Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2009

Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΡΟΔΙΔΕΙ, Ο ΠΟΕ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ


Το "Tell Tail" (2009) είναι ένα μεταφυσικό θρίλερ του Michael Cuesta που υποτίθεται ότι μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή το γνωστό διήγημα "Tell Tail Heart" του Πόε. Ωστόσο στην πραγματικότητα μόνο μια αρχική ιδέα από το διήγημα υπάρχει, ενώ το πνεύμα του Πόε απουσιάζει παντελώς.
Ο καρδιακός ήρωας κάνει μεταμόσχευση καρδιάς και "φιλοξενεί" στο σώμα του την καρδιά ενός άγρια δολοφονημένου, η οποία ωστόσο, αποκτώντας όλο και μεγαλύτερη ανεξαρτησία, απαιτεί την τιμωρία των δολοφόνων, ενώ τα πάντα κινούνται και συμβαίνουν γύρω από ένα νοσοκομείο. Ακούγεται αρκετά ενδιαφέρον, αλλά προσωπικά το βρήκα μάλλον κοινότοπο σαν θρίλερ. Ένας μόνος πατέρας, ένας έρωτας, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι που πάσχει από σπάνια ασθένεια, φόνοι, ένας μισο- αλκοολικός μπάτσος... κάπου έχουμε ξαναδεί κάμποσα απ' αυτά τα στοιχεία. ΟΚ, υπάρχει το τυπικό σασπένς, υπάρχουν κάποιες ανατροπές και κάποιες καλές μεμονωμένες σκηνές, αλλά το όλο πράγμα δεν με έπεισε ιδιαίτερα (γιατί τέλος πάντων τόσος έρωτας και τόσοι αγώνες και θυσίες από μια πετυχημένη γιατρό σε έναν άσχετο ασθενή που τη βγάζει δεν τη βγάζει και γιατί τόση "εφ΄όρου ζωής" αφοσίωση στην κόρη του; Οι εξηγήσεις που δίνει η ίδια μου φάνηκαν αστείες). Πολλά δεν εξηγούνται, κάμποσοι από μηχανής θεοί εμφανίζονται, κάμποσα προβλεπόμενα μέρη, αν και υπάρχει μια συνολικά "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που θα κορυφωθεί στην προτελευταία σκηνή.
Τίποτα ιδιαίτερο κατά τη γνώμη μου. Και, κυρίως, μην πάτε εξ αιτίας των όποιων συνειρμών με τον Πόε, γιατί τότε την έχετε πατήσει εντελώς.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 15, 2009

9 ΡΟΜΠΟΤ - Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;


Animation συνέχεια λοιπόν, αφού, όπως είπαμε σε προηγούμενο post, το πράγμα όσο πάει και βελτιώνεται. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Shane Acker μετέτρεψε σε μεγάλου μήκους την 11λεπτη ταινιούλα του "9", διατηρώντας τον τίτλο, και ανέβασε σε νέα εικαστικά ύψη το animation.
Το "9" είναι μια σκοτεινή ιστορία μετακαταστροφικής επιστημονικής φαντασίας. Στο μέλλον οι μηχανές στρέφονται ενάντια στους ανθρώπους και τους εξολοθρεύουν. Και - μην ανησυχείτε - οποιαδήποτε άλλη ομοιότητα με τους "Εξολοθρευτές" σταματά εδώ. Άνθρωποι δεν υπάρχουν πια. Ήρωες της ταινίας είναι 9 πάνινες κούκλες που έχουν νοημοσύνη, μιλάν και διαθέτουν διαφορετικούς χαρακτήρες. Τις περιπέτειές τους ενάντια στις παντοδύναμες μηχανές παρακολουθούμε, καθώς βαθμιαία διαφωτίζεται το μυστήριο της ύπαρξής τους.
Όλα τα λεφτά στο φιλμ νομίζω ότι είναι η εκπληκτική της εικόνα. Σκοτεινή, σε σκουριασμένα χρώματα, ζοφερή, δημιουργεί ένα από τα καλύτερα και πιο πειστικά μετακαταστροφικά περιβάλλοντα που έχω δει ποτέ. Σκουπίδια, σκουριασμένα απομεινάρια, ερείπια, κατεστραμένα αντικείμενα κάθε είδους, συνθέτουν ένα ατμοσφαιρικότατο φόντο, πάνω στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, ενώ εξαιρετικά ευφάνταστες σαν σύλληψη και κατασκευή είναι και οι "κακές" μηχανές. Γενικά, προσωπικά θα χαρακτήριζα το εικαστικό μέρος της ταινίας, από τα εντυπωσιακότερα (τουλάχιστον στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας), που παραπέμπει σε γερμανούς εξπρεσιονιστές ζωγράφους που ασχολήθηκαν με τη φρίκη του πολέμου (κυρίως Gross και Dix). Και δεν είναι τυχαίο ότι "τσίμπησε" και ο Τιμ Μπάρτον, που κάπου έβαλε κι αυτός το χεράκι του.
Θα μιλούσα για αριστούργημα, αλλά υπάρχει και το σενάριο, βλέπετε. Δεν το βρήκα ιδιαίτερα εμπνευσμένο, ενώ το μεταφυσικό τέλος με χάλασε αρκετά. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε κανείς να το χειριστεί διαφορετικά, όπως είναι όμως το βρήκα αταίριαστο με την όλη ατμόσφαιρα. Ωστόσο οι ιδεολογικές του θέσεις με βρήκαν απόλυτα σύμφωνο, καθώς το φιλμ επιτίθεται στο μιλιταρισμό, την ανθρώπινη ανοησία και απληστία για δύναμη και εξουσία και τον ολοκληρωτισμό, ενώ θέτει το κλασικό δίλημμα "επιβίωση και ασφάλεια μέσα απο καταπιεστικές εξουσιαστικές δομές ή ρίσκο και απολυτη ελευθερία και δημιουργικότητα";
Θα περιμένω με ενδιαφέρον τις επόμενες δουλειές του Acker, καθώς έβαλε τον εαυτό του στον χάρτη των ελπιδοφόρων νέων δημιουργών. Αν και νομίζω ότι έχασε την ευκαιρία να κάνει ένα αριστούργημα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2009

ΨΗΛΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ


Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πια κινηματογραφικές σχολές, ρεύματα, κινήματα, πέστε τα όπως θέλετε. Μόνο προσωπικά, ευδιάκριτα στιλ. Έτσι, τολμώ να πω ότι το σημαντικότερο γενικότερο κινηματογραφικό φαινόμενο σήμερα (εννοώ συνολικό φαινόμενο, που δεν αφορά ένα μεμονωμένο δημιουργό) είναι η ενηλικίωση και ολοένα καλύτερη ποιότητα των animation (προτιμώ τον αγγλικό όρο, γιατί είναι ευρύτερος από το "κινούμενα σχέδια" και περιλαμβάνει όλες τις κινηματογραφικές τεχνικές που δεν χρησιμοποιούν ηθοποιούς).
Αφορμή γι' αυτές μου τις σκέψεις αποτέλεσε το θαυμάσιο "Up" των Pete Docter και Bob Peterson και, βέβαια, της Pixar, η οποία έχει τη μερίδα του λέοντος στην αναβάθμιση των animation. Στην εταιρία αυτή φαίνεται ότι όλα γίνονται συλλογικά: σκηνοθετούν εναλλάξ, γράφουν όλοι μαζί και γενικά προωθούν την ομαδική δουλειά με τεράστια επιτυχία (η τελευταία σκηνοθεσία του Docter π.χ. ήταν το Monsters Inc.) Πάνω απ' όλα όμως τολμούν να μπαίνουν σε "απαγορευμένα" χωράφια για το Χόλιγουντ και τα κιν. σχέδια γενικότερα. Ποιος άλλος θα τολμούσε να έχει σαν πρωταγωνιστή έναν γέρο συνταξιούχο 78 χρονών και να έχει ένα αληθινά συγκινητικό αρχικό δεκάλεπτο, όπου μας δείχνει έξυπνα, ελλειπτικά και πέρα για πέρα ρεαλιστικά τη ζωή του, μέχρι το θάνατο της γριάς πια γυναίκας του; Και σαν δεύερο χαρακτήρα έναν μάλλον βλάκα προσκοπάκο, που από την πρώτη στιγμή θέλεις να τον πλακώσεις στο ξύλο;
Αλλά μη νομίζετε ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιο συγκινητικό, ρεαλιστικό animation. Στη συνέχεια η ταινία απογειώνεται κυριολεκτικά (όπως ο τίτλος της) και διαθέτει περιπέτεια, ξεκαρδιστικό ενίοτε χιούμορ, σασπένς, σουρεαλισμό, νοσταλγία και ό,τι άλλο φανταστείτε για ένα πραγματικά χορταστικό θέαμα που θα απολαύσουν μικροί και μεγάλοι. Αλλά ο γέρος είναι πάντοτε ένας γέρος συνταξιούχος, μόνος, λίγο στριφνός από τα χρόνια, λίγο συντηρητικός και αθεράπευτος νοσταλγός των παιδικών του χρόνων, όπως οι περισσότεροι γέροι δηλαδή. "Μικροί και μεγάλοι", έγραψα παραπάνω, και γι΄αυτό ακριβώς στην αρχή μίλησα για "ενηλικίωση". Επειδή τα σύγχρονα animation (τα mainstream εννοώ, αυτά που κόβουν εκατομμύρια στα ταμεία και όχι κάποια περίεργα πειραματικά, που υπήρχαν από καταβολής κινηματογράφου) έχουν προ πολλού πάψει να απευθύνονται μόνο σε παιδιά.
Στο Up θαυμάζει κανείς τόσο την υπέροχη εικόνα και τα χρώματα όσο και την ευρηματική, σουρεαλιστική ιστορία και το έξυπνο χιούμορ. Και κυρίως, την εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στη συγκίνηση και τον ρεαλισμό αφ΄ενός και τις φευγάτες ή/και αστείες καταστάσεις αφ΄ετέρου. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το φιλμ άνοιξε το φετινό φεστιβάλ Καννών. Ήταν η πρώτη φορά που η μεγάλη πρεμιέρα του μεγαλύτερου από τα κινηματογραφικά φεστιβάλ ήταν ένα animation.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2009

ΕΝΑΣ ΚΛΑΣΙΚΟΣ "ΚΑΝΟΝΑΣ"


Ο "Κανόνας του Παιχνιδιού", το κλασικό φιλμ του Jean Renoir (1894-1979) που γυρίστηκε το 1939, είναι σίγουρο ότι θα κουράσει αρκετούς σύγχρονους θεατές. Έχω πολλές φορές γράψει για το ενίοτε βιντεοκλιπάδικο, σχεδόν πάντοτε όμως ταχύτατο σύγχρονο Χόλιγουντ που κυριαρχεί σήμερα στην υφήλιο. Δεν έχω τίποτα εναντίον των γρήγορων ρυθμών μιας ταινίας, κάθε άλλο. Αυτό όμως που με ενοχλεί είναι ο εθισμός των περισσότερων θεατών στον χωρίς ανάσα ρυθμό, η αδυναμία τους να δουν κάτι αργό ή, τέλος πάντων, όχι τόσο γρήγορο. Όταν λέω "αργό" δεν εννοώ υποχρεωτικά τους ρυθμούς του Αγγελόπουλου, που έχει κάνει μανιέρα ένα ακραίο στιλ. Μιλώ απλά για φιλμ που δεν είναι τόσο γρήγορα όσο η πλειοψηφία των σύγχρονων blockbuster.
Αφορμή για όλα αυτά είναι η κατηγορία (ανάμεσα σε άλλες) που διάβασα για το ότι ο "Κανόνας" είναι μια αργή ταινία. Και ότι σ' αυτήν "δεν συμβαίνει τίποτα". Προσωπικά τάσομαι μ' αυτούς που τη θεωρούν αριστούργημα, θέση που επιβεβαιώθηκε μέσα μου τώρα που την ξαναείδα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απ' την αρχή.
Μια παρέα πλούσιων μεγαλοαστών μαζεύεται στον πύργο ενός απ' αυτούς ένα σαβατοκύριακο για κυνήγι. Μαζί τους το υπηρετικό προσωπικό, απλά πιόνια που εκτελούν τις διαταγές και τα καπρίτσια των κυρίων τους. Ο χρόνος θα κυλήσει ανάμεσα σε όλο και πιο πολύπλοκες ερωτικές ίντριγκες έως την (κατά λάθος) τραγική κατάληξη. Γυρισμένο σαν ανάλαφρη αισθηματική κομεντί, η ταινία σατιρίζει ανελέητα την μεγαλοαστική τάξη. Μη φανταστείτε όμως "επικές" καταγγελίες, σκληρές καταστάσεις ή καθαρή αριστερή προπαγάνδα. Τίποτα τέτοιο. Όλα εδώ συμβαίνουν και δείχνονται ανεπαίσθητα, σα να σε σφάζουν με το μπαμπάκι. Οι ταξικές σχέσεις και διακρίσεις φιλτράρονται μέσα απ' αυτή την κομψή οπτική. Αλλά αυτό που πάνω από οτιδήποτε άλλο δείχνεται και καταγράφεται στο φιλμ είναι η απόλυτη κενότητα και επιπολαιότητα των πλούσιων ηρώων της (και, παρέα μ' αυτά, το βαθύ ανικανοποίητο ή, αν θέλετε, η εσωτερική τους μοναξιά). Η επιπολαιότητα είναι νομίζω η λέξη - κλειδί για το φιλμ. Όλοι μιλούν για βαθιούς έρωτες, για ρομαντικές καταστάσεις, για αβάσταχτους πόθους, για θανάσιμες έχθρες και μονομαχίες, όλοι είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να τινάξουν τα πάντα στον αέρα και ξαφνικά... πουφ!... τα πάντα ξεθυμαίνουν, οι δεύτερες σκέψεις παίρνουν το πάνω χέρι, ο συντηρητισμός θριαμβεύει κι όλα συνεχίζουν δίχως καμιά ανατροπή, σα να μην έχει συμβεί τίποτα απολύτως. Τα ψεύτικα, επίπλαστα αισθήματα (που συχνά ούτε οι ίδιοι οι κάτοχοί τους γνωρίζουν ότι είναι ψεύτικα και επίπλαστα) κυριαρχούν από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή και ακόμα και ένας τραγικός θάνατος περνά σχεδόν στο ντούκου, καλύπτεται με ψέματα και όλα συνεχίζουν να "βαίνουν καλώς". Στο μεταξύ όμως η κενότητα και η ψευτιά έχουν αποκαλυφτεί σε όλο τους το μεγαλείο. Όπως, κατά βάθος, ψεύτικη είναι και η ελευθεριότητα των ηθών που μοιάζει να κυριαρχεί σε πρώτο επίπεδο.
Δεν χρειάζονται λοιπόν υπερβολικά βίαιες σκηνές και τόννοι αίματος για να δείξεις το κενό και την ψευτιά. Αν και η βία, παράλογη, κτηνώδης, άνευ λόγου και σκέψης, όπως όλα τα άλλα, δείχνεται με συγκλονιστικό τρόπο στην κλασική σκηνή του κυνηγιού, όπου ψυχροί, αδιάφοροι, με κάποια βαρεμάρα μάλιστα, οι ήρωές μας σφαγιάζουν έτσι για σπορ δεκάδες, εκατοντάδες ίσως, ανυπεράσπιστους λαγούς και φασιανούς, που απλώς τρέχουν έντρομοι. Πλακίτσες, ερωτικά γαϊτανάκια, παιχνίδια, να όμως και τι άλλο μπορούν να κάνουν στην πραγματικότητα οι φίλοι μας, είναι σα να λέει ο Ρενουάρ. Νομίζω ότι αυτή η βία αρκεί για να ειπωθούν πολλά.
Όσο για τη σκηνοθεσία, η ταινία είναι το αποκορύφωμα αυτού που στο σινεμά ονομάζεται "βάθος πεδίου". Επειδή τα πάντα σχεδόν συμβαίνουν στους ασφυκτικούς τοίχους του πύργου, που βέβαια λειτουργεί σα μικρόκοσμος, ο Ρενουάρ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τους μακρείς διαδρόμους και τα αχανή σαλόνια για να δείξει ταυτόχρονα πολλά επίπεδα δράσης στις συνήθως πολυπρόσωπες σκηνές του. Αν παρατηρήσετε προσεχτικά θα δείτε ότι, εκτός από όσα συμβαίνουν στο πρώτο επίπεδο της εικόνας, υπάρχουν γεγονότα που γίνονται σε δεύτερο ή και σε τρίτο επίπεδο. Άνθρωποι που περνάν, χαιρετιούνται, συνομιλούν και ό,τι άλλο.
Πολλοί το χαρακτήρισαν ως την καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία όλων των εποχών. Θα αποφύγω τέτοιους χαρακτηρισμούς γιατί - το έχω ξαναπεί - δεν νομίζω ότι υπάρχει μια "καλύτερη ταινία" ή "καλύτερο βίβλίο" ή "καλύτερος πίνακας" ή ό,τι άλλο τέτοιο. Θα θεωρήσω όμως - μαζί με άλλους - ότι πρόκειται για αριστούργημα, κυρίως επειδή λέει ό,τι λέει με τόσο ανεπαίσθητο και ανάλαφρο τρόπο. Αν και πιστεύω, το είπα στην αρχή, ότι λίγοι θεατές θα το εκτιμήσουν στις μέρες μας.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2009

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ 2008-2009

Έτσι λοιπόν οι διακοπές τελείωσαν και ο Σεπτέμβρης ξανάρθε και έτσι επίσης αρχίζουν πολλές σχολικές εκθέσεις (στις οποίες τα πρωτοβρόχια περιλαμβάνονται απαραιτήτως). Εμάς βεβαίως, πέραν των υψηλών, χαμηλών και άλλων διακυμάνσεων των βαρομετρικών, μας ενδιαφέρει πρωτίστως ότι με το τέλος Αυγούστου μια ακόμα κινηματογραφική σεζόν τελείωσε, αυτή του 2008 - 2009, οπότε είναι ώρα για τον καθιερωμένο μας απολογισμό. Κι επειδή κάθε χρόνο επαναλαμβάνω (προς μεγάλη σας βαρεμάρα) τα ίδια, πριν από τη λίστα με τα 10+ καλύτερα, έχω να πω τα εξής:
1. Όταν λέω σεζόν εννοώ όλες τις ταινίες που βγήκαν στα ελληνικά σινεμά από 1 Σεπτέμβρη 2008 έως 31 Αυγούστου 2009. Από την 1η Σεπτέμβρη 2009 οι ταινίες ανήκουν στην επόμενη σεζόν.
2. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες που παίχτηκαν σε επανέκδοση (π.χ. "Δεσμώτης του Ιλίγγου", "Βίκτωρ Βικτώρια", "Μερικοί το προτιμούν καυτό" κλπ. κλπ.)
3. Η σειρά των ταινιών που ξεχώρισα ΔΕΝ είναι αξιολογική. Σε καμία περίπτωση. Είναι απλώς αλφαβητική κατά επίθετο σκηνοθέτη. Εδώ δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω τις προσωπικές μου 10 καλύτερες. Σιγά μην αποφασίσω ποια είναι στο νο 6 και ποια στο νο 8...
Πάμε λοιπόν.

- ΑΣΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΝΑ ΜΠΕΙ του Tomas Alfredson
- ΒΙΚΥ, ΚΡΙΣΤΙΝΑ, ΜΠΑΡΤΣΕΛΟΝΑ του Woody Allen
- ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ του Stephen Daldry
- GRAN TORINO του Klint Eastwood
- ΒΑΛΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΣΙΡ του Ari Folman
- ΓΟΜΟΡΡΑ του Matteo Garrone
- 4 ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ του Jerzy Skolimowski
- IL DIVO του Paolo Sorrentino
- WALL-E του Andrew Stanton
- MILK του Gus Van Sant

Από κοντά (επιλαχούσες δηλαδή) και οι:
- HAPPY-GO-LUCKY του Mike Leigh
- BLINDNESS του Fernando Meirelles
- ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ του Laurent Cante
- WRESTLER του Darren Aronowsky
- FROST/NIXON του Ron Howard
- CORALINE του Henry Selick
- ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ του Guillermo Arriaga
- ΑΔΟΞΟΙ ΜΠΑΣΤΑΡΔΗ του Quentin Tarantino

αλλά και τα
- MESRIN του Jean-Francois Richet
- BRUNO του Larry Charles
- SLUMDOG MILLIONAIRE του Danny Boyle
- ΚΑΥΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ των αδελφών Coen
- SERAPHINE του Martin Provost

Φαντάζομαι τις αντιρρήσεις σας. Το Blindness, ας πούμε, δεν άρεσε σε κανένα, αλλά εμένα μου άρεσε και το περιέλαβα, ενώ άφησα απ' έξω "Το Κύμα", που πολλούς εντυπωσίασε, αλλά εμένα δεν με έπεισε καθόλου. Τι να κάνουμε όμως; Προσωπικές προτιμήσεις είναι αυτές. Να μην έχουμε τις παραξενιές και τα βίτσια μας; Οι αντιρρήσεις πάντως είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες. Αλλιώς δεν θα ήμουν κινηματογραφόφιλος (σαν διαστροφή ακούγεται) αλλά Ταλιμπάν.
Και του χρόνου με καλύτερες ταινίες!

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2009

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ, ΤΟ ΕΚΡΕΜΜΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΛΙΟΜΟΔΙΤΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ


Ο νους όσων θέλουν να "προβληματιστούν" για το ποιος είναι ο βασιλιάς των b-movies, πάει κατ' ευθείαν στον Roger Corman. Παραγωγός πάνω από 300 (!) ταινιών και σκηνοθέτης των 50τόσων απ' αυτές, έδωσε τις πιο αξιομνημόνευτες δουλειές του στις αρχές της δεκαετίας του 60, κυρίως με τα εμπνευσμένα από τον Πόε φιλμ του.
Το "Pit and the Pendulum" του 1961 είναι χαρακτηριστικό, συγκεντρώνοντας όλα τα γνωρίσματα της σειράς και, φυσικά, έχοντας και πάλι σαν πρωταγωνιστή τον επιβλητικό Βίνσεντ Πράις.
Η ταινία βασίζεται, υποτίθεται, στο ομώνυμο διήγημα του Πόε, οι αλλαγές όμως στο στόρι είναι πάμπολλες. Γενικά μην έχετε την προσμονή ότι θα παρακολουθήσετε αυτούσια την ιστορία του μεγάλου συγγραφέα. Αφεθείτε απλώς στο γενικό κλίμα και δείτε ένα καινούριο σενάριο με πολλές αλλαγές, που, όπως συχνά γίνεται σ' αυτή τη σειρά, αποτελεί συνοθύλευμα από κάμποσα διηγήματά του. Και, όπως συχνά συμβαίνει σ' αυτά, αλλά και στις σχετικές ταινίες, στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται η εμμονή του Πόε με το εφιαλτικό θέμα της πρόωρης ταφής.
Μ΄ αυτά λοιπόν στο μυαλό, θα δείτε ένα φιλμ βουτηγμένο στο μπαρόκ. Τα βαριά σκηνικά και χρώματα, τα ρούχα των ηρώων, το υπόγειο με τα παλιά όργανα βασανιστηρίων, ο ίδιος ο πύργος όπου διαδραματίζεται η τρομαχτική ιστορία - με αποκορύφωμα τον φοβερό χώρο με το πηγάδι και το εκρεμμές - όλα συμβάλουν στη δημουργία της μπαρόκ ατμόσφαιρας. Και βέβαια το παίξιμο των ηθοποιών, και κυρίως του Πράις. Υπερβολικό, στυλιζαρισμένο, θεατρικό, δίνει ακριβώς τον τόνο του φιλμ. Και δίπλα του η Μπάρμπαρα Στιλ, βασίλισσα των b-movies της εποχής, για να ολοκληρωθεί η εικόνα.
Βλέποντάς το σήμερα είναι σίγουρο ότι δεν θα τρομάξετε - τουλάχιστον όχι τόσο όσο τρόμαζαν οι θεατές του 60. Ίσως μάλιστα σε κάποια σημεία - λίγο με το παίξιμο των ηθοποιών, λίγο με το γενικό στυλιζάρισμα - ίσως, λέω, να σας έρθει και κανένα γελάκι. Παρ' όλα αυτά δεν το θεωρώ κακή ταινία. Νομίζω μάλιστα ότι τόσο αυτή όσο και οι υπόλοιπες της σειράς αποτελούν must για τους φίλους του είδους. "Γιατί;" θα μου πείτε, "αφού προηγουμένως την χαρακτήρισες περίπου ξεπερασμένη". Δεν μπορώ να σας απαντήσω με λόγια, γιατί πάνω απ' όλα υπάρχει η γενική, πολύ έντονη αίσθηση και η περιρέουσα ατμόσφαιρα. Απλώς πιστεύω ότι η σειρά του Κόρμαν που βασίζεται στον Πόε εκπέμπει όσο ελάχιστες άλλες αυτό που θα αποκαλούσαμε "γοητεία του παλιομοδίτικου". Κι αυτό είναι σημαντικό, για μένα τουλάχιστον.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2009

ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


Το "Πέντε λεπτά πριν τον παράδεισο" (Five minutes of heaven) του γερμανού Oliver Hirschbiegel (που είχε κάνει "Το Πείραμα" και την "Πτώση") μας μεταφέρει στην ταραγμένη βόρεια Ιρλανδία, πρώτα στη δεκαετία του 70, όταν ο πόλεμος, εθνικός (ενάντια στους άγγλους) και εμφύλιος (καθολικοί εναντίον προτεσταντών), μαινόταν, και στη συνέχεια στη σύγχρονη εποχή, όπου κάποιοι πασχίζουν να επουλώσουν τις παλιές πληγές, δίχως να τα καταφέρνουν πάντα. Ένα τηλεοπτικό σόου λοιπόν προσπαθεί να φέρει σε επαφή και να συμφιλιώσει έναν άνθρωπο με το δολοφόνο του αδελφού του, τριαντατόσα χρόνια μετά το τραγικό γεγονός.
Η ταινία έχει βέβαια τα κλασικά φιλειρηνικά μηνύματα, της δίνω όμως κάποιους παραπάνω πόντους απ' αυτό. Αυτό που δείχνεται ξεκάθαρα εδώ, είναι ότι τα θύματα της βίας βρίσκονται πάντοτε κι από τις δυο πλευρές: Και του θύτη και του θύματος. Παρακολουθώντας την εξέλιξη των δύο αυτών ανθρώπων (ο δολοφόνος έχει κάνει 12 χρόνια φυλακή πριν αφεθεί ελεύθερος), διαπιστώνουμε ότι οι ζωές και των δύο έχουν πρακτικά καταστραφεί. Δεν υπάρχουν πια καλοί και κακοί, ένοχοι και αθώοι. Υπάρχουν μόνο τσακισμένοι άνθρωποι που πληρώνουν μια ζωή τον φανατισμό και την επιπολαιότητα (στο συγκεκριμένο φιλμ ενός δεκαεφτάχρονου, αλλά βέβαια τα συμπεράσματα είναι πολύ γενικότερα). Αυτή η απόλυτη καταδίκη του φανατισμού και της βίας είναι και το βασικό ατού της ταινίας. Καθώς και κάποιος προβληματισμός για το ρόλο της τηλεόρασης, που μετατρέπει τον ανθρώπινο πόνο (έστω και αν έχει καλές προθέσεις, όπως αφήνεται να εννοηθεί εδώ) σε τηλεοπτικό σόου.
Και βέβαια στα συν οι πολύ καλές ερμηνείες του Τζέιμς Νέσμπιτ και του Λίαμ Νίσον. Αλλά και το ότι η δραματική αυτή ταινία είναι γυρισμένη σαν ψυχολογικό θρίλερ με το σασπένς να ανεβαίνει καθώς οι θεατές προσπαθούν να μαντέψουν τις αντιδράσεις και τις ενέργειες των ηρώων. Αυτό είναι έξυπνο, γιατί το όλο στόρι πάσχει από θεατρικότητα και, στα χέρια ενός άλλου σκηνοθέτη, θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο στατικό και θεατρικό. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα αρκετά καλή ταινία, την παρακολούθησα με ενδιαφέρον, αλλά δεν τη θεωρώ αριστούργημα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 04, 2009

ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΠΡΕΣΟΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΧΡΗΜΑ


Θα το πω από την πρώτη στιγμή: Το σινεμά του Robert Bresson (1901-1999) είναι δύσκολο, απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ. Ίσως μεγάλο μέρος της δυσκολίας αυτής οφείλεται στη "στεγνότητά" του, την έλλειψη αφηγηματικότητας και δράσης. Για τα τελευταία αυτά χαρακτηριστικά δεν είναι ακριβώς υπέυθυνα τα σενάρια (που είναι "κανονικά"), αλλά ο τρόπος κινηματογράφησης. Η κάμερα του Bresson είναι αυτή που αποφεύγει τη δράση, όχι τα όσα συμβαίνουν σεναριακά.
"Το Χρήμα" του 1983 υπήρξε η τελευταία του ταινία. Εδώ παίρνει ένα διήγημα του Τολστόι, το μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή και το φέρνει απόλυτα στα δικά του μέτρα. Τα μπρεσονικά γνωρίσματα βρίσκονται όλα εδώ: Μινιμαλισμός και λιτότητα στο έπακρο, απαραίτητες μόνο κινήσεις της κάμερας, γυμνή και στεγνή εικόνα που, ανεξάρτητα με το τι αφηγείται, κινηματογραφεί μόνο καθημερινά, συνηθισμένα πράγματα, ερασιτέχνες ηθοποιοί που παίζουν με παράξενο, αργό τρόπο, σαν υπνωτισμένοι. Τα πάντα περιορίζονται στο απόλυτα αναγκαίο, τίποτα δεν είναι περιττό, δεν υπάρχει καμιά φιοριτούρα, κανένα εφφέ.
Φυσικά όλα αυτά μπορεί να κουράσουν τον ανύποπτο θεατή. Τα νοήματα ωστόσο είναι πολλά και πλούσια. Πρώτα - πρώτα ο Bresson ξεκινά από το τεριμμένο: Το χρήμα δεν φέρνει ευτυχία. Αντίθετα, εδώ έχουμε μια αλυσίδα όλο και κλιμακούμενων καταστροφών, που φτάνουν σε απώλειες ζωών. Χαρακτήρες αλλάζουν, άνθρωποι διαφθείρονται, ζωές πάνε στράφι, και όλα ξεκινούν από ένα πλαστό χαρτονόμισμα. Ταυτόχρονα όμως ανιχνεύουμε και μια αρκετά πολιτική ματιά: Τα πλουσιόπαιδα, από τα οποία ξεκινά το κακό, μένουν ουσιαστικά ατιμώρητα. Οι επιπτώσεις στη ζωή των μεσαίων είναι σχετικά μικρές - παρά το ότι μάλιστα αυτοί οι τελευταίοι συνέχισαν αδίστακτα τον κύκλο της ανηθικότητας. Στη ζωή των φτωχών όμως, του μεροκαματιάρη ήρωα, της οικογένειάς του και του περίγυρού του, επέρχεται ένα αληθινό τσουνάμι που θα αλλάξει ριζικά (προς το χειρότερο φυσικά) τη μοίρα τους - αφού πρώτα θα έχει αλλάξει τους χαρακτήρες τους. Πιο ταξικά δεν γίνεται...
Σε ένα άλλο επίπεδο πάλι, παρακολουθούμε την πορεία ενός ανθρώπου από την τιμιότητα προς το απόλυτο κακό. Η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής εμφανίζεται με τα μελανότετρα χρώματα. Στην ψυχή του δεν χωρά ούτε ευγνωμοσύνη ούτε μετάνοια. Η διαφθορά ενός ανθρώπου οδηγείται στα απόλυτα άκρα.
Φυσικά μπορείτε και σεις να εξάγετε κι άλλα ακόμα ή και διαφορετικά συμπεράσματα. Οι ταινίες σκηνοθετών με όραμα και προσωπικότητα έχουν πάντοτε πολλά επίπεδα. Ανεξαρτήτως αυτού όμως, πρόκειται για δύσκολη ταινία, που απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ ή, τέλος πάντων, σε όσους γνωρίζουν το έργο του Bresson και ξέρουν το στιλ του, που, όπως είπαμε, βασίζεται στο ελάχιστο. Όσο για τους υπόλοιπους... εγώ τους προειδοποίησα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

Ο ΒΙΚΤΩΡ, Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΦΥΛΑ


Το "Victor, Victoria" του 1982 είναι νομίζω η τελευταία καλή ταινία του Blake Edwards (1922-2010), που σκηνοθετεί ήδη από το 1955. Από εκεί και πέρα ο σκηνοθέτης αυτός αναλώθηκε σε φτηνές κωμωδιούλες, που δικαίως πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες. Εδώ όμως η σπιρτάδα, οι κωμικές ανατροπές, οι ξεκαρδιστικές σε μερικές φάσεις καταστάσεις, περισσεύουν.
Πρώτα απ' όλα, βέβαια, το "Victor, Victoria" είναι ένα κωμικό μιούζικαλ που παίζει με τα φύλα. Οι περισσότεροι από τους αρσενικούς ήρωες είναι gay, οι υπόλοιποι προβληματίζονται για τη σεξουαλική τους ταυτότητα, ενώ η Τζούλι Άντριους στον βασικό ρόλο, ενσαρκώνει μια γυναίκα που υποδύεται ένα τραβεστί, δηλαδή έναν άντρα που υποδύεται μια γυναίκα! Γύρω της στήνεται ένα πολύπλοκο γαϊτανάκι που αφορά μπερδέματα φύλων: Σκληροτράχηλοι γκάγκστερς που αναρωτιούνται για τις προτιμήσεις τους, άλλοι που ομολογούν ότι πάντοτε ήταν gay, ερωτικές σχέσεις που διχάζονται ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, άντρες που τρέμουν να αποκαλύψουν τις αληθινές επιθυμίες τους στο κοινό... Ανατρεπτικό φιλμ με τα όλα του κατά βάθος, όπου αντρισμοί, πρότυπα και άλλα στερεότυπα και ταμπού πάνε περίπατο... Κι όλα αυτά με μια σειρά από απολαυστικά σεναριακά μπερδέματα και απρόβλεπτες καταστάσεις, που διανθίζονται από έξυπνα και αρκετά αστεία μουσικοχορευτικά νούμερα. Και επίσης, απόλυτα απενοχοποιημένα. Ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του και καλά κάνει. Κανένα πρόβλημα, μοιάζει να μας λέει ο Edwards. Ας είστε ό,τι θέλετε να είστε, φτάνει να μην πειράζετε κανέναν.
Σε ένα άλλο επίπεδο, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το "Victor, Victoria" μιλά για την ίδια τη φύση του θεάματος, τον τεχνητό του χαρακτήρα. Σα να μας υπενθυμίζει διαρκώς δηλαδή ότι όσα βλέπουμε στη σκηνή ή στην οθόνη είναι ψεύτικα, με την έννοια ότι όλοι αυτοί είναι ηθοποιοί, υποδύονται κάποιους χαρακτήρες, δεν είναι στην πραγματικότητα οι χαρακτήρες αυτοί. Πρόκειται για καταστάσεις στημένες, επινοημένες από κάποιον ή κάποιους, φτιαγμένες απ' αυτούς. Αυτό ακριβώς δεν είναι το θέαμα;
Ξαναείδα το φιλμ μετά από πολλά πολλά χρόνια και το βρήκα εξ ίσου απολαυστικό. Πιστεύω ότι το ίδιο θα το βρείτε κι εσείς.

Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2009

ΕΝΑ "ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΑ" ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΠΑΝΤΑ


Μια από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι το "The Ηaunting" (1963) του Robert Wise (1914-2005). Φυσικά πρόκειται για ταινία τρόμου, νομίζω όμως ότι, πέρα απ’ αυτό, είναι μια εξαιρετική ταινία γενικότερα. Ίδιας περίπου εποχής με ένα άλλο αριστούργημα του είδους, το "The Innocents" του Jack Clayton, έχει αρκετά κοινά στοιχεία μαζί του: Και οι δύο είναι ασπρόμαυρες και βασίζονται στην υποβλητική ατμόσφαιρα και καθόλου στα εφφέ, και οι δύο έχουν σαν βασική ηρωίδα μια γυναίκα σεξουαλικά στερημένη, καταπιεσμένη από το περιβάλλον της, που βρίσκεται στα όρια της ψύχωσης, τόσο ώστε ποτέ να μην είμαστε απόλυτα βέβαιοι για το αν τα όσα τρομαχτικά βλέπουμε συμβαίνουν στ’ αλήθεια ή είναι γεννήματα της ταραγμένης της φαντασίας. Εδώ βέβαια, όλα δείχνουν ότι το υπερφυσικό στοιχείο είναι απόλυτα αληθινό και το φιλμ του Wise παίζει λιγότερο με την αμφισημία απ’ όσο η ταινία του Clayton.
Το εκπληκτικό είναι ότι, τόσα χρόνια μετά την εποχή που γυρίστηκε, η ταινία εξακολουθεί να με καθηλώνει και σε πολλά σημεία να με τρομάζει. Για μια ακόμα φορά το παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα. Το επίτευγμα αυτό γίνεται ακόμα πιο θαυμαστό αφού, όπως προανέφερα, όλα συμβαίνουν δίχως ξαφνικά «μπαμ» και δίχως καθόλου εφφέ. Ποτέ δεν θα δούμε κάποιο τέρας, φάντασμα ή ό,τι άλλο τρομαχτικό. Όλα χτίζονται, λεπτό με λεπτό, χάρη στην ατμόσφαιρα. Παρ’ όλα αυτά θα τρομάξετε, πιστέψτε με. Πιστός στην άποψη που θέλει το τρομαχτικό να βρίσκεται σ' αυτό που ΔΕΝ βλέπουμε κι όχι στα ορατά σημεία (και τέρατα), παράδοση που πάει πίσω στον Τουρνέρ, ο Γουάιζ κάνει μια κλασική ταινία της άποψης αυτής. Πόσο μακριά βρισκόμαστε από τα σύγχρονα ανούσια σπλάτερ ή τις ταινίες που πασχίζουν να σε τρομάξουν με ψηφιακά εφφέ τεράτων και άλλων, κάθε λογής, μπαμπούλων… Ακόμα και η υπόθεση είναι απλή: μια ομάδα ανθρώπων, με επικεφαλής έναν επιστήμονα – ερευνητή του υπερφυσικού κλείνονται σ’ ένα σπίτι που θεωρείται στοιχειωμένο για να μελετήσουν τα φαινόμενα που συμβαίνουν εκεί. Όλα τα υπόλοιπα αφήνονται στη δεξιοτεχνία του Wise, που υποβοηθούμενος από φωτογραφία, μουσική, αλλά και το παράδοξο ντεκόρ του δαιδαλώδους και ακαθόριστου αρχιτεκτονικού ρυθμού σπιτιού σαν φόντο, καταφέρνει να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα που θέλει και να αιχμαλωτίσει τους θεατές. Όπως καταλάβατε, ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι το ίδιο το σπίτι, αλλά, βέβαια, σημντικό ρόλο παίζουν και οι χαρακτήρες των λίγων πρωταγωνιστών και κυρίως της βασικής, εύθραυστης ηρωίδας.
Είναι από τις λίγες ταινίες τρόμου που συνίσταται και σε μη φίλους του είδους. Αυτό που θα δουν είναι μια κλασική ταινία. Και στα κλασικά το είδος δεν έχει καμιά σημασία. Σε αντίθεση, βέβαια, από το ηλίθιο ριμέικ που, αναπόφευκτα, γυρίστηκε το 1999 και έχει με το πρωτότυπο φιλμ όση σχέση έχει ο Σάββας με τον Κουρασάβα.

Κυριακή, Αυγούστου 30, 2009

Η ΠΑΝΤΟΤΕ ΥΠΕΡΟΧΗ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΗ ΛΟΛΙΤΑ


Ακόμη απορούν πολλοί για το πώς ο Stanley Kubrick (1928-1999) κατάφερε να γυρίσει το 1962 μια ταινία σαν τη "Λολίτα", πάνω σε ένα θέμα τόσο ταμπού που νομίζω ότι και σήμερα θα υπήρχαν δυσκολίες και αντιδράσεις (ίσως και περισσότερες μάλιστα). Όπου ένας μεσήλικας καθηγητής ερωτεύεται παράφορα την ανήλικη κόρη της σπιτονοικοκυράς του, ζει μαζί της για αρκετό διάστημα, αλλά το πάθος του αυτό τον οδηγεί στην καταστροφή. Και όπου ένας μεγάλος συγγραφέας, ο Vladimir Nabokov, συναντά ένα μεγάλο σκηνοθέτη.
Η ταινία ξεκινά με τη δυνατή τελική σκηνή και είναι ολόκληρη ένα φλας μπακ, μέχρι να φτάσουμε πάλι στο τέλος. Στο ενδιάμεσο... ένας συνεχής κατήφορος. Και μια από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου μελέτες στην ιστορία του σινεμά πάνω στις ολέθριες επιδράσεις του ανεξέλεγκτου πάθους. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε εδώ ότι ότι παρά το ότι αναφερόμαστε σε έναν απαγορευμένο (και νομικά) έρωτα, η σταδιακή παρακμή του καθηγητή, η παθολογική του ζήλεια, το βαθμιαίο χάσιμο της αξιοπρέπειάς του και η τελική του κίνηση θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί από οποιασδήποτε μορφής ερωτικού πάθους. Το "απαγορευμένο" απλώς περιπλέκει τα πράγματα και κάνει ακόμα δυσκολότερη τη θέση του, καθώς είναι υποχρεωμένος να κρύβεται και από τον ασφυκτικό κοινωνικό περίγυρο.
Φυσικά έχουμε εδώ ένα μεγάλο δημιουργό, από τους μεγαλύτερους της ιστορίας του σινεμά. Γι΄αυτό και με έκανε να βιώσω το σκοτεινό πάθος του ήρωα, που γίνεται όλο και πιο καταστροφικό. Γι΄αυτό και παρακολούθησα τις ασπρόμαυρες εικόνες της ταινίας με αμείωτο ενδιαφέρον από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Γι' αυτό έκανε τους ηθοποιούς του τόσο πειστικούς, από τον θαυμάσιο Τζέιμς Μέισον, τον διεστραμένο πνευματικά Πίτερ Σέλλερς και την στα όρια της υστερίας Σέλεϊ Γουίντερς μέχρι την ίδια τη Λολίτα (την Σου Λάιον, που μετά από τον μεγάλο αυτόν ρόλο έπαιξε σε σχετικά λίγες και μάλλον αδιάφορες ταινίες).
Τελικά η όλη ιστορία ξεπερνά το θέμα του καλού και του κακού. Το πραγματικό της θέμα είναι το πάθος και πού μπορεί αυτό να οδηγήσει, πράγμα που κάνει το φιλμ παγκόσμιο, πέρα από τις εποχές και τα ταμπού της κάθε μιας απ' αυτές. Και έχει ενδιαφέρον η παγκοσμιότητα αυτή του θέματος σε αντιπαράθεση με την εποχή, τα πρώτα 60ς, την ατμόσφαιρα των οποίων καταφέρνει να αιχμαλωτίσει θαυμάσια, δημιουργώντας έτσι μια διαρκή αντίστιξη: Από τη μία οι λεπτομερείς πινελιές που καταγράφουν την εποχή, από την άλλη η διαχρονική ιστορία.
Αποφύγετε το ανούσιο ριμέικ που γυρίστηκε το 1999 (διάβολε, γιατί πρέπει να κάνουν ριμέικ ακόμα και στα κλασικότερα φιλμ;) και απολαύστε το πρωτότυπο, αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Παρασκευή, Αυγούστου 28, 2009

ΟΙ ΜΠΑΣΤΕΡΔΟΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Πόση πλάκα μπορεί πια να κάνει ο Quentin Tarantino; Απεριόριστη, φυσικά, μοιάζει να απαντά ο ίδιος. Αφού και τα b-movies που πάνω από οτιδήποτε άλλο τον εμπνέουν είναι κι αυτά απεριόριστα. Έτσι, μετά τους γκάνγκστερς, τα blaxploitation, τις ταινίες με κυνηγητά με αυτοκίνητα, τις ανατολικές πολεμικές τέχνες, σειρά έχουν οι πολεμικές περιπέτειες. Το Inglourious Basterds (Άδοξοι Μπάσταρδη) μας πάει στο Β' Παγκόσμιο, τα απόσπασμα από αμερικάνους εβραίους εκδικείται με λύσσα τους κτηνώδεις ναζί, ο Χίτλερ, ο Γκέμπελς και κάμποσα άλλα ναζιστικά καθίκια κρατάν σημαντικούς ρόλους και ο χαβαλές και η βία (με κάμποση δόση σπλάτερ) πάνε για μια ακόμα φορά χέρι - χέρι.
Ναι, ίσως η ταινία σεναριακά να είναι κάπως ατσούμπαλη, να μην αποφασίζει σε ποια ιστορία θα επικεντρώσει, σ' αυτή των "Μπάσταρδων" ή αυτή της όμορφης ιδιοκτήτριας σινεμά, όμως, παρ' όλ' αυτά, προσωπικά το διασκέδασα αφάνταστα. Οι μακροσκελείς αλλά έξυπνοι και ξεκαρδιστικοί ενίοτε διάλογοι, σήμα κατατεθέν του Ταραντίνο, είναι και πάλι εδώ, τα b-movies επίσης (το είπαμε στην αρχή), οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές πανταχού παρούσες (αυτή τη φορά και σε προπολεμικά ευρωπαϊκά φιλμ και σκηνοθέτες), οι ανατροπές δίνουν ενδιαφέρον και κορυφώνουν - σαδίστικά ενίοτε - την αγωνία, ο αυστριακός Christoph Waltz στο ρόλο του κακού είναι εξαιρετικός, ε, τι άλλο θέλει κανείς για να διασκεδάσει;
Το προηγούμενό του, το Deathproof, δεν μου είχε αρέσει και πολύ και φοβόμουν ότι ο σκηνοθέτης είχε αρχίσει να εξαντλείται. Να όμως που εδώ καταφέρνει να ανανεώσει απόλυτα το ρεπερτόριό του, ακόμα κι αν αυτό αποτελείται από τα ίδια βασικά συστατικά, αυτά που περιέγραψα πιο πάνω. Και να που το δημιουργικό θράσος του φτάνει σε τέτοια ύψη, που εξόφθαλμα αλλάζει τα φώτα στην Ιστορία (δεν θα σας πώ πώς γιατί θα είναι spoiler, αλλά και ο πλέον ανιστόρητος θα καταλάβει αμέσως ότι δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα...)
Παρά τα κάποια προβλήματα λοιπόν, προσωπικά απόλαυσα ένα κοκτέιλ δράσης, χιούμορ και σασπένς και επανεκτίμησα τον Ταραντίνο και το μοναδικό στιλ του (που δυστυχώς έχει αντιγραφεί από πολλούς, συχνά με κακό τρόπο). Μπορείτε να το απολαύσετε κι εσείς, φτάνει να το δείτε απόλυτα απενοχοποιημένοι και, κυρίως, να βάλετε καλά στο μυαλό σας ότι ποτέ, όπως όλα δείχνουν, δεν θα δούμε κάτι σοβαρό ή "σοβαρό" από αυτόν τον τύπο.

Τετάρτη, Αυγούστου 26, 2009

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 123 ΠΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΟΛΛΑ


O Tony Scott έχει κάνει αρκετά blogbuster και μερικές καλές ταινίες. Φυσικά ξέρει να φτιάχνει χορταστικές περιπέτειες και το "The Taking of Pelham 1 2 3" (2009) (ριμέικ ενός b-movie των 70ς που δεν έχω δει) είναι μια απ' αυτές. Αν λοιπόν αρκείστε ακόμα σ' αυτό... για θερινό σινεμαδάκι καλούτσικο είναι. Αν όμως θέλετε κάτι έστω και λίγο παραπάνω, η προσωπική μου συμβουλή είναι να ψάξετε αλλού.
Νομίζω ότι το φιλμ ακολουθεί ένα πλήθος από συνταγές που έχουμε ξαναδεί επανειλημμένα, αλλά δεν ανανεώνει καμιά τους. Πόσες φορές ας πούμε έχουμε δει τον σχεδόν παρανοϊκό κακό (Τραβόλτα) να τρέφει μια αμοιβαία συμπάθεια προς τον "καλό" (Ντέντζελ Ουάσινγκτον), κι ας ισχύει μεταξύ τους το "ο θάνατός σου η ζωή μου"; Ναι,το φιλμ διαθέτει δράση, αλλά οι μισές αμερικάνικες ταινίες διαθέτουν. Θέλει να δημιουργήσει σασπένς (και ως ένα βαθμό το καταφέρνει), έχουμε δει όμως απείρως πιο πετυχημένα σασπένς. Όσο για τη σχέση "καλού" - "κακού", θύτη - θύματος, τα είπαμε παραπάνω. Αφείστε πια τις αναληθοφάνειες. Ε, αυτές πια πάνε χέρι - χέρι με αμερικάνικες ταινίες του είδους. Οι σκηνές, ας πούμε, που οι μπάτσοι τρέχουν να πάνε τα λύτρα και τρακάρουν με τα μισά αυτοκίνητα της πόλης και παθαίνουν τα μύρια όσα μου προκάλεσαν γέλιο. Και σιγά μην έτρεχε ο άσχετος μ' όλ' αυτά, φυλήσυχος Ντέντζελ οικειοθελώς πίσω απ' τους κακούς μόνο και μόνο για να θριαμβεύσει το καλό. Κάπως ο σεναριογράφος πάει να τσαλακώσει την άψογη, πλήρη αθωότητας εικόνα του, αλλά το παράπτωμά του είναι τόσο ανθρώπινο, τόσο κάτι που πιθανώς θα έκαναν οι περισσότεροι από εμάς αν μπορούσαν, που πάλι μας βγαίνει συμπαθής και μόνο συμπαθής.
Οπότε, ψιλοπέρασα την ώρα μου με τους κακούς που καταλαμβάνουν με άψογα οργανωμένο σχέδιο ένα βαγόνι του μετρό της Νέας Υόρκης, όταν όμως τέλειωσε το πανηγύρι ήμουν απόλυτα πεπεισμένος ότι και να μην παρευρισκόμουν σ' αυτό δεν θα έχανα και τίποτα.

Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2009

ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ ΚΙ ΕΝΑ "ΕΠΙΠΕΔΟ" ΦΙΛΜ


Ο James Gray είναι ενδιαφέρων σκηνοθέτης. Διαθέτει μια πειστικότητα, έναν ρεαλισμό, ξέρει να φτιάχνει χαρακτήρες. Στο "Two Lovers" ωστόσο του 2008 κάνει ένα ερωτικό / δραματικό φιλμ που, ενώ διαθέτει κατά τη γνώμη μου αρετές, μου φάνηκε συνολικά "επίπεδο", δίχως κορυφώσεις, αλλά και δίχως τον ωμό ρεαλισμό που θα μας έκανε να το χαρακτηρίσουμε "φέτα ζωής".
Ο διπολικός (= κάτι σαν σχιζοφρενικός) ήρωας, με απόπειρες αυτοκτονίας στην πλάτη του, διχάζεται ερωτικά ανάμεσα σε δύο γυναίκες, μία που θα ήθελε πολύ και η οικογένειά του και μία που πραγματικά θέλει ο ίδιος. Στις αρετές του φιλμ συγκαταλέγονται το ότι όλα αυτά συμβαίνουν όπως ακριβώς και στη ζωή: Κανένας από τους πειστικότατους χαρακτήρες δεν είναι "κακός" ή "καλός", τουτέστιν σχηματικά συμπαθής ή αντιπαθής. Ο καθένας κουβαλά τη δική του αλήθεια, τον δικό του κόσμο, στιλ και άποψη για τα πράγματα. Το δίλημμα του ήρωα είναι ένα δίλημμα που θα μπορούσε να απασχολήσει οποιονδήποτε. Οι σχέσεις με το περιβάλλον, με την οικογένειά του, που είναι κάπως πιεστική, δίχως όμως τίποτα ιδιαίτερο (έτσι ακριβώς είναι νομίζω οι περισσότερες οικογένειες), δίνονται κι αυτές πειστικά. Αυτό που θα δημιουργήσει τις περισσότερες συζητήσεις είναι το τέλος, κάπως απρόβλεπτο και ιδιαιτέρως προσγειωμένο. Πολλοί ενοχλήθηκαν από την απόλυτη έλλειψη κορύφωσης και ρομαντισμού σε μια κατά τα άλλα ρομαντική ταινία, από ένα είδος "δειλίας" (δεν θα σας πω περισσότερα, αλλά ένα μικρό spoiler θα το κάνω: Προσωπικά νομίζω ότι ο Gray ήθελε ακριβώς να μας μιλήσει για τον συμβιβασμό, για την ανάγκη των περισσότερων για σιγουριά και ασφάλεια, για τον φόβο της μοναξιάς. Δεν φαίνεται να παίρνει θέση, αλλά επιλέγοντας αυτό το τέλος είναι σα να μας λέει: "Να, έτσι γίνονται τα πράγματα, συνήθως τελειώνουν δίχως εξάρσεις, με συμβιβασμούς, με αποδοχή αυτού που ίσως δεν θέλουμε, θα προσπαθήσουμε όμως να το δεχτούμε και να το αγαπήσουμε".

Η ταινία διαθέτει και τρυφερότητα και αρκετό ρομαντισμό, σε καμία περίπτωση όμως δεν στοχεύει σε όσους λατρεύουν τις αισθηματικές ροζ ιστορίες. Είναι πιο προσγειωμένη, πιο ρεαλιστική απ' αυτές. Ωστόσο ισχύει αυτό που έγραψα στην αρχή: Είναι επίπεδη, δίχως κορυφώσεις. Την παρακολούθησα με σχετικό ενδιαφέρον και μετά σκέφτηκα ότι και να μην την έβλεπα δεν θα έχανα και τίποτα σπουδαίο. Εκτός από τις καλές ηθοποιίες, κυρίως του Γιοακίμ Φίνιξ.

Κυριακή, Αυγούστου 23, 2009

OI TRANSFORMERS ΚΑΙ Η ΒΑΒΟΥΡΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΟΥΟΝΤΑΙ


Γιατί κάποιος άνω των 15 πάει να δει τους Transformers και μάλιστα το νο 2 (Transformers: Revenge of the Fallen); Επειδή βρίσκεται σε χαλαρές διακοπές και η ώρα 9.30-11 είναι κενή και το θερινό σινεμαδάκι δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις είναι ό, τι πρέπει. Και παρ’ όλες αυτές τις θετικές συγκυρίες βγαίνει βρίζοντας για την ώρα που έχασε.
Τι να πρωτοθάψω σε μια ταινία σαν κι αυτή; Το ότι ο Michael Bay (γνωστός και σεσημασμένος άλλωστε και για κάμποσες άλλες υπερπαραγωγές όπως ο “Armagedon” ή το “The Rock”, που βρήκα συμπαθητικό για το είδος του) επί δύο ολόκληρες ώρες κάνει μια απίστευτη βαβούρα από παλιοσίδερα που συγκρούονται μέχρις τελικής πτώσης; Για την επιεικώς γελοία ιστορία, η οποία σε μένα τουλάχιστον δεν κίνησε ούτε σε ένα σημείο το ενδιαφέρον; Ή για το ότι, παρά τη διαρκή φασαρία και την ταχύτατη, σε στιλ βιντεοκλίπ (ο Bay υπήρξε άλλωστε πρώην βιντεοκλιπάς), σκηνοθεσία, κόντεψε σε μερικά σημεία να με πάρει ο ύπνος (κυριολεκτικά, αφού κάπου – κάπου τα βλέφαρά μου βάραιναν);
Και έχω και άλλη μια ένσταση: Επιτρέψτε μου, πριν δω το φιλμ, να αγνοώ πλήρως τη μυθολογία και το όλο κόνσεπτ των Transformers. Ε, λοιπόν, για κάμποση ώρα (ίσως και μισή) δεν καταλάβαινα τίποτα σχεδόν απ’ ό, τι συνέβαινε στην οθόνη. Έπειτα συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν καλά και κακά ρομπότ (ή τέλος πάντων ρομποτοειδείς κάτοικοι κάποιου πλανήτη που έχουν εισβάλλει στη γη), αλλά μου πήρε άλλο τόσο να ξεχωρίσω τις μορφές τους (ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί δηλαδή).
Όλα τα λεφτά όμως είναι νομίζω η ηθοποιία της σούπερ γκόμενας πρωταγωνίστριας Megan Fox. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω ξαναδεί κάτι πιο ψεύτικο και πλαστικό στην οθόνη. Και θυμήθηκα το παλιό αστείο, που εδώ ισχύει απόλυτα, ότι τα ποικίλα ρομπότ έπαιζαν πολύ καλύτερα απ’ αυτήν (ή, τουλάχιστον, τα πρόσωπά τους ήταν πολύ πιο εκφραστικά από το δικό της). Θα την ξανάβλεπα πολύ ευχαρίστως στις σελίδες του Playboy ή κάποιου συναφούς (μακάρι και τολμηρότερου) περιοδικού, στο σινεμά όμως…
Θα τονίσω (το έχω ξαναγράψει άλλωστε και στο παρελθόν) ότι δεν έχω τίποτα με τις ταινίες που στόχος τους είναι η απλή ψυχαγωγία και απολύτως τίποτε παραπάνω. Ίσα – ίσα που πολλές φορές είναι ευπρόσδεκτες και κάποιες άλλες αληθινά καλά φιλμ (κενά περιεχομένου μεν, αλλά αληθινά καλά). Και μ’ αρέσει και η επιστημονική φαντασία. Μ’ αυτούς εδώ όμως τους τραγικούς κατά τη γνώμη μου Transformers δεν ψυχαγωγήθηκα καθόλου. Απλώς σκυλοβαρέθηκα.

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2009

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog... κολυμπά. Ίσως δει και καμιά ταινία εκεί που θα βρίσκεται, ίσως όχι. Προέχει η θάλασσα.
Καλή αντάμωση λοιπόν στα τέλη Αυγούστου και καλές διακοπές σε όσους δεν πήγαν ακόμα.

"ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΚΙΤΡΙΝΗ" ΚΑΙ... ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ


Ίσως το σουηδικό φιλμ "Ειμαι περίεργη: Κίτρινη" (Jag ar nyfiken) που γύρισε το 1967 ο Vilgot Sjöman (1924-2006) να θεωρείται χαρακτηριστικό του αντεργκράουντ / πειραματικού / πολιτικοποιημένου σινεμά των 60ς (όπως και η συνέχειά του "Είμαι περίεργη: Μπλε"), σήμερα όμως φοβάμαι ότι μάλλον κουράζει και φαίνεται αρκετά γερασμένο.
Πρόκειται για μια μίξη fiction και ντοκιμαντέρ, με χαλαρή πλοκή, που επιχερεί να καταπιαστεί με όλα τα καυτά προβλήματα της εποχής. Η εικοσάχρονη Λένα (πολύ καλή η Λένα Νίμαν) είναι περίεργη σχετικά με τα πάντα: Με τον καπιταλισμό και την πιθανότητα αλλαγής - ανατροπής του, με το σεξ και τον έρωτα, με τη σοσιαλδημοκρατία που κυβερνά και έχει επιτύχει το σουηδικό οικονομικό και κοινωνικό "θαύμα", με τις ανατολικές φιλοσοφίες και θρησκείες, με τον πόλεμο (του Βιετνάμ και όχι μόνο) και τα κινήματα ειρήνης κλπ. Παίρνει συνεντεύξεις από ανώνυμους και επώνυμους, μετατρέπει το δωμάτιό της σε "ινστιτούτο" ερευνών διατηρώντας τεράστια αρχεία και αποκόμματα από τα πάντα, ερωτεύεται και κάνει σεξ, διατηρεί σχέση αγάπης / μίσους με τον πατέρα της, πειραματίζεται με ανατολικές πρακτικές (γιόγκα κλπ.) και γενικά κάνει ό,τι και πολλές άλλες κοπέλες των 60ς, που συνδύασαν έντονη πολιτικοποίηση, ερωτικούς πειραματισμούς, χίπικα ιδεώδη και άλλα.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε ντοκιμαντερίστικα (υπάρχουν λόγοι του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και αυθεντική συνένετυξη με τον νεαρό τότε υπουργό Ούλαφ Πάλμε, ο οποίος εκφράζει όντως πολύ προχωρημένες πολιτικά θέσεις) κι άλλοτε περισσότερο αφηγηματικά (ο έρωτας της με τον άστατο φίλο της, οι σχέσεις με τον πατέρα της), με μια μουντή ασπρόμαυρη φωτογραφία και κάποιες πινελιές χιούμορ. Και υπάρχει και το α λα Γκοντάρ κλείσιμο του ματιού στο ίδιο το σινεμά (εμφανίζεται σαν χαρακτήρας ο ίδιος ο σκηνοθέτης με την πραγματική του ιδιότητα, το κινηματογραφικό συνεργείο διακόπτει μερικές φορές την πλοκή κλπ.)
Όλα αυτά ήταν πολύ προχωρημένα και πειραματικά για την εποχή τους και η ταινία θεωρήθηκε εξαιρετικά τολμηρή λόγω του αρκετού γυμνού της και κάποιων ερωτικών σκηνών, σήμερα όμως προσωπικά μάλλον με κούρασε και... πώς να το πω, ένοιωσα ότι τα ήξερα όλα αυτά, τα είχα ξαναδεί. Άλλωστε ο Sjöman δεν είναι Γκοντάρ (της καλής του εποχής) για να δώσει αυτό κάτι διαφορετικό που διέθεταν οι ταινίες του τελευταίου. Γενικά μου φάνηκε μια μάλλον παρωχημένη σήμερα, τολμηρή για την εποχή της προσπάθεια, που θα συνιστούσα να τη δει κανείς για καθαρά ιστορικούς λόγους.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2009

ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΑΣ Ή Ο ΠΑΙΓΝΙΩΔΗΣ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ποιος είπε ότι ο Jean-Luc Godard δεν είχε χιούμορ; Επικρατεί γι' αυτόν η άποψη του στριφνού και αυστηρού σκηνοθέτη, αγέλαστου και διανοούμενου. Και ίσως έτσι να είναι από τις αρχές των 70ς και μετά. Το 1961 όμως γύριζε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του "Η Γυναίκα είναι Γυναίκα" (Une Femme est une Femme) με την πανέμορφη Άννα Καρίνα και πάλι, φυσικά. Κι εδώ βλέπουμε έναν παιχνιδιάρη, αστείο, ανάλαφρο Γκοντάρ - πάντοτε όμως ανατρεπτικό.
Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τον Γκοντάρ τόσο σημαντικό, πρωτοπόρο, ανανεωτικό; Είναι, νομίζω, αυτό το διαρκές παιχνίδι που κάνει με τους ίδιους τους κώδικες και τις αρχές του σινεμά - ή της αφήγησης, αν θέλετε. Το ότι κρατά διαρκώς τον θεατή αποστασιοποιημένο υπενθυμίζοντάς του με πλήθος διαφορετικών τρόπων ότι αυτό που βλέπει δεν είναι παρά σινεμά, μια ταινία μόνο, όχι η αληθινή ζωή. "Μην πιστεύετε όσα βλέπετε" μοιάζει να λέει. "Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τα επινόησα!"
Πώς το κάνει αυτό; Αφηγείται μια απλή ιστορία μιας στριπτιζέζ που ζει με τον φίλο της και προσπαθεί να τον πείσει να κάνουν παιδί ενώ αυτός διστάζει, και ταυτόχρονα φλερτάρει με τον καλύτερό του φίλο που είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτή η αφήγηση όμως κάνει το παν για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς πρόκειται για αφήγηση, fiction, κάτι που κάποιος σκέφτηκε και έφτιαξε. Έτσι οι ηθοποιοί παίζουν συχνά αφύσικα, μερικές φορές στρέφονται στην κάμερα, σα να μιλούν με το θεατή και όχι με τον εκάστοτε συνομιλητή τους. Άλλες φορές στα καλά καθούμενα η μέχρι τότε "πεζή" αφήγηση μετατρέπεται σε μιούζικαλ, άλλοτε πάλι οι καταστάσεις είναι αφύσικες, σχεδόν σουρεαλιστικές. Ταυτόχρονα οι ενδοκινηματογραφικές αναφορές είναι πανταχού παρούσες. Οι ήρωες μιλάν για παλιές ταινίες, συχνά αμερικάνικες, ή φέρονται όπως οι πρωταγωνιστές τους, αναφέρονται όμως και στο ίδιο το "Με κομένη την ανάσα", το προηγούμενο φιλμ του Γκοντάρ. Η συμπεριφορά τους γίνεται συχνά παράξενη, καθόλου ρεαλιστική, άλλοτε συνενοούνται μόνο με λέξεις από εξώφυλλα βιβλίων, δίχως να μιλάνε - κι αυτά είναι ένα μόνο μέρος από το ανατρεπτικό οπλοστάσιο του Γκοντάρ. Κι όσο για το τέλος, είναι κι αυτό αστείο και "κουφό". Κι όλα αυτά με έντονα χρώματα, που μερικές φορές βγάζουν μάτι, και με χαρακτηριστική ποπ (για την εποχή) αισθητική - το ποπ στοιχείο είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό του πρώιμου Γκοντάρ.
Σίγουρα, το καταλάβατε, δεν θα δείτε ένα φιλμ με στρωτή αφήγηση. Συχνά θα αναρωτιέστε γιατί ο Γκοντάρ κάνει ό,τι βλέπετε, γιατί δεν αφήνει την ιστορία να κυλήσει. Ακριβώς για να μας ξεβολεύει, είναι μια πιθανή απάντηση, να μας κάνει να νοιώθουμε διαρκώς ότι βλέπουμε σινεμά κι όχι πραγματικούς ανθρώπους και καταστάσεις, με σάρκα και οστά. Ίσως. Αυτό όμως που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η φρεσκάδα και η ιδιομορφία ταινιών σαν κι αυτή. Και η επίδραση του σκηνοθέτη αυτού στο μετέπειτα σινεμά.
Εμένα τώρα, περισσότερο απ' αυτήν εδώ, μ' αρέσουν μεταγενέστερες ταινίες του, όπως ο "Τρελλός Πιερό" ή το "Weekend". Αυτό όμως είναι προσωπικό. Εσείς θα απολαύσετε (ή θα μισήσετε βαθύτατα) μια από τις πιο χαρακτηριστικές του δημιουργίες. Τότε που ακόμα ήταν φρέσκος και άλλαζε τον τρόπο που βλέπουμε σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009

ΡΟΥΜΠΑ: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΛΑΠΣΤΙΚ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ


Οι Dominique Abel, Fiona Gordon και Bruno Romy είναι ένα τρίο από το Βέλγιο που δουλεύουν μαζί: Σκηνοθετούν τα φιλμ τους και οι δύο πρώτοι πρωταγωνιστούν κιόλας. Πριν λίγα χρόνια είχα βρει απολαυστικότατο το Iceberg τους. Τώρα επανέρχονται με τη Rumba (2008) και βαδίζουν στα ίδια χνάρια.
Αυτό που χαρακτηρίζει το στιλ τους είναι η ομοιότητά του με το βουβό σινεμά. Βασίζεται περισσότερο σe οπτικά γκαγκς, ενώ ο λόγος είναι ελάχιστος και σε μεγάλες σκηνές απουσιάζει εντελώς. Βοηθούν και οι φάτσες των (ίδιων στις δύο ταινίες) 3 πρωταγωνιστών, οπότε η όλη κατάσταση θυμίζει κλόουν.
Η Rumba έχει αρκετά "μαύρα" στοιχεία. Το αγαπημένο και σαν καρτούν ζεύγος που τρέφει πάθος για τους λάτιν χορούς (και έχει μαζέψει όλα τα βραβεία στους σχετικούς διαγωνισμούς), χάνει τα πάντα μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Εκείνη χάνει το πόδι της, εκείνος τη μνήμη του και από εκεί και πέρα ξεκινά ένας κατήφορος. Μόνο που όλα αυτά, ακόμα και οι πιο τραγικές καταστάσεις, που κανονικά θα έφτιαχναν ένα δράμα, δίνονται μέσα από χιουμοριστικά, οπτικά κυρίως γκαγκς, και η ίδια η ιστορία είναι κι αυτή απίθανη, αστεία, βασισμένη σε συμπτώσεις, επίτηδες σχηματική και μινιμαλιστική, όπως ακριβώς και η εικόνα. Ο μινιμαλισμός είναι γενικότερα ένα άλλο βασικό στοιχείο που τους χαρακτηρίζει.
Το πρόβλημα για μένα είναι ότι σ' αυτόν τον αθώο, αστείο και αισιόδοξο, ακόμα και στις δυσκολότερες φάσεις, κόσμο, το χιούμορ είναι περιορισμένο και συχνά επαναλαμβανόμενο. Ή, να το πω πιο απλά, γέλασα λιγότερο απ' όσο, φαντάζομαι, θα ήθελαν οι ιδιόρυθμοι δημιουργοί. Γενικά το βρήκα κατώτερο από το Iceberg, που με είχε ιδιαιτέρως διασκεδάσει. Γενικά πάντως, αν δεν τους έχετε υπ' όψιν σας, είναι ευκαιρία να γνωρίσετε το, αν μη τι άλλο, πολύ πρωτότυπο αυτό δημιουργικό τρίο, που, όπως όλα δείχνουν, δημιουργεί μια δική του σχολή με το προσωπικό στιλ και χιούμορ του (τώρα πώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει "προσωπικό" το στιλ 3 ανθρώπων, αυτό είναι άλλη ιστορία. Μη ξεχνάτε ότι απίστευτα προσωπικό - δηλαδή δεν έμοιαζε με κανένα άλλο - ήταν και το στιλ των 6 Monty Python).

Τετάρτη, Ιουλίου 22, 2009

Η ΡΩΜΗ, Η ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ



Το 1953 ο William Wyler (1902-1981) γυρίζει την κλασική ρομαντική κωμωδία "Διακοπές στη Ρώμη", πρώτη ταινία της υπέροχης Όντρεϊ Χέπμπορν, και σχεδόν καθορίζει για πάντα την έννοια αυτού που σήμερα αποκαλούμε κομεντί, στο όνομα της οποίας έχουν γίνει ουκ ολίγα παντελώς ξενέρωτα φιλμ. Δεν ξέρω αν θα με αποκαλέσετε παλιομοδίτη ή... αρχαιολάτρη, αλλά βρήκα αυτές τις "Διακοπές" πολύ καλύτερες από δεκάδες σύγχρονες αντίστοιχες (που μπορεί να πάρουν τη μορφή ρομαντικού, κατασκοπικού, αστυνομικού, ερωτικού ή ό,τι άλλου είδους, πλην όμως διατηρούν τη βασική φόρμα της κομεντί).
Στην ταινία του Wyler πάντως δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις. Την κομψότητα και το πνεύμα της, την άψογη μείξη κωμικού και ρομαντικού στοιχείου, γέλιου και συγκίνησης, την υπέροχη Ρώμη του 53 (έστω και ασπρόμαυρα φωτογραφημένη), που δεν είναι απλό σκηνικό, αλλά ίσως η ουσιαστική πρωταγωνίστρια του φιλμ, την Όντρεϊ Χέπμπορν στην πρώτη της εμφάνιση, ως θλιμένη πριγκήπισα, να σφύζει από νιάτα κι από εκείνη τη μοναδική χάρη που υπήρξε πάντα το σήμα κατατεθέν της...
Σαφώς το στόρι είναι αφελές και απλό. Μην ψάχνετε για βαθιά νοήματα και συμβολισμούς. Και, μέσα στην αφέλειά του, μας λέει απλώς ότι και οι πριγκήπισες (κι ας είναι και όμορφες) μπορεί να είναι δυστυχισμένες και να χρειάζονται απεγνωσμένα "αληθινή" ζωή (τουτέστιν να έρθουν σε επαφή με τον λαό, να ερωτευτούν, να ξεσκάσουν...) Τίποτα το σπουδαίο δηλαδή. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στο θέμα, αλλά στο πώς δίνεται αυτό, ώστε το φιλμ να παραμένει τόσο ευχάριστο και έξυπνο διαχρονικά. Αυτή είναι άλλωστε και η τέχνη του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, που εδώ βρίσκεται στα καλύτερά του. Αφέλεια, αλλά τόσο τέλεια σερβιρισμένη... Μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να μειωθεί το IQ κανενός βλέποντας μια τέτοια ταινία. Αρκεί να ξέρεις από την αρχή ότι θα δεις μια απλοϊκή ιστορία. Αν το έχεις χωνέψει αυτό και δεν παραμυθιάζεσαι (μόνο βλάκες θα πίστευαν όσα βλέπουν), ε, τότε αυτό που μένει είναι καθαρή κινηματογραφική απόλαυση.
ΥΓ και Spoiler Spoiler Spoiler: Αυτό που θαυμάζω ακόμα περισσότερο στην ταινία αυτή είναι η καθαρή συγκίνηση του τέλους. Πέστε μου, πόσες χαριτωμένες σύγχρονες αισθηματικές κομεντί έχετε δει ΧΩΡΙΣ χάπι εντ; Με μια πρόχειρη σκέψη δεν θυμάμαι καμιά απολύτως. Κι όμως το 1953 ο Wyler τολμούσε να τελειώσει το φιλμ του δείχνοντας το αδύνατο μιας τέτοιας σχέσης και κάνοντας ίσως, μετά την τόση ευφορία, ένα δάκρυ να τρέξει από το μάτι των πιο ευαίσθητων θεατών. Πόσοι τολμούν κάτι τέτοιο στις μέρες μας;

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2009

Ο ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΡΓΙΣΤΙΚΟΣ BRUNO


Εδώ είναι που σηκώνω τα χέρια ψηλά. Διότι τι άλλο να κάνεις, αν βγαίνοντας από μια ταινία νοιώθεις ταυτόχρονα ευχαρίστηση και απώθηση; Ο λόγος φυσικά για το Bruno του Larry Charles (δε ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είναι ο ίδιος που έκανε και το Borat και το Religoulous) με τον απίστευτο Sacha Baron Cohen βέβαια, που αυτή τη φορά ενσαρκώνει την περσόνα ενός gay (στην υπέρτατη δυνατή μορφή του) αυστριακού παρουσιαστή σόου, που μετά τον εξοστρακισμό του από την πατρίδα του πάει στην Αμερική με μοναδικό στόχο - τι άλλο; - να γίνει διάσημος με κάθε κόστος. Ακολουθούν αμίμητες φάσεις, που πραγματικά δεν πιστεύεις ότι τις βλέπεις στην οθόνη ενός mainstream κινηματογράφου, που γίνονται ακόμα εντονότερες αφού το φιλμ έχει τη μορφή (όπως και στο Borat) ψευδοντοκιμαντέρ.
Πρόκειται σαφέστατα για κωμωδία κακού γούστου. Ο Cohen κάνει απίστευτες χοντράδες (πότε έχετε δει σε mainstream, ξαναλέω, ταινία να κουνά κάποιος επί ώρα το πουλί του σε γκρο πλαν;) και αρνείται πεισματικά να τηρήσει οποιαδήποτε κινηματογραφική σύμβαση. Μα τότε γιατί τελικά εκτιμάμε αυτή την ταινία; Γιατί ο "Bruno" δεν αφήνει πραγματικά τίποτα όρθιο. Γιατί σατιρίζει ανελέητα τους πάντες και τα πάντα και μάλιστα αυτά που είναι "ιερά και όσια" για τους αμερικάνους (και όχι μόνο φυσικά). Γιατί δείχνει όσο κανένας άλλος και με τον πιο άμεσο (και χοντρό και χυδαίο μπορείτε αν θέλετε να προσθέσετε) τρόπο την απύθμενη ηλιθιότητα, κενότητα και υπό το μηδέν πολιτική συνείδηση της σόου μπίζνες, του κόσμου της μόδας, της τηλεόρασης και των σόου. Γιατί καυτηριάζει όσο κανείς άλλος τη μανία τού να γίνεις ντε και καλά διάσημος (έστω και πατώντας επί πτωμάτων), τον ρατσισμό (και άσπρο και μαύρο), τη θρησκεία και τους διάφορους χριστιανοειδείς σύγχρονους απατεώνες, τον φαλλοκρατισμό και το αντριλίκι (σε φασιστοειδείς μάλιστα εκδοχές τους όπως ο στρατός, οι κυνηγοί, το κατς κλπ.), αλλά, ταυτόχρονα, και την gay υπερβολή ή "μόδα", και την gay κακογουστιά. Και, βέβαια, την συχνή κενότητα των σταρς (που δεν διστάζει πολλούς απ' αυτούς να τους λέει με τα ονόματά τους κάνοντας χοντρά σχόλια) και την σύγχρονη φιλανθρωπική μόδα, όπου ο καθένας "υιοθετεί" μια χώρα, μια ασθένεια, ένα υπό εξαφάνιση ζώο, ένα παιδάκι και τα προστατεύει. Και πολλά, πολλά άλλα.
Αυτοί οι απόλυτα θετικοί (για μένα τουλάχιστον) στόχοι είναι που ανεβάζουν την εκτίμησή μου στο φαινόμενο Cohen. Οι πιθανές αντιρρήσεις βρίσκονται στον τρόπο που το κάνει. Είναι σα να πολεμά τους "κακούς" με τους πλέον χοντρούς, χυδαίους, κακόγουστους τρόπους. Αλλά, ό,τι κι αν κάνει, δεν μπορώ παρά να του βγάλω το καπέλο αν μη τι άλλο για την απίστευτη τόλμη του.
Είπαμε: Ο Cohen είναι μια κατηγορία από μόνος του. Δεν μοιάζει με κανέναν άλλο κωμικό και κάνει πράγματα που ουδείς άλλος τόλμησε στο σινεμά. Και δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα. Ή τον αγαπάτε ή τον μισείτε και νοιώθετε βαθύτατα προσβεβλημένοι γι' αυτό που είδατε ή, ακόμα συχνότερα, και τα δύο μαζί.

Σάββατο, Ιουλίου 18, 2009

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ HANGOVER


Υπάρχει μια φρέσκια σχολή αμερικάνικης κωμωδίας η οποία, ενώ βασίζεται σε χοντρές πλάκες, παίζει με την έννοια της καφρίλας, δεν είναι καθόλου "πολιτικά ορθή", ωστόσο είναι εξόχως διασκεδαστική, έχει αληθινή πλάκα αν θέλετε να το πω αλλιώς και, παραδόξως, ενώ σε πρώτη φάση μοιάζει να απαρτίζεται από τα ίδια ουσιαστικά συστατικά, δεν έχει καμιά σχέση με τα διάφορα "American Pie" ή τους καθ' ημάς Σεφερλήδες. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σας εξηγήσω λογικά πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό, νομίζω όμως ότι θα το καταλάβετε βλέποντας ταινίες της "σχολής" Apatow ή το "The Hangover" (2009) του Todd Phillips.
Όπου τρεις φίλοι πάνε στο κλασικό Λας Βέγκας (απόλυτα κιτς και τυπική "πόλη ακολασίας" για τους αμερικάνους) για το κλασικό μπάτσελορ πάρτι, αφού ο ένας τους παντρεύεται σε δύο μέρες. Μόνο που παίρνουν μαζί τους και τον αδελφό της νύφης, που κανείς τους δεν τον ξέρει καλά, ο οποίος είναι... κάπως. Και το μπάχαλο αρχίζει το επόμενο μεσημέρι, όταν ξυπνάνε στην πολυτελέστατη σουίτα τους σε ένα απόλυτα σουρεαλιστικό σκηνικό: η σουίτα είναι κατεστραμένη, ένα άγνωστο βρέφος κλαίει σε ένα καλάθι, μια κότα περιφέρεται, μια... τίγρη βρίσκεται κλεισμένη στο μπάνιο και, το σπουδαιότερο, ο μέλλων γαμπρός έχει εξαφανιστεί. Αλλά το ακόμα σπουδαιότερο είναι ότι ουδείς από τους τρεις εναπομείναντες θυμάται το παραμικρό για την προηγούμενη νύχτα!
Το είπα: Πολλές από τις πλάκες είναι χοντρές, ορισμένες λεπτομέρειες μπορεί να ενοχλήσουν κάποιους (ή κάποιες), ίσως το φιλμ να κατηγορηθεί ότι απευθύνεται μόνο σε άντρες, αφού ουσιαστικά ασχολείται με την αντρική καφρίλα ή/και ανωριμότητα ή/και παλιμπαιδισμό, αλλά, διάβολε, διασκέδασα πολύ. Και επιπλέον διαθέτει και γερό σενάριο που δημιουργεί αναμφισβήτητο σασπένς. Αφείστε που τολμά να ισχυριστεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις - προσοχή, όχι σε όλες - όλη αυτή η καφρίλα μπορεί να είναι απόλυτα απελευθερωτική και να αλλάξει (προς το θετικό βάβαια) τη ζωή κάποιου.
Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο αδελφός (ο ελληνικής καταγωγής Ζακ Γαλιφιανάκης, τον οποίο προσωπικά αγνοούσα). Δεν είναι ακριβώς καθυστερημένος ή ηλίθιος ή απλώς βλάκας, αλλά είναι... πώς να το πω, αλλού. Σα να ζει σε ένα δικό του κόσμο, που δεν έχει πάντα επαφή με όσα κωμικοτραγικά συμβαίνουν γύρω του. Κι αυτό το "αλλού" είναι που προσωπικά με έκανε να γελάσω περισσότερο στην ταινία.
Καλή διασκέδαση, λοιπόν, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα.

Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2009

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, Ο ΓΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΨΑΡΙΑ


Ένας αμερικανός που ζει στο Παρίσι έχει αποξενωθεί από τον αθεράπευτα παραμυθά πατέρα του. Όταν όμως μαθαίνει ότι αυτός είναι στα τελευταία του αναγκάζεται να γυρίσει στην πόλη του με τη γαλίδα γυναίκα του. Πατέρας και γιος συναντιούνται, μιλάνε για πρώτη φορά μετά από χρόνια και σιγά – σιγά αρχίζει ένα είδος προσέγγισης.
Θα μπορούσε να είναι το στόρι ενός φιλμ του Μπέργκμαν ή κάτι τέτοιο. Είναι όμως το Big Fish του 2003 του Τim Βurton, ενός δημιουργού που διαθέτει από τις οργιαστικότερες φαντασίες που «κυκλοφορούν» στο σύγχρονο σινεμά. Και είναι ίσως η τρυφερότερη και πιο συγκινητική του ταινία.
Και η οργιαστική φαντασία; Το παραμύθι; Οι φευγάτες εικόνες, που αποτελούν το σήμα κατατεθέν του Burton; Μην ανησυχείτε. Βρίσκονται όλες (και) εδώ. Είπαμε. Ο πατέρας υπήρξε σ΄όλη του τη ζωή ένας απίστευτος παραμυθάς. Αυτές ακριβώς οι απίθανες ιστορίες του, που αφορούν πάντοτε "περιπέτειες που έζησε", δείχνονται στο φιλμ. Κι αυτές μπλέκονται αξεδιάλυτα με την πραγματικότητα, κάνοντας έτσι ένα διαρκές μπρος - πίσω στο παρόν και στο παρελθόν, στο πραγματικό και στο φανταστικό, στην αλήθεια και στο ψέμα. Κι έτσι, όσο προχωρά το φιλμ, τα όρια ανάμεσα στο παραμύθι και στα γεγονότα γίνονται όλο και περισσότερο δισδιάκριτα. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η γοητεία της ταινίας.
Εκει όμως βρίσκεται νομίζω κι αυτό που θέλει να πει: Τελικά η "πραγματικότητα", αυτό που βιώνουμε, είναι μια σύνθεση του "αντικειμενικού" εξωτερικού περιβάλλοντος κι αυτού που έχουμε στο μυαλό μας. Η φαντασία μας αλληλεπιδρά με τα γεγονότα και δημιουργεί αυτό που εκλαμβάνουμε σαν πραγματικό. Κι ότι η αλήθεια, μας λέει επίσης το φιλμ, είναι λίγο διαφορετική για τον κάθε άνθρωπο. Αυτά όλα είναι που αρνείται να δεχτεί ο γιος, κι αυτό τον κάνει να αποξενωθεί απ' τον πατέρα. Κι όταν σιγά - σιγά τα αποδεχτεί θα δει τη ζωή γενικότερα και τον πατέρα του ειδικότερα με άλλο μάτι και θα τον πλησιάσει πραγματικά σε ένα από τα συγκινητικότερα φινάλε των τελευταίων χρόνων.
Αλλά μέχρι να φτάσουμε εκεί θε έχετε νομίζω διασκεδάσει με το χιούμορ, την παράδοξη ροή των όσων συμβαίνουν, τις αλλόκοτες ιστορίες που μπλέκονται η μια με την άλλη. Θα έχετε δηλαδή απολάυσει μια από τις καλύτερες,νομίζω, στιγμές στην καριέρα του Burton.

Κυριακή, Ιουλίου 12, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΞΑΝΑ


11 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη ταινία για τον Μαμπούζε (Dr Mambuse, der spieler), το 1933 δηλαδή, ο Fritz Lang επιστρέφει στον εφιαλτικό του ήρωα με το Das Testament des Dr. Mabuse (Η Διαθήκη του Δρ Μαμπούζε). Τη φορά αυτή η ταινία είναι ομιλούσα, ο ιδιοφυής εγκληματίας είναι τρομακτικότερος ίσως από την προηγούμενη φορά... και το στοιχείο του φανταστικού μπαίνει για τα καλά στην ιστορία.
Ο Μαμπούζε είναι κλεισμένος στο κελί του στο άσυλο (όπου τον είχαμε αφήσει στο τέλος του πρώτου φιλμ) και το μόνο που κάνει είναι να γράφει μανιακά, γεμίζοντας πλήθος σελίδων αρχικά με ασυναρτησίες, βαθμιαία όμως με... Ας μη σας χαλάσω όμως το σασπένς. Ο εξαιρετικός Rudolf Klein-Rogge, από τις πλέον αξέχαστες φιγούρες που έχεουν στοιχειώσει ποτέ την οθόνη ως Μαμπούζε, έχει εδώ δευτερεύοντα ρόλο και δεν κυριαρχεί όπως στο πρώτο φιλμ. Ωστόσο η παρουσία του, άυλη έστω, είναι πανταχού παρούσα. Γιατί από το κελί του το εγκληματικό πνεύμα του μπορεί να "καταλαμβάνει" πλέον σώματα άλλων ανθρώπων... Στα συν της ταινίας και η αξέχαστη φιγούρα του επιθεωρητή - αντίπαλου του δόκτορα: Είναι ένας μάλλον κτηνώδης, άξεστος τύπος, δίχως προσωπική ζωή (τον βλέπουμε να κοιμάται στο γραφείο του), που καπνίζει ασταμάτητα και προκαλεί φόβο στους πάντες (όχι μόνο στους εγκληματίες). Νομίζω ότι κι αυτή η αντιπαράθεση νόμου - εγκλήματος, όπου καμιά από τις δύο πλευρές δεν δείχνεται ιδιαίτερα κολακευτική (άσχετα αν ταυτιζόμαστε με τον επιθεωρητή μπροστά στην αντίπαλη φρίκη), έχει κι αυτή το ενδιαφέρον της.
Στην ταινία αυτή, που περιστρέφεται όλη γύρω από το άσυλο, διαθέτει ένα όλο και αυξανόμενο σασπένς και αρκετές αξέχαστες σκηνές (ο Μαμπούζε στο κελί του, η κατάληψη ενός σώματος από τη φασματική του παρουσία, ο τρελός πρώην συνεργάτης της αστυνομίας κ.ά.), ξετυλίγεται όλη η εγκληματική φιλοσοφία του βασικού ήρωα. Ο Μαμπούζε είναι, ρητά πλέον, υπεράνω κάθε χρηματικού κέρδους. Αυτό που θέλει (το γράφει ο ίδιος) είναι να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου και εγκλήματος, να εγκαταστήσει τον φόβο στην ψυχή κάθε ανθρώπου και να σπείρει το χάος στην υφήλιο. Γι' αυτό και τα χτυπήματα που σχεδιάζει δεν έχουν καμιά σχέση με κέρδος: Θέλει να προκαλέσει κατάρρευση του χρηματιστηρίου, να ανατινάξει επικίνδυνα χημικά εργοστάσια, να δηλητηριάσει το νερό... Το κέρδος παύει πλέον να είναι υλικό. Ο στόχος του είναι πια μόνο η απόκτηση απόλυτης δύναμης, ο πόθος του να εξουσιάζει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου!
Η ναζιστική κυβέρνηση απαγόρευσε το φιλμ, όπως ο διαβόητος Γκέμπελς, θαυμαστής ο ίδιος του έργου του Λανγκ, του ανακοίνωσε. Ίσως η ομοιότητα του τρελού Μαμπούζε να γράφει τις ολέθριες οδηγίες του στο κελί του στο άσυλο με τον Χίτλερ να γράφει το "Ο Αγών μου" από το δικό του κελί όταν ήταν φυλακισμένος, να παραήταν εμφανείς...
Προσωπικά βρίσκω την "Διαθήκη" πιο σφιχτή ταινία από τον πρώτο, πάνω από τετράωρο, δόκτορα. Την συμπαθώ περισσότερο. Και νομίζω ότι διαθέτει ακόμα περισσότερες δυνατές σκηνές από την προηγούμενη.
Λίγο μετά την ολοκλήρωσή της ο Λανγκ εγκατέλειψε κρυφά τη Γερμανία και δεν επέστρεψε παρά αρκετά μετά την πτώση των ναζί.

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Το 1922 ο Fritz Lang (1890-1976) γυρίζει τον θρυλικό "Dr Mabuse, der Spieler" (Δρ Μαμπούζε, ο Παίκτης) και πετυχαίνει ταυτόχρονα αρκετά πράγματα. Πρώτα όμως μια προειδοποίηση: Η ταινία, εκτός από βουβή φυσικά, διαρκεί ούτε λίγο ούτε πολύ 4,5 (τέσσερεις και μισή) ώρες! Πρόκειται για ένα αληθινό έπος, έπος για το Κακό θα λέγαμε.
Σίγουρα το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη σύλληψη ενός τέτοιου φιλμ: Η Γερμανία είναι διαλυμένη από την πρόσφατη ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παντού επικρατεί ηττοπάθεια, απελπισία και κυρίως φτώχεια και ανεργία. Οι άνθρωποι θρηνούν ακόμα τους χιλιάδες νεκρούς τους, ενώ πολλά μέρη ή υποδομές είναι ακόμα κατεστραμένα. Ο φόβος για το μέλλον είναι διάχυτος (και, φυσικά, όπως έδειξε η ιστορία και ο επερχόμενος ναζισμός, απόλυτα δικαιολογημένος). Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, είναι πολύ φυσικό ο μεγάλος σκηνοθέτης να συλλάβει έναν εκπρόσωπο του απόλυτου κακού, κάποιον που επιθυμεί το απόλυτο χάος και τη διάλυση των πάντων (την ατμόσφαιρα δηλαδή που σχεδόν επικρατεί στην πραγματικότητα). Και συγχρόνως να δώσει μια εμβληματική φιγούρα κακού, από τις πρώτες και συγχρόνως από τις χαρακτηριστικότερες στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά.
Ο Δρ Μαμπούζε στην καθημερινότητά του είναι διάσημος ψυχίατρος του Βερολίνου. Κουράρει πλούσιους και δίνει πετυχημένες διαλέξεις. Στην κρυφή ζωή του όμως είναι ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα, ο άσσος στις μεταμφιέσεις, ο ιδιοφυής εγκληματίας. Μπορεί να μεταμφιεστεί σε οτιδήποτε θέλει, από σεβάσμιο γέρο αριστοκράτη μέχρι μέθυσο εργάτη, να βρίσκεται όπου επιθυμεί, ακόμα και μπροστά στους διώκτες του, που φυσικά είναι αδύνατο να τον αναγωρίσουν (ακόμα και εμείς οι θεατές δυσκολευόμαστε αρκετές φορές να καταλάβουμε ποιος απ' όλους είναι αυτή τη φορά ο Μαμπούζε καθώς το μακιγιάζ και οι προσθετικές κάνουν θαύματα). Κι έτσι μπορεί να υλοποιεί τα ιδιοφυή του σχέδια, που μπορεί να έχουν σα στόχο από την κατάρρευση του χρηματιστηρίου μέχρι την απαγωγή μιας όμορφης αριστοκράτισας που έχει ερωτευτεί. Συγχρόνως (κι εδώ μπαίνει κάπως και το φανταστικό στοιχείο) ο Μ. είναι πανίσχυρος υπνωτιστής και μπορεί να συντρίψει τη βούληση οποιουδήποτε, αναγκάζοντάν τον να κάνει ό,τι εκείνος (ο Μαμπούζε) θέλει. Έτσι, πρακτικά είναι πανίσχυρος. Και αρέσκεται να παίζει κυρίως με τις ζωές, τις ψυχές, τις πίστεις των ανθρώπων, να τους κατευθύνει σα μαριονέτες. Εξ ου και ο "παίκτης" του τίτλου. Μόνος εχθρός που μπορεί να τον απειλήσει είναι η ίδια του η μεγαλομανία, η τρέλα του (οι σκηνές όπου αντικρίζει τα φαντάσματα των θυμάτων του είναι πολύ δυνατές). Κι εδώ γίνεται ένα ακόμα πρώιμο σχόλιο για την πολύ κοντινή συγγένεια μεγαλοφυίας και τρέλας.
Στην ταινία ξέρουμε από την αρχή τον εγκέφαλο του κακού, δεν ψάχνουμε να "βρούμε τον δολοφόνο", πράγμα πρωτοποριακό για την εποχή του. Απλώς παρακολουθούμε την σχεδόν υπερανθρώπινη αυτή ευφυία να καταστρώνει και να εκτελεί τα σατανικά του σχέδια. Έχουν ειπωθεί πολλά για τους πιθανούς συμβολισμούς που μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο πρόσωπο: Πολλοί έγραψαν ότι μέσα απ' αυτόν ο Λανγκ πρόβλεψε την έλευση του Χίτλερ (την κατάλυση δηλ. κάθε ελευθερίας και την επικράτηση του απόλυτου κακού), αν και ο ίδιος ο σκηνοθέτης αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Έχει ακόμα ειπωθεί πως το ότι ακριβώς ο Μαμπούζε μπορεί να είναι οποιοσδήποτε δίπλα μας, δείχνει την πανταχού παρουσία του κακού, που μπορεί να βρίσκεται μέσσα σε κάθε άνθρωπο, κάθε κοινωνικής τάξης. Εσείς μπορείτε να επινοήσετε και όποια άλλη ερμηνεία νομίζετε, αν πιστεύετε ότι οι ερμηνείες είναι απαραίτητες.
Ο Λανγκ είναι εδώ λιγότερο εξπρεσιονιστής από τον Μουρνάου ή τον Βίνε (Καλιγκάρι) ας πούμε. Χρησιμοποιεί συχνά δυνατές εξπρεσιονιστικές εικόνες (παραμόρφωση χώρων, σκιές κλπ.), αλλά όχι πάντοτε. Πάντως ο χώρος (τα τεράστια, ψηλοτάβανα δωμάτια, που μπορεί να εκμηδενίσουν τον άνθρωπο, οι εκκεντρικές διακοσμήσεις) παίζει συχνά κεντρικό ρόλο.
Σήμερα ίσως ολόκληρη η παρακολούθηση του έπους κουράζει και κάποια σημεία του φαίνονται πιθανόν ξεπερασμένα. Επισημαίνω και το θεατρικό, υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών, χαρακτηριστικό στοιχείο του βωβού και δη του εξπρεσιονιστικού σινεμά. Ωστόσο το επικό αυτό φιλμ παραμένει μια σημαντική στιγμή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Λανγκ θα επανέλθει, αρκετά χρόνια αργότερα, άλλες δύο φορές στον σκοτεινό του ήρωα. Ίσως αυτό δείχνει και την κεντρική σημασία που έπαιξε ο Μαμπούζε στο έργο του.

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2009

ΝΤΙΛΙΝΤΖΕΡ, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ


Ο "Δημοσιος Κίνδυνος" (Public Enemies) του Michael Mann είναι μια ακόμα κλασική γκαγκστερική ταινία, που διαδραματίζεται στο Σικάγο της δεκαετίας του 30 και βασίζεται στην αληθινή ιστορία του περιβόητου ληστή τραπεζών Ντίλιντζερ. Και, αφού πρόκειται για ταινία του Mann, είναι εξ ορισμού καλογυρισμένη, στιβαρή και χορταστική.
Η εποχή δίνεται ανάγλυφα και σωστά σκηνογραφικά, ο Ντίλιντζερ παρουσιάζεται ως ένα είδος ρομαντικού εγκληματία (θα το αναλύσουμε λίγο πιο κάτω αυτό) και η δράση είναι συχνά καταιγιστική. Α, και η επιλογή της μουσικής μου άρεσε ιδιαίτερα, καθώς έπιανε απόλυτα το κλίμα της εποχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα είχε όχι μόνο ο "ρομαντισμός" του ήρωα, αλλά και η αντιπαράθεσή του με τις νέες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος, που μόλις τότε αναδύονταν: Πρόκειται για την πολύ απλή σκέψη ενός κακοποιού ότι "έτσι κι αλλιώς για τα λεφτά πάω, οπότε γιατί να μη το κάνω με λιγότερο ρίσκο και όσο πιο νόμιμα γίνεται;". Έτσι ένας άλλος πρώην γκάγκστερ έχει στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση με τηλεφωνικές παρακολουθήσεις που σχετίζονται με ιππόδρομο και βγάζει πολύ περισσότερα εκατομμύρια από τον ήρωά μας, παράνομα μεν αλλά αναίμακτα, δίχως να ρισκάρει, "πολιτισμένα". Ενώ ο Ντίλιντζερ επιμένει στη "χειρωνακτική" δράση, κοινώς ληστείες τραπεζών, όπου όλα παίζονται κάθε φορά κορώνα - γράμματα κι όπου τα παίρνει από το σύστημα (από τις τράπεζες δηλαδή), δίχως μάλιστα να ληστεύει τους πελάτες που βρίσκονται τη στιγμή αυτή στο κατάστημα. Γι' αυτό άλλωστε γίνεται και ένα είδος λαϊκού ήρωα. Από την άλλη ο μπάτσος που τον κυνηγά είναι κι αυτός τίμιος (και οι δύο βασικοί ήρωες διαθέτουν ένα είδος αδιαπραγμάτευτης προσωπικής ηθικής), αναγκάζεται όμως κι αυτός να παραβεί ορισμένους κανόνες για να συλλάβει τον αντίπαλό του.
Το πρόβλημά μου με το φιλμ είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές, από το "Μπόνι και Κλάιντ" μέχρι τον άλλο "Δημόσιο Κίνδυνο", το πρόσφατο "Μεσρίν" δηλαδή, το οποίο σημειωτέον βρήκα πιο ενδιαφέρον, αφού καταπιανόταν με έναν πολύ πιο πολύπλευρο και αντιφατικό χαρακτήρα. Όσο λοιπόν καλογυρισμένη και να βρήκα την ταινία, ατμοσφαιρική σε μερικές στιγμές της, δεν μου ήταν αρκετό για να μ' αρέσει πραγματικά. Εννοώ ότι σχεδόν κάθε μέση χολιγουντιανή ταινία έχει πλέον φτάσει τεχνικά σε ένα υψηλό επίπεδο, είναι δηλαδή καλογυρισμένη, οπότε αυτό το - θετικό σίγουρα - στοιχείο δεν είναι για μένα αρκετό από μόνο του. Φοβάμαι ότι ο Michael Mann, όσο καλός σκηνοθέτης και να είναι, παγιδεύεται σε ευπρόσωπα μεν φιλμ, τα οποία όμως πολύ λίγα προσθέτουν σε όσα ήδη ξέρουμε. Και δεν νομίζω ότι η στιβαρότητα της σκηνοθεσίας είναι πλέον ικανή από μόνη της να κάνει την (σημαντική) διαφορά. Έτσι συνολικά τη βρήκα καλή ταινία, όχι όμως και κάτι ιδιαίτερο.

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2009

ICE AGE 3: ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΥΣ


Ξέρετε ίσως ότι έχω μια κάποια απέχθεια στα κινηματογραφικά νο 2, 3 και δεν συμμαζεύεται. Αν μη τι άλλο προδίδουν κατά τη γνώμη μου έλλειψη πρωτότυπων ιδεών ή, πολύ απλά, γίνονται μόνο για τα λεφτά, αφού το πρωτότυπο υπήρξε προφανώς πετυχημένο.
Στο Ice Age 3 : Dawn of the Dinosaurs ωστόσο του Carlos Saldanha θα κάνω μια εξαίρεση. Το διασκέδασα όσο και τα προηγούμενα - και πιθανόν ακόμα περισσότερο.
Πώς να αντισταθείς στους ξέφρενους ρυθμούς, που με κράτησαν από την αρχή ως το τέλος, στις φοβερές εικόνες, άλλοτε με πάγους κι άλλοτε με ηφαίστεια, που ενίοτε προκαλούν ακόμα και δέος, στο πανταχού παρόν χιούμορ, στις πολλές κινηματογραφικές και φιλολογικές αναφορές (στο Moby Dick ή στον "Χαμένο Κόσμο" του Έντγκαρ Ράις Μπάροους για παράδειγμα), στην εισαγωγή δεινοσαύρων στο στόρι και, στο κάτω - κάτω, και στο 3-D, που μπορεί να μη "βγάζει μάτι", αλλά προσθέτει όπως και να το κάνουμε μια παραπάνω διάσταση στο φιλμ (στην προκειμένη περίπτωση κυριολεκτικά).
Αλλά και τα νέα σεναριακά ευρήματα μου άρεσαν αρκετά, όπως ο ερωτευμένος αυτή τη φορά σκίουρος, που διχάζεται ανάμεσα στο γνωστό βελανίδι του και σε μια νεαρή και πονηρή σκιουρίνα ή η εισαγωγή του μονόφθαλμου λίγο-Ταρζάν-λίγο-Αχάμπ κουναβιού με την παλαβή συμπεριφορά και τον αιώνιο αντίπαλο. Και, φυσικά, ο χαμένος κόσμος που ανακαλύπτουν οι γνωστοί ήρωες δίνει την ευκαιρία για εντυπωσιακές εικόνες και ακόμα πιο εντυπωσιακές και ιλιγγιώδεις πτώσεις (ή παραλίγο πτώσεις) από δυσθεώρητα ύψη. Όπως καταλαβαίνετε το διασκέδασα αρκετά και πιστεύω ότι μάλλον το ίδιο θα "πάθετε" κι εσείς.
Τελικά τα κινούμενα σχέδια, είτε τα πιο "σκεπτόμενα" της Pixar είτε τα καθαρά διασκεδαστικά άλλων εταιριών, καταφέρνουν να έχουν στις μέρες μας μια σχεδόν σταθερή ποιότητα και να τη συνδυάζουν με μια καλοδεχούμενη εμπορικότητα. Μπράβο τους.

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ ΝΟΤΙΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Η "Λυσσασμένη Γάτα" (Cat on a hot tin roof, 1958) του Richard Brooks (1912-1992) βασίζεται στο γνωστό θεατρικό του Τενεσί Ουίλιαμς και, βέβαια, δείχνει τις θεατρικές της καταβολές. Ανεξάρτητα απ' αυτό, πάντως, είναι μια ταινία βουτηγμένη στο δράμα, βαρύ, σπαρακτικό, ασφυκτικό. Στο πρώτο μέρος κυρίως έφτασα να δυσανασχετώ από τα αδιέξοδα πάθη, την δυσλειτουργικότητα και τη μιζέρια όλων ανεξαιρέτως των χαρακτήρων.
Αυτό που κάνει βέβαια η ταινία είναι να επιτίθεται με κάθε τρόπο, να καταλύει τον μύθο, να σπάζει την όμορφη και ψεύτικη βιτρίνα της μεγάλης αμερικάνικης οικογένειας - και μάλιστα νότιας, όπου τα πράγματα είναι ως γνωστόν πιο συντηρητικά (αμερικάνικη, νότια είναι η οικογένεια που βλέπουμε, φαντάζομαι όμως ότι όλα αυτά ισχύουν για κάθε δυτική οικογένεια). Επίτηδες η οικογένεια που επιλέγει ο Ουίλιαμς (και ο Brooks) είναι πολύ πλούσια, διάσημη στα μέρη της, με πάτερ-φαμίλια γαιοκτήμονα και γερουσιαστή, ώστε η βιτρίνα, που από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή θα τσακίζει μεθοδικά, να είναι όσο πιο αστραφτερή γίνεται. Ε, λοιπόν, όλα μα όλα τα μέλη (έξη βασικά) κρύβουν σκοτεινά μυστικά, ανομολόγητους πόθους, κρυφές βλέψεις, βρώμικα σχέδια... και στο παρόν που βλέπουμε δεν λειτουργεί τίποτα απολύτως: Βαθύτατα μίση καλυμμένα κάτω από ψεύτικες στρώσεις αγάπης και καθωσπρεπισμού, υποκρισία, αλληλοσπαραγμοί φανεροί ή κρυφοί, συμφέροντα, σεξουαλικές δυσλειτουργίες, αλκοολισμός - οι πάντες μοιάζουν να μισούν και να είναι αηδιασμένοι με τους πάντες, άλλοτε φανερά κι άλλοτε κρυφά.
Κάτω απ' όλα αυτά όμως υποβόσκει η πίστη στην κλασική φροϊδική ψυχανάλυση: Πολλά από τα τραύματα μπορούν να θεραπευτούν, φτάνει να ειπωθούν, να βγουν στο φως - αφού βέβαια βρεθεί η ρίζα του κακού, η πρωταρχική αιτία που τα δημιούργησε. Ίσως σήμερα αυτή η πίστη να μοιάζει κάπως απλοϊκή, ωστόσο, ανεξάρτητα απ' αυτό, η καταγγελία της ψευτιάς της οικογένειας και των σκοτεινών και μυστικών σχέσεων των μελών της παραμένει. Αν σ' αυτά προσθέσετε και τις αστραφτερές παρουσίες των Πολ Νιούμαν και Ελίζαμπεθ Τέιλορ, έχουμε μια από αυτό που θα αποκαλούσαμε "κλασική δραματική ταινία".
ΥΓ: Νομίζω ότι εδώ εμφανίζεται η απεχθέστερη οικογένεια που έχετε δει ποτέ. Δεν μιλώ για τη συνολική, αλλά συγκεκριμένα για την οικογένεια του αδελφού του Νιούμαν, με την αντιπαθέστατη σύζυγο (πρότυπο κακίας) και τα εφιαλτικότερα 5 παιδιά που έχετε δει ποτέ (και τα οποία η Τέιλορ αποκαλεί σ' όλο το φιλμ "άλαιμα τέρατα"). Τόσο, που κινδυνεύετε να μισήσετε τα παιδιά για πάντα. Και όλα αυτά ενώ, όπως είπαμε, πρόκειται για εύπορη οικογένεια και, κυρίως, όσο πιο "αμερικάνικη" γίνεται, με όλα ανεξαιρέτως τα σχετικά στερεότυπα.

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2009

Η ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΟΥ VAMPYR


Το 1932 ο δανός Carl Theodor Dreyer (1889-1968), που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, γυρίζει το Vampyr, τη μοναδική του ταινία τρόμου. Βασισμένο χαλαρά σ' ένα διήγημα του ιρλανδού Σεριντάν Λε Φανού, με πολυεθνικό καστ και συντελεστές, γυρισμένο στη Γαλλία, αφηγείται τις περιπέτειες ενός νέου που περνά μια νύχτα σ' ένα παράξενο, απομάκρυσμένο πανδοχείο και όσα αλλόκοτα συμβαίνουν εκεί - που σχετίζονται βέβαια με ένα βαμπίρ.
Μην περιμένετε ωστόσο μια κανονική ιστορία με στρωτή αφήγηση. Σας λέω από τώρα ότι είναι δύσκολο να παρακολουθήσει ο θεατής τα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Κι αυτό επειδή το τελευταίο διαθέτει μια απόλυτα ονειρική ποιότητα, μοιάζει σε ορισμένα σημεία σαν ένα σουρεαλιστικό πείραμα. Συχνά δεν κατανοούμε γιατί συμβαίνει κάτι ή, ακόμα περισσότερο, αν συμβαίνει στ' αλήθεια ή πρόκειται για όνειρο, φαντασίωση ή κάτι άλλο. Παραιτηθείτε λοιπόν από την (πλήρη) κατανόηση των τεκταινόμενων. Τότε;
Αυτό που μένει είναι η ποιότητα των ασπρόμαυρων εικόνων, η φοβερή ατμόσφαιρα, το ονειρικό κλίμα. Είναι από τις περιπτώσεις που το στόρι υποχωρεί μπροστά στην εικόνα. Και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις μερικές μόνο απ' αυτές.
Πώς να το κάνεις σε μια ταινία όπου οι σκιές αυτονομούνται από τους "ιδιοκτήτες" τους και δρουν μόνες τους, κάνοντας ακόμα και εγκλήματα; Όπου ένας άνθρωπος παρακολουθεί την ίδια του την κηδεία (μερικά υπέροχα υποκειμενικά πλάνα υπάρχουν εδώ) δίχως ποτέ να εξηγηθεί αν η σκηνή αυτή είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Όπου ο γιατρός συνεργάτης του βρικόλακα θάβεται σε μια ατμοσφαιρική σκηνή κάτω από τόννους από αλεύρι ανάμεσα στους τροχούς ενός νερόμυλου; Ή όπου το βαμπίρ εμφανίζεται σε μια αλλόκοτη σκηνή και σε έναν ακαθόριστο χώρο με γρανάζια και τροχούς να κινούνται ψηλά πάνω από το κεφάλι του; Κι υπάρχουν και πολλές άλλες ακόμα. Αλλά και η ηθοποιία, οι κινήσεις των ηρώων που μοιάζουν να υπνοβατούν, τα νυχτερινά εξωτερικά πλάνα με το θαμπό, ομιχλώδες φως (που υποτίθεται ότι είναι το σεληνόφως, στο φιλμ όμως διαθέτει μια πολύ διαφορετική, παράξενη ποιότητα), μαζί με το "αφηρημένο" σενάριο, όλα συντελούν στη δημιουργία της απόλυτα ονειρικής ατμόσφαιρας.
Φυσικά θα καταλάβατε ότι μια τέτοια ταινία (και μόνο το ότι είναι του 32 αρκεί, πολύ περισσότερο που έχει τόσες ιδιορυθμίες) δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον σύγχρονο θεατή σα μια ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να τρομάξετε ή να νοιώσετε σασπένς. Εδώ τον βασικό ρόλο παίζουν οι εικόνες και η ατμόσφαιρα. Και αυτές την κάνουν ένα κλασικό αριστούργημα. Ας τη δουν λοιπόν όσοι αγαπάνε το σινεμά σαν τέχνη και όχι όσοι βλέπουν ένα φιλμ τρόμου (μόνο) για να τρομάξουν.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2009

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


"Η Ανατομία ενός εγκλήματος" (1959) του Otto Preminger (1906-1986) είναι από τα κλασικότερα δικαστικά δράματα της ιστορίας του κινηματογράφου. Με εξαιρετικό καστ (Τζέιμς Στιούαρτ, Λι Ρέμικ, Μπεν Γκαζάρα, Τζορτζ Σκοτ) αναλύει την περίπτωση του φόνου ενός μπάρμαν που μόλις έχει βιάσει μια γυναίκα από τον σύζυγο της τελευταίας. Αυτό όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, γιατί πολλά πράγματα κρύβονται κάτω από αυτή την ιστορία.
Θα πω από τώρα ότι, μιας και δεν είμαι πολύ φανατικός φίλος των δικαστικών δραμάτων, η ταινία μάλλον με κούρασε συνολικά με την ατέλειωτη διάρκειά της (γύρω στις 2,5 ώρες). Είναι αναμφισβήτητα καλογυρισμένη, αναλύει άψογα και σε βάθος τους χαρακτήρες και θεωρείται κλασική, αλλά... συμβαίνουν αυτά. Ίσως όμως να είναι κάτι προσωπικό. Γιατί σίγουρα τα προτερήματά της είναι πολλά. Όπως οι αποκαλύψεις για τους χαρακτήρες των ηρώων και τα μπακγκράουντ τους, οι συμπαθητικoί αντιήρωες πρωταγωνιστές (ο Στιούαρτ είναι σχεδόν παρατημένος από τη ζωή δικηγόρος και στα πρόθυρα του αλκοολισμού, ο γέρος φίλος του είναι κανονικά παρατημένος δικηγόρος και κανονικός αλκοολικός), η σκιαγράφηση σε δεύτερο επίπεδο της επαρχιακής πλήξης και της κατάστασης όλοι-ξέρουν-τα-πάντα-για-όλους. Αλλά το σημαντικότερο για μένα σημείο (και προτέρημα) του φιλμ είναι η διφορούμενη ματιά που ρίχνει στη δικαιοσύνη. Και λέει κάτι πολύ απλό, που σπάνια έχει ειπωθεί με τόσο σχετικά χαμηλούς τόνους (εννοώ δίχως εντυπωσιακές δικαστικές πλάνες, από μηχανής θεούς που εμφανίζονται ξαφνικά στην αίθουσα του δικαστηρίου, αποδράσεις και άλλα τέτοια): Λέει ότι όσο κι αν η δικαιοσύνη κάνει τυπικά σωστά τη δουλειά της, η αλήθεια μπορεί πάντοτε να παραμένει κάτι άπιαστο ή ανεξιχνίαστο. Κι αυτό γιατί η κρίση γίνεται πολύ απλά από ανθρώπους (ένορκους, δικαστές, δεν έχει σημασία) και οι άνθρωποι εξ ορισμού και υποκειμενικοί είναι και επιρρεπείς στα συναισθήματά τους. Και έχει ενδιαφέρον ότι δεν πρόκειται για μια εντυπωσιακή καταγγελία του δικαστικού συστήματος. Κάθε άλλο. Αυτό αντιμετωπίζεται μάλλον με συμπάθεια. Όλα γίνονται τυπικά σωστά κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι πάντες (δικαστές, εισαγγελείς, υπεράσπιση, ένορκοι) έχουν τις καλύτερες προθέσεις: Να αποκαλύψουν την αλήθεια. Καμιά "πουστιά", καμιά συναλλαγή κάτω από το τραπέζι, κανένα ανώτερο συμφέρον. Μια καθημερινή επαρχιακή ιστορία μόνο, με καθημερινούς πρωταγωνιστές. Κι όμως SPOILER SPOILER η αλήθεια ακόμα και μετά το τέλος της δίκης είναι, τουλάχιστον, διφορούμενη. Δεν έχει καμιά σημασία αν κέρδιασαν οι "καλοί" (η συμπαθής υπεράσπιση) ή οι "κακοί" (ο πρωτευουσιάνος μεγαλοδικηγόρος κατήγορος). Σημασία έχει ότι στο τέλος, ανεξαρτήτως απόφασης, δεν είμαστε και πολύ σίγουροι για το τι ακριβώς συνέβει και για το αν η απόφαση ήταν τελικά σωστή ΤΕΛΟΣ SPOILER. Άλλωστε ο κατηγορούμενος που υπερασπίζεται ο συμπαθής ήρωας κάθε άλλο παρά συμπαθής είναι.
Έτσι λοιπόν βρίσκω πολλές αρετές στην κλασική αυτή ταινία και οι αντιρρήσεις μου (για τη διάρκειά της κυρίως) είναι μάλλον υποκειμενικές. Κατά βάθος σας τη συνιστώ.

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΕΣ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) "ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ"


Οι "Αναχωρήσεις" (Οkuribito, 2008), γιαπωνέζικη ταινία του Yôjirô Takita, είναι το φιλμ που πήρε το Ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2008. Πρόκειται για την τρυφερή και συγκινητική ιστορία ενός παντρεμένου νέου που, όταν μένει άνεργος, αποτυγχάνοντας να σταδιοδρομήσει ως τσελίστας, επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του και αναγκάζεται να βρει δουλειά σε ένα γραφείο που περιποιείται (καθαρίζει, μακιγιάρει, ντύνει)νεκρούς πριν τους αποτεφρώσουν. Το επάγγελμα αυτό δεν είναι ευπρόσδεκτο από τους οικείους του, η αφοσίωση του ήρωα όμως θα αρχίσει βαθμιαία να τους μεταπείθει.
Η ταινία επικεντρώνεται στη φυσική (;) απέχθεια που έχει ο άνθρωπος για τους νεκρούς που, αν το αναλύσει κανείς, είναι ένα κράμα φόβου, αηδίας, στρυθοκαμηλικής άρνησης αυτού που μας περιμένει όλους και ίσως και άλλων στοιχείων. Το φιλμ λοιπόν προσπαθεί - και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει νομίζω - να μας συμφιλιώσει με την ιδέα του θανάτου και να καταδείξει το συμβολισμό που κρύβει η τελευταία, τρυφερή περιποίηση προς το νεκρό σαν δείγμα αγάπης, συγχώρεσης και κατανόησης γι' αυτόν. Και, επί πλέον, βλέπεται και σαν ένα είδος "ντοκιμαντέρ" για τα παράξενα για μας γιαπωνέζικα ταφικά έθιμα από τους φιλοπερίεργους θεατές.
Ναι, η ταινία είναι γεμάτη θανάτους, νεκρούς, νεκρικές τελετές και θλίψη (που όμως είναι απόλυτα κατανοητή και φυσική και όχι, στις περισότερες περιπτώσεις, μόνιμη). Γι' αυτό ίσως "τρομάξετε" και δεν έχετε καμιά όρεξη να δείτε ένα τέτοιο φιλμ. Ωστόσο ο Takita σπάει την αφήγησή του με λίγο χιούμορ, αν και αυτό που κυριαρχεί βέβαια είναι η συγκίνηση. Που αποτελεί και την αντίρρησή μου, καθώς βρήκα το τέλος ιδιαίτερα υπέρ του δέοντος συναισθηματικό, φτιαχτό, προορισμένο να βρέξει τα μαντήλια κάθε θεατή, δηλαδή σχεδόν μελό. Πράγμα που δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα βέβαια, διότι δίχως το (έντονο) στοιχείο της συγκίνησης πολύ σπάνια μια ταινία κατακτά το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Τέλος πάντων, πέρα από τις επί μέρους αντιρρήσεις μου, νομίζω ότι πρόκειται για τρυφερή, ευαίσθητη και καλογυρισμένη ταινία, που θα συγκινήσει τους θεατές.
ΥΓ: Δεν έχω δει άλλη ταινία του Takita, βλέποντας όμως την πλούσια φιλμογραφία του είδα ότι περιλαμβάνει απόλυτα βίαια, ίσως και "άρρωστα" φιλμ. Πώς τώρα από κει φτάνει να κάνει μια τόσο ευαίσθητη ταινία... τι να σας πω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Ή, αν προτιμάτε, είναι τρελοί αυτοί οι γιαπωνέζοι.