Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ"

Είχα γράψει για τη σουηδική τριλογία του "Millenium", η οποία βασίζεται στα σκοτεινά μπεστ σέλερ του Στιγκ Λάρσον και η οποία μου είχε αρέσει αρκετά (ιδίως το πρώτο μέρος, που ήταν έκπληξη για μένα). Η αμερικάνικη μεταφορά της (σιγά μην το άφηναν και, πιστέψτε με, θα τη λέμε όλο και συχνότερα αυτή τη φράση) με είχε αρχικά ανησυχήσει (πάλι θα το "λειάνουν", βλέπε ξενερώσουν, και θα το κάνουν πιο αμερικανιά;). Μέχρι που έμαθα ότι το πρότζεκτ είχε αναλάβει ο David Fincher, στον οποίο βεβαίως έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Το αποτέλεσμα στο αμερικάνικο "Κορίτσι με το Τατουάζ" (The Girl with the Dragon Tatoo) με δικαίωσε. Η ταινία είναι εξ ίσου σκοτεινή, εξ ίσου αποκαλυπτική όσον αφορά τη σουηδική κοινωνία και τις βρώμικες καταβολές της, εξ ίσου ακόμα και απωθητική σε κάποια σημεία. Κανονικότατος Φίντσερ δηλαδή. Όντως η συγκεκριμένη μεταφορά νομίζω ότι του ταίριαζε πολύ. Η βασική ηρωίδα, η ιδιότυπη χάκερ - ντετέκτιβ Λίσμπεθ Σαλάντερ, παραμένει το ίδιο αυτοκαταστροφική, βίαιη, ψυχρή (συνήθως) και πέρα για πέρα αντισυμβατική. Πανκ, αμφισεξουαλική, μοναχική, απότομη στους τρόπους της, εξακολουθεί να βρίσκεται μακριά από κάθε πρότυπο θετικής ηρωίδας που είχαμε στο μυαλό μας. Οι ήρωες του φιλμ κουβαλούν ο καθένας τα δικά του τραύματα, δίχως τίποτα να ωραιοποιείται. Οι αποκαλύψεις για το βρώμικο background και το ναζιστικό παρελθόν μιας πανίσχυρης σουηδικής οικογένειας - δυναστείας, που, όπως καυχώνται μέλη της, "έχτισε τη σύγχρονη Σουηδία", παραμένουν επίσης. Φυσικά πρόκειται για αλληγορία για το ίδιο το παρελθόν του "σύγχρονου θαύματος" που αποτελούσε μέχρι πρότινος η σουηδική κοινωνία. Η αστραφτερή εικόνα της καταστρέφεται τόσο στο βάναυσο, γεμάτο βία, παρόν, όσο και όσον αφορά τις ρίζες, το παρελθόν της. Τέλος η πλοκή του φιλμ παραμένει βασικά ίδια με αυτή του πρωτότυπου φιλμ, δίχως παραχωρήσεις και happy end. Και με τον Φίντσερ στο τιμόνι, ο σωστός ρυθμός και η - σκοτεινή επαναλαμβάνω - σκηνοθεσία είναι δεδομένα. Οπότε μπορώ να πω ότι απόλαυσα την ταινία. Όλα καλά λοιπόν; Ναι, θα απαντούσα αυθόρμητα. Πλην όμως... για να το ξανασκεφτώ καλύτερα... Ο Φίντσερ είναι εξαίρετος και πολύ τολμηρός δημιουργός (γι' αυτό ανέλαβε το ριμέικ αυτό). Όμως, αν προσέξατε, είπα ότι η πλοκή είναι ίδια, η βρώμικη και σκοτεινή ατμόσφαιρα επίσης, παραχωρήσεις δεν υπάρχουν... Οπότε; Οπότε ξαναείδα την ίδια ουσιαστικά ταινία από έναν διαφορετικό - ικανότατο βεβαίως, το είπαμε αυτό - δημιουργό. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Γιατί θα έπρεπε να ξαναγίνει, έστω και με δίχως να προδοθεί, ένα ήδη πολύ καλό πρωτότυπο; Γιατί πρέπει να ξαναβλέπουμε σε αγγλική γλώσσα και φυσικά με σταρ, πολύ καλές μη αμερικάνικες ταινίες; Τι φταίμε εμείς αν οι αμερικάνοι δεν πατάνε στα σινεμά αν μια ταινία δεν μιλά αγγλικά; Δικό τους πρόβλημα. Αν φυσικά δεν έχετε δει το πρωτότυπο, η ταινία συνίσταται - φτάνει να αντέξετε το "βρώμικο" κλίμα της. Αν πάλι το έχετε δει... ε, τότε θα το ξαναδείτε με γνωστότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτη. Αν το έβλεπα πρώτη φορά θα ενθουσιαζόμουν. Δυστυχώς το βλέπω δεύτερη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2012

ΠΛΑΣΤΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΙΑ ΤΟΝ "JIGSAW MAN"

To 1984 o Terence Young (1915–1994), γνωστός από πρώιμους Τζέιμς Μποντ με τον Σον Κόνερι, γυρίζει την προτελευταία ταινία του, το "The Jigsaw Man". Πρόκειται για τυπικό φιλμ κατασκοπείας, με καλούς δυτικούς και κακούς ανατολικούς (ρώσους φυσικά), που αντανακλά πλήρως το κλίμα της εποχής - και της λίγο πιο ψυχροπολεμικής προγενέστερης - και της αέναης, υπόγειας διαμάχης των δύο τότε υπερδυνάμεων. Ένας άγγλος υψηλός πράκτορας, που έχει αυτομολήσει στη Ρωσία και ζει εκεί, στέλνεται πίσω στη Δύση, αφού έχει κάνει πλαστική προσώπου ώστε να μην τον αναγνωρίσει κανείς, με σκοπό να ανακτήσει μια πολύτιμη λίστα, την οποία ο ίδιος είχε κρύψει πριν το σκάσει. Εκεί θα ξεκινήσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι διπλών πρακτόρων, σκοπών κρυμένων πίσω από άλλους σκοπούς, ύποπτων κάθε είδους, αλλά και προσωπικών επιδιώξεων, αφού παίζονται πολλά, πολλά λεφτά. Ταυτόχρονα ο ήρωάς μας θα συναντήσει και την κόρη του, η οποία στο μεταξύ έχει μεγαλώσει... Το στοιχείο αυτό, και κάποια άλλα που υπάρχουν στο φιλμ, εμπλέκουν και προσωπικές ιστορίες στην όλη υπόθεση. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, οι ρώσοι είναι πάντοτε μονοδιάστατα κακοί. Τίποτα άλλο. Το μόνο σημαντικό στην ταινία είναι κατά τη γνώμη μου οι δύο μεγάλοι ηθοποιοί που παίζουν: Λόρενς Ολίβιε και Μάικλ Κέιν. Κατά τα άλλα το φιλμ κυλά μάλλον ρουτινιάρικα, δίχως ιδιαίτερο νεύρο και εκπλήξεις, με πράγματα που μάλλον έχουμε ξαναδεί. Βρήκα το όλο στιλ άκαμπτο, τα κλισέ πολλά, ενώ οι μορφές, τα ντυσίματα, τα ντεκόρ μοιάζουν πολύ, πολύ παλιομοδίτικα... Υπάρχουν βέβαια και οι κλασικές απιθανότητες στο σενάριο, οπότε η αδιάφορη για μένα εικόνα συμπληρώνεται. Όπως καταλάβατε δεν το θεωρώ και πολύ σπουδαίο φιλμ. Αν είστε φανατικοί των κατασκοπικών ταινιών, με μυστικές υπηρεσίες, κρυμένα έγγραφα, διπλούς πράκτορες, κάποια κυνηγητά, λίγο πιστολίδι κλπ., δείτε το. Ή αν είστε φανατικός των δύο σταρ και θέλετε να έχετε δει όλη τους τη φιλμογραφία. Αλλιώς, νομίζω ότι θα ζήσετε και δίχως αυτό.

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2012

"WARLORDS" Ή Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Έχω ξαναγράψει για το ακμάζον σινεμά του Χονγκ-Κονγκ, ενός σινεμά που ουσιαστικά αγνοώ, πλην όμως κατά καιρούς έχει τύχει να δω πολύ καλά δείγματα. Ένα απ' αυτά θεωρώ ότι γύρισαν το 2007 οι Peter Chan και Wai Man Yip. Είναι το "The Warlords" (Tau ming chong για τους κινεζομαθείς φίλους μας). Πρόκειται για ένα πολύ καλογυρισμένο έπος / δράμα, που διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα σε μια Κίνα που σπαράσεται από αιματηρούς εμφύλιους, με διάφορους ευγενείς, φεουδάρχες και πολέμαρχους να διεκδικούν (τι άλλο;) την εξουσία - ή περισσότερη εξουσία, βασίζεται δε σε μια ιστορία της εποχής αυτής, που, όπως μαθαίνω, έχει μεταφερθεί ξανά στο σινεμά στη δεκαετία του 70. Είναι η ιστορία δύο αδελφών ληστών και ενός αξιωματικού του οποίου ο στρατός σφαγιάστηκε σε μια μάχη και ο ίδιος υπήρξε ο μόνος επιζών. Οι τρεις αυτοί σκληροτράχηλοι άντρες συμμαχούν δίνοντας όρκο αίματος, γίνονται δηλαδή αδέλφια, και μαζί, με τον στρατό που συγκεντρώνουν, καταφέρνουν να αλλάξουν τον ρου του πολέμου. Το αληθινό δράμα όμως ξεκινά μετά τις εντυπωσιακές τους νίκες. Όπως καταλάβατε πρόκειται για έπος, με πολύ καλές σκηνές μαχών, καλή σκηνοθεσία, εντυπωσιακή εικόνα. Το φιλμ όμως δεν μένει μόνο σ' αυτά. Η ουσία του, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στα όσα συμβαίνουν στις σχέσεις των τριών "αδελφών" μετά τις νίκες, όταν πια έχουν να αντιμετωπίσουν όχι έναν εξωτερικό εχθρό, που απλώς θέλουμε να εξοντώσουμε και τέρμα, αλλά το ολοένα αυξανόμενο βάρος της εξουσίας, τις ίντριγγες της διακυβέρνησης, τους αληθινούς ισχυρούς που κινούν από το παρασκήνιο τα νήματα. Πόσο μπορούν να αντέξουν οι προσωπικές σχέσεις κάτω από τις αφόρητες αυτές πιέσεις; Υπάρχει βέβαια και το ερωτικό στοιχείο, με τη μορφή μιας "μοιραίας" γυναίκας για να πυροδοτήσει τις καταστάσεις, αλλά η διαχείρηση της εξουσίας νομίζω ότι είναι το ουσιαστικό σημείο. Καθώς και η πικρή διαπίστωση ότι η δύναμη δεν φέρνει ευτυχία. Συχνά μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο. Ανακεφαλαιόνοντας λοιπόν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε απλώς για το εντυπωσιακό οπτικά επικό κομμάτι με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία ή για το δραματικό μέρος, αλλά και για την κατάδειξη της κατάρας της εξουσίας και την αποκάλυψη των παρασκηνιακών συμφερόντων, για τα οποία ουσιαστικά συμβαίνουν τα πάντα. Όλα τα υπόλοιπα, έπη και ηρωισμοί, είναι απλώς βιτρίνες ή, επίσης απλώς, χρυσώνουν το χάπι. Είπαμε ότι ένας σύγχρονος σινεφίλ είναι "υποχρεωμένος" να παρακολουθεί τον καλπάζοντα ασιατικό (εκτός του γνωστότερού μας ιαπωνικού) κινηματογράφο, πράγμα το οποίο εγώ προσωπικά δεν κάνω όσο θα ήθελα. Ταινίες σαν αυτή αποδεικνύουν πόσο λάθος κάνω.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2012

ΒΡΩΜΙΚΑ "ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ"

Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε ότι ένα φιλμ είναι "ταινία εποχής"; Ωραίες εικόνες, μακριά, εντυπωσιακά φουστάνια, αγνά ακόμα τοπία εξοχής... Ε, λοιπόν, ξεχάστε τα όλα αυτά αν αποφασίσετε να δείτε τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" του 2011, το κλασικό δηλαδή ρομαντικό μυθιστόρημα της Μπροντέ, που μεταφέρθηκε για μια ακόμα φορά στην οθόνη. Γιατί; Διότι σκηνοθετεί η αγγλίδα Andrea Arnold, του "Red Road" και του "Fish Tank". Κι επειδή Arnold σημαίνει ωμός ρεαλισμός, αυτό ακριβώς θα δείτε κι εδώ, κι ας πρόκειται για ταινία εποχής (μια ματιά και μόνο στην αφίσα άλλωστε θα σας πείσει γι΄αυτό). Η Arnold κατ' αρχάς κάνει τον Χίθκλιφ, τον βασικό ήρωα του βιβλίου, μιγάδα. Μιγάδα στα 1800τόσα; Ήδη οι προϋποθέσεις για άγριο ρατσισμό εις βάρος του έχουν τεθεί. Προσθέστε στον βασανισμένο αυτόν άνθρωπο την ορφάνια του και την έλλειψη εκπαίδευσης και θα καταλάβετε πώς διαμορφώνεται ο άγριος χαρακτήρας του, ζωώδης πολλές φορές, ολότελα υποταγμένος στα ένστικτα. Από την άλλη η Arnold κινηματογραφεί με κάμερα στο χέρι, με κουνημένη φωτογραφία, με κόκκο στο φιλμ. Με άλλα λόγια όπως ακριβώς στα φιλμ της που διαδραματίζονται στη σύγχρονη εποχή. Και βέβαια κάνει σαφή σχόλια για το ρατσισμό, τον φεμινισμό, το ερωτικό πάθος στα άκρα του. Καμία σχέση με την καθαρότητα της εικόνας που συνήθως χαρακτηρίζει τα φιλμ εποχής. Όσο για τον έρωτα του Χίθκλιφ και της Κάθριν... ξεχάστε κι εδώ κάθε τρυφερότητα και ρομαντισμό. Ή μάλλον, ρομαντισμός υπάρχει, αλλά με την θανατερή του έννοια, αυτή του άγριου πάθους και της μέχρι τέλους αφοσίωσης - εμμονής. Όσο για το τοπίο... έρημοι βουνίσιοι τόποι με χαμηλή βλάστηση και άγρια βράχια κυριαρχούν. Πρόκειται για μέρη πολύ περισσότερο άγρια παρά όμορφα. Η φύση (ο άγριος καιρός, η βροχή, οι άνεμοι, το τοπίο που προαναφέραμε) παίζει καθοριστικό ρόλο στην ταινία. Η λάσπη, το αίμα, ο πόνος, κυριαρχούν από την αρχή ως το τέλος (άλλωστε ο απαγορευμένος έρωτας του ζευγαριού έχει μια αισθητή σαδομαζοχιστική χροιά). Ο 19ος αιώνας δείχνεται δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση: Βρώμικος, δύσκολος, τραχύς, ιδιαίτερα όταν ζει κανείς σε σχεδόν ερημικούς αγριότοπους. Ο σωματικός πόνος δείχνεται κι αυτός ωμά. Πονάμε κι εμείς μαζί με τους ήρωες. Το ίδιο τραχιά είναι και η γλώσσα. 19ος αιώνας και ρομαντικό βιβλίο; Και λοιπόν; Οι ήρωες μιλούν με αγριότητα, δίχως ευγένειες, βρίζουν, τσακώνονται. Αν το καλοσκεφτούμε, κάπως έτσι πρέπει να ήταν στην πραγματικότητα σ' αυτές τις πιο "πρωτόγονες" εποχές. Κανένας εξωραϊσμός λοιπόν, καμιά καλλιγραφία. Το αντίθετο ακριβώς. Είναι καλό αυτό; θα μου πείτε. Δεν ξέρω. Εσείς αποφασίζετε. Σίγουρα όμως το τελικό αποτέλεσμα χαράχτηκε μέσα μου και θα μείνει για καιρό. Ακόμα κι αν ενοχλεί σε αρκετά σημεία με την ωμότητά του. Ακόμα κι αν αναγκάζεσαι μερικές φορές να αποστρέψεις το βλέμμα, καθώς αντικρύζεις όλη αυτή την καθημερινή σκληρότητα. Σας αρέσει ή όχι όμως, αυτά εδώ τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" είναι μια ταινία εποχής από μια οπτική γωνία που σίγουρα δεν έχετε ποτέ ξαναδεί στο είδος.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2012

Ο JONAH HEX ΚΑΙ Ο ΑΝΕΥ ΟΥΣΙΑΣ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΜΟΣ

Ο "Jonah Hex" υπήρξε ένα γουέστερν κόμικς με ήρωα έναν παραμορφωμένο κυνηγό επικηρυγμένων, όχι και πολύ καλό τύπο κατά γενική ομολογία. Εν έτει 2010 μεταφέρεται και στην οθόνη από τον Jimmy Hayward. Άλλωστε τα κόμικς αποτελούν τα τελευταία χρόνια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το σινεμά, τις περισσότερες φορές με μέτρια αποτελέσματα. Ο Jonah λοιπόν αποκτά στο πανί έντονα υπερφυσικές ιδιότητες, που δεν υπήρχαν στο κόμικς, κάνοντας έτσι βουτιά στο χώρο του φανταστικού, αφού στην ουσία ο ήρωας είναι κάτι σαν "απέθαντος", ό,τι κι αν του συμβεί, φλερτάροντας κάπως και με την ταινία τρόμου (στο Φαρ Ουέστ μάλιστα) και κάποια στοιχεία σπλάτερ. Κατά τη γνώμη μου το φιλμ είναι κλασικό παράδειγμα σύγχρονης, εντυπωσιακής ίσως στο "περιτύλιγμα", φούσκας. Δράση, πυροβολισμοί και εκρήξεις, περίεργα χρώματα και λήψεις, η Μέγκαν Φοξ ως κράχτης για ηδονοβλεπτικούς προφανώς λόγους, κόμικς, υποτίθεται, αντίληψη και αισθητική, διάφοροι πολύ κακοί τύποι με επικεφαλής τον Τζον Μάλκοβιτς (πού κατάντησε κι αυτός...), ο οποίος, λίγο - πολύ, θέλει να καταστρέψει με τα... υπερόπλα του ολόκληρο το νεογέννητο τότε αμερικάνικο έθνος, λίγο "πεντάμορφη και το τέρας", αφού η Μέγκαν είναι ερωτευμένη με τον φριχτό στην όψη άνθρωπο με την τρύπα στο μάγουλο και κάμποσα άλλα τέτοια, πλην όμως η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ουσίας ή βάθους είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Δεν είμαι απ' αυτούς που απαιτούν οπωσδήποτε την ουσία και το βάθος που προανέφερα. Μπορώ να απολαύσω μια καλή περιπέτεια, η οποία δεν έχει τίποτα άλλο να πει, περνώντας δύο πολύ ευχάριστες ώρες (οι Ιντιάνα Τζόουνς είναι για μένα ένα θαυμάσιο τέτοιο παράδειγμα). Εδώ όμως δεν νομίζω ότι υπάρχει ούτε καν αυτό. Βία για τη βία και τα πάντα θυσία στον οπτικό εντυπωσιασμό, όπως προείπαμε. Προσθέστε επί πλέον και το γεγονός ότι ούτε σαν στόρι μου είπε πολλά πράγματα, αφού ο κύριος Hex θα ξανασηκωθεί στα πόδια του ό,τι και να του κάνουν, λόγω κάποιων συμφωνιών που έχει κάνει με τους οξαποδούς και λόγω του άσβηστου πάθους του για εκδίκηση, οπότε πάει και το όποιο σασπένς, ο τύπος δεν πεθαίνει με τίποτα, που σημαίνει κομμένη και η αγωνία. Τι να πω. Σπάνια ο όρος "φούσκα" μου ταίριασε τόσο πολύ. Κρίμα στους καλούς ηθοποιούς που συμμετέχουν (και δεν έννοώ τη Μέγκαν Φοξ βέβαια).

Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2012

ΧΡΗΣΙΜΑ (;) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

O Fraser Clarke Heston είναι γιος του Τσάρλτον Ίστον. Γύρισε λίγες μέτριες ταινίες και τηλεταινίες κάπου στα 80'ς και 90'ς, πριν εξαφανιστεί στα τέλη αυτής της δεκαετίας. Το 1993 μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του Steven King "Needful Things" (Χρήσιμα Αντικείμενα), μεταφορά που βρίσκω μέτρια, όπως και τις περισσότερες άλλωστε έργων του Κινγκ στο σινεμά. Ένας άγνωστης προέλευσης συμπαθητικός μεσήλικας ανοίγει ένα μαγαζί γεμάτο με παλιά πράγματα σε μια μικρή, ήσυχη αμερικάνικη πόλη. Πολύ σύντομα όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλης θα βρουν εκεί κάποιο αντικείμενο που ποθούν αφάνταστα, κάτι που έχασαν ή τους θυμίζει παλιές, ευτυχισμένες εποχές. Ο ιδιοκτήτητης θα τους το προσφέρει σε εξευτελιστική τιμή... οι ευτυχείς πελάτες όμως θα αναλάβουν από μια υποχρέωση ο καθένας. Σύντομα τα πράγματα θα γίνουν ανεξέλεγκτα, καθώς τίποτα δεν είναι τόσο αθώο όσο δείχνει... Το κλασικό κλίμα του Κινγκ, η έπίμονη ενασχόλησή του με την αμερικάνικη επαρχία και τους κατοίκους της, το υπερφυσικό στοιχείο, είναι παρόντα εδώ. Αυτά και η παρουσία πολύ καλών ηθοποιών όμως (Μαξ φον Σύντοου, Εντ Χάρις, Αμάντα Πλάμερ κλπ.) δεν νομίζω ότι σώζουν το φιλμ από τη γενική μετριότητα και κάποια νοηματικά κενά και απορίες. Η ένταση θέλει να κλιμακωθεί, αλλά το αληθινό σασπένς λείπει (ή, τέλος πάντων, είναι περιορισμένο). Τελικά παρακολούθησα άνετα μεν την ταινία, αλλά έμεινα με μια γενική αίσθηση ανικανοποίητου, του στιλ "ε, και λοιπόν;". Ούτε με τρόμαξε (όπως "υποχρεούται" να κάνει μια ταινία του είδους), ούτε με "κράτησε στην άκρη του καθίσματος". Αν θέλετε τώρα να ανακαλύψουμε μια διάθεση προβληματισμού για τη σχέση ανθρώπων - αντικειμένων, για το πόσο δενόμαστε με τα πράγματα, για το πόσο άχρηστο (στην καλύτερη περίπτωση) μπορεί να είναι αυτό, ΟΚ. Ας την ανακαλύψουμε. Νομίζω όμως ότι ούτε αυτοί οι προβληματισμοί σώζουν την κατάσταση. Τελικά, δουλειά δεν είχε ο διάβολος... (στην κυριολεξία όσον αφορά το συγκεκριμένο φιλμ).

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2012

JADE Ή Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΕΞ

O William Friedkin είναι ένας σκηνοθέτης ικανός για το καλύτερο ή το πιο μέτριο αποτέλεσμα. Πάντα ωστόσο διατηρεί μια σχεδόν προβοκατόρικη διάθεση, σα να θέλει αν ενοχλήσει τον θεατή με διάφορους κάθε φορά τρόπους. Το σεξ παίζει συχνά σημαντικό ρόλο στις ταινίες του. Θυμηθείτε το "Ψωνιστήρι", το "Live and Die in L.A." κλπ. Το "Jade" του 1995 μπορεί άνετα να προστεθεί στη λίστα αυτή. Πλην όμως δεν το θεωρώ από τις καλές στιγμές του. Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ με φόνους, με αγωνία για το "ποιος το έκανε" και, όπως είπαμε, με μπόλικο "βρώμικο" σεξ. Κινείται σε υψηλούς κοινωνικούς κύκλους (μεγαλοδικηγόροι, χάι ψυχίατροι, πολιτικοί βεβαίως, συλλέκτες έργων τέχνης κλπ.), που όλοι φυσικά διαθέτουν εκθαμβωτικά σπίτια και παραθαλάσσια εξοχικά. Και, φυσικά επίσης, κάτω από τη χλιδή και τον πλούτο που καλύπτει την επιφάνεια κρύβεται μια βρώμικη, απεχθής πραγματικότητα, γεμάτη έγκλημα, πάθη, απληστία, δίψα για δύναμη και, πάνω απ' όλα, δίψα για σεξ. Κανένας από τους υπεράνω πάσης υποψίας ήρωες δεν είναι αυτό που δείχνει. Κάτω από τα άψογα και πανάκριβα κοστούμια και ταγιέρ η κάθε λογής σαπίλα ξεχειλίζει. Όσο για τους μπάτσους που ερευνούν την υπόθεση, διαθέτουν κι αυτοί τη σχετική αναλογία σε διαφθορά και άλλα... Η ταινία διαθέτει βέβαια τις απαραίτητες ανατροπές. Όσοι εμφανίζονται στην οθόνη είναι υποψήφιοι ύποπτοι. Πάνω απ' όλα όμως βρίσκεται, όπως είπαμε, το σεξ - βρώμικο και παράνομο φυσικά - που μοιάζει να είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων. Η Λίντα Φιορεντίνο είναι όπως πάντα σέξι και ταιριαστή στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας. Οπότε ένα ηδονοβλεπτικό ενδιαφέρον το έχει αναμφισβήτητα το φιλμ. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι είναι αυτό που θα μπορούσε να το ξεχωρίσει από τον σωρό άλλων παρόμοιων ταινιών. Η πλοκή είναι μάλλον μη πιστευτή, με κάμποσες απιθανότητες, και όλα μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για να "γαργαλήσουν" με κάθε τρόπο τον θεατή. Πιθανόν να το πέτυχαν στην εποχή τους. Σήμερα πάντως, λίγα πράγματα μου είπε μια ταινία που πολύ θα ήθελε να είναι "Βασικό Ένστικτο", αλλά ο σεναριογράφος (ο γνωστός Eszterhas που έγραψε αμφότερα τα σενάρια), μάλλον επαναλαμβάνει μανιερίστικα και με λιγότερη έμπνευση τον εαυτό του. Όσο για την "κοινωνική καταγγελία", περισσότερο πρόσχημα μου φαίνεται για να προσθέσει και κάποια κοινωνική διάσταση στην "τολμηρότητα" του φιλμ.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2012

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ "ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ"

Η Marjane Satrapi είναι η γνωστή ιρανή δημιουργός κόμικς που ζει πλέον στη Γαλλία. Ο Vincent Paronnaud είναι ο συνεργάτης της στη σκηνοθεσία στο γνωστό "Persepolis". Το δίδυμο συνεργάζεται και πάλι to 2011 μεταφέροντας στην οθόνη ένα άλλο κόμικς της Satrapi, το "Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα". Αυτή τη φορά δεν κάνουν animation, πολλά όμως στοιχεία της ταινίας θυμίζουν τη λογική των κινουμένων σχεδίων. Το φιλμ μας μεταφέρει πίσω στα 1958, στο προ ισλαμιστών Ιράν (αυτό του σάχη βεβαίως, για να μην ξεχνιόμαστε), και μας αφηγείται την ιστορία ενός βιρτουόζου βιολιστή, που αποφασίζει να πεθάνει όταν καταστρέφεται το αγαπημένο του βιολί και είναι αδύνατο να το αντικαταστήσει με άλλο που να πλησιάζει στον μοναδικό του ήχο. Ο τρόπος που επιλέγουν οι δημιουργοί είναι ονειρικός, συχνά σουρεαλιστικός, παιχνιδιάρικος, γλυκός - αν και διακατέχεται από μια μόνιμη σχεδόν μελαγχολική διάθεση. Το πρώτο μέρος μάλλον κωμωδία θα το χαρακτήριζα. Στο δεύτερο, αντίθετα, η προαναφερθείσα μελαγχολία κυριαρχεί. Η σκηνοθετική ματιά της ταινίας είναι σίγουρα ιδιόρυθμη, το κλίμα θυμίζει κάπως αυτό των ταινιών του Ζενέ. Έντονο στυλιζάρισμα, εμφανώς ζωγραφισμένα σκηνικά, όμορφη φωτογραφία με κυρίαρχα σέπια χρώματα, στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και ένα συνεχές, έξυπνο μπρός - πίσω στο χρόνο, αλλά και στο μέλλον, που ξετυλίγει με πρωτότυπο τρόπο την όλη ιστορία και το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, στην απόφαση δηλαδή του ήρωα να πεθάνει, που βλέπουμε στην πρώτη κιόλας σκηνή. Γενικά, το παιχνίδι με τον χρόνο είναι και το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο του φιλμ. Η Σατραπί βρίσκει φυσικά την ευκαιρία να μιλήσει για το Ιράν των παιδικών της χρόνων (ένα ονειρικό Ιράν, όπως ακριβώς ονειρικές φαντάζουν οι παιδικές μνήμες μέσα μας), να εισάγει, όπως και στο "Περσέπολις", λιγότερα μεν, ευδιάκριτα όμως αυτοβιογραφικά, αλλά και αλληγορικά στοιχεία, να πει δυο λόγια για την τέχνη και να χρησιμοποιήσει συχνά τη γλώσσα των κόμικς και των κινουμένων σχεδίων (υπάρχει μάλιστα και ένα μικρό animation κομμάτι στο φιλμ). Όσο για τον βασικό ήρωα... δεν είναι τόσο θετικός σαν χαρακτήρας όσο θα περίμενε κανείς από το όλο παιχνιδιάρικο και ρομαντικό ύφος της ταινίας. Είναι μάλλον εγωκεντρικός, μερικές φορές αντιπαθής, μεγάλος καλλιτέχνης μεν, αλλά μάλλον ψυχρός σαν άνθρωπος. Βρίσκεται δηλαδή πολύ μακριά από τον μονοδιάστατα θετικό χαρακτήρα της Αμελί, ας πούμε, μια και αναφέραμε προηγουμένως τον Ζενέ. Συνολικά απόλαυσα αρκετά το φιλμ. Μου άρεσε περισσότερο το πρώτο, πιο εύθυμο μέρος, αν και αυτό είναι προσωπικό. Πάντως το δημιουργικό του δίδυμο, με τη δεύτερη αυτή προσπάθεια, που νομίζω ότι συνολικά είναι πετυχημένη, δείχνει να είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στο σύγχρονο σινεμά. θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον και τις επόμενες δουλειές τους.

Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2012

ΠΛΗΤΤΟΝΤΑΣ ΣΤΟ "ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ"

Στο Μεξικό και σε άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου (αλλά και στα Βαλκάνια) ανθεί ένα πολύ ιδιαίτερο εμπόριο: Αυτό των βρεφών που δίνονται για υιοθεσία σε ευκατάστατους ή έστω μεσαίους δυτικούς, που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά οι ίδιοι. Τα βρέφη προέρχονται βέβαια από πάμπτωχες οικογένειες ή νεαρές, ανύπαντρες συνήθως, μητέρες, που δεν είναι σε οικονομική θέση να τα αναθρέψουν. Με το θέμα αυτό καταπιάνεται το "Casa de los Babys" που γύρισε το 2003 ο ανεξάρτητος αμερικανός John Sayles. Μια ομάδα από αμερικανίδες παραμένει για κάμποσο καιρό στο Μεξικό, κοντά σε ένα ίδρυμα όπου αφήνονται βρέφη για να δοθούν τελικά, μετά από ατέλειωτη γραφειοκρατία και άλλα διάφορα, στις θετές μητέρες, για τις οποίες βέβαια η απόκτηση ενός υιοθετημένου έστω παιδιού αποτελεί κυριολεκτικά στόχο της ζωής τους. Η ταινία σχεδιάζει προσεχτικά τα παντελώς ετερόκλητα πορτρέτα των γυναικών αυτών, οι οποίες δεν γνωρίζονταν μέχρι λίγο καιρό πριν και τώρα συνυπάρχουν υποχρεωτικά για αρκετό καιρό, περιμένοντας την πολυπόθητη στιγμή. Στο μεταξύ τεμπελιάζουν, κάνουν ηλιοθεραπεία, περιφέρονται στα τοπικά παζάρια, κουτσομπολεύουν, αθλούνται... προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξοδέψουν τον ατέλειωτο και χαμένο γι' αυτές χρόνο της αναμονής. Κι αυτό είναι όλο. Το φιλμ σχεδόν στερείται οποιασδήποτε πλοκής. Οι γυναίκες κάνουν όλα όσα περιέγραψα παραπάνω, οι διαφορετικοί τους χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σιγά - σιγά, ενώ ρίχνουμε και σύντομες ματιές στην "άλλη πλευρά", σε μερικές από τις μεξικάνες δηλαδή που δουλεύουν στο ιδιόρυθμο αυτό βρεφοκομείο. Τα λεπτά κυλούν αργά - και μάλλον βασανιστικά για μένα - και οι καλές ηθοποιίες (Ντάριλ Χάνα, Μάγκι Γκίλενχαμ, Λίλι Τέιλορ, Μάρσια Γκέι Χάρντεν κλπ.) δεν μου φάνηκαν ικανές να δώσουν κάτι παραπάνω. Αντιλαμβάνομαι τον στόχο του Sayles. Θέλει νομίζω να δείξει την αντίθεση ανάμεσα στην πλούσια - συγκριτικά τουλάχιστον - Αμερική και το τριτοκοσμικό σχεδόν Μεξικό. Και μάλιστα να το κάνει δίχως να ισοπεδώσει τα πάντα, χωρίζοντας τις γυναίκες πρωταγωνίστριές του σε "καλές" και "κακές". Καμία σχέση. Ίσα - ίσα που οι αμερικανίδες διαθέτουν η κάθε μια τον δικό της χαρακτήρα (που κυμαίνεται από το πολύ συμπαθητικό έως τα πρόθυρα της υστερίας ή αυτό που θα αποκαλούσαμε "σκύλα"), τα δικά της προσωπικά προβλήματα, τη δική της ιστορία (που απλώς σκιτσάρεται δίχως λεπτομέρειες και ιδιαίτερες περιγραφές). Και όλα αυτά βγαίνουν στο πανί. Το πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, είναι ότι έπληξα αρκετά βλέποντας την ταινία, βασικά εξ αιτίας της στατικότητας και της έλλειψης δράσης της (όχι, δεν μιλώ προφανώς για κυνηγητά και πιστολίδια, όσοι έχουν παρακολουθήσει έστω και λίγο το μπλογκ ξέρουν ότι δεν είναι αυτά το ζητούμενο για μένα). Απλώς, κάτι να γίνει, κάτι να κινηθεί, να ξεφύγουμε απ' αυτό το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο κλίμα... Όπως καταλάβατε δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα κι ούτε τη θεωρώ από τις καλές ταινίες του ενδιαφέροντα αυτού δημιουργού. Λίγη πλοκή παραπάνω δεν νομίζω ότι θα έβλαπτε. Κρίμα, γιατί το θέμα είναι ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιανουαρίου 08, 2012

"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ" ΚΑΙ Ο ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Μπορεί να πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά το "The Boys From Brazil", που γύρισε το 1978 ο Franklin J. Schaffner, αντανακλά όσο λίγες ταινίες τον παγκόσμιο τρόμο που προκάλεσαν οι ναζί, ο οποίος, σημειωτέον, ήταν ακόμα πιο ζωντανός την εποχή εκείνη, όπου ακόμα ζούσαν, και μάλιστα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι, διάφοροι χασάπηδες που είχαν διαπρέψει στην εφιαλτικότερη περίοδο του 20ού αιώνα. Σ' αυτό ακριβώς το θέμα βασίζεται και το σενάριο, που προέρχεται από βιβλίο του Ira Levin. Ένας ηλικιωμένος εβραίος κυνηγός ναζί πληροφορείται από κάποιον νεαρό ότι στην Παραγουάη δρα ένα δίκτυο παλιών (και νεότερων) ναζί, με επικεφαλής τον χασάπη των στρατοπέδων συγκέντρωσης Μένγκελε, το οποίο δίκτυο μάλιστα σοβαρό κάτι ετοιμάζει. Όταν ο νεαρός δολοφονείται, και μια σειρά άλλων δολοφονιών, άσχετων φαινομενικά μεταξύ τους, αρχίζει σε ολόκληρο τον κόσμο, ο γηραιός "κυνηγός" παίρνει επιτέλους τα πράγματα στα σοβαρά (δεν το είχε κάνει από την αρχή διότι ούτως ή άλλως γνώριζε ήδη ότι ζουν παλιοί ναζί στη Νότια Αμερική) και μια εφιαλτική ιστορία ξεκινά. Η ταινία, εκτός του βασικού της θέματος, δανείζεται ιδέες από μια επιστήμη που τότε δεν ήταν ακόμα τόσο γνωστή στο ευρύτερο κοινό όπως σήμερα: Τη γενετική, που δίνει και τη διάσταση της επιστημονικής φαντασίας σε ένα απόλυτα ρεαλιστικά γυρισμένο, κατά τα άλλα, φιλμ. Καλογυρισμένη ταινία, που νομίζω ότι διατηρεί ακόμα τις αρετές της, κρατά σε διαρκή αγωνία τον θεατή και ξετυλίγει αργά, αλλά δίχως κοιλιές και πλατυασμούς, τα φριχτά μυστικά της. Υοστηρίζεται μάλιστα από ένα σπάνιο στη λαμπρότητά του καστ από βετεράνους κυρίως - και κάποιους νεότερους - ηθοποιούς: Λόρενς Ολιβιέ, Γκρέγκορι Πεκ, Τζέιμς Μέισον, Λίλι Πάλμερ, Μπρούνο Γκαντζ κλπ. Πέραν αυτών όμως πιστεύω ότι όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την τελική αποκάλυψη, του τι ακριβώς συμβαίνει και πώς συνδέονται τα άσχετα μεταξύ τους γεγονότα, ακόμα και ο σύγχρονος θεατής, που έχει δει τόσα και τόσα, μένει άναυδος. Και μια λεπτομέρεια: Οι ναζί είναι φυσικά κακοί. Αυτό είναι δεδομένο. Το φιλμ όμως καταφέρνει να μην τους βάλει όλους σε ένα τσουβάλι, ως κτήνη δηλαδή, αλλά να τους "διαβαθμίσει". Υπάρχουν οι ακραίοι, οι φανατικοί, στα όρια της παραφροσύνης, όπως κάθε φανατικός με οτιδήποτε άλλωστε, υπάρχουν και οι πιο μετριοπαθείς, αυτοί που επιθυμούν απλώς (απλώς;;;) την σταδιακή, αργή και σταθερή αναβίωση του παγκόσμιου ναζισμού. Όπως δηλαδή όντως συμβαίνει στους κόλπους οποιασδήποτε ομάδας που έχει κάποιον σκοπό, πολιτικό ή μη. Ανέκαθεν. Από τις ταινίες που καταφέρνουν ακόμα - δίχως την παραμικρή χρήση εφέ, αλλά με τον σκηνοθετικό της ρεαλισμό - να μας ανησυχήσουν βαθιά, το "Boys from Brazil" παραμένει δυστυχώς επίκαιρο στις μέρες μας, τόσο λόγω της ανόδου κάθε λογής ακροδεξιών ομάδων λόγω της άθλιας παγκόσμιας κατάστασης, όσο και λόγω της γενικότερης συζήτησης και ανησυχίας για τα άλματα της γενετικής, τα αποτελέσματα της οποίας μπορεί να αποδειχτούν από ευεργετικά έως εφιαλτικά.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2012

ΕΝΑΣ "ΤΑΞΙΤΖΗΣ" ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗΣ

Μέχρι το 1976 ο Martin Scorsese ήταν ένας ελπιδοφόρος ανεξάρτητος δημιουργός, με δύο - τρεις πολύ καλές, "μικρές" ταινίες στο ενεργητικό του. Τη χρονιά αυτή γυρίζει τον περίφημο "Ταξιτζή" και αυτόματα γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του παγκόσμιου σινεμά. Δίκαια βεβαίως. Βλέποντας σήμερα το θρυλικό αυτό φιλμ, διαπιστώνω ότι δεν έχει παλιώσει καθόλου (εννοείται ότι ως "παλιό" δεν εκλαμβάνεται ο εμφανώς 70ς περίγυρος, αλλού βρίσκεται η ουσία). Ο ίδιος εκπληκτικός, στα όρια της παράνοιας, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, που παίρνει πάνω του το φιλμ, η ίδια βρώμικη πόλη, η ίδια αβάστακτη μοναξιά. Τι είναι όμως αυτό που κάνει διαχρονική την ιστορία του βετεράνου του Βιετνάμ ταξιτζή που ζει μόνος, πάσχει από αϋπνίες και τις νύχτες οδηγεί το ταξί του, ενώ τις μέρες τις περνά χωμένος σε πορνοσινεμά, και το μόνο που μπορεί να κάνει για να "γίνει κάποιος" είναι η προσφυγή στην άγρια βία; Νομίζω ότι η δύναμη της ταινίας παραμένει η αβάσταχτη καταγραφή της μοναξιάς των μεγαλουπόλεων (της Νέας Υόρκης εδώ) και της παράνοιας που προκαλεί αυτή (όχι, δεν το διαπίστωσα εγώ μόνο, έχει γραφεί πολλές φορές και προσωπικά συμφωνώ με την ανάγνωση αυτή). Η πόλη μπροστά στο φακό του Σκορσέζε δεν έχει τίποτα όμορφο. Δείχνει άσχημη, βρώμικη, γεμάτη αληθινά ή ανθρώπινα σκουπίδια. Το κοινό των πορνοσινεμά, οι πόρνες, η παρέα των ταξιτζήδων, μοναδικοί άνθρωποι με τους οποίους έχει μια στοιχειώδη επαφή ο Τράβις, οι νταβατζήδες, όλοι είναι άνθρωποι άχαροι, δίχως βάθος, δίχως ενδιαφέρον. Μερικοί, όπως είπαμε πριν, δεν είναι παρά ανθρώπινα σκουπίδια. Από την άλλη, οι "καθώς πρέπει" (οι εργαζόμενοι για τον γερουσιαστή και υποψήφιο πρόεδρο), είναι κι αυτοί ρηχοί, ψεύτικοι, υποστηρίζουν ιδέες μάλλον χρεωκοπημένες και δίχως ουσιαστικό αποτέλεσμα (σήμερα το ξέρουμε καλύτερα από ποτέ όλο αυτό το τσίρκο των πολιτικών). Δεν απομένει στην πόλη τίποτα όμορφο, τίποτα ενδιαφέρον (ή τουλάχιστον δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο εμείς, όπως και ο Τράβις). Υπάρχει μόνο η μόνιμη επωδός του: "Η πόλη πρέπει να καθαρίσει". Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για ένα διαταραγμένο μυαλό, όπως αυτό του ήρωα. Μιλάμε λοιπόν για την απόλυτη μοναξιά και τη παράνοια στην οποία αυτή οδηγεί. Η οποία μάλιστα ίσως και να προέρχεται από ένα άλλο κοινωνικό έγκλημα: Τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Από την άλλη, κατά τη γνώμη μου, ο Σκορσέζε πιάνει και ένα άλλο, σημαντικότατο, αλλά σπάνια συζητούμενο θέμα, που ίσως και να σχετίζεται κάπως με τα παραπάνω: Τη μελέτη του ανθρώπου δίχως ενδιαφέροντα. Υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιοι άνθρωποι γύρω μας. Αυτοί που ουσιαστικά δεν ελκύονται ιδιαίτερα από τίποτα, που με τίποτα δεν παθιάζονται, που δεν έχουν κάτι στο οποίο να εμβαθύνουν, να θέλουν διακαώς να μελετήσουν, που δεν έχουν χόμπι. Ο Τράβις, εκτός των άλλων, είναι ένας χαρακτηριστικός τέτοιος τύπος. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα από πολιτική, δεν παρακολουθεί τίποτα που σχετίζεται με τέχνη (είναι χαρακτηριστικό ότι, με απόλυτη αθωότητα, πάει την κοπέλα που γουστάρει στο πρώτο τους ραντεβού σε... πορνοσινεμά, αφού αυτό μόνο γνωρίζει), δεν έχει χόμπι, δεν είναι καν φίλαθλος ή κάτι τέτοιο. Η αντίδρασή του στην ασχήμια που τον περιβάλλει, στην αβάσταχτη μοναξιά, είναι η άγρια πράξη του, η μόνη πρωτόγονη αντίδραση που είναι σε θέση να αντιληφτεί και να σχεδιάσει. Να σχεδιάσει; Ούτε καν αυτό. Η βίαιη πράξη του έρχεται μόνο αφού αποτυγχάνει η άλλη βίαιη απόπειρά του, να σκοτώσει δίχως κανένα λόγο τον υποψήφιο γερουσιαστή. Ο ήρωάς μας είναι άνθρωπος απόλυτα κενός. Όπως, δυστυχώς, πολλοί άλλοι γύρω μας. Δεν έχω άποψη αν αυτό είναι "εκ γενετής" ή επίκτητο. Σίγουρα όμως είναι τραγικό. Και μένει το τελευταίο κομμάτι: Το ότι μετά την άγρια πράξη του, ο Τράβις, αντί να πάει φυλακή (έστω κι αν σκότωσε καθάρματα), γίνεται ήρωας. Ακόμα και η intellectual γκόμενα τον γουστάρει μετά. Προσωπικά εκλαμβάνω το σημείο αυτό ως ειρωνικό σχόλιο, ως σάτιρα μιας κοινωνίας που συνολικά συμπεριφέρεται περίπου όπως ο Τράβις. Μιας διεστραμένης κοινωνίας (εξ άλλου αυτή παράγει τα ανθρώπινα σκουπίδια που προαναφέραμε), που επιβραβεύει την τυφλή βία. Όχι ότι αυτή η βία στην ταινία στρέφεται εναντίον αθώων. Είπαμε ότι τα θύματα είναι καθάρματα. Αλλά αποτελεί κυριολεκτικά σταγόνα στον ωκεανό, είναι μια επιφανειακή "κάθαρση", κάθε άλλο παρά χτυπά το κακό στη ρίζα ή αντιμετωπίζει ουσιαστικά το πρόβλημα. Η κοινωνία παραμένει εξ ίσου άρρωστη και βρώμικη και μετά την πράξη του ήρωα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όμως η κοινωνία αυτή ηρωοποιεί αδίστακτα έναν διαταραγμένο τύπο. Ε, μάλλον περί σάτιρας πρόκειται. Όπως καταλάβατε, θεωρώ τον "Ταξιτζή" μεγάλη ταινία. Και μόνο για το γεγονός ότι η μοναξιά του Τράβις μπορεί ακόμα να μας στοιχειώνει.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2012

"ΑΘΑΝΑΤΟΙ" ΜΕΤΑΞΥ ΚΙΤΣ ΚΑΙ "ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗς ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ"

Είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι από το Χόλιγουντ δεν πρόκειται να μάθουμε μυθολογία (ελληνική ή όποια άλλη). Οι κάπως συγγενείς αισθητικά με τους "300" "Αθάνατοι" (2011) του ινδού, που δουλεύει όμως στις ΗΠΑ, Tarsem Singh δεν αποτελούν φυσικά εξαίρεση. Πρόκειται για το μύθο του Θησέα (που μοιάζει με τον αυθεντικό όσο μοιάζω εγώ με τον πάπα Πίο τον 2ο), ο οποίος αντιμετωπίζει τον πάνκακο βασιλιά Υπερίωνα (;), που θέλει να απελευθερώσει τους φριχτούς Τιτάνες και, αφού εξουδετερώσει με τη βοήθειά τους τους γνωστούς Ολύμπιους θεούς, να κυριαρχήσει στον κόσμο. Συνηθισμένα πράγματα δηλαδή. Στο μεταξύ ο Θησέας τα φτιάχνει με πανέμορφη μάντισα (Αριάδνη δεν παίζει), οι μισοί Ολύμπιοι θεοί σκοτώνονται (!), όλες οι πόλεις είναι χτισμένες σε τρύπες αχανούς κάθετου βράχου σαν αετοφωλιές και πολλά άλλα τέτοια. Ας μη μιλήσουμε λοιπόν για στόρι, γιατί το βρήκα επιεικώς αστείο. Μένει η αισθητική του όλου εγχειρήματος, η εικόνα, η οποία τουλάχιστον είναι εντυπωσιακή. Ο Singh (υπογράφει συνήθως ως σκέτο Tarsem) έχει μια αναγνωρίσιμη προσωπική αισθητική - την είχαμε δει στο "The Cell" - η οποία ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στο προχωρημένο και το απόλυτο κιτς. Εντυπωσιακές εικόνες, κοστούμια βγαλμένα από ζωηρή φαντασία και, βέβαια, παντελώς άσχετα με την εποχή και τους πολιτισμούς, θεοί στα όρια μιας γλυκερής γκέι αισθητικής, τοπία που κόβουν την ανάσα, κολοσσιαίες μάχες που θυμίζουν "Lord of the Rings" (γενικά τα κινηματογραφικά δάνεια είναι πάρα πολλά), συνεχείς εναλλαγές γοργής δράσης και slow motion, και όλα αυτά με εμφανώς ψηφιακά εφέ με άμεσο στόχο τον κορεσμό του ματιού. Και, μυθολογία - ξεμυθολογία (μεταλλαγμένη έστω), αλλά μην περιμένετε τίποτα απολύτως παιδικό: Η βία είναι άγρια, σχεδόν αυτοσκοπός, και οι σκηνές των μαχών εντελώς σπλάτερ, ιδιαίτερα στη μάχη με τους Τιτάνες, όπου το τι αίμα και διαμελισμός πέφτει δεν περιγράφεται. Αν σας αρέσουν όλα αυτά, και σας εντυπωσίασε και η κάπως συγγενής, όπως είπαμε, αισθητική των "300", δείτε το (προσωπικά μπούχτισα μάλλον σύντομα). Ό,τι και να αποφασίσετε όμως κάντε το μόνο για την εικόνα. Για κανέναν απολύτως άλλον λόγο. Την εικόνα, η οποία, όπως είπαμε, αν μη τι άλλο, έχει μια ιδιαίτερη αισθητική. Οφείλω να σας υπενθυμίσω πάντως ότι ιδιαίτερη δεν σημαίνει υποχρεωτικά και καλή.

Κυριακή, Ιανουαρίου 01, 2012

Η "ΝΟΣΟΚΟΜΑ ΜΠΕΤΙ" ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΠΟΥΝΟΠΕΡΕΣ

Ο Neil LaBute είναι ένας πολύ ενδιαφέρων ανεξάρτητος (μέχρι κάποιου σημείου τουλάχιστον) αμερικάνος σκηνοθέτης, του οποίου τις πρώτες τουλάχιστον ταινίες εκτιμώ. Το 2000 γυρίζει τη συμπαθέστατη "Nurse Betty", μια γλυκόπικρη κωμωδία, που συγχρόνως ενσωματώνει και κάποια άλλα είδη. Η καλόκαρδη Μπέτι δεν είναι, αλλά θα ήθελε πολύ να γίνει νοσοκόμα. Ταυτόχρονα παρακολουθεί μανιωδώς μια ηλίθια ιατρικού περιεχομένου σαπουνόπερα και είναι ερωτευμένη με τον πρωταγωνιστή γιατρό. Ο σύζυγός της είναι ένα καθίκι που έχει μάλιστα ύποπτες δοσοληψίες με ύποπτους τύπους. Ξαφνικά κάτι αληθινά σοκαριστικό θα συμβεί στη ζωή της, η Μπέτι θα πάθει αμνησία και θα φύγει στα καλά καθούμενα για την άλλη άκρη της Αμερικής αναζητώντας τον έρωτά της και πιστεύοντας ακράδαντα ότι όσα συμβαίνουν στο σίριαλ είναι απόλυτα αληθινά (άρα ψάχνει για έναν ωραίο γιατρό και όχι για έναν ηθοποιό που παίζει σε σίριαλ). Τα ίχνη της όμως ακολουθούν και δύο δολοφόνοι... Με πρωτότυπο σενάριο, συχνά κατάμαυρο χιούμορ, αστεία και συνειδητά αρκετά απίθανη πλοκή, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα και αποτέλεσε (για μένα τουλάχιστον) μια καλοδεχούμενη έκπληξη. Το αισθηματικό - σχεδόν μελό - στοιχείο μπλέκεται με την κωμωδία και αυτή με το αστυνομικό φιλμ σε ένα μείγμα που θεωρώ απόλυτα πετυχημένο. Ταυτόχρονα ο LaBute βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει αλύπητα τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες, που δημιουργούν στρατιές ηλιθίων (ή, ίσως, δεν δημιουργούν ακριβώς, αλλά σίγουρα απευθύνονται σε μάλλον χαμηλού πνευματικού επιπέδου άτομα) και να μιλήσει για τα (ανύπαρκτα) πρότυπα που αυτές προβάλλουν - και πιθανόν επιβάλλουν - και τον πλασματικό κόσμο που δημιουργούν. Η ταύτιση από την αφελή ηρωίδα του ζαχαρωμένου τηλεοπτικού κόσμου με τον πραγματικό και οι απογοητεύσεις που αυτή συνεπάγεται, αποτελούν νομίζω το καλύτερο σχόλιο για όλα αυτά. Οπότε με άγγιξε ιδιαίτερα, αφού μπορώ να σας εξομολογηθώ ότι μισώ την τηλεόραση (οι τυχόν εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα). Και, επιπλέον, η ταινία διαθέτει και καλό καστ, με επικεφαλής τους τη Ρενέ Ζελβέγκερ και τον Μόργκαν Φρίμαν σε ιδιαίτερη φόρμα. Έξυπνη ταινία, με γλαφυρή αφήγηση, παρακολουθείται με ενδιαφέρον, αφού υπάρχει και το απαραίτητο σασπένς και, συγχρόνως, ενώ παίζει με διάφορα κλισέ, καταφέρνει να είναι πρωτότυπη. Ο LaBute έκανε στη συνέχεια της καριέρας του κάποια "ατοπήματα", αλλά πάντοτε περιμένω κάτι καλό απ' αυτόν.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2011

ΒΟΥΒΟΣ ¨ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ"

Δεν είναι η πρώτη φορά που γυρίζεται μια... βουβή ταινία στη σύγχρονη εποχή. Υπήρξαν ας πούμε (για να αναφέρω δυο παραδείγματα) το "Silent Movie" του Μελ Μπρουκς ή το εξαιρετικό "Zelig" του Γούντι Άλλεν. Αυτός εδώ ο "Artist", που γυρίζεται εν έτει 2011 από τον Michel Hazanavicius έρχεται πραγματικά από το πουθενά και είναι, νομίζω, υπέροχος. Η ταινία, βουβή και ασπρόμαυρη φυσικά, είναι απόλυτα αυτοαναφορική: Παρακολουθεί την άνοδο και την πτώση ενός superstar ηθοποιού του βωβού κινηματογράφου. Πτώση, και μάλιστα ραγδαία, που συμβαίνει από την πρώτη στιγμή της καταιγιστικής εμφάνισης του ομιλούντος, όταν οι περισσότεροι σταρ του βωβού δεν μπόρεσαν ποτέ να προσαρμοστούν στο νέο μέσο και εξαφανίστηκαν. Φυσικά αυτό συνέβει στην πραγματικότητα, πραγματικότητα από την οποία αντλεί έμπνευση η ταινία. Υπάρχουν φιλμ που, ίσως, μπορούν να "κατηγορηθούν" ότι δεν έχουν "βαθύτερο περιεχόμενο" ή κάτι τέτοιο. Θα πω από την αρχή ότι το "The Artist" είναι ένα τέτοιο φιλμ. Ωστόσο είναι τόσο απολαυστικό και έξυπνο, παρακολουθείται τόσο ευχάριστα, που όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να είναι γεμάτος από ιδέες. Εκπληκτικά πλάνα, εξαιρετική "αναπαράσταση" βωβής ταινίας των '20 (ατμόσφαιρα, ηθοποιίες, τα πάντα), πλήθος από κινηματογραφοφιλικές αναφορές σε κλασικές ταινίες, ένας καλοδεχούμενος σουρεαλισμός ορισμένες στιγμές (προσωπικά θεωρώ υπέροχη τη σκηνή όπου ο σταρ συνειδητοποιεί, μόνος στο καμαρίνι του, την έλευση του ομιλούντος), συνεχής εναλλαγή από την κωμωδία στο δράμα, πετυχημένο πάντρεμα διαφόρων ειδών σινεμά... τι άλλο να ζητήσει κανείς; Είπα ότι η ταινία στερείται "βαθύτερου περιεχομένου". Μα, τελικά, ή ουσία της είναι η ίδια η κινηματογραφοφιλία της, η αυτοαναφορικότητά της, η παιχνιδιάρικη ενασχόλησή της με την ίδια την τέχνη που υπηρετεί, την τέχνη του σινεμά. Γι' αυτό νομίζω ότι θα ενθουσιάσει κάθε σινεφίλ. Προσοχή όμως: Αυτό το κάνει δίχως να πέφτει σε μια συχνή παγίδα έργων τέχνης που βασίζονται στην αναφορικότητα: Πολλά απ' αυτά χάνουν το νόημά τους αν ο αποδέκτης δεν έχει τις γνώσεις ώστε να κατανοήσει τις αναφορές αυτές (τις γνώσεις λέω, όχι την εξυπνάδα, οπότε το να αγνοείς απλώς κάποια εις βάθος στοιχεία ενός οποιοδήποτε θέματος δεν είναι καθόλου μεμπτό. Άλλωστε ουδείς σήμερα μπορεί να κατέχει το σύνολο της γνώσης). Εδώ λοιπόν, ακόμα κι αν δεν έχεις ιδέα για το βουβό σινεμά, για την επανάσταση που έφερε η έλευση του ομιλούντος, για το κραχ και τα άλλα γεγονότα της εποχής, για τις ταινίες στις οποίες υπάρχουν αναφορές, πάλι μπορείς να παρακολουθήσεις πολύ ευχάριστα το φιλμ. Και σ' αυτό το βασικό κατά τη γνώμη μου στοιχείο κρύβεται η σοφία μιας από τις καλύτερες φετινές ταινίες ενός δημιουργού του οποίου την ύπαρξη ομολογώ ότι μέχρι τώρα αγνοούσα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2011

Ο ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΣΤΟ "LIEBESTRAUM"

Υπάρχουν ταινίες που με γοητεύουν κυρίως με την ατμόσφαιρά τους, το κινηματογραφικό τους ύφος, το στιλ. Το "Liebestraum" (Ερωτική Καταιγίδα) του έως και πειραματιστή ενίοτε Mike Figgis του 1991 είναι μία απ' αυτές και τη θεωρώ ως μια από τις πιο στιλάτες ταινίες των τελευταίων δεκαετιών. Σκοτεινό, υποβλητικό, ερωτικό, αφηγείται την ιστορία ενός αρχιτέκτονα που φτάνει σε μια πόλη στο νοσοκομείο της οποίας βρίσκεται ετοιμοθάνατη η μητέρα του, την οποία έχει πολλά χρόνια να δει. Στην ιστορία θα εμπλακούν ένας παλιός φίλος που συναντά τυχαία, η γυναίκα του, με την οποία υπάρχει μια άμεση ερωτική έλξη, και ένα παλιό, υπέροχο αρχιτεκτονικά κτίριο, που ο φίλος του, ιδιοκτήτης σχετικής εταιρίας, ετοιμάζεται να κατεδαφίσει. Με επίκεντρο το κτίριο αυτό, συνδετικό κρίκο των πάντων θα έλεγε κανείς, αρχίζει αν ξεδιπλώνεται μια ιστορία γεμάτη παλιά, κρυμένα μυστικά και αποκαλύψεις στις οποίες εμπλέκεται δίχως να το γνωρίζει και ο ίδιος ο ήρωας. Το κύριο χαρακτηριστικό του φιλμ, που ακροβατεί ανάμεσα στο νουάρ και κάποια στοιχεία (όχι κυρίαρχα και όχι τόσο γκροτέσκα πάντως) του αλλόκοτου κόσμου του Ντέιβιντ Λιντς, είναι, όπως είπα στην αρχή, η ατμόσφαιρα. Οι φωτισμοί είναι εξαιρετικά προσεγμένοι, με συχνά αυθαίρετα χρώματα με κυρίαρχο το κόκκινο, δημιουργώντας εξπρεσιονιστικό κλίμα, οι αφηγηματικοί ρυθμοί είναι αργοί, πράγμα που προσωπικά κάθε άλλο παρά με κούρασε (ίσα - ίσα νομίζω ότι ταιριάζουν απόλυτα με την δημιουργία της ατμόσφαιρας που επιδιώκει ο Figgis), υπάρχει παντού διάχυτος ερωτισμός και, σε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ, η αίσθηση των ανεκπλήρωτων πόθων, καθώς και μια αίσθηση παγίδευσης του κεντρικού χαρακτήρα σε ένα κλίμα ζοφερό αλλά και ερεθιστικό ταυτόχρονα. Όλα αυτά συμβάλλουν στην έντονη υποβλητικότητα της ταινίας. Δεν είναι το νουάρ με την έντονη δράση που ίσως περιμένετε, είναι όμως για μένα ένα μάλλον παραγνωρισμένο εξαίρετο φιλμ, διαποτισμένο από ένα είδος νοσηρότητας που προέρχεται από ένα σκοτεινό, άγνωστο παρελθόν, που συμβολίζει και συμπυκνώνει το παλιό, σχεδόν στοιχειωμένο από γεγονότα και αναμνήσεις, κτίριο. Σας το είπα από την αρχή: Αγαπημένη για μένα και για πολλούς άγνωστη ή ξεχασμένη ταινία. ΥΓ: Να μην ξεχάσουμε και την τελευταία πριν τον αληθινό θάνατό της εμφάνιση - έκπληξη της Κιμ Νόβακ στο ρόλο της ετοιμοθάνατης μητέρας.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2011

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΡΧΑΡΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΔΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Συμπτωματικά μια παμπάλαια ταινία που είδα πρόσφατα έχει παρόμοιο θέμα με την πολύ πρόσφατη "Ύποπτη Συνομωσίας" του Ρέντφορντ. Το μακρυνό 1936 ένας από τους μεγάλους αερικανούς σκηνοθέτες, ο John Ford (1894–1973) γυρίζει το "Prisoner of the Shark Island". Όπως και στο φιλμ του Ρέντφορντ, η δολοφονία του Λίνκολν συμβαίνει στα πρώτα 5 λεπτά της ταινίας. Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι αυτά που μας ενδιαφέρουν εδώ. Ένας καθ' όλα τίμιος επαρχιακός γιατρός του Νότου καλείται μέσα στη νύχτα να περιθάλψει έναν άγνωστο τραυματία, πράγμα που κάνει. Ο τραυματίας στη συνέχεια χάνεται στο σκοτάδι. Φυσικά ο γιατρός αγνοεί ότι πρόκειται για τον Τζον Μπουθ, δολοφόνο του Προέδρου. Στη συνέχεια ο γιατρός συλλαμβάνεται σαν μέλος της συνωμοσίας κατά του προέδρου και, παρά την προφανή αθωότητά του, καταδικάζεται (αφού πρέπει να ικανοποιηθεί η οργισμένη κοινή γνώμη) σε ισόβια κάθειρξη στις φοβερές φυλακές του "Νησιού των Καρχαριών", ενός απομονωμένου νησιού - φρουρίου δηλαδή, απ' όπου η απόδραση είναι ουσιαστικά αδύνατη. Στη συνέχεια το φιλμ θα εξελιχτεί σε τυπικό φιλμ φυλακών. Προσωπικά δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές ταινίες του Φορντ. Υπάρχει βέβαια αρκετό σασπένς, στο πρώτο μέρος κυρίως, αλλά και στις προσπάθειες απόδρασης στο δεύτερο μέρος, υπάρχει όλος αυτός ο αγώνας και τα άδικα βάσανα ενός αθώου, με τον οποίο ταυτιζόμαστε πλήρως, αλλά και αρκετά προβλέψιμα στοιχεία. Γενικά πάντως δεν το συγκαταλέγω στα αριστουργήματα του μεγάλου δημιουργού. Μένει το ιστορικό μέρος, αφού η ταινία βασίζεται κι αυτή σε αληθινή ιστορία: Προφανώς, μετά τη δολοφονία του Λίνκολν, που κυριολεκτικά συγκλόνισε το νεογέννητο τότε αμερικάνικο έθνος, ακολούθησε ένα μεγάλο "κυνήγι μαγισσών", κατά το οποίο την πλήρωσαν ένοχοι και αθώοι. Ήταν βέβαια και κάτι παραπάνω από νωπός ο αμερικάνικος εμφύλιος, ένας από τους αιματηρότερους πολέμους που έγιναν ποτέ, και η κατάσταση ήταν όντως κρίσιμη. Ωστόσο εγείρονται πάντα στις περιπτώσεις αυτές βασικά ερωτήματα: Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Η δικαιοσύνη δικαιούται να "μην είναι τόσο τυφλή" όταν διακυβεύονται πράγματα που θεωρούνται μεγαλύτερης σημασίας; Αν υποθέσουμε (πράγμα για το οποίο δεν είμαι σίγουρος, αλλά, λέω, αν υποθέσουμε) ότι αυτό που διακυβεύεται είναι το "κοινό καλό" (οι ερμηνείες γι' αυτό είναι φυσικά ποικίλες), αξίζει χάρη σ' αυτό να την πληρώσουν και μερικοί αθώοι; Και άλλα σχετικά. Στο μεταξύ, μπορείτε να δείτε δυο φιλμ με παρόμοια θέμα και διαφορά πάνω από 70 χρόνων μεταξύ τους και να κάνετε τις δικές σας προσωπικές συγκρίσεις...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2011

ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ "ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ" Ή ΝΟΣΗΛΕΙΑ;

Βρήκα το "Take Shelter" (Το Καταφύγιο) του ελπιδοφόρου Jeff Nichols μια από τις αξιόλογες ταινίες του 2011. Ανησυχητική, ανοιχτή σε ερμηνείες, παίζει έξυπνα με το φανταστικό στοιχείο και διαθέτει πολύ καλές ερμηνείες. Ένας συνηθισμένος οικογενειάρχης, με σταθερή ζωή και δουλειά, αρχίζει να υποφέρει από εφιάλτες, που όλοι έχουν θέμα μια τεράστια καταστροφή που θα έρθει και θα τρελλάνει τους πάντες. Αρχίζει λοιπόν να σπαταλά όλα του τα λεφτά για να φτιάξει ένα υπόγειο καταφύγιο, πληρέστατο σε εξοπλισμό, γι' αυτόν και την οικογένειά του. Στο μεταξύ οι εφιάλτες χειροτερεύουν... Θα συμφωνήσω με τη θέση του Μήτση από την κριτική του στο "Αθηνόραμα": Δεν έχω ιδέα αν αυτό γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα, το φιλμ όμως αντανακλά τον διάχυτο φόβο που επικρατεί στην εποχή μας στην Αμερική (και σε ολόκληρο τον κόσμο, εκεί όμως η κατάσταση αυτή είναι πιο οξυμένη, κυρίως μετά την 11η Σεπτέμβρη). Βρισκόμαστε μίλια μακριά από την αθωότητα και την πίστη στην αμερικάνικη οικογένεια και στο σύστημα εν γένει που εξέπεμπαν οι ταινίες των 50ς. Η αβεβαιότητα είναι πανταχού παρούσα. Αβεβαιότητα οικονομική, πολιτική και κοινωνική, καθώς νέα φαινόμενα (φόβος για κατάρρευση του οικονομικού συστήματος, προβλήματα από την μετανάστευση, διόγκωση της παγκόσμιας ανισότητας, οικολογικό κ.ά.) κάνουν διαρκώς την εμφάνισή τους και προς το παρόν τουλάχιστον δεν διαφαίνεται κάποια λύση. Άλλωστε πεσιμιστικό είναι και το όλο κλίμα της ταινίας. Πώς λοιπόν μπορεί να είναι ήσυχος και "ευτυχής" (ό,τι και να σημαίνει αυτή η έννοια) ο μέσος οικογενειάρχης, ο μέσος άνθρωπος γενικότερα; Από την άλλη, η ταινία θυμίζει από τη μία ταινίες του φανταστικού (οι σκηνές των ονείρων θα μπορούσαν να είναι σκηνές από ταινίες τρόμου), και από την άλλη φιλμ όπως η "Αποστροφή", αφού κι εδώ παρακολοθούμε τη βαθμιαία κατάρρευση ενός ανθρώπου και την σταθερή του πορεία προς την παράνοια. Μ' αυτόν τον τρόπο εξ άλλου, κλινικό σχεδόν, μπορεί κάποιος να δει όλη την ταινία, παραβλέποντας όσα περί κοινωνικού περίγυρου έγραψα παραπάνω. Το σασπένς υπάρχει, η κλιμακούμενη αγωνία του ήρωα κατάφερε να με αγγίξει, και γενικά μπορώ συνολικά να μιλήσω για ένα πολύ αξιόλογο φιλμ που ήρθε απρόσμενα για να μας ανησυχήσει βαθειά. Όσο για το διφορούμενο τέλος, δώστε εσείς όποια ερμηνεία προτιμάτε. Δεν έχει τελικά σημασία. Σημασία έχει η πορεία μέχρι εκεί.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2011

ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΗ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΓΙΑ ΜΙΑ "ΥΠΟΠΤΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ";

Ο Robert Redford είναι ένας σταθερά φιλελεύθερος, δημοκρατικός ηθοποιός, που σποραδικά σκηνοθετεί ταινίες που υπερασπίζονται τα πιστεύω του. Το 2010 λοιπόν γυρίζει το "The Conspirator" (Ύποπτη Συνωμοσίας), ένα ιστορικό δράμα που ερευνά τα όσα έγιναν μετά τη δολοφονία του Λίνκολν το 1865. Ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται για το καθαρά ιστορικό μέρος, τα όσα πραγματικά έγιναν, αλλά για μια αλληγορία σύγχρονων πολιτικών καταστάσεων, που καυτηριάζονται, και για την αποτύπωση στο πανί των ιδεών του για τη δικαιοσύνη, η οποία βέβαια πρέπει να είναι πάσει θυσία τυφλή και αδέκαστη. Ανάμεσα στους 8 συνωμότες που συλλαμβάνονται και παραπέμπονται όχι σε κανονική δίκη, αλλά σε στρατοδικείο, αποτελούμενο από στρατηγούς, υπάρχει και μια γυναίκα, μητέρα του μοναδικού συνωμότη που διαφεύγει (ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ο δολοφόνος, ο ηθοποιός Μπουθ, είχε ήδη δολοφονηθεί από στρατιώτη κατά την καταδίωξή του). Ο ρόλος της γυναίκας αυτής είναι αδιευκρίνιστος, οι κατηγορίες εναντίον της σαθρές, πλην όμως πρέπει πάσει θυσία να καταδικαστεί σε θάνατο, όπως οι υπόλοιποι, για να κατευναστεί η οργή του έθνους και να ικανοποιηθεί το αίσθημα δικαιοσύνης του, χωρίς πολλά πολλά ψαξίματα και έρευνες σε βάθος. Το φιλμ εστιάζει σε ένα νεαρό δικηγόρο, πρώην αξιωματικό, που αναλαμβάνει με το ζόρι την υπεράσπισή της (είναι πεπεισμένος για την ενοχή των πάντων και δεν του αρέσει καθόλου ο ρόλος του υπερασπιστή τους), ο οποίος, όσο εισχωρεί βαθύτερα στην υπόθεση, αντιλαμβάνεται την αδικία στο πρόσωπο της γυναίκας και τις πολιτικές σκοπιμότητες που παίζονται και διχάζεται ανάμεσα στο αίσθημα δικαιοσύνης του και στα όσα κινδυνεύει να χάσει στην προσωπική του ζωή, καθώς γίνεται όλο και πιο "ενοχλητικός". Η ταινία θέτει διλήμματα όπως: Οφείλει να είναι αδέκαστη και τίμια η διακιοσύνη, ακόμα κι αν ο κατηγορούμενος είναι μισητός και το "δημόσιο αίσθημα" απαιτεί την τιμωρία του; Ποια η θέση της δικαιοσύνης όταν (αληθινά ή ψεύτικα, δεν έχει σημασία) διακυβεύονται συμφέροντα της πολιτείας; Γενικότερα, τι συμβαίνει όταν συγκρούεται το καθήκον (με θετική έννοια εδώ) με το συναίσθημα; Εκτός αυτών όμως κάνει και ένα σαφή παραλληλισμό με τη σύγχρονη Αμερική, για την ακρίβεια με την Αμερική μετά την 11η Σεπτέμβρη. Διότι παρόμοιες αντιλήψεις περί "γενικοτέρων κοινών συμφερόντων" οδήγησαν σε μαζικές συλλήψεια (και) αθώων, σε δημιουργία Γκουαντάναμο, σε μαζική τρομοϋστερία και άλλα τέτοια. Η ταινία είναι καλογυρισμένη, με ωραία φωτογραφία και αναπαράσταση εποχής, είναι όμως ίσως πολύ ακαδημαϊκή και "στεγνή" για τα γούστα μου. Ο Ρέντφορντ είναι... πώς να το πω... απόλυτα συνεπής και κάθετος όσον αφορά τα (θετικά) πιστεύω του, υπερβολικά σοβαρός και "αγέλαστος". Όλα λειτουργούν άψογα, αλλά και αναμενόμενα. Το στοιχείο της όποιας έκπληξης λείπει. Φιλμ οσκαρικών προδιαγραφών, δικαστικό δράμα εποχής, βαθειά δημοκρατικό ιδεολογικά, αλλά και υπερβολικά στεγνό και σοβαρό. Δεν αμφιβάλλω ότι θα αρέσει σε πολλούς. Και πιστεύω ότι χρειάζονται στη δύσκολη εποχή μας τέτοιες καθαρές δηλώσεις. Απλά μου φαίνεται ότι του λείπει το κάτι άλλο που θα το απογείωνε.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2011

MINIMOYS ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

O Luc Besson έκανε στην αρχή της καριέρας του μερικές αν μη τι άλλο εντυπωσιακές ταινίες και στη συνέχεια ασχολήθηκε κυρίως με την παραγωγή (είναι χωμένος σε πάμπολλα projects), εξοκολυθώντας πάντως να σκηνοθετεί σποραδικά κάποια φιλμ πολύ μετριότερα από τα πρώτα του. Τα περισσότερα απ' αυτά ωστόσο γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία, στη Γαλλία τουλάχιστον (έτσι είναι αυτά. Και στην Ελλάδα τις μεγαλύτερες πωλήσεις έχει η Βανδή ή ο Χατζηγιάννης). Το 2006 ασχολείται και με το κινούμενο σχέδιο, γυρίζοντας το αρχικό "Arthur et les Minimoys", το οποίο θα ακολουθούσαν κάμποσες συνέχειες.

Η ταινία συνδυάζει σκηνές με κανονικούς ηθοποιούς (πρωταγωνιστεί μάλιστα η Μία Φάροου) και animation. Ο ομώνυμος μικρός ήρωας καταδύεται στον κόσμο των μικροσκοπικών Minimoys, πλασμάτων που ζουν αθέατα στον κήπο του, προσπαθώντας να βρει τον χαμένο παππού του και έναν θησαυρό από ρουμπίνια για να σώσει το σπίτι του που κινδυνεύει από χρέη. Φυσικά εκεί κάτω τον περιμένουν πάμπολλες περιπέτειες και, βέβαια, η πριγκήπισα των ονείρων του. Το καρτούν είναι ψηφιακό, ενίοτε εντυπωσιακό, πλην όμως ελάχιστη πρωτοτυπία διαθέτει. Πρόκειται για συνονθύλευμα γνωστών μύθων ή/και κλισέ, τα οποία είναι πανταχού παρόντα. Από το σπαθί που, ως άλλος Αρθούρος, μόνο ο Άρθουρ (προφανής αναφορά το όνομα) μπορεί να ξεκολλήσει ως τον έρωτα με την πριγκήπισα, τον αστείο μικρό αδελφό, τους κακούς, όλα κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Και, εκτός αυτών, βρήκα το χιούμορ πολύ λίγο και καθόλου ευφάνταστο, ώστε να πιαστεί τουλάχιστον κανείς απ' αυτό. Το όλο φιλμ φοβάμαι ότι μόνο μικρά παιδιά μπορεί να ενθουσιάσει - πράγμα που έκανε άλλωστε, για να υπάρχουν τόσες συνέχειες. Όπως καταλάβατε, βρισκόμαστε πολύ, πολύ μακριά από τις εξαιρετικές και για όλες τις ηλικίες παραγωγές της Pixar ή από ευρωπαϊκά "handmade" animation (βλέπε π.χ. τις "Τριπλέτες της Μπελβίλ"). Εδώ έχουμε μόνο μια σειρά κλισέ περιπετειών, που όλο και κάτι μας θυμίζουν, δίχως εκείνο το ενήλικο άγγιγμα που κάνει ένα τέτοιο φιλμ να απογειωθεί και εμάς να γινόμαστε ακόμα περισσότερο φαν από τα ίδια τα παιδιά. Αν λοιπόν διαθέτετε τέτοια (παιδιά εννοώ), ίσως διασκεδάσουν. Εσείς... μάλλον όχι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2011

"IN TIME" ΑΛΛΑ... ΕΚΤΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΟΥΣ ΠΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Υπάρχουν δυστυχώς δημιουργοί που η πρώτη τους ταινία είναι η καλύτερη και μετά... το χάος. Φοβάμαι ότι ο Andrew Niccol εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία. Πήγα να δω το "In Time" (2011) λόγω του δικού του "Gattaca" και από περιέργεια για το πώς θα χειριστεί μια ιδέα που δεν είναι μεν πρωτότυπη, μάλλον πρώτη φορά όμως χρησιμοποιείται στο σινεμά. Στην μελλοντική κοινωνία που περιγράφεται κυριολεκτικά ο χρόνος είναι χρήμα. Μετά τα 25 ξεκινάς τη ζωή σου με 365 μέρες... και προσπαθείς διαρκώς να κερδίσεις χρόνο. Κυριολεκτικά, όπως είπαμε, αφού όλες οι οικονομικές συναλλαγές πληρώνονται μ' αυτόν. Ένα λεπτό κοστίζει, ας πούμε, το εισητήριο του λεωφορείου, κάμποσα χρόνια ένα ακριβό αυτοκίνητο. Η ιδέα έχει χρησιμοποιηθεί σε κόμικς και στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, όχι όμως (απ' όσο ξέρω, γιατί κάτι μπορεί κάτι να μου διαφεύγει) στο σινεμά. Ο Niccol τονίζει ιδιαίτερα την άγρια ταξική δομή αυτής της κοινωνίας: Οι "φτωχοί" ζουν με λίγες ώρες μπροστά τους και κάθε λίγο πεθαίνουν στο δρόμο, αφού τους τελειώνει ο χρόνος, οι πλούσιοι έχουν συσσωρεύσει μπροστά τους αιώνες, πρακτικά δηλαδή είναι αθάνατοι. Εδώ η ταξική κοινωνία δεν δημιουργεί απλώς έντονες αντιθέσεις. Σκοτώνει κυριολεκτικά. Ενδιαφέρον μέχρι εδώ. Ενδιαφέρον και το πρώτο μέρος του φιλμ. Μέχρι που ο φτωχός ήρωας ερωτεύεται την πλούσια κληρονόμο και αρχίζει να ζει και να βασιλεύει ο Ξανθόπουλος σε συνδυασμό με ένα "Μπόνι και Κλάιντ" του μέλλοντος. Διότι η πλούσια κληρονόμος τον ερωτεύεται κι αυτή (φυσικά) και παρατά τους αιώνες της για να τη βγάζει μόλις με λίγα λεπτά κάθε φορά (αλοίμονο τώρα) και ζει ευτυχής στο γκέτο των χρονοφτωχών (εκεί θα κωλώσουμε τώρα;) και οι ληστείες και οι αποδράσεις τους γίνονται υπερβολικά εύκολα και καθόλου πιστευτά (σιγά μην ασχοληθούμε με τέτοιες λεπτομέρειες), και η μικρή τρέχει σ' όλο το φιλμ ξεφεύγοντας από τους πάντες με κάτι γόβες-στιλέτο να! (ασχολίαστο) και, βέβαια, ένας να είναι αποφασισμένος και να υπάρχει και κάμποση σάλτσα ρομαντισμού, πάει, το κακό σύστημα έχει καταρρεύσει (πώς δεν το σκέφτηκα τόσον καιρό, ρε γαμώτο, να ρίξω τον καπιταλισμό;). Όσα παρακολουθούμε στο δεύτερο μέρος δεν είναι παρά αμερικάνικη περιπέτεια της σειράς, με αυτοκινητοκυνηγητά, πιστολίδι, κλέφτες κι αστυνόμους (εδώ οι αστυνόμοι είναι οι κακοί) και άλλα τέτοια πρωτότυπα. Μια μεγάλη ευκαιρία για κάτι πολύ δυνατό πήγε πραγματικά χαμένη. Κρίμα! ΥΓ: Να σχολιάσω πάντως ότι αφού το πλέον mainstream Χόλιγουντ κάνει ταινίες ενάντια στις τερατώδεις κοινωνικές ανισότητες και απαιτεί - έστω και με τον πιο αφελή και απλοϊκό τρόπο - ανακατανομή του πλούτου, ε, φαίνεται ότι διεθνώς ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι και κάτι πρέπει να αλλάξει. Δεν ξέρω τι και πώς, αλλά μοιάζει κάτι τέτοιο να έχει περάσει στο υποσυνείδητο ακόμα και του πιο συντηρητικού μέσου αμερικάνου. Για να δούμε, τι θα δούμε ακόμα...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19, 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ "ΜΙΚΡΟΥΣ" ΦΟΝΟΥΣ Ή Ο ΕΝΤ, ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ ΩΣ ΚΩΜΙΚΟΣ

Ο Lloyd Bacon (1889–1955) υπήρξε ένας παραγωγικός χολιγουντιανός σκηνοθέτης που έδρασε κυρίως στις δεκαετίες από '30 έως '50. Δεν είναι από τους γνωστότερους, δεν έχει κλασικά αριστουργήματα στο ενεργητικό του, υπήρξε όμως ένας συνεπής "εργάτης" του σινεμά με ταινίες που αντέχουν μέχρι σήμερα (όλα αυτά τα διαβάζω από κείμενα γι' αυτόν, γιατί πολύ λίγα φιλμ του έχω δει ώστε να έχω απόλυτα προσωπική άποψη). Το 1938 γυρίζει το "A Slight Case of Murder", μια ταινία με μια ιδιορυθμία: Πρωταγωνιστεί ο περίφημος Έντουαρντ Ρόμπινσον, τυποποιημένος σε ρόλους σκληρών γκάνγκστερ, στο φιλμ αυτό είναι επίσης γκάνγκστερ, πλην όμως πρόκειται για κωμωδία ή, αν προτιμάτε, για σάτιρα της τότε πραγματικότητας. Για μαύρη κωμωδία βέβαια, διότι τι άλλο θα μπορούσε να είναι με τόσα πτώματα που συσσωρεύονται... Ο ήρωας λοιπόν, μεσήλικας πλέον και οικογενειάρχης, είναι πρώην γκάνγκστερ που αποφασίζει μετά το τέλος της ποτοαπαγόρευσης να περάσει στη νόμιμη πλευρά, να κάνει δηλαδή νόμιμες μπίζνες ανοίγοντας μια ζυθοποιία, κοινώς επενδύοντας τα πάμπολλα παράνομα λεφτά που κέρδισε από το έγκλημα σε κάτι απόλυτα νόμιμο. Μήπως σας θυμίζει αυτό σύγχρονες καταστάσεις; Η ταινία βλέπει τον πρώην παράνομο και τη συμμορία του (που έχουν μετατραπεί σε αθώους πωλητές, υπηρέτες κλπ.) με συμπάθεια και βγάζει το γέλιο από την αλλαγή τους και τη δυσκολία να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες νομιμότητας, αφού τα παλιά είναι δύσκολο να ξεχαστούν. Ωστόσο η αστυνομική πλοκή υπάρχει, ένας τραυματίας φυγάς κουβαλά μια βαλίτσα με λεφτά, τέσσερεις αδίστακτοι γκάνγκστερς δολοφονούνται και, σα να μην έφταναν όλα, η κόρη του νεόκοπου μπιζνεσμαν τα φτιάχνει με... πλούσιο και τίμιο μπάτσο! Χωρίς κατά τη γνώμη μου να πρόκειται για κάτι εξαιρετικό, η ταινία βγάζει αρκετό γέλιο τοσο σε επιμέρους σκηνές, όσο και με τη γενικότερη πλοκή της και τα μπερδέματα που συμβαίνουν, οπότε τη βρήκα γενικά διασκεδαστική. Εντυπωσιακή πάντως παραμένει η καταγγελία που κάνει - μέσα στην πλάκα: Πλήθος από τους νέους πλούσιους επιχειρηματίες έχουν ένα εγκληματικό παρελθόν. Τα χρήματά τους, ή έστω η αρχική μαγιά, είναι προϊόντα εγκλήματος που επενδύθηκαν στη συνέχεια σε νόμιμες επιχειρήσεις. Ξέρουμε σήμερα ότι αυτό το έχει κάνει κατά κόρον η Μαφία στις ΗΠΑ, και η προέλευση πάμπολλων ζάπλουτων "κυρίων" της υψηλής κοινωνίας, κάθε λογής εκατομμυριούχων τέλος πάντων, είναι, για να το θέσω κομψά, σκοτεινή. Ίσως μάλιστα η παγκόσμια οικονομία να κυριαρχείται από τέτοιους. Εδώ βλέπουμε το ξεκίνημα της κατάστασης αυτής ή, τέλος πάντων, μια μικρογραφία αυτού που συμβαίνει σήμερα σε ολόκληρο τον πλανητη. Οπότε η σάτιρα τουλάχιστον του φιλμ παραμένει κάτι παραπάνω από επίκαιρη.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2011

"ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ" ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Με το "Παιδί με το Ποδήλατο" του 2011 οι Jean-Pierre και Luc Dardenne συνεχίζουν στο ρεαλιστικό δρόμο που έχουν εδώ και χρόνια επιλέξει. Ιστορίες κοινωνικού ρεαλισμού, συνήθως γεμάτες δύναμη, απλές και λιτές στο κινηματογραφικό τους στιλ, πυκνές και ουσιαστικές σε νοήματα. Το παιδί της ταινίας εγκαταλείπεται από τον πατέρα του και τον αναζητά με μια εμμονή που θυμίζει αυτή της "Ροζέτας", αφού χρειάζεται απεγνωσμένα κάποιον μεγαλύτερο, κάποιο πρότυπο ουσιαστικά (η οποία "Ροζέτα", σημειωτέον, παρά τα βραβεία και τις άριστες κριτικές, προσωπικά με εκνεύρισε). Η αναζήτησή του θα το οδηγήσει σε μια κομμώτρια, που το νοιάζεται και δέχεται να το φιλοξενήσει και να παίξει το ρόλο της μητέρας, αλλά και στον τοπικό ντίλερ και κακοποιό, που δέχεται να τον εντάξει στη συμμορία του για δικούς του λόγους φυσικά. Μέσα από μια απλή ιστορία οι Dardenne καταφέρνουν να καταγράψουν μια βορειοευρωπαϊκή, ευνομούμενη και - ακόμα - ευημερούσα κατά τα άλλα κοινωνία, η οποία όμως έχει τα δικά της τρωτά, τις πληγές, το κενά της. Η οικογένεια δεν είναι πια προστάτης, "ζεστή φωλιά", κάθε άλλο μάλιστα, η οικονομική πραγματικότητα είναι άγρια (η περίπτωση του πατέρα του μικρού), οι σχέσεις βρίσκονται στο ναδίρ, η συμμορία και η εγκληματικότητα που τη συνοδεύει φαντάζουν σαν υποκατάστατο της (ανύπαρκτης) οικογένειας. Απόρροια όλων αυτών είναι το κυρίαρχο συναίσθημα στη ψυχή του μικρού να είναι η οργή, ενώ σε προσωπικό επίπεδο η σχέση του μικρού με την κομμώτρια περνά από διάφορα στάδια, αγάπης, απόρριψης, αποδοχής κλπ. Τελικά το ανησυχητικό ερώτημα που τίθεται είναι: Ποιό είναι το μέλλον αυτής της κοινωνίας; Πώς θα είναι αυτή όταν απαρτίζεται από παιδιά σαν αυτό που βλέπουμε στο φιλμ; Οι αδελφοί Dardenne είναι αυτή τη φορά λιγότερο αργοί, η ιστορία τους διαθέτει κάποιο σασπένς και γίνεται έντονα δραματική προς το τέλος, οι αφηγηματικοί τους ρυθμοί είναι καθαροί, σαφείς. Συνολικά δεν είμαι οπαδός του απόλυτου ρεαλισμού στο σινεμά, υπάρχουν όμως φιλμ που τα θεωρώ εξαιρετικά στο είδος αυτό. "Το Παιδί με το Ποδήλατο", με το βάθος και με την αναμφισβήτητη δύναμή του, είναι σίγουρα ένα από αυτά.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 14, 2011

Ο "ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ" ΚΑΙ Η ΑΦΕΛΕΙΑ ΤΩΝ 50'ς

Ο H.J. Wells γράφει τον περίφημο "Πόλεμο των Κόσμων", ένα από τα πρώτα βιβλία καθαρής επιστημονικής φαντασίας, στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Όρσον Ουέλες τρομοκρατεί τους αμερικάνους με μια ραδιοφωνική του εκπομπή στις αρχές της δεκαετίας του 40 διαβάζοντας το έργο και πείθοντας τους συμποτριώτες του ότι συμβαίνει στ΄αλήθεια εξωγήινη εισβολή. Ο Byron Haskin (1899–1984) γυρίζει το 1953 την ομώνυμη ταινία φτιάχνοντας κάτι εντυπωσιακό για την εποχή του. Αν και βασισμένο, όπως είπαμε, σε προϋπάρχον και ήδη διάσημο έργο, η ταινία καταφέρνει να ενταχθεί - ίσως άθελά της - στο γνωστό ψυχροπολεμικό κλίμα των 50'ς με τα b-movies που παντοιοτρόπως προειδοποιούν για "εισβολές", υπονοώντας βέβαια τους ανά τον κόσμο σατανικούς "κόκκινους" και παρακινώντας τους αμερικανούς να προσέχουν και να ανησυχούν, αφού οι προαναφερθέντες κόκκινοι μπορεί να βρίσκονται κάπου εκεί έξω και να καραδοκούν, αλλά και μέσα στην ίδια τη χώρα. Ας γυρίσουμε όμως στην ταινία. Ο Haskin είναι γνωστός τόσο ως σκηνοθέτης b-movies ως επί το πλέιστον, όσο και ως δημιουργός ειδικών εφέ, από τους πλέον πετυχημένους μάλιστα. Οι δύο ιδιότητες συνδυάζονται στο εν λόγω φιλμ, το οποίο ακροβατεί ανάμεσα στο σασπένς και ενίοτε τον τρόμο και την αβάσταχτη σεναριακή αφέλεια. Στη δεύτερη εντάσονται το σχετικά αστείο και κεραυνοβόλο love story, καθώς και διάφορες επί μέρους σκηνές, με αποκορύφωμα τη ρίψη ατομικών βομβών κατά των αρειανών εισβολέων, την οποία ρίψη παρακολουθεί με πρωτοφανή άνεση απο κάνα - δυο χιλιόμετρα απόσταση πλήθος κόσμου ελαφρώς προφυλαγμένου πίσω από... φράχτες και φορώντας γυαλιά!!! Ωστόσο υπάρχουν και οι πραγματικά ανησυχητικές σκηνές, όπως αυτή με το άγγιγμα του εξωγήινου στον ώμο της κοπέλας, η πορεία μέσα στα ερείπια, η ασταμάτητη επέλαση των εισβολέων, ο εν ψυχρώ θάνατος του παπά κλπ. Γενικότερα είναι η απάνθρωπη ψυχρότητα των αρειανών, που απλώς σκοτώνουν δίχως τίποτα άλλο να τους ενδιαφέρει, που παγώνει το αίμα. Το φιλμ υπήρξε θεαματικότατο για την εποχή του, αν και σήμερα, όπως είναι φυσικό, τα εφέ μας φαίνονται ξεπερασμένα. Οι εξωγήινες μηχανές, που έχουν στοιχειώσει μέχρι σήμερα το συλλογικό ασυνείδητο, η μορφή των εξωγήινων, οι σκηνές των μαχών, πρέπει να έκαναν τότε εξαιρετική εντύπωση. Καθώς εντύπωση προκαλούν και τα έντονα χρώματα που κυριαρχούν στο φιλμ. Απογοητευτικό πάντως βρίσκω το τέλος, όπου όλα συμβαίνουν εντελώς ξαφνικά και άδοξα και... νοιώθεις σα να έμεινες κάπως στα κρύα του λουτρού. Τελικά νομίζω ότι η ταινία μπορεί σε αρκετούς να προκαλέσει έντονη νοσταλγία για την αφέλεια άλλων εποχών, να γίνει εντυπωσιακή σε κάποια σημεία της και, ίσως, να προκαλέσει ακούσια γέλια σε κάποια άλλα (όχι σε πολλά πάντως). Όπως και να το κάνουμε πρόκειται για κλασικό δείγμα επιστημονικής φαντασίας των 50΄ς, με το τυπικό μείγμα αφέλειας και ανησυχητικής ατμόσφαιρας που συναντάμε σε πολλά φιλμ της εποχής και, ξαναλέω, εντυπωσιακά για τότε εφέ. Οπότε, αν είστε λάτρης τους είδους, αποτελεί must.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 12, 2011

ΕΝΑΣ "ΤΥΡΑΝΟΣΑΥΡΟΣ" ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ

Οι βρετανοί έχουν τελικά έναν πολύ ιδιαίτερο, δικό τους τρόπο να παρουσιάζουν την κοινωνική μιζέρια (μια αναγνωρίσιμη, "βρετανική" μιζέρια θα έλεγε κανείς), συχνά με συγκλονιστικά αποτελέσματα. Έτσι και αυτός εδώ ο "Τυραννόσαυρος" (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου πίσω από την κάμερα Paddy Considine, κατάφερε να μου αφήσει, τελικά, μια πολύ δυνατή γεύση, πατώντας στέρεα στα κλασικά χνάρια σκηνοθετών όπως ο Μάικ Λι ή ο Κεν Λόουτς. Κοινωνική απομόνωση, προσωπική μοναξιά, αποτυχημένος (εφιαλτικός καλύτερα να λέγαμε) γάμος, ακραίες πράξεις, όλα συνυπάρχουν στο δραματικό πορτρέτο ενός μόνιμα οργισμένου - και συχνά μεθυσμένου - ηλικιωμένου λούζερ, που ξεσπά το καταπιεσμένο μίσος του για ό,τι συνέβει (ή δεν κατάφερε να συμβεί) στη φτωχική, συνηθισμένη ζωή του, επί διακίων και αδίκων. Και, επειδή συνήθως κάθε δράση δημιουργεί και αντίδραση, υφίσταται ουκ ολίγες φορές το τίμημα των πράξεών του και συνήθως μετανοιώνει όταν είναι αργά. Σκληρό φιλμ, απόλυτα ρεαλιστικό (ξέρετε τώρα την αγγλική ματιά στις κατώτερες τάξεις, τα έχουμε πει από την αρχή), καταφέρνει, δίχως να προχωρά σε ανοιχτές πολιτικές καταγγελίες, να σκιαγραφήσει αδρά τον αβάσταχτο κοινωνικό περίγυρο και, τελικά, ενώ επικεντρώνεται στο ποτρέτο του ήρωα και της εντελώς διαφορετικής από αυτόν γυναίκας που συναντά, να μας κάνει να σκεφτούμε: "Ε, βέβαια, έτσι που είναι δομημένο αυτό το σύστημα και τόσο άσχημο που είναι το εξωτερικό περιβάλλον, λογικό είναι να γεννά τέτοιους τύπους". Φυσικά έχουμε και τα ψυχολογικά ποτρέτα των δύο ηρώων, καθώς και την πολύπλοκη σχέση τους, που περνά από διάφορα στάδια. Εντέλει το φιλμ μας αφήνει μια νότα αισιοδοξίας, μια ζεστασιά, μια ελπίδα: Δυο άνθρώπινα ναυάγια, για εντελώς διαφορετικούς λόγους και με εντελώς διαφορετικά background, μπορούν τελικά να βρουν γαλήνη όταν αφεθούν στην ανθρώπινη επαφή ή όταν - θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς - αποφασίσουν επιτέλους, διοχετεύοντας σε κάτι πιο αποτελεσματικό την οργή ή την απελπισία τους, να δράσουν, κερδίζοντας έτσι τη λύτρωση. Η ταινία βασίζεται στην ηθοποιία του Πίτερ Μάλαν σε έναν εξαιρετικό ρόλο και, τελικά, όση δυστυχία κι αν κουβαλά, όσο κι αν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σε "ρίξει", σου αφήνει νομίζω μια πολύ δυνατή γεύση. Με λίγα λόγια μου άρεσε αρκετά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2011

Η ΠΑΡΑΙΣΘΗΤΙΚΗ "FATA MORGANA"

To 1971 o Werner Herzog, ένας δημιουργός που δεν μοιάζει με κανέναν άλλον, γυρίζει το "Fata Morgana", μια ταινία που συνήθως χαρακτηρίζεται ως ντοκιμαντέρ. Ντοκιμαντέρ; Δεν είμαι καθόλου σίγουρος γι' αυτό. Σίγουρα δεν πρόκειται για αφηγηματικό σινεμά, αλλά αν το χαρακτηρίζαμε ντοκιμαντέρ θα είμαστε υποχρεωμένοι να ξανασυζητήσουμε την έννοια του όρου. Τι είναι το "Fata Morgana"; Ο γερμανός σκηνοθέτης (που πάντα του άρεσε να γυρίζει ταινίες σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης) κινηματογραφεί εικόνες από την έρημο Σαχάρα και τις πέριξ αυτής κατοικημένες περιοχές. Δεν υπάρχει κάποιος ειρμός, κάποια συγκεκριμένη λογική, απλώς οι εικόνες είναι ως επί το πλείστον παράδοξες, ίσως και ανησυχητικές, άλλοτε με παντελή απουσία του ανθρώπινου στοιχείου, άλλοτε πάλι με ανθρώπους όχι τόσο συνηθισμένους. Τοπία της ερήμου, κουφάρια κατεστραμένων αεροπλάνων που έχουν πέσει σ' αυτή, πλήθινα χωριά (ένα θαρρείς με την άμμο), οάσεις, λίγες εκτάσεις νερού, παράξενοι άνθρωποι, ντόπιοι ή λευκοί που κατοικούν εκεί... Δεν υπάρχει αφήγηση ή εξήγηση γι' αυτά που βλέπουμε. Αντίθετα μια φωνή πάνω από τις εικόνες διαβάζει αποσπάσματα από ιερά βιβλία και μύθους αρχαίων λαών (νομίζω ότι είναι των ινδιάνων της Νότιας Αμερικής, δεν είμαι όμως σίγουρος γι΄αυτό) που μιλούν για τη γέννηση του κόσμου από τους θεούς και, στο δεύτερο μέρος, ένα ποιητικό κείμενο. Το τελικό αποτέλεσμα όμως επιτυγχάνεται με τη διαρκή σχεδόν χρήση μουσικής, κυρίως από τους θαυμάσιους πειραματιστές Third Ear Band (έδρασαν τέλη 60-αρχές 70 και επανενώθηκαν στη δεκαετία του 90) και, στη συνέχεια, με γνωστά κομάτια του Leonard Coen. Το αποτέλεσμα είναι υπνωτικό, παραισθητικό, όπως παραισθητικές είναι και οι συχνά επαναλαμβανόμενες εικόνες που βλέπουμε. Πρόκειται για ένα δίωρο τριπ, διχως νόημα ίσως, στο οποίο, πολύ απλά, αφήνεσαι. Ή μάλλον αφήνεις όραση και ακοή να ταξιδεύουν και παύεις να σκέπτεσαι οτιδήποτε. Αν καταφέρετε να το κάνετε αυτό, ίσως βιώσετε κάτι μαγικό, ίσως να νοιώσετε ότι κάτι έχετε πάρει κι ας μην... Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω σαν ένα τεράστιο σε διάρκεια, αργό βιντεοκλίπ, πολύ πριν εφευρεθεί ο όρος και, δεν μου το βγάζετε απ' το μυαλό, το πολύ μεταγενέστερο και πολύ πιο "μπιτάτο" "Coyanisqatsi" χρωστά πολλά σ' αυτήν εδώ τη "Fata Morgana". Νομίζω επίσης ότι όλο αυτό το εγχείρημα του Χέρτσογκ έχει να κάνει και με το όλο ψυχεδελικό και τριπάτο κλίμα των 60ς και των αρχών των 70ς. Γι' αυτό σας είπα από την αρχή ότι μάλλον δεν θα το χαρακτήριζα ντοκιμαντέρ. Πειραματικό φιλμ ίσως, αλλά ντοκιμαντέρ μάλλον όχι. Δεν έχω να σας πω πολλά για νοήματα, μηνύματα και άλλα συναφή. Έχω μόνο να σας προτείνω να αφεθείτε στους υπνωτικούς ρυθμούς του και να απολαύσετε ένα από τα πιο πρώιμα κινηματογραφικά trip. Έχετε κάθε δικαίωμα να σταματήσετε στα πέντε πρώτα λεπτά, να μη μπείτε δηλαδή στην παραισθητική του ατμόσφαιρα. Εγώ πάντως απόλαυσα το ταξίδι.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2011

"ΕΥΤΥΧΩς ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ"... Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;

Το "Ευτυχώς που Είμαι Γυναίκα" (Nacidα para Sufrir) είναι μια ισπανική κωμωδία που γύρισε το 2009 ο Miguel Albaladejo. Δεν είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία, ούτε ίσως και μια σπουδαία από κινηματογραφικά άποψη ταινία, πλην όμως έχει εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο θέμα - και τολμηρό για τα εντόπια ήθη τουλάχιστον. Σ' αυτό τό στοιχείό άλλωστε έγκειται κατ' εμέ η αξία της. Έχουμε λοιπόν μια 70άρα και γεροντοκόρη, που ζει μόνη, είναι απόλυτα αυτάρκης και καλά στην υγεία της και αντιπαθεί τις αχάριστες ανιψιές της που θέλουν ντε και καλά να την κλείσουν σε γηροκομείο πριν την ώρα της και να πάρουν την περιουσία της. Η γυναίκα αυτή ανακαλύπτει στο πρόσωπο μιας 40άρας (το πολύ) υπηρέτριας την απολυτα ιδανική βοηθό για το τέλος των χρόνων της. Η τελευταία είναι εντελώς ικανοποιημένη με το να εκτελεί με τον καλύτερο τρόπο τα καθήκοντά της, περνά μια χαρά με τη γηραιά κυρία της και είναι εντελώς ασεξουέλ. Πολύ απλά, το θέμα αυτό δεν την απασχολεί καθόλου. Η κυρία λοιπόν αποφασίζει να αποκληρώσει τις ανιψιές και να γράψει όλη της την περιουσία στην καλή υπηρέτρια. Θέλει όμως να εξασφαλίσει και τη βεβαιότητα ότι η τελευταία θα είναι κοντά της μέχρι το τέλος. Ποιος είναι λοιόν ο καλύτερος τρόπος να πετύχει κάτι τέτοιο; Μα φυσικά να την παντρευτεί! (στην Ισπανία επιτρέπονται οι γάμοι ομοφυλόφιλων). Μόνο που οι ηρωίδες μας δεν είναι ομοφυλόφιλες. Δεν υπάρχει τίποτα ερωτικό ανάμεσά τους. Ένα εφ' όρου ζωής συμβόλαιο, το οποίο μάλιστα επιθυμούν αμφότερες, θέλουν να συνάψουν. Και όντως το κάνουν. Τα προβλήματα, ευτράπελα και μη, αρχίζουν μετά. Το ενδιαφέρον λοιπόν είναι κυρίως, νομίζω, το θέμα. Το φιλμ είναι διασκεδαστικό, δίχως κάτι παραπάνω, πλην όμως μένει στη μνήμη εξ αιτίας των παράδοξων καταστάσεων που εξετάζει. Και, φυσικά, αυτό που τονίζεται περισσότερο είναι το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την όποια διαφορετικότητα, σεξουαλική ή μη, εφ' όσον αυτή αφορά τους άμεσα ενδιαφερόμενους και μόνο και όχι τον κοινωνικό τους περίγυρο. Το δικαίωμα αυτό υποστηρίζει η ταινία, με ευχάριστο ως επί το πλείστον τρόπο, παρά τις δραματικές πτυχές οι οποίες επίσης ενυπάρχουν στην ιστορία. Όσο για τους χαρακτήρες... είναι αρκετά πολύπλοκοι. Η γηραιά κυρία ας πούμε δεν είναι κάτι μονοδιάστατα καλό και αθώο. Συχνά αποκαλύπτονται οι πονηρές και υπολογιστικές πλευρές του χαρακτήρα της, τα μικρά κόλπα που χρησιμοποιεί για να παγιδεύσει και να πείσει τους γύρω της. Και υπάρχουν κι άλλες τέτοιες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Έχω επανειλημμένα γράψει ότι βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα το σύγχρονο ισπανικό σινεμά. Ακόμα κι αν δεν φτιάχνει αριστουργήματα, ξέρει να φτιάχνει συμπαθητικές και διασκεδαστικές ταινίες, έστω και λόγω της παραδοξότητάς τους. Αυτό ακριβώς πετυχαίνει και με το συγκεκριμένο παράδειγμα άλλωστε.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2011

Ο ΓΙΟΥΝΓΚ, Ο ΦΡΟΪΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΟΥΣ

Φοβάμαι ότι ο David Cronenberg έχει πλέον εγκαταλείψει τον χώρο του φανταστικού, όπου μας χαρισε αξέχαστες στιγμές. Το 2011 λοιπόν, αποφασίζει να καταπιαστεί με τη σχέση Φρόιντ - Γιουνγκ, του πατέρα της ψυχανάλυσης δηλαδή και του γνωστότερου ίσως μαθητή - συνεχιστή του έργου του, αλλά και διαφωνούντα ως προς κάποιες θέσεις του δασκάλου του. Καθώς και με τη σχέση τους με μια όμορφη ασθενή που πάσχει από υστερία και η οποία, στη συνέχεια, θα γίνει η ίδια διαπρεπής ψυχίατρος. "Μια Επικίνδυνη Μέθοδος" λοιπόν όπου, τελικά, ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ο Γιουνγκ, του οποίου την προσωπικότητα και τις "μεταλλάξεις" της εξερευνά η ταινία. Ο Γιουνγκ είναι "κουμπωμένος", συντηρητικός στην καθημερινότητά του οικογενειάρχης και διαφωνών - ίσως και ενοχλημένος - από τη βασικότατη, πρωταρχική μάλλον, θέση που έχει το σεξ στην φροϊδική θεωρία. Ώσπου η ερωτική του σχέση με την ασθενή που προαναφέραμε απειλεί να τινάξει στον αέρα όλα αυτά, αλλά και τη τακτοποιημένη του ζωή, και τον αναγκάζει να ξαναδεί τη μέχρι τότε ζωή του, να αναθεωρήσει τις απόψεις του, να δει με άλλο μάτι τον εαυτό του. Τελικά όμως θα παραμείνει άτολμος και συμβατικός. Όλα αυτά έχουν να κάνουν με την προσωπικότητά του. Οι θεωρίες του, και κυρίως η ροπή του προς το μεταφυσικό στοιχείο, πράγμα που αποτελεί βασική του αντίθεση με τον Φρόιντ, θα μας δημιουργούσαν πιθανόν άλλες εντυπώσεις. Προσωπικά βρήκα κάπως ασύμβατες τις θεωρίες με την προσωπικότητά και τη ζωή του. Δεν το λέω για να κατακρίνω το φιλμ, ούτε και ξέρω πόσο αληθινά είναι τα γεγονότα και τα ψυχολογικά πορτρέτα που περιγράφει. Ίσως να είναι πέρα για πέρα αληθινά, οπότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο, την ασυμβατότητα δηλαδή των τολμηρών θεωριών του Γιουνγκ, που δεν δίσταζαν να ξεπεράσουν τα όρια της επιστήμης και να εξερευνήσουν αμφισβητούμενες περιοχές αφ' ενός και τον συντηρητισμό της καθημερινότητάς του αφ' ετέρου. Κι όχι μόνο συντηρητισμό. Όσα βλέπουμε μας οδηγούν να τον χαρακτηρίσουμε υποκριτή και άνθρωπο που θυσιάζει το πάθος για την ασφάλεια μιας αδιατάρακτης, ρουτινιάρικης καθημερινότητας. Η ταινία, πέραν του αληθινού ή μη ιστορικού background, συζητά για την ανατρεπτικότητα και την φύσει αντισυμβατικότητα του έρωτα και του πάθους που τον συνοδεύει και το δίλημμα ανάμεσα στην "επικινδυνότητά" του και την ασφαλή ζωή. Και, βέβαια, μας προβληματίζει με τις θεωρίες της ψυχανάλυσης, την αλήθεια τους ή τις μεταξύ τους διαφορές, τις θεραπευτικές της ικανότητες. Έχει λοιπόν, απ' αυτή τη σκοπιά, αρκετό ενδιαφέρον. Το πρόβλημα είναι η ακαδημαϊκή, άνευρη θα έλεγα σκηνοθεσία, που είναι τόσο συμβατική όσο ο χαρακτήρας του Γιουνγκ. Αυτό είναι κάτι που δεν θα περίμενα από τον Cronenberg, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις πολλές προηγούμενες δουλειές του. Γι' αυτό και άρχισα το κείμενό μου με τη λέξη "φοβάμαι". Ενδιαφέρον φιλμ λοιπόν, αλλά εντελώς ακαδημαϊκά γυρισμένο, που δεν θυμίζει, νομίζω, τον παλιό δημιουργό του. Εκτός από το ίδιο του το θέμα βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Cronenberg πάντοτε ενδιαφερόταν στην "σκοτεινή" του περίοδο για τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2011

Ο ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΚΟΡΕΣΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Από το 1973, όταν ο Franklin J. Schaffner (1920–1989) γύρισε τον θρυλικό "Πεταλούδα" (Papillion), η ταινία παραμένει μια από τις γνωστότερες ταινίες με θέμα την απόδραση που έγιναν ποτέ. Αφηγείται την ιστορία ενός κατάδικου στις φριχτές φυλακές της Γουιάνας, γνωστού σαν "Πεταλούδα", εξ αιτίας ενός τατού που έχει στο στήθος. Αντίθετα με άλλους κρατούμενους, που, μοιράια "σπάνε" από όσα υφίστανται, και παρά τις κακουχίες και τις φριχτές τιμωρίες που του επιβάλλονται μετά από κάθε απόδραση και επανασύλληψή του, αυτός εξακολουθεί να κουβαλά μέσα του άσβηστη τη φλόγα της ελευθερίας και δεν σταματά ποτέ να καταστρώνει καινούρια σχέδια για να δραπετεύσει. Φυσικά το φιλμ μένει στη μνήμη λόγω (ίσως μάλιστα κυρίως) των πρωταγωνιστών του Στιβ Μακ Κουίν και Ντάστιν Χόφμαν σε δύο από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους. Αλλά και σαν στόρι - και παρά τη μεγάλη διάρκειά του - δεν νομίζω ότι κουράζει. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τον εξωτισμό που το διακρίνει, με τα πανταχού παρόντα τροπικά τοπία, το πράγμα γίνεται πιο ελκυστικό. Προσωπικά βρίσκω συγκλονιστικές - και συγκινητικές - τις τελευταίες σκηνές στο Νησί του Διαβόλου, όπου οι δυο φίλοι, γερασμένοι και μισότρελλοι από τα όσα έχου υποστεί τόσα χρόνια, εξακολουθούν να σκέφτονται ενάντια σε κάθε ελπίδα και πιθανότητα για το πώς θα το σκάσουν (και) από εκεί. Ο Πεταλούδας κυρίως δηλαδή, γιατί ο σύντροφός του δεν ξέρω αν επικοινωνεί και πολύ... Αυτή η απελπισμένη ανάγκη για ελευθερία, ακόμα κι όταν όλα βεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα, είναι που κάνει τόσο δυνατές τις σκηνές αυτές για μένα. Φυσικά ένα τέτοιο φιλμ, όπως είναι αναμενόμενο, παύει σύντομα να αφορά την προσωπική ιστορία του συγκεκριμένου κατάδικου και μετατρέπεται - όπως πολύ συχνά έχει επισημανθεί - σε σύμβολο της ακόρεστης ανάγκης του ανθρώπου για ελευθερία. Του ανθρώπου; Δεν ξέρω αν είναι σωστό να γενικεύουμε τόσο. Ορισμένων ανθρώπων, θα έπρεπε μάλλον να πούμε, αφού πλήθος άλλοι γύρω μας μοιάζουν να μην ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το θέμα. Τέλος πάντων, το θέμα της ελευθερίας κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος της ταινίας, σε βαθμό σχεδόν εμμονικό. Αλλά είπαμε: Κάποιοι άνθρωποι προτιμούν, πολύ απλά, να πεθάνουν παρά να ζουν κάτω από συνθήκες στέρησής της. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι συνθήκες αυτές είναι απάνθρωπες. Κι εδώ έρχεται το δεύτερο θέμα που κυριαρχεί: Η διαμαρτυρία ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στις φυλακές σε πάμπολλα μέρη του κόσμου. Θέμα που, βέβαια, δεν αφορά μόνο στην εποχή που διαδραματίζεται η ταινία, αλλά ισχύει πέρα για πέρα μέχρι σήμερα. Γι΄αυτά, και για άλλα στοιχεία που πιθανόν θα εντοπίσετε, ο "Πεταλούδας" παραμένει νομίζω από τις πολύ δυνατές στιγμές του σινεμά, κυρίως σαν κραυγή για την, ανέφικτη συνήθως, κατάκτηση της απόλυτης ελευθερίας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2011

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα, η ταινία της όμως "Η Μυστική Ζωή των Λέξεων" του 2005 είναι μάλλον διεθνής παραγωγή, αγγλόφωνη, και μάλιστα με πρωταγωνιστές τον Τιμ Ρόμπινς, τη Σάρα Πόλεϊ και τη Τζούλι Κρίστι. Πρόκειται για ένα πυκνό, βαρύ δράμα, που νομίζω ότι τελικά αφήνει μια συγκλονιστική σχεδόν "επίγευση" στον θεατή. Είναι η ιστορία μιας κουφής, κάθε άλλο παρά κοινωνικής κοπέλας, που θέλοντας να αφήσει πίσω της την ούτως ή άλλως άχαρη και μοναχική ζωή της, πιάνει δουλειά ως νοσοκόμα σε μια πλωτή πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου κυριολεκτικά στο μέσον του πουθενά (του ωκεανού για την ακρίβεια), με αποστολή να φροντίζει έναν προσωρινά τυφλό άντρα. Εκείνη δεν ακούει καλά, εκείνος δεν βλέπει προσωρινά. Η επαφή τους, η σχέση τους, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μιας βασικής αίσθησης - έστω και προσωρινής, αφού εκείνος ξέρουμε από την αρχή ότι κάποια στιγμή θα ξαναδεί κι εκείνη μπορεί να ακούσει φορώντας σύγχρονα ακουστικά. Ωστόσο, η περίοδος της γνωριμίας τους χαρακτηρίζεται από σκοτάδι και σιωπή. Καθώς η υποχρεωτική καθημερινή τους επαφή γκρεμίζει τα αρχικά τείχη, η σχέση τους περνά από διάφορα στάδια. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε πλήρως στο συγκλονιστικό πραγματικά τέλος (στη συγκλονιστική κυρίως εξομολόγηση της κοπέλας) είναι ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν ανοιχτές πληγές (ο άντρας μάλιστα και κυριολεκτικά) και μάλιστα πολύ βαθιές. Όλο το ζήτημα είναι αν αυτές, μετά την τεράστια φθορά που προξένησαν, μπορούν ακόμα να επουλωθούν, αν η ανθρώπινη επαφή μπορεί να κλείσει και τα πιο βαθιά τραύματα. Η ταινία υπογραμμίζει τέλεια την ερημιά των ψυχών με την ερημιά του τοπίου, αφού το μεγαλύτερο μέρος της είναι γυρισμένο στην γιγάντια πλατφόρμα που την δέρνουν ασταμάτητα τα τιτάνια κύματα του ωκεανού. Τέλειο μέρος για μοναχικές ψυχές ή/και για ανθρώπους που προσπαθούν να ξεχάσουν... Τέλειο μέρος για πιο ζεστή ανθρώπινη επαφή ή για κατ' ευθείαν εισιτήριο στην τρέλα. Ποιο απ' τα δύο τελικά θα επικρατήσει; όσο για τις τραυματισμένες ψυχές, που τόσο έχουν υποφέρει, τι πιο φυσικό από το να αρπαχτούν, σαν να βρήκαν σανίδα σωτηρίας, η μία από την άλλη; Δυνατό δράμα με συγκλονιστικές πραγματικά (το είπα ήδη) αποκαλύψεις στο τέλος, που ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν αντιπολεμική κραυγή ή σαν διαμαρτυρία ενάντια στην ανθρώπινη κτηνωδία και τις αδιανόητες διαστάσεις που μπορεί αυτή να πάρει, το φιλμ διαθέτει και εξαίρετες ηθοποιίες. Αν είστε φίλοι τέτοιων "κλειστών" και ίσως και κλειστοφοβικών ταινιών, μην το χάσετε. Για την ιστορία, έχει κερδίσει και πλήθος από τα σημαντικότερα βραβεία του ισπανόφωνου κόσμου (Γκόγια κ.ά.)

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2011

Η "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΕΡΑΥΝΟΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ

Αυτή τη φορά το κλασικό εξωτικό μέρος είναι οι Μπαχάμες, ενώ το κλου της ταινίας είναι οι υποβρύχιες μάχες, με ή χωρίς καρχαρίες. Βρισκόμαστε στο 1965 και ο τέταρτος αισίως Τζέιμς Μποντ προβάλλεται στις οθόνες. Στο "Thunderball" (Επιχείρηση Κεραυνός" στα ελληνικά) ο Terence Young (1915–1994), που είχε γυρίσει τις δύο πρώτες περιπέτειες του σούπερ πράκτορα, επιστρέφει στη σκηνοθεσία, μετά το διάλειμμα του "Χρυσοδάκτυλου". Φυσικά ο Μποντ δεν βγαίνει ποτέ εκτός φόρμας, έχει όσες πανέμορφες γυναίκες γουστάρει (τις οποίες φυσικά ρίχνει με την πρώτη ατάκα), διαθέτει ως σήμα κατατεθέν το φλεγματικό χιούμορ του, είναι όπως πάντα τυχερός και, πρακτικά, απέθαντος, αφού καταφέρνει να τη γλυτώσει όσες παγίδες κι αν του στήσουν, όσες φορές κι αν τον πυροβολήσουν (συνήθως αστοχούν). Εδώ προσπαθεί όπως πάντα να σώσει τον κόσμο από έναν σατανικό υπερ-κακό, ο οποίος έχει κλέψει δύο ατομικές βόμβες και απαιτεί υπέρογκα λύτρα για να μην τινάξει τον μισό κόσμο στον αέρα. Το χαρακτηριστικό, όπως είπαμε, του φιλμ είναι οι υποβρύχιες λήψεις. Υποβρύχια, αιματηρές μάχες στο βυθό, καρχαρίες που απειλούν τους πάντες, αλλά και που εκτρέφονται ως κατοικίδια στην πισίνα του κακού. Ο οποίος - πολύ κακός πρέπει να πω - τους ταϊζει με εχθρούς, αλλά και πρώην συνεργάτες/υφιστάμενους που απέτυχαν στην αποστολή που τους ανέθεσε. Τέτοια φριχτά πράγματα. Ίσως οι υποβρύχιες μάχες να είναι κάπως μακρόσυρτες και αργές και να επιμηκύνουν κάμποσο την ταινία, αλλά οι φίλοι δεν βαρυγκομούν. 007 είναι αυτός και θα τον απολαύσουμε σ' ό,τι κι αν κάνει, επιμένουν. Γενικά - ως μη φίλος της σειράς, όπως επαναλαμβάνω κουραστικά σε κάθε ταινία της για την οποία γράφω - έχω να παρατηρήσω (στα υπέρ) ότι στις 4 πρώτες ταινίες, με τον Σον Κόνερι φυσικά, παρά το ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου (ο οποίος αποτελεί μόνιμο φόντο των πρώτων αυτών περιπετειών) και οι σχέσεις της Δύσης με τους Σοβιετικούς είναι διαρκώς τεταμένες, οι κακοί δεν είναι αδίστακτοι ρώσοι πράκτορες, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ανεξάρτητοι υπερ-κακοί, που καταστρώνουν μοχθηρά σχέδια κατά της ανθρωπότητας και τις περισσότερες φορές ανήκουν στη μυστική οργάνωση SPECTRE. Ίσα - ίσα μάλιστα, που πασχίζουν να πείσουν τους δυτικούς ότι τη λαδιά την έκαναν οι ρώσοι, ώστε να γίνει παγκόσμιος χαμός. Ενδιαφέρον στοιχείο, αν σκεφτεί κανείς ότι πολύ μεγαλύτεροι (φυσικά) σκηνοθέτες, όπως ο Χίτσκοκ ας πούμε, γύρισαν πολύ περισσότερο ψυχροπολεμικές ταινίες. Τέλος, μια προσωπική εξομολόγηση, που δεν σας ενδιαφέρει καθόλου βέβαια, αλλά δεν μπορώ να μην την πω: Ο κακός εδώ είναι ο απολαυστικός Αντόλφο Τσέλι (μονόφθαλμος μάλιστα για να φαίνεται ακόμα χειρότερος). Ε, λοιπόν εγώ δεν μπορώ να τον πάρω καθόλου στα σοβαρά και να τον μισήσω, όπως πρέπει, γιατί πολύ πριν τους πρώτους αυτούς Μποντ είχα δει τους ξεκαρδιστικούς "Εντιμότατους Φίλους μου". Έτσι ο πολύ καλός αυτός ηθοποιός μου προκαλεί πάντα ακούσιο γέλιο καθώς μου θυμίζει τον ρόλο του εκεί. Άντε τώρα να φοβηθείς...