Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΕΣ ΔΥΟ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΩΝ


Μετά από δυο - τρία σκαμπανεβάσματα, ο Martin Scorsese "το έκανε". "Ο Πληροφοριοδότης" (The departed) είναι μια ταινία που μάλλον θα γραφεί στις χρυσές σελίδες του αστυνομικού φιλμ. Γυριμένο με στιβαρότητα, καταφέρνει να μην αφήσει τον θεατή να πάρει ανάσα επί δυόμιση ώρες (και πάνω που είχα αρχίσει να γκρινιάζω για τις αδικαιολόγητα μακρές διάρκειες αρκετών πρόσφατων ταινιών...) Και επιπλέον - ή μάλλον ταυτόχρονα - φτιάχνει έναν ζοφερό κόσμο όπου το Κακό κυριαρχεί και Καλό μάλλον δεν υπάρχει. Τι σημασία έχει αν ο Ντι Κάπριο αγωνίζεται στις τάξεις των "καλών", όταν έχει πέρα για πέρα χάσει τον εαυτό του και η ζωή του είναι κόλαση; Και τι νόημα έχει η τιμιότητα του μπάτσου που θα πει την "τελευταία λέξη" στο τελευταίο λεπτό, όταν στην καθημερινότητά του είναι ένας από τους αντιπαθέστερους χαρακτήρες που έχουμε δει; Και, τελικά, τι νόημα έχει ο όποιος διαχωρισμός καλού και κακού, όταν όλα είναι τόσο βρώμικα, τόσο αξεδιάλυτα μπερδεμένα (όλοι έχουν διπλές ταυτότητες, δουλεύουν κρυφά για άλλους, καρφώνουν αυτούς στους οποίους παρουσιάζονται σαν φίλοι και συνέταιροι κλπ.), ώστε σε τελευταία ανάλυση οι πάντες, μπάτσοι και γκάνγκστερς, ζουν την ίδια ουσιαστικά ζωή, κυλιούνται στον ίδιο βούρκο, άσχετα με το ποιον υπηρετούν στην πραγματικότητα; Μόνος, και πάνω απ' όλους, ο Νίκολσον, η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού: Γι΄αυτόν τα πράγματα είναι ξακάθαρα. Είναι κακός επειδή το γουστάρει.
Ενδιαφέρον έχει το φως που ρίχνει ο Scorsese στις επιπτώσεις αυτής της βρώμικης καθημερινότητας στις ιδιωτικές ζωές των ηρώων. Είναι κάτι που εύκολα ξεχνιέται σε πιο σχηματικές ταινίες του είδους. Τελικά, αν όλο αυτό το μπάχαλο είναι η "επαγγελματική" σου ζωή, ε, τα προσωπικά σου δεν μπορεί να είναι και τόσο νορμάλ...
Αρκετά με το μπλα μπλά όμως. Ο "Πληροφοριοδότης" είναι πάνω απ' όλα μια απολαυστική ταινία, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, αυτό με την φοβερή κάθαρση, κι αυτό είναι που μετρά πάνω απ' όλα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

ΜΙΑ PERFORMANCE ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΩΝ 60ς



Πρόσφατα είδα μια απ' τις θεωρούμενες ως πιο cult ταινίες ever: Την Performance (1970) των Donald Cammell (1934-1996) και Nicolas Roeg. Το cult status της ταινίας οφείλεται βέβαια κατά πολύ στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μικ Τζάγκερ. Πριν πάμε όμως σ' αυτό, θα ομολογήσω από την αρχή ότι με κούρασε αρκετά και βρήκα τη θέασή της μάλλον δύσκολη - παρά το ότι μ' αρέσει γενικά ο Ρεγκ.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο, ένα άγριο γκαγκστερικό δράμα, παρακολουθούμε τα εξαιρετικά βίαια έργα ενός λονδρέζου γκάνγκστερ, που αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας. Φόνοι, βασανιστήρια, συμμορίες και ένας αδίστακτος James Fox συνθέτουν μια εφιαλτική εικόνα του λονδρέζικου υποκόσμου. Καμία σχέση με τα 60ς, των οποίων "ντοκουμέντο" θεωρείται το φιλμ. Παράξενο μοντάζ - χαρακτηριστικό του Ρεγκ, θυμηθείτε και το Don't look now - κουραστικό ωστόσο μέσα στην πρωτοπορία του, μπερδεμένη (ηθελημένα) αφήγηση, φοβερές φάτσες. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα αλλάζουν απότομα. Ο γκάγκστερ κρύβεται άθελά του στο διαμέρισμα του Τζάγκερ και από εκεί και πέρα βουτάμε για τα καλά στην παράνοια, αλλά και τη ριζοσπαστικότητα και την πρωτοπορία και την ανέμελη τρέλλα των 60ς. Ναρκωτικά, ελεύθερος έρωτας, κοινοβιακός τρόπος ζωής, εκκεντρικά ντυσίματα, πανταχού παρούσα μουσική, ινδικές επιρροές, περιφρόνηση για το αύριο και το μέλλον - ο απόλυτος θρίαμβος του "εδώ και τώρα" - δικαιώνουν τη φήμη της Performance ως μια από τις πιο πιστές καταγραφές της πολυσήμαντης αυτής εποχής. Ο ήρωας - εντελώς από άλλο ανέκδοτο - βουτά (μαζί με τον θεατή) σχεδόν με το ζόρι σ' αυτά, πλήρης θαυμασμού και αηδίας ταυτόχρονα. Και στο μέσον όλου αυτού του χάους, ένας αμφισεξουαλικός Τζάγκερ, απόλυτη ενσάρκωση των καιρών του.
Αν κάτι μου επιβεβαίωσε η ταινία είναι ότι όλο αυτό το απίστευτο κλίμα αφορούσε ένα μέρος μονάχα της τότε κοινωνίας - νέων κυρίως. Γύρω τους ζούσε και βασίλευε ένας κόσμος φοβερά συντηρητικός, καταπιεστικός και δίχως ανοχές. Θα μου πείτε, μα πάντα συμβαίνει αυτό. Και τώρα υπάρχουν "προχωρημένες" ομάδες (δώστε όποιον ορισμό θέλετε στον όρο αυτό, θετικό ή και αρνητικό) που ζουν σε κάποια περιθώρια, ενώ η κοινωνική δομή είναι πάντα αυτή που είναι. Σύμφωνοι. Η διαφορά όμως είναι ότι την εποχή αυτή το φαινόμενο της "διαφορετικότητας" σε όλα τα επίπεδα είχε γίνει μαζικότερο από ποτέ. Αυτή νομίζω είναι η βασική διαφορά των 60ς σε σχέση με το πριν και το μετά.
Αυτό που είναι πάντως ενδιαφέρον στην Performance είναι η καταγραφή δύο απόλυτα αντίθετων κόσμων, που έρχονται ξαφνικά δίπλα - δίπλα, ώστε να διαγραφούν ακόμα περισσότερο οι τερατώδεις διαφορές τους. Κατά τα άλλα, σας είπα, μάλλον κουράστηκα. Σας προτείνω όμως να το δείτε κυρίως σαν ένα είδος ντοκουμέντου μιας εποχής που, όπως όλα δείχνουν, μάλλον παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΣΑΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ


Ο πόλεμος είναι ίσως η φριχτότερη ανθρώπινη κατάσταση. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως είναι κάτι ακόμα χειρότερο. Δεν το πιστεύετε; Δείτε το "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι" του Ken Loach. Όπου ο άγγλος σκηνοθέτης, με τον γνωστό ρεαλισμό και τη στέρεα γραφή του, μας δίνει ανάγλυφα το δράμα του ιρλανδικού λαού, από τον αγώνα για ανεξαρτησία μέχρι τον εμφύλιο που ακολουθεί.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρακολουθούμε το αντάρτικο των Ιρλανδών ενάντια στους Άγγλους κατακτητές. Εδώ τα πράγματα είναι καθαρά. Υπάρχουν καλοί και κακοί, είναι σαφές με ποιον είσαι και ποιον μισείς (πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι Άγγλοι παρουσιάζονται σαν κτήνη που καταπιέζουν με κάθε τρόπο τους Ιρλανδούς). Το μέρος αυτό δεν μου άρεσε τόσο, παρά τη δύναμη της γραφής του. Το βρήκα... πώς να το πω... πολύ ηρωικό για τα γούστα μου, ίσως και κάπως απόλυτο. Η άποψη αυτή ανατράπηκε πλήρως στο δεύτερο μισό, όπου ο Loach παρουσιάζει με συγκλονιστικό τρόπο τον άγριο εμφύλιο που ακολούθησε, καθώς οι Ιρλανδοί χωρίζονται σε μετριοπαθείς και επαναστάτες. Εδώ ο σκηνοθέτης δίνει αμερόληπτα και τις δύο απόψεις, αναδεικνύει θαυμάσια το δίκιο της κάθε πλευράς. Μ' αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτιστείς με κάποια απ' αυτές (όπως ξεκάθαρα γίνεται στο πρώτο μισό) και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βυθιστείς στη φρίκη, βιώνοντας απόλυτα τον βαθύτατο πόνο του αλληλοσπαρασόμενου λαού. Αυτή η σχετικά ουδέτερη στάση είναι που επιτείνει τη φρίκη και το αδιέξοδο, αλλά και δηλώνει ότι δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο, καλό και κακό, αλλά τα πράγματα - δυστυχώς ορισμένες φορές - είναι πολύ πιο περίπλοκα.
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν με βαρύγδουπες δηλώσεις. Κάθε στόμφος απουσιάζει. Η ταινία είναι ανθρώπινη, καθώς παρακολουθούμε το ιστορικό στοιχείο μέσα από τα μάτια των δύο αδελφών και των γύρω τους. Κι αυτό την κάνει πολύ πιο δυνατή από κάθε ρητορεία, μέχρι το ακόμα δυνατότερο - σαν γροθιά - φινάλε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


Το Desert Hearts είναι μια ταινία του 1985, που γύρισε η Donna Deitch και έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα είναι μια ταινία που πραγματεύεται έναν λεσβιακό έρωτα. Δεύτερον, τοποθετείται βαθιά στην αμερικάνικη επαρχία (στη Νεβάδα, αν θυμάμαι καλά), κάνοντας έτσι τα πράγματα "δύσκολα". Τρίτον, διαδραματίζεται σε παλιότερη εποχή (50'ς ή 60'ς), οπότε... ακόμα χειρότερα. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Ναι, πρόκειται για ένα ειδος Brokeback Mountain 20 χρόνια πριν - μόνο που οι ηρωίδες είναι γυναίκες (και φυσικά προηγείται κατά πολύ και του Boys don't cry).
Αντίθετα με το Brokeback Mountain πάντως, εδώ έχουμε μια πιο ρομαντική προσέγγιση - και τη βασική διαφορά ότι η ερωτική ιστορία των δύο γυναικών είναι αρκετά γνωστή στη μικρή κοινωνία, καθώς η μία, η νεότερη, είναι ανοιχτά λεσβία, που έχει καταφέρει να απολαμβάνει μιας κάποιας ανοχής απο τον περίγυρο - μέχρι που μπλέκει με την "σοβαρή" μεγαλύτερή της γυναίκα. Σημαντικό ρόλο στο φιλμ παίζει το μεγαλόπρεπο, ερημικό και ορεινό τοπίο που περιβάλλει το ράντσο όπου διαδραματίζεται η ιστορία, καθώς και η όλη "country" ατμόσφαιρα.
Ερωτικό δράμα στην ουσία, τρυφερό και ρομαντικό, όπως είπαμε, βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει δύναμη και συγκίνηση και - όπως έμαθα στις "Νύχτες Πρεμιέρας" όπου το είδα, αφού, ομολογώ, αγνοούσα την ύπαρξή του πριν - αποτελεί ορόσημο του gay κινηματογράφου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

ΜΑΓΟΙ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΛΑΒΡΑΚΙΑ


Το Scoop, η νέα (κιόλας) ταινία του ασταμάτητου Woody Allen είναι χαριτωμένη. Έχει αρκετή πλάκα, έχει φαντάσματα (!), έχει χιτσκοκικό σασπένς και αστυνομικό μυστήριο για το ποιός είναι ο δολοφόνος (σίγουρα το αστυνομικό μέρος είναι επηρεασμένο από το σεναριακό ύφος ταινιών του Χίτσκοκ), έχει δημοσιογράφους στο κυνήγι της μεγάλης επιτυχίας, έχει και Σκάρλετ Γιόχανσον ως σχετικά χαζή αμερικάνα wannabe δημοσιογράφο σε ένα κυριλέ και ψηλομύτικο Λονδίνο. Σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα (εγώ τουλάχιστον το απόλαυσα αρκετά), σε καμιά περίπτωση όμως δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί από τις πολύ καλές ταινίες του Woody (αφείστε δα και το γεγονός ότι οι εχθροί του ή όσοι τον βαριούνται τέλος πάντων θα βγάλουν σπυράκια βλέποντάς τον να ενσαρκώνει έναν ρόλο "από τα ίδια", τουτέστιν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του). Αλλά εγώ σας έχω ξαναπεί κάπου ότι συγκαταλέγομαι στους φίλους του, οπότε μπορώ να απολαμβάνω και μια σχετικά μέτρια ταινιούλα του.
Αν, τέλος πάντων, δεν σας κουράζει, δείτε το για τη fell good αίσθηση που αποπνέει και την όλη εύθυμη ατμόσφαιρα. Να μη ξεχνάτε όμως, ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για "Matchpoint".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Ο ΑΗΔΗΣ BORAT ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Η ταινία "Borat: Cultural Learnings of America for Make Benefit Glorious Nation of Kazakhstan" (ναι, όλο αυτό) του Larry Charles είναι κάτι που δεν σου επιτρέπει να εκφέρεις γνώμη έτσι εύκολα. Χοντρό χιούμορ, δυναμίτης στα θεμέλια κάθε έννοιας πολιτικής ορθότητας, φόρμα ψευδοντοκιμαντέρ, αρκετές ξεκαρδιστικές σκηνές κι άλλες τόσες τόσο, μα τόσο, χοντρές, που φτάνουν στα όρια της αηδίας, σάτιρα των αμερικάνων (κυρίως) που σπάει κόκκαλα και, γενικά, ένα συνοθύλευμα από έξυπνα και καθόλου έξυπνα στοιχεία, που στο τέλος με άφησε να ξύνω αμήχανα το κεφάλι δίχως να μπορώ να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Sacha Baron Cohen, γνωστός και ως Ali G, κωμικός εβραϊκής προφανώς καταγωγής, ντύνεται την περσόνα του εκ Καζακστάν τηλεδημοσιογράφου Borat, που πάει στις ΗΠΑ "για να μάθει στους άξεστους συμπατριώτες του τον προχωρημένο αμερικάνικο τρόπο ζωής"... κι ό,τι ακολουθεί είναι απερίγραπτο. Φυσικά, πέραν της χοντρότητας του χιούμορ, οι βασικές ενστάσεις περιστρέφονται γύρω από τον ρατσισμό της ταινίας, ο οποίος είναι προφανής και δηλωμένος. Το θέμα είναι ότι ο ρατσισμός αυτός μοιράζεται εξ ίσου (ή μάλλον πέφτει εξ ίσου πάνω σε) αμερικανούς, καζαχστανιανούς (ή όπως τέλος πάντων λέγονται), εβραίους, ουζμπέκους, γυναίκες (!) και ίσως και να ξέχασα μερικούς. Ίσως τώρα να μη μπορεί να θεωρηθεί ρατσισμός η στάση προς τους αμερικάνους, αφού ο Borat επιλέγει πολύ συγκεκριμένα ηλίθια-έως-και-φασιστικά target group (φανατικούς ευαγγελιστές, δάσκαλους του σαβουάρ βιβρ, μισογύνηδες μπεκρήδες νεαρούς, νότιους που συχνάζουν στα ροντέο και τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και άλλα τετοια ωραία) - αν και η υστερία προς την τρομοκρατία μοιάζει να είναι πανταχού παρούσα. Ίσως και να μην μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική ούτε και η στάση του προς τους εβραίους, αφού ο αντισημιτισμός παρουσιάζεται ως ιδεολογία ενός εξ ορισμού μαλάκα και ρατσιστή, όπως είναι η προσωπικότητα του Borat. Αλλά το καημένο, άσχετο Καζαχστάν τι έφταιγε (το οποίο, άνευ κανενός λόγου - ή μάλλον για λόγους πλάκας - γίνεται ρεντίκωλο με κάθε πιθανό τρόπο από την αρχή ως το τέλος);
Δεν ξέρω επίσης αν οι σκηνές με τους δεκάδες αμερικάνους τους οποίους ξεμπροστιάζει είναι όντως αυθεντικές ή στημένες. Αν ισχύει το πρώτο, κερδίζει πόντους λόγω τόλμης και κατάδειξης της απύθμενης ηλιθιότητας και ρατσισμού μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας.
Σίγουρα θα γελάσετε σε κάποια σημεία, πιθανότατα θα ενοχληθείτε σε άλλα. Αν το δείτε πάντως, δείτε το από περιέργεια ως προς το πού μπορεί να φτάσει ο Borat και, εν πάσει περιπτώσει, ως ένα φιλμικό αξιοπερίεργο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

BABEL Ή Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ


Η Babel του μεξικάνου Alejandro Gonzalez Inarritu είναι μία από τις συγκλονιστικότερες φετινές ταινίες. Τρεις φαινομενικά άσχετες ιστορίες σε τρία απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, το Μεξικό, την Ιαπωνία και το Μαρόκο, "δένουν" με απροσδόκητο τρόπο καθώς, σιγά - σιγά, αποκαλύπτεται η τυχαία μερικές φορές σχέση τους. Ίσως είναι η πιο έξυπνη "εικονογράφηση" της θεωρίας του χάους που έχω δει στο σινεμά, αυτής δηλαδή που δηλώνει ότι "το πέταγμα μιας πεταλούδας στο Πεκίνο μπορεί να προκαλέσει μια καταιγίδα στη Νέα Υόρκη" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων - μόνο που εδώ αυτή η θεωρία εφαρμόζεται σε αθρώπους και στις σχέσεις τους. Μια αόρατη αρχικά γραμμή συνδέει την ιστορία του πυροβολισμού μιας αμερικανίδας τουρίστριας στο Μαρόκο (που δημιουργεί διπλωματικό επεισόδιο) με αυτή μιας κωφάλαλης έφηβης γιαπωνέζας, που βιώνει την ερωτική απόρριψη των αγοριών, που τη θεωρούν "τέρας", ενώ η πρώτη συδέεται άμεσα μ' αυτήν μιας φτωχής μεξικάνας γκουβερνάντας που παίρνει για μια μέρα τα πλούσια αδελφάκια που προσέχει στο Μεξικό, για το γάμο του γιού της, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το καταπληκτικό στην ταινία είναι - πέραν της δεδομένης ευαισθησίας του Inarritu - το κλιμακούμενο σασπένς, το γεωμετρικά αυξανόμενο αδιέξοδο στις παράλληλες ιστορίες, αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όλοι οι τόσο διαφορετικοί ήρωες. Ο θεατής καθηλώνεται, το στομάχι σφίγγεται, το αυξανόμενο άγχος των πρωταγωνιστών μεταδίδεται απόλυτα και σε μας. Αν επρόκειτο για θρίλερ ή ταινία τρόμου, θα έλεγα ότι πέτυχε άριστα το στόχο της. Η "Βαβέλ" όμως καταφέρνει να πετύχει τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα σε μια απόλυτα ρεαλιστική ταινία. Και ταυτόχρονα, να κοιτάξει από κάθε δυνατή οπτική γωνία τους χαρακτήρες, δικαιώνοντας τον καθένα τους, αφού κανείς ουσιαστικά δεν φταίει για τις πολλαπλές επαπειλούμενες τραγωδίες.
Περιμένουμε πολλά από τον Inarritu, που κατάφερε να κάνει και τρίτη καλή ταινία, ενώ, αν συνυπολογίσουμε τον Cuaron με τα "Παιδιά των ανθρώπων" και τα πολύ καλά λόγια που ακούμε για τον καινούριο Del Toro, ίσως να πρέπει να μιλάμε για μεξικάνικη άνθηση.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Το Paris, je t'aime είναι ένα φιλμ όπου γύρω στους 20 σκηνοθέτες, αρκετοί απ' αυτούς πολύ γνωστοί, κάνουν από ένα πεντάλεπτο φιλμάκι με θέμα το Παρίσι. Ανάμεσά τους ονόματα όπως αυτά του Tom Tykwer, των αδελφών Coen, του Alexander Payne, του Walter Salles, του Gus van Sant, του Wes Craven, του Alfonso Cuaron, του Olivier Assayas και άλλων. Είναι φυσικό από μία τέτοια συγκέντρωση ανόμοιων δημιουργών, να προκύπτουν άνισα αποτελέσματα, με πολύ καλές αλλά και αδιάφορες στιγμές. Τα θετικά όμως είναι δύο: Α. Τα φιλμάκια είναι μόλις πεντάλεπτα, με αποτέλεσμα ακόμα και τα πιο αδιάφορα να τελείώνουν πολύ γρήγορα και να περνάς αμέσως στο επόμενο, πριν προλάβεις να βαρεθείς. Β. Το κοινό θέμα, το Παρίσι δηλαδή, κάνουν το συνολικό φιλμ αρκετά ομοιογενές, παρά την ετερόκλητη ματιά των δημιουργών.
Υπάρχουν φυσικά και οι καλές στιγμές που λέγαμε (του Salles, του Payne, το αστείο των Coen και αρκετές άλλες), είναι και η πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, ευρωπαίων και αμερικάνων, που παρελαύνει (μια ματιά στα ζενερίκ θα σας πείσει), οπότε το όλο project αφήνει τον θεατή σε καλή διάθεση, παρά την ύπαρξη ορισμένων σπαρακτικών (πλην όμως καλών) σκετς. Αν μάλιστα αγαπάτε το Παρίσι, περιπλανιέστε και στις διάφορες γωνιές του, αφού ο κάθε δημιουργός επιλέγει μια συγκεκριμένη περιοχή για να στήσει τη μικρή του ιστορία. Αρκετά συμπαθητική λοιπόν προσπάθεια συνολικά, πολύ λίγο τουριστική, που αξίζει την προσοχή μας. Έχετε υπ' όψη βέβαια ότι η αγάπη των περισσότερων από τους σκηνοθέτες για το Παρίσι είναι δεδομένη, οπότε αν εσείς μισείτε το Παρίσι, αλλάξτε πόλη ή κινηματογράφο.
ΥΓ: Α, ναι. Υπάρχει και σκετσάκι με βρυκόλακες!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

SHORTBUS: ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Το Shortbus του John Cameron Mitchell έχει αποκτήσει την φήμη ενός πορνογραφικού φιλμ. Κι αυτό έχει κάποια βάση, αφού περιέχει σκηνές σκληρού σεξ (με τα σχετικά γκρο πλαν, τις κανονικότατες εκσπερματώσεις, τους ποικίλους συνδυασμούς κλπ.) Πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σ' αυτό. Διότι πέραν αυτών των "τολμηρών" σκηνών, ξεχειλίζει από ευαισθησία και χιούμορ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνωστίζονται στο περίφημο Shortbus, ένα κλαμπ που συνδυάζει προχωρημένα σόου, καλή μουσική και... παρτούζες, κατά βάθος αναζητούν απεγνωσμένα κάτι που θα τους ολοκληρώσει. Αγάπη, επιβεβαίωση αγάπης, αληθινά συναισθήματα, οργασμούς (στην περίπτωση της ψυχολόγου που δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό) και πολλούς συνδυασμούς όλων των παραπάνω κι άλλων ακόμα, όπως πολλοί είναι και οι συνδυασμοί κορμιών, στάσεων και αριθμού συμμετεχόντων που συμβαίνουν εκεί - με προτίμηση στο gay σεξ, αν και όχι μόνο. Προβληματικοί λοιπόν κατά βάθος οι περισσότεροι από τους θαμώνες, αναζητούν να ολοκληρωθούν - και ενίοτε να ολοκληρώσουν - μέσα από το σεξ, αν και πίσω απ΄αυτή κρύβονται και πολλές άλλες αναζητήσεις.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όλα αυτά δίνονται με χιούμορ (πάρχουν μάλιστα και πολύ αστείες σκηνές), το οποίο όμως εναλάσσεται με τη συγκίνηση και την τρυφερότητα. Όντως το κωμικό και το σπαρακτικό στοιχείο καταφέρνουν να βρίσκονται σε ισορροπία. Απολαυστικά τα μουσικά και χορευτικά μέρη που διανθίζουν το φιλμ - η μουσική άλλωστε είναι σημαντικότατο στοιχείο του, όπως και στο Hedwig and the Angry Inch, την πρώτη ταινία του C. Mitchell.
Δείτε το μόνο αν δεν ενοχλείστε από τις σκηνές σκληρού πορνό που περιέχει (gay και μη). Αλλιώς, μάλλον δεν είναι η ταινία σας (είδα κύριο 35 με 40 να φεύγει έξαλλος στο διάλειμμα, ενώ η κοπέλα του πάσχιζε μισογελώντας να τον πείσει να μείνει λέγοντας: "Μα πώς κάνεις έτσι; Δεν έχεις δει ταινίες με τη Divine"; Τελικά ο κύριος έφυγε στα μισά και κείνη τον ακολούθησε με βαρειά καρδιά).
ΥΓ: Προσέξτε τα ζενερίκ στο τέλος. Πάμπολλα ονόματα της μουσικής κυρίως, αλλά και άλλων χώρων, εμφανίζονται στο φιλμ. Προσωπικά ελάχιστα κατάφερα να εντοπίσω. Ίσως να είναι ένας λόγος για να το δει κανείς σε DVD ψάχνοντας, ας πούμε, τον Moby και πολλούς άλλους.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΑΣ


Είναι από τις λίγες φορές που με απογοητεύει μια από τις ταινίες που σκηνοθετεί ο Clint Eastwood. "Οι σημαίες των προγόνων μας" ταλαντεύονται αναποφάσιστα ανάμεσα στον πατριωτισμό και την απομυθποποίηση των ηρώων, στον ηρωισμό και την αντιπολεμική ματιά. Με αφορμή την περίφημη φωτογραφία που δείχνει αμερικανούς στρατιώτες να καρφώνουν τη σημαία τους σε ένα ύψωμα που κατέλαβαν, αφηγείται την αληθινή ιστορία της φριχτής μάχης της Ιβοζίμα, μιας από πιο αιματηρές του Β' παγκόσμιου, αλλά και αυτήν των τριών από τους στρατιώτες της φωτογραφίας που επιβίωσαν μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Η ταινία έχει σίγουρα κάποια καλά στοιχεία. Η αντιπολεμική ματιά είναι σαφέστατη στις (ατέλειωτες) σκηνές μάχης, που δίνονται με τρόπο που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του σπλάτερ (αν και, θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς, έχουμε δει χιλιάδες τέτοιες πολεμικές - αντιπολεμικές σκηνές τα τελευταία 30τόσα χρόνια). Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός περί του τι σημαίνει (αν σημαίνει κάτι τελικά) η έννοια του ηρωισμού, καταλήγοντας, σωστά νομίζω, ότι οποιοσδήποτε κάτω από κατάλληλες συνθήκες μπορεί να γίνει ήρωας (ή κατά λάθος ήρωας) κι ας είναι ο κοινότερος των ανθρώπων. Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι είναι η κατάδειξη της αδίστακτης εκμετάλλευσης από το κράτος και τους κάθε λογής πολιτικούς και επιχειρηματίες των "ηρώων" (με ή χωρίς εισαγωγικά, αποφασείστε) όταν επιστρέφουν στις ΗΠΑ και η χρησιμοποίησή τους σαν ατραξιόν σε ένα είδος περιοδεύοντος τσίρκου με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, ενώ ο ένας απ' αυτούς, που τυχαίνει να είναι ινδιάνος, υφίσταται από πάνω και όλον το ρατσισμό της χώρας του.
Καλά όλα αυτά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η ταινία δεν "τσουλάει". Πολύ γρήγορα γίνεται βαρετή και επαναλαμβανόμενη, με αδικαιολόγητα μακρά διάρκεια. Ξανά τα φλας μπακ των μαχών, ξανά πίσω στο "τσίρκο", και πάλι στη μάχη... επί 132' ατέλειωτα λεπτά. Ο συνήθως στιβαρός Eastwood εδώ μοιάζει να πλατειάζει αδικαιολόγητα, λέγοντας και ξαναλέγοντας τα ίδια. Κουράστηκα. Αφείστε που, τελικά, παρά το αντιπολεμικό που λέγαμε, η στρατιωτική ανδρεία μοιάζει εξακολουθεί να αποτελεί ύψιστη αρετή...

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ MORGAN'S CREEK Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Nο4


Ο Preston Sturges (1898-1959) γύρισε το "The miracle at Morgan's Creek" το 1944. Η Αμερική βρίσκεται σε πόλεμο, η ηθική είναι συντηρητικότερη από ποτέ. Οι ταινίες μιλάνε για ηρωισμούς και πασχίζουν να εμψυχώσουν φαντάρους, αλλά και όσους έχουν μείνει πίσω, πείθοντάς τους για τον ηρωισμό και το άξιον της θυσίας των παιδιών τους. Μέσα σ' αυτό το φορτισμένο κλίμα ο σαρδόνιος Sturges γυρίζει μια κωμωδία (από τις καλύτερές του) που κυριολεκτικά γράφει στα παλιά της τα παπούτσια όλα τα παραπάνω.
Υπάρχουν κι εδώ φαντάροι που ετοιμάζονται να φύγουν για τον πόλεμο, υπάρχουν οικογένειες που μένουν πίσω και εύχονται να γυρίσουν ζωντανοί, όλα αυτά όμως χρησιμοποιούνται σαν απλά υλικά για μια τολμηρότατη για την εποχή κωμωδία, που σε κάνει να απορείς για το πώς ξέφυγε από τις δαγκάνες της λογοκρισίας του καιρού της.
Γιατί εδώ, πάνω απ' όλα, υπάρχει μια νόστιμη και πεταχτούλα ξανθειά που τη βρίσκει με όποιον φορά στολή, ο αυστηρός σερίφης πατέρας της, η παμπόνηρη και μπασμένη από μικρή στα κόλπα 16χρονη (!) αδελφή της και ο -σχεδόν- ηλίθιος του χωριού που είναι ερωτευμένος με τη μεγάλη και έχει τύψεις που, παρά τις προσπάθειές της δεν τον έστειλαν στο μέτωπο, στερώντας του την ευκαιρία να γίνει ήρωας και να αρέσει επιτέλους στις γυναίκες. Μέσα από σπινταριστούς διαλόγους και διάφορα ευτράπελα, η κοπέλα το σκάει από τον κέρβερο μπαμπά, πηγαίνει με 5-6 φαντάρους σε πάρτι με αλκοόλ και άλλα και σύντομα διαπιστώνει ότι έχει μείνει έγκυος, αποφασίζοντας μάλιστα να κρατήσει το παιδί παρά το άγνωστο της πατρότητας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά υπονοείται ότι μάλλον πηδήχτηκε και με τους 5-6 που λέγαμε. Από εκεί και πέρα οι ίντριγκες συνεχίζονται μέχρι την απροσδόκητη και εξαιρετικά αστεία και σουρεαλιστική κατάληξη.
Το έχουμε ξαναπεί. Ίσως σε μερικούς οι κωμωδίες του Sturges να φαίνονται ξεπερασμένες και παλιομοδίτικες. Όπως όμως ισχύει με όλα τα έργα τέχνης, είναι κανείς υποχρεωμένος να τα τοποθετήσει στο πλαίσιο της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκαν. Και τότε μένει έκπληκτος από την τόλμη και το "μπροστά" ταινιών σαν αυτή. Και, στο κάτω-κάτω, τα φιλμ αυτά παραμένουν, αν μη τι άλλο διασκεδαστικά. Κυρίως αυτό εδώ (ίσως το πιο τολμηρό του).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

VOLVER: Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΕ ΕΝΑ


Ο Pedro Almodovar είναι πάλι εδώ και μάλιστα με μια από τις καλύτερες ταινίες του. Αν και, θα μπορούσε να πει κανείς, αυτό δεν έχει και τόση σημασία: Όλες του οι ταινίες κάπου μοιάζουν ή, τέλος πάντων, είναι άμεσα αναγνωρίσιμες, όπως αυτές του Woody Allen, του Kaurismaki και άλλων από το είδος που αποκαλούμε "προσωπικούς δημιουργούς". Έτσι, είναι καλύτερα να μιλάμε για ένα σύνολο ταινιών που δημιουργούν ένα προσωπικό σύμπαν, μια οικεία σε όσους το παρακολουθούν "μυθολογία": Ιστορίες πολύπλοκες, στα όρια σχεδόν του απίθανου, ηθελημένη χρήση του κιτς, γυναικείοι χαρακτήρες που έχουν το "πάνω χέρι" και - πάνω απ' όλα - μια απίστευτη ικανότητα στην ανάμειξη του τραγικού με το γελοίο, του σπαρακτικού δράματος και της ξεκαρδιστικής - "χοντρής" ενίοτε - κωμωδίας, είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία του έργου του. Κι όλα αυτά δίχως το τελικό αποτέλεσμα να "κλωτσά". Αντίθετα εμφανίζεται πάντοτε ενιαίο, αρμονικό και ισορροπήμένο στα έκθαμβα μάτια μας κι όχι σαν ένα κολλάζ ετερόκλητων στοιχείων. Ίσως μερικοί θεωρούν τον Almodovar σκηνοθέτη "γυναικείων" ταινιών. Πιθανόν έχουν δίκιο, πλην όμως το αποτέλεσμα ξεπερνά κατά πολύ το χαρακτηριστικό αυτό, κάνοντας τα φιλμ του "κατάλληλα" για όλους.
Στο Volver όλα αυτά τα στοιχεία βρίσκονται στα καλύτερά τους. Πρόκειται για μια ταινία καθαρά γυναικών, που, μάλιστα, οι ηλικίες τους κυμαίνονται από 16 έως 80 χρόνων - εντάξει, εμφανίζεται και ένας άντρας για κανένα δεκάλεπτο... Οι χαρακτήρες τους είναι άψογα δομημένοι, ο ρυθμός δεν χαλαρώνει καθώς το σπαρακτικό δράμα μπλέκεται, όπως πάντα, με το εξωφρενικά αστείες καταστάσεις, οι αποκαλύψεις ακολουθούν η μια την άλλη φτάνοντας προς το τέλος σε κρεσέντο και κρατώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον μας, το φανταστικό πάει χέρι χέρι με τον ρεαλισμό, το μελό με τον χαβαλέ - δίχως όμως ποτέ να γίνεται αυτό που εύκολα θα αναγνωρίζαμε ως παρωδία. Οι γυναίκες δολοφονούν τους άντρες σε διάφορες εποχές της αφήγησης κι όμως, αυτό δίνεται τόσο ομαλά, φαίνεται τόσο νορμάλ και δικαιολογημένο στα μάτια μας... Και, το ξαναείπαμε, μέσα σ' όλα αυτά τα δράματα, τους φόνους και τις ψυχολογικές μελέτες, η ταινία παραμένει, πάνω απ' όλα, διασκεδαστικότατη.
Μετά από 25 και βάλε χρόνια στην πιάτσα ο Almodovar εξακολουθεί να κάνει πολύ καλές ταινίες - ίσως και να γίνεται μάλιστα όλο και καλύτερος. Και μόνο το γεγονός αυτό θα αρκούσε για να συστήσουμε ανεπιφύλακτα το Volver.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΠΑΙΔΙΑ


Το "Children of men" του Alfonso Cuaron αποτέλεσε για μένα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της μέχρι τώρα σεζόν. Δυστοπική επιστημονική φαντασία με πολλές σαφείς αναφορές στην τωρινή κατάσταση του κόσμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια αληθινά εφιαλτική ατμόσφαιρα παρακμής, σχεδόν μετακαταστροφική, και μάλιστα δίχως να έχει υπάρξει καταστροφή. Το απλό εύρημα που δημιουργεί όλο αυτό το ζοφερό κλίμα είναι ότι οι άνθρωποι, για άγνωστους λόγους, παύουν ξαφνικά να αναπαράγονται. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα βαδίζει μαθηματικά προς το τέλος της, έχει κανονική "ημερομηνία λήξης".
Το φοβερό αυτό γεγονός δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, απόλυτο χάος, αλλά και απελπισία. Οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται, διευκολύνονται μάλιστα από την κυβέρνηση, τα κράτη και σχεδόν κάθε μορφή οργάνωσης καταρρέουν. Ό,τι απομένει είναι ένα σχεδόν φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς στη Βρετανία και εκατομμύρια ανθρώπινα ερείπια, που αργοσέρνονται στα ερείπια των πόλεων. Οργανώσεις διεκδικούν απελπισμένα την (τελευταία) εξουσία, αχανή στρατόπεδα έγκλειστων προσφύγων λειτουργούν σαν νέες εξαθλιωμένες πόλεις και γενικότερα ό,τι έχει απομείνει μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη: Χάος. Η ταινία παρακολουθεί τις αντιδράσεις, συγκρούσεις και χορούς συμφερόντων όταν μια ακτίνα ελπίδας εμφανίζεται σ' όλο αυτό το χάος.
Το πολύ ενδιαφέρον, πέρα από την καθηλωτική ιστορία, είναι η εκπληκτική ατμόσφαιρα της ταινίας. Μια που μιλάμε για κοντινό σχετικά μέλλον, ο Cuaron στήνει ένα εξαιρετικά ρεαλιστικό περιβάλλον καταστροφής και παρακμής. Τα πάντα θυμίζουν οικείες - δυστυχώς - εικόνες που όλοι ξέρουμε καλά από τηλεόραση ή ντοκιμαντέρ και αφορούν πόλεις μετά από πόλεμο, φυσικές καταστροφές, πάμφτωχες τριτοκοσμικές καταστάσεις ή στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Παλαιστίνη, οι βομβαρδισμένες πόλεις του Β' παγκόσμιου, οι καθημερινοί εξαθλιωμένοι λαθρομετανάστες, βρίσκονται - αναγνωρίσιμα - εδώ. Η μουντή, γκρίζα φωτογραφία επιτείνει την απελπισία, αλλά και δημιουργεί μια δυνατή αίσθηση νοσταλγίας όταν φεύγει γαι λίγο από τις κατεστραμένες πόλεις για να περιπλανηθεί σε λίγα ανέγγιχτα καμμάτια υπαίθρου και σε απομεινάρια του παρελθόντος που ζουν εκεί (έναν γέρο πρώην χίπη για την ακρίβεια). Οι εικόνες της ταινίας είναι συχνά αποκαλυπτικές, γεμάτες ζοφερή ομορφιά. Κια η συγκίνηση, χωρίς κατά τη γνώμη μου να γίνεται μελό, δίνει επίσης το παρόν.
Προσωπικά τη θεωρώ μια από τις καλύτερες εκδοχές τέλους του κόσμου (ή σχεδόν) που έχουμε δει στο σινεμά.
ΥΓ: Ο μεξικανός Cuaron ανήκει στην κατηγορία των απρόβλεπτων σκηνοθετών, που αρέσκονται να διατρέχουν τα είδη. Από το "Και τη μαμά σου επίσης" έως την ταινία αυτή, περνώντας από τον τελευταίο Χάρυ Πότερ, έχει κάνει πολύ διαφορετικά, αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα πράγματα. Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

ΚΥΡΙΑ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΦΕΛΕΙΑ


Φαίνεται ότι ο Night Shyamalan κάνει εναλλάξ μια καλή ταινία και μια που δεν βλέπεται. Μετά το ατμοσφαιρικό "Village" ήρθε δυστυχώς η σειρά της κακής "Lady in the Water". Μιας άνευρης απόπειρας δημιουργίας παραμυθιού και μαγείας στον σύγχρονο κόσμο, με μεσιανικά μηνύματα, μελό κορώνες και τόννους αφέλειας, που την κάνουν τόσο κακή όσο και ο απίστευτος "Οιωνός", μερικά χρόνια πριν. Το στόρι είναι από την αρχή γλυκερό, καθώς η Νύμφη θέλει να φέρει "μήνυμα αγάπης και ειρήνης" στην ανθρωπότητα και να βρει κάτι σαν "αυτόν που θα προετοιμάσει με τη διδασκαλία του την έλευση του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο", ο οποίος μάλιστα, σα να μην έφταναν όλα, θα είναι ένας μελλοντικός αμερικανός πρόεδρος (!!!) Είπατε τίποτα;
Δεν θέλω να αναλύσω όλα τα σημεία που αυξάνουν την αφέλεια του φιλμ, γιατί είναι τόσο πολλά, που δικαίως θα θεωρηθεί ότι προδίδουν όλο το στόρι (πράγμα που ίσως έκανα ήδη ως ένα βαθμό και συγχωρείστε με γι' αυτό). Αλλά όλη αυτή η μεταφυσική πίστη για τις κρυμμένες σπουδαίες ιδιότητες σχεδόν του κάθε τυχαίου ανθρώπου, που δεν μένει παρά να αποκαλυφθεί κάποια στιγμή και να αναδειχτεί το μεγαλείο του, η παντελής έλλειψη ερωτισμού ανάμεσα στον καλό Πολ Τζαμάτι (που εδώ χαραμίζεται) και την Νύμφη των Νερών, το γενικό υποτονικό και ξενέρωτο κλίμα, συντελούν στην όλη αποτυχία. Και ο ίδιος ο Shyamalan στο ρόλο του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο τι σας λέει;
Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ιδιαίτερα καλά λόγια ούτε για τη σκηνοθεσία, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες στιγμές τρόμου (ή επικείμενου τρόμου) με το Θηρίο που καραδοκεί. Κατά τα άλλα η ταινία κυλά, όπως είπα στην αρχή, άνευρα και χωρίς ουσιαστικό σασπένς. Κρίμα...
Το μόνο καλό είναι ότι, αν ο εν λόγω σκηνοθέτης (είμαι φαν τόσο της "'Εκτης Αίσθησης" όσο και του "Σκοτεινού Χωριού" του) συνεχίσει την παράδοση που ο ίδιος δημιούργησε, η επόμενη ταινία του θα είναι από τις πολύ καλές!

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

THE LADY EVE Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 3


To 1941, από τις πλύ παραγωγικές του χρονιές, ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Lady Eve. H Barbara Stanwyck, μέρος ενός τρίο απατεώνων, "τυλίγει" τον Henry Fonda, πλούσιο και διάσημο... ερπετολόγο άρτι αφιχθέντα εξ Αμαζονίου και παντελώς άσχετου και γκαφατζή σε ό,τι αφορά γυναίκες, σαβουάρ βιβρ και "πολιτισμένη" κοινωνία εν γένει. Οι παρεξηγήσεις, οι γκάφες, οι έξυπνες ατάκες και τα γκαγκς πέφτουν κι εδώ βροχή, κυρίως όταν αυτή παρουσιάζεται ως δήθεν λαίδη, πείθοντάς τον ότι δεν πρόκειται για κείνη που γνώρισε και ερωτεύθηκε αρχικά πάνω σε ένα πλοίο (όπου διαδραματίζεται το πρώτο μέρος της ταινίας), αλλά για άλλο πρόσωπο που απλώς της μοιάζει.
Εκτός από μια πετυχημένη κωμωδία, το Lady Eve είναι και αρκετά φεμινιστικό - και ως εκ τούτου πριν την εποχή του - αφού για μια ακόμα φορά η γυναίκα είναι αυτή που κινεί τα νήματα της ιστορίας και αποφασίζει μια ιδιότυπη εκδίκηση, ενώ ο άντρας, όπως συχνά στις ταινίες του Sturges, είναι από απλώς άβουλος έως σχετικά χαζός. Δείτε την, αν πέσει στα χέρια σας και δεν είστε αλλεργικοί στις παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες, και θυμηθείτε ότι ο Sturges υπήρξε, πριν από οτιδήποτε άλλο, ένας εξαιρετικός και πανέξυπνος σεναριογράφος.

Η ΜΟΔΑ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ


"Ο Διάβολος φορά Πράδα" του David Frankel, ως ταινία που κινείται στους χώρους της υψηλής μόδας, ακούγεται κατ΄αρχάς ως ξενέρωτη και αδιάφορη. Πλην όμως, αν αποφασίσετε να πάτε παρά το ότι δεν είστε γυναίκα που όλη της η ζωή περιστρέφεται γύρω από το τι θα φορεθεί τον επόμενο χειμώνα, νομίζω ότι θα το βρείτε αρκετά συμπαθητικό και διασκεδαστικό.
Όχι, μην περιμένετε ότι η κριτική του είναι φοβερά βαθειά και "βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο". Ωστόσο η απόλυτη κενότητα και ηλιθιότητα αυτού που ονομάζεται "υψηλή μόδα" και όλου του άχρηστου κυκλώματος που κινείται γύρω απ' αυτήν (μόδιστροι, μοντέλα, περιοδικά, κριτικοί κλπ.) καταδεικνύεται απόλυτα. Θα μου πείτε: Μα καλά, περιμέναμε από μια ταινία να μας αποδείξει την γελοιότητα όλων αυτών - καθώς και των κάθε λογής fashion victims που την περιβάλλουν; Όχι βέβαια, όλα αυτά είναι προφανή γα κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Ωστόσο, όπως είπα στην αρχή, το θετικό είναι ότι δείχνονται με αρκετά έξυπνο, ευχάριστο και αστείο τρόπο, ώστε να μην πλήξουν (απόλυτα τουλάχιστον) ακόμα και παντελώς άσχετοι με το όλο πράγμα, όπως εγώ. Και επί πλέον, αν ξεχάσουμε το θέμα μόδα, το βαθύτερο νόημα του φιλμ είναι η αλλοτρίωση που προκαλεί ο σύγχρονος, αγχωτικός τρόπος δουλειάς, το αδιάκοπο κυνήγι της επιτυχίας, ο τρόμος της απόλυσης και της αποτυχίας. Ώσπου, κάποια στιγμή, "ξυπνάς", όπως η ηρωίδα, και αντιλαμβάνεσαι ότι πλέον δεν έχεις προσωπική ζωή, ότι οι φίλοι σου δεν είναι αυτοί που ήταν, ότι οι σχέσεις σου με τους ανθρώπους έχουν υποταχθεί απόλυτα στις προτεραιότητες της δουλειάς.
Η κριτική σε όλα αυτά μπορεί να πει κανείς, βέβαια, ότι είναι σχετικά άτολμη. Ακόμα και η σκύλα / δικτάτορας εργοδότης, φαίνεται να έχει, κάπου στο βάθος, ένα κρυμμένο "ανθρώπινο πρόσωπο" (στοιχειώδες, μη φανταστείτε τίποτα φοβερό) και να γίνεται ακόμα και κάπως (κάπως, τονίζω) συμπαθητική. Οπότε, μπορούν να διαμαρτυρηθούν οι σκληροπυρηνικοί πολέμιοι, οι δημιουργοί έχουν βάλει νερό στο κρασί τους. Θα συμφωνήσω. Αλλά το όλο αποτέλεσμα δεν παύει να παρακολουθείται ευχάριστα. Και υπάρχει και η φοβερή και τρομερή Μέριλ Στριπ στο ρόλο της απόλυτης "σκύλας" που λέγαμε, που δίνει αληθινό ρεσιτάλ. Ακόμα και γι΄αυτό μόνο, η κατ' αρχάς ξενέρωτη αυτή ταινιούλα, κάτι αξίζει.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

UNFAITHFULLY YOURS Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Νο 2


Το 1948 ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Unfaithfully yours, μια ακόμα ξεκαρδιστική κωμωδία. Εδώ η έκπληξη έρχεται κάπου στα μέσα του φιλμ. Ο Rex Harrisson, διάσημος διευθυντής ορχήστρας, αρχίζει σιγά σιγά να υποπτεύεται ότι η όμορφη και πολύ νεότερη γυναίκα του τον απατά. Κι ενώ συμβαίνουν διάφορα χαριτωμένα, ξαφνικά η ταινία μετατρέπεται σε κάτι σαν Χιτσκοκικό θρίλερ, καθώς παρακολουθούμε το σατανικό του σχέδιο να τη στραγγαλίσει, ενοχοποιώντας μάλιστα τον πιθανό εραστή. Στη συνέχεια όλα αλλάζουν και πάλι, καθώς ακολουθεί μια από τις πιο αστείες σκηνές που έχω δει: Το τέλειο πραγματικά σχέδιό του τίθεται σε εφαρμογή και τότε, στην πράξη πλέον, τίποτα απολύτως δεν πάει όπως με τόση εφευρετικότητα το είχε σχεδιάσει...
Εδώ ο Sturges δεν είναι ακριβώς μπροστά από την εποχή του, όπως σε άλλες του ταινίες, πλην όμως κάνει μια εξαιρετική παρωδία αστυνομικού φιλμ. Δεν ξέρω αν το 1948 υπήρχαν ήδη παρωδίες δημοφιλέστατων και επιτυχημένων κινηματογραφικών ειδών. Αν όχι, τότε η πρωτοπορία του έγγειται σ' αυτό ακριβώς το γεγονός. Είναι επίσης πιθανό να μπορούμε να θεωρήσουμε την ταινία ως ένα είδος ενδοκινηματογραφικού σχόλιου, αφού δείχνει ότι πολλά απ' όσα βλέπουμε στο σινεμά - και τα θεωρούμε πανέξυπνα - δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, η οποία κατορθώνει πάντοτε, με τις μικρές, βρώμικες και ανεξέλεγκτες λεπτομέρειές της, να ανατρέπει και να προσγειώνει κάθε ιδιοφυή - πλην όμως εξωπραγματική - σεναριακή έμπνευση. Όπως και να΄ χει πάντως, η ταινία παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Αυτο νομίζω είναι που μετρά για να πετύχει μια κωμωδία.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

ΒΛΑΣΦΗΜΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΑ ΑΣΤΕΙΟ SILENTIUM


Το Silentium του αυστριακού Wolfgang Murnberger δεν είναι ακριβώς μια καλή ταινία. Μερικοί από τους χαρακτήρες είναι ξεκάρφωτοι, η υπόθεση αδικαιολόγητα μπερδεμένη, η διάρκεια θα μπορούσε να είναι μικρότερη. Ωστόσο, διαθέτει και πολλές αρετές, που την κάνουν ενδιαφέρουσα.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό θρίλερ μυστηρίου, ενίοτε ατμοσφαιρικό, όπου φόνοι(ορισμένοι ανατριχιαστικοί), μοναστήρια και διεστραμένοι παπάδες, φεστιβάλ κλασικής μουσικής με εξίσου διεστραμένους αρχιτραγουδιστές και αυστριακές μεσαιωνικές πόλεις μπλέκονται αξεδιάλυτα, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή μας. Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο - και παραδόξως διέφυγε εντελώς από μερικές κριτικές που διάβασα - είναι το σαρδόνιο, ύπουλο χιούμορ του και η εξαιρετικά βλάσφημη διάθεσή του. Δεν είναι μόνο οι διεστραμένοι και διεφθαρμένοι ιερωμένοι που προαναφέραμε και τα βρώμικα μυστικά που κρύβονται πίσω από τους τοίχους σύγχρονων μοναστηριών. Είναι κυρίως οι επί μέρους εικόνες και σκηνές που, αν τις προσέξει κανείς, θα πειστεί ότι σίγουρα θα εξόργιζαν τα διάφορα Χριστοδουλοειδή, που θα απαιτούσαν για μια ακόμα φορά να οδηγηθεί ο σκηνοθέτης στην πυρά: Ένας βαρύς σταυρός που πέφτει κατά λάθος στο κεφάλι του αλκοολικού, χασικλή και σχεδόν κλοσάρ ήρωα - ντετέκτιβ, ένας ξύλινος Χριστός που αποκαθηλώνεται από τον σταυρό με... Black & Decker για να επιδιορθωθεί, ένα σοβαρότατο και εξαιρετικά σημαντικό υπαρκτό φεστιβάλ κλασικής μουσικής (αυτό του Σάλτσμπουργκ) που γίνεται μπάχαλο και άλλες λεπτομέρειες που απαιτούν τη συνεχή προσοχή του θεατή για να γίνουν αντιληπτές, θα τον πείσουν για τη χλευαστική διάθεση της ταινίας - τουλάχιστον ως προς την οργανωμένη θρησκεία -, αλλά και για το συγκαλυμένο, ύπουλο χιούμορ της, που κρύβεται κάτω από τη βλοσηρή ατμόσφαιρα. Όσο για τον μάλλον γελοίο λόγο που, όπως τελικά αποδεικνύεται, γίνονται όλοι αυτοί οι φριχτοί φόνοι, μόνο ως μέρος του καλά κρυμένου χιούμορ του σκηνοθέτη θα μπορούσα να το δεχτώ. Αλλιώς, πρόκειται για άλλο ένα τρωτό σημείο του φιλμ.
Όχι, δεν τη βρήκα πολύ σπουδαία ταινία. Ωστόσο δεν θάπρεπε να περάσει απαρατήρητη. Αξίζει σίγουρα μιας ευκαιρίας.

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

PALM BEACH STORY Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 1


Ήξερα το όνομα του Preston Sturges (1898-1959) ως ενός ακόμα παλιού αμερικάνου σκηνοθέτη, δεν είχα δει όμως ποτέ ταινίες του. Το αφιέρωμα σ' αυτόν από τις Νύχτες Πρεμιέρας με μετέτρεψε σε φαν ενός αθυρόστομου, τολμηρού και μπροστά από την εποχή του δημιουργού, που γύρισε καμιά δεκαριά μόνο ταινίες, όλες - εκτός από 2 - στη δεκαετία του 40. (Οι χαρακτηρισμοί που του απέδωσα αφορούν τα σενάριά του, γιατί σκηνοθετικά είναι ένας απλά καλός τεχνίτης, όπως τόσοι άλλοι ομότεχνοί του).
Το "Palm Beach Story" γυρίστηκε το 1942. Τι εννοώ μπροστά από την εποχή του; Μα πού αλλού έχετε δει μια κωμωδία όπου η σύζυγος, μετά μερικά χρόνια έρωτα και γάμου, ανακοινώνει στον εμβρόντητο αγαπημένο της (που τυγχάνει και εφευρέτης) ότι βαρέθηκε να ζει φτωχικά και θέλει να τον χωρίσει για να βρει και να παντρευτεί κάποιον εκατομμυριούχο; Και πραγματοποιεί τα όσα λέει, αφού το σκάει με το έτσι θέλω, και στο κυριλέ Palm Beach βρίσκει όντως τον εκατομμυριούχο της. Ο σύζυγος βέβαια την κυνηγά και παρουσιάζεται ως αδελφός της, για να ακολουθήσουν πλήθος ευτράπελα, παρεξηγήσεις και ερωτικά μπερδέματα που, εκτός των άλλων, δείχνουν να έχουν επηρεάσει αρκετά και τις γνωστές κωμωδίες παρεξηγήσεων του ελληνικού σινεμά της Φίνος Φιλμ - δίχως το τολμηρό όμως πνεύμα του Sturges.
Η γυναίκα, όπως εδώ η Claudette Colbert, μοιάζει να έχει το πάνω χέρι σε αρκετές ταινίες του Sturges, πράγμα επίσης πρωτόγνωρο για την εποχή. Οι ατάκες είναι πανέξυπνες και καταιγιστικές (αν δεν ξέρεις καλά αγγλικά χάνεις δυστυχώς μεγάλο μέρος της γοητείας τους) και γενικά είναι σίγουρο ότι ο θεατής θα διασκεδάσει ακόμα και 60τόσα χρόνια μετά.
Ήταν η πρώτη ταινία του που είδα, που μου αποκάλυψε, κυρίως, έναν εξαιρετικό σεναριογράφο, που δεν διστάζει μπροστά σε συμβάσεις που ισχύουν λίγο πολύ ακόμα και σήμερα. Ακολούθησαν άλλες 4, που επιβεβαίωσαν την καλή μου γνώμη για τον σχεδόν άγνωστο μέχρι πρότινος στην Ελλάδα (κυρίως στο νεότερο κοινό) δημιουργό.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

ΤΡΑΓΙΚΕΣ, ΜΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΕΣ, ΜΕΡΕΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ


Οι "Μέρες της εγκατάλειψης" (I giorni dell' abandono) (2005) του ιταλού Roberto Faenza είναι μια αρκετά συμπαθητική ταινία, παρά το σχετικά κοινότοπο θέμα της: Μια γυναίκα εγκαταλείπεται ξαφνικά από τον σύζυγό της μετά 10 χρόνια γάμου και μένει μόνη με τα δύο παιδιά της. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τη σταδιακή της κατάρρευση και, στο τέλος, την αργή επανάκαμψη και επανένταξή της στους "ζωντανούς".
Δύο είναι τα βασικά ατού της ταινίας: Αφ' ενός η εκπληκτική ερμηνεία της Margherita Buy (που έπαιζε και στο Il Caimano του Morretti) και αφ΄ετέρου η πολύ δυνατή καταγραφή του φοβερού κατήφορου, της παραίτησης από τη ζωή που ακολουθεί τον απρόσμενο χωρισμό. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια γυναίκα της οποίας ολόκληρη η ζωή περιστρέφεται γύρω από την οικογένειά της και όταν ο σύζυγος φεύγει, τα πάντα καταρρέουν. Η κατάρρευση αυτή δείχνεται όχι συμβατικά, αλλά με παραισθητικό σχεδόν τρόπο, που αγγίζει ενίοτε τα όρια του θρίλερ, καθώς η μόνη πλέον γυναίκα βαδίζει ολοταχώς προς την τρέλλα. Υπάρχουν σκηνές που η όλη κατάσταση γίνεται εφιαλτική, σε βαθμό που να θυμίζει την "Αποστροφή" του Πολάνσκι, με το παρατημένο σπίτι, τον ετοιμοθάνατο σκύλο και τα σχεδόν ξεχασμένα παιδιά (ποτέ δεν φτάνει σε τέτοιο σημείο παράνοιας, αλλά είπαμε, θυμίζει κάπως, καθώς η ηρωίδα βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος της).
Τελικά πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία, αφού η σταδιακή επανένταξη στην κοινωνία και το ξεπέρασμα του τραύματος καταφέρνουν να αφήσουν μια γλυκειά γεύση. Έκπληξη η εμφάνιση του Goran Bregovic σε πρωταγωνιστικό ρόλο (ο οποίος, φυσικά, έχει γράψει και τη μουσική της ταινίας).

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

KING KONG ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Υπάρχουν δύο τρόποι για να βλέπεις σινεμά: Είτε με οπτική καρφωμένη αποκλειστικά στο σήμερα είτε με μια πιο σφαιρική, "ιστορική" αν θέλετε ματιά. Στη δεύτερη περίπτωση, μια ταινία δεν κρίνεται μόνο από ό,τι βλέπουμε τώρα, αλλά και σαν συνάρτηση του χώρου και χρόνου που γυρίστηκε (εννοείται ότι αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες).
Βλέποντας σήμερα (στο Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας) τον αυθεντικό King Kong των Merian C.Cooper και Ernest B. Schoedsack, γυρισμένο το 1933, σε πρώτη φάση δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις σε αρκετά σημεία. Κυρίως βέβαια με τα πρωτόγονα ειδικά εφφέ, καθώς ο φοβερός γορίλας - και τα υπόλοιπα τέρατα - φαντάζουν στα κορεσμένα μάτια μας ψεύτικα και πλαστικά. Σίγουρα δεν τρομάζουμε πλέον απ' αυτά. Επίσης, η ηθοποιία είναι συχνά υπερβολική, η φυλή των μαύρων εντελώς άβουλη. Και τότε σκεφτόμαστε αυτό το "1933" και τα 70τόσα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, και η εικόνα δεν μπορεί παρά να αλλάξει άρδην.
Ήταν όντως τεράστιο σοκ για τους θεατές της εποχής όλη αυτή η εναλλαγή μικρών και μεγάλων μεγεθών, τα τρομακτικά τέρατα (με επί κεφαλής τον τερατώδη πίθηκο), τα διάσημα ουρλιαχτά της Fay Ray. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Αυτό που και σήμερα αντέχει στον King Kong είναι η εντυπωσιακή παραβολή που κουβαλά η ιστορία: Όχι μόνο η επανανάγνωση του μύθου της Πεντάμορφης και του Τέρατος, αλλά κυρίως η παραβολή που αφορά τη σχέση φύσης - πολιτισμού. Ο τελευταίος εισβάλλει στο παρθένο νησί και ανατρέπει εντελώς την ισορροπία, προκαλώντας έτσι καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως, καταλύει και μια μακροχρόνια βασιλεία τρόμου και τακτικών θυσιών. Στη σνέχεια η φύση αιχμαλωτίζεται, μεταφέρεται βίαια στην Νέα Υόρκη (στον πολιτισμό), όπου, αλυσσοδεμένη, μετατρέπεται σε τουριστικό αξιοθέατο. Κι όταν φτάνει το αναπόφευκτο ξέσπασμά της (αντίδραση δηλαδή στον "βιασμό" της) και ο πολιτισμός κινδυνεύει, δεν μένει παρά μία μόνο λύση: Η δολοφονία της. Σας θυμίζουν όλα αυτά όσα συμβαίνουν σήμερα σε σχέση με το περιβάλλον, την εκμετάλλευσή του, το αμφίβολο μέλλον του; Και μάλιστα, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως του κινδύνου παγκόσμιας καταστροφής που δημιούργησε η ανεξέλεγκτη λεηλασία της φύσης, ο πολιτισμός παραμένει από τη φύση του απελευθερωτικός, καθώς ανακουφίζει τον ανθρώπινο μόχθο και απελευθερώνει από τους αρχέγονους, άλογους τρόμους και προκαταλήψεις.
Συμπερασματικά, παρά τα επί μέρους ξεπερασμένα στοιχεία του, ο αυθεντικός King Kong παραμένει μια μεγάλη ταινία, σταθμός στην ιστορία του φανταστικού σινεμά. Δείτε το, αν ποτέ πέσει στα χέρια σας.
Και κάτι τελευταίο: Ο "αρχαίος" King Kong είναι σχετικά πιο σπλάτερ από τις δύο μεταγενέστερες εκδοχές του (η πρόσφατη του Jackson μου άρεσε, καθώς έμεινε πιστό στην αυθεντική εκδοχή). Ο φοβερός πίθηκος τρώει επανειλημμένα ανθρώπους, οι οποίοι σπαρταράνε καθώς τους μασάει, ενώ λειώνει άλλους πατώντας τους, σκηνές που δεν τόλμησαν να δείξουν στα ριμέικ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006

ΚΟΛΛΕΓΙΑΚΟ ΝΟΥΑΡ


Το Brick του πρωτοεμφανιζόμενου Rian Johnson (που παίζεται με τον τίτλο "Έγκλημα στο Κολλέγιο") διαθέτει μια αναμφισβήτητη πρωτοτυπία: Ο σκηνοθέτης μετέφερε ένα κανονικότατο νουάρ, σκοτεινό, με δολοφονίες, ίντριγγες, μοιραίες γυναίκες, ναρκωτικά, κλασσικό μοναχικό ντετέκτιβ, έξυπνες ατάκες κλπ. στη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα μέσα σ' ένα αμερικάνικο κολλέγιο. Οι ήρωες είναι όλοι μαθητές (άντε μερικοί να αγγίζουν τα 25). Κλείνει το μάτι μάλιστα στο θεατή - συνεχίζοντας τις νουάρ αναφορές - με επι μέρους "λεπτομέρειες" του είδους, όπως π.χ. το ότι ο ήρωας "ντετέκτιβ" - μαθητής φορά ακριβώς τα ίδια ρούχα σ' όλη την ταινία. Μόνο που αντί τις παραδοσιακής καπαρντίνας, εδώ έχουμε ένα αιώνιο τζάκετ και τζιν.
Από εκεί και πέρα, η ιστορία είναι αρκετά μπερδεμένη - ίσως μάλιστα να αφήσει σε αρκετούς κάποια κενά -, οι ανατροπές πολλές, οι εκπλήξεις αρκετές. Το παρακολούθησα με ενδιαφέρον, το θεωρώ όμως μάλλον υπερεκτιμημένο (βραβείο Σάντανς κλπ.) - παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο του νέου σκηνοθέτη. Το συνιστώ πάντως σαν μια φρέσκια και πρωτότυπη πρόταση.
Και μια παρατήρηση: Από όλη αυτή τη σκοτεινή και μπερδεμένη ιστορία, λείπει εντελώς, μα εντελώς, ο κοινωνικός περίγυρος. Είναι σαν να είναι το κολλέγιο απομονωμένο από τον κόσμο, κατοικημένο μόνο από τους μαθητές του, οι οποίοι κάνουν ό,τι θέλουν (συνωμοτούν, κυνηγιούνται, παίζουν ξύλο και ό,τι άλλο) χωρίς ποτέ κανείς να τους παίρνει χαμπάρι ή να τους ενοχλεί. Είναι κάτι παραπάνω από σαφής η σχεδόν παντελής απουσία καθηγητών (μια σύντομη εμφάνιση μόνο), γονιών, αστυνομικών, άλλων κάτοικων της πόλης (αλήθεια, υπάρχει πόλη εκεί κοντά;) κλπ. Δεν το θεωρώ υποχρεωτικά μειονέκτημα. Μάλλον πρόκειται για ηθελημένη σύμβαση του σκηνοθέτη, που συνειδητά απογύμνωσε την ίντριγγά του από κάθε "εξωτερική παρέμβαση", πετυχαίνοντας (;) έτσι ένα ελάχιστα ρεαλιστικό αποτέλεσμα. Αν αποδεχτείς αυτή τη σύμβαση πάντως, λειτουργεί μια χαρά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Ο Φιλανδός Aki Kaurismaki είναι ένας σκηνοθέτης τόσο στυλάτος και αναγνωρίσιμος, που ή σου αρέσει πολύ ή καθόλου. Προσωπικά συγκαταλέγομαι στην πρώτη κατηγορία, και ως εκ τούτου χάρηκα που είδα μια ταινία του, τα "Φώτα στο σούρουπο" (Lights in the dusk), μετά από 4 χρόνια απουσίας. Προσοχή όμως: Οι περισσότεροι ξέρουν τον Kaurismaki από τις ιδιόρυθμα χιουμοριστικές του ταινίες. Πλην όμως, αυτός κατά καιρούς κάνει και δράματα, ενίοτε μάλιστα σπαραχτικά (το παγωμένο, νεκρό σχεδόν, φιλανδικό αστικό ή μη τοπίο συμβάλλει πολύ σ΄αυτό). Εδώ λοιπόν πρόκειται για δράμα, όχι ωστόσο τόσο σπαραχτικό όπως, ας πούμε, το "Κορίτσι με τα Σπίρτα". Εδώ το υπόγειο, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ του σκηνοθέτη υπάρχει σε μετρημένες δόσεις, για κωμωδία όμως δεν πρόκειται με τίποτα.
Η ιστορία του μοναχικού, κακομοίρη looser με τα αδύνατο να πραγματοποιηθούν όνειρα, που θαμπώνεται από τη μοιραία, όμορφη γυναίκα, η οποία όμως απλά τον χρησιμοποιεί για τους πονηρούς σκοπούς μιας συμμορίας, συγκινεί και έχει κάτι από νουάρ ατμόσφαιρα - ειδωμένη όμως μέσα από το ισχυρό προσωπικό φίλτρο του σκηνοθέτη, που "Καουρισμακοποιεί" το νουάρ και οποιοδήποτε άλλο είδος με το οποίο κατά καιρούς καταπιάνεται.
Άκαμπτο παίξιμο, σχεδόν μονολεκτικοί διάλογοι, άδεια αστικά τοπία, αμήχανες σιωπές ή κινήσεις, όλα τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τόσο οικείο στους φίλους κόσμο του βρίσκονται εδώ. Πάντως, παρά το ότι την είδα όπως πάντα με ενδιαφέρον και, τελικά, μου άρεσε, δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές του ταινίες. Ωστόσο οι φανς πρέπει να τη δουν - γνωρίζοντας, επαναλαμβάνω, ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κωμωδία.
Συνίσταται λοιπόν, αλλά μόνο για φίλους. Αυτούς που πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με τό έργο του, ενδέχεται να τους ξενίσει η ιδιόρυθμη γραφή του.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ


Το "War Game" του Peter Watkins είναι μια περίεργη, ασπρόμαυρη ταινία που γυρίστηκε το 1965. Ανήκει σ' αυτά που θα ονομάζαμε "φανταστικά ντοκιμαντέρ", φιλμ δηλαδή που ενώ κρατούν τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, αναφέρονται σε μη πραγματικά θέματα.
Το συγκεκριμένο καταγράφει με εντελώς ντοκιμαντερίστικο λόγο τα όσα εφιαλτικά θα συνέβαιναν στη Βρετανία αν ξεσπούσε πυρηνικός πόλεμος με την (τότε υπερδύναμη) Ρωσία. Η διάρκειά της είναι μόλις 46΄, τα οποία όμως είναι ικανά να σας κάνουν να ξεχάσετε τις διάφορες "Επόμενες μέρες" και ό,τι άλλο έχετε δει για το θέμα.
Αυτό που κατ' αρχάς συγκλονίζει στην ταινία, είναι ο ωμός ρεαλισμός της. Είναι σαν να βλέπεις διαρκώς σκηνές αρχείου, όπως αυτές που βλέπουμε στα ντοκιμαντέρ για τον Β' Παγκ. πόλεμο ας πούμε. Οι σκηνές διακόπτονται από χάρτες, αριθμούς, στοιχεία (ποιοί είναι οι πιθανοί στόχοι, πόσοι νεκροί σε κάθε περίπτωση, ποιες πόλεις θα χτυπηθούν πρώτα, τι θα γίνει μετά το "πρώτο κύμα" βομβών κλπ.) Οι λεπτομέρειες είναι ανατριχιαστικές, καθώς προχωράμε σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με τον πυρηνικό εφιάλτη (τι θα γίνουν τα χιλιάδες πτώματα όταν "ηρεμήσει" κάπως η κατάσταση, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στη γεωργία, τι θα συμβεί με την πρωτοφανή πείνα που θα ακολουθήσει αφού κάθε παραγωγή έχει σταματήσει και τα περισσότερα από τα υπάρχοντα τρόφιμα είναι μολυσμένα κλπ. κλπ.) και, καθώς το μπαράζ των πληροφοριών για τις επόμενες μέρες - και χρόνια - συνεχίζεται ανελέητο, ο θεατής παρακολουθεί παγωμένος την απόλυτα αληθοφανή αυτή καταγραφή του "μετά".
Στο φιλμ εμφανίζονται διάφοροι χαρακτήρες σε διαφορετικές φάσεις του ολέθρου, δεν πρόκειται όμως, ξαναλέω, για ταινία fiction, αλλά για ένα κανονικό ντοκιμαντέρ, με την έρευνα και την συγκέντρωση των στοιχείων που απαιτεί το είδος, πλην όμως για ένα ντοκιμαντέρ για κάτι που δεν συνέβει ποτέ - και ελπίζουμε να μη συμβεί.
Γυρισμένο φυσικά στην εποχή του ψυχρού πολέμου, όταν ο πυρηνικός όλεθρος ήταν ο υπ΄αριθμόν ένα φόβος όλων, με τους εξοπλισμούς να καλπάζουν εκατέρωθεν, καταφέρνει ωστόσο να πει την "τελευταία λέξη" πάνω στο θέμα αυτό, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία σε κανέναν για το πού πρέπει να βάλουν όλα αυτά τα όπλα που παράγουν όλοι αυτοί... Το θεωρώ το συγκλονιστικότερο φιλμ που γυρίστηκε ποτέ πάνω στο τόσο καυτό αυτό θέμα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

ΤΡΙΠΑΡΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ "SKANNER DARKLY"


Το "A Skanner Darkly" του πάντοτε ενδιαφέροντος και απρόβλεπτου Richard Linklater, βασίζεται στο ομώνυμο έργο του μεγάλου Philip Dick και μένει πιστό στο πνεύμα του, που για μια ακόμα φορά αφορά την διερεύνηση των ορίων (πάντοτε δυσδιάκριτων στον Dick) ανάμεσα στη φαντασία και την αλήθεια(;), το όνειρο και την πραγματικότητα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ εθιστικό ναρκωτικό του μέλλοντος, που καταργεί τα όρια όσων αναφεραμε παραπάνω - ίσως μάλιστα και να υλοποιεί τα όνειρα. Ένας ντετέκτιβ ψάχνει να βρει τις πηγές και τους μεγαλοπρομηθευτές του ναρκωτικού - στο οποίο και ο ίδιος είναι εθισμένος - καταλήγοντας να παρακολουθεί τον εαυτό του.
Η ταινία είναι γυρισμένη με την ίδια τεχνική που χρησιμοποίησε ο Linklater πριν μερικά χρόνια στο Waking life, ένα περίεργο δηλαδή "φιλτράρισμα" της εικόνας, που την μετατρέπει σε ένα είδος κινούμενου σχέδιου και της προσδίδει μια "ψυχεδελική" χροιά, η οποία, αν και για κάποιους γίνεται κουραστική, εδώ είναι ταιριαστή με το όλο κλίμα του έργου.
Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα, βλέπεται όμως με ενδιαφέρον - και περιέργεια, αν δεν γνωρίζετε το εφφέ της μετατροπής σε κινούμενο σχέδιο. Όσο για το αρκετά ασαφές σενάριο... ε... στον κόσμο του Dick βρισκόμαστε...
ΥΓ: Για μένα όλα τα λεφτά - και το χιουμοριστικό μέρος μιας σκοτεινής κατά τα άλλα ταινίας - είναι οι απίστευτοι, παρανοϊκοί διάλογοι (και πράξεις) ανάμεσα στους μαστουρωμένους ήρωες, οι οποίοι αποτελούν μια από τις πιο παράξενες παρέες που καταγράφηκαν ποτέ σε φιλμ (Κιάνου Ριβς, Γούντι Χάρελσον, Ρόμπερτ Ντάουνι Jr. Ο τελευταίος ιδιαίτερα δίνει ένα παροξυσμικό ρεσιτάλ παράνοιας). Όσο για τον απρόβλεπτο, όπως είπα, Linklater, είμαι από τώρα περίεργος για το τι θα σκαρώσει στην επόμενη ταινία του...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ 10 ΚΑΝΟ


Τα "10 κανό" του ολλανδού Rolf de Heer, γυρισμένο στην Αυστραλία και με ηθοποιούς αποκλειστικά aboriginals (ερασιτέχνες οι περισσότεροι), είναι πρώτα απ' όλα μια ταινία εθνογραφικού ενδιαφέροντος. Κρατώντας αυτούσιο τον τρόπο αφήγησης των ιστοριών του λαού αυτού, μας μεταφέρει στο μακρινό παρελθόν, πριν ακόμα πατήσουν εκεί οι λευκοί, και μας μιλά για τον εντελώς ξένο σε μας τρόπο ζωής τους, τις συνήθειες τους, τις συγκρούσεις, τους μύθους και τη θρησκεία τους, τον έρωτα και τον θάνατο. Η πλοκή είναι απλή και περνά συνειδητά σε δεύτερη μοίρα, αφού, όπως είπαμε, πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αναπαράσταση ενός οριστικά χαμένου πλέον τρόπου ζωής (οι αυτόχθονες aboriginals εξολοθρεύτηκαν από τους λευκούς άποικους και οι λίγοι που έχουν απομείνει ζουν σήμερα σε κατάσταση εξαθλίωσης στις πόλεις ή σε καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να ενσωματωθούν απόλυτα στη σύγχρονη αυστραλιανή κοινωνία). Ενδιαφέρον, ανάμεσα στα άλλα, έχει και ο τρόπος διευθέτησης των μεταξύ τους διαφορών με έναν ιδιόρυθμο τρόπο "μονομαχίας" ανάμεσα σε δύο άτομα διαφορετικών φυλών που συγκρούστηκαν, προκειμένου να αποφευχθεί ένας πόλεμος.
Η γραφή είναι σχεδόν ντοκιμαντερίστικη και ο τρόπος αφήγησης ίσως ξενίσει αρκετούς θεατές. Συνολικά, αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, που απευθύνεται όμως αποκλειστικά σε κοινό που τον ενδιαφέρουν παρόμοια, εθνογραφικής φύσης θέματα. Κοινώς ταινία για λίγους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ Ή ΡΕΣΙΤΑΛ ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το "Thank you for smoking" ο Jason Reitman αψηφά κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και κάνει πλάκα με την καρδιά του με το κάπνισμα, το θέμα που μοιάζει να καίει σχεδόν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους υστερικούς αμερικάνους. Βάβαια το κάπνισμα είναι μόνο η αφορμή. Κατά βάθος σατιρίζει ανελέητα όλους τους αδίστακτους καριερίστες της εποχής μας, που πατάνε επί πτωμάτων και με περισή αναίδεια (και ευφυία φυσικά, γιατί δίχως αυτήν δεν γίνεται) διαστρεβλώνουν πέρα για πέρα την όποια αλήθεια για το συμφέρον της εταιρείας (και μια που μιλάμε για spokesmen μεγάλων εταιριών ή λόμπι, το μυαλό μας συνειρμικά πάει και στους δικούς μας γελοίους κομματικούς εκπρόσωπους τύπου, που λένε ό,τι απίθανη μαλακία τους έρθει προκειμένου να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητα).
Μια σάτιρα ενός κατ' εξοχήν καπιταλιστικού φαινομένου λοιπόν από τις ίδιες τις ΗΠΑ; Γιατί όχι; Εκεί όλα μπορούν να συμβούν. Και όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Δωροδοκίες, διαστρέβλωση επιχειρημάτων, ηλίθια μίντια, χτυπήματα κάτω από τη μέση, ξεζούμισμα και μετά πέταμα στα σκουπίδια ακόμα και των "δικών μας" ανθρώπων, όλα επιτρέπονται σ' αυτόν τον δίχως φραγμούς (ηθική; τι είναι αυτό;) αγώνα. Κάθε ιερό και όσιο θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος: Καρκινοπαθείς, ηθική, έρωτες, αξιοπρέπεια... και μέσα σ' όλα ένα παιδί που διδάσκεται μεθοδικά να ακολουθήσει τον αδίστακτο δρόμο του πατέρα... Πέραν όλων αυτών όμως, η ταινία δεν παύει να είναι μια απολαυστική κωμωδία που βλέπεται ευχάριστα, ενώ μας αποκαλύπτει τον άγριο κόσμο των busines. Ελπίζω να ενοχλήσει πολλούς αμερικάνους.
ΥΓ: Δεν είμαι καπνιστής. Μερικές φορές με ενοχλεί όταν μπαίνω σε ντουμανιασμένους χώρους. Περισσότερο όμως με ενοχλεί η αμερικάνικη αντικαπνιστική υστερία, γι΄αυτό και απόλαυσα την εναντίον της σάτιρα. Νομίζω ότι σε λίγα χρόνια θα το απαγορεύσουν εντελώς, σαν το χασίς και τα ναρκωτικά (και πολύ φοβάμαι ότι και η Ευρώπη, αφού αντισταθεί λιγάκι αρχικά, θα ακολουθήσει σαν καλό σκυλάκι τον ίδιο δρόμο, με πρώτη και καλύτερη την υποτελή Αγγλία).

Κυριακή, Οκτωβρίου 08, 2006

MIAMI VICE ΚΑΙ ΠΑΛΙ (ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΥ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ)



Ο Michael Mann έχει στο παρελθόν κάνει εξαιρετικές ταινίες. Τώρα (φταίει άραγε η γενικότερη έλλειψη έμπνευσης που μαστίζει τον αρκετό τελευταίο καιρό στο Χόλυγουντ;) ξαναγυρίζει κι αυτός σε μια 80ς σειρά που τον έκανε γνωστό, το Miami Vice. Το πρόβλημα είναι, ότι ενώ η ταινία φέρει μερικά από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα (στέρεη σκηνοθεσία, focus στις προσωπικές ζωές των ηρώων, καλές σκηνές δράσης) δεν παύει να είναι παρά ένα απλό αστυνομικό φιλμ, όπως πολλά άλλα, που δεν δικαιολογεί την γύρω στις δυόμιση ώρες διάρκειά του. Κατά τα άλλα, ίντριγκες πάνω στις ίντριγκες υπάρχουν, ρομαντικοί έρωτες υπάρχουν, εξωτικά τοπία και σκληροί μπάτσοι υπάρχουν (όπως και "επιτρεπτή" παραβατικότητα από μέρους τους), βαρώνοι των ναρκωτικών και μοιραίες γυναίκες επίσης, γενικά ό,τι κάνει ένα συνηθισμένο αστυνομικό (αν εξαιρέσεις τη διάρκειά του). Και σ' αυτό ακριβώς το "συνηθισμένο" βρίσκονται οι αντιρρήσεις μου. Το βλέπεις, ΟΚ, αλλά λες "γιατί όλος αυτός ο χαμός για μια ταινία που, λίγο πολύ, έχουμε ξαναδεί";
ΥΓ: Είναι σαφώς προσωπική και υποκειμενική άποψη, αλλά, είμαι ο μόνος που αντιπαθώ τον Κόλιν Φαρέλ; Ιδιαίτερα εδώ, με το γελοίο μαλλί, το μουστάκι και την μόνιμη macho αξυρισιά;

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

ΣΚΟΤΕΙΝΗ, ΝΟΣΗΡΗ - ΑΛΛΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ - ΜΑΥΡΗ ΝΤΑΛΙΑ


Όταν διάβασα ότι ο Brian De Palma θα έκανε την περίφημη "Black Dahlia", το σκοτεινό και νοσηρό νουάρ του Τζέιμς Ελρόι, χάρηκα γιατί πίστεψα ότι ο σκηνοθέτης θα επανέκαμπτε μετά από σειρά αποτυχημένων ταινιών. Δυστυχώς το ίδιο το φιλμ με απογοήτευσε.
Βασικό του μειονέκτημα είναι ότι το εξαιρετικά πολύπλοκο σενάριο μάλλον δεν γίνεται κατανοητό, κάτω από το βάρος πληθώρας ονομάτων που πέφτουν με αστραπιαία ταχύτητα, τόση, ώστε αρκετές φορές να μη θυμάμαι ποιον ακριβώς αφορούν. Επίσης, ενώ μένει πιστό στο γράμμα του βιβλίου, χάνει, φοβάμαι, το πνεύμα του: Αυτό που μου έμεινε από το σκοτεινό βιβλίο του Ελρόι ήταν η πλήρης υπονόμευση των θεμελίων που στηρίζουν την αμερικάνικη κοινωνία, το αμερικάνικο όνειρο, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Στην ταινία πολύ λίγα εισέπραξα απ' αυτά. Νομίζω ότι έμεινε στην επιφάνεια, παρουσιάζοντας την όλη ιστορία σαν μια υπόθεση απίστευτης διαστροφής (-ών) και παρακμής, που δεν ξεπερνά ωστόσο τα όρια της πλούσιας οικογένειας.
Μένει η πάντα δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του De Palma, με κάποιες καλές στιγμές, που δεν φτάνουν όμως να ανεβάσουν το σύνολο. Μένει επίσης και νοσηρή και "σάπια" ατμόσφαιρα που κυριαρχεί, όπως και στο βιβλίο, την οποία κατάφερε νομίζω να "πιάσει" και να μεταδώσει στον θεατή. Η σταδιακή καταβύθιση των δύο φίλων ντετέκτιβ στην αρρωστημένη εμμονή με την υπόθεση, η αποκάλυψη όλο και πιο βρώμικων μυστικών. Από το πλήθος των χαρακτήρων ξεχώρισα την Χίλαρι Σουόνκ, εξαιρετική στο ρόλο της μοιραίας, καταστροφικής γυναίκας. Ωστόσο, έχω την συνολική αίσθηση ότι χάθηκε μια καλή ευκαιρία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

ΑΝΑΡΧΙΚΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ


Το "Daisies" της Vera Chytilova είναι μια μυθική τσέχικη ταινία που γυρίστηκε το 1966, κατά τη διάρκεια της "Άνοιξης της Πράγας", όταν ένας άνεμος ελευθερίας φυσούσε (προσωρινά) στη χώρα. Πειραματική, σουρεαλιστική και φεμινιστική κωμωδία, επηρεάζαται από το πνεύμα της ψυχεδέλειας που κυριαρχούσε τότε στη Δύση.
Η υπόθεση είναι απλή. Δύο νεαρές, σέξυ κοπέλες κάνουν οτιδήποτε αποτελεί κόκκινο πανί, ιδιαίτερα για το τότε αυστηρό κομμουνιστικό καθεστώς: Τεμπελιάζουν ασύστολα αρνούμενες να δουλέψουν, βγαίνουν ραντεβού με πολύ μεγαλύτερους πλούσιους τρώγοντας έτσι τσάμπα, ντύνονται εκκεντρικά, έχουν έντονες εφηβικές (ή λίγο μετά) ανησυχίες, πλήττουν με την καθημερινότητα γύρω τους και τελικά καταστρέφουν ολοσχερώς ένα πελώριο, πλουσιοπαροχο δείπνο, που, στρωμένο, περιμένει τους - προνομιούχους προφανώς - που θα το καταναλώσουν...
Θα μου πείτε, τα περισσότερα απ' αυτά όλοι τα κάναμε κάποτε. Ναι, όμως μιλάμε για μια απόλυτα διαφορετική εποχή και, κυρίως, για ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς, που πάθαινε αλλεργία με οποιαδήποτε αναφορά σ' όλα αυτά. Πέραν αυτού όμως, ιδιαίτερη αξία έχει η κινηματογράφηση: Πειραματική, αναρχική - όπως και οι δύο αυθάδεις ηρωίδες -, αλλάζει συνεχώς χρώματα, "παγώνει" τις εικόνες, χρησιμοποιεί κατά καιρούς σειρές από φωτογραφίες, πηδά αυθαίρετα από τη μια κατάσταση στην άλλη δίχως σαφή ειρμό, βάζει τις ηρωίδες να κινούνται και να μιλούν σαν κούκλες, τελικά όμως καταφέρνει να πιάσει απόλυτα το ατίθασο πνεύμα των νέων - και ιδιαίτερα των γυναικών, την αναρχική, ενστικτώδη επανάστασή τους ενάντια στην ανία και τους κανόνες που τους περιβάλλουν, τη δίψα για ζωή (αν και ουσιαστικά δεν ξερουν τι ακριβώς αναζητούν), αλλά και το συγκεκριμένο πνεύμα των 60ς. Κι όλα αυτά δοσμένα με χιούμορ και πρωτοποριακές ιδέες.
Σας είπα: Μην περιμένετε ένα σαφές σενάριο.Η ταινία είναι πειραματική. Αξίζει όμως, αν το βρείτε κάπου, να κάνετε μια προσπάθεια.
Περιττό να πούμε ότι η ταινία είχε απαγορευτεί στην τότε Τσεχοσλοβακία, ενώ στην Chetylova (που συνέχισε να κάνει ταινίες που ενοχλούσαν το καθεστώς) είχε απαγορευτεί να γυρίζει για 6 χρόνια.

Ο HARVEY MILK ΚΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Το ντοκιμαντέρ του Rob Epstein "The times of Harvey Milk" γυρίστηκε το 1984 και με συγκινητικό τρόπο αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία του H. Milk, του πρώτου δηλωμένου gay που εκλέχτηκε σε κάποιο αξίωμα στις ΗΠΑ.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο H.M. είναι ενας ανοιχτά ομοφυλόφιλος φωτογράφος του San Francisco. Ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των gay, κατεβαίνει σαν δημοτικός σύμβουλος της πόλης το 1973. Μετά από δυο - τρεις αποτυχίες καταφέρνει να εκλεγεί το 1977, γράφοντας ιστορία, αφού, όπως είπαμε, είναι ο πρώτος ανοιχτά gay αξιωματούχος της χώρας. Σε μια προ AIDS εποχή, με ζωντανούς ακόμα τους απόηχους των επαναστατικών 60ς, και μάλιστα στο κατ' εξοχήν κέντρο της χίπικης, αλλά και της gay κουλτούρας, το Σαν Φρανσίσκο, το γεγονός αυτό γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό και πανηγυρισμούς. Το δημοτικό συμβούλιο, με επικεφαλής τον δημοκρατικό δήμαρχο Moscone είναι σε γενικές γραμμές προοδευτικό και αποδέχεται απόλυτα τον Milk. Εξαίρεση αποτελεί ο 32χρονος ακροδεξιός σύμβουλος Dan White.
Ο Milk έμεινε στην "εξουσία" μόλις 11 μήνες. Στο διάστημα αυτό έκανε διάφορα υπέρ των φτωχών περιοχών του S.F. και κατόρθωσε να πείσει τον κόσμο της Καλιφόρνια να καταψηφίσει το σχέδιο νόμου ενός συντηρητικού γερουσιαστή που ήθελε να απολύονται οι ομοφυλόφιλοι δάσκαλοι. Το 1978, 10 μήνες μετά την εκλογή του, ο ακροδεξιός White, που πολλές φορές έχει συγκρουστεί με τον Milk, απελπισμένος επειδή καμιά από τις προτάσεις του δεν περνά (πόσο μακρινές και μυθικές φαντάζουν σήμερα αυτές οι εποχές!)παραιτείται αιφνιδίως. 4 μόλις μέρες μετά ανακαλεί την παραίτησή του. Επειδή όμως νομικά αυτό δεν είναι επιτρεπτό, ανατίθεται στο δήμαρχο να αποφασίσει αν θα δεχτεί την ανάκληση της παραίτησης ή αν θα προχωρήσει σε αντικατάστασή του. Όταν ο Moscone αποφασίζει το δεύτερο, ο White μπαίνει στο δημαρχείο από ένα παράθυρο, πυροβολεί σχεδόν εξ επαφής και σκοτώνει τον δήμαρχο και στη συνέχεια πηγαίνει στο γραφείο του Milk (το οποίο βρισκόταν αρκετά μακριά απ' αυτό του δημάρχου) και δολοφονεί με τον ίδιο τρόπο και τον Milk. Μείνατε άναυδοι; Κακώς. Το κλου έρχεται τώρα:
Στη δίκη (που στις ΗΠΑ βασίζεται στο σύστημα των ενόρκων) μεθοδεύεται ο διορισμός αποκλειστικά συντηρητικών ενόρκων, επιστρατεύονται γνωστοί μεγαλοδικηγόροι και, ενώ στην πολιτεία υπάρχει θανατική ποινή, ο White τρώει μόλις 8 χρόνια φυλακή, διότι έδρασε... εν θερμώ (παρά το ότι δεν είχε προκληθεί από κανέναν, μπήκε προετοιμασμένος και οπλισμένος στο δημαρχείο, σκότωσε τον Milk σε άλλο δωμάτιο, στο οποίο πήγε επί τούτου, και στις τσέπες του κουβαλούσε 10 εφεδρικές σφαίρες, σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά με το ήδη γεμάτο όπλο του...)
Όταν η απόφαση έγινε γνωστή, χιλιάδες οργισμένοι διαδηλωτές ξεχύθηκαν στους δρόμους και ακολούθησαν διήμερες ταραχές, με καμένα αυτοκίνητα, κατεστραμένα μαγαζιά κλπ. σα να μην έφταναν όλα λόγω καλής διαγωγης ο White αποφυλακίστηκε στα 5,5 χρόνια, το 1984, και σήμερα ζει ελεύθερος. Σε λίγα χρόνια θα εκλεγεί ο Ρίγκαν, ανοίγοντας το δρόμο για τους Μπους...
Την απίστευτη αυτή ιστορία, ικανή από μόνη της να κηλιδώσει ανεπανόρθωτα την Αμερική και την ελευθερία της, αφηγείται με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο η ταινία του Epstein, που το 1985 έγινε η πρώτη με gay θεματολογία που κέρδισε Όσκαρ, καταφέρνοντας να πιάσει το ελεύθερο πνεύμα των 70ς, τον παλμό της πόλης, της εποχής γενικότερα και φωτίζοντας μια άγνωστη και σκοτεινή πτυχή της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας..
Αν πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Αν και ντοκιμαντέρ, δεν θα βαρεθείτε καθόλου.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

ΑΡΓΟΣΥΡΤΗ ΚΑΙ ΤΕΜΠΕΛΙΚΗ "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΕΥΣΗ"


Η "Ελεύθερη πλέυση" του Ρώσου Boris Khlebnikov θα ήθελε ίσως να είναι μια ταινία του Καουρισμάκι, δεν νομίζω όμως ότι τα καταφέρνει. Κωμωδία (θεωρητικά), αφηγείται τις περιπέτειες ενός νεαρού τεμπέλη ρώσου, που γυρνάει από δουλειά σε δουλειά (τις οποίες βαριέται σε χρόνο dt) και, τελικά, συχνάζει στο τοπικό γραφείο ανεργίας περισσότερο απ' όσο στα μπαρ. Υπάρχει όντως χιούμορ στο απόλυτο άφημα του ήρωα και κυρίως αστείες είναι οι σκηνές με το συνεργείο που συμμετέχει και το οποίο υποτίθεται ότι φτιάχνει τους γεμάτους λακούβες δρόμους, χωρίς στην ουσία να κάνει σχεδόν τίποτα, υπάρχουν και μερικοί σπαρταριστοί τύποι (ο επί κεφαλής του συνεργείου που λέγαμε πρώτος και καλύτερος). Ωστόσο τα υπερβολικά αργόσυρτα πλάνα, που κάνουν τον Αγγελόπουλο να μοιάζει με βιντεοκλιπά, καταστρέφουν κάθε ρυθμό και με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα. Ίσως βέβαια αυτό να είναι ηθελημένο, για να καταδείξει ακριβώς το απόλυτο τίποτα της καθημερινότητας του ήρωα. Οι θεατές όμως τι φταίνε; Ακίνητο πλάνο σχεδόν ολόκληρου ενός λεπτού, όπου δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως, ούτε καν το διασχίζει κανείς; Έλεος!

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ DEJA VU ΣΤΟΝ "ΕΒΔΟΜΟ ΟΥΡΑΝΟ"


Ο "Έβδομος Ουρανός" του γερμανού Mickael Busch είναι μια πειραματική ταινία. Κατακερματισμένη αφήγηση, επίτηδες θολή (out of focus) φωτογραφία, που με κούρασε πολύ, και μεταφυσικοί προβληματισμοί πάνω στο φαινόμενο του deja vu και στην αγνότητα, όπως αυτή τέθηκε από το κίνημα των "Καθαρών", συνθέτουν ένα φιλμ που πάνω απ' όλα βλέπεται πολύ δύσκολα. Αφηγείται (προσπαθεί να αφηγηθεί) την ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο κατ' εξοχήν αταίριαστους χαρακτήρες: Έναν νυχτοφύλακα με έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές ανησυχίες και μια "γκοθού". Το χάσμα ανάμεσά τους γεφυρώνεται από το πάθος, κυρίως της κοπέλας, που παρά την αλλόκοτη goth εμφάνισή της είναι πολύ πιο γήινη, ενώ ο άντρας προβληματίζεται για το αν πρέπει να απέχει από οτιδήποτε σαρκικό.
Δεν έχω τίποτα ενάντια στις πειραματικές προσπάθειες, πολλές μάλιστα μ' αρέσουν ιδιαίτερα. Η συγκεκριμένη όμως δεν με άγγιξε καθόλου. Επειδή την βρήκα εξαιρετικά κουραστική στην παρακολούθησή της (το ξαναείπα νομίζω), αλλά και επειδή δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι περί απόλυτης αποχής από κάθε τι υλικό προβληματισμοί. Αν με ενδιέφεραν... μοναστήρια υπάρχουν άφθονα γύρω μας.
ΥΓ: Ο M.Busch, που μίλησε για τη ταινία του, ήταν συμπαθέστατος, γελαστός, ευγενής. Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ ΣΤΟ STORM


Το σουηδικό Storm των Mans Marlind και Bjorn Stein δυστυχώς συνεχίζει την τελευταία μόδα των ταινιών του φανταστικού με θρησκευτικές (βλέπε ηθικοπλαστικές) προεκτάσεις. Ξεκινά καλά, με ένα δυνατό και αρκετά ατμοσφαιρικό πρώτο δεκαπεντάλπτο, για να εκφυλιστεί στη συνέχεια σε μια βαρετή ταινία όπου - όπως σύντομα αντιλαμβανόμαστε - όλος ο χαμός γίνεται για να κερδηθεί από τους "καλούς" ή τους "κακούς" η (καθόλου αθώα) ψυχή του ήρωα, ο οποίος, όπως μας δείχνουν συνεχή flash back, υπήρξε από την παιδική του ηλικία ήδη αυτό που επιεικώς θα αποκαλούσαμε κάθαρμα. Κάτι, σα να λέμε, του στιλ "οι παλιές αμαρτίες μας βαραίνουν για πάντα", πλην όμως "αν μετανοήσεις αληθινά η ψυχή σου, έστω και την τελευταία στιγμη, μπορεί να σωθεί". Τέτοια συγκλονιστικά. Τώρα γιατί αυτή η ταινία, που το μόνο θετικό που διαθέτει είναι η μουντή, "σκουριασμένη" και ατμοσφαιρική φωτογραφία της, βραβεύτηκε στα Φεστιβάλ Φανταστικού Άμστερνταμ και Βρυξελλών, παραμένει μυστήριο.
Απορία: Πώς δικαιολογείται τέτοιος χαμός (κυνηγητά στους δρόμους, μαχαιρώματα, αυτό που μάλλον είναι ο διάβολος να συγκρούεται μ' αυτήν που μάλλον είναι άγγελος, ολόκληρες δυνάμεις να τίθενται σε απόλυτη αναταραχή και να αλληλοσκοτώνονται) μόνο και μόνο για την ψυχή ενός τύπου; Φανταστείτε δηλαδή τι γίνεται συνολικά εκεί στο υπερπέραν για τον καθέναν από μας. Μροστά στη συνολική εικόνα, ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος είναι σχολική εκδρομή...

ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΗ ΠΑΠΡΙΚΑ


Η "Paprika" είναι η τελευταία δουλειά κινουμένων σχεδίων του Ιάπωνα Satoshi Kon. Αν μια μόνο λέξη θα έπρεπε να τη χαρακτηρίσει, η λέξη αυτή θα ήταν : Ψυχεδέλεια. Όσοι το δείτε, να ξέρετε ότι μπαίνετε σ' έναν πολύ ιδιαίτερο κόσμο, φτιαγμένο από όνειρα και εφιάλτες κι όπου φαντασία, ψυχανάλυση και μνήμες, υπεράνθρωποι, γιγαντιαία παιδικά παιχνίδια και τεχνολογία, καθώς και η ποικιλία των χαρακτήρων με τα ονειρικά τους αντίστοιχα, μπερδεύονται αξεδιάλυτα.
Η υπόθεση, όσο αυτή μπορεί να περιγραφεί, είναι η εξής: Επιστήμονας δημιουργεί ένα μηχάνημα που καταγράφει τα όνειρα των άλλων. Όταν αυτό κλέβεται, γίνεται ανεξέλεγκτο στα χέρια του μυστηριώδους κλέφτη, συγχωνεύοντας τα όνειρα όλων σε ένα συλλογικό εφιάλτη. Η Paprika, ονειρικό alter ego μιας επιστήμονα, λειτουργεί σαν ντετέκτιβ ονείρων, μπαινοβγαίνοντας στους δύο (;) κόσμους.
Αν σας φαίνεται κάπως πολύπλοκο, δεν έχετε δει τίποτα ακόμα. Σύντομα οι κόσμοι μπερδεύονται, τα όρια πραγματικότητας και ονείρου γίνονται όλο και πιο ασαφή και η οργιώδης φαντασία του Kon παίρνει το πάνω χέρι. Κι αν κάπου χάσετε τον ειρμό, δεν πειράζει. Σας προτείνω να αφεθείτε στα όσα διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια σας - έστω κι αν δεν τα κατανοείτε απόλυτα - για να απολαύσετε ένα από τα πιο παράξενα trip που έγιναν ποτέ στα κινούμενα σχέδια.
Θα ψάξω και τις προηγούμενες δουλειές του Kon, που, όπως μαθαίνω, είναι εξ ίσου φευγάτες. Πάντως, με όλα αυτά που φτιάχνονται στην Ιαπωνία, το σίγουρο είναι ότι τα αμερικάνικα κινούμενα σχέδια βρίσκονται ακόμα σε νηπιακή ηλικία...

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2006

"13" ΓΙΑ ΓΕΡΑ ΝΕΥΡΑ


Το "Tzameti" (που στα γεωργιανά σημαίνει 13) του, προφανώς, γεωργιανού που ζει στη Γαλλία Gela Babluani αποτέλεσε μια από τις μεγάλες εκπλήξεις στις Νύχτες Πρεμιέρας και μάλλον βάζει υοπψηφιότητα (από τον Σεπτέμβρη μόλις) για μια θέση στις καλύτερες της σεζόν. Πρώτη ταινία του σκηνοθέτη, ασπρόμαυρη, με φοβερό νεύρο και ένταση, με κράτησε "στην άκρη του καθίσματος" από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό.
Λίγα μπορούμε να πούμε για την υπόθεση, αφού μέρος της δύναμης της βασίζεται σ' αυτό που αποκαλύπτεται μετά από 30 περίπου λεπτά... και από εκεί και πέρα ο θεατής δυσκολεύεται να ανασάνει. Ας πούμε απλώς ότι ο φτωχός μετανάστης νεαρός ήρωας παίρνει τον ρόλο κάποιου σχεδόν άγνωστού του, αναλαμβάνοντας την μυστηριώδη αποστολή του, όπου έχει αντιληφτεί ότι παίζονται πολλά λεφτά, προσπαθώντας έτσι να ξεφύγει από την καταθλιπτική καθημερινή του μιζέρια (ίσως όμως και σε μια περισσότερο μεταφυσική προσπάθεια να αλλάξει την ταυτότητα και τη ζωή του). Από εκεί και πέρα, μετά το μισάωρο που λέγαμε, ανακαλύπτει, μαζί με τον θεατή, ποια είναι αυτή η αποστολή και... ο δρόμος είναι πια χωρίς γυρισμό.
Το 13 αποτελεί πρότυπο σασπένς στον κινηματογράφο. Έντονος ρυθμός, συνεχής ένταση, νευρική ασπρόμαυρη φωτογραφία, ψυχολογική και όχι μόνο βία, φοβερή επιλογή ηθοποιών, που αποτελούν ένα πάνθεον παράδοξων μορφών, αγχωτική, πνιγηρή ατμόσφαιρα, από την οποία νοιώθεις, μαζί με τον έντρομο ήρωα, ότι είνα αδύνατο να ξεφύγεις - κι όλα αυτά σε μια φτηνή ταινία - συνθέτουν ένα από τα εντυπωσιακότερα σκηνοθετικά ντεμπούτα, που ελπίζουμε να έχει συνέχεια.
ΥΓ: Όταν το κοινό ρώτησε τον πρωταγωνιστή (που είναι αδελφός του σκηνοθέτη) γιατί ο αδελφός του έκανε την ταινία, απάντησε ότι έφυγαν από τη Γεωργία στα 16 τους ή κάτι τέτοιο θέλοντας να γλυτώσουν από την τρομαχτική βία της καθημερινότητας που επικρατούσε εκεί. Στην πλούσια Γαλλία όμως συνάντησαν παρόμοια βία, ίσως όχι τόσο ωμή και ανοιχτή, αλλά περισσότερο ύπουλη και καλυμμένη, κι αυτό ήταν το έναυσμα: Να μιλήσει, μεταξύ άλλων, για τη "πολυτελή" βία των πλούσιων.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2006

ΕΝΑΣ "ΠΟΡΝΟΣΤΑΡ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ


Ο "Πορνοστάρ" (1998) είναι η πρώτη ταινία του Toshiaki Toyoda (και η τρίτη δική του που είδα). Μάλλον αδιάφορο πρωτόλειο, είναι μια αιματηρή και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται στους κόλπους της Γιακούζα, καθώς και η σχέση ενός σιωπηλού (και κατά πάσα πιθανότητα ψυχοπαθούς) νεαρού με έναν wanabe Γιακούζα νονό. Αλλεπάλληλα μαχαιρώματα, φαντασιώσεις με μαχαίρια που πέφτουν από τον ουρανό, βίαιες πράξεις που δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τα κίνητρά τους (όπως και σε επόμενες ταινίες του σκηνοθέτη), η εντελώς μπερδεμένη και ακατανόητη περσόνα του νεαρού, μοιραίες γυναίκες - αδίστακτες δολοφόνοι που εμφανίζονται από το πουθενά και άλλα τέτοια συνθέτουν μια γιακουζοκεντρική σαλάτα, που το μόνο που μου άφησε στο τέλος ήταν το ερώτημα: "Γιατί όλα αυτά;"
Δεν πειράζει. Είναι η πρώτη του ταινία. Οι άλλες είναι σαφώς πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και πάλι δεν νομίζω ότι ο σκηνοθέτης αυτός άξιζε ενός συνολικού αφιερώματος.
ΥΓ: Ο "Πορνοστάρ" κερδίζει αναμφισβήτητα μια θέση στο βιβλίο Γκίνες για τον πλέον άσχετο τίτλο που έγινε ποτέ. Δεν έχει καμία, μα καμία απολύτως σχέση με τίποτα στην ταινία, ούτε γίνεται η παραμικρή αναφορά σε κάτι τέτοιο (αν και τα γιαπωνέζικά μου δεν με βοηθούν πολύ και ίσως να έχασα - μαζί με τον μεταφραστή - κάποιο αδιόρατο hint). Είναι σαν να παίρνεις μια ταινία με τον Ξανθόπουλο και να την ονομάζεις "Η φριχτή νύχτα των ζόμπι" ή κάτι τέτοιο...

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006

ΟΙ ΔΙΧΩΣ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ BLUE SPRING


Το Blue Spring (2001), τρίτη ταινία του Toshiaki Toyoda, μας μεταφέρει σ' ένα γιαπωνέζικο σχολείο, όπου η βία, ο ανταγωνισμός για εξουσία, η κάθε λογής "μαγγιά" και η εγκληματικότητα σε διαφορετικές μορφές κυριαρχούν ανάμεσα στους μαθητές. Το ύφος του Toyoda μας είναι πια γνώριμο: Απόλυτο στυλιζάρισμα και προσωπική ματιά, αναληθοφανείς καταστάσεις, απουσία κοινωνικού περίγυρου. Πράγματι, οι μαθητές μοιάζουν να είναι μόνοι. Ελάχιστοι καθηγητές εμφανίζονται, σχεδόν καμιά γυναίκα (το σχολείο είναι αρρένων), κανένας γονιός, ούτε καν άλλοι μαθητές εκτός από τις συγκεκριμένες ομάδες των ηρώων, που συγκρούονται μερικές φορές μέχρι θανάτου και στον κοινωνικό περίγυρο που προαναφέραμε μοιάζει να υπάρχει μονάχα η Γιακούζα, έτοιμη πάντα να στρατολογήσει νεαρούς πριν καν τελειώσουν το σχολείο. Όλα αυτά είναι μάλλον ηθελημένα, αφού τον σκηνοθέτη ενδιέφερε πιθανώς να δημιουργήσει έναν εφιαλτικό σχολικό μικρόκοσμο της "έξω" κοινωνίας. Ωστόσο οι χαρακτήρες νομίζω ότι δεν αναπτύσονται και πολύ ξεκάθαρα, καθώς συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τα κίνητρα ορισμένων (βίαιων κυρίως) πράξεών τους.
Η ταινία σίγουρα έχει κάποιο ενδιαφέρον, με κράτησε αρκετά με τα άιματηρά της ξεσπάσματα - και όχι μόνο - αλλά συνολικά, για μια ακόμα φορά, με άφησε ανικανοποιήτο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

9 ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ


Το "9 Souls" (2003) του γιαπωνέζου Toshiaki Toyoda, η πρώτη ταινία του που είδα στις Νύχτες Πρεμιέρας, μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα, όπως και όλο το έργο του άλλωστε. Η ταινία αφηγείται την απόδραση 9 επικίνδυνων κατάδικων και την περιπλάνησή τους στους δρόμους των γιαπωνέζικων πόλεων (μένουν συνεχώς όλοι μαζί, και παρά το ότι ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, η μοίρα τους μοιάζει να είναι δεμένη).
Το φιλμ ξεκινά με αρκετό χιούμορ για να καταλήξει σε ένα αιματηρό και βίαιο φινάλε, τραγικό για τους περισσότερους - αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Υπάρχει σκηνοθετικό στυλιζάρισμα, υπάρχει κάποιος σουρεαλισμός σε μερικά σημεία, υπάρχει μια προσωπική ματιά και, αναμφισβήτητα, καλές και δυνατές στιγμές. Το όλο αποτέλεσμα ωστόσο με άφησε μάλλον αμήχανο, να μη μπορώ ακριβώς να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Toyoda, 36 μόλις χρονών, έχει προλάβει να γυρίσει ήδη 5 ταινίες (αυτή είναι η 4η, του 2003). Έχοντας δει τις 3 απ' αυτές, θεωρώ ότι σίγουρα έχει ενδιαφέρον ως δημιουργός, δεν μπορώ να πω όμως ότι ήταν και μια πραγματική αποκάλυψη.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ "ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ"


Η "Ανακύκλωση" των δίδυμων Danny και Oxide Pang (από το Χονγκ Κονγκ, που ζουν και δουλεύουν στην Ταϊλάνδη και πριν λίγα χρόνια είχαν κάνει το ενδιαφέρον "Μάτι") ξεκινά σαν μια καλή ταινία τρόμου, για να εκφυλιστεί γρήγορα σε κάτι σαν εφιαλτικό παραμύθι που βρίθει από ηθικοπλαστικά μηνύματα. Όσο η μοναχική ηρωίδα συγγραφέας βρίσκεται στο διαμέρισμά της και αντιλαμβάνεται παράξενα και τρομακτικά φαινόμενα γύρω της, το φιλμ υπόσχεται πολλά. Όταν όμως, στα καλά καθούμενα, μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο και με οδηγό ένα κοριτσάκι ξεκινά μια οδύσσεια για να επιστρέψει, η βαρεμάρα καταλαμβάνει σιγά - σιγά την οθόνη, καθώς σκηνοθετικά λείπει το νεύρο και το σασπένς. Η κλασσική δομή του παραμυθιού, όπου το ένα στοιχείο σε οδηγεί στο επόμενο, ή του video game αν θέλετε, όπου περνάς από τη μία πίστα στην άλλη, κυριαρχούν. Το χειρότερο όμως είναι το μπαράζ από ηθικοπλαστικά, χριστιανικά "διδάγματα", με αποκορύφωμα την πολεμική κατά των εκτρώσεων, που τελικά φαίνεται να είναι το βασικό μήνυμα της ταινίας. Πώς, τώρα, ένα ταϊλανδέζικο φιλμ μοιάζει να έχει χρηματοδοτηθεί από την καθολική εκκλησία, αυτό είναι όντως απορίας άξιο.
Τα θετικά της ταινίας βρίσκονται μόνο στις εικόνες της (σε ορισμένες από αυτές για να είμαστε ακριβείς). Πράγματι μερικές είναι εξαιρετικής σύλληψης και σκοτεινής ομορφιάς (η πόλη σε σήψη που καταρρέει, τα ιπτάμενα νησιά κλπ.), ενώ ορισμένα εφφέ (ψηφιακά φυσικά) είναι εντυπωσιακά. Όπως και στο Silent Hill όμως, η εντυπωσιακή εικόνα δεν φτάνει σε καμία περίπτωση να κάνει μια καλή ταινία, όταν το σενάριο στερείται φαντασίας, είναι κούφιο ή/και αντιδραστικό.
Τελικά μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιδημία στο χώρο του φανταστικού, όπου προσπαθούν να τα κάνουν όλα με τον απλό οπτικό εντυπωσιασμό, χτίζοντας ωστόσο σε σαθρότατα θεμέλια;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ


Μετά την θαυμάσια "Ανθρωποκτονία", ο Δανός Per Fly το έκανε πάλι: Η "Κληρονομιά" είναι, αυτή τη φορά, ένα δυνατό δοκίμιο πάνω στην ικανότητα του πλούτου και της δύναμης να απομυζούν την ανθρωπιά, οδηγώντας τον κάτοχό τους σε εσωτερική ξεραϊλα και μαρασμό. Παράλληλα μιλά για το αβάσταχτο βάρος των οικογενειακών υποχρεώσεων, την δειλία και την άνευ όρων παράδοση σε σιδερένιους, προϋπάρχοντες κανόνες, το ξεπούλημα τελικά των "θέλω" στα "πρέπει".
Όλα αυτά μέσα από την ιστορία ενός έξυπνου, ερωτευμένου και ευτυχισμένου ανθρώπου, που κάνει τη ζωή που πάντοτε ήθελε... μέχρις ότου, με τον θάνατο του πατέρα του, κληρονομεί την πανίσχυρη - και προβληματική - βιομηχανία του. Από εκεί και πέρα ο Fly μας δείχνει με ακρίβεια - και ψυχρότητα - χειρούργου την δίχως επιστροφή πορεία του προς τη δύναμη, την εδραίωση του πλούτου... και την δυστυχία: Ο έρωτας σβήνει κάτω από το βάρος των υποχρεώσεων, η ψυχρή και άτεγκτη "καθώς πρέπει" οικογένεια - με επικεφαλής την δεσποτική μητέρα - παίρνει σιγά - σιγά το πάνω χέρι, τα πλούσια συναισθήματα δίνουν βαθμιαία τη θέση τους σε μια άνευ προηγουμένου εσωτερική ξηρασία... Ο άνθρωπος πεθαίνει, ο πανίσχυρος και υπεράνω ηθικής και συναισθημάτων υπεράνθρωπος γεννιέται.
Με τη δεύτερη αυτή ταινία του Fly που βλέπω, ο σκηνοθέτης αυτός αναδεικνύεται σε έναν βαθύ (και κάπως ψυχρό, ίσως λόγω βόρειας καταγωγής) ανατόμο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Χρειαζόμαστε όμως τέτοιους. Σε μια εποχή άνευ αντιπάλων θριάμβου των συγκεκριμένων μοντέλων και προτύπων και άκριτης αποδοχής των κάθε λογής status quo, καλό είναι κάποιοι να θυμίζουν το βαρύ κόστος όλων αυτών...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

ΕΝΑΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ


Στον "Αλιγάτορα" ο Nanni Moretti ήθελε πρώτα απ' όλα να κάνει μια ταινία ενάντια στον Μπερλουσκόνι. Στη συνέχεια το ξανασκέφτηκε, έβαλε και κάμποσα στοιχεία προσωπικής και οικογενειακής κρίσης του ήρωά του, μερικές αναφορές σε παλιά B-movies τρόμου και νύξεις για τα ενδοκινηματογραφικά - δημιουργικά και μη - προβλήματα και... έφτιαξε μια σαλάτα. Πολύ απλά νομίζω ότι τα συστατικά δεν δένουν μεταξύ τους.
Οι αναφορές στον Μπερλουσκόνι είναι ανοιχτές: Ο γελοίος πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται με το όνομά του. Αλλά όλο αυτό το μπρος - πίσω με τον ξεπεσμένο παραγωγό που πασχίζει να κάνει μετά από καιρό μια ταινία, και μάλιστα για πρώτη φορά πολιτική, καθώς και "η ταινία μέσα στην ταινία", είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές.
Διατηρώ επίσης κάποιες επιφυλάξεις για το πόσο χρήσιμο ή καλλιτεχνικά σημαντικό είναι να κάνεις ένα φιλμ που να μιλά για ένα πολύ συγκεκριμένο, υπαρκτό πρόσωπο, κατακρίνοντάς το (καλλιτεχνικές επιφυλάξεις, ξαναλέω, διότι δεν τρέφω την παραμικρή συμπάθεια για τον Μπερλουσκόνι, και θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν επιτέλους τον οδηγούσαν στη φυλακή, όπου είναι η θέση του). Είναι σαν ο Μορέτι να έχει παρασυρθεί από το - απόλυτα δικαιολογημένο - προσωπικό του μένος εναντίον του Μπ. και να το έχει κάνει άξονα της ταινίας.
Μένουν οι απίστευτες αληθινές σκηνές με τον Μπερλουσκόνι, από διάφορες ομιλίες στη βουλή ή αλλού. Ο άνθρωπος είναι απόλυτα γελοίος και χυδαίος σε βαθμό που είναι αδύνατο να το πιστέψετε αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια (και θεωρώ προσβολή για ολόκληρη την Ιταλία το ότι αυτό το άτομο εξελέγει δύο φορές). Πάντως αν υπήρχε ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει τα highlights από τις θητείες του, θα το έπαιρνα τρέχοντας. Θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό και απίστευτο από οποιαδήποτε fiction ταινία πάνω σ' αυτόν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Ο SUPERMAN ΠΕΤΑ... ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


Έτυχε να δω δύο blockbaster το ένα μετά το άλλο. Στους "Πειρατές" διασκέδασα. Στο Superman Returns κοιμήθηκα. Κρίμα, γιατί παραμένω θαυμαστής του Bryan Singer, του οποίου, κατά τη γνώμη μου, αυτός εδώ ο S. είναι η χειρότερη ταινία. Κατ' αρχάς μια ακόμα πτήση του - κατ' εμέ - πλέον ξενέρωτου σούπερ ήρωα, μόνο για οικονομικούς λόγους μπορεί να επιχειρηθεί (θα μου πείτε: μα καλά, όλα τα blockbasterς εκεί δεν αποβλέπουν; Βεβαίως. Αλλά αρκετά απ' αυτά είναι τουλάχιστον πρωτότυπα και όχι remake, prequel, sequel, μεταφορές από κόμικς και δεν συμμαζεύεται). Ούτε κι αυτός όμως είναι ο λόγος που αντιπάθησα τον S. Ακόμα και μέσα σ' όλα αυτά μπορεί να βρεθούν συμπαθητικά πράγματα. Αυτή εδώ όμως η ταινία δεν είχε τίποτα απολύτως να προσθέσει στον γνωστό μύθο.
Παλιομοδίτης όσο δεν παίρνει, με ηθοποιό (τον Brandon Routh) πιο ξενέρωτο από ποτέ, με χαζό σενάριο, γεμάτο χριστιανικές αναφορές (ο πατέρας που στέλνει τον σωτήρα - γιο στη γη και πλήθος άλλες - αφείστε πια και τη χιλιοειδωμένη "αγάπη που σώζει") και τελικά δίχως καν το απαιτούμενο νεύρο (στοιχείο απαραίτητο σε blockbaster). Ακόμα και τα εφφέ (το λιγότερο σημαντικό κριτήριο για μένα) ήταν αδιάφορα. Κάποιοι θεώρησαν αυτό το εμφανώς παλιομοδίτικο στοιχείο ως αρετή. Συγνώμη, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση το θεωρώ απλώς άνευ λόγου. Όπως και το όλο εγχείρημα άλλωστε.
Ξέρω ότι τέτοιες ταινίες είναι λίγο άκυρο να κρίνονται ιδεολογικά. Είναι συνήθως ταινίες που στόχο έχουν την καθαρή διασκέδαση (στόχος που, όσον αφορά τουλάχιστον εμένα, δεν επετεύχθει σ' αυτήν εδώ) και όταν τις αναλύεις σε βάθος ίσως και να γίνεσαι αστείος. Ωστόσο, τελικά, για την τόσο αρνητική γνώμη μου ίσως κατά ένα (μικρό) μέρος να φταίει και η γενικότερη απέχθειά μου προς τον συγκεκριμένο ήρωα και για το γενικό μεσιανικό μήνυμα που κουβαλά: Ότι ο κόσμος χρειάζεται έναν σωτήρα, αλλιώς δεν... Ποτέ κάποιος άνθρωπος δεν έσωσε τον κόσμο. Τον έσωσαν (ή τον άλλαξαν) οι άνθρωποι, όχι Ο άνθρωπος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΙ (ΚΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ) ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Οι δεύτεροι "Πειρατές της Καραϊβικής" (Το Σεντούκι του Νεκρού) του Gore Verbinski, αποδείχτηκαν το ίδιο διασκεδαστικοί και θεαματικοί με τους πρώτους. Με μια διαφορά. Τα πάντα εδώ είναι πολύ πιο μαύρα, πιο gothic, πιο μακάβρια, πιο σπλάτερ ακόμα - και φυσικά και το χιούμορ, που μετατρέπεται κι αυτό πολλές φορές σε μαύρο. Εδώ τον κύριο λόγο έχουν τα τέρατα, οι μεταλλαγμένοι σε θαλάσσια πλάσματα πειρατές του στοιχειωμένου πλοίου, το φοβερό Κράκεν... Γι' αυτό διασκεδάστε το όσο θέλετε, μην πάρετε όμως καλού - κακού τα παιδάκια σας μαζί σας.
Για μένα και οι δύο Πειρατές αποτελούν υπόδειγμα καλού και σχετικά πρωτότυπου blockbuster, όπου φυσικά πας χωρίς πολλές - πολλές απαιτήσεις, με αποκλειστικό σκοπό να διασκεδάσεις... και το καταφέρνεις απόλυτα. Σημαντική μερίδα σ' αυτό έχει βέβαια και πάλι ο εξαιρετικός Τζόνι Ντεπ, που ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο τον ανεκδιήγητο πειρατή Σπάροου, που είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, ζαβολιάρης και πονηρός, γενναίος και δειλός, απόλυτα ανέντιμος αλλά και με κρίσεις τιμιότητας, και που το παρουσιαστικό του και οι κινήσεις του είναι κατι μεταξύ γοητευτικού αρσενικού, μονίμως μαστουρωμένου τύπου και γκέι...
Αφεθείτε λοιπόν να διασκεδάσετε με το σούπερ θέαμα και τις απίθανες περιπέτειες των ηρώων σ' έναν πειρατικο κόσμο που μπλέκεται αξεδιάλυτα με το παραμύθι, το φανταστικό και τον τρόμο.
Και βέβαια, οι ενστάσεις υπάρχουν: Το ότι είναι νο 2, το έχω πει πολλές φορές, όσο νάναι στερεί εξ ορισμού κάτι από την πρωτοτυπία του πρώτου. Το ότι το τέλος είναι απόλυτα ανοιχτό, προετοιμάζοντάς σε έτσι για το νο 3, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2006

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΙΚΗ "ΠΤΗΣΗ 93"


Η "Πτήση 93" του Paul Greengrass έχει ήδη μια μικρή θέση στην ιστορία του σινεμά: Είναι η πρώτη ταινία που καταπιάστηκε με το καυτό θέμα της 11ης Σεπτέμβρη, που φυσικά παραμένει ανοιχτό για τις ΗΠΑ. Και μόνο το ότι χρειάστηκαν 5 ολόκληρα χρόνια για να γίνει η πρώτη προσπάθεια, αποδεικνύει το πόσο καίει ακόμα.
Η συγκεκριμένη ταινία θέλει πάνω απ' όλα να είναι μια αντικειμενική καταγραφή των όσων συνέβησαν στο 4ο αεροπλάνο, αυτό που δεν βρήκε τον στόχο του και έπεσε κάπου στην Πενσυλβάνια. Υποτίθεται ότι βασίζεται στα αληθινά γεγονότα, όπως καταγράφηκαν από πύργους ελέγχου και συνομιλίες στα κινητά των επιβατών τις τελευταίες στιγμές (τουλάχιστον αυτή θεωρείται η "επίσημη αλήθεια", διότι - ευτυχώς - κανείς μας δεν βρισκόταν εκεί να το επιβεβαιώσει).
Το θέμα, ούτως ή άλλως, είναι συγκλονιστικό. Επίσης ο Greengrass είναι καλός σκηνοθέτης. Ωστόσο, ομολογώ ότι όλος αυτός ο αγώνας για "πιστότητα" και "αλήθεια" (που ενισχύεται από το real time των 80τόσων λεπτών, όσο δηλαδή κράτησε η μοιραία πτήση, και από τη χρήση άγνωστων ηθοποιών για περαιτέρω αποστασιοποίηση) με κούρασε αρκετά. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, τίγκα στις συντεταγμένες και στην τεχνική ορολογία εν γένει, που διαδραματίζεται σε πύργους ελέγχου κι όπου σχεδόν κόντεψα να μάθω να κατευθύνω αεροπλάνα από ραντάρ ή ασύρματους. Στο τελευταίο τέταρτο βέβαια η ένταση ανεβαίνει, ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τη μαεστρία του και το κοινό ξυπνάει. Μάλλον αργά.
Στα συν της ταινίας συγκαταλέγεται η "τίμια" πρόθεση της αντικειμενικής καταγραφής, το ντοκιμαντερίστικο στυλ, η αποφυγή κάθε συναισθηματισμού (και θέσης). Όντως, οι συγγενείς που κλαίνε, τα παιδάκια που μιλάν για τελευταία φορά στους γονείς και όλα τα συναφή, από τα οποία βρίθουν αντίστοιχες αμερικάνικες ταινίες, εδώ λείπουν παντελώς. Στα συν επίσης το ότι δεν επιχειρήθηκε καμιά ηρωοποίηση των επιβατών, ούτε προσπάθησε να δειχτεί η "αυτοθυσία" τους. Απλούστατα οι άνθρωποι ενήργησαν με απόλυτη λογική: Όταν κατάλαβαν ότι ούτως ή άλλως ήταν καταδικασμένοι, αφού οι αεροπειρατές δεν διαπραγματεύονταν για τίποτα, επιχείρησαν να ρισκάρουν επαναστατώντας, διατηρώντας έτσι κάποιες ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας - και απέτυχαν. Κανένας ηρωισμός. Μόνο κοινή λογική.
Στα πλην τώρα... μα ακριβώς το ντοκιμαντερίστικο στυλ που λέγαμε και η
παντελής έλλειψη θέσης. Βάρέθηκα αρκετά.
Τελικά αναρωτιέμαι αν στο σινεμά γενικότερα έχει νόημα η απλή, πιστή καταγραφή ενός γεγονότος και μόνον αυτή. Αν ζητούσα κάτι τέτοιο θα μπορούσα να ικανοποιηθώ από τα ντοκιμαντέρ του BBC.

ΥΓ: Ας μην αρχίσει παρακαλώ κάποια κουβέντα για το αν έγιναν όντως έτσι τα γεγονότα ή άν αυτή η επίσημ εκδοχή είναι παραπλανητική. Αυτό είναι άλλη, εξωκινηματογραφική κουβέντα, πολύ ενδιαφέρουσα μεν, αλλά για άλλα blogs.

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟΥ ΤΑΚΕΣΙ


Στο Takeshi´s, την πιο πρόσφατη ταινία του, ο Takeshi Kitano δεν τα κατάφερε. Από τις πλέον σουρεαλιστικές ταινίες που έγιναν ποτέ, ξεκινά από μια ενδιαφέρουσα ιδέα: Ο διάσημος σταρ Τακέσι - κατ' εικόνα και ομοίωση με τον πραγματικό σταρ στην Ιαπωνία Κιτάνο - έχει έναν σωσία, άσημο, κακομοίρη, άνεργο στην ουσία, που προσπαθεί, γυρίζοντας από οντισιόν σε οντισιόν, να πάρει κανένα ρολάκο. Είναι μάλιστα και θαυμαστής του διάσημου Τακέσι, τον οποίο περιμένει για να του πάρει αυτόγραφο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα μπερδεύονται καθώς η πραγματικότητα (;) αναμειγνύεται αξεδιάλυτα με τα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις (κρυφές) επιθυμίες ή τους εφιάλτες του άσημου Τακέσι. Οι απόλυτα σουρεαλιστικές σκηνές (μερικές φορές με χιούμορ) εναλλάσσονται με πιστολίδι άνευ λόγου - δηλωμένη αναφορά στις "κανονικές" ταινίες του Κιτάνο με την έντονη βία.
Ίσως στην αρχή να παρακολουθείται με ενδιαφέρον και έκπληξη για τα όσα παράλογα διαδραματίζονται, πολύ σύντομα όμως το φιλμ κουράζει, καθώς οι διάφορες "κουφές" και δίχως ειρμό καταστάσεις επαναλαμβάνονται ατελείωτα - και γίνονται όλο και περισσότερο δίχως ειρμό. Τελικά πιάνεις τον εαυτό σου να κοιτά το ρολόι για το πότε θα τελειώσει όλο αυτό το άνευ λόγου μπέρδεμα.
Πολλοί κριτικοί έγραψαν σωστά ότι το Takeshi's θα ήθελε να είναι το "8μιση" του Κιτάνο και όντως πιστεύω κι εγώ ότι κάτι τέτοιο σκόπευε να κάνει. Πλην όμως δεν του βγήκε. Έμεινε στο "θα ήθελε".