Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2018

"CARLITO'S WAY"... ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΛΟΙ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ

Το "Carlito's Way" του Ντε Πάλμα φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι το θυμάστε. Αυτό που ίσως αγνοείτε (κι εγώ μαζί, έως ότου όλως τυχαίως έπεσε στα χέρια μου και πήγα να το δω νομίζοντας ότι θα κάνω μια ευχάριστη επανάληψη του Ντε Πάλμα, αλλά...), αυτό που δεν γνωρίζετε  λοιπόν είναι ότι το 2005 γυρίστηκε κι άλλο τέτοιο (για την ακρίβεια, για να ξεχωρίζουν ίσως, με πλήρη τίτλο "Carlito's Way: Rise to Power") από τον άγνωστο Michael Bregman και με ηθοποιούς... καμία σχέση με Πατσίνο κλπ.
Πρόκειται λοιπόν για την ιστορία της ανόδου (και μόνο) του ίδιου Καρλίτο στη δεκαετία του 60. Μικροκακοποιός, αλλά με φιλοδοξίες, γνωρίζεται στη φυλακή με δύο "παρόμοιους" τύπους, έναν μαύρο και έναν ιταλό. Στο μεταξύ οι συμμορίες διακίνησης ηρωίνης στη Ν. Υόρκη είναι χωρισμένες σε μαύρους, λατίνους και ιταλούς, οι οποίοι αλληλομισούνται  και δεν συνεργάζονται ποτέ. Οι τρεις τους, όταν αποφυλακίζονται, συνάπτουν μία πρωτοφανή, για την εποχή τουλάχιστον, συμμαχία, αδιαφορώντας για τις διαφυλετικές προκαταλήψεις, και σύντομα κυριαρχούν σε μια μεγάλη περιοχή της πόλης. Όταν ο μαύρος της παρέας αποσύρεται φιλικά για να απολαύσει τους καρπούς του μόχθου του, αφήνει πίσω του έναν ηλίθιο αδελφό που τα κάνει θάλασσα. Οι άλλοι δύο είναι υποχρεωμένοι να "καθαρίσουν" για να σώσουν τις ζωές τους...
Δεν είναι ακριβώς κακή ταινία. Την είδα με κάποιο ενδιαφέρον. Ο βασικός χαρακτήρας, του Καρλίτο βεβαίως, αποτελείται από ένα παράξενο κράμα (το οποίο ωστόσο έχουμε ξαναδεί): Είναι παράνομος (έμπορος ναρκωτικών, τι άλλο θέλετε;), αδίστακτος όταν απονέμει εσωτερική δικαιοσύνη, πλην όμως διακατέχεται από μια δική του άψογη ηθική, είναι εξαιρετικός σύντροφος, τρυφερός και ευαίσθητος με την κοπέλα του και, το σημαντικότερο ίσως και σπάνιο για τη φάρα του, δεν είναι άπληστος. Δεν θέλει να "κατακτήσει τον κόσμο" (ή, στην περίπτωσή μας, ολόκληρη την πόλη) και ξέρει πότε πρέπει να σταματήσει (αφού βεβαίως έχει βγάλει τα ναρκοεκατομμύριά του). Αυτή ακριβώς η "μειλιχιότητα" ενός εγκληματία είναι που τον κάνει διαφορετικό.
Από εκεί και πέρα υπάρχει κάτι που με χάλασε αρκετά (από εδώ και πέρα ΠΡΟΣΟΧΗ: SPOILER): Δεν υπάρχει η παραμικρή κάθαρση. Υπάρχει ένα ωραιότατο και ξενέρωτο χάπι εντ και οι βουτηγμένοι στο αίμα και την ηρωίνη εγκληματίες απολαμβάνουν τους καρπούς των "μόχθων" τους σε υπέροχο τροπικό νησί. Τόσο καλά. Θα μου πείτε: "Μα έτσι δεν γίνεται στην πραγματικότητα; Ξέρετε κανένα μεγαλοκάθαρμα να τιμωρείται πραγματικά από το νόμο;" Ναι, αλλά εδώ ο χαρακτήρας του Καρλίτο σε κάνει μάλλον να τον συμπαθήσεις, γιατί κατά βάθος είναι "καλό παιδί" και σχεδόν να ταυτιστείς μαζί του και, όταν έρχονται τα δύσκολα, για τα οποία δεν φταίει αυτός, να παρακαλάς μέσα σου να τη γλυτώσει ο καημένος. Ε, όχι ακριβώς έτσι. Αν ψοφήσουν και μερικά τέτοια "καλά παιδιά" δεν θα στενοχωρηθώ ιδιαίτερα...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 25, 2018

ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ... ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ - ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΣΤΟ "ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΔΙΑ"

Ο ούγγρος Kornel Mundruczo, που το 2014 είχε γυρίσει τον εντυπωσιακό "Λευκό Θεό", επανέρχεται το 2017 με "Το Φεγγάρι του Δία", άλλο ένα φιλμ που εξετάζει πραγματικά ποόβλήματα εισάγοντας το φανταστικό στοιχείο. Κατά τη γνώμη μου πάντως αυτή τη φορά δεν τα καταφέρνει τόσο καλά.
Ο Αριάν είναι ένας νεαρός σύρος πρόσφυγας που, μαζί με τον πατέρα του και αρκετούς άλλους, προσπαθεί να εισχωρήσει παράνομα στην Ουγγαρία. Στα σύνορα όμως πυροβολείται θανάσιμα από έναν αστυνομικό. Κι όμως: Όχι μόνο δεν πεθαίνει, αλλά αποκτά την ικανότητα να πετά! Ένας διεφθαρμένος και με οικονομικά και άλλα προβλήματα γιατρός, που δουλεύει με πρόσφυγες, ανακαλύπτει την παράδοξη περίπτωσή του και τον χρησιμοποιεί για δικό του κέρδος. Στο μεταξύ ένας αστυνομικός καταδιώκει λυσσασμένα το νεαρό, οπότε έχουμε και τη διάσταση της αγωνίας...
Η ταινία είναι σαφώς αλληγορική. Η Ευρώπη σε κρίση, με τεράστια προβλήματα, πλην όμως να παραμένει Γη της Επαγγελίας για εκατομμύρια κατατρεγμένους από πολέμους ή φτώχεια, η χαμένη πίστη, ο διεφθαρμένος, που όμως προσπαθεί να ξαναβρεί τον καλό εαυτό του, η τρομοκρατία και βέβαια το τεράστιο, καυτό μεταναστευτικό πρόβλημα, είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται. Στο μεταξύ ο Mundruczo δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει σε μια "ταινία τέχνης" χολιγουντιανά στοιχεία (υπερφυσικές ικανότητες, αυτοκινητοκυνηγητά, και μάλιστα εξαιρετικά γυρισμένα, σασπένς κλπ.). Το πρόβλημα για μένα είναι ότι η ιστορία, όσο προχωρά η ταινία, γίνεται όλο και πιο γεμάτη από αλληγορικά και συμβολικά στοιχεία, ενώ χριστιανικής φύσης αλληγορίες και προβληματισμοί περί πίστης συσσωρεύονται όλο και περισσότερο, μπερδεύοντας και θολώνοντας την αρχικά κοινωνική αλληγορία. Σα να θέλει ο σκηνοθέτης να πει ταυτόχρονα πάρα πολλά πράγματα οπότε, όπως συνήθως γίνεται στις περιπτώσεις αυτές, το φιλμ μου άφησε μια κάπως βαριά και κουραστική αίσθηση. Κρίμα, γιατί ο Mundruczo είναι αναμφισβήτητα ικανός σκηνοθέτης και σίγουρα τολμηρός και πρωτότυπος στις ιδέες του. Αλλά κάπως... πώς να το πω... άκομψος, πληθωρικός και δύσκολα ελέγχει τις αρχικά έξυπνες ιδέες του.
Πάντως ο χαρακτήρας του γιατρού είναι νομίζω ο πιο ενδιφέρων, με τις αντιφάσεις και τους προσωπικούς του δαίμονες, ενώ αυτός του νεαρού σύρου είναι απλώς "καλός" και τίποτα άλλο. Όσο για την Ουγγαρία, δε νομίζω ότι θα μπορούσε να την παρουσιάσει πιο μίζερα. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ηθελημένο ή αν έτσι είναι η σύγχρονη πραγματικότητα στη χώρα, πάντως οποιοσδήποτε εσωτερικός χώρος κινηματογραφείται είναι τουλάχιστον καταθλιπτικός, σαν παρακμασμένο απομεινάρι της κομμουνιστικής εποχής.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2018

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟ "CRISS CROSS"

Ο γερμανός μετανάστης (όπως τόσοι άλλοι) στο Χόλιγουντ Robert Siodmak (1900-1973) έχει γυρίσει μερικά εξαιρετικά νουάρ, γνωστότερο των οποίων είναι το "The Killers". Τρία χρόνια μετά απ' αυτό, το 1949 συγκεκριμένα, συναντά και πάλι τον Μπαρτ Λάνκαστερ για να γυρίσει το "Criss Cross" (για να γελάσετε, ο ελληνικός τίτλος της εποχής ήταν... "Ο Κόκκινος Δαίμων του Λος Άντζελες", παντελώς άγνωστο γιατί).
Παρακολουθούμε την προετοιμασία μιας ληστείας φορτηγού που μεταφέρει χρήματα. Σε φλας μπακ μαθαίνουμε το πώς και το γιατί φτάσαμε στο σημείο αυτό: Ο ρομαντικός κατά βάθος, ερωτευμένος ήρωας επιστρέφει μετά από καιρό στο Λ.Α. για να προσπαθήσει να τα ξαναφτιάξει με την πρώην σύζυγό του. Εκείνη όμως, στο μεταξύ, έχει περάσει στο χώρο του υποκόσμου και είναι η κοπέλα ενός επίφοβου και βρώμικου "αφεντικού", με δύναμη στο χώρο αυτόν. Παρά τις προειδοποιήσεις φίλων του, ο ήρωάς μας θα καταστρώσει το σχέδιο της ληστείας μαζί με τον επικίνδυνο αντίζηλό του, έχοντας ωστόσο άλλα σχέδια στο μυαλό του...
Βρισκόμαστε στην καρδιά του νουάρ. Ασπρόμαυρη φωτογραφία, αστικό περιβάλλον, μοναχικός, ερωτευμένος και κατά βάθος ρομαντικός ήρωας, υπόκοσμος, ληστεία, φόνοι... Και φυσικά, όπως σε κάθε κλασικό νουάρ, τις εξελίξεις κινεί η κλασική μοιραία γυναίκα, που εδώ δεν είναι ακριβώς σατανική (όπως σε άλλα παραδείγματα του είδους), αλλά απλώς προτιμά την άνεση και την ασφάλεια από τον παθιασμένο έρωτα. Αντίθετα ο άντρας - θύμα του έρωτά του - είναι αποφασισμένος να φτάσει ακόμα και σε ενέργειες που δεν εγκρίνει ηθικά για να την ξανακερδίσει. Στις περιπτώσεις αυτές η καταστροφή δεν είναι μακριά...
Αν είστε λάτρης των παλιών ταινιών - και ιδιαίτερα του είδους - σίγουρα θα την απολαύσετε. Δεν νομίζω ότι είναι καλύτερη ούτε χειρότερη από άλλα παραδείγματα, είναι όμως, πιστεύω, απολαυστική καθώς φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του. Η πλοκή είναι σφιχτή, το παιχνίδι με τον κίνδυνο είναι διαρκές, όλα συμβαίνουν "στην κόψη", το χάπι εντ βρίσκεται μίλια μακριά και, βεβαίως, όπως πάντα στο νουάρ, σκιαγραφείται μια βρώμικη, ανήθικη κοινωνία, έτοιμη να κάνει τα πάντα για το χρήμα ή, έστω, για την ασφάλεια, ενώ τα "υψηλότερα" συναισθήματα δεν είναι παρά ψιλά γράμματα, μια κοινωνία όπου το έγκλημα και η κάθε λογής παρανομία αποτελούν κοινό τόπο. Ο ήρωας μπορεί να είναι ρομαντικός, ο κόσμος όμως είναι κυνικός, γι' αυτό ακριβώς εκείνος αποτελεί εξαίρεση.
Με λίγα λόγια προτείνω να το απολάυσετε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 19, 2018

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΟ "PELICAN BRIEF"

O Alan Pacula (1928-1998) υπήρξε δημοκράτης και ειδικός στα πολιτικά θρίλερ (αν και όχι όλα τόσο επιτυχημένα). Ένα από τα γνωστά του είναι το "Pelican Brief" του 1993, με Τζούλια Ρόμπερτς και Ντέντζελ Ουάσινγκτον στα λαμπερά νιάτα τους, αλλά και με αρκετούς γνωστούς ηθοποιούς σε δεύτερους ρόλους.
Δύο ανώτεροι δικαστές δολοφονούνται την ίδια μέρα στις ΗΠΑ. Υπάρχει ένας καθηγητής νομικής, μαθητής και θαυμαστής του ενός από τους νεκρούς, και μια νεαρή, ταλαντούχα φοιτήτρια, η οποία τυγχάνει να τα έχει με τον καθηγητή της. Η τελευταία, εργατική και πανέξυπνη, καταφέρνει να δημιουργήσει μια τεκμηριωμένη θεωρία, η οποία φτάνει μέχρι τον ίδιο τον Πρόεδρο, για τους λόγους που οδήγησαν στη δολοφονία των δύο εκ πρώτης όψεως άσχετων μεταξύ τους θυμάτων. Αμέσως η ζωή της μπαίνει σε θανάσιμο κίνδυνο, ενώ αρχίζει μια αλυσίδα από δολοφονίες γνωστών της ή όσων προσπαθούν να τη βοηθήσουν, επιβεβαιώνοντας έτσι με οφθαλμοφανή τρόπο ότι η τολμηρή θεωρία της είναι σωστή. Ένα ανελέητο κυνηγητό αρχίζει, ενώ ο μόνος που της συμπαραστέκεται είναι ένας τολμηρός δημοσιογράφος.
Πρόκειται για σφιχτό, καλογυρισμένο και (όπως συμβαίνει συνήθως μ' αυτά) πολύπλοκο πολιτικό θρίλερ, το οποίο, αν μη τι άλλο, δεν αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει. Εκλογές, οικολογία, αδίστακτοι μεγαλοεπιχειρηματίες και πολιτικοί (ή σύμβουλοι πολιτικών) και άλλα εμπλέκονται, ως συνήθως, σ' αυτό.
Ας δούμε όμως το θέμα από πολιτική σκοπιά: Τι ακριβώς συμβαίνει με αυτά τα κλασικά αμερικάνικα πολιτικά θρίλερ της μετα-Γουότεργκέιτ εποχής; Όλα σχεδόν είναι τολμηρά απο πολιτική άποψη. Μας δείχνουν ξεκάθαρα διεφθαρμένους πολιτικούς, δικαστές, αστυνομικούς, ακόμα και προέδρους, ανήθικους και αδίστακτους επιχειρηματίες και εταιρίες που παραβιάζουν ασύστολα νόμους, με λίγα λόγια μια απόλυτα σκοτεινή και διαβρωμένη Αμερική, ένα σαφώς σάπιο σύστημα. Και τι γίνεται; Απολύτως τίποτα. Όλοι ξέρουμε ότι το σύστημα παραμένει το ίδιο. Ίσως μάλιστα, στην εποχή Τραμπ, ακόμα χειρότερο. Ποιο είναι το συμπέρασμα; Ότι στην τέχνη και τις όποιες επισημάνσεις της όλα επιτρέπονται διότι, δυστυχώς, είναι ανίσχυρη να αλλάξει οτιδήποτε. Την απολαμβάνουμε, αντιλαμβανόμαστε αρκετά απ' αυτά που θέλει να πει, και μετά κοιμόμαστε ήσυχοι. Οπότε ποιος ο λόγος να απαγορεύσει η εξουσία οτιδήποτε; Ίσα - ίσα, επιτρέποντας τις προειδοποιήσεις της φαντάζει και πιο δημοκρατική.
Η δεύτερη παρατήρηση αφορά μέρος των ίδιων αυτών των πολιτικών θρίλερ. Σε αρκετά απ' αυτά τελικά η δικαιοσύνη θριαμβεύει. Οι ένοχοι, οι συνωμότες, όσοι έχουν παραβεί το νόμο τιμωρούνται, όσο υψηλά ιστάμενοι κι αν είναι. Ε, αυτό μάλλον ψέμα είναι ή, στην καλύτερη περίπτωση, υπέρμετρη αισιοδοξία ή ευχή ή, πιο κυνικά, χάπι εντ για να πουλήσουμε περισσότερο (δεν συμβαίνει με όλα και δεν συντρέχουν πάντοτε όλοι αυτοί οι λόγοι). Πόσες φορές είδατε στην πραγματικότητα να θίγονται πραγματικά μεγάλα οικονονικά συμφέροντα, ας πούμε;
Αρκετά όμως με αναλύσεις. Συμπαθητικό πολιτικό θρίλερ, προς την "σωστή κατεύθυνση" προς την οποία συνήθως προσανατολίζεται το δημοκρατικό κομμάτι του Χόλιγουντ και μέχρις εκεί. Καλύτερα λοιπόν να τα ξεχάσετε όλα αυτά και να απολάυσετε την πλοκή.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2018

ΟΙ "ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ" ΚΑΙ ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΑΥΤΕΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ EBBING ΤΟΥ ΜΙΖΟΥΡΙ

Τον Martin McDonagh τον είχαμε θαυμάσει στην φοβερή "Αποστολή στη Μπριζ" (In Bruges) και, λιγότερο, (προσωπική γνώμη) στους "7 Ψυχοπαθείς". Με τις "Τρεις Πινακίδες Έξω από το Ebbing του Μιζούρι" του 2017 επιβεβαιώνει τη θέση του ως ένας σημαντικός δημιουργός της εποχής μας.
Η μεσήλιξ ηρωίδα (εξαιρετική η Φράνσις ΜακΝτέρμοντ) ζει στη μικρή πόλη του τίτλου, είναι χωρισμένη, ενώ η κόρη της πριν από κάποιους μήνες δολοφονήθηκε από αγνώστους ενώ προηγουμένως βιάστηκε. Η αστυνομία μέχρι στιγμής δεν έχει ανακαλύψει τίποτα για το ειδεχθές έγκλημα. Οπότε η δυναμική γυναίκα νοικιάζει τρεις εγκαταλειμένες διαφημιστικές πινακιδες λίγο έξω από την πόλη και αναρτά τις επιγραφές: "ΒΙΑΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ". "ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΜΙΑ ΣΥΛΛΗΨΗ". "ΠΩΣ ΚΙ ΕΤΣΙ, ΑΣΤΥΝΟΜΕ ΓΟΥΙΛΟΜΠΙ;", απευθυνόμενη βεβαίως άμεσα στον αστυνόμο της πόλης (ο οποίος είναι και γνωστός της, αφού όλοι σχεδόν είναι γνωστοί σε μια μικρή πόλη). Η ανάρτηση αυτή θα φέρει αλυσίδα γεγονότων και αντιδράσεων. Οι περισσότεροι κάτοικοι δυσανασχετούν (οι πινακίδες, βλέπετε, δυσφημούν την πόλη). Αρχίζουν να φέρονται απροκάλυπτα εχθρικά στη γυναίκα, εκείνη όμως, πεισματάρα και θαρραλέα, τους αγνοεί επιμένοντας στις αναρτήσεις της, οι οποίες είναι νόμιμες, οπότε κανείς δεν μπορεί να τις κατεβάσει, επισήμως τουλάχιστον. Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι πολλές φορές αντιφατικά και τα προβλήματα που θέτουν πολλά.
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό, αναμφισβήτητα μέσα στα καλύτερα της χρονιάς. Η μεγάλη του αρετή για μένα είναι η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων, των αντιδράσεών τους και της χιονοστιβάδας γεγονότων που ακολουθούν. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από σχηματικούς "καλούς" και "κακούς". Οι περισσότεροι διαθέτουν τη θετική, την ανθρώπινη πλευρά, αλλά συγχρόνως και την απεχθή, τη σκοτεινή. Η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός, η στενοκεφαλιά και η βλακεία μπορεί να έχουν την τιμητική τους, ταυτόχρονα όμως δείχνονται και οι αιτίες για όλα αυτά, ενώ πολλοί από τους αρνητικούς ήρωες έχουν και τη συμπαθητική τους πλευρά. Και σιγά - σιγά μαθαίνουμε το background τους, τις σχέσεις τους με τις οικογένειές τους ή τους άλλους, την ψυχοσύνθεσή τους. Με όλα αυτά η σκοτεινή, σχεδόν φασιστική πλευρά της "βαθιάς" Αμερικής βγαίνει στην επιφάνεια, αλλά ακόμα κι έτσι τίποτα δεν είναι μονόπλευρο ή "άσπρο - μαύρο" (πάρτε για παράδειγμα τον απολαυστικότατο Σαμ Ρόκγουελ στο ρόλο του ρατσιστή, βίαιου και ηλίθιου μπάτσου και την όλη εξέλιξη του χαρακτήρα του). Σημαντικότατο επίσης είναι το ότι όλη αυτή η "βαριά", δραματική ιστορία δίνεται με φοβερό υπόγειο, συχνά κατάμαυρο και κυνικό χιούμορ, που κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την αφήγηση.
Είναι αλήθεια ότι η επιροή των αδελφών Κοέν είναι και εδώ εμφανής, αυτό όμως, κατά τη γνώμη μου, σε τίποτα δεν μειώνει την αξία του φιλμ. Παραμένουμε άλλωστε φαν των δαιμόνιων αδελφών. Οπότε συνιστώ το φιλμ ανεπιφύλακτα. Είναι σπάνιο το έντονο δράμα και οι φορτισμένες καταστάσεις να δένουν τόσο καλά με το χιούμορ και την ενδιαφέρουσα αφήγηση. Και είναι επίσης σπάνιο να δείχνονται τόσο ανάγλυφα οι βαθιές αντιφάσεις μια ολόκληρης κοινωνίας.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2018

"CALL ME BY YOUR NAME" Ή Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ

Ο ιταλός Luca Guadagnino, γνωστός μας από το "Είμαι ο Έρωτας", γυρίζει το 2017 το "Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου", μια αληθινά τρυφερή ταινία, η οποία καταγράφει με τον πλέον φυσικό τρόπο έναν ομοφυλοφιλικό έρωτα και κερδίζει τον θεατή με τον κομψό του τρόπο και την απενοχοποιημένη αντιμετώπιση ενός "απαγορευμένου" (από ποιούς;) θέματος.
Ο 17χρονος Έλιο, γόνος πλούσιας και προοδευτικής οικογένειας διανοουμένων (ο πατέρας αρχαιολόγος και καθηγητής, η μητέρα μεταφράστρια), περνά το καλοκαίρι του 1983 στο μεγάλο, παλιό και πανέμορφο εξοχικό τους στην επαρχία. Εκεί θα φτάσει φιλοξενούμενος για να κάνει την πρακτική του γοητευτικός αμερικάνος φοιτητής, εξαιρετικός στις σπουδές του. Θα κατακτήσει τους πάντες με τον χαρακτήρα και τους τρόπους του, η σχέση όμως με τον Έλιο θα είναι διαφορετική: Σύντομα θα αντιληφτούν (και θα αποδεχτούν) τον αμοιβαίο τους έρωτα και το νόημα του καλοκαιριού θα αλλάξει για πάντα.
Φυσικά δεσπόζει η σχέση, τα συναισθήματα, το πάθος, οι χαρακτήρες. Νομίζω όμως ότι μεγάλο μέρος της γοητείας του φιλμ οφείλεται και στο περιβάλλον: Στην πανέμορφη ιταλική ύπαιθρο, στο καλοκαίρι με την ανεμελιά και την χαλαρότητά του, αλλά και στη νοσταλγική, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας καταγραφή του κλίματος των 80ς. Στην ταινία αυτή ο έρωτας γεννιέται σε ένα αληθινά ειδυλιακό περιβάλλον. Φυσικά δεν λείπει η διερεύνηση της εφηβικής - στο μεταίχμιο της αρχής της οριμότητας - ψυχής και η αγνότητα και το πάθος ταυτόχρονα που μπορεί να δημιουργήσει ο "πρώτος έρωτας".
Τώρα πρέπει να σας προειδοποιήσω: Στην ταινία λείπουν οι κορυφώσεις, σε μεγάλο μέρος της "δεν συμβαίνει τίποτα" (ή μάλλον συμβαίνουν όλα, αλλά εσωτερικά, στην ψυχή των ηρώων). Η αφήγηση είναι χαλαρή, νωχελική, απόλυτα ταιριαστή όμως με το όλο κλίμα και το καλοκαίρι που λέγαμε. Ούτε ανατροπές ούτε - σχεδόν - σασπένς (καμία σχέση με το αγχωτικό κλίμα του "Brokeback Mountain" ας πούμε). Η γοητεία και η ακρίβεια της καταγραφής κρύβονται στις μικρές λεπτομέρειες, στα βλέμματα, στην αργή ανάπτυξη και εξέλιξη των συναισθημάτων, στις εσωτερικές καταστάσεις. Ταυτόχρονα ο ερωτισμός (από τις νεανικές παρέες μέχρι τα πανέμορφα αρχαιοελληνικά αγάλματα που ανακαλύπτονται στην ανασκαφή ή βλέπουμε στις φωτογραφίες) είναι διάχυτος. Ωστόσο το λογύδριο του πατέρα στο τέλος προσωπικά μου φάνημε μάλλον αχρείαστο, αλλά μικρό το κακό... Όσο για την αποδοχή του διαφορετικού, το θέμα που κυριαρχεί βεβαίως, είναι νομίζω προφανής και δεν χρειάζεται να την αναλύσουμε περαιτέρω.
Θα το εκτιμήσετε όσοι εκτιμάτε τα αργά, τρυφερά και ευαίσθητα φιλμ, όσοι προτιμάτε την κατάδειξη εσωτερικών κόσμων και όχι την θεαματική περιπέτεια και τη δράση. Οι υπόλοιποι μάλλον θα πλήξουν (το αν θα σοκαριστούν από διάφορες σκηνές είναι δικό τους πρόβλημα και δεν με αφορά). Κατά τη γνώμη μου πάντως πρόκειται για πολύ όμορφο φιλμ. Και σαν περιγραφή εσωτερικών καταστάσεων και σαν εικόνα.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 15, 2018

"THAT OLD FEELING" : ΜΑΖΙ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ...

O Carl Reiner είναι σημαντική μορφή της αμερικάνικης κωμωδίας (σεναριογράφος, σκηνοθέτης, παραγωγός κλπ.). Το 1997 γυρίζει την τελευταία του ταινία, το "That Old Feeling", κωμωδία φυσικά (αισθηματική), στην οποία δεσπόζει η πληθωρική παρουσία της Μπετ Μίντλερ.
Νεαρή, ευκατάστατη κοπέλα ετοιμάζεται να παντρευτεί τον καλό της, ξενέρωτο υποψήφιο γερουσιαστή, γόνο πλούσιας οικογένειας. Φυσικά στον απόλυτα συμβατικό γάμο θα καλέσει  - εκτός από μέλη της υψηλής κοινωνίας - και τους γονείς της. Μόνο που εκείνοι, πολλά χρόνια χωρισμένοι και νυν με άλλον/η σύντροφο ο καθένας, μισούν θανάσιμα ο ένας τον άλλον και, αφού είναι γνωστό ότι δεν κρατιούνται, υπάρχουν φόβοι ότι όταν συναντηθούν τετ α τετ μετά πολύ καιρό μπορεί να κάνουν μπάχαλο τον γάμο και την σούπερ κυριλέ δεξίωση που ακολουθεί. Έτσι και γίνεται αρχικά, πλην όμως η συνάντηση θα πυροδοτήσει πολύ πιο ανεξέλεγκτα ένστικτα: Το παλιό άγριο ερωτικό πάθος τους, το οποίο βεβαίως θα αναζωπυρωθεί με πολλαπλές επιπτώσεις προς κάθε κατεύθυνση, και προς μεγάλη απελπισία των νεονύμφων.
Αν μη τι άλλο, το φιλμ είναι σχετικά διασκεδαστικό. Δεν θα ξεκαρδιστείτε νομίζω, αλλά θα γελάσετε (ή θα χαμογελάσετε) σε αρκετά σημεία. Τώρα βέβαια η ιστορία πιστεύω ότι θα ακούγεται αρκετά ξενέρωτη σε πολλούς, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αρκετά καλά θα περάσετε. Γι' αυτό θα φροντίσει η καταιγιστική παρουσία της Μίντλερ, αλλά και τα καμώματα του ώριμου, παθιασμένου ζεύγους εν γένει. Και, αν προσέξετε, η ταινία έχει και μία κάπως ανατρεπτική διάθεση, αφού τάσεται ανοιχτά - με ανάλαφρο τρόπο βεβαίως - ενάντια στους καθωσπρεπισμούς και τις κοινωνικές συμβάσεις. Και στηλιτεύει τον κόσμο των πλουσίων, όχι βεβαίως εις βάθος και με καμία "επαναστατική" διάθεση, απλώς ως βαρετό, ρηχό και ξενέρωτο. Προφανώς βρισκόμαστε σε δείγμα του "δημοκρατικού Χόλιγουντ", αφού κάπου υπάρχει και η σπόντα ότι οι "αρνητικοί" χαρακτήρες είναι ρεπουμπλικάνοι.
Δεν ενθουσιάστηκα, δεν το θεωρώ τίποτα σπουδαίο, ωστόσο το βρήκα σχετικά αξιοπρεπές και πέρασα (εξ ίσου σχετικά) καλά. Αυτά.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2018

ΤΑ "NEXT" 2 ΛΕΠΤΑ.

Ο Φίλιπ Ντικ έχει βεβαίως πάμπολλες φορές τροφοδοτήσει το σινεμά επιστημονικής φαντασίας με τις συχνά απίστευτες ιδέες του. Ωστόσο ελάχιστα από αυτά τα φιλμ βγήκαν καλά. Υπάρχει, φαίνεται, κάτι στα κείμενά του που "δεν μεταφέρεται" στο σινεμά (ή, όντας η αρχική ιδέα πιασάρικη, πέφτουν σαν κοράκια οι παραγωγοί και λοιποί διασκευαστές και της αλλάζουν τα φώτα για να πουλήσει). Το "Next" που γύρισε ο Lee Tamahori το 2007 δεν αποτελεί εξαίρεση. Εντάξει, βλέπεται σχετικά ευχάριστα, αλλά μέχρις εκεί. Και υπάρχει και ο πρωταγωνιστής Νίκολας Κέιτζ, ο οποίος, για πολλούς τουλάχιστον, δεν κάνει τα πράγματα καλύτερα.
Ο ήρωας λοιπόν έχει ένα παράξενο χάρισμα: Μπορεί να βλέπει τι θα συμβεί τα δύο (μόλις) επόμενα λεπτά. Αυτό βεβαίως μπορεί νε είναι καλό για να κλέβει πού και πού στο καζίνο, από εκεί και πέρα όμως μόνο προβλήματα μπορεί να του δημιουργήσει. Η μεγαλύτερη αγωνία του όμως είναι μήπως ανακαλύψουν την ιδιότητά του, διότι τότε... μάλλον ο στρατός τον πάει για πειράματα. Γι' αυτό και την κρύβει με κάθε τρόπο. Ωστόσο θα έλθει η ώρα που το FBI θα τον ανακαλύψει, επειδή τον χρειάζεται: Τρομοκράτες απειλούν να τινάξουν στον αέρα το Λος Άντζελες με μια πυρηνική βόμβα που έχουν κρυφά μεταφέρει εκεί. Συγχρόνως υπάρχει και μια κοπέλα που ο ήρωάς μας ονειρεύεται πριν καν τη συναντήσει, η οποία φαίνεται ότι τον κάνει να (προ)βλέπει κάποια πράγματα σε πιο απομακρυσμένο χρονικό ορίζοντα...
Όπως συχνά συμβαίνει σε φιλμ του είδους, η αρχική ιδέα είναι πολύ ενδιαφέρουσα, πολύ σύντομα όμως διαπιστώνουμε ότι η σκηνοθετική πρόθεση είναι να φτιαχτεί μία ακόμα ταινία δράσης. Κυνηγητά, πυροβολισμοί, σασπένς με τη βόμβα, ένας Κάειτζ να... πολλαπλασιάζεται σε πολλούς εαυτούς για να ακολουθήσει διαφορετικά μονοπάτια γεγονότων για να επιλέξει το σωστό... και άλλα τέτοια. Όσο για το σενάριο, δεν νομίζω ότι είναι και πολύ πιστευτό με όλα αυτά που επιτυγχάνει ο ήρωάς μας με τόσο μικρή χρονική πρόβλεψη... και γενικά νομίζω ότι υπάρχουν κάμποσες σεναριακές τρύπες σε σχέση με την ικανότητα του πρωταγωνιστή και το πώς αυτή λειτουργεί. Όσο για τη θαυματουργή επίδραση της κοπέλας... ε, να μην υπάρχει και το απαραίτητο ρομαντικό στοιχείο; (το οποίο, σε κάποιο σημείο του φιλμ γίνεται μια - σύντομη ευτυχώς- επανάληψη της "Μέρας της Μαρμότας").
Γενικά, σας είπα στην αρχή: Η ώρα περνάει μάλλον ευχάριστα, αν όμως έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε τότε να το κάνετε!

Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2018

"THE DISASTER ARTIST": ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ED WOOD...

Στην αχανή ιστορία του κινηματογράφου να είστε σίγουροι ότι δεν υπήρξε μόνο ένας Ed Wood, του οποίου το "Plan 9 from Outer Space" θεωρείται από πολλούς "η χειρότερη ταινία όλων των εποχών". Τη "δόξα" αυτή μοιράζονται - πιστέψτε με - πολλοί άλλοι. Με σχετικά πρόσφατο παράδειγμα τον κάτι-παραπάνω-από-εκκεντρικό Tommy Wiseau, ο οποίος εμφανίστηκε κυριολεκτικά από το πουθενά το 2003 με την πραγματικά απίστευτη ταινία "The Room", η οποία αναμετρήθηκε ευθέως με το "Plan 9" για το... στέμμα της χειρότερης ταινίας ever! Το 2017 ο ηθοποιός και σκηνοθέτης James Franco γυρίζει το "The Disaster Artist", με τον ίδιο ως (εξαιρετικό) πρωταγωνιστή, και αφηγείται την ιστορία του Wiseau και τα... επικά γυρίσματα του "The Room" όσο πιο πιστά μπορεί.
Ο Γκρέγκ Σεστέρο είναι ένας νεαρός στο Σαν Φρανσίσκο που ποθεί διακαώς να γίνει ηθοποιός. Σε κάποιο μάθημα υποκριτικής γνωρίζει τον  Wiseau, έναν εντελώς sui generis και παντελώς μυστηριώδη τύπο: Φορά μονίμως μαύρα γιαλιά, μαύρα δερμάτινα, έχει κατάμαυρα, πολύ μακριά μαλλιά, πολύ βαριά και απροσδιόριστη προφορά, αρνείται να αποκαλύψει την καταγωγή και την ηλικία του (ισχυρίζεται ότι τάχα είναι από τη Νέα Ορλεάνη) και, το πιο παράξενο, είναι πολύ πλούσιος, δίχως τίποτα πάνω του ή στην καθημερινή ζωή του να δείχνει κάτι τέτοιο. Επίσης είναι απόλυτα μοναχικός. Ο περίεργος αυτός τύπος θα προσκολληθεί στον Σεστέρο, τον οποίο θεωρεί όχι μόνο τον καλύτερο, αλλά και τον μοναδικό του φίλο (δίχως να υπάρχει κάτι ομοφυλοφιλικό στη σχέση τους, εκτός αν πρόκειται για πολύ κρυφό πόθο, ο οποίος πάντως ουδέποτε εκδηλώνεται με οποιοδήποτε τρόπο), θα του υποσχεθεί τα πάντα και θα μετακομίσουν και θα συγκατοικήσουν στη Μέκκα του κινηματογράφου, το Λος Άντζελες, όπου ο Wiseau, παντελώς άγνωστο πώς, διαθέτει μεγάλο διαμέρισμα. Εκεί θα αρχίσει να γράφει το σενάριο μιας ταινίας, στην οποία θα είναι επίσης ο σκηνοθέτης, ο πρωταγωνιστής (μαζί με τον Σεστέρο) και ο παραγωγός, ενώ τα χρήματά του φαίνονται ανεξάντλητα. Προσοχή : Όλα αυτά είναι απόλυτα αληθινά!
Η ταινία καταγράφει με τον πιστότερο δυνατό τρόπο τα μυθικά γυρίσματα του εξ ίσου μυθικού φιλμ. Η προσωπικότητα, η προέλευση και η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Wiseau παραμένουν κάτι παραπάνω από μυστηριώδεις (μυστήρια που παραμένουν μέχρι σήμερα άλυτα), τα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τα πλατό προκαλούν όλη την πιθανή γκάμα συνναισθημάτων, από συγκίνηση, αμηχανία έως ασυγκράτητο γέλιο και οι σκηνές του "The Room" ξεναγυρίζονται από τον Franco με θαυμαστή πιστότητα, όπως θα διαπιστώσουμε έκθαμβοι στα credits του τέλους, οπου αντιπαρατίθενται οι σκηνές που γύρισε ο Franco με αυτές της πραγματικής ταινίας. Το "The Room" είναι, άθελά του προφανώς, αφού ο Wiseau ήθελε να γυρίσει ένα... δράμα α λα Τενεσί Ουίλιαμς, πραγματικά ξεκαρδιστικό, και παραμένει απόλυτο cult με διαρκείς μεταμεσονύκτιες προβολές όπου γίνεται χαμός. Όσο για το "Disaster Artist", πέρα από το αλλόκοτο του χαρακτήρα του ήρωα και το γέλιο που θα προκαλέσει σε αρκετά σημεία του, καταδεικνύει συγχρόνως και το πάθος και την αγάπη κάποιων "βαρεμένων", αλλά και ονειροπόλων σε τελική ανάλυση τύπων για το σινεμά. Και απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ, αφού πρόκειται για ταινία που μιλά αποκλειστικά για μια άλλη ταινία και, εντέλει, για το ίδιο το σινεμά.


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2018

"ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ": ΟΤΑΝ Ο TODD HEYNES ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΙ...

Να λοιπόν που ήρθε η ώρα να με απογοητεύεσι για πρώτη φορά ο πολύ αξιόλογος Todd Haynes με το "Δωμάτιο των Θαυμάτων" (Wonder struck) που γύρισε το 2017, διασκευάζοντας για την οθόνη ένα επιτυχημένο εφηβικό μυθιστόρημα.
Το φιλμ παρακολουθεί τις παράλληλες πορείες δύο παιδιών με προβλήματα ακοής. Μόνο που η μία εκτυλίσεται στο μακρυνό 1927 ενώ η άλλη στο κοντινότερο 1977. Ο Haynes κινηματογραφεί την παλιά ιστορία ασπρόμαυρη και την πιο σύγχρονη έγχρωμη. Στην πρώτη ένα κωφάλαλο κοριτσάκι το σκάει από το σπίτι του και περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη αναζητώντας μια σταρ της εποχής του βωβού, η οποία είναι το ίνδαλμά του. Στην άλλη, την πιο πρόσφατη, ένα επίσης κουφό αγοράκι το σκάει επίσης για τη Νέα Υόρκη, όπου αναζητά τον πατέρα του, ο οποίος δουλεύει σε μουσείο φυσικής ιστορίας. Οι δύο ιστορίες θα συναντηθούν στο τέλος με συγκινητικό τρόπο.
Το κοινά στοιχεία που έχουν τα δύο παιδιά (εκτός της έλλειψης ακοής) είναι η αναζήτηση μιας οικογένειας - καταφύγιου. Εκτός αυτού όμως στην ταινία υπάρχει διάχυτη και μια έντονη κινηματογραφοφιλική διάσταση, αφού το ίδιο το σινεμά παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη, αλλά και γενικότερα υπάρχει νοσταλγική ατμόσφαιρα. Η οικογένεια βεβαίως είναι η ασφάλεια. Πάντως το καταφύγιο για τα παιδιά μπορεί να είναι όχι μόνο η τέχνη (ο κινηματογράφος), αλλά και η επιστήμη στην περίπτωση της ιστορίας των 70ς. Η ταινία θυμίζει αρκετά σαν γενική ατμόσφαιρα το "Hugo" του Σκορσέζε, πράγμα που δεν είναι καθόλου τυχαίο, αφού κι αυτό βασίζεται σε μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα, του Μπράιαν Σέλζνικ. Το "Hugo" όμως μου άρεσε πολύ περισσότερο.
Νομίζω ότι το πρόβλημα έγκειται στη χαλαρή, flat αφήγηση. Μου φαίνεται ότι λείπει το απαραίτητο σασπένς που θα κρατήσει τον θεατή. Έτσι σε γενικές γραμμές μάλλον βαρέθηκα κατά τη διάρκειά της (που είναι σχεδόν 2 ώρες) και η κορύφωση του τέλους, όταν η συγκίνηση ανεβαίνει, έρχεται πολύ αργά, αφού μέχρι τότε, όπως είπα, η εξέλιξη της ιστορίας μου φάνηκε αρκετά πλαδαρή.
Τι να πω; Ίσως δεν είναι στο στιλ του πάντοτε τολμηρού και ανατρεπτικού Haynes να κινηματογραφεί μια τρυφερή, γλυκειά, νοσταλγική, εφηβική ιστορία. Και μάλλον γι' αυτό αποτυγχάνει (κατά τη γνώμη μου πάντοτε, γιατί κάποιοι ξέρω ότι θα συγκινηθούν). Δεν πειράζει. Παραμένει σημαντικός σκηνοθέτης και ελπίζω να ξαναβρεί προσεχώς τον καλό (και "επικίνδυνο") εαυτό του.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2018

"1968": ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ, Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ... ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΞ

Αν και ελάχιστα φίλαθλος, γνώριζα ότι το 1968 η ΑΕΚ είχε κατακτήσει το ευρωπαϊκό Κύπελλλο Κηπελλούχων στο μπάσκετ νικώντας στην Αθήνα την Σλάβια Πράγας, γεγονός που αποτέλεσε τον πρώτο θρίαμβο του ελληνικού αθλητισμού σε διεθνές επίπεδο. Το 2018, 50 χρόνια μετά, ο Τάσος Μπουλμέτης αναλαμβάνει να μεταφέρει στην οθόνη το γεγονός με την ταινία "1968". Θα μπορούσε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ, εκείνος όμως επιλέγει να φτιάξει ένα σχετικά ασυνήθιστο κράμα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας και, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, νομίζω ότι τα καταφέρνει.
Το φιλμ μας δείχνει τις σημαντικότερες (αληθινές) φάσεις από τον τελικό, με τον αυθεντικό ραδιοφωνικό σχολιασμό της εποχής. Επίσης παίρνει συνεντεύξεις από όσους από τους παίκτες (και τους τσέχους) ζουν, τους προπονητές κλπ. Ταυτόχρονα, γύρω από αυτόν τον κορμό, στήνει και ένα καθαρά μυθοπλαστικό παιχνίδι. Σκηνές από τα "παρασκήνια", με σύγχρονους ηθοποιούς να ενσαρκώνουν τους τότε παίχτες, αλλά και απλούς ανθρώπους που συγκεντρώνονται σε ένα πρακτορείο ΠΡΟΠΟ για να ακούσουν ραδιοφωνικά το ματς, δείχνοντάς μας τις προσωπικές τους ιστορίες (όλες κινούνται και κάπως σχετίζονται με τον τελικό).
Με το καθαρά ντοκιμαντερίστικο στοιχείο αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον των (σημερινών) φιλάθλων και δείχνει μια ξεχωριστή σελίδα του ελληνικού αθλητισμού. Με το άλλο, το μυθοπλαστικό, προσπαθεί να μιλήσει για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εποχής (ας μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην αρχή ακόμα της χούντας - οπότε μιλά και για τους διωγμούς των αριστερών και τότε, αλλά και στις προηγούμενες μεταπολεμικές δεκαετίες - και ότι, γενικά, η χώρα διένυε μια σκοτεινή εποχή). Οι ιστορίες μερικές φορές είναι δραματικές ή/και συγκινητικές και άλλες πάλι ευτράπελες. Και, με την ευκαιρία, πηγαίνει πίσω στην ελληνική ιστορία, πριν τη μικρασιατική καταστροφή, δείχνοντάς μας πώς δημιουργήθηκε η ΑΕΚ στην Κωνσταντινούπολη και πώς "μετακόμισε", μετά τους ποικίλους διωγμούς, στην Αθήνα (ο Μπουλμέτης, όπως λέει ο ίδιος, είναι άλλωστε οπαδός της). Και τελικά βγαίνει το συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο πρωτοφανές αθλητικό έστω γεγονός καταφέρνει να ενώσει όλους ανεξαιρέτως τους έλληνες, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους και με το αν είναι με τους νικητές ή με τους ηττημένους.
Βρήκα μερικές από τις διαπλεκόμενες αυτές ιστορίες κάπως "εύκολες", ωστόσο με το τέχνασμα αυτό καταφέρνει να κινήσει το ενδιαφέρον ακομα και ενός μη φίλαθλου, όπως εγώ. Και, βέβαια, και τα πολιτικά σχόλια τόσο για την εποχή όσο και για την ελληνική ιστορία γενικότερα, είναι αρκετά.
Δεν ενθουσιάστηκα από το φιλμ, το βρήκα όμως συμπαθητικό και σίγουρα δεν με απογοήτευσε. Και, νομίζω, ότι ο τρόπος που βρήκε ο σκηνοθέτης για να αφηγηθεί αυτή την ιστορία είναι σίγουρα έξυπνος και αρκετά αποτελεσματικός.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2018

Η "FRANCES" ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΟΧΗΣ

O Graeme Clifford είναι κυρίως τηλεοπτικός, με ελάχιστες κινηματογραφικές ταινίες στο ενεργητικό του. Ωστόσο το 1982 γυρίζει το "Frances" ("Φράνσις, μια αδέσμευτη γυναίκα"), με μια εξαιρετική Τζέσικα Λανγκ στο βασικό ρόλο.
Πρόκειται για αληθινή (και συγκλονιστική) ιστορία: Την ιστορία της Φράνσις Φάρμερ, γνωστής (και πολύ όμορφης) ηθοποιού στα τέλη της δεκαετίας του 30 και στις αρχές του 40. Λόγω όμως της ανεξάρτητητς συμπεριφοράς της, της περιφρόνησής της για το Χόλιγουντ και τους "κανόνες" του, των σχέσεών της με άτομα "παράξενων" πολιτικών πεποιθήσεων και του αλκοολοισμού της που χειροτέρευε, η καριέρα της θα καταστραφεί. Ακόμα χειρότερα, με σύμφωνη γνώμη της καταπιεστικής της μητέρας, που αδυνατούσε να "επιβλέπει" τα πάντα στη ζωή της, θα κλειστεί αρκετές φορές σε ψυχιατρείο, την τελευταία φορά μάλιστα για κάποια χρόνια. Θα βγει "αναβαθμισμένη" και, από τα τέλη της δεκαετίας του 50 θα παίξει σε πολύ λίγες ακόμα ταινίες, αλλά θα έχει για 6 χρόνια μια πετυχημένη τηλεοπτική εκπομπή.
Ίσως η ταινία να "ηρωοποιεί" την Φράνσις και να τονίζει την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάντια στα κάθε λογής "χρηστά ήθη" (πολιτικά και μη). Δεν νομίζω ότι έχει τόση σημασία η αληθινή ιστορία της ταλαντούχας ηθοποιού (ποτέ δεν μάθαμε Ιστορία από το σινεμά άλλωστε. Αλλού να ψάξετε για κάτι τέτοιο). Ωστόσο τονίζει τις συμβάσεις, τις απαγορεύσεις, την καταπίεση τελικά (που φτάνει στα όρια της φυσικής εξόντωσης) μιας "καθώς πρέπει", καταπιεστικής κοινωνίας, τουλάχιστον της παλιότερης Αμερικής. Η Φράνσις της ταινίας δεν δέχεται τους κανόνες της κοινωνίας αυτής. Από τα 16 της ήδη γράφει σε σχολική έκθεση ότι είναι άθεη. Σαν ηθοποιός ασφυκτιά στους χολιγουντιανούς κανόνες και, κυρίως, στη χολιγουντιανή εικόνα που "μαγειρεύεται" παρά τη θέλησή της. Αποδέχεται ένα ταξίδι στη Μόσχα (θού κύριε) για να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις και μαθήματα (αυτό κι αν δεν μπορούν να χωνέψουν οι αμερικάνοι του '30). Αρνείται σθεναρά την καταπίεση και τον έλεγχο της ζωής της από τη μητέρα της. Ε, για όλα αυτά θα πρεπει να τιμωρηθεί. Θα πρεπει να πάψει να υπάρχει ή, τουλάχιστον, να πάψει να είναι σταρ.
Το φιλμ παίρνει έντονη θέση ενάντια στους καταπιεστικούς μηχανισμούς μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορά και δείχνει με τολμηρό τρόπο κάποια από τα σκοτεινά παρασκήνια της χολιγουντιανής γκλαμουριάς. Και, το είπαμε ήδη, μια που η Λανγκ είναι θαυμάσια (αλλά και ο σύζυγός της και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ), νομίζω ότι συνίσταται. Αν τουλάχιστον θέλετε να ξέρετε για κάποιες σκοτεινές πτυχές της (παλιότερης έστω) Αμερικής.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2018

Ο "ZAMA" ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΔΥΣΤΟΠΙΑ

"Zama" λέγεται η ταινία που γύρισε το 2017 η αργεντινή Lucrecia Martel και βασίζεται σε σημαντικό (όπως μαθαίνω, διότι εγώ δεν το έχω διαβάσει) μυθιστόρημα της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Περιγράφει μια δυστοπία ή, αν θέλετε, ένα είδος "καθόδου στην κόλαση" σε μια ξεχασμένη, φτωχή ισπανική αποικία  κάπου στη Λατινική Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ισπανός αξιωματικός διορισμένος εκεί. Ο διαρκής πόθος του είναι να πάρει μετάθεση και να επιστρέψει στην Ισπανία και στην αγαπημένη του γυναίκα και τα παιδιά του. Όσο όμως κι αν προσπαθεί / παρακαλεί τον κυβερνήτη και άλλους υψηλόβαθμους, η πολυπόθητη μετάθεση δεν φτάνει ποτέ. Στο μεταξύ γνωρίζει άγονους έρωτες και μικρής σημασίας επιτυχίες στην καριέρα του (αλλά και αποτυχίες). Όταν καλείται να συλλάβει έναν διαβόητο ληστή που λιμαίνεται την περιοχή (και ο οποίος ίσως να είναι και μυθικό πρόσωπο), αρχίζει η αληθινή κατάβασή του στην κόλαση.
Η ταινία καταγράφει το υπαρξιακό αδιέξοδο του ήρωα, τη σύγκρουση ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία του, τη μάταιη αναμονή για ένα καλύτερο αύριο. Η ζωή αναλώνεται περιμένοντας κάτι που δεν έρχεται ποτέ. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια διαρκώς πνιγηρή ατμόσφαιρα, δοσμένη με μουντά, "ξεθωριασμένα" χρώματα. Ο ωμός ρεαλισμός συνυπάρχει με ονειρικές εικόνες και η όλη μιζέρια και φτώχεια του μέρους με τη μεταφυσική διάσταση ενός μαγικού κόσμου, αυτού των ιθαγενών. Όλα αυτά συμβαίνουν με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, που επιτείνουν την πνιγηρότητα της ταινίας, ενώ σε κάποια σημεία η αφήγηση γίνεται ακατανόητη (δίχως αυτό να αποτελεί, νομίζω, πρόβλημα). Γενικά βρίσκω ότι το φιλμ έχει ενδιαφέρον και είναι αρκετά πρωτότυπο, αλλά ομολογώ ότι με κούρασε αρκετά. Γενικά απευθύνεται αποκλειστικά σε σινεφίλ (υπομονετικούς σινεφίλ). Δεν έχω πρόβλημα με τους αργούς ρυθμούς, αλλά γενικά δεν ενθουσιάστηκα κιόλας.
Αφήνω τελευταία τη σύγκριση, που αυθόρμητα μου ήρθε στο νου, με το περίφημο "Αγκίρε" του Χέρτσογκ. Ίδιο εξωτικό περιβάλλον, επίσης παλιά εποχή και, κυρίως, η ίδια κατάβαση στην κόλαση του τρελού (ή τρελαμένου από τον πόθο για εξουσία) ήρωα όσο προχωρά η ταινία (αν και στο "Ζάμα" ο ήρωας είναι εντελώς διαφορετικός σαν χαρακτήρας και με διαφορετικά κίνητρα). Ίδια δομή σε γενικές γραμμές. Ωστόσο το φιλμ του Χέρτσογκ μου αρέσει πολύ περισσότερο.
Άσχετα με όλα αυτά πάντως το "Zama" δεν παύει να είναι πολύ ιδιαίτερο και γι' αυτό ενδιαφέρον, έστω και για περιορισμένο κοινό.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 01, 2018

"FINDING NEVERLAND" : ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΤΕΡ ΠΑΝ...

Τον "Πίτερ Παν", ήρωα σε ένα από τα γνωστότερα παιδικά βιβλία όλων των εποχών, τον γνωρίζουν όλοι. Τον συγγραφέα του βιβλίου όμως, τον J.M. Barrie, πολύ λίγοι. Την ιστορία του - και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε το βιβλίο, διερευνά η ταινία "Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ" (Finding Neverland), που γύρισε το 2004 ο Marc Forster, με τον Τζόνι Ντεπ και την Κέιτ Γουίνσλετ στους βασικούς ρόλους. Και την Τζούθι Κρίστι ως πεθερά!
Στο Λονδίνο των αρχών του 20ού αιώνα ο γνωστός θεατρικός συγγραφέας Τζέιμς Μπάρι δεν τα πάει και πολύ καλά τελευταία, καθώς το πρόσφατο έργο του είναι αποτυχία, ενώ στο σπίτι οι σχέσεις με τη γυναίκα του είναι απλώς τυπικές. Κάπου εκεί γνωρίζει μια γοητευτική χήρα με 4 παιδιά, όλα αγόρια. Αυτό που ο συγγραφέας "ερωτεύεται" κεραυνοβόλα δεν είναι η γυναίκα αλλά, παραδόξως, η συναναστροφή και το ατελείωτο παιχνίδι με όλη την οικογένεια και κυρίως με τα παιδιά. Ίσως επειδή ο ίδιος δεν έχει, επινοεί όλο και πιο ευφάνταστους τρόπους να τα διασκεδάζει - και, βέβαια, να διασκεδάζει κι ίδιος. Οι σχέσεις τους με την οικογένεια θα γίνονται όλο και στενότερες, τα κουτσομπολιά θα φουντώσουν (παρά το ότι η σχέση με τη χήρα παραμένει πλατωνική), ενώ οι άλλες σχέσεις, αυτές με τη γυναίκα του, θα φτάσουν σε απόλυτο αδιέξοδο. Κάπου εκεί, ως απόλυτο δώρο στην αγαπημένη του οικογένεια, θα αρχίσει να γράφει το (αρχικά) θεατρικό έργο, εμπνευσμένο από τα καλοκαιρινά του παιχνίδια με τα παιδιά, που θα γίνει το αριστούργημά του. Όμως η τραγωδία παραμονεύει...
Δεν θα δείτε, φυσικά, την ιστορία του Πίτερ Παν και της μυθικής Χώρας του Ποτέ. Θα παρακολουθήσετε όμως μια πραγματικά συγκινητική ιστορία, η οποία μάλιστα θέτει διάφορα θέματα. Όπως αυτό της παραδοξότητας του καλλιτέχνη και της ουσιαστικής (σε ηθικό επίπεδο) απόρριψής του από το ευρύ κοινό, το οποίο συνήθως δεν είναι σε θέση να αντιληφτεί τις παράξενες στροφές του μυαλού και της ψυχής του. Ή το παιδί που κρύβεται σε κάθε ενήλικα και πασχίζει να ξαναβρεί τον παλιό, ξένοιαστο κόσμο της παιδικότητας και του παιχνιδιού κόντρα στον στεγνό, γεμάτο "πρέπει" κόσμο της καθημερινότητας. Κι αν τύχει ο συγκεκριμένος ενήλικας να είναι και καλλιτέχνης, μπορεί να αψηφήσει κάθε σύμβαση.
Πέρα απ' αυτά παρακολουθούμε μια ευαίσθητη, τρυφερή ιστορία, αλλά και δακρύβρεκτη (ίσως μια ανάσα από το μελό). Αν λοιπόν προς στο τέλος νοιώσετε να σας ξεφεύγει και κανένα δάκρυ, μη ντραπείτε,. Έχει συμβεί σε πολλούς με την ταινία αυτή. Σε γενικές γραμμές πάντως να θυμάστε ένα πράγμα: Η τέχνη (μπορεί να) είναι και καθαρά θέμα παιχνιδιού. Να βγάζουμε δηλαδή στην επιφάνεια την ανάγκη μας να παίξουμε!

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2018

ΤΟ "ΜΑΓΚΝΟΥΜ 44" ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΝ "ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ ΚΑΛΑΧΑΝ"

Ο πρώτος "Επιθεωρητής Κάλαχαν" (Dirty Harry) γνωρίζει επιτυχία. Έτσι, δύο χρόνια μετά, το 1973, γυρίζεται ένα σίκουελ, πράγμα καθόλου "αυτονόητο" την εποχή εκείνη, όπως συμβαίνει με όλο και πιο κουραστικό τρόπο σήμερα. Αυτή τη φορά σκηνοθέτης είναι ο κυρίως τηλεοπτικός Ted Post (1918-2013) και η ταινία λέγεται "Magnum Force" (Ένα Μάγκνουμ 44 για τον Επιθεωρητή Κάλαχαν). Και εδώ η φιλοσοφία του φιλμ αλλάζει ρότα σε σχέση με αυτή της πρώτης, σαφώς αντιδραστικής ταινίας.
Σ' αυτό εδώ το φιλμ ο γνωστός επιθεωρητής (ο Κλιντ Ίστγουντ πάντοτε βεβαίως) είναι πάντα... ο γνωστός επιθεωρητής. Με τους δικούς του τρόπους δράσης και την δική του προσωπική περί δικαίου αντίληψη (αυτοδικία λέγεται κανονικά). Πλην όμως εδώ τα γεγονότα είναι too much ακόμα και γι' αυτόν αφού, όπως σύντομα θα διαπιστώσουμε, κάποιος ή κάποιοι έχουν πάρει το νόμο στα χέρια του/τους σκοτώνοντας με το παραμικρό διάφορους "κακούς". Ο ατρόμητος επιθεωρητής αυτή τη φορά λοιπόν δεν θα πάρει το νόμο στα χέρια του, αλλά θα βαλθεί να ανακαλύψει αυτόν / ούς που τον έχουν ήδη πάρει με το έτσι θέλω. Και βέβαια  η δράση θα αρχίσει για τα καλά.
Η ταινία είναι, όπως και η πρώτη, καλογυρισμένη και κρατά νομίζω τον θεατή. Και υπάρχει πάντοτε κι αυτή η νοσταλγική (για κάποιους, τέλος πάντων) "σεβεντίλα", οπότε κερδίζει κι άλλους πόντους. Ο Κλιντ θα επαναλάβει τις θανατηφόρες ατάκες του (μερικές προηγούνται αληθινών θανάτων), το πιστολίδι και τα κυνηγητά με αυτοκίνητα θα έχουν την τιμητική τους και όλοι θα το ευχαριστηθούμε.
Το εντυπωσιακό όμως είναι, όπως έγραψα στην αρχή, η αλλαγή ματιάς. Δεν ξέρω τι συνέβει.  Ίσως κάποιοι να μην άντεξαν την αντιδραστική θέση του πρώτου φιλμ και να συμβούλευσαν για αλλαγή. Έτσι εδώ ο σκληροτράχηλος Κάλαχαν, ο οποίος πάντοτε κατηγορείται για αυτοδικία, κυνηγά τύπους που θεωρούν την αυτοδικία αυτονόητη, πολύ περισσότερο από τον ίδιο, και μάλιστα ξεστομίζει και λογύδρια για να τους βάλει στη θέση τους. Φυσικά και ο ίδιος εξακολουθεί να αυτοδικεί (οπότε κάπου υπάρχει και μια αυτοαναίρεση), πλην όμως, όπως και να το κάνουμε, ο εχθρός είναι πολύ χειρότερος...
Τέλος πάντων, πέρα από τις ιδεολογικές συζητήσεις, η ταινία παραμένει νομίζω απολαυστική, αν μάλιστα λάβουμε σοβαρά υπ΄όψιν ότι γυρίστηκε σε μια εποχή που ουδείς είχε ακόμα μπαφιάσει από όλες αυτές τις "καταιγιστικές δράσεις" που έχουν τον πρώτο ρόλο στα μισά σύγχρονα χολιγουντιανά φιλμ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2018

Ο "SUPERMAN II" ΚΑΙ ΟΙ... ΤΡΕΙΣ ΚΑΚΟΙ

Σας έχω πει κάποτε ότι ποτέ δεν υπήρξα φαν του Σούπερμαν και ποτέ δεν με συγκίνησαν οι πρώτες ταινίες της σειράς (αυτές των 70ς - 80ς). Ούτε και οι επομενες βέβαια, οι "σοβαρότερες΄" υποτίθεται, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Από την άλλη ο Richard Lester υπήρξε ο σημαντικός σκηνοθέτης των 60ς, αντιπροσωπευτικός της δεκαετίας αυτής, το 1980 όμως τον βρίσκει παρακμασμένο να γυρίζει το "Superman II", για μένα εξ ίσου αφελές και αδιάφορο με το πρώτο - και χωρίς τον Μάρλον Μπράντο.
Όπου τα κακά που συμβαίνουν είναι πολλαπλά: Από τη μία ο Σούπερμαν αποκαλύπτει την ταυτότητά του στη Λόις (αυτό δεν είναι τίποτα) και αποφασίζει να χάσει τις δυνάμεις του και να γίνει θνητός για να ζήσει μαζί της (αλλιώς δεν γίνεται να ερωτευτεί "σαν άνθρωπος", αφού ούτως ή άλλος δεν είναι τέτοιος). Από την άλλη οι τρείς κακοί Κρυπτονιανοί πρώην αιχμάλωτοι απελευθερώνονται, ανακαλύπτουν τα ίχνη του και καταφτάνουν στη γη για να τον εξοντώσουν και να εκδικηθούν. Και βέβαια τη γη την καταλαμβάνουν πάραυτα, ταπεινώνουν τον αμερικάνο πρόεδρο και εγκαθιδρύουν στυγνή δικτατορία. Πώς θα τους αντιμετωπίσει ο ερωτοχτυπημένος και γι' αυτό αδύναμος Σούπερμαν;
Φυσικά η αντιμετώπιση του όλου θέματος είναι και πάλι (όπως στο πρώτο εννοώ) παιδική και εξαιρετικά αφελής. Κάποιοι πάνε... με τα πόδια ή με αερόστατο (στην καλύτερη περίπτωση) στον Βόρειο Πόλο, κάποιες δυνάμεις ανακτώνται εξαιρετικά εύκολα, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται γελοία σε στιγμές ύστατης καταστροφής, όλοι οι χαρακτήρες (και οι τρεις κακοί και ο απαραίτητος Λούθερ - Τζιν Χάκμαν) είναι καρικατούρες κλπ. κλπ. Φυσικά όλα αυτά δίνονται με κάποιο χιούμορ, υποτίθεται ότι είναι αστεία και δικαιολογούν τις όλο και πιο καρικατουρίστικες καταστάσεις, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν σώζει την κατάσταση. Τουλάχιστον εδώ ο ηρωικός Σούπερμαν δεν ενώνει με το σώμα του το... ρήγμα του Αγίου Ανδρέα αποτρέποντας την καταβυθιση της Καλιφόρνιας...
Νομίζω ότι προορίζεται αποκλειστικά για παιδιά ή για όσους ερωτεύτηκαν τη σειρά όταν ήταν παιδιά (ή, τέλος πάντων, όταν βρίσκονταν στην τρυφερή εφηβεία τους). Δεν νομίζω όμως ότι κι αυτό το δεύτερο φιλμ του εμβληματικού υπερήρωα θα λειτουργήσει σε ανθρώπους που το πρωτοβλέπουν ενήλικες... Για να μην αναφέρω τίποτα για τα παντελώς ξεπερασμένα εφέ (πράγμα που θα μου ήταν αδιάφορο αν τα υπόλοιπα έστεκαν).

Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2018

"HOPSCOTCH" : ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ



Να μια πραγματικά διασκεδαστική, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ταινία: Το "Hopscotch" (στην Ελλάδα ο τίτλος - καταπέλτης ήταν... "Η Αλεπού των Κατασκόπων"), που γύρισε το 1980 ο βρετανός Ronald Neame (1911-2010). Με τον Γουόλτερ Ματάου να παίρνει το φιλμ πάνω του και την υπέροχη (δυστυχώς με σπάνιες σχετικά εμφανίσεις) Γκλέντα Τζάκσον δίπλα του.
Ο ήρωας είναι ένας μεσήλικας σούπερ - κατάσκοπος, ο καλύτερος στην πιάτσα. Όταν ο γραφειοκράτης, στενόμυαλος και ξενέρωτος προϊστάμενός του αποφασίζει ουσιαστικά να τον παροπολίσει, αναθέτοντάς του δουλειά γραφείου και αποσύροντάς τον από τις αποστολές, εκείνος αποφασίζει να εκδικηθεί με τον τρόπο του και, ταυτόχρονα, να διασκεδάσει με τα όσα θα προκαλέσει στην (πρώην) μυστική υπηρεσία του. Και, βέβαια, να βγάλει και κάποια λεφτά... Το σκάει λοιπόν αφήνοντας διαρκώς παραπλανητικά ίχνη και κάνοντας την υπηρεσία να υποψιάζεται τα πάντα γι' αυτόν (και τη ρωσική αντίστοιχη βεβαίως, διότι βρισκόμαστε στην εποχή που υπάρχουν ακόμα "κακοί ρώσοι κομουνιστές"), διαχέοντας λίγο - λίγο θανάσιμα μυστικά που ξεμπροστιάζουν τους πάντες... και ακολουθεί χάος.
Βρίσκω το φιλμ από τα πιο έξυπνα στην κατηγορία των κατασκοπικών παρωδιών. Αν και δεν πρόκειται ακριβώς για παρωδία. Η ιστορία είναι "σοβαρή", οι αποκαλύψεις, οι έρευνες, τα πάμπολλα και συχνά αντιφατικά στοιχεία, οι ανατροπές κλπ. είναι ακριβώς του είδους που υπάρχουν στις κλασικές ταινίες κατασκοπείας. Όλα είναι προσεκτικά επινοημένα και (σχετικά) αληθοφανή. Και βασίζονται βεβαίως στις σούπερ ικανότητες και γνώσεις του ήρωα. Οπότε αυτό που παρακολουθούμε είναι μια "κανονική" ταινία του είδους, πλην όμως όλα γίνονται όχι για να αποκαλυφτούν μυστικά ή να αποσοβηθούν θανάσιμοι κίνδυνοι, αλλά διότι κάποιος πρώην δικός τους μπάφιασε, σιχάθηκε τα όσα έκανε μέχρι τώρα και θέλει να κάνει πλάκα, να διασκεδάσει. Και μαζί του κι εμείς. Μακάρι να υπήρχαν τέτοιο πράκτορες στην πραγματικότητα και να ξεσκεπάζουν τη μπόχα της διεθνούς πολιτικής!
Από τη μία λοιπόν ο Ματάου είναι, όπως πάντα, πολύ καλός. Από την άλλη, με όλη αυτή τη σοβαροφανή δράση το φιλμ καταφέρνει να γελοιοποιήσει πλήρως τις εκατέρωθεν του τοίχους μυστικές υπηρεσίες και να ρίξει μπηχτές για το πόσο βρώμικος είναι ο ρόλος των πρακτόρων. Και να δείξει μάλιστα ότι κάποιοι αντίπαλοι κατάσκοποι από αμφότερα τα μπλοκ εκτιμούν κατά βάθος ο ένας τον άλλον. Στην ουσία είναι φίλοι. Διότι ο ήρωάς μας προτιμά σαφώς τον συνομίληκο αντίπαλό του ρώσο πράκτορα παρά το αφεντικό του. 
Με λίγα λόγια, όπως είπα στην αρχή, το διασκέδασα και απόλαυσα το κομψό του χιούμορ και τη (σχετικά) ανατρεπτική του διάθεση.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 25, 2018

ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ ΣΤΟ "MOLLY'S GAME"

Ο Alan Sorkin είναι γνωστός και βραβευμένος σεναριογράφος του Χόλιγουντ. Το 2017 σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία (σε δικό του σενάριο φυσικά), το "Molly's Game", βασισμένο σε αληθινή ιστορία.
Η ομώνυμη ηρωίδα μεγαλώνει σε εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας της είναι ψυχαναλυτής. Προορίζεται (κάποιες φορές με καταπιεστικό τρόπο) να γίνει πρωταθλήτρια του σκι, ώσπου κάποιο απρόσμενο ατύχημα της στερεί αυτή τη δυνατότητα. Όταν ενηλικιώνεται μετακομίζει στο Λος Άντζελες και γίνεται βοηθός ενός διοργανωτή αγώνων πόκερ. Ταλαντούχα, δυναμική και αποφασιστική, σύντομα θα τον παρακάμψει και κάνει δική της "επιχείρηση", εξαιρετικά προσοδοφόρα. Στις παρτίδες που στήνει, αποκλείστικά για ζάμπλουτους και διάσημους φυσικά, παίζονται εκατομμύρια δολάρια σε λίγες ώρες. Σταρ της μουσικής και του κινηματογράφου και επιχειρηματίες περνάνε τακτικά από το τσόχινο τραπέζι της. Ώσπου το 2013 συλλαμβάνεται από το FBI, για κατηγορίες μεταξύ των οποίων και η συνεργασία με τη ρώσικη μαφία (επίσης "πελάτες" της τον τελευταίο καιρό) και ένας δικαστικός αγώνας αρχίζει. Η ιστορία της Μόλι, τυπική αμερικάνικη ιστορία ανόδου και πτώσης, δείχνεται όχι γραμμικά, αλλά με διαρκή μπρος πίσω στο χρόνο.
Στο φιλμ κυριαρχεί η εξαιρετική Τζέσικα Τσαστέιν. Γι' αυτήν αξίζει σίγουρα να το δείτε. Από εκεί και πέρα, ενώ τη βρίσκω ενδιαφέρουσα ταινία, προσωπικά κουραστηκα λίγο με τη συνεχή ποκερική στο μισό και δικαστική στα άλλο μισό ορολογία. Επίσης με χάλασε κάπως η ψυχαναλυτική προσέγγιση στο τέλος, που έκανε πιο συμβατικό το φιλμ. Μικρό το κακό όμως. Διότι η ταινία δείχνει ανάγλυφα μια σειρά από παθογένειες και "παράπλευρες απώλειες" του σύγχρονου αδίστακτου οικονομικού συστήματος: Φυσικά αυτό που κυριαρχεί, έχοντας σχεδόν εξαφανίσει οποιοαδήποτε άλλη ανθρώπινη επιθυμία, είναι το πανίσχυρο όνειρο του εύκολου πλουτισμού. Η Μόλι, πανέξυπνη και δυναμική (και μάλιστα με ένα είδος προσωπικής τιμιότητας) θα το καταφέρει. Ποιο είναι όμως το τίμημα (πέραν της τελικής σύλληψης και πτώσης, εξ ίσου εύκολες και αστραπιαίες με την ιλιγγιώδη άνοδο); Δεν έχει καθόλου προσωπική ζωή, δεν γεύεται τον έρωτα (ούτε καν το σεξ), εθίζεται στα χάπια για να  μένει άυπνη και, τελικά, δεν μπορεί να κοιμηθεί κλπ. Ναι, τεράστια επιτυχία, μπορούμε να αποκτήσουμε ό,τι θέλουμε, η ποιότητα ζωής όμως;
Αυτά για την ηρωίδα. Υπάρχει όμως και ο περίγυρος. Οι παίκτες. Μια "ελίτ" αποτελούμενη από απίστευτους μαλάκες όλων των αποχρώσεων, οι οποίοι βεβαίως είναι πλούσιοι και διάσημοι, ειθσμένοι ή μη στο τζόγο. Είναι πραγματικά εξοργιστικό το πόσα εκατομμύρια ξοδεύονται σε μία βραδιά έτσι, για πλάκα, για την "απόλαυση" του τζόγου. Εκατομμύρια για πέταμα κυριολεκτικά. Όσο έβλεπα τις παρτίδες είχα διαρκώς στο κεφάλι μου τη σκέψη ότι μια αποτελεσματική βόμβα εκεί μέσα θα καλυτέρευε αισθητά την (υπόλοιπη) ανθρωπότητα... Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα "πινακοθήκη" από κάθε λογής γουρούνια που δεν διανοούνται τίποτα καλύτερο για να χρησιμοποιήσουν τα εκατομμύρια που τους περισσεύουν. Και ταυτόχρονα κομπάζουν, είναι εγωιστές, αδίστακτοι κλπ. κλπ. (ένας θα δηλώσει ότι παίζει επειδή "του αρέσει να καταστρέφει ζωές ανθρώπων"). Η μπόχα που αναδύει όλο αυτό το σάπιο (απόλυτα αποδεκτό νόμιμο κατά άλλα) σύστημα είναι αφόρητη και αφορά τις ανθρώπινες αξιες και μόνο.
Αυτά. Όχι κάποια μεγάλη ταινία, σίγουρα όμως ενδιαφέρουσα. Και με εξαιρετική ηθοποιία, το είπαμε...

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2018

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ, ¨ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΙ ΧΩΡΟΙ" ΚΑΙ... ΣΙΡΙΑΛ ΚΙΛΕΡΣ ΣΤΑ "ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΑ ΟΣΤΑ"

Συγνώμη αν απογοητεύω κάποιους φαν της ταινίας, αλλά θεωρώ ότι ο ικανότατος (παρά το βαρετό τρίτο Hobbit) Peter Jackson έκανε με το "Lovely Bones" (Παραδεισένια Οστά) του 2009 μάλλον τη χειρότερη ταινία του. Η ιδέα είναι σχετικά πρωτότυπη, αλλά φοβάμαι ότι αυτό δεν φτάνει.
Η αφηγήτρια είναι ένα 14χρονο κορίτσι που έχει δολοφονηθεί από έναν γείτονα της οικογένειάς της. Με αφήγηση που προχωρά μπρος - πίσω στο χρόνο γνωρίζουμε τις συνθήκες της δολοφονίας της και την μέχρι τότε καθημερινότητά της: Τις σχέσεις με την οικογένειά της, τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα κλπ. Το θέμα είναι ότι μετά το θάνατό της η κοπέλα έχει παγιδευτεί σε ένα "μη-τόπο", κάπου "έξω από τον παράδεισο", απ' όπου μπορεί να παρακολουθεί μεν το τι συμβαίνει στον κόσμο, αλλά δεν μπορεί να επέμβει με οποιονδήποτε τρόπο. Φυσικά κάπως πρέπει να μπει στον παράδεισο. Στο μεταξύ μαθαίνουμε ότι ο δολοφόνος είναι ένας διαταραγμένος, υπεράνω πάσης υποψίας σίριαλ κίλερ, ενώ ο πατέρας της κοπέλας ψάχνει απεγνωσμένα να τον εντοπίσει.
Αυτά. Ωστόσο όλο αυτό το μεταφυσικό στοιχείο, με τον παρά λίγο παράδεισο ή το περίπου καθαρτήριο (αλλά όχι ακριβώς) και τις προσπάθειες να λυτρωθούμε, αλλά... και τα λοιπά και τα λοιπά, τα βρήκα αρκετά αφελή. Όπως επίσης δεν εξηγείται ποτέ σαφώς (προφανώς με λίγη μεταφυσική διαίσθηση ή κάτι τέτοιο) πώς κάποιοι (να μην κάνω spoiler) υποψιάζονται την ταυτότητα του δολοφόνου. Όσο για τις εικόνες αυτού του περίεργου "μη τόπου", νομίζω ότι κινούνται ανάμεσα στην ομορφιά και το απόλυτο κιτς. Και, κερασάκι στην τούρτα, έρχεται κι αυτό το φιλί (δεν λέω άλλα και πάλι για λόγους spoiler) και ολοκληρώνεται το... βαρυστομάχιασμα. Υπάρχει επίσης και η μεγάλη διάρκεια (2 ώρες και 15 λεπτά)! Τουλάχισςτον ο αγνώριστος Στάνλεϊ Τούτσι στο ρόλο του δολοφόνου είναι εξαιρετικός.
Ίσως πολλοί βρουν την ταινία ευαίσθητη, γλυκειά και συγκινητική. Αυτός άλλωστε πρέπει να ήταν ο στόχος της. Συγνώμη, αλλά προσωπικά μου φάνηκε γλυκερή, αρκετά κιτς, με πολλές σεναριακές ευκολίες (επεσήμανα ένα βασικό σημείο πριν) και, τελικά, μάλλον ξενέρωτη. Ίσως η άποψή μου να είναι και κάπως προσωπική, επειδή πάντοτε εύρισκα βαρετά αυτά τα "μετά θάνατον κατάσταση" και "μας τραβά ένα υπέροχο φως" και άλλα τέτοια... Επειδή πάντως είναι σε κάποια σημεία εντυπωσιακή και η ιδέα ενδιαφέρουσα, πιστεύω ότι σε αρκετούς θα αρέσει.