Σάββατο, Μαρτίου 03, 2012

ΠΕΡΙ ΗΡΩΙΣΜΟΥ... ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ

Ο Stephen Frears είναι ένας σκηνοθέτης που ανήκει στην κατηγορία των δημιουργών των οποίων το στιλ είναι η... έλλειψη στιλ. Κοινώς δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να είναι η επόμενη ταινία του. Από ταινία εποχής μέχρι αστυνομικό, από τολμηρά κοινωνική μέχρι βιογραφία, από τρόμου μέχρι κομεντί (ο Σόντεμπεργκ είναι ένα άλλο παράδειγμα τέτοιου σκηνοθέτη που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό). Ωστόσο οι περισσότερες ταινίες του μ' αρέσουν πολύ - αν και έχει κάνει και κάποια αδιάφορα φιλμ. Το 1992 γυρίζει το "Accidental Hero" (Ήρωας Κατά Λάθος), μια καυστική σάτιρα που προσωπικά είναι από τις αγαπημένες μου, παρά τις κάποιες σχηματικές καταστάσεις που περιέχει, με έναν εξαιρετικό Ντάστιν Χόφμαν και, από κοντά, τον Άντι Γκαρσία στους βασικούς ρόλους. Ένας απατεώνας και καθόλου συμπαθής τύπος, σώζει με κίνδυνο της ζωής του τους εγκλωβισμένους επιβάτες ενός αεροπλάνου που κατέπεσε μπροστά στα έκθαμβα μάτια του. Αντί να γίνει όμως ήρωας στα αδηφάγα μίντια, τη δόξα και το χρήμα καρπώνεται ένας συμπαθής άστεγος που έτυχε να βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο. Πάνω σ΄αυτόν τον καμβά ο Φρίαρς στήνει μια καυστικότατη σάτιρα που κατά τη γνώμη μου λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, εκτός του ότι είναι από μόνη της, έστω και αν αφαιρέσεις τα "νοήματα", απολαυστικότατη (όλα τα λεφτά ο Χόφμαν σαν μίζερος, γκρινιάρης, δίχως αρχές μικροαπατεώνας). Θα εστιάσω την προσοχή μου σε δύο απ' αυτά: Πρώτα πρώτα είναι μια ανελέητη κριτική των μίντια και ιδιαίτερα της τηλεόρασης. Αδίστακτα, δίχως να νοιάζονται για την όποια ηθική ή για την αλήθεια, ενδιαφέρονται πρώτιστα για την ακροαματικότητα και τα λεφτά που αυτή συνεπάγεται και για τίποτα άλλο. Θα κατασκευάσουν έναν ήρωα επειδή αυτό φέρνει τηλεθέαση και θα διαιωνίζουν χαμηλότατης ποιότητας εκπομπές γύρω απ' αυτόν επειδή προφανώς αυτό το θέμα πουλάει σε εκατομμύρια εθισμένους σε βαθμό ηλιθιότητας θεατές (και εδώ βέβαια τίθεται το παλιό ερώτημα, το οποίο χρειάζεται άλλη συζήτηση από μόνο του, "η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό την κότα;" Κοινώς, οι τηλεθεατές είναι ηλίθιοι και γι' αυτό τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα ή γίνονται ηλίθιοι επειδή τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα;). Ταυτόχρονα οι άνθρωποι των μίντια δείχνονται ρηχοί, αλλοτριωμένοι, αδίστακτοι προκειμένου να πουλήσουν το προϊόν τους. Περισσότερο όμως μ' ενδιαφέρει προσωπικά το δεύτερο θέμα που τίθεται στο φιλμ: Το θέμα της φύσης του ηρωισμού. Κυνικά σχεδόν ο Φρίαρς δηλώνει ότι ο ηρωισμός δεν είναι πάντα κάτι σπουδαίο, είναι κάτι που μπορεί κάλλιστα να γίνει "εν βρασμώ", όπως ένας φόνος που μπορεί να γίνει κάτω από συνθήκες ψυχολογικής πίεσης από έναν κατά τα άλλα απόλυτα φυσιολογικό άνθρωπο (και ο νόμος, άλλωστε, θεωρεί επίσημα την "εν βρασμώ" κατάσταση ως ελαφρυντικό). Έτσι ακριβώς λοιπόν μπορεί κάποιος να γίνει "ήρωας κατά λάθος", γιατί σε μια συγκεκριμένη στιγμή, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, βρέθηκε μπροστά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και, δίχως να το σκεφτεί, έκανε ό,τι έκανε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, αν στοιχειωδώς το σκεφτόταν, ο κάθε άλλο παρά αλτρουιστής ήρωας του φιλμ θα άφηνε δίχως πολλές ηθικές αναστολές τους ανθρώπους να πεθάνουν. Έτσι οι καθιερωμένες παραδοχές ανατρέπονται πλήρως: Ο ήρωας είναι ένα κάθαρμα και ο σφετεριστής, αυτός που πήρε με πονηριά τη θέση του και τα τεράστια οφέλη της, ένας συμπαθέστατος, γλυκύτατος και γοητευτικός τύπος, με πραγματικά θαυμάσιο χαρακτήρα, ο οποίος επίσης τη συγκεκριμένη στιγμή και κάτω απο συγκεκριμένες συνθήκες είπε ένα μεγάλο ψέμμα και καρπώθηκε όσα δικαιωματικά ανήκαν σε άλλον. Πανέξυπνη ανατροπή, επαναλαμβάνω, που μας λέει πράγματα για τη φύση του ηρωισμού με τα οποία προσωπικά συμφωνώ απόλυτα. Αρκετά φλυάρησα όμως. Όπως είπα και πριν, ακόμα κι αν ξεχάσετε όσα έγραψα - ή δεν συμφωνήσετε μ' αυτά - η ταινία παραμένει μια απολαυστική κωμωδία.

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2012

ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΣΙΝΕΦΙΛ "HUGO"

Ο Martin Scorsese είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους (αν όχι ο μεγαλύτερος) εν ζωή δημιουργός του σινεμά. Συγχρόνως είναι ένας αθεράπευτος, φανατικός σινεφίλ. Με το "Hugo" του 2011, εκτός από το πρώτο, που είναι γενικά παραδεκτό, αποδεικνύει περίτρανα και το δεύτερο. Και, για να προλάβω οποιεσδήποτε απορίες, λέω από την αρχή ότι η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ. Σπάνια έχω νοιώσει τόση μαγεία στο σινεμά. Η έννοια ακριβώς της μαγείας, είναι νομίζω και το ζητούμενο. Ο Scorsese εστιάζει σ' αυτήν ακριβώς την πλευρά του κινηματογράφου: Τη μαγική. Το λέει με όλους τους δυνατούς τρόπους: "Ο κινηματογράφος είναι το μέρος όπου γεννιούνται τα όνειρα". Άλλωστε σαν βασικό πρόσωπο στην πλοκή χρησιμοποιεί το ίδιο τον Ζορζ Μελιές, τον "πατέρα" του σινεμά. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή (του σινεμά): Οι Λιμιέρ είναι αυτοί που εφηύραν (ή μάλλον τελειοποίησαν) την κάμερα και τη μηχανή προβολής στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο σήμερα όμως, δεν σκέφτηκαν ποτέ το προφανέστερο εδώ και εκατοτόσα χρόνια πράγμα: Ότι με την εφεύρεσή τους θα μπορούσαν να διηγηθούν ιστορίες. Απλώς έστηναν την κάμερα και κινηματογραφούσαν τη ζωή. Τους εργάτες που σχολάνε από το εργοστάσιο, το τρένο που φτάνει στο σταθμό... Έβλεπαν το νεογέννητο σινεμά απλώς σαν επιστημονικό αξιοπερίεργο: "Κοιτάξτε, οι εικόνες κινούνται"! Ο Μελιές, παλιός ταχυδακτυλουργός και μάγος, είναι αυτός που αμέσως κατάλαβε ότι με το εργαλείο αυτό μπορεί να αφηγηθεί ιστορίες ή αλλιώς να το μετατρέψει από αξιοπερίεργο σε τέχνη. Υπήρξε ο πρώτος σκηνοθέτης του σινεμά και συγχρόνως δημιούργησε τον κινηματογράφο του φανταστικού και επινόησε πλήθος από ειδικά εφέ. Σ΄αυτή λοιπόν τη μαγική, φαντασμαγορική πλευρά της 7ης τέχνης, που ήταν και η αρχική της, εστιάζει ο Scorsese. Το "Hugo" είναι πάνω απ' όλα ένα γλυκύτατο και απολαυστικό παραμύθι. Διαδραματίζεται στη δεκαετία του 30 στο Παρίσι, έχει σαν ήρωα ένα μικρό, ορφανό αγόρι που ζει κρυμένο στο σιδηροδρομικό σταθμό, στο εσωτερικό του μεγάλου ρολογιού του(!), για να μην το συλλάβει ο μόνιμος διώκτης του αστυνομικός - φύλακας του σταθμού. Στο σταθμό, απ' όπου δεν έχει βγει ποτέ, θα γνωρίσει την εγγονή του γέρου πωλητή παιχνιδιών που έχει εκεί το μαγαζί του και η περιπέτεια θα απογειωθεί. Σημειωτέον ότι όσα θα δείτε για τη ζωή του Μελιές, που κάποια στιγμή μπαίνει κι αυτός στο στόρι, είναι αληθινά και βασίζονται όντως στην αληθινή ιστορία του. Η εικόνα είναι κάτι παραπάνω από φαντασμαγορική (έχει ίσως κάτι και από τον κόσμο του Ζενέ), οι δόσεις περιπέτειας, σασπένς, χιούμορ, συγκίνησης, σωστά μετρημένες, το θέαμα χορταστικό και το 3D (του οποίου γενικά δεν είμαι και φανατικός φίλος) πραγματικά εδώ αξίζει τον κόπο. Θέλετε να χαρακτηρίσετε το φιλμ κάπως παιδικό; Ελεύθερα. Δεν νομίζω ότι, ακόμα κι έτσι, χάνει κάτι από τη μαγεία του. Προσωπικά πάντως κόλλησα κυρίως στις άπειρες σινεφίλ αναφορές. Δεν είναι μόνο η ίδια η ιστορία, που μιλά για τις απαρχές του σινεμά. Είναι και οι συνεχείς αναφορές σε ταινίες, σκηνές, ατάκες κλπ. παλιών ταινιών. Ο Χάρολντ Λόιντ και η περίφημη σκηνή στο ρολόι, ο Μελιές φυσικά, ο Τσάπλιν και πλήθος άλλοι, ακόμα και ο επιθεωρητής Κλουζό (βρείτε πότε και ποιος τον μιμείται χαρακτηριστικά) "κρύβονται" σ' αυτές. Αυτό το παιχνίδι είναι που προσωπικά απόλαυσα κυρίως, κι αυτό είναι το σημείο που δυστυχώς θα χάσουν οι μη γνωρίζοντες την ιστορία του σινεμά, που θα μείνουν υποχρεωτικά απλώς στην περιπέτεια και στο φαντασμαγορικό θέαμα. Τελικά, πέρα από μηνύματα, ιδέες και νοήματα, ο Scorsese κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο: Μια ταινία για τον ίδιο τον κινηματογράφο και δη την ονειρική του πλευρά. Και με ιδιοφυή τρόπο παντρεύει τα πρώτα του "πρωτόγονα" χρόνια, τη γέννησή του και την κυριολεκτικά χειροποίητη κατασκευή των πρωτόλειων ταινιών (ξέρετε ότι ο Μελιές χρωμάτιζε με το χέρι μερικές ταινίες του, βάφοντας κάθε καρέ ξεχωριστά;) με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας του 2011: Το 3D. Σαν να μας λέει: Όλα είναι μια συνέχεια. Το σινεμά, εδώ και 120 κοντά χρόνια, είναι το κατ΄εξοχήν μέσο που έκανε τον άνθρωπο να ονειρεύεται.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 27, 2012

SHAME : Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΜΜΟΝΗ ΩΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ

Ο Steve McQueen (απλή συνωνυμία με τον μακαρίτη σταρ) είναι εικαστικός, κυρίως video artist, βραβευμένος μάλιστα με το περίφημο βρετανικό Turner Price το 1999. Τα τελευταία χρόνια στρέφεται στο σινεμά και, μετά το "Hunger", γυρίζει το 2011 το τολμηρό "Shame". Ένας απόλυτα πετυχημένος γιάπης ζει μόνος στη Νέα Υόρκη, στο δικό του διαμέρισμα. Σιγά - σιγά αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει απόλυτα καλά μ' αυτόν. Και από κάποιο σημείο και μετά αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην εμμονή του με το σεξ. Ολόκληρη η ζωή του και η σκέψη του στρέφεται γύρω απ' αυτό. Όταν δεν καλεί πόρνες στο σπίτι κάνει καμάκι στο μετρό, όταν δεν βλέπει τσόντες στον υπολογιστή αυνανίζεται στο μπάνιο. Ακόμα δραματικότερη γίνεται η περίπτωσή του όταν αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πραγματικά ανίκανος να συνάψει μια κανονική σχέση, κοινώς να έχει κοπέλα. Μπορεί να αντλήσει ικανοποίηση μόνο από σχέσεις της μιας φοράς, σχέσεις καθαρά σεξουαλικές, δίχως ίχνος συναισθηματισμού. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ασυνήθιστη αυτή περίπτωση, στην αρχή τουλάχιστον, ντύνεται με την εικόνα του απόλυτα πετυχημένου, αποτελεί ακριβώς το όνειρο κάθε επίδοξου ή μη γιάπι: Ωραίος, με πετυχημένη καριέρα, δικό μου σπίτι, πήδημα όποτε γουστάρω... Τι άλλο θέλω; Η απόλυτη μοναξιά δεν μοιάζει να ενοχλεί, ίσα - ίσα, δεν θέλω κανείς να ανακατεύεται στη ζωή μου, ενώ η έλλειψη συναισθήματος αποτελεί κατάκτηση... Όταν η τραγουδίστρια αδελφή του έρχεται απροειδοποίητα να μείνει στο διαμέρισμά του, ο κόσμος του αρχίζει να καταρρέει. Εκείνη είναι εντελώς αντίθετη απ' αυτόν: Υπερσυναισθηματική, εύθραυστη, επιρρεπής σε έρωτες που αφήνουν πληγές, με απόπειρες αυτοκτονίας στο ιστορικό της... Η ενοχλητική καθημερινή επαφή μ' αυτήν είναι που αποκαλύπτει την πραγματικότητα του ήρωα: Ότι είναι όχι ακριβώς ένας ευτυχισμένος, πετυχημένος σούπερ χάι τύπος, αλλά ένας συναισθηματικά άρρωστος, παγιδευμένος σε κάτι που, ενώ ο ίδιος πιστεύει ότι γουστάρει, τελικά τον φυλακίζει. Η ταινία, πέραν των αρκετών τολμηρών σκηνών, είναι όντως καλογυρισμένη, με ιδιαίτερη αισθητική, ενώ ο Φασμπέντερ πολύ καλός στο ρόλο του. Θα είχα μια συγκεκριμένη αντίρρηση, που συχνά έχω σε τέτοιες περιπτώσεις: Ότι ασχολείται με μια πραγματικά σπάνια, ψυχοπαθολογική σχεδόν περίπτωση, οπότε, όσο καλή και νά'ναι, είναι δύσκολο να μας πει κάτι πέραν αυτής της ειδικής κατάστασης. Ωστόσο εδώ μπορούμε να εκλάβουμε το όλο θέμα και ως αλληγορία για τη μοναξιά των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, του σύγχρονου ανθρώπου, μια αλληγορία τελικά για τη βαθύτατη αλλοτρίωσή του. Ακριβώς το ότι η εξωτερική εικόνα του είναι απόλυτα θετική, μια εικόνα απδεκτή και συμπαθής, που πολλοί θα ζήλευαν, ακριβώς αυτό μας οδηγεί σε σκέψεις για το πόσο λάθος μπορεί να είναι οι αξίες μας, πόσο μακριά από την αληθινή ευτυχία (ό,τι και να είναι αυτό) μπορεί να βρισκόμαστε και σε πόσο λάθος κατεύθυνση πιθανόν βαδίζουμε. Η κατάρευση του ήρωα, το τσαλάκωμα της άψογης εικόνας του, δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες γι' αυτό.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 26, 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

"Η Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι μια κλασική ταινία τρόμου, η δεύτερη του James Watkins, με πρωταγωνιστή, στον πρώτο "ενήλικο" ρόλο του, το πρώην Χάρι Πότερ κ. Ράντκλιφ. Για μένα όμως σημαντικότερο - με κάποιες νοσταλγικές διαστάσεις βεβαίως - είναι ότι είναι η ταινία με την οποία ξεκινά και πάλι η θρυλική βρετανική Hammer, η εταιρία - σήμα κατατεθέν του τρόμου των 50ς και 60ς, που, μεταξύ άλλων, είχε δώσει και τους κλασικούς Δράκουλες με τον Κρίστοφερ Λι. Ίσως λοιπόν επειδή πρόκειται για τη Hammer, ο τρόμος στη "Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι κάπως παλιομοδίτικος (και το λέω αυτό ως θετικό). Πρόκειται για τυπική ιστορία με φαντάσματα, που βασίζεται στην πραγματικά τρομακτική ατμόσφαιρα, στα υποβλητικά σκηνικά, στα στοιχειωμένα τοπία και όχι στον καταιγισμό άνευ ουσίας εφέ. Κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα λοιπόν ένας νεαρός χήρος δικηγόρος καλείται να πάει στην επαρχία, σε μια εγκαταλειμένη έπαυλη ανάμεσα στους βάλτους, για να βρει τα απαιτούμενα νομικά χαρτιά ώστε η έπαυλη να πωληθεί. Εκεί βέβαια τα πράγματα κάθε άλλο παρά ευχάριστα είναι, οι κάτοικοι του χωριού είναι τρομαγμένοι και εχθρικοί και η ίδια η βίλα με τίποτα δεν θα χαρακτηριζόταν ευχάριστος τόπος διαμονής. Και εκεί κάπου θα κάνει την εμφάνισή της και η μυστηριώδης και τρομακτική γυναίκα με τα μαύρα. Στα συν το εξαιρετικό σκηνικό, με τη βίλα πραγματικά στο πουθενά, όχι μόνο να βρίσκεται ανάμεσα σε βάλτους, αλλά και να αποκλείεται για κάμποσες ώρες κάθε μέρα από τον υπόλοιπο κόσμο όταν έχει παλίρροια. Πόρτες που τρίζουν, ξαφνικές παρουσίες που πιάνεις με την άκρη του ματιού, παράδοξα φαινόμενα, έρημα παιδικά δωμάτια γεμάτα ανησυχητικά παιχνίδια, συνθέτουν ένα ανατριχιαστικό σκηνικό που συχνά τρομάζει τον θεατή. Αντίρρηση έχω με τα συχνά "μπου" που γίνονται, που κάθε λίγο σε τινάζουν από το κάθισμα. Όχι τίποτα, αλλά τα θεωρώ κάπως εύκολο τρόπο για να τρομάξει κανείς. Επίσης δεν μου άρεσε και με το μάλλον ξενέρωτο για μένα τέλος. Κατά τα άλλα, πρόκειται όπως είπαμε για τυπική, παλιού στιλ ταινία τρόμου με φαντάσματα που εκδικούνται, η οποία πετυχαίνει τον στόχο της - να ανησυχήσει τον θεατή δίχως σπλάτερ και άλλα τέτοια - δίχως ωστόσο να προσθέτει και κάτι καινούριο στην μακρά παράδοση του είδους. Οπότε η επιτυχία της μάλλον σε σύγχρονους εθισμένους στα εφέ θεατές οφείλεται, που αγνοούν αυτό το ατμοσφαιρικό είδος τρόμου. Χαίρομαι ωστόσο που η Hammer είναι πάλι εδώ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2012

"ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ" Ή ΟΙ ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΜΕ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ

Από την εποχή του Blair Witch Project πολλές ταινίες έχουν γίνει με αυτό το ύφος: Καταγραφή, υποτίθεται, αληθινών γεγονότων από μια ερασιτεχνική κάμερα, κουνημένη εικόνα, όχι καλά καδραρισμένες λήψεις, ντοκιμαντερίστικη αισθητική κλπ. Ε, λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι προσωπικά θεωρώ το «Χρονικό» (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου στο σινεμά Josh Trank ίσως την καλύτερη τέτοια ταινία.

Πιθανόν η η πλοκή να είναι κι αυτή πολύ συνηθισμένη: Μια ομάδα νεαρών ανακαλύπτει κάτι περίεργο, θαμμένο στη γη. Το αγγίζουν και σταδιακά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αποκτούν όλο και ισχυρότερες υπερδυνάμεις... Μια ακόμα ταινία με σούπερ ήρωες λοιπόν;

Ας δούμε το «Χρονικό» από δύο διαφορετικές σκοπιές: Αυτή της σκηνοθεσίας (της κάμερας στο χέρι δηλαδή, της επίτηδες «ερασιτεχνικής» κινηματογράφησης κλπ.) και απ’ αυτήν του σούπερ ηρωικού φιλμ.

Για την πρώτη, ξέρω ότι πολύ κόσμο ενοχλεί το κούνημα της κάμερας, ο κόκκος στη φωτογραφία, το «τυχαίο» καδράρισμα κι όλα τα σχετικά. Ε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο φιλμ, χάρη σε ένα σεναριακό εύρημα, μετά το πρώτο μισάωρο όλα αυτά εξαφανίζονται και η εικόνα γίνεται «κανονική». Ξαναλέω, αυτό δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά δικαιολογείται σεναριακά. Οπότε όσοι φοβούνται αυτή την αισθητική, δεν θα ενοχληθούν ιδιαίτερα. Σημαντικότερη για μένα όμως είναι η δεύτερη σκοπιά. Πρόκειται για σούπερ ηρωικό φιλμ, είδος που συνήθως βαριέμαι. Τι διαφορετικό έχει όμως από τις συνηθισμένες περιπέτειες του είδους; Τον ρεαλισμό. Είναι σα να παρακολουθεί κανείς τι όντως μπορεί να συμβεί στο συνηθισμένο εδώ και τώρα, όταν μια παρέα συνηθισμένων νεαρών γίνει από τη μια μέρα στην άλλη παντοδύναμη (ή περίπου).

Η δύσκολη ηλικία της ενηλικίωσης, η ψυχολογία τους και οι επιπτώσεις σ’ αυτή, δίνονται με πειστικό τρόπο, δίχως το φιλμ να υστερεί σε σασπένς, το οποίο, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες τέτοιες ταινίες, βγαίνει από την καθημερινότητά τους και τις αλλαγές που οι νέες ιδιότητες επιφέρουν σ’ αυτή. Ούτε σούπερ κακοί υπερεγκληματίες που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο ούτε τίποτα τέτοιο δηλαδή. Αντίθετα, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τα ψυχικά τραύματα που κουβαλά, ο καθένας χειρίζεται διαφορετικά την νέα του κατάσταση. Ή, αν θέλετε, ο "κακός" κρύβεται μέσα μας... Α, και προς το τέλος δεν λείπουν ούτε τα εφέ και οι εντυπωσιακές σκηνές δράσης. Στη σωστή δόση όμως νομίζω.

Ενδιαφέρον ντεμπούτο λοιπόν και ενδιαφέρουσα ματιά σε ένα χιλιοειδωμένο υποείδος του σύγχρονου κινηματογράφου. Μόνο μια τέτοια ματιά θα μπορούσε να έχει άλλωστε νόημα σήμερα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

Η ΜΑΡΘΑ Ή ΜΑΡΣΙ ΜΕΪ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΛΑΣ

Στην ουσία πρόκειται για μια ακομα περίπτωση καταγραφής μιας σχιζοφρενικής κατάστασης. Μια νεαρή κοπέλα ζει για δυο χρόνια σε μια περίεργη αίρεση, όπου τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των σωμάτων των πιστών, τελούν υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης, δραπετεύει απ' αυτή, βρίσκει καταφύγιο στο εξοχικό σπίτι της ευκατάστατης αδελφής της και του άντρα της, αλλά κι εκεί το περιβάλλον δεν της ταιριάζει καθόλου... Μιλώ βέβαια για την ανεξάρτητη αμερικάνικη ταινία "Martha Marcy May Marlene" (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου σε ταινία μεγάλου μήκους Sean Durkin. Η οποία νομίζω ότι κάνει ζωηρή εντύπωση στον θεατή, καθώς, δίχως φυσικά να πρόκειται για ταινία τρόμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια απειλητική και αγχωτική ατμόσφαιρα. Η αφήγησή της κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, καθώς βλέπουμε εναλλάξ σκηνές από την τωρινή ζωή της ηρωίδας και από την προηγούμενή της στο κοινόβιο, κάπου στα βουνά της Αμερικής. Οι συνεχείς επιστροφές στο παρελθόν φωτίζουν σιγά - σιγά τα όσα έχουν συμβεί εκεί (σημειωτέον ότι η ερωτική ελευθεριότητα δεν είναι σε καμιά περίπτωση αυτό που πληγώνει εσωτερικά τη Μάρθα). Καθως λοιπόν η μπρος - πίσω αφήγηση προχωρεί, διαπιστώνουμε και το πόσο βαθιά διαταραγμένη είναι η ηρωίδα (η οποία, σημειωτέον, είναι πολύ καλή στο ρόλο της). Η ταινία μας δείχνει δύο αντίθετες όψεις του κόσμου μας, δύο αντίθετες κοσμοθεωρίες, τρόπους ζωής. Τον εναλλακτικό, που απορρίπτει ριζικά την κοινωνία όπως είναι - ή όπως την έχουμε καταντήσει - και τον... ας τον πούμε mainstream, τον "καθώς πρέπει", αυτόν που ενσαρκώνει το όνειρο του "μέσου ανθρώπου". Και απορρίπτει αμφότερους. Η Μάρθα δεν μπορεί να υπάρξει σε κανέναν. Έχει ενδιαφέρον το ότι στην αρχή μπορεί να γουστάρουμε την αυθόρμητη, ειλικρινή συμπεριφορά της στον "κανονικό" κόσμο, την τάση της να τα λέει όλα έξω από τα δόντια, να απορρίπτει ανοιχτά κάθε καθιερωμένα και κάθε παγιωμένη αξία. Βαθμιαία όμως διαπιστώνουμε ότι κι αυτή η απόλυτη άρνηση, ο κυνισμός σε κάποια σημεία, έχει τις ρίζες του - πέραν προφανώς της εναλλακτικής ιδιοσυγκρασίας της - σε έναν βαθύ ψυχικό διχασμό που φτάνει στα όρια της παράνοιας, που μπορεί να προκαλέσει ακόμα και παραισθήσεις. Μιας παράνοιας βέβαια που προκαλείται ακριβώς από την έκθεσή της σε δύο ριζικά διαφορετικούς τρόπους ζωής. Το φιλμ από τη μία μας δείχνει έναν εξουσιαστικό, καταπιεστικό συχνά "εναλλακτικό" τρόπο και από την άλλη έναν απόλυτα κενό, υπερφίαλο και σίγουρο για τον εαυτό του "καθώς πρέπει" τρόπο, που βασίζεται στην επίδειξη και, φυσικά, στη μη αμφισβήτηση, στην απόλυτη αποδοχή δίχως πολλή - πολλή σκέψη της κυρίαρχης κατάστασης. Ενδιαφέρον, με μόνη ένστασή μου το απότομο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Μάλλον καταλαβαίνω γιατί το κάνει ο σκηνοθέτης (spoiler: για να μας δείξει πιθανόν ότι η Μάρθα κουβαλά μέχρι τέλους τα τραύματά της, τα οποία την ακολουθούν, αφού μάλλον για παραισθήσεις πρόκειται - τέλος spoiler), αλλά δεν παύει όλο αυτό να είναι ενοχλητικό όταν συμβαίνει ξαφνικά. Κατά τα άλλα συνιστώ αυτό το χαμηλότονο και δίχως μεγάλες εξάρσεις φιλμ, που περιγράφει με τον δικό του τρόπο καταστάσεις παρόμοιες μ' αυτές του "Μαύρου Κύκνου", δίχως όμως τους τρόπους που χρησιμοποιεί ο Αρονόφσκι για να εντυπωσιάσει.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 13, 2012

"SPELLBOUND" ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Το 1945 ο Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει το "Spellbound", μια ταινία βασισμένη πέρα για πέρα στην ψυχανάλυση, θέμα προφανώς σχετικά νέο την εποχή αυτή. Ο Χίτσκοκ συχνά έχει χαρακτηριστεί ως δημιουργός που παίζει με τις φροϊδικές και τις άλλες σχετικές θεωρίες. Εδώ αυτό γίνεται πιο εξώφθαλμο από ποτέ, αφού μοιάζει να είναι απόλυτα πεπεισμένος τόσο για τα διδάγματα και τη θεωρία της όσο και για την αποτελεσματικότητά της ως θεραπευτική μέθοδο. Το όνειρο και τα σύμβολά του - "μεταμφιεσμένα" στοιχεία του εσωτερικού μας κόσμου κατά τον Φρόιντ -, τα απωθημένα ψυχικά τραύματα, οι φοβίες, έχουν εδώ την τιμητική τους. Άλλωστε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα άσυλο ψυχασθενών. Στο άσυλο λοιπόν αυτό φτάνει ο νέος διευθυντής, που θα διαδεχτεί τον προηγούμενο που αποσύρεται. Εκεί θα γνωρίσει μια νέα ψυχαναλύτρια και, φυσικά, θα ερωτευτούν κεραυνοβόλα. Πολύ σύντομα όμως θα αντιληφτούμε ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτόν τον νέο διευθυντή... Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο Γκρέγκορι Πεκ είναι βέββαια οι σταρ του φιλμ και η ταινία γίνεται για πολλούς καλτ λόγω μιας σκηνής ονείρου, την οποία έχει σχεδιάσει (με απόλυτα αναγνωρίσιμο τρόπο, ακόμα κι αν δεν το ξέρεις) ο Salvador Dali. Κατά τα άλλα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τυπικό χιτσκοκικό φιλμ, με τις ανατροπές, το σασπένς, την αστυνομική πλοκή (όλοι υποψιαζόμαστε ότι έχει γίνει κάποιος φόνος) και όλα τα υπόλοιπα συστατικά για να δέσει για μια ακόμα φορά η αλάνθαστη συνταγή του μετρ. Εδώ βέβαια η απόλυτη πίστη του δημιουργού (ή, τέλος πάντων, του σεναρίου) στην ψυχανάλυση ως κάτι πέρα για πέρα σωστό, που θεραπεύει στα σίγουρα αποκαλύπτοντας βαθιά θαμένα στο ασυνείδητο παιδικά και άλλα τραύματα, καθώς και η άνετη, εικόνα - εικόνα ερμηνεία των ονείρων, λες και διαβάζεις λεξικό που λέει "egg = αυγό", "map = χάρτης" κλπ., γίνονται λίγο αφελή, Αν ήταν τόσο απλά τα πράγματα χιλιάδες θα είχαν θεραπευτεί σε ελάχιστο χρόνο... Αλλά είπαμε: Αν είστε φανς του Χίτσκοκ εύκολα παραβλέπετε την αφέλεια που διαποτίζει το στόρι. Αν το κάνετε αυτό θα απολαύσετε μια ακόμα διασκεδαστική ταινία του, που κρατά τον θεατή. Κι αν ακόμα προσωπικά δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του, πάλι αξίζει τον κόπο, για διάφορους λόγους, η παρακολούθησή της. Μη ξεχνάτε άλλωστε και την εποχή που γυρίστηκε, μια εποχή που όλα αυτά ίσως ήταν καινοφανή για μεγάλο μέρος των λεγόμενων "μέσων ανθρώπων", οπότε η απλοϊκότητα σε ψυχολογικά θέματα περνούσε πιθανόν απαρατήρητη.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

"ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ": ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Τελικά νομίζω ότι ο εληνικής καταγωγής Alexander Payne είναι πιθανόν ο σημαντικότερος σήμερα δημιουργός αυτού του χαμηλότονου, πλην όμως πλήρες νοημάτων και συναισθημάτων, είδους φιλμ που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δραμεντί. Οι "Απόγονοι" του 2011 το επιβεβαιώνουν. Το πρώτο πράγμα που δηλώνεται στο φιλμ είναι ότι η Χαβάη, εξωτικός "παράδεισος", τόπος διακοπών, γεμάτος πανέμορφα τοπία, απέχει στην πραγματικότητα πολύ μακριά από την έννοια του παράδεισου. Τείνουμε να βλέπουμε τέτοια μέρη ως εξωτικά, χαλαρά, δίχως πολλά - πολλά προβλήματα, ξεχνώντας όμως ότι κι αυτά κατοικούνται από κοινούς ανθρώπους, σαν κι εμάς, οι οποίοι υποφέρουν όπως κι εμείς, ελπίζουν, απογοητεύονται, αποτυγχάνουν, πασχίζουν. Ο πλούσιος μεγαλοδικηγόρος ήρωας (εξαίρετος ο Τζορτζ Κλούνεϊ) βλέπει στο μέσο της ζωής του τον καλά τακτοποιημένο, ρουτινιάρικο κόσμο του να καταρρέει. Η γυναίκα του πέφτει σε κώμα από ένα ατύχημα και μάλλον δεν θα συνέλθει ποτέ, οι κόρες του (10 και 17 χρονών) είναι... άστα να πάνε (λογικό αφού, όπως μάλλον αργά συνειδητοποιεί, όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε ασχοληθεί καθόλου μαζί τους), και, κερασάκι στην τούρτα, μαθαίνει ότι εδώ και καιρό η γυναίκα του τον απατούσε. Καθώς το χαλί τραβιέται βίαια κάτω από τα πόδια του, αρχίζει ένα ταξίδι από νησί σε νησί, το οποίο στην ουσία είναι ένα ταξίδι (για πρώτη μάλλον φορά) αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης της κατάστασής του - ή μάλλον της ουσιαστικής αποτυχίας του στη ζωή, παρά τα πλούτη. Ενώ το θέμα είναι καθαρά δραματικό, ο Payne το σπάει με χιούμορ (όλα τα λεφτά ο νεαρός γκόμενος της μεγάλης κόρης), το μπολιάζει με ένα είδος ελαφρότητας, η οποία ωστόσο νομίζω ότι καθόλου δεν στερεί από την ταινία το βάθος. Αντίθετα, την κάνει να βλέπεται ευκολότερα. Αυτό άλλωστε είναι κατά τη γνώμη μου και η βασική ικανότητα του σκηνοθέτη αυτού. Το είδαμε στο "Πλαγίως" και στο "About Smit", το βλέπουμε κι εδώ: Η σπάνια ικανότητα να λες σοβαρά ή/και δυσάρεστα πράγματα με ευχάριστο τρόπο. Και, επί πλέον, βρίσκει τον τρόπο σε όλο αυτό το υπαρξιακό δράμα και την πικρή διαπίστωση ότι, παρά τα φαινόμενα, πουθενά δεν υπάρχει παράδεισος, να συζητήσει και το θέμα των ιθαγενών χαβανέζων που εχασαν τη γη τους από την λευκή αποικιοκρατία - προφανώς η περίπτωση Χαβάη είναι ένα απλό παράδειγμα για κάτι που έχει συμβεί σε όλόκληρο τον πλανήτη - αλλά και για το παγκόσμιο φλέγον θέμα της οικολογικής καταστροφής, καθώς άλλο ένα θέμα της ταινίας αφορά ένα πανέμορφο, παρθένο και αχανές κομμάτι γης που ανήκει στον ήρωα και το πλήθος των συγγενών του, το οποίο ετοιμάζεται να πουληθεί για τουριστική εκμετάλλευση. Πολύ καλή ταινία, χαμηλότονη, δίχως εντυπωσιακές εξάρσεις και κορυφώσεις, πλην όμως πυκνή και συγχρόνως ευχάριστη. Μακάρι ο Payne να συνεχίσει έτσι. Ήδη όμως νομίζω ότι έχουμε αρχίσει να μιλάμε για "σταθερή αξία".

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2012

Ο ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ ΣΤΑ 70ς

Ο John Badham υπήρξε σκηνοθέτης με μεγάλες επιτυχίες στα 70ς και 80ς κυρίως (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία του "Saturday Night Fever"). Στα 1979 λοιπόν, στην κορυφή της καριέρας του, γυρίζει έναν "Δράκουλα" με τον κλασικό γόη Φρανκ Λανγκέλα στον βασικό ρόλο και τους Λόρενς Ολίβιε (Βαν Χέλσινγκ) και Ντόναλντ Πλέζανς στους άλλους. Ο Μπάνταμ δεν ξεκινά από την αρχή την κλασική ιστορία του Μπραμ Στόουκερ, αλλά από τη στιγμή που ο φοβερός κόμης ταξιδεύει με το πλοίο (πλοίο - φάντασμα καλύτερα να πούμε) προς την Αγγλία. Από εκεί και πέρα παραμένει σχετικά πιστός στο πρωτότυπο. Θεωρώ το όλο εγχείρημα αrκετά πετυχημένο. Ο Δράκουλας διαθέτει σε σωστή αναλογία το μείγμα γοητείας - τρόμου, οι ερμηνείες είναι καλές, η ατμόσφαιρα γοητευτικά μπαρόκ και παρακμασμένη όταν χρειάζεται. Υπάρχει σαφώς περισότερος τρόμος και περισσότερος ερωτισμός από τις προηγούμενες βερσιόν, αλλά αυτό βέβαια είναι θέμα εποχής: Τα 70ς είναι πολύ πιο απελευθερωμένα από τα τέλη των 50ς - αρχές 60ς που έγιναν οι κλασικοί Δράκουλες της Χάμερ με τον Κρίστοφερ Λι. Πάντως αυτή εδώ η βερσιόν του κυριολεκτικά και μεταφοριά (για τη μεγάλη οθόνη) απέθαντου ήρωα επικεντρώνει στο ρομαντικό στοιχείο. Ρομαντικό με την έννοια της βαριάς, μπαρόκ και ενίοτε παρακμιακής ατμόσφαιρας, του πάθους που αψηφά τον θάνατο (η Μίνα παραμένει μέχρι τέλους αθεράπευτα ερωτευμένη με τον γοητευτικό κόμη, ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται το τι πραγματικά είναι αυτός), του αέναου παιχνιδιού με τα άκρα. Και, βέβαια, το "ανοιχτό" τέλος δείχνει την υπόγεια συμπάθεια προς το "τέρας", το οποίο δεν είναι πλέον αποκλειστικά και μόνο, μονοδιάστατα δηλαδή, φορέας του κακού. Χαρακτηριστικό και το ότι το άσυλο των τρελών βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, αφού η οικογένεια της Μίνας κατοικεί σ' αυτό, αφού ο πατέρας της είναι ο γιατρός - ιδιοκτήτης, και σε πολλές σκηνές οι τρελοί μπερδεύονται με τους υγιείς, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ανησυχητικού κλίματος. Δεν μιλάμε φυσικά για ένα αριστούργημα όπως (κατά τη γνώμη μου βέβαια) ο μεταγενέστερος Δράκουλας του Κόπολα, σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται και για μια αδιάφορη βερσιόν, όπως πολλές που είχαν προηγηθεί. Πρόκειται για έναν τυπικό, καλό Δράκουλα - που μπορεί να μπαίνει ακάλεστος στα σπίτια και δεν φοβάται τον σταυρό όπως οι προηγούμενοί του. Αν σας ενδιαφέρει το θέμα και ο συγκεκριμένος ήρωας, θα σας τον πρότεινα ως μία αρκετά συμπαθητική εκδοχή του κλασικού μύθου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2012

Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΩΣ ACTION HERO ΞΑΝΑ

Αφού το πρώτο φιλμ πήγε πολύ καλά στα ταμεία, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα ακολουθούσε και δεύτερο (τουλάχιστον). Κι αφού ο Guy Ritchie κρίθηκε πετυχημένος, γιατί να μην αναλάβει και το sequel; Λέω βέβαια για το "Σέρλοκ Χολμς: Το Παιχνίδι των Σκιών" του 2011, με την ίδια ακριβώς συνταγή του πρώτου: Ρόμπερτ Ντάουνι και Τζουντ Λο στους βασικούς ρόλους των Χολμς και Γουότσον, παρόμοια δοσολογία μυστηρίου, καταιγιστικής δράσης και χιούμορ, παρόμοια αστεία με την λανθάνουσα ομοφυλόφιλη σχέση των δύο πρωταγωνιστών... καρμπόν δηλαδή, ώστε η επιτυχία να είναι σίγουρη. Εδώ την εμφάνισή του ως υπερ-κακός κάνει ο βασικός αντίπαλος του Χολμς από τα βιβλία του Κόναν Ντόιλ: Ο σατανικός και ιδιοφυής Μοριάρτι. Με πολύπλοκα σχέδια βέβαια για τίποτα λιγότερο από το να κυριαρχήσει στην ανθρωπότητα. Τόσο απλά. Και, βέβαια, η σχέση Χολμς - Μοριάρτι είναι σχέση αγάπης - μίσους. Εννοώ ότι, ενώ μισούνται θανάσιμα, δεν παύουν να θαυμάζουν ο ένας την ιδιοφυία του άλλου και να σέβονται τον άλλον ως άξιο αντίπαλο. Εντάξει, τίποτα σπουδαίο. Το έχουμε ξαναδεί κι αυτό πολλάκις. Ο Ritchie είναι βέβαια ικανός σκηνοθέτης ταινιών δράσης. Επινοεί κάθε είδους ταρζανιές, μάχες, μονομαχίες, κυνηγητά, κατέχει την τέχνη του σωστού timing, χρησιμοποιεί κατά κόρον το slow motion (πόσες φορές θα το δούμε αυτό σε φιλμ δράσης;) και, γενικά, φροντίζει να μην αφήσει τον θεατή να πλήξει. Κοτσάρει και ένα ανεξήγητο τέλος, που υποτίθεται δεχόμαστε επειδή εξ αρχής έχουμε αποδεχτεί τις συμβάσεις και τις απιθανότητες του είδους και εκεί πήγαμε για να διασκεδάσουμε, δίχως να πολυσκεφτόμαστε το πώς και το γιατί... οπότε όλα είναι στη θέση τους. Εμένα βέβαια η μετατροπή του Σέρλοκ σε action hero δεν παύει να με ενοχλεί - το δήλωσα από την πρώτη ταινία της σειράς. Αν όμως καταφέρναμε να αποστασιοποηθούμε από τα βιβλία, μάλλον θα απολαμβάναμε μια καλή περιπέτεια, απ' αυτές τις γεμάτες πράγματα που, πολύ απλά, δεν γίνονται και τις οποίες το Χόλιγουντ παράγει βέβαια κατά κόρον. Διαθέτει αυτή την περίπου steam punk γοητευτική ατμόσφαιρα - 19ος αιώνας και κάμποση τεχνολογία, έχει και σαν βασικό κατά τη γνώμη μου ατού το χιούμορ που προαναφέραμε. Αν είστε φίλος του είδους λοιπόν, μάλλον θα περάσετε καλά - αντικειμενικά μιλώντας. Εγώ πάντως μάλλον βαρέθηκα. Όχι επειδή πρόκειται για κακό δείγμα του είδους, αλλά επειδή έχω βαρεθεί το ίδιο το είδος. Πόσο ξύλο και εκρήξεις να αντέξει πια κανείς;

Κυριακή, Φεβρουαρίου 05, 2012

CAPRICORN 1: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

Έχετε μήπως ακούσει τη θεωρία συνωμοσίας ότι δεν πήγαμε ποτέ στο φεγγάρι κι ότι όλα αυτά είναι μια τέλεια σκηνοθεσία των ΗΠΑ για δικούς τους λόγους; Δεν ξέρω από πότε κυκλοφορεί αυτή η θεωρία, αλλά το 1977 ο μάλλον μέτριος σκηνοθέτης Peter Hyams γυρίζει το "Capricprn One", το οποίο ακριβώς πραγματεύεται κάτι παρόμοιο: Την ιστορία μιας πρώτης επανδρωμένης πτήσης στον Άρη, όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια τεράστια πλεκτάνη, με θύμα την ίδια την κοινή γνώμη, ολόκληρο τον κόσμο ουσιαστικά. Πολύ σύντομα τα μέλη της επερχόμενης πτήσης θα μάθουν την αλήθεια (μαζί τους κι εμείς, από την αρχή σχεδόν της ταινίας) και το θέμα είναι τι γίνεται μετά. Βρίσκω την ιδέα ενδιαφέρουσα. Η ταινία, στα πλαίσια της πολιτικοποιημένης και για το Χόλιγουντ εποχής των 70ς, έχει κάμποσες πολιτικές προεκτάσεις και καταγγέλει διάφορες κυβερνητικές συνωμοσίες και την γενική πρακτική, που ακάθεκτα συνεχίζεται ως τις μέρες μας, η οποία συνίσταται στο άλλα να ανακοινώνουμε και άλλα να εννοούμε και να πράττουμε στην πραγματικότητα. Η σκηνοθεσία της πραγματικότητας είναι αυτό που παρακολουθούμε, αυτό που σύσσωμα τα media (συχνά άθελά τους) μας σερβίρουν. Πίσω από την ψευδή αυτή εικόνα κρύβεται μια και μόνη πραγματικότητα: Τα κάθε λογής συμφέροντα είναι αυτά που πραγματικά ενδιαφέρουν, ποιος λοιπόν νοιάζεται για την αλήθεια; Καλά όλα αυτά. Μέχρι τα μισά τουλάχιστον βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον. Το θέμα είναι - και το πρόβλημα φυσικά - ότι από ένα σημείο και πέρα η εμπορική επιτυχία της ταινίας ήταν αυτό που ενδιέφερε περισσότερο. Έτσι το όλο πράγμα μετατρέπεται σε ταινία δράσης, με κάμποσα εξωπραγματικά στοιχεία στο σενάριο, αρκετά κυνηγητά και θεαματικές υποτίθεται σκηνές, διάφορες "ταρζανιές" και ένα μάλλον προβλέψιμο τέλος, που, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους περιπέτειες, παίζει με το τέλειο timing, όχι με τη σκηνοθετική έννοια, αλλά με τη σεναριακή (και παντελώς απίθανη): Ότι δηλαδή η κατάλληλη λύση θα δοθεί το κατάλληλο κυριολεκτικά δευτερόλεπτο. Ούτε λεπτό παραπάνω ή παρακάτω. Μάλιστα... Ανεξάρτητα της "υποβάθισης" πάντως της ταινίας σε απλοϊκή, χιλιοειδωμένη περιπέτεια, η ιδέα παραμένει ενδιαφέρουσα και, παρά τις αφέλειες, το φιλμ καταφέρνει νομίζω να κρατήσει τον θεατή. Αν μπορούσε να διατηρήσει το κλίμα του πρώτου μέρους, που δίνει βάρος στο ψυχολογικό μέρος και στο αδιέξοδο των παγιδευμένων ηρώων, θα τη χαρακτήριζα καλή. Δυστυχώς... είπαμε. Κι έτσι μια ακόμα ευκαιρία συνολικά πήγε χαμένη. Κρίμα. Πάντως, τελικά, ίσως αξίζει τον κόπο να της ρίξετε μια ματιά.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

"ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ" ΚΑΙ Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΙΑ

Ο Steven Spielberg έχει δύο όψεις: Η μία είναι η απόλυτα διασκεδαστική, η περιπετειώδης, αυτή που θυμίζει παραμύθι. Δεν είναι τυχαίο το ότι συχνά αποκαλείται "ο μεγαλύτερος σύγχρονος παραμυθάς". Όταν λοιπόν μιλάμε για τέτοιο φιλμ, του βγάζω το καπέλο (συνήθως). Η άλλη είναι οι "σοβαρές" του ταινίες. Τα δράματα, τα πολεμικά κλπ. Εδώ κρατώ πάντοτε μικρότερο καλάθι. Βρίσκω συνήθως τις ταινίες αυτές μελό, απλοϊκές, εντυπωσιακές εξωτερικά, αλλά άνευ ιδιαίτερης ουσίας ή έναν συνδυασμό απ' όλα αυτά. Φοβάμαι ότι "Το Άλογο του Πολέμου" του 2011 ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Το φιλμ έχει σαν ήρωα ένα άλογο, την ιστορία του οποίου παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια αρκετών ετών. Στενότατα δεμένο με τον νεαρό αγρότη στον οποίο από μικρό ανήκει, που έχει καταφέρει να το δαμάσει, να το κάνει χρήσιμο για την οικογένειά του και, φυσικά, το αγαπά υπερβολικά, αναγκάζεται να τον αποχωριστεί βίαια όταν "επιστρατεύεται" στον Α' παγκόσμιο πόλεμο ως "πολεμικό άλογο". Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τις περιπέτειές του στο μέτωπο, το πέρασμά του από διάφορους, διαφόρων εθνικοτήτων, αφέντες, που όλοι το αγαπούν επίσης, μέχρι το συγκινητικό (προφανώς) τέλος. Φυσικά βρισκόμαστε πολύ μακριά (είναι όλα πολύ πιο ήπια δηλαδή) από την αξέχαστη αγριότητα των πρώτων σκηνών του "Στρατιώτη Ράιαν". Θα ήταν δύσκολο να παραβλέψεις τις εξώφθαλμες αρετές της ταινίας. Άψογοι αφηγηματικοί ρυθμοί (για Σπίλμπεργκ μιλάμε, αλοίμονο τώρα...), φοβερή φωτογραφία, εντυπωσιακές σκηνές (ο καλπασμός του αλόγου στα χαρακώματα είναι ίσως σκηνή ανθολογίας), ισορροπία ανάμεσα στη δράση και τη συγκίνηση κλπ. Στα θετικά και το ότι ο εχθρός, οι Γερμανοί δηλαδή, δείχνονται όχι ως μονοδιάστατα κακοί, αλλά από την ανθρώπινη πλευρά τους, μέσα απο τα μάτια του απλού φαντάρου δηλαδή, που, προφανώς, όποια καταγωγή κι αν έχει, υποφέρει το ίδιο όταν ζει την ανθρώπινη παράνοια και φρίκη που λέγεται πόλεμος. Έτσι το αντιπολεμικό μήνυμα περνά αβίαστα. Γιατί λοιπόν γκρινιάζω; Ε, να, είναι αυτό το μόνιμο μελό που έχουν οι "σοβαρές" σπιλμπεργκικές ταινίες, αυτή η εμμονή με την οικογένεια, που είναι πάνω απ' όλα, αυτή η καλλιγραφία στην εικόνα. Η καλλιγραφική γραφή αιχμαλωτίζει το μάτι και σε κάνει να μην ενδιαφέρεσαι για το τι ακριβώς γράφει το κείμενο, αλλά για τον γραφικό χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο και στο σινεμά. Την τελική σκηνή μάλιστα θα την χαρακτήριζα μελό, ακόμα και κιτς, μέσα στην "ομορφιά" της. Ο Spielberg παραμένει ίσως ο δεινότερος αφηγητής του σύγχρονου σινεμά. Παραμένει επίσης προσκολλημένος στο παλιό, κλασικό Χόλιγουντ άλλων εποχών, αυτό το συναρπαστικό μεν, ψεύτικο όμως μέσα στις σεναριακές απιθανότητες και την απλοϊκότητα των καταστάσεων Χόλιγουντ. Αναβιώνει την κλασική αυτή σχολή κινηματογράφου απόλυτα πετυχημένα. Όταν το κάνει, όπως είπαμε, σε ταινίες του φανταστικού, σε παραμύθια ουσιαστικά, ο "συντηρητισμός" αυτός, για μένα τουλάχιστον, είναι ευπρόσδεκτος. Όταν όμως το εφαρμόζει σε δραματικές, ρεαλιστικές ιστορίες, μου φαίνεται εκτός χρόνου. Μη νομίζετε όμως ότι τις απορρίπτω συλλήβδην. Μπορώ πολύ εύκολα να αποδεχτώ, να απολαύσω μάλιστα, τέτοιες συμβάσεις, όταν αυτές γίνονται στη δεκαετία του 50 και πιο πριν. Ήταν όλη η εποχή έτσι και ο κινηματογράφος ήταν τότε μια πολύ νεότερη τέχνη, που ακόμα δεν είχε τολμήσει όσα τόλμησε έκτοτε. Σήμερα όμως, παρά την εκτυφλωτική ομορφιά του "περιτυλίγματός" τους, ή ίσως εξ αιτίας αυτής, τέτοιες απόπειρες μου φαίνονται απλοϊκές και εκτός εποχής. Ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο αργκό λέξη, αρκετά ξενέρωτες. Περιμένω ανυπόμονα το επόμενο καθαρόαιμο παραμύθι του Σπίλμπεργκ, όπως το απολαυστικότατο "Τεν Τεν" ας πούμε.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2012

ΤΟ "EQUILIBRIUM" ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥ "1984"

Το θέμα είναι κλασικό: Μέλλον, φασιστικό καθεστώς, απαγόρευση διαφόρων πραγμάτων που ποικίλουν ανά ταινία (ή βιβλίο), κάποιος/οι που επαναστατούν ενάντια στην εξουσία... Πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί και πόσες θα το δούμε στο μέλλον; (ελπίζω μόνο να το δούμε και να μην το ζήσουμε) Στα κλασικά αυτά πλαίσια κινείται και το "Equilibrium" του 2002 του γερμανού Kurt Wimmer. Όπου - πολυχρησιμοποιημένο κι αυτό - στην ολοκληρωτική μελλοντική κοινωνία απαγορεύεται το συναίσθημα γενικά (όπως και η κάθε μορφής τέχνη), πράγμα που επιτυγχάνεται με την υποχρεωτική κατανάλωση από όλον τον πληθυσμό ενός συγκεκριμένου χαπιού, που "πετυχαίνει" ακριβώς αυτό. Όταν ένας από τους πιο άτεγκτους κυνηγούς "εγκληματιών" παραβατών και άριστα εκπαιδευμένος για δράση κάθε είδους (για να μην ξεχνιόμαστε και να έχουμε άφθονες ευκαιρίες για θέαμα), παραλείπει να πάρει την καθημερινή του δόση, αρχίζει να βλέπει τα πράγματα από ολότελα διαφορετική οπτική γωνία. Τουλάχιστον η ταινία, που νομίζω ότι ξαναχρησιμοποιεί ένα μάλλον εξαντλημένο μοτίβο, είναι εξαιρετικά καλογυρισμένη. Ιδιαίτερα ατμοσφαιρική, άψογα χορογραφημένες (έως και "χορευτικές") σκηνές δράσης (το "Matrix" παραμονεύει πάντοτε στη γωνία), καλό timing, κάποιες (οχι ιδιαίτερα εντυπωσιακές) ανατροπές, ενώ οι Κρίστιαν Μπέιλ και Μάικλ Μπιν είναι πολύ ταιριαστοί στους βασικούς ρόλους. Αυτά είναι τα θετικά, που βέβαια μου φαίνονται αρκετά για να περάσει κάποιος ένα ευχάριστο δίωρο. Δεν έχω δει την μοναδική επόμενη του Wimmer. Τον βρήκα ικανό σκηνοθέτη, αλλά μάλλον δεν φαίνεται να έχει συνέχεια. Τουλάχιστον θα μπορούσε να κάνει απολαυστικές ταινίες δράσης. Πάντως, εν κατακλείδι, το "Equilibrium" δεν είναι κακό. Ακομα και στιλάτο θα το χαρακτήριζα. Απλώς το έχω δει πάρα πολλές φορές...

Τρίτη, Ιανουαρίου 31, 2012

ΣΤΗ ΧΑΒΡΗ ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ...

Ο φινλανδός Aki Kaurismäki είναι από τους αγαπημένους μου σύγχρονους δημιουργούς. Πολλά χρόνια μετά το ξεκίνημά του εξακολουθεί να κάνει εξαιρετικές και προσωπικές ταινίες, με το άμεσα αναγνωρίσιμο μοναδικό, λιτό στιλ του. Αυτό συμβαίνει με το "Le Havre" ("Το Λιμάνι της Χάβρης" ελληνικά) του 2011. Το οποίο, επί πλέον, είναι μια απόλυτα feelgood ταινία. Ο Kaurismäki αποφασίζει εδώ να πάει απόλυτα κόντρα στο κλίμα της εποχής. Ενώ τα πάντα γύρω μας είναι ζοφερά, δυσοίωνα, αδιέξοδα, αυτός φτιάχνει μια ζεστή, γεμάτη ανθρωπιά και τρυφερότητα, αστεία και, κυρίως, υπεραισιόδοξη ταινία. Το στιλ του παραμένει το γνωστό: Μινιμαλιστικό, απλό, με σύντομους, κοφτούς διάλογους και συχνά σουρεαλιστικές καταστάσεις. Το παράδοξο, που μόνο αυτός με έναν ακατανόητο τρόπο πετυχαίνει πάντα, βρίσκεται σε μια βασική αντίφαση: Ενώ η εικόνα, τα ντεκόρ και οι περιβάλλοντες χώροι, οι εξωτερικοί τρόποι των ηρώων, οι διάλογοι, είναι απόλυτα ψυχροί, ταιριαστοί με τη σκανδιναυική ατμόσφαιρα, το feeling όλων σχεδόν των ταινιών του και αυτό που τελικά αποκομίζεις είναι τέλεια ζεστασιά, έντονος συναισθηματισμός, αισιοδοξία και ανθρωπιά (ανακατεμένα πάντα με μια περιρέουσα μελαγχολία, που συχνά απορρέει από τα ίδια τα τοπία). Πώς γίνεται αυτό; Μόνο εκείνος ξέρει. Όσο για τους ίδιους τους ήρωές του, έχουμε πάντα να κάνουμε με ανθρώπους που πάνω απ' όλα είναι απλοί, καθημερινοί, ταπεινοί, συχνά περιθωριακοί κάθε είδους, από αυτούς με τους οποίους σπάνια ασχολείται η τέχνη, ακριβώς επειδή η απλότητα και ταπεινότητά τους δεν προσφέρει και πολλά ερεθίσματα. Μόνο που αυτό δεν ισχύει όταν βρίσκονται στα χέρια του Καουρισμάκι... Στη "Χάβρη" ένας φτωχός πρώην επίδοξος συγγραφέας, κλοσάρ και νυν λούστρος, του οποίου η γυναίκα βρίσκεται στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση, περιμαζεύει, παρά τη φτώχια του, έναν μικρό μαύρο παράνομο μετανάστη. Όλη η γειτονιά, αποτελούμενη από εξ ίσου φτωχούς και ταπεινούς ανθρώπους, βοηθά όπως μπορεί, ενώ ένας επιθεωρητής της αστυνομίας προσπαθεί να εντοπίσει τον λαθρομετανάστη. Όλα αυτά συμβαίνουν στο επίσης ταπεινό, δίχως τίποτα σημαντικό, γαλικό λιμάνι της Χάβρης, πόλη που, μέσα στη μη διασημότητά της, ταιριάζει γάντι θα έλεγε κανείς με το στιλ των ηρώων του φιλμ. Η απροσδόκητη στις μέρες μας ανθρωπιά, η νοσταλγική ατμόσφαιρα άλλων εποχών και η αίσθηση της παλιάς "γειτονιάς", που εδώ αναβιώνει απόλυτα, και φυσικά το ιδιόρυθμο, συχνά μαύρο χιούμορ του δημιουργού, κυριαρχούν από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή. Όλα αυτά εμπλουτισμένα από παλιομοδίτικες μουσικές, γεμάτες όμως ψυχή, άλλο ένα σήμα κατατεθέν του ξεχωριστού δημιουργού (όλα τα λεφτά ο Little Bob). Έτσι, ο φινλανδός καταφέρνει κατά τη γνώμη μου να κάνει μια από τις καλύτερες ταινίες του, να διατηρήσει ατόφιο το απόλυτα αναγνωρίσιμο στιλ του και, συγχρόνως, να πάει εντελώς κόντρα στην άγρια παγκόσμια κατάσταση, δίνοντάς μας με αφοπλιστικό τρόπο μια μεγάλη δόση αισιοδοξίας και ανθρωπιάς και παρουσιάζοντάς μας έναν "μαγικό" μέσα στον ρεαλισμό του κόσμο, όπου σχεδόν όλοι οι ταπεινοί του κάτοικοι είναι κατά βάση "καλοί". Φαίνεται ότι το φιλμ μου άρεσε τόσο επειδή τελικά όλοι χρειαζόμαστε μια γερή ένεση αισιοδοξίας στους καιρούς μας... Πάντως για μένα βρίσκεται ήδη στις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς. ΥΓ: Ανέφερα πριν τον "μαγικό μέσα στο ρεαλισμό του κόσμο" του σκηνοθετη. Μαγικός ως προς τις συμπεριφορές και την ψυχή όσων τον κατοικούν. Όμως στον Καουρισμάκι η feelgood αυτή ατμόσφαιρα βρίσκεται στον αντίποδα της αντίστοιχης του Ζενέ, ο οποίος επιτυγχάνει παρόμοια αποτελέσματα "καρτασκευάζοντας" εξ αρχής ένα μαγικό, φανταστικό σύμπαν. Εδώ αντίθετα το όλο σκηνικό θα μπορούσε να είναι ίδιο με μια ταινία ωμού ρεαλισμού των Νταρντέν, ας πούμε. Το τελικό αίσθημα όμως που σου αφήνει βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτούς. Κι ας διαπνέεται, όπως επίσης είπαμε, από έντονη συχνά μελαγχολία.

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ "ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ"

Θα πω από την αρχή κάτι που θα ενοχλήσει πολλούς σινεφίλ (στους οποίους, βεβαίως, συγκαταλέγομαι): Ποτέ δεν μου άρεσε ο Bela Tarr. Ο γνωστότερος σήμερα ούγγρος σκηνοθέτης διαθέτει μια εξαιρετικά προσωπική ματιά, με ταινίες που δεν μοιάζουν με κανενός άλλου... και οι οποίες με κουράζουν. Γενικά όμως για το έργο του Tarr θα επανέλθω στο τέλος. Το "Κολαστήριο" (Karhozat) είναι του 1988 και, όπως διαβάζω, ξεκινά την δεύτερη περίοδό του, αυτή δηλαδή που γνωρίζουμε και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η ιστορία είναι απλή και προσχηματική, λειτουργώντας απλώς σαν όχημα για να εκφράσει πολύ βαθύτερους προβληματισμούς και φιλοσοφικές απόψεις: Ένας μοναχικός άντρας ερωτεύεται την τραγουδίστρια ενός μπαρ (που, καθόλου τυχαία, ονομάζεται Τιτανικός), η οποία όμως είναι παντρεμένη. Για να μείνει μόνος μαζί της και να την κλατακτήσει (πράγμα που συμβαίνει) πείθει τον σύζυγο να φύγει για να κάνει μια παράνομη μεταφορά. "Η ιστορία" όμως, όπως ο ίδιος δηλώνει από την αρχή, "θα τελειώσει όπως όλες οι ιστορίες. Άσχημα". Το φιλμ είναι βέβαια ασπρόμαυρο, με εξαιρετική πραγματικά φωτογραφία, πράγμα που αποτελεί "σήμα κατατεθέν" του Tarr (και η ποιότητα της φωτογραφίας και το ασπρόμαυρο), και είναι φυσικά πολύ βαρύ και καταθλιπτικό - άλλο χαρακτηριστικό του δημιουργού. Οι εικόνες είναι ζοφερές. Λασπωμένα, γυμνά τοπία, διαρκής βροχή, αδέσποτα σκυλιά, μίζερα εσωτερικά, συνθέτουν ένα πραγματικό κολαστήριο. Ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν μπορεί να πάει καλά. Οι ήρωες είναι λιγομίλητοι, βαρείς κι αυτοί, με υπαρξιακά προβλήματα. Φυσικά όλο αυτό το σκηνικό αντανακλά την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία, το αδύνατο, κατά Tarr, της ευτυχίας ή, πιθανόν, αποτελεί και ένα σχόλιο για την τότε κατάσταση της Ουγγαρίας (και την μετέπειτα βέβαια, αν δούμε και τις επόμενες ταινίες του, που κινούνται σε παρόμοιο κλίμα). Τα πλάνα είναι αργόσυρτα, οι αφηγηματικοί ρυθμοί αργοί επίσης, οι σιωπές μακρές, οι διάλογοι ποιητικοί ή/και φιλοσοφικοί... Το σινεμά του Tarr, για να επανέλθουμε στα αρχικά μου σχόλια, με κουράζει. Θαυμάζω τη φωτογραφία του, αλλά τον βρίσκω... πώς να το εκφράσω... έναν μανιερίστα της απελπισίας, της κατάθλιψης. Από το ζοφερό του σύμπαν λείπει, ας πούμε, η πίστη και η εμφάνιση του θαύματος του Ταρκόφσκι, η παράνοια του Φον Τρίερ, η έντονη πολιτική άποψη του Αγγελόπουλου... για να αναφέρουμε (τυχαία) μερικούς άλλους "δύσκολους" δημιουργούς. Εδώ υπάρχει μόνο πεσιμισμός, διαρκής υπαρξιακή αγωνία... μια ανθρώπινη κόλαση, ιστορίες και καταστάσεις εξ αρχής καταδικασμένες. Και, προσωπικά, με ενοχλούν και οι στημένοι, "ψεύτικοι", ποιητικοί και φιλοσοφικοί διάλογοι που προείπαμε (πράγμα βέβαια απόλυτα ηθελημένο από τον Ταρ, στοιχείο κι αυτό της όλης αισθητικής του). Ο ούγγρος δημιουργός, όπως έχει ο ίδιος δηλώσει, θα ήθελε να είναι φιλόσοφος. Ο κινηματογράφος είναι μόνο ένα χόμπι του. Εκτιμώ τις αρετές και τη μοναδικότητα (σίγουρο το τελευταίο) του έργου του, αλλά όλη αυτή η διαρκής και αδιέξοδη κατάθλιψη με κουράζει, αλλά και κάπου με ενοχλεί.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΥΦΥΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ

Το 2011 ο Neil Burger (που παλιότερα είχε κάνει το σχετικά ενδιαφέρον "The Illusionist") γυρίζει το "Limitless" ("Απόλυτη Ευφυϊα" στην Ελλάδα), μια αρκετά ενδιαφέρουσα (και αυτή) ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ένας απόλυτος looser και υποψήφιος συγγραφέας, δίχως ιδιαίτερη έμπνευση όμως, δοκιμάζει το πειραματικό προϊόν μιας ιατρικής εταιρίας, το οποίο υποτίθεται ότι κάνει τον άνθρωπο (τον εγκέφαλό του για την ακρίβεια) να αναπτύξει το 100% των δυνατοτήτων του, πράγμα που υπό φυσιολογικές συνθήκες ουδείς από εμάς μπορεί να χρησιμοποιήσει. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αλλά και οι κάθε λογής "παράπλευρες απώλειες" το ίδιο. Σύντομα ο ήρωας θα βρεθεί σε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου, αλλά θα έχει προβλήματα και με τον εθισμό στο θαυματουργό χάπι. Και όχι μόνο αυτός... Η ταινία είναι καλογυρισμένη, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και στιλάτη σκηνοθεσία και ξεδιπλώνεται σε μια σειρά πολύ ντιζαϊνάτων χωρων. Αλληγορικά πιθανόν να μιλά για τον θαυμαστό κόσμο των ναρκωτικών, τους ορίζοντες που ανοίγουν και τη διεύρυνση του νου που όντως προσφέρουν κάποια απ' αυτά, αλλά και τους τεράστιους κινδύνους τους, με πρώτο και χειρότερο βεβαίως τον εθισμό και την έλλειψη ζωής έξω απ' τον όλο και πιο κεντραρισμένο σ' αυτά κόσμο που δημιουργούν. Και βέβαια, θέτει τον προβληματισμό: ΟΚ, όλα είναι καλά όταν βρίσκεσαι υπό την επήρρεια, είσαι όμως ο εαυτός σου; Ο αληθινός σου εαυτός; Τι απ' αυτόν έχει μείνει; Μοναδική μου αντίρηση το αρκετά εύκολο και προβλέψιμο τέλος, που λες και φτιάχτηκε επί τούτου για να μείνουν οι πάντες ευχαριστημένοι. Μου φάνηκε κάπως άγαρμπο. Πέραν αυτού, απόλαυσα αρκετά την ταινία. Δεν είναι κάτι συγκλονιστικό, νομίζω όμως ότι το ευχαριστιέσαι. Και κάνει και εμφάνιση σε δεύτερο, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ως εκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής. Αν και αυτό δεν αποτελεί πια είδηση, αφού έχει γίνει πλέον κανονικός μαϊντανός σε πλήθος ταινιών που σαφώς δεν είναι ισάξιές του (δεν μιλώ για τη συγκεκριμένη, αλλά για πολλές άλλες πραγματικά μέτριες). Λένε ότι χρησιμοποιούμε σ' όλη αμς τη ζωή ένα μικρό μόνο μέρος των δυνατοτήτων του εγκεφάλου μας. Η ταινία με έκανε να σκεφτώ: Τι θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί αν το μέρος αυτό δεν ήταν τόσο μικρό; Κι αν ακόμα ήταν το 100%; Θα γινόμαστε άραγε μικροί θεοί;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 26, 2012

"Η ΛΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ" ΚΑΙ Η ΔΙΧΩΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

O Paul Auster είναι ένας συγγραφέας που μ' αρέσει πολύ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και σημαντικός σκηνοθέτης. Η ταινία του "Lulu on the Bridge", σε δικό του σενάριο φυσικά, γυρίστηκε το 1998 και το καστ έχει πολύ ενδιαφέρον: Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάιρα Σορβίνο, Γουίλιαμ Νταφόε, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Μάντι Πατίνκιν, Τζίνα Γκέρσον, ενώ συντομότατες εμφανίσεις (φιλικά υποθέτω) κάνουν μουσικές προσωπικότητες όπως ο Λου Ριντ και ο Ντέιβιντ Μπερν. Η φιλόδοξη ιστορία βουτά βαθιά (και χάνεται) στη μεταφυσική. Ένας γνωστός τζαζίστας, όχι και πολύ καλός χαρακτήρας ωστόσο, πληγώνεται βαριά από αδέσποτη σφαίρα. Όταν συνέρχεται η ζωή του έχει αλλάξει ριζικά. Δεν μπορεί πια να παίξει και βρίσκεται σε κατάθλιψη, ίσως και στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Ένα κουτί όμως που περιέχει μια μυστηριώδη πέτρα με παράδοξες ιδιότητες πέφτει κατά λάθος στα χέρια του και ανατρέπει τα πάντα, ενώ ο ήρωάς μας θα ερωτευτεί βαθύτατα. Αλλά και πάλι αυτό είναι μόνο η (ευτυχισμένη) αρχή... Ενώ παρακολούθησα την ταινία με πολύ ενδιαφέρον, το μάλλον εύκολο τέλος - που έχουμε ξαναδεί - αλλά και διάφορα κενά και η πλήρης έλλειψη εξηγήσεων για το όσα συμβαίνουν, συνειδητά υποθέτω και όχι από αμηχανία, με άφησαν τελικά ανικανοποίητο ή, αν προτιμάτε, με την αίσθηση ότι χάθηκε μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία. Είναι σα να βρισκόμαστε σε μια ταινία του Λιντς, με το ίδιο μυστηριώδεις και ανεξήγητες καταστάσεις, πλην όμως χωρίς τη χαρακτηριστική του διαστροφή και σκληρότητα. Ίσα - ίσα που εδώ πολλές από τις καταστάσεις είναι γλυκύτατες (όχι όλες βεβαίως). Όσο για τις αναφορές, είναι πάμπολλες. Εκτός από πλήθος λεπτομερειών, ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει στη θρυλική "Λούλου" του Παμπστ, της οποίας ένα ριμέικ, ως ταινία μέσα στην ταινία, βλέπουμε να γυρίζεται. Σκεφτείτε τώρα ότι ο πρωτότυπος τίτλος του παλιού φιλμ ήταν "Λούλου ή το Κουτί της Πανδώρας" και ένα κουτί παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο. Κουτί από το οποίο ξεπηδούν υπέροχα, αλλά και τραγικά πράγματα και καταστάσεις... Συνολικά λοιπόν, ενώ δεν με κούρασε καθόλου, μου άφησε μεγάλα κενά, όχι απλά ως προς το στόρι, αλλά και ως προς το γενικότερο νόημα όλων αυτών που είδα, ενώ (το ξαναείπα) βρήκα το φινάλε εύκολο. Δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε μόνος του ο Όστερ το 2007, ωστόσο, κρίνοντας απ' αυτή εδώ τη "Λούλου", νομίζω ότι τον προτιμώ σαν συγγραφέα. Κρίμα, γιατί βρήκα το γενικό της κλίμα γοητευτικό.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ"

Είχα γράψει για τη σουηδική τριλογία του "Millenium", η οποία βασίζεται στα σκοτεινά μπεστ σέλερ του Στιγκ Λάρσον και η οποία μου είχε αρέσει αρκετά (ιδίως το πρώτο μέρος, που ήταν έκπληξη για μένα). Η αμερικάνικη μεταφορά της (σιγά μην το άφηναν και, πιστέψτε με, θα τη λέμε όλο και συχνότερα αυτή τη φράση) με είχε αρχικά ανησυχήσει (πάλι θα το "λειάνουν", βλέπε ξενερώσουν, και θα το κάνουν πιο αμερικανιά;). Μέχρι που έμαθα ότι το πρότζεκτ είχε αναλάβει ο David Fincher, στον οποίο βεβαίως έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Το αποτέλεσμα στο αμερικάνικο "Κορίτσι με το Τατουάζ" (The Girl with the Dragon Tatoo) με δικαίωσε. Η ταινία είναι εξ ίσου σκοτεινή, εξ ίσου αποκαλυπτική όσον αφορά τη σουηδική κοινωνία και τις βρώμικες καταβολές της, εξ ίσου ακόμα και απωθητική σε κάποια σημεία. Κανονικότατος Φίντσερ δηλαδή. Όντως η συγκεκριμένη μεταφορά νομίζω ότι του ταίριαζε πολύ. Η βασική ηρωίδα, η ιδιότυπη χάκερ - ντετέκτιβ Λίσμπεθ Σαλάντερ, παραμένει το ίδιο αυτοκαταστροφική, βίαιη, ψυχρή (συνήθως) και πέρα για πέρα αντισυμβατική. Πανκ, αμφισεξουαλική, μοναχική, απότομη στους τρόπους της, εξακολουθεί να βρίσκεται μακριά από κάθε πρότυπο θετικής ηρωίδας που είχαμε στο μυαλό μας. Οι ήρωες του φιλμ κουβαλούν ο καθένας τα δικά του τραύματα, δίχως τίποτα να ωραιοποιείται. Οι αποκαλύψεις για το βρώμικο background και το ναζιστικό παρελθόν μιας πανίσχυρης σουηδικής οικογένειας - δυναστείας, που, όπως καυχώνται μέλη της, "έχτισε τη σύγχρονη Σουηδία", παραμένουν επίσης. Φυσικά πρόκειται για αλληγορία για το ίδιο το παρελθόν του "σύγχρονου θαύματος" που αποτελούσε μέχρι πρότινος η σουηδική κοινωνία. Η αστραφτερή εικόνα της καταστρέφεται τόσο στο βάναυσο, γεμάτο βία, παρόν, όσο και όσον αφορά τις ρίζες, το παρελθόν της. Τέλος η πλοκή του φιλμ παραμένει βασικά ίδια με αυτή του πρωτότυπου φιλμ, δίχως παραχωρήσεις και happy end. Και με τον Φίντσερ στο τιμόνι, ο σωστός ρυθμός και η - σκοτεινή επαναλαμβάνω - σκηνοθεσία είναι δεδομένα. Οπότε μπορώ να πω ότι απόλαυσα την ταινία. Όλα καλά λοιπόν; Ναι, θα απαντούσα αυθόρμητα. Πλην όμως... για να το ξανασκεφτώ καλύτερα... Ο Φίντσερ είναι εξαίρετος και πολύ τολμηρός δημιουργός (γι' αυτό ανέλαβε το ριμέικ αυτό). Όμως, αν προσέξατε, είπα ότι η πλοκή είναι ίδια, η βρώμικη και σκοτεινή ατμόσφαιρα επίσης, παραχωρήσεις δεν υπάρχουν... Οπότε; Οπότε ξαναείδα την ίδια ουσιαστικά ταινία από έναν διαφορετικό - ικανότατο βεβαίως, το είπαμε αυτό - δημιουργό. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Γιατί θα έπρεπε να ξαναγίνει, έστω και με δίχως να προδοθεί, ένα ήδη πολύ καλό πρωτότυπο; Γιατί πρέπει να ξαναβλέπουμε σε αγγλική γλώσσα και φυσικά με σταρ, πολύ καλές μη αμερικάνικες ταινίες; Τι φταίμε εμείς αν οι αμερικάνοι δεν πατάνε στα σινεμά αν μια ταινία δεν μιλά αγγλικά; Δικό τους πρόβλημα. Αν φυσικά δεν έχετε δει το πρωτότυπο, η ταινία συνίσταται - φτάνει να αντέξετε το "βρώμικο" κλίμα της. Αν πάλι το έχετε δει... ε, τότε θα το ξαναδείτε με γνωστότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτη. Αν το έβλεπα πρώτη φορά θα ενθουσιαζόμουν. Δυστυχώς το βλέπω δεύτερη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2012

ΠΛΑΣΤΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΙΑ ΤΟΝ "JIGSAW MAN"

To 1984 o Terence Young (1915–1994), γνωστός από πρώιμους Τζέιμς Μποντ με τον Σον Κόνερι, γυρίζει την προτελευταία ταινία του, το "The Jigsaw Man". Πρόκειται για τυπικό φιλμ κατασκοπείας, με καλούς δυτικούς και κακούς ανατολικούς (ρώσους φυσικά), που αντανακλά πλήρως το κλίμα της εποχής - και της λίγο πιο ψυχροπολεμικής προγενέστερης - και της αέναης, υπόγειας διαμάχης των δύο τότε υπερδυνάμεων. Ένας άγγλος υψηλός πράκτορας, που έχει αυτομολήσει στη Ρωσία και ζει εκεί, στέλνεται πίσω στη Δύση, αφού έχει κάνει πλαστική προσώπου ώστε να μην τον αναγνωρίσει κανείς, με σκοπό να ανακτήσει μια πολύτιμη λίστα, την οποία ο ίδιος είχε κρύψει πριν το σκάσει. Εκεί θα ξεκινήσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι διπλών πρακτόρων, σκοπών κρυμένων πίσω από άλλους σκοπούς, ύποπτων κάθε είδους, αλλά και προσωπικών επιδιώξεων, αφού παίζονται πολλά, πολλά λεφτά. Ταυτόχρονα ο ήρωάς μας θα συναντήσει και την κόρη του, η οποία στο μεταξύ έχει μεγαλώσει... Το στοιχείο αυτό, και κάποια άλλα που υπάρχουν στο φιλμ, εμπλέκουν και προσωπικές ιστορίες στην όλη υπόθεση. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, οι ρώσοι είναι πάντοτε μονοδιάστατα κακοί. Τίποτα άλλο. Το μόνο σημαντικό στην ταινία είναι κατά τη γνώμη μου οι δύο μεγάλοι ηθοποιοί που παίζουν: Λόρενς Ολίβιε και Μάικλ Κέιν. Κατά τα άλλα το φιλμ κυλά μάλλον ρουτινιάρικα, δίχως ιδιαίτερο νεύρο και εκπλήξεις, με πράγματα που μάλλον έχουμε ξαναδεί. Βρήκα το όλο στιλ άκαμπτο, τα κλισέ πολλά, ενώ οι μορφές, τα ντυσίματα, τα ντεκόρ μοιάζουν πολύ, πολύ παλιομοδίτικα... Υπάρχουν βέβαια και οι κλασικές απιθανότητες στο σενάριο, οπότε η αδιάφορη για μένα εικόνα συμπληρώνεται. Όπως καταλάβατε δεν το θεωρώ και πολύ σπουδαίο φιλμ. Αν είστε φανατικοί των κατασκοπικών ταινιών, με μυστικές υπηρεσίες, κρυμένα έγγραφα, διπλούς πράκτορες, κάποια κυνηγητά, λίγο πιστολίδι κλπ., δείτε το. Ή αν είστε φανατικός των δύο σταρ και θέλετε να έχετε δει όλη τους τη φιλμογραφία. Αλλιώς, νομίζω ότι θα ζήσετε και δίχως αυτό.

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2012

"WARLORDS" Ή Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Έχω ξαναγράψει για το ακμάζον σινεμά του Χονγκ-Κονγκ, ενός σινεμά που ουσιαστικά αγνοώ, πλην όμως κατά καιρούς έχει τύχει να δω πολύ καλά δείγματα. Ένα απ' αυτά θεωρώ ότι γύρισαν το 2007 οι Peter Chan και Wai Man Yip. Είναι το "The Warlords" (Tau ming chong για τους κινεζομαθείς φίλους μας). Πρόκειται για ένα πολύ καλογυρισμένο έπος / δράμα, που διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα σε μια Κίνα που σπαράσεται από αιματηρούς εμφύλιους, με διάφορους ευγενείς, φεουδάρχες και πολέμαρχους να διεκδικούν (τι άλλο;) την εξουσία - ή περισσότερη εξουσία, βασίζεται δε σε μια ιστορία της εποχής αυτής, που, όπως μαθαίνω, έχει μεταφερθεί ξανά στο σινεμά στη δεκαετία του 70. Είναι η ιστορία δύο αδελφών ληστών και ενός αξιωματικού του οποίου ο στρατός σφαγιάστηκε σε μια μάχη και ο ίδιος υπήρξε ο μόνος επιζών. Οι τρεις αυτοί σκληροτράχηλοι άντρες συμμαχούν δίνοντας όρκο αίματος, γίνονται δηλαδή αδέλφια, και μαζί, με τον στρατό που συγκεντρώνουν, καταφέρνουν να αλλάξουν τον ρου του πολέμου. Το αληθινό δράμα όμως ξεκινά μετά τις εντυπωσιακές τους νίκες. Όπως καταλάβατε πρόκειται για έπος, με πολύ καλές σκηνές μαχών, καλή σκηνοθεσία, εντυπωσιακή εικόνα. Το φιλμ όμως δεν μένει μόνο σ' αυτά. Η ουσία του, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στα όσα συμβαίνουν στις σχέσεις των τριών "αδελφών" μετά τις νίκες, όταν πια έχουν να αντιμετωπίσουν όχι έναν εξωτερικό εχθρό, που απλώς θέλουμε να εξοντώσουμε και τέρμα, αλλά το ολοένα αυξανόμενο βάρος της εξουσίας, τις ίντριγγες της διακυβέρνησης, τους αληθινούς ισχυρούς που κινούν από το παρασκήνιο τα νήματα. Πόσο μπορούν να αντέξουν οι προσωπικές σχέσεις κάτω από τις αφόρητες αυτές πιέσεις; Υπάρχει βέβαια και το ερωτικό στοιχείο, με τη μορφή μιας "μοιραίας" γυναίκας για να πυροδοτήσει τις καταστάσεις, αλλά η διαχείρηση της εξουσίας νομίζω ότι είναι το ουσιαστικό σημείο. Καθώς και η πικρή διαπίστωση ότι η δύναμη δεν φέρνει ευτυχία. Συχνά μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο. Ανακεφαλαιόνοντας λοιπόν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε απλώς για το εντυπωσιακό οπτικά επικό κομμάτι με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία ή για το δραματικό μέρος, αλλά και για την κατάδειξη της κατάρας της εξουσίας και την αποκάλυψη των παρασκηνιακών συμφερόντων, για τα οποία ουσιαστικά συμβαίνουν τα πάντα. Όλα τα υπόλοιπα, έπη και ηρωισμοί, είναι απλώς βιτρίνες ή, επίσης απλώς, χρυσώνουν το χάπι. Είπαμε ότι ένας σύγχρονος σινεφίλ είναι "υποχρεωμένος" να παρακολουθεί τον καλπάζοντα ασιατικό (εκτός του γνωστότερού μας ιαπωνικού) κινηματογράφο, πράγμα το οποίο εγώ προσωπικά δεν κάνω όσο θα ήθελα. Ταινίες σαν αυτή αποδεικνύουν πόσο λάθος κάνω.