Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

ΑΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΜΠΕΙ ΚΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΒΑΜΠΙΡ


Μάλλον το σουηδικό "Άσε το Κακό να μπει" (2008) (άνευ λόγου ελληνική παράφραση του πρωτότυπου "Άσε το Καλό να μπει") του Tomas Alfredson είναι η δυνατότερη έκπληξη της χρονιάς. Ταινία τρόμου με βρικόλακες, σπάει τα όρια του είδους και γίνεται, πολύ απλά, μια πολύ καλή ταινία, πέρα από είδη, μόδες και εποχές. Γιατί τι άλλο να πεις για τον ευφυή αυτόν συνδυασμό τρόμου, ρομαντισμού, παγωμένης ατμόσφαιρας (και συναισθημάτων ενίοτε) και ερωτικής ιστορίας, και μάλιστα με πρωταγωνιστές παιδιά;
Οι μορφές των ηρώων, ανήλικοι και ενήλικοι, είναι απόκοσμες, όσο απόκοσμη είναι και η ατμόσφαιρα και το τοπίο, μόνιμα χιονισμένο και παγωμένο, λιτό, έτσι που νοιώθεις ότι έχεις να κάνεις μόνο με τα απολύτως απαραίτητα. Μοναχικοί άνθρωποι, δύσκολη ενηλικίωση, τα πάντα γύρω ψυχρά, είναι φυσικό ο 12χρονος ήρωας να "αφήσει το καλό να μπει", έστω κι αν αυτό έχει τη μορφή βαμπίρ, έστω κι αν αυτό θα σημάνει το τέλος της φυσιολογικής (;) μέχρι τότε ζωής του.
Κατά βάθος νομίζω ότι η ταινία μιλά για την ανθρώπινη μοναξιά, την ανάγκη ζεστασιάς και αγάπης, ανθρώπινης επαφής. Το είπαμε πιο πάνω: Το απόκοσμο, ψυχρό τοπίο, τα γυμνά, λιτά εσωτερικά, λειτουργούν σαν μεταφορά του ψυχικού τοπίου των ανθρώπων, που μοιάζει εξ ίσου παγωμένο και άδειο. Αλλά μιλά και για την μοναξιά που προκαλείται από τη διαφορετικότητα και την πανίσχυρη ανάγκη δύο "διαφορετικών" για διαφορετικούς λόγους πλασμάτων να έρθουν κοντά, να αποδεχτούν το ένα το άλλο.
Θα σας προειδοποιήσω διπλά: Για τους αμύητους στο είδος η ταινία παραμένει τρόμου, με αρκετές αιματηρές σκηνές και μια διαρκώς ανήσυχη και άβολη ατμόσφαιρα. Για τους φίλους του χολιγουντιανού - και μόνο - τρόμου πάλι, η ταινία ίσως θεωρηθεί πολύ αργή, με ελάχιστες από τις βιντεοκλιπάτες κινήσεις της κάμερας και τα απίστευτα εφφέ που τόσο έχουν συνηθίσει. Για τους φίλους του καλού σινεμά όμως, άσχετα με είδη και ταχύτητες, νομίζω ότι θα είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ των τελευταίων χρόνων που, μακριά από τον πολύ πιο ξενέρωτο ρομαντισμό του "Twilight", ανανεώνει πραγματικά τον βαμπιρικό μύθο και, πέρα απ' αυτόν, γίνεται μια ποιητική ταινία που προσωπικά με γοήτευσε όσο ελάχιστες φέτος.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2009

ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ Ή ΖΟΥΜΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ;


Το 1988 ο John Carpenter κάνει την πιο απροκάλυπτα πολιτική ταινία του. Το "They Live" (Ζουν ανάμεσά μας) θίγει πολλά θέματα της σύγχρονης, μαζικοποιημένης κοινωνίας, αυτή όμως η σαφής τοποθέτησή του δεν νομίζω ότι την κάνει υποχρεωτικά και καλή ταινία.
Ένας άνεργος φτάνει σε έναν καταυλισμό ανέργων, βρίσκει ένα ζευγάρι παράξενα γυαλιά και μ' αυτά - ώς σε άλλο Matrix, αλλά πολύ πριν απ' αυτό - βλέπει την αληθινή εικόνα της κοινωνίας που τον περιβάλλει, καθώς και το ποιοι πραγματικά έχουν την εξουσία.
Πάνω από οτιδήποτε άλλο, βεβαίως, το "They Live" είναι ένα κλασικό b-movie επιστημονικής φαντασίας. Φτηνή παραγωγή, φτηνά εφφέ, άφθονη δράση, "εύκολες" λύσεις, απλοϊκό σενάριο. Και, σα να μην έφταναν όλα, διαθέτει και αυτή την σχεδόν καλτ σκηνή του απίστευτου ξύλου ανάμεσα στους δύο βασικούς ήρωες (που είναι και φίλοι), η οποία δεν λέει να τελειώσει, αφού κάθε φορά που πέφτουν τσακισμένοι ξανασηκώνονται και ξαναπλακώνονται. Αν δεν εκνευριστείτε, θα γελάσετε πολύ (προτιμείστε το τελευταίο, είναι πιο υγιεινό).
Πέρα λοιπόν από την απλοϊκότητα και τις απιθανότητές της, η ταινία τσουλά μια χαρά, βλέπεται δίχως πολλές πολλές απαιτήσεις σαν συμπαθής b-movie περιπέτεια, αλλά... Εδώ αρχίζουν οι "καταγγελίες" του Carpenter. Ο οποίος φαίνεται να έχει προβλέψει τη σημερινή κρίση και φτιάχνει μια κοινωνία με τεράστια ανεργία, καταυλισμούς άστεγων που ζουν με ό,τι βρουν μπροστά τους, ενώ σε διπλανές γειτονιές η πολυτελής διαβίωση συνεχίζεται κανονικά. Σας θυμίζουν τίποτα αυτά; Η κοινωνία κρατιέται αποβλακωμένη χάρη στην τηλεόραση και τη διαφήμηση και τα υποσυνείδητα μηνύματα που αυτές εκπέμπουν, ενώ οι καμουφλαρισμένοι εξωγήινοι που "ζουν ανάμεσά μας" δεν θέλουν "να μας πιουν τους ζωτικούς χυμούς" ή κάτι τέτοιο, ούτε είναι αιμοσταγείς κατακτητές, αλλά... επενδυτές! Όποιος μάλιστα συνεργάζεται μαζί τους οικονομά για τα καλά.
Μ' αυτά και μ' αυτά συμπαθώ τελικά το "They Live!", χωρίς σε καμιά περίπτωση να πρόκειται για μεγάλη ταινία. Δείτε την δίχως να την παίρνετε στα σοβαρά, πάρτε στα σοβαρά όμως τα όσα καταγγέλει.

Κυριακή, Μαρτίου 29, 2009

ΣΑΛΤΑΡΙΣΜΕΝΗ "ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΟΜΒΑ"


Η "Bumba Atonika" είναι μια ιταλική ταινία του 2008, πρώτη μεγάλου μήκους του Michele Senesi, και αν έπρεπε να τη χαρακτηρίσω με μια μονάχα λέξη, θα διάλεγα τη λέξη "σαλταρισμένη", που της ταιριάζει τόσο σαν ιστορία, όσο και σα γύρισμα. Αυτό όμως, φοβάμαι, δεν την κάνει υποχρεωτικά και καλή.
Σύγχρονη Ιταλία και μια παρέα νεαρών εθισμένων στο... κρασί (καταναλώνουν μπουκάλια ολόκληρα σε λίγη ώρα) κάνει διάφορες απάτες, ώσπου ανακαλύπτει ότι τα καλύτερα λεφτά για να αγοράσεις το κρασί σου τα βγάζεις πουλώντας πτώματα σε διάφορους περίεργους τύπους που τα χρειάζονται για δικούς τους λόγους. Κι όταν είναι δύσκολο να βρεις έτοιμα πτώματα, τι πιο φυσικό από το να δημιουργήσεις μερικά...
Όπως καταλάβατε βρισκόμαστε στο βασίλειο του κατάμαυρου χιούμορ (έχει και σπλάτερ, σας προειδοποιώ), αλλά αυτό που το κάνει αληθινά αξιοπερίεργο είναι ο τρόπος της σκηνοθεσίας. Παρανοϊκές ταχύτητες και γωνίες λήψης, πειραγμένα, "ψεύτικα" χρώματα που αλλάζουν κάθε λίγα δευτερόλεπτα, παλαβό μοντάζ, βιντεοκλιπίστικη οπτική και υποτυπώδες σενάριο, φτιάχνουν μια ταινία "στιλ για το στιλ". Το οποίο στιλ, παρεπιπτόντως, θυμίζει κάπως την παράνοια των "Γεννημένων Δολοφόνων" του Στόουν (με πιο πολύ LSD στο νερό που πίνει το συνεργείο), αυτή κάποιων βινετοκλίπ (το είπαμε ήδη), έχει και λίγο από τον κυνισμό του Ταραντίνο ή τον χαβαλέ του Ρίτσι. δεν είμαι σίγουρος όμως το χαρμάνι όλων αυτών δένει αρμονικά. Όλα τα λεφτά πάντως είναι οι συχνές φάσεις όπου η παρέα βρίσκεται στο αυτοκίνητό της. Τότε - και καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας - από τα παράθυρα, αντί για το κανονικό τοπίο, φαίνονται όποιες κουφές φάσεις και εικόνες μπορεί κανείς να φανταστεί: Σκηνές από τον Β' Παγκόσμιο, ζούγκλες, δεινόσαυροι, ατομικές εκρήξεις, τοπία βυθού και ό,τι άλλο βάλει το μυαλό σας.
Είπαμε: Πρόκειται για σουρεαλιστικό φιλμ μαύρου χιούμορ, όλη αυτη η παράνοια όμως, μετά την αρχική έκπληξη, άρχισε να επαναλαμβάνεται επικίνδυνα και πολύ σύντομα με είχε κουράσει αφόρητα. Ίσως να ήταν ενδιαφέρουσα για μικρού μήκους, δυο ώρες όμως... μάλλον θα έπρεπε να συνοδεύεται με ασπιρίνες ή/και πολλούς καφέδες (αφού άλλοι θα ζαλιστούν κι άλλοι θα κοιμηθούν - παρά τη βαβούρα).

Σάββατο, Μαρτίου 28, 2009

INTERNATIONAL ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ


Η πρώτη παρατήρηση βλέποντας το "The International"  (2009) είναι ότι ο γερμανός Tom Tykwer έχει πλέον χάσει την πρωτοτυπία του και προχωρά ολοταχώς προς τα μπλοκμπάστερ (ελπίζω τουλάχιστον να τα κάνει καλά, γιατί έχει αναμφισβήτητα ικανότητες). Την δεύτερη παρατήρηση θα σας την πω στο τέλος.
Η ταινία είναι μια χορταστική περιπέτεια, που αν δεν είχε τον έντονα πολιτικό και καταγγελτικό χαρακτήρα θα θύμιζε Τζέιμς Μποντ και άλλα σχετικά. Μπερδεμένη ίντριγκα, κοσμοπολίτικη δράση (Βερολίνο, Κωνσταντινούπολη, Ν. Υόρκη, Λυόν), κυνηγητά, σωρούς πτωμάτων (με αποκορύφωμα μια σκηνή στο περίφημο Γκουγκενχάιμ της Ν. Υόρκης, όπου το μουσείο και η έκθση που φιλοξενεί γίνονται κυριολεκτκά λίμπα), πράκτορες που επιμένουν στην απονομή δικαιοσύνης κόντρα στο πουλημένο σύστημα και άλλα πολλά. Περνάς ευχάριστα τις δυο ώρες και μετά το ξεχνάς. Η βασική ωστόσο διαφορά με άλλες παρόμοιες ταινίες βρίσκεται στην πολιτική καταγγελία. Ουσιαστικά μας λέει για το αδίστακτο των διεθνών τραπεζών, για το ότι οι πάντες, από τη μαφία και τις τρομοκρατικές ή τις επαναστατικές οργανώσεις τριτοκοσμικών χωρών έως τις κυβερνήσεις, τη δικαιοσύνη και τις μυστικές υπηρεσίες είναι αναμεμειγμένες σ' ένα βρώμικο παιχνίδι στο οποίο παίζονται δισεκατομμύρια και ότι οι πάντες είναι πρόθυμοι να ξεπουλήσουν οποιαδήποτε ιδεολογία (μάλλον δεν υπάρχει καμιά ιδεολογία για να ακριβολογούμε) προκειμένου να παραμείνουν ενεργοί παίκτες στο παιχνίδι αυτό. Και για το ότι οι τράπεζες δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πουλήσουν όπλα και στην ισραηλινή κυβέρνηση και στη Χαμάς, ας πούμε, προκειμένου να οικονομήσουν. Και, κερασάκι, κάπου εξηγεί ότι "τα χρήματα δεν είναι το παν", παίζονται και πολυπλοκότερα παιχνίδια δύναμης, εξουσίας και "επιρροών".
Και να τώρα η δεύτερη παρατήρηση, που σας είχα πει από την αρχή: Νομίζω ότι ζούμε σε μια εποχή απίστευτου κυνισμού ή/και ζαμανφουτισμού. Αν στη δεκαετία του 60 ή του 70 γινόταν μια ταινία που κατήγγειλε τόσα - και τόσο διαπλεκόμενα - βρώμικα συμφέροντα, θα γινόταν χαμός, θα συζητιόταν, κάποιοι θα ενοχλούνταν, εν πάσει περιπτώσει θα γινόταν θόρυβος. Σήμερα μια ταινία με τέτοιες καταγγελίες σερβίρεται σε ένα α λα Τζέιμς Μποντ περιτύλιγμα, με δράση, πιστολίδι και κοσμοπολιτισμό, καταναλώνεται σαν μια ακόμα περιπέτεια μέσα στις τόσες (αφού, ανεξαρτήτως καταγγελιών, αυτό ακριβώς είναι) και, τελικά, άσχετα με το πόσα εισητήρια θα κάνει, περνά σχετικά απαρατήρητη. Άραγε ο καπιταλισμός, μέσα στην απληστία του, είναι έτοιμος να "πουλήσει το σκοινί που θα τον κρεμάσει"; Δεν νομίζω. Μάλλον έχει πια αποδειχτεί ότι καμιά ουσιαστική κοινωνική αλλαγή, καμιά ανατροπή δεν μπορεί να προέλθει από την τέχνη. Η τέχνη είναι ακίνδυνη. Όσο για μας, λέμε "εντάξει μωρέ, τα ξέρουμε αυτά, όλοι στο κόλπο είναι, όλοι να οικονομήσουν θέλουν" και παραμένουμε ήσυχοι. Γι΄αυτό και ένα τόσο επικίνδυνο - υποτίθεται - περιεχόμενο, μπορεί στις μέρες μας να σερβίρεται σε ένα τόσο αστραφτερό, χολιγουντιανό ουσιαστικά, περιτύλιγμα.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2009

Ο,ΤΙ ΘΕΛΑΤΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ... ΤΟΥΡΚΟ SPIDERMAN


Ξέρατε ότι οι Τούρκοι στα 70ς και 80ς γύριζαν ταινίες με αμερικάνους σούπερ ήρωες και όχι μόνο (υπάρχει και τούρκικο Star Wars!!!) σε τουρκικές βερσιόν; Φυσικά τα αποτελέσματα είναι ανεκδιήγητα, αλλά αποτελούν (φυσικά) την πεμπτουσία του καλτ. Διότι, πώς είναι δυνατόν να μην ενθουσιαστεί κανείς όταν μάθει ότι εν έτει 1973 γυρίστηκε ο τούρκος Spiderman με τίτλο "3 Devadam" και σκηνοθέτη (;) τον T. Fikret Ucak; Οπότε καλείτε σπίτι την πιο χαβαλετζίδικη παρέα που μπορείτε να βρείτε, παίρνετε 2 τόννους ποπ κορν και κάτι βαρέλια μπίρας (ή ό,τι τέλος πάντων επιθυμείτε να καταναλώσετε)... και τα υπόλοιπα είναι καθαρός χαβαλές.
Διότι ο Spiderman είναι ειδεχθής εγκληματίας με στολή παρόμοια με τη γνωστή, που δολοφονεί με φριχτούς τρόπους κυρίως γυναίκες και δεν βγάζει ποτέ τη μάσκα (ακόμα κι όταν χαλαρώνει στο σαλόνι με τη γκόμενά του, η οποία, σημειωτέον, γνωρίζει το πρόσωπό του). Έτσι η αστυνομία καλεί από Αμερική μεριά τον Santos (ο οποίος είναι όντως ο δημοφιλέστερος μεξικάνος σούπερ ήρωας) και τον... Captain America (ναι, ναι, σωστά διαβάσατε) για να πολεμήσουν, με τη βοήθεια τούρκου αστυνομικού, τον Κακό. Οι καλεσμένοι καταφθάνουν με απίστευτα λαμέ (περίπου) κοστούμια, ανοιχτά πουκάμισα και άλλα 70ς αξεσουάρ και με χαρακτηριστικά τουρκικές φάτσες.
Το τι ακολουθεί δεν περιγράφεται αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια. Ώρες ξύλου όπου γελάει και το παρδαλό κατσίκι (τόσο άτεχνο και ψεύτικο είναι), υπόθεση κυριολεκτικά τρεις λαλούν και δυο χορεύουν, ηθοποιίες που αποτελούν από μόνες τους ολόκληρο προς μελέτη κεφάλαιο, απίστευτα κιτς γκόμενες που σκάνε συνήθως άνευ λόγου φορώντας μίνι, ενέργειες που ουδείς αντιλαμβάνεται γιατί γίνονται, σενάριο που αυθαίρετα κάνει ό,τι θέλει και πολλά πολλά άλλα.
Εννοείτε ότι το fast forward θα δουλέψει αρκετά. Θα αποζημιωθείτε όμως διότι... πώς αλλιώς θα γελούσατε τόσο πολύ - και μάλιστα σε φιλμ που δεν είναι κωμωδία, αλλά υποτίθεται ότι γυρίστηκε ως περιπέτεια; Μερικά τέτοια ακόμα και πάνε κάτω τα φαρμάκια!
ΥΓ: Το dvd ήταν ευγενής προσφορά στους αγοραστές του πρώτου τεύχους του κόμικς περιοδικού Γκραν Γκινιόλ, το οποίο ευχαριστούμε διότι δεν μας έμεινε άντερο.

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2009

Η GIGI ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


Είναι προφανές ότι κάθε παλιά ή/και πετυχημένη στην εποχή της ταινία δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι γίνεται και κλασική, ότι δηλαδή αντέχει στο χρόνο. Η Gigi, ας πούμε, του 1958, ένα από τα γνωστά μιούζικαλ του Vincente Minelli (1903-1986), που είχε μαζέψει κάμποσα Όσκαρ, μου προκάλεσε μάλλον πλήξη παρά οτιδήποτε άλλο.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Παρίσι, που για τους αμερικάνους παλιότερων κυρίως εποχών αντιπροσώπευε το πνεύμα, την ελευθερία και την ελευθεριότητα. Η Gigi είναι μια μάλλον φτωχή έφηβος που μεγαλώνει κυρίως με τη γιαγιά της. Τόσο λοιπόν η γιαγιά όσο και η πιο πλούσια αδελφή της γιαγιάς, πρώην καλλονές αμφότερες, την προορίζουν να γίνει κάτι σαν εταίρα (αν και τέτοιες λέξεις δεν ακούγονται πουθενά σε μια τόσο "καθώς πρέπει" ταινία), συνοδός πλουσίων κυρίων δηλαδή ή, για να το πούμε με το όνομά της, πόρνη πολυτελείας. Το να συνοδεύει μια νεαρή κοπέλα πλούσιους, πολύ μεγαλύτερους κυρίους και να διατηρεί δεσμό μαζί τους (οι "δεσμοί" αυτοί κρατάνε στην καλύτερη περίπτωση 1-2 χρόνια και μετά πάμε στον επόμενο) φαίνεται να είναι κάτι απόλυτο αποδεκτό και θεμιτό απ' όλους. Όμως η νεαρά δυσανασχετεί όχι από τον "προορισμό" της, αλλά από την επιβολή του αυστηρότατου σαβουάρ βιβρ και βαριέται τα πιεστικά μαθήματα της αδελφής της γιαγιάς, ενώ ο ζάμπλουτος οικογενειακός φίλος (αυτός είναι νέος και ωραίος) παύει σιγά - σιγά να τη βλέπει σα φίλη και αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η έφηβη με την παιδική αθωότητα μετατρέπεται μέρα με τη μέρα σε μια όμορφη γυναίκα.
Ο Minelli πλημμυρίζει κυριολεκτικά το φιλμ με χρώματα και κάθε λογής μπιχλιμπίδια -σήμα κατατεθέν σε κάθε σχεδόν ταινία του. Ακόμα και το φτωχό, υποτίθεται, διαμέρισμα της Ζιζί διαθέτει την μπαρόκ αισθητική των Βερσαλιών, ενώ στους δρόμους υπάρχουν περισσότερα πολύχρωμα λουλούδια παρά οτιδήποτε άλλο. Ενώ σε άλλα φιλμ του το βαρυφόρτωμα αυτό λειτουργεί (στο Brigadoon ας πούμε, όπου περιγράφεται ούτως ή άλλως ένα φανταστικό μέρος), εδώ η γνώμη μου είναι ότι βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά στο κιτς παρά σε οτιδήποτε άλλο. Αφείστε που το κατά Χόλιγουντ Παρίσι του μεσοπολέμου λειτουργεί σαν μια γιγάντια Espresso, όπου όλα τα πρωτοσέλιδα και όλοι οι κάτοικοι μοιάζουν να ασχολούνται αποκλειστικά με το ποια πήδηξε ή με ποια χώρισε ο τάδε ή η τάδε πλούσιος/α. Είναι σα να βρισκόμαστε σε ένα μικρόκοσμο ζάμπλουτων που ασχολούνται μόνο με γυναίκες και ακριβά εστιατόρια, δίχως να βγαίνουμε ποτέ απ' αυτόν.
Μένει η δροσερή, σπιρτόζα και όμορφη Λέσλι Καρόν και τα συχνά ευχάριστα και έξυπνα τραγούδια των Lerner και Loewe - που μάλλον δεν συνοδεύονται όμως από εξ ίσου εντυπωσιακά χορευτικά νούμερα. Τα στοιχεία αυτά όμως, όπως και το χιούμορ του φιλμ, δεν με έκαναν να ξεπεράσω την βαρεμάρα μου όσο το έβλεπα. Όπως ξέρετε όσοι επισκέπτεστε το μπλογκ, δεν είμαι εναντίον των μιούζικαλ (πρέπει όμως να κάνει τον κόπο να μπει στη λογική του ο σύγχρονος θεατής) κι ας είναι ένα ουσιαστικά νεκρό προ πολλού είδος. Ωστόσο, παρά τη φήμη της, η Gigi είναι ένα μιούζικαλ που δεν μου αρέσει ιδιαίτερα.

Τρίτη, Μαρτίου 24, 2009

"NOBODY": ΤΟΣΟΙ ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΔΩ


Τι ακριβώς είναι το "Nobody" (2007), πρώτη ταινία του Shawn Linden; Ένας συνδυασμός φιλμ νουάρ και φαντασίας (συγκεκριμένα έχουμε να κάνουμε με ένα χρονικό παράδοξο). Ενδιαφέρον ακούγεται. Φοβάμαι όμως ότι όταν το δείτε πιθανότατα θα αλλάξετε γνώμη.
Να πω πρώτα τα καλά (ή μάλλον το καλό) που διαθέτει το φιλμ: Είναι εξαιρετικά ατμοσφαιρικό. Ο σκηνοθέτης ακολουθεί τους οπτικούς κώδικες του νουάρ (αλλά με χρώμα) και δημιουργεί εικόνες γεμάτες σκιές, εξπρεσιονιστικές παραμορφώσεις, παράξενα χρώματα και αλλόκοτους φωτισμούς. Οι ήρωες κινούνται σαν σε όνειρο μέσα σε έναν κόσμο που δεν είναι σαφής ούτε χρονικά ούτε γεωγραφικά. Θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε και οποτεδήποτε από το '40 μέχρι το κοντινό μέλλον. Κι εδώ τελειώνουν τα καλά. Εκτός αν θεωρείτε σαν τέτοιο το ότι ο πρωταγωνιστής, o ηθοποιός Costas Mandylor, είναι ελληνικής καταγωγής, οπότε η χώρα μας θριαμβεύει για μια ακόμα φορά και άλλα σχετικά!
Ο ήρωας για ανεξιχνίαστο (σε μένα τουλάχιστον) λόγο - εμπλέκεται πάντως σ' αυτόν μια μυστηριώδης γριά-κλοσάρ που ρίχνει μια χούφτα κόκκαλα σαν ρούνους ή σαν ζάρια και μάλλον είναι η μοίρα ή κάτι τέτοιο - παγιδεύεται σ' ένα χρονικο παράδοξο, όπου φτάνει να παρακολουθεί με χρονική υστέρηση τον εαυτό του και μετά ξανά κι ύστερα πάλι... και όλα επαναλαμβάνονται πολλές πολλές φορές με τους ίδιους διαλόγους και επεισόδια, αλλά γυρισμένα με άλλη κάθε φορά οπτική γωνία (η εκάστοτε οπτική γωνία του ήρωα, που είναι πάντοτε ο ίδιος, αλλά σε διαφορετική χρονική στιγμή)... και σ' όλα αυτά εμπλέκεται μια μάλλον μπερδεμένη αστυνομική ίντριγγα με ένα πακέτο που δεν ξέρουμε τι περιέχει και γιατί πηγαίνει κι έρχεται... και, για να μη συνεχίζω άλλο, μετά το πρώτο τέταρτο ή κάτι τέτοιο είχα πάψει να προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Και σα να μην έφτανε το ακατανόητο της ιστορίας και οι συνεχείς επαναλήψεις των ίδιων σκηνών, το φιλμ κινείται και σε αργούς ρυθμούς, οπότε η νύστα είναι, φοβάμαι, αναπόφευκτη.
Σε κάποιους, απ' όσο ξέρω, άρεσε κυρίως λόγω της ατμοσφαρικότητάς του. Δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς. Εγώ απλώς σκέφτηκα: "Κρίμα την ατμόσφαιρα".

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2009

SLUMDOG MILLIONAIRE Ή Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ ΚΑΙ ΜΠΟΛΙΓΟΥΝΤ


Υπάρχει, νομίζω, ένα "κλειδί" στο Slumdog Millionaire του Danny Boyle για να κατανοήσει κανείς το πνεύμα της ταινίας: Το πέρα για πέρα μπολιγουντινό τραγούδι / χορευτικό του τέλους. Τι μου είπε εμένα αυτό; Ότι, πολύ απλά, η ταινία δεν παίρνει και πολύ τον εαυτό της στα σοβάρα. Ή, αν θέλετε, δεν είχε ποτέ πρόθεση να αναλύσει και να εμβαθύνει σε καταστάσεις, να επικεντρώσει στην τραγικότητα του Τρίτου Κόσμου, να πάρει πολιτικές θέσεις ή να κάνει ένα βαρύ, τραγικό δράμα με υλικό την αθλιότητα (υλικά εννοώ) της ινδικής καθημερινότητας. Θέλει να κάνει περισσότερο κάτι απόλυτα ψυχαγωγικό, feelgood σε τελική ανάλυση κι ας μας δείχνει τόση εξαθλίωση, ένα παραμύθι στο οποίο και ο δημιουργός και οι θεατές ξέρουν (πρέπει να ξέρουν τέλος πάντων) ότι τίποτα απ' όσα βλέπουν δεν είναι αληθινό. Μη με παρεξηγήσετε εδώ. Εννοώ ότι δεν είναι αληθινό το στόρι, η απίστευτη σειρά συμπτώσεων, η προβλέψιμη απόλυτα ρομαντική ιστορία, όχι το σκοτεινό φόντο μιας πάμφτωχης, τραγικής Ινδίας όπου διαδραματίζεται η ιστορία αυτή.
Αν λοιπόν αποστασιοποιηθούμε από τυχόν πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις και εμβαθύνσεις, τότε δεν μένει παρά να απολαύσουμε μια άψογη κινηματογραφικά ταινία, που σε κρατά καθηλωμένο από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, που διαθέτει έξυπνο (μέσα στην απιθανότητά του) σενάριο και εξαιρετικό, κοφτό και εφευρετικό μοντάζ και σκηνοθεσία. Πάνω απ' όλα ο Boyle είχε τη φαεινή ιδέα να παντρέψει τις χολιγουντιανές απιθανότητες και feelgood αίσθηση με τις αντίστοιχες μπολιγουντιανές, κλείνοντας τελικά το μάτι στο θεατή και κάνοντας περισσότερο μια ταινία - αναφορά στα δύο αυτά υπερδημοφιλή είδη παρά οτιδήποτε άλλο. Αν τώρα προβληματιστείτε και από όσα τραγικά βλέπετε να συμβαίνουν στη σύγχρονη Ινδία, τόσο το καλύτερο. Αλλά, θα επιμείνω, δεν νομίζω ότι ήταν αυτός ο στόχος.
Ξέρω από τώρα τις αντιρρήσεις, μέρος των οποίων συμμερίζομαι κι εγώ: Με ποιο δικαίωμα παίρνει κανείς την τραγικότητα τόσων χαμένων ζωών, τόσης ανέχειας και εξαθλίωσης και μέσα απ' αυτό βγάζει μια καλοκουρδισμένη, καθηλωτική, γεμάτη απιθανότητες ταινία; Θα έχει δίκιο όποιος το σκεφτεί αυτό, αλλά ας θυμόμαστε ότι το ίδιο πράγμα έχει γίνει άπειρες φορές - συχνά πολύ πετυχημένα - σε ολόκληρη την ιστορία του σινεμά και δεν το σκεφτόμαστε, ή μάλλον αποτελεί μια σύμβαση που εκ των προτέρων αποδεχόμαστε όταν βλέπουμε τέτοια φιλμ. Γιατί τι άλλο είναι οι χιλιάδες ρομαντικές, αισθηματικές χολιγουντιανές ταινίες, κομεντί ή δράματα, που επικεντρώνουν στην συγκεκριμένη ιστορία ξεχνώντας κάθε είδους κοινωνική ανάλυση (μακαρθισμούς, πολέμους ή ό,τι άλλο); Τι είναι ολόκληρη η ελληνική Φίνος Φιλμ, που οι περισσότεροι ξαναβλέπουν με απόλαυση στην ΤV, είτε πρόκειται για τις δημοφιλέστατες ακόμα κωμωδίες είτε για δακρύβρεχτα δράματα, όταν χιλιάδες έλληνες στέναζαν σε ξερονήσια; Τι είναι ολόκληρο το ινδικό Μπόλιγουντ, η πιο πετυχημένη και παραγωγική κινηματογραφιή βιομηχανία του κόσμου; Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι χιλιάδες από όλη την ιστορία και τις εποχές του σινεμά. Γι' αυτό είναι προτιμότερο να αφεθούμε και να απολαύσουμε ένα φιλμ που σε κρατά από την αρχή ως το τέλος (έχοντας βεβαίως υπ' όψιν μας όλα τα παραπάνω) παρά να γκρινιάζουμε για όσα δεν βρίσκονταν καν στις σκηνοθετικές προθέσεις.
ΥΓ: Όσο για την κουβέντα του αν άξιζε ή όχι να "σκίσει" στο Όσκαρ... δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Ποτέ δεν πήρα στα σοβαρά τα Όσκαρ και πραγματικά αδιαφορώ για τα αποτελέσματά τους. Αν θέλετε προσωπική γνώμη, ναι, θα προτιμούσα το Gran Torino, αλλά, ξαναλέω, οι οσκαρικές επιλογές (άλλοτε σωστές κι άλλοτε απαράδεκτες) ουδόλως με ενδιαφέρουν για να το συζητήσω περαιτέρω.

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2009

Ο ΠΕΣΣΟΑ, Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΟ "ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ"


Υπάρχει κατ' αρχάς ένα μικρό πρόβλημα κατάταξης: "Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη" του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου είναι ντοκιμαντέρ, αλλά περιγράφει φανταστικά, επινοημένα γεγονότα. Ορίστε; Τότε γιατί είναι ντοκιμαντέρ; Επειδή ο στόχος του είναι να καταδείξει υπόγειες συγγένειες και σχέσεις των δύο μεγάλων ποιητών του 20ού αιώνα. Και για να το κάνει αυτό - ή για να το κάνει πιο ενδιαφέρον και να αποφύγει βαρετές φιλολογικές αναλύσεις - επινοεί μια φανταστική ιστορία.
Τόσο ο Καβάφης όσο και ο Πεσσόα δεν έφυγαν ποτέ από τις αγαπημένες τους πόλεις, την Αλεξάνδρεια και τη Λισαβώνα αντίστοιχα. Ήθελαν μάλλον να ταξιδέψουν, αλλά δεν το έκαναν ποτέ. Και φυσικά δεν συναντήθηκαν ποτέ. Και οι δύο δούλευαν σαν ανώνυμοι, άσημοι υπάλληλοι, έζησαν σε μέτρια οικονομική κατάσταση και η δόξα τους βρήκε μετά θάνατον. Και οι δύο υπήρξαν μοναχικοί άνθρωποι, δεν παντρεύτηκαν ποτέ και πέθαναν μόνοι. Και των δύο η ποίηση είναι μελαγχολική. Οι ομοιότητες είναι πολλές, παρά το διαφορετικό στιλ της ποίησής τους.
Ο Χαραλαμπόπουλος λοιπόν επινοεί ένα φανταστικό πρόσωπο, τον Βασίλη Καπόπουλο, που το 1929 πάει με το υπερωκεάνειο "Σατουρνάλια" στην Αμερική. Και, ώ του θαύματος, πάνω σ' αυτό συναντά τυχαία τους δύο ποιητές, άγνωστους μεταξύ τους, που ταξιδεύουν με το ίδιο πλοίο. Οι τρεις τους μοιράζονται τσίπουρο για ένα βράδι, κουβεντιάζουν, αναπολούν. Οι δύο ποιητές κατεβαίνουν στο Λονδίνο (από εκεί θα επιστρέψουν στις πόλεις τους), ο Καπόπουλος συνεχίζει για Αμερική. Όλα αυτά δίνονται απόλυτα τεκμηριωμένα, υποτίθεται, μέσα από γράμματα και ημερολόγια του Καπόπουλου (ο οποίος βεβαίως αγνοούσε ποιοι ήταν οι δύο που συνάντησε στο πλοίο εκείνη τη νύχτα) και μπορούν να πείσουν τον θεατή που αγνοεί πρόσωπα και γεγονότα, ενώ πολλές σκηνές, όπως αυτή της συνάντησης των τριών, είναι δραματοποιημένες.
Αν εξαιρέσει κανείς μια μικρή "κοιλιά" που μου φάνηκε ότι έκανε κάπου στο μέσον, βρήκα την ταινία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, έξυπνη, πρωτότυπη και σε πολλά σημεία συγκινητική, ιδιαίτερα στην ποιητική απογείωση του τέλους, με τον φιλμικά ταυτόχρονο θάνατο των δύο ποιητών. Και είπε καθαρά όσα ήθελε να πει για τις συγγένειες των δυο τους. Αν φυσικά δεν σας ενδιαφέρει καθόλου η ποίηση και σχετικά θέματα δεν έχετε λόγο να τη δείτε, αν και οι κινηματογραφόφιλοι θα έπρεπε να τη δουν (ανεξαρτήτως ενδιαφερόντων) λόγω της πρωτοτυπίας της.
Δεν ξέρω αν το παράξενο αυτό φιλμ μπορεί να θεωρηθεί καθαρό ντοκιμαντέρ ή τι αντιρρήσεις μπορεί να έχουν οι φανατικοί φίλοι του τελευταίου, προσωπικά όμως την βρήκα μια πολύ καλή νέα πρόταση που ανανεώνει το είδος (αν ανήκει στο είδος τέλος πάντων).

Σάββατο, Μαρτίου 21, 2009

Η ΝΟΣΗΡΗ GRACE ΚΑΙ Ο... ΒΡΕΦΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ


Η "Grace" (2009) του Paul Solet είναι μια ταινία τρόμου που περισσότερο θα έπρεπε νομίζω να χαρακτηριστεί νοσηρή παρά τρομακτική. Με την έννοια ότι ο θεατής δεν θα τρομάξει τόσο όσο θα αισθανθεί στο πετσί του την πνιγηρή, κλειστοφοβική, "άρρωστη" ατμόσφαιρα του φιλμ. Το οποίο είναι κάτι μεταξύ του "Μωρού της Ρόζμαρι" (αφού πλέον γεννηθεί αυτό) και της "Αποστροφής", αμφότερα φιλμ του Πολάνσκι βεβαίως.
Πολλοί, εκτός από άρρωστη, θα βρουν την ταινία και αργή. Αυτό όμως, κατά τη γνώμη μου, συντελεί στο σταδιακό χτίσιμο της όλο και πιο παρακμιακής, ζοφερής ατμόσφαιρας. Έτσι μπαίνουμε όλο και βαθύτερα στη βαθμιαία καταβύθιση της μητέρας στην απόλυτη παράνοια, που ίσως προϋπάρχει εν σπέρματι στη φανατική της απέχθεια προς κάθε είδους συμβατική ιατρική ή την εξ ίσου φανατική χορτοφαγία της (μη με παρεξηγήσετε, ούτε εναντίον των χορτοφάγων είμαι - κάθε άλλο - ούτε εμπιστεύομαι 100% τη συμβατική ιατρική. Απλώς επισημαίνω τον φανατισμό και την άρνηση να κοιτάξει κανείς γύρω του που μπορεί να ενυπάρχει ακόμα και σε τέτοιου είδους εναλλακτικές συμπεριφορές). Και, για να κάνει τα πράγματα χειρότερα, ο σκηνοθέτης εκτός από την σίγουρα "παράξενου" ψυχισμού μητέρα, προσθέτει και την φριχτά καταπιεστική, νευρωτική πεθερά, οπότε δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα από πουθενά. Και όσο η ώρα περνά η παράνοια κορυφώνεται...
Όπως καταλάβατε, εκτός του ότι η ταινία μας συστήνει το νέο υποείδος του... βρεφικού τρόμου, είναι σαφές ότι δεν συστήνεται σε αμύητους στον τρόμο θεατές. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς το είδος της νοσηρότητας μπορεί να ενοχλήσει πολύ περισσότερο από κάτι που είναι, επιφανειακά τουλάχιστον, περισσότερο τρομακτικό (βλέπε ζόμπι, βρικόλακες, φαντάσματα, λυκάνθρωποι, τέρατα ή ό,τι άλλο σχετικό). Γιατί εδώ παίζουμε με πολύ επικίνδυνα (επειδή ακριβώς είναι οικεία) θέματα: Τη μητρότητα, τον πόθο των περισσότερων γυναικών να τεκνοποιήσουν, τις οικογενειακές σχέσεις... Ίσως γι΄ αυτό η Grace γίνεται τόσο πετυχημένη, κατά τη γνώμη μου πάντα, στο αυστηρά περιορισμένο και κλειστό για τους περισσότερους είδος της.
Κι όπως επίσης καταλάβατε μάλλον, απαγορεύεται αυστηρά η θέασή της σε μητέρες, μέλλουσες μητέρες ή wanabee μητέρες.

Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2009

ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ ΑΠ' ΤΟΥΣ WATCHMEN;


Να πω αρχικά ότι το Watchmen (1986) των Alan Moore / Dave Gibbons είναι ίσως το αγαπημένο μου κόμικς - ή, τέλος πάντων, ένα από τα αγαπημένα μου - όλων των εποχών. Έτσι, μοιραία, ήμουν κι εγώ αρκετά επιφυλακτικός για τη μεταφορά του στο σινεμά. Ουσιαστικά πίστευα ότι, πολύ απλά, κάτι τόσο πολύπλοκο και πολυεπίπεδο είναι αδύνατο να μεταφερθεί σε μια τρίωρη έστω ταινία. Νομίζω ότι εν μέρει είχα δίκιο, από την άλλη όμως δεν βρήκα το φιλμ και τόσο κακό όσο φοβόμουν (όπως ας πούμε, συνέβει με ένα άλλο καλό κόμικς του Moore, το League of Extraordinary Men, που μετατράπηκε σε μια κυριολεκτικά άθλια ταινία).
Ο Zack Snyder των "300" (από τις ταινίες που μισώ) έκανε αυτό που κάνει πάντα: Μια πιστότατη μεταφορά του κόμικς στο σινεμά. Οι στολές και οι χαρακτήρες είναι ίδιοι, τα καρέ συχνά μεταφέρονται αυτούσια, οι ατάκες ολόϊδιες. Φυσικά υπάρχουν παραλείψεις (έχουν αφαιρεθεί ολόκληρες υποπλοκές), αυτό όμως το βρίσκω αναγκαίο γιατί αλλιώς δεν θα έφταναν ούτε 5 ώρες. Έτσι βρέθηκα κι εγώ να παρατηρώ καρέ - καρέ (συγνώμη, πλάνο - πλάνο θέλω να πω) και άθελά μου να προβαίνω σε διαρκείς συγκρίσεις με το πρωτότυπο.
Αντίθετα με όσα έγραψαν ή είπαν κριτικοί ή φίλοι αντίστοιχα, δεν νομίζω ότι πρόδωσε το πεσιμιστικό πνεύμα του κόμικς. Οι πρωταγωνιστές υπερήρωες είναι ανασφαλείς ή νάρκισοι ή φασίστες / σαδιστές ή φανατικοί όσο και στο πρωτότυπο. Ο κόσμος γύρω τους είναι το ίδιο βρώμικος και υπό διάλυση. Το τέλος (δεν θα το αποκαλύψω φυσικά) το ίδιο. Το σίγουρο είναι ότι ο "αμύητος" στο κόμικς θεατής αντιλαμβάνεται από το πρώτο λεπτό ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμα σούπερ-ηρωικό φιλμ, βλ. Superman, Spiderman, Ironman, Hulk, Batman (ό οποίος Batman μ' αρέσει, αλλά αυτό είναι άσχετο), αλλά με κάτι εντελώς διαφορετικό και "ενήλικο": Με μια απόλυτη απομυθοποίησή τους. Σ' αυτό τουλάχιστον πετυχαίνει διάνα.
Όπως καταλαβαίνετε, όλα τα παραπάνω τα γράφει ένας φανατικός του κόμικς. Δυστυχώς τη φορά αυτή, και παρά τα όσα πιστεύω για τη σχέση ταινιών - κόμικς / βιβλίων / θεατρικών ή απ' όπου αλλού προέρχονται, αυτή τη φορά στάθηκε αδύνατο να αποστασιοποιηθώ από το πρωτότυπο και ό,τι γράφω είναι συγκριτικό και όχι απόλυτο. Εδώ είναι και η μεγαλύτερη πιθανή μου αντίρηση - ή μάλλον ο μεγαλύτερος φόβος μου: Αν κάποιος ανύποπτος θεατής, που δεν έχει διαβάσει το κόμικς (όπως φυσικά είναι η πλειοψηφία των θεατών) δει την ταινία, θα καταλάβει τις λεπτές σχέσεις, την τέλεια δομημένη πλοκή που δεν αφήνει στον αέρα ούτε την παραμικρή λεπτομέρεια, τα πολλά επίπεδα (όλα αυτά ισχύουν για το κόμικς), τη χρονική αλληλουχία με τα συνεχή φλας μπακ στο πρώτο μέρος ή θα εισπράξει έναν αχταρμά και σύντομα θα χάσει "τα αυγά και τα πασχάλια"; Αν συμβαίνει το τελευταίο, πράγμα που δεν μπορώ να κρίνω ως "μυημένος", τότε φυσικά το φιλμ έχει αποτύχει απόλυτα. Άλλη, μικρότερη αντίρηση, είναι το παραπάνω βάρος που ο Snyder έδωσε στη βία και στις "σπλάτερ" σκηνές. Η ίδια βία υπάρχει στο κόμικς, δεν δείχνεται όμως όπως στην ταινία. Τέλος πάντων, αυτό το θεωρώ μικρότερο κακό. Δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω την κλασική κατηγορία εναντίον του σκηνοθέτη για το ότι μέχρι σήμερα δεν έχει κάνει τίποτα πρωτότυπο, αλλά αρκείται στο να "ξεπατικώνει" κυριολεκτικά από διάφορα μέσα, φιλμ ή κόμικς. Μήπως αυτό αποτελεί καλλιτεχνικό αυνανισμό;
Τέλος πάντων, ας αφήσω να κρίνουν άνθρωποι που αγνοούν το κόμικς. Εγώ είμαι πολύ "χωμένος" σ΄αυτό για να αποφύγω μια συγκριτική και μόνο γραφή.

Τετάρτη, Μαρτίου 18, 2009

ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΖΩΗΣ ΓΙΑ... ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ


Ταινία φαντασίας με αρκετά πρωτότυπο σενάριο είναι το ουγγρικό "A Herceg Haladeka" (Παράταση Ζωής, 2006) του Peter Timar του 2005. Όπου όταν η γοητευτική και διάσημη τηλεοπτική περσόνα και μοντέλο Αλίντα δολοφονείται, ο περίπου ερωτευμένος μαζί της Ασμοδαίος (ένας από τους σκοετινούς πρίγκηπες του κάτω κόσμου) της επιτρέπει να επιστρέψει στη ζωή και να προσπαθήσει να πείσει κάποιον να "πάρει το θάνατό της", δηλαδή να πεθάνει για κείνη. Μόνο τότε θα ξαναζήσει κανονικά. Μόνο που η περίφημη παράταση διαρκεί μόλις ένα λεπτό, μέσα στο οποίο πρέπει να βρει τον σωτήρα της.
Τώρα βέβαια, κάνοντας μια μικρή ατασθαλία, το λεπτό δεν είναι "μπαμ και κάτω", δηλαδή τελειώνει και μαζί τελειώνουν όλα. Το λεπτό, όταν αποβεί άκαρπο, αρχίζει και πάλι απ' την αρχή, κάτι σαν μονόλεπτη "Μέρα της Μαρμότας" δηλαδή. Η ιδέα είναι πολύ καλή, όλα συνάδουν για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερα αγχωτικής ταινίας, αλλά ο στόχος του Timar μάλλον δεν είναι αυτός.
Λειτουργώντας περισσότερο σαν ένα ψυχογραφικό πορτρέτο της ηρωίδας, το φιλμ επιχειρεί να δείξει τις σχέσεις της, την προηγούμενη ζωή της, τις αποτυχίες της ουσιαστικά με τους γονείς, τον πρώην και νυν σύζυγό της, την έλλειψη αληθινών φίλων. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε, όσο καλός και να είναι ένας φίλος, έτσι εύκολα θα δεχτεί να πεθάνει για να ζήσεις εσύ; Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Το εύρημα των παράδοξων ιπποτών που, αθέατοι από τους γύρω, την κυνηγούν μέρα μεσημέρι στους δρόμους της Βουδαπέστης για να τη σκοτώσουν, προσδίδει κάποιο παραπάνω σασπένς - αν και όχι αρκετό κατά τη γνώμη μου. Γενικά δεν μου φάνηκε και πολύ πειστικό όλο το σεναριακό μέρος της ταινίας (πειστικό, προς άρσιν παρεξηγήσεων, εννοώ βέβαια στα πλαίσια της φανταστικής κατάστασης που από την αρχή επέλεξε), ενώ το τέλος, αν και ενδιαφέρον, φαντάζει κάπως "ουρανοκατέβατο", σαν από μηχανής θεός.
Γενικά, ενώ με κράτησε (σιγά μη δεν κράταγε κιόλας το θεατή), νομίζω ότι δεν αξιοποίησε όσο θα μπορούσε την πολύ καλή αρχική ιδέα.

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2009

ΧΤΙΣΜΕΝΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ Ή ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΡΙΩΝΟΥΝ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ


Το "Walled In" του γάλλου Gilles Paquet-Brenner διαθέτει εντυπωσιακή αρχή και καλή βασική ιδέα (για ταινία τρόμου φυσικά). Στη συνέχεια τα πράγματα χαλάνε, αν και δεν είναι από τα φιλμ που σε αφήνουν εντελώς αδιάφορο.
Μια νεαρή και όμορφη (σιγά μη δεν ήταν) μηχανικός φτάνει σε ένα πελώριο, παράξενο, παλιό και παρακμασμένο κτίριο στο μέσον του πουθενά για να κάνει τις μελέτες για την επερχόμενη κατεδάφισή του. Στο παρελθόν εκεί είχαν γίνει μυστηριώδεις φόνοι. Φυσικά πρέπει να μείνει μερικές μέρες εκεί, παρέα με τους εναπομείναντες αλλόκοτους ενοίκους του... και ο εφιάλτης αρχίζει.
Η ταινία διαθέτει ένα εντυπωσιακό ντεκόρ: Η πολυκατοικία, ογκώδης, συμπαγής σα μαυσωλείο, με την αλλόκοτη αρχιτεκτονική της, που στέκει ολομόναχη στην ερημιά (αλήθεια, γιατί κάποιος έχτισε μια πελώρια πολυκατοικία στου διαόλου τη μάνα και ποιοί και γιατί την κατοίκησαν χαρούμενοι τις μέρες της ακμής της;) αποτελεί από μόνη της ένα υποβλητικό σκηνικό. Το ίδιο και το λαβυρινθώδες, σχεδόν ερημωμένο εσωτερικό της. Στα θετικά επίσης το ότι το ότι το φιλμ δεν προσπαθεί να σε τρομάξει με συνεχή "μπου", απότομα ξεπετάγματα από σκοτεινές γωνίες (αν και έχει και κανα δυο τέτοια) και εντυπωσιακά ψηφιακά εφφέ, αλλά πασχίζει να χτίσει μια συνολική κλειστοφοβική και ανησυχητική ατμόσφαιρα. Νομίζω όμως ότι δεν το πετυχαίνει πάντα καλά. Το σενάριο δεν επικεντρώνεται κάπου, γίνεται "αποκεντρωμένο" και όχι ιδιαίτερα πειστικό, ενώ η σκηνοθεσία, παρά τις κάποιες εντυπωσιακές εικόνες, παραμένει συμβατική.
Συνολικά πάντως μου κράτησε σχετικά το ενδιαφέρον (δεν ήθελα τέλος πάντων να φύγω στη μέση, όπως μου έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια σε κάποιες ταινίες τρόμου). Αφείστε που εγκαινιάζει μου φαίνεται κι ένα καινούριο υποείδος: Τις ταινίες αρχιτεκτονικού τρόμου.

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2009

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΛΙΣΤΕΡ ΚΡΟΟΥΛΙ


Ο Άλιστερ Κρόουλι υπήρξε ο πλέον διαβόητος μάγος και σατανιστής του 20ού αιώνα και χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων, και τη "σεξουαλική μαγεία", κοινώς συνδύαζε απόκρυφες τελετές με όργια. Έτσι, κάθε ταινία που αναφέρεται σ' αυτόν οφείλει να είναι τρομακτική, βλάσφημη και αυστηρώς ακατάλληλη. Όλα αυτά τα στοιχεία διαθέτει το "Chemical Wedding" ("Ο αλχημικός γάμος του Άλιστερ Κρόουλι") του Julian Doyle, μια αρκετά πλούσια βρετανική παραγωγή. Όπου ο σατανικός Άλιστερ επανέρχεται στη ζωή στη σύγχρονη εποχή, δανειζόμενος το σώμα ενός ντροπαλού καθηγητή λογοτεχνίας σε αγγλικό πανεπιστήμιο και σοκάροντας την ακαδημαϊκή κοινότητα με τη νέα βέβηλη συμπεριφορά του.
Η ταινία προειδοποιώ ότι είναι όντως αυστηρώς ακατάλληλη, τόσο λόγω της βίας όσο και των διεστραμμένων σεξουαλικά σκηνών και του βέβηλου λεξιλογίου που περιέχει. Είναι πάντως καλογυρισμένη, με "βαριά" ατμόσφαιρα αντάξια του θέματός της, ενδιαφέρουσα φωτογραφία, και περιέχει και αρκετά ιστορικά στοιχεία για τον αληθινό Κρόουλι και τις αιρετικές, προσηλωμένες στη λατρεία του κακού απόψεις του. Από ένα σημείο και πέρα πάντως μπερδεύει, κατά τη γνώμη μου, αρκετά τα πράγματα, καθώς μπλέκει την αλχημεία και τη μαγεία με τους υπολογιστές και τη κβαντική φυσική, οπότε απλώς χαζεύεις τα τεκταινόμενα. Ίσως πάντως αυτό ακριβώς το πάντρεμα (ακατανόητο κατ' εμέ) επιστήμης και μεταφυσικής (με στόχο εδώ την πραγμάτωση του "αλχημικού γάμου" με την ιδανική γυναίκα) να είναι και το όποιο μήνυμα της ταινίας. Το μεγαλύτερο ατού της πάντως παραμένει η πολύ δυνατή ερμηνεία και απόλυτα επιβλητική παρουσία του Simon Callow στο διπλό ρόλο του καθηγητή / Κρόουλι. Είναι όντως απολαυστικός. Συνολικά δεν το θεωρώ κάτι φοβερό, που θα κάνει τομή στο σινεμά του φανταστικού, είναι όμως ενδιαφέρον.
Στα αξιοπερίεργα είναι και το ότι το σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του γνωστού Bruce Dickinson, τραγουδιστή των χέβι μέταλ Iron Maiden. Δείτε το μόνο αν ενδιαφέρεστε για τέτοια σκοτεινά θέματα και είστε προετοιμασμένοι για ιδιαίτερα βλάσφημες σκηνές. Οι υπόλοιποι ας μην το επιχειρήσουν.

Κυριακή, Μαρτίου 15, 2009

Ο "ΦΑΝΦΑΡΟΝΟΣ" ΠΟΥ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΟΛΛΑ...


Ο Dino Risi (1916-2008) είναι ένας από τους μεγάλους του ιταλικού σινεμά, απ' αυτούς που περιέγραψαν με τον καλύτερο τρόπο την Ιταλία των 50ς, 60ς και 70ς, αν και το έργο του ξεπερνά νομίζω τα ιταλικά σύνορα. Το 1962 με τον "Φανφαρόνο" (Il Sorpasso) κάνει μια από τις καλύτερες ταινίες του, που την κάνει ακόμα καλύτερη ο Βιτόριο Γκάσμαν στον βασικό ρόλο. Ολόκληρη η ταινία βασίζεται στον χαρακτήρα του, που είναι "καλός" και "κακός" ταυτόχρονα, συμπαθής και απεχθής σε ίσες δόσεις.
Το φιλμ περιγράφει την τυχαία συνάντηση ενός απίστευτου τύπου με έναν συνεσταλμένο και άβγαλτο φοιτητή νομικής και όσα, αστεία και τραγικά μαζί, θα ακολουθήσουν. Ο φανφαρόνος του τίτλου είναι ένας άνθρωπος κυριολεκτικά "παντός καιρού", ευμετάβλητος, αλλοπρόσαλλος, λάτρης του "μοντέρνου" (δηλαδή οποιουδήποτε πράγματος είναι στη μόδα σήμερα), έτοιμος να θυσιαστεί σχεδον για να βοηθήσει κάποιον και την επόμενη στιγμή να τον αφήσει στη μοίρα του (ή το αντίστροφο), συμπαθής στους πάντες γύρω του (μέχρι να τον γνωρίσουν βαθύτερα), εξωστρεφής όσο δεν παίρνει, πλακατζής και πάνω απ' όλα επιπόλαιος. Έχει μοντέρνο, γρήγορο ανοιχτό αυτοκίνητο και πίνει τα καλύτερα κρασιά, αλλά ζει με δανεικά. Αναλαμβάνει με προθυμία οποιαδήποτε δουλειά του προτείνουν, αλλά ποτέ δεν την φέρνει σε πέρας, εκθέτοντας όσους πίστεψαν σ' αυτόν. Κάνει καμάκι σε όποιο θηλυκό βρει μπροστά του και την επόμενη στιγμή το ξεχνάει. Και φυσικά τα ίδια ακριβώς κάνει με την οικογένειά του (την πρώην οικογένειά του για την ακρίβεια). Η συνύπαρξή του με τον ντροπαλό και κλειστό Ζαν Λουί Τρεντινιάν δημιουργεί σπαρταριστές καταστάσεις στο διήμερο που θα περάσουν μαζί... κατά λάθος. Σιγά - σιγά όμως βλέπουμε την εσωτερική αλήθεια.
Ο ήρωας είναι κατά βάθος ένας άνθρωπος μόνος. Η επιπολαιότητά του, η έλλειψη πίστης σε οτιδήποτε και οποιασδήποτε ιδεολογίας τον απομονώνει από οποιοδήποτε σύνολο, τον κάνει να ψάχνει συνεχώς, να είναι μονίμως σπινταριστός... και μόνος. Η απίστευτη κοινωνικότητα και εξωστρέφειά του είναι ένα παραπέτεσμα που κρύβει επιμελώς έναν άδειο εσωτερικό κόσμο. Είναι συμπαθής και αστείος, αλλά, το είπαμε, μέχρι να τον γνωρίσουν βαθύτερα. Και, τελικά, όλο αυτό το επιφανειακό δόσιμο και, ταυτόχρονα, όλος αυτός ο ζαμανφουτισμός, οδηγούν σε τραγικά αποτελέσματα, που συχνά θύματά τους είναι οι ανύποπτοι άλλοι.
Ο Ρίζι όμως δεν είναι καθόλου μονόπλευρος. Όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, οι σκέτο-καλοί ή σκέτο-κακοί άνθρωποι είναι ελάχιστοι, ίσως και φανταστικές επινοήσεις. Οι περισσότεροι έχουμε μέσα τους κι από τα δύο. Γι' αυτό και ο ήρωάς του μπορεί να σκορπά τη χαρά και να κάνει τον άβγαλτο φίλο του (που μόλις γνώρισε) να ομολογήσει ότι παρά τα όσα έπαθε "ήταν το πιο όμορφο σαββατοκύριακο της ζωής του". Κι σ' αυτή τη διπλή όψη των πραγμάτων, τη φωτεινή και σκοτεινή πλευρά που συνυπάρχουν, βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η μεγάλη αξία της ταινίας. Η οποία, ταυτόχρονα, μας δίνει και μια εξαιρετική εικόνα της Ιταλίας των αρχών του '60, που μόλις αρχίζει να γίνεται ευρωπαϊκή, ενώ το παλιό, "χωριάτικο" πρόσωπό της παραμένει παρόν. Και βέβαια θα αναγνωρίσετε στο πρόσωπο του Γκάσμαν κι έναν πολύ κοντινό (τηρουμένων των αναλογιών) τύπο στον σύγχρονο "ελληναρά", όταν αυτός κορνάρει ακατάπαυστα, προσπερνά παράνομα, γίνεται αδιάκριτος, την πέφτει σε όποια συναντήσει ενώ συγχρόνως ζηλεύει τους γκόμενους της κόρης του... χρειάζονται κι άλλα;
Χαρακτηριστική ταινία του είδους της γλυκόπικρης κωμωδίας - ή αστείας τραγωδίας αν προτιμάτε - που προλαβαίνει να κριτικάρει κιόλας την κενότητα των λόγω μόδας "μοντέρνων", απ' αυτές που τόσο καλά έκαναν κάποτε οι ιταλοί σκηνοθέτες, παραμένει ολοζώντανη και σήμερα κι ας είναι τόσο παλιά τα τοπία, οι μουσικές και τα ντυσίματα που βλέπουμε!

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ


To "Shadowland" (2008) του Wyatt Weed είναι μια ακόμα ταινία πάνω στο μύθο των βρικολάκων. Και είναι και μια σχετικά low budget ταινία (αν και δεν της λείπουν τα εφφέ). Ωστόσο έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που κάτι προσθέτουν στον χιλιοχρησιμοποιημένο αυτό μύθο.
Η ηρωίδα είναι ένα βαμπίρ που ξυπνά μετά από έναν αιώνα όταν ο τάφος της ανασκάπτεται τυχαία και η γνωστή σφήνα αφαιρείται από άγνοια από την καρδιά της. Και μετά όλα είναι διαφορετικά. Η κάμερα την παρακολουθεί με συμπάθεια καθώς αρχικά πάσχει από αμνησία και προσπαθεί να καταλάβει τι είναι όλα όσα βλέπει γύρω της τον 21ο αιώνα (φανταστείτε να φερετε στη ζωή κάποιον που πέθανε στα τέλη τοτ 19ου και να αντικρίσει αυτοκίνητα, ηλεκτρισμό, τηλεόραση και ό,τι άλλο μας περιβάλλει στις μέρες μας!) Δεν έχει καν συνειδητοποιήσει το ότι είναι βρικόλακας και το μόνο που προσπαθεί είναι να επιβιώσει, αρχικά σαν κλοσάρ. Καθώς η μνήμη βαθμιαία επανέρχεται (με κάμποσα φλας μπακ), έρχεται και η συνειδητοποίηση της παρούσας κατάστασής της. Για την οποία η ίδια, στο κάτω - κάτω, κάθε άλλο παρά υπεύθυνη είναι (σε συνδυασμό με τα όσα μαθαίνουμε για το παρελθόν της). Από τη άλλη ο μοντέρνος κυνηγός βρικολάκων είναι αδίστακτος και φανατικός, πριτιμά πρώτα να σκοτώνει και μετά να ρωτά. Έτσι έχουμε μια πλήρη αντιστροφή των κλασικών ρόλων καλού - κακού και μια ταινία που μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και σαν μια παραβολή πάνω στη γυναικεία χειραφέτηση (άλλωστε και τον 19ο αιώνα η κοπέλα αυτή είχε κάνει την επανάστασή της).
Όλα αυτά είναι ευπρόσδεκτα, η ιδέα καλή, η ταινία όμως δεν στέκει πάντα στο ύψος τους. Πρόκειται για κλασική σχετικά low budget παραγωγή, τα κυνηγητά, κάποιες αδεξιότητες στη σκηνοθεσία και κάποιες άλλες στα εφφέ δεν λείπουν, καθώς και ορισμένα κλισέ. Εντάξει, τη είδα σχετικά ευχάριστα (σαν σε μια παλιού στιλ μεταμεσονύχτια προβολή, όπου δεν λείπει και λίγη πλάκα), δεν θα τη θεωρούσα όμως και αριστούργημα (παρά το επί μέρους ενδιαφέρον της).

Σάββατο, Μαρτίου 14, 2009

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΑ


Το Dark Spirits  (2008) είναι μια τσέχικη ταινία τρόμου του Huck Keppler, γυρισμένη στην Πράγα. Όταν πεθαίνει η αδελφή μιας κοπέλας, αυτή αρχίζει να νοιώθει ή/και να βλέπει διάφορες παρουσίες στο διαμέρισμά της, στους δρόμους ή στα πάρκα της Πράγας. Και μερικές φορές μάλιστα τις αντιλαμβάνεται και ο φίλος της ή άλλοι γνωστοί της.
Απόλυτα low budget ταινία, παίζει κυρίως με τους ήχους, τις εμφανίσεις "στην άκρη του βλέμματος" και γενικά με τη δημιουργία ανησυχητικής ατμόσφαιρας ακόμα και σε απόλυτα οικείους χώρους, ακόμα και μέρα - μεσημέρι. Τα καταφέρνει ως ένα βαθμό, αλλά το πρόβλημά της είναι το σενάριο. Ουσιαστικά δεν έχει μια ολοκληρωμένη ιστορία να αφηγηθεί. Ενώ πιθανόν να τρομάξουμε (λίγο) με τα όσα μεταφυσικά συμβαίνουν, δεν θα καταλάβουμε ποτέ πλήρως τι ακριβώς είαι αυτός ο σκοτεινός τύπος που σκοτώνει, γιατί συμβαίνουν όλα αυτά στην ηρωίδα, τι ακριβώς συνέβει στην αδελφή της και γιατί και γενικώς τα ερωτηματικά για το πώς και το γιατί όσων βλέπουμε θα πληθαίνουν όσο περνά η ώρα και, φοβάμαι, δεν θα απαντηθούν ποτέ. Οπότε το φιλμ παραμένει ένα είδος "τρόμου για τον τρόμο", εξηγώντας ελάχιστα.
Δεν το θεωρώ κάτι σπουδαίο - το αντίθετο μάλιστα. Η μόνη αξία του, κατά τη γνώμη μου, έγκειται στο ότι μας θυμίζει (καλό είναι να μην το ξεχνάμε αυτό) ότι μπορείς να γυρίσεις ταινίες και μάλιστα να φτιάξεις και ατμόσφαιρα, από το τίποτα. Με ελάχιστους, καθημερινούς χώρους, με ελάχιστους ηθοποιούς, δίχως κανένα εφφέ και γενικά μακριά από τον ορυμαγδό και την άνευ λόγου βαβούρα σύγχρονων χολιγουντιανών παραγωγών του είδους. Αλλά, όπως είπα και πριν, όλα αυτά δεν αρκούν δίχως μια ενδιαφέρουσα ιστορία να τα στηρίζει.

Παρασκευή, Μαρτίου 13, 2009

ΟΙ ΖΟΦΕΡΟΙ "ΝΕΚΡΟΙ ΕΚΕΙ ΕΞΩ"


Το "The Dead outside" (2008) είναι μια σκοτσέζικη ταινία τρόμου, πρώτη δουλειά της Kerry Anne Mullaney, αλλά δεν είναι μια ταινία τρόμου για όλους. Δεν εννοώ εδώ ότι είναι "αυστηρώς ακατάλληλο" το περιεχόμενο, αλλά το ίδιο το στιλ, το γύρισμα και την αισθητική του φιλμ, η οποία αισθητική είναι κάτι μεταξύ "Blair Witch Projest", "28 days later" και των πρώτων, ασπρόμαυρων ζόμπι του Ρομέρο.
Μια άγνωστη, θανατηφόρα επιδημία εξαπλώνεται ραγδαία στη χώρα (πιθανώς και στον κόσμο ολόκληρο) και ένας από τους λίγους επιζήσαντες καταφεύγει σε μια απομονωμένη φάρμα στη Σκωτία, όπου ζει μια 16χρονη που μοιάζει να έχει ανοσία, αλλά και απόλυτη συναισθηματική ψυχρότητα, ενώ γύρω τους οι σχεδόν νεκροί πληθαίνουν...
Το θέμα είναι συνηθισμένο, η πλοκή στοιχειώδης, τα μέσα λιτά. Η φωτογραφία με ελάχιστα, μουντά χρώμτα, σχεδόν ασπρόμαυρη, η κάμερα στο χέρι, το μοντάζ γρήγορο και κοφτό. Όλα αυτά, μαζί με την ελλειπτική αφήγηση, δημιουργούν μια ταινία σχεδόν πειραματική, στους αντίποδες κάθε, χολιγουντιανής ή μη, θεαματικής υπερπαραγωγής τρόμου. Είναι ακριβώς εξ αιτίας αυτού του μινιμαλισμού που επισήμανα στην αρχή ότι "δεν είναι για όλους" - και εννοώ όλους τους φανς του είδους. Πολλοί μάλλον δεν θα αντέξουν όλη αυτή τη μουντάδα, τις "λοξές" λήψεις, την πειραματική αισθητική. Αφείστε που η όλη ζοφερή ατμόσφαιρα πάει γάντι με το εξ ίσου μινιμαλιστικό τοπίο που περιβάλλει τη δράση, δηλαδή τους γυμνούς, μουντούς και επαναλαμβανόμενους λόφους της Σκωτίας, που μοιάζουν να είναι κι αυτοί νεκροί, σα να μη συντηρούν ίχνος ζωής. Ωστόσο μέσα απ' αυτό το στιλ η ταινία καταφέρνει να γίνει απόλυτα ζοφερή, δίχως ίχνος αισιοδοξίας και διεξόδου διαφυγής. Ο κόσμος έχει καταρρεύσει, οι επιζήσαντες δεν τα πάνε και τόσο καλά και τέρμα. Αυτό είναι. Ο ηθελημένος "ρεαλισμός" της καταγραφής μιας φανταστικής ιστορίας είναι που κάνει πιο άγρια, πιο τρομαχτικά τελικά, τα πράγματα, καθώς η ζωή έχει μετατραπεί σε έναν συνεχή αγώνα για επιβίωση.
Προσωπικά το βρήκα πολύ δυνατό φιλμ - σας το είπα όμως, για λίγους - και πολύ ελπιδοφόρο ντεμπούτο. Ελπίζω να μου δοθεί η ευκαιρία να παρακολουθήσω τη συνέχεια της Mullaney.

Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2009

ΠΑΛΙΕΣ GRAN TORINO, ΓΕΡΙΚΑ ΣΚΥΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΚΡΑ ΟΝΕΙΡΑ


Νομίζω ότι με το Gran Torino (2008) ο Klint Eastwood κάνει μια από τις καλύτερες ταινίες της καριέρας του. Και την κάνει στα 78 χρόνια! Το εγχείρημα γίνεται ακόμα πιο τολμηρό και δύσκολο αν σκεφτούμε με πόσο καυτά θέματα καταπιάνεται: Ρατσισμός και ξενοφοβία, αυτοδικία, μετανάστες, απαξίωση των γηρατειών από τη σύγχρονη κοινωνία…
Να τελειώσουμε γρήγορα – γρήγορα με τα τυπικά: Η σκηνοθεσία είναι, όπως πάντα, στιβαρή, αυστηρή, κλασική θα έλεγα. Αυτό πια το έχει κατακτήσει ο Eastwood. Η ηθοποιία του είναι κι αυτή άψογη. Έτσι, τεχνικά, δεν το συζητάμε, βρισκόμαστε μπροστά σε απόλυτα κλασικό αφηγηματικό αμερικάνικο σινεμά. Και, ταυτόχρονα, σε μια ταινία γλυκειά, που συγκινεί δίχως ίχνος μελό. Πάμε τώρα στα δύσκολα (θα σας προειδοποιήσω για τα σπόιλερ, αλλά καλό είναι πριν το διαβάσετε να έχετε δει την ταινία, γιατί, υποχρεωτικά, θα μιλήσουμε πολύ για το στόρι).
Ο Eastwood μοιάζει εδώ να ξορκίζει τον παλιό του εαυτό, ή για να είμαστε ακριβέστεροι, τους παλιούς του ρόλους: Αυτούς των γουέστερν σπαγγέτι και, κυρίως, του Dirty Harry. Πλησιάζει επικίνδυνα στο να θεωρήσουν κάποιοι το φιλμ ρατσιστικό ή/και υπέρ της αυτοδικίας, νομίζω όμως ότι κάθε φορά όμως, με μια πανέξυπνη κίνηση, αποφεύγει τέτοιες ρετσινιές. Κι όχι μόνο: Τις καταγγέλλει κιόλας. Ο γέρος ήρωας που υποδύεται είναι βαθύτατα ρατσιστής και ξενοφοβικός, μισεί τους κινέζους γείτονές του και όχι μόνο. Σύντομα, όταν θα διαπιστώσει την ανθρωπιά τους, θα αρχίσει να βλέπει με άλλο μάτι τα πράγματα. Αντιλαμβάνεται άλλωστε, όπως έγραψε και το Σινεμά, ότι οι γέροι είναι στην αμερικάνικη κοινωνία το ίδιο περιθωριοποιημένοι με τους τριτοκοσμικούς μετανάστες. Είναι υπέρ της αυτοδικίας και όλα δείχνουν ότι θέλει να «καθαρίσει», αφού (αυτό είναι αλήθεια) η επίσημη δικαιοσύνη δεν κάνει τίποτα. Με την έξυπνη σεναριακή ανατροπή του τέλους όμως, θα ξεφύγει κι απ’ αυτόν τον σκόπελο, αφήνοντάς μας να αναρωτιόμαστε αν η πράξη του μπορεί να θεωρηθεί αυτοδικία ή όχι. Ίσως να υπάρξουν αντιρρήσεις για τον συντηρητικό, αρτηριοσκληρωτικό θα έλεγα, αμερικανισμό του. Προσκολλημένος σε παλιές, ξεφτισμένες αξίες, δεν μπορεί να δεχτεί τίποτα σχεδόν από έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία. Ναι, αυτό το έχει, ξέρετε όμως πολλούς 70κάτι που να μην είναι έτσι; Spoiler:Αφήστε που υπονομεύει κι αυτές ακόμα τις «αμερικάνικες» αξίες με την τελική του εξομολόγηση, δείχνοντας τη βρώμικη και σκοτεινή πλευρά τους. Αφήστε που μπορεί να υποψιαστεί κανείς ότι εξ αιτίας αυτών ακριβώς των αξιών, του βαθιού δηλαδή τραύματος που αυτές του προκάλεσαν, έχει γίνει τόσο μονόχνωτος, ξεροκέφαλος και ρατσιστής. Θα μπορούσαν μερικοί να έχουν αντιρρήσεις και για τον τελικό ηρωισμό του, που φτάνει ως τη θυσία για το κοινό καλό. Τόση μεταστροφή πια, από έναν φασίστα; Ακόμα κι αυτό το ηρωικό στοιχείο όμως μοιάζει να μετριάζεται αν αναλογιστούμε ότι, όπως υπαινικτικά αφήνει να γίνει κατανοητό, ο ήρωας είναι ετοιμοθάνατος. Οπότε, τι είχαμε τι χάσαμε; Τέλος πολλοί θα ενοχληθούν από τον τρόπο που δείχνονται οι περισσότεροι «ξένοι», οι νέοι τουλάχιστον: Ανεγκέφαλοι, βίαιοι συμμορίτες, απόλυτα «κακοί». Πλην όμως υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, που πρωταγωνιστούν άλλωστε στο φιλμ. Κι έπειτα, αν το σκεφτούμε καλύτερα, θα δούμε ότι ακόμα κι αυτοί οι «μόνο καλοί» και «μόνο κακοί» μαύροι, «κίτρινοι», ισπανόφωνοι, ωχριούν μπροστά στην απόλυτα απαξιωτική, περιφρονητική ματιά που ρίχνει πάνω στη μέση, καθώς πρέπει, αμερικάνικη οικογένεια – και μάλιστα πάνω στις ίδιες τις οικογένειες των παιδιών του: Είναι τόσο ύπουλοι, υποκριτές, βλάκες, νερόβραστοι και, πάνω απ’ όλα συμφεροντολόγοι, παραδομένοι ψυχή και σώματι σε μια λογική κέρδους και μόνο, πεπεισμένοι ότι οι μη παραγωγικοί και άχρηστοι γέροι πρέπει να φεύγουν από τη μέση, που τελικά νομίζω ότι το σχόλιο πάνω στην ίδια την «καθαρή» (με πολλά εισαγωγικά) αμερικάνικη κοινωνία είναι καυστικότερο από οποιοδήποτε άλλο. Έτσι η ταινία πάνω απ’ όλα μετατρέπεται σε στοχασμό πάνω στο νεκρό πλέον «αμερικάνικο όνειρο».
Καταλαβαίνετε ότι από τώρα το Gran Torino πήρε μια θέση στη φετινή δεκάδα.

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2009

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Το "Near Dark" είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Kathryn Bigelow του 1987. Για πρώτη ταινία - και μάλιστα b-movie τρόμου - διαθέτει νομίζω αρκετές αρετές και αρκετά αρνητικά (εννοείται ότι απευθύνομαι αποκλειστικά στους φίλους του είδους. Οι υπόλοιποι, πολύ απλά, δεν ενδιαφέρονται γι' αυτό το ποστ).
Πρόκειται για μια ιστορία με βρικόλακες που τοποθετείται στη σύγχρονη εποχή. Η παρέα των βαμπίρ της ταινίας κινείται στις οικείες μας από τον κινηματογράφο μικρές, ξεχασμένες πόλεις της "βαθιάς" Αμερικής, οδηγεί βαν και παλιά αμάξια με μουτζουρωμένα τζάμια, κοιμάται σε φτηνά μοτέλ στο πουθενά και τρέφεται με αίμα άτυχων συμπατριωτών τους. Επίσης διαθέτει ένα είδος "κώδικα τιμής", ενώ αναπτύσονται ποικίλοι δεσμοί ανάμεσα στα μέλη της παρέας, τα οποία ενίοτε μπορούν να ερωτεύονται ακόμα και ανθρώπους που ακόμα δεν έχουν βαμπιροποιηθεί. Διαθέτει αρκετό σασπένς, έντονες σκηνές δράσης (με πιο αξιομνημόνευτη αυτή στο ξεχασμένο σαλούν) και κάμποσο αίμα (όχι υπερβολικές ποσότητες πάντως). Τα αρνητικά είναι οι οφθαλμοφανείς ευκολίες του σεναρίου, οι τραβηγμένες απ' τα μαλλιά λύσεις (αν ήταν τόσο εύκολα να "αποβαμπιροποιείται" κανείς, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα για τη συμπαθή τάξη των βρικολάκων) και το ντε και καλά χάπι εντ με κάθε (σεναριακό) κόστος. Α, και πάνω απ' όλα βασιλεύει η άγια αμερικάνικη οικογένεια - να μη ξεχνιόμαστε.
Μιλάμε όμως για b-movie και ίσως μπορεί κανείς να συγχωρήσει μερικές τουλάχιστον απ' αυτές τις ατέλειες. Και, αν και διαθέτει κάποιο είδος ρομαντισμού, βρίσκεται πολύ μακριά, είναι πολύ πιο σκληρό και ακατέργαστα από το πρόσφατο και λουστραρισμένο "Twilight".
Το καλό είναι ότι στην εποχή του το φιλμάκι αυτό ανανέωσε κάπως τη βαμπιρική μυθολογία, τοποθετώντας τη στο σύγχρονη, καθημερινή, πεζή πραγματικότητα, πράγμα μάλλον σπάνιο για τότε. Δεν θα περάσετε άσχημα βλέποντάς το (αν είστε φίλοι του είδους, το ξαναείπαμε) αν καταφέρετε να κάνετε τα στραβά μάτια στις ευκολίες.