Πώς; "Αβραάμ Λίνκολν: Κυνηγός Βρικολάκων" (Abraham Lincoln : Vampire Hunter); Μη μου πείτε ότι δεν ακούγεται εξαιρετικά αστείο; Μιλάμε για την ταινία του 2012 του Timur Bekmambetov. Ο οποίος βεβαίως είναι ρώσος, αλλά εδώ και κάποια χρόνια, λόγω των εντυπωσιακών στοιχείων που περιείχαν τα ρώσικα φιλμς του, δουλεύει πλέον στο Χόλιγουντ.
Είπα να δω λοιπόν τον κ. Λίνκολν (μια που το '12 είναι η χρονιά του. Θυμηθείτε: Conspirator του Redford, η αναμενόμενη ταινία του Σπίλμπεργκ και αυτό εδώ) να κυνηγά βρικόλακες, έτοιμος να κάνω πλάκα με το όλο θέμα. Πρέπει να ομολογήσω ότι η ταινία μου βγήκε κάπως καλύτερη απ' ό,τι περίμενα. Είναι καλογυρισμένη, με ωραία εικόνα και - σχετικά - σοβαρή πλοκή.
Στην ουσία πρόκειται για το είδος εκείνο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί "εναλλακτική ιστορία". Ο νεαρός Αβραάμ, πολύ πριν ασχοληθεί με την πολιτική, εμπλέκεται σε μια ιστορία με βρικόλακες, ανακαλύπτοντας έκπληκτος ότι αυτοί όχι μόνο υπάρχουν, αλλά έχουν και μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της Αμερικής. Από εκεί και πέρα όλη η ιστορία του, η άνοδος στην προεδρία, ο αιματηρότατος εμφύλιος, η δολοφονία του, όλα έχουν σχέση πλέον με το θέμα των βρικολάκων.
O Bekmambetov γυρίζει όπως πάντα εντυπωσιακά (προσωπικά βέβαια οι ρώσικες δουλειές του με κουράζουν, αλλά το εντυπωσιακό τους στοιχείο είναι αναμφισβήτητο) και βρήκα την όλη προσπάθεια περισσότερο "υπερπαραγωγή" και καλογυρισμένη απ' όσο πίστευα, με χαρακτήρες με σχετικό ενδιαφέρον. Η εικόνα είναι όμορφη (ατμόσφαιρα, φωτισμοί κλπ.) και το όλο πράγμα κυλά, αν μη τι άλλο, ευχάριστα. Ο νεαρός Λίνκολν "εκπαιδεύεται" όχι μόνο να κυνηγά βρικόλακες, αλλά και να βελτιώνει τον χαρακτήρα του, να μην είναι παρορμητικός και έρμαιο του πάθους του για εκδίκηση, αλλά να σκέφτεται πριν πράξει κλπ. Και υπάρχει και ο διφορούμενος ρόλος - καταλύτης του φίλου και εκπαιδευτή του, που κι αυτός παρουσιάζει ενδιαφέρον. Όλα τα λεφτά δε προς το τέλος η μάχη στον εμφύλιο με ένα στρατό βρικολάκων "μεταμφιεσμένων" σε... Νότιους.
Προφανώς ούτε αριστούργημα είναι ούτε διεκδικεί θέση στην ιστορία του σινεμά. Απλώς, κατά τη γνώμη μου, βλέπεται ευχάριστα και πρόκειται για μια προσεγμένη παραγωγή.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2012
Κυριακή, Δεκεμβρίου 16, 2012
BLADE RUNNER : ΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ
Θεωρώ το "Blade Runner" μια από τις 4-5 καλύτερες ταινίές όλων των εποχών και πιστεύω ότι έχει εξασφαλίσει μια θέση στην ιστορία του σινεμά. Το θεωρώ επίσης την καλύτερη ταινία του Ridley Scott. Γυρισμένο το 1982, δεν χάνει το παραμικρό από τη γοητεία του κάθε φορά που το ξαναβλέπω. Αυτός δεν είναι ένας από τους ορισμούς του κλασικού;
Η ταινία βασίζεται υποτίθεται στο βιβλίο του Φίλπ Ντικ "Do the Androids dream of Electric Sheep?", αλλά ελάχιστη σχέση έχει μ' αυτό. Ειναι μία από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που ένας δημιουργός "αλλάζει τα φώτα" στο πρωτότυπο βιβλίο, κι όμως φτιάχνει ένα αριστούργημα (και το βιβλίο πάντως είναι πολύ καλό). Και είναι μάλιστα από τις φορές που τόσο το περιεχόμενο του φιλμ όσο και η εικόνα είναι εξ ίσου εντυπωσιακά.
Η ταινία μας μεταφέρει σε μια μελλοντική, παρακμασμένη γη, μολυσμένη, εγκαταλειμένη από ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της που έχουν μετακομίσει σε άλλους πλανήτες. Τα τέλεια ανδροειδή που έχουν δημιουργήσει "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους" οι άνθρωποι, δουλεύουν σαν σκλάβοι στις αποικίες και όχι μόνο δεν ξεχωρίζουν από τους ανθρώπους, αλλά σκέφτονται και έχουν και πλήρη συνείδηση του εαυτού τους. Δουλείά του ήρωα της ταινίας, ενός ντετέκτιβ του μέλλοντος, είναι να εντοπίζει και να εξοντώνει ανδροειδή που έχουν δραπετεύσει και έχουν φτάσει παράνομα στη γη. Κάποια στιγμή έρχεται αντιμέτωπος με μια ομάδα έξη τέτοιων, και κυρίως με τον εντυπωσιακό αρχηγό τους...
Οι προβληματισμοί που θέτει το φιλμ είναι πάρα πολλοί: Η σύγκρουση δημιουργού - δημιουργήματος (ή η σχέση πατέρα - γιου αν προτιμάτε) και η αναφορά στο οιδιπόδειο, η πιθανή ανωτερότητα του δημιουργήματος από τον δημιουργό, η ελευθερία και ο αγώνας γι' αυτήν, η ανθρώπινη συνείδηση, μαζί με ένα πλήθος υπαρξιακών ερωτημάτων για το ποιοι είμαστε και τι πραγματικά γνωρίζουμε για τον εαυτό μας, η εκμετάλλευση (δουλεία ουσιαστικά στη συγκεκριμένη περίπτωση), η αποδοχή του διαφορετικού και ό,τι άλλο μπορείτε να εντοπίσετε ακόμα. Η συγκλονιστική τελευταία (σχεδόν) σκηνή της τελικής σύγκρουσης του ήρωα με το ανδροειδές σίγουρα όχι μόνο μένει χαραγμένη στο μυαλό του θεατή, αλλά τον προβληματίζει βαθιά. Περιτό να πούμε βέβαια ότι η όποια μονοδιάστατη σχέση καλού - κακού πάει περίπατο. Τα ανδροειδή είναι πολύ μακριά από το να θεωρηθούν απλώς οι "κακοί". Ίσως ακόμα και να ταυτιστούμε μαζί τους. Τέλος ακόμα και το αρχικό "happy end" παραμένει κι αυτό κατά τη γνώμη μου πέρα για πέρα διφορούμενο.
Η εικόνα του φιλμ έχει νομίζω καθορισει μέχρι σήμερα μεγάλο μέρος του "σκηνικού" ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Τα σχεδόν μόνιμα νυχτερινά πλάνα, η αδιάκοπη βροχή, ο συνδυασμός παρακμής, εγκατάλειψης και προηγμένης τεχνολογίας, το look των πολυάνθρωπων ασιατικών μεγαλουπόλεων, όλα έχουν αντιγραφεί άπειρες φορές από τότε. Επί πλέον ο Scott υιοθετεί μια νουάρ προσέγγιση, παντρεύοντας έτσι για πρώτη φορά τα δύο είδη, κάνοντας κατά τη γνώμη μου το αποτέλεσμα ακόμα γοητευτικότερο. Η off αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο (που παραλείφτηκε σε μεταγενέστερες βερσιόν από τον ίδιο τον σκηνοθέτη), η όλη εμμφάνιση του Χάρισον Φορντ με την καπαρντίνα, η μοναχικότητά του, όλα παραπέμπουν στους παλιότερους ήρωες του νουάρ. Όσο για τον Ρούντγκερ Χάουερ, ειναι ιδανικός στο ρόλο του ανδροειδούς. Σίγουρα πρόκειται για τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του.
Θα μπορούσα να γράψω και άλλα ακόμα. Ωστόσο υπάρχουν ταινίες που καλό είναι να τις απολαμβάνεις βλέποντάς τες. Εξάλλου ο κάθε θεατής έχει πολλά να ανακαλύψει μόνος του. Θα κλείσω απλώς λέγοντας ξανά ότι πρόκειται για μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, η οποία, όπως απέδειξε, παραμένει το ίδιο γοητευτική μετά τόσα χρόνια όσο την πρώτη φορά που την είδα.
Η ταινία βασίζεται υποτίθεται στο βιβλίο του Φίλπ Ντικ "Do the Androids dream of Electric Sheep?", αλλά ελάχιστη σχέση έχει μ' αυτό. Ειναι μία από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που ένας δημιουργός "αλλάζει τα φώτα" στο πρωτότυπο βιβλίο, κι όμως φτιάχνει ένα αριστούργημα (και το βιβλίο πάντως είναι πολύ καλό). Και είναι μάλιστα από τις φορές που τόσο το περιεχόμενο του φιλμ όσο και η εικόνα είναι εξ ίσου εντυπωσιακά.
Η ταινία μας μεταφέρει σε μια μελλοντική, παρακμασμένη γη, μολυσμένη, εγκαταλειμένη από ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της που έχουν μετακομίσει σε άλλους πλανήτες. Τα τέλεια ανδροειδή που έχουν δημιουργήσει "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους" οι άνθρωποι, δουλεύουν σαν σκλάβοι στις αποικίες και όχι μόνο δεν ξεχωρίζουν από τους ανθρώπους, αλλά σκέφτονται και έχουν και πλήρη συνείδηση του εαυτού τους. Δουλείά του ήρωα της ταινίας, ενός ντετέκτιβ του μέλλοντος, είναι να εντοπίζει και να εξοντώνει ανδροειδή που έχουν δραπετεύσει και έχουν φτάσει παράνομα στη γη. Κάποια στιγμή έρχεται αντιμέτωπος με μια ομάδα έξη τέτοιων, και κυρίως με τον εντυπωσιακό αρχηγό τους...
Οι προβληματισμοί που θέτει το φιλμ είναι πάρα πολλοί: Η σύγκρουση δημιουργού - δημιουργήματος (ή η σχέση πατέρα - γιου αν προτιμάτε) και η αναφορά στο οιδιπόδειο, η πιθανή ανωτερότητα του δημιουργήματος από τον δημιουργό, η ελευθερία και ο αγώνας γι' αυτήν, η ανθρώπινη συνείδηση, μαζί με ένα πλήθος υπαρξιακών ερωτημάτων για το ποιοι είμαστε και τι πραγματικά γνωρίζουμε για τον εαυτό μας, η εκμετάλλευση (δουλεία ουσιαστικά στη συγκεκριμένη περίπτωση), η αποδοχή του διαφορετικού και ό,τι άλλο μπορείτε να εντοπίσετε ακόμα. Η συγκλονιστική τελευταία (σχεδόν) σκηνή της τελικής σύγκρουσης του ήρωα με το ανδροειδές σίγουρα όχι μόνο μένει χαραγμένη στο μυαλό του θεατή, αλλά τον προβληματίζει βαθιά. Περιτό να πούμε βέβαια ότι η όποια μονοδιάστατη σχέση καλού - κακού πάει περίπατο. Τα ανδροειδή είναι πολύ μακριά από το να θεωρηθούν απλώς οι "κακοί". Ίσως ακόμα και να ταυτιστούμε μαζί τους. Τέλος ακόμα και το αρχικό "happy end" παραμένει κι αυτό κατά τη γνώμη μου πέρα για πέρα διφορούμενο.
Η εικόνα του φιλμ έχει νομίζω καθορισει μέχρι σήμερα μεγάλο μέρος του "σκηνικού" ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Τα σχεδόν μόνιμα νυχτερινά πλάνα, η αδιάκοπη βροχή, ο συνδυασμός παρακμής, εγκατάλειψης και προηγμένης τεχνολογίας, το look των πολυάνθρωπων ασιατικών μεγαλουπόλεων, όλα έχουν αντιγραφεί άπειρες φορές από τότε. Επί πλέον ο Scott υιοθετεί μια νουάρ προσέγγιση, παντρεύοντας έτσι για πρώτη φορά τα δύο είδη, κάνοντας κατά τη γνώμη μου το αποτέλεσμα ακόμα γοητευτικότερο. Η off αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο (που παραλείφτηκε σε μεταγενέστερες βερσιόν από τον ίδιο τον σκηνοθέτη), η όλη εμμφάνιση του Χάρισον Φορντ με την καπαρντίνα, η μοναχικότητά του, όλα παραπέμπουν στους παλιότερους ήρωες του νουάρ. Όσο για τον Ρούντγκερ Χάουερ, ειναι ιδανικός στο ρόλο του ανδροειδούς. Σίγουρα πρόκειται για τον καλύτερο ρόλο της καριέρας του.
Θα μπορούσα να γράψω και άλλα ακόμα. Ωστόσο υπάρχουν ταινίες που καλό είναι να τις απολαμβάνεις βλέποντάς τες. Εξάλλου ο κάθε θεατής έχει πολλά να ανακαλύψει μόνος του. Θα κλείσω απλώς λέγοντας ξανά ότι πρόκειται για μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, η οποία, όπως απέδειξε, παραμένει το ίδιο γοητευτική μετά τόσα χρόνια όσο την πρώτη φορά που την είδα.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2012
ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΣΑΓΗΝΗ ΣΤΟ "THE MASTER"
Είναι γενικά παραδεκτό ότι ο Paul Thomas Anderson είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες. Τον ενδιαφέρει η εξερεύνηση της σκοτεινής πλευράς του "αμερικάνικου όνειρου", οι "περενέργειές" του (θυμηθείτε τη βιομηχανία πορνό στο "Boogie Nights" ή τον μοναχικό, άπληστο, σχεδόν τρελό καπιταλιστή στο "Θα Χυθεί Αίμα"). Έτσι, στο "The Master" του 2012 σειρά έχει το θέμα των παρα-, ημι-, περίπου θρησκευτικών οργανώσεων, που τόση πέραση έχουν εκεί.
Η ιστορία μιλά για την συνάντηση δύο εντελώς διαφορετικών προσωπικοτήτων: Ενός ασταθούς, στα όρια της παράνοιας πρώην ναύτη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, σεξουαλικά στερημένου και δίχως να μπορεί να στεριώσει σε μόνιμη δουλειά και του ηγέτη - ιδρυτή μιας παραθρησκευτικής οργάνωσης, που αποκτά όλο και μεγαλύτερη δύναμη και επιροή (αλλά και όλο και περισσότερα προβλήματα με τον νόμο).
Η σχέση των δύο αντρών είναι το κέντρο της ταινίας. Εκείνος θα γίνει φυσικά ο πιστότερος οπαδός, έτοιμος να κάνει τα πάντα για τον "αφέντη" του, ενώ συγχρόνως αποτελεί και το ιδανικό πειραματόζωό του. Η σχέση αυτή μπορεί να περιγραφεί με διάφορους τρόπους και οπτικές: Σχέση πατέρα - γιού, δάσκαλου - μαθητή, εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου, πάντοτε όμως σχέση αγάπης - μίσους, όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλα αυτά τα δίπολα. Εκτός αυτού όμως μπορεί κανείς να διακρίνει και άλλες προβληματικές: Προφανώς υπάρχει καυτηριασμός όλων αυτών των παραθρησκευτικών (ή περίπου) μπουρδολογιών. Αν το δούμε μάλιστα πιο κλειστά, μπορούμε να το θεωρήσουμε και μια αλληγορία για/ ή καταδικη της/ πανίσχυρης σήμερα σαϊεντολογίας (οι γελοίες θεωρίες της φανταστικής και της υπαρκτής οργάνωσης μοιάζουν, ακόμα και η εποχή είναι η ίδια: Τόσο αυτή του φιλμ όσο και η πραγματική δημιουργήθηκαν και άρχισαν να εδραιώνονται στη δεκαετία του 50), αλλά και των σύγχρονων διάφορων εκφάνσεων του new age.
Πέραν αυτών πάντως η δίψα για όλο και περισσότερη εξουσία και επιβολή σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, που γρήγορα φτάνει στην απληστία, είναι παρούσες. Αλλά και η σχέση θρησκείας - χρήματος βρίσκεται κι αυτή εδώ (επιτρέψτε μου να χρησιμοποιώ κάπως απλουστευτικά τον όρο "θρησκεία". Όλα αυτά δεν είναι ακριβώς θρησκείες, αλλά ένα κράμα θρησκείας, φιλοσοφίας, πρακτικής καθημερινής ζωής, μεταφυσικών "αναζητήσεων" και, βέβαια, απαραίτητα, είναι οργανώσεις που απαιτούν πειθαρχία και τυφλή υπακοή από τα μέλη τους και κάποιες οικονομικές συνδρομές... Γενικά νομίζω ότι στις περιπτώσεις αυτές έχουμε ουσιαστικά να κάνουμε με μια από τις πιο απεχθείς μορφές εξουσίας και κυριαρχίας. Ο "Master" της ταινίας είναι προφανώς χαρισματικός, έξυπνος, επινοητικός και διαθέτει αναμφισβήτητο μαγνητισμό και σαγήνη, ο Άντερσον όμως δεν χάνει ευκαιρία να τον παρουσιάσει ταυτόχρονα και σαν άτομο πονηρό ή, αν θέλετε, έναν γοητευτικό απατεώνα που βασίζεται στις ανασφάλειες και την αφέλεια των πιστών του. Και υπάρχουν σκηνές όπου η απόλυτη μπουρδολογία των "βαθυστόχαστων" ρήσεών του ξεγυμνώνεται εντελώς. Ίσως μάλιστα η επιλογή του χαρακτήρα του φανατικού μαθητή δεν είναι τυχαία, ϊσως κι εδώ να υπάρχει ένα σχόλιο: Όσο λιγότερο ισορροπημένος και όσο περισσότερο στερημένος είναι κανείς, τόσο πιο εύκολα θα γίνει τέτοιου είδους πιστός και, φυσικά,όλο και πιο φανατικός. Νομίζω ότι υπάρχουν κι άλλα επίπεδα που ίσως ανακαλύψει ο θεατής.
Γενικά βρήκα την ταινία, ανεξαρτήτως αυτών, δυνατή, εξαιρετικά σκηνοθετημένη και, βέβαια, με εκπληκτικές ηθοποιίες, τόσο από τον φοβερό Γιακίν Φίνιξ όσο και από τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Σίγουρα από τις πιο αξιόλογες ταινίες της χρονιάς.
Η ιστορία μιλά για την συνάντηση δύο εντελώς διαφορετικών προσωπικοτήτων: Ενός ασταθούς, στα όρια της παράνοιας πρώην ναύτη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, σεξουαλικά στερημένου και δίχως να μπορεί να στεριώσει σε μόνιμη δουλειά και του ηγέτη - ιδρυτή μιας παραθρησκευτικής οργάνωσης, που αποκτά όλο και μεγαλύτερη δύναμη και επιροή (αλλά και όλο και περισσότερα προβλήματα με τον νόμο).
Η σχέση των δύο αντρών είναι το κέντρο της ταινίας. Εκείνος θα γίνει φυσικά ο πιστότερος οπαδός, έτοιμος να κάνει τα πάντα για τον "αφέντη" του, ενώ συγχρόνως αποτελεί και το ιδανικό πειραματόζωό του. Η σχέση αυτή μπορεί να περιγραφεί με διάφορους τρόπους και οπτικές: Σχέση πατέρα - γιού, δάσκαλου - μαθητή, εξουσιαστή - εξουσιαζόμενου, πάντοτε όμως σχέση αγάπης - μίσους, όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλα αυτά τα δίπολα. Εκτός αυτού όμως μπορεί κανείς να διακρίνει και άλλες προβληματικές: Προφανώς υπάρχει καυτηριασμός όλων αυτών των παραθρησκευτικών (ή περίπου) μπουρδολογιών. Αν το δούμε μάλιστα πιο κλειστά, μπορούμε να το θεωρήσουμε και μια αλληγορία για/ ή καταδικη της/ πανίσχυρης σήμερα σαϊεντολογίας (οι γελοίες θεωρίες της φανταστικής και της υπαρκτής οργάνωσης μοιάζουν, ακόμα και η εποχή είναι η ίδια: Τόσο αυτή του φιλμ όσο και η πραγματική δημιουργήθηκαν και άρχισαν να εδραιώνονται στη δεκαετία του 50), αλλά και των σύγχρονων διάφορων εκφάνσεων του new age.
Πέραν αυτών πάντως η δίψα για όλο και περισσότερη εξουσία και επιβολή σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, που γρήγορα φτάνει στην απληστία, είναι παρούσες. Αλλά και η σχέση θρησκείας - χρήματος βρίσκεται κι αυτή εδώ (επιτρέψτε μου να χρησιμοποιώ κάπως απλουστευτικά τον όρο "θρησκεία". Όλα αυτά δεν είναι ακριβώς θρησκείες, αλλά ένα κράμα θρησκείας, φιλοσοφίας, πρακτικής καθημερινής ζωής, μεταφυσικών "αναζητήσεων" και, βέβαια, απαραίτητα, είναι οργανώσεις που απαιτούν πειθαρχία και τυφλή υπακοή από τα μέλη τους και κάποιες οικονομικές συνδρομές... Γενικά νομίζω ότι στις περιπτώσεις αυτές έχουμε ουσιαστικά να κάνουμε με μια από τις πιο απεχθείς μορφές εξουσίας και κυριαρχίας. Ο "Master" της ταινίας είναι προφανώς χαρισματικός, έξυπνος, επινοητικός και διαθέτει αναμφισβήτητο μαγνητισμό και σαγήνη, ο Άντερσον όμως δεν χάνει ευκαιρία να τον παρουσιάσει ταυτόχρονα και σαν άτομο πονηρό ή, αν θέλετε, έναν γοητευτικό απατεώνα που βασίζεται στις ανασφάλειες και την αφέλεια των πιστών του. Και υπάρχουν σκηνές όπου η απόλυτη μπουρδολογία των "βαθυστόχαστων" ρήσεών του ξεγυμνώνεται εντελώς. Ίσως μάλιστα η επιλογή του χαρακτήρα του φανατικού μαθητή δεν είναι τυχαία, ϊσως κι εδώ να υπάρχει ένα σχόλιο: Όσο λιγότερο ισορροπημένος και όσο περισσότερο στερημένος είναι κανείς, τόσο πιο εύκολα θα γίνει τέτοιου είδους πιστός και, φυσικά,όλο και πιο φανατικός. Νομίζω ότι υπάρχουν κι άλλα επίπεδα που ίσως ανακαλύψει ο θεατής.
Γενικά βρήκα την ταινία, ανεξαρτήτως αυτών, δυνατή, εξαιρετικά σκηνοθετημένη και, βέβαια, με εκπληκτικές ηθοποιίες, τόσο από τον φοβερό Γιακίν Φίνιξ όσο και από τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Σίγουρα από τις πιο αξιόλογες ταινίες της χρονιάς.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 13, 2012
ΣΤΑΤΙΚΟ "ΠΑΙΧΝΙΔΙ"
Το 2005 ο Michael Hoffman γυρίζει το "Game 6", μια ταινία σε σενάριο του γνωστού συγγραφέα Don Delillo. Προκαλεί έκπληξη μάλιστα το ότι η ιστορία έχει μια "παράλληλη δομή", μοιάζει αρκετά, μ' αυτήν του "Cosmopolis" του ίδιου συγγραφέα. Εδώ βέβαια δεν υπάρχουν λιμουζίνες, αλλά και πάλι κάποιος διασχίζει την πολη σε μια μέρα, κινούμενος ακατάπαυστα (με διαδοχικά ταξί αυτή τη φορά), πάλι πάει για κούρεμα (!) και πάλι, στο τέλος, συναντάται τετ-α-τετ με κάποιον εχθρό του, τον οποίο μάλιστα είναι αποφασισμένος να δολοφονήσει. Οι ομοιότητες είναι πολλές.
Ένας θεατρικός συγγραφέας, τη μέρα της πρεμιέρας του καλύτερου (όπως του λένε όλοι) έργου του, αφού, όπως είπαμε, περιπλανάται γεμάτος άγχος στην πόλη, αποφασίζει τελικά να σκοτώσει έναν μυστηριώδη και διάσημο κριτικό θεάτρου, που με το φαρμάκι της πένας του έχει κάνει μια σειρά από συγγραφείς να καταρρεύσουν. Πριν γίνει αυτό όμως, ο συγγραφέας προτιμά αντί για την ίδια του τη μεγάλη πρεμιέρα, να παρακολουθήσει από ένα συνοικιακό μπαρ το μεγάλο ντέρμπι της Ν. Υόρκης στο μπέιζμπολ, καθώς είναι φανατικός οπαδός των Ρεντ Σοξ. Η ταινία τοποθετείται στα μέσα της δεκαετίας του 80 και αναφέρεται σε μια αληθινή μέρα όπου συνέβει μια ανα πάντεχη ανατροπή στο μεγάλο αυτό ντέρμπι.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το φιλμ. Οι ηθοποιοί είναι καλόί (Μάικλ Κίτον, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ. κλπ), αλλά μου φάνηκε μάλλον δίχως ρυθμό και κάπως βαρετή. Θίγονται κάμποσα θέματα, όπως αυτό της πίστης (στον εαυτό μας αλλά και γενικότερα), του άγχους της δημιουργίας, της διάλυσης της ζωής και των σχέσεών μας στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις (ο ήρωας έχει διαλυμένη οικογένεια και είναι αποξενωμένος από την κόρη του), των σύγχρονων ξέφρενων καθημερινών ρυθμών ζωής κλπ. Κάνει και λίγο πλάκα με τους κριτικούς και τις κριτικές τους (προσέξτε τις ατάκες του κριτικού σε σχέση με τις "παυσεις" του βασικού ηθοποιού του έργου του ήρωα και θα καταλάβετε). Ταυτόχρονα είναι πασπαλισμένη από μπόλικες διανοουμενίστικες ατάκες και "αναζητήσεις", όλο το πράγμα όμως δεν μου φάνηκε να τραβά και τόσο. Ομολογώ ότι διασκέδασα με την τελευταία, μακρά σκηνή της συνάντησης με τον περίφημο και ακριβοθώρητο κριτικό και την απροσμενη κατάληξή της, αυτό όμως δεν κατάφερε να σώσει την ταινία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μου φάνηκε επίσης ότι περιείχε και κάμποσες αμπελοφιλοσοφίες. Όσο για τον παραλληλισμό της πίστης (που μπορεί να αλλάξει τη μοίρα μας) με την φίλαθλη ιδιότητα (εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος πίστης σε μια ομάδα), χμμμ... δεν με έπεισε και πολύ.
Δεν το θάβω εντελώς, περιέχει νομίζω κάποια θετικά στοιχεία, συνολικά όμως κατά τη γνώμη μου παραμένει στη μετριότητα. Αρκετά εγκεφαλική και διανοουμενίστικη μετριότητα μάλιστα.
Ένας θεατρικός συγγραφέας, τη μέρα της πρεμιέρας του καλύτερου (όπως του λένε όλοι) έργου του, αφού, όπως είπαμε, περιπλανάται γεμάτος άγχος στην πόλη, αποφασίζει τελικά να σκοτώσει έναν μυστηριώδη και διάσημο κριτικό θεάτρου, που με το φαρμάκι της πένας του έχει κάνει μια σειρά από συγγραφείς να καταρρεύσουν. Πριν γίνει αυτό όμως, ο συγγραφέας προτιμά αντί για την ίδια του τη μεγάλη πρεμιέρα, να παρακολουθήσει από ένα συνοικιακό μπαρ το μεγάλο ντέρμπι της Ν. Υόρκης στο μπέιζμπολ, καθώς είναι φανατικός οπαδός των Ρεντ Σοξ. Η ταινία τοποθετείται στα μέσα της δεκαετίας του 80 και αναφέρεται σε μια αληθινή μέρα όπου συνέβει μια ανα πάντεχη ανατροπή στο μεγάλο αυτό ντέρμπι.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το φιλμ. Οι ηθοποιοί είναι καλόί (Μάικλ Κίτον, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ. κλπ), αλλά μου φάνηκε μάλλον δίχως ρυθμό και κάπως βαρετή. Θίγονται κάμποσα θέματα, όπως αυτό της πίστης (στον εαυτό μας αλλά και γενικότερα), του άγχους της δημιουργίας, της διάλυσης της ζωής και των σχέσεών μας στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις (ο ήρωας έχει διαλυμένη οικογένεια και είναι αποξενωμένος από την κόρη του), των σύγχρονων ξέφρενων καθημερινών ρυθμών ζωής κλπ. Κάνει και λίγο πλάκα με τους κριτικούς και τις κριτικές τους (προσέξτε τις ατάκες του κριτικού σε σχέση με τις "παυσεις" του βασικού ηθοποιού του έργου του ήρωα και θα καταλάβετε). Ταυτόχρονα είναι πασπαλισμένη από μπόλικες διανοουμενίστικες ατάκες και "αναζητήσεις", όλο το πράγμα όμως δεν μου φάνηκε να τραβά και τόσο. Ομολογώ ότι διασκέδασα με την τελευταία, μακρά σκηνή της συνάντησης με τον περίφημο και ακριβοθώρητο κριτικό και την απροσμενη κατάληξή της, αυτό όμως δεν κατάφερε να σώσει την ταινία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μου φάνηκε επίσης ότι περιείχε και κάμποσες αμπελοφιλοσοφίες. Όσο για τον παραλληλισμό της πίστης (που μπορεί να αλλάξει τη μοίρα μας) με την φίλαθλη ιδιότητα (εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος πίστης σε μια ομάδα), χμμμ... δεν με έπεισε και πολύ.
Δεν το θάβω εντελώς, περιέχει νομίζω κάποια θετικά στοιχεία, συνολικά όμως κατά τη γνώμη μου παραμένει στη μετριότητα. Αρκετά εγκεφαλική και διανοουμενίστικη μετριότητα μάλιστα.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2012
LOVE IS A MANY SPLENDOUR THING: Η ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΜΕΛΟ
Βρισκόμαστε στα 1955 και ο "παντός καιρού" (όχι όμως και ιδιαίτερα σημαντικός) Henry King (1886-1982) γυρίζει το "Love Is a Many Spendour Thing". Σήμερα η ταινία είναι μάλλον περισσότερο γνωστή από το ομώνυμο τραγούδι, που γράφτηκε για τις ανάγκες της, παρά για την ίδια.
Νομίζω ότι βρισκόμαστε βαθύτατα στον κόσμο του ρομαντισμού ή μάλλον, για να το πω πιο "στυγνά", του μελό. Βαθείς έρωτες, πάθος, δράμα, συγκίνηση...
Η ταινία μας μεταφέρει στο εξωτικό Χονγκ-Κονγκ της εποχής, το οποίο βεβαίως ήταν αγγλική αποικία, και μιλά για τον παράφορο έρωτα ενός αμερικανού δημοσιογράφου και μιας ευρασιάτισας γιατρού. Και οι δύο με παρελθόν: Εκείνος σε διάσταση με τη γυναίκα του, που ζει στη Σιγκαπούρη, κι εκείνη χήρα. Αρχικά εκείνη διστάζει. Φοβάται να αγαπήσει ξανά. Στη συνέχεια όμως θα δοθεί με όλη της τη δύναμη στον έρωτα αυτόν, μέχρι το (ας μην το χαρακτηρίσω με οποιαδήποτε λέξη για να μη σας το αποακαλύψω) φινάλε. Στο μεταξύ όμως ο πόλεμος της Κορέας έρχεται αδυσώπητος...
Το φιλμ θετει ορισμένα ζητήματα: Αρχικά τα εμπόδια που υπάρχουν λόγω της μικτής καταγωγής της κοπέλας (η κινέζικη, παραδοσιακή πλευρά της δεν είναι τόσο "ανοιχτή" όσο η δυτική). Έπειτα σκιαγραφεί την δυτική κοινότητα του Χονγκ Κονγκ με μάλλον όχι και τόσο κολακευτικό τρόπο. Κουτσομπόληδες πάνω απ' όλα, συντηρητικοί κατά βάθος, παρά το "ανοιχτό" δυτικό πνεύμα που προαναφέραμε, μια δράκα πλούσιων που ζουν ανέμελα σε έναν μικρόκοσμο χαμένοι στα γελοία μικροπροβλήματά τους στο μέσο μιας κοινωνίας που βράζει - για να είμαστε ακριβείς ετοιμάζεται να εκραγεί. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν και άλλα στοιχεία: Αρκετός αντικομμουνισμός (οι συζητήσεις για τους "κόκκινους", από τους οποίους φυσικά κινδυνεύουν, είναι συχνές) και μια μάλλον τουριστική ματιά σε ένα εξωτικό και γραφικό Χονγκ Κονγκ, το οποίο λες και είναι φτιαγμένο για τους σχετικά λίγους λευκούς που το κατοικούν. Οι κινέζοι γηγενείς είναι απλώς διακοσμητικό ντεκόρ. Η πρόθεση βέβαια του φιλμ δεν είναι να γίνει μια ιστορική ή κοινωνικοπολιτική μελέτη, αλλά ένα καθαρά ερωτικό / ρομαντικό έργο. Ωστόσο μια ματιά στο φαινομενικά αθώο background ποτέ δεν βλάπτει.
Γενικά τη βρήκα μάλλον ξεπερασμένη ταινία. Όλος αυτός ο ρομαντισμός και το δάκρυ παραπέμπουν νομίζω σε μια άλλη εποχή και μια άλλη κινηματογραφική γλώσσα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό (της εποχής βεβαίως και όχι μόνο της συγκεκριμένης ταινίας) το ότι ενώ ο παραφορος έρωτας των πρωταγωνιστών (Ουίλαμ Χόλντεν και Τζένιφερ Τζόουνς) κυριαρχεί απ' άκρη σ' άκρη δεν υπάρχει η παραμικρή έστω νύξη για σεξ. Δεν το αναφέρω ως κάτι που από μόνο του θα ήταν φοβερά αρνητικό για το φιλμ, αλλά σαν ένα κοινωνικό σχόλιο για το mainstream σινεμά της εποχής. Το πρόβλημα πάντως βρίσκεται, πιστεύω, περισσότερο στην έλλειψη κάποιου είδους σασπένς και στο όλο μελό κλίμα που προαναφέραμε.
Το συνιστώ μόνο σε αθεράπευτα ρομαντικούς ή σε νοσταλγούς μιας, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, εποχής απόλυτης "αθωότητας" του σινεμά. Και θα κλείσω με δύο παρατηρήσεις πάνω στην τελευταία πρόταση: Πρώτον, δώστε ιδιαίτερο βάρος στα εισαγωγικά. Δεύτερον, να τονίσω και πάλι ότι μιλάμε για το απόλυτο mainstream σινεμά, διότι κάθε είδους πολύ περισσότερο προχωρημένες απόψεις υπήρχαν και τότε, και μάλιστα πολύ πριν από το '55.
Η ταινία μας μεταφέρει στο εξωτικό Χονγκ-Κονγκ της εποχής, το οποίο βεβαίως ήταν αγγλική αποικία, και μιλά για τον παράφορο έρωτα ενός αμερικανού δημοσιογράφου και μιας ευρασιάτισας γιατρού. Και οι δύο με παρελθόν: Εκείνος σε διάσταση με τη γυναίκα του, που ζει στη Σιγκαπούρη, κι εκείνη χήρα. Αρχικά εκείνη διστάζει. Φοβάται να αγαπήσει ξανά. Στη συνέχεια όμως θα δοθεί με όλη της τη δύναμη στον έρωτα αυτόν, μέχρι το (ας μην το χαρακτηρίσω με οποιαδήποτε λέξη για να μη σας το αποακαλύψω) φινάλε. Στο μεταξύ όμως ο πόλεμος της Κορέας έρχεται αδυσώπητος...
Το φιλμ θετει ορισμένα ζητήματα: Αρχικά τα εμπόδια που υπάρχουν λόγω της μικτής καταγωγής της κοπέλας (η κινέζικη, παραδοσιακή πλευρά της δεν είναι τόσο "ανοιχτή" όσο η δυτική). Έπειτα σκιαγραφεί την δυτική κοινότητα του Χονγκ Κονγκ με μάλλον όχι και τόσο κολακευτικό τρόπο. Κουτσομπόληδες πάνω απ' όλα, συντηρητικοί κατά βάθος, παρά το "ανοιχτό" δυτικό πνεύμα που προαναφέραμε, μια δράκα πλούσιων που ζουν ανέμελα σε έναν μικρόκοσμο χαμένοι στα γελοία μικροπροβλήματά τους στο μέσο μιας κοινωνίας που βράζει - για να είμαστε ακριβείς ετοιμάζεται να εκραγεί. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν και άλλα στοιχεία: Αρκετός αντικομμουνισμός (οι συζητήσεις για τους "κόκκινους", από τους οποίους φυσικά κινδυνεύουν, είναι συχνές) και μια μάλλον τουριστική ματιά σε ένα εξωτικό και γραφικό Χονγκ Κονγκ, το οποίο λες και είναι φτιαγμένο για τους σχετικά λίγους λευκούς που το κατοικούν. Οι κινέζοι γηγενείς είναι απλώς διακοσμητικό ντεκόρ. Η πρόθεση βέβαια του φιλμ δεν είναι να γίνει μια ιστορική ή κοινωνικοπολιτική μελέτη, αλλά ένα καθαρά ερωτικό / ρομαντικό έργο. Ωστόσο μια ματιά στο φαινομενικά αθώο background ποτέ δεν βλάπτει.
Γενικά τη βρήκα μάλλον ξεπερασμένη ταινία. Όλος αυτός ο ρομαντισμός και το δάκρυ παραπέμπουν νομίζω σε μια άλλη εποχή και μια άλλη κινηματογραφική γλώσσα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό (της εποχής βεβαίως και όχι μόνο της συγκεκριμένης ταινίας) το ότι ενώ ο παραφορος έρωτας των πρωταγωνιστών (Ουίλαμ Χόλντεν και Τζένιφερ Τζόουνς) κυριαρχεί απ' άκρη σ' άκρη δεν υπάρχει η παραμικρή έστω νύξη για σεξ. Δεν το αναφέρω ως κάτι που από μόνο του θα ήταν φοβερά αρνητικό για το φιλμ, αλλά σαν ένα κοινωνικό σχόλιο για το mainstream σινεμά της εποχής. Το πρόβλημα πάντως βρίσκεται, πιστεύω, περισσότερο στην έλλειψη κάποιου είδους σασπένς και στο όλο μελό κλίμα που προαναφέραμε.
Το συνιστώ μόνο σε αθεράπευτα ρομαντικούς ή σε νοσταλγούς μιας, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, εποχής απόλυτης "αθωότητας" του σινεμά. Και θα κλείσω με δύο παρατηρήσεις πάνω στην τελευταία πρόταση: Πρώτον, δώστε ιδιαίτερο βάρος στα εισαγωγικά. Δεύτερον, να τονίσω και πάλι ότι μιλάμε για το απόλυτο mainstream σινεμά, διότι κάθε είδους πολύ περισσότερο προχωρημένες απόψεις υπήρχαν και τότε, και μάλιστα πολύ πριν από το '55.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2012
ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ HOLY MOTORS
Τι ακριβώς είναι το "Holy Motors"; Δυσκολο να απαντήσει κανείς. Είναι ανοιχτό σε όλες τις ερμηνείες (ή μη ερμηνείες). Μπορείς να πεις ότι πιάνεις κάποιες αλληγορίες, συμβολισμούς, νοήματα. Μπορείς να πεις εξ ίσου άνετα ότι δεν κατάλαβες τίποτα, ότι όλο αυτό το εντυπωσιακό παιχνίδι είναι άνευ περιεχομένου.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Leos Carax είχε 13 ολόκληρα χρόνια να κάνει ταινία μεγάλου μήκους. Το 2012 επιστρέφει με το παράδοξο αυτό φιλμ, που (σύμπτωση, αφού είχαμε και το Cosmopolis του Κρόνενμπεργκ) δείχνει έναν άνθρωπο να περνά τη μέρα του μέσα σε μια γιγάντια λιμουζίνα. Εδώ όμως τελειώνει οποιουδήποτε άλλο κοινό στοιχείο. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που, άγνωστο πώς ή γιατί, άγνωστο αν πρόκειται για αλήθεια ή όνειρο, περνά τη ζωή του αλλάζοντας διαρκώς περσόνες και ρόλους. Η λιμουζίνα είναι το καμαρίνι του, όπου μεταμορφώνεται για να ερμηνεύσει / ζήσει τον επόμενο ρόλο του, τον οποίο μαθαίνει επί τόπου, από το ντοσιέ με το ημερήσιο πρόγραμμά του. Η "δουλειά" (;) ξεκινά το από χάραμα και συνεχιζεται μέχρι τα μεσάνυχτα, με τον κ. Όσκαρ να είναι πλέον εμφανώς εξαντλημένος. Στο μεταξύ έχει γίνει πολιτικός, ζητιάνα, τέρας (ή μήπως τρελός;), ετοιμοθάνατος γέρος, νοσταλγός ενός παλιού έρωτα, ακορντεονίστας, δολοφόνος και άλλα. Ό,τι κάνει το ζει αληθινά (σκοτώνει, τρελλαίνεται κλπ.). Μοιάζει να δουλεύει για κάποιους που δεν μας αποκαλύπτεται ποτέ ποιοι είναι. Ο ίδιος μοιάζει να μην έχει ταυτότητα, αφού ακόμα και η κατάληξη της κουραστικής και μακράς μέρας είναι κάθε φορά διαφορετική, άρα κοιμάται και ξεκουράζεται αλλού (το πρωί ξεκινά σαν πετυχημένος πολιτικός, τη νυχτα καταλήγει σαν κοινότατος οικογενειάρχης). Δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά αλήθεια γι' αυτόν, ή μάλλον καμιά πραγματικότητα.
Αυτό που σίγουρα κάνει η πέρα για πέρα σουρεαλιστική αυτή ταινία, που, επαναλαμβάνω, δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση για τα τεκταινόμενα, είναι να αναφέρεται σε κάθε είδους κινηματογραφικά είδη και στιλ. Περνά από την κωμωδία στο βαρύ δράμα, από την (σχεδόν) ταινία τρόμου στο μιούζικαλ κ.ο.κ. Ίσως γι' αυτό πρώτιστα απευθύνεται σε σινεφίλ και είναι ερμητικά κλειστή για το ευρύ κοινό. Σίγουρα επίσης, όσα παράλογα συμβαίνουν είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένα. Το φιλμ εντυπωσιάζει με τη βιρτουοζιτέ του δημιουργού του.
Ερμηνείες; Μπορείτε να υποθέσετε ό,τι θέλετε (ή να μην υποθέσετε τίποτα). Ότι είναι μια αλληγορία των διαφορετικών ρόλων που ερμηνεύουμε καθημερινά στη ζωή μας. Ότι είναι μια αναφορά στο επάγγελμα του ηθοποιού και στους κόπους του. Ότι είναι απλώς μια απόλυτα σινεφίλ άσκηση, που δίνει την αφορμή (και την ηδονή) στον Καράξ να παίξει με κινηματογραφικά είδη. Μπορείτε να υποθέσετε και πολλά άλλα που δεν σκέφτηκα εγώ. Είπαμε ότι μια τέτοια ταινία είναι ανοιχτή στα πάντα.
Προσωπικά με γοήτευσε δίχως να με κουράσει. Αρνήθηκα να βγάλω συμπεράσματα. Αφέθηκα μόνο στη γοητεία της και σ' αυτό το ατελείωτο παιχνίδι ρόλων και εικόνων. Ωστόσο, το τονίζω αυτό, θα καταλάβω απόλυτα και κάποιον που θα μισήσει τη ταινία, ακόμα και θα φύγει στα μισά. Έτσι είναι. Οι ακραίες, ερμητικές, παράλογες ταινίες είναι επόμενο να προκαλούν και αλοπρόσαλλες, εξ ίσου ακραίες αντιδράσεις. Οπότε να το δείτε "με δική σας ευθύνη". Σας είπα ότι μου άρεσε, αλλά δεν προτρέπω κανέναν να το δει. Είναι φιλμ για μάλλον ειδικά γούστα...
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Leos Carax είχε 13 ολόκληρα χρόνια να κάνει ταινία μεγάλου μήκους. Το 2012 επιστρέφει με το παράδοξο αυτό φιλμ, που (σύμπτωση, αφού είχαμε και το Cosmopolis του Κρόνενμπεργκ) δείχνει έναν άνθρωπο να περνά τη μέρα του μέσα σε μια γιγάντια λιμουζίνα. Εδώ όμως τελειώνει οποιουδήποτε άλλο κοινό στοιχείο. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που, άγνωστο πώς ή γιατί, άγνωστο αν πρόκειται για αλήθεια ή όνειρο, περνά τη ζωή του αλλάζοντας διαρκώς περσόνες και ρόλους. Η λιμουζίνα είναι το καμαρίνι του, όπου μεταμορφώνεται για να ερμηνεύσει / ζήσει τον επόμενο ρόλο του, τον οποίο μαθαίνει επί τόπου, από το ντοσιέ με το ημερήσιο πρόγραμμά του. Η "δουλειά" (;) ξεκινά το από χάραμα και συνεχιζεται μέχρι τα μεσάνυχτα, με τον κ. Όσκαρ να είναι πλέον εμφανώς εξαντλημένος. Στο μεταξύ έχει γίνει πολιτικός, ζητιάνα, τέρας (ή μήπως τρελός;), ετοιμοθάνατος γέρος, νοσταλγός ενός παλιού έρωτα, ακορντεονίστας, δολοφόνος και άλλα. Ό,τι κάνει το ζει αληθινά (σκοτώνει, τρελλαίνεται κλπ.). Μοιάζει να δουλεύει για κάποιους που δεν μας αποκαλύπτεται ποτέ ποιοι είναι. Ο ίδιος μοιάζει να μην έχει ταυτότητα, αφού ακόμα και η κατάληξη της κουραστικής και μακράς μέρας είναι κάθε φορά διαφορετική, άρα κοιμάται και ξεκουράζεται αλλού (το πρωί ξεκινά σαν πετυχημένος πολιτικός, τη νυχτα καταλήγει σαν κοινότατος οικογενειάρχης). Δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά αλήθεια γι' αυτόν, ή μάλλον καμιά πραγματικότητα.
Αυτό που σίγουρα κάνει η πέρα για πέρα σουρεαλιστική αυτή ταινία, που, επαναλαμβάνω, δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση για τα τεκταινόμενα, είναι να αναφέρεται σε κάθε είδους κινηματογραφικά είδη και στιλ. Περνά από την κωμωδία στο βαρύ δράμα, από την (σχεδόν) ταινία τρόμου στο μιούζικαλ κ.ο.κ. Ίσως γι' αυτό πρώτιστα απευθύνεται σε σινεφίλ και είναι ερμητικά κλειστή για το ευρύ κοινό. Σίγουρα επίσης, όσα παράλογα συμβαίνουν είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένα. Το φιλμ εντυπωσιάζει με τη βιρτουοζιτέ του δημιουργού του.
Ερμηνείες; Μπορείτε να υποθέσετε ό,τι θέλετε (ή να μην υποθέσετε τίποτα). Ότι είναι μια αλληγορία των διαφορετικών ρόλων που ερμηνεύουμε καθημερινά στη ζωή μας. Ότι είναι μια αναφορά στο επάγγελμα του ηθοποιού και στους κόπους του. Ότι είναι απλώς μια απόλυτα σινεφίλ άσκηση, που δίνει την αφορμή (και την ηδονή) στον Καράξ να παίξει με κινηματογραφικά είδη. Μπορείτε να υποθέσετε και πολλά άλλα που δεν σκέφτηκα εγώ. Είπαμε ότι μια τέτοια ταινία είναι ανοιχτή στα πάντα.
Προσωπικά με γοήτευσε δίχως να με κουράσει. Αρνήθηκα να βγάλω συμπεράσματα. Αφέθηκα μόνο στη γοητεία της και σ' αυτό το ατελείωτο παιχνίδι ρόλων και εικόνων. Ωστόσο, το τονίζω αυτό, θα καταλάβω απόλυτα και κάποιον που θα μισήσει τη ταινία, ακόμα και θα φύγει στα μισά. Έτσι είναι. Οι ακραίες, ερμητικές, παράλογες ταινίες είναι επόμενο να προκαλούν και αλοπρόσαλλες, εξ ίσου ακραίες αντιδράσεις. Οπότε να το δείτε "με δική σας ευθύνη". Σας είπα ότι μου άρεσε, αλλά δεν προτρέπω κανέναν να το δει. Είναι φιλμ για μάλλον ειδικά γούστα...
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2012
Ο ΜΠΑΡΟΚ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΟΚΤΟΡΑ ΦΑΪΜΠΣ
Ο Robert Fuest (1927-2012) υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης. Ωστόσο γύρισε και 7 ταινίες, κυρίως στη δεκαετία του 70. Οι περισσότερες κινούνται στο χώρο του φανταστικού και είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε camp. Αρκετά βαρυφορτωμένες, λίγο κιτς, συχνά με υποτυπώδες ή, αντίθετα, με κάπως αχταρμά σενάριο, αρκετά ενδιαφέρουσες όμως οπτικά τουλάχιστον ώστε να θεωρούνται κατά κάποια έννοια μικρά cult κομάτια.
Ο "Abominable Dr. Phibes" του 1971 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Ταινία τρόμου (σήμερα βεβαίως ελάχιστα τρομάζουμε μ' αυτήν), φέρνει στο προσκήνιο την αξέχαστη φιγούρα του Βίνσεντ Πράις, ο οποίος βεβαίως ενσαρκώνει τον ομώνυμο δόκτορα, που θεωρείται απ' όλους νεκρός, πλην όμως ζει και βασιλεύει στο μυστικό του καταφύγιο με την όμορφη βοηθό του Βουλνάβια και καταστρώνει τα σατανικά του σχέδια, τα οποία συνοψίζονται στους τελετουργικούς φόνους επτά γιατρών που θεωρεί υπεύθυνους... αλλά ας μην αποκαλύψουμε περισσότερα.
Όχι ότι το σενάριο είναι κάτι φοβερό και θα σας χαλάσω το σασπένς αν σας αποκαλύψω κάτι. Η αφήγηση κυλά γραμμικά, στο ίδιο μοτίβο και κλίμα, και ουδείς νομίζω αγωνιά για το τι θα γίνει στο τέλος. Όλη η ουσία (αν υπάρχει) βρίσκεται στην μπαρόκ, βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Φιούεστ και, βεβαίως, στους εξαιρετικά επινοητικούς φόνους. Οι φόνοι ακολουθούν τις γνωστές 7 πληγές του Φαραώ, από την Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και πάλι, αν και γνωρίζουμε από την αρχή σχεδόν αυτό το στοιχείο, είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα σκαρφιστεί κάθε φορά ο εφιαλτικός δόκτωρ για να τους πραγματοποιήσει. Οι σκηνές του Φάιμπς να παίζει το γιγάντιο αρμόνιό του, οι τελετουργικοί χοροί της Βουλνάβια - με εκκεντρικά ντυσίματα κάθε φορά -, η μπάντα με τους μουσικούς - κούκλες που συνοδεύουν τον Φάιμπς, το παλιομοδίτικο αυτοκίνητό του με τα χαρακτηριστικά κουρτινάκια, όλα συνάδουν για να δημιουργηθεί η παράδοξη ατμόσφαιρα που είναι σήμα κατατεθέν της ταινίας. Παράλληλα, ως καλός βρετανός, ο Φιούεστ διοχετεύει και λίγο υπόγειο χιούμορ στο όλο πράγμα. Λίγο με την αστυνομία που φτάνει πάντα τελευταία (και που αποτυγχάνει να προλάβει τους φόνους που κυριολεκτικά γίνονται κάτω από τη μύτη της), λίγο με την ίδια την υπερβολή του Φάιμπς, ανατρέπει ύπουλα το όλο βαρύ κλίμα. Εξ άλλου όσα συμβαίνουν είναι τόσο εξωπραγματικά, που το τελευταίο πράγμα που επιδιώκει είναι η εστω ελάχιστη αληθοφάνεια.
Μην το πάρετε στα σοβαρά. Αντιμετωπέίστε το μόνο ως cult ταινία τρόμου, που έχει πλάκα να τη δει κανείς για το γενικό κλίμα της. Και για τον Βίνσεντ Πράις βεβαίως. Τίποτα περισσόερο. Άλλωστε είναι έτσι δομημένη η ιστορία και τόσο γραμμικά δοσμένη (σαν να συμβαίνει το ένα επεισόδιο μετά το άλλο), που δεν υπάρχει χώρος για σασπένς ή αληθινό τρόμο.
ΥΓ: Τον επόμενο χρόνο ο Fuest και πάλι γύρισε και δεύτερο Δόκτορα Φάιμπς και μάλιστα σε μια εποπχή που τα νο 2 δεν ήταν τόσο της μόδας όπως σήμερα. Προφανώς η πρώτη ταινία είχε επιτυχία.
Ο "Abominable Dr. Phibes" του 1971 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Ταινία τρόμου (σήμερα βεβαίως ελάχιστα τρομάζουμε μ' αυτήν), φέρνει στο προσκήνιο την αξέχαστη φιγούρα του Βίνσεντ Πράις, ο οποίος βεβαίως ενσαρκώνει τον ομώνυμο δόκτορα, που θεωρείται απ' όλους νεκρός, πλην όμως ζει και βασιλεύει στο μυστικό του καταφύγιο με την όμορφη βοηθό του Βουλνάβια και καταστρώνει τα σατανικά του σχέδια, τα οποία συνοψίζονται στους τελετουργικούς φόνους επτά γιατρών που θεωρεί υπεύθυνους... αλλά ας μην αποκαλύψουμε περισσότερα.
Όχι ότι το σενάριο είναι κάτι φοβερό και θα σας χαλάσω το σασπένς αν σας αποκαλύψω κάτι. Η αφήγηση κυλά γραμμικά, στο ίδιο μοτίβο και κλίμα, και ουδείς νομίζω αγωνιά για το τι θα γίνει στο τέλος. Όλη η ουσία (αν υπάρχει) βρίσκεται στην μπαρόκ, βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Φιούεστ και, βεβαίως, στους εξαιρετικά επινοητικούς φόνους. Οι φόνοι ακολουθούν τις γνωστές 7 πληγές του Φαραώ, από την Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και πάλι, αν και γνωρίζουμε από την αρχή σχεδόν αυτό το στοιχείο, είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα σκαρφιστεί κάθε φορά ο εφιαλτικός δόκτωρ για να τους πραγματοποιήσει. Οι σκηνές του Φάιμπς να παίζει το γιγάντιο αρμόνιό του, οι τελετουργικοί χοροί της Βουλνάβια - με εκκεντρικά ντυσίματα κάθε φορά -, η μπάντα με τους μουσικούς - κούκλες που συνοδεύουν τον Φάιμπς, το παλιομοδίτικο αυτοκίνητό του με τα χαρακτηριστικά κουρτινάκια, όλα συνάδουν για να δημιουργηθεί η παράδοξη ατμόσφαιρα που είναι σήμα κατατεθέν της ταινίας. Παράλληλα, ως καλός βρετανός, ο Φιούεστ διοχετεύει και λίγο υπόγειο χιούμορ στο όλο πράγμα. Λίγο με την αστυνομία που φτάνει πάντα τελευταία (και που αποτυγχάνει να προλάβει τους φόνους που κυριολεκτικά γίνονται κάτω από τη μύτη της), λίγο με την ίδια την υπερβολή του Φάιμπς, ανατρέπει ύπουλα το όλο βαρύ κλίμα. Εξ άλλου όσα συμβαίνουν είναι τόσο εξωπραγματικά, που το τελευταίο πράγμα που επιδιώκει είναι η εστω ελάχιστη αληθοφάνεια.
Μην το πάρετε στα σοβαρά. Αντιμετωπέίστε το μόνο ως cult ταινία τρόμου, που έχει πλάκα να τη δει κανείς για το γενικό κλίμα της. Και για τον Βίνσεντ Πράις βεβαίως. Τίποτα περισσόερο. Άλλωστε είναι έτσι δομημένη η ιστορία και τόσο γραμμικά δοσμένη (σαν να συμβαίνει το ένα επεισόδιο μετά το άλλο), που δεν υπάρχει χώρος για σασπένς ή αληθινό τρόμο.
ΥΓ: Τον επόμενο χρόνο ο Fuest και πάλι γύρισε και δεύτερο Δόκτορα Φάιμπς και μάλιστα σε μια εποπχή που τα νο 2 δεν ήταν τόσο της μόδας όπως σήμερα. Προφανώς η πρώτη ταινία είχε επιτυχία.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2012
ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΕΣΙΑΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ "CLOUD ATLAS"
Ο Tom Tykwer και οι Andy και Lana (πλέον) Wachowski σκηνοθετούν κάτι μαζί; Αυτό είναι από μόνο του είδηση, αφού δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο "κουφό" συνδυασμό! Ωστόσο η ίδια η φύση του "Cloud Atlas" του 2012 δικαιολογεί τη συνύπαρξη των διαφορετικών δημιουργών. Ας πω λοιπόν από την αρχή ότι ενώ πήγαινα με "μικρό καλάθι", πιστεύοντας ότι θα δω ένα χαώδες, πιθανόν με προβλήματα κατανόησης και "ας τα βάλουμε όλα μέσα" έπος, το όλο πράγμα μου βγήκε αρκετά καλύτερο. Προσοχή όμως: Μόνο σε κινηματογραφικό επίπεδο ή, αν προτιμάτε, σε επίπεδο κινηματογραφικής απόλαυσης. Γιατί ιδεολογικά το βρήκα μάλλον αφελές, με τις σχετικές εμμονές των Γουατσόφσκι (κυρίως) σε πρώτο πλάνο.
Η ταινία θα μπορούσε να είναι σπονδυλωτή. Υπάρχουν 6 ιστορίες που εξελίσσονται σε διαφορετικούς χρόνους, από τα μέσα του 19ου αιώνα, την εποχή της δουλείας των μαύρων, έως το μακρινό μέλλον, όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρεύσει (δύο από τις ιστορίες ανηκουν στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας). Ωστόσο δεν μπορείς να την αποκαλέσεις ακριβώς σπονδυλωτή. Χάρη στο μοντάζ, οι έξι διαφορετικές ιστορίες διαπλέκονται, περνάμε δηλαδή διαρκώς από τη μία στην άλλη και μάλιστα συχνά με μεγάλη ταχύτητα (μπορεί να υπάρξει αφήγηση που να κρατά μόλις ένα λεπτό και αμέσως μετά να πηδήσουμε σε μια άλλη ιστορία). Τα άλματα αυτά μάλιστα δεν γίνονται με άξονα τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η κάθε μία. Γίνονται με μάλλον τυχαίο τρόπο, αφού μπορεί π.χ. από την ιστορία δύο να περάσουμε στην έξη, μετά στην τρία, μετά στην ένα κ.ο.κ. Έτσι απαιτείται η συγκέντρωση του θεατή για να βάλει σε τάξη τα όσα συμβαίνουν. Μερικές ιστορίες είναι αυτόνομες, σε μερικές πάλι υπάρχουν στοιχεία από προηγούμενες, οπότε κάπως συνδέονται μεταξύ τους.
Παράλληλα οι σκηνοθέτες βάζουν τους ίδιους ηθοποιούς σε διαφορετικούς ρόλους σε διαφορετικές ιστορίες, και μάλιστα πολλές φορές κυριολεκτικά αγνώριστους από το μακιγιάζ. Έτσι, εκτός από το παιχνίδι της συσχέτισης των όσων συμβαίνουν, λειτουργεί παράλληλα και το παιχνίδι του να ανακαλύψεις το ποιος ηθοποιός είναι ποιος (μόνο μετά από πολλή ώρα, για παράδειγμα, κατάλαβα ο Χ ήρωας της Ψ ιστορίας είναι, για πολλοστή φορά, ο Τομ Χανκς και όχι ένας άγνωστός μου ηθοποιός). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία, κατάφεραν να μου κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον, και μάλιστα παρά την τρίωρη περίπου διάρκεια του τόσο φιλόδοξου αυτού project (που, σημειωτέον, βασίζεται σε ομώνυμο βιβλίο του 2004).
Αυτά τα θετικά σε κινηματογραφικό επίπεδο. Διότι ιδεολογικά έχουμε για μια ακόμα φορά να κάνουμε με την απόλυτα μεσιανική και αφελή ιδεολογία του Matrix: Το καλό θα νικήσει πάντα με κάποιον τρόπο (βλέπετε κάτι τέτοιο γύρω μας;), η σωτηρία και η ανατροπή θα έλθουν από τον ηρωικό αγώνα ή/και την αυτοθυσία ενός μόνο ανθρώπου, οπότε μιλάμε για μια σειρά από μεσίες που φέρνουν την επανάσταση, η ζωή κάνει πάντα τους ίδιους κύκλους κλπ. Η χρήση δε των ίδιων ηθοποιών σε διαφορετικούς ρόλους διαφορετικών εποχών μάλλον προκαλεί συνειρμούς για την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, για τη μετάβαση σε επόμενες ζωές και άλλα τέτοια. Όλη αυτή η ρομαντική, new age και αφελής για μένα φιλοσοφία με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι ότι τη θεωρώ εχθρική για όσα προσωπικά θα επιθυμούσα (άλλωστε οι Γουατσόφσκι φαίνεται να έχουν αρκετά αντιεξουσιαστικές τάσεις). Απλά νομίζω ότι δεν γίνονται έτσι τα πράγματα, ότι το όλο πράγμα βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Όλα αυτά μου φαίνεται οτι απευθύνονται μόνο σε διαφόρων ειδών "πιστούς". Αφείστε που η πέμπτη ιστορία είναι σα να βλέπεις το Matrix σε ταινία μικρού μήκους. Όλα είναι σχεδόν ίδια. Ακόμα και η φιγούρα του κεντρικού ήρωα - επαναστάτη μοιάζει με αυτή του Κιάνου Ριβς!
Καλύτερο λοιπόν απ' ότι περίμενα συνολικά, αλλά μόνο σε οπτικό επίπεδο και επίπεδο "κρατήματος" του θεατή. Σαν φιλοσοφία, ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω!
Η ταινία θα μπορούσε να είναι σπονδυλωτή. Υπάρχουν 6 ιστορίες που εξελίσσονται σε διαφορετικούς χρόνους, από τα μέσα του 19ου αιώνα, την εποχή της δουλείας των μαύρων, έως το μακρινό μέλλον, όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρεύσει (δύο από τις ιστορίες ανηκουν στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας). Ωστόσο δεν μπορείς να την αποκαλέσεις ακριβώς σπονδυλωτή. Χάρη στο μοντάζ, οι έξι διαφορετικές ιστορίες διαπλέκονται, περνάμε δηλαδή διαρκώς από τη μία στην άλλη και μάλιστα συχνά με μεγάλη ταχύτητα (μπορεί να υπάρξει αφήγηση που να κρατά μόλις ένα λεπτό και αμέσως μετά να πηδήσουμε σε μια άλλη ιστορία). Τα άλματα αυτά μάλιστα δεν γίνονται με άξονα τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η κάθε μία. Γίνονται με μάλλον τυχαίο τρόπο, αφού μπορεί π.χ. από την ιστορία δύο να περάσουμε στην έξη, μετά στην τρία, μετά στην ένα κ.ο.κ. Έτσι απαιτείται η συγκέντρωση του θεατή για να βάλει σε τάξη τα όσα συμβαίνουν. Μερικές ιστορίες είναι αυτόνομες, σε μερικές πάλι υπάρχουν στοιχεία από προηγούμενες, οπότε κάπως συνδέονται μεταξύ τους.
Παράλληλα οι σκηνοθέτες βάζουν τους ίδιους ηθοποιούς σε διαφορετικούς ρόλους σε διαφορετικές ιστορίες, και μάλιστα πολλές φορές κυριολεκτικά αγνώριστους από το μακιγιάζ. Έτσι, εκτός από το παιχνίδι της συσχέτισης των όσων συμβαίνουν, λειτουργεί παράλληλα και το παιχνίδι του να ανακαλύψεις το ποιος ηθοποιός είναι ποιος (μόνο μετά από πολλή ώρα, για παράδειγμα, κατάλαβα ο Χ ήρωας της Ψ ιστορίας είναι, για πολλοστή φορά, ο Τομ Χανκς και όχι ένας άγνωστός μου ηθοποιός). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία, κατάφεραν να μου κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον, και μάλιστα παρά την τρίωρη περίπου διάρκεια του τόσο φιλόδοξου αυτού project (που, σημειωτέον, βασίζεται σε ομώνυμο βιβλίο του 2004).
Αυτά τα θετικά σε κινηματογραφικό επίπεδο. Διότι ιδεολογικά έχουμε για μια ακόμα φορά να κάνουμε με την απόλυτα μεσιανική και αφελή ιδεολογία του Matrix: Το καλό θα νικήσει πάντα με κάποιον τρόπο (βλέπετε κάτι τέτοιο γύρω μας;), η σωτηρία και η ανατροπή θα έλθουν από τον ηρωικό αγώνα ή/και την αυτοθυσία ενός μόνο ανθρώπου, οπότε μιλάμε για μια σειρά από μεσίες που φέρνουν την επανάσταση, η ζωή κάνει πάντα τους ίδιους κύκλους κλπ. Η χρήση δε των ίδιων ηθοποιών σε διαφορετικούς ρόλους διαφορετικών εποχών μάλλον προκαλεί συνειρμούς για την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, για τη μετάβαση σε επόμενες ζωές και άλλα τέτοια. Όλη αυτή η ρομαντική, new age και αφελής για μένα φιλοσοφία με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι ότι τη θεωρώ εχθρική για όσα προσωπικά θα επιθυμούσα (άλλωστε οι Γουατσόφσκι φαίνεται να έχουν αρκετά αντιεξουσιαστικές τάσεις). Απλά νομίζω ότι δεν γίνονται έτσι τα πράγματα, ότι το όλο πράγμα βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Όλα αυτά μου φαίνεται οτι απευθύνονται μόνο σε διαφόρων ειδών "πιστούς". Αφείστε που η πέμπτη ιστορία είναι σα να βλέπεις το Matrix σε ταινία μικρού μήκους. Όλα είναι σχεδόν ίδια. Ακόμα και η φιγούρα του κεντρικού ήρωα - επαναστάτη μοιάζει με αυτή του Κιάνου Ριβς!
Καλύτερο λοιπόν απ' ότι περίμενα συνολικά, αλλά μόνο σε οπτικό επίπεδο και επίπεδο "κρατήματος" του θεατή. Σαν φιλοσοφία, ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω!
Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2012
ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΣ "FAUSTO", ΑΛΛΑ...
La Fura dels Baus είναι το όνομα ενός πρωτοποριακού θιάσου από τη Βαρκελώνη, που αρέσκεται να σπάει τα όρια κοινού - performer κατά τη διάρκεια των παραστάσεών του και, γενικά, να χρησιμοποιεί ασυνήθιστα μέσα και σκηνικά. Η ομάδα το 2001 κάνει και τη μοναδική μεγάλου μήκους ταινία της, το "Fausto 5.0.", με σκηνοθέτες τρία από τα μέλη της, τους Alex Olle, Isidro Ortiz και Carlos Padissa.
Φυσικά πρόκειται για μια μοντέρνα διασκευή του μύθου του Φάουστ, που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και δανείζεται πάμπολλα στοιχεία και εικόνες του σήμερα. Ήρωας είναι ένας υπέρ του δέοντος σοβαρός και μοναχικός γιατρός, ο οποίος, πηγαίνοντας από τη μικρή του πόλη στη Βαρκελώνη, σε ένα ιατρικό συνέδριο, συναντά έναν αστείο, πολυλογά και "κολιτσίδα" τύπο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι παλιός του ασθενής και ότι ο γιατρός του είχε κάποτε αφαιρέσει το στομάχι. Σύντομα θα καταλάβουμε - και μαζί και ο γιατρός - ότι πρόκειται για τον Μεφιστοφελή, που επιχειρεί να βάλει τον ήρωά μας σε διαφορους πειρασμούς...
Η όλη απόδοση του παλιού μύθου είναι σίγουρα πρωτοποριακή. Σύγχρονο περιβάλλον, ένα ξενοδοχείο τυλιμένο σε πλαστικό, που θυμίζει έργα του Christo, night club με τέκνο, ο Φάουστο να κάνει έρωτα με μια όμορφη και παράξενη πιτσιρίκα που ακούει στο όνομα Μαργαρίτα (πεντάλεπτη μόνο εμφάνιση και αναφορά στην ηρωίδα του κλασικού μύθου)και μια Βαρκελώνη πολύ μακριά από την υπέροχη, τουριστική εικόνα που έχουμε γι' αυτήν: Μουντή, άσχημη, βρώμικη, γεμάτη με μπάζα από δημόσια έργα που λες και γίνονται παντού... Και κυρίως ένας Μεφιστοφελής (επίτηδες) κιτς, αληθινό τσιμπούρι, λαϊκός τύπος, στα όρια του σοβαρού και του κωμικού - ή μάλλον του γκροτέσκο. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι όλα αυτά δεν μου είπαν απολύτως τίποτα και τα βρήκα προσπάθειες εντυπωσιασμού (;) άνευ ουσίας.
Γενικότερα βρήκα άνευ λόγου την όλη προσπάθεια της ομάδας. Καλή η πρωτοπορία, αλλά νομίζω ότι πρέπει να έχει και κάποια ουσία. Εδώ δεν (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μάλλον για γενικός αχταρμάς μου φάνηκε, με περίεργο τέλος, που δεν κατάλαβα ακριβώς αν σήμαινε την αιώνια καταδίκη ή τη λύτρωση του ήρωα. Ίσως βέβαια αυτό να μένει ηθελημένα ανοιχτό, αλλά και πάλι δεν με έκανε να συμπαθήσω περισσότερο το φιλμ. Δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι από τότε η ομάδα ασχολήθηκε μόνο με τις παραστάσεις της και όχι πια με το σινεμά...
Φυσικά πρόκειται για μια μοντέρνα διασκευή του μύθου του Φάουστ, που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και δανείζεται πάμπολλα στοιχεία και εικόνες του σήμερα. Ήρωας είναι ένας υπέρ του δέοντος σοβαρός και μοναχικός γιατρός, ο οποίος, πηγαίνοντας από τη μικρή του πόλη στη Βαρκελώνη, σε ένα ιατρικό συνέδριο, συναντά έναν αστείο, πολυλογά και "κολιτσίδα" τύπο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι παλιός του ασθενής και ότι ο γιατρός του είχε κάποτε αφαιρέσει το στομάχι. Σύντομα θα καταλάβουμε - και μαζί και ο γιατρός - ότι πρόκειται για τον Μεφιστοφελή, που επιχειρεί να βάλει τον ήρωά μας σε διαφορους πειρασμούς...
Η όλη απόδοση του παλιού μύθου είναι σίγουρα πρωτοποριακή. Σύγχρονο περιβάλλον, ένα ξενοδοχείο τυλιμένο σε πλαστικό, που θυμίζει έργα του Christo, night club με τέκνο, ο Φάουστο να κάνει έρωτα με μια όμορφη και παράξενη πιτσιρίκα που ακούει στο όνομα Μαργαρίτα (πεντάλεπτη μόνο εμφάνιση και αναφορά στην ηρωίδα του κλασικού μύθου)και μια Βαρκελώνη πολύ μακριά από την υπέροχη, τουριστική εικόνα που έχουμε γι' αυτήν: Μουντή, άσχημη, βρώμικη, γεμάτη με μπάζα από δημόσια έργα που λες και γίνονται παντού... Και κυρίως ένας Μεφιστοφελής (επίτηδες) κιτς, αληθινό τσιμπούρι, λαϊκός τύπος, στα όρια του σοβαρού και του κωμικού - ή μάλλον του γκροτέσκο. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι όλα αυτά δεν μου είπαν απολύτως τίποτα και τα βρήκα προσπάθειες εντυπωσιασμού (;) άνευ ουσίας.
Γενικότερα βρήκα άνευ λόγου την όλη προσπάθεια της ομάδας. Καλή η πρωτοπορία, αλλά νομίζω ότι πρέπει να έχει και κάποια ουσία. Εδώ δεν (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μάλλον για γενικός αχταρμάς μου φάνηκε, με περίεργο τέλος, που δεν κατάλαβα ακριβώς αν σήμαινε την αιώνια καταδίκη ή τη λύτρωση του ήρωα. Ίσως βέβαια αυτό να μένει ηθελημένα ανοιχτό, αλλά και πάλι δεν με έκανε να συμπαθήσω περισσότερο το φιλμ. Δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι από τότε η ομάδα ασχολήθηκε μόνο με τις παραστάσεις της και όχι πια με το σινεμά...
Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2012
ΣΤΟ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ ΤΟΥ 2046
O Wang Kar-Wai είναι, νομίζω, πρώτα ένας σκηνοθέτης εικόνων και μετά οτιδήποτε άλλο. Οι ταινίες του συχνά πάσχουν αφηγηματικά, οι ιστορίες μπορεί να γίνονται χαώδεις, αλλά οι εικόνες παραμένουν πανέμορφες.
Βρίσκω το "2046" του 2004 ταινία όπου τα παραπάνω γίνονται περισσότερο εμφανή από ποτέ. Μια ιστορία όπου ο έρωτα και η μνήμη ειναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Μια ιστορία μπερδεμένη, με διαρκή μπρος - πισω στο χρόνο, με γυναίκες να παρελαύνουν και μάλλον μπερδεύουν τον θεατή για το ποια είναι ποια (και πότε), πλην όμως πάντοτε με υψηλότατη αισθητική. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, και με πανέμορφη μουσική. Ένας δημοσιογράφος γίνεται πετυχημένος συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Επιστρέφει στο ξενοδοχείο όπου έμενε δυο χρόνια πριν και όπου είχε γνωρίσει μια έντονη ερωτική ιστορία (στο δωμάτιο 2046 βεβαίως). Αποφασίζει να μείνει εκεί και ζει μεταξύ ενός καινούριου έρωτα και της αναπόλησης των παλιότερων. Ταυτόχρονα γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας όπου οι άνθρωποι του σήμερα μπορούν να ταξιδέψουν στο έτος 2046 και να ξαναβρούν χαμένες μνήμες και αισθήσεις. Εκεί εξελίσσεται μια ακόμα ερωτική ιστορία, αυτή ενός άντρα και ενός ανδροειδούς, που είναι προγραμματισμένο να υπηρετεί, όχι όμως και να έχει συναισθηήματα.
Η ιστορία κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν, σε διάφορα παρελθόντα και στο μέλλον (στο 2046, "εικονογραφώντας" έτσι κομάτια από το μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωας), κι έτσι γίνεται εξαιρετικά μπερδεμένη σεναριακά και μάλλον δύσκολο να παρακολουθηθεί. Φυσικά το ερωτικό στοιχείο και μια εντονότατη αίσθηση νοσταλγίας είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα. Το παιχνίδι με τη μνήμη, η αίσθηση οριστικά χαμένων ευκαιριών που αφήσαμε να φύγουν μέσα από τα χέρια μας, το συχνά πικρό παρόν, οι χαμένοι έρωτες, η ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα (σε ερωτικό επίπεδο τουλάχιστον) είναι θέματα που έρχονται και επανέρχονται. Αυτό όμως που κριαρχεί πραγματικά είναι οι υπέροχες εικόνες. Ο Kar-Wai χρησιμοποιεί τα χρώματα όπως αυτός μόνο ξέρει να χρησιμοποεί. Με έντονα πράσινα, κόκκινα και σέπιες δημιουργεί ενα φιλμ υψηλότατης αισθητικής. Σχεδόν όποιο πλάνο κι αν απομονώσεις, έχεις να κάνεις με ένα εικαστικό έργο τέχνης. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για ταινία στην οποία το κυρίαρχο στοιχείο είναι η ομορφιά. Η ομορφιά των εικόνων.
Αν μπορείτε να αρκεστείτε σ' αυτό, αν μπορείτε να αφεθείτε, να πάψετε να πασχίζετε να καταλάβετε κάθε φορά σε ποιον χρόνο βρισκόμαστε και να απολαύσετε εικόνες, χρώματα, εξαίσια καδραρίσματα και μουσικές, τότε ίσως και να ενθουσιαστείτε. Αν δεν καταφέρετε αυτό το άφημα και το μυαλό σας δουλεύει διαρκώς προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία, τότε θα φύγετε με την αίσθηση μιας μπερδεμένης, χαώδους και ίσως φλύαρης και επαναλαμβανόμενης ερωτικής ταινίας. Το αφήνω σε σας. Αυτό όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι η απόλυτη ομορφιά!
Βρίσκω το "2046" του 2004 ταινία όπου τα παραπάνω γίνονται περισσότερο εμφανή από ποτέ. Μια ιστορία όπου ο έρωτα και η μνήμη ειναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Μια ιστορία μπερδεμένη, με διαρκή μπρος - πισω στο χρόνο, με γυναίκες να παρελαύνουν και μάλλον μπερδεύουν τον θεατή για το ποια είναι ποια (και πότε), πλην όμως πάντοτε με υψηλότατη αισθητική. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, και με πανέμορφη μουσική. Ένας δημοσιογράφος γίνεται πετυχημένος συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Επιστρέφει στο ξενοδοχείο όπου έμενε δυο χρόνια πριν και όπου είχε γνωρίσει μια έντονη ερωτική ιστορία (στο δωμάτιο 2046 βεβαίως). Αποφασίζει να μείνει εκεί και ζει μεταξύ ενός καινούριου έρωτα και της αναπόλησης των παλιότερων. Ταυτόχρονα γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας όπου οι άνθρωποι του σήμερα μπορούν να ταξιδέψουν στο έτος 2046 και να ξαναβρούν χαμένες μνήμες και αισθήσεις. Εκεί εξελίσσεται μια ακόμα ερωτική ιστορία, αυτή ενός άντρα και ενός ανδροειδούς, που είναι προγραμματισμένο να υπηρετεί, όχι όμως και να έχει συναισθηήματα.
Η ιστορία κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν, σε διάφορα παρελθόντα και στο μέλλον (στο 2046, "εικονογραφώντας" έτσι κομάτια από το μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωας), κι έτσι γίνεται εξαιρετικά μπερδεμένη σεναριακά και μάλλον δύσκολο να παρακολουθηθεί. Φυσικά το ερωτικό στοιχείο και μια εντονότατη αίσθηση νοσταλγίας είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα. Το παιχνίδι με τη μνήμη, η αίσθηση οριστικά χαμένων ευκαιριών που αφήσαμε να φύγουν μέσα από τα χέρια μας, το συχνά πικρό παρόν, οι χαμένοι έρωτες, η ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα (σε ερωτικό επίπεδο τουλάχιστον) είναι θέματα που έρχονται και επανέρχονται. Αυτό όμως που κριαρχεί πραγματικά είναι οι υπέροχες εικόνες. Ο Kar-Wai χρησιμοποιεί τα χρώματα όπως αυτός μόνο ξέρει να χρησιμοποεί. Με έντονα πράσινα, κόκκινα και σέπιες δημιουργεί ενα φιλμ υψηλότατης αισθητικής. Σχεδόν όποιο πλάνο κι αν απομονώσεις, έχεις να κάνεις με ένα εικαστικό έργο τέχνης. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για ταινία στην οποία το κυρίαρχο στοιχείο είναι η ομορφιά. Η ομορφιά των εικόνων.
Αν μπορείτε να αρκεστείτε σ' αυτό, αν μπορείτε να αφεθείτε, να πάψετε να πασχίζετε να καταλάβετε κάθε φορά σε ποιον χρόνο βρισκόμαστε και να απολαύσετε εικόνες, χρώματα, εξαίσια καδραρίσματα και μουσικές, τότε ίσως και να ενθουσιαστείτε. Αν δεν καταφέρετε αυτό το άφημα και το μυαλό σας δουλεύει διαρκώς προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία, τότε θα φύγετε με την αίσθηση μιας μπερδεμένης, χαώδους και ίσως φλύαρης και επαναλαμβανόμενης ερωτικής ταινίας. Το αφήνω σε σας. Αυτό όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι η απόλυτη ομορφιά!
Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2012
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ BURTON ΚΑΙ ΟΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ FRANKENWEENIE
Εκεί που φοβόμουν ότι ο Tim Burton έχει αρχίσει να "στερεύει" (αν και προσωπικά το "Dark Dhadows" μου άρεσε), να που το 2012 φτιάχνει ένα εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου animation, το "Frankenweenie", το οποίο αποτελεί επέκταση και ξαναδούλεμα ενός δικού του 30λεπτου animation του 1984. Ας δούμε λοιπόν τα της ταινίας:
Και εδώ, όπως στη "Νεκρή Νύφη", ο Μπάρτον ακολουθεί την προσφιλή του τεχνική του animation με κούκλες. Οι οποίες βεβαίως είναι άμεσα αναγνωρίσιμες. Από τις πρώτες στιγμές και από τις ίδιες τις φιγούρες ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στον κόσμο του ευφάνταστου δημιουργού. Όλα τα γνωστά του στοιχεία υπάρχουν εδώ: Η μείξη τρομακτικού και κωμικού, η τρυφερότητα, η συμπάθεια για τους κάθε λογής αουτσάϊντερς και η αποδοχή του διαφορετικού, η "τρομακτική" παιδικότητα, το μακάβριο και γκόθικ στοιχείο. ο ρομαντισμός και το χιούμορ.
Μία άλλη από τις πρωτοτυπίες της είναι ότι πρόκειται για ασπρόμαυρο κινούμενο, πράγμα που ταιριάζει απόλυτα τόσο με την όλη ατμόσφαιρα του φιλμ όσο και με τις άπειρες σινεφίλ αναφορές και το κλίμα της δεκαετίας του 50, στην οποία μοιάζει να διαδραματίζεται η ιστορία.
Φυσικά πρόκειται για μια διασκευή του μύθου του Φρανκενστάιν. Μόνο που εδώ κεντρικός ήρωας είναι ένα παιδί που, όπως ο κλασικός ήρωας της Mary Shelley, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρισμό των κεραυνών, καταφέρνει να αναστήσει τον αγαπημένο του σκύλο, που έπεσε θύμα δυστυχήματος. Τα προβλήματα θα αρχίσουν, φυσικά, μετά.
Φτάνουμε λοιπόν στις αναφορές, που είναι βασικό στοιχείο της ταινίας: Φυσικά, όπως είπαμε, ο Φρανκενστάιν είναι προφανής. Και όχι μόνο το βιβλίο, αλλά και οι κλασικές ταινίες της δεκαετίας του 30. Το υποβλητικό σκηνικό του ζωντανέματος του "τέρατος" είναι όμοιο μ' αυτό της κλασικής ταινίας. Και βρίσκω ξεκαρδιστική την αναφορά στη "Νύφη του Φρανκενστάιν", με την σε σχήμα κεραυνού λευκή τούφα στο μαλλί της σκυλίτσας, όπως ακριβώς στην προαναφερθείσα νύφη. Από εκεί και πέρα... ό,τι ανακαλύψει ο κάθε θεατής. Η "Μούμια", ο Γκοτζίλα, τα Γκρέμλιν και Κρίτερς της δεκαετίας του 80, η φιγούρα του καθηγητή που μοιάζει με τον Βίνσεντ Πράις, ο Δράκουλας, βρίσκονται όλα εδώ. Αλλά κυρίως το "Pet Cemetery", τόσο του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ όσο και της ομώνυμης ταινίας των 80ς. Και βέβαια ο παρατηρητικός θεατής θα ανακαλύψει και άλλες.
Συνολικά το βρήκα απολαυστικότατο. Αν μάλιστα συνδυάσετε και την χαρακτηριστική αισθητική και τις "ιδεολογικές" αρετές που αναφέραμε στην αρχή, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλή ταινία. Και με μια πανέξυπνη διασκευή του Φρανκενστάιν. Φτάνει να αγαπάτε τον συνδυασμό μακάβριου και παιδικότητας.
Και εδώ, όπως στη "Νεκρή Νύφη", ο Μπάρτον ακολουθεί την προσφιλή του τεχνική του animation με κούκλες. Οι οποίες βεβαίως είναι άμεσα αναγνωρίσιμες. Από τις πρώτες στιγμές και από τις ίδιες τις φιγούρες ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στον κόσμο του ευφάνταστου δημιουργού. Όλα τα γνωστά του στοιχεία υπάρχουν εδώ: Η μείξη τρομακτικού και κωμικού, η τρυφερότητα, η συμπάθεια για τους κάθε λογής αουτσάϊντερς και η αποδοχή του διαφορετικού, η "τρομακτική" παιδικότητα, το μακάβριο και γκόθικ στοιχείο. ο ρομαντισμός και το χιούμορ.
Μία άλλη από τις πρωτοτυπίες της είναι ότι πρόκειται για ασπρόμαυρο κινούμενο, πράγμα που ταιριάζει απόλυτα τόσο με την όλη ατμόσφαιρα του φιλμ όσο και με τις άπειρες σινεφίλ αναφορές και το κλίμα της δεκαετίας του 50, στην οποία μοιάζει να διαδραματίζεται η ιστορία.
Φυσικά πρόκειται για μια διασκευή του μύθου του Φρανκενστάιν. Μόνο που εδώ κεντρικός ήρωας είναι ένα παιδί που, όπως ο κλασικός ήρωας της Mary Shelley, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρισμό των κεραυνών, καταφέρνει να αναστήσει τον αγαπημένο του σκύλο, που έπεσε θύμα δυστυχήματος. Τα προβλήματα θα αρχίσουν, φυσικά, μετά.
Φτάνουμε λοιπόν στις αναφορές, που είναι βασικό στοιχείο της ταινίας: Φυσικά, όπως είπαμε, ο Φρανκενστάιν είναι προφανής. Και όχι μόνο το βιβλίο, αλλά και οι κλασικές ταινίες της δεκαετίας του 30. Το υποβλητικό σκηνικό του ζωντανέματος του "τέρατος" είναι όμοιο μ' αυτό της κλασικής ταινίας. Και βρίσκω ξεκαρδιστική την αναφορά στη "Νύφη του Φρανκενστάιν", με την σε σχήμα κεραυνού λευκή τούφα στο μαλλί της σκυλίτσας, όπως ακριβώς στην προαναφερθείσα νύφη. Από εκεί και πέρα... ό,τι ανακαλύψει ο κάθε θεατής. Η "Μούμια", ο Γκοτζίλα, τα Γκρέμλιν και Κρίτερς της δεκαετίας του 80, η φιγούρα του καθηγητή που μοιάζει με τον Βίνσεντ Πράις, ο Δράκουλας, βρίσκονται όλα εδώ. Αλλά κυρίως το "Pet Cemetery", τόσο του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ όσο και της ομώνυμης ταινίας των 80ς. Και βέβαια ο παρατηρητικός θεατής θα ανακαλύψει και άλλες.
Συνολικά το βρήκα απολαυστικότατο. Αν μάλιστα συνδυάσετε και την χαρακτηριστική αισθητική και τις "ιδεολογικές" αρετές που αναφέραμε στην αρχή, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλή ταινία. Και με μια πανέξυπνη διασκευή του Φρανκενστάιν. Φτάνει να αγαπάτε τον συνδυασμό μακάβριου και παιδικότητας.
Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2012
ΕΠΤΑ ΚΑΠΩΣ ΧΑΩΔΕΙΣ ΨΥΧΟΠΑΘΕΙΣ
Η "Αποστολή στην Μπριζ" μου είχε αρέσει πολύ. Έτσι πήγα αμέσως να δω τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Martin McDonagh, τους "Επτά Ψυχοπαθείς" (2012). Η οποία διαθέτει τον ίδιο συνδυασμό βίας - δράσης και χιούμορ, πλην όμως εδώ, νομίζω, του βγήκε κάπως λιγότερο πετυχημένο.
Η ιστορία είναι από τη φύση της μεταμοντέρνα: Ο ήρωας είναι χολιγουντιανός σεναριογράφος με μπλοκαρισμένη έμπνευση και προσπαθεί να γράψει ένα σενάριο με σίριαλ κίλερς. Ο βαρεμένος (επιεικώς) κολλητός του αναλαμβάνει να του βρει όντως επτά ψυχοπαθείς για να αντλήσει "εκ του φυσικού" ιδέες ο φίλος του. Και σαν να μην έφταναν όλα μπλέκουν και με αδίστακτους γκάνγκστερς, επειδή κατά λάθος απαγάγουν το αγαπημένο σκυλάκι του αρχηγού τους... Χαμός.
Γενικά διασκέδασα αρκετά. Είναι και η αληθινή παρέλαση καλών ηθοποιών (Κόλιν Φαρέλ, Γούντι Χάρελσον, Κρίστοφερ Γουόκεν, Τομ Γουέιτς (!), Σαμ Ρόκγουελ...), οπότε ακόμα καλύτερα. Η ταινία φυσικά σατιρίζει τόσο τις ταινίες με σίριαλ κίλερς όσο και τη γενικότερη εμμονή του Χόλιγουντ με τη βία και γενικότερα σαρκάζει διάφορα κλισέ που έχουμε δει συχνά. Αν και, βέβαια, εδώ μπορεί κανείς να κάνει μια παρατήρηση για κάτι που συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις: Προσπαθώντας να σατιρίσεις τις ταινίες με βία και σίριαλ κίλερς τελικά κάνεις μια ταινία με βία και σίριαλ κίλερς! Αλλά αυτό είναι γενικότερο και δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο φιλμ.
Ενώ λοιπόν η ιδέα είναι πρωτότυπη και, όπως είπα, γενικά μάλλον το απόλαυσα, υπάρχουν και αντιρρήσεις: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία το φιλμ ξεφεύγει και γίνεται κάπως χαώδες. Κάτι σαν η πολλή επίδειξη ευφυίας (που όντως υπάρχει) να αποβαίνει σε βάρος της δομής και της συγκρότησης της ιστορίας. Σα να είναι το όλο πράγμα κάπως too much. Παρ' όλα αυτά - και μια που σε γενικές γραμμές πέρασα καλά - εξακολουθώ να συμπαθώ τον McDonagh και να περιμένω και την επόμενη ταινία του. Φτάνει να μην τυποποιηθεί πολύ σε ένα στιλ που, έστω κι αν του βγαίνει, θα είναι επαναλαμβανόμενο.
Η ιστορία είναι από τη φύση της μεταμοντέρνα: Ο ήρωας είναι χολιγουντιανός σεναριογράφος με μπλοκαρισμένη έμπνευση και προσπαθεί να γράψει ένα σενάριο με σίριαλ κίλερς. Ο βαρεμένος (επιεικώς) κολλητός του αναλαμβάνει να του βρει όντως επτά ψυχοπαθείς για να αντλήσει "εκ του φυσικού" ιδέες ο φίλος του. Και σαν να μην έφταναν όλα μπλέκουν και με αδίστακτους γκάνγκστερς, επειδή κατά λάθος απαγάγουν το αγαπημένο σκυλάκι του αρχηγού τους... Χαμός.
Γενικά διασκέδασα αρκετά. Είναι και η αληθινή παρέλαση καλών ηθοποιών (Κόλιν Φαρέλ, Γούντι Χάρελσον, Κρίστοφερ Γουόκεν, Τομ Γουέιτς (!), Σαμ Ρόκγουελ...), οπότε ακόμα καλύτερα. Η ταινία φυσικά σατιρίζει τόσο τις ταινίες με σίριαλ κίλερς όσο και τη γενικότερη εμμονή του Χόλιγουντ με τη βία και γενικότερα σαρκάζει διάφορα κλισέ που έχουμε δει συχνά. Αν και, βέβαια, εδώ μπορεί κανείς να κάνει μια παρατήρηση για κάτι που συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις: Προσπαθώντας να σατιρίσεις τις ταινίες με βία και σίριαλ κίλερς τελικά κάνεις μια ταινία με βία και σίριαλ κίλερς! Αλλά αυτό είναι γενικότερο και δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο φιλμ.
Ενώ λοιπόν η ιδέα είναι πρωτότυπη και, όπως είπα, γενικά μάλλον το απόλαυσα, υπάρχουν και αντιρρήσεις: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία το φιλμ ξεφεύγει και γίνεται κάπως χαώδες. Κάτι σαν η πολλή επίδειξη ευφυίας (που όντως υπάρχει) να αποβαίνει σε βάρος της δομής και της συγκρότησης της ιστορίας. Σα να είναι το όλο πράγμα κάπως too much. Παρ' όλα αυτά - και μια που σε γενικές γραμμές πέρασα καλά - εξακολουθώ να συμπαθώ τον McDonagh και να περιμένω και την επόμενη ταινία του. Φτάνει να μην τυποποιηθεί πολύ σε ένα στιλ που, έστω κι αν του βγαίνει, θα είναι επαναλαμβανόμενο.
Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2012
ΤΟ "TALL T" ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ
Ο Budd Boetticher (1916-2001) είναι αμερικανός και γύρισε κυρίως γουέστερν. Οι ταινίες του έχουν κάτι που από πολλούς εκτιμάται ιδιαίτερα, στους οποίους όμως φοβάμαι ότι δεν συγκαταλλέγονται όσοι έχουν εθιστεί στο σύγχρονο σπιντάτο (και μόνο) Χόλιγουντ.
Το "Tall T", γυρισμένο το 1957, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός κάου μπόι, που ζει μια ήσυχη ζωή ελπίζοντας ότι όλα θα πάνε καλά στο ράντσο του. Ώσπου απάγεται (από σπόντα) από τρείς αδίστακτους κακοποιούς, που ληστεύουν μια άμαξα και απάγουν ένα πλούσιο, νιόπαντρο ζευγάρι ζητώντας λύτρα. Σε όλο το δεύτερο μέρος του φιλμ τα έξι αυτά πρόσωπα βρίσκονται απομονωμένα σε μια σπηλιά στην έρημο, και όλα έχουν να κάνουν με τις μεταξύ τους σχέσεις, που ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί.
Τι είναι λοιπόν αυτό που ξεχωρίζει τις ταινίες του Boetticher; Μια λέξη μόνο: Η απλότητά τους. Μια πραγματικά αφοπλιστική απλότητα, μια στέρεα αφήγηση που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα περιττό. Οι χαρακτήρες είναι ξεκάθαροι (δίχως να σημαίνει ότι δεν έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, κάθε άλλο), η ιστορία το ίδιο, οι σχέσεις και οι καταστάσεις που προκύπτουν σαφείς. Όπως ακριβώς η αφήγηση, έτσι και η εικόνα χαρακτηρίζεται από την ίδια λιτότητα, από την ίδια απόριψη κάθε περιττού στοιχείου. Η έρημος, ας πούμε, είναι η έρημος, είναι το αμερικάνικο τοπίο δίχως εφέ, φτιασίδια, φίλτρα, ιδιαίτερη φωτογράφιση... Είναι όπως ακριβώς υπάρχει στην πραγματικότητα. Συνολικά όμως δεν θα έλεγα ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Περισσότερο θα μιλούσα για αφαίρεση. Μια αφαίρεση που βρίσκουμε (με εντελώς διαφορετικό κλίμα και περιεχόμενο σε κάθε περίπτωση) στον Μπρεσόν ή τον Μελβίλ, για να αναφέρω δύο παντελώς διαφορετικούς δημιουργούς που, ωστόσο, μου έρχονται αμέσως στο νου.
Οι σχέσεις των ηρώων στο φιλμ έχουν επίσης ενδιαφέρον: Η σχέση του ζευγαριού, αυτή της συζύγου με τον πρωταγωνιστή, αλλά και αυτή του τελευταίου με τον αρχηγό των ληστών, μια σχέση που παρά τον θάνατο που μπορεί να προκύψει κάθε λεπτό, μοιάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με φιλία. Ίσως ο ληστής βλέπει στον ήρωα αυτό που θα ήθελε να ήταν αν δεν είχε πάρει τον δρόμο αυτόν η ζωή του. Όσο για τον Ράντολφ Σκοτ, τον βασικό χαρακτήρα, διαθέτει μια φυσικότητα που σπάνια συναντάμε σε βαρυφορτωμένους σύγχρονους χαρακτήρες στο σινεμά: Μπορεί να γελά σαν παιδί, να χάνει στο στοίχημα δίχως να στενοχωριέται ιδιαίτερα, να κάνει γκάφες (η σκηνή που χτυπά το κεφάλι του στο άνοιγμα της σπηλιάς είναι χαρακτηριστική), να φοβάται, όπως ομολογεί τόσο στο ληστή όσο και στη γυναίκα όταν τους αιχμαλωτίζουν. Και συγχρόνως μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ήρωας, όχι ακριβώς επειδή "έτσι είναι φτιαγμένος", αλλά, απλούστατα, επειδη πρέπει να επιβιώσει.
Χαμηλότονο γουέστερν, γεμάτο σημαντικές λεπτομέρειες, που προσωπικά εκτίμησα ιδιαίτερα. Και θα τονίσω, για όσους το θεωρουν από τα λεγόμενά μου βαρετό, ότι δεν με κούρασε καθόλου.
Το "Tall T", γυρισμένο το 1957, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός κάου μπόι, που ζει μια ήσυχη ζωή ελπίζοντας ότι όλα θα πάνε καλά στο ράντσο του. Ώσπου απάγεται (από σπόντα) από τρείς αδίστακτους κακοποιούς, που ληστεύουν μια άμαξα και απάγουν ένα πλούσιο, νιόπαντρο ζευγάρι ζητώντας λύτρα. Σε όλο το δεύτερο μέρος του φιλμ τα έξι αυτά πρόσωπα βρίσκονται απομονωμένα σε μια σπηλιά στην έρημο, και όλα έχουν να κάνουν με τις μεταξύ τους σχέσεις, που ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί.
Τι είναι λοιπόν αυτό που ξεχωρίζει τις ταινίες του Boetticher; Μια λέξη μόνο: Η απλότητά τους. Μια πραγματικά αφοπλιστική απλότητα, μια στέρεα αφήγηση που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα περιττό. Οι χαρακτήρες είναι ξεκάθαροι (δίχως να σημαίνει ότι δεν έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, κάθε άλλο), η ιστορία το ίδιο, οι σχέσεις και οι καταστάσεις που προκύπτουν σαφείς. Όπως ακριβώς η αφήγηση, έτσι και η εικόνα χαρακτηρίζεται από την ίδια λιτότητα, από την ίδια απόριψη κάθε περιττού στοιχείου. Η έρημος, ας πούμε, είναι η έρημος, είναι το αμερικάνικο τοπίο δίχως εφέ, φτιασίδια, φίλτρα, ιδιαίτερη φωτογράφιση... Είναι όπως ακριβώς υπάρχει στην πραγματικότητα. Συνολικά όμως δεν θα έλεγα ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Περισσότερο θα μιλούσα για αφαίρεση. Μια αφαίρεση που βρίσκουμε (με εντελώς διαφορετικό κλίμα και περιεχόμενο σε κάθε περίπτωση) στον Μπρεσόν ή τον Μελβίλ, για να αναφέρω δύο παντελώς διαφορετικούς δημιουργούς που, ωστόσο, μου έρχονται αμέσως στο νου.
Οι σχέσεις των ηρώων στο φιλμ έχουν επίσης ενδιαφέρον: Η σχέση του ζευγαριού, αυτή της συζύγου με τον πρωταγωνιστή, αλλά και αυτή του τελευταίου με τον αρχηγό των ληστών, μια σχέση που παρά τον θάνατο που μπορεί να προκύψει κάθε λεπτό, μοιάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με φιλία. Ίσως ο ληστής βλέπει στον ήρωα αυτό που θα ήθελε να ήταν αν δεν είχε πάρει τον δρόμο αυτόν η ζωή του. Όσο για τον Ράντολφ Σκοτ, τον βασικό χαρακτήρα, διαθέτει μια φυσικότητα που σπάνια συναντάμε σε βαρυφορτωμένους σύγχρονους χαρακτήρες στο σινεμά: Μπορεί να γελά σαν παιδί, να χάνει στο στοίχημα δίχως να στενοχωριέται ιδιαίτερα, να κάνει γκάφες (η σκηνή που χτυπά το κεφάλι του στο άνοιγμα της σπηλιάς είναι χαρακτηριστική), να φοβάται, όπως ομολογεί τόσο στο ληστή όσο και στη γυναίκα όταν τους αιχμαλωτίζουν. Και συγχρόνως μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ήρωας, όχι ακριβώς επειδή "έτσι είναι φτιαγμένος", αλλά, απλούστατα, επειδη πρέπει να επιβιώσει.
Χαμηλότονο γουέστερν, γεμάτο σημαντικές λεπτομέρειες, που προσωπικά εκτίμησα ιδιαίτερα. Και θα τονίσω, για όσους το θεωρουν από τα λεγόμενά μου βαρετό, ότι δεν με κούρασε καθόλου.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2012
ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ "ΚΥΝΗΓΙ"
Είναι σίγουρο ότι οι Σκανδιναβοί ξέρουν να κάνουν εξαιρετικά δράματα. Πυκνά, συχνά συγκλονιστικά και μίλα μακριά από κάθε έννοια μελό. Έτσι λοιπόν ο Thomas Vinterberg (που είχε να κάνει τόσο καλή ταινία από την εποχή της πραγματικά συγκλονιστικής "Οικογενειακής Γιορτής") βρίσκει και πάλι τον καλό του εαυτό το 2012 με το "Κυνήγι" (Jagten). Όπου για μια ακόμα φορά τα κάμποσα τελευταία χρόνια η ευνομούμενη, πλούσια σουηδική κοινωνία δείχνει ένα σκοτεινό, τρομαχτικό, κρυμένο πρόσωπο.
Η ταινία ασχολείται με το ταμπού (συνήθως) θέμα της παιδεραστίας. Μόνο που εδώ το πιάνει από την ανάποδη πλευρά: Αυτή της άδικης κατηγορίας ενός καθ' όλα καλού και άξιου νηπιαγωγού για το έγκλημα αυτό. Ο θεωρούμενος παιδεραστής είναι αθώος (μη φοβάστε, δεν κάνω spoiler, αυτό το ξέρουμε από τα πρώτα λεπτά). Από εκεί και πέρα η "τέλεια" κοινωνία της ευμάρειας είναι αυτή που ξεγυμνώνεται, που δείχνει ένα εφιαλτικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει τον ρόλο του κυνηγού σε ένα απόλυτα σκληρό κυνήγι απέναντι στο αβοήθητο θύμα.
Η ταινία θίγει αρκετά θέματα: Αυτό της κοινωνικής υστερίας απέναντι σε ό,τι θεωρείται ίσως το απεχθέστερο των εγκλημάτων σήμερα, αυτό του κοινωνικού συντηρητισμού, αυτό της ψυχολογίας του όχλου, που αδίστακτα και ομαδικά στρέφεται ενάντια σε ένα αβοήθητο θύμα εξοστρακίζοντάς το κοινωνικά, και άλλα. Ταυτόχρονα διατηρεί αμείωτο το ψυχολογικό σασπένς, καθώς η οδύσσεια του άτυχου ήρωα γίνεται λεπτό προς λεπτό όλο και πιο δυσβάστακτη και η ασφυκτική ατμόσφαιρα όλο και βαραίνει. Έτσι, μπορεί κανείς να το εκλάβει και σαν ένα είδος κοινωνικού "θρίλερ", που παρακολουθεί από κοντά την κατάβαση ενός ανύποπτου ανθρώπου στην κόλαση και υπενθυμίζει πόσο κοντά βρίσκονται τα όρια της κοινωνικής ευτυχίας και της απόλυτης δυστυχίας. Μερικές φορές μπορεί κανείς να τα υπερβεί δίχως να το καταλάβει, δίχως να κάνει τίποτα μεμπτό, παρά το ότι ακολουθεί πιστά, ευτυχής, τους κανόνες της κοινωνίας αυτής. SPOILER: Στο τέλος όλα γίνονται ξανά μέλι-γάλα, η πολυπόθητη λύτρωση φτάνει επιτέλους. Είναι όμως έτσι; Η τελευταία σκηνή στο κυνήγι δείχνει ότι όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλά ποτέ τέλεια. Η πληγή εξωτερικά έκλεισε, στο βάθος όμως παραμένει κακοφορμισμένη. Ακόμα κι αν είναι πέρα για πέρα άδικη... ΤΕΛΟΣ SPOILER
Πολύ δυνατή ταινία, με θαυμάσια μάλιστα ερμηνεία του πρωταγωνιστή Μαντς Μίκελσεν, που συνιστώ σε όσους μπορούν να απολαύσουν και σινεμά δίχως κυνηγητά, τόννους αδρεναλίνης και έναν πυροβολισμό ή/και έκρηξη ανά λεπτό. Οι σκανδιναβοί, το είπαμε από την αρχή, είναι μάστορες αυτού του διεισδυτικού είδους, που δεν διστάζει να ξεσκεπάζει κα καλά κρυμένα άρρωστα μυστικά της κοινωνίας τους.
Η ταινία ασχολείται με το ταμπού (συνήθως) θέμα της παιδεραστίας. Μόνο που εδώ το πιάνει από την ανάποδη πλευρά: Αυτή της άδικης κατηγορίας ενός καθ' όλα καλού και άξιου νηπιαγωγού για το έγκλημα αυτό. Ο θεωρούμενος παιδεραστής είναι αθώος (μη φοβάστε, δεν κάνω spoiler, αυτό το ξέρουμε από τα πρώτα λεπτά). Από εκεί και πέρα η "τέλεια" κοινωνία της ευμάρειας είναι αυτή που ξεγυμνώνεται, που δείχνει ένα εφιαλτικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει τον ρόλο του κυνηγού σε ένα απόλυτα σκληρό κυνήγι απέναντι στο αβοήθητο θύμα.
Η ταινία θίγει αρκετά θέματα: Αυτό της κοινωνικής υστερίας απέναντι σε ό,τι θεωρείται ίσως το απεχθέστερο των εγκλημάτων σήμερα, αυτό του κοινωνικού συντηρητισμού, αυτό της ψυχολογίας του όχλου, που αδίστακτα και ομαδικά στρέφεται ενάντια σε ένα αβοήθητο θύμα εξοστρακίζοντάς το κοινωνικά, και άλλα. Ταυτόχρονα διατηρεί αμείωτο το ψυχολογικό σασπένς, καθώς η οδύσσεια του άτυχου ήρωα γίνεται λεπτό προς λεπτό όλο και πιο δυσβάστακτη και η ασφυκτική ατμόσφαιρα όλο και βαραίνει. Έτσι, μπορεί κανείς να το εκλάβει και σαν ένα είδος κοινωνικού "θρίλερ", που παρακολουθεί από κοντά την κατάβαση ενός ανύποπτου ανθρώπου στην κόλαση και υπενθυμίζει πόσο κοντά βρίσκονται τα όρια της κοινωνικής ευτυχίας και της απόλυτης δυστυχίας. Μερικές φορές μπορεί κανείς να τα υπερβεί δίχως να το καταλάβει, δίχως να κάνει τίποτα μεμπτό, παρά το ότι ακολουθεί πιστά, ευτυχής, τους κανόνες της κοινωνίας αυτής. SPOILER: Στο τέλος όλα γίνονται ξανά μέλι-γάλα, η πολυπόθητη λύτρωση φτάνει επιτέλους. Είναι όμως έτσι; Η τελευταία σκηνή στο κυνήγι δείχνει ότι όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλά ποτέ τέλεια. Η πληγή εξωτερικά έκλεισε, στο βάθος όμως παραμένει κακοφορμισμένη. Ακόμα κι αν είναι πέρα για πέρα άδικη... ΤΕΛΟΣ SPOILER
Πολύ δυνατή ταινία, με θαυμάσια μάλιστα ερμηνεία του πρωταγωνιστή Μαντς Μίκελσεν, που συνιστώ σε όσους μπορούν να απολαύσουν και σινεμά δίχως κυνηγητά, τόννους αδρεναλίνης και έναν πυροβολισμό ή/και έκρηξη ανά λεπτό. Οι σκανδιναβοί, το είπαμε από την αρχή, είναι μάστορες αυτού του διεισδυτικού είδους, που δεν διστάζει να ξεσκεπάζει κα καλά κρυμένα άρρωστα μυστικά της κοινωνίας τους.
Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2012
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΕΡ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ
Ο Bruce McDonald είναι καναδός και κάνει κυρίως τηλεόραση. Ενδιάμεσα όμως προλαβαίνει να γυρίσει και ταινίες, οι οποίες μάλιστα εκτιμώνται αρκετά (προσωπικά δεν έχω δει άλλη δική του, οπότε η πληροφορία είναι από δεύτερο χέρι). Το 2001 πάντως γυρίζει το "Picture Clair", ένα θρίλερ με βασικές ηρωίδες δύο γυναίκες (Τζούλιετ Λούις και Τζίνα Γκέρσον).
Πρόκειται για μια γρήγορη σε πλοκή και δράση ταινία, όπου μια κόπέλα από το Τορόντο, αφού έχει χάσει τα πάντα μετά την πυρπόληση του σπιτιού της, πάει στο Μόντρεαλ για να μείνει με τον φίλο της, γνωστό φωτογράφο, τίποτα όμως δεν πάει όπως το σχεδιάζει. Εκτός όλων των άλλων (δεν σας λέω ποια είναι αυτά τα άλλα), θα την μπερδέψουν με μια κοπέλα που μένει στον κάτω όροφο και η οποία έχει σκοτώσει έναν ύποπτο τύπο. Έτσι οι πάντες θα την κυνηγάνε δίχως εκείνη να έχει ιδέα γιατί (σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντιλαμβάνεται καν ότι κάποιοι την ψάχνουν). Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού δεν μιλά λέξη αγγλικά (από το Κεμπέκ γαρ) και οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν φημίζονται για τις γνώσεις τους στα γαλικά...
Η ταινία, ενώ παρακολουθείται με ενδιαφέρον και κρατά τον θεατή χάρη στο σασπένς που διαθέτει, κάπου επίσης νομίζω ότι χάνει. Ίσως να φταίει όλο αυτό το εξωπραγματικό μπέρδεμα, ίσως οι αρκετές συμπτώσεις που υπάρχουν στο σενάριο, ίσως κάποιες υπερβολές στη δράση. Τελικά η γενική γεύση που μου έμεινε είναι του τύπου: "Ε, δεν γίνονται όλα αυτά!". Και, εντάξει, είπαμε, οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν μιλανε γαλικά, αλλά, διάβολε, ούτε ένας τους πια δεν μπορεί έστω και με ελάχιστες λέξεις να συννενοηθεί με την κοπέλα; Όταν αυτή προσπαθεί να επικοινωνήσει στα γαλικά οι πάντες την κοιτάζουν λες και είναι εξωγήινη. Και, διάβολε και πάλι, το γαλλόφωνο Κεμπέκ βρίσκεται πολύ κοντά, στην ίδια χώρα.
Σκηνοθετικά ο McDonanld είναι σπιντάτος και χρησιμοποιεί κάποιες εντυπωσιακές τεχνικές. Σε μια απ' αυτές κάνει, θα έλεγα, κατάχρηση: Πολύ συχνά χωρίζει την οθόνη σε μικρά ορθογώνια, άλλοτε δύο άλλοτε περισσότερα, κάνοντάς μας έτσι να παρακολουθούμε ταυτόχρονα παράλληλες δράσεις. Μόνο που συχνά αυτό γίνεται άνευ λόγου, οπότε νομίζω ότι το κάνει μόνο για τον εντυπωσιασμό του θεατή. ΄Αν πάντως κάτι δεν πάσχει, είναι ο ρυθμός. Όπως είπαμε, παρακολούθησα την περιπέτεια αυτή, που βασίζεται σε παρεξηγήσεις, δίχως, τουλάχιστον, να κουραστώ. Με μικρές βελτιώσεις νομίζω ότι θα ήταν καλή ταινία.
ΥΓ: Σε πολύ μικρό, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, εμφανίζεται και ένας κλασικά παρακμιακός Μίκι Ρουρκ.
Πρόκειται για μια γρήγορη σε πλοκή και δράση ταινία, όπου μια κόπέλα από το Τορόντο, αφού έχει χάσει τα πάντα μετά την πυρπόληση του σπιτιού της, πάει στο Μόντρεαλ για να μείνει με τον φίλο της, γνωστό φωτογράφο, τίποτα όμως δεν πάει όπως το σχεδιάζει. Εκτός όλων των άλλων (δεν σας λέω ποια είναι αυτά τα άλλα), θα την μπερδέψουν με μια κοπέλα που μένει στον κάτω όροφο και η οποία έχει σκοτώσει έναν ύποπτο τύπο. Έτσι οι πάντες θα την κυνηγάνε δίχως εκείνη να έχει ιδέα γιατί (σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντιλαμβάνεται καν ότι κάποιοι την ψάχνουν). Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού δεν μιλά λέξη αγγλικά (από το Κεμπέκ γαρ) και οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν φημίζονται για τις γνώσεις τους στα γαλικά...
Η ταινία, ενώ παρακολουθείται με ενδιαφέρον και κρατά τον θεατή χάρη στο σασπένς που διαθέτει, κάπου επίσης νομίζω ότι χάνει. Ίσως να φταίει όλο αυτό το εξωπραγματικό μπέρδεμα, ίσως οι αρκετές συμπτώσεις που υπάρχουν στο σενάριο, ίσως κάποιες υπερβολές στη δράση. Τελικά η γενική γεύση που μου έμεινε είναι του τύπου: "Ε, δεν γίνονται όλα αυτά!". Και, εντάξει, είπαμε, οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν μιλανε γαλικά, αλλά, διάβολε, ούτε ένας τους πια δεν μπορεί έστω και με ελάχιστες λέξεις να συννενοηθεί με την κοπέλα; Όταν αυτή προσπαθεί να επικοινωνήσει στα γαλικά οι πάντες την κοιτάζουν λες και είναι εξωγήινη. Και, διάβολε και πάλι, το γαλλόφωνο Κεμπέκ βρίσκεται πολύ κοντά, στην ίδια χώρα.
Σκηνοθετικά ο McDonanld είναι σπιντάτος και χρησιμοποιεί κάποιες εντυπωσιακές τεχνικές. Σε μια απ' αυτές κάνει, θα έλεγα, κατάχρηση: Πολύ συχνά χωρίζει την οθόνη σε μικρά ορθογώνια, άλλοτε δύο άλλοτε περισσότερα, κάνοντάς μας έτσι να παρακολουθούμε ταυτόχρονα παράλληλες δράσεις. Μόνο που συχνά αυτό γίνεται άνευ λόγου, οπότε νομίζω ότι το κάνει μόνο για τον εντυπωσιασμό του θεατή. ΄Αν πάντως κάτι δεν πάσχει, είναι ο ρυθμός. Όπως είπαμε, παρακολούθησα την περιπέτεια αυτή, που βασίζεται σε παρεξηγήσεις, δίχως, τουλάχιστον, να κουραστώ. Με μικρές βελτιώσεις νομίζω ότι θα ήταν καλή ταινία.
ΥΓ: Σε πολύ μικρό, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, εμφανίζεται και ένας κλασικά παρακμιακός Μίκι Ρουρκ.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2012
SKYFALL: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ
Έχω γράψει επανειλημένα ότι δεν είμαι και πολύ φαν της αγέραστης σειράς του Τζέιμς Μποντ. ΟΚ, τα βλέπω, περνώ (συνήθως) ένα ευχάριστο δίωρο και αμέσως μετά κάνω delete.
Αυτό ωστόσο δεν με εμποδίζει να πω ότι το "Skyfall" του 2012, 23η ταινία της σειράς, είναι από τα καλύτερα, αν οχι το καλύτερο για μένα. Ίσως να "φταίει" ο σκηνοθέτης, που για πρώτη φορά είναι "σοβαρός" και όχι απλός διεκπεραιωτής: Ο Sam Mendes, του "American Beauty" και άλλων καλών ταινιών. Ίσως πάλι να οφείλεται στο ότι η ταινία παίζει με έξυπνο τρόπο με το παρόν και το παρελθόν, το σύγχρονο και το παλιομοδίτικο. Βλέπετε, εδώ ο 007 παραδέχεται επιτέλους ότι έχει μισογεράσει (όχι βέβαια ότι αυτό τον εμποδίζει να κάνει "παπάδες") και ότι είναι κάπως κολλημένος στο πρακτορικό του παρελθόν.
Θα το ξεκαθαρίσω από την αρχή: Δεν είναι ότι η ταινία "σοβάρεψε" απότομα. Τα κλισέ της σειράς υπάρχουν και με το παραπάνω: Ο Μποντ είναι πρακτικά άτρωτος, τραυματίζεται, πέφτει από καταρράχτες, ισορροπεί με μηχανή σε ετοιμόρροπες στέγες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, αλλά πάντα τα καταφέρνει. Με πληγές, σωματικές και ψυχικές, αλλά πάντα έχει το πάνω χέρι. Και όποια γυναίκα κοιτάξει πέφτει ξερή. Αλίμονο τώρα. Όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν, μαζί με το τυπικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον (Κωνσταντινούπολη, Μακάο, Σαγκάη).
Τι είναι τότε αυτό που κάνει το φιλμ ξεχωριστό; Το ότι για πρώτη φορά μαθαίνουμε τις ρίζες του διάσημου ήρωα, κάτι από τα παιδικά του χρόνια, από την προ πράκτορα ζωή του, κάνοντας τον έτσι πιο ανθρώπινο. Και το ότι όλη η ιστορία είναι μια ιστορία εκδίκησης, που αφορά ουσιαστικά την ίδια τη μυστική υπηρεσία ΜΙ6 και την αρχηγό της, την περίφημη Μ. Ναι, το "άψογο" της υπηρεσίας, το ότι "δουλεύει για το καλό της ανθρωπότητας", καθώς και το ότι "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μήπως και οι προστάτες έχουν κι αυτοί αρνητικά στοιχεία, όπως οι τυπικοί "κακοί"; Και, ακόμα, ότι ο Μποντ, ως, επιτέλους, άνθρωπος, είναι πιο τρωτός, επιρρεπής σε διάφορα "κακά" (αλκοόλ κλπ.) και, επιτέλους επίσης, έχει και προσωπικά προβλήματα. Φυσικά ο κάποιος εξανθρωπισμός του ήρωα είχε ήδη αρχίσει από τότε που ανέλαβε τον ρόλο ο Ντάνιελ Κρεγκ, εδώ όμως βρίσκεται στο (σχετικό) απώγειό του. Υπάρχει επίσης το συχνά αστείο παιχνίδι ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, όσον αφορά τις τεχνολογίες, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα, η επιστράτευση παλιών γκάτζετ με νοσταλγική διάθεση και κλείσιμο του ματιού στους θεατές (παιχνίδι που κορυφώνεται στο τελευταίο μέρος στο παλιό σπίτι των Μποντ στη Σκωτία), και βέβαια η κλασική καταιγιστική δράση, το έξυπνο - κυνικό χιούμορ (μειωμένο βεβαίως σε σχέση με παλιότερους Τζέιμς Μποντ) κλπ.
Οπότε και κλασικός 007 και κάμποσα νέα στοιχεία στην τιμή του ενός. Μην περιμένετε βέβαια κάποια στροφή σε... σινεμά τέχνης. Τζέιμς Μποντ θα δείτε. Όλα τα παραπάνω όμως είναι συγκριτικά σε σχέση με παλιότερα φιλμ. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν προσωπικά το απόλαυσα περισσότερο από άλλα "επεισόδια" της δίχως τέλος σειράς. Μακάρι και όσα θα ακολουθήσουν να είναι το ίδιο συμπαθητικά.
Αυτό ωστόσο δεν με εμποδίζει να πω ότι το "Skyfall" του 2012, 23η ταινία της σειράς, είναι από τα καλύτερα, αν οχι το καλύτερο για μένα. Ίσως να "φταίει" ο σκηνοθέτης, που για πρώτη φορά είναι "σοβαρός" και όχι απλός διεκπεραιωτής: Ο Sam Mendes, του "American Beauty" και άλλων καλών ταινιών. Ίσως πάλι να οφείλεται στο ότι η ταινία παίζει με έξυπνο τρόπο με το παρόν και το παρελθόν, το σύγχρονο και το παλιομοδίτικο. Βλέπετε, εδώ ο 007 παραδέχεται επιτέλους ότι έχει μισογεράσει (όχι βέβαια ότι αυτό τον εμποδίζει να κάνει "παπάδες") και ότι είναι κάπως κολλημένος στο πρακτορικό του παρελθόν.
Θα το ξεκαθαρίσω από την αρχή: Δεν είναι ότι η ταινία "σοβάρεψε" απότομα. Τα κλισέ της σειράς υπάρχουν και με το παραπάνω: Ο Μποντ είναι πρακτικά άτρωτος, τραυματίζεται, πέφτει από καταρράχτες, ισορροπεί με μηχανή σε ετοιμόρροπες στέγες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, αλλά πάντα τα καταφέρνει. Με πληγές, σωματικές και ψυχικές, αλλά πάντα έχει το πάνω χέρι. Και όποια γυναίκα κοιτάξει πέφτει ξερή. Αλίμονο τώρα. Όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν, μαζί με το τυπικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον (Κωνσταντινούπολη, Μακάο, Σαγκάη).
Τι είναι τότε αυτό που κάνει το φιλμ ξεχωριστό; Το ότι για πρώτη φορά μαθαίνουμε τις ρίζες του διάσημου ήρωα, κάτι από τα παιδικά του χρόνια, από την προ πράκτορα ζωή του, κάνοντας τον έτσι πιο ανθρώπινο. Και το ότι όλη η ιστορία είναι μια ιστορία εκδίκησης, που αφορά ουσιαστικά την ίδια τη μυστική υπηρεσία ΜΙ6 και την αρχηγό της, την περίφημη Μ. Ναι, το "άψογο" της υπηρεσίας, το ότι "δουλεύει για το καλό της ανθρωπότητας", καθώς και το ότι "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μήπως και οι προστάτες έχουν κι αυτοί αρνητικά στοιχεία, όπως οι τυπικοί "κακοί"; Και, ακόμα, ότι ο Μποντ, ως, επιτέλους, άνθρωπος, είναι πιο τρωτός, επιρρεπής σε διάφορα "κακά" (αλκοόλ κλπ.) και, επιτέλους επίσης, έχει και προσωπικά προβλήματα. Φυσικά ο κάποιος εξανθρωπισμός του ήρωα είχε ήδη αρχίσει από τότε που ανέλαβε τον ρόλο ο Ντάνιελ Κρεγκ, εδώ όμως βρίσκεται στο (σχετικό) απώγειό του. Υπάρχει επίσης το συχνά αστείο παιχνίδι ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, όσον αφορά τις τεχνολογίες, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα, η επιστράτευση παλιών γκάτζετ με νοσταλγική διάθεση και κλείσιμο του ματιού στους θεατές (παιχνίδι που κορυφώνεται στο τελευταίο μέρος στο παλιό σπίτι των Μποντ στη Σκωτία), και βέβαια η κλασική καταιγιστική δράση, το έξυπνο - κυνικό χιούμορ (μειωμένο βεβαίως σε σχέση με παλιότερους Τζέιμς Μποντ) κλπ.
Οπότε και κλασικός 007 και κάμποσα νέα στοιχεία στην τιμή του ενός. Μην περιμένετε βέβαια κάποια στροφή σε... σινεμά τέχνης. Τζέιμς Μποντ θα δείτε. Όλα τα παραπάνω όμως είναι συγκριτικά σε σχέση με παλιότερα φιλμ. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν προσωπικά το απόλαυσα περισσότερο από άλλα "επεισόδια" της δίχως τέλος σειράς. Μακάρι και όσα θα ακολουθήσουν να είναι το ίδιο συμπαθητικά.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012
ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ... "25 ΚΑΡΑΤΙΑ"
Γενικά συμπαθώ το σύγχρονο ισπανικό σινεμά. Κατά καιρούς δίνει εξαιρετικές ταινίες, αν και χαρακτηρίζεται νομίζω από μια τάση υπερβολής. Τα "25 Kilates" (25 Καράτια) γυρίστηκε το 2008 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Patxi Amezcua. Δεν μπορώ να πω όμως ότι το θεώρησα από τα καλά δείγματα.
Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομμάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσος με τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...
Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομμάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσος με τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...
Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2012
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΚΟΜΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Ξεμένετε μέσα μια βραδιά, βαριέστε και δεν έχετε τίποτα καλό να δείτε. Κάπου ανακαλύπτετε ξεχασμένο ένα dvd, αποφασίζετε να το βάλετε στο μηχάνημα και... μάλλον βαριέστε ακόμα περισσότερο.
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)
Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012
ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΓΟΣΥΡΤΟΥς ΡΥΘΜΟΥς ΤΗΣ "COSMOPOLIS"
Δηλώνω από την αρχή ότι είμαι λάτρης του παλιότερου έργου του David Cronenberg. Ωστόσο στις δύο τελευταίες του ταινίες έχω απογοητευτεί. Τόσο από την επίπεδη εξιστόρηση της ζωής του Γιουνγκ, όσο και από το "Cosmopolis" του 2012, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2012
ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ BARBARA
Ο γερμανός Christian Petzold είναι ένας σκηνοθέτης με αρκετά προσωπικά γνωρίσματα (που μερικά ίσως και να απωθούν κάποιους). Είναι πάντοτε χαμηλότονος, δίχως κρεσέντα, και χαρακτηρίζεται από ένα στιλ που θα αποκαλούσα ψυχρό. Η κινηματογράφησή του είναι "ήσυχη", πλην όμως οι ταινίες που κάνει μάλλον στην κατηγορία των ψυχολογικών θρίλερ κατατάσονται. Η σχεδόν παγερή ατμόσφαιρά του μπορεί να σε τυλίξει και να σε παρασύρει, δίχως εξάρσεις όμως (και κανενός είδους "μπαμ").
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















