Το 2011 ο Neil Burger (που παλιότερα είχε κάνει το σχετικά ενδιαφέρον "The Illusionist") γυρίζει το "Limitless" ("Απόλυτη Ευφυϊα" στην Ελλάδα), μια αρκετά ενδιαφέρουσα (και αυτή) ταινία επιστημονικής φαντασίας.
Ένας απόλυτος looser και υποψήφιος συγγραφέας, δίχως ιδιαίτερη έμπνευση όμως, δοκιμάζει το πειραματικό προϊόν μιας ιατρικής εταιρίας, το οποίο υποτίθεται ότι κάνει τον άνθρωπο (τον εγκέφαλό του για την ακρίβεια) να αναπτύξει το 100% των δυνατοτήτων του, πράγμα που υπό φυσιολογικές συνθήκες ουδείς από εμάς μπορεί να χρησιμοποιήσει. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αλλά και οι κάθε λογής "παράπλευρες απώλειες" το ίδιο. Σύντομα ο ήρωας θα βρεθεί σε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου, αλλά θα έχει προβλήματα και με τον εθισμό στο θαυματουργό χάπι. Και όχι μόνο αυτός...
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και στιλάτη σκηνοθεσία και ξεδιπλώνεται σε μια σειρά πολύ ντιζαϊνάτων χωρων. Αλληγορικά πιθανόν να μιλά για τον θαυμαστό κόσμο των ναρκωτικών, τους ορίζοντες που ανοίγουν και τη διεύρυνση του νου που όντως προσφέρουν κάποια απ' αυτά, αλλά και τους τεράστιους κινδύνους τους, με πρώτο και χειρότερο βεβαίως τον εθισμό και την έλλειψη ζωής έξω απ' τον όλο και πιο κεντραρισμένο σ' αυτά κόσμο που δημιουργούν. Και βέβαια, θέτει τον προβληματισμό: ΟΚ, όλα είναι καλά όταν βρίσκεσαι υπό την επήρρεια, είσαι όμως ο εαυτός σου; Ο αληθινός σου εαυτός; Τι απ' αυτόν έχει μείνει;
Μοναδική μου αντίρηση το αρκετά εύκολο και προβλέψιμο τέλος, που λες και φτιάχτηκε επί τούτου για να μείνουν οι πάντες ευχαριστημένοι. Μου φάνηκε κάπως άγαρμπο. Πέραν αυτού, απόλαυσα αρκετά την ταινία. Δεν είναι κάτι συγκλονιστικό, νομίζω όμως ότι το ευχαριστιέσαι. Και κάνει και εμφάνιση σε δεύτερο, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ως εκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής. Αν και αυτό δεν αποτελεί πια είδηση, αφού έχει γίνει πλέον κανονικός μαϊντανός σε πλήθος ταινιών που σαφώς δεν είναι ισάξιές του (δεν μιλώ για τη συγκεκριμένη, αλλά για πολλές άλλες πραγματικά μέτριες).
Λένε ότι χρησιμοποιούμε σ' όλη αμς τη ζωή ένα μικρό μόνο μέρος των δυνατοτήτων του εγκεφάλου μας. Η ταινία με έκανε να σκεφτώ: Τι θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί αν το μέρος αυτό δεν ήταν τόσο μικρό; Κι αν ακόμα ήταν το 100%; Θα γινόμαστε άραγε μικροί θεοί;
Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΥΦΥΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ
Το 2011 ο Neil Burger (που παλιότερα είχε κάνει το σχετικά ενδιαφέρον "The Illusionist") γυρίζει το "Limitless" ("Απόλυτη Ευφυϊα" στην Ελλάδα), μια αρκετά ενδιαφέρουσα (και αυτή) ταινία επιστημονικής φαντασίας.
Ένας απόλυτος looser και υποψήφιος συγγραφέας, δίχως ιδιαίτερη έμπνευση όμως, δοκιμάζει το πειραματικό προϊόν μιας ιατρικής εταιρίας, το οποίο υποτίθεται ότι κάνει τον άνθρωπο (τον εγκέφαλό του για την ακρίβεια) να αναπτύξει το 100% των δυνατοτήτων του, πράγμα που υπό φυσιολογικές συνθήκες ουδείς από εμάς μπορεί να χρησιμοποιήσει. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αλλά και οι κάθε λογής "παράπλευρες απώλειες" το ίδιο. Σύντομα ο ήρωας θα βρεθεί σε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου, αλλά θα έχει προβλήματα και με τον εθισμό στο θαυματουργό χάπι. Και όχι μόνο αυτός...
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και στιλάτη σκηνοθεσία και ξεδιπλώνεται σε μια σειρά πολύ ντιζαϊνάτων χωρων. Αλληγορικά πιθανόν να μιλά για τον θαυμαστό κόσμο των ναρκωτικών, τους ορίζοντες που ανοίγουν και τη διεύρυνση του νου που όντως προσφέρουν κάποια απ' αυτά, αλλά και τους τεράστιους κινδύνους τους, με πρώτο και χειρότερο βεβαίως τον εθισμό και την έλλειψη ζωής έξω απ' τον όλο και πιο κεντραρισμένο σ' αυτά κόσμο που δημιουργούν. Και βέβαια, θέτει τον προβληματισμό: ΟΚ, όλα είναι καλά όταν βρίσκεσαι υπό την επήρρεια, είσαι όμως ο εαυτός σου; Ο αληθινός σου εαυτός; Τι απ' αυτόν έχει μείνει;
Μοναδική μου αντίρηση το αρκετά εύκολο και προβλέψιμο τέλος, που λες και φτιάχτηκε επί τούτου για να μείνουν οι πάντες ευχαριστημένοι. Μου φάνηκε κάπως άγαρμπο. Πέραν αυτού, απόλαυσα αρκετά την ταινία. Δεν είναι κάτι συγκλονιστικό, νομίζω όμως ότι το ευχαριστιέσαι. Και κάνει και εμφάνιση σε δεύτερο, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ως εκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής. Αν και αυτό δεν αποτελεί πια είδηση, αφού έχει γίνει πλέον κανονικός μαϊντανός σε πλήθος ταινιών που σαφώς δεν είναι ισάξιές του (δεν μιλώ για τη συγκεκριμένη, αλλά για πολλές άλλες πραγματικά μέτριες).
Λένε ότι χρησιμοποιούμε σ' όλη αμς τη ζωή ένα μικρό μόνο μέρος των δυνατοτήτων του εγκεφάλου μας. Η ταινία με έκανε να σκεφτώ: Τι θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί αν το μέρος αυτό δεν ήταν τόσο μικρό; Κι αν ακόμα ήταν το 100%; Θα γινόμαστε άραγε μικροί θεοί;
Πέμπτη, Ιανουαρίου 26, 2012
"Η ΛΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ" ΚΑΙ Η ΔΙΧΩΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ
O Paul Auster είναι ένας συγγραφέας που μ' αρέσει πολύ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και σημαντικός σκηνοθέτης. Η ταινία του "Lulu on the Bridge", σε δικό του σενάριο φυσικά, γυρίστηκε το 1998 και το καστ έχει πολύ ενδιαφέρον: Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάιρα Σορβίνο, Γουίλιαμ Νταφόε, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Μάντι Πατίνκιν, Τζίνα Γκέρσον, ενώ συντομότατες εμφανίσεις (φιλικά υποθέτω) κάνουν μουσικές προσωπικότητες όπως ο Λου Ριντ και ο Ντέιβιντ Μπερν.
Η φιλόδοξη ιστορία βουτά βαθιά (και χάνεται) στη μεταφυσική. Ένας γνωστός τζαζίστας, όχι και πολύ καλός χαρακτήρας ωστόσο, πληγώνεται βαριά από αδέσποτη σφαίρα. Όταν συνέρχεται η ζωή του έχει αλλάξει ριζικά. Δεν μπορεί πια να παίξει και βρίσκεται σε κατάθλιψη, ίσως και στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Ένα κουτί όμως που περιέχει μια μυστηριώδη πέτρα με παράδοξες ιδιότητες πέφτει κατά λάθος στα χέρια του και ανατρέπει τα πάντα, ενώ ο ήρωάς μας θα ερωτευτεί βαθύτατα. Αλλά και πάλι αυτό είναι μόνο η (ευτυχισμένη) αρχή...
Ενώ παρακολούθησα την ταινία με πολύ ενδιαφέρον, το μάλλον εύκολο τέλος - που έχουμε ξαναδεί - αλλά και διάφορα κενά και η πλήρης έλλειψη εξηγήσεων για το όσα συμβαίνουν, συνειδητά υποθέτω και όχι από αμηχανία, με άφησαν τελικά ανικανοποίητο ή, αν προτιμάτε, με την αίσθηση ότι χάθηκε μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία.
Είναι σα να βρισκόμαστε σε μια ταινία του Λιντς, με το ίδιο μυστηριώδεις και ανεξήγητες καταστάσεις, πλην όμως χωρίς τη χαρακτηριστική του διαστροφή και σκληρότητα. Ίσα - ίσα που εδώ πολλές από τις καταστάσεις είναι γλυκύτατες (όχι όλες βεβαίως). Όσο για τις αναφορές, είναι πάμπολλες. Εκτός από πλήθος λεπτομερειών, ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει στη θρυλική "Λούλου" του Παμπστ, της οποίας ένα ριμέικ, ως ταινία μέσα στην ταινία, βλέπουμε να γυρίζεται. Σκεφτείτε τώρα ότι ο πρωτότυπος τίτλος του παλιού φιλμ ήταν "Λούλου ή το Κουτί της Πανδώρας" και ένα κουτί παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο. Κουτί από το οποίο ξεπηδούν υπέροχα, αλλά και τραγικά πράγματα και καταστάσεις...
Συνολικά λοιπόν, ενώ δεν με κούρασε καθόλου, μου άφησε μεγάλα κενά, όχι απλά ως προς το στόρι, αλλά και ως προς το γενικότερο νόημα όλων αυτών που είδα, ενώ (το ξαναείπα) βρήκα το φινάλε εύκολο. Δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε μόνος του ο Όστερ το 2007, ωστόσο, κρίνοντας απ' αυτή εδώ τη "Λούλου", νομίζω ότι τον προτιμώ σαν συγγραφέα. Κρίμα, γιατί βρήκα το γενικό της κλίμα γοητευτικό.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2012
ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ"
Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2012
ΠΛΑΣΤΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΙΑ ΤΟΝ "JIGSAW MAN"
Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2012
"WARLORDS" Ή Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2012
ΒΡΩΜΙΚΑ "ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ"
Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2012
Ο JONAH HEX ΚΑΙ Ο ΑΝΕΥ ΟΥΣΙΑΣ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΜΟΣ
Ο "Jonah Hex" υπήρξε ένα γουέστερν κόμικς με ήρωα έναν παραμορφωμένο κυνηγό επικηρυγμένων, όχι και πολύ καλό τύπο κατά γενική ομολογία. Εν έτει 2010 μεταφέρεται και στην οθόνη από τον Jimmy Hayward. Άλλωστε τα κόμικς αποτελούν τα τελευταία χρόνια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το σινεμά, τις περισσότερες φορές με μέτρια αποτελέσματα. Ο Jonah λοιπόν αποκτά στο πανί έντονα υπερφυσικές ιδιότητες, που δεν υπήρχαν στο κόμικς, κάνοντας έτσι βουτιά στο χώρο του φανταστικού, αφού στην ουσία ο ήρωας είναι κάτι σαν "απέθαντος", ό,τι κι αν του συμβεί, φλερτάροντας κάπως και με την ταινία τρόμου (στο Φαρ Ουέστ μάλιστα) και κάποια στοιχεία σπλάτερ.
Κατά τη γνώμη μου το φιλμ είναι κλασικό παράδειγμα σύγχρονης, εντυπωσιακής ίσως στο "περιτύλιγμα", φούσκας. Δράση, πυροβολισμοί και εκρήξεις, περίεργα χρώματα και λήψεις, η Μέγκαν Φοξ ως κράχτης για ηδονοβλεπτικούς προφανώς λόγους, κόμικς, υποτίθεται, αντίληψη και αισθητική, διάφοροι πολύ κακοί τύποι με επικεφαλής τον Τζον Μάλκοβιτς (πού κατάντησε κι αυτός...), ο οποίος, λίγο - πολύ, θέλει να καταστρέψει με τα... υπερόπλα του ολόκληρο το νεογέννητο τότε αμερικάνικο έθνος, λίγο "πεντάμορφη και το τέρας", αφού η Μέγκαν είναι ερωτευμένη με τον φριχτό στην όψη άνθρωπο με την τρύπα στο μάγουλο και κάμποσα άλλα τέτοια, πλην όμως η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ουσίας ή βάθους είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.
Δεν είμαι απ' αυτούς που απαιτούν οπωσδήποτε την ουσία και το βάθος που προανέφερα. Μπορώ να απολαύσω μια καλή περιπέτεια, η οποία δεν έχει τίποτα άλλο να πει, περνώντας δύο πολύ ευχάριστες ώρες (οι Ιντιάνα Τζόουνς είναι για μένα ένα θαυμάσιο τέτοιο παράδειγμα). Εδώ όμως δεν νομίζω ότι υπάρχει ούτε καν αυτό. Βία για τη βία και τα πάντα θυσία στον οπτικό εντυπωσιασμό, όπως προείπαμε. Προσθέστε επί πλέον και το γεγονός ότι ούτε σαν στόρι μου είπε πολλά πράγματα, αφού ο κύριος Hex θα ξανασηκωθεί στα πόδια του ό,τι και να του κάνουν, λόγω κάποιων συμφωνιών που έχει κάνει με τους οξαποδούς και λόγω του άσβηστου πάθους του για εκδίκηση, οπότε πάει και το όποιο σασπένς, ο τύπος δεν πεθαίνει με τίποτα, που σημαίνει κομμένη και η αγωνία.
Τι να πω. Σπάνια ο όρος "φούσκα" μου ταίριασε τόσο πολύ. Κρίμα στους καλούς ηθοποιούς που συμμετέχουν (και δεν έννοώ τη Μέγκαν Φοξ βέβαια).
Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2012
ΧΡΗΣΙΜΑ (;) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ
Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2012
JADE Ή Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΕΞ
Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2012
ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ "ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ"
Η Marjane Satrapi είναι η γνωστή ιρανή δημιουργός κόμικς που ζει πλέον στη Γαλλία. Ο Vincent Paronnaud είναι ο συνεργάτης της στη σκηνοθεσία στο γνωστό "Persepolis". Το δίδυμο συνεργάζεται και πάλι to 2011 μεταφέροντας στην οθόνη ένα άλλο κόμικς της Satrapi, το "Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα". Αυτή τη φορά δεν κάνουν animation, πολλά όμως στοιχεία της ταινίας θυμίζουν τη λογική των κινουμένων σχεδίων.
Το φιλμ μας μεταφέρει πίσω στα 1958, στο προ ισλαμιστών Ιράν (αυτό του σάχη βεβαίως, για να μην ξεχνιόμαστε), και μας αφηγείται την ιστορία ενός βιρτουόζου βιολιστή, που αποφασίζει να πεθάνει όταν καταστρέφεται το αγαπημένο του βιολί και είναι αδύνατο να το αντικαταστήσει με άλλο που να πλησιάζει στον μοναδικό του ήχο. Ο τρόπος που επιλέγουν οι δημιουργοί είναι ονειρικός, συχνά σουρεαλιστικός, παιχνιδιάρικος, γλυκός - αν και διακατέχεται από μια μόνιμη σχεδόν μελαγχολική διάθεση. Το πρώτο μέρος μάλλον κωμωδία θα το χαρακτήριζα. Στο δεύτερο, αντίθετα, η προαναφερθείσα μελαγχολία κυριαρχεί.
Η σκηνοθετική ματιά της ταινίας είναι σίγουρα ιδιόρυθμη, το κλίμα θυμίζει κάπως αυτό των ταινιών του Ζενέ. Έντονο στυλιζάρισμα, εμφανώς ζωγραφισμένα σκηνικά, όμορφη φωτογραφία με κυρίαρχα σέπια χρώματα, στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και ένα συνεχές, έξυπνο μπρός - πίσω στο χρόνο, αλλά και στο μέλλον, που ξετυλίγει με πρωτότυπο τρόπο την όλη ιστορία και το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, στην απόφαση δηλαδή του ήρωα να πεθάνει, που βλέπουμε στην πρώτη κιόλας σκηνή. Γενικά, το παιχνίδι με τον χρόνο είναι και το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο του φιλμ.
Η Σατραπί βρίσκει φυσικά την ευκαιρία να μιλήσει για το Ιράν των παιδικών της χρόνων (ένα ονειρικό Ιράν, όπως ακριβώς ονειρικές φαντάζουν οι παιδικές μνήμες μέσα μας), να εισάγει, όπως και στο "Περσέπολις", λιγότερα μεν, ευδιάκριτα όμως αυτοβιογραφικά, αλλά και αλληγορικά στοιχεία, να πει δυο λόγια για την τέχνη και να χρησιμοποιήσει συχνά τη γλώσσα των κόμικς και των κινουμένων σχεδίων (υπάρχει μάλιστα και ένα μικρό animation κομμάτι στο φιλμ). Όσο για τον βασικό ήρωα... δεν είναι τόσο θετικός σαν χαρακτήρας όσο θα περίμενε κανείς από το όλο παιχνιδιάρικο και ρομαντικό ύφος της ταινίας. Είναι μάλλον εγωκεντρικός, μερικές φορές αντιπαθής, μεγάλος καλλιτέχνης μεν, αλλά μάλλον ψυχρός σαν άνθρωπος. Βρίσκεται δηλαδή πολύ μακριά από τον μονοδιάστατα θετικό χαρακτήρα της Αμελί, ας πούμε, μια και αναφέραμε προηγουμένως τον Ζενέ.
Συνολικά απόλαυσα αρκετά το φιλμ. Μου άρεσε περισσότερο το πρώτο, πιο εύθυμο μέρος, αν και αυτό είναι προσωπικό. Πάντως το δημιουργικό του δίδυμο, με τη δεύτερη αυτή προσπάθεια, που νομίζω ότι συνολικά είναι πετυχημένη, δείχνει να είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στο σύγχρονο σινεμά. θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον και τις επόμενες δουλειές τους.
Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2012
ΠΛΗΤΤΟΝΤΑΣ ΣΤΟ "ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ"
Στο Μεξικό και σε άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου (αλλά και στα Βαλκάνια) ανθεί ένα πολύ ιδιαίτερο εμπόριο: Αυτό των βρεφών που δίνονται για υιοθεσία σε ευκατάστατους ή έστω μεσαίους δυτικούς, που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά οι ίδιοι. Τα βρέφη προέρχονται βέβαια από πάμπτωχες οικογένειες ή νεαρές, ανύπαντρες συνήθως, μητέρες, που δεν είναι σε οικονομική θέση να τα αναθρέψουν. Με το θέμα αυτό καταπιάνεται το "Casa de los Babys" που γύρισε το 2003 ο ανεξάρτητος αμερικανός John Sayles. Μια ομάδα από αμερικανίδες παραμένει για κάμποσο καιρό στο Μεξικό, κοντά σε ένα ίδρυμα όπου αφήνονται βρέφη για να δοθούν τελικά, μετά από ατέλειωτη γραφειοκρατία και άλλα διάφορα, στις θετές μητέρες, για τις οποίες βέβαια η απόκτηση ενός υιοθετημένου έστω παιδιού αποτελεί κυριολεκτικά στόχο της ζωής τους. Η ταινία σχεδιάζει προσεχτικά τα παντελώς ετερόκλητα πορτρέτα των γυναικών αυτών, οι οποίες δεν γνωρίζονταν μέχρι λίγο καιρό πριν και τώρα συνυπάρχουν υποχρεωτικά για αρκετό καιρό, περιμένοντας την πολυπόθητη στιγμή. Στο μεταξύ τεμπελιάζουν, κάνουν ηλιοθεραπεία, περιφέρονται στα τοπικά παζάρια, κουτσομπολεύουν, αθλούνται... προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξοδέψουν τον ατέλειωτο και χαμένο γι' αυτές χρόνο της αναμονής. Κι αυτό είναι όλο. Το φιλμ σχεδόν στερείται οποιασδήποτε πλοκής. Οι γυναίκες κάνουν όλα όσα περιέγραψα παραπάνω, οι διαφορετικοί τους χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σιγά - σιγά, ενώ ρίχνουμε και σύντομες ματιές στην "άλλη πλευρά", σε μερικές από τις μεξικάνες δηλαδή που δουλεύουν στο ιδιόρυθμο αυτό βρεφοκομείο. Τα λεπτά κυλούν αργά - και μάλλον βασανιστικά για μένα - και οι καλές ηθοποιίες (Ντάριλ Χάνα, Μάγκι Γκίλενχαμ, Λίλι Τέιλορ, Μάρσια Γκέι Χάρντεν κλπ.) δεν μου φάνηκαν ικανές να δώσουν κάτι παραπάνω. Αντιλαμβάνομαι τον στόχο του Sayles. Θέλει νομίζω να δείξει την αντίθεση ανάμεσα στην πλούσια - συγκριτικά τουλάχιστον - Αμερική και το τριτοκοσμικό σχεδόν Μεξικό. Και μάλιστα να το κάνει δίχως να ισοπεδώσει τα πάντα, χωρίζοντας τις γυναίκες πρωταγωνίστριές του σε "καλές" και "κακές". Καμία σχέση. Ίσα - ίσα που οι αμερικανίδες διαθέτουν η κάθε μια τον δικό της χαρακτήρα (που κυμαίνεται από το πολύ συμπαθητικό έως τα πρόθυρα της υστερίας ή αυτό που θα αποκαλούσαμε "σκύλα"), τα δικά της προσωπικά προβλήματα, τη δική της ιστορία (που απλώς σκιτσάρεται δίχως λεπτομέρειες και ιδιαίτερες περιγραφές). Και όλα αυτά βγαίνουν στο πανί. Το πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, είναι ότι έπληξα αρκετά βλέποντας την ταινία, βασικά εξ αιτίας της στατικότητας και της έλλειψης δράσης της (όχι, δεν μιλώ προφανώς για κυνηγητά και πιστολίδια, όσοι έχουν παρακολουθήσει έστω και λίγο το μπλογκ ξέρουν ότι δεν είναι αυτά το ζητούμενο για μένα). Απλώς, κάτι να γίνει, κάτι να κινηθεί, να ξεφύγουμε απ' αυτό το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο κλίμα... Όπως καταλάβατε δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα κι ούτε τη θεωρώ από τις καλές ταινίες του ενδιαφέροντα αυτού δημιουργού. Λίγη πλοκή παραπάνω δεν νομίζω ότι θα έβλαπτε. Κρίμα, γιατί το θέμα είναι ενδιαφέρον.
Κυριακή, Ιανουαρίου 08, 2012
"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ" ΚΑΙ Ο ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ
Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2012
ΕΝΑΣ "ΤΑΞΙΤΖΗΣ" ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗΣ
Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2012
"ΑΘΑΝΑΤΟΙ" ΜΕΤΑΞΥ ΚΙΤΣ ΚΑΙ "ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗς ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ"
Κυριακή, Ιανουαρίου 01, 2012
Η "ΝΟΣΟΚΟΜΑ ΜΠΕΤΙ" ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΠΟΥΝΟΠΕΡΕΣ
Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2011
ΒΟΥΒΟΣ ¨ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ"
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2011
Ο ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΣΤΟ "LIEBESTRAUM"
Υπάρχουν ταινίες που με γοητεύουν κυρίως με την ατμόσφαιρά τους, το κινηματογραφικό τους ύφος, το στιλ. Το "Liebestraum" (Ερωτική Καταιγίδα) του έως και πειραματιστή ενίοτε Mike Figgis του 1991 είναι μία απ' αυτές και τη θεωρώ ως μια από τις πιο στιλάτες ταινίες των τελευταίων δεκαετιών.
Σκοτεινό, υποβλητικό, ερωτικό, αφηγείται την ιστορία ενός αρχιτέκτονα που φτάνει σε μια πόλη στο νοσοκομείο της οποίας βρίσκεται ετοιμοθάνατη η μητέρα του, την οποία έχει πολλά χρόνια να δει. Στην ιστορία θα εμπλακούν ένας παλιός φίλος που συναντά τυχαία, η γυναίκα του, με την οποία υπάρχει μια άμεση ερωτική έλξη, και ένα παλιό, υπέροχο αρχιτεκτονικά κτίριο, που ο φίλος του, ιδιοκτήτης σχετικής εταιρίας, ετοιμάζεται να κατεδαφίσει. Με επίκεντρο το κτίριο αυτό, συνδετικό κρίκο των πάντων θα έλεγε κανείς, αρχίζει αν ξεδιπλώνεται μια ιστορία γεμάτη παλιά, κρυμένα μυστικά και αποκαλύψεις στις οποίες εμπλέκεται δίχως να το γνωρίζει και ο ίδιος ο ήρωας.
Το κύριο χαρακτηριστικό του φιλμ, που ακροβατεί ανάμεσα στο νουάρ και κάποια στοιχεία (όχι κυρίαρχα και όχι τόσο γκροτέσκα πάντως) του αλλόκοτου κόσμου του Ντέιβιντ Λιντς, είναι, όπως είπα στην αρχή, η ατμόσφαιρα. Οι φωτισμοί είναι εξαιρετικά προσεγμένοι, με συχνά αυθαίρετα χρώματα με κυρίαρχο το κόκκινο, δημιουργώντας εξπρεσιονιστικό κλίμα, οι αφηγηματικοί ρυθμοί είναι αργοί, πράγμα που προσωπικά κάθε άλλο παρά με κούρασε (ίσα - ίσα νομίζω ότι ταιριάζουν απόλυτα με την δημιουργία της ατμόσφαιρας που επιδιώκει ο Figgis), υπάρχει παντού διάχυτος ερωτισμός και, σε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ, η αίσθηση των ανεκπλήρωτων πόθων, καθώς και μια αίσθηση παγίδευσης του κεντρικού χαρακτήρα σε ένα κλίμα ζοφερό αλλά και ερεθιστικό ταυτόχρονα. Όλα αυτά συμβάλλουν στην έντονη υποβλητικότητα της ταινίας.
Δεν είναι το νουάρ με την έντονη δράση που ίσως περιμένετε, είναι όμως για μένα ένα μάλλον παραγνωρισμένο εξαίρετο φιλμ, διαποτισμένο από ένα είδος νοσηρότητας που προέρχεται από ένα σκοτεινό, άγνωστο παρελθόν, που συμβολίζει και συμπυκνώνει το παλιό, σχεδόν στοιχειωμένο από γεγονότα και αναμνήσεις, κτίριο. Σας το είπα από την αρχή: Αγαπημένη για μένα και για πολλούς άγνωστη ή ξεχασμένη ταινία.
ΥΓ: Να μην ξεχάσουμε και την τελευταία πριν τον αληθινό θάνατό της εμφάνιση - έκπληξη της Κιμ Νόβακ στο ρόλο της ετοιμοθάνατης μητέρας.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2011
ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΡΧΑΡΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΔΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Συμπτωματικά μια παμπάλαια ταινία που είδα πρόσφατα έχει παρόμοιο θέμα με την πολύ πρόσφατη "Ύποπτη Συνομωσίας" του Ρέντφορντ. Το μακρυνό 1936 ένας από τους μεγάλους αερικανούς σκηνοθέτες, ο John Ford (1894–1973) γυρίζει το "Prisoner of the Shark Island". Όπως και στο φιλμ του Ρέντφορντ, η δολοφονία του Λίνκολν συμβαίνει στα πρώτα 5 λεπτά της ταινίας. Τα γεγονότα που ακολουθούν είναι αυτά που μας ενδιαφέρουν εδώ.
Ένας καθ' όλα τίμιος επαρχιακός γιατρός του Νότου καλείται μέσα στη νύχτα να περιθάλψει έναν άγνωστο τραυματία, πράγμα που κάνει. Ο τραυματίας στη συνέχεια χάνεται στο σκοτάδι. Φυσικά ο γιατρός αγνοεί ότι πρόκειται για τον Τζον Μπουθ, δολοφόνο του Προέδρου. Στη συνέχεια ο γιατρός συλλαμβάνεται σαν μέλος της συνωμοσίας κατά του προέδρου και, παρά την προφανή αθωότητά του, καταδικάζεται (αφού πρέπει να ικανοποιηθεί η οργισμένη κοινή γνώμη) σε ισόβια κάθειρξη στις φοβερές φυλακές του "Νησιού των Καρχαριών", ενός απομονωμένου νησιού - φρουρίου δηλαδή, απ' όπου η απόδραση είναι ουσιαστικά αδύνατη. Στη συνέχεια το φιλμ θα εξελιχτεί σε τυπικό φιλμ φυλακών.
Προσωπικά δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές ταινίες του Φορντ. Υπάρχει βέβαια αρκετό σασπένς, στο πρώτο μέρος κυρίως, αλλά και στις προσπάθειες απόδρασης στο δεύτερο μέρος, υπάρχει όλος αυτός ο αγώνας και τα άδικα βάσανα ενός αθώου, με τον οποίο ταυτιζόμαστε πλήρως, αλλά και αρκετά προβλέψιμα στοιχεία. Γενικά πάντως δεν το συγκαταλέγω στα αριστουργήματα του μεγάλου δημιουργού.
Μένει το ιστορικό μέρος, αφού η ταινία βασίζεται κι αυτή σε αληθινή ιστορία: Προφανώς, μετά τη δολοφονία του Λίνκολν, που κυριολεκτικά συγκλόνισε το νεογέννητο τότε αμερικάνικο έθνος, ακολούθησε ένα μεγάλο "κυνήγι μαγισσών", κατά το οποίο την πλήρωσαν ένοχοι και αθώοι. Ήταν βέβαια και κάτι παραπάνω από νωπός ο αμερικάνικος εμφύλιος, ένας από τους αιματηρότερους πολέμους που έγιναν ποτέ, και η κατάσταση ήταν όντως κρίσιμη. Ωστόσο εγείρονται πάντα στις περιπτώσεις αυτές βασικά ερωτήματα: Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Η δικαιοσύνη δικαιούται να "μην είναι τόσο τυφλή" όταν διακυβεύονται πράγματα που θεωρούνται μεγαλύτερης σημασίας; Αν υποθέσουμε (πράγμα για το οποίο δεν είμαι σίγουρος, αλλά, λέω, αν υποθέσουμε) ότι αυτό που διακυβεύεται είναι το "κοινό καλό" (οι ερμηνείες γι' αυτό είναι φυσικά ποικίλες), αξίζει χάρη σ' αυτό να την πληρώσουν και μερικοί αθώοι; Και άλλα σχετικά.
Στο μεταξύ, μπορείτε να δείτε δυο φιλμ με παρόμοια θέμα και διαφορά πάνω από 70 χρόνων μεταξύ τους και να κάνετε τις δικές σας προσωπικές συγκρίσεις...
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2011
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ "ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ" Ή ΝΟΣΗΛΕΙΑ;
Βρήκα το "Take Shelter" (Το Καταφύγιο) του ελπιδοφόρου Jeff Nichols μια από τις αξιόλογες ταινίες του 2011. Ανησυχητική, ανοιχτή σε ερμηνείες, παίζει έξυπνα με το φανταστικό στοιχείο και διαθέτει πολύ καλές ερμηνείες.
Ένας συνηθισμένος οικογενειάρχης, με σταθερή ζωή και δουλειά, αρχίζει να υποφέρει από εφιάλτες, που όλοι έχουν θέμα μια τεράστια καταστροφή που θα έρθει και θα τρελλάνει τους πάντες. Αρχίζει λοιπόν να σπαταλά όλα του τα λεφτά για να φτιάξει ένα υπόγειο καταφύγιο, πληρέστατο σε εξοπλισμό, γι' αυτόν και την οικογένειά του. Στο μεταξύ οι εφιάλτες χειροτερεύουν...
Θα συμφωνήσω με τη θέση του Μήτση από την κριτική του στο "Αθηνόραμα": Δεν έχω ιδέα αν αυτό γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα, το φιλμ όμως αντανακλά τον διάχυτο φόβο που επικρατεί στην εποχή μας στην Αμερική (και σε ολόκληρο τον κόσμο, εκεί όμως η κατάσταση αυτή είναι πιο οξυμένη, κυρίως μετά την 11η Σεπτέμβρη). Βρισκόμαστε μίλια μακριά από την αθωότητα και την πίστη στην αμερικάνικη οικογένεια και στο σύστημα εν γένει που εξέπεμπαν οι ταινίες των 50ς. Η αβεβαιότητα είναι πανταχού παρούσα. Αβεβαιότητα οικονομική, πολιτική και κοινωνική, καθώς νέα φαινόμενα (φόβος για κατάρρευση του οικονομικού συστήματος, προβλήματα από την μετανάστευση, διόγκωση της παγκόσμιας ανισότητας, οικολογικό κ.ά.) κάνουν διαρκώς την εμφάνισή τους και προς το παρόν τουλάχιστον δεν διαφαίνεται κάποια λύση. Άλλωστε πεσιμιστικό είναι και το όλο κλίμα της ταινίας. Πώς λοιπόν μπορεί να είναι ήσυχος και "ευτυχής" (ό,τι και να σημαίνει αυτή η έννοια) ο μέσος οικογενειάρχης, ο μέσος άνθρωπος γενικότερα;
Από την άλλη, η ταινία θυμίζει από τη μία ταινίες του φανταστικού (οι σκηνές των ονείρων θα μπορούσαν να είναι σκηνές από ταινίες τρόμου), και από την άλλη φιλμ όπως η "Αποστροφή", αφού κι εδώ παρακολοθούμε τη βαθμιαία κατάρρευση ενός ανθρώπου και την σταθερή του πορεία προς την παράνοια. Μ' αυτόν τον τρόπο εξ άλλου, κλινικό σχεδόν, μπορεί κάποιος να δει όλη την ταινία, παραβλέποντας όσα περί κοινωνικού περίγυρου έγραψα παραπάνω.
Το σασπένς υπάρχει, η κλιμακούμενη αγωνία του ήρωα κατάφερε να με αγγίξει, και γενικά μπορώ συνολικά να μιλήσω για ένα πολύ αξιόλογο φιλμ που ήρθε απρόσμενα για να μας ανησυχήσει βαθειά. Όσο για το διφορούμενο τέλος, δώστε εσείς όποια ερμηνεία προτιμάτε. Δεν έχει τελικά σημασία. Σημασία έχει η πορεία μέχρι εκεί.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2011
ΕΙΝΑΙ ΤΥΦΛΗ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΓΙΑ ΜΙΑ "ΥΠΟΠΤΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ";
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2011
MINIMOYS ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
O Luc Besson έκανε στην αρχή της καριέρας του μερικές αν μη τι άλλο εντυπωσιακές ταινίες και στη συνέχεια ασχολήθηκε κυρίως με την παραγωγή (είναι χωμένος σε πάμπολλα projects), εξοκολυθώντας πάντως να σκηνοθετεί σποραδικά κάποια φιλμ πολύ μετριότερα από τα πρώτα του. Τα περισσότερα απ' αυτά ωστόσο γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία, στη Γαλλία τουλάχιστον (έτσι είναι αυτά. Και στην Ελλάδα τις μεγαλύτερες πωλήσεις έχει η Βανδή ή ο Χατζηγιάννης). Το 2006 ασχολείται και με το κινούμενο σχέδιο, γυρίζοντας το αρχικό "Arthur et les Minimoys", το οποίο θα ακολουθούσαν κάμποσες συνέχειες.
Η ταινία συνδυάζει σκηνές με κανονικούς ηθοποιούς (πρωταγωνιστεί μάλιστα η Μία Φάροου) και animation. Ο ομώνυμος μικρός ήρωας καταδύεται στον κόσμο των μικροσκοπικών Minimoys, πλασμάτων που ζουν αθέατα στον κήπο του, προσπαθώντας να βρει τον χαμένο παππού του και έναν θησαυρό από ρουμπίνια για να σώσει το σπίτι του που κινδυνεύει από χρέη. Φυσικά εκεί κάτω τον περιμένουν πάμπολλες περιπέτειες και, βέβαια, η πριγκήπισα των ονείρων του. Το καρτούν είναι ψηφιακό, ενίοτε εντυπωσιακό, πλην όμως ελάχιστη πρωτοτυπία διαθέτει. Πρόκειται για συνονθύλευμα γνωστών μύθων ή/και κλισέ, τα οποία είναι πανταχού παρόντα. Από το σπαθί που, ως άλλος Αρθούρος, μόνο ο Άρθουρ (προφανής αναφορά το όνομα) μπορεί να ξεκολλήσει ως τον έρωτα με την πριγκήπισα, τον αστείο μικρό αδελφό, τους κακούς, όλα κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Και, εκτός αυτών, βρήκα το χιούμορ πολύ λίγο και καθόλου ευφάνταστο, ώστε να πιαστεί τουλάχιστον κανείς απ' αυτό. Το όλο φιλμ φοβάμαι ότι μόνο μικρά παιδιά μπορεί να ενθουσιάσει - πράγμα που έκανε άλλωστε, για να υπάρχουν τόσες συνέχειες. Όπως καταλάβατε, βρισκόμαστε πολύ, πολύ μακριά από τις εξαιρετικές και για όλες τις ηλικίες παραγωγές της Pixar ή από ευρωπαϊκά "handmade" animation (βλέπε π.χ. τις "Τριπλέτες της Μπελβίλ"). Εδώ έχουμε μόνο μια σειρά κλισέ περιπετειών, που όλο και κάτι μας θυμίζουν, δίχως εκείνο το ενήλικο άγγιγμα που κάνει ένα τέτοιο φιλμ να απογειωθεί και εμάς να γινόμαστε ακόμα περισσότερο φαν από τα ίδια τα παιδιά. Αν λοιπόν διαθέτετε τέτοια (παιδιά εννοώ), ίσως διασκεδάσουν. Εσείς... μάλλον όχι.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2011
"IN TIME" ΑΛΛΑ... ΕΚΤΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΟΥΣ ΠΕΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19, 2011
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ "ΜΙΚΡΟΥΣ" ΦΟΝΟΥΣ Ή Ο ΕΝΤ, ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ ΩΣ ΚΩΜΙΚΟΣ
Ο Lloyd Bacon (1889–1955) υπήρξε ένας παραγωγικός χολιγουντιανός σκηνοθέτης που έδρασε κυρίως στις δεκαετίες από '30 έως '50. Δεν είναι από τους γνωστότερους, δεν έχει κλασικά αριστουργήματα στο ενεργητικό του, υπήρξε όμως ένας συνεπής "εργάτης" του σινεμά με ταινίες που αντέχουν μέχρι σήμερα (όλα αυτά τα διαβάζω από κείμενα γι' αυτόν, γιατί πολύ λίγα φιλμ του έχω δει ώστε να έχω απόλυτα προσωπική άποψη). Το 1938 γυρίζει το "A Slight Case of Murder", μια ταινία με μια ιδιορυθμία: Πρωταγωνιστεί ο περίφημος Έντουαρντ Ρόμπινσον, τυποποιημένος σε ρόλους σκληρών γκάνγκστερ, στο φιλμ αυτό είναι επίσης γκάνγκστερ, πλην όμως πρόκειται για κωμωδία ή, αν προτιμάτε, για σάτιρα της τότε πραγματικότητας. Για μαύρη κωμωδία βέβαια, διότι τι άλλο θα μπορούσε να είναι με τόσα πτώματα που συσσωρεύονται... Ο ήρωας λοιπόν, μεσήλικας πλέον και οικογενειάρχης, είναι πρώην γκάνγκστερ που αποφασίζει μετά το τέλος της ποτοαπαγόρευσης να περάσει στη νόμιμη πλευρά, να κάνει δηλαδή νόμιμες μπίζνες ανοίγοντας μια ζυθοποιία, κοινώς επενδύοντας τα πάμπολλα παράνομα λεφτά που κέρδισε από το έγκλημα σε κάτι απόλυτα νόμιμο. Μήπως σας θυμίζει αυτό σύγχρονες καταστάσεις; Η ταινία βλέπει τον πρώην παράνομο και τη συμμορία του (που έχουν μετατραπεί σε αθώους πωλητές, υπηρέτες κλπ.) με συμπάθεια και βγάζει το γέλιο από την αλλαγή τους και τη δυσκολία να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες νομιμότητας, αφού τα παλιά είναι δύσκολο να ξεχαστούν. Ωστόσο η αστυνομική πλοκή υπάρχει, ένας τραυματίας φυγάς κουβαλά μια βαλίτσα με λεφτά, τέσσερεις αδίστακτοι γκάνγκστερς δολοφονούνται και, σα να μην έφταναν όλα, η κόρη του νεόκοπου μπιζνεσμαν τα φτιάχνει με... πλούσιο και τίμιο μπάτσο! Χωρίς κατά τη γνώμη μου να πρόκειται για κάτι εξαιρετικό, η ταινία βγάζει αρκετό γέλιο τοσο σε επιμέρους σκηνές, όσο και με τη γενικότερη πλοκή της και τα μπερδέματα που συμβαίνουν, οπότε τη βρήκα γενικά διασκεδαστική. Εντυπωσιακή πάντως παραμένει η καταγγελία που κάνει - μέσα στην πλάκα: Πλήθος από τους νέους πλούσιους επιχειρηματίες έχουν ένα εγκληματικό παρελθόν. Τα χρήματά τους, ή έστω η αρχική μαγιά, είναι προϊόντα εγκλήματος που επενδύθηκαν στη συνέχεια σε νόμιμες επιχειρήσεις. Ξέρουμε σήμερα ότι αυτό το έχει κάνει κατά κόρον η Μαφία στις ΗΠΑ, και η προέλευση πάμπολλων ζάπλουτων "κυρίων" της υψηλής κοινωνίας, κάθε λογής εκατομμυριούχων τέλος πάντων, είναι, για να το θέσω κομψά, σκοτεινή. Ίσως μάλιστα η παγκόσμια οικονομία να κυριαρχείται από τέτοιους. Εδώ βλέπουμε το ξεκίνημα της κατάστασης αυτής ή, τέλος πάντων, μια μικρογραφία αυτού που συμβαίνει σήμερα σε ολόκληρο τον πλανητη. Οπότε η σάτιρα τουλάχιστον του φιλμ παραμένει κάτι παραπάνω από επίκαιρη.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2011
"ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ" ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 14, 2011
Ο "ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΩΝ" ΚΑΙ Η ΑΦΕΛΕΙΑ ΤΩΝ 50'ς
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 12, 2011
ΕΝΑΣ "ΤΥΡΑΝΟΣΑΥΡΟΣ" ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ
Οι βρετανοί έχουν τελικά έναν πολύ ιδιαίτερο, δικό τους τρόπο να παρουσιάζουν την κοινωνική μιζέρια (μια αναγνωρίσιμη, "βρετανική" μιζέρια θα έλεγε κανείς), συχνά με συγκλονιστικά αποτελέσματα. Έτσι και αυτός εδώ ο "Τυραννόσαυρος" (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου πίσω από την κάμερα Paddy Considine, κατάφερε να μου αφήσει, τελικά, μια πολύ δυνατή γεύση, πατώντας στέρεα στα κλασικά χνάρια σκηνοθετών όπως ο Μάικ Λι ή ο Κεν Λόουτς.
Κοινωνική απομόνωση, προσωπική μοναξιά, αποτυχημένος (εφιαλτικός καλύτερα να λέγαμε) γάμος, ακραίες πράξεις, όλα συνυπάρχουν στο δραματικό πορτρέτο ενός μόνιμα οργισμένου - και συχνά μεθυσμένου - ηλικιωμένου λούζερ, που ξεσπά το καταπιεσμένο μίσος του για ό,τι συνέβει (ή δεν κατάφερε να συμβεί) στη φτωχική, συνηθισμένη ζωή του, επί διακίων και αδίκων. Και, επειδή συνήθως κάθε δράση δημιουργεί και αντίδραση, υφίσταται ουκ ολίγες φορές το τίμημα των πράξεών του και συνήθως μετανοιώνει όταν είναι αργά.
Σκληρό φιλμ, απόλυτα ρεαλιστικό (ξέρετε τώρα την αγγλική ματιά στις κατώτερες τάξεις, τα έχουμε πει από την αρχή), καταφέρνει, δίχως να προχωρά σε ανοιχτές πολιτικές καταγγελίες, να σκιαγραφήσει αδρά τον αβάσταχτο κοινωνικό περίγυρο και, τελικά, ενώ επικεντρώνεται στο ποτρέτο του ήρωα και της εντελώς διαφορετικής από αυτόν γυναίκας που συναντά, να μας κάνει να σκεφτούμε: "Ε, βέβαια, έτσι που είναι δομημένο αυτό το σύστημα και τόσο άσχημο που είναι το εξωτερικό περιβάλλον, λογικό είναι να γεννά τέτοιους τύπους". Φυσικά έχουμε και τα ψυχολογικά ποτρέτα των δύο ηρώων, καθώς και την πολύπλοκη σχέση τους, που περνά από διάφορα στάδια. Εντέλει το φιλμ μας αφήνει μια νότα αισιοδοξίας, μια ζεστασιά, μια ελπίδα: Δυο άνθρώπινα ναυάγια, για εντελώς διαφορετικούς λόγους και με εντελώς διαφορετικά background, μπορούν τελικά να βρουν γαλήνη όταν αφεθούν στην ανθρώπινη επαφή ή όταν - θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς - αποφασίσουν επιτέλους, διοχετεύοντας σε κάτι πιο αποτελεσματικό την οργή ή την απελπισία τους, να δράσουν, κερδίζοντας έτσι τη λύτρωση.
Η ταινία βασίζεται στην ηθοποιία του Πίτερ Μάλαν σε έναν εξαιρετικό ρόλο και, τελικά, όση δυστυχία κι αν κουβαλά, όσο κι αν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σε "ρίξει", σου αφήνει νομίζω μια πολύ δυνατή γεύση. Με λίγα λόγια μου άρεσε αρκετά.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2011
Η ΠΑΡΑΙΣΘΗΤΙΚΗ "FATA MORGANA"
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2011
"ΕΥΤΥΧΩς ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ"... Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;
Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2011
Ο ΓΙΟΥΝΓΚ, Ο ΦΡΟΪΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΟΥΣ
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2011
Ο ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΚΟΡΕΣΤΟΣ ΠΟΘΟΣ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Από το 1973, όταν ο Franklin J. Schaffner (1920–1989) γύρισε τον θρυλικό "Πεταλούδα" (Papillion), η ταινία παραμένει μια από τις γνωστότερες ταινίες με θέμα την απόδραση που έγιναν ποτέ. Αφηγείται την ιστορία ενός κατάδικου στις φριχτές φυλακές της Γουιάνας, γνωστού σαν "Πεταλούδα", εξ αιτίας ενός τατού που έχει στο στήθος. Αντίθετα με άλλους κρατούμενους, που, μοιράια "σπάνε" από όσα υφίστανται, και παρά τις κακουχίες και τις φριχτές τιμωρίες που του επιβάλλονται μετά από κάθε απόδραση και επανασύλληψή του, αυτός εξακολουθεί να κουβαλά μέσα του άσβηστη τη φλόγα της ελευθερίας και δεν σταματά ποτέ να καταστρώνει καινούρια σχέδια για να δραπετεύσει.
Φυσικά το φιλμ μένει στη μνήμη λόγω (ίσως μάλιστα κυρίως) των πρωταγωνιστών του Στιβ Μακ Κουίν και Ντάστιν Χόφμαν σε δύο από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους. Αλλά και σαν στόρι - και παρά τη μεγάλη διάρκειά του - δεν νομίζω ότι κουράζει. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τον εξωτισμό που το διακρίνει, με τα πανταχού παρόντα τροπικά τοπία, το πράγμα γίνεται πιο ελκυστικό. Προσωπικά βρίσκω συγκλονιστικές - και συγκινητικές - τις τελευταίες σκηνές στο Νησί του Διαβόλου, όπου οι δυο φίλοι, γερασμένοι και μισότρελλοι από τα όσα έχου υποστεί τόσα χρόνια, εξακολουθούν να σκέφτονται ενάντια σε κάθε ελπίδα και πιθανότητα για το πώς θα το σκάσουν (και) από εκεί. Ο Πεταλούδας κυρίως δηλαδή, γιατί ο σύντροφός του δεν ξέρω αν επικοινωνεί και πολύ... Αυτή η απελπισμένη ανάγκη για ελευθερία, ακόμα κι όταν όλα βεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα, είναι που κάνει τόσο δυνατές τις σκηνές αυτές για μένα.
Φυσικά ένα τέτοιο φιλμ, όπως είναι αναμενόμενο, παύει σύντομα να αφορά την προσωπική ιστορία του συγκεκριμένου κατάδικου και μετατρέπεται - όπως πολύ συχνά έχει επισημανθεί - σε σύμβολο της ακόρεστης ανάγκης του ανθρώπου για ελευθερία. Του ανθρώπου; Δεν ξέρω αν είναι σωστό να γενικεύουμε τόσο. Ορισμένων ανθρώπων, θα έπρεπε μάλλον να πούμε, αφού πλήθος άλλοι γύρω μας μοιάζουν να μην ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για το θέμα. Τέλος πάντων, το θέμα της ελευθερίας κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος της ταινίας, σε βαθμό σχεδόν εμμονικό. Αλλά είπαμε: Κάποιοι άνθρωποι προτιμούν, πολύ απλά, να πεθάνουν παρά να ζουν κάτω από συνθήκες στέρησής της. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι συνθήκες αυτές είναι απάνθρωπες. Κι εδώ έρχεται το δεύτερο θέμα που κυριαρχεί: Η διαμαρτυρία ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στις φυλακές σε πάμπολλα μέρη του κόσμου. Θέμα που, βέβαια, δεν αφορά μόνο στην εποχή που διαδραματίζεται η ταινία, αλλά ισχύει πέρα για πέρα μέχρι σήμερα.
Γι΄αυτά, και για άλλα στοιχεία που πιθανόν θα εντοπίσετε, ο "Πεταλούδας" παραμένει νομίζω από τις πολύ δυνατές στιγμές του σινεμά, κυρίως σαν κραυγή για την, ανέφικτη συνήθως, κατάκτηση της απόλυτης ελευθερίας.