλης" πορείας της υπόθεσης της απαγωγής και της προσωπικής υπόθεσης του αστυνομικού.
Μη φοβηθείτε το "ένας άνθωρπος στο τηλέφωνο" και τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι το δύσκολο αυτό στοίχημα έχει κερδηθεί και το ενδιαφέρον σας δεν θα μειωθεί καθόλου.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2019

ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΟΥ "ΤΑ ΞΕΡΟΥΝ ΟΛΟΙ"

Έχω πει κι άλλη φορά ότι θεωρώ τον Ashgar Farhadi έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή δημιουργούς. Το 2018, διεθνής πλέον και καθιερωμένος, γυρίζει το "Το Ξέρουν Όλοι" στην Ισπανία αυτή τη φορά, με τους Χαβιέ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ και Ρικάρντο Νταρίν στους βασικούς ρόλους.
Η ηρωίδα, παντρεμένη πλέον και με δύο παιδιά, ζει από χρόνια στην Αργεντινή. Επιστρέφει όμως στο ισπανικό χωριό της με τα παιδιά για τον γάμο της αδελφής της. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού ωστόσο το ρεύμα κόβεται ξαφνικά και η έφηβη κόρη της εξαφανίζεται. Σύντομα θα μάθει ότι έχει πέσει θύμα απαγωγής, ο άντρας της φτάνει επειγόντως από την Αργεντινή και μια αγχωτική ιστορία ξεκινά.
Ο Farhadi νομίζω ότι εδώ δεν είναι τόσο καλός όσο στα προηγούμενα φιλμ του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ταινία είναι κακή. Αντίθετα, την παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον, και σ' αυτό συντελεί και το λίγο - αστυνομικό - λίγο - ψυχολογικό - θρίλερ στοιχείο. Ωστόσο το δράμα δεν επικεντρώνεται στο "ποιος το έκανε". Η ουσία του βρίσκεται στην πληθώρα μυστικών, υπόγειων σχέσεων, ταξικών διαφορών, συναισθηματικών μπλεξιμάτων και άλλων που, με αφορμή το γεγονός της απαγωγής, αρχίζουν να αποκαλύπτονται με ραγδαίο ρυθμό. Ένα κουβάρι αόρατων σχέσεων που αποδεικνύει ότι η επιφανειακά ειδυλλιακή εικόνα της κοινωνίας του χωριού κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Πιστεύω ότι η αποκάλυψη ενός βυθού που βράζει κάτω από μια στιλπνή επιφάνεια είναι η ουσία του φιλμ.
Σε κάποια σημεία η ταινία πλησιάζει επικίνδυνα το μελό. Οι πολύπλοκες σχέσεις όμως, η εμβάθυνση στους χαρακτήρες και το σφιχτό σενάριο (ο Farhadi πάντοτε υπήρξε εξαιρετικός σεναριογράφος) διορθώνουν τα πράγματα. Οπότε συνολικά η ταινία με κέρδισε.