Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006

ΟΙ ΔΙΧΩΣ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ BLUE SPRING


Το Blue Spring (2001), τρίτη ταινία του Toshiaki Toyoda, μας μεταφέρει σ' ένα γιαπωνέζικο σχολείο, όπου η βία, ο ανταγωνισμός για εξουσία, η κάθε λογής "μαγγιά" και η εγκληματικότητα σε διαφορετικές μορφές κυριαρχούν ανάμεσα στους μαθητές. Το ύφος του Toyoda μας είναι πια γνώριμο: Απόλυτο στυλιζάρισμα και προσωπική ματιά, αναληθοφανείς καταστάσεις, απουσία κοινωνικού περίγυρου. Πράγματι, οι μαθητές μοιάζουν να είναι μόνοι. Ελάχιστοι καθηγητές εμφανίζονται, σχεδόν καμιά γυναίκα (το σχολείο είναι αρρένων), κανένας γονιός, ούτε καν άλλοι μαθητές εκτός από τις συγκεκριμένες ομάδες των ηρώων, που συγκρούονται μερικές φορές μέχρι θανάτου και στον κοινωνικό περίγυρο που προαναφέραμε μοιάζει να υπάρχει μονάχα η Γιακούζα, έτοιμη πάντα να στρατολογήσει νεαρούς πριν καν τελειώσουν το σχολείο. Όλα αυτά είναι μάλλον ηθελημένα, αφού τον σκηνοθέτη ενδιέφερε πιθανώς να δημιουργήσει έναν εφιαλτικό σχολικό μικρόκοσμο της "έξω" κοινωνίας. Ωστόσο οι χαρακτήρες νομίζω ότι δεν αναπτύσονται και πολύ ξεκάθαρα, καθώς συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τα κίνητρα ορισμένων (βίαιων κυρίως) πράξεών τους.
Η ταινία σίγουρα έχει κάποιο ενδιαφέρον, με κράτησε αρκετά με τα άιματηρά της ξεσπάσματα - και όχι μόνο - αλλά συνολικά, για μια ακόμα φορά, με άφησε ανικανοποιήτο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

9 ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ


Το "9 Souls" (2003) του γιαπωνέζου Toshiaki Toyoda, η πρώτη ταινία του που είδα στις Νύχτες Πρεμιέρας, μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα, όπως και όλο το έργο του άλλωστε. Η ταινία αφηγείται την απόδραση 9 επικίνδυνων κατάδικων και την περιπλάνησή τους στους δρόμους των γιαπωνέζικων πόλεων (μένουν συνεχώς όλοι μαζί, και παρά το ότι ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, η μοίρα τους μοιάζει να είναι δεμένη).
Το φιλμ ξεκινά με αρκετό χιούμορ για να καταλήξει σε ένα αιματηρό και βίαιο φινάλε, τραγικό για τους περισσότερους - αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Υπάρχει σκηνοθετικό στυλιζάρισμα, υπάρχει κάποιος σουρεαλισμός σε μερικά σημεία, υπάρχει μια προσωπική ματιά και, αναμφισβήτητα, καλές και δυνατές στιγμές. Το όλο αποτέλεσμα ωστόσο με άφησε μάλλον αμήχανο, να μη μπορώ ακριβώς να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Toyoda, 36 μόλις χρονών, έχει προλάβει να γυρίσει ήδη 5 ταινίες (αυτή είναι η 4η, του 2003). Έχοντας δει τις 3 απ' αυτές, θεωρώ ότι σίγουρα έχει ενδιαφέρον ως δημιουργός, δεν μπορώ να πω όμως ότι ήταν και μια πραγματική αποκάλυψη.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ "ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ"


Η "Ανακύκλωση" των δίδυμων Danny και Oxide Pang (από το Χονγκ Κονγκ, που ζουν και δουλεύουν στην Ταϊλάνδη και πριν λίγα χρόνια είχαν κάνει το ενδιαφέρον "Μάτι") ξεκινά σαν μια καλή ταινία τρόμου, για να εκφυλιστεί γρήγορα σε κάτι σαν εφιαλτικό παραμύθι που βρίθει από ηθικοπλαστικά μηνύματα. Όσο η μοναχική ηρωίδα συγγραφέας βρίσκεται στο διαμέρισμά της και αντιλαμβάνεται παράξενα και τρομακτικά φαινόμενα γύρω της, το φιλμ υπόσχεται πολλά. Όταν όμως, στα καλά καθούμενα, μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο και με οδηγό ένα κοριτσάκι ξεκινά μια οδύσσεια για να επιστρέψει, η βαρεμάρα καταλαμβάνει σιγά - σιγά την οθόνη, καθώς σκηνοθετικά λείπει το νεύρο και το σασπένς. Η κλασσική δομή του παραμυθιού, όπου το ένα στοιχείο σε οδηγεί στο επόμενο, ή του video game αν θέλετε, όπου περνάς από τη μία πίστα στην άλλη, κυριαρχούν. Το χειρότερο όμως είναι το μπαράζ από ηθικοπλαστικά, χριστιανικά "διδάγματα", με αποκορύφωμα την πολεμική κατά των εκτρώσεων, που τελικά φαίνεται να είναι το βασικό μήνυμα της ταινίας. Πώς, τώρα, ένα ταϊλανδέζικο φιλμ μοιάζει να έχει χρηματοδοτηθεί από την καθολική εκκλησία, αυτό είναι όντως απορίας άξιο.
Τα θετικά της ταινίας βρίσκονται μόνο στις εικόνες της (σε ορισμένες από αυτές για να είμαστε ακριβείς). Πράγματι μερικές είναι εξαιρετικής σύλληψης και σκοτεινής ομορφιάς (η πόλη σε σήψη που καταρρέει, τα ιπτάμενα νησιά κλπ.), ενώ ορισμένα εφφέ (ψηφιακά φυσικά) είναι εντυπωσιακά. Όπως και στο Silent Hill όμως, η εντυπωσιακή εικόνα δεν φτάνει σε καμία περίπτωση να κάνει μια καλή ταινία, όταν το σενάριο στερείται φαντασίας, είναι κούφιο ή/και αντιδραστικό.
Τελικά μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιδημία στο χώρο του φανταστικού, όπου προσπαθούν να τα κάνουν όλα με τον απλό οπτικό εντυπωσιασμό, χτίζοντας ωστόσο σε σαθρότατα θεμέλια;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ


Μετά την θαυμάσια "Ανθρωποκτονία", ο Δανός Per Fly το έκανε πάλι: Η "Κληρονομιά" είναι, αυτή τη φορά, ένα δυνατό δοκίμιο πάνω στην ικανότητα του πλούτου και της δύναμης να απομυζούν την ανθρωπιά, οδηγώντας τον κάτοχό τους σε εσωτερική ξεραϊλα και μαρασμό. Παράλληλα μιλά για το αβάσταχτο βάρος των οικογενειακών υποχρεώσεων, την δειλία και την άνευ όρων παράδοση σε σιδερένιους, προϋπάρχοντες κανόνες, το ξεπούλημα τελικά των "θέλω" στα "πρέπει".
Όλα αυτά μέσα από την ιστορία ενός έξυπνου, ερωτευμένου και ευτυχισμένου ανθρώπου, που κάνει τη ζωή που πάντοτε ήθελε... μέχρις ότου, με τον θάνατο του πατέρα του, κληρονομεί την πανίσχυρη - και προβληματική - βιομηχανία του. Από εκεί και πέρα ο Fly μας δείχνει με ακρίβεια - και ψυχρότητα - χειρούργου την δίχως επιστροφή πορεία του προς τη δύναμη, την εδραίωση του πλούτου... και την δυστυχία: Ο έρωτας σβήνει κάτω από το βάρος των υποχρεώσεων, η ψυχρή και άτεγκτη "καθώς πρέπει" οικογένεια - με επικεφαλής την δεσποτική μητέρα - παίρνει σιγά - σιγά το πάνω χέρι, τα πλούσια συναισθήματα δίνουν βαθμιαία τη θέση τους σε μια άνευ προηγουμένου εσωτερική ξηρασία... Ο άνθρωπος πεθαίνει, ο πανίσχυρος και υπεράνω ηθικής και συναισθημάτων υπεράνθρωπος γεννιέται.
Με τη δεύτερη αυτή ταινία του Fly που βλέπω, ο σκηνοθέτης αυτός αναδεικνύεται σε έναν βαθύ (και κάπως ψυχρό, ίσως λόγω βόρειας καταγωγής) ανατόμο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Χρειαζόμαστε όμως τέτοιους. Σε μια εποχή άνευ αντιπάλων θριάμβου των συγκεκριμένων μοντέλων και προτύπων και άκριτης αποδοχής των κάθε λογής status quo, καλό είναι κάποιοι να θυμίζουν το βαρύ κόστος όλων αυτών...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

ΕΝΑΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ


Στον "Αλιγάτορα" ο Nanni Moretti ήθελε πρώτα απ' όλα να κάνει μια ταινία ενάντια στον Μπερλουσκόνι. Στη συνέχεια το ξανασκέφτηκε, έβαλε και κάμποσα στοιχεία προσωπικής και οικογενειακής κρίσης του ήρωά του, μερικές αναφορές σε παλιά B-movies τρόμου και νύξεις για τα ενδοκινηματογραφικά - δημιουργικά και μη - προβλήματα και... έφτιαξε μια σαλάτα. Πολύ απλά νομίζω ότι τα συστατικά δεν δένουν μεταξύ τους.
Οι αναφορές στον Μπερλουσκόνι είναι ανοιχτές: Ο γελοίος πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται με το όνομά του. Αλλά όλο αυτό το μπρος - πίσω με τον ξεπεσμένο παραγωγό που πασχίζει να κάνει μετά από καιρό μια ταινία, και μάλιστα για πρώτη φορά πολιτική, καθώς και "η ταινία μέσα στην ταινία", είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές.
Διατηρώ επίσης κάποιες επιφυλάξεις για το πόσο χρήσιμο ή καλλιτεχνικά σημαντικό είναι να κάνεις ένα φιλμ που να μιλά για ένα πολύ συγκεκριμένο, υπαρκτό πρόσωπο, κατακρίνοντάς το (καλλιτεχνικές επιφυλάξεις, ξαναλέω, διότι δεν τρέφω την παραμικρή συμπάθεια για τον Μπερλουσκόνι, και θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν επιτέλους τον οδηγούσαν στη φυλακή, όπου είναι η θέση του). Είναι σαν ο Μορέτι να έχει παρασυρθεί από το - απόλυτα δικαιολογημένο - προσωπικό του μένος εναντίον του Μπ. και να το έχει κάνει άξονα της ταινίας.
Μένουν οι απίστευτες αληθινές σκηνές με τον Μπερλουσκόνι, από διάφορες ομιλίες στη βουλή ή αλλού. Ο άνθρωπος είναι απόλυτα γελοίος και χυδαίος σε βαθμό που είναι αδύνατο να το πιστέψετε αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια (και θεωρώ προσβολή για ολόκληρη την Ιταλία το ότι αυτό το άτομο εξελέγει δύο φορές). Πάντως αν υπήρχε ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει τα highlights από τις θητείες του, θα το έπαιρνα τρέχοντας. Θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό και απίστευτο από οποιαδήποτε fiction ταινία πάνω σ' αυτόν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Ο SUPERMAN ΠΕΤΑ... ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


Έτυχε να δω δύο blockbaster το ένα μετά το άλλο. Στους "Πειρατές" διασκέδασα. Στο Superman Returns κοιμήθηκα. Κρίμα, γιατί παραμένω θαυμαστής του Bryan Singer, του οποίου, κατά τη γνώμη μου, αυτός εδώ ο S. είναι η χειρότερη ταινία. Κατ' αρχάς μια ακόμα πτήση του - κατ' εμέ - πλέον ξενέρωτου σούπερ ήρωα, μόνο για οικονομικούς λόγους μπορεί να επιχειρηθεί (θα μου πείτε: μα καλά, όλα τα blockbasterς εκεί δεν αποβλέπουν; Βεβαίως. Αλλά αρκετά απ' αυτά είναι τουλάχιστον πρωτότυπα και όχι remake, prequel, sequel, μεταφορές από κόμικς και δεν συμμαζεύεται). Ούτε κι αυτός όμως είναι ο λόγος που αντιπάθησα τον S. Ακόμα και μέσα σ' όλα αυτά μπορεί να βρεθούν συμπαθητικά πράγματα. Αυτή εδώ όμως η ταινία δεν είχε τίποτα απολύτως να προσθέσει στον γνωστό μύθο.
Παλιομοδίτης όσο δεν παίρνει, με ηθοποιό (τον Brandon Routh) πιο ξενέρωτο από ποτέ, με χαζό σενάριο, γεμάτο χριστιανικές αναφορές (ο πατέρας που στέλνει τον σωτήρα - γιο στη γη και πλήθος άλλες - αφείστε πια και τη χιλιοειδωμένη "αγάπη που σώζει") και τελικά δίχως καν το απαιτούμενο νεύρο (στοιχείο απαραίτητο σε blockbaster). Ακόμα και τα εφφέ (το λιγότερο σημαντικό κριτήριο για μένα) ήταν αδιάφορα. Κάποιοι θεώρησαν αυτό το εμφανώς παλιομοδίτικο στοιχείο ως αρετή. Συγνώμη, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση το θεωρώ απλώς άνευ λόγου. Όπως και το όλο εγχείρημα άλλωστε.
Ξέρω ότι τέτοιες ταινίες είναι λίγο άκυρο να κρίνονται ιδεολογικά. Είναι συνήθως ταινίες που στόχο έχουν την καθαρή διασκέδαση (στόχος που, όσον αφορά τουλάχιστον εμένα, δεν επετεύχθει σ' αυτήν εδώ) και όταν τις αναλύεις σε βάθος ίσως και να γίνεσαι αστείος. Ωστόσο, τελικά, για την τόσο αρνητική γνώμη μου ίσως κατά ένα (μικρό) μέρος να φταίει και η γενικότερη απέχθειά μου προς τον συγκεκριμένο ήρωα και για το γενικό μεσιανικό μήνυμα που κουβαλά: Ότι ο κόσμος χρειάζεται έναν σωτήρα, αλλιώς δεν... Ποτέ κάποιος άνθρωπος δεν έσωσε τον κόσμο. Τον έσωσαν (ή τον άλλαξαν) οι άνθρωποι, όχι Ο άνθρωπος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΙ (ΚΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ) ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Οι δεύτεροι "Πειρατές της Καραϊβικής" (Το Σεντούκι του Νεκρού) του Gore Verbinski, αποδείχτηκαν το ίδιο διασκεδαστικοί και θεαματικοί με τους πρώτους. Με μια διαφορά. Τα πάντα εδώ είναι πολύ πιο μαύρα, πιο gothic, πιο μακάβρια, πιο σπλάτερ ακόμα - και φυσικά και το χιούμορ, που μετατρέπεται κι αυτό πολλές φορές σε μαύρο. Εδώ τον κύριο λόγο έχουν τα τέρατα, οι μεταλλαγμένοι σε θαλάσσια πλάσματα πειρατές του στοιχειωμένου πλοίου, το φοβερό Κράκεν... Γι' αυτό διασκεδάστε το όσο θέλετε, μην πάρετε όμως καλού - κακού τα παιδάκια σας μαζί σας.
Για μένα και οι δύο Πειρατές αποτελούν υπόδειγμα καλού και σχετικά πρωτότυπου blockbuster, όπου φυσικά πας χωρίς πολλές - πολλές απαιτήσεις, με αποκλειστικό σκοπό να διασκεδάσεις... και το καταφέρνεις απόλυτα. Σημαντική μερίδα σ' αυτό έχει βέβαια και πάλι ο εξαιρετικός Τζόνι Ντεπ, που ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο τον ανεκδιήγητο πειρατή Σπάροου, που είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, ζαβολιάρης και πονηρός, γενναίος και δειλός, απόλυτα ανέντιμος αλλά και με κρίσεις τιμιότητας, και που το παρουσιαστικό του και οι κινήσεις του είναι κατι μεταξύ γοητευτικού αρσενικού, μονίμως μαστουρωμένου τύπου και γκέι...
Αφεθείτε λοιπόν να διασκεδάσετε με το σούπερ θέαμα και τις απίθανες περιπέτειες των ηρώων σ' έναν πειρατικο κόσμο που μπλέκεται αξεδιάλυτα με το παραμύθι, το φανταστικό και τον τρόμο.
Και βέβαια, οι ενστάσεις υπάρχουν: Το ότι είναι νο 2, το έχω πει πολλές φορές, όσο νάναι στερεί εξ ορισμού κάτι από την πρωτοτυπία του πρώτου. Το ότι το τέλος είναι απόλυτα ανοιχτό, προετοιμάζοντάς σε έτσι για το νο 3, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2006

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΙΚΗ "ΠΤΗΣΗ 93"


Η "Πτήση 93" του Paul Greengrass έχει ήδη μια μικρή θέση στην ιστορία του σινεμά: Είναι η πρώτη ταινία που καταπιάστηκε με το καυτό θέμα της 11ης Σεπτέμβρη, που φυσικά παραμένει ανοιχτό για τις ΗΠΑ. Και μόνο το ότι χρειάστηκαν 5 ολόκληρα χρόνια για να γίνει η πρώτη προσπάθεια, αποδεικνύει το πόσο καίει ακόμα.
Η συγκεκριμένη ταινία θέλει πάνω απ' όλα να είναι μια αντικειμενική καταγραφή των όσων συνέβησαν στο 4ο αεροπλάνο, αυτό που δεν βρήκε τον στόχο του και έπεσε κάπου στην Πενσυλβάνια. Υποτίθεται ότι βασίζεται στα αληθινά γεγονότα, όπως καταγράφηκαν από πύργους ελέγχου και συνομιλίες στα κινητά των επιβατών τις τελευταίες στιγμές (τουλάχιστον αυτή θεωρείται η "επίσημη αλήθεια", διότι - ευτυχώς - κανείς μας δεν βρισκόταν εκεί να το επιβεβαιώσει).
Το θέμα, ούτως ή άλλως, είναι συγκλονιστικό. Επίσης ο Greengrass είναι καλός σκηνοθέτης. Ωστόσο, ομολογώ ότι όλος αυτός ο αγώνας για "πιστότητα" και "αλήθεια" (που ενισχύεται από το real time των 80τόσων λεπτών, όσο δηλαδή κράτησε η μοιραία πτήση, και από τη χρήση άγνωστων ηθοποιών για περαιτέρω αποστασιοποίηση) με κούρασε αρκετά. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, τίγκα στις συντεταγμένες και στην τεχνική ορολογία εν γένει, που διαδραματίζεται σε πύργους ελέγχου κι όπου σχεδόν κόντεψα να μάθω να κατευθύνω αεροπλάνα από ραντάρ ή ασύρματους. Στο τελευταίο τέταρτο βέβαια η ένταση ανεβαίνει, ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τη μαεστρία του και το κοινό ξυπνάει. Μάλλον αργά.
Στα συν της ταινίας συγκαταλέγεται η "τίμια" πρόθεση της αντικειμενικής καταγραφής, το ντοκιμαντερίστικο στυλ, η αποφυγή κάθε συναισθηματισμού (και θέσης). Όντως, οι συγγενείς που κλαίνε, τα παιδάκια που μιλάν για τελευταία φορά στους γονείς και όλα τα συναφή, από τα οποία βρίθουν αντίστοιχες αμερικάνικες ταινίες, εδώ λείπουν παντελώς. Στα συν επίσης το ότι δεν επιχειρήθηκε καμιά ηρωοποίηση των επιβατών, ούτε προσπάθησε να δειχτεί η "αυτοθυσία" τους. Απλούστατα οι άνθρωποι ενήργησαν με απόλυτη λογική: Όταν κατάλαβαν ότι ούτως ή άλλως ήταν καταδικασμένοι, αφού οι αεροπειρατές δεν διαπραγματεύονταν για τίποτα, επιχείρησαν να ρισκάρουν επαναστατώντας, διατηρώντας έτσι κάποιες ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας - και απέτυχαν. Κανένας ηρωισμός. Μόνο κοινή λογική.
Στα πλην τώρα... μα ακριβώς το ντοκιμαντερίστικο στυλ που λέγαμε και η
παντελής έλλειψη θέσης. Βάρέθηκα αρκετά.
Τελικά αναρωτιέμαι αν στο σινεμά γενικότερα έχει νόημα η απλή, πιστή καταγραφή ενός γεγονότος και μόνον αυτή. Αν ζητούσα κάτι τέτοιο θα μπορούσα να ικανοποιηθώ από τα ντοκιμαντέρ του BBC.

ΥΓ: Ας μην αρχίσει παρακαλώ κάποια κουβέντα για το αν έγιναν όντως έτσι τα γεγονότα ή άν αυτή η επίσημ εκδοχή είναι παραπλανητική. Αυτό είναι άλλη, εξωκινηματογραφική κουβέντα, πολύ ενδιαφέρουσα μεν, αλλά για άλλα blogs.

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟΥ ΤΑΚΕΣΙ


Στο Takeshi´s, την πιο πρόσφατη ταινία του, ο Takeshi Kitano δεν τα κατάφερε. Από τις πλέον σουρεαλιστικές ταινίες που έγιναν ποτέ, ξεκινά από μια ενδιαφέρουσα ιδέα: Ο διάσημος σταρ Τακέσι - κατ' εικόνα και ομοίωση με τον πραγματικό σταρ στην Ιαπωνία Κιτάνο - έχει έναν σωσία, άσημο, κακομοίρη, άνεργο στην ουσία, που προσπαθεί, γυρίζοντας από οντισιόν σε οντισιόν, να πάρει κανένα ρολάκο. Είναι μάλιστα και θαυμαστής του διάσημου Τακέσι, τον οποίο περιμένει για να του πάρει αυτόγραφο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα μπερδεύονται καθώς η πραγματικότητα (;) αναμειγνύεται αξεδιάλυτα με τα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις (κρυφές) επιθυμίες ή τους εφιάλτες του άσημου Τακέσι. Οι απόλυτα σουρεαλιστικές σκηνές (μερικές φορές με χιούμορ) εναλλάσσονται με πιστολίδι άνευ λόγου - δηλωμένη αναφορά στις "κανονικές" ταινίες του Κιτάνο με την έντονη βία.
Ίσως στην αρχή να παρακολουθείται με ενδιαφέρον και έκπληξη για τα όσα παράλογα διαδραματίζονται, πολύ σύντομα όμως το φιλμ κουράζει, καθώς οι διάφορες "κουφές" και δίχως ειρμό καταστάσεις επαναλαμβάνονται ατελείωτα - και γίνονται όλο και περισσότερο δίχως ειρμό. Τελικά πιάνεις τον εαυτό σου να κοιτά το ρολόι για το πότε θα τελειώσει όλο αυτό το άνευ λόγου μπέρδεμα.
Πολλοί κριτικοί έγραψαν σωστά ότι το Takeshi's θα ήθελε να είναι το "8μιση" του Κιτάνο και όντως πιστεύω κι εγώ ότι κάτι τέτοιο σκόπευε να κάνει. Πλην όμως δεν του βγήκε. Έμεινε στο "θα ήθελε".

Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006

BEST OF 2005-2006

Βρισκόμαστε στα τέλη Αυγούστου, εποχή που τα τελευταία χρόνια ξεκινά η καινούρια κινηματογραφική χρονιά. Καιρός λοιπόν για απολογισμούς. Τι μας άρεσε περισσότερο ή ένα προσωπικό Top-10 της χρονιάς 2005-2006.

Πριν όμως τρεις διευκρινήσεις:
1. Ως "σεζόν", όπως είπα, θεωρώ την περίοδο <Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2005 - Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2006>. Έτσι οι "Πειρατές της Καραϊβικής" ή ο Kitano για παράδειγμα, που βγήκαν στις 25 του μήνα, θεωρούνται ταινίες της νέας σεζόν, θα αξιολογηθούν δηλαδή του χρόνου.
2. Η σειρά των 10 καλύτερων κατά τη γνώμη μου ταινιών είναι εντελώς τυχαία. ΔΕΝ σημαίνει δηλαδή ότι η πρώτη είναι η καλύτερη, η δεύτερη η επόμενη κλπ. Μου είναι αδύνατο να αξιολογήσω μ' αυτόν τον τρόπο ταινίες ή οτιδήποτε άλλο, να καθορίσω δηλαδή ότι η τάδε είναι 7η ενώ η δείνα 8η. Απλώς αναφέρω τις 10 που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά και χωρίς αξιολογική σειρά.
3. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή (Τατί, Κουροσάβα κλπ.)

ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ :

- ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ του Per Fly
- Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ του Fernando Meirelles
- A CASE OF VIOLENCE του David Kronenberg
- ΚΡΥΜΕΝΟΣ του Michael Haneke
- MATCH POINT του Woody Allen
- ΝΕΚΡΗ ΝΥΦΗ του Tim Burton
- ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (3-IRON) του Kim Ki-duk
- Η ΠΙΟ ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ του Guy Maddin
- ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΦΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΚΙΑΔΕΣ ΕΣΤΡΑΝΤΑ του Tommy Lee Jones
- TIDELAND του Terry Gilliam

ΤΟ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΟΜΕΝΟ ΓΚΡΟΥΠ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΕ (ΠΑΝΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ):

- TORREMOLINOS 73 του Pablo Berger
- Η ΓΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΝΕΚΡΩΝ του George Romero
- HOWL'S MOVING CASTLE του Hayao Miyazaki
- CRASH του Paul Haggis
- Ο ΤΣΑΡΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ του Tim Burton
- WOODSMAN του Nicole Kassell
- ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ του George Clooney
- BROKEBACK MOUNTAIN του Ang Li
- ΚΑΠΟΤΕ του Bennett Miller
- V FOR VENDETTA του James McTeigue
- MANDARLEY του Lars von Trier
- Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ (INSIDE MAN) του Spike Lee

ΚΑΛΥΤΕΡΟ BLOCKBUSTER ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ (εκτός του ΤΣΑΡΛΙ...): KING KONG του Peter Jackson

Άντε, και του χρόνου (και οι διαφωνίες, αντιρρήσεις, λιποθυμίες και ό,τι άλλο, ελεύθερες!)

ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ, ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ


Για να σας προλάβω, δεν είμαι γενικά φαν των "ταινιών εποχής" (εξαιρέσεις, και μάλιστα λαμπρές, εννοείται ότι υπάρχουν). Αυτή εδώ η "Περηφάνεια και Προκατάληψη" του πρωτοεμφανιζόμενου πρώην τηλεοπτικού Joe Wright, σίγουρα έχει αρετές, που θα αναφέρουμε πιο κάτω, ωστόσο δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις λαμπρές εξαιρέσεις που λέγαμε πριν. Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ "ρατσιστής" θα την αποκαλούσα κατ' εξοχήν "κοριτσίστικη" ταινία: Βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα της Jane Austin, μιλά για τους γάμους ή τις απόπειρες γάμου πέντε (βοήθειά μας) νεαρών αδελφών κοριτσιών. Μία μία λοιπόν βρίσκουν το ταίρι τους, άλλες από έρωτα άλλες από συνεικέσια, ενώ ένας σκοτεινός, ανομολόγητος και βαθύς έρωτας είναι το φόντο για όλα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Τελικά... άντε, ας μη σας αποκαλύψω το τέλος.
Πλήξατε ήδη; Κι εγώ μ' όλα αυτά που έγραψα. Ίσως κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση των απάνθρωπων μερικές φορές (με τα σημερινά κριτήρια) ηθών γάμου της βαθειά συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα (γάμοι από στυγνό συμφέρον, "λογοδοσίες" παιδιών σχεδόν από τότε που γεννιούνται κλπ.). Ωστόσο, όσο ασφυκτική κι αν είναι αυτή η κοινωνία, η ταινία κλίνει σαφώς προς τον ρομαντισμό, τον θρίαμβο των αισθημάτων πάνω στους ψυχρούς υπολογισμούς.
Οι αρετές που λέγαμε; Ο Joe Wright είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, που χρησιμοποιεί εξαιρετικά την κίνηση της μηχανής, έχει ιδέες για το πώς θα δείξει με πρωτότυπο τρόπο κοινότοπα πράγματα και γενικά κατορθώνει να κάνει την ταινία αρκετά ευχάριστη. Είναι και η εξαιρετική φωτογραφία και η στάνταρ ποιότητα των βρετανικών παραγωγών με την πλειάδα των πολύ καλών ηθοποιών (Κίρα Νάιτλι, Τζούντι Ντεντς, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Μπρέντα Μπλέθιν κ.ά.), οπότε τα πράγματα βελτιώνονται πολύ.
Συνίσταται μόνο σε βαθειά ρομαντικούς, που πιστεύουν στον απόλυτό έρωτα, ή σε όσους θα εκτιμήσουν τις καθαρά κινηματογραφικές αρετές της ταινίας.

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2006

BANDIDAS ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ


Αν το ντεμπούτο των πρωτοεμφανιζόμενων Joachim Roenning και Espen Sandberg είναι μια ταινία όπως οι Λησταρχίνες (Bandidas), είναι φυσικό να μην ενδιαφέρομαι σχεδόν καθόλου για τη συνέχεια του έργου τους. Βέβαια πίσω τους κρύβεται ο Luc Besson, ο οποίος μπορεί να έχει γυρίσει μερικές ενδιαφέρουσες ή / και διασκεδαστικές ταινίες, πλην όμως ως παραγωγός πάει από το κακό στο χειρότερο...
Γουέστερν με χιούμορ θα ήθελαν να είναι λοιπόν αυτές οι κάτι-σαν-Ζορό "Λησταρχίνες", καθαρό fun ίσως, πλην όμως ούτε το κομμάτι "περιπέτεια", ούτε αυτό της κωμωδίας κατόρθωσαν να μου προκαλέσουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Κοινότοπες καταστάσεις, κλισέ επί κλισέ, κρυόκωλο χιούμορ, πατεράδες που πεθαίνουν δίχως να συγκινήσουν κανέναν, Μεξικό που το έχετε δει άπειρες φορές σε άπειρα γουέστερν, κάκιστες σκηνές δράσης (ξύλου για την ακρίβεια) και κακές ηθοποιίες από τις δύο - υποτίθεται - σούπερ σταρς Σάλμα Χάγιεκ και Πενέλοπε Κρουζ, που αμφότερες έχουν να επιδείξουν μερικές χιλιάδες φορές πιο ενδιαφέροντες ρόλους.
Αν κάποιες νύχτες του χειμώνα είναι πολύ βαρετές... θυμηθείτε ότι στα βιντεοκλαμπ σας υπάρχουν πολύ πιο συμπαθείς ταινίες καθαρού fun.
ΥΓ: Τι δουλειά είχε ο Σαμ Σέπαρντ σε μια τέτοια ταινία;;;;

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog φεύγει για δεύτερο μέρος διακοπών, αυτή τη φορά έως 28 Αυγούστου. Το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς. Έως τότε... καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση όταν επανέλθω (ποιος ξέρει; Ίσως και δριμύτερος).

7 ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ... 10 ΛΕΠΤΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ


Τελικά είναι μόδα οι σπονδυλωτές ταινίες, που υπογράφουν μεγάλα ονόματα σκηνοθετών. Στο "10 λεπτά αργότερα - Η τρομπέτα" 7 από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες έχουν 10 λεπτά ο καθένας στη διάθεσή του για να πει μια ιστορία που έχει σχέση με το χρόνο (πολλοί μάλιστα φροντίζουν στα φιλμάκια τους να αναφέρονται σε χρόνο 10΄ ακριβώς). Ναι, τα ονόματα είναι πολύ μεγάλα. Aki Kaurismaki, Victor Erice, Werner Hertzog, Wim Wenders, Jim Jarmusch, Spike Lee, Chen Kaige. Το αποτέλεσμα όμως συνολικά δεν νομίζω ότι φτάνει την αξία καθενός απ' αυτούς ξεχωριστά - και ιδιάιτερα στις καλές στιγμές τους.
Ο Καουρισμάκι με το γνώριμο, μινιμαλιστικό του χιούμορ, την ηθελημένα αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία και την "κουφή" ιστορία, εξαίρετος ως κινηματογραφική γλώσσα ο ασπρόμαυρος Έριθε, πολύ ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ του Χέρτσογκ για την τελευταία άγνωστη φυλή του κόσμου, που ανακαλύφτηκε στον Αμαζόνιο το 1981 και για τις τραγικές επιπτώσεις του πολιτισμού πάνω της, συμπαθητικός "ψυχεδελικός" Βέντερς, με την δηλωμένη αγάπη του για - το έρημο κυρίως - αμερικάνικο τοπίο και το ροκ, συγκινητικός και ποιητικός ο Κάιγκε, ενώ οι Σπάικ Λι και Τζάρμους μάλλον με απογοήτευσαν.
Σίγουρα το θέμα είναι αρκετά φλου, σαν το χρόνο που ρέει, και το σύνολο μοιάζει ασύνδετο και ενίοτε άσχετο. Υπάρχουν ανισότητες - φυσικό είναι - και μέτριες στιγμές και τελικά διδασκόμαστε ότι 7 μεγάλα ονόματα δεν κάνουν ντε και καλά μια μεγάλη ταινία. Θεωρώ το συνολικό αποτέλεσμα χλιαρό.

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

UGETSU MONOGATARI: ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


Το Ugetsu Monogatari του Kenji Mizogutsi (1898-1956), γυρισμένο το 1953, θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "κλασσικό". Σήμερα, πάνω από 50 χρόνια μετά, η ομορφιά και η ποίηση παραμένουν ακέραιες και η εικαστικότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας εξακολουθεί να συγκινεί τον σύγχρονο θεατή αφού - το έχουμε ξαναπεί - κάποιες αξίες δείχνουν να είναι αιώνιες (είπα "δείχνουν", δηλαδή μέχρι στιγμής. Ποιος ξέρει τι θα νομίζουν οι άνθρωποι 500, ας πούμε, χρόνια μετά...)
Βασισμένη σε παράξενες ιστορίες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, γεμάτες πόλεμο, ηρωισμό (ή μάλλον θαυμασμό προς τον ηρωισμό, αφού ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά στην ταινία) και φαντάσματα, αφηγείται τις παράλληλες ιστορίες δύο φίλων από ένα μικρό χωριό, που η απληστία και η μεγαλομανία τους οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Όταν θα καταλάβουν την αξία της επιστροφής στην "Ιθάκη" τους και η νοσταλγία για το απλό και καθημερινό που ανόητα άφησαν πίσω τους γίνει αφόρητη, θα είναι πια αργά: Διάφορα κακά θα έχουν ήδη συμβεί.
Αυτό όμως που κυρίως μένει στη μνήμη του θεατή είναι η ομορφιά των εικόνων. Το ταξίδι με τη βάρκα στην γεμάτη ομίχλη λίμνη, το τραγούδι της γυναίκας - φάντασμα, οι "στοιχειωμένες" ερωτικές σκηνές, η επιστροφή του "άσωτου" στο χωριό, όπου όλα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται (ή μάλλον όπως θα ήθελε να είναι)...
Παράλληλα με διάφορα άλλα νοήματα, που μαζί με την πανταχού παρούσα ομορφιά που προαναφέραμε διαποτίζουν την ταινία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον νομίζω ότι παρουσιάζει το έντονο αντιπολεμικό της κλίμα. Ο πόλεμος - που είναι σχεδόν άγνωστο και αδιάφορο ανάμεσα σε ποιούς γίνεται - είναι απλά και μόνο πηγή μύριων δεινών. Τίποτα άλλο. Οι στρατιώτες - άγνωστο σε ποια παράταξη ανήκουν - δείχνονται μονάχα σαν πεινασμένα κτήνη που λεηλατούν και βιάζουν. Δεν υπάρχει ίχνος έπους, ηρωισμού ή έστω θαυμασμού προς τον ηρωισμό. Αντίθετα μάλιστα, ο ανόητος και τυφλός θαυμασμός προς τους υποτιθέμενους ήρωες είναι που οδηγεί τον έναν από τους δύο φίλους στην δική του τραγωδία. Σημειωτέον ότι και οι δύο φίλοι νομίζουν σε κάποιες φάσεις ότι έχουν βρει τον παράδεισο, ότι η τόλμη (ή η απερισκεψία τους, αν θέλετε) έχουν ανταμειφθεί. Πλην όμως, το είπαμε ξανά, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται...
Η δυσκολία του απροετοίμαστου θεατή μπροστά στην "ιαπωνικότητα" της ταινίας υφίσταται, όπως ακριβώς είχα γράψει και για το "Ρασομόν". Πλην όμως, νομίζω ότι η επαφή με κουλτούρες ολότελα διαφορετικές από τη δική μας, μόνο καλό μπορεί να κάνει, ακόμα κι αν δεν τις κατανοούμε πλήρως, όπως είναι φυσικό. Μη φοβάστε το ξένο. Είναι τόσο δροσιστικό...

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Ο ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΣ ΘΕΙΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ


Πρώτα απ' όλα πρέπει κανείς να είναι "μυημένος" στην πολύ προσωπική άποψη του Jacques Tati (1907-1982) για το χιούμορ. Κάποιος που την αγνοεί, πιθανόν να νοιώσει αμηχανία μπροστά στο ιδιόρυθμο στυλ του. Ο Τατί δεν έκανε ποτέ αυτό που λέμε "ξεκαρδιστική" κωμωδία. Δεν θα κλάψετε από τα γέλια, όπως με τους αδελφούς Μαρξ (αν πιάνετε τις καταιγιστικές ατάκες και τα λογοπαίγνιά τους) ή με το "Πάρτι" του Έντουαρντς και τις απίστευτες γκάφες του Πίτερ Σέλερς. Ο Τατί είναι ένας μινιμαλιστής της κωμωδίας. Το χιούμορ του είναι διακριτικό, καθόλου κραυγαλέο, "ύπουλο". Ο αμίμητος τύπος που δημιούργησε (όπως ο Τσάπλιν τον Σαρλώ) είναι ο κύριος Υλό, ήρωας σε όλες τις ταινίες του, που είναι 5 όλες κι όλες (συν μερικές μικρού μήκους).
"Ο θείος μου" του 1958 είναι μια από τις καλύτερες. Μέσα από την φοβερή αντίθεση του ατσούμπαλου, ανεπρόκοπου, πλην όμως γλυκύτατου θείου του πιτσιρικά και της "μοντέρνας", πλούσιας, κρυόκωλης και απολύτως καθώς πρέπει οικογένειάς του (περιτό να πούμε ότι ο πιτσιρικάς προτιμά σαφώς τον θείο), ο Τατί για μια ακόμα φορά σατιρίζει ανελέητα ό,τι ακριβώς σατιρίζει σε όλες του τις ταινίες: Την σύγχρονη, μοντέρνα κοινωνία, που παρά τις υλικές ανέσεις και την πληθώρα των γκάτζετ μέσα στα οποία ζει, μοιάζει να έχει χάσει την ψυχή της ή να έχει ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν όλα αυτά. Κοινώς, σύμφωνα με τον Τατί (που κατά βάθος είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός) ο σύγχρονος άνθρωπος δεν υπηρετείται αλλά υπηρετεί κοπιωδώς την "πρόοδο".
Όλα αυτά δείχνονται με πλήθος από "αργά", βραδυφλεγή κωμικά γκαγκς, με ελάχιστο - έως και καθόλου - λόγο, με νωχελική σκηνοθεσία, που βγάζει γέλιο όχι μόνο (ή μάλλον όχι κυρίως) από αυτό που συμβαίνει, αλλά από αυτό που περιμένεις να συμβεί. Οι ατελείωτες, καθημερινές και απείρου γελοιότητας φάσεις στο υπερμοντέρνο, γεμάτο αυτοματισμούς σπίτι της ρομποτοποιημένης και ψυχρής οικογένειας είναι όλα τα λεφτά και, όπως είπαμε, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το "χειροποίητο", ζεστό, ευφάνταστο, αστείο και σαν καρικατούρα σπίτι του άνεργου και καλόκαρδου θείου, του κ. Υλό, του Τατί δηλαδή, που, φυσικά, πρωταγωνιστεί όπως πάντα στις ταινίες του. Όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Τατί ας προσέξουν ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των ταινιών του: Αυτά που συμβαίνουν στο "βάθος πεδίου", όχι δηλαδή στο πρώτο πλάνο αλλά στο φόντο της εικόνας. Το οπτικό χιούμορ του Τατί διαδραματίζεται σε όλα τα επίπεδα.
Ίσως αντιληφθήκατε πως ό,τι ακριβώς είπαμε για τον "Θείο μου" ισχύει και για το υπόλοιπο έργο του δημιουργού. Πρόκειται για έναν από τους λίγους καλλιτέχνες που δημιούργησε ένα καθαρά δικό του, προσωπικό και άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν. Όλες του οι ταινίες μοιάζουν, αυτό όμως δεν μειώνει στο παραμικρό την απόλαυση της θέασής τους.
Ξαναλέω ότι ίσως το "αργόσυρτο" χιούμορ ξενίσει τους πρωτάρηδες. Αν το συνηθίσει όμως κανείς, αργά ή γρήγορα θα αγαπήσει βαθειά το μικρό σε όγκο και μεγάλο σε ποιότητα έργο του, θα γίνει "φαν". Όπως καταλάβατε, ανήκω σ΄αυτούς.

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

ΠΟΣΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΛΕΒΙΝ;


Το "Στοίχημα του Σλέβιν" του Paul McGuigan πριν από οτιδήποτε άλλο θυμίζει τρομερά Γκάι Ρίτσι και, φυσικά, τον πατέρα όλων αυτών Ταραντίνο. Τα χαρακτηριστικά του αποτελούν: εξαιρετικά γρήγορη σκηνοθεσία, εντελώς απίθανη πλοκή, χιούμορ και έξυπνες ατάκες, overdose βίας και παντελής απουσία "αληθινών" χαρακτήρων. Όλοι τους σχεδόν αγγίζουν σχεδόν την καρικατούρα. ΟΚ, αυτό είναι σαφώς ηθελημένο. Είναι μέσα στο "παιχνίδι" και το στιλ της ταινίας.
Στο πρώτο μισό το φιλμ κυλούσε ευχάριστα. Είναι αυτό που λέμε "ό,τι πρέπει για θερινό". Μετά όμως, ο καταιγισμός των ανατροπών, η κάθε μια από τις οποίες αποκάλυπτε όλο και περισσότερο το αναληθοφανές της πλοκής, ομολογώ ότι με κούρασε κάπως. Τελικά κατέληξα να το κατατάξω στην κατηγορία των "απλώς συμπαθητικών". Και να προβληματιστώ για το πόσο ακόμα θα γίνονται τέτοιες ταραντινώδεις ταινίες, που, ενώ τις βλέπεις σχετικά ευχάριστα, τις ξεχνάς αμέσως μετά. Ας μη γκρινιάζω όμως. Ίσως το ζητούμενο να είναι ακριβώς αυτό...
ΥΓ: Καλά όλα, αλλά ολόκληρη η ερωτική ιστορία, που παίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή, βασίζεται σε μια τερατώδη σύμπτωση: Σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη (11 εκατομύρια, μαθαίναμε στο Γυμνάσιο. Από τότε θα αυξήθηκαν φαντάζομαι) ο φίλος του Σλέβιν ΕΤΥΧΕ να μένει πόρτα - πόρτα με μια κοπέλα (τη Λούσι Λιου) που επίσης σχετίζεται άμεσα με την όλη υπόθεση!!!

Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2006

ΕΚΕΙΝΟΙ "ΦΙΛΟΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ". ΕΜΕΙΣ, ΤΙ ΦΤΑΙΜΕ;


Για το "Φίλοι για πάντα" (Bronzes 3) του Patrice Leconte δεν έχω τίποτα θετικό να πω. Πρόκειται για μια απίστευτα χοντροκομένη φαρσοκωμωδία, που θυμίζει αντίστοιχες του παλιού ελληνικού σινεμά, πλην όμως αρκετά χειρότερη, αφού λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες που χαρακτήριζαν τις τελευταίες. Τρίτη συνέχεια της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του Λεκόντ "Les Bronzes" πίσω στα 1978, σάρωσε τα ταμεία στη Γαλλία και έγινε η επιτυχία της χρονιάς εκεί, πράγμα που το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι (και) οι Γάλλοι - ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους - διαθέτουν κακό γούστο.
Οι γερασμένοι πλέον ήρωες της πρώτης ταινίας λοιπόν, 28 χρόνια μετά, στα 50φεύγα τους, πάνε διακοπές, αλλάζουν (ή προσπαθούν να αλλάξουν) ερωτικούς παρτενέρ, κάνουν πλήθος από γκάφες, κάνουν επίσης εξαιρετική επίδειξη κιτς (καμία σχέση με Almodovar, μην πάει εκεί το μυαλό σας) και, αντί γέλιου, προκαλούν μάλλον αισθήματα θλίψης για την εσωτερική και εξωτερική κατάντια τους.
Το πιό απίστευτο στο φιλμ δεν είναι οι τόννοι κακογουστιάς που προαναφέραμε (και οι οποίες ούτε χαμόγελο δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν), αλλά το ότι έχει γυριστεί από τον Πατρίς Λεκόντ - αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που την είδα - ο οποίος παλιότερα μας έχει δώσει εξαιρετικά τρυφερές και λεπτές (σχεδόν πάντοτε όμως με πολύ χιούμορ) ταινίες, από τον "Εραστή της Κομώτριας", το "Tango" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες", μέχρι τον σχετικά πρόσφατο "Άνθρωπο του τρένου". O Tempora o Mores!

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006

ΣΕΞ, ΞΗΡΑΣΙΑ ΚΑΙ...ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ ΣΤΑ ΤΑΪΒΑΝΕΖΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ


Τα "Ταξιδιάρικα Σύννεφα" του Μαλαίσιου Ming-liang Tsai (που ζει και δουλεύει στην Ταϊβάν) είναι μια πειραματική ταινία. Τουτέστιν, μην περιμένετε κλασική αφήγηση μιας ιστορίας ή λογικό ειρμό. Οι παράδοξες, αναίτιες πιθανόν, συμπεριφορές των ηρώων, ο τρόπος κινηματογράφησης, οι αργοί ρυθμοί και οι νεκροί χρόνοι, όλα παραπέμπουν στο πειραματικό σινεμά. Κυρίως όμως σ' αυτό παραπέμπει ο απίστευτος σουρεαλισμός της ταινίας και η παρανοϊκή μείξη κινηματογραφικών ειδών. Είναι μάλλον η μοναδική φορά που οι αργοί ρυθμοί και τα ακίνητα πλάνα που προαναφέραμε - δείγμα γραφής ενός ορισμένου στιλ καλλιτεχνικού σινεμά - συνυπάρχουν με τον ακραίο ερωτισμό, που αγγίζει την πορνογραφία, το κιτς μιούζικαλ και μια σκηνοθετική εμμονή με τα... καρπούζια!
Σε μια Ταϊπέι που υποφέρει από αφόρητο καύσωνα και λειψυδρία, μια μοναχική κοπέλα συναντιέται με έναν ηθοποιό ταινιών πορνό. Η ερωτική τους σχέση - με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ανεξέλεγκτα - κάθε άλλο παρά "φυσιολογική" είναι. Η (όποια) αφήγηση διακόπτεται κάθε λίγο από απίστευτα, μεγαλοπρεπή και ηθελημένα κιτς μουσικοχορευτικά νούμερα, σαν βιντεοκλίπ - υπερπαραγωγές κινέζικων παθιάρικων ερωτικών τραγουδιών, με όντως διασκεδαστικότατα αποτελέσματα. Κι όλα αυτά, κάτω από μία... καρπουζοκεντρική οπτική. Το πανταχού παρόν αυτό φρούτο θα σας προσφέρει απίθανους ερωτικούς συνειρμούς και θα σας ανοίξει τα μάτια για ερωτικές του χρήσεις που δεν είχατε φανταστεί...
Ναι, υπάρχει ένα ιδιόρυθμο χιούμορ, υπάρχει και σεξ και ίσως και μια προβληματική στο θέμα της πορνογραφίας. Πλην όμως οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί και η έλλειψη στόχου - όλοι θα αναρωτηθούν "πού το πάει ο σκηνοθέτης" - με κούρασαν αφάνταστα. Τελικά η ταινία βλέπεται πολύ δύσκολα και δεν νομίζω ότι έχει κάτι να πει πέραν των ακραίων σκηνοθετικών - και όχι μόνο - παιχνιδιών της. Μόνο για όσους κυνηγούν την απόλυτη κινηματογραφική παραδοξότητα (ρισκάροντας πιθανόν το σπάσιμο των νεύρων τους)...
ΥΓ: Θα ήμουν πανευτυχής αν είχα σε DVD τα πέντε (αν θυμάμαι καλά) φοβερά μουσικοχορευτικά νούμερα που - άνευ προφανούς λόγου - διακόπτουν την ταινία. Είναι εκπληκτικά!

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

ΡΑΣΟΜΟΝ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Το "Ρασομόν", γυρισμένο το μακρινό 1950, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες του Akira Kurosawa (1910-1998). Ασπρόμαυρη, παλιά, κι όμως βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταφέρνοντας να ερεθίσει την σκέψη και του σύγχρονου θεατή.
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλές σημερινές ταινίες με τόσο παράδοξο και ενδιαφέρον από φιλοσοφική άποψη θέμα: Μια ιστορία φόνου και βιασμού, που διαδραματίζεται στον γιαπωνέζικο μεσαίωνα, λέγεται με τέσσερεις διαφορετικούς τρόπους, από τη σκοπιά του εκάστοτε αφηγητή (οι οποίοι είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και οι τρεις πρωταγωνιστές του δράματος, ακόμα και ο νεκρός!) Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αφηγητές δεν λένε ψέματα για να γλυτώσουν το τομάρι τους. Αντίθετα, ο καθένας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο δολοφόνος! Οπότε; Οι σκέψεις μας οδηγούνται σε μονοπάτια που αφορούν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, τα παιχνίδια της μνήμης, το φιλτράρισμα (ηθελημένο ή μη) των γεγονότων από τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες ή την κοσμοθεωρία αυτών που τα έζησαν. Πιθανόν η τελευταία εκδοχή, αυτή του αυτόπτη μάρτυρα, να είναι η "αληθινή". Τελικά όμως ούτε αυτό έχει και πολλή σημασία. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί κι αυτή μια υποκειμενική ματιά, όπως οι υπόλοιπες. Δεν είναι λοιπόν η όποια "αλήθεια" που ενδιαφέρει, αλλά το πώς αυτή μετατρέπεται, φιλτράρεται, παραμορφώνεται, αλλάζει, από την υποκειμενικότητα και των χαρακτήρα των ανθρώπων.
Μέσα σ' αυτό το βίαιο τοπίο, με φόντο πάντα το φριχτό συμβάν, οι άνθρωποι που ακούν τις εκδοχές της ιστορίας, δείχνουν να απογοητεύονται από τον κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση, αν και στο τέλος ο Kurosawa αφήνει μια μικρή χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας (όχι βέβαια όσον αφορά τα γεγονότα του βιασμού και του φόνου, αυτά έχουν συμβεί αμετάκλητα, έστω και με άγνωστο, τελικά, τρόπο).
Ίσως η ταινία να βλέπεται δύσκολα από όσους έχουν συνηθίσει στον κλασσικό (αμερικάνικο κυρίως) τρόπο γραφής και αφήγησης, όχι τόσο λόγω της παλαιότητάς της, όσο κυρίως λόγω της "ιαπωνικότητάς" της. Οι ηθοποιοί "φωνάζουν", κάνουν υπερβολικές χειρονομίες και γκριμάτσες (κυρίως ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουρασάβα Τοσίρο Μιφούνε), συμπεριφέρονται παράξενα για τα δικά μας δεδομένα. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τους αρχαίους κώδικες και τρόπους του γιαπωνέζικου θεάτρου, που στους δυτικούς θεατές είναι ουσιαστικά άγνωστοι (η αρχή μάλιστα μάλιστα της κάθε ιστορίας είναι θεατρικά κινηματογραφημένη, καθώς ο αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται στο θεατή, παρά το ότι μιλά στους ανακριτές του, οι οποίοι δεν δείχνονται ποτέ). Πάντως αυτές - και οι όποιες άλλες - "δυσκολίες", δεν μπορούν να κάνουν την ταινία λιγότερο κλασσική.

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006

ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Υπάρχουν ταινίες που βασικός στόχος τους είναι η "εξερεύνηση" του περιθωρίου, ανθρώπων δηλαδή που ζουν στα έσχατα άκρα της κοινωνίας - σχεδόν εκτός αυτής, θα λέγαμε. Οι "Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας" του Marco Ferreri (1928-1997), που ο σημαντικός αυτός Ιταλός γύρισε το 1981, είναι σίγουρα μια από τις πιο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ ο Ferreri συναντά έναν από τους διασημότερους "καταραμένους" και περιθωριακούς, τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, μεταφέροντας στην οθόνη ιστορίες από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό του βιβλίο.
Κοινός άξονας των ηρώων είναι η τάση για αυτοκαταστροφή. Ο πρωταγωνιστής - αντίγραφο του Μπουκόφσκι είναι ταλαντούχος συγγραφέας, πλην όμως αλκοολικός, απόλυτα παρατημένος, παρακμιακός, έρμαιο των παρορμήσεων - ερωτικών και όχι μόνο - της στιγμής. Η δόξα, η καταξίωση και το χρήμα καθόλου δεν τον συγκινούν και προτιμά να κάνει παρέα με κάθε λογής περιθωριακούς (τους οποίους ουσιαστικά θαυμάζει), παρά με "καθώς πρέπει" ανθρώπους - και να πηδά όποια γυναίκα βρίσκει μπροστά του και μπορεί, χωρίς καμιά διάκριση ηλικιακή ή εμφανισιακή. Η πόρνη που ερωτεύεται (υπέροχη η Ορνέλα Μούτι) είναι κι αυτή απόλυτα αφημένη και με έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Γύρω από το κάθε άλλο παρά συνηθισμένο αυτό ζευγάρι, κινείται μια τερατώδης πινακοθήκη απίστευτων τύπων, με κοινό γνώρισμα την απόλυτη απόκλιση από αυτό που θα λέγαμε "κανονικό".
Τα κωμικά, διασκεδαστικά επεισόδια εναλλάσονται με τα τραγικά, συγκλονιστικά ενίοτε, που συνηθίζονται σε τέτοιους χώρους. Βλέπετε, στο περιθώριο, η εναλλαγή τραγωδίας και κωμωδίας είναι πολύ πιο έντονη και ακραία απ' όσο στη ζωή που οι περισότεροι από εμάς ζούμε. Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί το Χόλιγουντ, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ: Παρακμιακό, άσχημο, γυμνό, δίχως την παραμικρή λάμψη. Υπάρχουν κι εκεί, βλέπετε, φτωχογειτονιές, εκτός από τις βίλες των αστέρων, που, στο κάτω - κάτω, βρίσκονται σε απομακρυσμένα προάστια...
Παρά τα τόσα χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία βλέπεται άνετα σήμερα - αν εξαιρέσει κανείς το ντύσιμο, που προδίδει από μακριά την εποχή που γυρίστηκε - και είναι αρκετά πιο ακραία, στο ερωτικό μέρος τουλάχιστον, από το μεταγενέστερό της "Barfly", που εμπνέεται από ο ίδιο βιβλίο.
Δείτε την ταινία, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για μια ολοκληρωτική βουτιά στον πάτο της κοινωνίας μας.

Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006

KIN-DZA-DZA: ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ, ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ



Χάρη σ' έναν blogger και φίλο, ένα αληθινό φιλμικό αξιοπερίεργο έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Πρόκειται για το σοβιετικό φιλμ του (Γεωργιανού) Georgi Daneliya "Kin-Dza-Dza", γυρισμένο το 1986. Νομίζατε ότι δεν υπήρχε επιστημονική φαντασία στο σοβιετικό σινεμά; Γελιέστε! Όχι μόνο υπήρχε, αλλά και γνώρισε και καλές στιγμές, όπως αυτή εδώ.
Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό βλέποντας την πάνω από 2 ώρες αυτή ταινία, είναι ένα low budget "Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ". Πράγματι, το Kin-Dza-Dza διαθέτει πολύ χιούμορ - και επίσης έντονα στοιχεία κοινωνικής σάτιρας: Δύο σοβιετικοί πολίτες τηλεμεταφέρονται κατά λάθος στον ομώνυμο πλανήτη, όπου όλα είναι έρημος, οι κάτοικοι διαθέτουν μια παράδοξα προχωρημένη τεχνολογία, που, ωστόσο, εξωτερικά θυμίζει μάλλον μεσαίωνα, και το στοιχείο που κυριαρχεί (εκτός της πανταχού παρούσας διάθεσης για απάτη) είναι η αυστηρότατη κοινωνική ιεραρχία. Η γλώσσα του πλανήτη αποτελείται από 5-6 λέξεις, που σχετίζονται με κάποια τεχνογκάτζετ και, φυσικά, με το χρήμα. Όλες οι υπόλοιπες λέξεις είναι ΚΟΥ, που προφέρεται με άπειρους τρόπους και συνοδεύεται από πολύπλοκες υποκλίσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στη γη, οι δύο άτυχοι πρωταγωνιστές θα περάσουν και από άλλους πλανήτες, με τις δικές τους πάντοτε ιδιαιτερότητες...
Η κοινωνική κριτική σε θέματα όπως η ιεραρχία και οι τάξεις, η λατρεία του χρήματος, το ανήθικο του εμπορίου κλπ. είναι σαφείς, χωρίς ωστόσο η ταινία να γίνεται διδακτική. Οι αστείες καταστάσεις και οι απίστευτες φάτσες διαδέχονται η μία την άλλη, διαβρώνοντας έτσι την όποια σοβαροφάνεια της καταγγελίας. Εντύπωση προκαλεί η έξυπνη χρήση της εξωγήινης τεχνολογίας. Όλες οι κατασκευές και τα αντικείμενα είναι εξαιρετικά ευτελή. Σχεδόν εγκατελειμένες παράγκες, κομάτια σπάγκου, ξύλινες, πρόχειρες κατασκευές, βαρέλια, σκουριασμένα μέταλλα, τα πάντα χρησιμεύουν για πολύ προχωρημένες χρήσεις (ταξίδια στο διάστημα, τηλεμεταφορές κλπ.), συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός πρωτότυπου, ασυνήθιστου σύμπαντος.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Όχι μόνο σαν φιλμικό αξιοπερίεργο...

Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006

Η ΔΙΠΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚ


Υπάρχουν ταινίες ερμητικές, ταινίες που είναι πολύ δύσκολο να υποθέσεις "τι θέλει να πει" ο δημιουργός τους (ή αν όντως θέλει να πει κάτι). Μια απ' αυτές είναι, νομίζω, και η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του μακαρίτη Krzysztof Kieslowski (1941-1996), που γυρίστηκε το 1991, πριν την "τριλογία των χρωμάτων". Ωστόσο, η ερμητικότητα αυτή καθόλου δεν στερεί τα έργα αυτά από την ομορφιά τους. Βλέπετε, η ομορφιά δεν έχει πάντοτε νόημα, απλώς υπάρχει. Την θαυμάζουμε (συχνά, αν είμαστε τυχεροί), αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι πρέπει να την ερμηνεύσουμε.
Η ομορφιά είναι πανταχού παρούσα στην αλλόκοτη αυτή ιστορία των δύο πανομοιότυπων Βερονίκ, που ζουν παράλληλα, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου (στη Γαλλία και στην Πολωνία), μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, έχουν τις ίδιες συνήθειες και κλίσεις - πλην όμως εντελώς διαφορετικές μοίρες -, αλλά αγνοούν η μία την ύπαρξη της άλλης. Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία του στυλ "οι δύο όψεις που συνυπάρχουν μέσα μας" (καλό - κακό, αρσενικό - θηλυκό, λογική - συναίσθημα κλπ. κλπ. κλπ.) θα έπεφτε στο κενό, καθώς οι δύο κοπέλες δεν είναι ούτε αντίθετες ούτε συμπληρωματικές: Είναι απλώς ίδιες, εσωτερικά και εξωτερικά. Από εκεί και πέρα, ίσως δοθούν πολλές άλλες ερμηνείες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Μπορεί κάποια απ' αυτές να πλησιάζει τις προθέσεις του δημιουργού, μπορεί πάλι όχι. Όπως και να έχει όμως, η ομορφιά εξακολουθεί να υπάρχει: Στις εικόνες του Κισλόφσκι, στην υπέροχη μουσική του Preisner, στο κουκλοθέατρο του πρωταγωνιστή, στον μεταξύ τους έρωτα, στην ίδια την Ιρέν Ζακόμπ, την εμφάνιση και την ουράνια φωνή της...
Ίσως πολλοί να χρειάζονται ερμηνείες, ένα συγκεκριμένο και κατανοητό στόρι, που εξηγεί τα πάντα. Σεβαστό. Και εγώ , άθελά μου πολλές φορές, αναζητώ κάτι τέτοιο. Ωστόσο θα πρότεινα απλώς να αφεθείτε στην ομορφιά. Των εικόνων, της μουσικής, της ίδιας της Ζακόμπ.

Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ


Ενδιαφέρον κοινωνικό δράμα είναι η ταινία του Noah Baumbach με τον ηλίθιο ελληνικό τίτλο "Δεσμοί διαζυγίου" - αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει αυτό; (ο κανονικός τίτλος είναι The Squid and the Whale): Ένα ζευγάρι διανοούμενων που χωρίζει μετά από 20 περίπου χρόνια γάμου και οι επιπτώσεις τόσο στις ζωές τους, όσο και (κυρίως) στις ζωές των δύο αγοριών τους - όπου μάλιστα το ένα παίρνει σαφώς το μέρος της μάνας και το άλλο του πατέρα.
Ξέρω ότι ακούγεται ξενέρωτο, αλλά, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για καλή ταινία, που παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Άλλοτε δραματικό και άλλοτε κωμικό, το φιλμ ρίχνει κυρίως το βάρος στην αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των δύο παιδιών μετά το τραύμα του χωρισμού των γονιών τους. Όσο για τους δύο γονείς, ο πατέρας παρουσιάζεται καθαρά ως ο αρνητικός πόλος - ματαιόδοξος, ανασφαλής, αποτυχημένος, που δεν συγχωρεί κατά βάθος την διαφαινόμενη επιτυχία της γυναίκας του.
Ψυχολογική μελέτη των επιπτώσεων του χωρισμού στον μικρόκοσμο της οικογένειας, εκτός του ότι αποτελεί μια καλή προσπάθεια μελέτης του τόσο συχνού στις μέρες μας προβλήματος, μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τον Τζεφ Ντάνιελς σε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο απ' αυτούς που τον έχουμε συνηθίσει.

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ OFFSIDE


Το ιρανικό σινεμά γνωρίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια σημαντική άνθηση. Στην αλυσσίδα των επιτυχιών του λοιπόν (καλλιτεχνικών, όχι εμπορικών, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) έρχεται να προστεθεί το Offside του Jafar Panahi, ο οποίος, λίγα χρόνια πριν, είχε κάνει τον "Κύκλο".
Το Offside σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγάλη ταινία. Είναι όμως συμπαθητική, άμεση, δροσερή. Στο επίκεντρο και πάλι οι γυναίκες στο Ιράν. Ανάμεσα σε πλήθος άλλων ανισοτήτων και παρανοϊκών (για μας) απαγορεύσεων, τους είναι αυστηρά ανεπίτρεπτο να πηγαίνουν στο γήπεδο (!!!), το οποίο, φυσικά, είναι (μία ακόμα) ανδρική υπόθεση. Μερικές κοπέλες λοιπόν, μεταμφιεσμένες σε άντρες, επιχειρούν να μπουν στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν το ματς από το οποίο θα κριθεί αν το Ιράν θα πάει στα τελικά του Μουντιάλ στη Γερμανία (πράγμα που όντως έγινε και οι ανά τον κόσμο ποδοσφαιρόφιλοι το είδαν να παίζει τον Ιούνιο). Συλλαμβάνονται όμως, προτού καλά - καλά καταφέρουν να μπουν, και κατά τη διάρκεια του κρίσιμου ματς κρατούνται από φαντάρους. Το ίδιο το ματς δεν δείχνεται ποτέ. Αυτό που βλέπουμε είναι οι αντιδράσεις ανδρών και γυναικών στις διάφορες φάσεις και οι σχέσεις με τους φαντάρους.
Η ταινία είναι εξαιρετικά λιτή, φτιαγμένη με ελάχιστα χρήματα, σε κάποιες στιγμές σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον είναι ότι για να καταγγείλει ο σκηνοθέτης τον παράλογο αποκλεισμό των γυναικών από πλήθος δραστηριοτήτων στη χώρα του, δεν χρησιμοποιεί βαρύγδουπη, δραματική γραφή, αλλά έναν ανάλαφρο τρόπο, με αρκετό χιούμορ. Έτσι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, συγχρόνως όμως η καταγγελία λειτουργεί απόλυτα. Εκτός αυτών όμως, δείτε τη και για πληροφοριακούς λόγους: Σε πολλά μέρη του κόσμου (πιο πολλά ίσως από όσα νομίζετε), θέματα που για μας είναι απόλυτα λυμένα και αυτονόητα - διάβολε, ποιος αναρωτήθηκε ποτέ αν πρέπει να επιτρέπονται οι γυναίκες στα γήπεδα; - αποτελούν αντικείμενα αυστηρών απαγορεύσεων...
ΥΓ: Το Offside είναι ακόμα απαγορευμένο στο Ιράν.

Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006

ΜΙΑ ΜΕΛΟ ΚΟΝΤΕΣΑ ΣΤΗ ΣΑΓΚΑΗ


Κατ' αρχάς το θέμα είναι ενδιαφέρον (αν φυσικά δεν είστε αλλεργικοί στις ταινίες εποχής): Δεκαετία 30 στη Σαγκάη, χαμός στην Κίνα με κομμουνιστές και μη να συγκρούονται, ιαπωνικός εθνικισμός και επεκτατικές βλέψεις, ρώσοι εξόριστοι τσαρικοί, ο 2ος παγκόσμιος να ετοιμάζεται. Μέσα σ' όλα αυτά, ένας τυφλός αμερικανός πρώην διπλωμάτης κατασκευάζει έναν μικρόκοσμο ευτυχίας, δημιουργώντας το μπαρ των ονείρων του. Όπως είναι φυσικό, αργά ή γρήγορα ο σκληρός έξω κόσμος θα συντρίψει την εύθραυστη αυτή φυσαλίδα ευδαιμονίας.
Όλα αυτά καλά, ωστόσο τόσο η άνευρη σκηνοθεσία, όσο και η σαφής ροπή προς το μελό - ιδιαίτερα προς το τέλος, με τον έρωτα να φουντώνει μέσα στην καταστροφή, κάνουν την "Κοντέσα της Σαγκάης" μια από τις αδύναμες ταινίες του James Ivory, ο οποίος τελευταία έχει αρκετά παρακμάσει (είναι και 78 χρονών). Σίγουρα βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα "Απομεινάρια μιας μέρας" ή την "Επιστροφή στο Howard's End". Πάντως αν είστε φανς των ερωτικών δραμάτων εποχής, ίσως να περάσετε καλά.

Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

ΕΝΑ "ΤΣΕΚΟΥΡΙ" ΠΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΜΕ


Φαίνεται ότι το θέμα της ανεργίας, και μάλιστα αυτής των μεσήλικων και υψηλόβαθμων στελεχών, καίει πραγματικά τους Γάλλους. Το "Τσεκούρι" του Κώστα Γαβρά (Costa-Gavras γράφεται με αστείο τρόπο στο εξωτερικό) είναι η δεύτερη ταινία πάνω στο θέμα, μετά τον "Ελεύθερο ωραρίου", που είχαμε δει λίγα χρόνια πριν.
Για το "Τσεκούρι" μπορείς να κάνεις τόσο θετικά όσο και αρνητικά σχόλια. Κατ' αρχάς η ιδέα είναι έξυπνη (ας τονίσουμε εδώ ότι η ταινία μόνο ως κατάμαυρη, σκληρή σάτιρα πάνω στο θέμα μπορεί να ιδωθεί): Ένα υψηλόβαθμος μεσήλικας οικογενειάρχης απολύεται από την μεγάλη εταιρία του κι αφού μάταια αναζητά δουλειά, αποφασίζει να σκοτώσει έναν - έναν τους πιθανούς ανταγωνιστές του για θέση σε αντίστοιχη εταιρία, ώστε να αναγκαστούν τελικά να προσλάβουν τον ίδιο.
Η ανεργία και οι εφιαλτικές επιπτώσεις της, ο αμείλικτος, εξοντωτικός ανταγωνισμός, το ψυχοφθόρο άγχος της σύγχρονης εργασίας σ΄έναν ιδιωτικό τομέα - ζούγκλα, η θυσία των πάντων στο βωμό του κέρδους και της οικονομικής ευημερίας, χαρακτηριστικά όλα του άγριου και αδίστακτου καπιταλισμού που βιώνουμε στις μέρες μας, όλα - και ίσως κι άλλα, όπως η κρίση της μέσης ηλικίας - βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ. Από αυτή την άποψη η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και συγκλονιστική - και μάλιστα διαπραγματευμένη μέσα από τη μορφή της σάτιρας, όπως είπαμε. Και γίνεται ακόμα πιο συγκλονιστική λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που υιοθετεί ο Γαβράς στη γραφή του: Το άγαρμπο των εκτελέσεων από τον άπειρο αστό που αποφασίζει στα καλά καθούμενα να γίνει κατά συροήν δολοφόνος, η πολλάπλές προσπάθειές του να σκοτώσει - είναι λογικό να μην τα καταφέρνεις με τη μία αν δεν έχεις πιάσει ποτέ στη ζωή σου όπλο -, η συντριβή του μετά από κάποιους φόνους, όλα βρίσκονται πολύ μακριά από την συνήθη εικόνα που έχουμε από το σινεμά για τους σίριαλ κίλερς, που συνήθως παρουσιάζονται ως παρανοϊκές μηχανές του κακού, που απολαμβάνουν αυτό που κάνουν, χωρίς πολλά - πολλά συναισθήματα. Στα συν επίσης της ταινίας και το ενδιαφέρον, διφορούμενο τέλος.
Στα αρνητικά τώρα έχουμε το ότι, ακριβώς λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που λέγαμε, ο ρυθμός είναι σαφώς αργός, έτσι που ίσως προκαλεί πλήξη στον θεατή. Επίσης, η επαναλαμβανόμενη "τελετουργία" των φόνων από ένα σημείο και πέρα, όταν βιώσουμε το πρώτο σοκ, αρχίζει να κουράζει. Και όντως, σε πολλούς η ταινία δεν άρεσε.
Κρίμα. Με λίγο περισσότερο νεύρο θα μπορούσε να είναι μια από τις καλύτερες της χρονιάς.
Η αντιμετώπιση πάντως των σύγχρονων, απάνθρωπων εργασιακών σχέσεων ώς θρίλερ με... σίριαλ κίλερς, παραμένει από τις πιο πρωτότυπες και έξυπνες.

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006

ΕΝΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΜΑΣ


Ο "Επίμονος Κηπουρός" του εξαιρετικού βραζιλιάνου Fernando Meirelles (τον είχαμε εκτιμήσει από την "Πόλη του Θεού", από τα σημαντικότερα φιλμ των τελευταίων χρόνων) είναι υπόδειγμα ταινίας. Ισορροπεί πολύ καλά ανάμεσα στο θρίλερ, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και την απόλυτη πολιτικοποιήση, χωρίς να παραμελεί το ερωτικό στοιχείο, ενώ διαθέτει ζωντανούς και αληθινούς χαρακτήρες. Καταπιάνεται με μια αληθινή "συνωμοσία" που καθημερινά συμβαίνει γύρω μας (σε αντίθεση με τις συνωμοσίες-μπούρδες τύπου Da Vinci): Αυτή των τεράστιων, πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιριών και του βρώμικου ρόλου τους σε φτωχές τριτοκοσμικές χώρες - της Αφρικής στο συγκεκριμένο φιλμ (θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για άλλες "συνωμοσίες" τέτοιων εταιριών, ενάντια στην υγεία μας πολλές φορές, στο πορτοφόλι μας κλπ., αλλά αυτά είναι άλλο θέμα). Μέσα από την επίμονη έρευνα του χαμηλών τόνων, μάλλον συντηρητικού, ερωτευμένου άγγλου διπλωμάτη, που ενσαρκώνει πολύ καλά ο Ρέιφ Φάινς, για το θάνατο της οικολόγου γυναίκας του (εξ ίσου καλή η Ρέιτσελ Βάις), με τεθλασμένη αφηγηματική γραμμή και αρκετά φλας μπακ, το μέγεθος του εγκλήματος και τα όλο και σκοτεινότερα παρασκήνιά του αποκαλύπτονται σιγά - σιγά και μας κάνουν να ανατριχιάσουμε αναλογιζόμενοι το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαπλοκών και τους αδίστακτους και άπληστους τύπους που ελέγχουν τον κόσμο μας. Όσο για το τέλος, ας αποκαλύψουμε μόνο ότι βρίσκεται πολύ μακριά από τα χολυγουντιανά στερεότυπα της εκδίκησης...
Σαν backround, μια Αφρική πάμπτωχη, δυστυχισμένη, αφημένη στο έλεος των ασθενειών και των καπρίτσιων του σκληρού κλίματος, πολύ μακριά από την "εξωτική" τηλεοπτική εικόνα που πολλοί έχουν γι' αυτή μέσα από τα καλοφωτογραφημένα ντοκιμαντέρ με ζώα, άγρια τοπία, χαριτωμένα πρωτόγονες φυλές και δεν συμμαζεύεται.
Από τις πιο αξιόλογες φετινές ταινίες, που μας κάνει να περιμένουμε ανυπόμονα την επόμενη δουλειά του δημιουργού της - ο οποίος ενώ για πρώτη φορά μπήκε στο χορό των μεγάλων παραγωγών με γνωστούς σταρ, δεν έχασε τίποτα από τη δύναμη των παλιότερων, βραζιλιάνικων ταινιών του.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΚΑΡΜΠΟΝ


Εντάξει, ας ξεχάσουμε το αφελές, τρομοθρησκευτικολαγνικό σενάριο με τα 666 και τον αντίχριστο που έφτασε (οι Δίδυμοι Πύργοι, το Απόλλων που έσκασε στα ουράνια, το τσουνάμι κ.ά. είναι τα σημάδια που το αποδεικνύουν!!!). Πέστε ότι αυτά είναι συμβάσεις που δεχόμαστε και παρ' όλες αυτές τις συμβάσεις μπορεί να γίνει μια καλή ταινία τρόμου. Πώς να χωνέψουμε όμως το γεγονός ότι η νυν "Προφητεία" του John Moore είναι ολόιδια, καρμπόν, με την προ τριακονταετίας "Προφητεία" του Ρίτσαρντ Ντόνερ; Τελικά τι νόημα είχε και γιατί γυρίστηκε αυτό το πιστότατο ριμέικ, που τίποτα απολύτως δεν προσθέτει στο πρωτότυπο; Για να βγει στα σινεμά στις 6 6ου του 2006; Και μη βιαστείτε να απαντήσετε "Μα για τα λεφτά, φυσικά". Η ταινία πάτωσε και στην Αμερική. Τι να πω. Άβυσος η ψυχή των χολυγουντιανών παραγωγών...
Μένουν κάποιες ατμοσφαιρικές σκηνές, κάποιοι εντυπωσιακοί θάνατοι... Αν έχετε δει την πρώτη ταινία μην κάνετε τον κόπο.
ΥΓ: Σιγά μην πάει σήμερα, με την παρούσα κατάσταση, υψηλός αμερικάνος διπλωμάτης μόνος, με έναν φίλο του τέλος πάντων, στην Ιερουσαλίμ, να γυρνά σε περίεργες αραβικές συνοικίες, να περνά από ισραηλινές περιπόλους δείχνοντας ταυτότητα, και να μη κουνιέται φύλλο...

Κυριακή, Ιουνίου 11, 2006

ΕΙΜΑΙ Ο ΚΟΝΓΟΥΕΪ, ΑΛΛΑ... ΛΕΓΕ ΜΕ ΚΙΟΥΜΠΡΙΚ


Το Colour me Kubrick, πρώτη ταινία του Brian Cook (ο οποίος είχε δουλέψει με τον Κιούμπρικ στο Eyes Wide Shut), είναι ένα φιλμικό αξιοπερίεργο. Αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός αδίστακτου απατεώνα, που σ' όλη του τη ζωή παρίστανε τον θρυλικό Στάνλεϊ Κιούμπρικ, βασισμένος στο γεγονός ότι ελάχιστοι γνώριζαν τη μορφή του μεγάλου σκηνοθέτη (λόγω ιδιορρυθμίας ο τελευταίος σπανιότατα φωτογραφιζόταν και ζούσε σαν ερημίτης). Οι στόχοι του απατεώνα ήταν ποικίλοι: Από το να κάνει έρωτα με διάφορους, γοητεύοντάς τους ως Κιούμπρικ φυσικά, (ο Κονγουέι ήταν δηλωμένος γκέι), έως να αποσπά χρηματικά ποσά ή να διαμένει δωρεάν σε πολυτελέστατα ξενοδοχεία. Απόλυτα αμοραλιστής, δεν δίσταζε να καταστρέφει ζωές ή καριέρες τρίτων με απίστευτη αδιαφορία.
Η ταινία που βασίζεται στην παράδοξη αυτή περίπτωση είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του πρωταγωνιστή της Τζον Μάλκοβιτς, ο οποίος είναι διασκεδαστικότατος σε μια "υπερβολική", έως και γκροτέσκα, ερμηνεία. Και η ταινία ολόκληρη είναι διασκεδαστική και βλέπεται ευχάριστα (αν και με κάποιον αποτροπιασμό... πώς είναι δυνατόν κάποιος να είναι τόσο αδίστακτος;), πλην όμως πάσχει από αυτό που πάσχουν όλες οι ταινίες που βασίζονται σε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση: Αφορά μόνο αυτή την πολύ ιδιαίτερη περίπτωση και απολύτως τίποτα (και κανέναν) άλλον. Ωστόσο, είπαμε: Βλέπεται ευχάριστα και ίσως ενδιαφέρει τους κινηματογραφόφιλους, που άθελά τους μπαίνουν στο παιχνίδι τού να ξεδιαλύνουν πόσα απ' αυτά που λέει ο απατεώνας για τον Κιούμπρικ είναι αληθινά και πόσα επινοήματα της (μάλλον άρρωστης) φαντασίας του.

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2006

ΟΝΤΩΣ ΑΔΥΝΑΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ


Φαίνεται ότι τα νο 3 είναι μόδα τις τελευταίες εβδομάδες. Οι τρίτες Mission: Impossible (2006) του μέχρι πρότινος τηλεοπτικού J.J. Abrams το επιβεβαιώνουν.
Τώρα τι να σας πω για την ταινία. Αν είστε φίλος των Village, είναι η καλύτερή σας. Η απόλυτη υπερπαραγωγή, όπου η δράση είναι τόσο καταιγιστική, που δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα κι όλα είναι τόσο θεαματικά, που δεν προλαβαίνεις καλά - καλά να δεις τι συμβαίνει στην οθόνη. Αν πάλι δεν είστε φίλος του είδους, έχετε μπουχτίσει στο πρώτο μισάωρο από τον καταιγισμό που λέγαμε και την απίστευτη βαβούρα, αλλά κυρίως από μια ακόμα πιο απίστευτη συσσώρευση απιθανοτήτων και υπεράνθρωπων πράξεων. Άσε που μόνο στο πρώτο τέταρτο έχετε μετρήσει σωρεία πράξεων που, πολύ απλά, δεν γίνονται σε real life. Τα πλέον πολύπλοκα, τεχνολογικά προχωρημένα σχέδια, που βασίζονται σε ακρίβεια κλάσματος δευτρολέπτου, καταστρώνονται και εκτελούνται με άψογο τρόπο σε χρόνο dt, οι ηρωισμοί, οι αποδράσεις, οι επιδείξεις υπεράνθρωπης δύναμης ή / και τεχνικής συμβαίνουν κάθε ενάμισι λεπτό, τα απίθανα gadget εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο σε ρυθμό πολυβόλου... Όσο για χαρακτήρες... αφείστε το καλύτερα. Φυσικά θα μου πείτε: "Μα καλά, χαρακτήρες έψαχνες σε μια τέτοια ταινία"; Όχι βέβαια (και ειλικρινά δεν με πειράζει τόσο η παντελής έλλειψή τους σε φιλμ του είδους. Είναι μία από τις εξ αρχής αποδεκτές συμβάσεις). Αλλά... τι να σας πω. Εδώ ζαλίστηκα και κουράστηκα και τα μελό ιντερλούδια που ξεφύτρωναν ανάμεσα στη δράση με αποτέλειωσαν.
Είπαμε. Αν είστε λάτρεις των φιλμ-μόνο-δράσης, είναι από τα πιο χορταστικά που έγιναν ποτέ. Πάρτε κανά δυο κιλά ποπ κορν, πηγαίνετε κατά προτίμηση σε θερινό (γλυτώνετε έτσι και την πολλών ντεσιμπέλ surround βαβούρα), και καταβρείτε την. Προσωπικά έπληξα με, ίσως, το μεγαλύτερο overdose απιθανοτήτων και εξωπραγματικών καταστάσεων που έχω δει ποτέ.
ΥΓ: Εντάξει όλα τα άλλα, αλλά, όσο κι αν σας φανεί παράξενο, ξέρετε τι με πλήγωσε περισσότερο; Το ότι όλοι της ομάδας (ο Τομ Κρουζ φυσικά, ένας μαύρος, μια γυναίκα πιθανόν ασιατικής καταγωγής και ένας λευκός αμερικάνος), όταν χρειάστηκε μιλούσαν (όλοι, επαναλαμβάνω) ιταλικά σε μια αποστολή που σχεδιάστηκε σε ελάχιστες μέρες!!!

Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

ΤΡΕΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΤΑΦΕΣ ΕΝΟΣ "ΑΣΗΜΑΝΤΟΥ" ΜΕΞΙΚΑΝΟΥ


Η πρώτη κιόλας σκηνοθετική προσπάθεια του Tommy Lee Jones "Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα", καταφέρνει να πλασαριστεί ως μια από τις καλύτερες φετινές ταινίες! Θαυμάσιο σύγχρονο γουέστερν, δανείζεται σίγουρα κάτι από την θεματολογία του Πέκινπα, όχι όμως και τον κυνισμό του. Αντίθετα εδώ κυριαρχεί μια βαθειά ανθρωπιά, που, παραδόξως, εκφράζεται ακόμα και μέσα από τη βία. Ο πεισματικός σκοπός του μοναχικού ήρωα (που ενσαρκώνει ο ίδιος ο Τόμι Λι Τζόουνς), να θάψει τον ασήμαντο για όλους τους άλλους μεξικάνο φίλο του (που, σαν φτωχός λαθρομετανάστης γίνεται ακόμα πιο ασήμαντος), έχει κάτι από αρχαία τραγωδία. Οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά δουλεμένοι, το πώς και το γιατί γίνεται "κακός" ο κακός μπάτσος σκιαγραφούνται ανάγλυφα, η αφόρητη μιζέρια της σύγχρονης, συντηρητικής αμερικάνικης επαρχίας δίνεται με τρόπο συγκλονιστικό, ενώ η αφήγηση είναι πολύπλοκη και κινείται διαρκώς μπρος - πίσω στον χρόνο, αποκαλύπτοντάς μας βαθμιαία τι ακριβώς έχει συμβεί. Αυτό που μένει τελικά είναι ότι δεν υπάρχουν ασήμαντοι άνθρωποι. Ακόμα και ο τελευταίος κουβαλά την προσωπική του ιστορία, διαφορετική από οποιουδήποτε άλλου, έχει τις δικές του σχέσεις και αγάπες και κάπου, κάποιοι τον περιμένουν...
Όχι, μην πάει ο νους σας στο μελό. Κάθε άλλο. Η δομή της ταινίας και το τοπίο της ερήμου είναι αυτά των κλασσικών γουέστερν, οι ήρωες είναι σκληροτράχηλοι, ο πρωταγωνιστής, μόνος εναντίον όλων, δεν διστάζει να πάει κόντρα στις αρχές που "θάβουν" την όλη υπόθεση για να μην προδώσει τις δικές του αρχές, η μελέτη των χαρακτήρων πάει πλάι πλάι με την έντονη και πολυεπίπεδη κοινωνική κριτική, το γκροτέσκο και η βία συγκατοικούν με τη συγκίνηση.
Το ξαναλέω: Μια απο τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς (τουλάχιστον για μένα).

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΣΙΝΕΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ

Καλοκαίρι είναι, ανοίξανε όλα τα θερινά, βαριόμαστε ακόμα περισσότερο τα Village και τα συναφή, οπότε λέω να γράφω πού και πού και για παλιότερες ταινίες (είτε του χειμώνα είτε προηγούμενων χρόνων) που παίζονται σε επαναλήψεις αυτόν τον καιρό, στα θερινά κυρίως ή οπουδήποτε τέλος πάντων. Καλό κουράγιο.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2006

X-MEN 3: ΜΕΧΡΙΣ ΕΔΩ, ΚΑΛΑ ΠΑΜΕ


Παρά την ενασχόλησή μου με τα κόμικς, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός αναγνώστης των X-Men, ούτε των υπερηρωικών κόμικς γενικότερα. Εξετάζοντας λοιπόν μόνο κινηματογραφικά τη σειρά, οφείλω να πω ότι τα πάει μια χαρά. Βέβαια, η προηγούμενη δουλειά του Brett Ratner, το Red Dragon, με είχε αφήσει αδιάφορο και γενικά προτιμώ σαν σκηνοθέτη τον Bryan Singer των 2 προηγούμενων 2 X-Men, ωστόσο και το τρίτο βλέπεται ευχάριστα, είναι συνεπές και, τέλος πάντων, εκπληρώνει απόλυτα τον βασικό προορισμό του: Να περάσεις καλά 2 ώρες. Οπότε δεν έχω παράπονο. Μην περιμένετε φυσικά τεράστιο βάθος και προβληματισμούς. Οι περισσότερες χολιγουντιανές ταινίες άλλωστε (και ιδιαίτερα οι υπερπαραγωγές), έχουν αυτόν ακριβώς τον στόχο: Να περάσει καλά ο θεατής. Άλλες όμως αποτυγχάνουν (βλ. Κώδικας Da Vinci) και άλλες το πετυχαίνουν, όπως αυτή εδώ.
Η κόμικς ατμόσφαιρα διατηρείται, τα εφφέ είναι καλά, η δράση κρατά τον θεατή, ο κακός δεν είναι απλώς καρικατούρα κακού, που ντε και καλά θέλει το κακό όλων, αλλά έχει κατανοητές, συμπαθητικές πλευρές... και πέφτουν στοιχήματα για το ποιοι μεταλλαγμένοι - καλοί ή κακοί - θα επιζήσουν τελικά. Διότι, σας προειδοποιώ, πολλοί από τους βασικούς ήρωες της σειράς πεθαίνουν (δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά ποιοι). Το πόρισμα λοιπόν για ολόκληρη την (μέχρι στιγμής) τριλογία, είναι ότι πρόκειται για σπάνια περίπτωση σειράς που διατηρείται σε αρκετά καλό επίπεδο.
Και μια αντίρρηση: Ο Ian McKellen, άριστος κατά τα άλλα ηθοποιός, έχω την αίσθηση ότι παίζει με υπερβάλλοντα στόμφο και υπερβολικές κινήσεις, κινδυνεύοντας να γίνει ελαφρά γελοίος.

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

ΟΣΑ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΣΤΟ SILENT HILL


Το Silent Hill του γάλλου Christophe Gans, που παλιότερα είχε κάνει την "Αδελφότητα των Λύκων", είναι μάλλον η καλύτερη μεταφορά videogame στην οθόνη. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί και ιδιαίτερο τίτλο τιμής, αν σκεφτούμε ότι άλλες μεταφορές του είδους περιλαμβάνουν ταινίες όπως τα ανεκδιήγητα Resident Evil, Mortal Combat και δεν συμμαζεύεται. Εδώ τα πράγματα είναι πιο σοβαρά, κυρίως στο οπτικό μέρος. Αφήνοντας κατά μέρος την συνεχή - και βαρετή - δράση, ο σκηνοθέτης έριξε το βάρος στην ατμόσφαιρα. Τα εφφέ είναι εντυπωσιακά, οι εικόνες πολλές φορές όμορφες, στοιχειωμένες και ατμοσφαιρικές, η φωτογραφία υποβλητική. Γενικά, φαίνεται η προσεγμένη εικόνα και σκηνοθεσία.
Σεναριακά τώρα, τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά. Η καταγωγή της ταινίας από παιχνίδι προδίδεται, καθώς έχεις την αίσθηση, κυρίως στο πρώτο μέρος, ότι αλλάζεις πίστες (τέλειωσε αυτό, πάμε τώρα στο επόμενο). Τα στοιχειώματα, τα κακά πνεύματα και όλα τα σχετικά είναι αρκετά μπερδεμένα και δεν ξεκαθαρίζονται απόλυτα. Και, κυρίως, ο υποβλητικός, αληθινός τρόμος, που είναι και το ζητούμενο στις ταινίες του είδους, απουσιάζει, παρά την ατμοσφαιρικότητα των εικόνων που προαναφέραμε.
Συνολικά πάντως έχει κάποιο ενδιαφέρον. Δείτε το κυρίως για το οπτικό μέρος.
ΥΓ: Η Τζοντέλ Φέρλαντ, το κοριτσάκι που παίζει και στο Tideland του Γκίλιαμ, μήπως είναι το επόμενο παιδί - σταρ;

Κυριακή, Μαΐου 28, 2006

Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ DA VINCI ΤΙ ΕΦΤΑΙΓΕ;


Να πω αρχικά ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Γι' αυτό και πήγα με προσδοκίες στην ταινία που προέκυψε (σιγά μην το άφηναν με τέτοιο σουξέ) από τον περίφημο "Κώδικα Da Vinci". Πρώτο, για να βγάλω την "υποχρέωση" και να αποφύγω το διάβασμα ενός τόμου που ήξερα ότι δεν θα μου άρεσε (αφ' ενός διότι ο Έκο έχει γράψει απείρως καλύτερα για παρόμοια θέματα, αφ΄ετέρου επειδή έχω διαβάσει τους Ιλουμινάτους του Brown και το στιλ του δεν μου άρεσε καθόλου). Δεύτερο, για να περάσω τουλάχιστον 2 ώρες καλά, με την έννοια του χαβαλετζίδικου και διασκεδαστικού Χόλιγουντ, αυτού με τα ποπ κορν και τις εντυπωσιακές σκηνές δράσης και τις απίθανες καταστάσεις κι όλα τα σχετικά. Όσον αφορά την πρώτη μου προσδοκία, κάτι έγινε: Είμαι πλέον σίγουρος ότι δεν θα διαβάσω ποτέ το βιβλίο. Στη δεύτερη όμως, απέτυχα παταγωδώς. Θεωρώ ότι - εκτός από παντελή έλλειψη βάθους, αλλά είπαμε, αυτό το περίμενα - η ταινία είναι πολύ απλά, ΚΑΚΟ Χόλιγουντ. Έπληξα αφόρητα. Οι (συγκλονιστικές υποτίθεται) αποκαλύψεις έπεφταν βροχή, ο Χανκς κάθε λίγα λεπτά έλυνε και έναν απίθανο γρίφο και προχωρούσε στον επόμενο, όταν επιτέλους πλησιάζε το τέλος είχα υποστεί ένα αφόρητο overdose αποκαλύψεων και όλα αυτά με μια σκηνοθεσία επίπεδη και πλαδαρή (όπως συνήθως συμβαίνει με τον Ron Howard).
Ρεκόρ πλαδαρότητας όμως κατέρριψε και ο Τομ Χανκς, που έδειχνε να βαριέται αφόρητα. Το ίδιο βαριόταν προφανώς και η Τοτού, που ο ρόλος της περιοριζόταν σε συνεχείς ερωτήσεις για το τι σημαίνουν όσα έβρισκαν, ώστε να μπορεί ο ιδιοφυής Τομ να της (μας) εξηγεί πώς τα σκέφτηκε όλα αυτά και τι ιλιγγιώδεις και εξωπραγματικούς συνειρμούς έκανε... Συνολικά, θεωρώ τους χειρότερους ρόλους της καριέρας αμφοτέρων των καλών κατά τα άλλα ηθοποιών.
Θα πρότεινα να μην το δείτε ούτε σε θερινό. Δεν νομίζω ότι αξίζει τα ποπ κορν του.
ΥΓ. Για να πω και ένα θετικό, το μόνο καλό που βγαίνει είναι η αρκετά τολμηρή καταγγελία του βρώμικου ρόλου που έχει παίξει και εξακολουθεί να παίζει η Εκκλησία ανά τους αιώνες (η πανίσχυρη καθολική ιδιαίτερα, αλλά και γενικότερα). Αν δεν το είχατε ακόμα αντιληφτεί αυτό, τότε, αληθινά, ένας νέος κόσμος θα ανοίξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια σας!

Σάββατο, Μαΐου 27, 2006

TRIP ΣΤΗΝ TIDELAND


Να δηλώσω από την αρχή ότι είμαι φαν του Terry Gilliam. Μου άρέσουν όλες οι ταινίες του, εκτός από τους πρόσφατους "Αδελφούς Γκριμ". Έτσι, η γνώμη μου για την Tideland δεν μπορεί παρά να είναι έντονα προκατειλημμένη (θετικά).
Εδώ λοιπόν ο Γκίλιαμ συνεχίζει το trip που ξεκίνησε με το "Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας". Μόνο που εδώ τα στοιχεία είναι πιο gothic, η νοσηρότητα περισσότερη... και γενικότερα το "ταξίδι" μοιάζει να εξελίσσεται σε πιο "κακό" από το προηγούμενο. Το χιούμορ υπάρχει, αλλά είναι κατάμαυρο - πιο μαύρο δεν γίνεται. Οι καταστάσεις ενοχλούν σίγουρα τον μέσο θεατή - γι΄αυτό δεν είναι ταινία για τον μέσο θεατή. Ποια είναι η ενδιαφέρουσα ανατροπή; Ότι όλα αυτά τα φριχτά που συμβαίνουν, το μικρό κοριτσάκι - πρωταγωνίστρια τα βιώνει απόλυτα θετικά, διασκεδάζει, παίζει, λες και η παιδική ματιά (ή αυτή των τρελών ή αυτή των αθώων) έχει τη δύναμη να αντιστρέψει μια εφιαλτική πραγματικότητα, μετατρέποντάς την σε ατέλιωτο παιχνίδι. Αντίθετα λοιπόν με τις κλασσικές ταινίες τρόμου, όπου η ηρωίδα ουρλιάζει έντρομη μπρος σε όσα συμβαίνουν, εδώ έχουμε μια ταινία (περίπου) τρόμου, όπου η ηρωίδα διασκεδάζει αφάνταστα με τα τεκταινόμενα.
Κατά τα άλλα μην περιμένετε εξέλιξη της ιστορίας, με κορυφώσεις, αποκαλύψεις κλπ. Ο Γκίλιαμ, με τη φοβερή σκηνοθετική δεξιοτεχνία του και τις παράδοξες και υπέροχες εικόνες του, αρκείται σε μια καταγραφή των όσων συμβαίνουν, στην καταγραφή δηλαδή του "ταξιδιού". Η "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" είναι φυσικά παρούσα, ο σουρεαλισμός και το γκροτέσκο επίσης. Και το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά το "Διάφανο δέρμα".
Δεν ξέρω πόσοι μπορούν να απολαύσουν μια τόσο αλλόκοτη και νοσηρή ταινία. Εγώ πάντως την απόλαυσα.
ΥΓ: Λένε ότι ο Γκίλιαμ σαλτάρει όλο και περισσότερο, ότι "το έχει χάσει". Τόσο το καλύτερο για το κοινό του. Το σαλτάρισμα υπόσχεται ακόμα πιο παράξενα ταξίδια...

Παρασκευή, Μαΐου 26, 2006

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΡΕΛΘΟΥΣΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Οι "Συνηθισμένοι Εραστές" του Philippe Garrel είναι μια ασπρόμαυρη ελεγεία πάνω στην επαναστατημένη γενιά της δεκαετίας του 60 και την περασμένη ανεπιστρεπτί αθωότητά της (αφέλεια, θα μπορούσε να πει κάποιος πιο προσγειωμένος, και φοβάμαι ότι - μέχρις ενός βαθμού τουλάχιστον - θα έχει δίκιο). Η ταινία καταγράφει με συγκίνηση, με μια "από τα μέσα" ματιά (αφού ο Γκαρέλ τα έζησε όλα αυτά), τον Μάη του 68, την έντονη πολιτικοποίηση, τον έρωτα, ελεύθερο και μη, τα ναρκωτικά, τους ποικίλους πειραματισμούς, τα κοινόβια, το όνειρο της επανάστασης. Απ΄ όλη αυτή την τόσο πλούσια σε γεγονότα, τόλμη και συναισθηματα εποχή, η αίσθηση που μένει είναι αυτή της αθωότητας των ανθρώπων αυτών, που πραγματικά πίστευαν ότι είχαν αλλάξει - ή, τέλος πάντων, θα άλλαζαν όπου νάναι - τον κόσμο. Η επιστροφή στη γη ήταν ανώμαλη. Πολλοί απ' αυτούς συντρίφτηκαν...
Παρά τις καλές προθέσεις και την τιμιότητά της πάντως, η ταινία, με την μινιμαλιστική γραφή και τους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς της, κουράζει τον ανυποψίαστο θεατή. Είναι και τρίωρη, οπότε εφοδιαστείτε με πολλούς καφέδες.
Συνίσταται αυστηρά και μόνο σε σινεφίλ με ιδιαίτερες αντοχές. Απαγορεύεται εξ ίσου αυστηρά σε θαμώνες multiplex.

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ CARMEN


Ασυνήθιστη και έξω από κάθε κατηγοριοποίηση είναι η ταινία με τον εξ ίσου παράξενο τίτλο "U-Carmen, E-Khayelitsha" (!) του νοτιοαφρικανού Mark Donford May *2005). Ούτε λίγο ούτε πολύ πρόκειται για μια μεταφορά της πασίγνωστης όπερας Carmen του Bizet στη σύγχρονη νοτιοαφρικάνικη πραγματικότητα των μαύρων που ζουν σε άθλιες συνθήκες στις παραγκουπόλεις του Κέιπ Τάουν! Και μη νομίζετε ότι ο σκηνοθέτης δανείστηκε απλώς την υπόθεση της Carmen και τη μετέφερε στη σύγρονη Αφρική. Όχι. Πρόκειται για (200την αυθεντική όπερα, όπου οι μαύροι ηθοποιοί τραγουδούν με οπερετικές φωνές(στα αφρικάνικα) την κανονική, πρωτότυπη μουσική του Bizet.
Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο, καθώς βλέπει κανείς σύγχρονους αφρικανούς με τζιν, αθλητικά παπούτσια, αυτοκίνητα, κοκα κόλες, που ανήκουν σε συμμορίες ή είναι μπάτσοι και ζουν στις αφόρητες, πανταχού παρούσες παραγκουπόλεις, να τραγουδούν άριες, ντουέτα ή σόλο σε μουσική του 19ου αιώνα. Ο έρωτας, το πάθος που φτάνει μέχρι την αυτοκαταστροφή, η ζήλεια, όλα βρίσκονται εδώ, δεμένα με την δύσκολη καθημερινότητα, τη σκληρή δουλειά, αλλά και τις εγκληματικές δραστηριότητες των ηρώων. Και, βέβαια, αληθινοί πρωταγωνιστές είναι οι παραγκουπόλεις που λέγαμε και πιο πριν, ένα συγκλονιστικό σκηνικό που θυμίζει πολύ το (καλύτερο κατά τη γνώμη μου) Tsotsi και που, δυστυχώς, είναι πολύ συνηθισμένο στην Αφρική και αλλού.
Το πείραμα είναι μεν ενδιαφέρον, αλλά κατά την γνώμη μου δεν δένει. Ο συνδυασμός με ξένισε, ίσως μάλιστα κάποιες στιγμές να γινόταν αστείος. Πρόκειται για δύο ριζικά διαφορετικές κουλτούρες, τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά. Αρκετές φορές έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο πιο ενδιαφέρον θα ήταν το όλο εγχείρημα αν ο σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε μεν την μουσική της όπερας, διασκευασμένη όμως, "μεταλλαγμένη" δηλαδή σε σύγχρονο, αφρικάνικο ήχο. Τότε ίσως να βλέπαμε κάτι πραγματικά προχωρημένο.
Αν δεν αντέχετε καθόλου την όπερα, μην το ψάξετε καθόλου. Αν είστε συνηθισμένος στην ιδιόρυθμη αυτή μουσική φόρμα με τους ανά τον κόσμο φανατικούς, δείτε το ως ένα παράδοξο πείραμα και μόνο.

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Η ΗΡΩΙΚΗ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) SOPHIE SCHOLL


Είναι κατ΄αρχάς θετικό που οι Γερμανοί τολμούν να σκαλίσουν το θέμα που περισσότερο απ' όλα τους βαραίνει: τη ναζιστική περίοδο (την οποία, ως γνωστόν, οι ίδιοι - οι παππούδες τους τέλος πάντων - έφεραν στην εξουσία, με δημοκρατικές εκλογές). Τις προηγούμενες δεκαετίες, τέτοια θεματολογία αποτελούσε ουσιαστικά ταμπού για το γερμανικό σινεμά.
Η "Sophie Scholl" του Marc Rothemund είναι η καταγραφή της αντίστασης, σύλληψης, φυλάκισης και όσων ακολουθούν (για να μην σας αποκαλύψω το τέλος) της ομώνυμης φοιτήτριας, του επίσης φοιτητή αδελφού της και ενός συνεργάτη τους. Καθαρή γραφή, στέρεη, ρεαλιστική και λεπτομερήΜαρψς αφήγηση, καλές ερμηνείες και βάρος στη σχέση Sophie - ανακριτή, κάνουν τη ταινία να βλέπεται με ενδιαφέρον - πλην όμως χωρίς εκπλήξεις. Αυτός ο υπερβάλλων ηρωισμός, η προθυμία της ηρωίδας να θυσιαστεί για τα πιστεύω της, καθώς και μια γερή δόση μελό (η συγκινητική συνάντηση με τους γονείς της στο κελλί), είναι που την κάνουν κάπως διδακτική και υπέρ του δέοντος "καθώς πρέπει". Πρόκειται για το είδος ακριβώς της "καθαρής" ταινίας που πάει σούμπιτη για Ξενόγλωσσο Όσκαρ, για το οποίο άλλωστε είχε προταθεί.
Αλλά να μη γκρινιάζω πολύ. Καλή ταινία είναι. Μόνο κάπως υπερβολικά "ηρωική". Δείτε την και πάρτε καλού κακού μαζί σας και χαρτομάντηλα.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΒΡΩΜΙΚΗ "ΠΡΟΤΑΣΗ"


"Proposition" λέγεται η αυστραλέζικη ταινία του άγνωστού μου John Hillcoat, στα αξιομνημόνευτα της οποίας περιλαμβάνεται και το ότι το σενάριο έχει γράψει ο Nick Cave! Πρόκειται για ένα ωμό γουέστερν, που διαδραματίζεται στις αχανείς ερήμους της Αυστραλίας, οι οποίες, πιστέψτε με, είναι πολύ πιο αφιλόξενες και σκληρές από τις αντίστοιχες αμερικάνικες. Στην ταινία κυριαρχεί η σκόνη, η βρωμιά, η βία που σχεδόν αγγίζει τα όρια του σπλάτερ, η παρακμή - και η αίσθηση ότι όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι "κακοί". Τα απάνθρωπα, ακραία βίαια μέλη της συμορίας, οι αδίστακτοι, ρατσιστές μπάτσοι, ο εξ ίσου απάνθρωπος δικαστής... Παρακμασμένος, άρρωστος, έχοντας και ο ίδιος υιοθετήσει σκληρές μεθόδους, περιφρονημένος από τους συνεργάτες του, ο σερίφης είναι ο μόνος που προσπαθεί κάπως να αντιδράσει σ' αυτό το νοσηρό κλίμα - και να κρατήσει την όμορφη γυναίκα του όσο γίνεται πιο αλώβητη απ' όλα αυτά. Μάταια. Το κοινωνικό περιβάλλον, σε απόλυτη αρμονία με το εφιαλτικό φυσικό, θα τον συντρίψουν, διατηρώντας έτσι ανέπαφη την κόλαση.
Ατμοσφαιρική φωτογραφία, "βρώμικη" αισθητική και με το θετικό στοιχείο να δείχνει τις ανθρώπινες, καθημερινές πτυχές και των πλέον "κακών", αποφεύγοντας έτσι να τους παρουσιάσει σαν καρικατούρες, συνθέτουν μια από τις πολύ δυνατές φετινές ταινίες. Φτάνει να μπορέσετε να υποφέρετε την διαβρωτική και πανταχού παρούσα νοσηρή και παρακμιακή του ατμόσφαιρα.

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

A [COUNTRY] PRAIRIE [COUNTRY] HOME [COUNTRY] COMPANION


Φυσικά μιλώ για την τελευταία ταινία του Robert Altman A Prairie Home Copmanion, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι 82 χρονών! Οπότε είμαι κάπως διατεθειμένος να του συγχωρήσω τον άπειρο συναισθηματισμό, τους τόνους νοσταλγίας, τη συγκίνηση που διατρέχει όλο το φιλμ. Όσο για την από-την-αρχή-μέχρι-το-τέλος κάντρι που ακούγεται και τραγουδιέται live, αυτό πια είναι θέμα γούστου. Αν σας αρέσει η μουσική αυτή, την έχετε κάνει λαχείο - και το σάουντρακ είναι απαραίτητο για σας. Αν πάλι τη μισείτε, πολύ απλά αλλάξτε ταινία.
Πάντως ο Altman έχει και στο παρελθόν (κάπου στα 70ς) ασχοληθεί με την κάντρι, στο φιλμ "Nashvill" (που δεν έχω δει). Προφανώς τον ενδιαφέρει το είδος - και βρίσκει και την ευκαιρία να βγάλει τη γεροντική του νοσταλγία.
Όλη η ταινία είναι ένα live ραδιοφωνικό σόου με πολλούς κάντρι μουσικούς, που μοιάζει να έχει ξεμείνει στην εποχή μας από τα 50ς. Παρακολουθούμε λοιπόν το τελευταίο show (όσα δηλαδή διαδραματίζονται επί σκηνής και όσα στα παρασκήνια), αφού κάποια εταιρία έχει αγοράσει τον σταθμό για να τον κάνει πάρκινγκ μετά από 30 αδιάκοπα χρόνια λειτουργίας. Το στοιχείο της συγκίνησης είναι προφανές, επιτείνεται μάλιστα από έναν θάνατο. Από εκεί και πέρα, αν δεν δακρύσετε, είναι πολύ πιθανόν να βαρεθείτε...
Στα συν το απίστευτο all stars cast (όπως συνηθίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια ο σκηνοθέτης), που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων Μέριλ Στριπ, Τόμι Λι Τζόουνς, Κέβιν Κλάιν,Βιρζίνια Μάντσεν, Γούντι Χάρελσον κ.ά. Στα μείον, για μένα τουλάχιστον, ο άγγελος που περιφέρεται σε σκηνή και παρασκήνια, ορατός μόνον από λίγους, προσθέτοντας κι άλλο σιρόπι. Πολλά χαρτομάντηλα...

Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006

ΑΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΚΥΜΑΤΑ


Είναι απίστευτο, όμως η ταινία που είδα μετά την "Γλυκόπικρη Ζωή" (στην Berlinale αυτή τη φορά) είχε παρόμοιο μ' αυτήν θέμα. Ο έρωτας για τη γυναίκα του αφεντικού και οι βλαβερές συνέπειές του. Ένα ακόμα νουάρ δηλαδή. Πρόκειται για το ταϊλανδέζικο "Invisible waves" του Pan-Ek Ratanaruang (φοβερό όνομα, έτσι;), του οποίου η "Τελευταία ζωή στο σύμπαν" είχε προβληθεί το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Και είναι ακόμα πιο απίστευτο το πώς δύο ταινίες με το ίδιο ουσιαστικά θέμα μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο διαφορετικές, τόσο στη φιλοσοφία τους όσο και στην κινηματογραφική γραφή. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, αυτή εδώ μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα από την κορεάτικη "συνάδελφό" της, με ιδιαίτερο προβληματισμό πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της (αμφίβολης) αξίας της. Για να καταλήξει όμως κανείς σ' αυτό το συμπέρασμα, πρέπει πρώτα να αντέξει τον εξοντωτικά αργό, αγγελοπουλικό ρυθμό, τα πλάνα όπου δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και τις μακρόσυρτες σιωπές. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα της εξωφρενικής βίας της προηγούμενης ταινίας.
Συμπερασματικά, ενδιαφέρουσα δουλειά, με τη σφραγίδα της προσωπικής και αναγνωρίσιμης πλέον γραφής του Ratanaruang, αλλά όποιος αντέξει...

Δευτέρα, Μαΐου 08, 2006

ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΖΩΗ... ΠΟΥ ΜΑΛΛΟΝ ΚΛΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΙΚΡΟ


Η "Γλυκόπικρη Ζωή" του κορεάτη Kim Jee-woon είναι ένα ακόμα άψογα σκηνοθετημένο ρεσιτάλ βίας και αίματος, όπως τα αρκετά τελευταία χρόνια μας έχουν συνηθίσει οι ασιάτες δημιουργοί. Ωστόσο εδώ τα πράγματα δεν είναι και τόσο συγκλονιστικά. Φταίει μάλλον το απόλυτα προβλέψιμο και κοινότοπο σενάριο (ο καλύτερος, σκληρότερος και ψυχρός σαν βράχος μπράβος ερωτεύεται την κοπέλα του αιμοσταγούς αφεντικού, με αποτέλεσμα να βρεθούν αντιμέτωποι σ' έναν θανάσιμο αγώνα). Πόσες φορές το έχετε δει;
Η εντυπωσιακή σκηνοθεσία και οι καταιγιστικές σκηνές βίας δεν ξέρω αν μπορούν πλέον να ικανοποιήσουν έναν πιο απαιτητικό θεατή. Όπως και να το κάνουμε, πιστεύω ότι βρισκόμαστε μίλια μακριά από την τριλογία της εκδίκησης ενός Παρκ Τσαν Γουκ, την απίστευτη εναλλαγή βίας και ποίησης ενός Κιτάνο ή ακόμα και από τον πρώιμο σαρωτικό και κιτς ταυτόχρονα Τζον Γου (πρινα αυτός παρακμάσει στην Αμερική). Μήπως τελικά και το ασιατικό σινεμά (μάλλον το πιο ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή παγκοσμίως) μπαίνει με τη σειρά του σε μια φάση μανιέρας ή, τέλος πάντων, βίας για τη βία, εφόσον "αυτό ξέρουμε καλύτερα, αυτό πουλάμε";

Σάββατο, Μαΐου 06, 2006

ICE AGE ΞΑΝΑ


Το Ice Age 2 του Carlos Saldanha έχει πολύ όμορφα - εντυπωσιακά σε κάποιες σκηνές - κινούμενα σχέδια, έχει αρκετό χιούμορ, αρκετό σαπένς, το γνωστό σκιουράκι να κυνηγά ξανά το βελανίδι του... όπως, δηλαδή, το πρώτο Ice Age. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημά του: ότι όλα είναι όπως στο πρώτο φιλμ. Αυτό άλλωστε είναι και το γενικότερο πρόβλημα του 90% (για να είμαι επιεικής) των Νο 2.
Νομίζω ότι η "επιχείρηση Νο 2" είναι σχεδόν εξ ορισμού χαμένη, τουλάχιστον όσον αφορά το ενδιαφέρον μας (εκτός του ότι δείχνει έλλειψη έμπνευσης πρωτότυπων ιδεών και αποδεικνύει ότι σχεδόν τα πάντα κινούνται γύρω από την επιθυμία να βγάλουμε κι άλλα λεφτά). Ναι, υπάρχουν αρκετές φορές που διασκεδάζω σε ένα σίκουελ (όπως και στο Ice Age). Και πάλι όμως, το στοιχείο της έκπληξης που είναι καθοριστικό στο πρώτο φιλμ, έχει χαθεί...
Άφησα, όπως είδατε, περιθώρια εξαιρέσεων. Οι εξαιρέσεις όμως υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Δείτε το, αν θέλετε. Θα περάσετε αρκετά καλά. Αλλά θα το έχετε ξαναδεί.
ΥΓ: Από τις πιο καλές σκηνές - έως και τρομακτικές - οι σκηνές με τα κολοσιαία παγόβουνα που καταρρέουν, προξενώντας σχεδόν δέος.

Τετάρτη, Απριλίου 19, 2006

ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ


Η Ανθρωποκτονία του δανού Per Fly (του οποίου τις άλλες δύο ταινίες δεν κατάφερα δυστυχώς να δω), κερδίζει σίγουρα μια θέση μέσα στα 10 καλύτερα φετεινά φιλμ. Βαθειά και πολυεπίπεδη μελέτη της βίας και των αλυσιδωτών επιπτώσεών της σε μια σύγχρονη, ευνομούμενη κοινωνία, ειδωμένη μέσα από την ιστορία ενός ανθρώπου και του περίγυρού του, εξετάζει τόσο τα αδιέξοδα του ανθρώπου αυτού (έξυπνου και προοδευτικού μάλιστα), όσο και ολόκληρης της κοινωνίας που προαναφέραμε. Πρόκειται για μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει επιτευχθεί η άψογη καταγραφή των επιπτώσεων κοινωνικών προβλημάτων πάνω σε ατομικές περιπτώσεις - ή, αν θέλετε, του πώς ένα πολιτικών κινήτρων γεγονός μπορεί να οδηγήσει στην κατάρευση του ήρωα, αλλά και κάποιων άλλων ανθρώπων γύρω του. Δεν υπάρχουν ρητορείες, πολιτικής ή όποιας άλλης φύσης. Τα σχόλια, όπως είπαμε, γίνονται μέσα από την παρακολούθηση ατομικών περιπτώσεων.
Σοβαρή σκηνοθεσία, ιστορία που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό και εξαιρετική κατάδειξη της πορείας του πρωταγωνιστή προς την απόλυτη παρακμή, ρεαλιστικές καταστάσεις, συνθέτουν μια ταινία που και με πολύ ενδιαφέρον παρακολουθείται, και πολλαπλούς προβληματισμούς και τροφή για σκέψη προκαλεί. Σκεφτόμουν μάλιστα ότι οποιοσδήποτε από τους χαρακτήρες να ήμουν, θα αντιδρούσα με παρόμοιο τρόπο, πράγμα που αποδεικνύει ότι τίποτα απ’ όσα βλέπουμε δεν είναι εξωπραγματικό ή τραβηγμένο.
Τελικά οι δανοί τα κατάφεραν πάλι!
ΥΓ: Αναρωτιέμαι: Αν ο φόνος ενός αστυνομικού προκαλεί όλα αυτά τα πολλαπλά τραύματα στον κοινωνικό ιστό, τι μπορεί να συμβαίνει σε χώρες όπου κυριαρχεί η βία σε καθημερινή βάση;

Κυριακή, Απριλίου 16, 2006

Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Ο Spike Lee είναι άνισος σκηνοθέτης. Έχει κάνει πολύ καλές και πολύ μέτριες ταινίες - με έντονη τάση για δημαγωγία σ' αυτές τις τελευταίες. Το Inside man είναι από τις πολύ καλές του. Το κλασσικό θέμα της ληστείας τράπεζας, που έχουμε δει χιλιάδες φορές στο σινεμά, εδώ γνωρίζει μια από τις πιο ευρηματικές εκδοχές του. Σφιχτός ρυθμός, που σε κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, απρόσμενες ανατροπές - όχι όμως εξωπραγματικές και αναληθοφανείς, όπως συχνά συμβαίνει τελευταία - έξυπνο και πρωτότυπο σενάριο, καλές ηθοποιίες και κάμποση κριτική στην αμερικάνικη διαφθορά και τις βρώμικες βάσεις του συστήματος, ανανεώνουν το ενδιαφέρον για ένα τόσο τετριμμένο θέμα, για το οποίο θα πιστευαμε ότι τίποτα άλλο πια δεν μπορεί να προστεθεί.
Όσο για το εντυπωσιακό καστ (Ντέντζελ Ουάσινγκτον, Κλάιβ Όουενς, Τζόντι Φόστερ, Γουίλεμ Νταφόε, Κρίστοφερ Πλάμερ), χρησιμοποιείται για να ενσαρκώσει ουσιαστικούς, διακριτούς ρόλους, και όχι σαν μια γελοία παρέλαση σταρς, μόνο και μόνο για να λέμε ότι έχουμε ένα "all stars cast" (βλέπε τα διάφορα Ocean's 11, 12 και δεν συμμαζεύεται...)

Τετάρτη, Απριλίου 12, 2006

Ο ΒΕΝΣΑΝ ΚΑΣΕΛ ΩΣ "ΣΑΤΑΝΑΣ"


Το Sheitan του πρωτοεμφανιζόμενου Kim Chapiron είναι ταινία φτιαγμένη μάλλον για να ερμηνεύσει ο Β. Κασέλ (ο οποίος είναι και παραγωγός) τον ομώνυμο ρόλο, σε ένα ρεσιτάλ παράνοιας. Απο τις πιο "άρρωστες" ταινίες της χρονιάς - και με μια ελαφρά δόση μαύρου χιούμορ - δημιουργεί μέχρι τη μέση μια έντονα αγχωτική ατμόσφαιρα (όπου όμως στην ουσία δεν γίνεται τίποτα το φρικιαστικό), μέχρι που η βία ξεσπά στο δεύτερο μέρος. Φοβερή η επιλογή φατσών, που από μόνες τους αρκούν να δημιουργήσουν το ζητούμενο νοσηρό κλίμα... και να πάρετε για πάντα από φόβο τη γαλλική επαρχία. Σίγουρα ασυνήθιστη ταινία για τα δεδομένα του είδους, με έναν υπερβολικό Βενσάν Κασέλ που ή τον λατρεύετε ή τον βαριέστε, ωστόσο δεν είναι και για χόρταση...
Δείτε την περισσότερο ως ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο παρά ως μια όντως καλή ταινία.
ΥΓ: Εννοείται πως ό,τι θετικό έχω πει μέχρι τώρα για το φιλμ απευθύνεται αποκλειστικά στους φανς του είδους. Οι υπόλοιποι θα φύγουν κάπου στη μέση.

Δευτέρα, Απριλίου 10, 2006

ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ "ΟΤΑΝ ΦΟΥΣΚΩΝΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ"... ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΝΕΙ


Στη 2η ταινία που είδα στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, "Όταν φουσκώνει η θάλασσα" της Yolande Moreau και του Gille Porte, τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα από την ανεκδιήγητη "Βασιλική Οικογένεια" (Palais Royale), πλην όμως όχι απόλυτα ικανοποιητικά. Διηγείται έναν απρόβλεπτο και αταίριαστο έρωτα στην επαρχία, ανάμεσα σε μια μεσήλικα (και παντρεμένη) πλανόδια ηθοποιό και έναν τύπο του οποίου οι συνθήκες διαβίωσης είναι λίγο καλλίτερες από αυτές ενός κλοσάρ. Σίγουρα το φιλμ διαθέτει πολλή τρυφερότητα και ευαισθησία, και υπάρχουν στιγμές που προκαλεί αληθινή συγκίνηση χωρίς, ευτυχώς, να πέφτει στο μελό. Η γκρίζα ζωή της γαλλικής ή βελγικής (και κάθε) επαρχίας, η μοναξιά του πρωταγωνιστή, η ζωή του πλανόδιου, όλα είναι εδώ. Και μετά αρχίζουν τα προβλήματα: Η ταινία εξαντλείται κάπου στη μέση και μετά αρχίζει να επαναλαμβάνεται. Γίνεται έτσι μάλλον βαρετή - αν και διανθίζεται από μερικές καλές στιγμές. Αν της έλειπαν 20 λεπτά (για να μην πω παραπάνω), τότε θα ήταν μια καλή ταινία. Αλλά μια καλή ταινία ΟΧΙ μεγάλου μήκους.
Δεν ξέρω αν φταίω εγώ και ένα σχετικό κινηματογραφικό overdose ή αν όντως έτσι συμβαίνει, νομίζω όμως ότι αυτό που όλο και συχνότερα με χαλάει σε ταινίες κάθε προέλευσης είναι η αδικαιολόγητα μακρά (κατά τη γνώμη μου) διάρκειά τους. Είναι μήπως δείγμα της εποχής η φλυαρία;

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

O ΟΠΩΣ ORWELL, V ΟΠΩΣ VENDETTA


Ομολογώ ότι πήγαινα να το δω αρνητικά προκατειλημμένος. Αφ' ενός είμαι φαν του κόμικς απ' όπου προέρχεται και του Alan Moore γενικότερα, αφ' ετέρου δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των παραγωγών αφών Γουακόφσκι (ή Γουατσόφσκι), των Matrix τους και του σεναριογράφου τους James McTeigue, που εδώ είναι σκηνοθέτης. Είχα υποστεί και την τραυματική εμπειρία του ανεκδιήγητου League of Extraordinary Men, της απόλυτης κατακρεούργησης κόμικς του Moore, είναι και το εξαιρετικά "επικίνδυνο" στην εποχή μας θέμα (τρομοκρατία, αντίσταση) οπότε... καταλαβαίνετε...
Ευτυχώς διαψεύστηκα. Η ταινία V for Vendetta, αν μη τι άλλο, είναι τίμια, αρκετά πιστή στο πρωτότυπο και - ω του θαύματος - αρκετά προχωρημένη στις πολιτικές της θέσεις. Θέλει τόλμη (στην εποχή μας, το ξαναλέω) να έχεις ως ήρωα και ως θετικό χαρακτήρα έναν τρομοκράτη, που βάζει βόμβες στο Κοινοβούλιο ή στα Δικαστήρια. Βέβαια οι πράξεις αυτές δικαιολογούνται και μπαίνουν στο απυρόβλητο εφόσον ο V αγωνίζεται εναντίον ενός απόλυτα φασιστικού μελλοντικού βρετανικού καθεστώτος, οπότε τα πράγματα γίνονται πολιτικά ευκολότερα (και ο Σημίτης έβαζε βόμβες κατά τη δικτατορία), αλλά και πάλι, το να θίξεις το καυτό αυτό θέμα σήμερα, με τους αναπόφευκτους συνειρμούς που προκαλεί, σίγουρα απαιτεί τόλμη. Αφείστε που οι συνειρμοί που λέγαμε, εκτός από την τρέχουσα τρομοϋστερία, εύκολα ξεστρατίζουν και προς ένα πολιτικά ζοφερό μέλλον που πιθανόν καραδοκεί (αν κρίνουμε από την Αμερική τουλάχιστον). Άλλωστε και το κόμικς, όταν γράφτηκε, αντανακλούσε τη γκρίζα θατσερική περίοδο της Βρετανίας...
Κατά τα άλλα, η σκοτεινή του ατμόσφαιρα διατηρείται στο ακέραιο, οι αλλαγές είναι μικρές και όχι ουσιώδεις κατά τη γνώμη μου, οι σκηνές εντυπωσιακής βίας είναι λίγες και σε σημεία που χρειάζονται, χωρίς σε καμία περίπτωση να γίνονται αυτοσκοπός και απλή επίδειξη εφετζίδικων δυνατοτήτων, οι ηθοποιοί είναι μια χαρά (τελικά είναι καλτ μορφή ο Στίβεν Ρία), οπότε ας μην παραπονιόμαστε. Όλα πήγαν κατ' ευχήν.
Προς μεγάλη μου έκπληξη...

Κυριακή, Απριλίου 02, 2006

Η "ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΖΩΗ" ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΒΑΡΕΤΗ


Η ταινία της Valerie Lemercier "Palais Royale" (Βασιλική Ζωή όπως "μεταφράζεται" στα καθ' ημάς) που προβλήθηκε την πρώτη μέρα του Φεστβάλ Γαλλόφωνου Κιν/φου είναι μια από τις πλέον βαρετές που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Κωμωδία υποτίθεται, σάτιρα της βασιλικής ζωής, ασχολείται με την καθημερινότητα και τις ίντριγκες της εν λόγω οικογένειας ενός φανταστικού ευρωπαϊκού κράτους, πλην όμως το χιούμορ είναι επιεικώς κρύο, η πλοκή παιδαριώδης - μάλλον θυμίζει παλιό ελληνικό σινεμά της Φίνος Φιλμ - και το τέλος άγαρμπο, καθώς δεν ταιριάζει με την μέχρι τότε δομή(;) της ταινίας. Οι προφανείς αναφορές στη Νταϊάνα και τη συνομωσιολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω απ' αυτήν συναντούν τον... Άμλετ σε μια προσπάθεια για κωμωδία που με το ζόρι αποσπά μερικά χαμόγελα. Α, ναι, παίζει και η Κατρίν Ντενέβ (τι ανάγκη έχει τώρα αυτή να παίζει σε τέτοιες ταινίες... έ, την ίδια που έχει και ο Ντε Νίρο να παίζει σε αντίστοιχες αμερικάνικες).
Το Φεστιβάλ δεν ξεκίνησε και πολύ καλά...