Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ "ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ"


Το "City of life and death" (γνωστό και ως "Nankig Nanking") είναι μια κινέζικη ταινία του 2009 του Chuan Lu, η οποία, σαν πρώτη προειδοποίηση, βλέπεται δύσκολα. Όχι επειδή είναι κακή, αλλά επειδή είναι κοντά δυόμιση ώρες, ασπρόμαυρη και, κυρίως, λόγω του εφιαλτικού της θέματος.
Αρχικά όμως λίγη απαραίτητη ιστορία. Το 1937, κατά τη διάρκεια του σινοϊαπωνικού πολέμου, οι γιαπωνέζοι κατέλαβαν μετά από σκληρές μάχες το Νανκίνγκ, τότε πρωτεύουσα της Κίνας. Για αρκετές εβδομάδες που ακολούθησαν επικράτησε η απόλυτη φρίκη. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, τόσο αιχμάλωτοι πολέμου όσο και άμαχοι, σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ (αρκετοί μάλιστα θάφτηκαν ζωντανοί σε ομαδικούς τάφους), γυναίκες βιάστηκαν, πολλές χιλιάδες κλείστηκαν σε φριχτά στρατόπεδα συγκέντρωσης κλπ. Προφανώς οι γιαπωνέζοι δεν γνώριζαν ή δεν αποδέχονταν το λεγόμενο δίκαιο του πολέμου, που, αν μη τι άλλο, απαγορεύει την εκτέλεση αιχμαλώτων και το οποίο σε γενικές γραμμές τηρείται - με κάμποσες εξαιρέσεις φυσικά. Το τεράστιο αυτό έγκλημα είναι πασίγνωστο στους κινέζους (και στους γιαπωνέζους υποθέτω), αλλά σχεδόν άγνωστο στη Δύση.
Φανταστείτε λοιπόν μια σχεδόν τρίωρη ασπρόμαυρη ταινία που καταγράφει, ενίοτε με ντοκιμαντερίστικο τρόπο, τα εφιαλτικά γεγονότα. Το πρώτο μισάωρο περίπου δείχνει τη μάχη για την κατάληψη της πόλης, όπου τίποτα σχεδόν δεν έμεινε όρθιο. Και μόνο αυτό αρκεί για να μισήσει κανείς βαθύτατα τον πόλεμο και την παράνοιά του. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα γίνονται πιο στενόχωρα, δυσβάσταχτα θα έλεγα, καθώς αρχίζει ο εγκλεισμός, οι ταπεινώσεις και βέβαια οι μαζικές εκτελέσεις. Οι ήρωες είναι πολλοί, άλλοι φανταστικοί και άλλοι υπαρκτά πρόσωπα. Ταυτόχρονα με τη γενική κόλαση, παρακολουθούμε και πολλές μικρές ή μεγάλες προσωπικές ιστορίες - οι περισσότερες με τραγική κατάληξη. Αυτό που προκαλεί έκπληξη μάλιστα είναι ότι ένας από τους λίγους "καλούς" στην ιστορία (εκτός από έναν γιαπωνέζο αξιωματικό που έχει τύψεις για όσα συμβαίνουν), είναι ένας ηλικιωμένος ναζί, που για πολλά χρόνια ζούσε και έκανε μπίζνες στην Κίνα, συνεργαζόμενος με πολλους ντόπιους, ο οποίος, μη πιστεύοντας στα μάτια του από τον εφιάλτη που καθημερινά αντίκρυζε, προσπάθησε όσο μπορούσε να σώσει όσο περισσότερους κινέζους ήταν δυνατό (οι γιαπωνέζοι ήταν ήδη σύμμαχοι με τη ναζιστική γερμανική κυβέρνηση, οπότε αυτός είχε πλήρη ελευθερία και δεν τον πείραζε κανείς). Τελικά κατάφερε να σώσει λίγους, ώσπου ανακλήθηκε από την κυβέρνησή του, την οποία είχε επανειλλημένα ειδοποιήσει για τα τραγικά γεγονότα. Χάρη μάλιστα στα απομνημονεύματα του ανθρώπου αυτού, του δρ. Ράμπε, είναι κάπως γνωστή αυτή η φρίκη στη Δύση.
Δυνατή, έως και συγκλονιστική, η ταινία σαν ντοκουμέντο, απόλυτα αντιπολεμική φυσικά, παραμένει όμως δύσκολο να ειδωθεί. Αν επιμένετε... Εγώ πάντως σας προειδοποίησα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2009

ΣΤΗ ΜΑΚΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ 1: "ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΑΣ"


Βρισκόμαστε πίσω, πολύ πίσω, στα 1913, στην αυγή του σινεμά. Ο γάλλος Louis Feuillade (1873-1925), από τους πρώτους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, έχει ήδη στο ενεργητικό του εκατοντάδες (!) ταινίες, μικρού μήκους φυσικά, αφού γυρίζει από το 1906 (και στην εποχή αυτή μπορεί να γύριζαν μία ταινία κάθε 1-2 μέρες). Τότε, στα 1913, γυρίζει τον πρώτο "Φαντομά", με υπότιτλο "Στη σκιά της γκιλοτίνας" (Fantômas - À l'ombre de la guillotine). Εγκαινιάζει έτσι μια σειρά 5 ταινιών με τον σατανικό ήρωα που γνωρίζουν τεράστια επιτυχία και είναι από τα πρώτα κινηματογραφικά "σίριαλ".
Η πρώτη αυτή ταινία διαρκεί 54', διάρκεια που θεωρούνταν μεγάλη για την εποχή. Ο Φαντομάς ήταν ήδη πολύ γνωστός και πετυχημένος ήρωας από μια σειρά βιβλίων των Pierre Souvestre και Marcel Allain του είδους που σήμερα θα αποκαλούσαμε pulp. Η μεταφορά τους στο νεογέννητο λοιπόν σινεμά ήταν θέμα χρόνου.
Ο Φαντομάς είναι ο "αυτοκράτορας του εγκλήματος". Τον κυνηγά μόνιμα ο επιθεωρητής Jouve με βοηθό τον φίλο του δημοσιογράφο Fandor. Στο τέλος όμως πάντοτε καταφέρνει να ξεφεύγει και να συνεχίζει ακάθεκτος την εγκληματική του σταδιοδρομία. Σ' αυτή την πρώτη ταινία, μετά από ληστεία και φόνο ο Φαντομάς έχει συλληφθεί. Λίγο πριν οδηγηθεί στη γκιλοτίνα όμως, καταφέρνει να δραπετεύσει αφήνοντας στη θέση του έναν σωσία του ηθοποιό, ο οποίος ενσαρκώνει ακριβώς τον Φαντομά στο θέατρο.
Φυσικά η ταινία απευθύνεται μόνο στους "αρχαιολόγους" του σινεμά, για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του. Ωστόσο ο Feuillade είναι καλός σκηνοθέτης, ένας από τους πρώτους σημαντικούς στην ιστορία, ξέρει να αφηγείται και διατηρεί μέχρι σήμερα έναν στρωτό ρυθμό (στην εποχή του θεωρούνταν ότι διέθετε μεγάλο σασπένς). Αυτό που μέχρι τις μέρες μας προκαλεί εντύπωση είναι ο χαρακτήρας του Φαντομά. Δεν είναι ο αριστοκρατικός, γοητευτικός κακός, όπως ο Αρσέν Λουπέν. Ο Φαντομάς είναι ένας αληθινός άγριος εγκληματίας που δολοφονεί ανύποπτες γυναίκες, απαγάγει και στραγγαλίζει πλούσιους, κάνει ληστείες και κλοπές και δεν διστάζει να κατηγορεί αθώους για τα εγκλήματά του. Ο σημερινός εμπορικός κινηματογράφος αποφεύγει τέτοιους αδίστακτους κακούς όταν είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές και όχι οι "καλοί" διώκτες τους.
Με έκπληξη διάβαζα στην IMDB μια σοβαρή κριτική που μιλά για σεναριακές αφέλειες, αλλαγές από το βιβλίο κλπ. λες και πρόκειται για σύγχρονο φιλμ. Διάβολε, είναι ταινία του 1913, μια από τις πρώτες "μεγάλου μήκους". Η ίδια η κάμερα κινιόταν ακόμα σχετικά δύσκολα. Δεν μπορεί κανείς να περιμένει σασπένς, εφφέ, ηθοποιίες, έλλειψη σεναριακών ευκολιών κλπ. όπως από ένα σύγχρονο φιλμ. Για την εποχή του είναι κάτι σαφώς ξεχωριστό και σημαντικό. Αλλά, το είπα και στην αρχή: Μην περιμένετε να συγκινηθείτε ή να τρομάξετε. Σήμερα το βλέπουν για ιστορικούς και μόνο λόγους όσοι σκαλίζουν τις ρίζες της τέχνης του κινηματογράφου.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

ΡΑΤΣΙΣΤΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΣΤΗΝ "ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ"


Επιτέλους. Κάτι φαίνεται να ξυπνά στο ελληνικό σινεμά. Η "Ακαδημία Πλάτωνος" (2009) του Φίλιππου Τσίτου, με έναν πολύ καλό Αντώνη Καφετζόπουλο, είναι απλή, τίμια και χαμηλότονη. Και πάνω απ' όλα συμπαθέστατη. Θέμα της ο ρατσισμός. Και ταυτόχρονα μια ρεαλιστική καταγραφή της μίζερης πλευράς της ελληνικής καθημερινότητας.
Μη συμπεράνετε απ' όλα αυτά ότι έχουμε να κάνουμε με κανένα σπαρακτικό δράμα. Μάλλον στις κωμωδίες - σκεπτόμενες ωστόσο - θα την κατέτασα, καθώς υπάρχει αρκετό χιούμορ. Δίχως αυτό να αναιρεί στο παραμικρό το ότι η ταινία μπορεί κάλλιστα να ενταχτεί και σ' αυτό που λέμε "κοινωνική". Αλλά, το είπαμε, με χιούμορ.
Αυτό που κυρίως τη χαρακτηρίζει είναι οι χαμηλοί τόνοι. Ρατσισμός και χιούμορ λοιπόν, αλλά μη φανταστείτε ούτε κάτι ξεκαρδιστικό, ούτε φοβερή πλοκή, ανατροπές, κορυφώσεις. Όλα προχωράν σε χαλαρούς ρυθμούς, όπως ακριβώς η μίζερη καθημερινότητα των ρατσιστών ηρώων ψιλικατζίδων, που "σκοτώνουν μύγες" όλη τη μέρα στα μαγαζάκια τους σχολιάζοντας τα πάντα γύρω τους - και κυρίως τους αλβανούς. Ούτε όμως και αντιρατσιστικές κορώνες να περιμένετε. Ούτε εγκλήματα υπάρχουν, ούτε θεαματικές μετάνοιες. Αυτό ακριβώς το χαμηλότονο, το ρεαλιστικό στοιχείο, είναι που με γοήτευσε.
Η ταινία ασχολείται μ' αυτό το είδος ρατσισμού που δεν οφείλεται σε ιδεολογία (οι ήρωες δεν είναι χρυσαυγίτες ή κάτι τέτοιο), αλλά σε απλή, συνηθισμένη ηλιθιότητα. Λίγο να τους στριμώξει κανείς, στην κουβέντα εννοώ, τα χάνουν, αντιφάσκουν, τα επιχειρήματα και τα πιστεύω τους μπλέκονται. Η φιλία μεταξύ τους είναι ταυτόχρονα σταθερή και εύθραυστη. Είναι συγχρόνως καλόκαρδοι και βλάκες. Το μίσος για τους ξένους (για τους αλβανούς, γιατί για τους κινέζους δεν έχουν και πολύ ξεκάθαρη άποψη) βασίζεται σε σαθρά, χαμηλού IQ πιστεύω.
Ταυτόχρονα το φιλμ καυτηριάζει με διάφορους τρόπους την ελληνική πραγματικότητα: Από την τεμπελιά (μάλλον για πλήρη απραξία θα έπρεπε καλύτερα να μιλήσουμε) μέχρι την ασχήμια πολλών γωνιών της Αθήνας, από τον ζαμανφουτισμό μέχρι την έλλειψη ενδιαφερόντων. Όσο για το... ροκ, παίζει κι αυτό έξυπνο, διττό ρόλο στο φιλμ. Βλέπετε, οι τεμπέληδες φίλοι μας - 40 με 50 χρόνων - είναι και παλιοροκάδες. Από τη μία αυτό αποτελεί στοιχείο που δένει τον ήρωα με τον αλβανό αδελφό (;), από την άλλη δείχνει την κενότητα (στη σημερινή εποχή τουλάχιστον) εντελώς τετριμμένων εκφράσεων του στιλ "δεν είναι μόνο μουσική, είναι τρόπος ζωής". Προφανώς αυτό που σήμερα κυριαρχεί είναι το στιλ για το στιλ. Το τι πραγματικά πρεσβεύει το κάθε ένα απ' αυτά (τα στιλ εννοώ) έχει φοβάμαι προ πολλού ξεχαστεί.
Μου άρεσε η ταινία, που βραβεύτηκε και στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Αθηνόραμα, έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν μεταφορά στα ελληνικά πράγματα του κλίματος του Καουρισμάκι. Και μια που αυτός μ' αρέσει... Ελπίζω να μη σας πειράξει η έλλειψη έντονης δράσης. Οι χαμηλοί τόνοι, τόσο στα νοήματα όσο και στο χιούμορ, πολλές φορές λένε πολλά.
ΥΓ: Η "Ακαδημία Πλάτωνος" είναι μία από τις τουλάχιστον 3 ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες που περιμένουμε φέτος (οι άλλες είναι ο "Κυνόδοντας" και η "Στρέλα") και πιθανόν στο δρόμο να προκύψουν και κάποιες εκπλήξεις. Γι' αυτό σας είπα ότι κάτι φαίνεται να κινείται στο συνήθως ψόφιο ελληνικό σινεμά. Μακάρι το φαινόμενο να μην είναι τυχαίο ή μεμονωμένο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2009

ΑΓΚΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Στις "Ραγισμένες Αγκαλιές" (Los abrazos rotos, 2009) ο ανεπανάληπτος Pedro Almodovar κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα απ' όλα - και καλύτερα από τον καθένα σήμερα: Ένα εξαιρετικό μελόδραμα, όπου όμως τα μυστικά, οι ίντριγκες, οι αποκαλύψεις, το φέρνουν αρκετά κοντά στο νουάρ. Αυτή τη φορά το χιούμορ απουσιάζει. Αλλά είναι τόσο πολύπλοκη η ιστορία, τόσο τραβηγμένα τα όσα συμβαίνουν (που, σημειωτέον δένουν αριστοτεχνικά μεταξύ τους), τόσο απίθανη η πλοκή, που, τελικά, ίσως το χιούμορ να βρίσκεται καλά κρυμμένο στην όλη σύλληψη και υπερβολή, πολύ πιο κάτω από τη δακρύβρεκτη επιφάνεια. Με λίγα λόγια αν καλοσκεφτείς όλα αυτά τα συσωρευμένα δράματα που, για μια ακόμα φορά, συνθέτουν το φιλμ, ίσως να επιβάλλεται να χαμογελάσεις λιγάκι.
Η Πενέλοπε Κρουζ είναι και πάλι λαμπερή, το ενδιαφέρον στην παρακολούθηση εγγυημένο, η συγκίνηση, η αγωνία, οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη και, επί πλέον, εδώ υπάρχει και μια έντονη κινηματογραφοφιλική διάσταση, καθώς οι σινεφίλ αναφορές είναι πολύ συχνές. Μόνο που δεν είναι ξεκάρφωτες, αναφορές για τις αναφορές όπως συνήθως γίνεται, αλλά μπλέκουν απόλυτα με την ιστορία, έχουν σεναριακό λόγο ύπαρξης. Βλέπετε, ο Almodovar αποφασίζει ότι αυτή τη φορά ο ήρωάς του είναι ένας τυφλός πρώην σκηνοθέτης του σινεμά, οπότε οι αναφορές και δικαιολογούνται και σημαντική θέση κατέχουν. Όπως ακριβώς και οι αναμνήσεις, η σημαντικότερη ίσως μαγιά από την οποία είναι φτιαγμένη η ταινία. Και βέβαια, όλα καταλήγουν σε ένα υπέροχο - κατά τη γνώμη μου πάντα - φινάλε, που παντρεύει τη συγκίνηση με την αισιοδοξία, τον τρόμο των αποκαλύψεων με την κάθαρση, τις μη επιστρέψιμες, βαθύτατα τραυματικές απώλειες με την ελπίδα. Και, επιτέλους, εισάγει και το χιούμορ με την ταινία μέσα στην ταινία, της οποίας ποτέ δεν θα μάθουμε τι έγινε.
Ξέρω ότι σε αρκετούς η ταινία δεν άρεσε τόσο. Τουλάχιστον δεν άρεσε τόσο όσο παλιότερες δουλειές του. Δεν με ξαφνιάζει τόσο και μπορώ και να το καταλάβω. Βλέπετε, εδώ και κάμποσα χρόνια ο Almodovar δουλεύει συνεχώς σε ένα παρόμοιο κλίμα και στιλ και ίσως αυτό να έχει κουράσει κάποιους ή να νοιώθουν τέλος πάντων ότι επαναλαμβάνεται. Κάτι σαν τον Γούντι Άλλεν δηλαδή, έναν άλλον μεγάλο (με εντελώς διαφορετικό στιλ φυσικά), που κι αυτού οι δουλειές σαφώς μοιάζουν μεταξύ τους. Ωστόσο ο Pedro ό,τι κάνει, ακόμα κι αν μοιάζει με το προηγούμενο, το κάνει άψογα. Κι αν αυτό που κάνει σ' αρέσει, τι σημασία έχει αν μερικές φορές νοιώθεις ότι παρακολουθείς άπειρες και εξόχως ευφάνταστες παραλλαγές της ίδιας βασικής ιστορίας, φτιαγμένης από έρωτα, πάθος και αναμνήσεις από ένα παρελθόν που καθορίζει απόλυτα το παρόν;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2009

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΕΙΑΣ ΕΜΠΕΡ


Το "City of Ember" του Gil Kenan του 2008 είναι μια εφηβική ταινία που κινείται στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Ο κόσμος έχει καταστραφεί (πιθανόν από πυρηνική καταστροφή) και οι επιζήσαντες κατασκευάζουν μια υπόγεια πόλη, την Έμπερ, όπου ζουν για αιώνες. Η πόλη όμως, καθώς και οι τροφές και η ενέργεια, φθίνουν σιγά - σιγά. Έτσι, μετά από πολλές γενιές, το τέλος των πάντων φαίνεται αναπόφευκτο. Δύο παιδιά όμως προσπαθούν να ψάξουν κάτω απ' αυτό που φαίνεται αρχικά.
Το βασικό χαρακτηριστικό του φιλμ - και το βασικό ατού του - είναι τα εντυπωσιακά σκηνικά και η ατμόσφαιρα που αυτά δημιουργούν. Μπαίνουμε έτσι σε ένα κλίμα που βρίσκεται πολύ κοντά στο steampunk και που το δημιουργεί η αντίθεση παλαιότητας και φθοράς που κυριαρχεί παντού με την υψηλή τεχνολογία, που μπορεί να έχει πια ξεχαστεί, σημάδια της όμως βρίσκονται διάσπαρτα γύρω μας. Η σκουριά, οι δυσλειτουργίες, η παρακμή, είναι έντονες και εμφανείς με την πρώτη ματιά και δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Έτσι, τουλάχιστον σαν εικόνα, βρίσκω ότι το φιλμ είναι ενδιαφέρον. Σ΄αυτή μπορεί κανείς να προσθέσει και τους γνωστούς ηθοποιούς που παίζουν (Τιμ Ρόμπινς, Μάρτιν Λαντάου, Μπιλ Μάρεϊ).
Από την άλλη και σεναριακές αφέλειες υπάρχουν και αρκετές ευκολίες. Και, βέβαια, οι συμπτώσεις παραείναι φανερές. Ωστόσο, επειδή το φιλμ διαθέτει μια γλυκύτητα, τρυφερότητα και ένα είδος αθωότητας και επειδή είναι καλογυρισμένο, το παρακολούθησα ευχάριστα. Σας είπα στην αρχή: Πρόκειται για εφηβική περιπέτεια. Αν ήμουν 15 χρονών ίσως και να ενθουσιαζόμουν. Ίσως πάλι η ταινία να ήθελε να είναι μια καινούρια "Πόλη των Χαμένων Παιδιών", αλλά βέβαια ο Kenan δεν είναι Ζενέ (ή, τέλος πάντων, δεν είναι ακόμα).
Όπως και να το κάνουμε πάντως, νομίζω ότι ανήκει στην κατηγορία αυτού που θα ονόμαζα "συμπαθητικό". Με την καλή έννοια.

Κυριακή, Οκτωβρίου 18, 2009

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΟΥΝΤΣΤΟΚ


Κατ' αρχάς το "Taking Woodstock" του Ang Lee δεν είναι μια ταινία για αυτή καθ' εαυτή τη θρυλική συναυλία του 1969. Είναι μια ταινία για όσα έγιναν κατά την προετοιμασία της και για όσα έγιναν κατά τη διάρκειά της μεν, αλλά γύρω από και όχι πάνω στη σκηνή. Οι φίλοι λοιπόν του ροκ των 60ς ας ξέρουν ότι δεν θα δουν τα αυθεντικά συγκροτήματα, ούτε έστω κάποια ελάχιστα ντοκουμέντα από τη συναυλία. Θα ακούσουν μεν τις αυθεντικές, live μουσικές, αλλά μόνο ως σάουντρακ.
Η ταινία καταπιάνεται με τα όσα συνέβησαν πριν (την άρνηση των κατοίκων της γειτονικής πόλης να δεχτούν τις "ορδές των χίπις", την τυχαία σχεδόν ανακ  92009), άλυψη της αχανούς φάρμας του Γιάσγκουρ, ο οποίος δέχτηκε να τους την παραχωρήσει έναντι αστρονομικού για την εποχή ποσού, το ρόλο που έπαιξε σ' όλα αυτά ο γιος στριφνών γέρων που διατηρούν ετοιμόροπο και έτοιμο να κλείσει μοτέλ δίπλα στη φάρμα κλπ). Και βέβαια, όπως είπαμε και στην αρχή, όσα συνέβαιναν γύρω από τη σκηνή τις τρεις αυτές μέρες αδιάκοπης μουσικής. Για την ιστορία ας πούμε ότι το Γούντστοκ θεωρείται η μεγαλύτερη συναυλία που έγινε ποτέ και το αποκορύφωμα του χίπικου κινήματος. Υπολογίζεται ότι συνέρευσαν εκεί 400.000 άνθρωποι, ενώ πολλοί ισχυρίζονται ότι ήταν περισσότεροι (ο ακριβής αριθμός δεν μπορεί να υπολογιστεί γιατί από ένα σημείο και μετά έφταναν στο χώρο δωρεάν), διήρκεσε 3 μέρες και από τη σκηνή παρήλασαν τα μεγαλύτερα ονόματα του τότε ροκ (Who, Jimi Hendrix, Janis Joplin, Grateful Dead, Santana, Joe Cocker και δεκάδες άλλοι).
Αφού λοιπόν το φιλμ δεν δείχνει τη συναυλία καθ' εαυτή, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να καταγράψει το ανεπανάληπτο κλίμα της εποχής, της μοναδικής ίσως που οι νέοι πίστευαν ακράδαντα και μαζικά ότι θα άλλαζαν ριζικά τον κόσμο. Ελεύθερος έρωτας, ναρκωτικά, επιστροφή στη φύση, αντιπολεμικό κλίμα είναι μερικά μόνο από τα ιδεώδη - και τις πρακτικές - της εποχής. Και όλα αυτά και πολλά ακόμα συνέβησαν στις χιλιάδες σκηνές που στήθηκαν εκεί το τριήμερο. Παράλληλα ο Ang Lee καταγράφει μια τρυφερή ιστορία χειραφέτησης από ταμπού (σεξουαλικά, στις σχέσεις γονείς - παιδιών κλπ.) και ενηλικίωσης του ήρωα, που είναι ο νεαρός γιος των ιδιοκτητών του μοτέλ που προαναφέραμε. Και συγχρόνως δεν παύει να μας υπενθυμίζει ότι το Γούντστοκ σαν σύλληψη δεν ήταν παρά μια τεράστια επιχείρηση με στόχο το κέρδος των διοργανωτών του, που ήταν μεν νεαροί οραματιστές, οι οποίοι όμως ούτε τα λεφτά περιφρονούσαν ούτε από κοστουμάτους μάνατζερς έπαυαν να περιστοιχίζονται. Αυτό για να μη νομίζετε ότι ωραιοποιούνται και μόνο τα πράγματα.
Η ταινία, εκτός από την καταγραφή του κλίματος της εποχής, έχει αρκετό χιούμορ, είναι αυτό που λέμε feelgood και διαθέτει απίστευτους χαρακτήρες (ολα τα λεφτά η μισότρελη και παθολογικά τσιγκούνα μάνα του ήρωα). Γενικά, δίχως να τη θεωρώ πάρα πολύ σπουδαία ταινία, την παρακολούθησα με μεγάλη απόλαυση.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2009

Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Το "Funeral Parade of Roses" (Bara no sôretsu) γυρίστηκε το 1969 από τον Toshio Matsumoto, σκηνοθέτη 3 ταινιών μεγάλου μήκους και αρκετών μικρού, αλλά και εικαστικού καλλιτέχνη. Πρόκειται για μια ασπρόμαυρη πειραματική ταινία, που σε πολλές στιγμές της βρίσκεται πλησιέστερα σ' αυτό που σήμερα αποκαλούμε video art παρά στο σινεμά. Το καλτ στοιχείο που την περιβάλλει οφείλεται στο ότι είναι η πρώτη (ή, τέλος πάντων, μια από τις πρώτες) γιαπωνέζικες ταινίες που μίλησαν ανοιχτά για το θέμα - ταμπού μέχρι τότε της ομοφυλοφιλίας.
Ήρωας του φιλμ είναι ένα τραβεστί, που δουλεύει σ' ένα νυχτερινό κέντρο. Παρακολουθούμε τη ζωή, τους έρωτές του, τα ναρκωτικά, βασικό μέρος της καθημερινότητάς του, την αγάπη του για έναν άντρα, κυρίως όμως τη διαμάχη του με ένα άλλο τραβεστί, που μέχρι τότε θεωρούνταν το νο 1 του μαγαζιού, ενώ όλα θα καταλήξουν σε μια απίστευτη (και μάλλον απρόσμενη) τραγωδία, άμεση αναφορά στις ελληνικές τραγωδίες.
Καθαρά πειραματικό σινεμά, που μπλέκει ντοκιμαντέρ με μυθοπλασία, αληθινές σκηνές όπου εμφανίζεται το κινηματογραφικό συνεργείο με τους ήρωες της ταινίας, παράδοξο μοντάζ, συνεχής υπενθύμιση ότι αυτό που βλέπουμε είναι σινεμά και όχι αληθινή ζωή, γκονταρικές επιροές και άλλα συνθέτουν μια ταινία που η τόλμη της μοιράζεται ανάμεσα στο θέμα (ομοφυλοφιλία, ναρκωτικά) και τη φόρμα.
Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για σινεμά για πολύ λίγους - σινεμά στα όρια. Πρέπει να έχει επηρεάσει τη video art, που τότε μόλις ξεκινούσε, και αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι τα όρια ανάμεσα σ' αυτή και στο πειραματικό σινεμά (που υπήρχε από καταβολής σχεδόν κινηματογράφου, θυμηθείτε τον Βερτόφ, τον Μπουνιουέλ κ.ά.) είναι εντελώς δυσδιάκριτα, αν όχι ανύπαρκτα. Προσωπικά πρέπει να ομολογήσω ότι με κούρασε, ωστόσο δεν μπορώ παρά να θαυμάσω την τόλμη του και στα δύο επίπεδα που προανέφερα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2009

Ο "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ" ΚΑΙ Ο ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΟΝ ΤΡΙΕΡ


Για τον Lars von Trier τρέφω ανάμεικτα συναισθήματα. Υπάρχουν φορές που μ' αρέσει (Europa, Dogville κλπ.) κι άλλες που με εκνευρίζει (Δαμάζοντας τα κύματα, Danser in the Dark κλπ.) Συχνά ο εκνευρισμός μου οφείλεται όχι στην ταινία καθ' εαυτή, αλλά στην έντονη διαφωνία μου με την ιδεολογία που αποπνέει. Αυτή τη φορά με τον "Αντίχριστο" κατάφερε να με ενοχλήσει, καθώς είναι μια από τις πιο αρρωστημένες ταινίες που έγιναν ποτέ. Κρίμα, γιατί βρήκα τη σκηνοθεσία και τις εικόνες του εν γένει θαυμάσιες. Εξαιρετικά ατμοσφαιρικές, με φοβερή εικαστική φαντασία, δημιουργούν ταυτόχρονα από την πρώτη κιόλας στιγμή το καθόλου υγιές κλίμα που επιδιώκει. Παρακολούθησα λοιπόν το φιλμ "στην άκρη του καθίσματος", πλην όμως βρήκα όλο αυτό το απίστευτο σπλάτερ αχρείαστο και όσα θέλει να μας πει (αν τα κατάλαβα καλά, γιατί δεν είμαι και πολύ σίγουρος) απωθητικά.
Με ενοχλεί όλος αυτός ο μαζοχισμός που αποπνέει, όλη αυτή η ιδεολογία της ενοχής και της αμαρτίας, που ποτέ δεν συμμερίστηκα. Από την πρώτη σκηνή, με το παιδάκι που πεθαίνει ενώ οι γονείς κάνουν έρωτα (ή μήπως επειδή οι γονείς κάνουν έρωτα και το φχαριστιούνται;) μέχρι τις απίστευτα αρρωστημένες σκηνές του τέλους με το ζεύγος σε πόλεμο, και η συνολική παρουσία της γυναίκας ως σατανά (ή ως μάγισσα ή, τέλος πάντων, ως "η κακιά της παρέας" για να το πω απλοϊκά) μου είναι απόλυτα ξένα. Βρήκα κάπως ενδιαφέρουσα την αρχετυπική παρουσίαση του ζευγαριού που απομονώνεται στην σχεδόν παρθένα φύση - ο άντρας είναι η λογική, η οργάνωση, η τάξη, η γυναίκα το συναίσθημα, η αταξία, το χάος, το ξέσπασμα. Επίσης ενδιαφέρον έχει και η ιδέα της φύσης ως κάτι φρικιαστικό και εφιαλτικό (όλες οι σκηνές με ζώα ή φυτά είναι νοσηρές). Ενδιαφέρον με την έννοια ότι όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι κατά βάθος παρά ένας αγώνας για την απομάκρυνση από ή την τιθάσευση της βαρβαρότητας της φύσης. Από εκεί και πέρα όμως όλη αυτή η νοσηρότητα, οι ενοχές, οι μεταφυσικές παρεμβάσεις (που τις περισσότερες ομολογώ ότι δεν κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω), οι αναφορες στον πόνο (τον γυναικείο κυρίως, όπως πάντα στον Τρίερ) μου ήταν αντιπαθείς.
Κρίμα γιατί, ξαναλέω, οπτικά μου άρεσε πολύ. Αν πάλι το δούμε σαν ένα θρίλερ τρόμου και μόνο, απογυμνωμένο από την πληθώρα των συμβολισμών, πάλι έχει κάτι μη ισορροπημένο, καθώς όλη η βία και η αρρώστεια ξεσπούν μάλλον ξαφνικά (με τόση ένταση εννοώ) στο τελευταίο τρίτο της ταινίας - και πιθανόν άνευ ξεκάθαρου λόγου. Αλλά βέβαια ο φον Τρίερ ήταν πάντοτε μια νοσηρή προσωπικότητα και ό,τι παράγει μου δημιουργεί ακραία συναισθήματα. Άλλοτε καλά κι άλλοτε κακά. Σχεδόν ποτέ όμως δεν συμμερίστηκα όσα πρεσβεύει (αν αυτά είναι σταθερά, γιατί μου φαίνεται ότι κι αυτά συχνά είναι αντικρουόμενα).

Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2009

ΚΟΛΥΜΠΩΝΤΑΣ ΣΕ ΠΙΣΙΝΕΣ Ή Η ΖΩΗ


Από τις πιο ασυνήθιστες ταινίες του αμερικάνικου σινεμά είναι "Ο Κολυμβητής" (The Swimmer), που γύρισε το 1968 ο Frank Perry (1930-1995), με τον Μπαρτ Λάνκαστερ βασικό πρωταγωνιστή (ο οποίος, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό φορά μόνο το μαγιό του).
Σε πολυτελές προάστιο αμερικάνικης πόλης, όπου υπάρχουν μόνο σούπερ βίλλες με πισίνες και ανάμεσά τους δάσος, εμφανίζεται από το πουθενά ο ήρωας, φορώντας μόνο το μαγιό του, και αποφασίζει να πάει στο σπίτι του, μερικούς λόφους πιο πέρα, ...κολυμπώντας, διασχίζοντας δηλαδή την πισίνα κάθε βίλας που συναντά στο δρόμο του. Σε άλλες απ' αυτές είναι ευπρόσδεκτος, σε άλλες καθόλου και σε άλλες απλώς άγνωστος. Έτσι η υποδοχή που του γίνεται σε κάθε βίλα (και πισίνα) ποικίλει.
Πολύ σύντομα καταλαβαίνουμε πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι παρά μια αλληγορία. Μια αλληγορία της ίδιας της ζωής, καθώς ο ήρωας ξεκινά πρωί με μια φοβερή λιακάδα γεμάτος όρεξη και σφρίγος, όσο όμως προχωρά (και μαζί του προχωρά κι η μέρα και σιγά - σιγά ο ήλιος και η θερμοκρασία πέφτουν), τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα. Το πείσμα (= η θέληση για ζωή) υπάρχει πάντα αλλά... Η αλληγορία γίνεται ακόμα πιο εμφανής εφόσον ο σκηνοθέτης δεν δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για να μας εξηγήσει πώς ο ήρωας βρέθηκε στην πρώτη βίλα μέσα από το δάσος φορώντας μόνο το μαγιό του ή πού βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια (αφού όλοι όσοι τον συναντούν, εχθροί και φίλοι, δείχνουν ξεκάθαρα ότι είχαν πολύ καιρό να στον δουν). Το όλο πράγμα, ενώ σαφώς είναι ένα υπαρξιακό δράμα, αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού.
Παράλληλα με την αλληγορία που περιέγραψα, η ταινία λειτουργεί και σε ένα δεύτερο επίπεδο: Από βίλα σε βίλα, από συνάντηση σε συνάντηση με ποικίλους παλιούς γνωστούς (από παιδικούς φίλους μέχρι παλιές αγάπες), ο θεατής σχηματίζει σιγά - σιγά μια εικόνα για τη ζωή και τον χαρακτήρα του ίδιου του ήρωα. Αντιλαμβάνεται λοιπόν (ο θεατής) βαθμιαία ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε όπως δείχνουν επιφανειακά, ότι τίποτα δεν είναι τόσο αθώο, τόσο γεμάτο ζωή, όπως νομίζαμε στην αρχή. Και προχωράμε έτσι διαρκώς προς το μάλλον προβλεπόμενο, αλλά παρ' όλα αυτά δυνατό τέλος.
Βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη. Και ήταν για μένα μεγαλύτερη έκπληξη επειδή λίγο καιρό πριν αγνοούσα την ύπαρξή της. Μου άρεσε η απροκάλυπτη άρνηση οποιασδήποτε αληθοφάνειας ή απόπειρας εξήγησης των ερωτημάτων που δημιουργούνται για την προέλευση του ήρωα. Τα πάντα γι' αυτόν τα μαθαίνουμε υπαινικτικά, μέσα από μισόλογα και από τη στάση των άλλων.
Τελικά το σινεμά κρατά ακόμα πολύτιμα μυστικά για τους φίλους του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2009

ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ


Ο Elia Suleiman είναι παλαιστίνιος και έχει ήδη κάνει ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας. "Ο χρόνος που απομένει" (2009) μιλά για την οικογένειά του από το 1948, όταν ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ και χιλιάδες παλαιστίνιοι έμειναν χωρίς πατρίδα, μέχρι σήμερα. Νομίζετε λοιπόν ότι πρόκειται για ένα δραματικό χρονικό, με επικές πιθανόν σκηνές ή κάτι τέτοιο; Λάθος. Η γραφή του Suleiman είναι εντελώς διαφορετική και προσωπική. Επιλέγει ένα κράμα σάτιρας και δράματος και ένα απόλυτα αποσπασματικό στιλ, με απλές και λιτές εικόνες που επικεντρώνουν στην καθημερινότητα. Και μάλιστα πολλές απ' αυτές είναι βουβές ή σχεδόν βουβές - γενικά στην ταινία υπάρχει λίγος λόγος. Προσωπικά μου ήρθε στο νου το σινεμά του Τατί (με εντελώς διαφορετικό θέμα φυσικά).
Οι ηθοποιοί παίζουν με έναν "παγωμένο" τρόπο. Όι ήρωες (ο πατέρας αρχικά, ο γιος στη συνέχεια) βλέπουν όσα συμβαίνουν στις οικογένειες και στην πατρίδα τους με απόμακρο τρόπο, δίχως να σχολιάζουν και παρεμβαίνοντας ελάχιστα, σαν παρατηρητές. Με αυτόν τον ιδιόρυθμο τρόπο όμως, και μέσα από συνηθισμένες ως επί το πλείστον καθημερινές σκηνές, που συχνά επαναλαμβάνονται με μικρές παραλλαγές καθώς κυλά ο χρόνος, ακόμα κι αν αυτές είναι αστείες (μερικές φορές γίνονται και σουρεαλιστικές), ο σκηνοθέτης καταφέρνει να βγάλει όλη την τραγωδία του λαού του και όλη τη στασιμότητα, το βάλτωμα μιας κατάστασης που παραμένει ίδια εδώ και πάνω από 60 χρόνια. Στις τελευταίες σκηνές, αυτές που αναφέρονται στη σύγχρονη εποχή, νομίζω ότι ο Suleiman θέλει να δείξει ότι τελικά οι ισραηλινοί / φύλακες / κατακτητές είναι αυτοί που είναι οι αληθινοί αιχμάλωτοι μιας κατάστασης για την οποία οι ίδιοι ευθύνονται. Έτσι μας δείχνει Παλαιστίνιους να ζουν μια "φυσιολογική" καθημερινότητα (να ψαρεύουν, να τηλεφωνούν με κινητά, να χορεύουν σε κλαμπ), ενώ οι ισραηλινοί, πάνοπλοι, με τις στρατιωτικές στολές τους, άγρυπνοι, να είναι υποχρεωμένοι να τους παρακολουθούν συνέχεια. Να εκτίουν μια αυστηρή στρατιωτική θητεία, ενώ οι άλλοι απλώς ζουν.
Ίσως αυτό το στιλ ξενίσει ή/και κουράσει αρκετούς θεατές. Είναι όντως ιδιόρυθμο και προσωπικό, το είπαμε. Και, πιθανόν, για λίγους. Μερικές φορές όμως μου φαίνεται ότι είναι αποτελεσματικότερο από βαρειά επικά ή τραγικά δράματα. Σίγουρα πάντως είναι πιο ασυνήθιστο.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 09, 2009

ONCE IN A LIFETIME... ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


Τα τυπικά: Το "Once in a lifetime" είναι ένα ντοκιμαντέρ που έφτιαξε η Νικόλ Αλεξανδροπούλου για τον παλιότερο ίσως άνθρωπο του ραδιοφώνου, τον Γιάννη Πετρίδη. Ο οποίος μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για τη μουσική που τόσο αγαπά (της έχει αφιερωθεί για να είμαστε ακριβείς), για την αγάπη του για το Λος Άντζελες, που επισκέπτεται συχνά, για την αλλαγή του ραδιοφώνου, αλλά και των εταιριών, στις μέρες μας κλπ.
Τέρμα τα τυπικά. Γιατί γι' αυτή την ταινία δεν μπορώ να μιλήσω με κινηματογραφικούς όρους, αλλά μόνο συναισθηματικά. Δεν έχει καμιά σημασία για μένα αν είναι καλή ή κακή, πρωτότυπο ή συνηθισμένο ντοκιμαντέρ, κινηματογραφικής ή "τηλεοπτικής" αισθητικής. Θα το έβλεπα και θα το απολάμβανα ό,τι κι αν ήταν. Αυτό που μετρά για μένα είναι ο άνθρωπος. Είμαι, βλέπετε, κι εγώ ένας απ' αυτούς που μεγάλωσαν με την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη (κάποτε Ποπ Κλαμπ και νυν Από τις 4 στις 5), είμαι απ' αυτούς που του οφείλουν ένα σημαντικό μέρος της κουλτούρας και της καλλιτεχνικής τους (μουσικής κυρίως, φυσικά, αλλά και όχι μόνο) παιδείας. Θα το τονίσω για να μην παρεξηγηθώ: Το φιλμ αυτό το βλέπεις μόνο αν έχεις μια τέτοια σχέση (ζωής) με τον Πετρίδη. Τότε το βλέπεις οπωσδήποτε. Αλλιώς δεν θα σου πει τίποτα. Απλώς κάποιες πληροφορίες για έναν άνθρωπο που κατέχει πιθανόν ρεκόρ Γκίνες (ή βρίσκεται κοντά τέλος πάντων), αφού κάνει ζωντανή, καθημερινή εκπομπή επί 34 χρόνια δίχως καμιά διακοπή, που έχει γνωρίσει προσωπικά τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής και είναι ιδοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων στον πλανήτη και που, επιπλέον, διαθέτει εξαιρετικά ανοιχτό μυαλό και "κεραίες" έτοιμες να πιάσουν ό,τι συμβαίνει γύρω του! Αλλά δεν είναι αυτή η ουσία.
Οι πιο νέοι ίσως δεν καταλάβουν. Γι' αυτούς είναι ένας ακόμα παραγωγός. Ίσως και λίγο συμβατικός για τα γούστα τους. Όταν όμως είσαι έφηβος στην επαρχία και υπάρχει μόνο Α' και Β' Πρόγραμμα και τίποτα άλλο, και αυτά συχνά παίζουν εκπομπές για το στρατό και τους αγρότες κι από μουσική... άστα να πάνε, ε, τότε κάποιος που ξαφνικά παίζει το τελευταίο άλμπουμ των Pink Floyd η των Jethro Tull ή των King Crimson ακούγεται τουλάχιστον εξωγήινος...
Δεν θα πω άλλα. Θα πω μόνο ότι το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει και έναν ρομαντικό άνθρωπο, που προτιμά να φύγει από μεγάλη εταιρία όταν καταλαβαίνει ότι "κουμάντο από εδώ και μπρος θα κάνουν μάνατζερς και λογιστές και όχι άνθρωποι της μουσικής", που αρνείται παχυλές αμοιβές σε ιδιωτικούς σταθμούς ή στην τηλεόραση, που έχει μια αριστερή ματιά για τα κοινωνικά δρώμενα και, δεν χρειάζεται να το ξαναπούμε, που αγαπά βαθύτατα τη μουσική και τη γνωρίζει όσο ελάχιστοι. Κι όχι μόνο το ροκ, αλλά μια τεράστια γκάμα μουσικής. Στο φιλμ μιλούν για τον Πετρίδη πλήθος επώνυμων (από τον Αργύρη Ζήλο και το Γιάννη Νένε μέχρι τον... Πέτρο Ευθυμίου - ναι του ΠΑΣΟΚ - και τον απεχθέστατο σε μένα τουλάχιστον Πέτρο Κωστόπουλο).
Ξαναλέω. Σαν ντοκιμαντέρ δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Όσοι όμως νοιώθετε ότι κάτι χρωστάτε από αυτό που είσαστε σήμερα στον Πετρίδη, σπεύσατε οπωσδήποτε.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΟΡΛΕΑΝΗ


Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου. Διότι πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς πώς του ήθε του Werner Herzog εν έτει 2009 να κάνει ριμέικ στο Bad Lieutenant του Abel Ferara του 1992... Και μάλιστα με τον Νίκολας Κέιτζ στον κολασμένο ρόλο του Χάρβεϊ Καϊτέλ! "Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη" εί(2009), ναι η ελληνική απόδοση του "Bad Lieutenant: Port of call New Orleans".
Το κοίταγμα του Herzog πάντως σε μια ιστορία βουτηγμένη στη διαφθορά, τα ναρκωτικά, τις δωροδοκίες, το παράνομο σεξ, την κατάχρηση εξουσίας, τον τζόγο κι ό,τι άλλο περνά από το νου σας είναι απόλυτα διαφορετικό από το προηγούμενο φιλμ. Παρακολουθούμε και πάλι την πορεία ενός ναρκομανούς μπάτσου προς την απόλυτη παρακμή. Κάθε παρανομία που κάνει, κάθε απεγνωσμένη προσπάθεια να "τα μπαλώσει" όπως - όπως, τον οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο βούρκο, στην κόλαση. Ενώ όμως η παλιά ταινία ήταν ασφυκτική, δίχως καμιά χαραμάδα απ' όπου θα έμπαινε λίγος καθαρός αέρας, εδώ τα πράγματα είναι πιο παιχνιδιάρικα (επί πλέον από τον χαρακτήρα του ήρωα έχει αφαιρεθεί η μέχρι παράνοιας θρησκοληψία του). Έτσι ο Herzog κάνει την ιστορία πιο βατή, πιο τυπικά αστυνομική, ταυτόχρονα όμως της δίνει και μια πιο παρανοϊκή διάσταση και, αυτό κι αν είναι έκπληξη, μια νότα σάτιρας, κάνοντάς την έτσι ώρες - ώρες να αγγίζει τα όρια της κωμωδίας. Και με το μάλλον απροσδόκητο και απίθανο να συμβεί στην πραγματικότητα τέλος, τονίζει, νομίζω, αυτή τη σατιρική διάθεση, μας κλείνει το μάτι και είναι σα να μας λέει: SPOILER! "Ξεχάστε τη φρίκη όσων προηγήθηκαν. Στο τέλος όλα είναι μέλι - γάλα". Ή μήπως όχι, κι ούτε αυτό τελικά ισχύει; ΤΕΛΟΣ SPOILER
Ενδιαφέρον έχει και το φόντο του φιλμ. Η μετά τον τυφώνα Κατρίνα Νέα Ορλεάνη δηλαδή, η οποία δείχνεται άσχημη, φτωχή, στραπατσαρισμένη, καθώς ο φακός του επικεντρώνει σε μίζερες φτωχογειτονιές. Το χερτσογκικό στοιχείο επιβιώνει στις πιο παρανοϊκές σκηνές, αυτές των παραισθήσεων με τους αλιγάτορες και τα ιγκουάνα του σχεδόν μόνιμα μαστουρωμένου ήρωα.
Αλλά τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης; Δεν ξέρω ακριβώς. Να φτιάξει το πορτρέτο ενός ακόμα σαλταρισμένου τύπου, σαν αυτούς που συνήθως κατοικούν στο έργο του; Να μας δείξει το δισυπόστατο αυτού του χαρακτήρα, που παραπαίει ανάμεσα στο καλό την απόλυτη διαφθορά; Να μας δείξει τη διαφθορά στους κόλπους της αστυνομίας; Ε, αυτό πια το ξέρουμε τόσο από μόνοι μας όσο και από πολλές άλλες ταινίες...
Παραδόξως, και παρά το ότι δεν κατανόησα και πολύ τις προθέσεις του, η ταινία, με την παράνοια και το υπόγειο, μαύρο χιούμορ της, μου άρεσε και με κράτησε. Δεν ξέρω αν θα κάνει το ίδιο και με σας. Μπορεί να πρόκειται για προσωπικό βίτσιο, ίσως πάλι να έπαιξε ρόλο το ότι μ' αρέσει γενικά ο Herzog. Δεν ξέρω. Πάντως βρήκα ότι ο ρόλος (όπως τον διαμόρφωσε ο σκηνοθέτης, γιατί δεν θα μπορούσα να τον φανταστώ στην πρώτη ταινία) του Κέιτζ του πήγαινε μια χαρά. Αυτό το στραβοχυμένο περπάτημα, το γουρλωμένο, ηλίθιο ή παρανοϊκό βλέμμα, το όλο ατσούμπαλο στιλ, βρήκα ότι ταίριαζαν (μετά από καιρό) σε έναν ηθοποιό που τελευταία βαριόμουν όλο και περισσότερο...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2009

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΕ ΤΑΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Έχετε βαρεθεί να με ακούτε να λέω καλά λόγια για το νέο ισπανικό σινεμά. Ε, καιρός να αρχίσω να σας πρήζω και με το νέο σκανδιναβικό σινεμά. Τα δείγματα των τελευταίων χρόνων είναι αρκετά και πληθαίνουν. Αν μάλιστα βάλουμε μέσα και την Ισλανδία, ακόμα καλύτερα.
Ο Niels Arden Oplev είναι δανός, "Το κορίτσι με το τατουάζ" (Millenium: The girl with the dragon tatoo, 2009) όμως είναι σουηδική ταινία. Πρόκειται για ένα πολύ καλό θρίλερ, που το βασικό του χαρακτηριστικό είναι η αφόρητη μερικές φορές σκοτεινιά. Ένας πάμπλουτος γέρος καλεί έναν ερευνητή δημοσιογράφο να ψάξει τα ίχνη της προ 40ετίας εξαφανισμένης ανιψιάς του... και τα βρώμικα μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο. Δεν θα γράψω πολλά για την ιστορία για να μη σας χαλάσω τίποτα, αφού προσωπικά απολάμβανα πολύ τις διαρκείς αποκαλύψεις και μικρές ανατροπές. Και, επί πλέον, είναι μια από τις λίγες φορές που δεν με πείραζε το ότι κάμποσες φορές είσαι σίγουρος ότι η ταινία τελείωσε, είπε ό,τι είχε να πει, κι όμως αυτή συνεχίζει και βγάζει κι άλλα, προχωρεί όλο και πιο βαθιά.
Εκτός από καλογυρισμένη, εκτός από τους ασυνήθιστους, καλοδουλεμένους χαρακτήρες που διαθέτει (κυρίως αυτόν της παράδοξης και σκοτεινής ηρωίδας), εκτός του ότι με κράτησε απόλυτα, η ταινία τολμά να ξεθάψει και στοιχεία από το βρώμικο παρελθόν της ευνομούμενης Σουηδίας, με το τόσο υψηλό επίπεδο ζωής. Και να δείξει τα "φαντάσματα" που κρύβονται κάτω από την καλογυαλισμένη επιφάνεια. Αλλά και το σήμερα παρουσιάζεται ασφυκτικό και καθόλου αγγελικό. Η διαφθορά (όχι ελληνικού τύπου, εντελώς διαφορετική) μοιάζει να παρεισφρύει παντού, ενώ η κακοποίηση, σεξουαλική και άλλη, είναι επαναλαμβανόμενο, διαχρονικό θα έλεγε κανείς, μοτίβο.
Δείτε το. Νομίζω ότι οι βόρειοι όταν κάνουν θρίλερ το εννοούν. Και είναι πολύ πιο πειστικοί και με κοινωνικό ενδιαφέρον απ' ότι οι συχνά πολυφορεμένες αμερικάνικες συνταγές.
ΥΓ: Νομίζω ότι ο πρωτότυπος σουηδικός τίτλος σημαίνει "Ο άντρας που μισούσε τις γυναίκες". Είναι πολύ χαρακτηριστικός.

Τρίτη, Οκτωβρίου 06, 2009

Η ΠΙΚΡΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΛΙΟ


Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τον Judd Apatow ως "τον άνθρωπο που αναβάθμισε την αμερικάνικη κωμωδία", έναν από τους σημαντικότερους κωμικούς σκηνοθέτες και άλλα τέτοια. Δεν θα συμφωνήσω, τουλάχιστον ως προς το ποσοτικό μέρος των χαρακτηρισμών αυτών. Τον βρίσκω κι εγώ συμπαθή και πιστεύω ότι έχει φέρει ένα είδος ρεαλισμού στην κωμωδία, θεωρώ όμως τους παραπάνω χαρακτηρισμούς υπερβολικούς.
Το "Funny People" (Όλοι έσκασαν στα γέλια) του 2009 ας πούμε είναι μια κωμωδία που βρήκα συμπαθητική, αλλά και με αρκετά μειονεκτήματα. Εδώ ο Apatow ερευνά την σκοτεινή, την αθέατη πλευρά των κωμικών, διαπιστώνοντας τη μελαγχολία, την μοναξιά που κρύβονται ενίοτε πίσω ακόμα και από εξαιρετικά αστείους ανθρώπους. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη διασημότητα και το γέλιο που απλόχερα μπορεί να σκορπά κάποιος και την όχι και τόσο ευτυχισμένη προσωπική ζωή του είναι το θέμα της. Ο ήρωας, διάσημος κωμικός όχι και τόσο καλόγουστων ταινιών, θεωρείται από τους πιο αστείους ανθρώπους της Αμερικής, παρά τον πλούτο του όμως παραμένει μόνος. Πιάνεται έτσι από τη φιλία ενός άσημου κωμικού, τον βοηθά στην καριέρα του, αυτό όμως που απεγνωσμένα αναζητά είναι η βαθύτερη ανθρώπινη επαφή και η φιλία, ενώ κατά βάθος νοσταλγεί πάντα τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, με την οποία έχουν προ πολλού χωρίσει.
Δεν είναι κακό, ωστόσο βρήκα πραγματικά άνευ λόγου τις δυόμιση ώρες που κρατά το φιλμ, με αποτέλεσμα να με κάνει να βαρεθώ κάπως. Και το δεύτερο, αισθηματικό μέρος, είναι νομίζω πιο αδύνατο και αδιάφορο από το πρώτο. Είναι πάντως ενδιαφέρουσα η εξερεύνηση των παρασκηνίων της αμερικάνικης κωμωδίας (κυρίως της stand up comedy) και η κατάδειξη των συμβιβασμών ου αναγκάζονται (;) να κάνουν ακόμα και ταλαντούχοι κωμικοί για ένα ελάχιστο μερίδιο διασημότητας αμφίβολου γούστου.
Όσο για την περίφημη stand up comedy, έμεινα πραγματικά κατάπληκτος για το πόσο σεξοκεντρική (και ιδιαίτερα πουτσοκεντρική) είναι. Πολλά από τα αστεία που ακούγονται και έξυπνα είναι και γέλιο βγάζουν και δεν έχω την παραμικρή αντίρρηση για σεξοκενρικά (και δη πουτσοκεντρικά, όπως προανέφερα) αστεία και θα ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που θα είχε διανοηθεί να λογοκρίνει με οποιονδήποτε τρόπο κάτι τέτοιο (μακριά από μένα κάθε λογής λογοκρισίες, που σιχαινομαι σαν το διάβολο το λιβάνι). Αυτό που με ενοχλεί πραγματικά είναι ότι η stand up comedy, η αμερικάνικη τουλάχιστον (αλλά πρόκειται για κυρίως αμερικάνικο είδος ούτως ή άλλως) μοιάζει να είναι ΜΟΝΟ σεξοκεντρική, λες και δεν υπάρχει τίποτα άλλο με το οποίο μπορεί κανείς να γελάσει, άσχετα αν το χιούμορ είναι καλό ή κακό. Διάβολε, αν μη τι άλλο το όλο πράγμα φανερώνει έλλειψη φαντασίας. (Όπως καταλάβατε όλη αυτή η παραπάνω κριτική δεν αφορά την ταινία, η οποία καταγράφει απλώς αυτό που υπάρχει και καλά κάνει, αλλά την ίδια την stand up comedy).
Ίσως λοιπόν για μένα η ταινία να έχει κάποιες καλές πλευρές, αλλά συνολικά μου άφησε χλιαρά συναισθήματα. Κύριε Apatow, σας συμπαθώ, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είμαι τρελός φαν σας.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 02, 2009

ΑΜΩΜΕΣ ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ, ΑΝΔΡΙΚΕΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Πώς είπατε; Άνδρες που έχουν συμπτώματα εγκύων; Παράξενα μικρά μπλε ψαροειδή όντα που πεθαίνουν λίγο αφού γεννηθούν; Εθιστικά κουλουράκια; Κι όμως. Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του David Russo "The Immaculate Conception of Little Dizzle" (2009) (στην ελεύθερη ελληνική απόδοση "Η άμωμος σύλληψη του Θαλασσούλη").
Καταλαβαίνετε ότι πρόκειται για μια θεότρελη, σουρεαλιστική κωμωδία, που, νομίζω, έχει κι έναν βαθύτερο στόχο: Να καυτηριάσει την απάνθρωπη και άπληστη πολιτική των εταιριών που θέλουν να κερδοσκοπήσουν με οποιοδήποτε νέο προϊόν τους, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι το καλύτερο δυνατό. Και που, βέβαια, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάποιους, ερήμην τους, σαν πειραματόζωα. Γιατί αυτό ακριβώς κάνει μια εταιρία που παράγει κουλουράκια και άλλα γλυκά με τη φευγάτη ομάδα που καθαρίζει τους χώρους της.
Το φιλμ διαθέτει απίθανους χαρακτήρες (ο παθιασμένος με τις θρησκείες πρωταγωνιστής, ο μόνιμα μαστουρωμένος συνάδελφός του, το σχεδόν τραβεστί αφεντικό κ.ά.), χιούμορ "τουαλέτας" με κάμποσα αστεία γύρω απ' αυτές, είναι γυρισμένο με γρήγορο, σύγχρονο, μερικές φορές βιντεοκλιπάδικο στιλ και έχει αρκετή πλάκα, αν και νομίζω ότι κάπου κάνει και τις κοιλίτσες του. Συνολικά δεν το βρήκα απόλυτα ολοκληρωμένο, αν και δεν σας κρύβω ότι διασκέδασα αρκετά με την τριπαρισμένη οπτική του. Μπορείτε να το θωρήσετε ένα είδος χιουμοριστικής επιστημονικής φαντασίας (που διαδραματίζεται στο εδώ και στο τώρα, μη φανταστείτε σκάφη και εξωγήινους) ή μια σουρεαλιστική πλάκα, στο κλίμα των ταινιών του σεναριογράφου Κάουφμαν, δίχως όμως την ευαισθησία και τη συγκίνηση που ενίοτε διαθέτει ο τελευταίος.
Δεν τρελάθηκα κιόλας, πέρασα ωστόσο αρκετά καλά και θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω τη συνέχεια του σκηνοθέτη.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2009

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΑ "ΟΡΦΑΝΑ"


Το "Orphan" του ισπανού (αν και δεν είναι ισπανική, αλλά αμερικάνικη ταινία) Jaume Collet-Serra ανήκει σε ένα αρκετά κοινό υπο-είδος ταινιών τρόμου: Αυτό με τρομακτικά παιδιά. Εδώ ένα πλούσιο ζευγάρι με αρκετά βεβαρυμένο παρελθόν και δύο παιδιά ήδη, υιοθετεί ένα τρίτο, την αγγελική και προικισμένη Έστερ και... ο τρόμος αρχίζει (καλά, σκέφτηκα εγώ, τόση καούρα πια να υιοθετήσουν τρίτο παιδί, έστω και αφού το τρίτο τους πέθανε στη γέννα, ενώ είχαν ήδη δύο χαριτωμένα παιδάκια; Τι να πεις... Έτσι είναι φαίνεται αυτοί οι ευκατάστατοι αμερικάνοι).
Αρκετά καλογυρισμένο θρίλερ, με ένα εξαιρετικά κακό και αντιπαθητικό κοριτσάκι (δεν κάνω κανένα σπουδαίο spoiler, οι προθέσεις του δείχνονται σχεδόν απ' την αρχή), που σε ορισμένες σκηνές, πάντως, μου έγινε ακόμα και απωθητικό, αν μη τι άλλο φανερώνει τα ταλέντα του ισπανικού σινεμά - και ιδιαίτερα του φανταστικού - που ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο και συχνά, όπως εδώ, παίρνουν την άγουσα για Αμερική. Βρήκα πάντως πως περιέχει αρκετές "αμερικανιές", που εδώ ορίζω ως συμπεριφορές που μόνο στην Αμερική ή, καλύτερα, μόνο στις αμερικάνικες ταινίες, θα μπορούσαν να υπάρξουν, χωρίς αυτό να μειώνει το σασπένς και το καλογυρισμένο του πράγματος που αναφέραμε πιο πάνω. Απλώς είναι ένα θέμα που έχουμε δει και ξαναδεί πολλές φορές, οπότε η καλοκουρδισμένη μηχανή δουλεύει καλά μεν, προβλέψιμα δε. Λίγη πρωτοτυπία παραπάνω δεν θα με χαλούσε (συνολικά εννοώ, γιατί η εξήγηση - ανατροπή που δίνεται προς το τέλος είναι μάλλον πρωτότυπη και πειστική).
Εντάξει, η Έστερ παίρνει σίγουρα τη δική της θέση στην πινακοθήκη των εφιαλτικών παιδιών και σίγουρα η τανία με κράτησε, δίχως όμως να τη θεωρώ και τίποτα ιδιαίτερο. Ίσως μάλιστα να γκρινιάξω και λιγάκι - αν και νοιώθω ότι γίνομαι υπερβολικός - για ένα είδος υποβόσκουσας ξενοφοβίας, αφού το φριχτό κοριτσάκι μας έρχεται από τη Ρωσία ή από κάπου από εκεί γύρω τέλος πάντων. Ας προσέχαμε κι εμείς κι ας αγοράζαμε πράμα από τον τόπο μας. Χάθηκαν τα ορφανά αμερικανάκια δηλαδή;

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2009

ART & COPY Ή Η "ΚΑΛΗ" ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ


Ο Doug Pray είναι ένας αμερικανός ντοκιμαντερίστας με κάμποσες ταινίες στο ενεργητικό του, αρκετές από τις οποίες ασχολούνται με τη μουσική. Στο "Art & Copy" (2009) ωστόσο αποφασίζει να ασχοληθεί με το φαινόμενο της διαφήμισης. Όχι όμως συνολικά. Ξεχωρίζει μερικές από τις σημαντικότερες, τις επιδραστικότερες, τις πιο πετυχημένες διαφημίσεις των τελευταίων 30 σχεδόν χρόνων, παίρνει συνεντεύξεις από τους δημιουργούς τους, διερευνά την επίδρασή τους στον κόσμο, τους λόγους της επιτυχίας τους. ΟΚ, είναι αρκετά ενδιαφέρον, έχω ωστόσο και τις αντιρρήσεις μου.
Ενώ στην ταινία αναφέρονται τα υπέρογκα ποσά που ξοδεύονται για τη διαφήμιση, κάποιος απ' τους δημιουργούς λέει ότι "εγώ δεν θα άφηνα τα παιδιά μου να βλέπουν διαφημίσεις" και κάποια άλλα αρνητικά στοιχεία της, το όλο πνεύμα του φιλμ μένει κυρίως στη δημιουργική πλευρά του θέματος, με τους περισσότερους από τους σούπερ πετυχημένους διαφημιστές που συναντά να μιλάν εκστασιασμένοι για το πόσο δημιουργικό είναι αυτό που κάνουν, για τις προκλήσεις που συναντούν και που πασχίζουν να ξεπεράσουν, για τη χαρά τέλος πάντων της διαφήμισης σαν τέχνη.
Τα πάμπολλα σκοετινά σημεία της μένουν απ' έξω. Ούτε λέξη για το πόσο εξοντωτικά ανταγωνιστικός είναι αυτός ο χώρος, για το ξεζούμισμα των διαφημιστών (οι περισσότεροί τους εγκαταλείπουν τη δουλειά μετά από μερικά χρόνια), για το ψέμα που είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της, για τον τεράστιο αριθμό των όχι και τόσο πετυχημένων εταιριών / διαφημιστών και άλλα πολλά. Δεν διαφωνώ για το ότι η διαφήμιση αποτελεί ένα είδος τέχνης και φυσικά έχω κι εγώ απολαύσει μερικές πανέξυπνες διαφημίσεις. Απλά βρήκα την αντιμετώπιση του φαινομένου μονόπλευρη, σα να εξετάζει μόνο τη φωτεινή, πετυχημένη, δημιουργική πλευρά της ασχολούμενος με "ιερά τέρατα" του χώρου (οι περισσότεροι από τους οποίους, σημειωτέον, έδειξαν να διαθέτουν ήθος και συναίσθηση της θέσης τους), αφήνοντας απ' έξω την άλλη, τη σκοτεινή πλευρά.
Τελικά όσο προχωρούσε η ταινία μάλλον βαριόμουν. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα κάπως επίπεδη, δίχως εξάρσεις. Οι επαγγελματίες του χώρου ίσως ενθουσιαστούν με το φιλμ (και καλά θα κάνουν, αφού παρουσιάζονται μερικοί απ' τους καλύτερους). Εγώ πάλι όχι και τόσο.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2009

ΕΦΗΒΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΗΝ ADVENTURELAND


Η Adventureland είναι ένα λούνα παρκ σε μια μάλλον μίζερη επαρχιακή αμερικάνικη πόλη. Επίσης είναι ο τίτλος της ταινίας του Greg Mottola (2009), που παλιότερα είχε κάνει το "Daytrippers". Ταινίας που παρακολουθεί με χιούμορ, τρυφερότητα, αγάπη θα έλεγε κανείς τις ιστορίες των νέων (έφηβων ως επί το πλείστον) που δουλεύουν για το καλοκαίρι στο λούνα παρκ αυτό (το οποίο, σημειωτέον, δεν διστάζει να κλέψει και λιγάκι τους πελάτες του) προκειμένου να μαζέψουν χρήματα για το επερχόμενο κολλέγιο (έχω δει και ακούσει χιλιάδες φορές για τα κολλέγια στις αμερικάνικες ταινίες, αλλά ομολογώ ότι εξακολουθώ να μην ξέρω και πολύ καλά πώς λειτουργεί το απόλυτα ιδιωτικό εκπαιδευτικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ).
Βρήκα το φιλμ αρκετά καλύτερο από τα μέσα εφηβικά αμερικάνικα αντίστοιχα, τα οποία συνήθως μου φαίνονται εμετικά. Εδώ, είπαμε, και αρκετό χιούμορ υπάρχει, και τρυφερή ματιά, και ασχολείται με τα ερωτικά κυρίως προβλήματα των νέων δίχως να καταφεύγει σε χοντράδες ή αφόρητα κλισέ, και μερικοί πολύ ενδιαφέροντες και αστείοι χαρακτήρες εμφανίζονται, ενώ εναλλάσει το αστείο με τις έως και συγκινητικές καταστάσεις πετυχαίνοντας μια πολύ καλή ισορροπία. Ταυτόχρονα δίνει μια αρκετά αληθινή εικόνα της αμερικάνικης καθημερινότητας των νέων (δουλειές, φλερτ, ναρκωτικά, προβληματισμοί για το μέλλον, αγωνίες κλπ.) Έτσι το παρακολούθησα ευχάριστα και δεν ένοιωσα καθόλου ότι προσβάλλει τη νοημοσύνη μου, αφού στη θεματολογία αυτή παραμονεύει πάντοτε αυτός ο κίνδυνος. Διασκέδασα μάλιστα σε αρκετά σημεία (όλα τα λεφτά το ζεύγος των ιδιοκτητών του λούνα παρκ, αλλά και ο εβραίος φίλος και συνάδελφος του πρωταγωνιστή). Το τέλος το βρήκα αρκετά προβλεπόμενο, αλλά του το συγχώρεσα, αφού είχα ευχαριστηθεί προηγουμένως.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας δείτε το για ένα συμπαθές, ευχάριστο δίωρο. Έστω κι αν έχετε αλλεργία στις αμερικάνικες αισθηματικές, εφηβικές κομεντί. Νομίζω ότι πρόκεται για μια από τις σπάνιες καλές του είδους.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2009

ΠΩΣ; ΔΕΝ ΞΕΡΕΤΕ ΤΟΥΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ SPINAL TAP;


Υπάρχουν ταινίες που για να τις απολαύσεις όπως πρέπει - και όπως θα ήθελαν οι δημιουργοί τους - πρέπει να είσαι πολύ μέσα στο χώρο που αναφέρονται. Αλλιώς... ΟΚ, διασκεδάζεις, αλλά έχεις χάσει ένα μεγάλο μέρος της ουσίας τους, των αναφορών τους.
Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις μου έδωσε το απόλυτα cult "This Is Spinal Tap" (1984)του Rob Reiner, ενός από τους πολύ καλούς σκηνοθέτες της δεκαετίας του 80, που παρήκμασε απότομα στη συνέχεια.
Πρόκειται για ένα θρυλικό rockumentary (=rock + documentary) για ένα συγκρότημα του hard rock (λίγο πριν εφευρεθεί ο όρος heavy metal), τους Spinal Tap φυσικά. Ο ίδιος ο Reiner, ως σκηνοθέτης De Bergi, περνάει ώρες μαζί τους παίρνοντας συνεντεύξεις από τα μέλη, κινηματογραφώντας συναυλίες τους ή καταγράφοντας φάσεις στα παρασκήνια. Ε, και λοιπόν; Είναι το πρώτο ή το τελευταίο τέτοιο φιλμ; Χμμμ... Για σκάψτε βαθιά στις γνώσεις σας... Ξεσκονείστε τις δισκοθήκες σας (αυτές με τα βινύλια καλύτερα)... Βρήκατε πουθενά κανένα δίσκο τους; Όχι; Μην ανησυχείτε. Δεν έχετε χάσει κάποιο καλά κρυμένο μυστικό του ροκ. Απλούστατα, οι Spinal Tap δεν υπάρχουν. Πρόκειται για ένα επινοημένο από τους δημιουργούς του φιλμ γκρουπ, που με την ιδιοφυή αυτή ιδέα τους υπογράφουν ένα από τα ξεκαρδιστικότερα ψευδο-ντοκιμαντέρ της ιστορίας του σινεμά.
Δεν ξέρει κανείς πού να γελάσει περισσότερο. Με το γκρουπ να χάνεται στα παρασκήνια και να μη μπορεί να ανέβει στη σκηνή; Με το απερίγραπτο Stonehedge σκηνικό για μια συναυλία τους; Για τον περίφημο ενισχυτή που φτάνει μέχρι το 11 ενώ όλοι οι ενισχυτές του κόσμου φτάνουν ως το 10; Με τους αυτοαναφλεγόμενους ντράμερς; Με τις ηλίθιες δηλώσεις τους, που ουσιαστικά δεν λένε τίποτα απολύτως; Και άλλα πολλά.
Αυτό όμως που είναι το αληθινά απολαυστικό στοιχείο της ταινίας (κι αυτό στο οποίο αναφερόμουν στην αρχή, όταν είπα ότι πρέπει να είσαι "μέσα" για να το απολαύσεις) είναι η καταλυτική σάτιρα οτιδήποτε σχετίζεται με το ροκ. Ειδικά αν κανείς έχει γνώσεις αυτού που αποκαλείται "κλασικό ροκ" (αρχές '60 μέχρι 1976, όταν ξεκινά το πανκ), ε, τότε διασκεδάζει αφάνταστα με τις αναφορές ή/και παρωδίες όλων σχεδόν των ειδών και των στιλ του. Τα κοστουμαρισμένα αγγλικά γκρουπ του πρώτου μισού των 60ς (όπως η αρχική φάση των Beatles), το χαρντ ροκ, η ψυχεδέλεια και η φάση των χίπις, το art (ή progressive) ροκ, το glam rock, όλα έχουν το μερίδιο τους στην πλάκα, καθώς οι Spinal Taps μεταλλάσονται ανάλογα με τις εποχές και τις μόδες πασχίζοντας να είναι πάντοτε in. Αν και τώρα που υποτίθεται ότι γυρίζεται το φιλμ (1984) έχουν πια παρακμάσει και δεν τα πάνε και τόσο καλά ούτε συναυλιακά ούτε δισκογραφικά (στοιχείο από το οποίο επίσης βγαίνει πολύ γέλιο). Αλλά και οι σχέσεις με τις γκρούπις και με τις μόνιμες ερωμένες ή συζύγους, με το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά, οι σχέσεις αγάπης / μίσους των βασικών μελών, οι μάνατζερς, οι τουρνέ, η μανία των γιαπωνέζων να λατρεύουν παλιά, μισοξεχασμένα ονόματα και πολλά άλλα, όλα βρίσκουν τη θέση τους στην ιδιοφυή σάτιρα του Reiner.
Αν ενδιαφέρεστε για το ροκ ψάξτε το οπωσδήποτε. Πρόκειται για την απόλυτη σάτιρά του (και την καλύτερη κατά τη γνώμη μου). Και για μια απόλυτα δικαιολογημένα σούπερ καλτ ταινία.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 26, 2009

Η (;) ΛΟΥΙΖ, Ο (;) ΜΙΣΕΛ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΥΡΟΥ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ


Το "Louise-Michel" (2008) των γάλλων σκηνοθετών Gustave de Kervern και Benoît Delépine είναι η απίθανη ιστορία δύο περιθωριακών που, αν μη τι άλλο, αντιδρούν έστω και με πρωτόγονο τρόπο στο ψέμα και την οργανωμένη, νόμιμη κλοπή που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας (βλέπε τράπεζες, ξέπλυμα χρημάτων, φοροδιαφυγή, πλουτισμός εις βάρος των αδύνατων και άλλα πολλά). Πλημμυρισμένο από κατάμαυρο χιούμορ, με λίγους διαλόγους και πολλή ηθελημένη ασχήμια (σπάνια και πετυχημένη επιλογή κάθε άλλο παρά γοητευτικών ηθοποιών, αλλά και μίζερων, κοινότοπων εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων), αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη για μένα, που αγνοούσα το σκηνοθετικό αυτό δίδυμο (είναι η 3η ταινία τους).
Όταν ένα εργοστάσιο κλείνει για να ανοίξει κάπου όπου υπάρχουν φτηνότερα εργατικά χέρια (σας θυμίζει τίποτα αυτό;) οι εργαζόμενες που έχουν μείνει στο δρόμο αποφασίζουν να ξοδέψουν τις αποζημειώσεις τους για να... σκοτώσουν το αφεντικό που την κοπάνησε δίχως να λογαριάσει κανέναν. Η Λουίζ, μια απ' αυτές, περιθωριακή, δίχως παρέες, αγράμματη, που μιλά με το ζόρι κάνοντας λάθη, αναλαμβάνει να βρει έναν πληρωμένο δολοφόνο και πέφτει πάνω σ' έναν εξ ίσου loser και τελειωμένο τύπο, που ζει σε άθλιο τροχόσπιτο και στην πραγματικότητα δεν μπορεί να πειράξει ούτε μυρμήγκι. Μαζί θα ξεκινήσουν προς αναζήτηση του πλούσιου αφεντικού και οι πλάκες και οι απίθανες καταστάσεις, διανθισμένες από κωμική σκληρότητα, διαδέχονται η μία την άλλη.
Βαθύτατα αναρχική ταινία, υποστηρίζει το δικαίωμα στην ευτυχία ακόμα και των πιο περιθωριακών στοιχείων μιας κοινωνίας που ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της είναι η απληστία, διαθέτει ακραίο μήνυμα (Σας κλέβουν και σας καταστρέφουν τη ζωή; Δεν χρειάζονται πολλές σκέψεις. Σκοτώστε τους!) που όμως καμουφλάρεται πίσω από τον σουρεαλισμό των καταστάσεων και το μαύρο χιούμορ, παίζει με τις σεξουαλικές ταυτότητες των ηρώων για να τους κάνει ακόμα πιο ακραίους σαν χαρακτήρες, υποστηρίζεται από τη εξαίρετη πάντοτε Γιολάντ Μορό, που θαυμάσαμε στη "Seraphine", και καταφέρνει να τρυπώσει και κάποια ψήγματα τρυφερότητας σε όλη αυτή τη σκοτεινά αστεία και ακραία κατάσταση.
Το διασκέδασα αρκετά, αν και μερικοί υποθέτω ότι θα τσινίσουν με την ασχήμια όλων όσων δείχνονται στο φιλμ αυτό (ανθρώπων και τόπων). Κι όσο για το "μήνυμα"... δεν θα σκότωνα φυσικά κανένα, αλλά, διάβολε, πόσες φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου να το εύχεται ολόψυχα για αρκετούς που βρίσκονται πολύ ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία... Και είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι ο μόνος.
ΥΓ: Ο τίτλος και τα ονόματα των ηρώων αποτελούν λογοπαίγνιο που παραπέμπει σαφώς (με την προσθήκη μόνο μιας παύλας) στη Louise Michel (1830-1905), γαλίδα επαναστάτρια και αναρχική, που είχε φυλακιστεί και εξοριστεί πολλές φορές στη ζωή της εξ αιτίας των κοινωνικών αγώνων της.