Ο κορεάτης Chan-wook Park γυρίζει το πολύ γνωστό "Old Boy" το 2003. Το φιλμ αυτό, ωστόσο, αποτελούσε το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας με κεντρικό θέμα την εκδίκηση. Το πρώτο μέρος είχε γυριστεί το 2002 και ήταν το "Sympathy for Mr. Vegeance" (Boksuneun naui geot).
Ο Park ξεδιπλώνει στην ταινία αυτή όλο το απίστευτα βίαιο σύμπαν του (μια βία διαφορετική, θα έλεγα, δίχως να μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς, από την αντίστοιχη "δυτική"), η οποία με κάποιον τρόπο τρομάζει - έως και ενοχλεί - πολύ περισσότερο.
Ένας κωφάλαλος εργάτης δεν έχει τα χρήματα για τη μεταμόσχευση ήπατος που χρειάζεται η αγαπημένη του αδελφή. Όταν απολύεται από τη δουλειά του καταστρώνει με την αναρχική επαναστάτρια κοπέλα του την απαγωγή της μικρής κόρης του πρώην αφεντικού του για να ζητήσει λύτρα. Πολύ σύντομα βεβαίως τα πράγματα θα στραβώσουν, και όχι μόνο με έναν τρόπο...
Αυτό που θαυμάζει κανείς στη τριλογία του Παρκ είναι το πολύπλοκο, ακόμα και υπερβολικό θα λέγαμε, σενάριο. Η μία πράξη οδηγεί στην επόμενη, το κάθε λάθος σε μια αλυσίδα εφιαλτικών καταστάσεων, και τελικά η βία ξεσπά ανεξέλεγκτη κυριολεκτικά, πέφτοντας επί δικαίων και αδίκων, και τα λουτρά αίματος είναι αναπόφευκτα. Τόσο που κάποιες στιγμές σχεδόν δεν αντέχεις. Και, όχι, δεν μιλώ για τη γραφική βία, για την εικόνα, το σπλάτερ. Έχουμε δει πολλά τέτοια και, μπορώ να πω, εδώ δεν βρισκόμαστε σε ένα από τα χειρότερα (ή, για τους λάτρεις, καλύτερα). Κάθε άλλο. Το αβάσταχτο κρύβεται στα όσα συμβαίνουν, στον ψυχικό πόνο των ηρώων, στις φοβερά απελπισμένες καταστάσεις που επινοεί ο σκηνοθέτης, στα απόλυτα αδιέξοδα. Στην τριλογία αυτή δεν υπάρχει έλεος, το happy end μοιάζει απίστευτα μακρινό, σε κάθε τι που συμβαίνει δεν υπάρχει επιστροφή. Ο κόσμος του Παρκ είναι σκοτεινός, δίχως τίποτα καλό. Με την μόνιμη κατακλείδα: Η βία γεννά βία και άσβεστο πόθο για εκδίκηση. Από την άλλη όμως ο κόσμος αυτός είναι τόσο άδικος και σκληρός, που η αρχική επιλογή του πρωταγωνιστή που πυροδοτεί τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις μοιάζει δικαιολογημένη. Πολλοί από εμάς το ίδιο θα κάναμε... Μήπως εδώ κρύβεται ένα πολιτικό μήνυμα, που έχει να κάνει με την κατάφορη αδικία που βασιλεύει στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων;
Δείτε, αν αντέχετε, το πολύ δυνατό φιλμ μόνο αν σας άρεσε το "Old Boy" και οι ταινίες αυτού του είδους. Γιατί τα πράγματα είναι πολύ σκληρά και απελπισμένα. Δείτε το επίσης σαν "εισαγωγή" στον κόσμο του "Old Boy". Δεν έχουν σχέση οι δύο ιστορίες, το κλίμα όμως είναι παρόμοιο.
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 12, 2015
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2015
ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗΣ "NATIONAL GALLERY"
Ο Frederick Wiseman, γεννημένος το 1930, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς ντοκιμαντερίστες. Το 2014 (σε ηλικία 84 ετών δηλαδή!) γυρίζει το "National Gallery", ένα τρίωρο και κάτι ντοκιμαντέρ για την Εθνική Πινακοθήκη της Βρετανίας στο Λονδίνο. Πλημμυρισμένη από αριστουργήματα της δυτικής τέχνης και με πασίγνωστους πίνακες στην τεράστια συλλογή της, η Πινακοθήκη είναι ένα από τα σημαντικότερα (και διασημότερα) μουσεία του πλανήτη.
Ο Wiseman δεν περιορίζεται στο να κάνει μια ταινία μόνο για τους θησαυρούς της συλλογής. Φυσικά πολλοί απ' αυτούς δείχνονται κατά κόρον, χορταστικά θα έλεγα, και αρκετοί απ' αυτούς αναλύονται από ιστορικούς τέχνης. Ωστόσο το ενδιαφέρον του είναι πολύ ευρύτερο. Για την ακρίβεια καλύπτει ολες τις πτυχές του περιεχομένου, της λειτουργίας και των αντιδράσεων του κοινού, των επισκεπτών, του μουσείου. Έτσι παρακολουθούμε συνεδριάσεις του συμβουλίου της για διάφορα θέματα (αρκετά απ' αυτά οικονομικής φύσης ή για το marketing και τα όριά του), με συχνές διαφωνίες μάλιστα των μελών. Παρακολουθούμε το κοινό και τις αντιδράσεις του μπροστά στα χιλιάδες έργα (και τις ουρές απ' έξω), αναλύσεις, ερμηνείες και ξεναγήσεις ειδικών στην τέχνη, διάφορα workshops που διοργανώνονται στο χώρο της πινακοθήκης (σε ένα απ' αυτά άνθρωποι με προβλήματα όρασης, ακόμα και τυφλοί, μαθαίνουν να "βλέπουν" τα έργα), αλλά και εισχωρούμε στα άδυτά της βλέποντας τους συντηρητές στο έργο τους πάνω σε παλιούς ημικατεστραμένους πίνακες (ενδιαφέροντα τα όσα λένε στο θέμα της συντήρησης πινάκων) ή παρακολουθώντας το στήσιμο εκθέσεων ή την αναδιάταξη των θεσεων των έργων και του τρόπου παρουσίασής τους και τις συζητήσεις που προκαλούνται. Έτσι η εικόνα που αποκομίζει ο θεατής μετά την θέαση του φιλμ είναι απόλυτα σφαιρική για το περιεχόμενο, τη λειτουργία και τον σκοπό της πινακοθήκης, καθώς εξερευνώνται τόσο οι προφανείς όσο και οι αθέατες, κρυμένες από το ευρύ κοινό, πτυχές της λειτουργίας της.
Φυσικά το θέμα είναι απόλυτα εξειδικευμένο και αφορά ένα ειδικό κοινό. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας του φιλμ (3 ώρες και 15 λεπτά) και των αρκετών επαναλήψεων των θεμάτων, οπότε, παρά το ενδιαφέρον του, φοβάμαι ότι κουράζει αρκετά. Χορταστικό λοιπόν είναι σίγουρα, μήπως όμως "μπουχτίζει";
Πάντως όσοι ενδιαφέρονται για τη μεγάλη, κλασική τεχνη (η συλλογή φτάνει μέχρι τους ιμπρεσιονιστές και δεν περιλαμβάνει έργα μοντέρνας τέχνης και 20ό αιώνα γενικότερα) θα αποζημειωθούν. Είναι σα να έχεις πάει οντως εκεί, σα να έχεις επισκεφτεί τον χώρο (επειδή τον έχω κι εγώ επισκεφτεί, μπορώ να πω ότι δείχνονται τα καλύτερα ή / και διασημότερα έργα της συλλογής). Και, βέβαια, σα να έχεις κουραστεί από την πολύωρη επίσκεψη...
Ο Wiseman δεν περιορίζεται στο να κάνει μια ταινία μόνο για τους θησαυρούς της συλλογής. Φυσικά πολλοί απ' αυτούς δείχνονται κατά κόρον, χορταστικά θα έλεγα, και αρκετοί απ' αυτούς αναλύονται από ιστορικούς τέχνης. Ωστόσο το ενδιαφέρον του είναι πολύ ευρύτερο. Για την ακρίβεια καλύπτει ολες τις πτυχές του περιεχομένου, της λειτουργίας και των αντιδράσεων του κοινού, των επισκεπτών, του μουσείου. Έτσι παρακολουθούμε συνεδριάσεις του συμβουλίου της για διάφορα θέματα (αρκετά απ' αυτά οικονομικής φύσης ή για το marketing και τα όριά του), με συχνές διαφωνίες μάλιστα των μελών. Παρακολουθούμε το κοινό και τις αντιδράσεις του μπροστά στα χιλιάδες έργα (και τις ουρές απ' έξω), αναλύσεις, ερμηνείες και ξεναγήσεις ειδικών στην τέχνη, διάφορα workshops που διοργανώνονται στο χώρο της πινακοθήκης (σε ένα απ' αυτά άνθρωποι με προβλήματα όρασης, ακόμα και τυφλοί, μαθαίνουν να "βλέπουν" τα έργα), αλλά και εισχωρούμε στα άδυτά της βλέποντας τους συντηρητές στο έργο τους πάνω σε παλιούς ημικατεστραμένους πίνακες (ενδιαφέροντα τα όσα λένε στο θέμα της συντήρησης πινάκων) ή παρακολουθώντας το στήσιμο εκθέσεων ή την αναδιάταξη των θεσεων των έργων και του τρόπου παρουσίασής τους και τις συζητήσεις που προκαλούνται. Έτσι η εικόνα που αποκομίζει ο θεατής μετά την θέαση του φιλμ είναι απόλυτα σφαιρική για το περιεχόμενο, τη λειτουργία και τον σκοπό της πινακοθήκης, καθώς εξερευνώνται τόσο οι προφανείς όσο και οι αθέατες, κρυμένες από το ευρύ κοινό, πτυχές της λειτουργίας της.
Φυσικά το θέμα είναι απόλυτα εξειδικευμένο και αφορά ένα ειδικό κοινό. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας του φιλμ (3 ώρες και 15 λεπτά) και των αρκετών επαναλήψεων των θεμάτων, οπότε, παρά το ενδιαφέρον του, φοβάμαι ότι κουράζει αρκετά. Χορταστικό λοιπόν είναι σίγουρα, μήπως όμως "μπουχτίζει";
Πάντως όσοι ενδιαφέρονται για τη μεγάλη, κλασική τεχνη (η συλλογή φτάνει μέχρι τους ιμπρεσιονιστές και δεν περιλαμβάνει έργα μοντέρνας τέχνης και 20ό αιώνα γενικότερα) θα αποζημειωθούν. Είναι σα να έχεις πάει οντως εκεί, σα να έχεις επισκεφτεί τον χώρο (επειδή τον έχω κι εγώ επισκεφτεί, μπορώ να πω ότι δείχνονται τα καλύτερα ή / και διασημότερα έργα της συλλογής). Και, βέβαια, σα να έχεις κουραστεί από την πολύωρη επίσκεψη...
Τρίτη, Φεβρουαρίου 10, 2015
"ΧΟΡΤΑΡΙ ΘΑ ΦΥΤΡΩΣΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΣΑΣ" ΚΑΤΑ ΤΟΝ ANSELM KIEFER
Ο γερμανός Anselm Kiefer είναι ένας από τους γνωστότερους εν ζωή εικαστικούς καλλιτέχνες (έχει γεννηθεί το 1945). Κάπου στη δεκαετία του 90 (στις αρχές της νομίζω) ο Kiefer (ο οποίος ζει στη Γαλλία), αγοράζει στα σύνορα Γαλλίας Γερμανίας ένα τεράστιο εγκαταλειμμένο εργοστάσιο (και την γύρω περιοχή) και το μετατρέπει όχι απλώς σε προσωπικό του εργαστήριο: Αρχίζει να δημιουργεί έναν λαβυρινθώδη κόσμο, γκρεμίζοντας τοίχους, ανοίγοντας στοές, φτιάχνοντας δαιδαλώδη υπόγεια και τούνελ, αλλά και μικρά κτίσματα έξω από τον κυρίως χώρο, τα οποία στεγάζουν ένα πελώριο έργο - πίνακα το καθένα, και τεράστιους πύργους - γλυπτικές κατασκευές και άλλα και άλλα πολλά.. Η διαδικασία αυτή συνεχιζόταν τουλάχιστον μέχρι το 2014. Σ' όλους αυτούς τους χώρους υπάρχουν διάσπαρτες εγκαταστάσεις του, αλλά και τεράστια επιτοίχια έργα του (δύσκολα τα αποκαλείς "πίνακες", αφού χαρακτηριστικό τους είναι το ανάγλυφο στοιχείο και τα πολλά κολλημένα πάνω τους αντικείμενα).
Το 2010 η αγγλίδα Sophie Fiennes, αφού έχει επισκεφτεί επανειλημμένα σε διάρκεια 3-4 χρόνων την περιοχή και τον καλλιτέχνη, ολοκληρώνει το ντοκιμαντέρ "Over your Cities Grass will Grow". Ίσως να μη σας ενδιαφέρουν τα εικαστικά. Ωστόσο η ταινία δείχνει με συγκλονιστικό τρόπο νομίζω το πώς δουλεύει ο σίγουρα εκκεντρικός και "φευγάτος" δημιουργός (με βοηθούς φυσικά, γιατί τα μνημειακών διαστάσεων έργα του είναι αδύνατο να φτιαχτούν από έναν και μόνο άνθρωπο). Η σχέση με τα έργα του είναι ουσιαστικά σωματική. Χρησιμοποιεί συχνά υλικά από τη φύση (χώμα, πέτρες, κλαδιά κλπ.), αλλά και "βασανίζει" τις επιφάνειές των πινάκων (τεράστιων πάντοτε, το είπαμε) με τσιμέντο, οξύ, λιωμένα μέταλλα και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, επιτυγχάνοντας μοναδικά αποτελέσματα. Κάπου στο μέσον υπάρχει και μια συνέντευξη του Κίφερ, που μιλά για τις απόψεις του, στις οποίες μπερδεύονται και μυστικιστικά στοιχεία (αναφορές στην καμπάλα και τον εβραίο μυστικιστή Luria κλπ.), αλλά και το γενικότερο ενδιαφέρον του για το πώς θα είναι ο κόσμος μετά την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους (είτε από ξαφνική καταστροφή είτε από οτιδήποτε άλλο), τι θα απομείνει από τα έργα μας. Συνολικά ο Κίφερ θυμίζει σύγχρονο αλχημιστή.
Η ταινία, ατμοσφαιρική, χρησιμοποιώντας υποβλητικές μουσικές (του Ligetti κυρίως), μας μεταφέρει στον μυστηριώδη και συχνά ανατριχιαστικό κόσμο του καλλιτέχνη, σε απόκοσμους χώρους που θυμίζουν τη "Ζώνη" στο "Στάλκερ" του Ταρκόφσκι, σε εντυπωσιακά έργα που "βάζουν τον θεατή μέσα τους". Ναι, πρόκειται για το όραμα ενός εκκεντρικού και καθόλου συνηθισμένου ανθρώπου. Ίσως και γι' αυτό ακριβώς το φιλμ μου άφησε μια πολύ δυνατή αίσθηση. Νομίζω ότι αξίζει την προσοχή ακόμα κι όσων δεν έχουν ιδέα από τη σύγχρονη εικαστική σκηνή.
ΥΓ: Ναι, για όλα αυτά χρειάζονται εκατομμύρια. Είναι σαφές ότι ο Κίφερ, ως ένας από τους διασημότερους παγκόσμιους καλλιτέχνες, τα έχει. Προφανώς - σχολιάστε το όπως θέλετε - η φήμη και η οικονομική δύναμη αποτελούν προϋποθέσεις για την υλοποίηση ενός τέτοιου κολοσσιαίου οράματος.
Το 2010 η αγγλίδα Sophie Fiennes, αφού έχει επισκεφτεί επανειλημμένα σε διάρκεια 3-4 χρόνων την περιοχή και τον καλλιτέχνη, ολοκληρώνει το ντοκιμαντέρ "Over your Cities Grass will Grow". Ίσως να μη σας ενδιαφέρουν τα εικαστικά. Ωστόσο η ταινία δείχνει με συγκλονιστικό τρόπο νομίζω το πώς δουλεύει ο σίγουρα εκκεντρικός και "φευγάτος" δημιουργός (με βοηθούς φυσικά, γιατί τα μνημειακών διαστάσεων έργα του είναι αδύνατο να φτιαχτούν από έναν και μόνο άνθρωπο). Η σχέση με τα έργα του είναι ουσιαστικά σωματική. Χρησιμοποιεί συχνά υλικά από τη φύση (χώμα, πέτρες, κλαδιά κλπ.), αλλά και "βασανίζει" τις επιφάνειές των πινάκων (τεράστιων πάντοτε, το είπαμε) με τσιμέντο, οξύ, λιωμένα μέταλλα και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, επιτυγχάνοντας μοναδικά αποτελέσματα. Κάπου στο μέσον υπάρχει και μια συνέντευξη του Κίφερ, που μιλά για τις απόψεις του, στις οποίες μπερδεύονται και μυστικιστικά στοιχεία (αναφορές στην καμπάλα και τον εβραίο μυστικιστή Luria κλπ.), αλλά και το γενικότερο ενδιαφέρον του για το πώς θα είναι ο κόσμος μετά την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους (είτε από ξαφνική καταστροφή είτε από οτιδήποτε άλλο), τι θα απομείνει από τα έργα μας. Συνολικά ο Κίφερ θυμίζει σύγχρονο αλχημιστή.
Η ταινία, ατμοσφαιρική, χρησιμοποιώντας υποβλητικές μουσικές (του Ligetti κυρίως), μας μεταφέρει στον μυστηριώδη και συχνά ανατριχιαστικό κόσμο του καλλιτέχνη, σε απόκοσμους χώρους που θυμίζουν τη "Ζώνη" στο "Στάλκερ" του Ταρκόφσκι, σε εντυπωσιακά έργα που "βάζουν τον θεατή μέσα τους". Ναι, πρόκειται για το όραμα ενός εκκεντρικού και καθόλου συνηθισμένου ανθρώπου. Ίσως και γι' αυτό ακριβώς το φιλμ μου άφησε μια πολύ δυνατή αίσθηση. Νομίζω ότι αξίζει την προσοχή ακόμα κι όσων δεν έχουν ιδέα από τη σύγχρονη εικαστική σκηνή.
ΥΓ: Ναι, για όλα αυτά χρειάζονται εκατομμύρια. Είναι σαφές ότι ο Κίφερ, ως ένας από τους διασημότερους παγκόσμιους καλλιτέχνες, τα έχει. Προφανώς - σχολιάστε το όπως θέλετε - η φήμη και η οικονομική δύναμη αποτελούν προϋποθέσεις για την υλοποίηση ενός τέτοιου κολοσσιαίου οράματος.
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2015
Η ΚΑΤΑ ΚΡΟΝΕΝΜΠΕΡΓΚ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΣΤΑΡΣ ΚΑΙ Ο "ΟΔΗΓΟΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ"
Ο κάποτε πραγματικά ανησυχητικός David Cronenberg μοιάζει εδώ και πολλά χρόνια να έχει βάλει "νερό στο κρασί του". Ο "Οδηγός Ευτυχίας" (Maps to the Stars) του 2014 τον βρίσκει να ξεσκεπάζει τα άπλυτα των χολιγουντιανών σταρ και τις επιπτώσεις της επιτυχίας ή το αφόρητο άγχος που απαιτείται για το κυνήγι της. Με αρκετά "άρρωστο" τρόπο είναι αλήθεια, αλλά όχι όπως κάποτε...
Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται μια εντελώς περίεργη οικογένεια, καθώς και ανθρώποι που σχετίζοναι μ' αυτή. Όλοι βρίσκονται στο Χόλιγουντ και ασχολούνται (ή θέλουν να ασχοληθούν) με τη showbiz. Εκεινος είναι γκουρού της αυτοβελτίωσης, γράφοντας σχετικά βιβλία και έχοντας πελάτες διασημότητες, ο γιος τους είναι μόλις 13χρονος σταρ που έχει βγει από... κλινική αποτοξίνωσης, η κόρη, μεγαλύτερη αυτή, έχει βγει από την ψυχιατρική κλινική όπου ήταν κλεισμένη για χρόνια και φτάνει στο Χόλιγουντ να βρει την οικογένειά της. Στο μεταξύ δουλεύει για μια απόλυτα νευρωτική, υστερική σταρ, την οποία έχουν αρχισει να παίρνουν τα χρόνια και κάνει τα πάντα για να πάρει ένα ρόλο...
Η ταινία βεβαίως είναι τόσο (επίτηδες) τραβηγμένη, που είναι σαφές ότι πρόκειται για μαύρη, κατάμαυρη, ακόμα και αιματοβαμμένη κωμωδία - σάτιρα του Χόλιγουντ και της καθόλου λαμπερής πλευράς του, αν τουλάχιστον ψάξεις κάτω από την απαστράπτουσα επιφάνεια και σκαλίσεις τις προσωπικές ζωές των συνήθως διάσημων κατοίκων του. Άγχος, λυκοφιλίες, ψεύτικες υποσχέσεις, ναρκωτικά και αλκοόλ, σκληρότητα, ψυχοπάθειες κυριαρχούν. Τα πάντα στο φιλμ είναι ακραία και καθόλου θετικά. Για να είμαστε ακριβείς δεν υπάρχει κανένας θετικός ή έστω νορμάλ χαρακτήρας. Οι συμπτώσεις (π.χ. η κόρη δουλεύει στην σαλταρισμένη σταρ που είναι πελάτισα του πατέρα της) και μερικοί χαρακτήρες που είναι σαν καρικατούρες, αποδεικνύουν την πρόθεση του σκηνοθέτη να κάνει σάτιρα και όχι ένα σοβαρό, θανατερό δράμα. Αν και το όλο πράγμα έχει αυτή τη μορφή, του ζοφερού δράματος.
Καλά όλα αυτά, αλλά έχω την εντύπωση ότι όλα γίνονται κάπως "εύκολα", προσχηματικά. Ίσως είναι δική μου γνώμη μόνο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν πρέπει να πάρετε τις δραματικές, ακραίες καταστάσεις στα σοβαρά. Μην το ξεχνάτε: Σάτιρα. Πολύ φοβάμαι επίσης ότι ο Κρόνενμπεργκ δεν θα ξαναβρεί ποτέ τον παλιό, βαθύτατα ανησυχητικό εαυτό του...
Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται μια εντελώς περίεργη οικογένεια, καθώς και ανθρώποι που σχετίζοναι μ' αυτή. Όλοι βρίσκονται στο Χόλιγουντ και ασχολούνται (ή θέλουν να ασχοληθούν) με τη showbiz. Εκεινος είναι γκουρού της αυτοβελτίωσης, γράφοντας σχετικά βιβλία και έχοντας πελάτες διασημότητες, ο γιος τους είναι μόλις 13χρονος σταρ που έχει βγει από... κλινική αποτοξίνωσης, η κόρη, μεγαλύτερη αυτή, έχει βγει από την ψυχιατρική κλινική όπου ήταν κλεισμένη για χρόνια και φτάνει στο Χόλιγουντ να βρει την οικογένειά της. Στο μεταξύ δουλεύει για μια απόλυτα νευρωτική, υστερική σταρ, την οποία έχουν αρχισει να παίρνουν τα χρόνια και κάνει τα πάντα για να πάρει ένα ρόλο...
Η ταινία βεβαίως είναι τόσο (επίτηδες) τραβηγμένη, που είναι σαφές ότι πρόκειται για μαύρη, κατάμαυρη, ακόμα και αιματοβαμμένη κωμωδία - σάτιρα του Χόλιγουντ και της καθόλου λαμπερής πλευράς του, αν τουλάχιστον ψάξεις κάτω από την απαστράπτουσα επιφάνεια και σκαλίσεις τις προσωπικές ζωές των συνήθως διάσημων κατοίκων του. Άγχος, λυκοφιλίες, ψεύτικες υποσχέσεις, ναρκωτικά και αλκοόλ, σκληρότητα, ψυχοπάθειες κυριαρχούν. Τα πάντα στο φιλμ είναι ακραία και καθόλου θετικά. Για να είμαστε ακριβείς δεν υπάρχει κανένας θετικός ή έστω νορμάλ χαρακτήρας. Οι συμπτώσεις (π.χ. η κόρη δουλεύει στην σαλταρισμένη σταρ που είναι πελάτισα του πατέρα της) και μερικοί χαρακτήρες που είναι σαν καρικατούρες, αποδεικνύουν την πρόθεση του σκηνοθέτη να κάνει σάτιρα και όχι ένα σοβαρό, θανατερό δράμα. Αν και το όλο πράγμα έχει αυτή τη μορφή, του ζοφερού δράματος.
Καλά όλα αυτά, αλλά έχω την εντύπωση ότι όλα γίνονται κάπως "εύκολα", προσχηματικά. Ίσως είναι δική μου γνώμη μόνο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν πρέπει να πάρετε τις δραματικές, ακραίες καταστάσεις στα σοβαρά. Μην το ξεχνάτε: Σάτιρα. Πολύ φοβάμαι επίσης ότι ο Κρόνενμπεργκ δεν θα ξαναβρεί ποτέ τον παλιό, βαθύτατα ανησυχητικό εαυτό του...
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2015
THE TRAIN: Η ΤΕΧΝΗ Ή Η ΖΩΗ;
Το 1964 ένας σημαντικός αμερικανός σκηνοθέτης, ο John Frankenheimer (1930-2002) γυρίζει το "The Train", μεταφέροντάς μας στα χρόνια του πολέμου. Η ταινία βασίζεται σε αληθινό γεγονός - με τις αναπόφευκτες ηρωικές σάλτσες βεβαίως.
Καθώς ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του, όλοι, ακόμα και οι ίδιοι οι ναζί, αντιλαμβάνονται ότι η ήττα του Άξονα είναι πλέον θέμα χρόνου. Τότε ένας φιλότεχνος γερμανός συνταγματάρχης (ο οποίος, μάλιστα, παρά τον ναζισμό του, διαφωνεί με την άποψη του Χίτλερ που καταδίκαζε την μοντέρνα τέχνη ως "εκφυλισμένη", και γίνεται έτσι ένας ενδιαφέρον και αντιφατικός χαρακτήρας), γεμίζει ένα ολόκληρο τρένο με τους καλύτερους μοντέρνους πίνακες του παρισινού μουσείου Jeu de Paume (Πικάσο, Ντεγκά, Γκογκέν, Ρενουάρ, Σεζάν και πλήθος άλλων) και επιχειρεί να το φυγαδεύσει στη Γερμανία, ώστε οι θησαυροί αυτοί να μείνουν για πάντα εκεί. Η γαλλική αντίσταση, απρόθυμη αρχικά να ασχοληθεί με ένα θέμα που δεν άπτεται άμεσα των πολεμικών συγκρούσεων, αποφασίζει τελικά να κάνει τα πάντα για να εμποδίσει το τρένο να φτάσει στο εχθρικό έδαφος και ένας απίστευτος αγώνας αρχίζει.
Η ταινία, ασπρόμαυρη και με τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο βασικό ρόλο, είναι βεβαίως σε πρώτη ανάγνωση ιδιαίτερα ηρωική, με ανθρώπους να θυσιάζονται οικειοθελώς για τον ανώτερο σκοπό (ανθρώπους μάλιστα που δεν αντιλαμβάνονται ακριβώς γιατί πεθαίνουν, αφού δεν έχουν ιδέα από τέχνη). Ωστόσο κατά βάθος στοχάζεται πάνω σε ένα πολύ δύσκολο ερώτημα: Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Η μεγάλη τέχνη ή η ανθρώπινη ζωή; Με άλλα λόγια, θα προτιμούσατε να χαθούν ανθρώπινες ζωές (και πόσες;) για να σωθεί, ας πούμε, η Καπέλα Σιστίνα; Το πολύ δυνατό, πικρό φινάλε, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το ότι αυτό είναι το βασικό θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη. Απαντήσεις; Δεν υπάρχουν. Οι θεατές ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους και ας αποφασίσουν. Νομίζω ότι όντως πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερο να απαντηθούν ερωτήματα.
Το φιλμ είναι από τα πιο "βρώμικα" που έχετε δει, με την έννοια ότι είναι βουτηγμένο στην κάπνα, την μουτζούρα, τη λάσπη, τους άσχημους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τα βομβαρδισμένα, ρημαγμένα τοπία. Λογικό, αφού το μεγαλύτερο μέρος του διαδραματίζεται σε παλιά, μουτζούρικα τρένα εν κινήσει (συνήθως). Ενδιαφέρον στοιχείο για μια ταινία που στο επίκεντρό της βρίσκεται η απόλυτη ομορφιά και τα πάντα γίνονται για τη διάσωσή της.
Συνολικά μπορώ να πω ότι η μεγάλη διάρκεια με κούρασε αρκετά. Σίγουρα θα προτιμούσα να ήταν πιο σύντομο, πράγμα που θα δυνάμωνε το σασπένς. Κάπου στα μέσα βαρέθηκα κάπως. Το τέλος όμως με αποζημίωσε. Και, το ξαναλέω, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον προβληματισμό του. Και, παρά τις αντιρρήσεις που σας ανέφερα, θεωρώ τελικά τον Φρανκενχάιμερ πολύ σημαντικό και μάλλον παραγνωρισμένο δημιουργό.
Καθώς ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του, όλοι, ακόμα και οι ίδιοι οι ναζί, αντιλαμβάνονται ότι η ήττα του Άξονα είναι πλέον θέμα χρόνου. Τότε ένας φιλότεχνος γερμανός συνταγματάρχης (ο οποίος, μάλιστα, παρά τον ναζισμό του, διαφωνεί με την άποψη του Χίτλερ που καταδίκαζε την μοντέρνα τέχνη ως "εκφυλισμένη", και γίνεται έτσι ένας ενδιαφέρον και αντιφατικός χαρακτήρας), γεμίζει ένα ολόκληρο τρένο με τους καλύτερους μοντέρνους πίνακες του παρισινού μουσείου Jeu de Paume (Πικάσο, Ντεγκά, Γκογκέν, Ρενουάρ, Σεζάν και πλήθος άλλων) και επιχειρεί να το φυγαδεύσει στη Γερμανία, ώστε οι θησαυροί αυτοί να μείνουν για πάντα εκεί. Η γαλλική αντίσταση, απρόθυμη αρχικά να ασχοληθεί με ένα θέμα που δεν άπτεται άμεσα των πολεμικών συγκρούσεων, αποφασίζει τελικά να κάνει τα πάντα για να εμποδίσει το τρένο να φτάσει στο εχθρικό έδαφος και ένας απίστευτος αγώνας αρχίζει.
Η ταινία, ασπρόμαυρη και με τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο βασικό ρόλο, είναι βεβαίως σε πρώτη ανάγνωση ιδιαίτερα ηρωική, με ανθρώπους να θυσιάζονται οικειοθελώς για τον ανώτερο σκοπό (ανθρώπους μάλιστα που δεν αντιλαμβάνονται ακριβώς γιατί πεθαίνουν, αφού δεν έχουν ιδέα από τέχνη). Ωστόσο κατά βάθος στοχάζεται πάνω σε ένα πολύ δύσκολο ερώτημα: Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Η μεγάλη τέχνη ή η ανθρώπινη ζωή; Με άλλα λόγια, θα προτιμούσατε να χαθούν ανθρώπινες ζωές (και πόσες;) για να σωθεί, ας πούμε, η Καπέλα Σιστίνα; Το πολύ δυνατό, πικρό φινάλε, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το ότι αυτό είναι το βασικό θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη. Απαντήσεις; Δεν υπάρχουν. Οι θεατές ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους και ας αποφασίσουν. Νομίζω ότι όντως πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερο να απαντηθούν ερωτήματα.
Το φιλμ είναι από τα πιο "βρώμικα" που έχετε δει, με την έννοια ότι είναι βουτηγμένο στην κάπνα, την μουτζούρα, τη λάσπη, τους άσχημους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τα βομβαρδισμένα, ρημαγμένα τοπία. Λογικό, αφού το μεγαλύτερο μέρος του διαδραματίζεται σε παλιά, μουτζούρικα τρένα εν κινήσει (συνήθως). Ενδιαφέρον στοιχείο για μια ταινία που στο επίκεντρό της βρίσκεται η απόλυτη ομορφιά και τα πάντα γίνονται για τη διάσωσή της.
Συνολικά μπορώ να πω ότι η μεγάλη διάρκεια με κούρασε αρκετά. Σίγουρα θα προτιμούσα να ήταν πιο σύντομο, πράγμα που θα δυνάμωνε το σασπένς. Κάπου στα μέσα βαρέθηκα κάπως. Το τέλος όμως με αποζημίωσε. Και, το ξαναλέω, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον προβληματισμό του. Και, παρά τις αντιρρήσεις που σας ανέφερα, θεωρώ τελικά τον Φρανκενχάιμερ πολύ σημαντικό και μάλλον παραγνωρισμένο δημιουργό.
Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2015
Ο "ΚΑΦΚΑ" ΩΣ ΗΡΩΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ
Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Steven Sonderbergh μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο του, το "Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες", ήταν το "Kafka" του 1991. Ο Sonderbergh είναι ένας δημιουργός που άλλοτε μου αρέσει και άλλοτε μ' αφήνει παντελώς αδιάφορο. Η συγκεκριμένη ταινία, όταν την είχα πρωτοδεί τουλάχιστον, με είχε εντυπωσιάσει.
Η ιδέα είναι ασυνήθιστη. Ο Τζέρεμι Άιρονς ερμηνεύει τον Κάφκα, τον πραγματικό συγγραφέα Κάφκα, και όντως πολλά στοιχεία είναι βασισμένα στη ζωή του. Μόνο που ο Κάφκα της ταινίας γίνεται ήρωας των ίδιων του των βιβλίων, μπλέκεται στις υποθέσεις τους. Το περιβάλλον είναι μια ακαθόριστη πόλη (σαν την Πράγα), στην οποία όμως επικρατεί ένα μυστηριώδες, καταπιεστικό καθεστώς και μια ατμόσφαιρα ύπουλου τρόμου. Το επίκεντρο όλων αυτών μοιάζει να βρίσκεται στον απροσπέλαστο Πύργο, όπου ο μοναχικός συγγραφέας θα επιχειρήσει να μπει κρυφά αναζητώντας τα ίχνη ενός εξαφανισμένου φίλου και συναδέλφου του στην καταπιεστική (και ανώνυμη) εταιρία όπου δουλεύει.
Έτσι το φιλμ κινείται ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και σε μια βιογραφία του Κάφκα. Υπάρχουν στοιχεία και από τα δύο. Στο μεταξύ κομμάτια και ίχνη από τα έργα του μεγάλου συγγραφέα βρίσκονται σκόρπια παντού στην πλοκή, ενσωματωμένα βεβαίως στο φανταστικό σενάριο. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο και πρωτότυπο. Ωστόσο το βασικό μέλημα του Sonderbergh δεν είναι η πλοκή, αλλά η δημιουργία ατμόσφαιρας. Ουσιαστικά ολόκληρο το φιλμ δεν είναι παρά ένα αφιέρωμα στο γερμανικό εξπρεσιονισμό. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία (η οποία στις σκηνές εντός του Πύργου γίνεται έγχρωμη), οι γωνίες, οι μακριές σκιές, τα στενά δρομάκια, το ασφυκτικό περιβάλλον, το κλειστοφοβικό κλίμα, όλα παραπέμπουν εκεί. Αλλά και τα ονόματα δεν είναι παρά ένα διαρκές παιχνίδι με τον κινηματογραφικό εξπρεσιονισμό: Ο κακός επιστήμονας λέγεται Μουρνάου, μια εταιρία Ορλόκ και υπάρχουν κι άλλα πολλά τέτοια. Οι παραπομπές στον Καλιγκάρι, το Γκόλεμ κλπ. δεν σταματούν.
Παράξενο φιλμ, γοητευτικό θα έλεγα και, θυμηθείτε το, αρκετά καταθλιπτικό. Το καταπιεστικό καθεστώς δεν μοιάζει ακριβώς με κάποια στυγνή δικτατορία. Είναι η γκριζάδα, η μουχλιασμένη καθημερινότητα, η έλλειψη ανθρώπινων σχέσεων, η αφόρητη τυπικότητα και τυπολατρεία που δημιουργούν την αρρώστια και τον διάχυτο φόβο. Όπως συχνά συμβαίνει με την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα δηλαδή. Ίσως λοιπόν η ταινία να έχει τα προβλήματά της και την μάλλον εύκολη λύση λίγο πριν το τέλος, όπου σχεδόν μετατρέπεται σε περιπέτεια (ευτυχώς στο τέλος αλλάζει και πάλι), αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξετε αν την αγνοείτε.
Η ιδέα είναι ασυνήθιστη. Ο Τζέρεμι Άιρονς ερμηνεύει τον Κάφκα, τον πραγματικό συγγραφέα Κάφκα, και όντως πολλά στοιχεία είναι βασισμένα στη ζωή του. Μόνο που ο Κάφκα της ταινίας γίνεται ήρωας των ίδιων του των βιβλίων, μπλέκεται στις υποθέσεις τους. Το περιβάλλον είναι μια ακαθόριστη πόλη (σαν την Πράγα), στην οποία όμως επικρατεί ένα μυστηριώδες, καταπιεστικό καθεστώς και μια ατμόσφαιρα ύπουλου τρόμου. Το επίκεντρο όλων αυτών μοιάζει να βρίσκεται στον απροσπέλαστο Πύργο, όπου ο μοναχικός συγγραφέας θα επιχειρήσει να μπει κρυφά αναζητώντας τα ίχνη ενός εξαφανισμένου φίλου και συναδέλφου του στην καταπιεστική (και ανώνυμη) εταιρία όπου δουλεύει.
Έτσι το φιλμ κινείται ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και σε μια βιογραφία του Κάφκα. Υπάρχουν στοιχεία και από τα δύο. Στο μεταξύ κομμάτια και ίχνη από τα έργα του μεγάλου συγγραφέα βρίσκονται σκόρπια παντού στην πλοκή, ενσωματωμένα βεβαίως στο φανταστικό σενάριο. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο και πρωτότυπο. Ωστόσο το βασικό μέλημα του Sonderbergh δεν είναι η πλοκή, αλλά η δημιουργία ατμόσφαιρας. Ουσιαστικά ολόκληρο το φιλμ δεν είναι παρά ένα αφιέρωμα στο γερμανικό εξπρεσιονισμό. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία (η οποία στις σκηνές εντός του Πύργου γίνεται έγχρωμη), οι γωνίες, οι μακριές σκιές, τα στενά δρομάκια, το ασφυκτικό περιβάλλον, το κλειστοφοβικό κλίμα, όλα παραπέμπουν εκεί. Αλλά και τα ονόματα δεν είναι παρά ένα διαρκές παιχνίδι με τον κινηματογραφικό εξπρεσιονισμό: Ο κακός επιστήμονας λέγεται Μουρνάου, μια εταιρία Ορλόκ και υπάρχουν κι άλλα πολλά τέτοια. Οι παραπομπές στον Καλιγκάρι, το Γκόλεμ κλπ. δεν σταματούν.
Παράξενο φιλμ, γοητευτικό θα έλεγα και, θυμηθείτε το, αρκετά καταθλιπτικό. Το καταπιεστικό καθεστώς δεν μοιάζει ακριβώς με κάποια στυγνή δικτατορία. Είναι η γκριζάδα, η μουχλιασμένη καθημερινότητα, η έλλειψη ανθρώπινων σχέσεων, η αφόρητη τυπικότητα και τυπολατρεία που δημιουργούν την αρρώστια και τον διάχυτο φόβο. Όπως συχνά συμβαίνει με την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα δηλαδή. Ίσως λοιπόν η ταινία να έχει τα προβλήματά της και την μάλλον εύκολη λύση λίγο πριν το τέλος, όπου σχεδόν μετατρέπεται σε περιπέτεια (ευτυχώς στο τέλος αλλάζει και πάλι), αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξετε αν την αγνοείτε.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2015
"ΑΜΝΗΣΙΑ" : ΘΡΙΛΕΡ Α ΛΑ "ΜΟΜΕΝΤΟ"
Η Νικόλ Κίντμαν υποδύεται μια γυναίκα της οποίας η μνήμη, μετά από κάποιο ατύχημα, διαρκεί ένα μόλις εικοσιτετράωρο. Αυτό λοιπόν που συμβαίνει είναι ότι κάθε πρωί ξυπνά δίχως να θυμάται τίποτα από τη ζωή της και, κατά τη διάρκεια της μέρας, πρέπει να μάθει από τον σύζυγό της τα πάντα γι' αυτήν και τη μέχρι τώρα ζωή της, για να τα ξεχάσει ξανά τη νύχτα και να τα ξαναμάθει - ως tabula rasa - το επόμενο πρωί. Ώσπου κι αυτός ακόμα ο παράδοξος κόσμος της αρχίζει να τρίζει και υποψίες γεννιούνται μέσα της.
Αυτά συμβαίνουν στο θρίλερ του Rowan Joffe (γιου του επίσης σκηνοθέτη Roland Joffe του "Mission") "Before I go to Sleep" ("Αμνησία" στα ελληνικά) του 2014. Φυσικά το πρώτο που αντιλαμβνεται κανείς είναι οι σεναριακές επιροές από το γνωστό "Memento". Αλλά, κατά τη γνώμη μου, εδώ τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά όσο στο παλιότερο κλασικό πλέον θρίλερ. Εδώ κάπως οι καταστάσεις είναι πιο απίθανες, πιο τραβηγμένες από τα μαλλιά θα λέγαμε, και μάλλον λείπει η ένταση του "Memento" (συγνώμη για τις διαρκείς συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο ταινίες, αλλά ο νους πάει κατ' ευθείαν εκεί), η ατμόσφαιρα είναι κάπως ψυχρή (στοιχείο όχι απαραίτητα κακό για θρίλερ), ενώ το τέλος μου φάνηκε μάλλον ξενέρωτο. Από την άλλη η επανάληψη των ίδιων συμβάντων κάθε μέρα θυμίζει και τη "Μέρα της Μαρμότας" (σε καθόλου κωμική βερσιόν βεβαίως, κάθε άλλο).
Πάντως ανατροπές σίγουρα υπάρχουν (αυτό μας έλειπε να μην), ο Κόλιν Φερθ ερμηνεύει έναν ασυνήθιστο για την μέχρι τώρα καριέρα του ρόλο, και γενικά το φιλμ παρακολουθείται με σχετικό ενδιαφέρον. Θα περάσετε πιστεύω δύο μάλλον ευχάριστες ώρες προσπαθώντας να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει και πώς έπαθε ό,τι έπαθε η ηρωίδα, αλλά μέχρις εκεί. Για μένα τουλάχιστον δεν υπήρχε κάτι περισσότερο.
Αυτά συμβαίνουν στο θρίλερ του Rowan Joffe (γιου του επίσης σκηνοθέτη Roland Joffe του "Mission") "Before I go to Sleep" ("Αμνησία" στα ελληνικά) του 2014. Φυσικά το πρώτο που αντιλαμβνεται κανείς είναι οι σεναριακές επιροές από το γνωστό "Memento". Αλλά, κατά τη γνώμη μου, εδώ τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά όσο στο παλιότερο κλασικό πλέον θρίλερ. Εδώ κάπως οι καταστάσεις είναι πιο απίθανες, πιο τραβηγμένες από τα μαλλιά θα λέγαμε, και μάλλον λείπει η ένταση του "Memento" (συγνώμη για τις διαρκείς συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο ταινίες, αλλά ο νους πάει κατ' ευθείαν εκεί), η ατμόσφαιρα είναι κάπως ψυχρή (στοιχείο όχι απαραίτητα κακό για θρίλερ), ενώ το τέλος μου φάνηκε μάλλον ξενέρωτο. Από την άλλη η επανάληψη των ίδιων συμβάντων κάθε μέρα θυμίζει και τη "Μέρα της Μαρμότας" (σε καθόλου κωμική βερσιόν βεβαίως, κάθε άλλο).
Πάντως ανατροπές σίγουρα υπάρχουν (αυτό μας έλειπε να μην), ο Κόλιν Φερθ ερμηνεύει έναν ασυνήθιστο για την μέχρι τώρα καριέρα του ρόλο, και γενικά το φιλμ παρακολουθείται με σχετικό ενδιαφέρον. Θα περάσετε πιστεύω δύο μάλλον ευχάριστες ώρες προσπαθώντας να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει και πώς έπαθε ό,τι έπαθε η ηρωίδα, αλλά μέχρις εκεί. Για μένα τουλάχιστον δεν υπήρχε κάτι περισσότερο.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2015
O "BIRDMAN" ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Ο Ρίγκαν Τόμσον είναι ένας διάσημος ηθοποιός των 90ς εξ αιτίας του ρόλου του στη σειρά σουπερ ηρωικών ταινιών με υπερήρωα Birdman. Τώρα όμως έχει ξεχαστεί και η καριέρα του κατρακυλά. Κάνοντας απότομη "ποιοτική" στροφή, τα παίζει όλα για όλα ανεβάζοντας στο Μπρόντγουέι το σοβαρό διήγημα του Κάρβερ "Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη", σε δική του μάλιστα διασκευή και σκηνοθεσία. Η πρώην σύζυγός του τον επισκέπτεται πού και πού, η κόρη του δουλεύει στο θέατρο, ένας ταλαντούχος ηθοποιός που έχει εμμονή με την με-κάθε-τρόπο-ρεαλιστική ερμηνεία προσλαμβάνεται (και συνήθως συγκρούεται μαζί του) και ο ίδιος διαθέτει μια διχασμένη προσωπικότητα αφού συχνά πιστεύει ότι όντως είναι ο Birdman...
Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του μεξικανού Alejandro Inarritu "Birdman" (2014), ο οποίος έτσι κάνει μια αλλαγή στην καριέρα του γυρίζοντας μια παράξενη, πικρόχολη και σουρεαλιστική σάτιρα του κόσμου του θεάματος (θεάτρου και κινηματογράφου). Πολλά στοιχεία στο φιλμ είναι αμφίσημα: Η φαντασία και η πραγματικότητα μπερδεύονται (έχει όντως "δυνάμεις" ο ήρωας ή όλα βρίσκονται στη φαντασία του;), το δραματικό και το κωμικό στοιχείο επίσης, ενώ το φινάλε μένει ανοιχτό. Στο στόχαστρο, πάνω απ' όλα, βρίσκεται η παράνοια και η ανασφάλεια του κόσμου του θεάματος. Το αφόρητο άγχος για την επιτυχία, η αγωνία για την τέλεια ερμηνεία, τα ναρκωτικά και το (μπερδεμένο) σεξ, οι στριφνοί και σκληροί κριτικοί... Όπως επίσης και ο προβληματισμός για τις έννοιες της "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (τα υπερηρωικά φιλμ από τη μία, το σοβαρό θέατρο από την άλλη). Ταυτόχρονα πολλά αληθινά ονόματα του θεάματος αναφέρονται συχνά, δημιουργώντας ένα παιχνίδι που θυμίζει τον "Παίχτη" του Altman.
Γυρισμένη κυρίως στα παρασκήνια ενός όντως ιστορικού θεάτρου της Νέας Υόρκης, η ταινία αποδεικνύει και τη σκηνοθετική ικανότητα του δημουργού της: Μοιάζει να είναι ολόκληρη γυρισμένη με ένα ατελείωτο μονοπλάνο. Ακόμα και οι μέρες και νύχτες αλλάζουν με έναν "συνεχή" τρόπο γυρίσματος. Όλα αυτά, καθώς και τα δαιδαλώδη θεατρικά παρασκήνια, προσδίδουν στην ταινία ένα είδος ρευστότητας και επιτείνουν την αγχωτική ατμόσφαιρα (το ίδιο και η μουσική, που βασίζεται σε έναν αυτοσχεδιασμό στα ντραμς).
Από τις πολύ καλές ταινίες που είδα τελευταία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), το "Birdman", άλλοτε κωμικό κι άλλοτε τραγικό, πιάνει όλη την παράνοια και τη σκληρότητα της showbiz ("υψηλής" ή "χαμηλής"), η οποία, ωστόσο, παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να μας χαρίζει όνειρα.
Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του μεξικανού Alejandro Inarritu "Birdman" (2014), ο οποίος έτσι κάνει μια αλλαγή στην καριέρα του γυρίζοντας μια παράξενη, πικρόχολη και σουρεαλιστική σάτιρα του κόσμου του θεάματος (θεάτρου και κινηματογράφου). Πολλά στοιχεία στο φιλμ είναι αμφίσημα: Η φαντασία και η πραγματικότητα μπερδεύονται (έχει όντως "δυνάμεις" ο ήρωας ή όλα βρίσκονται στη φαντασία του;), το δραματικό και το κωμικό στοιχείο επίσης, ενώ το φινάλε μένει ανοιχτό. Στο στόχαστρο, πάνω απ' όλα, βρίσκεται η παράνοια και η ανασφάλεια του κόσμου του θεάματος. Το αφόρητο άγχος για την επιτυχία, η αγωνία για την τέλεια ερμηνεία, τα ναρκωτικά και το (μπερδεμένο) σεξ, οι στριφνοί και σκληροί κριτικοί... Όπως επίσης και ο προβληματισμός για τις έννοιες της "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (τα υπερηρωικά φιλμ από τη μία, το σοβαρό θέατρο από την άλλη). Ταυτόχρονα πολλά αληθινά ονόματα του θεάματος αναφέρονται συχνά, δημιουργώντας ένα παιχνίδι που θυμίζει τον "Παίχτη" του Altman.
Γυρισμένη κυρίως στα παρασκήνια ενός όντως ιστορικού θεάτρου της Νέας Υόρκης, η ταινία αποδεικνύει και τη σκηνοθετική ικανότητα του δημουργού της: Μοιάζει να είναι ολόκληρη γυρισμένη με ένα ατελείωτο μονοπλάνο. Ακόμα και οι μέρες και νύχτες αλλάζουν με έναν "συνεχή" τρόπο γυρίσματος. Όλα αυτά, καθώς και τα δαιδαλώδη θεατρικά παρασκήνια, προσδίδουν στην ταινία ένα είδος ρευστότητας και επιτείνουν την αγχωτική ατμόσφαιρα (το ίδιο και η μουσική, που βασίζεται σε έναν αυτοσχεδιασμό στα ντραμς).
Από τις πολύ καλές ταινίες που είδα τελευταία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), το "Birdman", άλλοτε κωμικό κι άλλοτε τραγικό, πιάνει όλη την παράνοια και τη σκληρότητα της showbiz ("υψηλής" ή "χαμηλής"), η οποία, ωστόσο, παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να μας χαρίζει όνειρα.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2015
Ο ΤΟΥΡΙΝΓΚ, ΤΟ "ΑΙΝΙΓΜΑ", Η ΜΙΜΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΡΥΨΗ
Ποιος ήταν ο Άλαν Τούρινγκ; Ιδιοφυής μαθηματικός, μοναχικός, αντικοινωνικός, μάλλον αλαζονικός τύπος, ομοφυλόφιλος, θεωρείται ο "πατέρας" των ηλεκτρονικών υπολογιστών και - είναι αλήθεια αυτό - κατά κάποιον τρόπο χάρη σ' εκείνον οι Σύμμαχοι κέρδισαν τον πόλεμο ενάντια στους ναζί. Αυτό συνέβη επειδή η ομάδα του κατάφερε να σπάσει τον περίφημο και θεωρούμενο "άσπαστο" κώδικα των γερμανών "Enigma" κι έτσι οι Σύμμαχοι υπέκλεπταν τα μηνύματα (δίχως ποτέ να το αντιληφθούν οι εχθροί) και επιχειρούσαν ανάλογα.
Μυθιστορηματική προσωπικότητα λοιπόν, ήταν φυσικό να βρει το δρόμο για τη μεγάλη οθόνη. Το 2014 ο νορβηγός Morten Tyldum γυρίζει "Το Παιχνίδι της Μίμησης" (The Imitation Game) και βαδίζει ολοταχώς προς τα Όσκαρ. Η ταινία παρακολουθεί τον Τούρινγκ σε τρεις φάσεις της ζωής του: Στα εφηβικά του χρόνια στο σχολείο, κατά τη διάρκεια του πολέμου και στον αγώνα του να σπάσει τον κώδικα (το μεγαλύτερο μέρος) και στα τραγικά γι' αυτόν χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 50. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, αλλά κινείται μπρος - πίσω στο χρόνο.
Βρήκα το αποτέλεσμα πολύ ενδιαφέρον (και σας το λέει κάποιος που συνήθως βαριέται τις κινηματογραφικές βιογραφίες). Η ταινία κατορθώνει νομίζω να έχει διαρκές σασπένς, καθώς παίζει με τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, με την απόρριψη του ιδιοφυούς μαθηματικού (αλλά μάλλον αντιπαθούς τύπου) από κάποιους από τους ανωτέρους του και βέβαια με το διαρκές παιχνίδι των διπλών ταυτοτήτων (κατάσκοποι και διπλοί κατάσκοποι, ίντριγκες όλο και πολυπλοκότερες, μυστικά που κρύβονται ή - επίτηδες - αποκαλύπτονται, με σκοπό πάντα να επιτευχθεί ο "μεγάλος στόχος"). Το παιχνίδι αυτό παίζεται και στις προσωπικές ζωές των ηρώων (του Τούρινγκ που πασχίζει να κρύψει την ομοφυλοφιλία του, της κοπέλας, αλλά και όλων όσων δουλεύουν στο project, που κρύβουν την αληθινή φύση της δουλειάς τους, των κατασκόπων κλπ.). Τελικά το φιλμ γίνεται μια μελέτη των ποικίλων αποκρύψεων, παραλλαγών, ψευδών ρόλων, "κρυπτογραφημένων" συμπεριφορών που αναγκάζονται οι άνθρωποι να υιοθετούν στη ζωή τους. Και, πολύ πιο εμφανώς, διακηρύσσει την ανάγκη αποδοχής κάθε λογής διαφορετικότητας, η οποία μάλιστα εδώ δεν είναι απλώς ζήτημα (αυτονόητου) σεβασμού, αλλά καταλήγει να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο κοινωνικό σύνολο.
Φυσικά ο παράδοξος, κλειστός και μπλοκαρισμένος χαρακτήρας του ήρωα σκιαγραφείται ανάγλυφα, ενώ ο Μπένεντικτ Κάμπερματς είναι πολύ καλός. Χολιγουντιανό βεβαίως, αν και σχετικά τολμηρό, με κάποιες σεναριακές ευκολίες και παραχωρήσεις, αλλά από τα καλά δείγματα του σύγχρονου mainstream αμερικάνικου σινεμά. Νομίζω τουλάχιστον.
Μυθιστορηματική προσωπικότητα λοιπόν, ήταν φυσικό να βρει το δρόμο για τη μεγάλη οθόνη. Το 2014 ο νορβηγός Morten Tyldum γυρίζει "Το Παιχνίδι της Μίμησης" (The Imitation Game) και βαδίζει ολοταχώς προς τα Όσκαρ. Η ταινία παρακολουθεί τον Τούρινγκ σε τρεις φάσεις της ζωής του: Στα εφηβικά του χρόνια στο σχολείο, κατά τη διάρκεια του πολέμου και στον αγώνα του να σπάσει τον κώδικα (το μεγαλύτερο μέρος) και στα τραγικά γι' αυτόν χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 50. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, αλλά κινείται μπρος - πίσω στο χρόνο.
Βρήκα το αποτέλεσμα πολύ ενδιαφέρον (και σας το λέει κάποιος που συνήθως βαριέται τις κινηματογραφικές βιογραφίες). Η ταινία κατορθώνει νομίζω να έχει διαρκές σασπένς, καθώς παίζει με τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, με την απόρριψη του ιδιοφυούς μαθηματικού (αλλά μάλλον αντιπαθούς τύπου) από κάποιους από τους ανωτέρους του και βέβαια με το διαρκές παιχνίδι των διπλών ταυτοτήτων (κατάσκοποι και διπλοί κατάσκοποι, ίντριγκες όλο και πολυπλοκότερες, μυστικά που κρύβονται ή - επίτηδες - αποκαλύπτονται, με σκοπό πάντα να επιτευχθεί ο "μεγάλος στόχος"). Το παιχνίδι αυτό παίζεται και στις προσωπικές ζωές των ηρώων (του Τούρινγκ που πασχίζει να κρύψει την ομοφυλοφιλία του, της κοπέλας, αλλά και όλων όσων δουλεύουν στο project, που κρύβουν την αληθινή φύση της δουλειάς τους, των κατασκόπων κλπ.). Τελικά το φιλμ γίνεται μια μελέτη των ποικίλων αποκρύψεων, παραλλαγών, ψευδών ρόλων, "κρυπτογραφημένων" συμπεριφορών που αναγκάζονται οι άνθρωποι να υιοθετούν στη ζωή τους. Και, πολύ πιο εμφανώς, διακηρύσσει την ανάγκη αποδοχής κάθε λογής διαφορετικότητας, η οποία μάλιστα εδώ δεν είναι απλώς ζήτημα (αυτονόητου) σεβασμού, αλλά καταλήγει να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο κοινωνικό σύνολο.
Φυσικά ο παράδοξος, κλειστός και μπλοκαρισμένος χαρακτήρας του ήρωα σκιαγραφείται ανάγλυφα, ενώ ο Μπένεντικτ Κάμπερματς είναι πολύ καλός. Χολιγουντιανό βεβαίως, αν και σχετικά τολμηρό, με κάποιες σεναριακές ευκολίες και παραχωρήσεις, αλλά από τα καλά δείγματα του σύγχρονου mainstream αμερικάνικου σινεμά. Νομίζω τουλάχιστον.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2015
"ΕΤΟΙΜΗ ΓΙΑ ΟΛΑ" Ή ΟΙ (ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ) ΕΜΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑΣ
To 1995 o Gus Van Sant γυρίζει μια από τις πιο έξυπνες κατά τη γνωμη μου ταινίες του, το "Έτοιμη για Όλα" (To Die For), με μια εξαιρετική νεαρή τότε Νικόλ Κίντμαν στον πλέον... αντιπαθή ρόλο της καριέρας της.
Η όμορφη ηρωίδα είναι μια αμερικανίδα της επαρχίας ψωνισμένη κυριολεκτικά με την τηλεόραση και κάθε τι που σχετίζεται μ' αυτήν και με μοναδικό όνειρο και στόχο να γίνει μια διάσημη τηλεοπτική περσόνα, κάτι σαν την Όφρα ας πούμε. Κάποια στιγμή παντρεύεται έναν macho ιταλικής καταγωγής νεαρό, ιδιοκτήτη εστιατορίου και όλα πάνε καλά, μέχρις ότου αυτός αρχίζει να γίνεται εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδιά της. Μέχρι πού είναι ικανή να φτάσει η ηρωίδα μας για να πετύχει τον σκοπό της;
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία γυρισμένη ακριβώς με την αισθητική και το στιλ του τηλεοπτικού ρεπορτάζ, καθώς κάποιος υποτίθεται ότι παίρνει συνεντέυξεις από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, ενώ όλα έχουν πλέον τελειώσει. Παράλληλα βέβαια εμείς βλέπουμε και πώς εξελίχθηκαν τα αληθινά γεγονότα. Η Κίντμαν είναι πολύ καλή καθώς επαναλαμβάνει εμμονικά ηλίθιες ή/και ανούσιες απόψεις, ιδέες και φράσεις που όλες σχετίζονται με την τηλεόραση και τις περί διασημότητας ιδέες, με αποκορύφωμα το αμίμητο "Δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε αν κάποιος δεν σε βλέπει"! (και βεβαίως συμπεριφέρεται αντίστοιχα, με μοναδικό στόχο το φαίνεσθαι)
Η εμμονή με τη φήμη, τη διασημότητα και τα τηλεοπτικά σόου ως μοναδικό σκοπό ζωής, η απύθμενη κενότητα και το ουσιαστικό τίποτα που αυτά συνεπάγονται, η πλήρως απροσανατόλιστη και (και πάλι) κενή αμερικάνικη νεολαία ενσαρκωμένη από τους έφηβους της ταινίας (μεταξύ τους οι πιτσιρικάδες τότε και άγνωστοι Γιοακίν Φίνιξ και Κέισι Άφλεκ), η παντελής έλλειψη ηθικής, που έχει απλώς αντικατασταθεί παντελώς από το οραμα της διασημότητας, όλα - καί άλλα - θίγονται και καυτηριάζονται με έξυπνο τρόπο στο φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα από τα καυστικότερα φιλμ του Βαν Σαντ στις αρχές σχετικά της καριέρας του.
Η όμορφη ηρωίδα είναι μια αμερικανίδα της επαρχίας ψωνισμένη κυριολεκτικά με την τηλεόραση και κάθε τι που σχετίζεται μ' αυτήν και με μοναδικό όνειρο και στόχο να γίνει μια διάσημη τηλεοπτική περσόνα, κάτι σαν την Όφρα ας πούμε. Κάποια στιγμή παντρεύεται έναν macho ιταλικής καταγωγής νεαρό, ιδιοκτήτη εστιατορίου και όλα πάνε καλά, μέχρις ότου αυτός αρχίζει να γίνεται εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδιά της. Μέχρι πού είναι ικανή να φτάσει η ηρωίδα μας για να πετύχει τον σκοπό της;
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία γυρισμένη ακριβώς με την αισθητική και το στιλ του τηλεοπτικού ρεπορτάζ, καθώς κάποιος υποτίθεται ότι παίρνει συνεντέυξεις από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, ενώ όλα έχουν πλέον τελειώσει. Παράλληλα βέβαια εμείς βλέπουμε και πώς εξελίχθηκαν τα αληθινά γεγονότα. Η Κίντμαν είναι πολύ καλή καθώς επαναλαμβάνει εμμονικά ηλίθιες ή/και ανούσιες απόψεις, ιδέες και φράσεις που όλες σχετίζονται με την τηλεόραση και τις περί διασημότητας ιδέες, με αποκορύφωμα το αμίμητο "Δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε αν κάποιος δεν σε βλέπει"! (και βεβαίως συμπεριφέρεται αντίστοιχα, με μοναδικό στόχο το φαίνεσθαι)
Η εμμονή με τη φήμη, τη διασημότητα και τα τηλεοπτικά σόου ως μοναδικό σκοπό ζωής, η απύθμενη κενότητα και το ουσιαστικό τίποτα που αυτά συνεπάγονται, η πλήρως απροσανατόλιστη και (και πάλι) κενή αμερικάνικη νεολαία ενσαρκωμένη από τους έφηβους της ταινίας (μεταξύ τους οι πιτσιρικάδες τότε και άγνωστοι Γιοακίν Φίνιξ και Κέισι Άφλεκ), η παντελής έλλειψη ηθικής, που έχει απλώς αντικατασταθεί παντελώς από το οραμα της διασημότητας, όλα - καί άλλα - θίγονται και καυτηριάζονται με έξυπνο τρόπο στο φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα από τα καυστικότερα φιλμ του Βαν Σαντ στις αρχές σχετικά της καριέρας του.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2015
Ο ΙΔΙΟΦΥΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ Mr. TURNER
Ο βρετανός Mike Leigh είναι βεβαίως περισσότερο γνωστός για τις κοινωνικές ταινίες του, ωστόσο κατά καιρούς κάνει και ταινίες εποχής. Το 2014 αποφασίζει να ασχοληθεί με τον μεγάλο (συμπατριώτη του) ζωγράφο William Turner (1775-1851) - για την ακρίβεια με το τελευταίο τέταρτο της ζωής του, γυρίζοντας το εικαστικότατο "Mr. Turner".
Ο Τέρνερ θεωρείται μεγάλος όχι μόνο για του αναπαραστατικούς, "ρεαλιστικούς" πίνακές του, αλλά και επειδή οι πίνακες της τελευταίας περιόδου του προοιωνίζουν τον επερχόμενο ιμπρεσιονισμό (οι ιμπρεσιονιστές τον θεωρούσαν πρόδρομό τους). Κι όχι μόνο αυτό. Ορισμένα από τα τελευταία έργα του σχεδόν αγγίζουν τα όρια του αφηρημένου, πριν καν υπάρξει οποιαδήποτε σκέψη για τέτοια ζωγραφική. Όσο ζούσε ήταν ήδη διάσημος και πετυχημένος και θεωρούνταν "μετρ" στην απόδοση του φωτός, το οποίο αποτυπώνεται εκπληκτικά στα υπέροχα τοπία του. Ωστόσο σαν άνθρωπος ήταν αντισυμβατικός και αντιφατικός. "Μονόχνωτος", ακοινώνητος, συχνά αγενής και αλαζόνας, δεν παντρεύτηκε ποτέ αν και είχε κάποιους σταθερούς και μακροχρόνιους δεσμούς. Ζούσε δοσμένος στο πάθος του για τη ζωγραφική, διαθέτοντας εκπληκτική ευαισθησία. Και - σύμφωνα με την ταινία τουλάχιστον - διέθετε ταυτόχρονα και εσωτερικές αρετές (π.χ. η άρνησή του να πουλήσει σε υψηλότατη τιμή όλα τα έργα του σε συλλέκτη, επειδή ήθελε να τα χαρίσει σε μουσεία "για να τα βλέπουν δωρεάν οι φτωχοί").
Στην ταινία αυτές οι αντιφάσεις δίνονται ανάγλυφα. Φυσικά το φιλμ στηρίζεται κυρίως στην εκπληκτική ερμηνεία του Τίμοθι Σπαλ, ηθοποιού, μεταξύ άλλων, και άλλων ταινιών του Λι. Νομίζω ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων. Εκπληκτική επίσης είναι η εικαστικότατη φωτογραφία, που συχνά μας κάνει να νομίζουμε ότι βρισκόμαστε "μέσα" σε πίνακες του ζωγράφου.
Τελικά νομίζω ότι αυτό που θέλει να δείξει ο σκηνοθέτης - εκτός από την θαυμάσια καταγραφή της εποχής - είναι το παράδοξο της τέχνης: Ένας σχεδόν "βάρβαρος" και αντιπαθής τύπος, που περισσότερο μουγκρίζει παρά μιλάει, διαθέτει μια εξαιρετική εσωτερική ευαισθησία, είναι οξυδερκής όχι μόνο σε σχέση με την τέχνη, αλλά και με τις επερχόμενες εποχές και παράγει υψηλής αισθητικής αριστουργήματα. Αυτές οι αντιφάσεις αποτελούν κομμάτι της τέχνης γενικότατα και επιτείνουν το μυστήριό της (φυσικά ο Τέρνερ δεν υπήρξε η μοναδική τέτοια περίπτωση, κάθε άλλο μάλιστα).
Η ταινία μου άρεσε, προειδοποιώ όμως ότι είναι σχετικά αργή, ενώ η "έλλειψη πλοκής" - πρόκειται απλώς για την γραμμική χρονικά καταγραφή των τελευταίων χρόνων του ζωγράφου - ίσως κουράσει κάποιους. Κυρίως όσους δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την τέχνη. Για μένα όμως, για την εκπληκτική της ατμόσφαιρα και για την κατάδειξη του μυστηρίου και των αντιφάσεων της τέχνης, αποτελεί μια από τις καλύτερες της χρονιάς του 14.
Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2015
ΣΤΗ ΒΡΩΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ "GONE BABY GONE"
Το έχω ξαναπεί: Ο Ben Affleck είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης (και με περισσότερο ενδιαφέρον απ' όσο σαν ηθοποιός). Το απέδειξε από την πρώτη του κιόλας σκηνοθετική δουλειά, το "Gone Baby Gone" (Χωρίς Ίχνη) του 2007.
Ένα 4χρονο κοριτσάκι εξαφανίζεται σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Βοστώνης. Η θεία του προσλαμβάνει ένα ζεύγος ντετέκτιβ, παρά το ότι οι ίδιοι της λένε καθαρά ότι δεν έχουν καμιά εμπειρία από τέτοιου είδους υποθέσεις.Οι έρευνες αρχίζουν - στην ίδια τη γειτονιά κυρίως - αφού οι ντετέκτιβ αξιοποιούν κατά βάση τις προσωπικές τους γνωριμίες εκεί, συνεργαζόμενοι και με δύο αστυνομικούς, ενώ οι αποκαλύψεις γίνονται όλο και πιο περίπλοκες και βρώμικες. Όλη αυτή η ιστορία θα έχει τελικά βαθιές επιδράσεις και στην ίδια τους τη σχέση.
Με όχημα μια αστυνομική σε πρώτο επίπεδο ιστορία, ο Άφλεκ επιχειρεί μια κατάβαση στην πιο σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, εκεί όπου ούτε κατά διάνοια δεν υφίσταται το "αμερικάνικο όνειρο". Η όλη εικόνα φέρνει στο νου το "Mystic River" του Ίστγουντ (και τα δύο προέρχονται από βιβλία του ίδιου συγγραφέα). Εδώ η αμερικάνικη γειτονιά κατοικείται από απαράδεκτες (και ναρκομανείς) μητέρες, μικρούς και μεγάλους ντίλερ, φουκαράδες έτοιμους για όλα, ύποπτους αστυνομικούς... Μια κοινωνία πέρα για πέρα δίχως τίποτα όμορφο, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και - το χειρότερο - δίχως καμιά ελπίδα για βελτίωση. Το αδιέξοδο είναι απόλυτο και από παντού. Για πολλούς η κάθε λογής παρανομία αποτελεί τη μόνη ορατή λύση. Το κοινωνικό σχόλιο είναι σαφές. Και δοσμένο με απόλυτο ρεαλισμό και πειστικότητα.
Βρήκα την ταινία ιδιαίτερα σκοτεινή, δυνατή (και περίπλοκη σεναριακά) και με αναπάντεχο τέλος, που θολώνει ακόμα περισσότερο τα όρια ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς". Ταυτόχρονα το ηθικό δίλημμα του τέλους παραμένει ανοιχτό στον θεατή. Εσείς τι θα επιλέγατε στη θέση του ήρωα; Φυσικά, όπως είπα, νομίζω ότι πρωταγωνιστής δεν είναι οι ντετέκτιβ ή οι αστυνομικοί ή όποιος άλλος από τους χαρακτήρες, αλλά ο ίδιος ο κοινωνικός περίγυρος. ΄Ένας από τους πλέον ασφυκτικούς και βρώμικους που σκιαγράφησε ποτέ το (mainstream) αμερικάνικο σινεμά. Μπράβο στον Άφλεκ και την τόλμη του.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2015
ΤΟ "ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΤΗΝΟΣ" ΩΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ
O Jean Renoir (1894-1979) είναι βέβαια ένας απο τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά και πολλές από τις ταινίες του θεωρούνται κλασικές. Μια απ' αυτές είναι και η απόπειρά του να μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα του Ζολά "Το Ανθρώπινο Κτήνος" (La Bete Humaine), που έλαβε χώρα το 1938, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Ζαν Γκαμπέν και την πανέμορφη Σιμόν Σιμόν, που ίσως γνωρίζετε από το κλασικό αυθεντικό "Cat People".
Ένας μηχανοδηγός τρένων που υποφέρει από ψυχολογικές κρίσεις (κατάλοιπο των αλκοολικών γονιών του, πιστεύει ο ίδιος) ερωτεύεται τη γυναίκα του σταθμάρχη του, ο οποίος σταθμάρχης έχει δολοφονήσει έναν πλούσιο γέρο από ζήλεια, παρουσία της συζύγου του. Ο ήρωας από έλξη στην κοπέλα, αν και γνωρίζει τι έχει συμβεί, δεν αποκαλύπτει τίποτα στην ανάκριση και ένα επικίνδυνο παιχνίδι - ερωτικό, αλλά εγκληματικό - ξεκινά ανάμεσά τους.
Ο Ρενουάρ χαρακτηρίζεται συχνά σκηνοθέτης "ποιητικού ρεαλισμού". Εδώ τα τρένα διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ιστορία, αποτελούν αναφαίρετο κομμάτι της. Εν κινήσει ή σταματημένα, με τα πληρώματα μεταξύ τους όταν δεν δουλεύουν, με το σταθμό, συχνά υποβλητικά νυχτερινό, σαν μόνιμο σχεδόν φόντο, είναι κάτι παραπάνω από απλό ντεκόρ. Άλλωστε όλοι οι ήρωες του φιλμ σχετίζονται μ' αυτά. Οι χαρακτήρες είναι κυρίως αμφιλεγόμενοι, ποτέ καθαρά "καλοί" ή "κακοί". Όμως το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του φιλμ είναι ότι αποτελεί έναν σαφέστατο πρόδρομο των περίφημων ταινιών νουάρ, που θα ήκμαζαν την επόμενη δεκαετία στην απέναντι πλευρα του Ατλαντικού. Τα κοινά είναι πολλά: Ο μοναχικός ήρωας που υποφέρει, ο φόνος, τα υποβλητικά, ασπρόμαυρα σκηνικά και, βέβαια, κυρίως η παρουσία της "μοιραίας γυναίκας" εν μέσω όλων αυτών, η οποία ουσιαστικά από ένα σημείο και μετά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν - ενώ εμείς θα παραμείνουμε εν αμφιβολία: Είναι πολύ ερωτευμένη ή σατανική; Και, φυσικά, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο έρωτας, παθιασμένος, ρομαντικός, βασανισμένος.
Και μόνο γι' αυτό και την επιρροή του στο αμερικάνικο σινεμά, η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική. Αλλά και πέραν αυτών νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ. Αν δεν φοβάστε τα "παλιά", απολαύστε το ανεπιφύλακτα.
Ένας μηχανοδηγός τρένων που υποφέρει από ψυχολογικές κρίσεις (κατάλοιπο των αλκοολικών γονιών του, πιστεύει ο ίδιος) ερωτεύεται τη γυναίκα του σταθμάρχη του, ο οποίος σταθμάρχης έχει δολοφονήσει έναν πλούσιο γέρο από ζήλεια, παρουσία της συζύγου του. Ο ήρωας από έλξη στην κοπέλα, αν και γνωρίζει τι έχει συμβεί, δεν αποκαλύπτει τίποτα στην ανάκριση και ένα επικίνδυνο παιχνίδι - ερωτικό, αλλά εγκληματικό - ξεκινά ανάμεσά τους.
Ο Ρενουάρ χαρακτηρίζεται συχνά σκηνοθέτης "ποιητικού ρεαλισμού". Εδώ τα τρένα διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ιστορία, αποτελούν αναφαίρετο κομμάτι της. Εν κινήσει ή σταματημένα, με τα πληρώματα μεταξύ τους όταν δεν δουλεύουν, με το σταθμό, συχνά υποβλητικά νυχτερινό, σαν μόνιμο σχεδόν φόντο, είναι κάτι παραπάνω από απλό ντεκόρ. Άλλωστε όλοι οι ήρωες του φιλμ σχετίζονται μ' αυτά. Οι χαρακτήρες είναι κυρίως αμφιλεγόμενοι, ποτέ καθαρά "καλοί" ή "κακοί". Όμως το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του φιλμ είναι ότι αποτελεί έναν σαφέστατο πρόδρομο των περίφημων ταινιών νουάρ, που θα ήκμαζαν την επόμενη δεκαετία στην απέναντι πλευρα του Ατλαντικού. Τα κοινά είναι πολλά: Ο μοναχικός ήρωας που υποφέρει, ο φόνος, τα υποβλητικά, ασπρόμαυρα σκηνικά και, βέβαια, κυρίως η παρουσία της "μοιραίας γυναίκας" εν μέσω όλων αυτών, η οποία ουσιαστικά από ένα σημείο και μετά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν - ενώ εμείς θα παραμείνουμε εν αμφιβολία: Είναι πολύ ερωτευμένη ή σατανική; Και, φυσικά, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο έρωτας, παθιασμένος, ρομαντικός, βασανισμένος.
Και μόνο γι' αυτό και την επιρροή του στο αμερικάνικο σινεμά, η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική. Αλλά και πέραν αυτών νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ. Αν δεν φοβάστε τα "παλιά", απολαύστε το ανεπιφύλακτα.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2015
ΑΓΧΩΤΙΚΗ "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ"
Ο Νίκος Παπατάκης (1918-2010), έλληνας που κυρίως έζησε στο Παρίσι, υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα. Στον κινηματογράφο γύρισε 5 μόνο ταινίες, οι οποίες - παρά τις πιθανές διαφωνίες - δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο. Προσωπικά (και υποκειμενικά βεβαίως) οι δύο ελληνικές του ("Βοσκοί", "Φωτογραφία") είναι οι αγαπημένες μου.
"Η Φωτογραφία" γυρίστηκε το 1987 και την θεωρώ μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες. Στα τελευταία χρόνια της χούντας ένας νεαρός από την Καστοριά, μην αντέχοντας να μείνει άλλο στη χώρα του αφού τον κυνηγάνε τα αριστερά φρονήματα του... πεθαμένου πατέρα του, φεύγει για το Παρίσι με σκοπό να συναντήσει έναν μοναχικό συχωριανό του που ζει εκεί για χρόνια (και θεωρείται μονόχνωτος και στρυφνός) και να μάθει την τέχνη του γουναρά. Οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο θα πάρουν απρόσμενη τροπή, καθώς μια τυχαία φωτογραφία θα τα αλλάξει όλα.
Η ταινία ξεκινά με την κατάδειξη της μίζερης ελληνικής επαρχίας επί χούντας, μεταφέρεται στο Παρίσι και σταδιακά αποκτά έναν διαρκώς εντεινόμενο αγχωτικό ρυθμό. Έτσι μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ. Στο κέντρο όλου αυτού υπάρχει η "τυφλή" αγάπη για ένα ψέμα, για μια ιδέα που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, το ατελέσφορο κυνήγι μιας χίμαιρας, οι χαμένες, μοναχικές ανθρώπινες ζωές, οι ανθρώπινες εμμονές. Από την άλλη καταδεικνύεται η "μετατροπή" ενός αθώου και γελοίου ψέματος σε κεντρικό θέμα που θα στοιχειώσει και θα αλλάξει με τραγικό τρόπο τις ζωές των δύο ηρώων - άρα η πάντοτε πιθανή εισβολή του τυχαίου στη ζωή μας και οι δραματικές επιπτώσεις του .Όσο το φιλμ προχωρά, οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο αγχωτικές, το αδιέξοδο διαφαίνεται από παντού, μέχρι να φτάσουμε στη δυνατή κατάληξη. Ποιος λέει ότι ο θάνατος δεν μπορεί να αποτελεί πράξη αγάπης;
Ο Παπατάκης χρησιμοποιεί σε κάποια σημεία ακόμα και χιούμορ και περιλαμβάνει στην ταινία του κάποιες γκροτέσκες καταστάσεις. Ωστόσο η αγχωτική ατμόσφαιρα κυριαρχεί. Αυτό που επίσης επιτυγχάνει με εξαιρετικό, "υπόγειο" τρόπο, δίχως σεναριακά να επικεντρώσει σ' αυτό, είναι να μιλήσει καίρια για την ασφυκτική πολιτική κατάσταση και την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας επί χούντας και να καταδείξει τα δεινά που αυτή έφερε στην ζωή των απλών ανθρώπων. Η Ιστορία (με κεφαλαίο γιώτα) υπάρχει διαρκώς στο φόντο, πάνω σ' αυτή - ως διαρκές background - χτίζεται στέρεα η τραγική προσωπική ιστορία των δύο ανδρών. Η Ιστορία θα φτάσει (δίχως ποτέ, επαναλαμβάνω, να γίνει το κυρίαρχο θέμα) έως τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, το 1974, όπου, με φόντο τα ερείπια που πίσω του αφήνει ο απερχόμενος φασισμός, θα παιχτεί η τελική πράξη, στην Ελλάδα και πάλι.
Συστήνω τη "Φωτογραφία" ως μία από τις καλύτερες, πλην όμως σχετικά άγνωστες, ταινίες του ελληνικού σινεμά. Αν ποτέ την πετύχετε...
Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2015
"ΟΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΕΣ": ΜΙΑ ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΚΟΣΜΟ
Το 2014 ο Νίκος Τριανραφυλλίδης επανέρχεται μετά από πολλά χρόνια στη σκηνοθεσία με τους "Αισθηματίες", μια νεο-νουάρ απόπειρα που διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αθήνα.
Στα κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο νεαροί πληρωμένοι δολοφόνοι, οι οποίοι κάνουν τις βρώμικες δουλειές για έναν υπεράνω πάσης υποψίας πλούσιο, ο οποίος ζει απομονωμένος στη βίλα του με την έφηβη κόρη του, στην πραγματικότητα όμως είναι αρχαιοκάπηλος και άλλα σκοτεινά. Φυσικά οι "αισθηματίες" του τίτλου είναι οι δύο νεαροί, αφού ο ένας ερωτεύεται την "απαγορευμένη" κόρη του αφεντικού, ενώ ο άλλος μία πόρνη πολυτελείας. Στο επάγγελμά τους όμως τα συναισθήματα απαγορεύονται αυστηρά....
Η ταινία είναι θα έλεγα καλογυρισμένη, με σαφές σενάριο και στρωτή αφήγηση και, αν μη τι άλλο, παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Παράλληλα ο Τριανταφυλλίδης ξεδιπλώνει κάποιες εμμονές του, κάποια cult στοιχεία (πολύ καλή και σουρεαλιστική η σκηνή με τον λαϊκό βάρδο Λευτέρη Μυτηληναίονε εμφανίζεται από το πουθενά και να τραγουδά live σε ένα "κωλόμπαρο" όταν ένας από τους ήρωες ζητά από τη μπαργούμαν να ακούσει ένα τραγούδι του), ενώ επιχειρεί μια καταβύθιση στον υπόκοσμο και τη νύχτα: Ύποπτα μπαρ, πόρνες, σκυλάδες, "βρώμικοι" πλούσιοι, fast food, εσωτερικά ξεκαθαρίσματα και άλλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της νυχτερινής (κυρίως) σύγχρονης μεγαλούπολης (της Αθήνας στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως κάπως πιο "γραφικά" από την πραγματικότητα, αλλά κάπως έτσι. Και εν μέσω όλης αυτής της βρωμιάς ο ρομαντισμός (τι "αισθηματίες" θα ήταν άλλωστε) και ο αγνός έρωτας, που είναι αδύνατο φυσικά να ανθίσει και να θριαμβεύσει. Όπως είπαμε, βρισκόμαστε για τα καλά στο νουάρ.
ΟΚ, το είδα ευχάριστα, όπως είπα, είναι μια σχετικά ευπρόσωπη ελληνική παραγωγή, ο Τριανταφυλλίδης είναι "αξιοπρεπής" σκηνοθέτης, αλλά - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μέχρις εκεί. Τίποτα που να με συγκλονίσει ή να μην έχω ξαναδεί (εντάξει, το τελευταίο μάλλον γίνεται επίτηδες, αφού πρόκειται για ταινία συγκεκριμένου είδους). Δεν νομίζω ότι θα βαρεθείτε, ούτε όμως και θα εκστασιαστείτε.
Στα κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο νεαροί πληρωμένοι δολοφόνοι, οι οποίοι κάνουν τις βρώμικες δουλειές για έναν υπεράνω πάσης υποψίας πλούσιο, ο οποίος ζει απομονωμένος στη βίλα του με την έφηβη κόρη του, στην πραγματικότητα όμως είναι αρχαιοκάπηλος και άλλα σκοτεινά. Φυσικά οι "αισθηματίες" του τίτλου είναι οι δύο νεαροί, αφού ο ένας ερωτεύεται την "απαγορευμένη" κόρη του αφεντικού, ενώ ο άλλος μία πόρνη πολυτελείας. Στο επάγγελμά τους όμως τα συναισθήματα απαγορεύονται αυστηρά....
Η ταινία είναι θα έλεγα καλογυρισμένη, με σαφές σενάριο και στρωτή αφήγηση και, αν μη τι άλλο, παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Παράλληλα ο Τριανταφυλλίδης ξεδιπλώνει κάποιες εμμονές του, κάποια cult στοιχεία (πολύ καλή και σουρεαλιστική η σκηνή με τον λαϊκό βάρδο Λευτέρη Μυτηληναίονε εμφανίζεται από το πουθενά και να τραγουδά live σε ένα "κωλόμπαρο" όταν ένας από τους ήρωες ζητά από τη μπαργούμαν να ακούσει ένα τραγούδι του), ενώ επιχειρεί μια καταβύθιση στον υπόκοσμο και τη νύχτα: Ύποπτα μπαρ, πόρνες, σκυλάδες, "βρώμικοι" πλούσιοι, fast food, εσωτερικά ξεκαθαρίσματα και άλλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της νυχτερινής (κυρίως) σύγχρονης μεγαλούπολης (της Αθήνας στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως κάπως πιο "γραφικά" από την πραγματικότητα, αλλά κάπως έτσι. Και εν μέσω όλης αυτής της βρωμιάς ο ρομαντισμός (τι "αισθηματίες" θα ήταν άλλωστε) και ο αγνός έρωτας, που είναι αδύνατο φυσικά να ανθίσει και να θριαμβεύσει. Όπως είπαμε, βρισκόμαστε για τα καλά στο νουάρ.
ΟΚ, το είδα ευχάριστα, όπως είπα, είναι μια σχετικά ευπρόσωπη ελληνική παραγωγή, ο Τριανταφυλλίδης είναι "αξιοπρεπής" σκηνοθέτης, αλλά - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μέχρις εκεί. Τίποτα που να με συγκλονίσει ή να μην έχω ξαναδεί (εντάξει, το τελευταίο μάλλον γίνεται επίτηδες, αφού πρόκειται για ταινία συγκεκριμένου είδους). Δεν νομίζω ότι θα βαρεθείτε, ούτε όμως και θα εκστασιαστείτε.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 08, 2015
ΕΝΑΣ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΚΥΑΝΟΠΩΓΩΝΑΣ" ΤΟΥ 1944
Στην ιστορία του κινηματογράφου έχουν γυριστεί αρκετές παραλλαγές του "Κυανοπώγωνα", όρος που τελικά σημαίνει απλώς τον κατά συρροήν δολοφόνο γυναικών. Μια από αυτές είναι και "Κυανοπώγων" (Bluebeard) του 1944 από τον γεννημένο στην τότε Αυστροουγγαρία Edgar G. Ulmer (1904-1972), ο οποίος από το 1930 δούλεψε στις ΗΠΑ.
Με τον "σκοτεινό" Τζον Καραντάιν στον βασικο ρόλο (που του ταιριάζει πολύ), η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μαριονετίστα στο Παρίσι του 19ου αιώνα, ο οποίος είναι πρώην ζωγράφος και ο οποίος στραγγαλίζει τα θηλυκά μοντέλα του. Όταν κάποτε ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι πρόθυμη να του ποζάρει, πασχίζει να αποφύγει το αναπόφευκτο... Στην ιστορία όμως θα εμπλακεί και η αδελφή της κοπέλας και τα γεγονότα θα γίνουν φριχτά.
Η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί εξπρεσιονιστική, αφού ο Ούλμερ στην ασπρόμαυρη εικόνα του παίζει με τις σκιές, τις προοπτικές, την παράδοξη και ανησυχητική ατμόσφαιρα. Άλλωστε η καταγωγή του ταιριάζει απόλυτα με τις επιροές αυτές. Οι φόνοι τελούνται συνήθως εκτός πλάνου, μια κάποια σεναριακή αφέλεια υπάρχει, αλλά νομίζω ότι το όλο σκοτεινό κλίμα που δημιουργείται αξίζει μιας θέασης - και την κατάταξη του φιλμ στην ομάδα των μάλλον άγνωστων εξπρεσιονιστικών ταινιών του σινεμά. Αρκετά ενοχλητική βρήκα πάντως την μουσική του Erdody (διακεκριμένου και επιτυχημένου συνθέτη μουσικής και τραγουδιών στην εποχή του), η οποία παίζει κυριολεκτικά ασταμάτητα, "καλύπτοντας" ηχητικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Γενικά προκειται για καθαρό b-movie της δεκαετίας του 40 (ο Ούλμερ έφτιαξε κυρίως τέτοια), το οποίο πάντως είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Φυσικά σήμερα δεν πρόκειται να τρομάξετε με τα τεκταινόμενα. Άλλοι όμως είναι οι λόγοι που βλέπουμε τέτοια παλιά, σχετικά αξιόλογα φιλμ...
Με τον "σκοτεινό" Τζον Καραντάιν στον βασικο ρόλο (που του ταιριάζει πολύ), η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μαριονετίστα στο Παρίσι του 19ου αιώνα, ο οποίος είναι πρώην ζωγράφος και ο οποίος στραγγαλίζει τα θηλυκά μοντέλα του. Όταν κάποτε ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι πρόθυμη να του ποζάρει, πασχίζει να αποφύγει το αναπόφευκτο... Στην ιστορία όμως θα εμπλακεί και η αδελφή της κοπέλας και τα γεγονότα θα γίνουν φριχτά.
Η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί εξπρεσιονιστική, αφού ο Ούλμερ στην ασπρόμαυρη εικόνα του παίζει με τις σκιές, τις προοπτικές, την παράδοξη και ανησυχητική ατμόσφαιρα. Άλλωστε η καταγωγή του ταιριάζει απόλυτα με τις επιροές αυτές. Οι φόνοι τελούνται συνήθως εκτός πλάνου, μια κάποια σεναριακή αφέλεια υπάρχει, αλλά νομίζω ότι το όλο σκοτεινό κλίμα που δημιουργείται αξίζει μιας θέασης - και την κατάταξη του φιλμ στην ομάδα των μάλλον άγνωστων εξπρεσιονιστικών ταινιών του σινεμά. Αρκετά ενοχλητική βρήκα πάντως την μουσική του Erdody (διακεκριμένου και επιτυχημένου συνθέτη μουσικής και τραγουδιών στην εποχή του), η οποία παίζει κυριολεκτικά ασταμάτητα, "καλύπτοντας" ηχητικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Γενικά προκειται για καθαρό b-movie της δεκαετίας του 40 (ο Ούλμερ έφτιαξε κυρίως τέτοια), το οποίο πάντως είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Φυσικά σήμερα δεν πρόκειται να τρομάξετε με τα τεκταινόμενα. Άλλοι όμως είναι οι λόγοι που βλέπουμε τέτοια παλιά, σχετικά αξιόλογα φιλμ...
Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2015
H CULT "ΝΟΡΒΗΓΙΑ" ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΗΣ
Ο Γιάννης Βεσλεμές είναι γνωστός για μερικές ιδιόρυθμης αισθητικής μικρού μήκους ταινίες ("Γκολ", "Φωταγωγός") και για αρκετές ηλεκτρονικές μουσικές ως Felizol. Το 2014 γυρίζει την πρώτη του μεγάλου μήκους, τη "Νορβηγία", και φτιάχνει, αν μη τι άλλο, ένα φιλμ που όμοιό του δεν υπάρχει στην ελληνική φιλμογραφία.
1984. Ο βρικόλακας Ζανό, δεινός χορευτής ντίσκο, κατεβαίνει στην Αθήνα από την επαρχία διψασμένος για σεξ, χορό και περιπέτειες. Στην ντίσκο "Ζαρντόζ" θα συναντήσει έναν άλλον βρικόλακα, μια πόρνη, έναν νορβηγό, τον ιδιοκτήτη Μάρκο και άλλους και μετά θα περιπλανηθεί στην ύπαιθρο (στην Πάρνηθα για την ακρίβεια) και σε υπόγειες στοές για μια μυστηριώδη δουλειά της κοπέλας.
Η ταινία δεν διαθέτει και πολύ ξεκάθαρο σεναριο, οι φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη κάπως ασύνδετα, οι χαρακτήρες είναι ανολοκλήρωτοι. Στο μέσον όλων αυτών ένας απίστευτης εμφάνισης (με... ξανθιά περούκα) Βαγγέλης Μουρίκης, από τις πλέον συχνές (και εξαιρετικές) παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη από την αρχή ως το τέλος είναι η δημιουργία ενός απόλυτα cult φιλμ. Το κιτς της δεκαετίας του 80 (η "Αυριανή", ο Μάρκος Λεζές σε βασικό ρόλο και οι βιντεοταινίες του, η Σόφη Ζανίνου, οι παρακμιακές ντίσκο, τα μεγάλα κασετόφωνα και ένα σωρό άλλα στοιχεία) συναντούν τον βαμπιρικό μύθο, την πολιτική αλληγορία, την ηλεκτρονική (πλήν όμως ντισκίζουσα) μουσική του ίδιου του Βεσλεμέ φυσικά, το συγκρότημα της εποχής Χωρίς Περιδέραιο, τις α λα Νικολαϊδη ατάκες και τα ατμοσφαιρικά, συχνά παράδοξα σκηνικά.
Η αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο ότι ολο αυτό είναι κυριολεκτικά το cult για το cult. Τίποτα άλλο. Ωστόσο ο Βεσλεμές και καλός σκηνοθέτης είναι, και κινηματογραφικό τσαμπουκά διαθέτει, και κόντρα στην πεπατημένη του ελληνικου σινεμά πηγαίνει και ατμοσφαιρικός είναι και ιδέες έχει. Απλώς βρήκα όλο αυτό το πόνημα ανολοκλήρωτο. Γι΄αυτό περιμένω εναγωνίως τις επόμενες δουλειές του, που είμαι σίγουρος ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη παραγωγή. Δείτε το, επαναλαμβάνω, μόνο όσοι ενδιαφέρεστε για κάτι πέρα για πέρα cult και να είστε προετοιμασμένοι να αγνοήσετε τα όποια άλλα στοιχεία.
1984. Ο βρικόλακας Ζανό, δεινός χορευτής ντίσκο, κατεβαίνει στην Αθήνα από την επαρχία διψασμένος για σεξ, χορό και περιπέτειες. Στην ντίσκο "Ζαρντόζ" θα συναντήσει έναν άλλον βρικόλακα, μια πόρνη, έναν νορβηγό, τον ιδιοκτήτη Μάρκο και άλλους και μετά θα περιπλανηθεί στην ύπαιθρο (στην Πάρνηθα για την ακρίβεια) και σε υπόγειες στοές για μια μυστηριώδη δουλειά της κοπέλας.
Η ταινία δεν διαθέτει και πολύ ξεκάθαρο σεναριο, οι φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη κάπως ασύνδετα, οι χαρακτήρες είναι ανολοκλήρωτοι. Στο μέσον όλων αυτών ένας απίστευτης εμφάνισης (με... ξανθιά περούκα) Βαγγέλης Μουρίκης, από τις πλέον συχνές (και εξαιρετικές) παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη από την αρχή ως το τέλος είναι η δημιουργία ενός απόλυτα cult φιλμ. Το κιτς της δεκαετίας του 80 (η "Αυριανή", ο Μάρκος Λεζές σε βασικό ρόλο και οι βιντεοταινίες του, η Σόφη Ζανίνου, οι παρακμιακές ντίσκο, τα μεγάλα κασετόφωνα και ένα σωρό άλλα στοιχεία) συναντούν τον βαμπιρικό μύθο, την πολιτική αλληγορία, την ηλεκτρονική (πλήν όμως ντισκίζουσα) μουσική του ίδιου του Βεσλεμέ φυσικά, το συγκρότημα της εποχής Χωρίς Περιδέραιο, τις α λα Νικολαϊδη ατάκες και τα ατμοσφαιρικά, συχνά παράδοξα σκηνικά.
Η αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο ότι ολο αυτό είναι κυριολεκτικά το cult για το cult. Τίποτα άλλο. Ωστόσο ο Βεσλεμές και καλός σκηνοθέτης είναι, και κινηματογραφικό τσαμπουκά διαθέτει, και κόντρα στην πεπατημένη του ελληνικου σινεμά πηγαίνει και ατμοσφαιρικός είναι και ιδέες έχει. Απλώς βρήκα όλο αυτό το πόνημα ανολοκλήρωτο. Γι΄αυτό περιμένω εναγωνίως τις επόμενες δουλειές του, που είμαι σίγουρος ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη παραγωγή. Δείτε το, επαναλαμβάνω, μόνο όσοι ενδιαφέρεστε για κάτι πέρα για πέρα cult και να είστε προετοιμασμένοι να αγνοήσετε τα όποια άλλα στοιχεία.
Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2015
ΤΑ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ "MAGICAL GIRL"
Το "Magical Girl" (2014) είναι η δεύτερη ταινία του ισπανού πρώην δημιουργού κόμικς Carlos Vermut και δείχνει για πολλοστή φορά την άνοδο του ισπανικού σινεμά. Βασισμένη σε ένα πολύπλοκο και στέρεο σενάριο, είναι δραματική, γκροτέσκα σε κάποια σημεία και συγχρόνως δεν παραλείπει να μιλά για τη σύγχρονη πραγματικότητα της κρίσης.
Παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών διαφορετικών ανθρώπων, φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους: Ενός πρώην καθηγητή και νυν άνεργου, του οποίου η κόρη πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εκείνος αποφασίζει να φτάσει μέχρι τα άκρα για να βρει λεφτά και να της δωρίσει αυτό που επιθυμεί περισσότερο (και που πιθανόν θα είναι η τελευταία της επιθυμία): Μια πανάκριβη κούκλα από γιαπωνέζικο manga ή anime, το ομώνυμο "Μagical girl". Μιας όμορφης, αλλά διαταραγμένης ψυχικά κοπέλας με σκοτεινό παρελθόν, συζύγου ενός ψυχίατρου, που ζει κυρίως κλεισμένη στο σπίτι της. Ενός μοναχικού ηλικιωμένου που συμπληρώνει γιγάντια παζλ, και κάποια σχέση φαίνεται να έχει με την κοπέλα... Όλες αυτές οι ιστορίες δένουν με απροσδόκητο τρόπο και με σίγουρα δραματικά αποτελέσματα.
Το δραματικό και ταυτόχρονα φορτωμένο σεναριακά κλίμα του Αλμοδοβάρ είναι παρόν, η βία είναι έντονη και καθισταται δυνατότερη καθώς ποτέ δεν δείχνεται αυτούσια στην οθόνη (στο στιλ του Χάνεκε), η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, η λογική και το συναίσθημα, οι επιθυμίες και οι ανάγκες συγκρούονται. Επίσης η πλοκή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που λέμε "buterfly effect": Του πώς δηλαδή άσχετα γεγονότα μπορεί να πυροδοτήσουν μια αλυσίδα γεγονότων με επιπτώσεις απόλυτα απρόβλεπτες. Σημειωτέον ότι κατά βάθος οι περισσότεροι χαρακτήρερς δεν έχουν κακά κίνητρα, κι ας συμβαίνου τόσο πολλά και τραγικά. Ταυτόχρονα η οικονονική κρίση αποτελεί ένα σταθερό background (πολλά οφείλονται σ' αυτήν), οπότε μέσα από το ακραίο σενάριο η ταινία μπορεί να μας μιλά και για την παγματικότητα που όλοι βιώνουμε.
Κάποιες αντιρρήσειςπάντως τις έχω. Δεν κατάφερα να ανακαλύψω το μαύρο χιούμορ για το οποίο μιλούσαν οι κριτικές. Είδα μόνο ένα σχεδόν ακραίο δράμα, που ναι μεν θυμίζει τις τραβηγμένες καταστάσεις του Αλμοδοβάρ, μάλλον όχι όμως το υπόγειο χιούμορ του. Επίσης μου φάνηκαν αδικαιολόγητες οι πράξεις του ηλικιωμένου ήρωα στο τέλος του φιλμ. Συγνώμη, αλλά δεν κατάφερα να ψυχολογήσω τις τόσο βίαιες αντιδράσεις του. Πέραν αυτών όμως βρίσκω πολύ δυνατό το φιλμ. Και πολύ σκοτεινό ταυτόχρονα.
Παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών διαφορετικών ανθρώπων, φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους: Ενός πρώην καθηγητή και νυν άνεργου, του οποίου η κόρη πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εκείνος αποφασίζει να φτάσει μέχρι τα άκρα για να βρει λεφτά και να της δωρίσει αυτό που επιθυμεί περισσότερο (και που πιθανόν θα είναι η τελευταία της επιθυμία): Μια πανάκριβη κούκλα από γιαπωνέζικο manga ή anime, το ομώνυμο "Μagical girl". Μιας όμορφης, αλλά διαταραγμένης ψυχικά κοπέλας με σκοτεινό παρελθόν, συζύγου ενός ψυχίατρου, που ζει κυρίως κλεισμένη στο σπίτι της. Ενός μοναχικού ηλικιωμένου που συμπληρώνει γιγάντια παζλ, και κάποια σχέση φαίνεται να έχει με την κοπέλα... Όλες αυτές οι ιστορίες δένουν με απροσδόκητο τρόπο και με σίγουρα δραματικά αποτελέσματα.
Το δραματικό και ταυτόχρονα φορτωμένο σεναριακά κλίμα του Αλμοδοβάρ είναι παρόν, η βία είναι έντονη και καθισταται δυνατότερη καθώς ποτέ δεν δείχνεται αυτούσια στην οθόνη (στο στιλ του Χάνεκε), η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, η λογική και το συναίσθημα, οι επιθυμίες και οι ανάγκες συγκρούονται. Επίσης η πλοκή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που λέμε "buterfly effect": Του πώς δηλαδή άσχετα γεγονότα μπορεί να πυροδοτήσουν μια αλυσίδα γεγονότων με επιπτώσεις απόλυτα απρόβλεπτες. Σημειωτέον ότι κατά βάθος οι περισσότεροι χαρακτήρερς δεν έχουν κακά κίνητρα, κι ας συμβαίνου τόσο πολλά και τραγικά. Ταυτόχρονα η οικονονική κρίση αποτελεί ένα σταθερό background (πολλά οφείλονται σ' αυτήν), οπότε μέσα από το ακραίο σενάριο η ταινία μπορεί να μας μιλά και για την παγματικότητα που όλοι βιώνουμε.
Κάποιες αντιρρήσειςπάντως τις έχω. Δεν κατάφερα να ανακαλύψω το μαύρο χιούμορ για το οποίο μιλούσαν οι κριτικές. Είδα μόνο ένα σχεδόν ακραίο δράμα, που ναι μεν θυμίζει τις τραβηγμένες καταστάσεις του Αλμοδοβάρ, μάλλον όχι όμως το υπόγειο χιούμορ του. Επίσης μου φάνηκαν αδικαιολόγητες οι πράξεις του ηλικιωμένου ήρωα στο τέλος του φιλμ. Συγνώμη, αλλά δεν κατάφερα να ψυχολογήσω τις τόσο βίαιες αντιδράσεις του. Πέραν αυτών όμως βρίσκω πολύ δυνατό το φιλμ. Και πολύ σκοτεινό ταυτόχρονα.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2014
Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
H Lorene Scafaria μαθαίνω ότι είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο με την πρώτη της κιόλας σκηνοθεσία, το φιλμ του 2012 "Seeking a Friend for the End of the World" (στα ελληνικά "Χάρηκα που σε γνώρισα"), καταφέρνει να ξεχωρίσει, αφού κάνει μια συμπαθέστατη κομεντί, που διαφέρει αρκετά από άλλα δείγματα του τόσο ταλαιπωρημένου στην Αμερική αυτού είδους.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή ξέρουμε ότι ο κόσμος θα τελειώσει σε λίγες μόλις μέρες, αφού ένας αστεροειδής θα συγκρουστεί με τη γη. Ο ήρωας, ένας συνηθισμένος άνθρωπος (ο Στιβ Καρέλ), ανακαλύπτει ότι μόλις ανακοινώθηκε το συγκλονιστικό νέο η γυναίκα του τον εγκατέλειψε (δεν είχαν και την καλύτερη σχέση. Τότε στο σκηνικό θα μπει η κοπέλα που μένει στο επάνω πάτωμα και την οποία ως τώρα αγνοούσε και μαζί θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι, αυτή για να πάει στους γονείς της και να πεθάνει εκεί κι αυτός για να βρει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του (με την οποία δεν έχουν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια),για να περάσουν μεζί τις τελευταίες ώρες, ενώ, βεβαίως, γύρω τους επικρατεί χάος.
Η ταινία συνδυάζει νομίζω σε πολύ σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνηση, δίχως ωστόσο να γίνεται μελό. Η μελαγχολική ατμόσφαιρα του τέλους διαποτίζει τα πάντα, αλλά το χιούμορ που προαναφέραμε καταφέρνει να ισορροπεί τα πράγματα. Έτσι τελικά η ταινία μετατρέπεται σε έναν ύμνο όχι απλώς στον έρωτα, αλλά στην ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, στη φιλία, την ανθρωπιά. Συγχρόνως διατηρεί το σχετικό σασπένς, καθώς ο θεατής δεν ξέρει πού θα καταλήξουν όλα αυτά και δεν υποκύπτει σε φτηνές παραχωρήσεις στο τέλος. Και υπάρχει βεβαίως και το στοιχειο της επιστημονικής φαντασίας που δίνει την πρωτοτυπία στην ιστορία.
Τη βρήκα από τις πολύ συμπαθητικές κομεντί - πολύ περισσότερο επειδή, όπως είπα στην αρχή, πρόκειται για φθαρμένο και συχνά ξενέρωτο είδος - και περιμένω την επόμενη σκηνοθετική προσπάθεια της Scafaria. Ελπίζω να διαθέτει παρόμοια φρεσκάδα.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή ξέρουμε ότι ο κόσμος θα τελειώσει σε λίγες μόλις μέρες, αφού ένας αστεροειδής θα συγκρουστεί με τη γη. Ο ήρωας, ένας συνηθισμένος άνθρωπος (ο Στιβ Καρέλ), ανακαλύπτει ότι μόλις ανακοινώθηκε το συγκλονιστικό νέο η γυναίκα του τον εγκατέλειψε (δεν είχαν και την καλύτερη σχέση. Τότε στο σκηνικό θα μπει η κοπέλα που μένει στο επάνω πάτωμα και την οποία ως τώρα αγνοούσε και μαζί θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι, αυτή για να πάει στους γονείς της και να πεθάνει εκεί κι αυτός για να βρει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του (με την οποία δεν έχουν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια),για να περάσουν μεζί τις τελευταίες ώρες, ενώ, βεβαίως, γύρω τους επικρατεί χάος.
Η ταινία συνδυάζει νομίζω σε πολύ σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνηση, δίχως ωστόσο να γίνεται μελό. Η μελαγχολική ατμόσφαιρα του τέλους διαποτίζει τα πάντα, αλλά το χιούμορ που προαναφέραμε καταφέρνει να ισορροπεί τα πράγματα. Έτσι τελικά η ταινία μετατρέπεται σε έναν ύμνο όχι απλώς στον έρωτα, αλλά στην ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, στη φιλία, την ανθρωπιά. Συγχρόνως διατηρεί το σχετικό σασπένς, καθώς ο θεατής δεν ξέρει πού θα καταλήξουν όλα αυτά και δεν υποκύπτει σε φτηνές παραχωρήσεις στο τέλος. Και υπάρχει βεβαίως και το στοιχειο της επιστημονικής φαντασίας που δίνει την πρωτοτυπία στην ιστορία.
Τη βρήκα από τις πολύ συμπαθητικές κομεντί - πολύ περισσότερο επειδή, όπως είπα στην αρχή, πρόκειται για φθαρμένο και συχνά ξενέρωτο είδος - και περιμένω την επόμενη σκηνοθετική προσπάθεια της Scafaria. Ελπίζω να διαθέτει παρόμοια φρεσκάδα.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2014
ΗΟΒΒΙΤ 3 : Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΜΙΑΣ "ΞΕΧΕΙΛΩΜΕΝΗΣ" ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ
Το 2014 ο Peter Jackson ολοκληρώνει την αξέχαστη επίσκεψή του στη Μέση Γη με το "Χόμπιτ. Η Μάχη των Πέντε Στρατών". Όχι με τον ιδανικότερο τρόπο κατά τη γνώμη μου, αλλά σίγουρα το εξαπλό έπος (ή οι δύο περίπου οκτάωρες ταινίες) θα καθορίζουν για πολύ καιρό τα όρια του θεάματος στο σινεμά.
Ας δούμε όμως τα του "Χόμπιτ": Κατ' αρχήν - το έχω ξαναγράψει - με ενόχλησε πολύ η απόφαση να γίνει και το "Χόμπιτ" τριλογία. Εκεί που το πράγμα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" (ένα όντως τρίτομο έπος), σε ένα βιβλίο τριακοσίωντόσων σελίδων ήταν κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η μετατροπή σε τριλογία είχε μοναδικό στόχο να κρατάμε με το ζόρι το ενδιαφέρον του θεατή και να βγάζουμε όλο και περισσότερα λεφτά (πράγμα που επετεύχθη απόλυτα φυσικά). Έτσι λοιπόν επρόκειτο για μια εκ των προτέρων "ξεχειλωμένη" τριλογία, πράγμα που έγινε ακόμα πιο φανερό με την άτεχνη προσθήκη διάφορω ανύπαρκτων στο βιβλίο υποπλοκών (ο έρωτας ξωτικής και νάνου ήταν το χειρότερο απ' αυτά, για να βάλουμε και λίγη δακρύβρεκτη ερωτική ιστορία, να έχουμε και λίγο "Ρωμαίο και Ιουλιέτα", αλλά και η αυθαίρετη προσθήκη του Λέγκολας, ενός από τους ήρωες του μετέπειτα "Άρχοντα"). Αφού λοιπόν στο τέλος του 2ου φιλμ είχαμε ήδη φτάσει στον δράκο, τι μας έμενε στο 3ο μέρος; Μια άνευ προηγουμένου μάχη, που κρατά πραγματικά πάνω από την μισή ταινία και που δεν λέει να τελειώσει με τίποτα. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι κάθε είδους ταρζανιές του Λέγκολας κυρίως, αλλά και άλλων, που θύμιζαν φτηνές σουπερηρωικές ταινίες.
Μην τα βάφετε όλα μαύρα πάντως. Η βιρτουοζιτέ του Τζάκσον είναι δεδομένη, το υπερθέαμα απόλυτα εγγυημένο, τα τοπία και τα σκηνικά μαγευτικά, η διασκέδαση (αν και βαρέθηκα κάπως στη μάχη) απολυτη. Και υπάρχει βέβαια και το πιο ενδιαφέρον σημείο της προβληματικής του Τόλκιν, το θέμα της ανθρώπινης απληστίας μπροστά στο χρήμα και την εκμαυλιστική εξουσία, που αντιπροσωπεύεται βέβαια από το πάθος του Θόριν για τον αμύθητο θησαυρό, αλλά και την σύγκρουση Ξωτικών, Ανθρώπων και Νάνων γι' αυτόν, που οδηγούν στην απόλυτη παράνοια. Το καλύτερο σημείο για μένα.
Οπότε ναι, χορταστικότατο, αλλά και ένα είδος "αρπαχτής" ταυτόχρονα. Φυσικά αν έπρεπε να διαλέξω από τις δύο τριλογίες θα προτιμούσα την πρώτη, αυτή του "Άρχοντα". Το άλλο έγινε δεξιοτεχνικά μεν, αλλά για να τα οικονομήσουμε.
ΥΓ: Εκτιμώ πάντως το ότι διατηρήθηκε απόλυτα ενιαία η αισθητική και στις δύο τριλογίες.
Ας δούμε όμως τα του "Χόμπιτ": Κατ' αρχήν - το έχω ξαναγράψει - με ενόχλησε πολύ η απόφαση να γίνει και το "Χόμπιτ" τριλογία. Εκεί που το πράγμα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" (ένα όντως τρίτομο έπος), σε ένα βιβλίο τριακοσίωντόσων σελίδων ήταν κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η μετατροπή σε τριλογία είχε μοναδικό στόχο να κρατάμε με το ζόρι το ενδιαφέρον του θεατή και να βγάζουμε όλο και περισσότερα λεφτά (πράγμα που επετεύχθη απόλυτα φυσικά). Έτσι λοιπόν επρόκειτο για μια εκ των προτέρων "ξεχειλωμένη" τριλογία, πράγμα που έγινε ακόμα πιο φανερό με την άτεχνη προσθήκη διάφορω ανύπαρκτων στο βιβλίο υποπλοκών (ο έρωτας ξωτικής και νάνου ήταν το χειρότερο απ' αυτά, για να βάλουμε και λίγη δακρύβρεκτη ερωτική ιστορία, να έχουμε και λίγο "Ρωμαίο και Ιουλιέτα", αλλά και η αυθαίρετη προσθήκη του Λέγκολας, ενός από τους ήρωες του μετέπειτα "Άρχοντα"). Αφού λοιπόν στο τέλος του 2ου φιλμ είχαμε ήδη φτάσει στον δράκο, τι μας έμενε στο 3ο μέρος; Μια άνευ προηγουμένου μάχη, που κρατά πραγματικά πάνω από την μισή ταινία και που δεν λέει να τελειώσει με τίποτα. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι κάθε είδους ταρζανιές του Λέγκολας κυρίως, αλλά και άλλων, που θύμιζαν φτηνές σουπερηρωικές ταινίες.
Μην τα βάφετε όλα μαύρα πάντως. Η βιρτουοζιτέ του Τζάκσον είναι δεδομένη, το υπερθέαμα απόλυτα εγγυημένο, τα τοπία και τα σκηνικά μαγευτικά, η διασκέδαση (αν και βαρέθηκα κάπως στη μάχη) απολυτη. Και υπάρχει βέβαια και το πιο ενδιαφέρον σημείο της προβληματικής του Τόλκιν, το θέμα της ανθρώπινης απληστίας μπροστά στο χρήμα και την εκμαυλιστική εξουσία, που αντιπροσωπεύεται βέβαια από το πάθος του Θόριν για τον αμύθητο θησαυρό, αλλά και την σύγκρουση Ξωτικών, Ανθρώπων και Νάνων γι' αυτόν, που οδηγούν στην απόλυτη παράνοια. Το καλύτερο σημείο για μένα.
Οπότε ναι, χορταστικότατο, αλλά και ένα είδος "αρπαχτής" ταυτόχρονα. Φυσικά αν έπρεπε να διαλέξω από τις δύο τριλογίες θα προτιμούσα την πρώτη, αυτή του "Άρχοντα". Το άλλο έγινε δεξιοτεχνικά μεν, αλλά για να τα οικονομήσουμε.
ΥΓ: Εκτιμώ πάντως το ότι διατηρήθηκε απόλυτα ενιαία η αισθητική και στις δύο τριλογίες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















