Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2010

ΜΕΤΑΛΙΑ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ


Ο ρουμάνικος κινηματογράφος έχει τα τελευταία χρόνια κάνει σημαντικές προόδους, πάντοτε σχεδόν με ρεαλιστικές, και ενίοτε συγκλονιστικά ρεαλιστικές, ταινίες. Στα συν θεωρώ και το "Μετάλιο Τιμής" (Medalia de Honoare, 2009) του Calin Peter Netzer.
Ένας ηλικιωμένος, συντηρητικός κύρος ζει με τη γυναίκα του, ενώ ο γιος τους, που ζει με την οικογένειά του στον Καναδά, δεν μιλά με τον πατέρα του εδώ και 7 χρόνια εξ αιτίας της καταπιεστικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ενώ διατηρεί άριστες (τηλεφωνικές) σχέσεις με τη μάνα του. Η βαλτωμένη, μίζερη ζωή του ηλικιωμένου θα αλλάξει απροσδόκητα όταν θα λάβει από το υπουργείο ένα χρυσό μετάλιο τιμής ως ήρωας πολέμου, το οποίο θα του απονείμει - καθώς και σε άλλους βετεράνους - ο ίδιος ο πρόεδρος της δημοκρατίας. Ο άνθρωπός μας δεν μπορεί να θυμηθεί αν έκανε κάτι ηρωικό, σιγά - σιγά όμως αρχίζει να φτιάχνει μια ιστορία από τις θολές αναμνήσεις του. Γίνεται ο ήρωας της πολυκατοικίας του, κάτι σαν παράδειγμα προς μίμηση, αλλά βρισκόμαστε ακόμα στα μισά του φιλμ.
Εξαίρετη σκιαγράφηση χαρακτήρων, κυρίως του κεντρικού ήρωα, που ερμηνεύεται εκπληκτικά από τον άγνωστό μου μέχρι τώρα Victor Rebengiuc, άψογη αναπαράσταση της καθημερινότητας και γλυκόπικρο κλίμα κυριαρχούν σε ένα φιλμ που καταφέρνει να μιλήσει ταυτόχρονα για πολλά πράγματα: Για τις άδειες, μίζερες ζωές χιλιάδων ανθρώπων, που ζουν ανάμεσά μας και συναντούμε καθημερινά, που ένα γεγονός που για άλλους θα ήταν απλή τυπικότητα έχει σαν αποτέλεσμα την απόλυτη ανατροπή των πάντων. Για την αγωνιώδη τους προσπάθεια να πιαστούν από κάπου, να βρουν νόημα στη ζωή τους, έστω κι αν αυτό το κάπου βασίζεται σε κάτι που έγινε 50 χρόνια πριν και το οποίο οι ίδιοι δεν θυμούνται καθόλου. Για τα παιχνίδια της μνήμης και την παράδοξη ικανότητα των ανθρώπων να πιστεύουν σαν αληθινό κάτι που οι ίδιοι επινόησαν. Για τη μιζέρια και τη δύσκολη καθημερινότητα της σύγχρονης Ρουμανίας (αν και η ταινία διαδραματίζεται το 1994). Και για πολλά ακόμα. Κρατάω όμως κυρίως το πρώτο στοιχείο σαν βασικό: Την ανάγκη εκατομμυρίων ανθρώπων με κοινότοπες και αποτυχημένες ζωές να βρουν έναν λόγο ύπαρξης. Κι όταν αυτός εμφανίζεται, έστω και με μάλλον γελοίο και ασήμαντο τρόπο, εκείνοι γραπώνονται απ' αυτόν και οικοδομούν όλη τους την ύπαρξη γύρω του.
Το φιλμ με συγκίνησε αρκετά και νομίζω ότι πέτυχε απόλυτα το στόχο του. Σημειωτέον ότι ο βασικός χαρακτήρας, αν και αρχικά συμπαθής, με τα δικά του βάσανα, κατά βάθος δεν είναι καθόλου τέτοιος. Συντηρητικός, καταπιεστικός παλιότερα, δουλικός όταν θέλει να κερδίσει κάτι και επιδεικτικός όταν πιστεύει ότι το κέρδισε, καταφέρνει παρ' όλα αυτά να είναι πάνω απ' όλα ανθρώπινος: Να μας θυμίζει δηλαδή χιλιάδες τέτοιους τύπους που όλοι έχουμε συναντήσει πολλές φορές και, γι' αυτό, να μας συγκινεί με παράξενο τρόπο.
Αν δεν σας ενοχλεί ο πολύς ρεαλισμός και η βουτιά στην καθημερινότητα, τότε ψάξτε το σύγχρονο ρουμάνικο σινεμά. Κρύβει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 10, 2010

ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΤΑΜ ΝΤΕ..., Η ΜΟΙΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ


Το 1953 ο Max Ophüls (1902-1957) γυρίζει στη Γαλλία τη "Madame de..." (Η Άγνωστη Κυρία), μια από τις πιο γνωστές ταινίες του. Ασπρόμαυρη φωτογραφία, 19ος αιώνας, βαριά κοστούμια και εσωτερικά ντεκόρ, πολύτιμα κοσμήματα, άμαξες, ανάλαφρα φλερτ και μοιραίοι έρωτες, χοροί και μονομαχίες, συνθέτουν το οπτικό κλίμα του φιλμ. Στο βάθος όμως σιγοβράζουν ισχυρά πάθη, ικανά να μετατρέψουν την αρχική ανάλαφρη ατμόσφαιρα σε βαρύ δράμα, ποσφιλές είδος άλλωστε του δημιουργού.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ένα ζευγάρι πολύτιμα, διαμαντένια σκουλαρίκια, που αλλάζουν διαρκώς ιδιοκτήτη και, από ένα καπρίτσιο της μοίρας, καταλήγουν πάντοτε στην ηρωίδα, την μαντάμ του τίτλου. Ίσως το βασικό στοιχείο λοιπόν του φιλμ να είναι η μοίρα, από την οποία, ως γνωστόν, είναι αδύνατο να ξεφύγουμε. Ίσως πάλι να μιλά για τις απρόβλεπτες συνέπειες μιας απλής πράξης, της πώλησης των σκουλαρικιών σε έναν κοσμηματοπώλη και τα όσα ακολουθούν, θέλοντας να υπογραμμίσει το τυχαίο που διέπει τη ζωή μας και δείχνοντας ότι μια απλή πράξη - παρόρμηση της στιγμής - μπορεί να αλλάξει όλη μας τη ζωή. Κυρίως όμως μιλά για το ψέμα και τις ολέθριες συνέπειές του. Τα σχετικά αθώα και ανάλαφρα ψέματα της ηρωίδας γίνονται τελικά μπούμεραγκ για την ίδια και όχι μόνο. Με άξονα το τελευταίο, ο Οφύλς καταδεικνύει (πιθανόν και άθελά του) όλη την επιφανειακότητα, την υποκρισία και τη λουστραρισμένη επιφάνεια (κάτω από την οποία κρύβονται βρωμιές) μιας ολόκληρης υψηλής τάξης, εποχής και τρόπου ζωής.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει το πώς κινεί την κάμερά του ο σκηνοθέτης. Η κίνηση είναι διαρκής, πολύπλοκη κι ωστόσο ανάλαφρη, συχνά ακολουθεί τους ήρωες και γενικά δίνει μια συνεχή ροή στο φιλμ. Μιλάμε για απόλυτη σκηνοθετική μαεστρία.
Από την άλλη, όλο αυτό το βαρύ στοιχείο, η ατμόσφαιρα εποχής, το ερωτικό δράμα, μπορεί να κουράσουν πάμπολλους σύγχρονους θεατές, εθισμένους σε άλλες ταχύτητες και άλλο σινεμά. Σίγουρα το εξωτερικό μέρος, όλος αυτός ο επιτηδευμένος και στημένος τρόπος ζωής της υψηλής κοινωνίας του τότε, βρίσκεται πολύ - πολύ μακριά από το σύγχρονο στιλ, μας ξενίζει σχεδόν τόσο, όσο αν παρακολουθούσαμε την καθημερινή ζωή εξωγήινων. Νομίζω όμως, παρ' όλα αυτά, ότι η ουσία βρίσκεται αλλού κι όχι στη βαρύγδουπη εξωτερική επιφάνεια των πραγμάτων. Είδα λοιπόν την ταινία με πολύ ενδιαφέρον, δεν είναι όμως, ξαναλέω, για σύγχρονους, εθισμένους σε βιντεοκλιπάδικη οπτική, θεατές.
ΥΓ: Βσικό ρόλο ερμηνεύει ο γνωστός σκηνοθέτης Βιτόριο ντε Σίκα, που, αν δεν το ξέρατε, ήταν και ηθοποιός, και μάλιστα γοητευτικός, με πολλές ερμηνείες στο ενεργητικό του.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 09, 2010

Η ΤΡΑΓΕΛΑΦΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ "ΚΑΝΤΙΝΑΣ"


Δεν ξέρω πόσο εξοικειωμένοι είσαστε με το σινεμά του Σταύρου Τσιώλη. Σίγουρα είναι ένας ιδιόρυθμος δημιουργός με προσωπικό και αναγνωρίσιμο στιλ, που καταφέρνει πάντοτε να καταγράφει το σουρεαλισμό της ελληνικής πραγματικότητας, ξέρω όμως ότι αρέσει σε λίγους, λόγω κυρίως της λιτότητάς του, του "φτωχού" ύφους του και του πολύ ιδιότυπου χιούμορ του. Για μένα πάντως είναι ένας από τους αγαπημένους έλληνες δημιουργούς.
"Η Καντίνα" βέβαια δεν είναι ταινία του Τσιώλη, αλλά του Σταύρου Καπλανίδη. Βασίζεται όμως σε σενάριο του πρώτου και γι' αυτό φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του έργου του, αφού από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε στον κόσμο του. Απόλυτα λιτή ταινία, διαδραματίζεται όλη σε μια υπαίθρια καντίνα κάπου στο πλάι της εθνικής. Εκεί συμβαίνουν διάφορες ετερόκλητες ιστορίες, άλλοτε πικρές (ή που ξεκινούν σαν πικρές και καταλήγουν... άστα να πάνε) και άλλοτε κωμικές, που πάντοτε όμως ακροβατούν στα όρια της γελοιότητας. Το φιλμ δεν σ' αφήνει να συγκινηθείς ακόμα κι όταν οι στιγμές είναι "σοβαρές", καθώς, όπως είπαμε παραπάνω, το στοιχείο της γελοιότητα καραδοκεί.
Αυτό που καταφέρνει η ταινία - όπως και αυτές του Τσιώλη - είναι να αποτυπώσει την ελληνική καθημερινότητα, με την αντιφατικότητα και το σουρεαλισμό της, και μάλιστα την επαρχιακή καθημερινότητα, στην οποία έχει βεβαίως εντρυφήσει ο σεναριογράφος. Όλο αυτό το κάνει δίχως κριτική, δίχως καταγγελίες και υποδείξεις. Απλώς καταγράφει. Στην σφαιρική αυτή απεικόνιση της επαρχίας, της μιζέριας αλλά και του πηγαίου στοιχείου της ταυτόχρονα, βοηθά το ότι ακριβώς οι ιστορίες, που άλλοτε συμβαίνουν μπροστά μας και άλλοτε τις αφηγούνται οι καντινιέρηδες ή οι πελάτες τους, είναι, όπως είπαμε, ετερόκλητες, άσχετες μεταξύ τους, τόσο που κάνουν συνολικά την ταινία να θυμίζει σπονδυλωτό φιλμ. Καθόλου στρωτό, "στρογγυλεμένο" σενάριο λοιπόν, με κορυφώσεις και άλλα τέτοια. Σ' αυτό ακριβώς όμως το "άγαρμπο" στοιχείο οφείλεται νομίζω πάντοτε η διεισδυτικότητα και το πηγαίο στοιχείο του Τσιώλη και του Καπλανίδη, που σκηνοθετεί τις καθημερινές, οικείες ιστορίες του. Οι χαρακτήρες είναι γνήσια λαϊκοί, χαρακτηριστικοί τύποι που μπορείς να συναντήσεις παντού, αλλά και συχνά "κουφοί", και γι' αυτό αποπνέουν οικειότητα και ζεστασιά.
Ξαναλέω ότι δεν είναι σινεμά που θα εκτιμήσουν πολλοί. Ο Τσιώλης άλλωστε έχει λίγους και φανατικούς "οπαδούς". Προσωπικά πάντως είδα αυτό που περίμενα να δω και ικανοποιήθηκα - και θα χαρώ αν στην κινηματογραφία μας δημιουργηθεί μια "σχολή" Τσιώλη.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 06, 2010

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2009-2010

Έφτασε πάλι αυτό που, μάλλον αυθαίρετα τελικά, χαρακτηρίζουμε σαν "τέλος σεζόν" και αρχή της επόμενης. Οπότε οι απολογισμοί είναι αναπόφευκτοι. Ξεχωρίζουμε λοιπόν τα καλύτερα της περιόδου 2009-2010 με τους γνωστούς κανόνες που έχει θεσπίσει το μπλογκ παλαιόθεν:
Α. Ως "σεζόν" θεωρείται η περίοδος που ξεκινά από 1 Σεπτέμβρη του 2009 και λήγει στις 31 Αυγούστου του 2010.
Β. Οι 10 καλύτερες ταινίες παρατίθενται ΟΧΙ με αξιολογική σειρά, αλλά αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη. Έχω πολλές φορές πει ότι μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάθε λογής "καλύτερο", πολύ περισσότερο δε να αποφασίσω ποια ταινία (ή βιβλίο ή δίσκος ή κόμικς ή οτιδήποτε άλλο) βρίσκεται π.χ. στο νο 8 και ποια στο νο 9. Έτσι έχουμε τις 10 καλύτερες γενικά (κι αυτές με βαρειά καρδιά) και άλλες 10 που ξεχώρισαν (μερικές από τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα) - κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε.
Γ. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες, κλασικές ως επί το πλείστον, που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή. "Το Φάντασμα της Ελευθερίας" ή "Ο Μεγάλος Ύπνος", ας πούμε, είναι σαφώς εκτός συναγωνισμού.
Πάμε λοιπόν. Οι 10 καλύτερες:
- Το Μυστικό στα Μάτια της / Juan Jose Campanella
- Δίψα / Chan-wook Parc
- Up / Pete Docter, Bob Peterson
- Mary and Max / Adam Elliot
- Λευκή Κορδέλα / Michael Haneke
- Στρέλλα / Πάνος Κούτρας
- Κυνόδοντας / Γιώργος Λάνθιμος
- Αόρατος Συγγραφέας / Roman Polanski
- Το Νησί των Καταραμένων / Martin Scorseze
- Kick Ass / Matthew Vaughan

Ακολουθούν οι επόμενες 10 που ξεχώρισαν (πάντα όχι αξιολογικά, αλλά εξ ίσου αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη):

- Soul Kitchen / Fatih Akin
- Ραγισμένες Αγκαλιές / Pedro Almodovar
- Fantastic Mr Fox / Wes Anderson
- District 9 / Neil Blomkamp
- Avatar / James Cameron (μόνο για το οπτικό του μέρος)
- Moon / Dunkan Jones
- Lebanon / Samuel Maoz
- Το Κορίτσι με το Τατουάζ / Neils Arden Oplev
- Up in the Air / Jason Reitman
- Toy Story 3 / Lee Unkrich

Βάλτε κι από κοντά τα "Τι απέγινε η Έλι", το "Κι αν σου Κάτσει;" του Woody Allen και το "Where the Wild Things Are" του Spike Jonze και έχετε πλήρεις τις προτιμήσεις μου.
Πρέπει να πω ότι φέτος, λόγω μανιακής παρακολούθησης παλιών ταινιών που ξαναβγαίνανε στα σινεμά (σαν την μεγάλη οθόνη τίποτα), πρόλαβα κάπως λιγότερες από τις καινούριες ταινίες, οπότε συγχωρείστε κάποιες πιθανές παραλείψεις. Και τι άλλο; Φυσικά η πληθώρα κάθε λογής animation στις λίστες με τα καλύτερα. Ε, ναι, νομίζω ότι το animation περνά μια από τις καλύτερες περιόδους της ιστορίας του και φυσικά παίζει επί ισοις όροις με τις "κανονικές" ταινίες.
Αυτά. Κάθε αντίρρηση ή/και διαφωνία εκ των προτέρων δεκτή. Αυτό μας έλειπε, να έχουμε όλοι τις ίδιες γνώμες.
Καλή κινηματογραφική (και όχι μόνο) χρονιά λοιπόν!

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 03, 2010

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΑΥΤΟΥ ΠΟΥ "ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΓΗ"



"Ο Άνθρωπος που έπεσε στη Γη" είναι πριν απ' όλα η ταινία που θα θυμόμαστε πάντα χάρη στον ταιριαστό σα γάντι πρωταγωνιστικό ρόλο του Ντέιβιντ Μπόουι, που δεν χρειάζεται και πολλά για να υποδυθεί πειστικότατα έναν εξωγήινο. Διότι πρόκειται βεβαίως για την τραγική ιστορία ενός εξωγήινου που έρχεται στη γη αναζητώντας νερό για να σώσει τον πλανήτη του, αλλά... Κι αυτό το "αλλά" είναι όλη η ουσία του φιλμ.
Γυρισμένο το 1976 από τον Nicolas Roeg, αποτελεί και μια από τις σημαντικότερες ταινίες του ενδιαφέροντα αυτού σκηνοθέτη. Με ελλειπτικό τρόπο αφήγησης, ο Ρεγκ διηγείται την αρχική επιτυχία και τη βαθμιαία πτώση του ήρωά του καταφέρνοντας να μας συγκινήσει. Πέραν της ελλειπτικότητας που προαναφέραμε, χαρακτηριστικό της ταινίας είναι και το ιδιόρυθμο μοντάζ, που μπορεί να παρακολουθεί δύο ή και τρία γεγονότα να εξελίσσονται ταυτόχρονα σε διαφορετικούς χώρους, ενώ παίζει με την αίσθηση του χρόνου. Όλα αυτά βέβαια αποτελούν σήμα κατατεθέν του Ρεγκ, που τα έχει χρησιμοποιήσει και στο "Don't Look Now".
Νομίζω ότι το νόημα του φιλμ βρίσκεται στην κατάδειξη της ανθρώπινης βλακείας, απληστίας και μιζέριας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δεχτούν το ξένο, κάτι που δεν καταλαβαίνουν και που εμφανώς τους ξεπερνά. Πρόκειται για αρχέγονο φόβο, για κάτι σα ζήλεια, για απληστία ή συνδυασμούς όλων αυτών και, πολύ πιθανόν, και άλλων αρνητικών στοιχείων της ανθρώπινης φύσης; Πάντως η επίδρασή τους στον αθώο ήρωα είναι καταστροφική. Ταυτόχρονα μπορώ να "διαβάσω" την ταινία και σαν μια αλληγορία της ανθρώπινης ζωής, που ξεκινά με ελπίδες, όνειρα και στόχους και σιγά - σιγά, με τα χρόνια, όλα αυτά ξεχνιούνται καθώς βυθιζόματε στη ρουτίνα της καθημερινότητας, το βόλεμα ή (όπως εδώ) σε εθισμούς.
Ας προειδοποιήσω ότι, παρά το ότι βρισκόμαστε σαφώς στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, η ταινία δεν διαθέτει ούτε εντυπωσιακά εφέ (εκτός από σπάνιες εμφανίσεις της αληθινής μορφής των εξωγήινων), ούτε διαστημόπλοια ούτε συνεχή δράση. Οι ρυθμοί είναι μάλλον χαλαροί και παίρνει λίγη ώρα μέχρι να αντιληφτεί ο θεατής το πέρασμα μεγάλων χρονικών διαστημάτων στην ιστορία. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιδιότυπη επιστημονική φαντασία, σε μια σινεφίλ ταινία, με τους όρους και το στιλ του Ρεγκ. Αυτά για να μην περιμένετε Πόλεμους των Άστρων. Προσωπικά πάντως πρόκειται για ταινία που εκτιμώ πολύ.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 02, 2010

ΣΤΟΥΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΥΣ ΤΟΥ "INCEPTION"


Με το "Inception" του 2010 ο Christopher Nolan επιβεβαιώνει ότι είναι από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους σκηνοθέτες. Αυτή τη φορά βουτά στην καρδιά του κυβερνοπάνκ, όπως τουλάχιστον το επινόησε ο William Gibson, μόνο που τη θέση των υπολογιστών παίρνουν εδώ τα όνειρα. Από την άλλη η διφορούμενη / αμφισβητήσιμη φύση της πραγματικότητας, που πάνω σ' αυτή χτίζεται όλο το σενάριο, χρωστά πολλά στον Philip Dick. Όλα αυτά βέβαια ντύνονται με ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό περιτύλιγμα, με ιλιγγιώδη εφφέ, δυνατές εικόνες και μπόλικα κυνηγητά και, γενικότερα, δράση.
Οι ριψοκίνδυνοι "Συλλέκτες" της ταινίας εισχωρούν στα όνειρα των στόχων τους - άρα και στο υποσυνείδητό τους - για να αποσπάσουν μυστικά και πολύτιμες πληροφορίες. Και εκεί αντιμετωπίζουν και πλήθος κινδύνων από τις άμυνες που δημιουργεί το υποσυνείδητο όταν νοιώθει ότι παραβιάζεται. Όλα αυτά συνυπάρχουν με μια αφήγηση που κυλά σε τρία επίπεδα, με διαφορετικές ταχύτητες στο καθένα, κάνοντας τα πράγματα αρκετά πολύπλοκα. Έτσι, ψυχανάλυση, προσωπικά τραύματα και φαντάσματα, αναμνήσεις και φαντασία και πολλά άλλα μπερδεύονται κάνοντας αρκετούς θεατές να χαθούν κάπως στη δαιδαλώδη και πολυεπίπεδη αφήγηση.
Γενικά, παρά το προφανώς εντυπωσικό οπτικό μέρος και το πλήθος ιδεών με μεγάλο ενδιαφέρον, βρήκα το φιλμ κάπως βαρυφορτωμένο και, ίσως, υπέρ το δέον πολύπλοκο. Γενικά είχα την αίσθηση πληθώρας ιδεών που δεν αναπτύσσονται όσο πρέπει, που κάθε μια τους θα μπορούσε ίσως να αποτελεί θέμα άλλης, αυτόνομης ταινίας. Την ίδια αίσθηση την είχα και στο προηγούμενο φιλμ του Nolan, το θαυμάσιο "Dark Knight". Κι αν θυμηθούμε και την προϊστορία του σε ταινίες όπως το "Memento" ή το "Prestige", έ, έχω την αίσθηση ότι ο Νόλαν δίχως πολυπλοκότητα δεν μπορεί. Ας προσέξει όμως να τιθασεύσει την οργιαστική του φαντασία, γιατί πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος του αχταρμά (που μέχρι στιγμής έχει αποφύγει, παρά τις συχνά ανολοκλήρωτες υποπλοκές).
Θα μπορούσα να γκρινιάξω λίγο και για τα πολλά κυνηγητά, πιστολίδια και κλωτσοπατινάδες, που θα μπορούσαν να είναι λιγότερες όταν έχουμε να κάνουμε με σοβαρά και άκρως ενδιαφέροντα θέματα όπως εδώ. Τι να κάνουμε όμως; Αφού αυτά είναι απαραίτητα στοιχεία της εμπορικής επιτυχίας; Και, βέβαια, το "Inception" τον στόχο αυτόν τον πέτυχε απόλυτα.
Ο Ντι Κάπριο, από την άλλη, παίζει ένα ρόλο που μοιάζει πολύ με τον αμέσως προηγούμενό του, στο "Shutter Island" του Σκορσέζε. Αμφότερους πάντως τους βρήκα πολύ καλούς.
Γενικά το βρήκα χορταστικό, πολύ ενδιαφέρον... και κάπως βαρυφορτωμένο. Μακάρι όμως να κάνουν τόσο μεγάλη επιτυχία τόσο ενδιαφέρουσες ταινίες.

Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010

ΒΛΕΠΩ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΙΕΜΑΙ


Ίσως μια ταινία όπως το "Βλέπω το θάνατό σου" (Final Destination), που γύρισε το 2000 ο ούτως ή άλλως μέτριος James Wong (έχετε προσέξει ότι το "μέτριος" είναι πλέον, εδώ και πολλά χρόνια, ευφημισμός του "κακός";), να είναι χαρακτηριστική της παρακμής του σινεμά τρόμου της εποχής μας. Βασίζεται σε μια πρωτότυπη σχετικά ιδέα - κι αυτή πάντως, κατά τη γνώμη μου, τραβηγμένη απ' τα μαλλιά - κι από εκεί και πέρα η ίδια ακριβώς ιστορία επαναλαμβάνεται σε διάφορες ανέμπνευστες παραλλαγές μέχρι τελικής πτώσης.
Η παρέα των κλασικών αμερικάνων τινέιτζερς αρχικά σώζεται χάρη στις ιδιαίτερες δυνάμεις που διαθέτει ένα μέλος της και προβλέπει την πτώση του αεροπλάνου στο οποίο θα επέβαιναν και στη συνέχεια εξοντώνεται σιγά - σιγά (πρωτότυπο), επειδή... ο Θάνατος έχει συγκεκριμένο σχέδιο και αν κάποιος του το χαλάσει (με μια μη αναμενόμενη πρόβλεψη ας πούμε) "παίρνει το αίμα του πίσω" και μάλιστα με συγκεκριμένη σειρά, βάσει του αρχικού σχεδίου! Συγχωρείστε με, αλλά το βρίσκω λιγάκι χαζό. Και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, το παιχνίδι έχει και κανόνες, ώστε αν τη σκαπουλάρει όποιος έχει σειρά, πάμε στον επόμενο παίχτη κλπ. Επινοεί και διάφρες πολύπλοκες μεθόδους για εξόντωση, όπως φυσά - αέρας - κουνά - ξυλαράκι - που - πέφτει - σε - καλώδιο - που - ηλεκτρίζει - χυμένο - νερό και άλλα τέτοια. Και το χειρότερο είναι, όπως είπα και στην αρχή, ότι αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Τελικά το μόνο ενδιαφέρον είναι να στοιχηματίζει κανείς ποιος θα πεθάνει και οιος θα τη γλυτώσει (αν τη γλυτώσει) από την παρέα.
Η σκηνοθεσία δεν διαθέτει καμιά πρωτοτυπία, το σενάριο μπάζει από παντού (αλήθεια, όλοι αυτοί οι έφηβοι δεν έχουν γονείς, που, φυσιολογικά, μετά τόσες σφαγές, θα έπρεπε να εμπλακούν κάπως στην υπόθεση; Πώς γίνεται να τα κάνουν όλα μόνοι τους δίχως την παραμικρή σχεδόν παρουσία μεγάλων εκτός από κάποιους πράκτορες του FBI;), σε καμιά σχεδόν στιγμή δεν τρόμαξα (που, φυσικά, είναι ζητούμενο για το είδος), όσο για ατμόσφαιρα... ούτε να το συζητάτε.
Φυσικά αυτά όλα δεν εμπόδισαν το φιλμ να γνωρίσει επιτυχία, αν κρίνω τουλάχιστον από τις τρεις (!!!) συνέχειες που ακολούθησαν. Αν βαρέθηκα τόσο βλέποντας την πρωτότυπη ταινία, δεν μπορώ να διανοηθώ τι θα τραβούσα στα σίκουελ...

Πέμπτη, Αυγούστου 26, 2010

Η ΜΠΟΝΙ, Ο ΚΛΑΪΝΤ ΚΑΙ Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Βρισκόμαστε στα 1967 όταν ο σημαντικός αμερικανός σκηνοθέτης Arthur Penn γυρίζει μια από τις εμβληματικότερες ταινίες για την παραβατικότητα, το περίφημο Bonnie and Clyde. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως γκαγκστερική ταινία, νομίζω όμως ότι η ουσία βρίσκεται αλλού.
Εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Αμερική, γύρω στο 1930 δηλαδή, και το ομώνυμο ζεύγος γνωρίζεται, ερωτεύεται κεραυνοβόλα και ξεκινά αμέσως τη θρυλική εγκληματική του καριέρα ληστεύοντας τράπεζες και, πού και πού, όταν χρειάζεται, σκοτώνοντας και κανέναν απ’ αυτούς που είχαν την ατυχία να τις υπερασπίσουν. Εκείνος διαθέτει εγκληματική προϊστορία και έχει μόλις αποφυλακιστεί. Εκείνη είναι μια συνηθισμένη κοπέλα από την επαρχία, που το μίζερο περιβάλλον της την πνίγει και ξέρει ότι αυτό που θα χαρακτηρίσει την υπόλοιπη ζωή της είναι η πλήξη, οπότε αρπάζει την πρώτη ευκαιρία που της δίνεται για κάτι πιο ενδιαφέρον.
Πέρα από τη δράση, τις περιπέτειες του ζεύγους, τα πάνω και τα κάτω τους, το φιλμ διαποτίζεται από έναν διάχυτο ρομαντισμό, καθώς ο έρωτάς τους μοιάζει να αντέχει σε οποιαδήποτε δοκιμασία. Ταυτόχρονα όμως, το ρομαντικό, ή μάλλον το «μάτσο» στοιχείο που θα μπορούσε να είναι κυρίαρχο στον αρρενωπό Γουόρεν Μπίτι, υπονομεύεται εκ των έσω καθώς ο τελευταίος είναι ανίκανος. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με έναν απόλυτο αλλά πέρα για πέρα παράδοξο έρωτα. Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο για μένα είναι ότι πρόκειται για μια από τις πρώτες ταινίες που τάσσονται σαφώς υπέρ της «παρανομίας», με την έννοια ότι ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα με το ζεύγος των παρανόμων, που δείχνονται συμπαθείς, πανέμορφοι, ερωτευμένοι, με έναν ιδιόρρυθμο ρομαντισμό – αντίθετα από τον αντιπαθέστατο διώκτη τους. Επίσης η Μπόνι, με την παράδοξη για την εποχή συμπεριφορά της, ακόμα και με τον τρόπο που ντύνεται, αποτελεί ένα είδος προδρόμου των φεμινιστριών. Και επί πλέον υπάρχουν και αρκετές νύξεις για το πολιτικοκοινωνικό υπόβαθρο της στάσης τους: Γιατί να σεβαστούμε τις τράπεζες και τους νόμους τους, όταν εμείς θα είμαστε μια ζωή – κι αυτό είναι προκαθορισμένο – «απ’ έξω» δίχως ουσιαστικά να φταίμε σε τίποτα; Το στοιχείο αυτό τονίζεται και με τη συχνή, αν και διακριτική, κατάδειξη της κοινωνικής εξαθλίωσης που επικρατούσε στην εποχή, με τα καραβάνια των άνεργων και πάμφτωχων οικογενειών, την πνιγηρή, επαρχιακή μιζέρια και άλλα σχετικά. Πολλά απ’ αυτά, φοβάμαι, θυμίζουν έντονα τη σημερινή εποχή.
Το τέλος είναι κι αυτό προκαθορισμένο, το αντιλαμβανόμαστε από την αρχή, τονίζοντας έτσι τον αυτοκαταστροφικό, μηδενιστικό ίσως ρομαντισμό που ανέφερα πριν. Η Φέι Νταναγουέι και ο Γουόρεν Μπίτι βρίσκονται στη μεγάλη ακμή τους, πράγμα που φυσικά προσθέτει στη γοητεία του φιλμ, ενώ η δράση και το σασπένς είναι αρκετά έντονα. Με άλλα η λόγια, δείτε το αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Κυριακή, Αυγούστου 08, 2010

ΚΑΛΕΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ


Είναι η εποχή που το blog πάει για βουτιές. Αν τύχει εκεί (στο βυθό) να δει και καμιά ταινία, μπορεί και να γράψει κανένα αλμυρό ποστ. Αν πάλι όχι, ραντεβού τον Σεπτέμβριο (ή κάπου εκεί γύρω) και καλές παραλίες σε όλους! (άντε, και καλά βουνά για τους πιο λίγους).

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΕΦΗΒΕΙΕΣ ΣΤΟ "GHOST WORLD"


Το "Ghost World" του εξαιρετικού, αλλά δυστυχώς σπανίως εμφανιζόμενου, Terry Zwigoff γυρίστηκε το 2001 και είναι μια από τις αγαπημένες μου ταινίες των 00ς (έτσι δεν τα λένε;). Κατ' αρχάς μην παραπλανηθείτε από τον τίτλο. ΔΕΝ πρόκειται για ταινία τρόμου. Καμία σχέση. Το φιλμ παρακολουθεί την πορεία δύο έφηβων φιλενάδων, από τη μέρα που αποφοιτούν από το σχολείο και αποφασίζουν να συγκατοικήσουν, μέχρι... Αλλά αφήνω το "μέχρι" σε σας. Μόνο που τα δύο κορίτσια της ταινίας δεν είναι ο συνηθισμένος τύπος αμερικανίδων τινέιτζερς. Αμφισβητούν και σαρκάζουν κάθε καθιερωμένο πρότυπο, σιχαίνονται το περιβάλλον τους, την πόλη τους, τους συμβατικούς ανθρώπους και καταστάσεις, το μέλλον που - σύμφωνα με τον μέσο όρο - τις περιμένει, γοητεύονται από παράξενα πράγματα, ψάχνουν για διαφορετικούς τύπους. Και κάποτε πέφτουν σ' έναν από τους χαρακτηριστικότερους τέτοιους: Τον "σπασίκλα", ακοινώνητο, αλλά και εξαιρετικά συμπαθητικό Στιβ Μπουσέμι σ ' έναν από τους καλύτερους ρόλους του), που ενδιαφέρεται μόνο για τη συλλογή παλιών δίσκων και έχει ξεχάσει προ πολλού να ζει. Τι θα γίνει μετά και ποιο είναι το μέλλον της σχέσης των δύο κοριτσιών;
Ταινία με ιδιαίτερο στιλ, που περιγράφει με χιούμορ, αλλά και έντονη μελαγχολία, την αβέβαιη μοίρα των "διαφορετικών" ανθρώπων μέσα σ' ένα συμβατικό, και συχνά ασφυκτικό, περιβάλλον, μιλά για τα προβλήματα και τις παραξενιές της εφηβείας και για τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων (που γίνονται ακόμα πιο δύσκολες όταν πρόκειται για τους "διαφορετικούς" τύπους που λέγαμε), εκπέμπει μια έντονη γοητεία και μπορεί κανείς από τις πρώτες σκηνές να καταλάβει γιατί πρόκειται για ένα cult φιλμ. Βασισμένο πιστά στο ομώνυμο κόμικς του Dan Clowes, έχει την ικανότητα να σε κάνει να γελάς, αλλά και να δακρύζεις, ενώ παράξενες, ξεχασμένες μουσικές από δίσκους γραμμοφώνου συμβάλλουν στη δημιουργίας νοσταλγικής και γοητευτικής ατμόσφαιρας. Σ΄όλα αυτά προσθέστε και μία από τις πρώτες εμφανίσεις της Σκάρλετ Γιόχανσον σε πολύ νεαρή ηλικία και έχετε όλα τα στοιχεία της απόλυτα cult ταινίας. Αν αγνοείτε το όχι και τόσο γνωστό αυτό φιλμ και ψάχνετε για κάτι διαφορετικό και ανεξάρτητο, θα σας το συνιστούσα ανεπιφύλακτα.

Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2010

O "ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΡΟΣ" ΚΑΙ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΚΙΤΟΝ


Ο Μπάστερ Κίτον θεωρείται, μαζί με τον Τσάπλιν, οι σπουδαιότεροι ίσως κωμικοί του βωβού. Μια χαρακτηριστική ταινία του, που γυρίζεται το 1924 από τον Donald Crisp (1882-1974) και τον ίδιο τον Buster Keaton (1895-1966), είναι το “Navigator” (Ο Θαλασσοπόρος), που σε αρκετά σημεία της παραμένει αστεία μέχρι τις μέρες μας.
Ο Κίτον παίζει εδώ το κακομαθημένο νεα19ρό πλουσιόπαιδο, που, από μια σειρά συμπτώσεων, βρίσκεται πάνω στο ομώνυμο πλοίο που πλέει ακυβέρνητο, με μοναδική συνεπιβάτιδα μια εξ ίσου πλούσια και άσχετη με οτιδήποτε πρακτικό κοπέλα, η οποία μόλις την προηγούμενη μέρα είχε αρνηθεί την πρόταση γάμου του ήρωα. Υπάρχουν μερικές ξεκαρδιστικές σκηνές στην αρχή (όταν ακόμα βρίσκονται στη στεριά), αλλά κυρίως όταν μένουν μόνοι τους στο μεγάλο πλοίο: Όντας παντελώς άχετοι και οι δύο, προσπαθούν να μαγειρέψουν με κωμικά αποτελέσματα και, στη συνέχεια, τη νύχτα, τα πάντα συνωμοτούν ώστε να νομίζουν ότι το πλοίο είναι στοιχειωμένο. Τα πράγματα θα γίνουν πιο περίπλοκα (και αστεία φυσικά), όταν θα ναυαγήσουν σ’ ένα νησί με κανίβαλους.
Το φιλμ, που έχει τη, συνηθισμένη για την εποχή, διάρκεια των 50 και κάτι λεπτών, περιλαμβάνει πολλά γκαγκς. Κάποια μάλιστα απ' αυτά είναι εντυπωσιακά για την εποχή, αφού είναι γυρισμένα στο βυθό (!), με τον Κίτον, με στολή δύτη, να ξιφομαχεί με έναν… ξιφία και άλλα σχετικά. Πολλές από τις καταστάσεις βασίζονται σε εξωφρενικές συμπτώσεις, πράγμα επίσης συνηθισμένο στις κωμωδίες της εποχής. Φυσικά σε ολόκληρο το φιλμ ο μεγάλος κωμικός παραμένει με το πρόσωπο ανέκφραστο, σχεδόν ψυχρό, παρά τα όσα του συμβαίνουν και, εννοείται, δεν χαμογελά ποτέ. Τα στοιχεία αυτά τα διατήρησε σε ολόκληρη την καριέρα του και σφράγισαν κυριολεκτικά την χαρακτηριστική κινηματογραφική περσόνα που δημιούργησε.
Αν σας αρέσουν οι παλιές, βουβές κωμωδίες, τόσο βασικές στην ιστορία του κινηματογράφου, νομίζω ότι πρέπει να δείτε αυτό το φιλμ (και, φυσικά, και τα υπόλοιπα μεγάλα του μοναδικού Buster Keaton.

Τετάρτη, Αυγούστου 04, 2010

ΠΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΒΑΡΕΘΕΙΣ ΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΕ "PERMANENT VACATIONS";


Είχα γράψει παλιότερα ότι μου αρέσουν όλες οι ταινίες του Jim Jarmusch εκτός από το "Limits of Control". Βιάστηκα, διότι δεν είχα δει την πρώτη του, το "Permanent Vacations", που γύρισε το 1980. Μ' αυτήν εγιναν δύο οι ταινίες του που βαριέμαι.
Βεβαίως το "Permanent Vacations" έχει όσες δικαιολογίες θέλετε. Είναι πρώτη ταινία ενός 27χρονου τότε άπειρου σκηνοθέτη, χωρίς καθόλου προϋπολογισμό, καθαρά ανεξάρτητη. Ο Τζάρμους θέλει να είναι μοντέρνος, να δώσει το στίγμα του και, όπως θα πω παρακάτω, το καταφέρνει μια χαρά. Νομίζω ότι κι αυτό το, για μένα τουλάχιστον, απόλυτα βαρετό φιλμ φέρει ξεκάθαρα τη σφραγίδα του, τους προβληματισμούς του, τη στάση ζωής που υιοθετεί. Αν ήταν και λιγάκι πιο ενδιαφέρον...
Η ταινία παρακολουθεί έναν νεαρό που ζει σα να βρίσκεται σε "συνεχείς διακοπές". Θέλει να είναι ένας τουρίστας στη ζωή, αγαπά την περιπλάνηση, αρνείται να βολευτεί σ' ένα μέρος, σε μια σχέση, σε μια δουλειά. Όλα αυτά ακούγονται ενδιαφέροντα. Ο Τζάρμους όμως οδηγεί τα πράγματα στο άκρο άωτο του μινιμαλισμού, του σχεδόν τίποτα. Ατέλειωτα πλάνα όπου ο ήρωας απλώς περπατά ή κάθεται ή ρεμβάζει ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων με έκαναν να βαρεθώ βαθύτατα, περισσότερο, φοβάμαι, απ' όσο βαριέται την κάθε είδους μονιμότητα ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Μεγάλοι, νεκροί φιλμικοί χρόνοι, ελάχιστοι διάλογοι, ελάχιστα πράγματα που συμβαίνουν πού και πού... Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να θέλει απεγνωσμένα να καταφύγει στο fast forward.
Το ενδιαφέρον, όπως σας είπα, είναι όλα αυτά εξακολουθούν να έχουν (ή μάλλον εμφανίζουν για πρώτη φορά) ψήγματα από τη γοητεία των ταινιών του δημιουργού, που θα φαινόταν στα επόμενα χρόνια. Καταλαβαίνεις ότι εδώ έχεις να κάνεις με μια προσωπική γραφή, με ένα πολύ ιδιαίτερο στιλ, με έναν ξεχωριστό δημιουργό. Ο μινιμαλισμός, οι μοναχικοί ήρωες που αφήνονται να παρασυρθούν από ό,τι βρουν μπροστά τους, οι "τουρίστες στη ζωή", οι σποραδικές έξυπνες σκηνές, η έλλειψη δράσης, είναι χαρακτηριστικά όλου του τόσο ιδιόρυθμου στιλ του. Μόνο που εδώ, που εμφανίζονται για πρώτη φορά, γίνονται, κατά τη γνώμη μου, πιο άτεχνα, πιο μακρόσυρτα και, τελικά, πολύ πιο βαρετά.
Τέλος πάντων, έγραψα και στην αρχή ότι πρόκειται για πρωτόλειο. Γι' αυτό μπορώ να το συγχωρήσω και να το θεωρήσω απλώς μια άτεχνη εισαγωγή στο έργο ενός δημιουργού που αγαπώ πολύ.

Τρίτη, Αυγούστου 03, 2010

Ο ΜΠΕΡΝΙ ΝΕΚΡΟΣ


Υπάρχουν μερικές κωμωδίες που, απλώς, είναι διασκεδαστικές - και ενίοτε έξυπνες - και μέχρι εκεί. Κοινώς περνάς δύο ευχάριστες ώρες. Σ΄αυτή την κατηγορία θα κατέτασα το "Τρελό Γουίκεντ στου Μπέρνι" (Weekend at Bernie's) που γύρισε το 1989 ο Ted Kotcheff. Μόνο που η συγκεκριμένη κωμωδία διαθέτει στον πυρήνα της μια πολύ έξυπνη ιδέα που μάλλον τη μετατρέπει σε μαύρη κωμωδία.
Όταν δύο νεαροί, επίδοξοι γιάπηδες, αφανείς υπάλληλοι μεγάλης εταιρίας, καλούνται να περάσουν ένα οργιαστικό γουίκεντ στο πολυτελέστατο παραθαλάσιο σπίτι του αφεντικού τους Μπέρνι, διαπιστώνουν ότι ο τελευταίος έχει δολοφονηθεί. Από το σημείο αυτό και πέρα πρωταγωνιστής του φιλμ γίνεται το πτώμα, το οποίο περιφέρεται όλο το σαββατοκύριακο από πάρτι σε παραλίες και από μπαρ σε θαλάσσια σπορ από τους δύο νεαρούς, καθώς οι τελευταίοι φοβούνται ότι θα μπλέξουν αν αποκαλύψουν ότι ο δημοφιλέστατος Μπέρνι είναι νεκρός.
Χαρακτηριστική 80ς ευδαιμονία και ξενοιασιά, όταν ακόμα η σφοδρή επιθυμία να γίνεις γιάπι είναι απόλυτα αποδεκτή, όταν η εταιρία στην οποία δουλεύεις γίνεται δεύτερο σπίτι σου, όταν η κρίση βρίσκεται ακόμα πολύ πολύ μακριά... Πλην όμως το φιλμ ρίχνει και μια σκοτεινή σκιά σ' ολα αυτά, αφού μιλά και για τη βρώμικη πλευρά όλου αυτού του πλούτου και της ξενοιασιάς. Κατά τα άλλα, οι σεναριακές απιθανότητες (και τα κλισέ) υπάρχουν, αλλά, ειλικρινά, δεν με πείραξαν και τόσο, αφού υπάρχουν στο πλαίσιο μιας συνολικά τρελής κωμωδίας, που δεν παίρνεις και πολύ - πολύ στα σοβαρά. Έτσι κρατώ την έξυπνη ιδέα, της οποίας βέβαια η εκτέλεση θα μπορούσε να είναι και καλύτερη, και δηλώνω τελικά ότι πέρασα δύο ευχάριστες ώρες. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Δευτέρα, Αυγούστου 02, 2010

ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ


Ας αρχίσω απο μερικές γενικές παρατηρήσεις, που νομίζω ότι κάπου έχω ξαναγράψει: Το αμερικάνικο μιούζικαλ είναι ένα ιδιόρυθμο είδος, με δική του αισθητική και κανόνες. Όπως όλα τα είδη ή το αγαπάς ή το μισείς. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που ουσιαστικά έχει εκλείψει σαν είδος (εκτός φυσικά από σχετικά σπάνιες εξαιρέσεις), πολύς κόσμος δεν μπορεί να αντέξει τις διαρκείς διακοπές στην αφήγηση για να παρεμβληθούν μουσικοχορευτικά νούμερα, μερικές φορές μάλιστα ψιλοάσχετα με την υπόθεση καθεαυτή. Αλλά είπαμε: Αυτό είναι το στιλ. Αν δεν το αντέχει κανείς, πολύ απά, δεν βλέπει μιούζικαλ.
Για τους υπόλοιπους τώρα, το αριστουργηματικό "Singing in the Rain" (Τραγουδώντας στη βροχή) του 1952 των Stanley Donen και Gene Kelly (1912-1996) είναι σίγουρα ένα αρχετυπικό δείγμα του είδους. Σπάνια το κωμικό στοιχείο, ο κλασικός ρομαντικός έρωτας, τα "κολλητικά" τραγούδια, τα εκπληκτικά χορευτικά, αλλά και η σάτιρα συγκεκριμένων πραγμάτων και καταστάσεων έδεσαν με τόσο απολαυστικό τρόπο, σε ένα τόσο αρμονικό αποτέλεσμα. Φυσικά ο Gene Kelly, ένας από τους δυο-τρεις σημαντικότερους χορευτές ηθοποιούς της οθόνης, είναι η ψυχή του φιλμ, τόσο με τα αέρινα χορευτικά του όσο και με το κωμικό του ταμπεραμέντο.
Αυτό όμως που ξαφνιάζει σήμερα είναι η σάτιρα του ίδιου του Χόλιγουντ και της υποκρισίας του. Βέβαια, για να χρυσώσει το χάπι, αυτή στρέφεται στην κοσμογονική για το σινεμά εποχή της μετάβασης από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο (μετάβαση από την οποία ανλούνται και πολλά από τα αστεία του φιλμ), αλλά το ξεσκέπασμα της υποκρισίας και της ψευτιάς που κρύβονται κάτω τον απαστράπτοντα κόσμο της Μέκκας του σινεμά είναι εντυπωσιακό μέχρι τις μέρες μας. Όσοι βέβαια ξέρουν τις κλασικές ταινίες του είδους, γνωρίζουν ότι συχνά τα μιούζικαλ αυτοαναφέρονται, μιλάνε δηλαδή για το ίδιο το σινεμά, το θέατρο, το Μπρόντγουέι, έχουν συχνά σαν ήρωες σταρ της σκηνής ή του πάλκου και αφηγούνται τις ιστορίες τους άλλοτε με κωμικό κι άλλοτε με δραματικό τρόπο. Συχνά επίσης κάνουν πλάκα με το δίπολο "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης, με πρωταγωνιστές που θέλουν να πάψουν να χορεύουν για να ασχοληθούν με τον Σέξπιρ ή που, τέλος πάντων, ταλανίζονται από παρόμοια διλήμματα. Υπάρχει δηλαδή στους ίδιους τους δημιουργούς των μιούζικαλ η γνώση ότι "εμείς κάνουμε ποπ κουλτούρα και όχι "υψηλή" τέχνη" και, βέβαια, συνήθως επιλέγουν να βγάλουν γέλιο από το δίλημμα αυτό. Έτσι το ότι τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν και εδώ δεν είναι μεν κάτι πρωτότυπο, δίνονται όμως, νομίζω, με πραγματικά άψογο τρόπο. Τόσο ώστε δικαίως το "Singing in the Rain" να θεωρείται ένα από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα μιούζικαλ όλων των εποχών και να κατέχει περίοπτη θέση στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου.
Πέραν από τις αναλύσεις πάντως, θα απολαύσετε θαυμάσια μουσικοχορευτικά κομμάτια (μερικά απ' αυτά ιδιαιτέρως κωμικά), μερικές πολύ αστείες σκηνές και, βέβαια, το κλασικό ομώνυμο νούμερο με τον Κέλι να τραγουδά και να χορεύει στη βροχή. Και, για μένα τουλάχιστον, όλες αυτές οι αρετές δεν έχουν καθόλου ξεθωριάσει μετά από τόσες δεκαετίες. Γι' αυτό άλλωστε και θεωρώ (μαζί με αρκετά εκατομμύρια άλλους στον πλανήτη) την ταινία κλασική.

Παρασκευή, Ιουλίου 30, 2010

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΟΝ ΦΙΛΙΠ ΜΟΡΙΣ


Το μόνο σίγουρο βλέποντας το "I Love you Phillip Morris" (2009) του μέχρι τώρα σεναριακού μόνο δίδυμου Glenn Ficarra και John Requa, είναι ότι τα πράγματα στο σινεμά, ακόμα και στο παραδοσιακά συντηρητικό αμερικάνικο, έχουν πολύ αλλάξει στις μέρες μας. Διότι κάποιες δεκαετίες πριν θα ήταν αδιανόητη η ύπαρξη μιας κωμωδίας (;) με ήρωες ένα απόλυτα, βαθιά ερωτευμένο ζεύγος ανδρών. Το ερωτηματικό δίπλα στην κωμωδία μπαίνει γιατί το φιλμ έχει πολλούς δραματικούς, ακόμα και συγκινητικούς τόνους, ενώ το τέλος πολύ απέχει από εύκολα happy end. Μη νομίζετε όμως ότι όλα είναι ρόδινα. Όπως διάβασα στο Αθηνόραμα η ταινία δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρει διανομή στις ΗΠΑ, που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό τόσο, μα τόσο συντηρητικές...
Από τη μία θαυμάζω λοιπόν την πολύ τολμηρή επιλογή τόσο των δημιουργών όσο και των σταρ - πρωταγωνιστών Τζιμ Κάρεϊ και Γιούαν ΜακΓκρέγκορ (άλλο αδιανόητο για παλιότερες εποχές ήταν να δεχτούν διάσημοι, εμπορικοί ηθοποιοί - ο ένας μάλιστα σούπερ πετυχημένος κωμικός - να ερμηνεύσουν ρόλους γκέι), από την άλλη όμως πρέπει να πω ότι δεν με ενθουσίασε και τόσο η ταινία. Αυτό που πιθανόν αρέσει σε πολλούς, το πέρασμα από το κωμικό στο δραματικό στοιχείο, προσωπικά το βρήκα μάλλον μη ομαλό, δίχως ισορροπία, σα να μην είχαν καταλήξει στο τι ήθελαν να κάνουν οι σκηνοθέτες. Ο παράδοξος χαρακτήρας του βασικού ήρωα, του Κάρεϊ, από την άλλη, μάλλον δεν με έπεισε: Όλη αυτή η ξαφνική δημόσια αποκάλυψη ενός σεβαστού - και μάλιστα χριστιανού - οικογενειάρχη ότι είναι γκέι και η ταυτόχρονη ροπή του προς το συνεχές ψέμα και την απάτη, μου φάνηκε μάλλον κατασκευασμένη. Το ίδιο και η ευκολία με την οποία πείθει τους πάντες. Δεν κατάλαβα δηλαδή πώς μπορεί να προσλαμβάνεσαι τόσο εύκολα σαν διεθυντής (!) σε σούπερ εταιρία και μάλιστα να αυξάνεις στην αρχή και τα κέρδη της, όταν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα απ' όλα αυτά ή, αντίστοιχα, να το παίζεις πετυχημένος δικηγόρος όντας άσχετος. Και - ακόμα κι αν αυτά είναι πταίσματα - δεν είμαι πολύ σίγουρος για το πού στόχευε το φιλμ, εφ' όσον σίγουρα δεν ανήκει σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε "ξεκαρδιστικό", πράγμα που συχνά αποτελεί αυτοσκοπό από μόνο του. Είναι ένας ύμνος στον αιώνιο, ρομαντικό έρωτα, ανατρέποντας όμως ταυτόχρονα κάθε στάνταρ του είδους; Είναι σάτιρα του αμερικάνικου ονείρου ή του πόθου για πλουτισμό με κάθε μέσον; Παίζει με βασικούς θεσμούς όπως η διακαιοσύνη, το σωφρονιστικό σύστημα, οι μεγάλες εταιρίες; Στοχεύει στην πρόκληση για την πρόκληση και μόνο, υιοθετώντας σειρά από ρομαντικά κλισέ, μετατρέποντάς τα όμως σε γκέι; Ή, τι άλλο; Δεν ξέρω, δεν μου φάνηκαν και πολύ ξεκάθαροι οι στόχοι.
Παρ' όλα αυτά το ενδιαφέρον του εγχειρήματος παραμένει νομίζω και μόνο για το τελευταία στοιχεία: Αυτά της πλήρους ανατροπής των ερωτικών - ρομαντικών κλισέ και της συνολικής προκλητικότητας της ταινίας. Δεν την απορρίπτω λοιπόν εντελώς, ούτε όμως και θα μπει στη λίστα με τα αγαπημένα μου.

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010

"ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΜΙΑΣ ΕΥΝΟΜΟΥΜΕΝΗΣ ΧΩΡΑΣ


Έχω κι άλλη φορά γράψει με πολύ καλά λόγια για τον δανό Per Fly, ένα σκηνοθέτη κοινωνικών δραμάτων εκπληκτικής πυκνότητας. Το 2000, πριν κάνει τις γνωστότερες ταινίες του "Ανθρωποκτονία" και "Η Κληρονομιά", γυρίζει "Το Παγκάκι" (The Bench), ένα ακόμη ζοφερό κοινωνικό δράμα φυσικά. Και παρά το ότι ανήκει στην κατηγορία των ταινιών "που κόβεις τις φλέβες σου" (σας προειδοποίησα, έτσι;), την θεωρώ εξαιρετική, όπως και τις άλλες δύο άλλωστε. Αντίθετα μ' αυτές όμως, ο Fly καταπιάνεται εδώ με το κοινωνικό περιθώριο.
Ήρωές του είναι μια ομάδα ανθρώπων που συντηρούνται ουσιαστικά από το κράτος, καθώς δουλεύουν στην καθαριότητα. Ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ένας στρυφνός, ακοινώνητος και πικρόχολος ηλικιωμένος, πρώην μάγειρας, και, κυρίως, "τελειωμένος" αλκοολικός. Κατά τη διάρκεια του φιλμ κατεβάζει απίστευτες ποσότητες οποιουδήποτε ποτού βρει μπροστά του. Ο μοναχικός αυτός άνθρωπος, που δεν διστάζει να τα βάζει δίχως ουσιαστικό λόγο ακόμα και με τους μοναδικούς φίλους του, τους εξ ίσου περιθωριακούς συναδέλφους του δηλαδή, θα βρεθεί ξαφνικά να μένει στο ίδιο άθλιο συγκρότημα πολυκατοικιών με την κόρη του, που έχει εγκαταλείψει πριν 20τόσα χρόνια και δεν έχει δει ποτέ έκτοτε, και τον μικρό γιο της, θύμα κι αυτή ενός βίαιου συζύγου που την κακοποιεί κατ' εξακολούθηση. Τότε μόνο παλιά, ξεχασμένα συναισθήματα, κάπως ανθρώπινα, αρχίζουν να αναδεύονται μέσα του.
Η καταγραφή της ζωής των ανθρώπων αυτών από τον Fly είναι εξαιρετική, όπως καταπληκτικός πραγματικά είναι και ο αλκοολικός πρωταγωνιστής. Εντύπωση προκαλεί η ύπαρξη τόσης μιζέριας σε μια τόσο ευνομούμενη κοινωνία όπως αυτή της Δανίας. Τελικά όλα, μα όλα τα κοινωνικά συστήματα διαθέτουν το εξαθλιωμένο περιθώριό τους. Αλλά η ματιά του σκηνοθέτη εντοπίζει τη δυστυχία και έξω απ' αυτό: Η κόρη δεν είναι περιθωριακή, ανήκει σε μια τυπικά αστική οικογένεια, αντιμετωπίζει όμως κι αυτή στο πρόσωπο του έξαλλου και ζηλιάρη, σχετικά ευκατάστατου κατά τα άλλα, συζύγου της τη δική της προσωπική κόλαση. Η φιγούρα του τρελού μελετητή του Κίρκεγκαρντ, ένοικου κι αυτούβτης πολυκατοικίας, έρχεται να συμπληρώσει τη ζοφερή εικόνα. Παρ' όλα αυτά, ένα σφιχτοδεμένο και δίχως κενά σενάριο, μια διεισδυτική ματιά και μια στιβαρή σκηνοθεσία με κράτησαν απόλυτα. Και, τελικά, διαπιστώνουμε ότι παρά τα φαινόμενα έχουμε να κάνουμε με μια ταινία πλημμυρισμένη από ανθρωπιά, που φτάνει τελικά να μας συγκινήσει βαθιά.
Σας είπα απ' την αρχή: Ο Fly κάνει ζοφερότατα κοινωνικά, "κοψοφλέβικα" δράματα. Είναι όμως ένας πολύ καλός σκηνοθέτης (τουλάχιστον στα 3 φιλμ του που έχω δει). Αν λοιπόν δεν σας πειράζουν τα καθόλου εύκολα και κάθε άλλο παρά εύθυμα θέματά του, σας τον συνιστώ απόλυτα.

Τρίτη, Ιουλίου 27, 2010

ΡΙΦΙΦΙ: Η ΤΕΛΕΙΑ ΛΗΣΤΕΙΑ, ΑΛΛΑ...


Το 1955 ο Jules Dassin (1911-2008) γυρίζει τη γνωστότερη μάλλον ταινία του και συγχρόνως καθιερώνει μια νέα λέξη στα λεξικά: "Ριφιφί" σημαίνει έκτοτε την τέλεια οργανωμένη ληστεία ενός εκ πρώτης όψεως "απόρθητου" στόχου. Και παραμένει ένα άψογο γαλλικό νουάρ, απ' αυτά που φαίνεται ότι δεν θα γεράσουν ποτέ.
Μια ομάδα φίλων κατά βάση, που κανείς δεν είναι διατεθειμένος να προδώσει τους άλλους, σχεδιάζουν μια πανέξυπνη ληστεία κοσμηματοπωλείου κατά τη διάρκεια μιας νύχτας, την εκτελούν κατά γράμμα και... μετά αρχίζουν τα προβλήματα. Πολλά από τα νουάρ στοιχεία είναι παρόντα: Το αστικό τοπίο, νυχτερινό κυρίως, ο υπόκοσμος, η αντρική φιλία, οι γκάνγκστερς, οι γυναίκες (μοιραίες εδώ μόνο κατά μία έννοια)... Αυτό που εντυπωσιάζει και σήμερα είναι το τέλειο timing, το οποίο, εμένα τουλάχιστον, δεν με άφησε να βαρεθώ ούτε στιγμή. Στις ιδιορυθμίες του φιλμ το γεγονός ότι η εκτέλεση της ληστείας δεν αποτελεί την κορύφωσή του, όπως θα περίμενε κανείς. Αντίθετα, συμβαίνει κάπου στα μισά και το σασπένς στη συνέχεια γίνεται ακόμα εντονότερο. Στα αξιοσημείωτα επίσης το οτι ο θεατής ταυτίζεται και συμπάσχει απόλυτα με τους ληστές, αν και προφανώς οι τελευταίοι είναι παράνομοι.
Οι χαρακτήρες δίνονται ανάγλυφα: Από τον βλοσυρό, βασανισμένο "εγκέφαλο" της ληστείας μέχρι τον κομψό, αθεράπευτα γυναικά και μονίμως καλοντυμένο ιταλό. Και οι γυναίκες; Εδώ μπορεί κανείς να διακρίνει έναν έντονο μισογυνισμό, καθώς αυτές αποτελούν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, "γκόμενες" και τίποτα παραπάνω. Είναι όμως ακριβώς έτσι; Αν προσέξουμε καλύτερα θα δούμε ότι μια γυναίκα, η σύζυγος του μοναδικού οικογενειάρχη της παρέας, λέει τις πιο καίριες ίσως ατάκες όλου του φιλμ, που περιέχουν πιθανότατα και τις "θέσεις" του ίδιου του Ντασέν. Είναι όταν επιτέλους κάνει σκληρή κριτική στον άντρα της και, επιτέλους ξανά, λέει το προφανές, που όλοι ξεχνάμε σε όλες τις κατά βάθος "μάτσο" ταινίες του είδους και όχι μόνο (άσχετα αν πολλες απ' αυτές είναι κατά τα άλλα θαυμάσιες ταινίες): Ότι για όσα κακά συμβούν φταίνε οι ίδιοι οι άντρες, αφού επέλεξαν σαν σταδιοδρομία στη ζωή τους το έγκλημα κι όχι τη ζωή εκατομμυρίων άλλων που γεννήθηκαν, σαν τους ίδιους, φτωχοί. Τη βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση που, απ' όσο ξέρω, δεν έχει ξαναγίνει στα νουάρ, όπου η σκληρότητα "κακών" ή ντετέκτιβ ή μπάτσων (που μοιάζουν να αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος) ή η εγκληματικότητα θεωρούνται δεδομένες δίχως να σχολιάζονται.
Άφησα τελευταία την περίφημη σκηνή της ληστείας. Μια εκπληκτική, απόλυτα βουβή σκηνή, δίχως καν μουσική υπόκρουση, που για τα αρκετά λεπτά λεπτά που διαρκεί κρατά κυριολεκτικά τεντωμένα τα νεύρα του θεατή, σχεδόν τον κάνει να μην αναπνέει κι ο ίδιος, καθώς ο παραμικρός θόρυβος μπορεί να αποβεί μοιραίος. Φυσικά πρόκειται για το πρότυπο δεκάδων παρόμοιων σκηνών που ακολούθησαν, από το "Top Kapi" του ίδιου του Ντασέν μέχρι τα διάφορα σύγχρονα Ocean 11, με τους καταιγισμούς λέιζερ και υπολογιστών και σύγχρονης υψηλής τεχνολογίας και όλους τους απίθανους και όλο πιο εξεζητημένους τρόπους που σκαρφίζονται οι σεναριογράφοι για να παρακάμψουν όλα αυτά. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με το αυθεντικό, το real thing. Ίσως και γι' αυτό και μόνο αξίζει μέχρι σήμερα η ταινία (αν και, το είπα, κατά τη γνώμη μου δεν είναι μόνο αυτό).

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2010

Η ΖΩΗ, Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΑ "ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ"


Τα "Κόκκινα Παπούτσια" είναι ένα γνωστό (και λυπητερό) παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Το 1948 το γνωστότερο δίδυμο του βρετανικού σινεμά, οι Michael Powell (1905-1990) και Emeric Pressburger (1902-1988) αποφασίζουν να το μεταφέρουν στην οθόνη. Προσοχή όμως: Καμία (σχεδόν) σχέση με το παραμύθι. Η εποχή είναι σύγχρονη, το περιβάλλον συχνά κοσμοπολίτικο, οι ήρωες καλλιτέχνες. Τα "Κόκκινα Παπούτσια" είναι ένα μπαλέτο, βασισμένο στο μύθο του Άντερσεν, που ανεβάζει ένας διάσημος ρώσος διευθυντής θιάσου, ένα είδος "πεφωτισμένου δικτάτορα" στο χώρο της τέχνης του. Οι υπόλοιποι βασικοί ήρωες είναι ένας συνθέτης και μια χορεύτρια, εξαιρετικά ταλαντούχοι και οι δύο, που ο ίδιος έχει ανακαλύψει και εκτινάξει στα ύψη της διασημότητας. Γύρω τους, τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου: Ενδυματολόγοι, σκηνογράφοι, χορευτές...
Θα νομίζετε ίσως ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν πρόδρομο του "Fame". Χμμμ... Ούτε γι' αυτό ακριβώς πρόκειται. Τα πράγματα εδώ είναι πιο πολύπλοκα (και ενδιαφέροντα). Εδώ το ζήτημα που άμεσα τίθεται είναι η σχέση της τέχνης με την αληθινή ζωή (που συμβολίζεται από τον έρωτα, στη συγκεκριμένη περίπτωση). Πόσες θυσίες μπορεί να κάνει κανείς υπηρετώντας την πρώτη εις βάρος της δεύτερης; Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Μπορεί κανείς να αφιερωθεί απόλυτα στην πρώτη, τελειοποιώντας το ταλέντο του και κερδίζοντας απεριόριστη δόξα και να αντλεί απόλυτη ικανοποίηση απ' αυτό, πληρώνοντας σαν τίμημα την εξ ίσου απόλυτη παραίτηση από την αληθινή ζωή; Ο Λερμόντωφ, ο μυθικός θιασάρχης, τάσσεται απόλυτα με την τέχνη. Ο νεαρός, ταλαντούχος συνθέτης προτιμά τη ζωή. Και η ευαίσθητη, εξ ίσου ταλαντούχα, χορεύτρια τι θα διαλέξει, καθώς συνθλίβεται ανάμεσα στις δυο υπέρτατες αγάπες της ζωής της;
Όμως το φιλμ δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η κατάδειξη όσων συμβαίνουν πίσω από την κλειστή αυλαία, είναι η προετοιμασία ενός μαγικού θεάματος και οι ιστορίες από τα παρασκήνια, είναι οι σχέσεις των μελών ενός θιάσου. Πάνω απ' όλα όμως, ως ένα από τα ωραιότερα "θεάματα μέσα στο θέαμα", στη συγκεκριμένη περίπτωση μπαλέτου μέσα στο σινεμά, είναι η υπέροχη κινηματογράφηση του ίδιου του μπαλέτου που ανεβάζει ο θίασος. Σε μια εκπληκτική 15λεπτη περίπου σκηνή βλέπουμε τα "Κόκκινα Παπούτσια" να ανεβαίνουν στη σκηνή, βλέπουμε τη θεατρική τους απόδοση. Είναι δύσκολο να μη μαγευτεί κανείς απ' αυτό. Είναι η σκηνή που χάρισε στο φιλμ μια θέση ανάμεσα στα κινηματογραφικά αριστουργήματα όλων των εποχών. Θα πρέπει να τονίσουμε όμως κάτι πολύ βασικό κατά τη γνώμη μου: Το δαιμόνιο σκηνοθετικό δίδυμο κινηματογραφεί τη σκηνή αυτή όχι με θεατρικό τρόπο, κάθε άλλο. Ξεφεύγοντας από κάθε πρόθεση ρεαλιστικής καταγραφής μιας χορευτικής παράστασης, χρησιμοποιεί καθαρά κινηματογραφικά μέσα, σπέσιαλ εφέ, παράξενες λήψεις, δείχνοντάς μας μια χορευτική παράσταση που, πολύ απλά, δεν μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα μιας σκηνής, αλλά μόνο στο πανί του σινεμά. Και μόνο γι' αυτό θα άξιζε η ταινία.
Όσο για το στιλ, η κομεντί παντρεύεται με το δράμα, το οποίο, κάπως απροσδόκητα θα λέγαμε, παίρνει όσο προχωράμε το "πάνω χέρι" για να καταλήξει σε μια τραγική κορύφωση. Από τις πιο παράξενες (λόγω ανάμειξης των ειδών) και συγχρόνως μαγικές στιγμές του σινεμά, νομίζω ότι είναι ένα φιλμ που οπωσδήποτε αξίζει να δει κανείς.

Σάββατο, Ιουλίου 24, 2010

Ο ΠΕΠΕ ΚΑΙ Η ΚΑΣΜΠΑ


Το "Pepe le Moko" είναι ένα εξαίρετο γαλλικό νουάρ που γύρισε ο Julien Duvivier (1896-1967) το 1937. Και, ενώ διαθέτει όλα σχεδόν από τα στοιχεία του νουάρ, έχει ένα πολύ ιδιαίτερο άρωμα που το κάνει να ξεχωρίζει από αυτά - ή τουλάχιστον από τα περισσότερα αμερικάνικα. Ο Ζαν Γκαμπέν βρίσκεται εδώ στο ζενίθ της καριέρας του και αποτελεί άλλη μια σίγουρη απόλαυση.
Ο Πεπέ λε Μοκό είναι ένας γνωστός γκάνγκστερ, ειδικευμένος στις ληστείες. Καταζητούμενος παντού, βρίσκει προστασία στο Αλγέρι (θυμίζουμε ότι το 1937 η Αλγερία ήταν ακόμα γαλλική αποικία) και συγκεκριμένα στη θρυλική Κάσμπα (θυμάστε το Rock the Cashba των Clash;), που είναι η αμιγώς αραβική συνοικία της πόλης. Εκεί ζει σαν άρχοντας και είναι απόλυτα ασφαλής, αφού η γειτονιά αυτή είναι κυριολεκτικά άβατο για την αστυνομία και αφού όλοι οι κάτοικοι τον προστατεύουν. Όλα αυτά έως ότου εμφανιστεί η κλασική μοιραία γυναίκα...
Είπαμε ότι ο Γκαμπέν είναι ο πρωταγωνιστής του φιλμ. Στην ουσία όμως ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η ίδια η Κάσμπα. Από την αρχή κιόλας ο ντόπιος αστυνομικός μιλά γι' αυτή τονίζοντας τις ιδιαιτερότητες και το μυστήριό της. Παράλληλα ο φακός μας επιφυλάσσει μια εξαίρετη περιπλάνηση στα στενά σοκάκια της, στα παράξενα μπαρ, στις γυναίκες της, στους ανεξιχνίαστους κατοίκους της. Μας δείχνει έναν αληθινό λαβύρινθο, για εκατοντάδες ταράτσες που επικοινωνούν η μία με την άλλη, για παράδοξα υπόγεια ή καταγώγια, για σκάλες που ανεβοκατεβαίνουν θυμίζοντας πίνακα του Έσερ, μιλά για ένα μέρος που "χωρά 1000 ανθρώπους, αλλά κατοικείται από 40.000". Σπάνια ο κθνηματογράφος συνέλαβε τον εξωτισμό και συγχρόνως το ανησυχητικό (για τα δυτικά μάτια) μυστήριο τόσο καίρια. Η Κάσμπα προστατεύει, αλλά συγχρόνως πνίγει τον Πεπέ, που είναι αδύνατο να βγει απ' αυτήν και νοσταλγεί την πόλη και, πάνω απ' όλα, το Παρίσι, στο οποίο είναι αδύνατο να επιστρέψει δίχως να συλληφτεί άμεσα.
Οι τύποι που περιστοιχίζουν τον Πεπέ, συνεργάτες, καταδότες, απλοί κάτοικοι, ερωμένες, είναι όλοι εξαιρετικοί. Μια αληθινή πινακοθήκη μορφών και χαρακτήρων, που απο μόνη της αποτελεί ατού για το φιλμ. Η σχέση του Πεπέ με τον ντόπιο αρχηγό της αστυνομίας είναι επίσης πολύ ιδιαίτερη. Γνωρίζονται πολύ καλά, κάνουν διαρκώς παρέα, πίνουν και συζητάνε, σέβονται ο ένας τον άλλον, αλλά ο αστυνομικός δηλώνει ξεκάθαρα ότι απώτερος σκοπός του είναι να συλλάβει τον φίλο του, βγάζοντάς τον από την Κάσμπα... Τέλος, ολόκληρο το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από αυθεντική αραβική μουσική της εποχής, εκτελεσμένη, φαντάζομαι, από ντόπιους, που επιτείνει την χαρακτηριστική "εξωτική" ατμόσφαιρα.
Αντιλαμβάνεστε ίσως ότι όλα αυτά συνθέτουν μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, που προσωπικά με εντυπωσίασε. Συγχρόνως αποτελεί και έναν ύμνο στην ελευθερία (θα το καταλάβετε αν μη τι άλλο από το τέλος), ενώ μιλά για τη νοσταλγία για πράγματα που μοιάζουν οριστικά χαμένα και άπιαστα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία θεωρείται κλασική: Το γαλλικό νουάρ στα καλύτερά του!

Παρασκευή, Ιουλίου 23, 2010

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ BARRY LYNDON


Ξέρω πολλούς που θεωρούν το Barry Lyndon, που γύρισε ο μεγάλος Stanley Kubrick (1928-1999) το 1975 σαν την πιο βαρετή του ταινία. Φταίει μάλλον το ότι είναι ταινία εποχής - είδος που έχει φανατικούς εχθρούς, φταίει η τρίωρη διάρκεια, οι μάλλον αργοί ρυθμοί, ο συχνά αντιπαθητικός ήρωας, με τον οποίο δύσκολα ταυτίζεσαι ή, πιθανόν, ο "άχαρος" 18ος αιώνας στον οποίο διαδρματίζεται. Ωστόσο προσωπικά το θεωρώ σαν ένα από τα παραγνωρισμένα του αριστουργήματα.
Βασισμένη σε μυθιστόρημα του Θάκερέι, η ταινία αφηγείται τη ζωή ενός ιρλανδού τυχοδιώκτη, ανήθικου και συναισθηματικά ψυχρού, που μοναδικό στόχο έχει την είσοδό του στην υψηλή κοινωνία και την απόκτηση πλούτου. Η ίδια έλλειψη ηθικής όμως που τον κάνει να πετύχει τον στόχο του, γίνεται αιτία και για την πτώση του. Χωρισμένο σε δύο μέρη (την "άνοδο" και την "πτώση"), με αφήγηση off η οποία παραπέμπει σε γλώσσα και αφηγηματικό ύφος στα μυθιστορήματα της εποχής, αποτελεί μια πλατειά τοιχογραφία της Ευρώπης του 17ου αιώνα. Ως εκ τούτου, είναι λογικό αρκετοί να δηλώσουν "δεν με ενδιαφέρει".
Αυτό όμως που κάνει την ταινία εκπληκτική για μένα είναι κυρίως η απίστευτη εικαστικότητά της. Στον τομέα αυτόν ο Kubrick δημιουργεί ίσως το αριστούργημά του. Τα πλάνα συναγωνίζονται σε ομορφιά το ένα το άλλο, οι εικόνες τής ακόμα ανέγγιχτης ως επί το πλείστον φύσης σου κόβουν την ανάσα, τα εσωτερικά το ίδιο. Συνειδητά τα πλάνα παραπέμπουν σε πίνακες μεγάλων ζωγράφων της εποχής (ο Χόγκαρθ και ο Βατό και αρκετοί τοπιογράφοι είναι κάποιοι από αυτούς που μου έρχονται στο νου). Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο σκηνοθέτης κατέφυγε στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας της εποχής για να φωτογραφίσει τα εσωτερικά του μόνο με φυσικό φως κεριών στα νυχτερινά πλάνα ή φως μέρας που μπαίνει από τα παράθυρα στα ημερήσια. Δίνει έτσι μια ανεπανάληπτη ποιότητα στην εικόνα και, συγχρόνως, μας δίνει μια ιδέα για το τι ακριβώς έβλεπαν οι άνθρωποι πριν την καθιέρωση του τεχνητού φωτισμού. Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς ίσως αυτοί δεν είναι επαρκείς λόγοι, εμένα όμως με καθήλωσαν πραγματικά. Ελάχιστες φορές ο κινηματογραφικός φακός έχει συλλάβει τόση ομορφιά. Επίσης είναι σαφές ότι ο μάλλον όχι σπουδαίος σε συνολική προσφορά Ράιαν Ο'Νιλ ερμηνεύει εδώ τον ρόλο της ζωής του.
Το φιλμ διαθέτει τη συμμετρία που τόσο αγαπά ο Kubrick (θυμηθείτε τη δομή του "Κουρδιστού Πορτοκαλιού" ή του "Μάτια ερμητικά Κλειστά"), με άνοδο στο πρώτο μισό, κορύφωση και "συμμετρική" πτώση στο δεύτερο. Νοηματικά, ίσως πρόκειται για μια καταδίκη της έλλειψης ηθικής, του ανθρώπου - ψυχρού υπολογιστή, της έλλειψης συναισθημάτων. Ο ίδιος ο Kubrick, μιμούμενος ίσως τον χαρακτήρα του ήρωα, κινηματογραφεί με ψυχρό, αποστασιοποιημένο τρόπο, στον οποίο συντελεί τόσο η τελειότητα της εικόνας όσο και η επιτηδευμένη αφήγηση και η ηθελημένη λογοτεχνικότητα. Σας είπα: Ίσως κάτι που προσωπικά μ' αρέσει πολύ κουράσει αρκετούς. Νομίζω όμως ότι κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στην τόση ομορφιά της εικόνας.