Το blog, ως συνήθως, αποχωρεί για τις καθιερωμένες διακοπές. Να περνάτε καλά είτε βρίσκεστε σε διακοπές είτε όχι και... ραντεβού στα τέλη Αυγούστου.
Μια γυναίκα ξυπνά ξαφνικά και βρίσκεται κλεισμένη σε ένα είδος φέρετρου. Λέω "ένα είδος" διότι πρόκειται για ένα "φέρετρο" υψηλής τεχνολογίας. Φωτάκια, κουμπιά, μηχανήματα και κυρίως ένας υπολογιστής (η φωνή ενός υπολογιστή για την ακρίβεια), με τον οποίο μπορεί να μιλήσει, να ρωτήσει, να του δώσει εντολές κι εκείνος να υπακούσει (εκτός από την εντολή "βγάλε με από εδώ"). Η ίδια δεν θυμάται καθόλου ποια είναι και γιατί βρίσκεται εκεί.Το ακόμα χειρότερο είναι ότι το οξυγόνο μειώνεται σταθερά και ένα χρονόμετρο της δείχνει διαρκώς πόσος χρόνος της μένει...
Όπως καταλάβατε, πρώτα - πρώτα έχουμε το άκρο άωτο του κλειστοφοβικού φιλμ (θυμίζει το "Buried", αλλά αυτό δεν ήταν ΕΦ). Ωστόσο εδώ έχουμε αρκετές ενδιαφέρουσες σεναριακές ιδέες, οι οποίες δεν αφήνουν το θεατή να πλήξει καθόλου: Πρώτα πρώτα σχετικά με την ταυτότητα της γυναίκας και τις διαρκείς ανατροπές στο θέμα αυτό που συνοδεύουν τις ανακαλύψεις της αμνησιακής ηρωίδας. Έπειτα σχετικά με το πού και το γιατί βρίσκεται κλεισμένη. Και τέλος για την κατάληξη όλης αυτής της ιστορίας και το άγχος που δημιουργεί ο χρόνος που τρέχει...
Θα ξαναπώ ότι πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα ταινία του είδους, θα υποσχεθώ ότι παρά το ότι σχεδόν διαρκώς βλέπουμε μια κλεισμένη γυναίκα ουδείς πρόκειται να πλήξει και, βεβαίως, θα τονίσω ότι οι κλειστοφοβικοί δεν πρέπει να περάσουν ούτε απ' έξω. Θα τους κάνει κακό...
Τέσσερις μεσήλικοι καθηγητές λυκείου συνειδητοποιούν ότι οι ζωές τους έχουν καταντήσει τελματωμένες και άδειες, βασιζόμενες σε μια επαναλαμβανόμενη, βαρετή ρουτίνα. Παίρνοντας έμπνευση από τη θεωρία ενός φιλοσόφου που ισχυρίζεται ότι ο ανθρώπινος οργανισμός περιέχει 0.05% αλκοόλ απ' όσο θα έπρεπε, αποφασίζουν να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση (και τη ζωή τους εν γένει) δοκιμάζοντας καθημερινά αυτό το παραπάνω. Στην αρχή όλα λειτουργούν άψογα και όντως τα πάντα βελτιώνονται. Αλλά τα πράγματα δεν μπορούν πλέον να σταματήσουν σ' αυτό το ελάχιστο ποσοστό και σύντομα θα τεθούν εκτός ελέγχου...
Δράμα που μιλά για την επίδραση του αλκοόλ στη ζωή μας αλλά, γενικότερα, διαπραγματεύεται το μόνιμο θέμα του Vinderberg: Το τι συμβαίνει κάτω από την τακτοποιημένη, καθαρή επιφάνεια των σκανδιναβών, που, ως γνωστόν έχουν πετύχει ένα υψηλό στάνταρ ποιότητας ζωής στην καθημερινότητά τους. Στο βάθος όμως υποφέρουν όπως όλοι. Οι ζωές τους γίνονται από ένα σημείο και πέρα το ίδιο βαρετές όπως και εκατομμυρίων άλλων "δυτικού τύπου" ανθρώπων απανταχού του πλανήτη, ενώ τα βαθύτερα, κρυμμένα προβλήματα παραμένουν ίδια. Όσο για το αλκοόλ... ίσως αυτοί εκεί πάνω να το χρειάζονται πολύ περισσότερο λόγω κρύου - με τις ανάλογες συνέπειες φυσικά...
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και κρατά το θεατή καθώς το δράμα κορυφώνεται και η κατρακύλα γίνεται πλέον ανεξέλεγκτη. Και, ευτυχώς, για να αποφευχθεί το παντελώς ζοφερό κλίμα, το φιλμ σπάει με κάποιες δόσεις χιούμορ, κυλώντας έτσι ευκολότερα. Έχω μόνο κάποιες σεναριακές απορίες: Όπως βλέπουμε τα πράγματα, πώς είναι δυνατόν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι να λειτουργούν κανονικά στη δουλειά τους (έστω από ένα ορισμένο σημείο και μετά); Πώς κρατάνε μυστικό το πείραμά τους; Και πώς αφήνονται τόσο εύκολα;
Γενικά πάντως είναι αρκετά καλό και ενδιαφέρον φιλμ, δίχως όμως και να το θεωρώ σε καμία περίπτωση αριστούργημα.
Ένας επιθεωρητής της αστυνομία ανακρίνει τον μοναδικό και βασικό ύποπτο για δύο βιασμούς και δολοφονίες μικρών κοριτσιών. Ο ύποπτος είναι ένας ευκατάστατος, πλούσιος και γνωστός συμβολαιογράφος. Τα πάντα οδηγούν στην ενοχή του και περιπλέκονται όταν εμφανίζεται αυτόκλητη στην αστυνομία η σύζυγός του. Αλλά υπάρχουν κι άλλα...
Πολύ καλή ταινία "δωματίου" (μόνο λίγα φλας μπακ είναι γυρισμένα εκτός του χώρου της ανάκρισης), που, αναπόφευκτα, παραπέμπει σε θεατρικό έργο, πλην όμως προσωπικά μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή. Σ' αυτό συντελούν οι εξαιρετικοί ηθοποιοί που υποδύονται τους "ιδιαίτερους" χαρακτήρες του φιλμ: Τον κουρασμένο, ρεαλιστή αστυνομικό, τον αντιπαθή, είρωνα και αυθάδη (και πανέξυπνο) ύποπτο, τη μυστηριώδη σύζυγο... Συγχρόνως ξεσκεπάζει το αθέατο παρασκήνιο πίσω από την καλογυαλισμένη επιφάνεια της καλής κοινωνίας, αλλά σε κάποια σημεία δείχνει και την αστυνομική αυθαιρεσία.
Οι αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο καθαρά σεναριακό πεδίο: Αφ' ενός ομολογώ ότι δεν κατάλαβα από ψυχολογική άποψη τις απρόσμενες αντιδράσεις των βασικών ηρώων στο τέλος (που, για λόγους σπόιλερ, δεν μπορώ βέβαια να μιλήσω παραπάνω γι' αυτές). Αφ' ετέρου με ενόχλησε κάπως το ότι η λύση βασίζεται σε καθαρή σύμπτωση, πράγμα που ποτέ δεν είναι καλό από σεναριακή πάντοτε άποψη.
Ωστόσο τη βρήκα πολύ καλή ταινία. Να μη σας φοβίσει καθόλου το ότι είναι φιλμ δωματίου. Κρατά συνεχώς τον θεατή.
Ένας μεσήλικας πλέον παλιός γκάγκστερ, που διαθέτει και το μεγάλο πάθος της χαρτοπαιξίας, χάνει όλα του τα λεφτά μένοντας στο απόλυτο μηδέν. Μόνη λύση να οργανώσει μια ληστεία, όπως είχε κάνει και παλιά, στο μακρινό παρελθόν (και το είχε πληρώσει τότε με φυλακή).
Κλασικό νουάρ, όμορφες, ασπρόμαυρες εικόνες, 50ς ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα και η χαρακτηριστική λιτότητα του Μελβίλ (αν και όχι τόσο έντονη όσο σε μεταγενέστερα φιλμ του), συνθέτουν ένα γοητευτικό σκηνικό. Ιδιαίτερα cool ο βασικός ήρωας, που έχει κερδίσει τον σεβασμό όλων (ακόμα και των μπάτσων, ένας αξιωματικός των οποίων είναι ένας από τους καλύτερους φίλους του), παράδειγμα προς μίμηση για νεαρούς του χώρου και με τις γυναίκες να τον θέλουν... Είναι κομψός, ευγενής, ψύχραιμος, με αριστοκρατική φινέτσα και καθόλου δε μοιάζει με τύπο του υποκόσμου.
Κάποιοι θεωρούν την ταινία ως "την πρώτη ουσιαστικά της νουβέλ βαγκ" (άτυπα, αφού ο Μελβίλ ανήκε σε προηγούμενη γενιά από τους νεαρούς τότε δημιουργούς της), που θα κατέκλυζε το ευρωπαϊκό σινεμά σε πολύ λίγο χρόνο από το συγκεκριμένο φιλμ. Ωστόσο, πέρα από τις αρετές αυτές - και άλλες που πιθανόν θα ανακαλύψετε - προσωπικά προτιμώ άλλες ταινίες του Μελβίλ.
Ένας νεαρός ιδιοκτήτης κέτερινγκ, χτυπημένος από μια παράξενη ακτίνα, εξαφανίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη και μεταφέρεται στον Α' Παγκόσμιο, στο πεδίο της μάχης. Εκεί θα γνωρίσει τον ηρωικό αεροπόρο Biggles και μαζί θα ζήσουν διάφορες περιπέτειες. Το θέμα είναι ότι οι περιπέτειες, τόσο δράσης όσο και κωμικές, συμβαίνουν και στους δύο χρόνους, καθώς ο ήρωάς μας μεταφέρεται εντελώς τυχαία και σε τυχαίες στιγμές πότε στο παρόν (τα 80ς δηλαδή) και πότε στον πόλεμο...
Αστείο, χαβαλετζίδικο, δίχως ίχνος σοβαρότητας (ηθελημένα), αθεράπευτα 80ς (με τα κοστούμια και όλα τα σχετικά), είχε αποτύχει παντελώς στην εποχή του. Εντάξει, δεν άξιζε τόση αποτυχία. Αν θέλετε κάτι ευχάριστο, απλώς για να περάσετε την ώρα σας, μια χαρά είναι. Και ίσως οι μεγαλύτεροι να νοσταλγήσουν και το παρελθόν (τα 80ς εννοώ, όχι τον πόλεμο). Και κάτι σημαντικό: Στο φιλμ κάνει την τελευταία του εμφάνιση στην οθόνη ο μεγάλος Πίτερ Κάσινγκ.
Ο τρόπος παρουσίασης της ιστορίας έχει πολλές πρωτοτυπίες. Κάθε λίγο η ιστορία διακόπτεται για να παρακολουθήσουμε μέρη από σύγχρονες (του 2018 δηλαδή) συνεντεύξεις των αληθινών ληστών, πάνω από 10 χρόνια μετά τα γεγονότα, που σχολιάζουν διάφορα και συχνά δεν θυμούνται ακριβώς πώς έγιναν τα πράγματα, αλλά και άλλων που είδαν τη ληστεία (βιβλιοθηκάριοι κλπ.). Και μετά συνεχίζουμε την ιστορία... Πρόκειται για μια "χύμα", ατσούμπαλα προετοιμασμένη ληστεία, τα σχέδια της οποίας στηρίχτηκαν σε... σχετικές ταινίες που είχαν δει οι επίδοξοι ληστές. Οι οποίοι, αυτό είναι το θέμα, ούτε ανάγκη από λεφτά είχαν ούτε περίεργοι τύποι ήταν. Μια ομάδα κανονικών φοιτητών, που το μόνο που ήθελαν ήταν να "ξεχωρίσουν από τη μάζα", να κάνουν κάτι διαφορετικό που θα το θυμούνται σ' όλη τους τη ζωή. Και βέβαια με τέτοια (μη) προσόντα, τα κάνουν θάλασσα...
Η ταινία, συχνά με χιούμορ, ασκεί βαθιά κριτική στο αμερικάνικο όνειρο, στην ανάγκη του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου να ξεχωρίσει, δίχως όμως να αμφισβητεί ουσιαστικά το όλο πλαίσιο της καθημερινότητας, στον ατομικισμό του κυρίως, στο ότι δεν ενδιαφέρεται για τίποτα που έχει σχέση με το κοινό συμφέρον και το δημόσιο χώρο εν γένει, αλλά μόνο για τον εαυτό του. Και συγχρόνως κάνει και μια υπόγεια πλάκα στον ίδιο τον mainstream κινηματογράφο και την απατηλή εικόνα της πραγματικότητας που μας δίνει (αν κάνεις ληστεία ακολουθώντας κινηματογραφικές συμβουλές από τα άπειρα σχετικά φιλμ που έχουν γυριστεί... την έχεις πατήσει σίγουρα).
Φρέσκο, πρωτότυπο και με άποψη φιλμ, που αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη.
Αυτά συμβαίνουν στο πολύ καλό κατά τη γνώμη μου "Digger" (2020), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του έμπειρου μικρομηκά Γιώργη Γρηγοράκη, με τον πάντα καλό Βαγγέλη Μουρίκη στον κύριο ρόλο. Το φιλμ, εκτός του ότι διαθέτει εξαιρετική κινηματογράφηση, ωραίες εικόνες, ρυθμό, χιούμορ που κατά διαστήματα σπάει τη "μουντή" γενική εικόνα, καλές ηθοποιίες κλπ., θίγει συγχρόνως και αρκετά καυτά θέματα και μάλιστα με πολυεπίπεδο τρόπο: Πολύ καλή, ρεαλιστική καταγραφή της μιζέριας της επαρχίας, με τα πολλαπλά αδιέξοδα των κατοίκων της, πολύ ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στο ευρύτερο οικολογικό πρόβλημα και την καταστροφή της φύσης από τον άνθρωπο (οι Σκουριές έρχονται αμέσως στο νου) - αλλά και συγχρόνως αντικειμενική ματιά, αφού υπογραμμίζει δίχως προκαταλήψεις και τα ευεργετικά για τη μικρή κοινωνία οικονομικά αποτελέσματα της καταστροφής (βραχυπρόθεσμα βεβαίως μπροστά σ' αυτό που χάνεται), ενδιαφέρουσα ανάπτυξη της σχέσης πατέρα - γιου και άλλα θετικά.
Γενικά τη θεωρώ από τις καλές ελληνικές ταινίες των τελευταίων χρόνων και πιστεύω ότι δικαίως σάρωσε τα βραβεία του 2020 για το ελληνικό σινεμά.
Μια παράξενη επιδημία (διάγουμε εποχή επιδημιών βεβαίως) απλώνεται στον κόσμο: Οι άνθρωποι χάνουν μαζικά τη μνήμη τους. Ο ήρωας. ένας σαραντάρης, ξυπνά ένα πρωί δίχως να ξέρει ποιος είναι, τι δουλειά κάνει, ποιοι είναι οι φίλοι ή η οικογένειά του... Τίποτα απολύτως. Όταν τον μαζεύουν οι νοσοκόμοι μπαίνει στο ειδικό για τους συνεχώς αυξανόμενους αμνησιακούς πρόγραμμα "Νέα Ταυτότητα", όπου οι ασθενείς λαμβάνουν οδηγίες από γιατρούς για συγκεκριμένες καθημερινές "αποστολές", ώστε να ενταχθούν σιγά - σιγά και πάλι στην κοινωνία.
Η ιστορία έχει σίγουρα το ενδιαφέρον της. Πρόκειται για μια διερεύνηση της λειτουργίας της μνήμης και καταλήγει τελικά ότι πολύ συχνά ξεχνάμε ό,τι είναι επώδυνο, ξεχνάμε δηλαδή αυτό που θέλουμε να ξεχάσουμε. Η ίδια αυτή τάση μπορεί βεβαίως να αντιμετωπιστεί και ως κατηγορία: Ξεχνάνε αυτοί που φοβούνται να πονέσουν. Αλλά αφού δεν υπάρχει ζωή δίχως πόνο, οι άνθρωποι που ξεχνούν είναι ουσιαστικά σαν να αρνούνται να ζήσουν.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά τα φιλοσοφικά, καθώς και η παράξενη ατμόσφαιρα της ταινίας (ενώ το περιβάλλον παραπέμπει σε σύγχρονη εποχή ή σε πολύ κοντινό μέλλον, πολλές λεπτομέρειες είναι αναχρονιστικές - μαγνητόφωνα, τηλέφωνα με καντράν, πολαρόιντ κλπ.). Ωστόσο συνολικά κάπου με κούρασε και τη βρήκα κάπως στημένη. Ανήκει σαφώς στο ελληνικό weird σινεμά, έχει οπωσδήποτε ενδιαφέρον και είναι σημαντικό φιλμ για πρωτοεμφανιζόμενο, αλλά κάτι δεν με άφησε να πω ολόψυχα ότι μου άρεσε.
Δύο αστυνομικοί κάνοντας περιπολία παγιδεύονται στο αραβικό "γκέτο" της Κοπεγχάγης, όπου, σε εποχές ταραχών "δεν μπαίνει η αστυνομία". Ακριβώς τέτοιες βίαιες ταραχές ξεσπούν ανεξέλεγκτα όταν ένας νεαρός άραβας πεθαίνει από τραύματα που του προκάλεσαν μπάτσοι (όχι οι συγκεκριμένοι). Σε όλο το φιλμ παρακολουθούμε την αγωνιώδη προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την περιοχή που φλέγεται.
Η ταινία διαθέτει εξαιρετικό σασπένς και την παρακολούθησα "με κομμένη την ανάσα". Πέραν από το στοιχείο του σφιχτοδεμένου θρίλερ όμως, κάνει και ένα σχόλιο πάνω στο πολύπλοκο ζήτημα των σύγχρονων γκέτο των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, το οποίο στο μέλλον πιθανόν να μας απασχολήσει πολύ περισσότερο. Καθόλου μονοδιάστατο σχόλιο. Οι μπάτσοι φταίνε καθώς (άλλοτε άθελά τους και άλλοτε συνειδητά) ρίχνουν λάδι στη φωτιά, που συχνά οδηγεί σε έκρηξη. Είναι η αφορμή. Και βεβαίως και οι "έγκλειστοι" φέρουν τις ευθύνες τους. Εδώ ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές, σκληρός και ρατσιστής, είναι σαφώς υπεύθυνος για την κόλαση που θα ακολουθήσει (όχι την κόλαση των ταραχών εν γένει, αλλά για την προσωπική κόλαση των δύο αστυνομικών).
Αν βεβαίως δούμε ευρύτερα τις όλο και συχνότερες τέτοιες καταστάσεις, δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε μόνο την αστυνομία, που απλώς είναι το άβουλο όργανο στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας. Η κατάσταση έχει πολύ βαθύτερα αίτια: Από τη στιγμή που υπάρχουν φτωχοί, δίχως μέλλον, νεαροί έγκλειστοι σε μια μίζερη και δίχως προοπτικές ζωή, και μάλιστα ζώντας σε θύλακες αποκλεισμένους από τη σχετική ευμάρεια που επικρατεί στην ευρύτερη πόλη και η οποία ευημερία αφορά μόνο τους λευκούς κατοίκους, καταστάσεις σαν αυτές είναι αναπόφευκτες. Και, φυσικά, οι νεαροί είναι εύκολο να γίνουν έρμαια στα χέρια κάθε λογής φανατικών ή/και εγκληματιών...
Τη θεωρώ από τις αξιόλογες πρόσφατες ταινίες.
Μια ευκατάστατη, παντρεμένη, ερωτευμένη με τον σύζυγο της, όμορφη, πλην όμως ψυχρή, γυναίκα "βασανίζεται" (;) από μαζοχιστικά όνειρα (ή φαντασιώσεις). Στη συνέχεια αποφασίζει να δουλέψει (κρυφά φυσικά) σε οίκο ανοχής κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν ο σύζυγος λείπει στη δουλειά. Προφανώς όχι επειδή χρειάζεται λεφτά, αλλά επειδή το θέλει.
Η "σατανική" ματιά του Μπουνουέλ είναι βεβαίως κάτι παραπάνω από παρούσα. Η τόλμη του θέματος, η ψυχαναλυτικές αναφορές, ο κυρίαρχος διχασμός ανάμεσα στην επιθυμία και την κοινωνική απαγόρευση. Η ψυχρότητα της γυναίκας όσον αφορά τις συζυγικές υποχρεώσεις σε πλήρη αντίθεση με την ηδονή που αντλεί από τη "δουλειά". Αλλά ταυτόχρονα και η θεραπεία, δηλαδή η μείωση της ψυχρότητας λόγω της ικανοποίησης, η απελευθέρωση. Η ερωτική απελευθέρωση ως θεραπευτικός μηχανισμός δηλαδή. Δεν είναι μια τολμηρή άποψη;
Εννοείται ότι ο περίφημος σουρεαλισμός του Μπουνουέλ δεν λείπει. Κάθε άλλο. Και εμφανίζεται αναπάντεχα κυρίως στο τέλος: Ενώ όσα συμβαίνουν (δεν θα σας πω τι) οδηγούν σε ένα αρχικά ηθικοπλαστικό δίδαγμα ("κοίτα τι έπαθε μ' αυτά τα αίσχη που έκανε"), ξαφνικά ανατρέπει τα πάντα με ένα παράλογο / σουρεαλιστικό φινάλε, που κλείνει το μάτι στο θεατή ή, αν θέλετε, τον αφήνει προβληματισμένο δίνοντάς του ένα εντελώς ανοιχτό τέλος. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει μόνο η ηθικοπλαστική εκδοχή που λέγαμε...
Η ταινία παραμένει τολμηρή μετά τόσες δεκαετίες. Προσοχή όμως: Μη νομίζετε ότι θα δείτε τίποτα γαργαλιστικό. Οι "διαστροφές" (και υπάρχουν πολλές από δαύτες) υπονοούνται, δεν δείχνονται. Ούτε καν γυμνό υπάρχει. Οπότε να είστε προετοιμασμένοι για την έλλειψή τους. Το κλασικό αυτό φιλμ σε προκαλεί περισσότερο να σκεφτείς.
ΥΓ: Προσωπικά, παρά τη σκανδαλώδη φήμη, την τολμηρότητα και το αναμφισβήτητο ενδιαφέρον της, η "Ωραία την Ημέρας" δεν είναι από τα πολύ αγαπημένα μου μπουνουελικά φιλμ. Προτιμώ άλλα αριστουργήματά του (Βιριδιάνα, Εξολοθρευτής Άγγελος κ.α.). Καθαρά προσωπική άποψη.
Ένας βουλευτής παντρεύεται την κόρη του προέδρου της χώρας. Σύντομα όμως φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με το νέο ζευγάρι. Στην πραγματικότητα ο σύζυγος ανήκει σε ένα κλειστό κλαμπ gay από υψηλές κυρίως τάξεις) ανδρών. Και όχι μόνο αυτό: Ερωτεύεται παράφορα έναν υπάλληλό του στο γραφείο. Το σκάνδαλο δεν θα αργήσει να ξεσπάσει και δεν θα αφορά μόνο τον συγκεκριμένο βουλευτή.
Η ταινία είναι πολύ καλογυρισμένη, δίνοντας βάρος στην ατμόσφαιρα της εποχής (σκηνικά, κοστούμια κλπ.). Ενώ λειτουργεί κυρίως ως καταγγελία για τα όσα έχουν υποστεί οι gay σε παλιότερες εποχές (και σήμερα βεβαίως, αλλά οπωσδήποτε σε μικρότερο βαθμό), ταυτόχρονα λειτουργεί και σε άλλα επίπεδα. Ο βασικός ήρωας γίνεται σκληρός με τη σύζυγό του, η οποία αρχικά δεν είναι παρά η κλασική υποταγμένη γυναίκα της εποχής, της δείχνει ανοιχτά ένα είδος περιφρόνησης - αν και το δικό της ξέσπασμα (συνοδευόμενο με αντίστοιχη σκληρότητα) δεν θα αργήσει. Έτσι αποφεύγεται η εικόνα μαύρου - άσπρου (έχει και αυτός την ευθύνη του για όσα θα συμβούν). Επίσης δείχνει ξεκάθαρα την μεροληψία του νόμου. Κοινώς αν έχεις τα μέσα... Η κακή μοίρα παραμονεύει μόνο για τον "αδύναμο κρίκο" του ζεύγους των εραστών. Πάντως η εικόνα της απαγόρευσης και της καταστολής της όποιας επιθυμίας παραμένει νομίζω πολύ δυνατή.
ΥΓ: Κάτι μου φάνηκε στραβό σεναριακά. Δεν καταλαβαίνω γιατί, παρά το ότι το κλαμπ είναι ερμητικά κλειστό και μυστικό, μετά το χορό όλοι βγαίνουν και περιφέρονται στους δρόμους μισομεθυσμένοι και τραγουδώντας νυχτιάτικα, δίνοντας στόχο στους πάντες. Επειδή τα γεγονότα είναι αληθινά (δεν ξέρω βέβαια για το συγκεκριμένο) θα ήμουν περίεργος για την μάλλον παράξενη αυτή στάση.
Όλα αυτά συμβαίνουν στο υπέροχο animation "Princess Mononoke" (Mononoke-hime, 1997) του μεγάλου ιάπωνα δημιουργού Hayao Miyazaki. Κι αφού είναι φιλμ του Μιγιαζάκι η ποιότητα είναι εγγυημένη. Το συγκεκριμένο φιλμ νομίζω ότι είναι από τα καλύτερά του, πριν ακόμα γίνει πολύ γνωστός στη Δύση με το "Spirited Away".
Φυσικά είναι απολαυστικό στην παρακολούθηση, φυσικά κρατά το θεατή και φυσικά απευθύνεται και σε μεγάλους. Εκτός αυτών των στάνταρς όμως θα επισημάνω και συγκεκριμένα σημεία: Όπως ίσως θα καταλάβατε από την ιστορία πρόκειται για ένα είδος οικολογικής αλληγορίας, της καταστροφής δηλαδή της φύσης από την ανθρώπινη τεχνολογία. Ωστόσο ο Μ. δεν αντιμετωπίζει το θέμα καθόλου μονοδιάστατα. Αντίθετα αυτό που μου προξένησε θαυμασμό είναι τα πολλά επίπεδα των χαρακτήρων του φιλμ. Εδώ δεν υπάρχουν "καλοί και κακοί". Και οι δύο πλευρές (το δάσος και η αποικία) έχουν τις απόψεις και τα δίκια τους (ή μάλλον όχι ακριβώς τα δίκια τους, αλλά υπάρχουν θετικοί και συμπαθείς εκπρόσωποι εκατέρωθεν. Ακόμα και η "κακιά", η ηγέτης της αποικίας, έχει μια ανθρώπινη πλευρά. Ακόμα πιο σημαντικό για την οπτική του δημιουργού είναι ο ρόλος του κεντρικού ήρωα. Είμαι σίγουρος ότι αν ένα παρόμοιο θέμα γυριζόταν στις ΗΠΑ, ο ήρωας θα ήταν ο δεινός οικολόγος πολεμιστής που αγωνίζεται για τη σωτηρία του δάσους και την εξολόθρευση των (πολύ) κακών. Όχι εδώ. Αυτό που θέλει ο ήρωάς μας είναι η όχι η νίκη, η όποια νίκη, αλλά η ειρήνη και η ισορροπία ανάμεσα στις δύο πλευρές. Μπορεί να συμπαθεί τους κατοίκους του δάσους, αλλά η ισορροπία είναι ο στόχος του. Ο Μ. γνωρίζει καλά ότι στην παρούσα φάση δεν υπάρχει "επιστροφή στη φύση" για την ανθρωπότητα. Υπάρχει μόνο αμοιβαία υποχώρηση, συνύπαρξη και προφανώς, προστασία της φύσης από ολοσχερή (και αυτοκτονική) καταστροφή. Κι αυτό ακριβώς μας δείχνει με τον πιο απολαυστικό τρόπο.
Την ιστορία τη ξέρετε. Σε αμερικάνικο θέρετρο, ντάλα καλοκαίρι και ενώ συρρέει πλήθος τουριστών, ένας γιγάντιος λευκός καρχαρίας κάνει την απροσδόκητη εμφάνισή του. Τα θύματα διαδέχονται το ένα το άλλο, ενώ ο σερίφης της περιοχής, ένας επιστήμονας του Ωκεανολογικού Ινστιτούτου και ένας έμπειρος θαλασσόλυκος, εξπέρ στους καρχαρίες, ξεκινούν να τον κυνηγήσουν. Ο τρόμος παραμονεύει.
Η ταινία δεν είναι μόνο η πρώτη τεράστια επιτυχία του Σπίλμπεργκ, το φιλμ που τον έκανε αμέσως σταρ, αλλά και το πρώτο ουσιαστικά αμερικάνικο μπλογκμπάστερ, όπως εννοούμε τον όρο σήμερα. Δεν θα πω πολλά για μια τόσο γνωστή ταινία. Απλώς ότι μέχρι σήμερα παραμένει ικανή να σκορπά ρίγη και να καθηλώνει τον θεατή (και να τον κάνει να φοβάται τη θάλασσα καλοκαιριάτικα), ενώ η δομή της ξεκινά το στιλ που καθιέρωσε στη συνέχεια ο Σπίλμπεργκ, με την αργή, αλλά γεμάτη ανησυχητικά σημάδια αρχή και την κορύφωση όσο προχωράμε (θυμηθείτε στις "Στενές Επαφές", το "Χουκ" κλπ) . Με την έννοια αυτή είναι ένα είδος κλασικής ταινία. Να σημειώσω ότι υπάρχει και έντονη κριτική στην θεώρηση ότι κέρδος και χρήμα είναι πάνω απ' όλα (εν πολλοίς υπεύθυνοι για τη φρίκη που ακολουθεί είναι οι αρχές και οι επαγγελματίες της περιοχής που αρνούνται να εκκενώσουν τις παραλίες και να απαγορεύσουν τα μπάνια για να μη φύγουν οι - πηγή κέρδους - τουρίστες).
Πάντως εσείς οι ελάχιστοι που δεν το έχετε δει, κάντε το.
Προφανώς εδώ υπάρχουν όλες οι συνταγές ενός καλοστημένου... δικηγορικού θρίλερ - και όλες οι συνταγές για blogbaster θα λέγαμε. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μια έντονη αμφισβήτηση του "γιάπικου" τρόπου ζωής και των κάθε λογής "golden boys", όροι που εδώ είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένοι με έναν αβάσταχτο συντηρητισμό... και κάποια άλλα πράγματα... Το τέλος είναι χαρακτηριστικό (αν και "εύκολο") της αμφισβήτησης αυτής. Και βέβαια το γνωστό θέμα σύνδεσης μεγαλοδικηγόρων και εγκλήματος παίζει σημαντικό ρόλο.
Είπαμε: Όχι κάτι πρωτότυπο, το οποίο όμως κρατά το ενδιαφέρον του θεατή. Ο Πόλακ εξ άλλου υπήρξε ένας άριστος και κλασικός τεχνίτης του mainstream αμερικάνικου σινεμά.
Η οποία, στα 21 της, έχει δεσμό με έναν ώριμο, ευκατάστατο και αδιόρθωτο γυναικά οδοντογιατρό, η πολύτιμη γραμματέας του οποίου είναι μια αυστηρή γεροντοκόρη. Τα πράγματα στην αρχή είναι σαν παιχνίδι, όταν όμως σοβαρεύουν και η μικρή ζητά συχνότερη και βαθύτερη επαφή, εκείνος θα σκαρφιστεί έναν περίεργο τρόπο για να αποτρέψει τον... κίνδυνο να την παντρευτεί. Ακολουθούν κωμικές καταστάσεις, απρόβλεπτες παρεξηγήσεις και πολλές συναισθηματικές ανατροπές.
Ακούγεται σαν ελληνική ταινία με τον Κωσταντάρα ή κάτι τέτοιο. Ωστόσο πλήθος από έξυπνες ατάκες και απίθανες καταστάσεις και γενικά η φρεσκάδα που το διακρίνει κάνουν το φιλμ απολαυστικό. Υπάρχει κάποια θεατρικότητα στο όλο πράγμα (δεν εννοώ τις πολύ καλές ηθοποιίες) μια που όντως βασίζεται σε θεατρικό έργο, αλλά αυτό δεν με πείραξε, αφού διασκέδασα πολύ. Άλλωστε πόσες σύγχρονες νερόβραστες κομεντί ξέρετε που ξεκινούν με δεδομένο ότι ένας πενηντάρης και βάλε έχει 20χρονη ερωμένη, την οποία θα επιθυμούσε να την επισκέπτεται για πάντα αποκλειστικά για το σεξ... και από εκεί και πέρα αρχίζουν όλα; Ξαναλέω: Απολαυστικό!
Μία νέα ακόμα και συμπαθητική χήρα μετακομίζει από την πόλη σε χωριό της νότιας Αυστρίας με τους δύο γιους της (16 και 10 χρονών), προς μεγάλη απογοήτευση του μεγάλου. Και, σα να μην έφτανε αυτό, ο έφηβος αντιμετωπίζει την εχθρότητα των ντόπιων συνομίληκων και λίγο μεγαλύτερών του (εκτός ενός μικρού που μάλλον περίεργο θα τον χαρακτηρίζαμε), ενώ το παράξενο σπίτι που μένουν, σύμφωνα με τα λεγόμενα των ντόπιων, είναι στοιχειωμένο από μια παλιά όχι ευχάριστη ιστορία...
Μάλλον εφηβικό και... οικογενειακό φιλμ τρόμου θα το χαρακτήριζα, παρά καθαρό φιλμ τρόμου. Πάνω απ᾽όλα βρίσκεται η ιστορία της νεανικής παρέας, υπάρχουν φαντάσματα που πολύ λίγες φορές τρομάζουν τον θεατή, όλα (από την κλήση πνευμάτων ως την αντιμετώπιση των ῾῾κακών῾῾) γίνονται πολύ εύκολα κλπ. κλπ. Η ταινία περισότερο προσπαθεί να είναι διασκεδαστική παρά τρομακτική (ο εφηβικός έρωτας δεν λείπει άλλωστε). Τίποτα το σπουδαίο λοιπόν...
Όπου μια εύθραυστη ψυχολογικά κοπέλα δολοφονεί τον άρτι αποφυλακισθέντα σύζυγό της, φυλακίζεται φυσικά η ίδια, αλλά σύντομα αποδεικνύεται ότι ο φόνος έγινε υπό την επήρεια ενός νέου ψυχοφαρμάκου με αμφίβολα ακόμη αποτελέσματα. Οπότε οι κατηγορίες αρχίζουν να βαραίνουν τον ψυχίατρό της, ο οποίος της το χορήγησε χωρίς να το ψάξει σε βάθος...
Σχετικό σασπένς, σεναριακές ανατροπές, ενδιαφέρον θέμα (τα ψυχοφάρμακα, ελαφρά ή ισχυρά, αποτελούν σχεδόν καθημερινότητα στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, δείχνοντας έτσι πολλά γι᾽αυτόν και την ποιότητά του), αλλά και κάπως too much τέλος (ντε και καλά να καταπλήξουε με την τελική ανατροπή). Δεν μπορώ να το εκφράσω ακριβώς, αλλά κάτι δεν μου πήγε καλά στο φιλμ. Πάρ᾽όλα αυτά δείτε το ως σχετικά ενδιαφέρον και ως αστυνομικό και θεματικά. Μέχρις εκεί όμως.
Μία δημοσιογράφος, παντρεμένη με παιδί, θεωρεί ότι ῾῾έπιασε λαυράκι῾῾. Και όντως το θέμα είναι συγκλονιστικό: Ο ίδιος ο πρόεδρος αγνόησε την αναφορά μιας μυστικής πράκτορα της ΣΙΑ, που είχε σταλεί στη χώρα ακριβώς για να κάνει την αναφορά της, ότι η ῾῾αριστερή῾᾽ Βενεζουέλα είναι ουσιαστικά ακίνδυνη και διέταξε τον βομβαρδισμό της. Ό,τι ακριβώς έγινε στο Ιράκ δηλαδή. Στα άρθρο της, αφού έχει διασταυρώσει τις πηγές της, αποκαλύπτει το όνομα της μυστικής πρακτόρισας, της οποίας η μικρή κόρη πηγαίνει στιο ίδιο σχολείο με το γιο της δημοσιογράφου. . Και τότε ξεσπά η καταιγίδα. Η κυβέρνηση, οργισμένη, απαιτεί από τη δημοσιογράφο να αποκαλύψει την πηγή της για λόγους εθνικής ασφάλειας (μήπως υπάρχει προδότης εντός της ΣΙΑ που διαρρέει τέτοια μυστικά που βγάζουν εγκληματική την κυβέρνηση και την ίδια τη χώρα;). Η δημοσιογραφος όμως, επικαλούμενη το δημοσιογραφικό απόρρητο, αρνείται να κατονομάσει την πηγή που της αποκάλυψε το όνομα της πρακτόρισσας. Ένας σκληρός εισαγγελέας θα αναλάβει και η δημοσιογράφος θα οδηγηθεί στη φυλακή για περοδοσία.
Φυσικά και τίθενται πολλά ζητήματα. Από τη μία είναι η ασφάλεια της χώρας. Πώς διέρρευσε ένα τέτοιο μυστικό; Από την άλλη βρίσκεται το νομικά κατοχυρωμένο δημοσιογραφικό απόρρητο και η ελευθερία του τύπου. Πώς είναι δυνατόν να μην αποκαλύψεις την αλήθεια, όσο οδυνηρή κι αν είναι αυτή και πώς μπορείς να κατονομάσεις τις πηγές σου, οι οποίες, με τη σειρά τους, αν αποκαλυφτούν, δεν ξέρουμε τι μπορεί να υποστούν. Από την άλλη πάλι η αλήθεια, που ῾῾υπονομεύει τη χώρα῾῾, ουσιαστικά αποκαλύπτει ένα έγκλημα της εξουσίας. Αλλά τα πράγματα δεν σταματούν εκεί, διότι, εκτός του γενικού, πολιτικού και ηθικού ζητήματος, τίθενται και πάμπολλα προσωπικά. Τόσο η ζωή της γυναίκας της οποίας αποκαλύφτηκε η αληθινή ιδιότητα, όσο και αυτή της δημοσιογράφου, κυριολεκτικά τινάζονται στον αέρα, συμπαρασύροντας τις αθώες οικογένειές τους (και τα μικρά παιδιά) και μάλιστα με απρόβλεπτες συνέπειες που δεν μπορώ να σας αποκαλύψω. Ποιος έχει τελικά δίκιο;
Απόλαυσα το πολυεπίπεδο αυτό φιλμ, από τα καλύτερα πολιτικά μετά το 2000, και τα πολλά και δύσκολο να απαντηθούν θέματα που θίγει, καθώς και το διαρκές πήγαιν᾽ έλα από το ευρύτερο πολιτικό στο καθαρά προσωπικό. Αν ενδιαφέρεστε για τέτοια θέματα το συνιστώ.
Απλή ιστορία: Σε μια χαμένη στο πουθενά πόλη αδίσταχτοι κυνηγοί επικηρυγμένων σκοτώνουν κακόμοιρους, πεινασμένους και εξαθλιωμένους ῾῾παράνομους῾῾ που έχουν καταφύγει στα γύρω βουνά, και τους οποίους οι σκληρές συνθήκες ανάγκασαν να γίνουν παράνομοι. Ώσπου στην πόλη φτάνει ένας μουγγός εκδικητής, άσσος στο τράβηγμα του πιστολιού, και οι κυνηγοί αρχίζουν να τα βρίσκουν σκούρα...
Και λοιπόν; Συνηθισμένο γουέστερν μου ακούγεται, θα μου πείτε. Για δείτε το! Σπάνια έχει αποδοθεί τόσο πολύ η μαυρίλα της ανθρώπινης ψυχής, ο κυνισμός, η σκληρότητα... Φυσικά η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμιά αξία. Οι σφαγές δίνουν και παίρνουν. Ο απόλυτος μηδενισμός κυριαρχεί και θριαμβεύει. Όσο για το τέλος... θα σας αφήσει άναυδους. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ο Κορμπούτσι δείχνει όσο περισσότερο μπορεί την αθλιότητα και την ασχήμια όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και της πόλης της ίδιας.
Είχαμε γράψει πρόσφατα για ένα σπαγγέτι όπου κυριαρχεί το τοπίο της ερήμου και για ένα άλλο, όπου κυριαρχεί η βροχή και η λάσπη. Εδώ, αντίθετα, κυριαρχεί το χιόνι. Από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή τα πάντα είναι κάτασπρα και το κρύο περονἀζει τα πάντα. Και συχνά το λευκό τοπίο γίνεται υποβλητικο και κυρίαρχο. Βρισκόμαστε μίλια μακριά όχι μόνο από την καυτή έρημο, αλλά και από την κάθε είδους κάθαρση...
Φυσικά πρόκειται για έλλο ένα κλασικό σπαγγέτι.