Το 2003 ο Bernardo Bertolucci γυρίζει την τελευταία καλή ταινία του μέχρι σήμερα: Τους "Ονειροπόλους", μια ιστορία που περισσότερο από ό,τι άλλο, ως νοσταλγική θα τη χαρακτήριζα.
Βρισκόμαστε στο Παρίσι, τον περίφημο Μάη του 68. Ένας νεαρός και αθεράπευτα σινεφίλ αμερικάνος, που σπουδάζει στη Γαλλία και συχνάζει με πάθος στην θρυλική Ταινιοθήκη της, γνωρίζεται με δύο συνομίληκά του αδέλφια, αγόρι και κορίτσι, που επίσης συχνάζουν εκεί και, ταυτόχρονα, είναι έντονα πολιτικοποιημένα. Σύντομα θα γίνουν αχώριστοι. Όταν οι διανοούμενοι γονείς των αδελφών φύγουν για το εξοχικό τους, οι τρεις νέοι θα κλειστούν στο μεγάλο διαμέρισμα και θα βιώσουν ποικίλους ερωτικούς πειραματισμούς, ενώ έξω από τα παράθυρά τους η επανάσταση μαίνεται.
Νομίζω ότι πριν από οτιδήποτε άλλο, ο Bertolucci ρίχνει μια απόλυτα νοσταλγική ματιά σε μια εποχή που έφυγε, φοβάμαι, ανεπιστρεπτί. Η νοσταλγία έχει να κάνει με την ίδια την κινηματογραφοφιλία πρώτα - πρώτα. Οι περί σινεμά συζητήσεις των ηρώων, η απόλυτη αγάπη τους για την τέχνη αυτή, μόνο από φανατικούς σινεφίλ μπορεί να γίνει κατανοητή. Κι έπειτα, βεβαίως, είναι η νοσταλγία για την επανάσταση και την επιθυμία (των νέων τουλάχιστον) για ξεπέρασμα όλων των ορίων και των ταμπού. Ή μάλλον όχι για την επανάσταση και το ξεπέρασμα αυτό, τα οποία, στο κάτω - κάτω, δεν επιτεύχθηκαν ποτέ, αλλά για μια εποχή όπου μεγάλο μερος των ανθρώπων (στη Δύση) πίστεψε, έστω και για λίγο, ότι μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο και έκανε προσπάθειες γι΄αυτό. Ίσως η μνήμη αυτής της για πάντα χαμένης πίστης είναι αυτό που περισσότερο απ' όλα νοσταλγούν όσοι, έστω και για λίγο, τη συμμερίστηκαν. Πολλά από τα όνειρα αυτά αποδείχτηκαν ίσως αφελή. Τι σημασία έχει αυτό τελικά; Όσοι συμμετείχαν στο όνειρο βίωσαν καταστάσεις που η σύγχρονη, πολύ πιο στεγνή και προσγειωμένη, εποχή αδυνατεί να προσφέρει.
Από την άλλη το φιλμ στοχάζεται πάνω στη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού, μαζικών και προσωπικών καταστάσεων.Φαίνεται επίσης να δείχνει την αναπόφευκτη επικράτηση της προσωπικής ηδονής πάνω στο "καθήκον" (επαναστατικό στην προκειμένη περίπτωση). Οι ήρωές μας θα κλειστούν στο δικό τους κόσμο και δεν θα συμμετάσχουν στην επανάσταση στους δρόμους, την οποία ωστόσο υποστηρίζουν μ' όλη τους τη δύναμη. Η αντίφαση αυτή δίνει άφθονη τροφή για σκέψη. Όχι, μη βγάλετε το συμπέρασμα ότι κλίνει υπέρ της ατομικότητας. Απλώς νομίζω ότι θέτει το μεγάλο θέμα της σχέσης δημόσιου - ιδιωτικού ή, αν θέλετε, καταδεικνύει μια "προσωπική" επανάσταση (ερωτική στην προκειμένη περίπτωση), η οποία προχωρά παράλληλα με την επανάσταση στους δρόμους.
Την θεωρώ σημαντική ταινία, που θέτει πολλαπλά ερωτήματα και συγχρόνως εξετάζει μια ταραγμένη εποχή ονείρων που έφυγε για πάντα. Οι σεμνότυφοι πάντως ας την αποφύγουν Περιλαμβάνει πολλές τολμηρές σκηνές...
Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2018
Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2018
"CRASH AND BURN"... ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ
Θυμάστε τον αυστραλό σκηνοθέτη Russell Mulcahy; Ήταν αυτός που στα 80ς γύρισε το "Highlander" και μετά τις συνέχειές του, οι οποίες δεν βλέπονται. Πριν απ' αυτά μάλιστα είχε κάνει το πραγματικά παράξενο φιλμ τρόμου "Razorback" με ένα μεγάλο αγριογούρουνο που σκοτώνει. Ο λόγος που τα λέω αυτά είναι για να τονίσω την κατάντια ορισμένων δημιουργών. Διότι μετά απ' αυτό το ελπιδοφόρο ξεκίνημα, οι ταινίες είναι κακές (όχι ότι τις έχω δει όλες βέβαια).
Έτυχε να πέσει στα χέρια μου το "Crash and Burn", μια μεγάλου μήκους τηλεταινία του 2007. Ε, πρόκειται για τα πιο ρουτινιάρικα πράγματα που έχω δει. Υπάρχει μια (συμπαθής) συμμορία ειδικευμένη στις κλοπές αυτοκινήτων. Ο "μάστορας" του σπορ αυτού και φυσικός αρχηγός της επιστρέφει σ' αυτή μετά απουσία κάποιων χρόνων και επανασυνδέεται με τον κολλητό του. Οι φίλοι μας αναλαμβάνουν μια πολύ μεγάλη δουλειά (θα κλέψουν πολλά και σπάνια αμάξια) για έναν επικίνδυνο γκάνγκστερ, ενώ ταυτόχρονα απειλούνται από "κακιά" αντίπαλη συμμορία που ειδικεύεται στου ίδιου τύπου κλοπές. Όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, σε λίγο πολλά αυτοκίνητα θα γκαζώσουν, το πιστολιδι θα πέσει σύννεφο και τα πτώματα θα συσσωρευτούν.
Τόσο καλά. Νομίζω ότι το φιλμ δεν διαθέτει καμιά πρωτοτυπία (εκτός αν εκλάβετε ως τέτοια το ότι χωρίζει στα τέσσερα την οθόνη στις σκηνές των αναπόφευκτων αυτοκινητοκυνηγητών). Ούτε έχει να μας πει κάτι ιδιαίτερο. Τα κλισέ - η ανδρική φιλία, η αγάπη για τη γυναίκα που άφησε ο ήρωας, οι φιγούρες και η συμπεριφορά των κακών κλπ.- έρχονται το ένα μετά το άλλο, οι καταστάσεις είναι απόλυτα προβλέψιμες και το όλο πράγμα το έχουμε ξαναδεί πάμπολλες φορές. Γενικά δείτε το αυστηρά και μόνο αν πλήτετε μέχρι θανάτου και δεν υπάρχει τίποτα άλλο ή αν σας αρέσουν τα αγόρια που γκαζώνουν ασταμάτητα και κυνηγιούνται με αυτοκίνητα.
Είδα το φιλμ μόνο και μόνο για το όνομα του σκηνοθέτη. Τι κρίμα κάποιοι δημιουργοί με ταλέντο να ξεπέφτουν τόσο... Κρίμα! Πάντως βλέπω ότι ο Mulcahy συνεχίζει ακάθεκτος να κάνει τηλεόραση.
Έτυχε να πέσει στα χέρια μου το "Crash and Burn", μια μεγάλου μήκους τηλεταινία του 2007. Ε, πρόκειται για τα πιο ρουτινιάρικα πράγματα που έχω δει. Υπάρχει μια (συμπαθής) συμμορία ειδικευμένη στις κλοπές αυτοκινήτων. Ο "μάστορας" του σπορ αυτού και φυσικός αρχηγός της επιστρέφει σ' αυτή μετά απουσία κάποιων χρόνων και επανασυνδέεται με τον κολλητό του. Οι φίλοι μας αναλαμβάνουν μια πολύ μεγάλη δουλειά (θα κλέψουν πολλά και σπάνια αμάξια) για έναν επικίνδυνο γκάνγκστερ, ενώ ταυτόχρονα απειλούνται από "κακιά" αντίπαλη συμμορία που ειδικεύεται στου ίδιου τύπου κλοπές. Όπως όλοι αντιλαμβάνεστε, σε λίγο πολλά αυτοκίνητα θα γκαζώσουν, το πιστολιδι θα πέσει σύννεφο και τα πτώματα θα συσσωρευτούν.
Τόσο καλά. Νομίζω ότι το φιλμ δεν διαθέτει καμιά πρωτοτυπία (εκτός αν εκλάβετε ως τέτοια το ότι χωρίζει στα τέσσερα την οθόνη στις σκηνές των αναπόφευκτων αυτοκινητοκυνηγητών). Ούτε έχει να μας πει κάτι ιδιαίτερο. Τα κλισέ - η ανδρική φιλία, η αγάπη για τη γυναίκα που άφησε ο ήρωας, οι φιγούρες και η συμπεριφορά των κακών κλπ.- έρχονται το ένα μετά το άλλο, οι καταστάσεις είναι απόλυτα προβλέψιμες και το όλο πράγμα το έχουμε ξαναδεί πάμπολλες φορές. Γενικά δείτε το αυστηρά και μόνο αν πλήτετε μέχρι θανάτου και δεν υπάρχει τίποτα άλλο ή αν σας αρέσουν τα αγόρια που γκαζώνουν ασταμάτητα και κυνηγιούνται με αυτοκίνητα.
Είδα το φιλμ μόνο και μόνο για το όνομα του σκηνοθέτη. Τι κρίμα κάποιοι δημιουργοί με ταλέντο να ξεπέφτουν τόσο... Κρίμα! Πάντως βλέπω ότι ο Mulcahy συνεχίζει ακάθεκτος να κάνει τηλεόραση.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 19, 2018
Η "POST" ΚΑΙ Ο ΤΥΠΟΣ (ΟΠΩΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ)
Ο Steven Spielberg οριμάζει και - αν και βρίσκεται μακριά πλέον από τον πολύ καλό εαυτό του των άψογων περιπετειών των 70ς και 80ς - καταφέρνει πλέον να κάνει και καλές "σοβαρές" ταινίες, δίχως την γλυκερότητα και το μελό παλιότερων προσπαθειών του για "ποιοτικό" σινεμά. Αφορμή γι' αυτά τα σχόλια είναι το "The Post" (με την προσθήκη "Απαγορευμένα Μυστικά" στον ελληνικό τίτλο), με τους πάντα καλούς Μέριλ Στριπ και Τομ Χανκς στους βασικούς ρόλους (αν και το βάρος πέφτει στον χαρακτήρα της Στριπ). Το οποίο βεβαίως είναι ένα σύγχρονο "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου".
Η ιστορία είναι αληθινή (με τις χολιγουντιανές "προσθήκες" φυσικά). Αναφέρεται στον πόλεμο Τύπου και Νίξον στις αρχές των 70ς. Ενώ ο πόλεμος του Βιετνάμ μαίνεται και οι αμερικάνοι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος κυριολεκτικά για το τίποτα (όπως θα αποδειχτεί), οι New York Times δημοσιεύουν μικρό μέρος απόρρητης έκθεσης που έχει διαρρεύσει από το Υπουργείο Εξωτερικών. Στην έκθεση όχι μόνο αποκαλύπτονται οι κάθε λογής βρωμιές που έχει κάνει η Αμερική εκεί (από την εποχή του Αϊσενχάουερ ήδη), αλλά και το ότι οι ειδικοί συμφωνούσαν ήδη από το 1965 περίπου ότι οι ΗΠΑ θα χάσουν τον πόλεμο, αλλά ουδείς πρόεδρος αποφάσιζε να αποδεχτεί την ήττα και να εισπράξει το πολιτικό κόστος. Οπότε η σφαγή συνεχίζεται μόνο και μόνο από ένα είδος άκαρπου "πείσματος" και πολιτικών συμφερόντων. Ο Νίξον (σύμφωνα με πολλά γκάλοπ ψηφίζεται ως ο πλέον μισητός πρόεδρος των ΗΠΑ και τώρα την ζηλευτή αυτή διάκριση τείνει να κερδίσει ο Τραμπ) αντιδρά μηνύοντας τους Times και απαγορεύοντας την δημοσίευση άλλων στοιχείων για το θέμα. Και τότε η σχετικά μικρή την εποχή αυτή Wasington Post καταφέρνει να αποκτήσει ολόκληρο τον φάκελο, που ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελειται από 7000 (!!!) σελίδες. Το δίλημμα είναι αν θα τον δημοσιεύσουν αφού, μετά την απαγόρευση, κινδυνεύουν να πάνε φυλακή εκδότης και αρχισυντάκτης και η ίδια η εφημερίδα να κλείσει.
Το φιλμ λειτουργεί τέλεια ως πολιτικό θρίλερ με σφιχτοδεμένο σενάριο, που κρατά τον θεατή διαρκώς σε αγωνία και εισάγει συνεχώς διλήμματα : Θα επικρατήσει η λογική και η ανάγκη για ασφάλεια ή θα κάνουμε το σωστό, αυτό που επιτάσσει η αλήθεια και η ελευθερία του τύπου, βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, ριψοκινδυνεύοντας τα πάντα; Η ιστορία επικεντρώνεται στην εκδότρια, πλούσια και προσωπική φίλη μάλιστα πρώην υπουργού Εξωτερικών που εμπλέκεται στην υπόθεση (οπότε υπάρχει και η καθαρά συναισθηματική σύγκρουση : προστατεύω ή "δίνω" έναν καλό φίλο αν αποδειχτεί ότι δεν είναι και τόσο καθαρός;), η οποία έχει αναλάβει την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της δίχως να ξέρει και πολλά για τη δουλειά. Τώρα όμως πρέπει να πάρει σημαντικές αποφάσεις υπό πίεση, καθώς διακυβεύονται τα πάντα.
Φυσικά η ταινία γυρίστηκε τη συγκεκριμένη εποχή διότι, μετά 50 χρόνια, και πάλι οι σχεσεις προέδρου - τύπου βρίσκονται στο χειρότερο δυνατό σημείο. Έτσι ο Spielberg κάνει κι αυτός την "αντίστασή" του στον απολυταρχισμό Τραμπ. Επίσης το φιλμ μεταφέρει με πολύ καλό τρόπο το κλίμα της εποχής - τα 60ς είναι ακόμα πολύ κοντά - και τέλος, μας μιλά για κάτι που έχει εκλείψει στις μέρες μας: Για την τεράστια δύναμη που είχε ο τύπος κάποτε. Μπορούσε σχεδόν να ανεβάσει και να κατεβάσει κυβερνήσεις και ό,τι γραφόταν το έπειρναν σοβαρά οι πάντες (και οι ισχυροί). Σήμερα υπάρχουν βεβαίως νέα μέσα, αλλά νομίζω ότι η κλασική εφημερίδα βαίνει αργά προς εξαφάνιση.
Προσωπικά η ταινία μου άρεσε πολύ. Ίσως κάποιοι να δείχνονται λίγο πιο ήρωες απ' ότι υπήρξαν στην πραγματικότητα, αλλά δεν πειράζει. Στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε. Κι αυτό είναι, νομίζω, ένα άριστο δείγμα του του καλού χολιγουντιανού κινηματογράφου.
Η ιστορία είναι αληθινή (με τις χολιγουντιανές "προσθήκες" φυσικά). Αναφέρεται στον πόλεμο Τύπου και Νίξον στις αρχές των 70ς. Ενώ ο πόλεμος του Βιετνάμ μαίνεται και οι αμερικάνοι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος κυριολεκτικά για το τίποτα (όπως θα αποδειχτεί), οι New York Times δημοσιεύουν μικρό μέρος απόρρητης έκθεσης που έχει διαρρεύσει από το Υπουργείο Εξωτερικών. Στην έκθεση όχι μόνο αποκαλύπτονται οι κάθε λογής βρωμιές που έχει κάνει η Αμερική εκεί (από την εποχή του Αϊσενχάουερ ήδη), αλλά και το ότι οι ειδικοί συμφωνούσαν ήδη από το 1965 περίπου ότι οι ΗΠΑ θα χάσουν τον πόλεμο, αλλά ουδείς πρόεδρος αποφάσιζε να αποδεχτεί την ήττα και να εισπράξει το πολιτικό κόστος. Οπότε η σφαγή συνεχίζεται μόνο και μόνο από ένα είδος άκαρπου "πείσματος" και πολιτικών συμφερόντων. Ο Νίξον (σύμφωνα με πολλά γκάλοπ ψηφίζεται ως ο πλέον μισητός πρόεδρος των ΗΠΑ και τώρα την ζηλευτή αυτή διάκριση τείνει να κερδίσει ο Τραμπ) αντιδρά μηνύοντας τους Times και απαγορεύοντας την δημοσίευση άλλων στοιχείων για το θέμα. Και τότε η σχετικά μικρή την εποχή αυτή Wasington Post καταφέρνει να αποκτήσει ολόκληρο τον φάκελο, που ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελειται από 7000 (!!!) σελίδες. Το δίλημμα είναι αν θα τον δημοσιεύσουν αφού, μετά την απαγόρευση, κινδυνεύουν να πάνε φυλακή εκδότης και αρχισυντάκτης και η ίδια η εφημερίδα να κλείσει.
Το φιλμ λειτουργεί τέλεια ως πολιτικό θρίλερ με σφιχτοδεμένο σενάριο, που κρατά τον θεατή διαρκώς σε αγωνία και εισάγει συνεχώς διλήμματα : Θα επικρατήσει η λογική και η ανάγκη για ασφάλεια ή θα κάνουμε το σωστό, αυτό που επιτάσσει η αλήθεια και η ελευθερία του τύπου, βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, ριψοκινδυνεύοντας τα πάντα; Η ιστορία επικεντρώνεται στην εκδότρια, πλούσια και προσωπική φίλη μάλιστα πρώην υπουργού Εξωτερικών που εμπλέκεται στην υπόθεση (οπότε υπάρχει και η καθαρά συναισθηματική σύγκρουση : προστατεύω ή "δίνω" έναν καλό φίλο αν αποδειχτεί ότι δεν είναι και τόσο καθαρός;), η οποία έχει αναλάβει την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της δίχως να ξέρει και πολλά για τη δουλειά. Τώρα όμως πρέπει να πάρει σημαντικές αποφάσεις υπό πίεση, καθώς διακυβεύονται τα πάντα.
Φυσικά η ταινία γυρίστηκε τη συγκεκριμένη εποχή διότι, μετά 50 χρόνια, και πάλι οι σχεσεις προέδρου - τύπου βρίσκονται στο χειρότερο δυνατό σημείο. Έτσι ο Spielberg κάνει κι αυτός την "αντίστασή" του στον απολυταρχισμό Τραμπ. Επίσης το φιλμ μεταφέρει με πολύ καλό τρόπο το κλίμα της εποχής - τα 60ς είναι ακόμα πολύ κοντά - και τέλος, μας μιλά για κάτι που έχει εκλείψει στις μέρες μας: Για την τεράστια δύναμη που είχε ο τύπος κάποτε. Μπορούσε σχεδόν να ανεβάσει και να κατεβάσει κυβερνήσεις και ό,τι γραφόταν το έπειρναν σοβαρά οι πάντες (και οι ισχυροί). Σήμερα υπάρχουν βεβαίως νέα μέσα, αλλά νομίζω ότι η κλασική εφημερίδα βαίνει αργά προς εξαφάνιση.
Προσωπικά η ταινία μου άρεσε πολύ. Ίσως κάποιοι να δείχνονται λίγο πιο ήρωες απ' ότι υπήρξαν στην πραγματικότητα, αλλά δεν πειράζει. Στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε. Κι αυτό είναι, νομίζω, ένα άριστο δείγμα του του καλού χολιγουντιανού κινηματογράφου.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2018
Ο "ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΧΑΡΙ" ΚΑΙ Ο ΥΠΟΧΘΟΝΙΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ
Βρισκόμαστε στα 1971 όταν ο καλός σκηνοθέτης Don Siegel (1912-1991) γυρίζει το "Dirty Harry" ("Ο επιθεωρητής Κάλαχαν"), το πρώτο από τη σειρά με ήρωα τον ομώνυμο αστυνομικό, με τον Κλιντ Ίστγουντ φυσικά στο βασικό ρόλο. Τα σίκουελ, σχετικά σπάνια ακόμα την εποχή εκείνη, γυρίστηκαν λόγω της επιτυχίας αυτής της πρώτης ταινίας.
Ο επιθεωρητής Κάλαχαν (με το παρατσούκλι "Βρώμικος Χάρι") εφαρμάζει το νομο με τον δικό του τρόπο: Αυτοδικώντας, με το όπλο του πάντοτε να πρωταγωνιστή σε κάθε διαμάχη. Αυτό τον φέρνει συχνά σε αντιπαράθεση με τους ανωτέρους του, αλλά... ψιλά γράμματα. Αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με έναν ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ, ο οποίος πρώτα δολοφονεί άσχετους ανθρώπους (και μάλιστα συχνά γυναίκες ή παιδια) και μετά ζητά υπέρογκα λίτρα για να μη σκοτώσει τον επόμενο. Ο Κάλαχαν φυσικά θα τον αντιμετωπίσει με τον δικό του τρόπο. Τα πράγματα όμως θα γίνουν ακόμα πιο σοβαρά όταν τα δικαστήρια, όπου προσάγεται ο ύποπτος, έχουν διαφορετική γνώμη για τα δικαιώματα ακόμα και των δολοφόνων...
Τα θετικά πρώτα: Καλογυρισμένο φιλμ που κρατά τον θεατή, απ' αυτά τα "στέρεα" αστυνομικά των 70ς. Η ατμόσφαιρα της εποχής, που διαπερνά τα πάντα, αποτελεί ένα ακόμα - νοσταλγικό ίσως - συν. Ως περιπέτεια του είδους λοιπόν (παρά τις μερικές φορές αδύνατο να συμβούν ταρζανιές του Χάρι) στέκει μια χαρά ως σήμερα. Άλλωστε ο Σίγκελ υπήρξε καλός σκηνοθέτης.
Και τα κακά; Δεν το ανακαλύπτω εγώ, αποτελεί κοινότατη κατηγορία ενάντια στα φιλμ της σειράς: Υπάρχει ένας εντονότατος υφέρπων φασισμός σε όλα τα επίπεδα. Κατ' αρχήν η ταινία είναι απροκάλυπτα υπέρ της αστυνομίας και εναντίον των κάθε λογής "punks" (όχι με τησημερινή έννοια). Φυσικά αυτό συμβαίνει στα περισσότερα αστυνομικά, εδώ όμως δηλώνεται ρητά και ευθαρσώς, τόσο που ενοχλεί. Και υπάρχει βέβαια και το φλέγον θέμα της αυτοδικίας, αληθινή ραχοκοκαλιά του φιλμ. Αφού ο νόμος δεν μπορεί, τον παίρνουμε στα χέρια μας. Μάλιστα. Θα παρατηρήσετε σωστά: Μα αυτό λίγο-πολύ υπάρχει στις περισσότερες αμερικάνικες ταινίες δράσης και σε όλες σχεδόν τις υπερηρωικές (εξ ορισμού σ' αυτές). Ναι, αλλά εδώ η αυτοδικία κυριολεκτικά προπαγανδίζεται, δείχνεται ως ο μόνος σωστός δρόμος για την ύπαρξη δικαιοσύνης. Δεν είναι τόσο η υποστήριξή της που ενοχλεί (είπαμε, αυτή ενυπάρχει στις μισές αμερικάνικες mainstream ταινίες) όσο η απόλυτα απορριπτική ματιά σε όσους διαφωνούν μ' αυτή: Το "σύστημα " λοιπόν εν γένει, η δικαιοσύνη και η ίδια η "συμβατική" αστυνομία και όσοι μιλούν για "δικαιώματα των κατηγορουμένων" παρουσιάζονται από "μαλακοί" φλούφληδες έως ηλίθιοι. Και είναι τόσο εξώφθαλμα μη δίκαια όσα πράτουν (και όχι ιδιαίτερα πιστευτά) και ο τρόπος με τον οποίο μιλούν, ώστε ο θεατής στρέφεται άμεσα εναντίον τους και υποστηρίζει με όλη του την ψυχή την δίκαιη αυτοδικία του επιθεωρητή. Οι κάθε λογής "υποστηρικτές των δικαιωμάτων" παρουσιάζονται συνειδητότατα με τόσο απωθητικό τρόπο, ώστε δεν μπορείς παρά να είσαι "με τους άλλους".
Ας θυμηθούμε την εποχή: Βρισκόμαστε ακόμα πολύ πολύ κοντά στην ανατρεπτικιή δεκαετία του 60, όπου άπαντες σχεδόν οι θεσμοί έχουν αμφισβητηθεί. Το 1971 όμως τόσο το χίπικο όνειρο της αγάπης και της μη βίας όσο και οι όποιες αριστερές συμπάθειες έχουν πλέον εμφανώς ξεφτίσει. Ο κόσμος δεν άλλαξε τελικά. Το φιλμ αυτό ίσως να σηματοδοτεί καθαρότερα από οποιοδήποτε άλλο την συντηρητική αντεπίθεση, την "επαναφορά στην τάξη". Οι επαναστάτες και οι αμφισβητίες, είτε σιωπηλοί είτε ακτιβιστές, είναι ηλίθιοι φλούφληδες. Ας καθαρίσουμε μ' αυτούς. Τον πρώτο λόγο πρέπει να έχουν τα όπλα και η δικαιοσύνη της "κοινής λογικής". Τα υπόλοιπα είναι μπούρδες. Μάλιστα. Το τι συμβαίνει σήμερα με τα όπλα στην Αμερική, το "απολαμβάνουμε" βεβαίως σχεδόν καθημερινά στις ειδήσεις...
Τέλος πάντων. Καλή και σφιχτή ταινία, ιδεολογικά όμως πιο κοντά στον φασισμό από ποτέ.
Ο επιθεωρητής Κάλαχαν (με το παρατσούκλι "Βρώμικος Χάρι") εφαρμάζει το νομο με τον δικό του τρόπο: Αυτοδικώντας, με το όπλο του πάντοτε να πρωταγωνιστή σε κάθε διαμάχη. Αυτό τον φέρνει συχνά σε αντιπαράθεση με τους ανωτέρους του, αλλά... ψιλά γράμματα. Αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με έναν ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ, ο οποίος πρώτα δολοφονεί άσχετους ανθρώπους (και μάλιστα συχνά γυναίκες ή παιδια) και μετά ζητά υπέρογκα λίτρα για να μη σκοτώσει τον επόμενο. Ο Κάλαχαν φυσικά θα τον αντιμετωπίσει με τον δικό του τρόπο. Τα πράγματα όμως θα γίνουν ακόμα πιο σοβαρά όταν τα δικαστήρια, όπου προσάγεται ο ύποπτος, έχουν διαφορετική γνώμη για τα δικαιώματα ακόμα και των δολοφόνων...
Τα θετικά πρώτα: Καλογυρισμένο φιλμ που κρατά τον θεατή, απ' αυτά τα "στέρεα" αστυνομικά των 70ς. Η ατμόσφαιρα της εποχής, που διαπερνά τα πάντα, αποτελεί ένα ακόμα - νοσταλγικό ίσως - συν. Ως περιπέτεια του είδους λοιπόν (παρά τις μερικές φορές αδύνατο να συμβούν ταρζανιές του Χάρι) στέκει μια χαρά ως σήμερα. Άλλωστε ο Σίγκελ υπήρξε καλός σκηνοθέτης.
Και τα κακά; Δεν το ανακαλύπτω εγώ, αποτελεί κοινότατη κατηγορία ενάντια στα φιλμ της σειράς: Υπάρχει ένας εντονότατος υφέρπων φασισμός σε όλα τα επίπεδα. Κατ' αρχήν η ταινία είναι απροκάλυπτα υπέρ της αστυνομίας και εναντίον των κάθε λογής "punks" (όχι με τησημερινή έννοια). Φυσικά αυτό συμβαίνει στα περισσότερα αστυνομικά, εδώ όμως δηλώνεται ρητά και ευθαρσώς, τόσο που ενοχλεί. Και υπάρχει βέβαια και το φλέγον θέμα της αυτοδικίας, αληθινή ραχοκοκαλιά του φιλμ. Αφού ο νόμος δεν μπορεί, τον παίρνουμε στα χέρια μας. Μάλιστα. Θα παρατηρήσετε σωστά: Μα αυτό λίγο-πολύ υπάρχει στις περισσότερες αμερικάνικες ταινίες δράσης και σε όλες σχεδόν τις υπερηρωικές (εξ ορισμού σ' αυτές). Ναι, αλλά εδώ η αυτοδικία κυριολεκτικά προπαγανδίζεται, δείχνεται ως ο μόνος σωστός δρόμος για την ύπαρξη δικαιοσύνης. Δεν είναι τόσο η υποστήριξή της που ενοχλεί (είπαμε, αυτή ενυπάρχει στις μισές αμερικάνικες mainstream ταινίες) όσο η απόλυτα απορριπτική ματιά σε όσους διαφωνούν μ' αυτή: Το "σύστημα " λοιπόν εν γένει, η δικαιοσύνη και η ίδια η "συμβατική" αστυνομία και όσοι μιλούν για "δικαιώματα των κατηγορουμένων" παρουσιάζονται από "μαλακοί" φλούφληδες έως ηλίθιοι. Και είναι τόσο εξώφθαλμα μη δίκαια όσα πράτουν (και όχι ιδιαίτερα πιστευτά) και ο τρόπος με τον οποίο μιλούν, ώστε ο θεατής στρέφεται άμεσα εναντίον τους και υποστηρίζει με όλη του την ψυχή την δίκαιη αυτοδικία του επιθεωρητή. Οι κάθε λογής "υποστηρικτές των δικαιωμάτων" παρουσιάζονται συνειδητότατα με τόσο απωθητικό τρόπο, ώστε δεν μπορείς παρά να είσαι "με τους άλλους".
Ας θυμηθούμε την εποχή: Βρισκόμαστε ακόμα πολύ πολύ κοντά στην ανατρεπτικιή δεκαετία του 60, όπου άπαντες σχεδόν οι θεσμοί έχουν αμφισβητηθεί. Το 1971 όμως τόσο το χίπικο όνειρο της αγάπης και της μη βίας όσο και οι όποιες αριστερές συμπάθειες έχουν πλέον εμφανώς ξεφτίσει. Ο κόσμος δεν άλλαξε τελικά. Το φιλμ αυτό ίσως να σηματοδοτεί καθαρότερα από οποιοδήποτε άλλο την συντηρητική αντεπίθεση, την "επαναφορά στην τάξη". Οι επαναστάτες και οι αμφισβητίες, είτε σιωπηλοί είτε ακτιβιστές, είναι ηλίθιοι φλούφληδες. Ας καθαρίσουμε μ' αυτούς. Τον πρώτο λόγο πρέπει να έχουν τα όπλα και η δικαιοσύνη της "κοινής λογικής". Τα υπόλοιπα είναι μπούρδες. Μάλιστα. Το τι συμβαίνει σήμερα με τα όπλα στην Αμερική, το "απολαμβάνουμε" βεβαίως σχεδόν καθημερινά στις ειδήσεις...
Τέλος πάντων. Καλή και σφιχτή ταινία, ιδεολογικά όμως πιο κοντά στον φασισμό από ποτέ.
Τρίτη, Ιανουαρίου 16, 2018
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο "ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ" BOURNE;
Το 2002 γνωρίσαμε για πρώτη φορά τον αμνησιακό σούπερ πράκτορα Bourne και, ομολογώ, χαρήκαμε πολύ. Το πρώτο φιλμ της σειράς με τίτλο "The Bourne Identity" γύρισε τότε ο Doug Liman και ο ελληνικός τίτλος ήταν "Χωρίς Ταυτότητα", με τον Ματ Ντέιμον βεβαίως στο βασικό ρόλο.
Ένα αλιευτικό σκάφος περισυλλέγει από τη θάλασσα έναν μισοπεθαμένο άντρα, τον οποίο έχουν πυροβολήσει. Όταν αυτός συνέρχεται διαπιστώνει ότι πάσχει από αμνησία : Δεν ξέρει ούτε ποιος είναι ούτε πώς βρέθηκε σ' αυτή την κατάσταση. Βγαίνοντας στη στεριά πασχίζει με κάθε τρόπο να βρει την ξεχασμένη του ταυτότητα, ενώ σύντομα διαπιστώνει ότι είναι εξαιρετικά εκπαιδευμένος. Στην ουσία είναι ένα πραγματικό ανθρώπινο όπλο. Πράκτορας μάλλον. Από ποιον όμως; Και γιατί τον κυνηγούν όλοι; Για ποιούς δουλεύει (ή δούλευε); Ποια είναι (ήταν) η αποστολή του;
Ας πούμε αρχικά ότι η ταινία είναι αληθινά διασκεδαστική (δεν εννοώ με τη χιουμοριστική έννοια του όρου): Διαθέτει εξαιρετικό σασπένς, μυστήριο, άψογα σκηνοθετημένη δράση, σχετικά πρωτότυπο σενάριο και καταφέρνει να κρατά τον θεατή από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Αληθινά χορταστική. Τι άλλο θέλετε; Υπάρχει και το κοσμοπολίτικο στοιχείο (ο Μπουρν ψάχνει τον εαυτό του - και καταδιώκεται - σε πολλές πόλεις, ενώ υπάρχει και Ελλάδα στο όλο τρέξιμο), παίζει και η συμπαθής Φράνκα Ποτέντε... Γενικά θεωρώ την συγκεκριμένη ταινία (και τις δύο άλλες που ακολούθησαν, του Greengrass αυτές), ως πρότυπο καλών θρίλερ δράσης, ίσως του πιο πολυφορεμένου, κακοποιημένου και συνήθως βαρετού είδους του αμερικάνικου τουλάχιστον κινηματογράφου. Όσο για τα νοήματα... καλά πάμε κι εδώ, αφού οι "κακοί" είναι διάφορες μυστικές υπηρεσίες, οι πράκτορες είναι, απλώς, αναλώσιμα αντικείμενα και όλη η προσπάθεια του ήρωα έγκειται στο να ξεφύγει απ' αυτά που τον έχουν προορίσει και προγραμματίσει (αν θέλετε ερμηνεύστε το και ως υπαρξιακή μεταφορά κάποιου που ψάχνει τον εαυτό του πασχίζοντας να γλυτώσει από τα καλούπια και απ' όσα οι άλλοι περιμένουν από αυτόν και του έχουν "αναθέσει". Στην πραγματική ζωή ερήμην του).
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα, κυρίως ως φιλμ καθαρής περιπέτειας και κινηματογραφικής απόλαυσης. Και βρήκα ότι αντέχει στον χρόνο. Μακάρι να ήταν έτσι τα κατασκοπικά (ή περίπου) θρίλερ...
Ένα αλιευτικό σκάφος περισυλλέγει από τη θάλασσα έναν μισοπεθαμένο άντρα, τον οποίο έχουν πυροβολήσει. Όταν αυτός συνέρχεται διαπιστώνει ότι πάσχει από αμνησία : Δεν ξέρει ούτε ποιος είναι ούτε πώς βρέθηκε σ' αυτή την κατάσταση. Βγαίνοντας στη στεριά πασχίζει με κάθε τρόπο να βρει την ξεχασμένη του ταυτότητα, ενώ σύντομα διαπιστώνει ότι είναι εξαιρετικά εκπαιδευμένος. Στην ουσία είναι ένα πραγματικό ανθρώπινο όπλο. Πράκτορας μάλλον. Από ποιον όμως; Και γιατί τον κυνηγούν όλοι; Για ποιούς δουλεύει (ή δούλευε); Ποια είναι (ήταν) η αποστολή του;
Ας πούμε αρχικά ότι η ταινία είναι αληθινά διασκεδαστική (δεν εννοώ με τη χιουμοριστική έννοια του όρου): Διαθέτει εξαιρετικό σασπένς, μυστήριο, άψογα σκηνοθετημένη δράση, σχετικά πρωτότυπο σενάριο και καταφέρνει να κρατά τον θεατή από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Αληθινά χορταστική. Τι άλλο θέλετε; Υπάρχει και το κοσμοπολίτικο στοιχείο (ο Μπουρν ψάχνει τον εαυτό του - και καταδιώκεται - σε πολλές πόλεις, ενώ υπάρχει και Ελλάδα στο όλο τρέξιμο), παίζει και η συμπαθής Φράνκα Ποτέντε... Γενικά θεωρώ την συγκεκριμένη ταινία (και τις δύο άλλες που ακολούθησαν, του Greengrass αυτές), ως πρότυπο καλών θρίλερ δράσης, ίσως του πιο πολυφορεμένου, κακοποιημένου και συνήθως βαρετού είδους του αμερικάνικου τουλάχιστον κινηματογράφου. Όσο για τα νοήματα... καλά πάμε κι εδώ, αφού οι "κακοί" είναι διάφορες μυστικές υπηρεσίες, οι πράκτορες είναι, απλώς, αναλώσιμα αντικείμενα και όλη η προσπάθεια του ήρωα έγκειται στο να ξεφύγει απ' αυτά που τον έχουν προορίσει και προγραμματίσει (αν θέλετε ερμηνεύστε το και ως υπαρξιακή μεταφορά κάποιου που ψάχνει τον εαυτό του πασχίζοντας να γλυτώσει από τα καλούπια και απ' όσα οι άλλοι περιμένουν από αυτόν και του έχουν "αναθέσει". Στην πραγματική ζωή ερήμην του).
Προσωπικά το ευχαριστήθηκα, κυρίως ως φιλμ καθαρής περιπέτειας και κινηματογραφικής απόλαυσης. Και βρήκα ότι αντέχει στον χρόνο. Μακάρι να ήταν έτσι τα κατασκοπικά (ή περίπου) θρίλερ...
Κυριακή, Ιανουαρίου 14, 2018
ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ... ΣΤΟ "EXECUTIVE DECISION"
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Εδώ κακοί άραβες τρομοκράτες καταλαμβάνουν επιβατικό αεροπλάνο, στο οποίο μάλιστα συμπτωματικά επιβαίνει και φιλόδοξος γερουσιαστής. Απαιτούν υπέρογκα λύτρα και την απελευθέρωση ενός φυλακισμένου "τρομοκράτη". Και υπάρχει και μια πολύ επικίνδυνη βομβα στο αεροπλάνο... Η κυβέρνηση στέλνει ομάδα κομάντος να "προσεγγίσει" εν πτήσει το αεροπλάνο με ένα ειδικό σκάφος. Στην ομάδα συμμετέχει και ειδικός σύμβουλος της Ουάσινγκτον, άμαχος κατά τα άλλα. Κάτι όμως θα πάει στραβά και τελικά κάποιοι από την ομάδα θα ξεμείνουν κρυμένοι στο υπό κατάληψη σκάφος. Και το σασπένς αρχίζει...
Τη συνταγή την ξέρετε καλά: Αυξανόμενο σασπένς, σφιχτό timing (όλα πρέπει να γίνουν σε πολύ συγκεκριμένο χρόνο που διαρκώς λιγοστεύει, αλλιώς τα πάντα θα τιναχτούν στον αέρα), πολύ κακοί και αδίστακτοι "κακοί", μια βόμβα που πρέπει να μην εκραγεί παρά τον προγραμματισμό της κλπ. κλπ. Τα κλισέ πάμπολλα, οι ήρωες πιο ηρωικοί από ποτέ, οι σεναριακές αφέλειες δίνουν και παίρνουν. Γενικά μια ακόμα ρουτινιάρικη ταινία του είδους, απ' αυτές που βλέπεις μόνο και μόνο για να περάσεις την ώρα σου (όχι απαραίτητα με τον καλύτερο τρόπο). Αφείστε που, αν οι άραβες τρομοκράτες ήταν από το 96 τόσο κακοί, φανταστείτε πώς τους βλέπουν τώρα, με όσα έχουν μεσολαβήσει...
Θα μου πείτε "μα καλογυρισμένο είναι και σασπένς διαθέτει". Νομίζω ότι αυτά απότελούν πλέον κοινούς τόπους, πεπατημένες, καθώς υπάρχουν στα περισσότερα χολιγουντιανά θρίλερ του είδους. Είναι τόσο κοινές (θετικές βεβαίως) ιδιότητες, που παύω να τις θεωρώ αρετές. Είπαμε: Πρόκειται για καλοεκτελεσμένη συνταγή.
Στο βασικό ρόλο ο Κερτ Ράσελ (που κυριολεκτικά τα κάνει όλα και συμφέρει), σε πολύ μικρότερο (ευτυχώς) ο Στίβεν Σίγκαλ και σε ρόλο πανέξυπνης αεροσυνοδού η Χάλι Μπέρι. Μόνο αν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε και θέλετε ντε και καλά να σκοτώσετε την ώρα σας...
Παρασκευή, Ιανουαρίου 12, 2018
"ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ": ΠΑΝΕΞΥΠΝΗ ΙΔΕΑ, ΑΛΛΑ...
Δυστυχώς ο "Μικρόκοσμος" (Downsizing, 2017) του Alexander Payne είναι η πρώτη ταινία ενός αγαπημένου δημιουργού που δεν μου άρεσε ιδιαιτερα. Νομίζω ότι για πρώτη φορά εδώ ο Payne χάνει τον έλεγχο. Ας δούμε όμως την ιστορία:
Νορβηγοί επιστήμονες καταφέρνουν να σμικρύνουν οτιδήποτε οργανικό. Έτσι ένας άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε ανθρωπάκι ύψους 5 περίπου εκατοστών. Τα πλεονεκτήματα για την ανθρωπότητα είναι τεράστια: Το οικολογικό λύνεται, αφού τα ίδια δισεκατομμύρια ανθρώπων θα μολύνουν πολύ λιγότερο τον πλανήτη, θα καταναλώνουν ελάχιστα, οπότε οι γήινοι πόροι δεν ξοδεύονται με τους σημερινούς ρυθμούς και, σε προσωπικό επίπεδο, θα μπορούν να απολαμβάνουν πολυτέλειες (από χαβιάρι και διαμάντια έως μέγαρα για διαμονή) με ελάχιστο κόστος. Προαιρετικά λοιπόν πολλοί επιλέγουν να σμικρυνθούν σε ειδικές εταιρίες, που τους παραχωρούν και τον "ιδανικό" (μικρό)κόσμο για να ζήσουν. Το ζεύγος των ηρώων αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βημα (αν κανείς σμικρυνθεί δεν υπάρχει επιστροφή). Όταν όμως ο σύζυγος ξυπνάει από τη διαδικασία βιώνει το πρώτο (καθαρά προσωπικό) σοκ.
Η ιδέα, που ανήκει βέβαια στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, είναι πανέξυπνη. Όπως και ο χειρισμός της, που ταιριάζει πολύ στο σατιρικό και ταυτόχρονα τρυφερό και ευαίσθητο πνεύμα του Payne. Κι όχι μόνο αυτό: Ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να καυτηριάσει την ανθρώπινη φύση, συχνά συνυφασμένη με την απληστία, τη βία και την εξουσιομανία, τη ροπή προς την παρανομία. Βλέπετε, ο ήρωάς μας σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο "ειδυλιακός" κόσμος των "μικρών ανθρώπων", παρά την απαστράπτουσα εικόνα που αρχικά παρουσιάζει (ουσιαστικά πρόκειται σχεδόν για υλοποίηση της ιδανικής, ουτοπικής κοινωνίας), κουβαλά τα προβλήματα της "κανονικής" ανθρωπότητας : Η κοινωνία είναι και πάλι ταξική, γεμάτη ανισότητες, ενώ η ίδια η μέθοδος σμίκρυνσης χρησιμοποιείται μερικές φορές για όχι και τόσο "καλούς" σκοπούς.
Όλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα. Πού βρίσκεται όμως το πρόβλημα; Ενώ στην αρχή η ιδέα αυτή μοιάζει να είναι δουλεμένη με τον τρόπο και το στιλ του Payne, σύντομα, στο δεύτερο μέρος κυρίως, η ιστορία ξεφεύγει, αλλάζει στην ουσία θέμα, και μετατρέπεται σε ίστορία σχεδόν τέλους του κόσμου, με έντονο διδακτισμό και οικολογικό (εύκολο όμως) προβληματισμό. Αν συνυπολογίσετε και τη μεγάλη διάρκεια, φοβάμαι ότι έχουμε να κάνουμε με την πρώτη αποτυχία του σκηνοθέτη. Με λίγα λόγια νομίζω ότι δεν "έδενε" το μείγμα και, προσωπικά, κουράστηκα κάπως. Κρίμα, γιατί αν δεν ξέφευγε σε άλλα, αχρείαστα κατά τη γνώμη μου, μονοπάτια, ο Payne θα είχε κάνει άλλη μία εξαιρετική ταινία στο κλίμα του. Η πρωτότυπη ιδέα του έδινε αυτή τη δυνατότητα.
Νορβηγοί επιστήμονες καταφέρνουν να σμικρύνουν οτιδήποτε οργανικό. Έτσι ένας άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε ανθρωπάκι ύψους 5 περίπου εκατοστών. Τα πλεονεκτήματα για την ανθρωπότητα είναι τεράστια: Το οικολογικό λύνεται, αφού τα ίδια δισεκατομμύρια ανθρώπων θα μολύνουν πολύ λιγότερο τον πλανήτη, θα καταναλώνουν ελάχιστα, οπότε οι γήινοι πόροι δεν ξοδεύονται με τους σημερινούς ρυθμούς και, σε προσωπικό επίπεδο, θα μπορούν να απολαμβάνουν πολυτέλειες (από χαβιάρι και διαμάντια έως μέγαρα για διαμονή) με ελάχιστο κόστος. Προαιρετικά λοιπόν πολλοί επιλέγουν να σμικρυνθούν σε ειδικές εταιρίες, που τους παραχωρούν και τον "ιδανικό" (μικρό)κόσμο για να ζήσουν. Το ζεύγος των ηρώων αποφασίζει να κάνει το μεγάλο βημα (αν κανείς σμικρυνθεί δεν υπάρχει επιστροφή). Όταν όμως ο σύζυγος ξυπνάει από τη διαδικασία βιώνει το πρώτο (καθαρά προσωπικό) σοκ.
Η ιδέα, που ανήκει βέβαια στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, είναι πανέξυπνη. Όπως και ο χειρισμός της, που ταιριάζει πολύ στο σατιρικό και ταυτόχρονα τρυφερό και ευαίσθητο πνεύμα του Payne. Κι όχι μόνο αυτό: Ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να καυτηριάσει την ανθρώπινη φύση, συχνά συνυφασμένη με την απληστία, τη βία και την εξουσιομανία, τη ροπή προς την παρανομία. Βλέπετε, ο ήρωάς μας σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο "ειδυλιακός" κόσμος των "μικρών ανθρώπων", παρά την απαστράπτουσα εικόνα που αρχικά παρουσιάζει (ουσιαστικά πρόκειται σχεδόν για υλοποίηση της ιδανικής, ουτοπικής κοινωνίας), κουβαλά τα προβλήματα της "κανονικής" ανθρωπότητας : Η κοινωνία είναι και πάλι ταξική, γεμάτη ανισότητες, ενώ η ίδια η μέθοδος σμίκρυνσης χρησιμοποιείται μερικές φορές για όχι και τόσο "καλούς" σκοπούς.
Όλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα. Πού βρίσκεται όμως το πρόβλημα; Ενώ στην αρχή η ιδέα αυτή μοιάζει να είναι δουλεμένη με τον τρόπο και το στιλ του Payne, σύντομα, στο δεύτερο μέρος κυρίως, η ιστορία ξεφεύγει, αλλάζει στην ουσία θέμα, και μετατρέπεται σε ίστορία σχεδόν τέλους του κόσμου, με έντονο διδακτισμό και οικολογικό (εύκολο όμως) προβληματισμό. Αν συνυπολογίσετε και τη μεγάλη διάρκεια, φοβάμαι ότι έχουμε να κάνουμε με την πρώτη αποτυχία του σκηνοθέτη. Με λίγα λόγια νομίζω ότι δεν "έδενε" το μείγμα και, προσωπικά, κουράστηκα κάπως. Κρίμα, γιατί αν δεν ξέφευγε σε άλλα, αχρείαστα κατά τη γνώμη μου, μονοπάτια, ο Payne θα είχε κάνει άλλη μία εξαιρετική ταινία στο κλίμα του. Η πρωτότυπη ιδέα του έδινε αυτή τη δυνατότητα.
Τρίτη, Ιανουαρίου 09, 2018
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ "ANCHORMAN" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ APATOW.
Η σύγχρονη αμερικάνικη κωμωδία που εισήγαγε ο Judd Apatow είτε ως παραγωγός είτε ως σκηνοθέτης διαθέτει, ως γνωστόν, λεκτική τόλμη και καθόλου πολιτικώς ορθό χιούμορ. Στο "Anchorman: The Legent of Ron Burgundy" του 2014 ο Apatow είναι παραγωγός. Το φιλμ γυρίστηκε από τον Adam McKay με τον Γουίλ Φερέλ στον ομώνυμο ρόλο.
Μας μεταφέρει πίσω στη δεκαετία του 70 στο Σαν Ντιέγο, όπου ο Ron Burgundy είναι τοπ παρουσιαστής ειδήσεων. Τον γνωρίζουν οι πάντες και τον λατρεύουν (άσχετο αν τα νέα του είναι του στιλ "έγκυο πάντα στο Ζωολογικό Κήπο της πόλης!"). Την εποχή αυτή τα δελτία ειδήσεων ήταν πλήρως ανδροκρατούμενα. Το ίδιο φυσικά και η ανεκδιήγητη ομάδα του Ρον (ο ίδιος παρουσιαστής κύριων ειδήσεων και οι άλλοι επι τόπου ρεπορτάζ, σπορ και καιρός). Φυσικά ο Ρον έχει όσες γυναίκες θέλει. Έως ότου στο κανάλι προσλαμβάνεται μια όμορφη ξανθιά, εξαιρετικά φιλόδοξη "για γυναίκα". Όλοι της την πέφτουν με πενιχρά αποτελέσματα, ενώ εκείνη δηλώνει ευθαρσώς και επανειλημμένα ότι θελει να γίνει βασική παρουσιάστρια ειδήσεων, πράγμα που μόνο γέλιο προκαλεί. Ωστόσο ο Ρον, για πρώτη φορά στη ζωή του, ερωτεύεται πραγματικά. Όχι όμως ότι είναι και διαθέσιμος να παραχωρήσει έστω και ένα εκατοστό από τα ανδρικά του προνόμια...
Να λοιπόν τι μου συνέβει παρακολουθώντας το φιλμ: Αρχικά το θεώρησα τερατώδη μπούρδα. Εύρισκα το χιούμορ του κρύο και ηλίθιο. Όσο όμως προχωρούσε η ώρα αντιλαμβανόμουν όλο και περισσότερο ότι κάθε ίχνος αληθοφάνειας κυριολεκτικά εξαφανιζόταν (επίτηδες φυσικά) κι ότι η ταινία όδευε όλο και πιο πολύ προς μια απόλυτα σουρεαλιστική και δίχως ίχνος ρεαλισμού παρωδία. Και ότι, κυρίως, σατίριζε αλύπητα την ανδρική καφρίλα και αίσθηση ανωτερότητας έναντι των γυναικών. Και ότι, επίσης, ταυτόχρονα παρωδούσε όλο και περισσότερα κινηματογραφικά κλισέ, καθώς και το κλίμα των 70'ς εν γένει. Έτσι όταν τελικά έφτασε στο αποκορύφωμα της παράνοιας (και της παρωδίας διαφόρων ειδών), είχα φτάσει να εκτιμώ όλο αυτό το κλίμα και την προαναφερθείσα παντελή έλλειψη πολιτικής ορθότητας. Έστω κι αν συχνά το χιούμορ είναι χοντρό και στα όρια του χυδαίου (στα όρια μόνο, μην τρομάξετε πολύ απ' αυτό που γράφω).
Τελικά βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, καθώς κάθε μορφή σοβαροφάνειας και ρεαλισμού τινάζονται στον αέρα. Αν λοιπόν είστε οπαδός αυτού του παρωδιακού, παραληρηματικού χιούμορ σίγουρα θα διασκεδάσετε. Προσωπικά τουλάχιστον στην αρχή ουδόλως περίμενα ότι όλο αυτό θα είχε μια τόσο απογειωτική κατάληξη στο χώρο του παράλογου.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η σκηνή όπου ο Φαρέλ παίζει φλάουτο παρωδώντας με ξεκαρδιστικό τρόπο τον... Ίαν Άντερσον των Jethro Tull.
Μας μεταφέρει πίσω στη δεκαετία του 70 στο Σαν Ντιέγο, όπου ο Ron Burgundy είναι τοπ παρουσιαστής ειδήσεων. Τον γνωρίζουν οι πάντες και τον λατρεύουν (άσχετο αν τα νέα του είναι του στιλ "έγκυο πάντα στο Ζωολογικό Κήπο της πόλης!"). Την εποχή αυτή τα δελτία ειδήσεων ήταν πλήρως ανδροκρατούμενα. Το ίδιο φυσικά και η ανεκδιήγητη ομάδα του Ρον (ο ίδιος παρουσιαστής κύριων ειδήσεων και οι άλλοι επι τόπου ρεπορτάζ, σπορ και καιρός). Φυσικά ο Ρον έχει όσες γυναίκες θέλει. Έως ότου στο κανάλι προσλαμβάνεται μια όμορφη ξανθιά, εξαιρετικά φιλόδοξη "για γυναίκα". Όλοι της την πέφτουν με πενιχρά αποτελέσματα, ενώ εκείνη δηλώνει ευθαρσώς και επανειλημμένα ότι θελει να γίνει βασική παρουσιάστρια ειδήσεων, πράγμα που μόνο γέλιο προκαλεί. Ωστόσο ο Ρον, για πρώτη φορά στη ζωή του, ερωτεύεται πραγματικά. Όχι όμως ότι είναι και διαθέσιμος να παραχωρήσει έστω και ένα εκατοστό από τα ανδρικά του προνόμια...
Να λοιπόν τι μου συνέβει παρακολουθώντας το φιλμ: Αρχικά το θεώρησα τερατώδη μπούρδα. Εύρισκα το χιούμορ του κρύο και ηλίθιο. Όσο όμως προχωρούσε η ώρα αντιλαμβανόμουν όλο και περισσότερο ότι κάθε ίχνος αληθοφάνειας κυριολεκτικά εξαφανιζόταν (επίτηδες φυσικά) κι ότι η ταινία όδευε όλο και πιο πολύ προς μια απόλυτα σουρεαλιστική και δίχως ίχνος ρεαλισμού παρωδία. Και ότι, κυρίως, σατίριζε αλύπητα την ανδρική καφρίλα και αίσθηση ανωτερότητας έναντι των γυναικών. Και ότι, επίσης, ταυτόχρονα παρωδούσε όλο και περισσότερα κινηματογραφικά κλισέ, καθώς και το κλίμα των 70'ς εν γένει. Έτσι όταν τελικά έφτασε στο αποκορύφωμα της παράνοιας (και της παρωδίας διαφόρων ειδών), είχα φτάσει να εκτιμώ όλο αυτό το κλίμα και την προαναφερθείσα παντελή έλλειψη πολιτικής ορθότητας. Έστω κι αν συχνά το χιούμορ είναι χοντρό και στα όρια του χυδαίου (στα όρια μόνο, μην τρομάξετε πολύ απ' αυτό που γράφω).
Τελικά βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, καθώς κάθε μορφή σοβαροφάνειας και ρεαλισμού τινάζονται στον αέρα. Αν λοιπόν είστε οπαδός αυτού του παρωδιακού, παραληρηματικού χιούμορ σίγουρα θα διασκεδάσετε. Προσωπικά τουλάχιστον στην αρχή ουδόλως περίμενα ότι όλο αυτό θα είχε μια τόσο απογειωτική κατάληξη στο χώρο του παράλογου.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η σκηνή όπου ο Φαρέλ παίζει φλάουτο παρωδώντας με ξεκαρδιστικό τρόπο τον... Ίαν Άντερσον των Jethro Tull.
Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2018
ΟΙ ΔΕΚΑ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΦΑΡΑΩ ΣΤΟ "THE REAPING"
Το 2007 ο Stephen Hopkins γυρίζει το μεταφυσικό θρίλερ (τρόμου υποτίθεται, αλλά εγώ τουλάχιστον δεν τρόμαξα) "The Reaping" με τη Χίλαρι Σουόνκ στον βασικό ρόλο. Όπου βιβλικές κατάρες, σατανικά παιδιά και άλλα τέτοια μπερδεύονται, όχι απαραίτητα με επιτυχία ώστε να δέσει καλά το μείγμα...
Η ηρωίδα είναι πρώην χριστιανή ιεραπόστολος που έχει χάσει την πίστη της και η τωρινή δουλειά της είναι να αποδεικνύει ότι διάφορα ανά τον κόσμο "θαύματα" δεν έχουν παρά φυσικές αιτίες, που εξηγούνται επιστημονικά. Ώσπου καλείται, με τον μόνιμο συνεργάτη της, σε μικρή πόλη χαμένη κάπου στις ΗΠΑ, όπου οι κάτοικοι πιστεύουν ότι εξαπολύονται εναντίον τους οι δέκα βιβλικές πληγές του Φαραώ. Πρώτα - πρώτα το νερό του ποταμού έχει γίνει κόκκινο σαν αίμα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά (πιστεύουν ότι) το κακό προξενείται από ένα 12χρονο κορίτσι που ζει απομονωμένο με τη μητέρα του. Όταν φτάνουν στο μέρος αυτό διαπιστώνουν ότι όντως φριχτές κατάρες πλήττουν το μέρος... και πιθανόν αυτό να μην είναι παρά μόνο η αρχή του Κακού...
Η ταινία κυλά, νομίζω, ρουτινιέρικα σε όλα τα επίπεδα. Ούτε φοβερό νεύρο διαθέτει, ούτε να τρομάξει καταφέρνει (εμένα τουλάχιστον), ενώ το σενάριο, με την τελική ανατροπή, διαθέτει πάμπολλα κλισέ του είδους. Και, αν αναρωτιέστε ακόμα, ναι, το υπερφυσικό Κακό υπάρχει και ο διάβολος έχει βάλει το χεράκι του (ή την ουρά του) και στο τέλος γίνεται χαμός από αστραπές και βροντές και ακτίνες και άλλα τέτοια εξ ουρανού, και αρχαίες αιρέσεις εμπλέκονται... και τι άλλο να σας πω; Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι όλη η χριστιανική σάλτσα, με την πίστη που χάνεται και ξαναβρίσκεται, διότι δίχως αυτήν και δίχως τη βοήθεια του θεού τίποτα καλό δεν γίνεται και άλλα τέτοια που έχουμε δει (και μπουχτίσει) πολλές φορές. Και, τελικά, και σαν καθαρό θρίλερ να το αντιμετωπίσει κανείς, μάλλον άνευρο μου φάνηκε.
Αν καμιά φορά σας πέσει στα χέρια και δεν έχετε τι άλλο να κάνετε... ΟΚ, κάντε μια προσπάθεια. Σίγουρα πάντως δεν θα το θεωρούσα ως μία από τις καλές ταινίες ενός είδους το οποίο, ούτως ή άλλως, πάσχει εμφανώς τα πολλά τελευταία χρόνια.
Η ηρωίδα είναι πρώην χριστιανή ιεραπόστολος που έχει χάσει την πίστη της και η τωρινή δουλειά της είναι να αποδεικνύει ότι διάφορα ανά τον κόσμο "θαύματα" δεν έχουν παρά φυσικές αιτίες, που εξηγούνται επιστημονικά. Ώσπου καλείται, με τον μόνιμο συνεργάτη της, σε μικρή πόλη χαμένη κάπου στις ΗΠΑ, όπου οι κάτοικοι πιστεύουν ότι εξαπολύονται εναντίον τους οι δέκα βιβλικές πληγές του Φαραώ. Πρώτα - πρώτα το νερό του ποταμού έχει γίνει κόκκινο σαν αίμα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά (πιστεύουν ότι) το κακό προξενείται από ένα 12χρονο κορίτσι που ζει απομονωμένο με τη μητέρα του. Όταν φτάνουν στο μέρος αυτό διαπιστώνουν ότι όντως φριχτές κατάρες πλήττουν το μέρος... και πιθανόν αυτό να μην είναι παρά μόνο η αρχή του Κακού...
Η ταινία κυλά, νομίζω, ρουτινιέρικα σε όλα τα επίπεδα. Ούτε φοβερό νεύρο διαθέτει, ούτε να τρομάξει καταφέρνει (εμένα τουλάχιστον), ενώ το σενάριο, με την τελική ανατροπή, διαθέτει πάμπολλα κλισέ του είδους. Και, αν αναρωτιέστε ακόμα, ναι, το υπερφυσικό Κακό υπάρχει και ο διάβολος έχει βάλει το χεράκι του (ή την ουρά του) και στο τέλος γίνεται χαμός από αστραπές και βροντές και ακτίνες και άλλα τέτοια εξ ουρανού, και αρχαίες αιρέσεις εμπλέκονται... και τι άλλο να σας πω; Το κερασάκι στην τούρτα όμως είναι όλη η χριστιανική σάλτσα, με την πίστη που χάνεται και ξαναβρίσκεται, διότι δίχως αυτήν και δίχως τη βοήθεια του θεού τίποτα καλό δεν γίνεται και άλλα τέτοια που έχουμε δει (και μπουχτίσει) πολλές φορές. Και, τελικά, και σαν καθαρό θρίλερ να το αντιμετωπίσει κανείς, μάλλον άνευρο μου φάνηκε.
Αν καμιά φορά σας πέσει στα χέρια και δεν έχετε τι άλλο να κάνετε... ΟΚ, κάντε μια προσπάθεια. Σίγουρα πάντως δεν θα το θεωρούσα ως μία από τις καλές ταινίες ενός είδους το οποίο, ούτως ή άλλως, πάσχει εμφανώς τα πολλά τελευταία χρόνια.
Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2018
ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ "THE FLORIDA PROJECT"
Να λοιπόν ένα καλό δείγμα του πραγματικού και "καθαρόαιμου" ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά: Ο Sean Baker γυρίζει το 2017 το "The Florida Project" και ρίχνει το βλέμμα του σε μια σκοτεινή γωνιά του "αμερικάνικου όνειρου", που σπάνια δείχνει ο κινηματογράφος.
Στη Φλόριντα υπάρχει μία (ακόμα) Ντίσνεϊλαντ. Στις παρυφές της υπάρχουν πλήθος λαϊκές πολυκατοικίες και μοτέλ που έχουν μετατραπεί σε κατοικίες, καθώς και άλλα εγκαταλειμμένα κτίρια. Στο μέρος αυτό κατοικούν πάμπολλοι άνθρωποι, στα όρια του περιθωριακού αν και όχι ακριβώς, που τα βγάζουν πέρα όπως - όπως με ψευτοδουλειές. Πολλοί απ' αυτούς είναι λατίνοι μετανάστες. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι όλα τα κτίρια (και τα μαγαζιά) είναι βαμμένα με εντονότατα, απόλυτα κιτς χρώματα, οι γιγαντοαφίσες και τα πλαστικά διαφημιστικά γλυπτά... άστα να πάνε και γενικά τα πάντα αναδύουν μια αρρωστημένα χαρωπή και αβάσταχτα κιτς ατμόσφαιρα, η οποία βεβαίως "στεγάζει" μπόλικη μιζέρια.
Οι ηρωίδες, μια 22χρονη μόνη μητέρα και η εξάχρονη κόρη της ζουν σε ένα δωμάτιο μοτέλ, διαχειριστής του οποίου είναι ένας αυστηρός, αλλά καλόκαρδος Γουίλιαμ Νταφόε. Το φιλμ, επίτηδες αποσπασματικό, σαν σειρά μικρών επεισοδίων, δείχνει κομμάτια από τη ζωή μάνας και κόρης, αλλά και του γενικότερου μικρόκοσμου που τις περιβάλλει. Απόλυτοι πρωταγωνιστές είναι βεβαίως τα παιδιά. Η μικρή Μούνι με τον κολλητό της φιλο και ένα προσφάτως προσαρτηθέν στην παρέα μαύρο κοριτσάκι (πατεράδες δεν υπάρχουν πουθενά) είναι τον περισσότερο χρόνο τους ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν και να περιπλανηθούν όπου γουστάρουν (η μητέρα της μικρής δεν έχει πολύ χρόνο για κείνη καθώς προσπαθεί να επιβιώσει με ελαφρώς παραβατική συμπεριφορά και, ενίοτε, γίνεται και πόρνη). Παρακολουθούμε τα ατέλειωτα παιχνίδια, τις σκανταλιές των μικρών (μερικές φορές σοβαρές και επικίνδυνες), αλλά και τις δύσκολες, σκοτεινές στιγμές τους. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τις ιστορίες των μεγάλων.
Παρά το ότι το φιλμ μας δείχνει ένα αρνητικό, φτωχό, μίζερο περιβάλλον (πλημμυρισμένο ωστόσο από χρώματα που βγάζουν μάτι), δεν κάνει σε καμία περίπτωση τον θεατή να "κόψει φλέβες". Αντίθετα διαθέτει πολλές εύθυμες έως αστείες στιγμές και όλη αυτή η μιζέρια αντιμετωπίζεται με συμπάθεια και με χιούμορ, ακόμα και στις πιο "δύσκολες" στιγμές της. Η νεαρή μητέρα διαθέτει ένα κράμα χαρακτηριστικών: Αυθάδης, επιθετική, πραγματικά ενοχλητική πολλές φορές, υπερασπίζεται ταυτόχρονα με πάθος τα (όποια) δικαιώματά της και αγαπά πραγματικά την κόρη της, με την οποία συχνά παίζει μέχρι τελικής πτώσης με ανόητο σχεδόν τρόπο, αφού και η ίδια, όντας σχεδόν παιδί, χρειάζεται το παιχνίδι. Η μικρή... είναι όλα τα λεφτά: Ενοχλητική μερικές φορές, σαν τη μάνα της, είναι εντελώς αφοπλιστική και πέρα για πέρα πειστική στο ρόλο της. Γενικά πρόκειται για μια από τις καλύτερες παιδικές ερμηνείες που έχω δει ποτέ στην οθόνη. Πραγματικά απίστευτη η Μπρούκλιν Πρινς!
Γενικά το φιλμ δείχνει τα παιδιά, ρέμπελα, ενοχλητικά, "κακά", ελεύθερα, χαρούμενα, εύθυμα και παιχνιδιάρικα, όπως ακριβώς είναι. Σπάνια έχει αποτυπωθεί στο πανί τόσο αληθινή εικόνα της παιδικής ηλικίας (εδώ σχεδον περιθωριακών κοινωνικών τάξεων). Το πικρό εναλλάσσεται με το γλυκό, η χαρά με το φόβο, το παιχνίδι με την τιμωρία... Γενικά πάντως η ταινία, στην κατηγορία αυτών που αποκαλούμε "φέτα ζωής", με την θαυμάσια ιδέα της να δει τον γύρω από μια Ντίσνεϊλαντ φτωχικό μικρόκοσμο, διαθέτει στον πυρήνα της μια ισχυρή αλληγορία: Οι άνθρωποι αυτοί, παρίες φυσικά του αμερικάνικου ονείρου, ζουν δίπλα σε ένα "υπέροχο παραμύθι", το οποίο βλέπουν, απαγορεύεται όμως αυστηρά να αγγίξουν. Γι' αυτούς απομένουν μονάχα τα (απόλυτα κιτς) πολύχρωμα ξεφτίδια του...
Στη Φλόριντα υπάρχει μία (ακόμα) Ντίσνεϊλαντ. Στις παρυφές της υπάρχουν πλήθος λαϊκές πολυκατοικίες και μοτέλ που έχουν μετατραπεί σε κατοικίες, καθώς και άλλα εγκαταλειμμένα κτίρια. Στο μέρος αυτό κατοικούν πάμπολλοι άνθρωποι, στα όρια του περιθωριακού αν και όχι ακριβώς, που τα βγάζουν πέρα όπως - όπως με ψευτοδουλειές. Πολλοί απ' αυτούς είναι λατίνοι μετανάστες. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι όλα τα κτίρια (και τα μαγαζιά) είναι βαμμένα με εντονότατα, απόλυτα κιτς χρώματα, οι γιγαντοαφίσες και τα πλαστικά διαφημιστικά γλυπτά... άστα να πάνε και γενικά τα πάντα αναδύουν μια αρρωστημένα χαρωπή και αβάσταχτα κιτς ατμόσφαιρα, η οποία βεβαίως "στεγάζει" μπόλικη μιζέρια.
Οι ηρωίδες, μια 22χρονη μόνη μητέρα και η εξάχρονη κόρη της ζουν σε ένα δωμάτιο μοτέλ, διαχειριστής του οποίου είναι ένας αυστηρός, αλλά καλόκαρδος Γουίλιαμ Νταφόε. Το φιλμ, επίτηδες αποσπασματικό, σαν σειρά μικρών επεισοδίων, δείχνει κομμάτια από τη ζωή μάνας και κόρης, αλλά και του γενικότερου μικρόκοσμου που τις περιβάλλει. Απόλυτοι πρωταγωνιστές είναι βεβαίως τα παιδιά. Η μικρή Μούνι με τον κολλητό της φιλο και ένα προσφάτως προσαρτηθέν στην παρέα μαύρο κοριτσάκι (πατεράδες δεν υπάρχουν πουθενά) είναι τον περισσότερο χρόνο τους ελεύθερα να κάνουν ό,τι θέλουν και να περιπλανηθούν όπου γουστάρουν (η μητέρα της μικρής δεν έχει πολύ χρόνο για κείνη καθώς προσπαθεί να επιβιώσει με ελαφρώς παραβατική συμπεριφορά και, ενίοτε, γίνεται και πόρνη). Παρακολουθούμε τα ατέλειωτα παιχνίδια, τις σκανταλιές των μικρών (μερικές φορές σοβαρές και επικίνδυνες), αλλά και τις δύσκολες, σκοτεινές στιγμές τους. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και με τις ιστορίες των μεγάλων.
Παρά το ότι το φιλμ μας δείχνει ένα αρνητικό, φτωχό, μίζερο περιβάλλον (πλημμυρισμένο ωστόσο από χρώματα που βγάζουν μάτι), δεν κάνει σε καμία περίπτωση τον θεατή να "κόψει φλέβες". Αντίθετα διαθέτει πολλές εύθυμες έως αστείες στιγμές και όλη αυτή η μιζέρια αντιμετωπίζεται με συμπάθεια και με χιούμορ, ακόμα και στις πιο "δύσκολες" στιγμές της. Η νεαρή μητέρα διαθέτει ένα κράμα χαρακτηριστικών: Αυθάδης, επιθετική, πραγματικά ενοχλητική πολλές φορές, υπερασπίζεται ταυτόχρονα με πάθος τα (όποια) δικαιώματά της και αγαπά πραγματικά την κόρη της, με την οποία συχνά παίζει μέχρι τελικής πτώσης με ανόητο σχεδόν τρόπο, αφού και η ίδια, όντας σχεδόν παιδί, χρειάζεται το παιχνίδι. Η μικρή... είναι όλα τα λεφτά: Ενοχλητική μερικές φορές, σαν τη μάνα της, είναι εντελώς αφοπλιστική και πέρα για πέρα πειστική στο ρόλο της. Γενικά πρόκειται για μια από τις καλύτερες παιδικές ερμηνείες που έχω δει ποτέ στην οθόνη. Πραγματικά απίστευτη η Μπρούκλιν Πρινς!
Γενικά το φιλμ δείχνει τα παιδιά, ρέμπελα, ενοχλητικά, "κακά", ελεύθερα, χαρούμενα, εύθυμα και παιχνιδιάρικα, όπως ακριβώς είναι. Σπάνια έχει αποτυπωθεί στο πανί τόσο αληθινή εικόνα της παιδικής ηλικίας (εδώ σχεδον περιθωριακών κοινωνικών τάξεων). Το πικρό εναλλάσσεται με το γλυκό, η χαρά με το φόβο, το παιχνίδι με την τιμωρία... Γενικά πάντως η ταινία, στην κατηγορία αυτών που αποκαλούμε "φέτα ζωής", με την θαυμάσια ιδέα της να δει τον γύρω από μια Ντίσνεϊλαντ φτωχικό μικρόκοσμο, διαθέτει στον πυρήνα της μια ισχυρή αλληγορία: Οι άνθρωποι αυτοί, παρίες φυσικά του αμερικάνικου ονείρου, ζουν δίπλα σε ένα "υπέροχο παραμύθι", το οποίο βλέπουν, απαγορεύεται όμως αυστηρά να αγγίξουν. Γι' αυτούς απομένουν μονάχα τα (απόλυτα κιτς) πολύχρωμα ξεφτίδια του...
Τρίτη, Ιανουαρίου 02, 2018
ΑΛΗΘΕΙΑ Ή ΨΕΜΑ, ΑΣΦΑΛΕΙΑ Ή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΣΤΟ "TRUMAN SHOW"
Ο Τρούμαν ζει μια άνετη, ήσυχη, ασφαλή ζωή σε ειδυλλιακή μικρή αμερικάνικη πόλη. Με όμορφη σύζυγο, καλούς φίλους, καλή δουλειά... όλα είναι όπως πρέπει. Υπερβολικά όπως πρέπει θα λέγαμε. Και υπερβολικά κοινότοπα και ασφαλή και ήσυχα. Σύντομα μαθαίνουμε ότι ο ήρωάς μας είναι ακουσίως ήρωας ενός τεράστιου τηλεοπτικού σόου, ενός τερατώδους ριάλιτι. Όλα γύρω του είναι σκηνικά, όλοι οι φίλοι, ακόμα και η σύζυγός του, ηθοποιοί. Δεν υπάρχει τίποτα, μα τίποτα αληθινό στο περιβάλλον του. Ολόκληρη η ζωή του μεταδίδεται απ' ευθείας σε εκατομμύρια άπληστους για το θέαμα τηλεθεατές. Πώς θα αντιδράσει όταν τα μάθει (κατά λάθος, βεβαίως) όλα αυτά; Και τι θα γίνει όταν συναντήσει τον διάσημο σκηνοθέτη που σκηνοθετεί όλο αυτό το bigger than life σόου;
Το φιλμ με το ευφάνταστο σενάριο μας προβληματίζει σε πολλά επίπεδα: Σε πρώτο έχουμε βεβαίως μια κριτική σε όλα αυτά τα ηλίθια ριάλιτι που κατακλύζουν παγκοσμίως τις μικρές οθόνες. Η συζήτηση για το θέμα της ιδιωτικότητας και την πανταχού παρούσα ύπαρξη του "Μεγάλου Αδελφού" είναι το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό. Ο προβληματισμός όμως προχωρά πολύ βαθύτερα. Υπάρχει η σκέψη για την αυθεντικότητα των όσων βιώνουμε, των όσων μας αρέσουν: Τι είναι καθαρά δική μας επιλογή και τι μας επιβάλλεται έξωθεν; Και βέβαια το ύστατο μεγάλο ερώτημα: Τι προτιμάμε; Την ασφάλεια ή την ελευθερία; Διότι ο ήρωάς μας απολαμβάνει μιας πρωτοφανούς ασφάλειας, είναι προστατευμένος από όλους τους κινδύνους του άγριου "έξω κόσμου", του αληθινού δηλαδή. Το τίμημα όμως είναι ότι τίποτα απ' όσα ζει δεν είναι αυθεντικό, τίποτα δεν τον συγκλονίζει, δεν τον παθιάζει πραγματικά. Όλα είναι δεδομένα, έτοιμα, όμοια...
Στο δεύτερο μέρος δεσπόζει η σύγκρουση πατέρα - γιου ή, αν θέλετε, θεού/δημιουργού - δημιουργήματος. Έρχεται η στιγμή που όλα γίνονται ξεκάθαρα, η στιγμή που ο γιος / δημιούργημα θα επαναστατήσει ενάντια στον πατέρα / θεό. Τι θα συμβεί τότε; Κι άλλο ένα ερώτημα, σε σχέση με την τέχνη αυτό: Ως πού μπορεί να φτάσει αυτή; Βλέπετε ο σκηνοθέτης που κινεί τα νήματα της ζωής του Τρούμαν είναι και ένας μεγάλος, παγκόσμια σεβαστός καλλιτεχνης. Τι είναι επιτρεπτό για να παράγει τη μεγάλη τέχνη του; Ως πού μορεί να φτάσει για να πετύχει το ποθητό καλλιτεχνικό αποτέλεμα; Μπορεί να παίζει ακόμα και με τις ζωές των ανθρώπων;
Και μια μικρή, ανατριαχιστική λεπτομέρεια που ίσως να δείχνει το μέλλον: Ο Τρούμαν έχει "αγοραστεί" με συμβόλαιο πριν καν γεννηθεί από μια μεγάλη πολυεθνική για διαφημιστικούς λόγους...
Σασπένς, συγκίνηση, αλλά και καυστικότατη σάτιρα για τη διαφήμιση, τα όρια της ιδιωτικότητας, την αυθεντικότητα τελικά των ζωών μας, συνθέτουν μια από τις μεγάλες ταινίες της δεκαετίας του 90. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο φιλμ θα προβληματίζει πάντα τον θεατή. Ίσως μάλιστα, φοβάμαι, στο μέλλον πολύ περισσότερο...
Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2017
Η "ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ" ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ
Το 1993 το AIDS ήταν ακόμα μια τρομαχτική απειλή (και) για τη Δύση (και τώρα δηλαδή, αλλά τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα: θεραπείες υπάρχουν, η φρίκη παραμένει μόνο στην Αφρική, οπότε η δύση κοιμάται καλύτερα...). Τότε λοιπόν ο Jonathan Demme (1944-2017) γυρίζει το "Philadelphia" με τον πολύ καλό Τομ Χανκς στο βασικό ρόλο.
Ο οποίος είναι νεαρός, επιτυχημένος, γκέι δικηγόρος. Ζει με τον σύντροφό του αποκρύπτοντας απ' όλους την ομοφυλοφιλία του και όλα πάνε καλά... έως ότου μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από τη θανατηφόρο ασθένεια. Στην αρχή προσπαθεί να το αποκρύψει κι αυτό. Όταν όμως μαθαίνεται στον εργασιακό του χώρο θα στηθεί μια ολόκληρη σκευωρία εναντίον του ώστε να βρεθεί αιτία να απολυθεί. Από εδώ ξεκινάνς όλα: Εκείνος δεν θα αποδεχτεί την αδικία, θα αποκαλύψει δημόσια τη σεξουαλική του ταυτότητα και θα προχωρήσει σε μήνυση εναντίον του μεγάλου δικηγορικού γραφείου όπου εργαζόταν, προσπαθώντας να αποδείξει ότι επρόκειτο για παράνομη απόλυση. Και θα συνεχίσει τον αγώνα του μέχρις εσχάτων.
Η ταινία είναι μάλλον απροσδόκητα χαμηλότονη. Δεν υπάρχουν οι πιασάρικες ατάκες, οι ξαφνικές ανατροπές, το έντονο σασπένς που υπάρχει σε άλλα χολιγουντιανά δικαστικά δράματα. Εδώ τα πράγματα βαίνουν πιο ήρεμα, πιο ρεαλιστικά. Η αφήγηση γίνεται με χρονικά άλματα (οι σημαντικές στιγμές μόνο) κι αυτό συμβάλλει στο να μην κουράζεται ο θεατής. Φυσικά το φιλμ είναι απόλυτα στρατευμένο και, επιτρέψτε μου, "ηρωικό", τονίζοντας τα δικαιώματα των πασχόντων από AIDS, οι οποίοι, τότε τουλάχιστον, αντιμετωπίζονταν περίπου σαν λεπροί - παρά το ότι ήταν ήδη γνωστό ότι η ασθένεια δεν ήταν κολλητική παρά μόνο μέσω σεξουαλικής επαφής και ανταλλαγής υγρών. Ετσι, προφανώς, η θέση της είναι απόλυτα ορθή και συμφωνώ. Μόνο που εδώ τα πράγματα παραδείχνονται, νομίζω, "ηρωικά". Ο πρωταγωνιστής δεν λυγίζει μπροστά σε τίποτα, το περιβάλλον του (οικογενειακό, φιλικό κλπ.) είναι κάτι παραπάνω από ιδανικό, αφού όλοι αποδέχονται τα πάντα και στέκονται δίπλα του, η δικαιοσύνη είναι δίκαιη κλπ. κλπ. Too good to be true...
Όπως και να το κάνουμε πάντως η συγκίνηση υπάρχει (σε κάποιες στιγμές έντονη), το θεμα είναι βεβαίως τολμηρό και απόλυτα καυτό για την εποχή και... ίσως να μην πρέπει να γκρινιάζω πολύ, αφού πολλοί θα πιστεύουν ότι σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και υπάρχει και το περίφημο τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν στους τίτλους και το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για τον Τομ Χανκς. Όλα καλά λοιπόν - και να μη βγάζετε από το μυαλό σας και τη φορτισμένη σε σχέση με το θέμα εποχή κατά την οποία γυρίστηκε. Απόλυτα πολιτικώς ορθό λοιπόν, αλλά αυτό μερικές φορές δεν είναι κακό...
Ο οποίος είναι νεαρός, επιτυχημένος, γκέι δικηγόρος. Ζει με τον σύντροφό του αποκρύπτοντας απ' όλους την ομοφυλοφιλία του και όλα πάνε καλά... έως ότου μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από τη θανατηφόρο ασθένεια. Στην αρχή προσπαθεί να το αποκρύψει κι αυτό. Όταν όμως μαθαίνεται στον εργασιακό του χώρο θα στηθεί μια ολόκληρη σκευωρία εναντίον του ώστε να βρεθεί αιτία να απολυθεί. Από εδώ ξεκινάνς όλα: Εκείνος δεν θα αποδεχτεί την αδικία, θα αποκαλύψει δημόσια τη σεξουαλική του ταυτότητα και θα προχωρήσει σε μήνυση εναντίον του μεγάλου δικηγορικού γραφείου όπου εργαζόταν, προσπαθώντας να αποδείξει ότι επρόκειτο για παράνομη απόλυση. Και θα συνεχίσει τον αγώνα του μέχρις εσχάτων.
Η ταινία είναι μάλλον απροσδόκητα χαμηλότονη. Δεν υπάρχουν οι πιασάρικες ατάκες, οι ξαφνικές ανατροπές, το έντονο σασπένς που υπάρχει σε άλλα χολιγουντιανά δικαστικά δράματα. Εδώ τα πράγματα βαίνουν πιο ήρεμα, πιο ρεαλιστικά. Η αφήγηση γίνεται με χρονικά άλματα (οι σημαντικές στιγμές μόνο) κι αυτό συμβάλλει στο να μην κουράζεται ο θεατής. Φυσικά το φιλμ είναι απόλυτα στρατευμένο και, επιτρέψτε μου, "ηρωικό", τονίζοντας τα δικαιώματα των πασχόντων από AIDS, οι οποίοι, τότε τουλάχιστον, αντιμετωπίζονταν περίπου σαν λεπροί - παρά το ότι ήταν ήδη γνωστό ότι η ασθένεια δεν ήταν κολλητική παρά μόνο μέσω σεξουαλικής επαφής και ανταλλαγής υγρών. Ετσι, προφανώς, η θέση της είναι απόλυτα ορθή και συμφωνώ. Μόνο που εδώ τα πράγματα παραδείχνονται, νομίζω, "ηρωικά". Ο πρωταγωνιστής δεν λυγίζει μπροστά σε τίποτα, το περιβάλλον του (οικογενειακό, φιλικό κλπ.) είναι κάτι παραπάνω από ιδανικό, αφού όλοι αποδέχονται τα πάντα και στέκονται δίπλα του, η δικαιοσύνη είναι δίκαιη κλπ. κλπ. Too good to be true...
Όπως και να το κάνουμε πάντως η συγκίνηση υπάρχει (σε κάποιες στιγμές έντονη), το θεμα είναι βεβαίως τολμηρό και απόλυτα καυτό για την εποχή και... ίσως να μην πρέπει να γκρινιάζω πολύ, αφού πολλοί θα πιστεύουν ότι σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και υπάρχει και το περίφημο τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν στους τίτλους και το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για τον Τομ Χανκς. Όλα καλά λοιπόν - και να μη βγάζετε από το μυαλό σας και τη φορτισμένη σε σχέση με το θέμα εποχή κατά την οποία γυρίστηκε. Απόλυτα πολιτικώς ορθό λοιπόν, αλλά αυτό μερικές φορές δεν είναι κακό...
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 29, 2017
"Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ"... ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ
"Η Ψυχή και το Σώμα" (Testrol es Lelekrol ο πρωτότυπος τίτλος) είναι μια ουγγρική ταινία του 2017 που γύρισε η Ildigo Enyedi. Και ειναι μία από τις πιο τρυφερές και κομψές που έχω δει τελευταία.
Εκείνος είναι μεσήλικας, μοναχικός και παράλυτος από το αριστερό χέρι οικονομικός διευθυντής. Εκείνη είναι μια εύθραυστη γιατρός, πλην όμως όχι απλώς μοναχική, αλλά αυτιστική. Δεν μιλά με κανέναν, συμπεριφέρεται σαν ρομπότ, πρέπει να μάθει συνηθισμένα για όλους πράγματα της ζωής από την αρχή. Και οι δύο δουλεύουν σε ένα κάθε άλλο παρά "τρυφερο" εργασιακό περιβάλλον: Σε ένα σφαγείο βοοειδών. Ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί από την αρχή μια παράξενη ερωτική έλξη, η οποία θα κορυφωθεί όταν θα διαπιστώσουν ότι κάθε βράδι βλέπουν τα ίδια ακριβώς όνειρα, με ένα ζευγάρι ελαφιών σε ένα χιονισμένο δάσος. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι και οι δύο έχουν άμεση ανάγκη από αγάπη.
Εξαιρετική, χαμηλότονη ταινία, κομψή, ποιητική και με ενδιαφέροντα προβληματισμό. Κατά τη διάρκειά της αντιπαρατίθενται διαρκώς αντίθετα πράγματα ή καταστάσεις: Τα ντελικάτα ελάφια στα όνειρα και το σφαγείο των βοδιών στην πραγματικότητα. Η σωματική με την ψυχική αναπηρία. Ο ρεαλισμός με την ποίηση. Το σώμα με την ψυχή, όπως λέει ο τίτλος. Η επιστήμη με τη μεταφυσική. Το όνειρο και με τη σκληρή πραγματικότητα τελικά.
Τα νοήματα πολλαπλά: Η απεγνωσμένη ανάγκη για αγάπη, η τάση για φυγή από την πραγματικότητα και η ανάγκη καταφυγής στο όνειρο, η σκληρότητα των ανθρώπων (η αντιμετώπιση της γιατρού από το περιβάλλον της) και η πεζότητα της καθημερινότητας (το τελευταίο τονίζεται ιδιάιτερα με τις "κλινικές" σκηνές στους χώρους εργασίας), η ανάγκη επαφής με τους άλλους και πολλά άλλα που πιθανόν θα ανακαλύψετε μόνοι σας. Όλα αυτά δοσμένα με έναν ιδιαίτερα κομψό τρόπο, χαμηλότονο, όπως είπαμε στην αρχή, συχνά συγκινητικό, με αμυδρό χιούμορ άλλες φορές. Και αν προσθέσουμε κι αυτή την πανταχού παρούσα (σοκαριστική ενίοτε, όπως στις σκηνές των σφαγείων) αντιπαράθεση ποίησης και σκληρότητας του πραγματικού, έχουμε μια από τις καλύτερες και πιο εκλεπτυσμένες, κατά τη γνώμη μου, φετινές ταινίες.
Εννοείται ότι δεν αφορά καθόλου τους αποκλειστικούς καταναλωτές multiplex. Και, ας το τονίσω, όλα όσα προανέφερα περί "αναζήτησης της αγάπης", "φυγής από την πεζή πραγματικότητα" κλπ., ακούγονται ίσως τετριμμένα, πιστέψτε με όμως, η αντιμετώπισή τους εδώ βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά από την αντίστοιχη, απόλυτα ξενέρωτη και μπανάλ, που σχεδόν σίγουρα θα παρουσίαζε ένα σύγχρονο χολιγουντιανό φιλμ με αντίστοιχες προθέσεις.
Εκείνος είναι μεσήλικας, μοναχικός και παράλυτος από το αριστερό χέρι οικονομικός διευθυντής. Εκείνη είναι μια εύθραυστη γιατρός, πλην όμως όχι απλώς μοναχική, αλλά αυτιστική. Δεν μιλά με κανέναν, συμπεριφέρεται σαν ρομπότ, πρέπει να μάθει συνηθισμένα για όλους πράγματα της ζωής από την αρχή. Και οι δύο δουλεύουν σε ένα κάθε άλλο παρά "τρυφερο" εργασιακό περιβάλλον: Σε ένα σφαγείο βοοειδών. Ανάμεσά τους θα αναπτυχθεί από την αρχή μια παράξενη ερωτική έλξη, η οποία θα κορυφωθεί όταν θα διαπιστώσουν ότι κάθε βράδι βλέπουν τα ίδια ακριβώς όνειρα, με ένα ζευγάρι ελαφιών σε ένα χιονισμένο δάσος. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι και οι δύο έχουν άμεση ανάγκη από αγάπη.
Εξαιρετική, χαμηλότονη ταινία, κομψή, ποιητική και με ενδιαφέροντα προβληματισμό. Κατά τη διάρκειά της αντιπαρατίθενται διαρκώς αντίθετα πράγματα ή καταστάσεις: Τα ντελικάτα ελάφια στα όνειρα και το σφαγείο των βοδιών στην πραγματικότητα. Η σωματική με την ψυχική αναπηρία. Ο ρεαλισμός με την ποίηση. Το σώμα με την ψυχή, όπως λέει ο τίτλος. Η επιστήμη με τη μεταφυσική. Το όνειρο και με τη σκληρή πραγματικότητα τελικά.
Τα νοήματα πολλαπλά: Η απεγνωσμένη ανάγκη για αγάπη, η τάση για φυγή από την πραγματικότητα και η ανάγκη καταφυγής στο όνειρο, η σκληρότητα των ανθρώπων (η αντιμετώπιση της γιατρού από το περιβάλλον της) και η πεζότητα της καθημερινότητας (το τελευταίο τονίζεται ιδιάιτερα με τις "κλινικές" σκηνές στους χώρους εργασίας), η ανάγκη επαφής με τους άλλους και πολλά άλλα που πιθανόν θα ανακαλύψετε μόνοι σας. Όλα αυτά δοσμένα με έναν ιδιαίτερα κομψό τρόπο, χαμηλότονο, όπως είπαμε στην αρχή, συχνά συγκινητικό, με αμυδρό χιούμορ άλλες φορές. Και αν προσθέσουμε κι αυτή την πανταχού παρούσα (σοκαριστική ενίοτε, όπως στις σκηνές των σφαγείων) αντιπαράθεση ποίησης και σκληρότητας του πραγματικού, έχουμε μια από τις καλύτερες και πιο εκλεπτυσμένες, κατά τη γνώμη μου, φετινές ταινίες.
Εννοείται ότι δεν αφορά καθόλου τους αποκλειστικούς καταναλωτές multiplex. Και, ας το τονίσω, όλα όσα προανέφερα περί "αναζήτησης της αγάπης", "φυγής από την πεζή πραγματικότητα" κλπ., ακούγονται ίσως τετριμμένα, πιστέψτε με όμως, η αντιμετώπισή τους εδώ βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά από την αντίστοιχη, απόλυτα ξενέρωτη και μπανάλ, που σχεδόν σίγουρα θα παρουσίαζε ένα σύγχρονο χολιγουντιανό φιλμ με αντίστοιχες προθέσεις.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2017
ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΣΤΟ "ΤΕΡΑΓΩΝΟ"
Ο Ruben Ostlund είναι ο σουηδός ο οποίος είχε γυρίσει το 2014 την "Ανωτέρα Βία". Το 2017 επανέρχεται με το σαρκαστικό για την "προχωρημένη" δυτική κοινωνία "Τετράγωνο", μια ταινία η οποία, εκτός των άλλων, σατιρίζει και τη σύγχρονη τέχνη (και ίσως απαιτεί κάποιες γνώσεις αυτής για να αντιληφτεί ο θεατής το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται).
Ο ήρωας είναι ένας γοητευτικός επιμελητής μουσείου σύγχρονης τέχνης, χωρισμένος και πατέρας δύο μικρών κοριτσιών. Στην παρούσα φάση ετοιμάζει για το μουσείο μια εγκατάσταση με τίτλο "Το Τετράγωνο". Όταν όμως κάποιος του κλέβει το πορτοφόλι στο δρόμο, μια σειρά παρορμητικών πράξεων από μέρους του θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του και θα τον φέρει αντιμέτωπο με ηθικά διλήμματα. Ταυτόχρονα, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, μια επιθετική διαφημιστική καμπάνια (ερήμην του) για τη νέα εικαστική εγκατάσταση θα κλονίσει τη διευθυντική του θέση.
Η ταινία μοιάζει να δοκιμάζει διαρκώς τα όρια και τις ανοχές της σύγχρονης, ανεκτικής, ανεπτυγμένης δυτικής κοινωνίας. Μοιάζει να επιδιώκει να φέρνει διαρκώς έναν κατ' εξοχήν πετυχημένο, "τυχερό" αντιπρόσωπό της (κι όχι μόνο αυτόν) μπροστά σε άβολες καταστάσεις. Και ταυτόχρονα - περισσότερο σημαντικό αυτό - να καταδεικνύει ότι η κοινωνική αλληλεγγύη έχει χαθεί, όσο κι αν η σύγχρονη δυτική κοινωνία πιστεύει (ή υποκρίνεται) ότι αυτή υπάρχει κι ότι προσπαθεί να βοηθήσει τους αληθινά πάσχοντες. Η εποχή μας φυσικά, με μια ανθρωπότητα "δύο ταχυτήτων" περισσότερο ίσως από ποτέ, προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Ο επιτυχημένος και διανοούμενος ήρωας για πρώτη ίσως φορά θα συνειδητοποιήσει (προφανώς το βλέπει καθημερινά, το γνωρίζει, αλλά δεν το συνειδητοποιεί μέχρι τώρα) την ύπαρξη ενός "άλλου κόσμου", που ζει δίπλα του, παράλληλα. Κόσμου ταπεινού, βουτηγμένου στην ανέχεια και στα δικά του, παντελώς διαφορετικής φύσης προβλήματα. Η σύγχρονη δυτική κοινωνία είναι πολυπολιτισμική, ο πλούτος όμως δεν μοιράζεται ούτε οι "άλλοι" μπορούν να ενσωματωθούν σ' αυτή και να απολαύσουν την ευημερία της. Κι αυτό είναι μια ωρολογιακή βόμβα στα σπλάχνα της.
Από την άλλη υπάρχει η σάτιρα της σύγχρονης τέχνης. Συχνά κενής, γεμάτης βερμπαλισμό, που δείχνει να νοιάζεται για όλα όσα συμβαίνουν, πλην όμως ελάχιστους πραγματικά ενδιαφέρει πραγματικά. Λειτουργεί ως ένα κλειστό κύκλωμα (μουσεία και γκαλερί, πλούσιοι, συλλέκτες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, ένας ελάχιστος μικρόκοσμος). Κόπτεται για το κοινωνικό γίγνεσθαι, ποτέ όμως δεν ήταν περισσότερο ξεκομμένη απ' αυτό.
Το φιλμ τα αντιμετωπίζει όλα αυτά, εκτός των άλλων, και με αρκετό χιούμορ και σαρκασμό. Οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι κωμικοτραγικές και συνήθως ξεβολεύουν τα μέλη της προνομιούχας κοινωνίας, τα κάνουν περισσότερο να νοιώθουν αμήχανα παρά πραγματικά τραγικά. Όσο για τη γραφή του, είναι αρκετά αποσπασματική, σα να παρακολουθούμε ξεχωριστά επεισόδια από τα τεκταινόμενα. Δεν ξέρω αν θα αρέσει συνολικά, ωστόσο προσωπικά το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα της χρονιάς. Όπως κάθε παιχνίδι με τα όρια άλλωστε.
Ο ήρωας είναι ένας γοητευτικός επιμελητής μουσείου σύγχρονης τέχνης, χωρισμένος και πατέρας δύο μικρών κοριτσιών. Στην παρούσα φάση ετοιμάζει για το μουσείο μια εγκατάσταση με τίτλο "Το Τετράγωνο". Όταν όμως κάποιος του κλέβει το πορτοφόλι στο δρόμο, μια σειρά παρορμητικών πράξεων από μέρους του θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του και θα τον φέρει αντιμέτωπο με ηθικά διλήμματα. Ταυτόχρονα, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, μια επιθετική διαφημιστική καμπάνια (ερήμην του) για τη νέα εικαστική εγκατάσταση θα κλονίσει τη διευθυντική του θέση.
Η ταινία μοιάζει να δοκιμάζει διαρκώς τα όρια και τις ανοχές της σύγχρονης, ανεκτικής, ανεπτυγμένης δυτικής κοινωνίας. Μοιάζει να επιδιώκει να φέρνει διαρκώς έναν κατ' εξοχήν πετυχημένο, "τυχερό" αντιπρόσωπό της (κι όχι μόνο αυτόν) μπροστά σε άβολες καταστάσεις. Και ταυτόχρονα - περισσότερο σημαντικό αυτό - να καταδεικνύει ότι η κοινωνική αλληλεγγύη έχει χαθεί, όσο κι αν η σύγχρονη δυτική κοινωνία πιστεύει (ή υποκρίνεται) ότι αυτή υπάρχει κι ότι προσπαθεί να βοηθήσει τους αληθινά πάσχοντες. Η εποχή μας φυσικά, με μια ανθρωπότητα "δύο ταχυτήτων" περισσότερο ίσως από ποτέ, προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Ο επιτυχημένος και διανοούμενος ήρωας για πρώτη ίσως φορά θα συνειδητοποιήσει (προφανώς το βλέπει καθημερινά, το γνωρίζει, αλλά δεν το συνειδητοποιεί μέχρι τώρα) την ύπαρξη ενός "άλλου κόσμου", που ζει δίπλα του, παράλληλα. Κόσμου ταπεινού, βουτηγμένου στην ανέχεια και στα δικά του, παντελώς διαφορετικής φύσης προβλήματα. Η σύγχρονη δυτική κοινωνία είναι πολυπολιτισμική, ο πλούτος όμως δεν μοιράζεται ούτε οι "άλλοι" μπορούν να ενσωματωθούν σ' αυτή και να απολαύσουν την ευημερία της. Κι αυτό είναι μια ωρολογιακή βόμβα στα σπλάχνα της.
Από την άλλη υπάρχει η σάτιρα της σύγχρονης τέχνης. Συχνά κενής, γεμάτης βερμπαλισμό, που δείχνει να νοιάζεται για όλα όσα συμβαίνουν, πλην όμως ελάχιστους πραγματικά ενδιαφέρει πραγματικά. Λειτουργεί ως ένα κλειστό κύκλωμα (μουσεία και γκαλερί, πλούσιοι, συλλέκτες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, ένας ελάχιστος μικρόκοσμος). Κόπτεται για το κοινωνικό γίγνεσθαι, ποτέ όμως δεν ήταν περισσότερο ξεκομμένη απ' αυτό.
Το φιλμ τα αντιμετωπίζει όλα αυτά, εκτός των άλλων, και με αρκετό χιούμορ και σαρκασμό. Οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι κωμικοτραγικές και συνήθως ξεβολεύουν τα μέλη της προνομιούχας κοινωνίας, τα κάνουν περισσότερο να νοιώθουν αμήχανα παρά πραγματικά τραγικά. Όσο για τη γραφή του, είναι αρκετά αποσπασματική, σα να παρακολουθούμε ξεχωριστά επεισόδια από τα τεκταινόμενα. Δεν ξέρω αν θα αρέσει συνολικά, ωστόσο προσωπικά το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα της χρονιάς. Όπως κάθε παιχνίδι με τα όρια άλλωστε.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2017
"NOEL" ΓΙΑ (ΕΥΚΟΛΑ) ΔΑΚΡΥΑ
Τα Χριστούγεννα δίνουν βαβαίως την ευκαιρία (ανέκαθεν) να γυριστούν παιδικές ή συγκινητικές ή δακρύβρεκτες ταινίες όπου η αγάπη κυριαρχεί και τα θαύματα δίνουν και παίρνουν. Από την άλλη ο Chazz Palminteri είναι ο γνωστός καλός ηθοποιός. Ο οποίος όμως εν έτει 2004 γύρισε (δυστυχώς) και τη μοναδική του ταινία ως σκηνοθέτης με τίτλο "Noel", η οποία διαθέτει όλα τα παραπάνω κλισέ και μάλιστα σε αρκετή δόση. Διαθέτει πάντως και ένα εντυπωσιακό καστ, που περιλαμβάνει τη Σούζαν Σάραντον, την Πενέλοπε Κρουζ, τον Ρόμπιν Ουίλιαμς, τον Άλαν Άρκιν και τον Πολ Γουόκερ.
Είναι, βεβαίως, παραμονές Χριστουγέννων. Η ηρωίδα (Σάραντον) είναι καλόκαρδη μεσήλιξ, η οποία φροντίζει τη μητέρα της που έχει αλτσχάιμερ, και φροντίζει επίσης όλους τους άλλους, αλλά όχι τον εαυτό της. Στον δίπλα θάλαμο της κλινικής θα γνωρίσει τον μοναδικό επισκέπτη του ασθενούς που νοσηλευεται εκεί. Από την άλλη ένας νεαρός μπάτσος (αυτός πάσχει από υπερβολική ζήλεια) γνωρίζει μια νεαρή λατίνα. Ερωτεύονται παράφορα, αλλά η παθολογική ζήλεια του τύπου στέκεται εμπόδιο στη σχέση τους. Ταυτόχρονα ένας μυστήριος μεσήλικας την "πέφτει" στον μπάτσο (κι όμως, ο μεσήλικας δεν είναι γκέι), θεωρώντας ότι είναι... η μετεμψύχωση της πεθαμένης γυναίκας του. Φυσικά όλες αυτές οι ιστορίες κάπως θα συναντηθούν.
Αρχικά το παρακολουθούσα με σχετικό ενδιαφέρον. Ωστόσο όσο το φιλμ προχωρούσε τόσο... ξενέρωνε. Οι εύκολες συγκινήσεις και τα κλισέ πλήθαιναν σε ανησυχητικό βαθμό: Η μοναξιά των μοναχικών ανθρώπων, η οποία αυξάνεται κάθετα τις γιορτινές, "οικογενειακές" μέρες, η αναζήτηση του έρωτα, της αγάπης γενικότερα, ως πανάκεια, η φροντίδα των γονιών, οι προσωπικές αποκαλύψεις που δείχνουν το πώς και το γιατί των χαρακτήρων, η πίστη στο θεό που χάνεται και ξαναβρίσκεται (ουφ!) και, κερασάκι στην τούρτα, το απαραίτητο χριστουγεννιάτικο θαύμα (κυριολεκτικά, μιλάμε για μεταφυσικής υφής θαύμα), το οποίο αποτελεί και την "ανατροπή" στο τέλος της ταινίας. Και βέβαια εύκολο, τραβηγμένο απ' τα μαλιά χάπι εντ σε όλα τα επίπεδα, διότι, ως γνωστόν, τα Χριστούγεννα γίνονται θαύματα και γι' αυτό γινόμαστε όλοι ευτυχισμένοι (;;;)
Απόλαυσα του μαζεμένους καλούς ηθοποιούς, αλλά και λιγώθηκα όσο δεν παίρνει μ' όλο αυτό το overdose συγκίνησης και τελικής ευτυχίας και με την κλισεδιάρικη για πολλοστή φορά αντιμετώπιση της ντε και καλά "χριστουγεννιάτικης ευτυχίας" (σε συνδυασμό φυσικά με τα απαραίτητα χριστιανικά μηνύματα). Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω παραπάνω τέτοιο. Έσκασα.
Είναι, βεβαίως, παραμονές Χριστουγέννων. Η ηρωίδα (Σάραντον) είναι καλόκαρδη μεσήλιξ, η οποία φροντίζει τη μητέρα της που έχει αλτσχάιμερ, και φροντίζει επίσης όλους τους άλλους, αλλά όχι τον εαυτό της. Στον δίπλα θάλαμο της κλινικής θα γνωρίσει τον μοναδικό επισκέπτη του ασθενούς που νοσηλευεται εκεί. Από την άλλη ένας νεαρός μπάτσος (αυτός πάσχει από υπερβολική ζήλεια) γνωρίζει μια νεαρή λατίνα. Ερωτεύονται παράφορα, αλλά η παθολογική ζήλεια του τύπου στέκεται εμπόδιο στη σχέση τους. Ταυτόχρονα ένας μυστήριος μεσήλικας την "πέφτει" στον μπάτσο (κι όμως, ο μεσήλικας δεν είναι γκέι), θεωρώντας ότι είναι... η μετεμψύχωση της πεθαμένης γυναίκας του. Φυσικά όλες αυτές οι ιστορίες κάπως θα συναντηθούν.
Αρχικά το παρακολουθούσα με σχετικό ενδιαφέρον. Ωστόσο όσο το φιλμ προχωρούσε τόσο... ξενέρωνε. Οι εύκολες συγκινήσεις και τα κλισέ πλήθαιναν σε ανησυχητικό βαθμό: Η μοναξιά των μοναχικών ανθρώπων, η οποία αυξάνεται κάθετα τις γιορτινές, "οικογενειακές" μέρες, η αναζήτηση του έρωτα, της αγάπης γενικότερα, ως πανάκεια, η φροντίδα των γονιών, οι προσωπικές αποκαλύψεις που δείχνουν το πώς και το γιατί των χαρακτήρων, η πίστη στο θεό που χάνεται και ξαναβρίσκεται (ουφ!) και, κερασάκι στην τούρτα, το απαραίτητο χριστουγεννιάτικο θαύμα (κυριολεκτικά, μιλάμε για μεταφυσικής υφής θαύμα), το οποίο αποτελεί και την "ανατροπή" στο τέλος της ταινίας. Και βέβαια εύκολο, τραβηγμένο απ' τα μαλιά χάπι εντ σε όλα τα επίπεδα, διότι, ως γνωστόν, τα Χριστούγεννα γίνονται θαύματα και γι' αυτό γινόμαστε όλοι ευτυχισμένοι (;;;)
Απόλαυσα του μαζεμένους καλούς ηθοποιούς, αλλά και λιγώθηκα όσο δεν παίρνει μ' όλο αυτό το overdose συγκίνησης και τελικής ευτυχίας και με την κλισεδιάρικη για πολλοστή φορά αντιμετώπιση της ντε και καλά "χριστουγεννιάτικης ευτυχίας" (σε συνδυασμό φυσικά με τα απαραίτητα χριστιανικά μηνύματα). Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω παραπάνω τέτοιο. Έσκασα.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2017
"WONDER WHEEL": O ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΚΑΙ ΤΟ "ΘΕΑΤΡΟΓΕΝΕΣ" ΔΡΑΜΑ
Πιστός στο ετήσιο ραντεβού του, ο ακαταπόνητος Woody Allen, στα 82 του πλέον, παραδίδει το 2017 την 47η μεγάλου μήκους κινηματογραφική ταινία του (έχει κάνει και τηλεοπτικές), το "Wonder Wheel". Αυτή τη φορά, όπως η "Θλιμένη Τζασμίν" ας πούμε, πρόκειται για καθαρό δράμα, και μάλιστα θεατρικής υφής, με ελάχιστο από το γουντιαλενικό χιούμορ.
Βρισκόμαστε στην "παστέλ" δεκαετία του 50. Η ιστορία αφορά τέσσερεις χαρακτήρες, χαμένους στα πάθη και τα προβλήματα τους. Αρχικά ένα ζευγάρι. Αμφότεροι δουλεύουν σε λούνα παρκ στο Κόνι Άιλαντ και ζουν σε οίκημα μέσα σ' αυτό (στο λούνα παρκ εννοώ). Εκείνος τυπικός, μάλλον καλόκαρδος αμερικάνος, παραδοσιακών αξιών και πρώην αλκοολικός. Εκείνη, πρώην (αποτυχημένη) ηθοποιός, ασταθής ψυχολογικά, νοιώθει παγιδευμένη στο γάμο αυτόν και θα ήθελε να είναι ηθοποιός. Η τωρινή ζωή της της φαίνεται μίζερη. Κάποια στιγμή, όχι δίχως κάποιες τύψεις, θα τα φτιάξει με τον γοητευτικό (και νεότερό της) ναυαγοσώστη της πλαζ του λούνα παρκ, ενός νεαρού που το όνειρό του είναι να γίνει συγγραφέας θεατρικών έργων. Κάπου εκεί θα φτάσει η κόρη του συζύγου από προηγούμενο γάμο, κυνηγημένη από τον γκάνγκστερ σύζυγό της, τον οποίο εγκατέλειψε, και θα εγκατασταθεί (για να κρυφτεί ουσιαστικά) στο σπίτι του ζεύγους. Θα γνωρίσει κι εκείνη τον ναυαγοσώστη, και τα συναισθηματικά προβλήματα θα αρχίσουν... καταλήγοντας σε τραγωδία.
Εδώ ο Allen επηρεάζεται από τα θεατρικά έργα του Ευγένιου Ο'Νιλ, ο οποίος αναφέρεται μάλιστα αρκετές φορές στο φιλμ. Διαφορετικοί, ταπεινοί χαρακτήρες, πλην όμως, μερικοί τουλάχιστον, με όνειρα τα οποία πλέον φαντάζουν άπιαστα και τσακισμένα. Άλλοι είναι ονειροπόλοι και συναισθηματικοί (τα έντονα και ανεξέλεγκτα συναισθήματα άλλωστε είναι αυτά που θα φέρουν την τραγωδία), άλλοι περισσότερο προσγειωμένοι, όλοι όμως όλοι τους βιώνουν μια ταπεινή καθημερινότητα. Το θέμα είναι πόσοι την αποδέχονται και πόσοι ασφυκτιούν μέσα της... Και, φυσικά, υπάρχει η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, στο όνειρο και την αποδοχή της πραγματικότητας. Βλέπετε, πολύ συχνά, τα πάθη και τα όνειρα μπορεί να πληρωθούν ακριβά.
Όλοι αυτοί οι πόθοι και τα πάθη σιγοβράζουν κάτω από τη χαρακτηριστική, "αθώα" επιφανειακά εικόνα των αμερικάνικων 50ς, την οποία ο Allen τονίζει με την παστέλ φωτογραφία, τα νοσταλγικά χρώματα και τα αντίστοιχα τραγούδια της εποχής. Η Κέιτ Γουίνσλετ είναι πολύ καλή στο ρόλο της και ο Τζιμ Μπελούσι πειστικός σε ρόλο που δεν έχουμε συνηθίσει απ' αυτόν. Και, άλλη μια έκπληξη, ο Τζάστιν Τίμπερλέικ (ναι, αυτός) σε "σοβαρο" ρόλο.
Προσωπικά μου άρεσε και με άγγιξε αυτή η ελεγεία πάνω σε, τελικά, χαμένες ζωές. Θυμηθείτε όμως: Δεν θα δείτε κάτι ανάλαφρο και κωμικό. Είπαμε: Εδώ έχουμε και πάλι ραντεβού με τη δραματική και σκοτεινή πλευρά του Γούντι Άλεν.
Βρισκόμαστε στην "παστέλ" δεκαετία του 50. Η ιστορία αφορά τέσσερεις χαρακτήρες, χαμένους στα πάθη και τα προβλήματα τους. Αρχικά ένα ζευγάρι. Αμφότεροι δουλεύουν σε λούνα παρκ στο Κόνι Άιλαντ και ζουν σε οίκημα μέσα σ' αυτό (στο λούνα παρκ εννοώ). Εκείνος τυπικός, μάλλον καλόκαρδος αμερικάνος, παραδοσιακών αξιών και πρώην αλκοολικός. Εκείνη, πρώην (αποτυχημένη) ηθοποιός, ασταθής ψυχολογικά, νοιώθει παγιδευμένη στο γάμο αυτόν και θα ήθελε να είναι ηθοποιός. Η τωρινή ζωή της της φαίνεται μίζερη. Κάποια στιγμή, όχι δίχως κάποιες τύψεις, θα τα φτιάξει με τον γοητευτικό (και νεότερό της) ναυαγοσώστη της πλαζ του λούνα παρκ, ενός νεαρού που το όνειρό του είναι να γίνει συγγραφέας θεατρικών έργων. Κάπου εκεί θα φτάσει η κόρη του συζύγου από προηγούμενο γάμο, κυνηγημένη από τον γκάνγκστερ σύζυγό της, τον οποίο εγκατέλειψε, και θα εγκατασταθεί (για να κρυφτεί ουσιαστικά) στο σπίτι του ζεύγους. Θα γνωρίσει κι εκείνη τον ναυαγοσώστη, και τα συναισθηματικά προβλήματα θα αρχίσουν... καταλήγοντας σε τραγωδία.
Εδώ ο Allen επηρεάζεται από τα θεατρικά έργα του Ευγένιου Ο'Νιλ, ο οποίος αναφέρεται μάλιστα αρκετές φορές στο φιλμ. Διαφορετικοί, ταπεινοί χαρακτήρες, πλην όμως, μερικοί τουλάχιστον, με όνειρα τα οποία πλέον φαντάζουν άπιαστα και τσακισμένα. Άλλοι είναι ονειροπόλοι και συναισθηματικοί (τα έντονα και ανεξέλεγκτα συναισθήματα άλλωστε είναι αυτά που θα φέρουν την τραγωδία), άλλοι περισσότερο προσγειωμένοι, όλοι όμως όλοι τους βιώνουν μια ταπεινή καθημερινότητα. Το θέμα είναι πόσοι την αποδέχονται και πόσοι ασφυκτιούν μέσα της... Και, φυσικά, υπάρχει η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στο πάθος και τη λογική, στο όνειρο και την αποδοχή της πραγματικότητας. Βλέπετε, πολύ συχνά, τα πάθη και τα όνειρα μπορεί να πληρωθούν ακριβά.
Όλοι αυτοί οι πόθοι και τα πάθη σιγοβράζουν κάτω από τη χαρακτηριστική, "αθώα" επιφανειακά εικόνα των αμερικάνικων 50ς, την οποία ο Allen τονίζει με την παστέλ φωτογραφία, τα νοσταλγικά χρώματα και τα αντίστοιχα τραγούδια της εποχής. Η Κέιτ Γουίνσλετ είναι πολύ καλή στο ρόλο της και ο Τζιμ Μπελούσι πειστικός σε ρόλο που δεν έχουμε συνηθίσει απ' αυτόν. Και, άλλη μια έκπληξη, ο Τζάστιν Τίμπερλέικ (ναι, αυτός) σε "σοβαρο" ρόλο.
Προσωπικά μου άρεσε και με άγγιξε αυτή η ελεγεία πάνω σε, τελικά, χαμένες ζωές. Θυμηθείτε όμως: Δεν θα δείτε κάτι ανάλαφρο και κωμικό. Είπαμε: Εδώ έχουμε και πάλι ραντεβού με τη δραματική και σκοτεινή πλευρά του Γούντι Άλεν.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2017
ΣΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΤΟΥ (ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ) "THE RING"
Μερικές φορές είναι ευχάριστο να βρίσκεις εξαιρέσεις στους κανόνες. Ο κανόνας στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι όταν μια "ξένη χώρα" φτιάξει μια καλή ταινία (που υπόσχεται εισιτήρια τέλος πάντων) το Χόλιγουντ σπεύδει να την αμερικανοποιήσει, με περισσότερους σταρ, εφέ και, σίγουρα, περισσότερα λεφτά. Στη συντριπτική πλειοψηφία το αμερικάνικο φιλμ που προκύπτει είναι (πολύ) χειρότερο από το αρχικό "ξένο". Και ιδού μια σπάνια εξαίρεση του κανόνα (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον): Το αμερικάνικο "The Ring" του 2002, που γύρισε ο Gore Verbinski. Το οποίο βέβαια είναι ριμέικ της ομώνυμης γιαπωνέζικης ταινίας τρόμου του 1998, η οποία με τη σειρά της γνώρισε διάφορα εξ ίσου γιαπωνέζικα σίκουελ.
Η ιστορία είναι αρκετά γνωστή: Υπάρχει μία βιντεοκασέτα που δείχνει σκόρπιες, μάλλον ακατανόητες εικόνες. Όποιος έχει την ατυχία να τη δει δέχεται αμέσως μετά το τέλος της προβολής ένα τηλεφώνημα. Κάποιος άγνωστος του λέει: "Εφτά μέρες". Και σε εφτά μέρες ο δύστυχος θεατής πεθαίνει. Τα πτώματα βρίσκονται με ακραίες εκφράσεις τρόμου στο πρόσωπό τους. Όταν μια δημοσιογράφος βλέπει κατά λάθος την κασέτα αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα περίεργα και τρομακτικά πράγματα. Όταν λοιπόν πέιθεται ότι η ιστορία της φριχτής βιντεοκασέτας είναι αληθινή, αρχίζει να ψάχνει με μανία την εβδομάδα που της μένει να βρει το πώς και το γιατί, αναλύοντάς την πλάνο πλάνο. Το κακό είναι ότι την κασέτα έχουν επίσης δει ο μικρός γιος της και ο πατέρας του και πρώην της...
Η ταινία δημιουργεί από την αρχή σχεδόν μια αγωνιώδη ατμόσφαιρα, που επιτείνεται από το διαρκώς μουντό και συννεφιασμένο περιβάλλον και το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς (λογικό αφού υπάρχουν τόσο στενά περιθώρια χρόνου μέχρι να πεθάνεις και ό,τι κάνεις πρέπει να το κάνεις μέσα σ' αυτά). Η έρευνα της ηρωίδας (Ναομί Γουότς) οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο μυστήριο, το απομονωμένο και σχεδόν έρημο νησί όπου αυτή καταλήγει επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα, τα κρυμένα μυστικά που αποκαλύπτονται χτίζουν ψηφίδα με ψηφίδα μια παλιά εφιαλτική ιστορία, ενώ η σκηνή με το άλογο στο φέρι μποτ είναι από τις πιο παράδοξες. Γενικά και ατμοσφαιρικότατο το βρήκα και ικανό να κρατήσει τον θεατή "στην άκρη του καθίσματος". Εξ άλλου πιστεύω πάντα ότι ο Βερμπίνσκι είναι καλός σκηνοθέτης.
Μπορεί τώρα να μου ζητήσετε να το συγκρίνω με το πρωτότυπο γιαπωνέζικο φιλμ. Εντάξει, την καλή ιδέα το πρωτότυπο την επινόησε (προφανώς) και σ' αυτό αξίζουν τα συγχαρητήρια. Αυτό που απλώς επισημαίνω είναι αυτή τη φορά (από τις πολύ λίγες, επαναλαμβάνω) οι αμερικάνοι έκαναν καλή δουλειά μένοντας αρκετά πιστοί στο κλίμα του πρώτου φιλμ και γυρίζοντας γενικά ένα καλό και τρομακτικό φιλμ (που είναι και το ζητούμενο βέβαια). Αν δεν ήταν ριμέικ θα το έλεγα μια από τις πιο πρωτότυπες ταινίες τρόμου των αρκετών τελευταίων χρόνων. Όντας ριμέικ, παραμένει νομίζω μια καλή ταινία του είδους, must για τους φίλους του σινεμά τρόμου.
Η ιστορία είναι αρκετά γνωστή: Υπάρχει μία βιντεοκασέτα που δείχνει σκόρπιες, μάλλον ακατανόητες εικόνες. Όποιος έχει την ατυχία να τη δει δέχεται αμέσως μετά το τέλος της προβολής ένα τηλεφώνημα. Κάποιος άγνωστος του λέει: "Εφτά μέρες". Και σε εφτά μέρες ο δύστυχος θεατής πεθαίνει. Τα πτώματα βρίσκονται με ακραίες εκφράσεις τρόμου στο πρόσωπό τους. Όταν μια δημοσιογράφος βλέπει κατά λάθος την κασέτα αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα περίεργα και τρομακτικά πράγματα. Όταν λοιπόν πέιθεται ότι η ιστορία της φριχτής βιντεοκασέτας είναι αληθινή, αρχίζει να ψάχνει με μανία την εβδομάδα που της μένει να βρει το πώς και το γιατί, αναλύοντάς την πλάνο πλάνο. Το κακό είναι ότι την κασέτα έχουν επίσης δει ο μικρός γιος της και ο πατέρας του και πρώην της...
Η ταινία δημιουργεί από την αρχή σχεδόν μια αγωνιώδη ατμόσφαιρα, που επιτείνεται από το διαρκώς μουντό και συννεφιασμένο περιβάλλον και το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς (λογικό αφού υπάρχουν τόσο στενά περιθώρια χρόνου μέχρι να πεθάνεις και ό,τι κάνεις πρέπει να το κάνεις μέσα σ' αυτά). Η έρευνα της ηρωίδας (Ναομί Γουότς) οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο μυστήριο, το απομονωμένο και σχεδόν έρημο νησί όπου αυτή καταλήγει επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα, τα κρυμένα μυστικά που αποκαλύπτονται χτίζουν ψηφίδα με ψηφίδα μια παλιά εφιαλτική ιστορία, ενώ η σκηνή με το άλογο στο φέρι μποτ είναι από τις πιο παράδοξες. Γενικά και ατμοσφαιρικότατο το βρήκα και ικανό να κρατήσει τον θεατή "στην άκρη του καθίσματος". Εξ άλλου πιστεύω πάντα ότι ο Βερμπίνσκι είναι καλός σκηνοθέτης.
Μπορεί τώρα να μου ζητήσετε να το συγκρίνω με το πρωτότυπο γιαπωνέζικο φιλμ. Εντάξει, την καλή ιδέα το πρωτότυπο την επινόησε (προφανώς) και σ' αυτό αξίζουν τα συγχαρητήρια. Αυτό που απλώς επισημαίνω είναι αυτή τη φορά (από τις πολύ λίγες, επαναλαμβάνω) οι αμερικάνοι έκαναν καλή δουλειά μένοντας αρκετά πιστοί στο κλίμα του πρώτου φιλμ και γυρίζοντας γενικά ένα καλό και τρομακτικό φιλμ (που είναι και το ζητούμενο βέβαια). Αν δεν ήταν ριμέικ θα το έλεγα μια από τις πιο πρωτότυπες ταινίες τρόμου των αρκετών τελευταίων χρόνων. Όντας ριμέικ, παραμένει νομίζω μια καλή ταινία του είδους, must για τους φίλους του σινεμά τρόμου.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2017
ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ "ROBIN HOOD" ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΤΕ
O Kevin Reynolds δεν υπήρξε ποτέ μεγάλος σκηνοθέτης (λίγες ταινίες γύρισε άλλωστε), πλην όμως κάποιες είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικές. Όπως, νομίζω, ο "Robin Hood. Prince of Thieves" του 1991, με τον Κέβιν Κόστνερ στο βασικό ρόλο και τον Μόργκαν Φρίμαν ως πιστό του σύντροφο. Και, μην ξεχνάμε, τον Άλαν Ρίκμαν ως διασκεδαστικό πολύ-κακό-αλλά-και-κωμικό σερίφη.
Η ιστορία του Ρομπέν των Δασών έχει πολλάκις μεταφερθεί στην οθόνη. Εδώ ξεκινάμε από την αρχή: Ο ευγενής (και κακομαθημένος) Ρόμπιν ακολουθεί τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο στη σταυροφορία του στους Άγιους Τόπους, δεινοπαθεί και φυλακίζεται στην Ιερουσαλήμ, δραπετεύει, καταφέρνει να επιστρέψει στην Αγγλία... και βρίσκει τα πάντα υπό διάλυση: Ο πατέρας του είναι νεκρός, η περιουσία του καταπατημένη, οι "κακοί" συνωμοτούν ενάντια στον Ριχάρδο, ο οποίος δεν έχει ακόμα επιστρέψει, ενώ ο τρόμος βασιλεύει κάτω από τη μπότα του αιμοσταγούς σερίφη του Νότιγχαμ, ο οποίος έχει πολύ πιο σοβαρές βλέψεις για εξουσία... Φυσικά ο λαός, μόνιμο θύμα, υποφέρει και πεινά. Ο ηρωικός Ρόμπιν, ξεχνώντας το ευγενές παρελθόν του, θα προσχωρήσει στους ληστές του δάσους του Σέργουντ, θα γίνει αρχηγός τους, θα ληστέψει επανειλημμένα τους πλούσιους (ιδίως τους άρπαγες του σερίφη) και θα μοιράσει τη λεία στους φτωχούς. Η βεντέτα ανάμεσά τους θα ξεσπάσει βίαια και, βέβαια, αμφότεροι θα διεκδικήσουν την όμορφη Μάριαν.
Εκτός του βασικού "μηνύματος" που πάντοτε υπάρχει στην ιστορία του Ρομπέν των Δασών (όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται ο Ρόμπιν Χουντ στη χώρα μας), δηλαδή "κλέβω τους πλούσιους και τα μοιράζω στους φτωχούς" (πράγμα ευπρόσδεκτο βεβαίως), στη συγκεκριμένη μεταφορά υπάρχει νομίζω και αρκετή διασκέδαση. Η δράση είναι σφιχτοδεμένη, οι περιπέτειες αρκετές, οι μάχες καλογυρισμένες και, γενικά, το όλο "πακέτο" κρατά τον θεατή που δεν ζητά κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση. Και, βασικό στοιχείο, το χιούμορ που υπάρχει διάχυτο, το οποίο γίνεται ενίοτε μαύρο όταν αφορά τον πολύ κακό σερίφη, ο οποίος ποτέ δεν κατορθώνει να πραγματοποιήσει τους άνομους πόθους του. Η σκηνή προς το τέλος με τον Ρίκμαν να πασχίζει να βιάσει τη Μάριον, την οποία έχει άρτι νυμφευτεί, με το ζόρι βεβαίως, ενώ γύρω γίνεται χαμός, είναι χαρακτηριστική. Τονίζω επίσης την αρκετά συνηθισμένη σήμερα στο Χόλιγουντ αποδοχή του διαφορετικού, που εδώ παίρνει και θρησκευτικές διαστάσεις: Ο μαύρος και, βεβαίως, μουσουλμάνος Φρίμαν είναι σε πολλά σημεία πολύ πιο πολιτισμένος, γενναίος και πολύτιμος απ' όσο οι "πολιτισμένοι" υποτίθεται άγγλοι. Οι σπόντες επί του θέματος είναι συχνές. Και δε νομίζω ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν σε μια σύγχρονη απόλυτα mainstream ταινία, σε μια εποχή που σήμα κατατεθέν της είναι η ισλαμοφοβία.
Έτσι λοιπόν, δίχως να πρόκειται για κάτι ιδιάιτερο, βρίσκω το φιλμ διασκεδαστικό. Θα σας χαρίσει ένα ευχάριστο δίωρο δίχως πολλούς προβληματισμούς - εκτός αν θέλετε να συγκρίνετε την προ 2001 και Δίδυμων Πύργων εποχή με τη σημερινή, οπότε μάλλον θα μελαγχολήσετε...
Η ιστορία του Ρομπέν των Δασών έχει πολλάκις μεταφερθεί στην οθόνη. Εδώ ξεκινάμε από την αρχή: Ο ευγενής (και κακομαθημένος) Ρόμπιν ακολουθεί τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο στη σταυροφορία του στους Άγιους Τόπους, δεινοπαθεί και φυλακίζεται στην Ιερουσαλήμ, δραπετεύει, καταφέρνει να επιστρέψει στην Αγγλία... και βρίσκει τα πάντα υπό διάλυση: Ο πατέρας του είναι νεκρός, η περιουσία του καταπατημένη, οι "κακοί" συνωμοτούν ενάντια στον Ριχάρδο, ο οποίος δεν έχει ακόμα επιστρέψει, ενώ ο τρόμος βασιλεύει κάτω από τη μπότα του αιμοσταγούς σερίφη του Νότιγχαμ, ο οποίος έχει πολύ πιο σοβαρές βλέψεις για εξουσία... Φυσικά ο λαός, μόνιμο θύμα, υποφέρει και πεινά. Ο ηρωικός Ρόμπιν, ξεχνώντας το ευγενές παρελθόν του, θα προσχωρήσει στους ληστές του δάσους του Σέργουντ, θα γίνει αρχηγός τους, θα ληστέψει επανειλημμένα τους πλούσιους (ιδίως τους άρπαγες του σερίφη) και θα μοιράσει τη λεία στους φτωχούς. Η βεντέτα ανάμεσά τους θα ξεσπάσει βίαια και, βέβαια, αμφότεροι θα διεκδικήσουν την όμορφη Μάριαν.
Εκτός του βασικού "μηνύματος" που πάντοτε υπάρχει στην ιστορία του Ρομπέν των Δασών (όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται ο Ρόμπιν Χουντ στη χώρα μας), δηλαδή "κλέβω τους πλούσιους και τα μοιράζω στους φτωχούς" (πράγμα ευπρόσδεκτο βεβαίως), στη συγκεκριμένη μεταφορά υπάρχει νομίζω και αρκετή διασκέδαση. Η δράση είναι σφιχτοδεμένη, οι περιπέτειες αρκετές, οι μάχες καλογυρισμένες και, γενικά, το όλο "πακέτο" κρατά τον θεατή που δεν ζητά κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση. Και, βασικό στοιχείο, το χιούμορ που υπάρχει διάχυτο, το οποίο γίνεται ενίοτε μαύρο όταν αφορά τον πολύ κακό σερίφη, ο οποίος ποτέ δεν κατορθώνει να πραγματοποιήσει τους άνομους πόθους του. Η σκηνή προς το τέλος με τον Ρίκμαν να πασχίζει να βιάσει τη Μάριον, την οποία έχει άρτι νυμφευτεί, με το ζόρι βεβαίως, ενώ γύρω γίνεται χαμός, είναι χαρακτηριστική. Τονίζω επίσης την αρκετά συνηθισμένη σήμερα στο Χόλιγουντ αποδοχή του διαφορετικού, που εδώ παίρνει και θρησκευτικές διαστάσεις: Ο μαύρος και, βεβαίως, μουσουλμάνος Φρίμαν είναι σε πολλά σημεία πολύ πιο πολιτισμένος, γενναίος και πολύτιμος απ' όσο οι "πολιτισμένοι" υποτίθεται άγγλοι. Οι σπόντες επί του θέματος είναι συχνές. Και δε νομίζω ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν σε μια σύγχρονη απόλυτα mainstream ταινία, σε μια εποχή που σήμα κατατεθέν της είναι η ισλαμοφοβία.
Έτσι λοιπόν, δίχως να πρόκειται για κάτι ιδιάιτερο, βρίσκω το φιλμ διασκεδαστικό. Θα σας χαρίσει ένα ευχάριστο δίωρο δίχως πολλούς προβληματισμούς - εκτός αν θέλετε να συγκρίνετε την προ 2001 και Δίδυμων Πύργων εποχή με τη σημερινή, οπότε μάλλον θα μελαγχολήσετε...
Σάββατο, Δεκεμβρίου 16, 2017
Ο "LUCKY" ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ...
Υπάρχουν ταινίες αργόσυρτες, χαμηλότονες, για τις οποίες κάποιοι θα έλεγαν "Μα δεν συμβαίνει τίποτα!" Κι όμως, κάποιες απ' αυτες μπορεί να συγκινούν βαθύτατα, να "πιάνουν" τον θεατή (εμένα τουλάχιστον). Μια τέτοια ταινία είναι το "Lucky" (2017), πρώτη τού ηθοποιού John Carroll Lynch και τελευταία του σημαντικότατου πρωταγωνιστή της Χάρι Ντιν Στάντον, ο οποίος πέθανε λίγο μετά στα 91 του (άρα πρωταγωνιστούσε και ήταν υπέροχος κάπου στα 90 του).
Τι συμβαίνει στο "Lucky"; Απλώς παρακολουθούμε τη ρουτίνα της ζωής του ομώνυμου μοναχικού ηλικιωμένου, ο οποίος ζει σε μικρή αμερικάνικη πόλη όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Πρωινή γυμναστική, αδιόρθωτη κατανάλωση τσιγάρου, κουίζ στην τηλεόραση, σταυρόλεξα και καθημερινή βόλτα στο γειτονικό μπαρ, όπου πίνει το ίδιο πάντα ποτό και μιλά με τους ίδιους πάντα φίλους περί ανέμων και υδάτων. Ώσπου μια ξαφνική λιποθυμία τον κάνει να συνειδητοποιήσει την ηλικία του και ότι το τέλος πλησιάζει. Και αρχίζει να φιλοσοφεί τη ζωή με έναν μάλλον ορθολογικό και αισιόδοξο τρόπο και, κυρίως, με στωικότητα.
Το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινή ρουτίνα του ήρωά της, τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα (κάποιες φορές είναι μελαγχολικός, άλλοτε εριστικός κι άλλοτε φοβάται για ό,τι έρχεται), πάντοτε όμως παραμένει γλυκός και συμπαθητικός. Τι άλλο μπορείς να κάνεις με το αναπόφευκτο, αυτό που περιμένει όλους μας; Συγχρόνως το φιλμ αντιμετωπίζει με ευαισθησία και καλή κατά βάθος διάθεση τη μοναχικότητα. Ο ήρωάς μας δεν παντρεύτηκε ποτέ και ζούσε πάντοτε μόνος. Ήταν "μοναχικός, δεν ένοιωθε όμως μοναξιά", όπως λέει κάποια στιγμή. Όταν βρίσκεις την αγαπημένη ρουτίνα σου και έχεις φίλους να μιλάς και να μοιράζεσαι πράγματα η μοναχικότητα δεν ταυτίζεται με την επώδυνη μοναξιά. Τι μοιράζεται στις καθημερινές του συναντήσεις; Από σχεδόν αστεία γεγονότα (η αγαπημένη χελώνα ενός φίλου του έσκασε) έως συγκλονιστικές πολεμικές αναμνήσεις. Εν τέλει το φιλμ, όπως κάποια του Τζάρμους, εξυμνούν και "ανυψώνουν" την κοινότοπη καθημερινότητα. Κι αυτό είναι πολύτιμο. Και, για να μην το ξεχάσω, υπάρχει και αρκετό χιούμορ στην όλη αντιμετώπιση του επερχόμενου τέλους.
Φυσικά την ταινία παίρνει στην πλάτη του ο καταπληκτικός Χάρι Ντιν Στάντον στον τελευταίο και απόλυτα ταιριαστό, όπως είπαμε, ρόλο του. Χωρις αυτόν τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Και, κερασάκι, ο Ντέιβιντ Λιντς αυτοπροσώπως σε δεύτερο, πλην όμως χαρακτηριστικό, ρόλο.
Με συγκίνησε και με γοήτευσε. Προσοχή όμως: Μόνο για όσους αντέχουν σε αργούς ρυθμούς και χαμηλότονη αφήγηση, σε εσωτερικές καταστάσεις. Κοινώς δεν συνίσταται σε αποκλειστικούς φίλους της ξέφρενης δράσης και των multiplex. Αν δεν είστε απ' αυτούς νομίζω ότι θα το απολαύσετε και ότι θα σας συγκινήσει.
Τι συμβαίνει στο "Lucky"; Απλώς παρακολουθούμε τη ρουτίνα της ζωής του ομώνυμου μοναχικού ηλικιωμένου, ο οποίος ζει σε μικρή αμερικάνικη πόλη όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Πρωινή γυμναστική, αδιόρθωτη κατανάλωση τσιγάρου, κουίζ στην τηλεόραση, σταυρόλεξα και καθημερινή βόλτα στο γειτονικό μπαρ, όπου πίνει το ίδιο πάντα ποτό και μιλά με τους ίδιους πάντα φίλους περί ανέμων και υδάτων. Ώσπου μια ξαφνική λιποθυμία τον κάνει να συνειδητοποιήσει την ηλικία του και ότι το τέλος πλησιάζει. Και αρχίζει να φιλοσοφεί τη ζωή με έναν μάλλον ορθολογικό και αισιόδοξο τρόπο και, κυρίως, με στωικότητα.
Το φιλμ παρακολουθεί την καθημερινή ρουτίνα του ήρωά της, τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα (κάποιες φορές είναι μελαγχολικός, άλλοτε εριστικός κι άλλοτε φοβάται για ό,τι έρχεται), πάντοτε όμως παραμένει γλυκός και συμπαθητικός. Τι άλλο μπορείς να κάνεις με το αναπόφευκτο, αυτό που περιμένει όλους μας; Συγχρόνως το φιλμ αντιμετωπίζει με ευαισθησία και καλή κατά βάθος διάθεση τη μοναχικότητα. Ο ήρωάς μας δεν παντρεύτηκε ποτέ και ζούσε πάντοτε μόνος. Ήταν "μοναχικός, δεν ένοιωθε όμως μοναξιά", όπως λέει κάποια στιγμή. Όταν βρίσκεις την αγαπημένη ρουτίνα σου και έχεις φίλους να μιλάς και να μοιράζεσαι πράγματα η μοναχικότητα δεν ταυτίζεται με την επώδυνη μοναξιά. Τι μοιράζεται στις καθημερινές του συναντήσεις; Από σχεδόν αστεία γεγονότα (η αγαπημένη χελώνα ενός φίλου του έσκασε) έως συγκλονιστικές πολεμικές αναμνήσεις. Εν τέλει το φιλμ, όπως κάποια του Τζάρμους, εξυμνούν και "ανυψώνουν" την κοινότοπη καθημερινότητα. Κι αυτό είναι πολύτιμο. Και, για να μην το ξεχάσω, υπάρχει και αρκετό χιούμορ στην όλη αντιμετώπιση του επερχόμενου τέλους.
Φυσικά την ταινία παίρνει στην πλάτη του ο καταπληκτικός Χάρι Ντιν Στάντον στον τελευταίο και απόλυτα ταιριαστό, όπως είπαμε, ρόλο του. Χωρις αυτόν τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Και, κερασάκι, ο Ντέιβιντ Λιντς αυτοπροσώπως σε δεύτερο, πλην όμως χαρακτηριστικό, ρόλο.
Με συγκίνησε και με γοήτευσε. Προσοχή όμως: Μόνο για όσους αντέχουν σε αργούς ρυθμούς και χαμηλότονη αφήγηση, σε εσωτερικές καταστάσεις. Κοινώς δεν συνίσταται σε αποκλειστικούς φίλους της ξέφρενης δράσης και των multiplex. Αν δεν είστε απ' αυτούς νομίζω ότι θα το απολαύσετε και ότι θα σας συγκινήσει.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2017
ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΗΡΩΙΚΟ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ"
Ο Παντελής Βούλγαρης πάντοτε εμπνεόταν από την ελληνική ιστορία και αρκετά φιλμ του διαδραματίζονται σε σκοτεινές εποχές της. "Το Τελευταίο Σημείωμα" του 2017 δεν αποτελεί εξαίρεση. Αυτή τη φορά το θέμα είναι η βάρβαρη εκτέλεση 200 κομμουνιστών κρατούμενων από τους ναζί στην Καισαριανή, θέμα βεβαίως που πονά μέχρι σήμερα.
Ο ήρωας (και κυριολεκτικά εδώ) είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης (υπαρκτό πρόσωπο, όπως και πολλοί από τους συγκρατούμενούς του). Αφού, κομμουνιστής γαρ, έζησε για καιρό από φυλακή σε φυλακή (είχε συλληφθεί από τη δικτατορία του Μεταξά), καταλήγει με πολλούς άλλους ομοϊδεάτες του στο Χαϊδάρι, όπου χρησιμοποιείται ως διερμηνέας στις ανακρίσεις κυρίως, αφού γνωρίζει άπταιστα γερμανικά. Το φιλμ περιγράφει τη δύσκολη (το λέω αρκετά επιεικώς) ζωή των κρατουμένων εκεί, τις σχέσεις τους με τα αγαπημένα τους πρόσωπα έξω από τη φυλακή, επικεντρώνεται ωστόσο στην πολύπλοκη σχέση του Ναπολέοντα με τον ναζί λοχαγό που είναι ο διοικητής του στρατοπέδου. Σχέσεις αγάπης - μίσους βεβαίως, αφού ο γερμανός συμπαθεί κατά βάθος τον κρατούμενο (αν και συχνά εξοργίζεται και τον χτυπά) και μέχρι τέλους του κάνει δελεαστικές προτάσεις ελευθερίας, τις οποίες εκείνος με ηρωικό τρόπο αρνείται. Όταν η ελληνική αντίσταση εκτελεί έναν γερμανό υποστράτηγο στην Πελοπόννησο ο διοικητής διατάσεται από τους ανωτέρους του να εκτελέσει 200 έλληνες ως αντίποινα.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και το βαθύτατα φορτισμένο θέμα της καταφέρνει νομίζω να συγκινήσει τον θεατή. Η σχεση έλξης - απώθησης ανάμεσα σε δεσμοφύλακα και δεσμώτη δίνεται καλά - βασικός άξονας του φιλμ, που δείχνει πώς η ιστορία και τα τραγικά και καταλυτικά γεγονότα της δρουν σαρωτικά και αλλοιώνουν τις σχέσεις δύο ανθρώπων που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσαν να είναι ακόμα και φίλοι ή, εν πάσει περιπτώσει, να αλληλοεκτιμούνται. Και, βέβαια, όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και οι βαθύτατες ιδεολογικές διαφορές - κομμουνιστής ο ένας, ναζί ο άλλος. Αμφότεροι ωστόσο είναι ιδεολόγοι και πιστεύουν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το σημείο όπου συγκλίνουν. Πριν περάσω σε κάποιες αρνητιές παρατηρήσεις θα επισημάνω την συγκλονιστική σκηνή του γλεντιού την τελευταία νύχτα, από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου της ταινίας.
Οι αρνητικές μου λοιπόν παρατηρήσεις βασίζονται στην έντονη ηρωοποίηση των κρατουμένων, και κυρίως του βασικού χαρακτήρα, καθώς και σε κάποιες χολιγουντιανού στιλ καταστάσεις της μακράς σκηνής της εκτέλεσης, οι οποίες δεν ταιριάζουν με το υπόλοιπο ρεαλιστικό ύφος του φιλμ. ΟΚ, ο Βούλγαρης πάντοτε είχε κάποιες (λίγες ευτυχώς) τέτοιες "τάσεις". Συνολικά πάντως, επειδή το γεγονός, όπως προείπα, είναι τόσο, μα τόσο φορτισμένο, τόσο δυνατό από μόνο του, η ταινία νομίζω ότι αγγίζει τους περισσότερους θεατές, οι οποίοι μάλιστα (το είδα κι εγώ στην προβολή) κάνουν ώρα να συνέλθουν μετά το τέλος (παρακολουθούσαν αμίλητοι τα credits, και κάποιοι χειροκρότησαν). Τελικά το σινεμά πάντοτε είχε τη δύναμη να συγκινεί...
Ο ήρωας (και κυριολεκτικά εδώ) είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης (υπαρκτό πρόσωπο, όπως και πολλοί από τους συγκρατούμενούς του). Αφού, κομμουνιστής γαρ, έζησε για καιρό από φυλακή σε φυλακή (είχε συλληφθεί από τη δικτατορία του Μεταξά), καταλήγει με πολλούς άλλους ομοϊδεάτες του στο Χαϊδάρι, όπου χρησιμοποιείται ως διερμηνέας στις ανακρίσεις κυρίως, αφού γνωρίζει άπταιστα γερμανικά. Το φιλμ περιγράφει τη δύσκολη (το λέω αρκετά επιεικώς) ζωή των κρατουμένων εκεί, τις σχέσεις τους με τα αγαπημένα τους πρόσωπα έξω από τη φυλακή, επικεντρώνεται ωστόσο στην πολύπλοκη σχέση του Ναπολέοντα με τον ναζί λοχαγό που είναι ο διοικητής του στρατοπέδου. Σχέσεις αγάπης - μίσους βεβαίως, αφού ο γερμανός συμπαθεί κατά βάθος τον κρατούμενο (αν και συχνά εξοργίζεται και τον χτυπά) και μέχρι τέλους του κάνει δελεαστικές προτάσεις ελευθερίας, τις οποίες εκείνος με ηρωικό τρόπο αρνείται. Όταν η ελληνική αντίσταση εκτελεί έναν γερμανό υποστράτηγο στην Πελοπόννησο ο διοικητής διατάσεται από τους ανωτέρους του να εκτελέσει 200 έλληνες ως αντίποινα.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και το βαθύτατα φορτισμένο θέμα της καταφέρνει νομίζω να συγκινήσει τον θεατή. Η σχεση έλξης - απώθησης ανάμεσα σε δεσμοφύλακα και δεσμώτη δίνεται καλά - βασικός άξονας του φιλμ, που δείχνει πώς η ιστορία και τα τραγικά και καταλυτικά γεγονότα της δρουν σαρωτικά και αλλοιώνουν τις σχέσεις δύο ανθρώπων που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσαν να είναι ακόμα και φίλοι ή, εν πάσει περιπτώσει, να αλληλοεκτιμούνται. Και, βέβαια, όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και οι βαθύτατες ιδεολογικές διαφορές - κομμουνιστής ο ένας, ναζί ο άλλος. Αμφότεροι ωστόσο είναι ιδεολόγοι και πιστεύουν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το σημείο όπου συγκλίνουν. Πριν περάσω σε κάποιες αρνητιές παρατηρήσεις θα επισημάνω την συγκλονιστική σκηνή του γλεντιού την τελευταία νύχτα, από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου της ταινίας.
Οι αρνητικές μου λοιπόν παρατηρήσεις βασίζονται στην έντονη ηρωοποίηση των κρατουμένων, και κυρίως του βασικού χαρακτήρα, καθώς και σε κάποιες χολιγουντιανού στιλ καταστάσεις της μακράς σκηνής της εκτέλεσης, οι οποίες δεν ταιριάζουν με το υπόλοιπο ρεαλιστικό ύφος του φιλμ. ΟΚ, ο Βούλγαρης πάντοτε είχε κάποιες (λίγες ευτυχώς) τέτοιες "τάσεις". Συνολικά πάντως, επειδή το γεγονός, όπως προείπα, είναι τόσο, μα τόσο φορτισμένο, τόσο δυνατό από μόνο του, η ταινία νομίζω ότι αγγίζει τους περισσότερους θεατές, οι οποίοι μάλιστα (το είδα κι εγώ στην προβολή) κάνουν ώρα να συνέλθουν μετά το τέλος (παρακολουθούσαν αμίλητοι τα credits, και κάποιοι χειροκρότησαν). Τελικά το σινεμά πάντοτε είχε τη δύναμη να συγκινεί...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















