Το ρουμάνικο σινεμά, πάντοτε ρεαλιστικό και καίριο, εξακολουθεί να παράγει ενδιαφέροντα φιλμ. Από τους γνωστότερους δημιουργούς του ο Cristian Mungiu, που μας είχε δώσει το πολύ δυνατό "4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες", γυρίζει τώρα το "Πίσω από του Λόφους" (Dupa Dealuri, 2012) και μας βάζει στα άδυτα ενός σύγχρονου ρουμάνικου ορθόδοξου μοναστηριού. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να κοιτάξει και την έξω απ' αυτό κοινωνία και τα προβλήματά της.
Δύο κοπέλες ερωτεύονται στο ορφανοτροφείο όπου μεγάλωσαν. Κάποια στιγμή η μία φεύγει μετανάστης στη Γερμανία και η άλλη γίνεται καλόγρια σε μοναστήρι. Μετά από κάποιο διάστημα η πρώτη επιστρέφει και επισκέπτεται τη φίλη της στη μονή, αποφασισμένη να την πάρει από εκεί και να ζήσουν μαζί στη Γερμανία. Η άλλη όμως έχει ήδη δοθεί στο θεό και ουδόλως την ενδιαφέρουν οι έρωτες και η εγκόσμια ζωή εν γένει. Από εκεί και πέρα αρχίζουν τα προβλήματα.
Η ταινία, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταπιάνεται με έναν σύγχρονο εξορκισμό. Μην πάει όμως το μυαλό σας σε σινεμά τρόμου και τέτοια. Ουδεμία σχέση. Εδώ τα πράγματα είναι απόλυτα ρεαλιστικά - η ταινία βασίζεται μάλιστα σε αληθινή ιστορία, που είναι πολύ γνωστή στη Ρουμανία αφού είχε απασχολήσει για καιρό τα media. Ωστόσο ο Μουνγκίου δεν ενδιαφερεται ούτε για την πιστή αναπαράσταση των γεγονότων. Απλώς εμπνέεται από αυτά, κάνοντας μια δικιά του ταινία μυθοπλασίας.
Υπάρχουν δύο συστήματα λογικής, δύο τρόποι θέασης και αντιμετώπισης της ζωής: Από τη μία η θρησκευτική, μεταφυσική, αυτή του μοναστηριού προφανώς, και από την άλλη η εγκόσμια, η υλική, αυτή του κράτους και των καθημερινών του θεσμών. Υπάρχουν και άλλα δίπολα (το ένστικτο και το "πρέπει", η επιθυμία και το καθήκον ή η ιδεολογία κλπ.) Όσον αφορά το πρώτο δίπολο όμως, αυτό μεταξύ μεταφυσικού και υλικού τρόπου σκέψης, που κυριαρχεί στο φιλμ, ο σκηνοθέτης μοιάζει να παίρνει ίσες αποστάσεις, όχι ακριβώς "συμπαθώντας" και τις δύο πλευρές, αλλά καταδεικνύοντας τα αδιέξοδα και τις ανεπάρκειες και των δύο. Γι' αυτό δεν ρίχνει το φταίξιμο των τραγικών γεγονότων σε μιά από τις δύο πλευρές, αλλά, πολύ απλά, και στις δύο. Έρμαιο μιας άθλιας πολιτικής και οικονομικής κατάστασης, η ιατρική ή ο υλικός τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων αδυνατεί να εκτελέσει το έργο του. Έρμαιο δεισιδαιμονιών και ξεπερασμένων προκαταλήψεων η άλλη πλευρά, πολύ απλά, δεν είναι σε θέση να βοηθήσει. Αντίθετα μάλιστα, προκαλεί μια τραγωδία. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι και οι δύο πλευρές έχουν καλές προθέσεις. Θέλουν να λύσουν το πρόβλημα, κάθε μία με τον τρόπο της. Όμως...
Το "ντοκιμαντερίστικο" background σε όλα αυτά είναι μια πάμφτωχη, σχεδόν εξαθλιωμένη Ρουμανία, που βρίσκεται πολύ, πολύ μακριά από κάθε ευρωπαϊκή έννοια. Αν νομίζετε ότι η βαθύτατη κρίση που ζουμε μας έχει φέρει στον απόλυτο πάτο, γελιέστε. Το σύγχρονο μοναστήρι της ταινίας δεν έχει ηλεκτρικό ρεύμα ούτε τρεχούμενο νερό! Το κοντινό χωριό έχει μόνο λασπωμένους χωματόδρομους. Οι κάτοικοι πασχίζουν να ζεσταθούν, ενώ τα αυτοκίνητα είναι κάτι παμπάλαιες σακαράκες. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς το εφιαλτικό σκηνικό είναι τελικά που προκαλεί τα αδιέξοδα: Εξ αιτίας του η εγκόσμια αντιμετώπιση δεν έχει τα (οικονομικά σε πρώτη φάση) όπλα για να καταστεί αποτελεσματική, ενώ η μεσαιωνική λογική του μοναστηριού επιβιώνει ακόμα στις μέρες μας ακριβώς εξ αιτίας όλης αυτής της καθυστέρησης.
Πυκνό δράμα, που σίγουρα δεν θα είναι ό,τι καλύτερο στους εθισμένους στην αστραφτερή χολιγουντιανή κινηματογραφία, το οποίο βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον και διεισδυτικό. Όσοι νοιάζονται για ένα διαφορετικό είδος σινεμά νομίζω ότι δεν πρέπει να το χάσουν.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2013
Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2013
Ο DJANGO ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ ΣΠΑΓΓΕΤΙ
O Quentin Tarantino είναι βεβαίως ένας ορκισμένος φίλος των κάθε λογής b-movies, με τα οποία έχει μεγαλώσει και στα οποία έχει εντρυφήσει όσο ελάχιστοι, και, κατά συνέπεια, ένας δημιουργός ταινιών "είδους". Καθόλου παράξενο λοιπόν που στο "Django ο Τιμωρός" (Django Unchained) του 2012 εμπνέεται από το γουέστερν σπαγγέτι και μάλιστα από ένα συγκεκριμένο ήρωα, τον Τζάνγκο, μιας ταινίας του 1966. Από εκεί και πέρα, όπως διαβάζω, το φιλμ δεν έχει και πολλές ομοιότητες με το πρωτότυπο. Έχει πλήρως μεταφερθεί στο γνωστό ταραντινικο σύμπαν.
Όπου βέβαια κυριαρχεί το αίμα, η βία, το κατάμαυρο χιούμορ, οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές, οι απίστευτοι διάλογοι και, γενικά, δίχως αυτό να ενοχλεί, η διάθεση για χαβαλέ (το λέω με καλή έννοια). Ο δημιουργός όμως κάνει εδώ και κάτι άλλο: Αποφασίζει να κάνει τον ήρωα (που παλιά ερμηνευόταν από τον Φράνκο Νέρο) μαύρο. Έτσι στήνει όλη την ιστορία με φόντο τον εφιαλτικό θεσμό της δουλείας, παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ των μαύρων που ποθούν την ελευθερία τους και, ούτε λίγο ούτε πολύ και με τη γνωστή υπερβολή που τον διακρίνει, κάνει σχεδόν κάθε νότιο λευκό "κακό". Θα ήμουν όντως πανευτυχής αν μπορούσα να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις ενός ρατσιστή, απ' αυτούς που μας κατακλύζουν προσφάτως, στη θέαση του φιλμ (στο οποίο μάλλον κατά λάθος θα μπήκε, από άγνοια)...
Φυσικά, περιττό να το πούμε, η αφήγηση είναι άμεση και απολαυστική, η δράση καταιγιστική εκεί που πρέπει και οι υπερβολές, συνυφασμένες με το είδος, πάμπολλες. Υπερβολές όμως, όπως και η πληθώρα σινεφιλικών αναφορών, που λειτουργούν σαν κλείσιμο ματιού προς τον θεατή. Είναι σαφές ότι ο ίδιος ο Ταραντίνο δεν τις πιστεύει, κάνει πλάκα μ' αυτές. Η πληθώρα γνωστών ηθοποιών που συμμετέχουν (κάπου εμφανίζεται σαν αναφορά και ο ίδιος, ηλικιωμένος πλέον, ο Φράνκο Νέρο), κάνει την όλη θέαση απολαυστικότερη. Τέλος θα τονίσω ένα σημείο που προσωπικά πιστεύω ότι πετυχαίνει απόλυτα στην ταινία: Ο Ταραντίνο καταφέρνει να παρασύρει απόλυτα τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) στο παιχνίδι του: Οι κακοί είναι κακοί, οι καλοί συγκινητικοί. Όταν λοιπόν αρχίζουν τα πιστολίδια (οι σφαγές στην ουσία) και η βία κυριαρχεί, έπιανα τον εαυτό μου να το ευχαριστιέται, να λέω μέσα μου "καλά τους έκαναν", να νοιώθω λύτρωση. Αυτή η τέχνη τού να βάζεις μέσα στο κλίμα τον θεατή, να τον κάνεις να ευχαριστιέται τις έστω ματοβαμένες λύσεις, αποτελεί το φόρτε (σχεδόν πάντοτε) της δουλειά του σκηνοθέτη αυτού. Ο οποίος πάντοτε παίζει με τα είδη, πάντοτε αυτά που βλέπουμε κάπου τα έχουμε ξαναδεί, όλο αυτό το παιχνίδι όμως δεν σε κουράζει, αφού η τράπουλα με τα ήδη γνωστά χαρτιά ανακατεύεται κάθε φορά ιδιοφυώς και με διαφορετικό τρόπο.
Αν λοιπόν θα έπρεπε με πολύ λίγες λέξεις να χαρακτηρίσω αυτό το χαβαλετζίδικο και βίαιο νεο-γουέστερν θα επέλεγα τις λέξεις "χορταστικό" και "απολαυστικό". Φτάνει να αφήσετε τον εαυτό σας να μπει στο ταραντινικό παιχνίδι και να μην σκέπτεστε συνεχώς "μα καλά, αυτό δεν γίνεται". Πρόκειται, πάνω απ' όλα, για ταινία αναφοράς σε παλιότερα, "μπι" αγαπημένα είδη του δημιουργού, στο οποία όντως "αυτό δεν μπορούσε να γίνει στην πραγματικότητα".
Όπου βέβαια κυριαρχεί το αίμα, η βία, το κατάμαυρο χιούμορ, οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές, οι απίστευτοι διάλογοι και, γενικά, δίχως αυτό να ενοχλεί, η διάθεση για χαβαλέ (το λέω με καλή έννοια). Ο δημιουργός όμως κάνει εδώ και κάτι άλλο: Αποφασίζει να κάνει τον ήρωα (που παλιά ερμηνευόταν από τον Φράνκο Νέρο) μαύρο. Έτσι στήνει όλη την ιστορία με φόντο τον εφιαλτικό θεσμό της δουλείας, παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ των μαύρων που ποθούν την ελευθερία τους και, ούτε λίγο ούτε πολύ και με τη γνωστή υπερβολή που τον διακρίνει, κάνει σχεδόν κάθε νότιο λευκό "κακό". Θα ήμουν όντως πανευτυχής αν μπορούσα να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις ενός ρατσιστή, απ' αυτούς που μας κατακλύζουν προσφάτως, στη θέαση του φιλμ (στο οποίο μάλλον κατά λάθος θα μπήκε, από άγνοια)...
Φυσικά, περιττό να το πούμε, η αφήγηση είναι άμεση και απολαυστική, η δράση καταιγιστική εκεί που πρέπει και οι υπερβολές, συνυφασμένες με το είδος, πάμπολλες. Υπερβολές όμως, όπως και η πληθώρα σινεφιλικών αναφορών, που λειτουργούν σαν κλείσιμο ματιού προς τον θεατή. Είναι σαφές ότι ο ίδιος ο Ταραντίνο δεν τις πιστεύει, κάνει πλάκα μ' αυτές. Η πληθώρα γνωστών ηθοποιών που συμμετέχουν (κάπου εμφανίζεται σαν αναφορά και ο ίδιος, ηλικιωμένος πλέον, ο Φράνκο Νέρο), κάνει την όλη θέαση απολαυστικότερη. Τέλος θα τονίσω ένα σημείο που προσωπικά πιστεύω ότι πετυχαίνει απόλυτα στην ταινία: Ο Ταραντίνο καταφέρνει να παρασύρει απόλυτα τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) στο παιχνίδι του: Οι κακοί είναι κακοί, οι καλοί συγκινητικοί. Όταν λοιπόν αρχίζουν τα πιστολίδια (οι σφαγές στην ουσία) και η βία κυριαρχεί, έπιανα τον εαυτό μου να το ευχαριστιέται, να λέω μέσα μου "καλά τους έκαναν", να νοιώθω λύτρωση. Αυτή η τέχνη τού να βάζεις μέσα στο κλίμα τον θεατή, να τον κάνεις να ευχαριστιέται τις έστω ματοβαμένες λύσεις, αποτελεί το φόρτε (σχεδόν πάντοτε) της δουλειά του σκηνοθέτη αυτού. Ο οποίος πάντοτε παίζει με τα είδη, πάντοτε αυτά που βλέπουμε κάπου τα έχουμε ξαναδεί, όλο αυτό το παιχνίδι όμως δεν σε κουράζει, αφού η τράπουλα με τα ήδη γνωστά χαρτιά ανακατεύεται κάθε φορά ιδιοφυώς και με διαφορετικό τρόπο.
Αν λοιπόν θα έπρεπε με πολύ λίγες λέξεις να χαρακτηρίσω αυτό το χαβαλετζίδικο και βίαιο νεο-γουέστερν θα επέλεγα τις λέξεις "χορταστικό" και "απολαυστικό". Φτάνει να αφήσετε τον εαυτό σας να μπει στο ταραντινικό παιχνίδι και να μην σκέπτεστε συνεχώς "μα καλά, αυτό δεν γίνεται". Πρόκειται, πάνω απ' όλα, για ταινία αναφοράς σε παλιότερα, "μπι" αγαπημένα είδη του δημιουργού, στο οποία όντως "αυτό δεν μπορούσε να γίνει στην πραγματικότητα".
Παρασκευή, Ιανουαρίου 25, 2013
ABSOLUTE BEGINNERS: ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ "WEST SIDE STORY"...
Το "Absolute Beginners" (1986) θα ήθελε πολύ να είναι το West Side Story της γενιάς
του. Ακριβώς έτσι διαφημίστηκε άλλωστε. Γυρίστηκε εξ άλλου από έναν «ειδικό»
της ποπ μουσικής και της ποπ κουλτούρας εν γένει, τον Julien Temple. Νομίζω όμως ότι αποτυγχάνει πλήρως στο στόχο του.
Πρόκειται βεβαίως για ένα ποπ μιούζικαλ. Διαδραματίζεται στο Λονδίνο το καλοκαίρι του 1958 και καταπιάνεται με ένα ενδιαφέρον θέμα: Την πρώτη «επανάσταση» της νέας γενιάς, των εφήβων δηλαδή ή των τινέιτζερς γενικότερα, ενάντια στο κατεστημένο των προηγούμενων γενεών. Επανάσταση βεβαίως που δεν γίνεται με πολιτικούς όρους ή διεκδικήσεις, αλλά μέσα από την καθημερινότητα: Αυτό που θέλουν οι νέοι της εποχής είναι ένας ολότελα διαφορετικός τρόπος ζωής απ’ αυτόν των γονιών τους. Κατά τον Temple (το λέει άλλωστε καθαρά και επιγραμματικά στο ξεκίνημα της ταινίας) αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά τότε, στα τέλη δηλαδή του ’50 (θα γιγαντωνόταν, ως γνωστόν, στα ‘60ς). Τότε λοιπόν – κατά την ταινία πάντα – «ήταν η πρώτη φορά που οι νέοι γούσταραν τη ζωή τους, η οποία μέχρι τότε ήταν μίζερη και γκρίζα και ουσιαστικά σε τίποτα δεν διέφερε από αυτή των πατεράδων τους". Η νεανική «επανάσταση» γίνεται μέσα από τον έρωτα, το σεξ, τη μουσική (τζαζ και το νεογέννητο τότε ροκ εντ ρολ), το ξενύχτι, τις παρέες, το αλκοόλ ή το χασίς. Η ζωή γίνεται γλυκιά, ενώ αυτή της προηγούμενης γενιάς παραμένει βαρετή και άχρωμη (μιλάμε άλλωστε για τη Βρετανία, η οποία διαθέτει ένα πολύ δικό της και χαρακτηριστικό είδος καθημερινής μιζέριας, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο).
Ταυτόχρονα όμως με την ηδονή έρχεται και η παρακμή. Η οποία εντοπίζεται στην αδίστακτη εκμετάλλευση του φαινομένου από το σύστημα, το οποίο παραδόξως προωθεί την "σκανδαλώδη" συμπεριφορά της νεολαίας, βγάζει λεφτά απ’ αυτήν και τελικά, όπως συμβαίνει συνήθως, ενσωματώνει το φαινόμενο δίχως ουσιαστικά το ίδιο το σύστημα να αλλάξει (στο μεταξύ έχει ξεζουμίσει με κάθε τρόπο τους πιτσιρικάδες σταρ-για-ένα-φεγγάρι που το ίδιο δημιουργεί). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται συχνά, το σύστημα «αγοράζει» τους νέους.
Αυτή είναι η «στιγμή» που προσπαθεί να πιάσει και να σκιαγραφήσει ο Τεμπλ. Ωστόσο πολλά δεν μου πάνε καλά. Οι ηθοποιίες μου φαίνονται μη επαρκείς (γιατί είναι σα να μιλάν ντουμπλαρισμένα;), ενώ οι χορογραφίες φαντάζουν (στα μάτια μου τουλάχιστον) ξενέρωτες, όταν μάλιστα μπαίνουν σε εξαιρετικά σοβαρές στιγμές του φιλμ… Γενικά μου έμεινε μια αίσθηση απογοήτευσης και ανεκπλήρωτου. Όχι, δεν φτάνει σε καμιά περίπτωση το πρότυπό του, στο οποίο, με τα ίδια περίπου υλικά, η χημεία επιτυγχανόταν πολύ περισσότερο.
Μένουν για το τέλος μερικά συν: Πρώτα – πρώτα θα μπορούσε να θεωρηθεί για κάποιους καλτ και μόνο για το σάουντρακ, αλλά και τους μουσικούς που παίρνουν μέρος σαν ηθοποιοί τραγουδώντας κιόλας, με επικεφαλής τους David Bowie (δικό του και το ομότιτλο γνωστό σουξέ), τη νεαρή τότε Sade και τον μεγάλο Ray Davies των Kinks. Το δεύτερο θετικό είναι η απόπειρα ένταξης του πολιτικού στοιχείου στο όλο νεανικό – ποπ σκηνικό (μια αίσθηση ποπ που επιτείνεται από τα επίτηδες «ψεύτικα» στουντιακά περιβάλλοντα όπου διαδραματίζεται το φιλμ και τους μη ρεαλιστικούς, εμφανώς φτιαχτούς φωτισμούς). Δείχνεται έτσι ξεκάθαρα η άνοδος του φασισμού και διάφορων νεοναζιστικών, ρατσιστικών ομάδων ανεγκέφαλων φανατικών, που αποτελούν και τους "κακούς" της ταινίας και οι οποίοι χρησιμοποιούνται σαν τσιράκια του βρώμικου συστήματος, βοηθώντας το στις (αποκλειστικά) οικονομικές βλέψεις του. Είναι εφιαλτικό το πόσο επίκαιρο φαντάζει το στοιχείο αυτό στις μέρες μας, όταν περιστοιχιζόμαστε για μια ακόμα φορά από ηλίθιους εγκληματίες του είδους.
Εντάξει, καλά αυτά, αλλά όπως σας είπα συνολικά "δεν θα πάρω". Πλάκα εχει να το δει κανείς ως κάτι περίεργο και εκκεντρικό, όχι όμως (κατά τη γνώμη μου) και καλό.
Πρόκειται βεβαίως για ένα ποπ μιούζικαλ. Διαδραματίζεται στο Λονδίνο το καλοκαίρι του 1958 και καταπιάνεται με ένα ενδιαφέρον θέμα: Την πρώτη «επανάσταση» της νέας γενιάς, των εφήβων δηλαδή ή των τινέιτζερς γενικότερα, ενάντια στο κατεστημένο των προηγούμενων γενεών. Επανάσταση βεβαίως που δεν γίνεται με πολιτικούς όρους ή διεκδικήσεις, αλλά μέσα από την καθημερινότητα: Αυτό που θέλουν οι νέοι της εποχής είναι ένας ολότελα διαφορετικός τρόπος ζωής απ’ αυτόν των γονιών τους. Κατά τον Temple (το λέει άλλωστε καθαρά και επιγραμματικά στο ξεκίνημα της ταινίας) αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά τότε, στα τέλη δηλαδή του ’50 (θα γιγαντωνόταν, ως γνωστόν, στα ‘60ς). Τότε λοιπόν – κατά την ταινία πάντα – «ήταν η πρώτη φορά που οι νέοι γούσταραν τη ζωή τους, η οποία μέχρι τότε ήταν μίζερη και γκρίζα και ουσιαστικά σε τίποτα δεν διέφερε από αυτή των πατεράδων τους". Η νεανική «επανάσταση» γίνεται μέσα από τον έρωτα, το σεξ, τη μουσική (τζαζ και το νεογέννητο τότε ροκ εντ ρολ), το ξενύχτι, τις παρέες, το αλκοόλ ή το χασίς. Η ζωή γίνεται γλυκιά, ενώ αυτή της προηγούμενης γενιάς παραμένει βαρετή και άχρωμη (μιλάμε άλλωστε για τη Βρετανία, η οποία διαθέτει ένα πολύ δικό της και χαρακτηριστικό είδος καθημερινής μιζέριας, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο).
Ταυτόχρονα όμως με την ηδονή έρχεται και η παρακμή. Η οποία εντοπίζεται στην αδίστακτη εκμετάλλευση του φαινομένου από το σύστημα, το οποίο παραδόξως προωθεί την "σκανδαλώδη" συμπεριφορά της νεολαίας, βγάζει λεφτά απ’ αυτήν και τελικά, όπως συμβαίνει συνήθως, ενσωματώνει το φαινόμενο δίχως ουσιαστικά το ίδιο το σύστημα να αλλάξει (στο μεταξύ έχει ξεζουμίσει με κάθε τρόπο τους πιτσιρικάδες σταρ-για-ένα-φεγγάρι που το ίδιο δημιουργεί). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται συχνά, το σύστημα «αγοράζει» τους νέους.
Αυτή είναι η «στιγμή» που προσπαθεί να πιάσει και να σκιαγραφήσει ο Τεμπλ. Ωστόσο πολλά δεν μου πάνε καλά. Οι ηθοποιίες μου φαίνονται μη επαρκείς (γιατί είναι σα να μιλάν ντουμπλαρισμένα;), ενώ οι χορογραφίες φαντάζουν (στα μάτια μου τουλάχιστον) ξενέρωτες, όταν μάλιστα μπαίνουν σε εξαιρετικά σοβαρές στιγμές του φιλμ… Γενικά μου έμεινε μια αίσθηση απογοήτευσης και ανεκπλήρωτου. Όχι, δεν φτάνει σε καμιά περίπτωση το πρότυπό του, στο οποίο, με τα ίδια περίπου υλικά, η χημεία επιτυγχανόταν πολύ περισσότερο.
Μένουν για το τέλος μερικά συν: Πρώτα – πρώτα θα μπορούσε να θεωρηθεί για κάποιους καλτ και μόνο για το σάουντρακ, αλλά και τους μουσικούς που παίρνουν μέρος σαν ηθοποιοί τραγουδώντας κιόλας, με επικεφαλής τους David Bowie (δικό του και το ομότιτλο γνωστό σουξέ), τη νεαρή τότε Sade και τον μεγάλο Ray Davies των Kinks. Το δεύτερο θετικό είναι η απόπειρα ένταξης του πολιτικού στοιχείου στο όλο νεανικό – ποπ σκηνικό (μια αίσθηση ποπ που επιτείνεται από τα επίτηδες «ψεύτικα» στουντιακά περιβάλλοντα όπου διαδραματίζεται το φιλμ και τους μη ρεαλιστικούς, εμφανώς φτιαχτούς φωτισμούς). Δείχνεται έτσι ξεκάθαρα η άνοδος του φασισμού και διάφορων νεοναζιστικών, ρατσιστικών ομάδων ανεγκέφαλων φανατικών, που αποτελούν και τους "κακούς" της ταινίας και οι οποίοι χρησιμοποιούνται σαν τσιράκια του βρώμικου συστήματος, βοηθώντας το στις (αποκλειστικά) οικονομικές βλέψεις του. Είναι εφιαλτικό το πόσο επίκαιρο φαντάζει το στοιχείο αυτό στις μέρες μας, όταν περιστοιχιζόμαστε για μια ακόμα φορά από ηλίθιους εγκληματίες του είδους.
Εντάξει, καλά αυτά, αλλά όπως σας είπα συνολικά "δεν θα πάρω". Πλάκα εχει να το δει κανείς ως κάτι περίεργο και εκκεντρικό, όχι όμως (κατά τη γνώμη μου) και καλό.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2013
ΕΝΑ ΧΟΜΠΙΤ ΞΕΚΙΝΑ ΕΝΑ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ ΤΑΞΙΔΙ
Ήταν ζήτημα χρόνου: Μετά τη επιτυχία της τριλογίας του "Lord of the Rings" θα ακολουθούσε κάποια στιγμή και το μυθιστορηματικό του πρίκουελ: Το "Hobbit". Πρίκουελ με τη σημερινή λογική βέβαια, αφού ο Τόλκιν πρώτα έγραψε αυτό σαν εφηβικό (τουλάχιστον) σχετικά μικρό μυθιστόρημα και στη συνέχεια προχώρησε στον επικό, κολοσσιαίων διαστάσεων και απείρως πολυπλοκότερο "Άρχοντα". "Δράστης", μετά πολλά μαγειρέματα και αλλαγές, και πάλι ο Peter Jackson εν έτει 2012.
Είχα γράψει και στο "Lord..." ότι είμαι παλιός φαν των βιβλίων, τα οποία λάτρεψα σε μια μάλλον τρυφερή ηλικία. Έτσι ήμουν θετικά προκατειλημένος και για τα φιλμ. Και όντως, στην αρχική τριλογία θεωρώ ότι έγινε σχεδόν ό,τι καλύτερο γινόταν για μια μεταφορά ενός τέτοιου ογκόλιθου στην οθόνη (και ήταν απαραίτητο φοβάμαι να παραλειφτούν κάποια ενδιαφέροντα στοιχεια). Στη δεύτερη αυτή απόπειρα έχω περισσότερες αντιρήσεις, τις οποίες θα εξηγήσω παρακάτω. Πριν όμως να πω τα καλά.
Κατ' αρχήν καλό θα ήταν να αντιμετωπίσω το όλο θέμα σαν ένα και μόνο 9ωρο (περίπου) φιλμ, αφού αυτό ακριβώς είναι, άσχετο αν για καθαρά πρακτικούς λόγους παίζεται σε τρία μέρη. Ωστόσο μπήκα στον πειρασμό να γράψω κάτι για το πρώτο ένα τρίτο που είδαμε, το "Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι". Και για το οποίο δεν χωράει πολλή ανάλυση νομίζω: Αν σας άρεσε το "Lord of the Rings" θα σας αρέσει και το "Χόμπιτ". Αυτό είναι όλο. Η αισθητική είναι ίδια, οι εικόνες το ίδιο χορταστικές, οι ήρωες εν μέρει οι ίδιοι (η ιστορία διαδραματίζεται 60 χρόνια πριν τον "Άρχοντα" και περιγράφει το πώς ξεκίνησαν όλα, οπότε πολλοί χαρακτήρες είναι οι ίδιοι), το θέαμα εγγυημένο. Σε γενικές γραμμές λοιπόν - και με δεδομένη την αγάπη μου για τον Τόλκιν - η ταινία μου άρεσε. Την απολαυσα ως μια ακόμα εξαιρετική περιπέτεια, σαν ένα ακόμα κεφάλαιο του "Άρχοντα" και βέβαια με τη δεδομένη σκηνοθετική ικανότητα του Τζάκσον. Αν έπρεπε να την περιγράψω με μια μόνο λέξη, θα επέλεγα τη λέξη "χορταστική". Έτσι παραμένω φίλος και της δεύτερης τριλογίας. Η οποία βεβαίως είναι κάπως πιο ανήλικη από την πρώτη, απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες (και έχει και ένα παιδικό χιούμορ κάπου - κάπου), αλλά αυτό είναι αναμενόμενο αφού, όπως είπαμε, αυτό είναι το πνεύμα του βιβλίου. Τα πράγματα σοβάρεψαν με τον "Άρχοντα".
Να λοιπόν στις δύο μεγάλες μου αντιρήσεις.
Η πρώτη: Γιατί ένα μυθιστόρημα με λιγότερες από 300 σελίδες γίνεται 8ωρη τριλογία; Γιατί ένα βιβλίο που μόλις φτάνει το ένα τέτερτο του "Άρχοντα" αποκτά την ίδια μ' αυτόν διάρκεια; Η απάντηση είναι βέβαια προφανής: Για εμπορικούς λόγους. Για να έχουμε μια σίγουρη, όχι ετήσια αλλά τρίχρονη επιτυχία. Σύμφωνοι, αλλά αυτό εμένα σαν θεατή δεν με αφορά. Νοιώθω ότι τι όλο πράγμα ξεχειλώνει με το ζόρι για να βγάλουν περισσότερα λεφτά τα στούντιο.
Η δεύτερη αντίρηση: Είπα ότι εξ ορισμού η ταινία αυτή είναι κάπως λιγότερο ενήλικη. Λογικό και αναμενόμενο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να υποστούμε όλα αυτά τα απίθανα που βλέπουμε όσον αφορά τη... σωματική ακεραιότητα των ηρώων. Η ετεροκλητη παρέα των πρωταγωνιστών πέφτει από γκρεμούς, παίρνει μέρος σε αιματηρότατες μάχες, τους πέφτουν βράχια, όμως κανείς απολύτως δεν παθαίνει το πραγματικό. Σα να βλέπουμε κινούμενα σχέδια που πέφτουν από αεροπλάνα και σηκώνονται απαθέστατα με ένα καρούμπαλο. Το στοιχείο αυτό, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές, με ενόχλησε πραγματικά. Κάποιος πρέπει να τους εξηγήσει ότι ακόμα και μέσα στην καρδιά του φανταστικού οφείλει να υπάρχει ένας εσωτερικός ρεαλισμός. Επειδή βρισκόμαστε σε έναν φανταστικό κόσμο με μάγους και δράκους δεν σημαίνει ότι οι κοινοί άνθρωποι (τα κοινά όντα τέλος πάντων) πέφτουν σε βάραθρα δίχως να παθαίνουν τίποτα. Περιτό να σας πω ότι τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει στο βιβλίο.
Τέλος πάντων, αν και με ενόχλησαν τα στοιχεία αυτά, δεν μπορώ να πω ότι βγήκα στενοχωρημένος. Κατάφερα να απολαύσω και αυτό το φιλμ. Θα επαναλάβω ό,τι είπα και στην αρχή: Αν είστε φαν του "Άρχοντα" θα το απολαυσετε. Τίποτα ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει στις εντυπωσιακές εικόνες και τα μαγευτικά τοπία που διαδέχονται το ένα το άλλο. Αν πάλι όχι, μην περάσετε ούτε απ' έξω.
Είχα γράψει και στο "Lord..." ότι είμαι παλιός φαν των βιβλίων, τα οποία λάτρεψα σε μια μάλλον τρυφερή ηλικία. Έτσι ήμουν θετικά προκατειλημένος και για τα φιλμ. Και όντως, στην αρχική τριλογία θεωρώ ότι έγινε σχεδόν ό,τι καλύτερο γινόταν για μια μεταφορά ενός τέτοιου ογκόλιθου στην οθόνη (και ήταν απαραίτητο φοβάμαι να παραλειφτούν κάποια ενδιαφέροντα στοιχεια). Στη δεύτερη αυτή απόπειρα έχω περισσότερες αντιρήσεις, τις οποίες θα εξηγήσω παρακάτω. Πριν όμως να πω τα καλά.
Κατ' αρχήν καλό θα ήταν να αντιμετωπίσω το όλο θέμα σαν ένα και μόνο 9ωρο (περίπου) φιλμ, αφού αυτό ακριβώς είναι, άσχετο αν για καθαρά πρακτικούς λόγους παίζεται σε τρία μέρη. Ωστόσο μπήκα στον πειρασμό να γράψω κάτι για το πρώτο ένα τρίτο που είδαμε, το "Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι". Και για το οποίο δεν χωράει πολλή ανάλυση νομίζω: Αν σας άρεσε το "Lord of the Rings" θα σας αρέσει και το "Χόμπιτ". Αυτό είναι όλο. Η αισθητική είναι ίδια, οι εικόνες το ίδιο χορταστικές, οι ήρωες εν μέρει οι ίδιοι (η ιστορία διαδραματίζεται 60 χρόνια πριν τον "Άρχοντα" και περιγράφει το πώς ξεκίνησαν όλα, οπότε πολλοί χαρακτήρες είναι οι ίδιοι), το θέαμα εγγυημένο. Σε γενικές γραμμές λοιπόν - και με δεδομένη την αγάπη μου για τον Τόλκιν - η ταινία μου άρεσε. Την απολαυσα ως μια ακόμα εξαιρετική περιπέτεια, σαν ένα ακόμα κεφάλαιο του "Άρχοντα" και βέβαια με τη δεδομένη σκηνοθετική ικανότητα του Τζάκσον. Αν έπρεπε να την περιγράψω με μια μόνο λέξη, θα επέλεγα τη λέξη "χορταστική". Έτσι παραμένω φίλος και της δεύτερης τριλογίας. Η οποία βεβαίως είναι κάπως πιο ανήλικη από την πρώτη, απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες (και έχει και ένα παιδικό χιούμορ κάπου - κάπου), αλλά αυτό είναι αναμενόμενο αφού, όπως είπαμε, αυτό είναι το πνεύμα του βιβλίου. Τα πράγματα σοβάρεψαν με τον "Άρχοντα".
Να λοιπόν στις δύο μεγάλες μου αντιρήσεις.
Η πρώτη: Γιατί ένα μυθιστόρημα με λιγότερες από 300 σελίδες γίνεται 8ωρη τριλογία; Γιατί ένα βιβλίο που μόλις φτάνει το ένα τέτερτο του "Άρχοντα" αποκτά την ίδια μ' αυτόν διάρκεια; Η απάντηση είναι βέβαια προφανής: Για εμπορικούς λόγους. Για να έχουμε μια σίγουρη, όχι ετήσια αλλά τρίχρονη επιτυχία. Σύμφωνοι, αλλά αυτό εμένα σαν θεατή δεν με αφορά. Νοιώθω ότι τι όλο πράγμα ξεχειλώνει με το ζόρι για να βγάλουν περισσότερα λεφτά τα στούντιο.
Η δεύτερη αντίρηση: Είπα ότι εξ ορισμού η ταινία αυτή είναι κάπως λιγότερο ενήλικη. Λογικό και αναμενόμενο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να υποστούμε όλα αυτά τα απίθανα που βλέπουμε όσον αφορά τη... σωματική ακεραιότητα των ηρώων. Η ετεροκλητη παρέα των πρωταγωνιστών πέφτει από γκρεμούς, παίρνει μέρος σε αιματηρότατες μάχες, τους πέφτουν βράχια, όμως κανείς απολύτως δεν παθαίνει το πραγματικό. Σα να βλέπουμε κινούμενα σχέδια που πέφτουν από αεροπλάνα και σηκώνονται απαθέστατα με ένα καρούμπαλο. Το στοιχείο αυτό, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές, με ενόχλησε πραγματικά. Κάποιος πρέπει να τους εξηγήσει ότι ακόμα και μέσα στην καρδιά του φανταστικού οφείλει να υπάρχει ένας εσωτερικός ρεαλισμός. Επειδή βρισκόμαστε σε έναν φανταστικό κόσμο με μάγους και δράκους δεν σημαίνει ότι οι κοινοί άνθρωποι (τα κοινά όντα τέλος πάντων) πέφτουν σε βάραθρα δίχως να παθαίνουν τίποτα. Περιτό να σας πω ότι τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει στο βιβλίο.
Τέλος πάντων, αν και με ενόχλησαν τα στοιχεία αυτά, δεν μπορώ να πω ότι βγήκα στενοχωρημένος. Κατάφερα να απολαύσω και αυτό το φιλμ. Θα επαναλάβω ό,τι είπα και στην αρχή: Αν είστε φαν του "Άρχοντα" θα το απολαυσετε. Τίποτα ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει στις εντυπωσιακές εικόνες και τα μαγευτικά τοπία που διαδέχονται το ένα το άλλο. Αν πάλι όχι, μην περάσετε ούτε απ' έξω.
Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2013
ΔΕΝ ΘΑ ΠΩ ΤΙΠΟΤΑ. ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ!
Ο Jean Herman είναι ένας μάλλον άγνωστος γάλλος σκηνοθέτης, με λίγες fiction ταινίες στο ενεργητικό του (δεν έχει μάλιστα γυρίσει τίποτα από τη δεκαετία του 70). Ωστόσο το 1968 κάνει ένα από τα πιο γνωστά γαλικά νουάρ (νεο-νουάρ θα λέγαμε), στα χνάρια του μεγάλου Μελβίλ. Πρόκειται για το "Αντίο Φίλε" (Adieu l'Ami), και μάλιστα με δύο μεγάλους σταρ της εποχής: Τον Αλέν Ντελόν και τον Τσαρλς Μπρόνσον.
Οι δυο τους, ο ένας αμερικάνος, ο άλλος γάλλος, είναι συμπολεμιστές μισθοφόροι στην Αλγερία, γνωστοί μεν αλλά όχι φίλοι - παρά τη επιμονή του αμερικάνου. Όταν επιστρέφουν στη Γαλλία ο Ντελόν θα στήσει ένα σχέδιο... όχι ακριβώς ληστείας, αλλά που απαιτεί παρόμοια ευφυία και οργάνωση με μια ληστεία, για τα μάτια μιας γυναίκας (;) και ο τυχοδιώκτης και όχι και πολύ τίμιος Μπρόνσον θα εμπλακεί σ' αυτό με το έτσι θέλω. Σιγά - σιγά η αρχική εχθρότητα (από τη μεριά του γάλλου κυρίως) θα μετατραπεί σε φιλία και αλληλοεκτίμηση...
Το φιλμ ακολουθεί πολλούς από τους κλασικούς κανόνες του νουάρ: Μοναχικοί άντρες σαν βασικοί ήρωες, ψυχροί, αλλά με μπέσα και ένα είδος ρομαντισμού κατά βάθος, ωραίες γυναίκες - παγίδες (η γυναίκα είναι σχεδόν πάντοτε επικίνδυνη στο είδος αυτο), παρανομία κλπ. Ο Ντελόν μάλιστα υποδύεται έναν χαρακτήρα που με την ψυχρότητά του θυμίζει αυτόν του "Σαμουράι" του Μελβίλ, που είχε παίξει έναν μόλις χρόνο πριν. Εδώ βέβαια αυτό που σιγά - σιγά αποκαλύπτεται είναι ένα είδος βαθύτερης τιμιότητας, "ντομπροσύνης", αλλά και κρυμένης ευαισθησίας κάτω από τη μάσκα του λιγομίλητου, παγερού τυχοδιώκτη. Αυτό όμως που πάνω απ' ολα τα άλλα μπορεί να χαρακτηριστεί η ταινία, είναι ως ένας ύμνος στην αντρική φιλία. Μια βαθιά - τελικά - φιλία και εκτίμηση, που μπαίνει πάνω απ' όλα και δεν θα προδοθεί ακόμα και κάτω από τη μέγιστη πίεση. Φυσικά όλο αυτό το σχήμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι κρύβει έναν βαθυτερο μισογυνισμό. Νομίζω ότι ισχύει κάτι τέτοιο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει και στο είδος του νουάρ (αμερικάνικου ή γαλικού) γενικότερα. Έστω κι έτσι όμως η ταινία βλέπεται μέχρι σήμερα νομίζω με απόλαυση. Αν μπορούμε να ξεχάσουμε αυτό το στοιχείο βεβαίως.
Στο πρώτο μέρος το φιλμ μοιάζει να έχει πολλά σεναριακά κενά, τόσο στην ίδια την πλοκή όσο (και κυρίως) στο χαρακτήρα του Ντελόν. Ωστόσο όσο προχωράμε όλα αυτά λύνονται και εξηγούνται. Τελικά τίποτα απ' όσα βλέπουμε δεν είναι αδικαιολόγητο.
Το "Αντίο Φίλε" με κράτησε. Απόλαυσα και την ερμηνευτική "μονομαχία" των δύο ηθοποιών, αλλά και την απρόβλεπτη τελική ανατροπή και αποκάλυψη. Την απόλαυσα έχοντας βέβαια πάντοτε υπ' όψη μου τις συμβάσεις του είδους, και το ίδιο θα σας συμβούλευα και εσάς αν θέλετε να την ευχαριστηθείτε. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ένα, εκτός από γνωστό, αξιόλογο δείγμα της γαλικής εκδοχής του αρχικά αμερικάνικου φιλμ νουάρ, το οποίο κατά καιρούς έχει δώσει αριστουργήματα.
Οι δυο τους, ο ένας αμερικάνος, ο άλλος γάλλος, είναι συμπολεμιστές μισθοφόροι στην Αλγερία, γνωστοί μεν αλλά όχι φίλοι - παρά τη επιμονή του αμερικάνου. Όταν επιστρέφουν στη Γαλλία ο Ντελόν θα στήσει ένα σχέδιο... όχι ακριβώς ληστείας, αλλά που απαιτεί παρόμοια ευφυία και οργάνωση με μια ληστεία, για τα μάτια μιας γυναίκας (;) και ο τυχοδιώκτης και όχι και πολύ τίμιος Μπρόνσον θα εμπλακεί σ' αυτό με το έτσι θέλω. Σιγά - σιγά η αρχική εχθρότητα (από τη μεριά του γάλλου κυρίως) θα μετατραπεί σε φιλία και αλληλοεκτίμηση...
Το φιλμ ακολουθεί πολλούς από τους κλασικούς κανόνες του νουάρ: Μοναχικοί άντρες σαν βασικοί ήρωες, ψυχροί, αλλά με μπέσα και ένα είδος ρομαντισμού κατά βάθος, ωραίες γυναίκες - παγίδες (η γυναίκα είναι σχεδόν πάντοτε επικίνδυνη στο είδος αυτο), παρανομία κλπ. Ο Ντελόν μάλιστα υποδύεται έναν χαρακτήρα που με την ψυχρότητά του θυμίζει αυτόν του "Σαμουράι" του Μελβίλ, που είχε παίξει έναν μόλις χρόνο πριν. Εδώ βέβαια αυτό που σιγά - σιγά αποκαλύπτεται είναι ένα είδος βαθύτερης τιμιότητας, "ντομπροσύνης", αλλά και κρυμένης ευαισθησίας κάτω από τη μάσκα του λιγομίλητου, παγερού τυχοδιώκτη. Αυτό όμως που πάνω απ' ολα τα άλλα μπορεί να χαρακτηριστεί η ταινία, είναι ως ένας ύμνος στην αντρική φιλία. Μια βαθιά - τελικά - φιλία και εκτίμηση, που μπαίνει πάνω απ' όλα και δεν θα προδοθεί ακόμα και κάτω από τη μέγιστη πίεση. Φυσικά όλο αυτό το σχήμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι κρύβει έναν βαθυτερο μισογυνισμό. Νομίζω ότι ισχύει κάτι τέτοιο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει και στο είδος του νουάρ (αμερικάνικου ή γαλικού) γενικότερα. Έστω κι έτσι όμως η ταινία βλέπεται μέχρι σήμερα νομίζω με απόλαυση. Αν μπορούμε να ξεχάσουμε αυτό το στοιχείο βεβαίως.
Στο πρώτο μέρος το φιλμ μοιάζει να έχει πολλά σεναριακά κενά, τόσο στην ίδια την πλοκή όσο (και κυρίως) στο χαρακτήρα του Ντελόν. Ωστόσο όσο προχωράμε όλα αυτά λύνονται και εξηγούνται. Τελικά τίποτα απ' όσα βλέπουμε δεν είναι αδικαιολόγητο.
Το "Αντίο Φίλε" με κράτησε. Απόλαυσα και την ερμηνευτική "μονομαχία" των δύο ηθοποιών, αλλά και την απρόβλεπτη τελική ανατροπή και αποκάλυψη. Την απόλαυσα έχοντας βέβαια πάντοτε υπ' όψη μου τις συμβάσεις του είδους, και το ίδιο θα σας συμβούλευα και εσάς αν θέλετε να την ευχαριστηθείτε. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ένα, εκτός από γνωστό, αξιόλογο δείγμα της γαλικής εκδοχής του αρχικά αμερικάνικου φιλμ νουάρ, το οποίο κατά καιρούς έχει δώσει αριστουργήματα.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2013
"SUPERCLASICO" Ή ΝΤΕΡΜΠΙ ΒΟΡΡΑ - ΝΟΤΟΥ;
Το "Superclasico" είναι το αιώνιο ποδοσφαιρικό ντέρμπι της Αργεντινής. Μπόκα Τζούνιορ εναντίον Ρίβερ Πλέιτ για την ακρίβεια (ξέρετε, είναι εκεί που οι άνθρωποι σκοτώνονται για τη μπάλα). "Superclasico" ("Μπουένος Άιρες σ' αγαπώ" ο ελληνικός τίτλος) είναι και ο τίτλος μιας δανέζικης ταινίας του 2011 του Ole Christian Madsen, που πριν λίγα χρόνια είχε γυρίσει το καλό "Flammen and Citronen" (Μέρες Θυμού).
Αυτή τη φορά ο δανός αλλάζει πλήρως διάθεση και φτιάχνει μια κομεντί γυρισμένη εξ ολοκλήρου στο Μπουένος Άιρες. Ένας δανός ιδιοκτήτης κάβας (χρεωκοπημένης σχεδόν) ταξιδεύει με τον 16χρονο γιο του στην πρωτεύουσα της Αργεντινής για να υπογράψει τα χαρτιά διαζυγίου με τη γυναίκα του, η οποία ζει εκεί στην αγκαλιά σούπερ σταρ ποδοσφαιριστή της Μπόκα Τζουνιορς. Η αληθινή του πρόθεση όμως είναι να τα ξαναφτιάξει μαζί της. Παράλληλα με τη δική τους ιστορία ο μοναχικός γιος θα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο μιας 17χρονης αργεντινής. Κι όλα αυτά με φόντο το μεγάλο ποδοσφαιρικό ντέρμπι που προαναφέραμε.
Φυσικά το φιλμ δίνει αφορμές για την κλασική αντιπαράθεση βορά - νότου. Πιο κλειστός, αλλά και πιο παρακμασμένος, ο εκπρόσωπος του βορά έρχεται σε τέλεια αντίθεση με τον "χύμα", θρήσκο, έξω καρδιά εκπροσώπου του νότου. Ο δανός θα βρεθεί αντιμέτωπος (και παντελώς απροετοίμαστος) με την καθημερινή αργεντίνικη κουλτούρα, αλλά και με τη ζέστη, την οποία δεν αντέχει. Πάνω στο τόσο διαφορετικό ταμπεραμέντο των δύο βασικών ηρώων θα στηθούν κυρίως τα διάφορα αστεία του φιλμ. Παράλληλα όμως παρακολουθούμε και δύο ιστορίες ενηλικίωσης: Του 16χρονου γιου, αλλά και του μάλλον ανώριμου μέχρι τώρα πατέρα. Όπως σε κάθε κομεντί που σέβεται τον εαυτό της το χιούμορ διαδέχεται τις δραματικές στιγμές. Εδώ το όλο πράγμα, παρά το ότι χρησιμοποιεί βέβαια αρκετά κλισέ, διαθέτει και σχετικό βάθος και καταλήγει σε λυτρωτικό μεν τέλος, όχι όμως ακριβώς happy end. Το Μπουένος Άιρες πάντως δείχνεται γραφικό στις επί μέρους γωνιές του, μάλλον άσχημο όμως (θυμίζει την Αθήνα) αν το δείς όλο μαζί από ψηλά. Και φυσικά, αφού βρισκόμαστε στην Αργεντινή, εκτός από το ποδόσφαιρο στο φόντο μπαίνει αναπόφευκτα και το τάνγκο, με το πάθος, τον ερωτισμό, το "άγριο" στιλ του.
Ίσως η ταινία να γίνεται κάπου κάπου φολκλόρ, τα κλισέ της τα έχει, όπως ξαναείπα, αλλά σε γενικές γραμές την παρακολούθησα ευχάριστα. Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα από τα κακά δείγματα του είδους, ενός είδους που πολύ φοβάμαι ότι στην πλειοψηφία του μάλλον κακά δείγματα έχει να επιδείξει στις μέρες μας. Την βρήκα λοιπόν συμπαθητική ταινία, δίχως ωστόσο να τη θεωρώ και κάτι ιδιαίτερα αξιόλογο.
Αυτή τη φορά ο δανός αλλάζει πλήρως διάθεση και φτιάχνει μια κομεντί γυρισμένη εξ ολοκλήρου στο Μπουένος Άιρες. Ένας δανός ιδιοκτήτης κάβας (χρεωκοπημένης σχεδόν) ταξιδεύει με τον 16χρονο γιο του στην πρωτεύουσα της Αργεντινής για να υπογράψει τα χαρτιά διαζυγίου με τη γυναίκα του, η οποία ζει εκεί στην αγκαλιά σούπερ σταρ ποδοσφαιριστή της Μπόκα Τζουνιορς. Η αληθινή του πρόθεση όμως είναι να τα ξαναφτιάξει μαζί της. Παράλληλα με τη δική τους ιστορία ο μοναχικός γιος θα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο μιας 17χρονης αργεντινής. Κι όλα αυτά με φόντο το μεγάλο ποδοσφαιρικό ντέρμπι που προαναφέραμε.
Φυσικά το φιλμ δίνει αφορμές για την κλασική αντιπαράθεση βορά - νότου. Πιο κλειστός, αλλά και πιο παρακμασμένος, ο εκπρόσωπος του βορά έρχεται σε τέλεια αντίθεση με τον "χύμα", θρήσκο, έξω καρδιά εκπροσώπου του νότου. Ο δανός θα βρεθεί αντιμέτωπος (και παντελώς απροετοίμαστος) με την καθημερινή αργεντίνικη κουλτούρα, αλλά και με τη ζέστη, την οποία δεν αντέχει. Πάνω στο τόσο διαφορετικό ταμπεραμέντο των δύο βασικών ηρώων θα στηθούν κυρίως τα διάφορα αστεία του φιλμ. Παράλληλα όμως παρακολουθούμε και δύο ιστορίες ενηλικίωσης: Του 16χρονου γιου, αλλά και του μάλλον ανώριμου μέχρι τώρα πατέρα. Όπως σε κάθε κομεντί που σέβεται τον εαυτό της το χιούμορ διαδέχεται τις δραματικές στιγμές. Εδώ το όλο πράγμα, παρά το ότι χρησιμοποιεί βέβαια αρκετά κλισέ, διαθέτει και σχετικό βάθος και καταλήγει σε λυτρωτικό μεν τέλος, όχι όμως ακριβώς happy end. Το Μπουένος Άιρες πάντως δείχνεται γραφικό στις επί μέρους γωνιές του, μάλλον άσχημο όμως (θυμίζει την Αθήνα) αν το δείς όλο μαζί από ψηλά. Και φυσικά, αφού βρισκόμαστε στην Αργεντινή, εκτός από το ποδόσφαιρο στο φόντο μπαίνει αναπόφευκτα και το τάνγκο, με το πάθος, τον ερωτισμό, το "άγριο" στιλ του.
Ίσως η ταινία να γίνεται κάπου κάπου φολκλόρ, τα κλισέ της τα έχει, όπως ξαναείπα, αλλά σε γενικές γραμές την παρακολούθησα ευχάριστα. Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα από τα κακά δείγματα του είδους, ενός είδους που πολύ φοβάμαι ότι στην πλειοψηφία του μάλλον κακά δείγματα έχει να επιδείξει στις μέρες μας. Την βρήκα λοιπόν συμπαθητική ταινία, δίχως ωστόσο να τη θεωρώ και κάτι ιδιαίτερα αξιόλογο.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2013
ΤΟ "ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΝ" ΚΑΙ Ο "ΠΙΠΕΡΑΤΟΣ" ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ
Θα μου επιτρέψετε μια προσωπική σινεφίλ ιεροσυλία: Ποτέ δεν υπήρξα ιδιαίτερα "φίλος" του αναμφισβήτητα σημαντικού Pier Paolo Pasolini (1922-1975) (εξαιρέσεις υπάρχουν βέβαια, όπως η πρώτη νεορεαλιστική του περίοδος). Κάπου στις αρχές των '70ς λοιπόν ο διάσημος και αδικοχαμένος ιταλός δημιουργός γυρίζει μια τριλογία από ταινίες που διαδραματίζονται στον μεσαίωνα: Στην Ιταλία, στην Βρετανία και στην Αραβία. Η πρώτη απ' αυτές γυρίζεται το 1971 και είναι το "Δεκαήμερον". Πρόκειται ουσιαστικά για σπονδυλωυή ταινία: Ο Παζολίνι επιλέγει από το ομώνυμο περίφημο έργο του Βοκάκιου κάποιες από τις ιστορίες και τις μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη.
Αντιλαμβάνομαι γιατί το κάνει ο πάντοτε προκλητικός σκηνοθέτης: Όλες σχεδόν οι ιστορίες είναι σκαμπρόζικες και, πάνω απ' όλα, βέβηλες. Οι δύο άξονες που κινούνται δηλαδή είναι το σεξ και οι διάφορες ερωτικές ιστορίες και η αντιεκκλησιαστική και βλάσφημη οπτική. Μοναστήρια με καλόγριες που πηδιούνται ακατάπαυστα, μοιχείες, ενίοτε κάτω από τη μύτη του αφελούς συζύγου και με "δράστη" έναν παπά, ψεύτικα θαύματα, κάποιος που επιστρέφει από τον άλλο κόσμο για να ανακοινώσει ότι το σεξ δεν είναι και τόσο βαρύ αμάρτημα, κάποιος άλλος που πέφτει σε ένα... βόθρο, αλλά τελικά καταλήγει πλούσιος, αγιοποιήσεις εγκληματιών και άλλα πολλά συνθέτουν αυτή την πλατειά μεσαιωνική τοιχογραφία, με ιστορίες που πάντοτε συμβαίνουν στην Ιταλία. Και, όπως και στο βιβλίο, η σατιρική διάθεση και το χιούμορ είναι κυρίαρχα. Αν και προσωπικά το συγκεκριμένο χιούμορ δεν κατάφερε να με κάνει να γελάσω ιδιαίτερα.
Εκτιμώ λοιπόν τόσο την τόλμη όσο και τη βλάσφημη και αντιθρησκευτική διάθεση, αλλά δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να πω ότι ικανοποιούμαι από το αποτέλεσμα. Το όλο εγχείρημα μου φαίνεται "επίπεδο" και δίχως κορυφώσεις, το χιούμορ χοντροκομένο και, πάνω απ' όλα, οι ηθοποιίες με ενόχλησαν. Ήταν σα να επέλεξε επίτηδες να τις κάνει τόσο κακές. Διάφοροι τύποι που χασκογελάνε με την παραμικρή ευκαιρία, μπόλικο μεν, καθόλου ερωτικό όμως σεξ, παντελής έλλειψη πάθους και άλλα τέτοια. Βεβαίως ο Παζολίνι, ως μαρξιστής, ενδιαφερόταν για τη μπρεχτική αποστασιοποίηση του θεατή από τα δρώμενα και ίσως όλα αυτά να γίνονται επίτηδες. ΟΚ, αλλά προσωπικά το αποτέλεσμα εξακολουθεί να μου φαίνεται μάλλον αδιάφορο.
Να επισημάνω τέλος την παρουσία του ίδιου του Παζολίνι στο ρόλο του μεγάλου ζωγράφου Τζιότο, που εμπνέεται από την γύρω του καθημερινότητα για τις φημισμένες θρησκευτικές του τοιχογραφίες, και να καταλήξω και πάλι στο (προσωπικό εννοείται) συνολικό συμπέρασμα ότι πολύ σπάνια κάτι τόσο γνωστό μου φαίνεται τόσο μέτριο.
Αντιλαμβάνομαι γιατί το κάνει ο πάντοτε προκλητικός σκηνοθέτης: Όλες σχεδόν οι ιστορίες είναι σκαμπρόζικες και, πάνω απ' όλα, βέβηλες. Οι δύο άξονες που κινούνται δηλαδή είναι το σεξ και οι διάφορες ερωτικές ιστορίες και η αντιεκκλησιαστική και βλάσφημη οπτική. Μοναστήρια με καλόγριες που πηδιούνται ακατάπαυστα, μοιχείες, ενίοτε κάτω από τη μύτη του αφελούς συζύγου και με "δράστη" έναν παπά, ψεύτικα θαύματα, κάποιος που επιστρέφει από τον άλλο κόσμο για να ανακοινώσει ότι το σεξ δεν είναι και τόσο βαρύ αμάρτημα, κάποιος άλλος που πέφτει σε ένα... βόθρο, αλλά τελικά καταλήγει πλούσιος, αγιοποιήσεις εγκληματιών και άλλα πολλά συνθέτουν αυτή την πλατειά μεσαιωνική τοιχογραφία, με ιστορίες που πάντοτε συμβαίνουν στην Ιταλία. Και, όπως και στο βιβλίο, η σατιρική διάθεση και το χιούμορ είναι κυρίαρχα. Αν και προσωπικά το συγκεκριμένο χιούμορ δεν κατάφερε να με κάνει να γελάσω ιδιαίτερα.
Εκτιμώ λοιπόν τόσο την τόλμη όσο και τη βλάσφημη και αντιθρησκευτική διάθεση, αλλά δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να πω ότι ικανοποιούμαι από το αποτέλεσμα. Το όλο εγχείρημα μου φαίνεται "επίπεδο" και δίχως κορυφώσεις, το χιούμορ χοντροκομένο και, πάνω απ' όλα, οι ηθοποιίες με ενόχλησαν. Ήταν σα να επέλεξε επίτηδες να τις κάνει τόσο κακές. Διάφοροι τύποι που χασκογελάνε με την παραμικρή ευκαιρία, μπόλικο μεν, καθόλου ερωτικό όμως σεξ, παντελής έλλειψη πάθους και άλλα τέτοια. Βεβαίως ο Παζολίνι, ως μαρξιστής, ενδιαφερόταν για τη μπρεχτική αποστασιοποίηση του θεατή από τα δρώμενα και ίσως όλα αυτά να γίνονται επίτηδες. ΟΚ, αλλά προσωπικά το αποτέλεσμα εξακολουθεί να μου φαίνεται μάλλον αδιάφορο.
Να επισημάνω τέλος την παρουσία του ίδιου του Παζολίνι στο ρόλο του μεγάλου ζωγράφου Τζιότο, που εμπνέεται από την γύρω του καθημερινότητα για τις φημισμένες θρησκευτικές του τοιχογραφίες, και να καταλήξω και πάλι στο (προσωπικό εννοείται) συνολικό συμπέρασμα ότι πολύ σπάνια κάτι τόσο γνωστό μου φαίνεται τόσο μέτριο.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2013
ΣΤΑΧΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ, "ΚΑΘΗΚΟΝ" ΚΑΙ ΠΟΘΟΣ ΓΙΑ ΖΩΗ
Ο μεγάλος πολωνός δημιουργός Andrzej Wajda γυρίζει το 1958 μια από τις πιο γνωστές του ταινίες, το "Στάχτες και Διαμάντια" (Popiol i diament αν θέλετε να εξασκήσετε τα πολωνικά σας). Είναι η επόμενη ταινία του μετά το απελπισμένο και κλειστοφοβικό "Kanal" και μία από τις καλύτερές του.
Με το "Kanal" μοιράζεται την ίδια απελπισία, όχι όμως και την κλειστοφοβικότητα.
Στο τέλος του πολέμου μια πολωνική οργάνωση αντιστέκεται όχι πια ενάντια στους ηττημένους γερμανούς, αλλά ενάντια στο νέο κομουνιστικό καθεστώς που επέβαλλαν οι σοβιετικοί που είχαν καταλάβει τη χώρα μετά τον πόλεμο. Ο ήρωας, ένας νεαρός πολωνός που ανήκει στην ομάδα, διατάσεται να δολοφονήσει έναν κομουνιστή ηγέτη. Είναι εντελώς πρόθυμος και αποφασισμένος να το κάνει, μέχρι που γνωρίζει μια κοπέλα και οι προτεραιότητες στη ζωή του αλλάζουν...
Ο Βάιντα σκηνοθετεί και πάλι εκπληκτικά. Το περιβάλλον είναι ξανά κατεστραμένο και ερειπωμένο από τον πόλεμο. Η όλη κατάσταση ασταθής και γεμάτη βία. Οι ασπρόμαυρες εικόνες, οι εκπληκτικές λήψεις από ασυνήθιστες γωνίες, η φωτογραφία, είναι όλα θαυμάσια. Η αβεβαιότητα, το χαώδες κλίμα που επικρατεί, αποτυπώνονται με εξαιρετικό τρόπο. Μια χώρα που πάσχει, που αγωνίζεται να βρει τον εαυτό της, προς το παρόν όμως δεν τα καταφέρνει καθόλου. Μέσα σ' αυτή την καθόλου ευχάριστη ατμόσφαιρα, ο ήρωας είναι μια αμφιλεγόμενη, παράξενη προσωπικότητα. Μοντέρνος, με πάθος για ζωή, ένα είδος πολωνού Τζέιμς Ντιν ή πρώιμου ήρωα του Γκοντάρ, είναι αρχικά (και ταυτόχρονα με όλα τα παραπάνω) ένας αδίστακτος, δίχως δεύτερες σκέψεις δολοφόνος. Ο βασικός όμως προβληματισμός του φιλμ είναι το τι συμβαίνει όταν το καθήκον (ή αυτό που, τέλος πάντων, θεωρεί καθήκον ο ήρωας) συγκρούεται με τις προσωπικές του επιθυμίες ή την αγάπη του για ζωή που μόλις έχει αφυπνιστεί μέσα του. Ή, αν θέλετε να το θέσουμε διαφορετικά, το προσωπικό ενάντια στο επιβεβλημένο, το "θέλω" ενάντια στο "πρέπει" (όλα εντός εισαγωγικών, γιατί τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και κανείς δεν μας βεβαιώνει ότι πρόκειται όντως για "πρέπει", αφού όλα αυτά βασίζονται σε προσωπικά πιστεύω). Ή πάλι ένας άνθρωπος ενάντια στην Ιστορία (ή έρμαιο της Ιστορίας, που παρασύρει στο ορμητικό διάβα της κάθε προσωπική επιθυμία, πόθο ή σχεδιασμό).
Παράλληλα με αυτό το βασικό κατά τη γνώμη μου μοτίβο εντοπίζουμε και την τόσο πρώιμη κριτική του Βάιντα στο κομουνιστικό καθεστώς και στη νέα, άλλου τύπου άρχουσα τάξη που μόλις έχει αναδυθεί. Τα προνόμιά της, η διαφθορά της, είναι ήδη ορατά. Και είναι απορίας άξιο το πώς επιτράπηκε στο σκηνοθέτη να γυρίσει μια τέτοια ταινία, με τόσο κριτική ματιά στα πράγματα.
Πολύ δυνατές εικόνες, υποβλητική ατμόσφαιρα και η απελπισμένη, δίχως ορατή διέξοδο ματιά που λέγαμε και στην αρχή, συνθέτουν μια από τις κλασικές ταινίες του παγκόσμιου σινεμά. Η οποία μάλιστα έχει την ικανότητα να αποκαλύπτει και καινούρια ενυπάρχοντα στοιχεία της όταν τη βλέπει ξανά κανείς. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ!
Στο τέλος του πολέμου μια πολωνική οργάνωση αντιστέκεται όχι πια ενάντια στους ηττημένους γερμανούς, αλλά ενάντια στο νέο κομουνιστικό καθεστώς που επέβαλλαν οι σοβιετικοί που είχαν καταλάβει τη χώρα μετά τον πόλεμο. Ο ήρωας, ένας νεαρός πολωνός που ανήκει στην ομάδα, διατάσεται να δολοφονήσει έναν κομουνιστή ηγέτη. Είναι εντελώς πρόθυμος και αποφασισμένος να το κάνει, μέχρι που γνωρίζει μια κοπέλα και οι προτεραιότητες στη ζωή του αλλάζουν...
Ο Βάιντα σκηνοθετεί και πάλι εκπληκτικά. Το περιβάλλον είναι ξανά κατεστραμένο και ερειπωμένο από τον πόλεμο. Η όλη κατάσταση ασταθής και γεμάτη βία. Οι ασπρόμαυρες εικόνες, οι εκπληκτικές λήψεις από ασυνήθιστες γωνίες, η φωτογραφία, είναι όλα θαυμάσια. Η αβεβαιότητα, το χαώδες κλίμα που επικρατεί, αποτυπώνονται με εξαιρετικό τρόπο. Μια χώρα που πάσχει, που αγωνίζεται να βρει τον εαυτό της, προς το παρόν όμως δεν τα καταφέρνει καθόλου. Μέσα σ' αυτή την καθόλου ευχάριστη ατμόσφαιρα, ο ήρωας είναι μια αμφιλεγόμενη, παράξενη προσωπικότητα. Μοντέρνος, με πάθος για ζωή, ένα είδος πολωνού Τζέιμς Ντιν ή πρώιμου ήρωα του Γκοντάρ, είναι αρχικά (και ταυτόχρονα με όλα τα παραπάνω) ένας αδίστακτος, δίχως δεύτερες σκέψεις δολοφόνος. Ο βασικός όμως προβληματισμός του φιλμ είναι το τι συμβαίνει όταν το καθήκον (ή αυτό που, τέλος πάντων, θεωρεί καθήκον ο ήρωας) συγκρούεται με τις προσωπικές του επιθυμίες ή την αγάπη του για ζωή που μόλις έχει αφυπνιστεί μέσα του. Ή, αν θέλετε να το θέσουμε διαφορετικά, το προσωπικό ενάντια στο επιβεβλημένο, το "θέλω" ενάντια στο "πρέπει" (όλα εντός εισαγωγικών, γιατί τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και κανείς δεν μας βεβαιώνει ότι πρόκειται όντως για "πρέπει", αφού όλα αυτά βασίζονται σε προσωπικά πιστεύω). Ή πάλι ένας άνθρωπος ενάντια στην Ιστορία (ή έρμαιο της Ιστορίας, που παρασύρει στο ορμητικό διάβα της κάθε προσωπική επιθυμία, πόθο ή σχεδιασμό).
Παράλληλα με αυτό το βασικό κατά τη γνώμη μου μοτίβο εντοπίζουμε και την τόσο πρώιμη κριτική του Βάιντα στο κομουνιστικό καθεστώς και στη νέα, άλλου τύπου άρχουσα τάξη που μόλις έχει αναδυθεί. Τα προνόμιά της, η διαφθορά της, είναι ήδη ορατά. Και είναι απορίας άξιο το πώς επιτράπηκε στο σκηνοθέτη να γυρίσει μια τέτοια ταινία, με τόσο κριτική ματιά στα πράγματα.
Πολύ δυνατές εικόνες, υποβλητική ατμόσφαιρα και η απελπισμένη, δίχως ορατή διέξοδο ματιά που λέγαμε και στην αρχή, συνθέτουν μια από τις κλασικές ταινίες του παγκόσμιου σινεμά. Η οποία μάλιστα έχει την ικανότητα να αποκαλύπτει και καινούρια ενυπάρχοντα στοιχεία της όταν τη βλέπει ξανά κανείς. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ!
Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2013
ΤΟ "ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ" ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟ
Το "Μερίδιο των Αγγέλων" είναι το 2% που έχει χαθεί όταν βγάλεις το ουίσκι από το βαρέλι όπου το έβαλες να παλιώσει. Είναι επίσης ο τίτλος της ταινίας του Ken Loach του 2012. Και αν νομίζετε ότι ο βρετανός σκηνοθέτης κάνει μόνο ρεαλιστικά δράματα που αναφέρονται στη μιζέρια της αγγλικής καθημερινότητας γελιέστε. Διότι η ταινία είναι κυρίως κωμωδία. Με τους όρους του Loach βεβαίως. Που σημαίνει ότι και ο εντονότατος κοινωνικός ρεαλισμός υπάρχει και οι κλασικοί πρωταγωνιστές από την εργατική τάξη ή το περιθώριο και ο μίζερος βρετανικός περίγυρος που προαναφέραμε. Ωστόσο - ή μάλλον παρ' όλα αυτά - πρόκειται για μια από τις πιο feelgood και αισιόδοξες ταινίες του τελευταίου καιρού (για μένα τουλάχιστον).
Ο ήρωας είναι ενα χαμένο κορμί που μπλέκει σε καυγάδες και αποφασίζει να αλλάξει ζωή όταν γίνεται πατέρας. Γλυτώνει στο τσακ τη φυλακή και καταδικάζεται σε 300 ώρες κοινωνικής εργασίας. Εκεί θα γνωρίσει κι άλλους τύπους σαν κι αυτόν και μαζί θα μπλεχτούν στον άγνωστο κόσμο των πολυτελών, πανάκριβων ουίσκι και των φανατικών (και ζάπλουτων προφανώς) συλλεκτών τους. Θα καταστρώσουν λοιπόν το σχέδιο μιας πρωτότυπης ληστείας.
Αυτό που μ' αρέσει πολύ στο φιλμ είναι ότι ο Loach αλλάζει μεν διάθεση, κάνοντας όπως είπαμε μια ταινία που μάλλον στο είδος της κωμωδίας (έστω και γλυκόπικρης) πρέπει να καταταγεί, δίχως όμως να χάσει σε καμία περίπτωση τα γνώριμα χαρακτηριστικά του. Καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για μια δική του ταινία. Μόνο που αυτή τη φορά πάνω απ' όλα διασκεδάζεις.
Το πρώτο μέρος είναι λιγότερο αστείο. Βρισκόμαστε στον Λόουτς που ξέρουμε, με τους χαμένους πρωταγωνιστές και τις αδιέξοδες ζωές τους. Από ένα σημείο και πέρα όμως το χιούμορ, η αισιοδοξία, η συμπάθεια για τους περιθωριακούς ήρωες, παίρνουν το πάνω χέρι, βγάζουν γέλιο και διασκεδάζουν. Η αισιόδοξη πρότασή του είναι ότι ακόμα και τα πιο "χαμένα κορμιά" (που στο κάτω - κάτω συνήθως είναι τέτοια για κοινωνικούς λόγους) έχουν δικαίωμα και μερίδιο στην ευτυχία. Δικαιούνται κι αυτοί το περίφημο 2% που περισσεύει από τους κάθε λογής φαταούλες. Κι όχι μόνο αυτό: Ο Λόουτς δικαιώνει ηθικά την παρανομία (που γίνεται με τόσο φυσικό τρόπο στο φιλμ...), αφού αυτή οδηγεί τελικά σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Και όντως, όταν βλέπουμε τις τρομαχτικές αντιθέσεις, τους απόκληρους της κοινωνίας από τη μία και τους πλούσιους που σε μια εφιαλτική οικονομικά περίοδο δεν διστάζουν να δώσουν ένα εκατομμύριο λίρες (!!!) για να αποκτήσουν ένα βαρέλι σπάνιου ουίσκι, ε, τότε μόνο να ευχαριστηθούμε μπορούμε όταν οι τελευταίοι πιάνονται κορόιδα και οι άλλοι κερδίζουν το "μερίδιο" που λέγαμε. Στο κάτω - κάτω (και δια της εις άτοπον απαγωγής) αφού όλοι αυτοί οι απεχθείς τύποι, που μερικοί, όπως ο αμερικάνος, δεν καταλαβαίνουν καν από καλό ουίσκι, αποκλείεται να είναι άγγελοι, ο τίτλος μένει στους απόκληρους. Το δικαιούνται.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά ο Άλμπερτ, ο "χαζός" της παρέας, με τις γκάφες και τις απιστευτες ατάκες απόλυτης άγνοιας των πάντων κυριολεκτικά (όταν κάποιος αναρωτιέται "πώς και σε ποιον μπορείς να πουλήσεις τη Μόνα Λίζα αν την έχεις στο σαλόνι σου;" αυτός απαντά "Ποια είναι αυτή η Μόνα;"
Ο ήρωας είναι ενα χαμένο κορμί που μπλέκει σε καυγάδες και αποφασίζει να αλλάξει ζωή όταν γίνεται πατέρας. Γλυτώνει στο τσακ τη φυλακή και καταδικάζεται σε 300 ώρες κοινωνικής εργασίας. Εκεί θα γνωρίσει κι άλλους τύπους σαν κι αυτόν και μαζί θα μπλεχτούν στον άγνωστο κόσμο των πολυτελών, πανάκριβων ουίσκι και των φανατικών (και ζάπλουτων προφανώς) συλλεκτών τους. Θα καταστρώσουν λοιπόν το σχέδιο μιας πρωτότυπης ληστείας.
Αυτό που μ' αρέσει πολύ στο φιλμ είναι ότι ο Loach αλλάζει μεν διάθεση, κάνοντας όπως είπαμε μια ταινία που μάλλον στο είδος της κωμωδίας (έστω και γλυκόπικρης) πρέπει να καταταγεί, δίχως όμως να χάσει σε καμία περίπτωση τα γνώριμα χαρακτηριστικά του. Καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για μια δική του ταινία. Μόνο που αυτή τη φορά πάνω απ' όλα διασκεδάζεις.
Το πρώτο μέρος είναι λιγότερο αστείο. Βρισκόμαστε στον Λόουτς που ξέρουμε, με τους χαμένους πρωταγωνιστές και τις αδιέξοδες ζωές τους. Από ένα σημείο και πέρα όμως το χιούμορ, η αισιοδοξία, η συμπάθεια για τους περιθωριακούς ήρωες, παίρνουν το πάνω χέρι, βγάζουν γέλιο και διασκεδάζουν. Η αισιόδοξη πρότασή του είναι ότι ακόμα και τα πιο "χαμένα κορμιά" (που στο κάτω - κάτω συνήθως είναι τέτοια για κοινωνικούς λόγους) έχουν δικαίωμα και μερίδιο στην ευτυχία. Δικαιούνται κι αυτοί το περίφημο 2% που περισσεύει από τους κάθε λογής φαταούλες. Κι όχι μόνο αυτό: Ο Λόουτς δικαιώνει ηθικά την παρανομία (που γίνεται με τόσο φυσικό τρόπο στο φιλμ...), αφού αυτή οδηγεί τελικά σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Και όντως, όταν βλέπουμε τις τρομαχτικές αντιθέσεις, τους απόκληρους της κοινωνίας από τη μία και τους πλούσιους που σε μια εφιαλτική οικονομικά περίοδο δεν διστάζουν να δώσουν ένα εκατομμύριο λίρες (!!!) για να αποκτήσουν ένα βαρέλι σπάνιου ουίσκι, ε, τότε μόνο να ευχαριστηθούμε μπορούμε όταν οι τελευταίοι πιάνονται κορόιδα και οι άλλοι κερδίζουν το "μερίδιο" που λέγαμε. Στο κάτω - κάτω (και δια της εις άτοπον απαγωγής) αφού όλοι αυτοί οι απεχθείς τύποι, που μερικοί, όπως ο αμερικάνος, δεν καταλαβαίνουν καν από καλό ουίσκι, αποκλείεται να είναι άγγελοι, ο τίτλος μένει στους απόκληρους. Το δικαιούνται.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά ο Άλμπερτ, ο "χαζός" της παρέας, με τις γκάφες και τις απιστευτες ατάκες απόλυτης άγνοιας των πάντων κυριολεκτικά (όταν κάποιος αναρωτιέται "πώς και σε ποιον μπορείς να πουλήσεις τη Μόνα Λίζα αν την έχεις στο σαλόνι σου;" αυτός απαντά "Ποια είναι αυτή η Μόνα;"
Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2013
"THE IMPOSSIBLE" : ΤΣΟΥΝΑΜΙ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ
Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, "Το Ορφανοτροφείο", ήταν για μένα μια από τις πολύ λίγες αξιόλογες ταινίες τρόμου των τελευταίων χρόνων. Δυστυχώς η δεύτερη, "The Impossible" του 2012, με απογοήτευσε.
Μιλώ για τον ισπανό Juan Antonio Bayona. Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία που αναφέρεται στο εφιαλτικό τσουνάμι του 2004, που έπληξε κάμποσες χώρες του Ινδικού ωκεανού, μεταξύ των οποίοων και την τουριστικότατη Ταϊλάνδη, αφήνοντας πίσω του τον απίστευτο αριθμό των 250.000 νεκρών! Έτσι λοιπόν, μέσα στην ασύλληπτη ορμή του, χωρίζει μια πενταμελή οικογένεια που κάνει διακοπές εκεί. Ο παράδεισος έχει μετατραπεί μέσα σε λίγη ώρα σε απόλυτη κόλαση. Κάπου θα σωθούν η τραυματισμένη μητέρα και ο 13χρονος (ή κάπου εκεί) μεγάλος γιος, ο οποίος θα αρχίσει να ψάχνει απεγνωσμένα τον χαμένο πατέρα και τα δύο μικρότερα αδέλφια του. Μέσα στο χάος που επικρατεί παντού, η οικογένεια χάνεται, βρίσκεται, ξαναχάνεται και άλλα τέτοια.
Το φιλμ συνδυάζει ταινία καταστροφής και αβάσταχτο μελό. Η "άγια" οικογένεια πρέπει να ξαναβρεθεί πάσει θυσία, οι δεσμοί αίματος οφείλουν να θριαμβεύσουν. Στο μεταξύ, εμείς με τη σειρά μας οφείλουμε εκβιαστικά να κλάψουμε με δάκρυ κορόμηλο με τη συγκινητική μάνα και τον απότομα και βίαια ενηλικιωμένο γιο ή με τον πατέρα που ψάχνει την οικογένεια ή με τις συναντήσεις και τις αγκαλιές και τα ξαναχασίματα, με την αγωνία για την βαριά τραυματισμένη μητέρα κλπ. Οφείλω να πω βέβαια με τη σειρά μου ότι οι σκηνές του φοβερού τσουνάμι είναι πολύ καλά δοσμένες και η συγκίνηση από εκεί και πέρα κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε οι περισσότεροι θεατές θα "υποκύψουν". Επίσης είναι πολύ καλά δοσμένο το απόλυτο χάος που ακολουθεί τη βιβλική καταστροφή, το οποίο ίσως και να είναι περισσότερο τρομαχτικό από το ίδιο το τσουνάμι, αφού ο κόσμος όπως τον ξέραμε δεν υπάρχει πια: Υπάρχουν μόνο ερείπια, σκουπίδια, πτώματα και τραυματίες παντού όσο μπορεί να δει το μάτι. Η σκηνοθετική δεξιοτεχνία λοιπόν είναι δεδομένη και σε κάνει να νοιώθεις σα να βρίσκεσαι εκεί, έρμαιο των φονικών νερών και των όσων φριχτών άφησαν αυτά πίσω τους. Πλην όμως όλο αυτό το μελό, όλο αυτό το με το ζόρι δάκρυ, με ενόχλησε αρκετά. Αφείστε που, όπως διάβασα, η αληθινή ιστορία αφορούσε μια ισπανική οικογένεια, που εδώ, για προφανείς λόγους διεθνούς καριέρας, έχει αντικατασταθεί από οικογένεια κατάξανθων βρετανών...
Τέλος πάντων, αν είστε του μελό και πάρετε και πολλά χαρτομάντηλα μαζί σας, θα σας αρέσει. Εμένα πάντως αυτό το overdose δακρύων με λίγωσε αρκετά.
ΥΓ: Και προσθέτω ότι η οικογένεια που προαναφέραμε κάνει το είδος τουρισμού που σιχαίνομαι: Κλείνονται σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο με μπανγκαλόους και πισίνες και τα πάντα κυριολεκτικά και ελάχιστα ξεμυτούν από εκεί μέσα. Έτσι ο προορισμός παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία. Όλα αυτά είναι πανομοιότυπα στην Ταϊλάνδη, την Τουρκία, τη Μαγιόρκα, την Ελλάδα, σε εκατοντάδες τροπικά νησιά και όπου αλλού υπάρχει όμορφο τοπίο. Γιατί να τρέχεις λοιπόν τόσο μακριά;
Μιλώ για τον ισπανό Juan Antonio Bayona. Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία που αναφέρεται στο εφιαλτικό τσουνάμι του 2004, που έπληξε κάμποσες χώρες του Ινδικού ωκεανού, μεταξύ των οποίοων και την τουριστικότατη Ταϊλάνδη, αφήνοντας πίσω του τον απίστευτο αριθμό των 250.000 νεκρών! Έτσι λοιπόν, μέσα στην ασύλληπτη ορμή του, χωρίζει μια πενταμελή οικογένεια που κάνει διακοπές εκεί. Ο παράδεισος έχει μετατραπεί μέσα σε λίγη ώρα σε απόλυτη κόλαση. Κάπου θα σωθούν η τραυματισμένη μητέρα και ο 13χρονος (ή κάπου εκεί) μεγάλος γιος, ο οποίος θα αρχίσει να ψάχνει απεγνωσμένα τον χαμένο πατέρα και τα δύο μικρότερα αδέλφια του. Μέσα στο χάος που επικρατεί παντού, η οικογένεια χάνεται, βρίσκεται, ξαναχάνεται και άλλα τέτοια.
Το φιλμ συνδυάζει ταινία καταστροφής και αβάσταχτο μελό. Η "άγια" οικογένεια πρέπει να ξαναβρεθεί πάσει θυσία, οι δεσμοί αίματος οφείλουν να θριαμβεύσουν. Στο μεταξύ, εμείς με τη σειρά μας οφείλουμε εκβιαστικά να κλάψουμε με δάκρυ κορόμηλο με τη συγκινητική μάνα και τον απότομα και βίαια ενηλικιωμένο γιο ή με τον πατέρα που ψάχνει την οικογένεια ή με τις συναντήσεις και τις αγκαλιές και τα ξαναχασίματα, με την αγωνία για την βαριά τραυματισμένη μητέρα κλπ. Οφείλω να πω βέβαια με τη σειρά μου ότι οι σκηνές του φοβερού τσουνάμι είναι πολύ καλά δοσμένες και η συγκίνηση από εκεί και πέρα κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε οι περισσότεροι θεατές θα "υποκύψουν". Επίσης είναι πολύ καλά δοσμένο το απόλυτο χάος που ακολουθεί τη βιβλική καταστροφή, το οποίο ίσως και να είναι περισσότερο τρομαχτικό από το ίδιο το τσουνάμι, αφού ο κόσμος όπως τον ξέραμε δεν υπάρχει πια: Υπάρχουν μόνο ερείπια, σκουπίδια, πτώματα και τραυματίες παντού όσο μπορεί να δει το μάτι. Η σκηνοθετική δεξιοτεχνία λοιπόν είναι δεδομένη και σε κάνει να νοιώθεις σα να βρίσκεσαι εκεί, έρμαιο των φονικών νερών και των όσων φριχτών άφησαν αυτά πίσω τους. Πλην όμως όλο αυτό το μελό, όλο αυτό το με το ζόρι δάκρυ, με ενόχλησε αρκετά. Αφείστε που, όπως διάβασα, η αληθινή ιστορία αφορούσε μια ισπανική οικογένεια, που εδώ, για προφανείς λόγους διεθνούς καριέρας, έχει αντικατασταθεί από οικογένεια κατάξανθων βρετανών...
Τέλος πάντων, αν είστε του μελό και πάρετε και πολλά χαρτομάντηλα μαζί σας, θα σας αρέσει. Εμένα πάντως αυτό το overdose δακρύων με λίγωσε αρκετά.
ΥΓ: Και προσθέτω ότι η οικογένεια που προαναφέραμε κάνει το είδος τουρισμού που σιχαίνομαι: Κλείνονται σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο με μπανγκαλόους και πισίνες και τα πάντα κυριολεκτικά και ελάχιστα ξεμυτούν από εκεί μέσα. Έτσι ο προορισμός παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία. Όλα αυτά είναι πανομοιότυπα στην Ταϊλάνδη, την Τουρκία, τη Μαγιόρκα, την Ελλάδα, σε εκατοντάδες τροπικά νησιά και όπου αλλού υπάρχει όμορφο τοπίο. Γιατί να τρέχεις λοιπόν τόσο μακριά;
Κυριακή, Ιανουαρίου 06, 2013
Ο "ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ" ΩΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ACTION MOVIES
Ο Buster Keaton (1895-1966) είναι βέβαια μια από τις σημαντικότερες και πλέον αναγνωρίσιμες κωμικές φιγούρες του παγκόσμιου σινεμά. Το απόλυτο χαρακτηριστικό του, μυθικό πλέον, είναι ότι δεν έχει χαμογελάσει ποτέ επί οθόνης, αν και κωμικός βεβαίως. Αυτή η μόνιμη σοβαρότητα, σχεδόν θλίψη, στο πρόσωπό του, του προσδίδει μια μελαγχολία, κάτι συγγενικό του "θλιμένου κλόουν", κάνοντας πολύ ιδιαίτερη την άποψή του για το κωμικό.
Το 1926 γυρίζει μια από τις γνωστότερες ταινίες του (με συν-σκηνοθέτη τον Clyde Bruckman), τον "Στρατηγό" (The General). Βουβό φιλμ φυσικά, μας μεταφέρει στα χρόνια του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου. Παρ' όλα αυτά ο Στρατηγός του τίτλου δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα τρένο, στο οποίο ο ήρωας είναι μηχανοδηγός και το οποίο αποτελεί "μια από τις δύο αγάπες της ζωής του" (η άλλη είναι φυσικά η κοπέλα του). Παρά την επιθυμία του και τις επίμονες προσπάθειές του, αρνούνται να τον δεχτούν στον στρατό (τον θεωρούν πολυτιμότερο σαν μηχανοδηγό), πράγμα που τον κάνει να χωρίσει με την αγαπημένη του (τον χωρίζει επειδή νομίζει ότι δεν είναι γενναίος ώστε να πάει εθελοντής στον πόλεμο! Άλλες εποχές, άλλα ήθη...) Όταν όμως οι βόρειοι κλέβουν το αγαπημένο του τρένο, αυτός θα γίνει αληθινός ήρωας αψηφώντας τα πάντα, μπαίνοντας στις γραμμές τους και προσπαθώντας να ανακτήσει το τρένο και να σώσει την αγαπημένη του.
Το περίεργο είναι ότι ο "Στρατηγός" δεν είναι ακριβώς κωμωδία. Είναι βεβαίως, διαθέτει και πολύ χιούμορ και αρκετά και έξυπνα γκαγκς, πλην όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτό που θα αποκαλούσαμε "ξεκαρδιστική ταινία". Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, στην ουσία είναι ένα action movie! Σε όλη την ταινία έχουμε διαρκείς ξέφρενες καταδιώξεις, θεαματικές σκηνές με το τρένο, συνεχείς αλλαγές των κατόχων του (γίνεται πράγματικά ο κλέψας του κλέψαντος), εκρήξεις, συνεχή μπρος - πίσω του τρένου και αλλαγές των βαγονιών, επικίνδυνες σκηνές εν κινήσει (του τρένου βεβαίως), ακόμα και σκηνές μάχης. Σε όλον αυτό τον χαμό, το σώμα του Κίτον βρίσκεται σε τέλεια αρμονία με τις μηχανές. Το όλο πράγμα γίνεται ακόμα πιο θαυμαστό αν σκεφτούμε ότι ο ίδιος έκανε όλες τις επικίνδυνες σκηνές, δίχως να χρησιμοποιεί stunts. Με όλα αυτά μπορούμε άνετα να χαρακτηρίσουμε τον "Στρατηγό" σαν πρόδρομο των action movies. Άλλωστε η επιροή του στο μεταγενέστερο σινεμά του είδους (που τόσο με έχει κουράσει στις μέρες μας) είναι μεγάλη. Μια προσεκτική ματιά θα μας αποκαλύψει ότι στοιχεία και ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν άπειρες φορές έκτοτε και χρησιμοποιούνται μέχρι τις μέρες μας. Κάποια μάλιστα έφτασαν να γίνουν κλισέ του είδους. Παράλληλα με όλα αυτά το timing και το σασπένς λειτουργούν πολύ καλά και η μίξη δράσης, κωμωδίας και ρομαντισμού είναι άψογη.
Φυσικά μιλάμε για κλασική ταινία. Ακόμα κι αν σήμερα κουράσει λίγο όσους δεν μπορούν να δουν τόσο παλιό κινηματογράφο, παραμένει μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργού της και, όπως είπαμε, πολύ επιδραστική. Και μόνο γι΄αυτό αξίζει να τη δείτε.
Το 1926 γυρίζει μια από τις γνωστότερες ταινίες του (με συν-σκηνοθέτη τον Clyde Bruckman), τον "Στρατηγό" (The General). Βουβό φιλμ φυσικά, μας μεταφέρει στα χρόνια του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου. Παρ' όλα αυτά ο Στρατηγός του τίτλου δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα τρένο, στο οποίο ο ήρωας είναι μηχανοδηγός και το οποίο αποτελεί "μια από τις δύο αγάπες της ζωής του" (η άλλη είναι φυσικά η κοπέλα του). Παρά την επιθυμία του και τις επίμονες προσπάθειές του, αρνούνται να τον δεχτούν στον στρατό (τον θεωρούν πολυτιμότερο σαν μηχανοδηγό), πράγμα που τον κάνει να χωρίσει με την αγαπημένη του (τον χωρίζει επειδή νομίζει ότι δεν είναι γενναίος ώστε να πάει εθελοντής στον πόλεμο! Άλλες εποχές, άλλα ήθη...) Όταν όμως οι βόρειοι κλέβουν το αγαπημένο του τρένο, αυτός θα γίνει αληθινός ήρωας αψηφώντας τα πάντα, μπαίνοντας στις γραμμές τους και προσπαθώντας να ανακτήσει το τρένο και να σώσει την αγαπημένη του.
Το περίεργο είναι ότι ο "Στρατηγός" δεν είναι ακριβώς κωμωδία. Είναι βεβαίως, διαθέτει και πολύ χιούμορ και αρκετά και έξυπνα γκαγκς, πλην όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτό που θα αποκαλούσαμε "ξεκαρδιστική ταινία". Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, στην ουσία είναι ένα action movie! Σε όλη την ταινία έχουμε διαρκείς ξέφρενες καταδιώξεις, θεαματικές σκηνές με το τρένο, συνεχείς αλλαγές των κατόχων του (γίνεται πράγματικά ο κλέψας του κλέψαντος), εκρήξεις, συνεχή μπρος - πίσω του τρένου και αλλαγές των βαγονιών, επικίνδυνες σκηνές εν κινήσει (του τρένου βεβαίως), ακόμα και σκηνές μάχης. Σε όλον αυτό τον χαμό, το σώμα του Κίτον βρίσκεται σε τέλεια αρμονία με τις μηχανές. Το όλο πράγμα γίνεται ακόμα πιο θαυμαστό αν σκεφτούμε ότι ο ίδιος έκανε όλες τις επικίνδυνες σκηνές, δίχως να χρησιμοποιεί stunts. Με όλα αυτά μπορούμε άνετα να χαρακτηρίσουμε τον "Στρατηγό" σαν πρόδρομο των action movies. Άλλωστε η επιροή του στο μεταγενέστερο σινεμά του είδους (που τόσο με έχει κουράσει στις μέρες μας) είναι μεγάλη. Μια προσεκτική ματιά θα μας αποκαλύψει ότι στοιχεία και ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν άπειρες φορές έκτοτε και χρησιμοποιούνται μέχρι τις μέρες μας. Κάποια μάλιστα έφτασαν να γίνουν κλισέ του είδους. Παράλληλα με όλα αυτά το timing και το σασπένς λειτουργούν πολύ καλά και η μίξη δράσης, κωμωδίας και ρομαντισμού είναι άψογη.
Φυσικά μιλάμε για κλασική ταινία. Ακόμα κι αν σήμερα κουράσει λίγο όσους δεν μπορούν να δουν τόσο παλιό κινηματογράφο, παραμένει μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργού της και, όπως είπαμε, πολύ επιδραστική. Και μόνο γι΄αυτό αξίζει να τη δείτε.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 04, 2013
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ ΜΕ ΒΛΑΚΩΔΗ ΑΦΕΛΕΙΑ
Ο Juan Diego Solanas είναι γιος του σημαντικού αργεντινού σκηνοθέτη Fernando Solanas. Δυστυχώς αυτό δεν κάνει σημαντικό σκηνοθετη τον ίδιο, αν τουλάχιστον κρίνουμε από τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του "Ανάμεσα σε δύο Κόσμους" (Upside Down) του 2012.
Θα σας πω τα μοναδικά δύο θετικά στοιχεία (για μένα τουλάχιστον) από την αρχή για να ξεμπερδεύω: Πρώτον, το φιλμ διαθέτει μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιδέα. Δεύτερον, διαθέτει συχνά εντυπωσιακή, φαντασμαγορική θα έλεγα, εικόνα. Θα βαθμολογούσα όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του με μηδέν.
Πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, είδος που πάσχει πολύ τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν δύο πλανήτες, πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, τόσο κοντά ώστε μπορείς να πας από τον έναν στον άλλον με ένα απλό σκοινί αν ανέβεις σε δύο κορυφές βουνών που σχεδόν συναντιούνται. Αλλά και αν βρεθείς στην πρωτεύουσα του καθενός, ο ουρανός είναι "στερεός", καθώς αν σηκώσεις το κεφάλι βλέπεις ολόκληρο το στερέωμα να καλύπτεται από την πρωτεύουσα του άλλου (αντιλαμβάνεστε ότι τη νύχτα ιδιαίτερα, με τις πόλεις φωτισμένες, το θέαμα είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό). Μόνο που ο ένας πλανήτης ευημερεί απομυζώντας τον πλούτο του άλλου, ενώ ο άλλος είναι πρακτικά κατεστραμένος, σχεδόν σαν βομβαρδισμένος. Στον "επάνω" ζουν οι πλούσιοι και στον "κάτω" οι πληβείοι. Η επαφή μεταξύ τους είναι αυστηρά απαγορευμένη (εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που εγκρίνουν οι "πάνω" φυσικά) και οι ένοχοι τιμωρούνται με θάνατο. Ε, κλασικά, κάπου εκεί ένα κορίτσι των "πάνω" θα ερωτευτεί ένα αγόρι των "κάτω" και η ταινία μετατρέπεται σε μια ρομαντική ερωτική ιστορία, με τους δύο ήρωες να προσπαθούν απεγνωσμένα να συναντηθούν.
Φυσικά πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του κλασικού και χιλιοχρησιμοποιημένου θέματος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας σε βερσιόν επιστημονικής φαντασίας αυτή τη φορά. Νομίζω ότι μένει κανείς έκπληκτος από το πόσο αφελής είναι η αντιμετώπιση του θέματος αυτού, πόσο εύκολα γίνονται όλα, πόσο προβλέψιμο είναι το στόρι και πόσο κακό το σενάριο. Από την αρχή τίθενται κάποιοι κανόνες της περίεργης βαρύτητας που επικρατεί στους πλανήτες και, κυρίως, στα "σημεία επαφής" τους, οι οποίοι σύντομα καταστρατηγούνται με πρωτοφανή ευκολία. Από κάποια στιγμή και πέρα οι κανόνες αυτοί μπερδεύονται τόσο και οι ήρωες κυκλοφορούν με τόσο γελοίους τρόπους από τον ένα κόσμο στον άλλο, ώστε παύεις να σκέπτεσαι και να αναζητάς εξηγήσεις και αναγκάζεσαι να παρακολουθήσεις τις αυθαιρεσίες δίχως να μπορείς να αντιδράσεις. Το όλο concept, που αν και ΕΦ αγγίζει τα όρια του μαγικού και που συνοψίζεται στο ότι "ο έρωτας νικά όλα τα εμπόδια" (ακόμα και τη βαρύτητα, θα πρόσθετα εγώ), είναι τόσο αφελές από μόνο του που μόνο σε παιδιά δημοτικού θα συνιστούσα το φιλμ. Τα οποία θα απολαύσουν ίσως την εικόνα και την περιπέτεια και δεν θα σκεφτούν τίποτα άλλο. Διότι έτσι και το κάνουν...
Θα μπορούσα να απαριθμώ επι σελίδες αφέλειες, γελοίες ευκολίες και σεναριακά κενά που αναφέρονται είτε σε βασικά σημεία είτε σε μικρές λεπτομέρειες, αλλά δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Δείτε αυτό το φιλμ επιστημονικής φαντασίας, που περισσότερο με αφελές, ρομαντικό παραμύθι μοιάζει, μόνο αν καίγεστε για μερικές εντυπωσιακές εικόνες. Αλλιώς ξεχάστε το.
Θα σας πω τα μοναδικά δύο θετικά στοιχεία (για μένα τουλάχιστον) από την αρχή για να ξεμπερδεύω: Πρώτον, το φιλμ διαθέτει μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιδέα. Δεύτερον, διαθέτει συχνά εντυπωσιακή, φαντασμαγορική θα έλεγα, εικόνα. Θα βαθμολογούσα όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του με μηδέν.
Πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, είδος που πάσχει πολύ τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν δύο πλανήτες, πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, τόσο κοντά ώστε μπορείς να πας από τον έναν στον άλλον με ένα απλό σκοινί αν ανέβεις σε δύο κορυφές βουνών που σχεδόν συναντιούνται. Αλλά και αν βρεθείς στην πρωτεύουσα του καθενός, ο ουρανός είναι "στερεός", καθώς αν σηκώσεις το κεφάλι βλέπεις ολόκληρο το στερέωμα να καλύπτεται από την πρωτεύουσα του άλλου (αντιλαμβάνεστε ότι τη νύχτα ιδιαίτερα, με τις πόλεις φωτισμένες, το θέαμα είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό). Μόνο που ο ένας πλανήτης ευημερεί απομυζώντας τον πλούτο του άλλου, ενώ ο άλλος είναι πρακτικά κατεστραμένος, σχεδόν σαν βομβαρδισμένος. Στον "επάνω" ζουν οι πλούσιοι και στον "κάτω" οι πληβείοι. Η επαφή μεταξύ τους είναι αυστηρά απαγορευμένη (εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που εγκρίνουν οι "πάνω" φυσικά) και οι ένοχοι τιμωρούνται με θάνατο. Ε, κλασικά, κάπου εκεί ένα κορίτσι των "πάνω" θα ερωτευτεί ένα αγόρι των "κάτω" και η ταινία μετατρέπεται σε μια ρομαντική ερωτική ιστορία, με τους δύο ήρωες να προσπαθούν απεγνωσμένα να συναντηθούν.
Φυσικά πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του κλασικού και χιλιοχρησιμοποιημένου θέματος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας σε βερσιόν επιστημονικής φαντασίας αυτή τη φορά. Νομίζω ότι μένει κανείς έκπληκτος από το πόσο αφελής είναι η αντιμετώπιση του θέματος αυτού, πόσο εύκολα γίνονται όλα, πόσο προβλέψιμο είναι το στόρι και πόσο κακό το σενάριο. Από την αρχή τίθενται κάποιοι κανόνες της περίεργης βαρύτητας που επικρατεί στους πλανήτες και, κυρίως, στα "σημεία επαφής" τους, οι οποίοι σύντομα καταστρατηγούνται με πρωτοφανή ευκολία. Από κάποια στιγμή και πέρα οι κανόνες αυτοί μπερδεύονται τόσο και οι ήρωες κυκλοφορούν με τόσο γελοίους τρόπους από τον ένα κόσμο στον άλλο, ώστε παύεις να σκέπτεσαι και να αναζητάς εξηγήσεις και αναγκάζεσαι να παρακολουθήσεις τις αυθαιρεσίες δίχως να μπορείς να αντιδράσεις. Το όλο concept, που αν και ΕΦ αγγίζει τα όρια του μαγικού και που συνοψίζεται στο ότι "ο έρωτας νικά όλα τα εμπόδια" (ακόμα και τη βαρύτητα, θα πρόσθετα εγώ), είναι τόσο αφελές από μόνο του που μόνο σε παιδιά δημοτικού θα συνιστούσα το φιλμ. Τα οποία θα απολαύσουν ίσως την εικόνα και την περιπέτεια και δεν θα σκεφτούν τίποτα άλλο. Διότι έτσι και το κάνουν...
Θα μπορούσα να απαριθμώ επι σελίδες αφέλειες, γελοίες ευκολίες και σεναριακά κενά που αναφέρονται είτε σε βασικά σημεία είτε σε μικρές λεπτομέρειες, αλλά δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Δείτε αυτό το φιλμ επιστημονικής φαντασίας, που περισσότερο με αφελές, ρομαντικό παραμύθι μοιάζει, μόνο αν καίγεστε για μερικές εντυπωσιακές εικόνες. Αλλιώς ξεχάστε το.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2013
"Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ
Μερικές ταινίες βρίσκονται στη λίστα με τις αγαπημένες μου όλων των εποχών. Γι' αυτές είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω αντικειμενικά. Αν και η συγκεκριμένη είναι κλασική και βρίσκεται πολύ ψηλά στις προτιμήσεις πάμπολλων σινεφίλ. Μιλάω για τον περίφημο "Τρίτο Άνθρωπο", που γύρισε ο Carol Reed (1906-1976) το 1949. Με τον Όρσον Ουέλες να ερμηνεύει έναν από τους καλύτερους ρόλους της ζωής του (αν και δεν σκηνοθετεί ο ίδιος το φιλμ) και μια κατεστραμένη, διαιρεμένη Βιέννη να είναι η ουσιαστική πρωταγωνίστρια.
Η ταινία μας μεταφέρει στη Βιέννη λίγο μετά το τέλος του πολέμου. Η άλλοτε κραταιά πόλη είναι ηττημένη, ταπεινωμένη και διαιρεμένη σε τομείς, καθέναν από τους οποίους διοικεί μια από τις νικήτριες χώρες της αντιναζιστικής συμμαχίας. Η πόλη βρίσκεται σε απόλυτη παρακμή. Πείνα, ανέχεια, ερείπια, κάθε λογής λαθρεμπόριο και μαύρη αγορά. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε εποχή παρακμής, αδίστακτοι τύποι, αληθινά κοράκια, βρίσκουν την ευκαιρία να πλουτίσουν δίχως να συγκινούνται από τίποτα (βλ. "Αγοράζω Χρυσό" για μια χαλαρή σύγκριση με το σήμερα, αν και φυσικά τα πράγματα τότε ήταν πολύ χειρότερα). Η υλική παρακμή άλλωστε πάντοτε συνοδεύεται και από την ηθική. Μέσα σ' αυτό το καθόλου ομαλό σκηνικό, ένας αμερικάνος συγγραφέας pulp λογοτεχνίας (γουέστερν κυρίως) φτάνει στην πόλη για να βρει τον παλιό κολλητό του φίλο Χάρι Λάιμ, που τον έχει προσκαλέσει εκεί, και μαθαίνει άναυδος ότι ο φίλος του έπεσε θύμα θανατηφόρου ατυχήματος μόλις την προηγούμενη μέρα. Από εκεί και πέρα μπλέκεται σε έναν κυκεώνα από απάτες, υποψίες, παράξενους και ύποπτους τύπους και... την ερωμένη του φίλου του, την οποία ερωτεύεται, ενώ συγχρόνως υποψιάζεται ότι ο φίλος του δολοφονήθηκε. Αν όμως κάτι όντως συμβαίνει, είναι ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Η ταινία διαθέτει υποδειγματικό σασπένς (άλλωστε βασίζεται σε βιβλίο του δεξιοτέχνη Γκράχαμ Γκριν) και μοναδική, ασπρόμαυρη φυσικά, ατμόσφαιρα. Τα υπέροχα νυχτερινά πλάνα διαδέχονται το ένα το άλλο, οι σκιές μακραίνουν και γίνονται απειλητικές. Τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού είναι πασιφανή. Οι σκηνές της καταδίωξης στους υπόνομους της πόλης είναι όχι απλά υποβλητικές, αλλά κομμάτια ανθολογίας, ενώ η μουσική του Zamfir, το θέμα του Χάρι Λάιμ δηλαδή, στοιχειώνει τον θεατή. Ταυτόχρονα, παράλληλα με την απειλή και το διφορούμενο, ο Reed κατορθώνει να εικονογραφήσει μοναδικά και την παρακμή, υλική και ηθική, που προαναφέραμε. Και φυσικά, όπως κάθε νουάρ που σέβεται τον εαυτό του, δεν κάνει παραχωρήσεις σε χάπι εντ και άλλα συμβατικά κόλπα. Να προσθέσω επίσης ότι σπάνια η ίδια η πόλη - και το απειλητικό σκηνικό της - είναι τόσο "πρωταγωνίστρια" μιας ταινίας.
Μίλησα πριν για διφορούμενο. Ο "Τρίτος Άνθρωπος" είναι μια από τις πρώτες ταινίες νομίζω που παρουσιάζει έναν γοητευτικό, έξυπνο, σαγηνευτικό "κακό", ο οποίος πραγματικά κλέβει την παράσταση. Κι όχι μόνο αυτά. Ο "κακός", ενώ είναι αδίστακτος, διατηρεί σε πολύ υψηλό σημείο στο ηθικό του πάνθεον την αξία της φιλίας. Πιστεύει μάλιστα σ' αυτήν μέχρι τέλους, δείχνοντάς μας ένα ανθρώπινο, ζεστό προφίλ που καμιά σχέση δεν έχει με τις καρικατούρες μονοδιάστατων κακών που έχουμε συνηθίσει στο σύγχρονο εμπορικό σινεμά. Όλα αυτά δίνουν βάθος στους χαρακτήρες και βρίσκονται πολύ μακριά από το μαύρο - άσπρο που τόσο συχνά (και απλοϊκά) μας επιβάλλεται συνήθως. Όσο για τον μάλλον αφελή ήρωα, αυτός βρίσκεται πολύ κοντά στις μοναχικές φιγούρες των ηρώων του νουάρ. Με όλα αυτά το φιλμ θέτει διαρκώς το δίλημμα του "με ποιον θα πας και ποιον θ' αφήσεις", το πρόβλημα της ιεράρχησης των αξιών, της σύγκρουσης συναισθήματος και καθήκοντος ή συναισθηματικής παρόρμησης και ηθικής. Όλα είναι ρευστά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Δεν θα πω άλλα, παρά μόνο ότι πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα αριστούργημα. Το οποίο βλέπεται με ξεχωριστή απόλαυση, λόγω των ηθοποιών, του σασπένς και της εξαιρετικής ατμόσφαιρας που προαναφέραμε. Αν δεν το έχετε δει, σπεύσατε.
Η ταινία μας μεταφέρει στη Βιέννη λίγο μετά το τέλος του πολέμου. Η άλλοτε κραταιά πόλη είναι ηττημένη, ταπεινωμένη και διαιρεμένη σε τομείς, καθέναν από τους οποίους διοικεί μια από τις νικήτριες χώρες της αντιναζιστικής συμμαχίας. Η πόλη βρίσκεται σε απόλυτη παρακμή. Πείνα, ανέχεια, ερείπια, κάθε λογής λαθρεμπόριο και μαύρη αγορά. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε εποχή παρακμής, αδίστακτοι τύποι, αληθινά κοράκια, βρίσκουν την ευκαιρία να πλουτίσουν δίχως να συγκινούνται από τίποτα (βλ. "Αγοράζω Χρυσό" για μια χαλαρή σύγκριση με το σήμερα, αν και φυσικά τα πράγματα τότε ήταν πολύ χειρότερα). Η υλική παρακμή άλλωστε πάντοτε συνοδεύεται και από την ηθική. Μέσα σ' αυτό το καθόλου ομαλό σκηνικό, ένας αμερικάνος συγγραφέας pulp λογοτεχνίας (γουέστερν κυρίως) φτάνει στην πόλη για να βρει τον παλιό κολλητό του φίλο Χάρι Λάιμ, που τον έχει προσκαλέσει εκεί, και μαθαίνει άναυδος ότι ο φίλος του έπεσε θύμα θανατηφόρου ατυχήματος μόλις την προηγούμενη μέρα. Από εκεί και πέρα μπλέκεται σε έναν κυκεώνα από απάτες, υποψίες, παράξενους και ύποπτους τύπους και... την ερωμένη του φίλου του, την οποία ερωτεύεται, ενώ συγχρόνως υποψιάζεται ότι ο φίλος του δολοφονήθηκε. Αν όμως κάτι όντως συμβαίνει, είναι ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Η ταινία διαθέτει υποδειγματικό σασπένς (άλλωστε βασίζεται σε βιβλίο του δεξιοτέχνη Γκράχαμ Γκριν) και μοναδική, ασπρόμαυρη φυσικά, ατμόσφαιρα. Τα υπέροχα νυχτερινά πλάνα διαδέχονται το ένα το άλλο, οι σκιές μακραίνουν και γίνονται απειλητικές. Τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού είναι πασιφανή. Οι σκηνές της καταδίωξης στους υπόνομους της πόλης είναι όχι απλά υποβλητικές, αλλά κομμάτια ανθολογίας, ενώ η μουσική του Zamfir, το θέμα του Χάρι Λάιμ δηλαδή, στοιχειώνει τον θεατή. Ταυτόχρονα, παράλληλα με την απειλή και το διφορούμενο, ο Reed κατορθώνει να εικονογραφήσει μοναδικά και την παρακμή, υλική και ηθική, που προαναφέραμε. Και φυσικά, όπως κάθε νουάρ που σέβεται τον εαυτό του, δεν κάνει παραχωρήσεις σε χάπι εντ και άλλα συμβατικά κόλπα. Να προσθέσω επίσης ότι σπάνια η ίδια η πόλη - και το απειλητικό σκηνικό της - είναι τόσο "πρωταγωνίστρια" μιας ταινίας.
Μίλησα πριν για διφορούμενο. Ο "Τρίτος Άνθρωπος" είναι μια από τις πρώτες ταινίες νομίζω που παρουσιάζει έναν γοητευτικό, έξυπνο, σαγηνευτικό "κακό", ο οποίος πραγματικά κλέβει την παράσταση. Κι όχι μόνο αυτά. Ο "κακός", ενώ είναι αδίστακτος, διατηρεί σε πολύ υψηλό σημείο στο ηθικό του πάνθεον την αξία της φιλίας. Πιστεύει μάλιστα σ' αυτήν μέχρι τέλους, δείχνοντάς μας ένα ανθρώπινο, ζεστό προφίλ που καμιά σχέση δεν έχει με τις καρικατούρες μονοδιάστατων κακών που έχουμε συνηθίσει στο σύγχρονο εμπορικό σινεμά. Όλα αυτά δίνουν βάθος στους χαρακτήρες και βρίσκονται πολύ μακριά από το μαύρο - άσπρο που τόσο συχνά (και απλοϊκά) μας επιβάλλεται συνήθως. Όσο για τον μάλλον αφελή ήρωα, αυτός βρίσκεται πολύ κοντά στις μοναχικές φιγούρες των ηρώων του νουάρ. Με όλα αυτά το φιλμ θέτει διαρκώς το δίλημμα του "με ποιον θα πας και ποιον θ' αφήσεις", το πρόβλημα της ιεράρχησης των αξιών, της σύγκρουσης συναισθήματος και καθήκοντος ή συναισθηματικής παρόρμησης και ηθικής. Όλα είναι ρευστά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Δεν θα πω άλλα, παρά μόνο ότι πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα αριστούργημα. Το οποίο βλέπεται με ξεχωριστή απόλαυση, λόγω των ηθοποιών, του σασπένς και της εξαιρετικής ατμόσφαιρας που προαναφέραμε. Αν δεν το έχετε δει, σπεύσατε.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2012
ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΠΙ, ΕΝΑΣ ΤΙΓΡΗΣ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ
Το έχω ξαναγράψει: Υπάρχουν ορισμένοι δημιουργοί που το στιλ τους είναι η έλλειψη στιλ. Κοινώς, κάθε ταινία τους είναι εντελώς διαφορετική νοηματικά και αισθητικά από την προηγούμενη. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα θεωρώ τον Ang Lee. Διότι πέστε μου, τι σχέση έχει το "Γαμήλιο Γεύμα" με τον "Τίγρη και Δράκο" ή το "Hulk" με το "Προσοχή: Πόθος"; Συνεχίζοντας λοιπόν να φτιάχνει διαφορετικές ταινίες κάθε φορά, γυρίζει το 2012 τη "Ζωή του Πι", που βασίζεται στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για ταινία που δεν μοιάζει με καμιά άλλη!
Πριν από οτιδήποτε άλλο και αν μη τι άλλο, πρέπει να πω ότι το φιλμ οπτικά είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό. Τα ψηφιακά εφέ βρίσκονται στο ζενίθ τους και, όπως μαθαίνω από όσους το είδαν σε 3-D, το αποτέλεσμα είναι εφάμιλλο του "Avatar", το οποίο προσωπικά θεωρώ το καλύτερο 3-D μέχρι σήμερα (οπτικά πάντα μιλώντας). Επίσης η ταινία περιέχει και μια άκρως ενδιαφέρουσα φιλοσοφική θέση περί θρησκείας, την οποία θα συζητήσουμε. Ωστόσο είναι από τις λίγες φορές (όταν συμβαίνειι αυτό το επισημαίνω πάντα) που δεν συμφωνώ με τον "μέσο όρο" των κριτικών, οι οποίες ως επί το πλείστον (και από κριτικούς που εμπιστεύομαι) υπήρξαν διθυραμβικές. Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι πρόκειται και για ενδιαφέρουσα και για εντυπωσιακότατη οπτικά ταινία, όχι όμως για αριστούργημα ή "για την καλύτερη αμερικάνικη ταινία του 2012" όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά. Να πω από την αρχή την αντίρρησή μου: Πολύ απλά, κάπου με κούρασε. Βρήκα ότι η όλη φάση με τη βάρκα, στην οποία συνυπάρχουν ο Πι και μία σαρκοβόρα τίγρη κράτησε υπερβολικά πολύ. Όσο για τις εντυπωσιακότατες (θα χρησιμοποιήσω κι άλλες φορές αυτή τη λέξη) εικόνες, ναι, άλλοτε είναι πανέμορφες, μαγικές σχεδόν, κάποιες φορές όμως φοβαμαι ότι φλερτάρουν με το κιτς. Συνολικά μετά το τέλος είχα μια γενική αίσθηση overdose.
Και τώρα τα πολλά θετικά: Πρώτα - πρώτα η εικόνα. Πρόκειται για μια οπτική πανδαισία (παρά τις κάποιες παραπάνω αντιρήσεις μου), που κάποιες φορές φτάνει σε πραγματικά ονειρικά αποτελέσματα. Νομίζω ότι και μόνο γι' αυτή θα έπρεπε κάποιος να δει το φιλμ. Υπάρχει και η πρωτοτυπία της όλης ιδέας: Ένας 40άρης σήμερα ινδός που ζει στον Καναδά διηγείται σε έναν δημοσιογράφο τη μεγάλη περιπέτεια της ασυνήθιστης ζωής του: Από τα παιδικά του χρόνια στην Ινδία, όπου ο πατέρας του είχε ζωολογικό κήπο, μέχρι το ταξίδι στον Καναδά, με ένα πλοίο που, εκτός από ανθρώπους, μετέφερε και τα ζώα. Όταν το πλοίο ναυαγεί, στη βάρκα σύντομα θα απομείνει ο Πι (έξυπνη η όλη φάση με το όνομά του και πώς το Πισίν γίνεται Πι, το γνωστό δηλαδή μαθηματικό σύμβολο) και η τίγρης στο μέσον του απέραντου ωκεανού. Από εκεί και πέρα έχουμε μια απίστευτη περιπέτεια επιβίωσης.
Αυτά για το οπτικό και σεναριακό μέρς. Πολύ ενδιαφέρον έχει όμως και ο φιλοσοφικός προβληματισμός της ταινίας, ο οποίος στρέφεται γύρω από τη θρησκεία. Ουσιαστικά πρόκειται για θέμα που σε γενικές γραμμές δεν με απασχολεί (δεν είμαι θρήσκος, κάθε άλλο), ωστόσο βρήκα τη θέση του φιλμ ενδιαφέρουσα: Αυτό που υποστηρίζει ο Πι λοιπόν είναι ότι πιστεύει στο θεό (είναι μάλιστα ταυτοχρονα οπαδός διαφορετικών θρησκειών!) αδιαφορώντας για το αν αυτός υπάρχει ή όχι, αν όλα όσα ισχυρίζονται οι θρησκείες είναι αληθινά ή όχι. Πιστεύει γιατί αυτό κάνει τη ζωή του πιο όμορφη κι αυτός ο λόγος είναι αρκετός. Γι' αυτόν η θρησκεία εισάγει στην πεζή ζωή μας το στοιχείο του παραμυθιού, την κάνει μαγική, κι αυτό, κατά τον Πι πάντα, είναι τόσο όμορφο που η αλήθεια περνά σε δεύτερη μοίρα. Να λοιπόν μια ταινία που υποστηρίζει τη δύναμη και την ομορφιά του "ψέματος" ( ή, προφανώς, κάποιων "ψεμάτων"). Προεκτείνοντας τον προβληματισμό αυτόν, μπορούμε να μιλήσουμε για τη δύναμη της αφήγησης γενικότερα, τη δύναμη και τη μαγεία των ιστοριών, τηςτέχνης. Ξέρουμε ότι σε όλες τις αφηγηματικές τέχνες (λογοτεχνία, σινεμά, θέατρο, κόμικς κλπ.) όσα συμβαίνουν είναι επινοημένα από το δημιουργό, άρα όχι πραγματικά γεγονότα, αυτό όμως ουδόλως μας εμποδίζει να τα απολαμβάνουμε. Το αντίθετο μάλιστα. Ε, κάτι τέτοιο συμβαίνει με τη θέση του ήρωα για τη θρησκεία (όλα αυτά, δεν θα σας πω φυσικά πώς, θα τα καταλάβετε στο ανατρεπτικό τέλος του φιλμ). Θα μου ήταν αδύνατο να κάνω κάτι τέτοιο στην προσωπική μου ζωή, αλλά βρίσκω την αντιμετώπιση αυτή τουλάχιστον εδιαφέρουσα.
Δείτε το, παρά τις αντιρρήσεις μου. Μπορεί να σας κουράσει κάπως, όπως εμένα, αλλά διαθέτει πολλά στοιχεία που αξίζουν τον κόπο.
Πριν από οτιδήποτε άλλο και αν μη τι άλλο, πρέπει να πω ότι το φιλμ οπτικά είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό. Τα ψηφιακά εφέ βρίσκονται στο ζενίθ τους και, όπως μαθαίνω από όσους το είδαν σε 3-D, το αποτέλεσμα είναι εφάμιλλο του "Avatar", το οποίο προσωπικά θεωρώ το καλύτερο 3-D μέχρι σήμερα (οπτικά πάντα μιλώντας). Επίσης η ταινία περιέχει και μια άκρως ενδιαφέρουσα φιλοσοφική θέση περί θρησκείας, την οποία θα συζητήσουμε. Ωστόσο είναι από τις λίγες φορές (όταν συμβαίνειι αυτό το επισημαίνω πάντα) που δεν συμφωνώ με τον "μέσο όρο" των κριτικών, οι οποίες ως επί το πλείστον (και από κριτικούς που εμπιστεύομαι) υπήρξαν διθυραμβικές. Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι πρόκειται και για ενδιαφέρουσα και για εντυπωσιακότατη οπτικά ταινία, όχι όμως για αριστούργημα ή "για την καλύτερη αμερικάνικη ταινία του 2012" όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά. Να πω από την αρχή την αντίρρησή μου: Πολύ απλά, κάπου με κούρασε. Βρήκα ότι η όλη φάση με τη βάρκα, στην οποία συνυπάρχουν ο Πι και μία σαρκοβόρα τίγρη κράτησε υπερβολικά πολύ. Όσο για τις εντυπωσιακότατες (θα χρησιμοποιήσω κι άλλες φορές αυτή τη λέξη) εικόνες, ναι, άλλοτε είναι πανέμορφες, μαγικές σχεδόν, κάποιες φορές όμως φοβαμαι ότι φλερτάρουν με το κιτς. Συνολικά μετά το τέλος είχα μια γενική αίσθηση overdose.
Και τώρα τα πολλά θετικά: Πρώτα - πρώτα η εικόνα. Πρόκειται για μια οπτική πανδαισία (παρά τις κάποιες παραπάνω αντιρήσεις μου), που κάποιες φορές φτάνει σε πραγματικά ονειρικά αποτελέσματα. Νομίζω ότι και μόνο γι' αυτή θα έπρεπε κάποιος να δει το φιλμ. Υπάρχει και η πρωτοτυπία της όλης ιδέας: Ένας 40άρης σήμερα ινδός που ζει στον Καναδά διηγείται σε έναν δημοσιογράφο τη μεγάλη περιπέτεια της ασυνήθιστης ζωής του: Από τα παιδικά του χρόνια στην Ινδία, όπου ο πατέρας του είχε ζωολογικό κήπο, μέχρι το ταξίδι στον Καναδά, με ένα πλοίο που, εκτός από ανθρώπους, μετέφερε και τα ζώα. Όταν το πλοίο ναυαγεί, στη βάρκα σύντομα θα απομείνει ο Πι (έξυπνη η όλη φάση με το όνομά του και πώς το Πισίν γίνεται Πι, το γνωστό δηλαδή μαθηματικό σύμβολο) και η τίγρης στο μέσον του απέραντου ωκεανού. Από εκεί και πέρα έχουμε μια απίστευτη περιπέτεια επιβίωσης.
Αυτά για το οπτικό και σεναριακό μέρς. Πολύ ενδιαφέρον έχει όμως και ο φιλοσοφικός προβληματισμός της ταινίας, ο οποίος στρέφεται γύρω από τη θρησκεία. Ουσιαστικά πρόκειται για θέμα που σε γενικές γραμμές δεν με απασχολεί (δεν είμαι θρήσκος, κάθε άλλο), ωστόσο βρήκα τη θέση του φιλμ ενδιαφέρουσα: Αυτό που υποστηρίζει ο Πι λοιπόν είναι ότι πιστεύει στο θεό (είναι μάλιστα ταυτοχρονα οπαδός διαφορετικών θρησκειών!) αδιαφορώντας για το αν αυτός υπάρχει ή όχι, αν όλα όσα ισχυρίζονται οι θρησκείες είναι αληθινά ή όχι. Πιστεύει γιατί αυτό κάνει τη ζωή του πιο όμορφη κι αυτός ο λόγος είναι αρκετός. Γι' αυτόν η θρησκεία εισάγει στην πεζή ζωή μας το στοιχείο του παραμυθιού, την κάνει μαγική, κι αυτό, κατά τον Πι πάντα, είναι τόσο όμορφο που η αλήθεια περνά σε δεύτερη μοίρα. Να λοιπόν μια ταινία που υποστηρίζει τη δύναμη και την ομορφιά του "ψέματος" ( ή, προφανώς, κάποιων "ψεμάτων"). Προεκτείνοντας τον προβληματισμό αυτόν, μπορούμε να μιλήσουμε για τη δύναμη της αφήγησης γενικότερα, τη δύναμη και τη μαγεία των ιστοριών, τηςτέχνης. Ξέρουμε ότι σε όλες τις αφηγηματικές τέχνες (λογοτεχνία, σινεμά, θέατρο, κόμικς κλπ.) όσα συμβαίνουν είναι επινοημένα από το δημιουργό, άρα όχι πραγματικά γεγονότα, αυτό όμως ουδόλως μας εμποδίζει να τα απολαμβάνουμε. Το αντίθετο μάλιστα. Ε, κάτι τέτοιο συμβαίνει με τη θέση του ήρωα για τη θρησκεία (όλα αυτά, δεν θα σας πω φυσικά πώς, θα τα καταλάβετε στο ανατρεπτικό τέλος του φιλμ). Θα μου ήταν αδύνατο να κάνω κάτι τέτοιο στην προσωπική μου ζωή, αλλά βρίσκω την αντιμετώπιση αυτή τουλάχιστον εδιαφέρουσα.
Δείτε το, παρά τις αντιρρήσεις μου. Μπορεί να σας κουράσει κάπως, όπως εμένα, αλλά διαθέτει πολλά στοιχεία που αξίζουν τον κόπο.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2012
ΑΣΦΥΚΤΙΚΟ "KANAL"
Βρισκόμαστε στα 1957. Ένας νέος τότε πολωνός σκηνοθέτης κάνει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του και εντυπωσιάζει τους πάντες. Μιλάμε για τον Wajda, έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς μιας πλούσιας κινηματογραφικά χώρας. Η ταινία είναι το "Kanal".
Για να σας πω από την αρχή τι έχετε να "αντιμετωπίσετε", θα δηλώσω ότι πρόκειται για μια από τις πιο απελπισμένες, κλειστοφοβικές, αγχωτικές ταινίες που έχω δει ποτέ. Ο Βάιντα, καταγράφοντας με ρεαλισμό την ιστορία του, αρνείται να αφήσει και την παραμικρή χαραμάδα ελπίδας. Τι πετυχαίνει έτσι; Θα το συζητήσουμε μετά.
Η ταινία διαδραματίζεται την εποχή της εξέγερσης της Βαρσοβίας ενάντια στους ναζί κατακτητές. Η πόλη είναι ερειπωμένη, με κατεστραμένα κτίρια όπου κι αν κοιτάξει κανείς (εκπληκτικό το σκηνικό που στήνεται στις πρώτες σκηνές). Μια ομάδα επαναστατών, περικυκλωμένη από τους γερμανούς, αναγκάζεται να καταφύγει στους αχανείς υπόνομους της πόλης. Από εκεί και πέρα η κατάσταση γίνεται κυριολεκτικά ασφυκτική. Η ταινία είναι γυρισμένη κατά τα 3/4 περίπου μέσα στους εφιαλτικούς, λαβυρινθώδεις υπόνομους. Κλειστοφοβικότητα, βρώμα, αναθυμιάσεις που προκαλούν ακόμα και παραισθήσεις. Η έξοδος αδύνατη σχεδόν, αφού στα περισσότερα ανοίγματα καραδοκούν οι ναζί. Η ομάδα των παρτιζάνων σύντομα διασπάται και το φιλμ παρακολουθεί τις διάφορες μικρότερες ομάδες στην ατέρμονη περιπλάνησή τους στην υπόγεια αυτή κόλαση. Ένας - ένας καταρρέουν με διάφορους τρόπους, χάνονται, πεθαίνουν. Η δεξιοτεχνία του Βάιντα και η βαριά, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, κάνουν τον θεατή να συμπάσχει με τους ήρωες, να ανασαίνει θαρρείς τον μολυσμένο αέρα. Παράλληλα όμως ο Βάιντα κάνει και κάτι άλλο: Δείχνοντάς μας από την αρχή, πριν ακόμα κατέβουν εκεί κάτω, αλλά και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους, τις προσωπικές ιστορίες και σχέσεις αρκετών από τα μέλη της ομάδας, δημιουργεί χαρακτήρες με βάθος και διαφορετικές προσωπικότητες. Έτσι αυτό που παρακολουθούμε είναι το μαρτύριο συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι μιας απρόσωπης ομάδας με μέλη για τα οποία δεν ξέρουμε τίποτα. Αυτή η εμπλοκή του προσωπικού στοιχείου κάνει τα πράγματα ακόμα δυσκολότερα για τον θεατή, αφού μπορεί να νοιώσει τη φρίκη του καθενός. Κι αυτή η μείξη προσωπικού στοιχείου και ιστορίας ή - αν προτιμάτε - ανθρώπων που είναι έρμαια της ιστορίας, είναι στοιχείο που θα βρούμε και σε άλλα φιλμ του μεγάλου αυτού δημιουργού.
Από τις πρώτες σκηνές τονίζεται η μεγάλη κόπωση όλων αυτών των ανθρώπων, η οποία φυσικά επιτείνεται μετά την κάθοδο. Οι επαναστάτες της ταινίας δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Είναι, πάνω απ' όλα, άνθρωποι που υποφέρουν και το μόνο που ποθούν είναι να επιστρέψουν όχι σε κάποια ιδανική κοινωνία, αλλά στην κοινότοπη καθημερινότητά τους, στο σπίτι τους, που γι' αυτούς φαντάζουν κυριολεκτικά σαν παράδεισος. Αυτό που πετυχαίνει λοιπόν ο Βάιντα νομίζω, είναι να κάνει πάνω απ' όλα μια απίστευτη αντιπολεμική ταινία. Αυτό που σιχαίνεσαι είναι ο πόλεμος, η καταστροφή, η αβάσταχτη κούραση. Μέσα σ' αυτή την κόλαση ο διαχωρισμός καλών - κακών, εξεγερμένων και κατακτητών, περνά σε δεύτερη μοίρα. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι η φρίκη.
Θεωρώ το "Kanal" ένα αριστούργημα, το οποίο ωστόσο - προσοχή - δύσκολα βλέπεται. Αν το δείτε θα νοιώσετε πραγματικά σα να έχετε φάει γροθιά στο στομάχι. Ο συνδυασμός κλειστοφοβικότητας και απόλυτα απελπισμένης οπτικής είναι νομίζω αυτό που μας κάνει να νοιώσουμε έτσι. Προσπαθείστε το. Πριν την κάθοδό σας όμως στις αβύσους της ταινίας, πάρτε όσο πιο βαθιές ανάσες μπορείτε. Θα σας χρειαστούν εκεί κάτω.
Για να σας πω από την αρχή τι έχετε να "αντιμετωπίσετε", θα δηλώσω ότι πρόκειται για μια από τις πιο απελπισμένες, κλειστοφοβικές, αγχωτικές ταινίες που έχω δει ποτέ. Ο Βάιντα, καταγράφοντας με ρεαλισμό την ιστορία του, αρνείται να αφήσει και την παραμικρή χαραμάδα ελπίδας. Τι πετυχαίνει έτσι; Θα το συζητήσουμε μετά.
Η ταινία διαδραματίζεται την εποχή της εξέγερσης της Βαρσοβίας ενάντια στους ναζί κατακτητές. Η πόλη είναι ερειπωμένη, με κατεστραμένα κτίρια όπου κι αν κοιτάξει κανείς (εκπληκτικό το σκηνικό που στήνεται στις πρώτες σκηνές). Μια ομάδα επαναστατών, περικυκλωμένη από τους γερμανούς, αναγκάζεται να καταφύγει στους αχανείς υπόνομους της πόλης. Από εκεί και πέρα η κατάσταση γίνεται κυριολεκτικά ασφυκτική. Η ταινία είναι γυρισμένη κατά τα 3/4 περίπου μέσα στους εφιαλτικούς, λαβυρινθώδεις υπόνομους. Κλειστοφοβικότητα, βρώμα, αναθυμιάσεις που προκαλούν ακόμα και παραισθήσεις. Η έξοδος αδύνατη σχεδόν, αφού στα περισσότερα ανοίγματα καραδοκούν οι ναζί. Η ομάδα των παρτιζάνων σύντομα διασπάται και το φιλμ παρακολουθεί τις διάφορες μικρότερες ομάδες στην ατέρμονη περιπλάνησή τους στην υπόγεια αυτή κόλαση. Ένας - ένας καταρρέουν με διάφορους τρόπους, χάνονται, πεθαίνουν. Η δεξιοτεχνία του Βάιντα και η βαριά, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, κάνουν τον θεατή να συμπάσχει με τους ήρωες, να ανασαίνει θαρρείς τον μολυσμένο αέρα. Παράλληλα όμως ο Βάιντα κάνει και κάτι άλλο: Δείχνοντάς μας από την αρχή, πριν ακόμα κατέβουν εκεί κάτω, αλλά και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους, τις προσωπικές ιστορίες και σχέσεις αρκετών από τα μέλη της ομάδας, δημιουργεί χαρακτήρες με βάθος και διαφορετικές προσωπικότητες. Έτσι αυτό που παρακολουθούμε είναι το μαρτύριο συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι μιας απρόσωπης ομάδας με μέλη για τα οποία δεν ξέρουμε τίποτα. Αυτή η εμπλοκή του προσωπικού στοιχείου κάνει τα πράγματα ακόμα δυσκολότερα για τον θεατή, αφού μπορεί να νοιώσει τη φρίκη του καθενός. Κι αυτή η μείξη προσωπικού στοιχείου και ιστορίας ή - αν προτιμάτε - ανθρώπων που είναι έρμαια της ιστορίας, είναι στοιχείο που θα βρούμε και σε άλλα φιλμ του μεγάλου αυτού δημιουργού.
Από τις πρώτες σκηνές τονίζεται η μεγάλη κόπωση όλων αυτών των ανθρώπων, η οποία φυσικά επιτείνεται μετά την κάθοδο. Οι επαναστάτες της ταινίας δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Είναι, πάνω απ' όλα, άνθρωποι που υποφέρουν και το μόνο που ποθούν είναι να επιστρέψουν όχι σε κάποια ιδανική κοινωνία, αλλά στην κοινότοπη καθημερινότητά τους, στο σπίτι τους, που γι' αυτούς φαντάζουν κυριολεκτικά σαν παράδεισος. Αυτό που πετυχαίνει λοιπόν ο Βάιντα νομίζω, είναι να κάνει πάνω απ' όλα μια απίστευτη αντιπολεμική ταινία. Αυτό που σιχαίνεσαι είναι ο πόλεμος, η καταστροφή, η αβάσταχτη κούραση. Μέσα σ' αυτή την κόλαση ο διαχωρισμός καλών - κακών, εξεγερμένων και κατακτητών, περνά σε δεύτερη μοίρα. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι η φρίκη.
Θεωρώ το "Kanal" ένα αριστούργημα, το οποίο ωστόσο - προσοχή - δύσκολα βλέπεται. Αν το δείτε θα νοιώσετε πραγματικά σα να έχετε φάει γροθιά στο στομάχι. Ο συνδυασμός κλειστοφοβικότητας και απόλυτα απελπισμένης οπτικής είναι νομίζω αυτό που μας κάνει να νοιώσουμε έτσι. Προσπαθείστε το. Πριν την κάθοδό σας όμως στις αβύσους της ταινίας, πάρτε όσο πιο βαθιές ανάσες μπορείτε. Θα σας χρειαστούν εκεί κάτω.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 28, 2012
Η ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ ΣΑΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟ - ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Η "Άννα Καρένινα", το διάσημο μυθιστόρημα του Τολστόι, μιλά για μια γυναίκα που εγκαταλείπει έναν πετυχημένο γάμο (με παιδί) με ισχυρό κρατικό αξιωματούχο για να ακολουθήσει τον τρελό της έρωτα για έναν νεαρό αξιωματικό. Θα παρατήσει τα πάντα, θα συγκρουστεί με την συντηρητική κοινωνία, θα πονέσει, αλλά θα επιμείνει μέχρι τέλους στην "σκανδαλώδη" για την εποχή απόφασή της. Όλα αυτά στους υψηλούς, αριστοκρατικούς κύκλους της τσαρικής Ρωσίας.
Το βιβλίο έχει μεταφερθεί κι άλλες φορές στο σινεμά σαν δυνατό μελόδραμα. Ο Joe Wright όμως, από τους πιο εντυπωσιακούς σύγχρονους σκηνοθέτης, το μεταφέρει εν έτει 2012 με εντελώς διαφορετική σκηνοθετική οπτική (οι τολμηρότητες είναι καθαρά σκηνοθετικές και όχι σεναριακές, δηλαδή δεν έχει αλλάξει νομίζω την ουσία και το νόημα του κειμένου). Αυτό που κάνει είναι να μεταφέρει την ιστορία της Καρένινα στο θέατρο. Αυτό που παρακολουθούμε είναι μια θεατρική παράσταση με θέμα την ερωτική αυτή ιστορία. Πλην όμως όσα βλέπουμε δεν είναι ακριβώς θέατρο. Η ιστορία διαδραματίζεται σε σκηνή, το κοινό παρακολουθεί από κάτω, αλλά τα σκηνικά, ζωγραφισμένα στο χέρι, αλλάζουν ταχύτατα και σε πολλές σκηνές καταργούνται εντελώς και βρισκόμαστε σε φυσικούς χώρους, δίχως κοινό πλέον. Άλλοτε πάλι η δράση (μια ιπποδρομία με αληθινά άλογα, ένα τρένο κλπ.) εισβάλλουν ζωντανά στη σκηνή τρομάζοντας τους θεατές, άλλοτε το ζωγραφισμένο σκηνικό γίνεται αληθινό τοπίο φόντου... και υπάρχουν και πολλά άλλα παιχνίδια. Στο μεταξύ η κάμερα κινείται ιλιγγιωδώς, οι γωνίες λήψης είναι ποικίλες, η μουσική πολύ καλή. Το αποτέλεσμα είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό. Στο δεύτερο μέρος οι ρυθμοί πέφτουν κάπως, τα τοπία είναι περισσότερο φυσικά, η κάμερα κάπως ηρεμεί, δίχως όμως να σταματήσουν ποτέ τα διαρκή πάρε - δώσε με το θέατρο.
Όσον αφορά την ίδια την ιστορία, η Άννα είναι πάντα η επαναστάτρια που θα ακολουθήσει τα πολύ δυνατά της συναισθήματα αψηφώντας τον περίγυρο. Σκεφτείτε ότι μιλάμε για την συντηριτική ρωσική κοινωνία του 19ου αιώνα, οπότε το σκάνδαλο είναι απείρως μεγαλύτερο απ' όσο μπορούμε να συλλάβουμε με τη σύγχρονη σκέψη που διαμορφώνεται από μια ανεκτική κατά βάση κοινωνία. Οι σχέσεις της ακριβώς με τον κοινωνικό περίγυρο είναι άλλωστε αυτό που βρίσκεται στο κέντρο της οπτικής του Wright(και του σεναρίου του γνωστού Tom Stoppard), περισσότερο θα έλεγα από την ίδια την παθιασμένη ερωτική ιστορία. Τελικά βέβαια η ηρωίδα θα συντριβεί από την αμείλικτη "τάξη πραγμάτων" που την περιβάλλει. Αρκετά πριν το τέλος θα δούμε μια Καρένινα σπαστική, ζηλιάρα, ενοχλητική και εριστική. Ίσως κάποιοι θα πουν ότι τη δείχνει "κακιά", κατακρίνοντας έτσι το παράπτωμά της. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια θεώρηση. Η έξυπνη και πρόσχαρη Άννα της αρχής θα γίνει όπως θα τη δούμε αφού ο κοινωνικός αποκλεισμός και η δημόσια χλεύη θα την έχουν εξουθενώσει. Δεν πρόκειται για μένα για μια "κακιά" Καρένινα, αλλά για μια τσακισμένη Καρένινα.
Βρήκα την προσπάθεια του Wright πολύ ενδιαφέρουσα, αν και ομολογώ ότι προς το τέλος κουράστηκα λιγάκι. Πάντως πιστεύω ότι είναι ένα φιλμ που θα ενδιαφέρει ακόμα και τους εχθρούς των ταινιών εποχής. Είναι κλασική περίπτωση όπου το μοντέρνο και τολμηρό κινηματογραφικό στιλ (άσχετα αν αυτό σας αρέσει ή όχι ή αν συμφωνείτε ή όχι) αποπειράται να αλλάξει ένα συνήθως ακαδημαϊκό και άνευρο είδος σινεμά.
Το βιβλίο έχει μεταφερθεί κι άλλες φορές στο σινεμά σαν δυνατό μελόδραμα. Ο Joe Wright όμως, από τους πιο εντυπωσιακούς σύγχρονους σκηνοθέτης, το μεταφέρει εν έτει 2012 με εντελώς διαφορετική σκηνοθετική οπτική (οι τολμηρότητες είναι καθαρά σκηνοθετικές και όχι σεναριακές, δηλαδή δεν έχει αλλάξει νομίζω την ουσία και το νόημα του κειμένου). Αυτό που κάνει είναι να μεταφέρει την ιστορία της Καρένινα στο θέατρο. Αυτό που παρακολουθούμε είναι μια θεατρική παράσταση με θέμα την ερωτική αυτή ιστορία. Πλην όμως όσα βλέπουμε δεν είναι ακριβώς θέατρο. Η ιστορία διαδραματίζεται σε σκηνή, το κοινό παρακολουθεί από κάτω, αλλά τα σκηνικά, ζωγραφισμένα στο χέρι, αλλάζουν ταχύτατα και σε πολλές σκηνές καταργούνται εντελώς και βρισκόμαστε σε φυσικούς χώρους, δίχως κοινό πλέον. Άλλοτε πάλι η δράση (μια ιπποδρομία με αληθινά άλογα, ένα τρένο κλπ.) εισβάλλουν ζωντανά στη σκηνή τρομάζοντας τους θεατές, άλλοτε το ζωγραφισμένο σκηνικό γίνεται αληθινό τοπίο φόντου... και υπάρχουν και πολλά άλλα παιχνίδια. Στο μεταξύ η κάμερα κινείται ιλιγγιωδώς, οι γωνίες λήψης είναι ποικίλες, η μουσική πολύ καλή. Το αποτέλεσμα είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό. Στο δεύτερο μέρος οι ρυθμοί πέφτουν κάπως, τα τοπία είναι περισσότερο φυσικά, η κάμερα κάπως ηρεμεί, δίχως όμως να σταματήσουν ποτέ τα διαρκή πάρε - δώσε με το θέατρο.
Όσον αφορά την ίδια την ιστορία, η Άννα είναι πάντα η επαναστάτρια που θα ακολουθήσει τα πολύ δυνατά της συναισθήματα αψηφώντας τον περίγυρο. Σκεφτείτε ότι μιλάμε για την συντηριτική ρωσική κοινωνία του 19ου αιώνα, οπότε το σκάνδαλο είναι απείρως μεγαλύτερο απ' όσο μπορούμε να συλλάβουμε με τη σύγχρονη σκέψη που διαμορφώνεται από μια ανεκτική κατά βάση κοινωνία. Οι σχέσεις της ακριβώς με τον κοινωνικό περίγυρο είναι άλλωστε αυτό που βρίσκεται στο κέντρο της οπτικής του Wright(και του σεναρίου του γνωστού Tom Stoppard), περισσότερο θα έλεγα από την ίδια την παθιασμένη ερωτική ιστορία. Τελικά βέβαια η ηρωίδα θα συντριβεί από την αμείλικτη "τάξη πραγμάτων" που την περιβάλλει. Αρκετά πριν το τέλος θα δούμε μια Καρένινα σπαστική, ζηλιάρα, ενοχλητική και εριστική. Ίσως κάποιοι θα πουν ότι τη δείχνει "κακιά", κατακρίνοντας έτσι το παράπτωμά της. Δεν συμφωνώ με μια τέτοια θεώρηση. Η έξυπνη και πρόσχαρη Άννα της αρχής θα γίνει όπως θα τη δούμε αφού ο κοινωνικός αποκλεισμός και η δημόσια χλεύη θα την έχουν εξουθενώσει. Δεν πρόκειται για μένα για μια "κακιά" Καρένινα, αλλά για μια τσακισμένη Καρένινα.
Βρήκα την προσπάθεια του Wright πολύ ενδιαφέρουσα, αν και ομολογώ ότι προς το τέλος κουράστηκα λιγάκι. Πάντως πιστεύω ότι είναι ένα φιλμ που θα ενδιαφέρει ακόμα και τους εχθρούς των ταινιών εποχής. Είναι κλασική περίπτωση όπου το μοντέρνο και τολμηρό κινηματογραφικό στιλ (άσχετα αν αυτό σας αρέσει ή όχι ή αν συμφωνείτε ή όχι) αποπειράται να αλλάξει ένα συνήθως ακαδημαϊκό και άνευρο είδος σινεμά.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2012
ΒΙΑ, ΦΟΝΟΙ, ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΚΑΙ... TRUE ROMANCE
Το "True Romance" γυρίστηκε το 1993 από τον Tony Scott (1944-2012). Είναι όμως από τις λίγες φορές που μια ταινία φέρει τόσο έντονα την πέρα για πέρα αναγνωρίσιμη υπογραφή όχι του σκηνοθέτη, αλλά του σεναριγράφου. Ο οποίος τυγχάνει να είναι ο πολύς σήμερα Κουεντίν Ταραντίνο. Το άστρο του μόλις ανέτειλε τότε, αφού τον προηγούμενο χρόνο είχε γυρίσει την πρώτη του ταινία, το "Reservoir Dogs", οπότε την εποχή αυτή η "σφραγίδα" που προαναφέραμε δεν ήταν τόσο εύκολα αναγνωρίσιμη όσο σήμερα.
Το "True Romance" έχει όλα όσα έχει κάθε ταραντινικό φιλμ και μάλιστα σε άριστη δοσολογία: Έντονη βία, ναρκωτικά, γκάγκστερς, απίθανους διαλόγους, αυξανόμενο σασπένς, Χόλιγουντ και, μέσα σε όλα αυτά, να κυριαρχεί όντως ο "αληθινός έρωτας". Το ζευγάρι που πρωταγωνιστεί ερωτεύεται κεραυνοβόλα και παντρεύεται σε χρόνο dt. Ο έρωτάς τους δείχνει να είναι αιώνιος. Εκείνη όμως είναι, δυστυχώς, κολ γκερλ και φυσικά έχει νταβατζή, οπότε, από εκεί και πέρα, τίποτα δεν θα πάει όπως θα ήθελε το ερωτευμένο ζεύγος. Όλα αρχίζουν να τρέχουν με όλο και μεγαλύτερες ταχύτητες.
Νομίζω ότι είναι από τις ταινίες που σε "πιάνουν" από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και ότι βλέπεται με μεγάλη απόλαυση. Ο ρομαντισμός (= τρελός έρωτας) είναι το βασικό μοτίβο γύρω από το οποίο περιπλέκονται όλα τα υπόλοιπα. Αυτό ωστόσο που ξεχωρίζω προσωπικά είναι οι πάμπολλες αναφορές στην ποπ κουλτούρα σε ποικίλες εκδοχές της, αναφορές που ταυτόχρονα αποτελούν και τις βασικές εμμονές του Ταραντίνο: Κόμικς, σουπερηρωικά κυρίως (ο ήρωας δουλεύει σε κομικσάδικο), ασιατικές ταινίες πολεμικών τεχνών, b-movies κάθε είδους, ροκ εντ ρολ, με κυρίαρχο τον Έλβις, Χόλιγουντ και αναφορές στην κινηματογραφική βιομηχανία (από την παραγωγή μέχρι τα Όσκαρ), αναφορές σε υπαρκτές ταινίες (Αποκάλυψη Τώρα κλπ.) και άλλα που, λιγότερο φανερά, μπορεί να ανακαλύψει ο προσεκτικός θεατής. Το στοιχείο αυτό αποτελεί από μόνο του ένα απολαυστικό παιχνίδι - κλείσιμο ματιού. Όσο για τη σκηνοθεσία του Σκοτ, είναι αρκούντως νευρώδης, σπιντάτη και απόλυτα σύμφωνη με το πνεύμα του σεναρίου. Και ένα έξτρα μπόνους: Προσέξτε το απίστευτο καστ. Εκτός από το πρωταγωνιστικό ζεύγος τα υπόλοιπα μεγάλα ονόματα εμφανίζονται σε σύντομους, πέρα για πέρα χαρακτηριστικούς όμως ρόλους. Πάιρνουμε λοιπόν βαθειά ανάσα και ξεκινάμε: Κρίστιαν Σλέιτερ, Πατρίτσια Άρκετ, Ντένις Χόπερ, Κρίστοφερ Γουόκιν, Σάμουελ Τζάκσον, Γκάρι Όλντμαν, Βαλ Κίλμερ, Μπραντ Πιτ, Τζέιμς Γκαντολφίνι... Πολλοί απ' αυτούς στην αρχή της καριέρας τους και, ως εκ τούτου, όχι τόσο άμεσα αναγνωρίσιμοι τότε.
Γενικά βρίσκω την ταινία από τις πλέον απολαυστικές περιπέτειες του είδους. Μια επιτομή της αμερικάνικης (και όχι μόνο) ποπ κουλτούρας και μυθολογίας. Ιδιαίτερα αν είστε φαν του σινεμά του Ταραντίνο, βρισκόμαστε στα καλύτερά του. Κι ας μην τη γύρισε ο ίδιος.
Το "True Romance" έχει όλα όσα έχει κάθε ταραντινικό φιλμ και μάλιστα σε άριστη δοσολογία: Έντονη βία, ναρκωτικά, γκάγκστερς, απίθανους διαλόγους, αυξανόμενο σασπένς, Χόλιγουντ και, μέσα σε όλα αυτά, να κυριαρχεί όντως ο "αληθινός έρωτας". Το ζευγάρι που πρωταγωνιστεί ερωτεύεται κεραυνοβόλα και παντρεύεται σε χρόνο dt. Ο έρωτάς τους δείχνει να είναι αιώνιος. Εκείνη όμως είναι, δυστυχώς, κολ γκερλ και φυσικά έχει νταβατζή, οπότε, από εκεί και πέρα, τίποτα δεν θα πάει όπως θα ήθελε το ερωτευμένο ζεύγος. Όλα αρχίζουν να τρέχουν με όλο και μεγαλύτερες ταχύτητες.
Νομίζω ότι είναι από τις ταινίες που σε "πιάνουν" από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και ότι βλέπεται με μεγάλη απόλαυση. Ο ρομαντισμός (= τρελός έρωτας) είναι το βασικό μοτίβο γύρω από το οποίο περιπλέκονται όλα τα υπόλοιπα. Αυτό ωστόσο που ξεχωρίζω προσωπικά είναι οι πάμπολλες αναφορές στην ποπ κουλτούρα σε ποικίλες εκδοχές της, αναφορές που ταυτόχρονα αποτελούν και τις βασικές εμμονές του Ταραντίνο: Κόμικς, σουπερηρωικά κυρίως (ο ήρωας δουλεύει σε κομικσάδικο), ασιατικές ταινίες πολεμικών τεχνών, b-movies κάθε είδους, ροκ εντ ρολ, με κυρίαρχο τον Έλβις, Χόλιγουντ και αναφορές στην κινηματογραφική βιομηχανία (από την παραγωγή μέχρι τα Όσκαρ), αναφορές σε υπαρκτές ταινίες (Αποκάλυψη Τώρα κλπ.) και άλλα που, λιγότερο φανερά, μπορεί να ανακαλύψει ο προσεκτικός θεατής. Το στοιχείο αυτό αποτελεί από μόνο του ένα απολαυστικό παιχνίδι - κλείσιμο ματιού. Όσο για τη σκηνοθεσία του Σκοτ, είναι αρκούντως νευρώδης, σπιντάτη και απόλυτα σύμφωνη με το πνεύμα του σεναρίου. Και ένα έξτρα μπόνους: Προσέξτε το απίστευτο καστ. Εκτός από το πρωταγωνιστικό ζεύγος τα υπόλοιπα μεγάλα ονόματα εμφανίζονται σε σύντομους, πέρα για πέρα χαρακτηριστικούς όμως ρόλους. Πάιρνουμε λοιπόν βαθειά ανάσα και ξεκινάμε: Κρίστιαν Σλέιτερ, Πατρίτσια Άρκετ, Ντένις Χόπερ, Κρίστοφερ Γουόκιν, Σάμουελ Τζάκσον, Γκάρι Όλντμαν, Βαλ Κίλμερ, Μπραντ Πιτ, Τζέιμς Γκαντολφίνι... Πολλοί απ' αυτούς στην αρχή της καριέρας τους και, ως εκ τούτου, όχι τόσο άμεσα αναγνωρίσιμοι τότε.
Γενικά βρίσκω την ταινία από τις πλέον απολαυστικές περιπέτειες του είδους. Μια επιτομή της αμερικάνικης (και όχι μόνο) ποπ κουλτούρας και μυθολογίας. Ιδιαίτερα αν είστε φαν του σινεμά του Ταραντίνο, βρισκόμαστε στα καλύτερά του. Κι ας μην τη γύρισε ο ίδιος.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 24, 2012
Ο ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΑΘΗΣ κ. ΛΑΖΑΡ
Το Κεμπέκ, το γαλόφωνο και σχεδόν αυτόνομο κομάτι του Καναδά, μας δίνει συχνά καλές ταινίες. Κάτι καλό συμβαίνει εκεί κινηματογραφικά! Έτσι και "Ο Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ" του Philippe Falardeau, που γυρίστηκε το 2011 και απέσπασε πολλά βραβεία εσωτερικά, αλλά και σε διεθνή φεστιβάλ, είναι ένα χαμηλότονο, καλό κατά τη γνώμη μου φιλμ.
Το θέμα το έχουμε ξαναδεί: Η σχέση δάσκαλου - μαθητών. Μια δασκάλα δημοτικού αυτοκτονεί - κρεμαζεται για την ακρίβεια - μέσα στην τάξη λίγο πριν αρχίσει το μάθημα. Ο Μπασίρ Λαζάρ είναι ένας αλγερινός που ζει στον Καναδά περιμένοντας να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο. Προσλαμβάνεται λοιπόν στη θέση της, αφού κανείς δεν θέλει τη "βεβαρυμένη" αυτή τάξη. Ο κ. Λαζάρ, λιγομίλητος και εσωστρεφής, έχει να διαχειριστεί το βαθύτατο ψυχολογικό τράυμα των μικρών μαθητών του, αλλά και τα δικά του προβλήματα και τραύματα, καθώς οι συνθήκες με τις οποίες εγκατέλειψε τη χώρα του και την οικογένειά του, όπως θα μάθουμε κάποια στιγμή, είναι επιεικώς τραγικές (ας μη ξεχνάμε ότι η Αλγερία πέρασε έναν άγριο σχεδόν εμφύλιο πόλεμο, και μέχρι σήμερα δεν είναι και πολύ ήσυχη). Προς το παρόν πάντως ο κ. Λαζάρ είναι μάλλον ανίκανος να φτιάξει την προσωπική του ζωή.
Ακούγονται πολύ βαριά όλα αυτά; Η ταινία διαθέτει βέβαια μια μελαγχολία και ένα χαμηλότονο, όπως είπαμε, ύφος, δεν πρόκειται όμως να σας κάνει να "κόψετε φλέβες". Αντίθετα μπορεί να προκαλέσει αληθινή συγκίνηση, δίχως ποτέ να γίνεται μελό, το τονίζω αυτό, και σε αρκετά σημεία σπάει τη μελαγχολία καθώς ο Φαλαρντό προσθέτει μικρές, χαμηλότονες και πάλι, ενέσεις χιούμορ. Αυτό που κυριαρχεί είναι η ανθρωπιά, Πρόκειται για βαθιά ουμανιστικό φιλμ. Ο Λαζάρ δεν είναι ο χαρισματικός δάσκαλος, κάνει όμως ό,τι μπορεί για να βελτιώσει την δύσκολη κατάσταση την οποία κληρονόμησε. Ακόμα κι όταν χρειαστεί να συγκρουστεί με κάποιους. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση σούπερμαν, ίσα - ίσα είναι ένας απόλυτα ρεαλιστικός, πληγωμένος και ο ίδιος χαρακτήρας. Τον διακρίνει η ανθρωπιά, όπως είπαμε, η καλοσύνη, όλα όμως σε μετρημένο βαθμό.
Επίσης η ταινία δεν γίνεται ποτέ διδακτική. Απλώς καταγράφει την δύσκολη κατάσταση, συμπάσχει, είναι συμπαθητική και δεν επιχειρεί να απαντήσει σε βαρύγδουπα θέματα. Μέσα σε όλα διέκρινα και μια κριτική απέναντι στις υπερβολές της σύγχρονης παιδείας και κάποιες κυριολεκτικά "μη μου άπτου" απόψεις που τη διαπερνούν. Ο παλιομοδίτης και, ας μην το ξεχνάμε, τριτοκοσμικός Λαζάρ, εφαρμόζει δικές του, κάπως παρωχημένες εκ πρώτης όψεως διδακτικές μεθόδους και κάποιες φορές η άμεση και κατά πρόσωπο αντιμετώπιση των τραυματικών καταστάσεων μοιάζει να φέρνει πιο άμεσα αποτελέσματα από τις αργές, φοβισμένες να δουν κατάματα την αλήθεια, σύγχρονες μεθόδους ψυχολογικής βοήθειας.
Γενικά είδα την ταινία ευχάριστα και μου άφησε καλή γεύση. Αν προσθέσετε και τις εξαιρετικές ηθοποίες, τόσο του Λαζάρ όσο και της μικρής μαθήτριας, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα καλό φιλμ, που βάζει πολλά θέματα (εκπαιδευτικές μέθοδοι, μετανάστες, ήπιος και καλυμένος ρατσισμός κλπ.), προβληματίζει, αλλά δεν μιλά ποτέ αφ' υψηλού σα να έχει λύσεις για όλα.
Το θέμα το έχουμε ξαναδεί: Η σχέση δάσκαλου - μαθητών. Μια δασκάλα δημοτικού αυτοκτονεί - κρεμαζεται για την ακρίβεια - μέσα στην τάξη λίγο πριν αρχίσει το μάθημα. Ο Μπασίρ Λαζάρ είναι ένας αλγερινός που ζει στον Καναδά περιμένοντας να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο. Προσλαμβάνεται λοιπόν στη θέση της, αφού κανείς δεν θέλει τη "βεβαρυμένη" αυτή τάξη. Ο κ. Λαζάρ, λιγομίλητος και εσωστρεφής, έχει να διαχειριστεί το βαθύτατο ψυχολογικό τράυμα των μικρών μαθητών του, αλλά και τα δικά του προβλήματα και τραύματα, καθώς οι συνθήκες με τις οποίες εγκατέλειψε τη χώρα του και την οικογένειά του, όπως θα μάθουμε κάποια στιγμή, είναι επιεικώς τραγικές (ας μη ξεχνάμε ότι η Αλγερία πέρασε έναν άγριο σχεδόν εμφύλιο πόλεμο, και μέχρι σήμερα δεν είναι και πολύ ήσυχη). Προς το παρόν πάντως ο κ. Λαζάρ είναι μάλλον ανίκανος να φτιάξει την προσωπική του ζωή.
Ακούγονται πολύ βαριά όλα αυτά; Η ταινία διαθέτει βέβαια μια μελαγχολία και ένα χαμηλότονο, όπως είπαμε, ύφος, δεν πρόκειται όμως να σας κάνει να "κόψετε φλέβες". Αντίθετα μπορεί να προκαλέσει αληθινή συγκίνηση, δίχως ποτέ να γίνεται μελό, το τονίζω αυτό, και σε αρκετά σημεία σπάει τη μελαγχολία καθώς ο Φαλαρντό προσθέτει μικρές, χαμηλότονες και πάλι, ενέσεις χιούμορ. Αυτό που κυριαρχεί είναι η ανθρωπιά, Πρόκειται για βαθιά ουμανιστικό φιλμ. Ο Λαζάρ δεν είναι ο χαρισματικός δάσκαλος, κάνει όμως ό,τι μπορεί για να βελτιώσει την δύσκολη κατάσταση την οποία κληρονόμησε. Ακόμα κι όταν χρειαστεί να συγκρουστεί με κάποιους. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση σούπερμαν, ίσα - ίσα είναι ένας απόλυτα ρεαλιστικός, πληγωμένος και ο ίδιος χαρακτήρας. Τον διακρίνει η ανθρωπιά, όπως είπαμε, η καλοσύνη, όλα όμως σε μετρημένο βαθμό.
Επίσης η ταινία δεν γίνεται ποτέ διδακτική. Απλώς καταγράφει την δύσκολη κατάσταση, συμπάσχει, είναι συμπαθητική και δεν επιχειρεί να απαντήσει σε βαρύγδουπα θέματα. Μέσα σε όλα διέκρινα και μια κριτική απέναντι στις υπερβολές της σύγχρονης παιδείας και κάποιες κυριολεκτικά "μη μου άπτου" απόψεις που τη διαπερνούν. Ο παλιομοδίτης και, ας μην το ξεχνάμε, τριτοκοσμικός Λαζάρ, εφαρμόζει δικές του, κάπως παρωχημένες εκ πρώτης όψεως διδακτικές μεθόδους και κάποιες φορές η άμεση και κατά πρόσωπο αντιμετώπιση των τραυματικών καταστάσεων μοιάζει να φέρνει πιο άμεσα αποτελέσματα από τις αργές, φοβισμένες να δουν κατάματα την αλήθεια, σύγχρονες μεθόδους ψυχολογικής βοήθειας.
Γενικά είδα την ταινία ευχάριστα και μου άφησε καλή γεύση. Αν προσθέσετε και τις εξαιρετικές ηθοποίες, τόσο του Λαζάρ όσο και της μικρής μαθήτριας, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα καλό φιλμ, που βάζει πολλά θέματα (εκπαιδευτικές μέθοδοι, μετανάστες, ήπιος και καλυμένος ρατσισμός κλπ.), προβληματίζει, αλλά δεν μιλά ποτέ αφ' υψηλού σα να έχει λύσεις για όλα.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2012
Η ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ 451 ΒΑΘΜΟΥΣ ΦΑΡΕΝΑΪΤ...
Ο Ray Bradbury είναι από τους συγγραφείς που αγαπώ. Ένα από τα λίγα σχετικά μυθιστορήματά του (έγραψε κυρίως διηγήματα) είναι το "Fahrenheit 451", που είχε κάνει εντύπωση στην εποχή του. Το 1966 ο François Truffaut (1932-1984) αποφασίζει να κάνει το ομώνυμο φιλμ, βασισμένο βέβαια στο βιβλίο. Πρόκειται για τη μοναδική φορά στην καριέρα του που ασχολήθηκε με την επιστημονική φαντασία .
Μην περιμένετε επιστημονική φαντασία με ειδικά εφέ, διαστημόπλοια, εξωγήινους και θεαματικά κυνηγητά. Κάθε άλλο. Βρισκόμαστε σε μια μελλοντική δυστοπική γη, όπου τα βιβλία κάθε είδους είναι απόλυτα απαγορευμένα. Οι "πυροσβέστες" είναι ειδικό σώμα που αποστολή του είναι όχι να σβήνει φωτιές (άλλωστε "τα σπίτια είναι πυρίμαχα", όπως αναφέρεται σαφώς), αλλά να εντοπίζει και να καταστρέφει καίγοντάς τα τα παράνομα βιβλία. Οι 451 βαθμοί Φαρενάιτ άλλωστε είναι η θερμοκρασία στην οποία καίγεται το χαρτί. Όλα κυλούν ομαλά ώσπου κάποιος "πυροσβέστης" αρχίζει να έχει αμφιβολίες για ό,τι κάνει.
Η ταινία θίγει πολλά θέματα (μερικά πλαγίως) τα οποία έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Υπάρχει φυσικά το κυρίαρχο θέμα του φασισμού και της απόλυτης κυριαρχίας ενός καθεστώτος που, με έξυπνο τρόπο, επιτυγχάνεται με την αποκοπή του κόσμου από κάθε είδους γνώση και προβληματισμό. "Τα βιβλία κάνουν τους ανθρώπους δυστυχισμένους, τους συγχίζουν αφού τους βάζουν σε σκέψεις", λέει περίπου ο αρχηγός των "πυροσβεστών" κάπου. Ένα άλλο θέμα που υπάρχει, δίχως ποτέ να αναφέρεται ρητά, είναι ένα είδος ηπιότητας του καθεστώτος. Δεν θα δούμε πουθενά εκτελέσεις, βασανιστήρια, άγρια αστυνομική επιβολή. Όλα μοιάζουν να γίνονται απλώς δια της πειθούς. Δεν τιμωρείς κανέναν, απλώς τον αποβλακώνεις σταδιακά κάνοντάς τον να μη σκέπτεται, να μην αντιδρα, να αποδέχεται την όποια κατάσταση όπως ακριβώς είναι. Οι δολοφονίες δημιουργούν ήρωες, η κτηνώδεις βία δημιουργεί ενστικτώδη αντίδραση. Ένα έξυπνο απολυταρχικό καθεστώς δεν θέλει τίποτα απ' αυτά. Δεν ενδιαφέρεται να τιμωρήσει κάποιον, θέλει απλά να τον κάνει να μην αντιδρά, όπως είπαμε. Κάπου βέβαια αναφέρεται ότι όσοι συλλαμβάνονται "αναμορφώνονται", είναι όμως σαφές ότι η βία δεν είναι διάχυτη και κτηνώδης. Ένα τρίτο σημείο, σχετικό με το προηγούμενο, είναι ένας από τους τρόπους επιβολής: Η τηλεόραση. Η οποία στο φιλμ δείχνει διαρκώς απόλυτα αποβλακωτικά προγράμματα, που βλέπουν μανιωδώς και εθιστικά κυρίως αργόσχολες νοικοκυρές. Σας θυμίζει τίποτα όλο αυτό; Θα τονίσω ότι ο Τριφό είχε αντιληφτεί την ολέθρια επίδρασή της, αλλά και τη δύναμή της για προπαγάνδα (συγκαλυμένη, ποτέ άμεση άρα και βαρετή) ήδη από την εποχή αυτή.
Η ταινία, ενώ σε γενικές γραμμές κυλά μάλλον "ήσυχα", διαθέτει κάποιες πολύ δυνατές σκηνές που μένουν στο θεατή (σε μένα τουλάχιστον): Μια απ' αυτές είναι η σκηνή με την ηλικιωμένης γυναίκας που επιλέγει να πυρποληθεί ανάμεσα στα βιβλία της μυστικής της βιβλιθήκης. Άλλες είναι οι δυνατές σκηνές με τους "ανθρώπους - βιβλία" προς το τέλος. Άλλοι ίσως εντοπίσουν διαφορετικές τέτοιες σκηνές.
Ενώ σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα μάλλον χαμηλότονο φιλμ, το βρίσκω εξαιρετικό. Διαθέτει μια δύναμη να μένει χαραγμένοσ τη μνήμη δίχως να χρησιμοποιεί το στοιχείο του εντυπωσιασμού. Και, extra bonus, θα απολαύσετε τη Τζούλι Κρίστι (που είναι μια cult ηθοποιός για πολλούς) σε διπλό ρόλο : της επαναστάτριας και της αποβλακωμένης συζύγου.
ΥΓ: Ο Τριφό κάποια στιγμή αποκήρυξε την ταινία του. Σέβομαι τη γνώμη του δημιουργού, προσωπικά όμως εξακολουθεί να μου αρέσει.
Μην περιμένετε επιστημονική φαντασία με ειδικά εφέ, διαστημόπλοια, εξωγήινους και θεαματικά κυνηγητά. Κάθε άλλο. Βρισκόμαστε σε μια μελλοντική δυστοπική γη, όπου τα βιβλία κάθε είδους είναι απόλυτα απαγορευμένα. Οι "πυροσβέστες" είναι ειδικό σώμα που αποστολή του είναι όχι να σβήνει φωτιές (άλλωστε "τα σπίτια είναι πυρίμαχα", όπως αναφέρεται σαφώς), αλλά να εντοπίζει και να καταστρέφει καίγοντάς τα τα παράνομα βιβλία. Οι 451 βαθμοί Φαρενάιτ άλλωστε είναι η θερμοκρασία στην οποία καίγεται το χαρτί. Όλα κυλούν ομαλά ώσπου κάποιος "πυροσβέστης" αρχίζει να έχει αμφιβολίες για ό,τι κάνει.
Η ταινία θίγει πολλά θέματα (μερικά πλαγίως) τα οποία έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Υπάρχει φυσικά το κυρίαρχο θέμα του φασισμού και της απόλυτης κυριαρχίας ενός καθεστώτος που, με έξυπνο τρόπο, επιτυγχάνεται με την αποκοπή του κόσμου από κάθε είδους γνώση και προβληματισμό. "Τα βιβλία κάνουν τους ανθρώπους δυστυχισμένους, τους συγχίζουν αφού τους βάζουν σε σκέψεις", λέει περίπου ο αρχηγός των "πυροσβεστών" κάπου. Ένα άλλο θέμα που υπάρχει, δίχως ποτέ να αναφέρεται ρητά, είναι ένα είδος ηπιότητας του καθεστώτος. Δεν θα δούμε πουθενά εκτελέσεις, βασανιστήρια, άγρια αστυνομική επιβολή. Όλα μοιάζουν να γίνονται απλώς δια της πειθούς. Δεν τιμωρείς κανέναν, απλώς τον αποβλακώνεις σταδιακά κάνοντάς τον να μη σκέπτεται, να μην αντιδρα, να αποδέχεται την όποια κατάσταση όπως ακριβώς είναι. Οι δολοφονίες δημιουργούν ήρωες, η κτηνώδεις βία δημιουργεί ενστικτώδη αντίδραση. Ένα έξυπνο απολυταρχικό καθεστώς δεν θέλει τίποτα απ' αυτά. Δεν ενδιαφέρεται να τιμωρήσει κάποιον, θέλει απλά να τον κάνει να μην αντιδρά, όπως είπαμε. Κάπου βέβαια αναφέρεται ότι όσοι συλλαμβάνονται "αναμορφώνονται", είναι όμως σαφές ότι η βία δεν είναι διάχυτη και κτηνώδης. Ένα τρίτο σημείο, σχετικό με το προηγούμενο, είναι ένας από τους τρόπους επιβολής: Η τηλεόραση. Η οποία στο φιλμ δείχνει διαρκώς απόλυτα αποβλακωτικά προγράμματα, που βλέπουν μανιωδώς και εθιστικά κυρίως αργόσχολες νοικοκυρές. Σας θυμίζει τίποτα όλο αυτό; Θα τονίσω ότι ο Τριφό είχε αντιληφτεί την ολέθρια επίδρασή της, αλλά και τη δύναμή της για προπαγάνδα (συγκαλυμένη, ποτέ άμεση άρα και βαρετή) ήδη από την εποχή αυτή.
Η ταινία, ενώ σε γενικές γραμμές κυλά μάλλον "ήσυχα", διαθέτει κάποιες πολύ δυνατές σκηνές που μένουν στο θεατή (σε μένα τουλάχιστον): Μια απ' αυτές είναι η σκηνή με την ηλικιωμένης γυναίκας που επιλέγει να πυρποληθεί ανάμεσα στα βιβλία της μυστικής της βιβλιθήκης. Άλλες είναι οι δυνατές σκηνές με τους "ανθρώπους - βιβλία" προς το τέλος. Άλλοι ίσως εντοπίσουν διαφορετικές τέτοιες σκηνές.
Ενώ σε γενικές γραμμές πρόκειται για ένα μάλλον χαμηλότονο φιλμ, το βρίσκω εξαιρετικό. Διαθέτει μια δύναμη να μένει χαραγμένοσ τη μνήμη δίχως να χρησιμοποιεί το στοιχείο του εντυπωσιασμού. Και, extra bonus, θα απολαύσετε τη Τζούλι Κρίστι (που είναι μια cult ηθοποιός για πολλούς) σε διπλό ρόλο : της επαναστάτριας και της αποβλακωμένης συζύγου.
ΥΓ: Ο Τριφό κάποια στιγμή αποκήρυξε την ταινία του. Σέβομαι τη γνώμη του δημιουργού, προσωπικά όμως εξακολουθεί να μου αρέσει.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 21, 2012
ΒΟΥΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ ΔΙΦΘΟΡΑ ΤΟΥ "TOUCH OF EVIL"
Το 1958 το φιλμ νουάρ είχε ουσιαστικά τελειώσει. Τότε όμως ο μεγάλος Orson Welles (1815-1985) γυρίζει ένα από τα αριστουργήματα του είδους και μια από τις καλύτερες ταινίες του, το "Touch of Evil" (προσωπική γνώμη πάντοτε, αλλά εδώ συμφωνεί και η πλειοψηφία θεατών και κριτικών).
Πρόκειται για μια ιστορία διαφθοράς που τοποθετείται σε μια πόλη στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ, όπου το κάθε είδους έγκλημα ακμάζει. Υπάρχουν δύο διώκτες του αστυνομικοί: Ένας μεξικάνος, νιόπαντρος, που επιστρέφει εκεί με τη γυναίκα του, και ένας αμερικάνος παλαίμαχος. Η στάση τους όμως απέναντι σε μια οικογενειακή συμμορία που ασχολείται με ναρκωτικά και άλλα ευγενή σπορ θα είναι εντελώς διαφορετική...
Αυτό που αμέσως καθηλώνει τον θεατή είναι η υπέροχη σκηνοθεσία. Από το αρχικό φοβερό μονοπλάνο - τράβελινγκ μέχρι την όλη σκοτεινή, ασπρόμαυρη, εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα, με τους θαυμάσιους φωτισμούς και τις φωτοσκιάσεις, όλα δείχνουν για μια ακόμα φορά την ιδιοφυία του δημιουργού της. Και βέβαια υπάρχει και ο ίδιος ο Όρσον Ουέλες στο ρόλο του γερασμένου, κουρασμένου αμερικάνου μπάτσου, η συγκλονιστική ερμηνεία του οποίου μένεια αξέχαστη. Σπάνια έχουμε δει την κούραση από τις καταχρήσεις, την παρακμή, την παραίτηση σχεδον από τη ζωή, τόσο πειστικά αποτυπωμένη σε ένα πρόσωπο. Πρόσωπο αγνώριστο, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Ουέλες ήταν τότε μόλις 43 χρονών!
Ο βασικός χαρακτήρας είναι πολυεπίπεδος: Πρόκειται για έναν απόλυτα διεφθαρμένο μπάτσο, βουτηγμένο, όπως είπαμε, στις καταχρήσεις και κουρασμένο από τη ζωή, που όταν αντιλαμβάνεται ότι το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του αντιδρά σπασμωδικά, απελπισμένα. Στην ουσία νομίζω ότι όλες αυτές οι μάλλον παράλογες ενέργειες που σκαρφίζεται μέχρι τέλους δείχνουν ότι η κούραση έχει νικήσει, ότι κατά βάθος έχει παραδοθεί. Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός διαθέτει παράλληλα και μια γοητεία, εμπνέει εμπιστοσύνη στους συναδέλφους του, οι οποίοι είναι απόλυτα αφοσιωμένοι σ' αυτόν, σχεδόν έτοιμοι να θυσιαστούν για να τον υπερασπίσουν. Τίποτα τελικά δεν είναι όπως φαίνεται. Άλλωστε από κάποιες σκόρπιες κουβέντες μπορούμε να υποθέσουμε και τους λόγους που τον οδήγησαν στη διαφθορά. Έτσι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μονοδιάστατα κακό χαρακτήρα, όπως συχνότατα συμβαίνει με χολιγουντιανούς (και όχι μόνο) κακούς.
Ας προσθέσω επί πλέον ότι ο Ουέλες κάνει και αρκετά έμμεσα σχόλια για τον ρατσισμό των αμερικάνων απέναντι στους μεξικάνους (η στάση πολλών από τους πρώτους είναι εντελώς περιφρονητική και αφ΄υψηλού απέναντί τους). Και, σαν κατακλείδα, τολμά εν έτει 1958 να κάνει τίμιο τον "σκούρο" μεξικάνο μπάτσο (επίσης αγνώριστος ο Τσάρλτον Ίστον) και διεφθαρμένο τον πανίσχυρο στην περιοχή του αμερικάνο.
Αρκετά όμως με τις αναλύσεις. Νομίζω ότι απλώς, πέραν όλων των άλλων, πρόκειαι για φιλμ που το απολαμβάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος, κυρίως για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους. Αφεθείτε λοιπόν στη "βρώμικη", απελπισμένη γοητεία του.
Πρόκειται για μια ιστορία διαφθοράς που τοποθετείται σε μια πόλη στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ, όπου το κάθε είδους έγκλημα ακμάζει. Υπάρχουν δύο διώκτες του αστυνομικοί: Ένας μεξικάνος, νιόπαντρος, που επιστρέφει εκεί με τη γυναίκα του, και ένας αμερικάνος παλαίμαχος. Η στάση τους όμως απέναντι σε μια οικογενειακή συμμορία που ασχολείται με ναρκωτικά και άλλα ευγενή σπορ θα είναι εντελώς διαφορετική...
Αυτό που αμέσως καθηλώνει τον θεατή είναι η υπέροχη σκηνοθεσία. Από το αρχικό φοβερό μονοπλάνο - τράβελινγκ μέχρι την όλη σκοτεινή, ασπρόμαυρη, εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα, με τους θαυμάσιους φωτισμούς και τις φωτοσκιάσεις, όλα δείχνουν για μια ακόμα φορά την ιδιοφυία του δημιουργού της. Και βέβαια υπάρχει και ο ίδιος ο Όρσον Ουέλες στο ρόλο του γερασμένου, κουρασμένου αμερικάνου μπάτσου, η συγκλονιστική ερμηνεία του οποίου μένεια αξέχαστη. Σπάνια έχουμε δει την κούραση από τις καταχρήσεις, την παρακμή, την παραίτηση σχεδον από τη ζωή, τόσο πειστικά αποτυπωμένη σε ένα πρόσωπο. Πρόσωπο αγνώριστο, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Ουέλες ήταν τότε μόλις 43 χρονών!
Ο βασικός χαρακτήρας είναι πολυεπίπεδος: Πρόκειται για έναν απόλυτα διεφθαρμένο μπάτσο, βουτηγμένο, όπως είπαμε, στις καταχρήσεις και κουρασμένο από τη ζωή, που όταν αντιλαμβάνεται ότι το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια του αντιδρά σπασμωδικά, απελπισμένα. Στην ουσία νομίζω ότι όλες αυτές οι μάλλον παράλογες ενέργειες που σκαρφίζεται μέχρι τέλους δείχνουν ότι η κούραση έχει νικήσει, ότι κατά βάθος έχει παραδοθεί. Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός διαθέτει παράλληλα και μια γοητεία, εμπνέει εμπιστοσύνη στους συναδέλφους του, οι οποίοι είναι απόλυτα αφοσιωμένοι σ' αυτόν, σχεδόν έτοιμοι να θυσιαστούν για να τον υπερασπίσουν. Τίποτα τελικά δεν είναι όπως φαίνεται. Άλλωστε από κάποιες σκόρπιες κουβέντες μπορούμε να υποθέσουμε και τους λόγους που τον οδήγησαν στη διαφθορά. Έτσι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν μονοδιάστατα κακό χαρακτήρα, όπως συχνότατα συμβαίνει με χολιγουντιανούς (και όχι μόνο) κακούς.
Ας προσθέσω επί πλέον ότι ο Ουέλες κάνει και αρκετά έμμεσα σχόλια για τον ρατσισμό των αμερικάνων απέναντι στους μεξικάνους (η στάση πολλών από τους πρώτους είναι εντελώς περιφρονητική και αφ΄υψηλού απέναντί τους). Και, σαν κατακλείδα, τολμά εν έτει 1958 να κάνει τίμιο τον "σκούρο" μεξικάνο μπάτσο (επίσης αγνώριστος ο Τσάρλτον Ίστον) και διεφθαρμένο τον πανίσχυρο στην περιοχή του αμερικάνο.
Αρκετά όμως με τις αναλύσεις. Νομίζω ότι απλώς, πέραν όλων των άλλων, πρόκειαι για φιλμ που το απολαμβάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος, κυρίως για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους. Αφεθείτε λοιπόν στη "βρώμικη", απελπισμένη γοητεία του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















