Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

Η ΜΟΔΑ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ


"Ο Διάβολος φορά Πράδα" του David Frankel, ως ταινία που κινείται στους χώρους της υψηλής μόδας, ακούγεται κατ΄αρχάς ως ξενέρωτη και αδιάφορη. Πλην όμως, αν αποφασίσετε να πάτε παρά το ότι δεν είστε γυναίκα που όλη της η ζωή περιστρέφεται γύρω από το τι θα φορεθεί τον επόμενο χειμώνα, νομίζω ότι θα το βρείτε αρκετά συμπαθητικό και διασκεδαστικό.
Όχι, μην περιμένετε ότι η κριτική του είναι φοβερά βαθειά και "βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο". Ωστόσο η απόλυτη κενότητα και ηλιθιότητα αυτού που ονομάζεται "υψηλή μόδα" και όλου του άχρηστου κυκλώματος που κινείται γύρω απ' αυτήν (μόδιστροι, μοντέλα, περιοδικά, κριτικοί κλπ.) καταδεικνύεται απόλυτα. Θα μου πείτε: Μα καλά, περιμέναμε από μια ταινία να μας αποδείξει την γελοιότητα όλων αυτών - καθώς και των κάθε λογής fashion victims που την περιβάλλουν; Όχι βέβαια, όλα αυτά είναι προφανή γα κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Ωστόσο, όπως είπα στην αρχή, το θετικό είναι ότι δείχνονται με αρκετά έξυπνο, ευχάριστο και αστείο τρόπο, ώστε να μην πλήξουν (απόλυτα τουλάχιστον) ακόμα και παντελώς άσχετοι με το όλο πράγμα, όπως εγώ. Και επί πλέον, αν ξεχάσουμε το θέμα μόδα, το βαθύτερο νόημα του φιλμ είναι η αλλοτρίωση που προκαλεί ο σύγχρονος, αγχωτικός τρόπος δουλειάς, το αδιάκοπο κυνήγι της επιτυχίας, ο τρόμος της απόλυσης και της αποτυχίας. Ώσπου, κάποια στιγμή, "ξυπνάς", όπως η ηρωίδα, και αντιλαμβάνεσαι ότι πλέον δεν έχεις προσωπική ζωή, ότι οι φίλοι σου δεν είναι αυτοί που ήταν, ότι οι σχέσεις σου με τους ανθρώπους έχουν υποταχθεί απόλυτα στις προτεραιότητες της δουλειάς.
Η κριτική σε όλα αυτά μπορεί να πει κανείς, βέβαια, ότι είναι σχετικά άτολμη. Ακόμα και η σκύλα / δικτάτορας εργοδότης, φαίνεται να έχει, κάπου στο βάθος, ένα κρυμμένο "ανθρώπινο πρόσωπο" (στοιχειώδες, μη φανταστείτε τίποτα φοβερό) και να γίνεται ακόμα και κάπως (κάπως, τονίζω) συμπαθητική. Οπότε, μπορούν να διαμαρτυρηθούν οι σκληροπυρηνικοί πολέμιοι, οι δημιουργοί έχουν βάλει νερό στο κρασί τους. Θα συμφωνήσω. Αλλά το όλο αποτέλεσμα δεν παύει να παρακολουθείται ευχάριστα. Και υπάρχει και η φοβερή και τρομερή Μέριλ Στριπ στο ρόλο της απόλυτης "σκύλας" που λέγαμε, που δίνει αληθινό ρεσιτάλ. Ακόμα και γι΄αυτό μόνο, η κατ' αρχάς ξενέρωτη αυτή ταινιούλα, κάτι αξίζει.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

UNFAITHFULLY YOURS Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Νο 2


Το 1948 ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Unfaithfully yours, μια ακόμα ξεκαρδιστική κωμωδία. Εδώ η έκπληξη έρχεται κάπου στα μέσα του φιλμ. Ο Rex Harrisson, διάσημος διευθυντής ορχήστρας, αρχίζει σιγά σιγά να υποπτεύεται ότι η όμορφη και πολύ νεότερη γυναίκα του τον απατά. Κι ενώ συμβαίνουν διάφορα χαριτωμένα, ξαφνικά η ταινία μετατρέπεται σε κάτι σαν Χιτσκοκικό θρίλερ, καθώς παρακολουθούμε το σατανικό του σχέδιο να τη στραγγαλίσει, ενοχοποιώντας μάλιστα τον πιθανό εραστή. Στη συνέχεια όλα αλλάζουν και πάλι, καθώς ακολουθεί μια από τις πιο αστείες σκηνές που έχω δει: Το τέλειο πραγματικά σχέδιό του τίθεται σε εφαρμογή και τότε, στην πράξη πλέον, τίποτα απολύτως δεν πάει όπως με τόση εφευρετικότητα το είχε σχεδιάσει...
Εδώ ο Sturges δεν είναι ακριβώς μπροστά από την εποχή του, όπως σε άλλες του ταινίες, πλην όμως κάνει μια εξαιρετική παρωδία αστυνομικού φιλμ. Δεν ξέρω αν το 1948 υπήρχαν ήδη παρωδίες δημοφιλέστατων και επιτυχημένων κινηματογραφικών ειδών. Αν όχι, τότε η πρωτοπορία του έγγειται σ' αυτό ακριβώς το γεγονός. Είναι επίσης πιθανό να μπορούμε να θεωρήσουμε την ταινία ως ένα είδος ενδοκινηματογραφικού σχόλιου, αφού δείχνει ότι πολλά απ' όσα βλέπουμε στο σινεμά - και τα θεωρούμε πανέξυπνα - δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, η οποία κατορθώνει πάντοτε, με τις μικρές, βρώμικες και ανεξέλεγκτες λεπτομέρειές της, να ανατρέπει και να προσγειώνει κάθε ιδιοφυή - πλην όμως εξωπραγματική - σεναριακή έμπνευση. Όπως και να΄ χει πάντως, η ταινία παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Αυτο νομίζω είναι που μετρά για να πετύχει μια κωμωδία.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

ΒΛΑΣΦΗΜΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΑ ΑΣΤΕΙΟ SILENTIUM


Το Silentium του αυστριακού Wolfgang Murnberger δεν είναι ακριβώς μια καλή ταινία. Μερικοί από τους χαρακτήρες είναι ξεκάρφωτοι, η υπόθεση αδικαιολόγητα μπερδεμένη, η διάρκεια θα μπορούσε να είναι μικρότερη. Ωστόσο, διαθέτει και πολλές αρετές, που την κάνουν ενδιαφέρουσα.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό θρίλερ μυστηρίου, ενίοτε ατμοσφαιρικό, όπου φόνοι(ορισμένοι ανατριχιαστικοί), μοναστήρια και διεστραμένοι παπάδες, φεστιβάλ κλασικής μουσικής με εξίσου διεστραμένους αρχιτραγουδιστές και αυστριακές μεσαιωνικές πόλεις μπλέκονται αξεδιάλυτα, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή μας. Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο - και παραδόξως διέφυγε εντελώς από μερικές κριτικές που διάβασα - είναι το σαρδόνιο, ύπουλο χιούμορ του και η εξαιρετικά βλάσφημη διάθεσή του. Δεν είναι μόνο οι διεστραμένοι και διεφθαρμένοι ιερωμένοι που προαναφέραμε και τα βρώμικα μυστικά που κρύβονται πίσω από τους τοίχους σύγχρονων μοναστηριών. Είναι κυρίως οι επί μέρους εικόνες και σκηνές που, αν τις προσέξει κανείς, θα πειστεί ότι σίγουρα θα εξόργιζαν τα διάφορα Χριστοδουλοειδή, που θα απαιτούσαν για μια ακόμα φορά να οδηγηθεί ο σκηνοθέτης στην πυρά: Ένας βαρύς σταυρός που πέφτει κατά λάθος στο κεφάλι του αλκοολικού, χασικλή και σχεδόν κλοσάρ ήρωα - ντετέκτιβ, ένας ξύλινος Χριστός που αποκαθηλώνεται από τον σταυρό με... Black & Decker για να επιδιορθωθεί, ένα σοβαρότατο και εξαιρετικά σημαντικό υπαρκτό φεστιβάλ κλασικής μουσικής (αυτό του Σάλτσμπουργκ) που γίνεται μπάχαλο και άλλες λεπτομέρειες που απαιτούν τη συνεχή προσοχή του θεατή για να γίνουν αντιληπτές, θα τον πείσουν για τη χλευαστική διάθεση της ταινίας - τουλάχιστον ως προς την οργανωμένη θρησκεία -, αλλά και για το συγκαλυμένο, ύπουλο χιούμορ της, που κρύβεται κάτω από τη βλοσηρή ατμόσφαιρα. Όσο για τον μάλλον γελοίο λόγο που, όπως τελικά αποδεικνύεται, γίνονται όλοι αυτοί οι φριχτοί φόνοι, μόνο ως μέρος του καλά κρυμένου χιούμορ του σκηνοθέτη θα μπορούσα να το δεχτώ. Αλλιώς, πρόκειται για άλλο ένα τρωτό σημείο του φιλμ.
Όχι, δεν τη βρήκα πολύ σπουδαία ταινία. Ωστόσο δεν θάπρεπε να περάσει απαρατήρητη. Αξίζει σίγουρα μιας ευκαιρίας.

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

PALM BEACH STORY Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 1


Ήξερα το όνομα του Preston Sturges (1898-1959) ως ενός ακόμα παλιού αμερικάνου σκηνοθέτη, δεν είχα δει όμως ποτέ ταινίες του. Το αφιέρωμα σ' αυτόν από τις Νύχτες Πρεμιέρας με μετέτρεψε σε φαν ενός αθυρόστομου, τολμηρού και μπροστά από την εποχή του δημιουργού, που γύρισε καμιά δεκαριά μόνο ταινίες, όλες - εκτός από 2 - στη δεκαετία του 40. (Οι χαρακτηρισμοί που του απέδωσα αφορούν τα σενάριά του, γιατί σκηνοθετικά είναι ένας απλά καλός τεχνίτης, όπως τόσοι άλλοι ομότεχνοί του).
Το "Palm Beach Story" γυρίστηκε το 1942. Τι εννοώ μπροστά από την εποχή του; Μα πού αλλού έχετε δει μια κωμωδία όπου η σύζυγος, μετά μερικά χρόνια έρωτα και γάμου, ανακοινώνει στον εμβρόντητο αγαπημένο της (που τυγχάνει και εφευρέτης) ότι βαρέθηκε να ζει φτωχικά και θέλει να τον χωρίσει για να βρει και να παντρευτεί κάποιον εκατομμυριούχο; Και πραγματοποιεί τα όσα λέει, αφού το σκάει με το έτσι θέλω, και στο κυριλέ Palm Beach βρίσκει όντως τον εκατομμυριούχο της. Ο σύζυγος βέβαια την κυνηγά και παρουσιάζεται ως αδελφός της, για να ακολουθήσουν πλήθος ευτράπελα, παρεξηγήσεις και ερωτικά μπερδέματα που, εκτός των άλλων, δείχνουν να έχουν επηρεάσει αρκετά και τις γνωστές κωμωδίες παρεξηγήσεων του ελληνικού σινεμά της Φίνος Φιλμ - δίχως το τολμηρό όμως πνεύμα του Sturges.
Η γυναίκα, όπως εδώ η Claudette Colbert, μοιάζει να έχει το πάνω χέρι σε αρκετές ταινίες του Sturges, πράγμα επίσης πρωτόγνωρο για την εποχή. Οι ατάκες είναι πανέξυπνες και καταιγιστικές (αν δεν ξέρεις καλά αγγλικά χάνεις δυστυχώς μεγάλο μέρος της γοητείας τους) και γενικά είναι σίγουρο ότι ο θεατής θα διασκεδάσει ακόμα και 60τόσα χρόνια μετά.
Ήταν η πρώτη ταινία του που είδα, που μου αποκάλυψε, κυρίως, έναν εξαιρετικό σεναριογράφο, που δεν διστάζει μπροστά σε συμβάσεις που ισχύουν λίγο πολύ ακόμα και σήμερα. Ακολούθησαν άλλες 4, που επιβεβαίωσαν την καλή μου γνώμη για τον σχεδόν άγνωστο μέχρι πρότινος στην Ελλάδα (κυρίως στο νεότερο κοινό) δημιουργό.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

ΤΡΑΓΙΚΕΣ, ΜΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΕΣ, ΜΕΡΕΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ


Οι "Μέρες της εγκατάλειψης" (I giorni dell' abandono) (2005) του ιταλού Roberto Faenza είναι μια αρκετά συμπαθητική ταινία, παρά το σχετικά κοινότοπο θέμα της: Μια γυναίκα εγκαταλείπεται ξαφνικά από τον σύζυγό της μετά 10 χρόνια γάμου και μένει μόνη με τα δύο παιδιά της. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τη σταδιακή της κατάρρευση και, στο τέλος, την αργή επανάκαμψη και επανένταξή της στους "ζωντανούς".
Δύο είναι τα βασικά ατού της ταινίας: Αφ' ενός η εκπληκτική ερμηνεία της Margherita Buy (που έπαιζε και στο Il Caimano του Morretti) και αφ΄ετέρου η πολύ δυνατή καταγραφή του φοβερού κατήφορου, της παραίτησης από τη ζωή που ακολουθεί τον απρόσμενο χωρισμό. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια γυναίκα της οποίας ολόκληρη η ζωή περιστρέφεται γύρω από την οικογένειά της και όταν ο σύζυγος φεύγει, τα πάντα καταρρέουν. Η κατάρρευση αυτή δείχνεται όχι συμβατικά, αλλά με παραισθητικό σχεδόν τρόπο, που αγγίζει ενίοτε τα όρια του θρίλερ, καθώς η μόνη πλέον γυναίκα βαδίζει ολοταχώς προς την τρέλλα. Υπάρχουν σκηνές που η όλη κατάσταση γίνεται εφιαλτική, σε βαθμό που να θυμίζει την "Αποστροφή" του Πολάνσκι, με το παρατημένο σπίτι, τον ετοιμοθάνατο σκύλο και τα σχεδόν ξεχασμένα παιδιά (ποτέ δεν φτάνει σε τέτοιο σημείο παράνοιας, αλλά είπαμε, θυμίζει κάπως, καθώς η ηρωίδα βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος της).
Τελικά πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία, αφού η σταδιακή επανένταξη στην κοινωνία και το ξεπέρασμα του τραύματος καταφέρνουν να αφήσουν μια γλυκειά γεύση. Έκπληξη η εμφάνιση του Goran Bregovic σε πρωταγωνιστικό ρόλο (ο οποίος, φυσικά, έχει γράψει και τη μουσική της ταινίας).

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

KING KONG ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Υπάρχουν δύο τρόποι για να βλέπεις σινεμά: Είτε με οπτική καρφωμένη αποκλειστικά στο σήμερα είτε με μια πιο σφαιρική, "ιστορική" αν θέλετε ματιά. Στη δεύτερη περίπτωση, μια ταινία δεν κρίνεται μόνο από ό,τι βλέπουμε τώρα, αλλά και σαν συνάρτηση του χώρου και χρόνου που γυρίστηκε (εννοείται ότι αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες).
Βλέποντας σήμερα (στο Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας) τον αυθεντικό King Kong των Merian C.Cooper και Ernest B. Schoedsack, γυρισμένο το 1933, σε πρώτη φάση δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις σε αρκετά σημεία. Κυρίως βέβαια με τα πρωτόγονα ειδικά εφφέ, καθώς ο φοβερός γορίλας - και τα υπόλοιπα τέρατα - φαντάζουν στα κορεσμένα μάτια μας ψεύτικα και πλαστικά. Σίγουρα δεν τρομάζουμε πλέον απ' αυτά. Επίσης, η ηθοποιία είναι συχνά υπερβολική, η φυλή των μαύρων εντελώς άβουλη. Και τότε σκεφτόμαστε αυτό το "1933" και τα 70τόσα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, και η εικόνα δεν μπορεί παρά να αλλάξει άρδην.
Ήταν όντως τεράστιο σοκ για τους θεατές της εποχής όλη αυτή η εναλλαγή μικρών και μεγάλων μεγεθών, τα τρομακτικά τέρατα (με επί κεφαλής τον τερατώδη πίθηκο), τα διάσημα ουρλιαχτά της Fay Ray. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Αυτό που και σήμερα αντέχει στον King Kong είναι η εντυπωσιακή παραβολή που κουβαλά η ιστορία: Όχι μόνο η επανανάγνωση του μύθου της Πεντάμορφης και του Τέρατος, αλλά κυρίως η παραβολή που αφορά τη σχέση φύσης - πολιτισμού. Ο τελευταίος εισβάλλει στο παρθένο νησί και ανατρέπει εντελώς την ισορροπία, προκαλώντας έτσι καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως, καταλύει και μια μακροχρόνια βασιλεία τρόμου και τακτικών θυσιών. Στη σνέχεια η φύση αιχμαλωτίζεται, μεταφέρεται βίαια στην Νέα Υόρκη (στον πολιτισμό), όπου, αλυσσοδεμένη, μετατρέπεται σε τουριστικό αξιοθέατο. Κι όταν φτάνει το αναπόφευκτο ξέσπασμά της (αντίδραση δηλαδή στον "βιασμό" της) και ο πολιτισμός κινδυνεύει, δεν μένει παρά μία μόνο λύση: Η δολοφονία της. Σας θυμίζουν όλα αυτά όσα συμβαίνουν σήμερα σε σχέση με το περιβάλλον, την εκμετάλλευσή του, το αμφίβολο μέλλον του; Και μάλιστα, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως του κινδύνου παγκόσμιας καταστροφής που δημιούργησε η ανεξέλεγκτη λεηλασία της φύσης, ο πολιτισμός παραμένει από τη φύση του απελευθερωτικός, καθώς ανακουφίζει τον ανθρώπινο μόχθο και απελευθερώνει από τους αρχέγονους, άλογους τρόμους και προκαταλήψεις.
Συμπερασματικά, παρά τα επί μέρους ξεπερασμένα στοιχεία του, ο αυθεντικός King Kong παραμένει μια μεγάλη ταινία, σταθμός στην ιστορία του φανταστικού σινεμά. Δείτε το, αν ποτέ πέσει στα χέρια σας.
Και κάτι τελευταίο: Ο "αρχαίος" King Kong είναι σχετικά πιο σπλάτερ από τις δύο μεταγενέστερες εκδοχές του (η πρόσφατη του Jackson μου άρεσε, καθώς έμεινε πιστό στην αυθεντική εκδοχή). Ο φοβερός πίθηκος τρώει επανειλημμένα ανθρώπους, οι οποίοι σπαρταράνε καθώς τους μασάει, ενώ λειώνει άλλους πατώντας τους, σκηνές που δεν τόλμησαν να δείξουν στα ριμέικ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006

ΚΟΛΛΕΓΙΑΚΟ ΝΟΥΑΡ


Το Brick του πρωτοεμφανιζόμενου Rian Johnson (που παίζεται με τον τίτλο "Έγκλημα στο Κολλέγιο") διαθέτει μια αναμφισβήτητη πρωτοτυπία: Ο σκηνοθέτης μετέφερε ένα κανονικότατο νουάρ, σκοτεινό, με δολοφονίες, ίντριγγες, μοιραίες γυναίκες, ναρκωτικά, κλασσικό μοναχικό ντετέκτιβ, έξυπνες ατάκες κλπ. στη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα μέσα σ' ένα αμερικάνικο κολλέγιο. Οι ήρωες είναι όλοι μαθητές (άντε μερικοί να αγγίζουν τα 25). Κλείνει το μάτι μάλιστα στο θεατή - συνεχίζοντας τις νουάρ αναφορές - με επι μέρους "λεπτομέρειες" του είδους, όπως π.χ. το ότι ο ήρωας "ντετέκτιβ" - μαθητής φορά ακριβώς τα ίδια ρούχα σ' όλη την ταινία. Μόνο που αντί τις παραδοσιακής καπαρντίνας, εδώ έχουμε ένα αιώνιο τζάκετ και τζιν.
Από εκεί και πέρα, η ιστορία είναι αρκετά μπερδεμένη - ίσως μάλιστα να αφήσει σε αρκετούς κάποια κενά -, οι ανατροπές πολλές, οι εκπλήξεις αρκετές. Το παρακολούθησα με ενδιαφέρον, το θεωρώ όμως μάλλον υπερεκτιμημένο (βραβείο Σάντανς κλπ.) - παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο του νέου σκηνοθέτη. Το συνιστώ πάντως σαν μια φρέσκια και πρωτότυπη πρόταση.
Και μια παρατήρηση: Από όλη αυτή τη σκοτεινή και μπερδεμένη ιστορία, λείπει εντελώς, μα εντελώς, ο κοινωνικός περίγυρος. Είναι σαν να είναι το κολλέγιο απομονωμένο από τον κόσμο, κατοικημένο μόνο από τους μαθητές του, οι οποίοι κάνουν ό,τι θέλουν (συνωμοτούν, κυνηγιούνται, παίζουν ξύλο και ό,τι άλλο) χωρίς ποτέ κανείς να τους παίρνει χαμπάρι ή να τους ενοχλεί. Είναι κάτι παραπάνω από σαφής η σχεδόν παντελής απουσία καθηγητών (μια σύντομη εμφάνιση μόνο), γονιών, αστυνομικών, άλλων κάτοικων της πόλης (αλήθεια, υπάρχει πόλη εκεί κοντά;) κλπ. Δεν το θεωρώ υποχρεωτικά μειονέκτημα. Μάλλον πρόκειται για ηθελημένη σύμβαση του σκηνοθέτη, που συνειδητά απογύμνωσε την ίντριγγά του από κάθε "εξωτερική παρέμβαση", πετυχαίνοντας (;) έτσι ένα ελάχιστα ρεαλιστικό αποτέλεσμα. Αν αποδεχτείς αυτή τη σύμβαση πάντως, λειτουργεί μια χαρά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Ο Φιλανδός Aki Kaurismaki είναι ένας σκηνοθέτης τόσο στυλάτος και αναγνωρίσιμος, που ή σου αρέσει πολύ ή καθόλου. Προσωπικά συγκαταλέγομαι στην πρώτη κατηγορία, και ως εκ τούτου χάρηκα που είδα μια ταινία του, τα "Φώτα στο σούρουπο" (Lights in the dusk), μετά από 4 χρόνια απουσίας. Προσοχή όμως: Οι περισσότεροι ξέρουν τον Kaurismaki από τις ιδιόρυθμα χιουμοριστικές του ταινίες. Πλην όμως, αυτός κατά καιρούς κάνει και δράματα, ενίοτε μάλιστα σπαραχτικά (το παγωμένο, νεκρό σχεδόν, φιλανδικό αστικό ή μη τοπίο συμβάλλει πολύ σ΄αυτό). Εδώ λοιπόν πρόκειται για δράμα, όχι ωστόσο τόσο σπαραχτικό όπως, ας πούμε, το "Κορίτσι με τα Σπίρτα". Εδώ το υπόγειο, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ του σκηνοθέτη υπάρχει σε μετρημένες δόσεις, για κωμωδία όμως δεν πρόκειται με τίποτα.
Η ιστορία του μοναχικού, κακομοίρη looser με τα αδύνατο να πραγματοποιηθούν όνειρα, που θαμπώνεται από τη μοιραία, όμορφη γυναίκα, η οποία όμως απλά τον χρησιμοποιεί για τους πονηρούς σκοπούς μιας συμμορίας, συγκινεί και έχει κάτι από νουάρ ατμόσφαιρα - ειδωμένη όμως μέσα από το ισχυρό προσωπικό φίλτρο του σκηνοθέτη, που "Καουρισμακοποιεί" το νουάρ και οποιοδήποτε άλλο είδος με το οποίο κατά καιρούς καταπιάνεται.
Άκαμπτο παίξιμο, σχεδόν μονολεκτικοί διάλογοι, άδεια αστικά τοπία, αμήχανες σιωπές ή κινήσεις, όλα τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τόσο οικείο στους φίλους κόσμο του βρίσκονται εδώ. Πάντως, παρά το ότι την είδα όπως πάντα με ενδιαφέρον και, τελικά, μου άρεσε, δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές του ταινίες. Ωστόσο οι φανς πρέπει να τη δουν - γνωρίζοντας, επαναλαμβάνω, ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κωμωδία.
Συνίσταται λοιπόν, αλλά μόνο για φίλους. Αυτούς που πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με τό έργο του, ενδέχεται να τους ξενίσει η ιδιόρυθμη γραφή του.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ


Το "War Game" του Peter Watkins είναι μια περίεργη, ασπρόμαυρη ταινία που γυρίστηκε το 1965. Ανήκει σ' αυτά που θα ονομάζαμε "φανταστικά ντοκιμαντέρ", φιλμ δηλαδή που ενώ κρατούν τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, αναφέρονται σε μη πραγματικά θέματα.
Το συγκεκριμένο καταγράφει με εντελώς ντοκιμαντερίστικο λόγο τα όσα εφιαλτικά θα συνέβαιναν στη Βρετανία αν ξεσπούσε πυρηνικός πόλεμος με την (τότε υπερδύναμη) Ρωσία. Η διάρκειά της είναι μόλις 46΄, τα οποία όμως είναι ικανά να σας κάνουν να ξεχάσετε τις διάφορες "Επόμενες μέρες" και ό,τι άλλο έχετε δει για το θέμα.
Αυτό που κατ' αρχάς συγκλονίζει στην ταινία, είναι ο ωμός ρεαλισμός της. Είναι σαν να βλέπεις διαρκώς σκηνές αρχείου, όπως αυτές που βλέπουμε στα ντοκιμαντέρ για τον Β' Παγκ. πόλεμο ας πούμε. Οι σκηνές διακόπτονται από χάρτες, αριθμούς, στοιχεία (ποιοί είναι οι πιθανοί στόχοι, πόσοι νεκροί σε κάθε περίπτωση, ποιες πόλεις θα χτυπηθούν πρώτα, τι θα γίνει μετά το "πρώτο κύμα" βομβών κλπ.) Οι λεπτομέρειες είναι ανατριχιαστικές, καθώς προχωράμε σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με τον πυρηνικό εφιάλτη (τι θα γίνουν τα χιλιάδες πτώματα όταν "ηρεμήσει" κάπως η κατάσταση, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στη γεωργία, τι θα συμβεί με την πρωτοφανή πείνα που θα ακολουθήσει αφού κάθε παραγωγή έχει σταματήσει και τα περισσότερα από τα υπάρχοντα τρόφιμα είναι μολυσμένα κλπ. κλπ.) και, καθώς το μπαράζ των πληροφοριών για τις επόμενες μέρες - και χρόνια - συνεχίζεται ανελέητο, ο θεατής παρακολουθεί παγωμένος την απόλυτα αληθοφανή αυτή καταγραφή του "μετά".
Στο φιλμ εμφανίζονται διάφοροι χαρακτήρες σε διαφορετικές φάσεις του ολέθρου, δεν πρόκειται όμως, ξαναλέω, για ταινία fiction, αλλά για ένα κανονικό ντοκιμαντέρ, με την έρευνα και την συγκέντρωση των στοιχείων που απαιτεί το είδος, πλην όμως για ένα ντοκιμαντέρ για κάτι που δεν συνέβει ποτέ - και ελπίζουμε να μη συμβεί.
Γυρισμένο φυσικά στην εποχή του ψυχρού πολέμου, όταν ο πυρηνικός όλεθρος ήταν ο υπ΄αριθμόν ένα φόβος όλων, με τους εξοπλισμούς να καλπάζουν εκατέρωθεν, καταφέρνει ωστόσο να πει την "τελευταία λέξη" πάνω στο θέμα αυτό, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία σε κανέναν για το πού πρέπει να βάλουν όλα αυτά τα όπλα που παράγουν όλοι αυτοί... Το θεωρώ το συγκλονιστικότερο φιλμ που γυρίστηκε ποτέ πάνω στο τόσο καυτό αυτό θέμα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

ΤΡΙΠΑΡΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ "SKANNER DARKLY"


Το "A Skanner Darkly" του πάντοτε ενδιαφέροντος και απρόβλεπτου Richard Linklater, βασίζεται στο ομώνυμο έργο του μεγάλου Philip Dick και μένει πιστό στο πνεύμα του, που για μια ακόμα φορά αφορά την διερεύνηση των ορίων (πάντοτε δυσδιάκριτων στον Dick) ανάμεσα στη φαντασία και την αλήθεια(;), το όνειρο και την πραγματικότητα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ εθιστικό ναρκωτικό του μέλλοντος, που καταργεί τα όρια όσων αναφεραμε παραπάνω - ίσως μάλιστα και να υλοποιεί τα όνειρα. Ένας ντετέκτιβ ψάχνει να βρει τις πηγές και τους μεγαλοπρομηθευτές του ναρκωτικού - στο οποίο και ο ίδιος είναι εθισμένος - καταλήγοντας να παρακολουθεί τον εαυτό του.
Η ταινία είναι γυρισμένη με την ίδια τεχνική που χρησιμοποίησε ο Linklater πριν μερικά χρόνια στο Waking life, ένα περίεργο δηλαδή "φιλτράρισμα" της εικόνας, που την μετατρέπει σε ένα είδος κινούμενου σχέδιου και της προσδίδει μια "ψυχεδελική" χροιά, η οποία, αν και για κάποιους γίνεται κουραστική, εδώ είναι ταιριαστή με το όλο κλίμα του έργου.
Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα, βλέπεται όμως με ενδιαφέρον - και περιέργεια, αν δεν γνωρίζετε το εφφέ της μετατροπής σε κινούμενο σχέδιο. Όσο για το αρκετά ασαφές σενάριο... ε... στον κόσμο του Dick βρισκόμαστε...
ΥΓ: Για μένα όλα τα λεφτά - και το χιουμοριστικό μέρος μιας σκοτεινής κατά τα άλλα ταινίας - είναι οι απίστευτοι, παρανοϊκοί διάλογοι (και πράξεις) ανάμεσα στους μαστουρωμένους ήρωες, οι οποίοι αποτελούν μια από τις πιο παράξενες παρέες που καταγράφηκαν ποτέ σε φιλμ (Κιάνου Ριβς, Γούντι Χάρελσον, Ρόμπερτ Ντάουνι Jr. Ο τελευταίος ιδιαίτερα δίνει ένα παροξυσμικό ρεσιτάλ παράνοιας). Όσο για τον απρόβλεπτο, όπως είπα, Linklater, είμαι από τώρα περίεργος για το τι θα σκαρώσει στην επόμενη ταινία του...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ 10 ΚΑΝΟ


Τα "10 κανό" του ολλανδού Rolf de Heer, γυρισμένο στην Αυστραλία και με ηθοποιούς αποκλειστικά aboriginals (ερασιτέχνες οι περισσότεροι), είναι πρώτα απ' όλα μια ταινία εθνογραφικού ενδιαφέροντος. Κρατώντας αυτούσιο τον τρόπο αφήγησης των ιστοριών του λαού αυτού, μας μεταφέρει στο μακρινό παρελθόν, πριν ακόμα πατήσουν εκεί οι λευκοί, και μας μιλά για τον εντελώς ξένο σε μας τρόπο ζωής τους, τις συνήθειες τους, τις συγκρούσεις, τους μύθους και τη θρησκεία τους, τον έρωτα και τον θάνατο. Η πλοκή είναι απλή και περνά συνειδητά σε δεύτερη μοίρα, αφού, όπως είπαμε, πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αναπαράσταση ενός οριστικά χαμένου πλέον τρόπου ζωής (οι αυτόχθονες aboriginals εξολοθρεύτηκαν από τους λευκούς άποικους και οι λίγοι που έχουν απομείνει ζουν σήμερα σε κατάσταση εξαθλίωσης στις πόλεις ή σε καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να ενσωματωθούν απόλυτα στη σύγχρονη αυστραλιανή κοινωνία). Ενδιαφέρον, ανάμεσα στα άλλα, έχει και ο τρόπος διευθέτησης των μεταξύ τους διαφορών με έναν ιδιόρυθμο τρόπο "μονομαχίας" ανάμεσα σε δύο άτομα διαφορετικών φυλών που συγκρούστηκαν, προκειμένου να αποφευχθεί ένας πόλεμος.
Η γραφή είναι σχεδόν ντοκιμαντερίστικη και ο τρόπος αφήγησης ίσως ξενίσει αρκετούς θεατές. Συνολικά, αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, που απευθύνεται όμως αποκλειστικά σε κοινό που τον ενδιαφέρουν παρόμοια, εθνογραφικής φύσης θέματα. Κοινώς ταινία για λίγους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ Ή ΡΕΣΙΤΑΛ ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το "Thank you for smoking" ο Jason Reitman αψηφά κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και κάνει πλάκα με την καρδιά του με το κάπνισμα, το θέμα που μοιάζει να καίει σχεδόν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους υστερικούς αμερικάνους. Βάβαια το κάπνισμα είναι μόνο η αφορμή. Κατά βάθος σατιρίζει ανελέητα όλους τους αδίστακτους καριερίστες της εποχής μας, που πατάνε επί πτωμάτων και με περισή αναίδεια (και ευφυία φυσικά, γιατί δίχως αυτήν δεν γίνεται) διαστρεβλώνουν πέρα για πέρα την όποια αλήθεια για το συμφέρον της εταιρείας (και μια που μιλάμε για spokesmen μεγάλων εταιριών ή λόμπι, το μυαλό μας συνειρμικά πάει και στους δικούς μας γελοίους κομματικούς εκπρόσωπους τύπου, που λένε ό,τι απίθανη μαλακία τους έρθει προκειμένου να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητα).
Μια σάτιρα ενός κατ' εξοχήν καπιταλιστικού φαινομένου λοιπόν από τις ίδιες τις ΗΠΑ; Γιατί όχι; Εκεί όλα μπορούν να συμβούν. Και όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Δωροδοκίες, διαστρέβλωση επιχειρημάτων, ηλίθια μίντια, χτυπήματα κάτω από τη μέση, ξεζούμισμα και μετά πέταμα στα σκουπίδια ακόμα και των "δικών μας" ανθρώπων, όλα επιτρέπονται σ' αυτόν τον δίχως φραγμούς (ηθική; τι είναι αυτό;) αγώνα. Κάθε ιερό και όσιο θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος: Καρκινοπαθείς, ηθική, έρωτες, αξιοπρέπεια... και μέσα σ' όλα ένα παιδί που διδάσκεται μεθοδικά να ακολουθήσει τον αδίστακτο δρόμο του πατέρα... Πέραν όλων αυτών όμως, η ταινία δεν παύει να είναι μια απολαυστική κωμωδία που βλέπεται ευχάριστα, ενώ μας αποκαλύπτει τον άγριο κόσμο των busines. Ελπίζω να ενοχλήσει πολλούς αμερικάνους.
ΥΓ: Δεν είμαι καπνιστής. Μερικές φορές με ενοχλεί όταν μπαίνω σε ντουμανιασμένους χώρους. Περισσότερο όμως με ενοχλεί η αμερικάνικη αντικαπνιστική υστερία, γι΄αυτό και απόλαυσα την εναντίον της σάτιρα. Νομίζω ότι σε λίγα χρόνια θα το απαγορεύσουν εντελώς, σαν το χασίς και τα ναρκωτικά (και πολύ φοβάμαι ότι και η Ευρώπη, αφού αντισταθεί λιγάκι αρχικά, θα ακολουθήσει σαν καλό σκυλάκι τον ίδιο δρόμο, με πρώτη και καλύτερη την υποτελή Αγγλία).

Κυριακή, Οκτωβρίου 08, 2006

MIAMI VICE ΚΑΙ ΠΑΛΙ (ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΥ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ)



Ο Michael Mann έχει στο παρελθόν κάνει εξαιρετικές ταινίες. Τώρα (φταίει άραγε η γενικότερη έλλειψη έμπνευσης που μαστίζει τον αρκετό τελευταίο καιρό στο Χόλυγουντ;) ξαναγυρίζει κι αυτός σε μια 80ς σειρά που τον έκανε γνωστό, το Miami Vice. Το πρόβλημα είναι, ότι ενώ η ταινία φέρει μερικά από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα (στέρεη σκηνοθεσία, focus στις προσωπικές ζωές των ηρώων, καλές σκηνές δράσης) δεν παύει να είναι παρά ένα απλό αστυνομικό φιλμ, όπως πολλά άλλα, που δεν δικαιολογεί την γύρω στις δυόμιση ώρες διάρκειά του. Κατά τα άλλα, ίντριγκες πάνω στις ίντριγκες υπάρχουν, ρομαντικοί έρωτες υπάρχουν, εξωτικά τοπία και σκληροί μπάτσοι υπάρχουν (όπως και "επιτρεπτή" παραβατικότητα από μέρους τους), βαρώνοι των ναρκωτικών και μοιραίες γυναίκες επίσης, γενικά ό,τι κάνει ένα συνηθισμένο αστυνομικό (αν εξαιρέσεις τη διάρκειά του). Και σ' αυτό ακριβώς το "συνηθισμένο" βρίσκονται οι αντιρρήσεις μου. Το βλέπεις, ΟΚ, αλλά λες "γιατί όλος αυτός ο χαμός για μια ταινία που, λίγο πολύ, έχουμε ξαναδεί";
ΥΓ: Είναι σαφώς προσωπική και υποκειμενική άποψη, αλλά, είμαι ο μόνος που αντιπαθώ τον Κόλιν Φαρέλ; Ιδιαίτερα εδώ, με το γελοίο μαλλί, το μουστάκι και την μόνιμη macho αξυρισιά;

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

ΣΚΟΤΕΙΝΗ, ΝΟΣΗΡΗ - ΑΛΛΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ - ΜΑΥΡΗ ΝΤΑΛΙΑ


Όταν διάβασα ότι ο Brian De Palma θα έκανε την περίφημη "Black Dahlia", το σκοτεινό και νοσηρό νουάρ του Τζέιμς Ελρόι, χάρηκα γιατί πίστεψα ότι ο σκηνοθέτης θα επανέκαμπτε μετά από σειρά αποτυχημένων ταινιών. Δυστυχώς το ίδιο το φιλμ με απογοήτευσε.
Βασικό του μειονέκτημα είναι ότι το εξαιρετικά πολύπλοκο σενάριο μάλλον δεν γίνεται κατανοητό, κάτω από το βάρος πληθώρας ονομάτων που πέφτουν με αστραπιαία ταχύτητα, τόση, ώστε αρκετές φορές να μη θυμάμαι ποιον ακριβώς αφορούν. Επίσης, ενώ μένει πιστό στο γράμμα του βιβλίου, χάνει, φοβάμαι, το πνεύμα του: Αυτό που μου έμεινε από το σκοτεινό βιβλίο του Ελρόι ήταν η πλήρης υπονόμευση των θεμελίων που στηρίζουν την αμερικάνικη κοινωνία, το αμερικάνικο όνειρο, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Στην ταινία πολύ λίγα εισέπραξα απ' αυτά. Νομίζω ότι έμεινε στην επιφάνεια, παρουσιάζοντας την όλη ιστορία σαν μια υπόθεση απίστευτης διαστροφής (-ών) και παρακμής, που δεν ξεπερνά ωστόσο τα όρια της πλούσιας οικογένειας.
Μένει η πάντα δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του De Palma, με κάποιες καλές στιγμές, που δεν φτάνουν όμως να ανεβάσουν το σύνολο. Μένει επίσης και νοσηρή και "σάπια" ατμόσφαιρα που κυριαρχεί, όπως και στο βιβλίο, την οποία κατάφερε νομίζω να "πιάσει" και να μεταδώσει στον θεατή. Η σταδιακή καταβύθιση των δύο φίλων ντετέκτιβ στην αρρωστημένη εμμονή με την υπόθεση, η αποκάλυψη όλο και πιο βρώμικων μυστικών. Από το πλήθος των χαρακτήρων ξεχώρισα την Χίλαρι Σουόνκ, εξαιρετική στο ρόλο της μοιραίας, καταστροφικής γυναίκας. Ωστόσο, έχω την συνολική αίσθηση ότι χάθηκε μια καλή ευκαιρία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

ΑΝΑΡΧΙΚΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ


Το "Daisies" της Vera Chytilova είναι μια μυθική τσέχικη ταινία που γυρίστηκε το 1966, κατά τη διάρκεια της "Άνοιξης της Πράγας", όταν ένας άνεμος ελευθερίας φυσούσε (προσωρινά) στη χώρα. Πειραματική, σουρεαλιστική και φεμινιστική κωμωδία, επηρεάζαται από το πνεύμα της ψυχεδέλειας που κυριαρχούσε τότε στη Δύση.
Η υπόθεση είναι απλή. Δύο νεαρές, σέξυ κοπέλες κάνουν οτιδήποτε αποτελεί κόκκινο πανί, ιδιαίτερα για το τότε αυστηρό κομμουνιστικό καθεστώς: Τεμπελιάζουν ασύστολα αρνούμενες να δουλέψουν, βγαίνουν ραντεβού με πολύ μεγαλύτερους πλούσιους τρώγοντας έτσι τσάμπα, ντύνονται εκκεντρικά, έχουν έντονες εφηβικές (ή λίγο μετά) ανησυχίες, πλήττουν με την καθημερινότητα γύρω τους και τελικά καταστρέφουν ολοσχερώς ένα πελώριο, πλουσιοπαροχο δείπνο, που, στρωμένο, περιμένει τους - προνομιούχους προφανώς - που θα το καταναλώσουν...
Θα μου πείτε, τα περισσότερα απ' αυτά όλοι τα κάναμε κάποτε. Ναι, όμως μιλάμε για μια απόλυτα διαφορετική εποχή και, κυρίως, για ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς, που πάθαινε αλλεργία με οποιαδήποτε αναφορά σ' όλα αυτά. Πέραν αυτού όμως, ιδιαίτερη αξία έχει η κινηματογράφηση: Πειραματική, αναρχική - όπως και οι δύο αυθάδεις ηρωίδες -, αλλάζει συνεχώς χρώματα, "παγώνει" τις εικόνες, χρησιμοποιεί κατά καιρούς σειρές από φωτογραφίες, πηδά αυθαίρετα από τη μια κατάσταση στην άλλη δίχως σαφή ειρμό, βάζει τις ηρωίδες να κινούνται και να μιλούν σαν κούκλες, τελικά όμως καταφέρνει να πιάσει απόλυτα το ατίθασο πνεύμα των νέων - και ιδιαίτερα των γυναικών, την αναρχική, ενστικτώδη επανάστασή τους ενάντια στην ανία και τους κανόνες που τους περιβάλλουν, τη δίψα για ζωή (αν και ουσιαστικά δεν ξερουν τι ακριβώς αναζητούν), αλλά και το συγκεκριμένο πνεύμα των 60ς. Κι όλα αυτά δοσμένα με χιούμορ και πρωτοποριακές ιδέες.
Σας είπα: Μην περιμένετε ένα σαφές σενάριο.Η ταινία είναι πειραματική. Αξίζει όμως, αν το βρείτε κάπου, να κάνετε μια προσπάθεια.
Περιττό να πούμε ότι η ταινία είχε απαγορευτεί στην τότε Τσεχοσλοβακία, ενώ στην Chetylova (που συνέχισε να κάνει ταινίες που ενοχλούσαν το καθεστώς) είχε απαγορευτεί να γυρίζει για 6 χρόνια.

Ο HARVEY MILK ΚΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Το ντοκιμαντέρ του Rob Epstein "The times of Harvey Milk" γυρίστηκε το 1984 και με συγκινητικό τρόπο αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία του H. Milk, του πρώτου δηλωμένου gay που εκλέχτηκε σε κάποιο αξίωμα στις ΗΠΑ.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο H.M. είναι ενας ανοιχτά ομοφυλόφιλος φωτογράφος του San Francisco. Ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των gay, κατεβαίνει σαν δημοτικός σύμβουλος της πόλης το 1973. Μετά από δυο - τρεις αποτυχίες καταφέρνει να εκλεγεί το 1977, γράφοντας ιστορία, αφού, όπως είπαμε, είναι ο πρώτος ανοιχτά gay αξιωματούχος της χώρας. Σε μια προ AIDS εποχή, με ζωντανούς ακόμα τους απόηχους των επαναστατικών 60ς, και μάλιστα στο κατ' εξοχήν κέντρο της χίπικης, αλλά και της gay κουλτούρας, το Σαν Φρανσίσκο, το γεγονός αυτό γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό και πανηγυρισμούς. Το δημοτικό συμβούλιο, με επικεφαλής τον δημοκρατικό δήμαρχο Moscone είναι σε γενικές γραμμές προοδευτικό και αποδέχεται απόλυτα τον Milk. Εξαίρεση αποτελεί ο 32χρονος ακροδεξιός σύμβουλος Dan White.
Ο Milk έμεινε στην "εξουσία" μόλις 11 μήνες. Στο διάστημα αυτό έκανε διάφορα υπέρ των φτωχών περιοχών του S.F. και κατόρθωσε να πείσει τον κόσμο της Καλιφόρνια να καταψηφίσει το σχέδιο νόμου ενός συντηρητικού γερουσιαστή που ήθελε να απολύονται οι ομοφυλόφιλοι δάσκαλοι. Το 1978, 10 μήνες μετά την εκλογή του, ο ακροδεξιός White, που πολλές φορές έχει συγκρουστεί με τον Milk, απελπισμένος επειδή καμιά από τις προτάσεις του δεν περνά (πόσο μακρινές και μυθικές φαντάζουν σήμερα αυτές οι εποχές!)παραιτείται αιφνιδίως. 4 μόλις μέρες μετά ανακαλεί την παραίτησή του. Επειδή όμως νομικά αυτό δεν είναι επιτρεπτό, ανατίθεται στο δήμαρχο να αποφασίσει αν θα δεχτεί την ανάκληση της παραίτησης ή αν θα προχωρήσει σε αντικατάστασή του. Όταν ο Moscone αποφασίζει το δεύτερο, ο White μπαίνει στο δημαρχείο από ένα παράθυρο, πυροβολεί σχεδόν εξ επαφής και σκοτώνει τον δήμαρχο και στη συνέχεια πηγαίνει στο γραφείο του Milk (το οποίο βρισκόταν αρκετά μακριά απ' αυτό του δημάρχου) και δολοφονεί με τον ίδιο τρόπο και τον Milk. Μείνατε άναυδοι; Κακώς. Το κλου έρχεται τώρα:
Στη δίκη (που στις ΗΠΑ βασίζεται στο σύστημα των ενόρκων) μεθοδεύεται ο διορισμός αποκλειστικά συντηρητικών ενόρκων, επιστρατεύονται γνωστοί μεγαλοδικηγόροι και, ενώ στην πολιτεία υπάρχει θανατική ποινή, ο White τρώει μόλις 8 χρόνια φυλακή, διότι έδρασε... εν θερμώ (παρά το ότι δεν είχε προκληθεί από κανέναν, μπήκε προετοιμασμένος και οπλισμένος στο δημαρχείο, σκότωσε τον Milk σε άλλο δωμάτιο, στο οποίο πήγε επί τούτου, και στις τσέπες του κουβαλούσε 10 εφεδρικές σφαίρες, σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά με το ήδη γεμάτο όπλο του...)
Όταν η απόφαση έγινε γνωστή, χιλιάδες οργισμένοι διαδηλωτές ξεχύθηκαν στους δρόμους και ακολούθησαν διήμερες ταραχές, με καμένα αυτοκίνητα, κατεστραμένα μαγαζιά κλπ. σα να μην έφταναν όλα λόγω καλής διαγωγης ο White αποφυλακίστηκε στα 5,5 χρόνια, το 1984, και σήμερα ζει ελεύθερος. Σε λίγα χρόνια θα εκλεγεί ο Ρίγκαν, ανοίγοντας το δρόμο για τους Μπους...
Την απίστευτη αυτή ιστορία, ικανή από μόνη της να κηλιδώσει ανεπανόρθωτα την Αμερική και την ελευθερία της, αφηγείται με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο η ταινία του Epstein, που το 1985 έγινε η πρώτη με gay θεματολογία που κέρδισε Όσκαρ, καταφέρνοντας να πιάσει το ελεύθερο πνεύμα των 70ς, τον παλμό της πόλης, της εποχής γενικότερα και φωτίζοντας μια άγνωστη και σκοτεινή πτυχή της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας..
Αν πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Αν και ντοκιμαντέρ, δεν θα βαρεθείτε καθόλου.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

ΑΡΓΟΣΥΡΤΗ ΚΑΙ ΤΕΜΠΕΛΙΚΗ "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΕΥΣΗ"


Η "Ελεύθερη πλέυση" του Ρώσου Boris Khlebnikov θα ήθελε ίσως να είναι μια ταινία του Καουρισμάκι, δεν νομίζω όμως ότι τα καταφέρνει. Κωμωδία (θεωρητικά), αφηγείται τις περιπέτειες ενός νεαρού τεμπέλη ρώσου, που γυρνάει από δουλειά σε δουλειά (τις οποίες βαριέται σε χρόνο dt) και, τελικά, συχνάζει στο τοπικό γραφείο ανεργίας περισσότερο απ' όσο στα μπαρ. Υπάρχει όντως χιούμορ στο απόλυτο άφημα του ήρωα και κυρίως αστείες είναι οι σκηνές με το συνεργείο που συμμετέχει και το οποίο υποτίθεται ότι φτιάχνει τους γεμάτους λακούβες δρόμους, χωρίς στην ουσία να κάνει σχεδόν τίποτα, υπάρχουν και μερικοί σπαρταριστοί τύποι (ο επί κεφαλής του συνεργείου που λέγαμε πρώτος και καλύτερος). Ωστόσο τα υπερβολικά αργόσυρτα πλάνα, που κάνουν τον Αγγελόπουλο να μοιάζει με βιντεοκλιπά, καταστρέφουν κάθε ρυθμό και με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα. Ίσως βέβαια αυτό να είναι ηθελημένο, για να καταδείξει ακριβώς το απόλυτο τίποτα της καθημερινότητας του ήρωα. Οι θεατές όμως τι φταίνε; Ακίνητο πλάνο σχεδόν ολόκληρου ενός λεπτού, όπου δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως, ούτε καν το διασχίζει κανείς; Έλεος!

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ DEJA VU ΣΤΟΝ "ΕΒΔΟΜΟ ΟΥΡΑΝΟ"


Ο "Έβδομος Ουρανός" του γερμανού Mickael Busch είναι μια πειραματική ταινία. Κατακερματισμένη αφήγηση, επίτηδες θολή (out of focus) φωτογραφία, που με κούρασε πολύ, και μεταφυσικοί προβληματισμοί πάνω στο φαινόμενο του deja vu και στην αγνότητα, όπως αυτή τέθηκε από το κίνημα των "Καθαρών", συνθέτουν ένα φιλμ που πάνω απ' όλα βλέπεται πολύ δύσκολα. Αφηγείται (προσπαθεί να αφηγηθεί) την ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο κατ' εξοχήν αταίριαστους χαρακτήρες: Έναν νυχτοφύλακα με έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές ανησυχίες και μια "γκοθού". Το χάσμα ανάμεσά τους γεφυρώνεται από το πάθος, κυρίως της κοπέλας, που παρά την αλλόκοτη goth εμφάνισή της είναι πολύ πιο γήινη, ενώ ο άντρας προβληματίζεται για το αν πρέπει να απέχει από οτιδήποτε σαρκικό.
Δεν έχω τίποτα ενάντια στις πειραματικές προσπάθειες, πολλές μάλιστα μ' αρέσουν ιδιαίτερα. Η συγκεκριμένη όμως δεν με άγγιξε καθόλου. Επειδή την βρήκα εξαιρετικά κουραστική στην παρακολούθησή της (το ξαναείπα νομίζω), αλλά και επειδή δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι περί απόλυτης αποχής από κάθε τι υλικό προβληματισμοί. Αν με ενδιέφεραν... μοναστήρια υπάρχουν άφθονα γύρω μας.
ΥΓ: Ο M.Busch, που μίλησε για τη ταινία του, ήταν συμπαθέστατος, γελαστός, ευγενής. Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ ΣΤΟ STORM


Το σουηδικό Storm των Mans Marlind και Bjorn Stein δυστυχώς συνεχίζει την τελευταία μόδα των ταινιών του φανταστικού με θρησκευτικές (βλέπε ηθικοπλαστικές) προεκτάσεις. Ξεκινά καλά, με ένα δυνατό και αρκετά ατμοσφαιρικό πρώτο δεκαπεντάλπτο, για να εκφυλιστεί στη συνέχεια σε μια βαρετή ταινία όπου - όπως σύντομα αντιλαμβανόμαστε - όλος ο χαμός γίνεται για να κερδηθεί από τους "καλούς" ή τους "κακούς" η (καθόλου αθώα) ψυχή του ήρωα, ο οποίος, όπως μας δείχνουν συνεχή flash back, υπήρξε από την παιδική του ηλικία ήδη αυτό που επιεικώς θα αποκαλούσαμε κάθαρμα. Κάτι, σα να λέμε, του στιλ "οι παλιές αμαρτίες μας βαραίνουν για πάντα", πλην όμως "αν μετανοήσεις αληθινά η ψυχή σου, έστω και την τελευταία στιγμη, μπορεί να σωθεί". Τέτοια συγκλονιστικά. Τώρα γιατί αυτή η ταινία, που το μόνο θετικό που διαθέτει είναι η μουντή, "σκουριασμένη" και ατμοσφαιρική φωτογραφία της, βραβεύτηκε στα Φεστιβάλ Φανταστικού Άμστερνταμ και Βρυξελλών, παραμένει μυστήριο.
Απορία: Πώς δικαιολογείται τέτοιος χαμός (κυνηγητά στους δρόμους, μαχαιρώματα, αυτό που μάλλον είναι ο διάβολος να συγκρούεται μ' αυτήν που μάλλον είναι άγγελος, ολόκληρες δυνάμεις να τίθενται σε απόλυτη αναταραχή και να αλληλοσκοτώνονται) μόνο και μόνο για την ψυχή ενός τύπου; Φανταστείτε δηλαδή τι γίνεται συνολικά εκεί στο υπερπέραν για τον καθέναν από μας. Μροστά στη συνολική εικόνα, ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος είναι σχολική εκδρομή...

ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΗ ΠΑΠΡΙΚΑ


Η "Paprika" είναι η τελευταία δουλειά κινουμένων σχεδίων του Ιάπωνα Satoshi Kon. Αν μια μόνο λέξη θα έπρεπε να τη χαρακτηρίσει, η λέξη αυτή θα ήταν : Ψυχεδέλεια. Όσοι το δείτε, να ξέρετε ότι μπαίνετε σ' έναν πολύ ιδιαίτερο κόσμο, φτιαγμένο από όνειρα και εφιάλτες κι όπου φαντασία, ψυχανάλυση και μνήμες, υπεράνθρωποι, γιγαντιαία παιδικά παιχνίδια και τεχνολογία, καθώς και η ποικιλία των χαρακτήρων με τα ονειρικά τους αντίστοιχα, μπερδεύονται αξεδιάλυτα.
Η υπόθεση, όσο αυτή μπορεί να περιγραφεί, είναι η εξής: Επιστήμονας δημιουργεί ένα μηχάνημα που καταγράφει τα όνειρα των άλλων. Όταν αυτό κλέβεται, γίνεται ανεξέλεγκτο στα χέρια του μυστηριώδους κλέφτη, συγχωνεύοντας τα όνειρα όλων σε ένα συλλογικό εφιάλτη. Η Paprika, ονειρικό alter ego μιας επιστήμονα, λειτουργεί σαν ντετέκτιβ ονείρων, μπαινοβγαίνοντας στους δύο (;) κόσμους.
Αν σας φαίνεται κάπως πολύπλοκο, δεν έχετε δει τίποτα ακόμα. Σύντομα οι κόσμοι μπερδεύονται, τα όρια πραγματικότητας και ονείρου γίνονται όλο και πιο ασαφή και η οργιώδης φαντασία του Kon παίρνει το πάνω χέρι. Κι αν κάπου χάσετε τον ειρμό, δεν πειράζει. Σας προτείνω να αφεθείτε στα όσα διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια σας - έστω κι αν δεν τα κατανοείτε απόλυτα - για να απολαύσετε ένα από τα πιο παράξενα trip που έγιναν ποτέ στα κινούμενα σχέδια.
Θα ψάξω και τις προηγούμενες δουλειές του Kon, που, όπως μαθαίνω, είναι εξ ίσου φευγάτες. Πάντως, με όλα αυτά που φτιάχνονται στην Ιαπωνία, το σίγουρο είναι ότι τα αμερικάνικα κινούμενα σχέδια βρίσκονται ακόμα σε νηπιακή ηλικία...

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2006

"13" ΓΙΑ ΓΕΡΑ ΝΕΥΡΑ


Το "Tzameti" (που στα γεωργιανά σημαίνει 13) του, προφανώς, γεωργιανού που ζει στη Γαλλία Gela Babluani αποτέλεσε μια από τις μεγάλες εκπλήξεις στις Νύχτες Πρεμιέρας και μάλλον βάζει υοπψηφιότητα (από τον Σεπτέμβρη μόλις) για μια θέση στις καλύτερες της σεζόν. Πρώτη ταινία του σκηνοθέτη, ασπρόμαυρη, με φοβερό νεύρο και ένταση, με κράτησε "στην άκρη του καθίσματος" από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό.
Λίγα μπορούμε να πούμε για την υπόθεση, αφού μέρος της δύναμης της βασίζεται σ' αυτό που αποκαλύπτεται μετά από 30 περίπου λεπτά... και από εκεί και πέρα ο θεατής δυσκολεύεται να ανασάνει. Ας πούμε απλώς ότι ο φτωχός μετανάστης νεαρός ήρωας παίρνει τον ρόλο κάποιου σχεδόν άγνωστού του, αναλαμβάνοντας την μυστηριώδη αποστολή του, όπου έχει αντιληφτεί ότι παίζονται πολλά λεφτά, προσπαθώντας έτσι να ξεφύγει από την καταθλιπτική καθημερινή του μιζέρια (ίσως όμως και σε μια περισσότερο μεταφυσική προσπάθεια να αλλάξει την ταυτότητα και τη ζωή του). Από εκεί και πέρα, μετά το μισάωρο που λέγαμε, ανακαλύπτει, μαζί με τον θεατή, ποια είναι αυτή η αποστολή και... ο δρόμος είναι πια χωρίς γυρισμό.
Το 13 αποτελεί πρότυπο σασπένς στον κινηματογράφο. Έντονος ρυθμός, συνεχής ένταση, νευρική ασπρόμαυρη φωτογραφία, ψυχολογική και όχι μόνο βία, φοβερή επιλογή ηθοποιών, που αποτελούν ένα πάνθεον παράδοξων μορφών, αγχωτική, πνιγηρή ατμόσφαιρα, από την οποία νοιώθεις, μαζί με τον έντρομο ήρωα, ότι είνα αδύνατο να ξεφύγεις - κι όλα αυτά σε μια φτηνή ταινία - συνθέτουν ένα από τα εντυπωσιακότερα σκηνοθετικά ντεμπούτα, που ελπίζουμε να έχει συνέχεια.
ΥΓ: Όταν το κοινό ρώτησε τον πρωταγωνιστή (που είναι αδελφός του σκηνοθέτη) γιατί ο αδελφός του έκανε την ταινία, απάντησε ότι έφυγαν από τη Γεωργία στα 16 τους ή κάτι τέτοιο θέλοντας να γλυτώσουν από την τρομαχτική βία της καθημερινότητας που επικρατούσε εκεί. Στην πλούσια Γαλλία όμως συνάντησαν παρόμοια βία, ίσως όχι τόσο ωμή και ανοιχτή, αλλά περισσότερο ύπουλη και καλυμμένη, κι αυτό ήταν το έναυσμα: Να μιλήσει, μεταξύ άλλων, για τη "πολυτελή" βία των πλούσιων.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2006

ΕΝΑΣ "ΠΟΡΝΟΣΤΑΡ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ


Ο "Πορνοστάρ" (1998) είναι η πρώτη ταινία του Toshiaki Toyoda (και η τρίτη δική του που είδα). Μάλλον αδιάφορο πρωτόλειο, είναι μια αιματηρή και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται στους κόλπους της Γιακούζα, καθώς και η σχέση ενός σιωπηλού (και κατά πάσα πιθανότητα ψυχοπαθούς) νεαρού με έναν wanabe Γιακούζα νονό. Αλλεπάλληλα μαχαιρώματα, φαντασιώσεις με μαχαίρια που πέφτουν από τον ουρανό, βίαιες πράξεις που δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τα κίνητρά τους (όπως και σε επόμενες ταινίες του σκηνοθέτη), η εντελώς μπερδεμένη και ακατανόητη περσόνα του νεαρού, μοιραίες γυναίκες - αδίστακτες δολοφόνοι που εμφανίζονται από το πουθενά και άλλα τέτοια συνθέτουν μια γιακουζοκεντρική σαλάτα, που το μόνο που μου άφησε στο τέλος ήταν το ερώτημα: "Γιατί όλα αυτά;"
Δεν πειράζει. Είναι η πρώτη του ταινία. Οι άλλες είναι σαφώς πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και πάλι δεν νομίζω ότι ο σκηνοθέτης αυτός άξιζε ενός συνολικού αφιερώματος.
ΥΓ: Ο "Πορνοστάρ" κερδίζει αναμφισβήτητα μια θέση στο βιβλίο Γκίνες για τον πλέον άσχετο τίτλο που έγινε ποτέ. Δεν έχει καμία, μα καμία απολύτως σχέση με τίποτα στην ταινία, ούτε γίνεται η παραμικρή αναφορά σε κάτι τέτοιο (αν και τα γιαπωνέζικά μου δεν με βοηθούν πολύ και ίσως να έχασα - μαζί με τον μεταφραστή - κάποιο αδιόρατο hint). Είναι σαν να παίρνεις μια ταινία με τον Ξανθόπουλο και να την ονομάζεις "Η φριχτή νύχτα των ζόμπι" ή κάτι τέτοιο...

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006

ΟΙ ΔΙΧΩΣ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ BLUE SPRING


Το Blue Spring (2001), τρίτη ταινία του Toshiaki Toyoda, μας μεταφέρει σ' ένα γιαπωνέζικο σχολείο, όπου η βία, ο ανταγωνισμός για εξουσία, η κάθε λογής "μαγγιά" και η εγκληματικότητα σε διαφορετικές μορφές κυριαρχούν ανάμεσα στους μαθητές. Το ύφος του Toyoda μας είναι πια γνώριμο: Απόλυτο στυλιζάρισμα και προσωπική ματιά, αναληθοφανείς καταστάσεις, απουσία κοινωνικού περίγυρου. Πράγματι, οι μαθητές μοιάζουν να είναι μόνοι. Ελάχιστοι καθηγητές εμφανίζονται, σχεδόν καμιά γυναίκα (το σχολείο είναι αρρένων), κανένας γονιός, ούτε καν άλλοι μαθητές εκτός από τις συγκεκριμένες ομάδες των ηρώων, που συγκρούονται μερικές φορές μέχρι θανάτου και στον κοινωνικό περίγυρο που προαναφέραμε μοιάζει να υπάρχει μονάχα η Γιακούζα, έτοιμη πάντα να στρατολογήσει νεαρούς πριν καν τελειώσουν το σχολείο. Όλα αυτά είναι μάλλον ηθελημένα, αφού τον σκηνοθέτη ενδιέφερε πιθανώς να δημιουργήσει έναν εφιαλτικό σχολικό μικρόκοσμο της "έξω" κοινωνίας. Ωστόσο οι χαρακτήρες νομίζω ότι δεν αναπτύσονται και πολύ ξεκάθαρα, καθώς συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τα κίνητρα ορισμένων (βίαιων κυρίως) πράξεών τους.
Η ταινία σίγουρα έχει κάποιο ενδιαφέρον, με κράτησε αρκετά με τα άιματηρά της ξεσπάσματα - και όχι μόνο - αλλά συνολικά, για μια ακόμα φορά, με άφησε ανικανοποιήτο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

9 ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ


Το "9 Souls" (2003) του γιαπωνέζου Toshiaki Toyoda, η πρώτη ταινία του που είδα στις Νύχτες Πρεμιέρας, μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα, όπως και όλο το έργο του άλλωστε. Η ταινία αφηγείται την απόδραση 9 επικίνδυνων κατάδικων και την περιπλάνησή τους στους δρόμους των γιαπωνέζικων πόλεων (μένουν συνεχώς όλοι μαζί, και παρά το ότι ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, η μοίρα τους μοιάζει να είναι δεμένη).
Το φιλμ ξεκινά με αρκετό χιούμορ για να καταλήξει σε ένα αιματηρό και βίαιο φινάλε, τραγικό για τους περισσότερους - αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Υπάρχει σκηνοθετικό στυλιζάρισμα, υπάρχει κάποιος σουρεαλισμός σε μερικά σημεία, υπάρχει μια προσωπική ματιά και, αναμφισβήτητα, καλές και δυνατές στιγμές. Το όλο αποτέλεσμα ωστόσο με άφησε μάλλον αμήχανο, να μη μπορώ ακριβώς να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Toyoda, 36 μόλις χρονών, έχει προλάβει να γυρίσει ήδη 5 ταινίες (αυτή είναι η 4η, του 2003). Έχοντας δει τις 3 απ' αυτές, θεωρώ ότι σίγουρα έχει ενδιαφέρον ως δημιουργός, δεν μπορώ να πω όμως ότι ήταν και μια πραγματική αποκάλυψη.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ "ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ"


Η "Ανακύκλωση" των δίδυμων Danny και Oxide Pang (από το Χονγκ Κονγκ, που ζουν και δουλεύουν στην Ταϊλάνδη και πριν λίγα χρόνια είχαν κάνει το ενδιαφέρον "Μάτι") ξεκινά σαν μια καλή ταινία τρόμου, για να εκφυλιστεί γρήγορα σε κάτι σαν εφιαλτικό παραμύθι που βρίθει από ηθικοπλαστικά μηνύματα. Όσο η μοναχική ηρωίδα συγγραφέας βρίσκεται στο διαμέρισμά της και αντιλαμβάνεται παράξενα και τρομακτικά φαινόμενα γύρω της, το φιλμ υπόσχεται πολλά. Όταν όμως, στα καλά καθούμενα, μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο και με οδηγό ένα κοριτσάκι ξεκινά μια οδύσσεια για να επιστρέψει, η βαρεμάρα καταλαμβάνει σιγά - σιγά την οθόνη, καθώς σκηνοθετικά λείπει το νεύρο και το σασπένς. Η κλασσική δομή του παραμυθιού, όπου το ένα στοιχείο σε οδηγεί στο επόμενο, ή του video game αν θέλετε, όπου περνάς από τη μία πίστα στην άλλη, κυριαρχούν. Το χειρότερο όμως είναι το μπαράζ από ηθικοπλαστικά, χριστιανικά "διδάγματα", με αποκορύφωμα την πολεμική κατά των εκτρώσεων, που τελικά φαίνεται να είναι το βασικό μήνυμα της ταινίας. Πώς, τώρα, ένα ταϊλανδέζικο φιλμ μοιάζει να έχει χρηματοδοτηθεί από την καθολική εκκλησία, αυτό είναι όντως απορίας άξιο.
Τα θετικά της ταινίας βρίσκονται μόνο στις εικόνες της (σε ορισμένες από αυτές για να είμαστε ακριβείς). Πράγματι μερικές είναι εξαιρετικής σύλληψης και σκοτεινής ομορφιάς (η πόλη σε σήψη που καταρρέει, τα ιπτάμενα νησιά κλπ.), ενώ ορισμένα εφφέ (ψηφιακά φυσικά) είναι εντυπωσιακά. Όπως και στο Silent Hill όμως, η εντυπωσιακή εικόνα δεν φτάνει σε καμία περίπτωση να κάνει μια καλή ταινία, όταν το σενάριο στερείται φαντασίας, είναι κούφιο ή/και αντιδραστικό.
Τελικά μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιδημία στο χώρο του φανταστικού, όπου προσπαθούν να τα κάνουν όλα με τον απλό οπτικό εντυπωσιασμό, χτίζοντας ωστόσο σε σαθρότατα θεμέλια;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ


Μετά την θαυμάσια "Ανθρωποκτονία", ο Δανός Per Fly το έκανε πάλι: Η "Κληρονομιά" είναι, αυτή τη φορά, ένα δυνατό δοκίμιο πάνω στην ικανότητα του πλούτου και της δύναμης να απομυζούν την ανθρωπιά, οδηγώντας τον κάτοχό τους σε εσωτερική ξεραϊλα και μαρασμό. Παράλληλα μιλά για το αβάσταχτο βάρος των οικογενειακών υποχρεώσεων, την δειλία και την άνευ όρων παράδοση σε σιδερένιους, προϋπάρχοντες κανόνες, το ξεπούλημα τελικά των "θέλω" στα "πρέπει".
Όλα αυτά μέσα από την ιστορία ενός έξυπνου, ερωτευμένου και ευτυχισμένου ανθρώπου, που κάνει τη ζωή που πάντοτε ήθελε... μέχρις ότου, με τον θάνατο του πατέρα του, κληρονομεί την πανίσχυρη - και προβληματική - βιομηχανία του. Από εκεί και πέρα ο Fly μας δείχνει με ακρίβεια - και ψυχρότητα - χειρούργου την δίχως επιστροφή πορεία του προς τη δύναμη, την εδραίωση του πλούτου... και την δυστυχία: Ο έρωτας σβήνει κάτω από το βάρος των υποχρεώσεων, η ψυχρή και άτεγκτη "καθώς πρέπει" οικογένεια - με επικεφαλής την δεσποτική μητέρα - παίρνει σιγά - σιγά το πάνω χέρι, τα πλούσια συναισθήματα δίνουν βαθμιαία τη θέση τους σε μια άνευ προηγουμένου εσωτερική ξηρασία... Ο άνθρωπος πεθαίνει, ο πανίσχυρος και υπεράνω ηθικής και συναισθημάτων υπεράνθρωπος γεννιέται.
Με τη δεύτερη αυτή ταινία του Fly που βλέπω, ο σκηνοθέτης αυτός αναδεικνύεται σε έναν βαθύ (και κάπως ψυχρό, ίσως λόγω βόρειας καταγωγής) ανατόμο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Χρειαζόμαστε όμως τέτοιους. Σε μια εποχή άνευ αντιπάλων θριάμβου των συγκεκριμένων μοντέλων και προτύπων και άκριτης αποδοχής των κάθε λογής status quo, καλό είναι κάποιοι να θυμίζουν το βαρύ κόστος όλων αυτών...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

ΕΝΑΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ


Στον "Αλιγάτορα" ο Nanni Moretti ήθελε πρώτα απ' όλα να κάνει μια ταινία ενάντια στον Μπερλουσκόνι. Στη συνέχεια το ξανασκέφτηκε, έβαλε και κάμποσα στοιχεία προσωπικής και οικογενειακής κρίσης του ήρωά του, μερικές αναφορές σε παλιά B-movies τρόμου και νύξεις για τα ενδοκινηματογραφικά - δημιουργικά και μη - προβλήματα και... έφτιαξε μια σαλάτα. Πολύ απλά νομίζω ότι τα συστατικά δεν δένουν μεταξύ τους.
Οι αναφορές στον Μπερλουσκόνι είναι ανοιχτές: Ο γελοίος πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται με το όνομά του. Αλλά όλο αυτό το μπρος - πίσω με τον ξεπεσμένο παραγωγό που πασχίζει να κάνει μετά από καιρό μια ταινία, και μάλιστα για πρώτη φορά πολιτική, καθώς και "η ταινία μέσα στην ταινία", είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές.
Διατηρώ επίσης κάποιες επιφυλάξεις για το πόσο χρήσιμο ή καλλιτεχνικά σημαντικό είναι να κάνεις ένα φιλμ που να μιλά για ένα πολύ συγκεκριμένο, υπαρκτό πρόσωπο, κατακρίνοντάς το (καλλιτεχνικές επιφυλάξεις, ξαναλέω, διότι δεν τρέφω την παραμικρή συμπάθεια για τον Μπερλουσκόνι, και θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν επιτέλους τον οδηγούσαν στη φυλακή, όπου είναι η θέση του). Είναι σαν ο Μορέτι να έχει παρασυρθεί από το - απόλυτα δικαιολογημένο - προσωπικό του μένος εναντίον του Μπ. και να το έχει κάνει άξονα της ταινίας.
Μένουν οι απίστευτες αληθινές σκηνές με τον Μπερλουσκόνι, από διάφορες ομιλίες στη βουλή ή αλλού. Ο άνθρωπος είναι απόλυτα γελοίος και χυδαίος σε βαθμό που είναι αδύνατο να το πιστέψετε αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια (και θεωρώ προσβολή για ολόκληρη την Ιταλία το ότι αυτό το άτομο εξελέγει δύο φορές). Πάντως αν υπήρχε ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει τα highlights από τις θητείες του, θα το έπαιρνα τρέχοντας. Θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό και απίστευτο από οποιαδήποτε fiction ταινία πάνω σ' αυτόν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Ο SUPERMAN ΠΕΤΑ... ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


Έτυχε να δω δύο blockbaster το ένα μετά το άλλο. Στους "Πειρατές" διασκέδασα. Στο Superman Returns κοιμήθηκα. Κρίμα, γιατί παραμένω θαυμαστής του Bryan Singer, του οποίου, κατά τη γνώμη μου, αυτός εδώ ο S. είναι η χειρότερη ταινία. Κατ' αρχάς μια ακόμα πτήση του - κατ' εμέ - πλέον ξενέρωτου σούπερ ήρωα, μόνο για οικονομικούς λόγους μπορεί να επιχειρηθεί (θα μου πείτε: μα καλά, όλα τα blockbasterς εκεί δεν αποβλέπουν; Βεβαίως. Αλλά αρκετά απ' αυτά είναι τουλάχιστον πρωτότυπα και όχι remake, prequel, sequel, μεταφορές από κόμικς και δεν συμμαζεύεται). Ούτε κι αυτός όμως είναι ο λόγος που αντιπάθησα τον S. Ακόμα και μέσα σ' όλα αυτά μπορεί να βρεθούν συμπαθητικά πράγματα. Αυτή εδώ όμως η ταινία δεν είχε τίποτα απολύτως να προσθέσει στον γνωστό μύθο.
Παλιομοδίτης όσο δεν παίρνει, με ηθοποιό (τον Brandon Routh) πιο ξενέρωτο από ποτέ, με χαζό σενάριο, γεμάτο χριστιανικές αναφορές (ο πατέρας που στέλνει τον σωτήρα - γιο στη γη και πλήθος άλλες - αφείστε πια και τη χιλιοειδωμένη "αγάπη που σώζει") και τελικά δίχως καν το απαιτούμενο νεύρο (στοιχείο απαραίτητο σε blockbaster). Ακόμα και τα εφφέ (το λιγότερο σημαντικό κριτήριο για μένα) ήταν αδιάφορα. Κάποιοι θεώρησαν αυτό το εμφανώς παλιομοδίτικο στοιχείο ως αρετή. Συγνώμη, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση το θεωρώ απλώς άνευ λόγου. Όπως και το όλο εγχείρημα άλλωστε.
Ξέρω ότι τέτοιες ταινίες είναι λίγο άκυρο να κρίνονται ιδεολογικά. Είναι συνήθως ταινίες που στόχο έχουν την καθαρή διασκέδαση (στόχος που, όσον αφορά τουλάχιστον εμένα, δεν επετεύχθει σ' αυτήν εδώ) και όταν τις αναλύεις σε βάθος ίσως και να γίνεσαι αστείος. Ωστόσο, τελικά, για την τόσο αρνητική γνώμη μου ίσως κατά ένα (μικρό) μέρος να φταίει και η γενικότερη απέχθειά μου προς τον συγκεκριμένο ήρωα και για το γενικό μεσιανικό μήνυμα που κουβαλά: Ότι ο κόσμος χρειάζεται έναν σωτήρα, αλλιώς δεν... Ποτέ κάποιος άνθρωπος δεν έσωσε τον κόσμο. Τον έσωσαν (ή τον άλλαξαν) οι άνθρωποι, όχι Ο άνθρωπος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΙ (ΚΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ) ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Οι δεύτεροι "Πειρατές της Καραϊβικής" (Το Σεντούκι του Νεκρού) του Gore Verbinski, αποδείχτηκαν το ίδιο διασκεδαστικοί και θεαματικοί με τους πρώτους. Με μια διαφορά. Τα πάντα εδώ είναι πολύ πιο μαύρα, πιο gothic, πιο μακάβρια, πιο σπλάτερ ακόμα - και φυσικά και το χιούμορ, που μετατρέπεται κι αυτό πολλές φορές σε μαύρο. Εδώ τον κύριο λόγο έχουν τα τέρατα, οι μεταλλαγμένοι σε θαλάσσια πλάσματα πειρατές του στοιχειωμένου πλοίου, το φοβερό Κράκεν... Γι' αυτό διασκεδάστε το όσο θέλετε, μην πάρετε όμως καλού - κακού τα παιδάκια σας μαζί σας.
Για μένα και οι δύο Πειρατές αποτελούν υπόδειγμα καλού και σχετικά πρωτότυπου blockbuster, όπου φυσικά πας χωρίς πολλές - πολλές απαιτήσεις, με αποκλειστικό σκοπό να διασκεδάσεις... και το καταφέρνεις απόλυτα. Σημαντική μερίδα σ' αυτό έχει βέβαια και πάλι ο εξαιρετικός Τζόνι Ντεπ, που ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο τον ανεκδιήγητο πειρατή Σπάροου, που είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, ζαβολιάρης και πονηρός, γενναίος και δειλός, απόλυτα ανέντιμος αλλά και με κρίσεις τιμιότητας, και που το παρουσιαστικό του και οι κινήσεις του είναι κατι μεταξύ γοητευτικού αρσενικού, μονίμως μαστουρωμένου τύπου και γκέι...
Αφεθείτε λοιπόν να διασκεδάσετε με το σούπερ θέαμα και τις απίθανες περιπέτειες των ηρώων σ' έναν πειρατικο κόσμο που μπλέκεται αξεδιάλυτα με το παραμύθι, το φανταστικό και τον τρόμο.
Και βέβαια, οι ενστάσεις υπάρχουν: Το ότι είναι νο 2, το έχω πει πολλές φορές, όσο νάναι στερεί εξ ορισμού κάτι από την πρωτοτυπία του πρώτου. Το ότι το τέλος είναι απόλυτα ανοιχτό, προετοιμάζοντάς σε έτσι για το νο 3, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2006

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΙΚΗ "ΠΤΗΣΗ 93"


Η "Πτήση 93" του Paul Greengrass έχει ήδη μια μικρή θέση στην ιστορία του σινεμά: Είναι η πρώτη ταινία που καταπιάστηκε με το καυτό θέμα της 11ης Σεπτέμβρη, που φυσικά παραμένει ανοιχτό για τις ΗΠΑ. Και μόνο το ότι χρειάστηκαν 5 ολόκληρα χρόνια για να γίνει η πρώτη προσπάθεια, αποδεικνύει το πόσο καίει ακόμα.
Η συγκεκριμένη ταινία θέλει πάνω απ' όλα να είναι μια αντικειμενική καταγραφή των όσων συνέβησαν στο 4ο αεροπλάνο, αυτό που δεν βρήκε τον στόχο του και έπεσε κάπου στην Πενσυλβάνια. Υποτίθεται ότι βασίζεται στα αληθινά γεγονότα, όπως καταγράφηκαν από πύργους ελέγχου και συνομιλίες στα κινητά των επιβατών τις τελευταίες στιγμές (τουλάχιστον αυτή θεωρείται η "επίσημη αλήθεια", διότι - ευτυχώς - κανείς μας δεν βρισκόταν εκεί να το επιβεβαιώσει).
Το θέμα, ούτως ή άλλως, είναι συγκλονιστικό. Επίσης ο Greengrass είναι καλός σκηνοθέτης. Ωστόσο, ομολογώ ότι όλος αυτός ο αγώνας για "πιστότητα" και "αλήθεια" (που ενισχύεται από το real time των 80τόσων λεπτών, όσο δηλαδή κράτησε η μοιραία πτήση, και από τη χρήση άγνωστων ηθοποιών για περαιτέρω αποστασιοποίηση) με κούρασε αρκετά. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, τίγκα στις συντεταγμένες και στην τεχνική ορολογία εν γένει, που διαδραματίζεται σε πύργους ελέγχου κι όπου σχεδόν κόντεψα να μάθω να κατευθύνω αεροπλάνα από ραντάρ ή ασύρματους. Στο τελευταίο τέταρτο βέβαια η ένταση ανεβαίνει, ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τη μαεστρία του και το κοινό ξυπνάει. Μάλλον αργά.
Στα συν της ταινίας συγκαταλέγεται η "τίμια" πρόθεση της αντικειμενικής καταγραφής, το ντοκιμαντερίστικο στυλ, η αποφυγή κάθε συναισθηματισμού (και θέσης). Όντως, οι συγγενείς που κλαίνε, τα παιδάκια που μιλάν για τελευταία φορά στους γονείς και όλα τα συναφή, από τα οποία βρίθουν αντίστοιχες αμερικάνικες ταινίες, εδώ λείπουν παντελώς. Στα συν επίσης το ότι δεν επιχειρήθηκε καμιά ηρωοποίηση των επιβατών, ούτε προσπάθησε να δειχτεί η "αυτοθυσία" τους. Απλούστατα οι άνθρωποι ενήργησαν με απόλυτη λογική: Όταν κατάλαβαν ότι ούτως ή άλλως ήταν καταδικασμένοι, αφού οι αεροπειρατές δεν διαπραγματεύονταν για τίποτα, επιχείρησαν να ρισκάρουν επαναστατώντας, διατηρώντας έτσι κάποιες ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας - και απέτυχαν. Κανένας ηρωισμός. Μόνο κοινή λογική.
Στα πλην τώρα... μα ακριβώς το ντοκιμαντερίστικο στυλ που λέγαμε και η
παντελής έλλειψη θέσης. Βάρέθηκα αρκετά.
Τελικά αναρωτιέμαι αν στο σινεμά γενικότερα έχει νόημα η απλή, πιστή καταγραφή ενός γεγονότος και μόνον αυτή. Αν ζητούσα κάτι τέτοιο θα μπορούσα να ικανοποιηθώ από τα ντοκιμαντέρ του BBC.

ΥΓ: Ας μην αρχίσει παρακαλώ κάποια κουβέντα για το αν έγιναν όντως έτσι τα γεγονότα ή άν αυτή η επίσημ εκδοχή είναι παραπλανητική. Αυτό είναι άλλη, εξωκινηματογραφική κουβέντα, πολύ ενδιαφέρουσα μεν, αλλά για άλλα blogs.

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟΥ ΤΑΚΕΣΙ


Στο Takeshi´s, την πιο πρόσφατη ταινία του, ο Takeshi Kitano δεν τα κατάφερε. Από τις πλέον σουρεαλιστικές ταινίες που έγιναν ποτέ, ξεκινά από μια ενδιαφέρουσα ιδέα: Ο διάσημος σταρ Τακέσι - κατ' εικόνα και ομοίωση με τον πραγματικό σταρ στην Ιαπωνία Κιτάνο - έχει έναν σωσία, άσημο, κακομοίρη, άνεργο στην ουσία, που προσπαθεί, γυρίζοντας από οντισιόν σε οντισιόν, να πάρει κανένα ρολάκο. Είναι μάλιστα και θαυμαστής του διάσημου Τακέσι, τον οποίο περιμένει για να του πάρει αυτόγραφο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα μπερδεύονται καθώς η πραγματικότητα (;) αναμειγνύεται αξεδιάλυτα με τα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις (κρυφές) επιθυμίες ή τους εφιάλτες του άσημου Τακέσι. Οι απόλυτα σουρεαλιστικές σκηνές (μερικές φορές με χιούμορ) εναλλάσσονται με πιστολίδι άνευ λόγου - δηλωμένη αναφορά στις "κανονικές" ταινίες του Κιτάνο με την έντονη βία.
Ίσως στην αρχή να παρακολουθείται με ενδιαφέρον και έκπληξη για τα όσα παράλογα διαδραματίζονται, πολύ σύντομα όμως το φιλμ κουράζει, καθώς οι διάφορες "κουφές" και δίχως ειρμό καταστάσεις επαναλαμβάνονται ατελείωτα - και γίνονται όλο και περισσότερο δίχως ειρμό. Τελικά πιάνεις τον εαυτό σου να κοιτά το ρολόι για το πότε θα τελειώσει όλο αυτό το άνευ λόγου μπέρδεμα.
Πολλοί κριτικοί έγραψαν σωστά ότι το Takeshi's θα ήθελε να είναι το "8μιση" του Κιτάνο και όντως πιστεύω κι εγώ ότι κάτι τέτοιο σκόπευε να κάνει. Πλην όμως δεν του βγήκε. Έμεινε στο "θα ήθελε".

Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006

BEST OF 2005-2006

Βρισκόμαστε στα τέλη Αυγούστου, εποχή που τα τελευταία χρόνια ξεκινά η καινούρια κινηματογραφική χρονιά. Καιρός λοιπόν για απολογισμούς. Τι μας άρεσε περισσότερο ή ένα προσωπικό Top-10 της χρονιάς 2005-2006.

Πριν όμως τρεις διευκρινήσεις:
1. Ως "σεζόν", όπως είπα, θεωρώ την περίοδο <Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2005 - Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2006>. Έτσι οι "Πειρατές της Καραϊβικής" ή ο Kitano για παράδειγμα, που βγήκαν στις 25 του μήνα, θεωρούνται ταινίες της νέας σεζόν, θα αξιολογηθούν δηλαδή του χρόνου.
2. Η σειρά των 10 καλύτερων κατά τη γνώμη μου ταινιών είναι εντελώς τυχαία. ΔΕΝ σημαίνει δηλαδή ότι η πρώτη είναι η καλύτερη, η δεύτερη η επόμενη κλπ. Μου είναι αδύνατο να αξιολογήσω μ' αυτόν τον τρόπο ταινίες ή οτιδήποτε άλλο, να καθορίσω δηλαδή ότι η τάδε είναι 7η ενώ η δείνα 8η. Απλώς αναφέρω τις 10 που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά και χωρίς αξιολογική σειρά.
3. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή (Τατί, Κουροσάβα κλπ.)

ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ :

- ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ του Per Fly
- Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ του Fernando Meirelles
- A CASE OF VIOLENCE του David Kronenberg
- ΚΡΥΜΕΝΟΣ του Michael Haneke
- MATCH POINT του Woody Allen
- ΝΕΚΡΗ ΝΥΦΗ του Tim Burton
- ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (3-IRON) του Kim Ki-duk
- Η ΠΙΟ ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ του Guy Maddin
- ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΦΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΚΙΑΔΕΣ ΕΣΤΡΑΝΤΑ του Tommy Lee Jones
- TIDELAND του Terry Gilliam

ΤΟ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΟΜΕΝΟ ΓΚΡΟΥΠ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΕ (ΠΑΝΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ):

- TORREMOLINOS 73 του Pablo Berger
- Η ΓΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΝΕΚΡΩΝ του George Romero
- HOWL'S MOVING CASTLE του Hayao Miyazaki
- CRASH του Paul Haggis
- Ο ΤΣΑΡΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ του Tim Burton
- WOODSMAN του Nicole Kassell
- ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ του George Clooney
- BROKEBACK MOUNTAIN του Ang Li
- ΚΑΠΟΤΕ του Bennett Miller
- V FOR VENDETTA του James McTeigue
- MANDARLEY του Lars von Trier
- Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ (INSIDE MAN) του Spike Lee

ΚΑΛΥΤΕΡΟ BLOCKBUSTER ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ (εκτός του ΤΣΑΡΛΙ...): KING KONG του Peter Jackson

Άντε, και του χρόνου (και οι διαφωνίες, αντιρρήσεις, λιποθυμίες και ό,τι άλλο, ελεύθερες!)

ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ, ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ


Για να σας προλάβω, δεν είμαι γενικά φαν των "ταινιών εποχής" (εξαιρέσεις, και μάλιστα λαμπρές, εννοείται ότι υπάρχουν). Αυτή εδώ η "Περηφάνεια και Προκατάληψη" του πρωτοεμφανιζόμενου πρώην τηλεοπτικού Joe Wright, σίγουρα έχει αρετές, που θα αναφέρουμε πιο κάτω, ωστόσο δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις λαμπρές εξαιρέσεις που λέγαμε πριν. Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ "ρατσιστής" θα την αποκαλούσα κατ' εξοχήν "κοριτσίστικη" ταινία: Βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα της Jane Austin, μιλά για τους γάμους ή τις απόπειρες γάμου πέντε (βοήθειά μας) νεαρών αδελφών κοριτσιών. Μία μία λοιπόν βρίσκουν το ταίρι τους, άλλες από έρωτα άλλες από συνεικέσια, ενώ ένας σκοτεινός, ανομολόγητος και βαθύς έρωτας είναι το φόντο για όλα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Τελικά... άντε, ας μη σας αποκαλύψω το τέλος.
Πλήξατε ήδη; Κι εγώ μ' όλα αυτά που έγραψα. Ίσως κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση των απάνθρωπων μερικές φορές (με τα σημερινά κριτήρια) ηθών γάμου της βαθειά συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα (γάμοι από στυγνό συμφέρον, "λογοδοσίες" παιδιών σχεδόν από τότε που γεννιούνται κλπ.). Ωστόσο, όσο ασφυκτική κι αν είναι αυτή η κοινωνία, η ταινία κλίνει σαφώς προς τον ρομαντισμό, τον θρίαμβο των αισθημάτων πάνω στους ψυχρούς υπολογισμούς.
Οι αρετές που λέγαμε; Ο Joe Wright είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, που χρησιμοποιεί εξαιρετικά την κίνηση της μηχανής, έχει ιδέες για το πώς θα δείξει με πρωτότυπο τρόπο κοινότοπα πράγματα και γενικά κατορθώνει να κάνει την ταινία αρκετά ευχάριστη. Είναι και η εξαιρετική φωτογραφία και η στάνταρ ποιότητα των βρετανικών παραγωγών με την πλειάδα των πολύ καλών ηθοποιών (Κίρα Νάιτλι, Τζούντι Ντεντς, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Μπρέντα Μπλέθιν κ.ά.), οπότε τα πράγματα βελτιώνονται πολύ.
Συνίσταται μόνο σε βαθειά ρομαντικούς, που πιστεύουν στον απόλυτό έρωτα, ή σε όσους θα εκτιμήσουν τις καθαρά κινηματογραφικές αρετές της ταινίας.

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2006

BANDIDAS ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ


Αν το ντεμπούτο των πρωτοεμφανιζόμενων Joachim Roenning και Espen Sandberg είναι μια ταινία όπως οι Λησταρχίνες (Bandidas), είναι φυσικό να μην ενδιαφέρομαι σχεδόν καθόλου για τη συνέχεια του έργου τους. Βέβαια πίσω τους κρύβεται ο Luc Besson, ο οποίος μπορεί να έχει γυρίσει μερικές ενδιαφέρουσες ή / και διασκεδαστικές ταινίες, πλην όμως ως παραγωγός πάει από το κακό στο χειρότερο...
Γουέστερν με χιούμορ θα ήθελαν να είναι λοιπόν αυτές οι κάτι-σαν-Ζορό "Λησταρχίνες", καθαρό fun ίσως, πλην όμως ούτε το κομμάτι "περιπέτεια", ούτε αυτό της κωμωδίας κατόρθωσαν να μου προκαλέσουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Κοινότοπες καταστάσεις, κλισέ επί κλισέ, κρυόκωλο χιούμορ, πατεράδες που πεθαίνουν δίχως να συγκινήσουν κανέναν, Μεξικό που το έχετε δει άπειρες φορές σε άπειρα γουέστερν, κάκιστες σκηνές δράσης (ξύλου για την ακρίβεια) και κακές ηθοποιίες από τις δύο - υποτίθεται - σούπερ σταρς Σάλμα Χάγιεκ και Πενέλοπε Κρουζ, που αμφότερες έχουν να επιδείξουν μερικές χιλιάδες φορές πιο ενδιαφέροντες ρόλους.
Αν κάποιες νύχτες του χειμώνα είναι πολύ βαρετές... θυμηθείτε ότι στα βιντεοκλαμπ σας υπάρχουν πολύ πιο συμπαθείς ταινίες καθαρού fun.
ΥΓ: Τι δουλειά είχε ο Σαμ Σέπαρντ σε μια τέτοια ταινία;;;;

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog φεύγει για δεύτερο μέρος διακοπών, αυτή τη φορά έως 28 Αυγούστου. Το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς. Έως τότε... καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση όταν επανέλθω (ποιος ξέρει; Ίσως και δριμύτερος).

7 ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ... 10 ΛΕΠΤΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ


Τελικά είναι μόδα οι σπονδυλωτές ταινίες, που υπογράφουν μεγάλα ονόματα σκηνοθετών. Στο "10 λεπτά αργότερα - Η τρομπέτα" 7 από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες έχουν 10 λεπτά ο καθένας στη διάθεσή του για να πει μια ιστορία που έχει σχέση με το χρόνο (πολλοί μάλιστα φροντίζουν στα φιλμάκια τους να αναφέρονται σε χρόνο 10΄ ακριβώς). Ναι, τα ονόματα είναι πολύ μεγάλα. Aki Kaurismaki, Victor Erice, Werner Hertzog, Wim Wenders, Jim Jarmusch, Spike Lee, Chen Kaige. Το αποτέλεσμα όμως συνολικά δεν νομίζω ότι φτάνει την αξία καθενός απ' αυτούς ξεχωριστά - και ιδιάιτερα στις καλές στιγμές τους.
Ο Καουρισμάκι με το γνώριμο, μινιμαλιστικό του χιούμορ, την ηθελημένα αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία και την "κουφή" ιστορία, εξαίρετος ως κινηματογραφική γλώσσα ο ασπρόμαυρος Έριθε, πολύ ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ του Χέρτσογκ για την τελευταία άγνωστη φυλή του κόσμου, που ανακαλύφτηκε στον Αμαζόνιο το 1981 και για τις τραγικές επιπτώσεις του πολιτισμού πάνω της, συμπαθητικός "ψυχεδελικός" Βέντερς, με την δηλωμένη αγάπη του για - το έρημο κυρίως - αμερικάνικο τοπίο και το ροκ, συγκινητικός και ποιητικός ο Κάιγκε, ενώ οι Σπάικ Λι και Τζάρμους μάλλον με απογοήτευσαν.
Σίγουρα το θέμα είναι αρκετά φλου, σαν το χρόνο που ρέει, και το σύνολο μοιάζει ασύνδετο και ενίοτε άσχετο. Υπάρχουν ανισότητες - φυσικό είναι - και μέτριες στιγμές και τελικά διδασκόμαστε ότι 7 μεγάλα ονόματα δεν κάνουν ντε και καλά μια μεγάλη ταινία. Θεωρώ το συνολικό αποτέλεσμα χλιαρό.

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

UGETSU MONOGATARI: ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


Το Ugetsu Monogatari του Kenji Mizogutsi (1898-1956), γυρισμένο το 1953, θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "κλασσικό". Σήμερα, πάνω από 50 χρόνια μετά, η ομορφιά και η ποίηση παραμένουν ακέραιες και η εικαστικότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας εξακολουθεί να συγκινεί τον σύγχρονο θεατή αφού - το έχουμε ξαναπεί - κάποιες αξίες δείχνουν να είναι αιώνιες (είπα "δείχνουν", δηλαδή μέχρι στιγμής. Ποιος ξέρει τι θα νομίζουν οι άνθρωποι 500, ας πούμε, χρόνια μετά...)
Βασισμένη σε παράξενες ιστορίες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, γεμάτες πόλεμο, ηρωισμό (ή μάλλον θαυμασμό προς τον ηρωισμό, αφού ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά στην ταινία) και φαντάσματα, αφηγείται τις παράλληλες ιστορίες δύο φίλων από ένα μικρό χωριό, που η απληστία και η μεγαλομανία τους οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Όταν θα καταλάβουν την αξία της επιστροφής στην "Ιθάκη" τους και η νοσταλγία για το απλό και καθημερινό που ανόητα άφησαν πίσω τους γίνει αφόρητη, θα είναι πια αργά: Διάφορα κακά θα έχουν ήδη συμβεί.
Αυτό όμως που κυρίως μένει στη μνήμη του θεατή είναι η ομορφιά των εικόνων. Το ταξίδι με τη βάρκα στην γεμάτη ομίχλη λίμνη, το τραγούδι της γυναίκας - φάντασμα, οι "στοιχειωμένες" ερωτικές σκηνές, η επιστροφή του "άσωτου" στο χωριό, όπου όλα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται (ή μάλλον όπως θα ήθελε να είναι)...
Παράλληλα με διάφορα άλλα νοήματα, που μαζί με την πανταχού παρούσα ομορφιά που προαναφέραμε διαποτίζουν την ταινία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον νομίζω ότι παρουσιάζει το έντονο αντιπολεμικό της κλίμα. Ο πόλεμος - που είναι σχεδόν άγνωστο και αδιάφορο ανάμεσα σε ποιούς γίνεται - είναι απλά και μόνο πηγή μύριων δεινών. Τίποτα άλλο. Οι στρατιώτες - άγνωστο σε ποια παράταξη ανήκουν - δείχνονται μονάχα σαν πεινασμένα κτήνη που λεηλατούν και βιάζουν. Δεν υπάρχει ίχνος έπους, ηρωισμού ή έστω θαυμασμού προς τον ηρωισμό. Αντίθετα μάλιστα, ο ανόητος και τυφλός θαυμασμός προς τους υποτιθέμενους ήρωες είναι που οδηγεί τον έναν από τους δύο φίλους στην δική του τραγωδία. Σημειωτέον ότι και οι δύο φίλοι νομίζουν σε κάποιες φάσεις ότι έχουν βρει τον παράδεισο, ότι η τόλμη (ή η απερισκεψία τους, αν θέλετε) έχουν ανταμειφθεί. Πλην όμως, το είπαμε ξανά, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται...
Η δυσκολία του απροετοίμαστου θεατή μπροστά στην "ιαπωνικότητα" της ταινίας υφίσταται, όπως ακριβώς είχα γράψει και για το "Ρασομόν". Πλην όμως, νομίζω ότι η επαφή με κουλτούρες ολότελα διαφορετικές από τη δική μας, μόνο καλό μπορεί να κάνει, ακόμα κι αν δεν τις κατανοούμε πλήρως, όπως είναι φυσικό. Μη φοβάστε το ξένο. Είναι τόσο δροσιστικό...

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Ο ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΣ ΘΕΙΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ


Πρώτα απ' όλα πρέπει κανείς να είναι "μυημένος" στην πολύ προσωπική άποψη του Jacques Tati (1907-1982) για το χιούμορ. Κάποιος που την αγνοεί, πιθανόν να νοιώσει αμηχανία μπροστά στο ιδιόρυθμο στυλ του. Ο Τατί δεν έκανε ποτέ αυτό που λέμε "ξεκαρδιστική" κωμωδία. Δεν θα κλάψετε από τα γέλια, όπως με τους αδελφούς Μαρξ (αν πιάνετε τις καταιγιστικές ατάκες και τα λογοπαίγνιά τους) ή με το "Πάρτι" του Έντουαρντς και τις απίστευτες γκάφες του Πίτερ Σέλερς. Ο Τατί είναι ένας μινιμαλιστής της κωμωδίας. Το χιούμορ του είναι διακριτικό, καθόλου κραυγαλέο, "ύπουλο". Ο αμίμητος τύπος που δημιούργησε (όπως ο Τσάπλιν τον Σαρλώ) είναι ο κύριος Υλό, ήρωας σε όλες τις ταινίες του, που είναι 5 όλες κι όλες (συν μερικές μικρού μήκους).
"Ο θείος μου" του 1958 είναι μια από τις καλύτερες. Μέσα από την φοβερή αντίθεση του ατσούμπαλου, ανεπρόκοπου, πλην όμως γλυκύτατου θείου του πιτσιρικά και της "μοντέρνας", πλούσιας, κρυόκωλης και απολύτως καθώς πρέπει οικογένειάς του (περιτό να πούμε ότι ο πιτσιρικάς προτιμά σαφώς τον θείο), ο Τατί για μια ακόμα φορά σατιρίζει ανελέητα ό,τι ακριβώς σατιρίζει σε όλες του τις ταινίες: Την σύγχρονη, μοντέρνα κοινωνία, που παρά τις υλικές ανέσεις και την πληθώρα των γκάτζετ μέσα στα οποία ζει, μοιάζει να έχει χάσει την ψυχή της ή να έχει ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν όλα αυτά. Κοινώς, σύμφωνα με τον Τατί (που κατά βάθος είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός) ο σύγχρονος άνθρωπος δεν υπηρετείται αλλά υπηρετεί κοπιωδώς την "πρόοδο".
Όλα αυτά δείχνονται με πλήθος από "αργά", βραδυφλεγή κωμικά γκαγκς, με ελάχιστο - έως και καθόλου - λόγο, με νωχελική σκηνοθεσία, που βγάζει γέλιο όχι μόνο (ή μάλλον όχι κυρίως) από αυτό που συμβαίνει, αλλά από αυτό που περιμένεις να συμβεί. Οι ατελείωτες, καθημερινές και απείρου γελοιότητας φάσεις στο υπερμοντέρνο, γεμάτο αυτοματισμούς σπίτι της ρομποτοποιημένης και ψυχρής οικογένειας είναι όλα τα λεφτά και, όπως είπαμε, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το "χειροποίητο", ζεστό, ευφάνταστο, αστείο και σαν καρικατούρα σπίτι του άνεργου και καλόκαρδου θείου, του κ. Υλό, του Τατί δηλαδή, που, φυσικά, πρωταγωνιστεί όπως πάντα στις ταινίες του. Όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Τατί ας προσέξουν ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των ταινιών του: Αυτά που συμβαίνουν στο "βάθος πεδίου", όχι δηλαδή στο πρώτο πλάνο αλλά στο φόντο της εικόνας. Το οπτικό χιούμορ του Τατί διαδραματίζεται σε όλα τα επίπεδα.
Ίσως αντιληφθήκατε πως ό,τι ακριβώς είπαμε για τον "Θείο μου" ισχύει και για το υπόλοιπο έργο του δημιουργού. Πρόκειται για έναν από τους λίγους καλλιτέχνες που δημιούργησε ένα καθαρά δικό του, προσωπικό και άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν. Όλες του οι ταινίες μοιάζουν, αυτό όμως δεν μειώνει στο παραμικρό την απόλαυση της θέασής τους.
Ξαναλέω ότι ίσως το "αργόσυρτο" χιούμορ ξενίσει τους πρωτάρηδες. Αν το συνηθίσει όμως κανείς, αργά ή γρήγορα θα αγαπήσει βαθειά το μικρό σε όγκο και μεγάλο σε ποιότητα έργο του, θα γίνει "φαν". Όπως καταλάβατε, ανήκω σ΄αυτούς.

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

ΠΟΣΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΛΕΒΙΝ;


Το "Στοίχημα του Σλέβιν" του Paul McGuigan πριν από οτιδήποτε άλλο θυμίζει τρομερά Γκάι Ρίτσι και, φυσικά, τον πατέρα όλων αυτών Ταραντίνο. Τα χαρακτηριστικά του αποτελούν: εξαιρετικά γρήγορη σκηνοθεσία, εντελώς απίθανη πλοκή, χιούμορ και έξυπνες ατάκες, overdose βίας και παντελής απουσία "αληθινών" χαρακτήρων. Όλοι τους σχεδόν αγγίζουν σχεδόν την καρικατούρα. ΟΚ, αυτό είναι σαφώς ηθελημένο. Είναι μέσα στο "παιχνίδι" και το στιλ της ταινίας.
Στο πρώτο μισό το φιλμ κυλούσε ευχάριστα. Είναι αυτό που λέμε "ό,τι πρέπει για θερινό". Μετά όμως, ο καταιγισμός των ανατροπών, η κάθε μια από τις οποίες αποκάλυπτε όλο και περισσότερο το αναληθοφανές της πλοκής, ομολογώ ότι με κούρασε κάπως. Τελικά κατέληξα να το κατατάξω στην κατηγορία των "απλώς συμπαθητικών". Και να προβληματιστώ για το πόσο ακόμα θα γίνονται τέτοιες ταραντινώδεις ταινίες, που, ενώ τις βλέπεις σχετικά ευχάριστα, τις ξεχνάς αμέσως μετά. Ας μη γκρινιάζω όμως. Ίσως το ζητούμενο να είναι ακριβώς αυτό...
ΥΓ: Καλά όλα, αλλά ολόκληρη η ερωτική ιστορία, που παίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή, βασίζεται σε μια τερατώδη σύμπτωση: Σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη (11 εκατομύρια, μαθαίναμε στο Γυμνάσιο. Από τότε θα αυξήθηκαν φαντάζομαι) ο φίλος του Σλέβιν ΕΤΥΧΕ να μένει πόρτα - πόρτα με μια κοπέλα (τη Λούσι Λιου) που επίσης σχετίζεται άμεσα με την όλη υπόθεση!!!

Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2006

ΕΚΕΙΝΟΙ "ΦΙΛΟΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ". ΕΜΕΙΣ, ΤΙ ΦΤΑΙΜΕ;


Για το "Φίλοι για πάντα" (Bronzes 3) του Patrice Leconte δεν έχω τίποτα θετικό να πω. Πρόκειται για μια απίστευτα χοντροκομένη φαρσοκωμωδία, που θυμίζει αντίστοιχες του παλιού ελληνικού σινεμά, πλην όμως αρκετά χειρότερη, αφού λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες που χαρακτήριζαν τις τελευταίες. Τρίτη συνέχεια της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του Λεκόντ "Les Bronzes" πίσω στα 1978, σάρωσε τα ταμεία στη Γαλλία και έγινε η επιτυχία της χρονιάς εκεί, πράγμα που το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι (και) οι Γάλλοι - ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους - διαθέτουν κακό γούστο.
Οι γερασμένοι πλέον ήρωες της πρώτης ταινίας λοιπόν, 28 χρόνια μετά, στα 50φεύγα τους, πάνε διακοπές, αλλάζουν (ή προσπαθούν να αλλάξουν) ερωτικούς παρτενέρ, κάνουν πλήθος από γκάφες, κάνουν επίσης εξαιρετική επίδειξη κιτς (καμία σχέση με Almodovar, μην πάει εκεί το μυαλό σας) και, αντί γέλιου, προκαλούν μάλλον αισθήματα θλίψης για την εσωτερική και εξωτερική κατάντια τους.
Το πιό απίστευτο στο φιλμ δεν είναι οι τόννοι κακογουστιάς που προαναφέραμε (και οι οποίες ούτε χαμόγελο δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν), αλλά το ότι έχει γυριστεί από τον Πατρίς Λεκόντ - αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που την είδα - ο οποίος παλιότερα μας έχει δώσει εξαιρετικά τρυφερές και λεπτές (σχεδόν πάντοτε όμως με πολύ χιούμορ) ταινίες, από τον "Εραστή της Κομώτριας", το "Tango" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες", μέχρι τον σχετικά πρόσφατο "Άνθρωπο του τρένου". O Tempora o Mores!

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006

ΣΕΞ, ΞΗΡΑΣΙΑ ΚΑΙ...ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ ΣΤΑ ΤΑΪΒΑΝΕΖΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ


Τα "Ταξιδιάρικα Σύννεφα" του Μαλαίσιου Ming-liang Tsai (που ζει και δουλεύει στην Ταϊβάν) είναι μια πειραματική ταινία. Τουτέστιν, μην περιμένετε κλασική αφήγηση μιας ιστορίας ή λογικό ειρμό. Οι παράδοξες, αναίτιες πιθανόν, συμπεριφορές των ηρώων, ο τρόπος κινηματογράφησης, οι αργοί ρυθμοί και οι νεκροί χρόνοι, όλα παραπέμπουν στο πειραματικό σινεμά. Κυρίως όμως σ' αυτό παραπέμπει ο απίστευτος σουρεαλισμός της ταινίας και η παρανοϊκή μείξη κινηματογραφικών ειδών. Είναι μάλλον η μοναδική φορά που οι αργοί ρυθμοί και τα ακίνητα πλάνα που προαναφέραμε - δείγμα γραφής ενός ορισμένου στιλ καλλιτεχνικού σινεμά - συνυπάρχουν με τον ακραίο ερωτισμό, που αγγίζει την πορνογραφία, το κιτς μιούζικαλ και μια σκηνοθετική εμμονή με τα... καρπούζια!
Σε μια Ταϊπέι που υποφέρει από αφόρητο καύσωνα και λειψυδρία, μια μοναχική κοπέλα συναντιέται με έναν ηθοποιό ταινιών πορνό. Η ερωτική τους σχέση - με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ανεξέλεγκτα - κάθε άλλο παρά "φυσιολογική" είναι. Η (όποια) αφήγηση διακόπτεται κάθε λίγο από απίστευτα, μεγαλοπρεπή και ηθελημένα κιτς μουσικοχορευτικά νούμερα, σαν βιντεοκλίπ - υπερπαραγωγές κινέζικων παθιάρικων ερωτικών τραγουδιών, με όντως διασκεδαστικότατα αποτελέσματα. Κι όλα αυτά, κάτω από μία... καρπουζοκεντρική οπτική. Το πανταχού παρόν αυτό φρούτο θα σας προσφέρει απίθανους ερωτικούς συνειρμούς και θα σας ανοίξει τα μάτια για ερωτικές του χρήσεις που δεν είχατε φανταστεί...
Ναι, υπάρχει ένα ιδιόρυθμο χιούμορ, υπάρχει και σεξ και ίσως και μια προβληματική στο θέμα της πορνογραφίας. Πλην όμως οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί και η έλλειψη στόχου - όλοι θα αναρωτηθούν "πού το πάει ο σκηνοθέτης" - με κούρασαν αφάνταστα. Τελικά η ταινία βλέπεται πολύ δύσκολα και δεν νομίζω ότι έχει κάτι να πει πέραν των ακραίων σκηνοθετικών - και όχι μόνο - παιχνιδιών της. Μόνο για όσους κυνηγούν την απόλυτη κινηματογραφική παραδοξότητα (ρισκάροντας πιθανόν το σπάσιμο των νεύρων τους)...
ΥΓ: Θα ήμουν πανευτυχής αν είχα σε DVD τα πέντε (αν θυμάμαι καλά) φοβερά μουσικοχορευτικά νούμερα που - άνευ προφανούς λόγου - διακόπτουν την ταινία. Είναι εκπληκτικά!

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

ΡΑΣΟΜΟΝ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Το "Ρασομόν", γυρισμένο το μακρινό 1950, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες του Akira Kurosawa (1910-1998). Ασπρόμαυρη, παλιά, κι όμως βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταφέρνοντας να ερεθίσει την σκέψη και του σύγχρονου θεατή.
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλές σημερινές ταινίες με τόσο παράδοξο και ενδιαφέρον από φιλοσοφική άποψη θέμα: Μια ιστορία φόνου και βιασμού, που διαδραματίζεται στον γιαπωνέζικο μεσαίωνα, λέγεται με τέσσερεις διαφορετικούς τρόπους, από τη σκοπιά του εκάστοτε αφηγητή (οι οποίοι είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και οι τρεις πρωταγωνιστές του δράματος, ακόμα και ο νεκρός!) Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αφηγητές δεν λένε ψέματα για να γλυτώσουν το τομάρι τους. Αντίθετα, ο καθένας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο δολοφόνος! Οπότε; Οι σκέψεις μας οδηγούνται σε μονοπάτια που αφορούν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, τα παιχνίδια της μνήμης, το φιλτράρισμα (ηθελημένο ή μη) των γεγονότων από τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες ή την κοσμοθεωρία αυτών που τα έζησαν. Πιθανόν η τελευταία εκδοχή, αυτή του αυτόπτη μάρτυρα, να είναι η "αληθινή". Τελικά όμως ούτε αυτό έχει και πολλή σημασία. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί κι αυτή μια υποκειμενική ματιά, όπως οι υπόλοιπες. Δεν είναι λοιπόν η όποια "αλήθεια" που ενδιαφέρει, αλλά το πώς αυτή μετατρέπεται, φιλτράρεται, παραμορφώνεται, αλλάζει, από την υποκειμενικότητα και των χαρακτήρα των ανθρώπων.
Μέσα σ' αυτό το βίαιο τοπίο, με φόντο πάντα το φριχτό συμβάν, οι άνθρωποι που ακούν τις εκδοχές της ιστορίας, δείχνουν να απογοητεύονται από τον κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση, αν και στο τέλος ο Kurosawa αφήνει μια μικρή χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας (όχι βέβαια όσον αφορά τα γεγονότα του βιασμού και του φόνου, αυτά έχουν συμβεί αμετάκλητα, έστω και με άγνωστο, τελικά, τρόπο).
Ίσως η ταινία να βλέπεται δύσκολα από όσους έχουν συνηθίσει στον κλασσικό (αμερικάνικο κυρίως) τρόπο γραφής και αφήγησης, όχι τόσο λόγω της παλαιότητάς της, όσο κυρίως λόγω της "ιαπωνικότητάς" της. Οι ηθοποιοί "φωνάζουν", κάνουν υπερβολικές χειρονομίες και γκριμάτσες (κυρίως ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουρασάβα Τοσίρο Μιφούνε), συμπεριφέρονται παράξενα για τα δικά μας δεδομένα. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τους αρχαίους κώδικες και τρόπους του γιαπωνέζικου θεάτρου, που στους δυτικούς θεατές είναι ουσιαστικά άγνωστοι (η αρχή μάλιστα μάλιστα της κάθε ιστορίας είναι θεατρικά κινηματογραφημένη, καθώς ο αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται στο θεατή, παρά το ότι μιλά στους ανακριτές του, οι οποίοι δεν δείχνονται ποτέ). Πάντως αυτές - και οι όποιες άλλες - "δυσκολίες", δεν μπορούν να κάνουν την ταινία λιγότερο κλασσική.

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006

ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Υπάρχουν ταινίες που βασικός στόχος τους είναι η "εξερεύνηση" του περιθωρίου, ανθρώπων δηλαδή που ζουν στα έσχατα άκρα της κοινωνίας - σχεδόν εκτός αυτής, θα λέγαμε. Οι "Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας" του Marco Ferreri (1928-1997), που ο σημαντικός αυτός Ιταλός γύρισε το 1981, είναι σίγουρα μια από τις πιο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ ο Ferreri συναντά έναν από τους διασημότερους "καταραμένους" και περιθωριακούς, τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, μεταφέροντας στην οθόνη ιστορίες από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό του βιβλίο.
Κοινός άξονας των ηρώων είναι η τάση για αυτοκαταστροφή. Ο πρωταγωνιστής - αντίγραφο του Μπουκόφσκι είναι ταλαντούχος συγγραφέας, πλην όμως αλκοολικός, απόλυτα παρατημένος, παρακμιακός, έρμαιο των παρορμήσεων - ερωτικών και όχι μόνο - της στιγμής. Η δόξα, η καταξίωση και το χρήμα καθόλου δεν τον συγκινούν και προτιμά να κάνει παρέα με κάθε λογής περιθωριακούς (τους οποίους ουσιαστικά θαυμάζει), παρά με "καθώς πρέπει" ανθρώπους - και να πηδά όποια γυναίκα βρίσκει μπροστά του και μπορεί, χωρίς καμιά διάκριση ηλικιακή ή εμφανισιακή. Η πόρνη που ερωτεύεται (υπέροχη η Ορνέλα Μούτι) είναι κι αυτή απόλυτα αφημένη και με έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Γύρω από το κάθε άλλο παρά συνηθισμένο αυτό ζευγάρι, κινείται μια τερατώδης πινακοθήκη απίστευτων τύπων, με κοινό γνώρισμα την απόλυτη απόκλιση από αυτό που θα λέγαμε "κανονικό".
Τα κωμικά, διασκεδαστικά επεισόδια εναλλάσονται με τα τραγικά, συγκλονιστικά ενίοτε, που συνηθίζονται σε τέτοιους χώρους. Βλέπετε, στο περιθώριο, η εναλλαγή τραγωδίας και κωμωδίας είναι πολύ πιο έντονη και ακραία απ' όσο στη ζωή που οι περισότεροι από εμάς ζούμε. Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί το Χόλιγουντ, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ: Παρακμιακό, άσχημο, γυμνό, δίχως την παραμικρή λάμψη. Υπάρχουν κι εκεί, βλέπετε, φτωχογειτονιές, εκτός από τις βίλες των αστέρων, που, στο κάτω - κάτω, βρίσκονται σε απομακρυσμένα προάστια...
Παρά τα τόσα χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία βλέπεται άνετα σήμερα - αν εξαιρέσει κανείς το ντύσιμο, που προδίδει από μακριά την εποχή που γυρίστηκε - και είναι αρκετά πιο ακραία, στο ερωτικό μέρος τουλάχιστον, από το μεταγενέστερό της "Barfly", που εμπνέεται από ο ίδιο βιβλίο.
Δείτε την ταινία, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για μια ολοκληρωτική βουτιά στον πάτο της κοινωνίας μας.

Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006

KIN-DZA-DZA: ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ, ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ



Χάρη σ' έναν blogger και φίλο, ένα αληθινό φιλμικό αξιοπερίεργο έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Πρόκειται για το σοβιετικό φιλμ του (Γεωργιανού) Georgi Daneliya "Kin-Dza-Dza", γυρισμένο το 1986. Νομίζατε ότι δεν υπήρχε επιστημονική φαντασία στο σοβιετικό σινεμά; Γελιέστε! Όχι μόνο υπήρχε, αλλά και γνώρισε και καλές στιγμές, όπως αυτή εδώ.
Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό βλέποντας την πάνω από 2 ώρες αυτή ταινία, είναι ένα low budget "Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ". Πράγματι, το Kin-Dza-Dza διαθέτει πολύ χιούμορ - και επίσης έντονα στοιχεία κοινωνικής σάτιρας: Δύο σοβιετικοί πολίτες τηλεμεταφέρονται κατά λάθος στον ομώνυμο πλανήτη, όπου όλα είναι έρημος, οι κάτοικοι διαθέτουν μια παράδοξα προχωρημένη τεχνολογία, που, ωστόσο, εξωτερικά θυμίζει μάλλον μεσαίωνα, και το στοιχείο που κυριαρχεί (εκτός της πανταχού παρούσας διάθεσης για απάτη) είναι η αυστηρότατη κοινωνική ιεραρχία. Η γλώσσα του πλανήτη αποτελείται από 5-6 λέξεις, που σχετίζονται με κάποια τεχνογκάτζετ και, φυσικά, με το χρήμα. Όλες οι υπόλοιπες λέξεις είναι ΚΟΥ, που προφέρεται με άπειρους τρόπους και συνοδεύεται από πολύπλοκες υποκλίσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στη γη, οι δύο άτυχοι πρωταγωνιστές θα περάσουν και από άλλους πλανήτες, με τις δικές τους πάντοτε ιδιαιτερότητες...
Η κοινωνική κριτική σε θέματα όπως η ιεραρχία και οι τάξεις, η λατρεία του χρήματος, το ανήθικο του εμπορίου κλπ. είναι σαφείς, χωρίς ωστόσο η ταινία να γίνεται διδακτική. Οι αστείες καταστάσεις και οι απίστευτες φάτσες διαδέχονται η μία την άλλη, διαβρώνοντας έτσι την όποια σοβαροφάνεια της καταγγελίας. Εντύπωση προκαλεί η έξυπνη χρήση της εξωγήινης τεχνολογίας. Όλες οι κατασκευές και τα αντικείμενα είναι εξαιρετικά ευτελή. Σχεδόν εγκατελειμένες παράγκες, κομάτια σπάγκου, ξύλινες, πρόχειρες κατασκευές, βαρέλια, σκουριασμένα μέταλλα, τα πάντα χρησιμεύουν για πολύ προχωρημένες χρήσεις (ταξίδια στο διάστημα, τηλεμεταφορές κλπ.), συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός πρωτότυπου, ασυνήθιστου σύμπαντος.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Όχι μόνο σαν φιλμικό αξιοπερίεργο...

Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006

Η ΔΙΠΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚ


Υπάρχουν ταινίες ερμητικές, ταινίες που είναι πολύ δύσκολο να υποθέσεις "τι θέλει να πει" ο δημιουργός τους (ή αν όντως θέλει να πει κάτι). Μια απ' αυτές είναι, νομίζω, και η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του μακαρίτη Krzysztof Kieslowski (1941-1996), που γυρίστηκε το 1991, πριν την "τριλογία των χρωμάτων". Ωστόσο, η ερμητικότητα αυτή καθόλου δεν στερεί τα έργα αυτά από την ομορφιά τους. Βλέπετε, η ομορφιά δεν έχει πάντοτε νόημα, απλώς υπάρχει. Την θαυμάζουμε (συχνά, αν είμαστε τυχεροί), αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι πρέπει να την ερμηνεύσουμε.
Η ομορφιά είναι πανταχού παρούσα στην αλλόκοτη αυτή ιστορία των δύο πανομοιότυπων Βερονίκ, που ζουν παράλληλα, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου (στη Γαλλία και στην Πολωνία), μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, έχουν τις ίδιες συνήθειες και κλίσεις - πλην όμως εντελώς διαφορετικές μοίρες -, αλλά αγνοούν η μία την ύπαρξη της άλλης. Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία του στυλ "οι δύο όψεις που συνυπάρχουν μέσα μας" (καλό - κακό, αρσενικό - θηλυκό, λογική - συναίσθημα κλπ. κλπ. κλπ.) θα έπεφτε στο κενό, καθώς οι δύο κοπέλες δεν είναι ούτε αντίθετες ούτε συμπληρωματικές: Είναι απλώς ίδιες, εσωτερικά και εξωτερικά. Από εκεί και πέρα, ίσως δοθούν πολλές άλλες ερμηνείες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Μπορεί κάποια απ' αυτές να πλησιάζει τις προθέσεις του δημιουργού, μπορεί πάλι όχι. Όπως και να έχει όμως, η ομορφιά εξακολουθεί να υπάρχει: Στις εικόνες του Κισλόφσκι, στην υπέροχη μουσική του Preisner, στο κουκλοθέατρο του πρωταγωνιστή, στον μεταξύ τους έρωτα, στην ίδια την Ιρέν Ζακόμπ, την εμφάνιση και την ουράνια φωνή της...
Ίσως πολλοί να χρειάζονται ερμηνείες, ένα συγκεκριμένο και κατανοητό στόρι, που εξηγεί τα πάντα. Σεβαστό. Και εγώ , άθελά μου πολλές φορές, αναζητώ κάτι τέτοιο. Ωστόσο θα πρότεινα απλώς να αφεθείτε στην ομορφιά. Των εικόνων, της μουσικής, της ίδιας της Ζακόμπ.

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ


Ενδιαφέρον κοινωνικό δράμα είναι η ταινία του Noah Baumbach με τον ηλίθιο ελληνικό τίτλο "Δεσμοί διαζυγίου" - αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει αυτό; (ο κανονικός τίτλος είναι The Squid and the Whale): Ένα ζευγάρι διανοούμενων που χωρίζει μετά από 20 περίπου χρόνια γάμου και οι επιπτώσεις τόσο στις ζωές τους, όσο και (κυρίως) στις ζωές των δύο αγοριών τους - όπου μάλιστα το ένα παίρνει σαφώς το μέρος της μάνας και το άλλο του πατέρα.
Ξέρω ότι ακούγεται ξενέρωτο, αλλά, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για καλή ταινία, που παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Άλλοτε δραματικό και άλλοτε κωμικό, το φιλμ ρίχνει κυρίως το βάρος στην αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των δύο παιδιών μετά το τραύμα του χωρισμού των γονιών τους. Όσο για τους δύο γονείς, ο πατέρας παρουσιάζεται καθαρά ως ο αρνητικός πόλος - ματαιόδοξος, ανασφαλής, αποτυχημένος, που δεν συγχωρεί κατά βάθος την διαφαινόμενη επιτυχία της γυναίκας του.
Ψυχολογική μελέτη των επιπτώσεων του χωρισμού στον μικρόκοσμο της οικογένειας, εκτός του ότι αποτελεί μια καλή προσπάθεια μελέτης του τόσο συχνού στις μέρες μας προβλήματος, μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τον Τζεφ Ντάνιελς σε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο απ' αυτούς που τον έχουμε συνηθίσει.

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ OFFSIDE


Το ιρανικό σινεμά γνωρίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια σημαντική άνθηση. Στην αλυσσίδα των επιτυχιών του λοιπόν (καλλιτεχνικών, όχι εμπορικών, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) έρχεται να προστεθεί το Offside του Jafar Panahi, ο οποίος, λίγα χρόνια πριν, είχε κάνει τον "Κύκλο".
Το Offside σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγάλη ταινία. Είναι όμως συμπαθητική, άμεση, δροσερή. Στο επίκεντρο και πάλι οι γυναίκες στο Ιράν. Ανάμεσα σε πλήθος άλλων ανισοτήτων και παρανοϊκών (για μας) απαγορεύσεων, τους είναι αυστηρά ανεπίτρεπτο να πηγαίνουν στο γήπεδο (!!!), το οποίο, φυσικά, είναι (μία ακόμα) ανδρική υπόθεση. Μερικές κοπέλες λοιπόν, μεταμφιεσμένες σε άντρες, επιχειρούν να μπουν στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν το ματς από το οποίο θα κριθεί αν το Ιράν θα πάει στα τελικά του Μουντιάλ στη Γερμανία (πράγμα που όντως έγινε και οι ανά τον κόσμο ποδοσφαιρόφιλοι το είδαν να παίζει τον Ιούνιο). Συλλαμβάνονται όμως, προτού καλά - καλά καταφέρουν να μπουν, και κατά τη διάρκεια του κρίσιμου ματς κρατούνται από φαντάρους. Το ίδιο το ματς δεν δείχνεται ποτέ. Αυτό που βλέπουμε είναι οι αντιδράσεις ανδρών και γυναικών στις διάφορες φάσεις και οι σχέσεις με τους φαντάρους.
Η ταινία είναι εξαιρετικά λιτή, φτιαγμένη με ελάχιστα χρήματα, σε κάποιες στιγμές σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον είναι ότι για να καταγγείλει ο σκηνοθέτης τον παράλογο αποκλεισμό των γυναικών από πλήθος δραστηριοτήτων στη χώρα του, δεν χρησιμοποιεί βαρύγδουπη, δραματική γραφή, αλλά έναν ανάλαφρο τρόπο, με αρκετό χιούμορ. Έτσι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, συγχρόνως όμως η καταγγελία λειτουργεί απόλυτα. Εκτός αυτών όμως, δείτε τη και για πληροφοριακούς λόγους: Σε πολλά μέρη του κόσμου (πιο πολλά ίσως από όσα νομίζετε), θέματα που για μας είναι απόλυτα λυμένα και αυτονόητα - διάβολε, ποιος αναρωτήθηκε ποτέ αν πρέπει να επιτρέπονται οι γυναίκες στα γήπεδα; - αποτελούν αντικείμενα αυστηρών απαγορεύσεων...
ΥΓ: Το Offside είναι ακόμα απαγορευμένο στο Ιράν.