Σάββατο, Μαρτίου 22, 2008

ΠΡΙΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΟΤΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΛΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ


Είναι απίστευτο το ότι ο Sidney Lumet έκανε τόσο καλή ταινία στα 83 του, όταν μάλιστα οι δουλειές του των αρκετών τελευταίων χρόνων ήταν μέτριες. Στο "Πριν ο διάβολος καταλάβει ότι πέθανες" (2007) δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω: Το πυκνό, δίχως καμιά κοιλιά σενάριο, τις πολύ καλές ερμηνείες από ένα πλουσιότατο καστ, το πετυχημένο μπρος - πίσω στο χρόνο, που δεν μπερδεύει αλλά φωτίζει σκοτεινά σημεία...
Πριν πω οτιδήποτε άλλο οφείλω να προειδοποιήσω τους υποψήφιους θεατές: Η ταινία είναι μαύρη, κατάμαυρη, απαισιόδοξη, πλημμυρισμένη στην απελπισία. Σπάνια έχω δει φιλμ όπου όλοι οι ήρωες βρίσκονται σε τόσο βαθιά αδιέξοδα. Ερωτικά, επαγγελματικά, οικονομικά, ψυχολογικά. Όλες αυτές οι απελπισίες διαφορετικών ανθρώπων, που όλοι σχεδόν ανήκουν σε μια οικογένεια, "δένουν" θαρρείς δημιουργώντας μια από τις πιο ασφυκτικές ατμόσφαιρες που έχω δει ποτέ. Όταν οι ήρωες αποφασίζουν να διαπράξουν το πρώτο "κοκό", όλα συνομωτούν εναντίον τους, οδηγώντας τους με μαθηματική ακρίβεια στο να πράττουν όλο και μεγαλύτερα κακά. Τα πάντα ξεκινάνε από μια ληστεία κατά την οποία όλα πάνε στραβά (μη φοβάστε, δεν είναι σπόιλερ, αυτό συμβαίνει στα πρώτα ελάχιστα λεπτά της ταινίας) και από κει και πέρα χτίζεται μεθοδικά η ιστορία : Τι προηγήθηκε, τι είδους ληστεία ήταν αυτή και ό,τι ζοφερό συμβαίνει στη συνέχεια.
Μελέτη για μια ακόμα φορά φέτος της αρνητικής πλευράς των ανθρώπων, αλλά και της ατυχίας - όπου όταν κάτι πάει λάθος ακολουθεί ένα αληθινό ντόμινο από άλλα, ακόμα χειρότερα στραβά, μοιάζει να προειδοποιεί: Μην μπλέξετε αρχικά. Αν το κάνετε για οποιοδήποτε λόγο, όλα λειτουργούν σαν κινούμενη άμμος : Όσο προσπαθείς να ξεφύγεις, τόσο αυτή σε ρουφάει ακόμα πιο βαθιά.
Όλα αυτά δίνονται με μια πολύπλοκη, πλην σαφή, αστυνομική δομή και ίντριγγα, που κρατά την αγωνία του θεατή μέχρι το τελευταίο λεπτό, οδηγώντας στο ζοφερό φινάλε. Δεν νομίζω λοιπόν ότι πρόκειται να κουραστείτε. Να απελπιστείτε και να "μαυρίσετε", ίσως. Να βαρεθείτε όμως, με τίποτα. Μια από τις μεγαλύτερες για μένα εκπλήξεις της χρονιάς, όχι τόσο λόγω της ταινίας καθεαυτής, όσο λόγω του σκηνοθέτη, τον οποίο είχα στην ουσία ξεγράψει.
ΥΓ: Τι συμβαίνει φέτος; Όλες σχεδόν οι πολύ καλές ταινίες είναι κατάμαυρες, σκοτεινές, απαισιόδοξες, αναλύοντας τις σκοτεινές πτυχές του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έχω βαρεθεί να γράφω για "απελπισία", "σκοτεινιά" και άλλα τέτοια. Για σκεφτείτε: "Sweeney Todd", "Θα χυθεί αίμα", "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" κλπ. Μήπως βρισκόμαστε, δίχως να το έχουμε συνειδητοποιήσει, στο μέσο μιας πολύ βαθύτερης κρίσης απ' όσο νομίζουμε;

Τετάρτη, Μαρτίου 19, 2008

ΚΟΥΣ ΚΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ


Ο Abdel Kechiche είναι ένας τυνήσιος σκηνοθέτης που ζει από παιδί στη Γαλλία, όπου μετακόμισε η οικογένειά του. Φυσικό λοιπόν είναι να τον απασχολούν η ζωή και τα προβλήματα των μεταναστών. Στο "Κους κους με φρέσκο ψάρι" (Le graine et le mulet, 2007) παρακολουθεί μια οικογένεια αράβων μεταναστών στη Γαλλία, των οποίων τα παιδιά, μερικά παντρεμένα πλέον, είναι δεύτερης γενιάς μετανάστες (έχουν γεννηθεί δηλαδή στη Γαλλία και μιλάνε και μεταξύ τους γαλλικά). Έχουμε λοιπόν γάλλους πολίτες, οι οποίοι όμως κατά βάθος παραμένουν άραβες και, το σημαντικότερο, οι "κανονικοί" γάλλοι το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό .
Η ταινία παρακολουθεί με ευαισθησία και κατανόηση "από μέσα" την οικογένεια και τον κοινωνικό της περίγυρο. Κυρίως τον πατέρα (παππού πλέον), που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη δουλειά μιας ζωής στα ναυπηγεία και ονειρεύεται να ανοίξει παραδοσιακό αραβικό εστιατόριο σε ένα παλιό, εγκαταλειμένο πλοίο. Δίχως να ηρωοποιεί ή να εξειδανικεύει τίποτα, δείχνει ανάγλυφα τα εσωτερικά προβλήματα, που δεν είναι λίγα, αλλά και την βαθιά ενότητα και τον αγώνα για τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας της κοινότητας σε ένα ξένο περιβάλλον, που υπακούει σε διαφορετικούς κανόνες και όπου το καινούριο έρχεται δίχως κανέναν οίκτο να σαρώσει - αφού πρώτα έχει ξεζουμίσει - κάθε παλιό, παρωχημένο ή "παρωχημένο". Ταυτόχρονα, δίχως στιγμή να επικεντρώνει σ' αυτόν (κι αυτό το θεωρώ αρετή) καταγράφει τον υποβόσκοντα ρατσισμό που πάντοτε ενυπάρχει στη δύση απέναντι στους κάθε λογής "τριτοκοσμικούς". Βρήκα το συγκεκριμένο σημείο πολύ ενδιαφέρον, καθώς δεν υπάρχει τίποτα κραυγαλέο (φασίστες, ρατσιστές, επιθέσεις και τέτοια), αλλά παρ' όλα αυτά ο ρατσισμός δείχνεται ως κάτι ύπουλο, ριζωμένο βαθιά μέσα σε ανθρώπους που δεν το αντιλαμβάνονται καν ως τέτοιο. Σημαντική επίσης η κατάδειξη του ρόλου της τύχης στις ζωές μας. Κάτι μπορεί να πάει στραβά χωρίς κανείς να φταίει, από κάτι ξαφνικό και απρόβλεπτο. Όπως δηλαδή καθημερινά συμβαίνει.
Αρκετή συγκίνηση, απόλυτος ρεαλισμός και ανθρωπιά, κλιμακούμενο σασπένς στη μεγάλη σκηνή του τέλους, συνθέτουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κατά τη γνώμη μου φετινές ταινίες. Πρέπει όμως να προειδοποιήσω τους υποψήφιους θεατές για αρκετά αργούς ρυθμούς, μέχρι την τελική κλιμάκωση. Οι σκηνές κρατάνε πολύ ώρα, είναι σα να δείχνονται ωμά, δίχως "κόψιμο", σε real time, σα να τις ζούμε στην πραγματικότητα. Αυτή η προσπάθεια κατάκτησης του απόλυτου ρεαλισμού, ενώ πετυχαίνει τον στόχο της, πιθανόν να κουράσει αρκετούς. Αν και η γενικότερη συγκίνηση και ανθρωπιά μάλλον θα τους κάνουν να ξεπεράσουν την όποια κούραση".

Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2008

"ΚΑΡΑΜΕΛΑ" ΠΟΥ ΛΙΓΩΝΕΙ


Ίσως θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα νέο είδος ταινιών: Οι ταινίες κομμωτηρίου. Με αισθηματικές ιστορίες, κουτσομπολιά, ερωτικά μπερδέματα, (ελαφρά) αστείες και (ελαφρά) τραγικές καταστάσεις. Η λιβανέζικη "Caramel" του 2007 (Sukkar banat) της πρωτοεμφανιζόμενης σαν σκηνοθέτιδας Nadine Labaki είναι, φοβάμαι, η επιτομή του "είδους": Προβλήματα γυναικών, αισθηματικά φυσικά ως επί το πλείστον, που αφορούν ιδιοκτήτριες, εργαζόμενες και πελάτισες ενός κομμωτηρίου στη σύγχρονη Βηρυττό. Λίγο χιούμορ, λίγο δράμα και η κομεντί είναι έτοιμη. Καθαρά "γυναικεία" ταινία, φτιαγμένη από γυναίκες για γυναίκες. Όχι, μη με παρεξηγήσετε. Το τελευαίο πράγμα που θέλω είναι να θίξω ταινίες που αφορούν γυναίκες (και πολύ περισσότερο ταινίες που γίνονται από γυναίκες). Πολύ διαφορετικοί δημιουργοί έχουν κάνει πλήθος τέτοιων ταινιών, από τον Almodovar ως τον Bergman και από τον Ophyls ως τον Wyler και την Campion και πάρα πολλές απ' αυτές τις θεωρώ θαυμάσιες. Εδώ όμως ομολογώ ότι βαρέθηκα αρκετά, καθώς η γλυκιά, σε βαθμό μπουχτίσματος, "Καραμέλα" πλησίαζε επικίνδυνα το μελό και την λογική των σίριαλ.
Πάντως δεν την θάβω απόλυτα. Διαθέτει ευαισθησία και τρυφερότητα και όντως θίγει μια πλατιά γκάμα γυναικείων προβλημάτων: Από την κοινωνική πίεση στις γυναίκες μέχρι τη μοναξιά (καλά, αυτό δεν είναι μόνο γυναικείο), την κρίση της εμμηνόπαυσης, την ανεκπλήρωτη επιθυμία ή τον απαγορευμένο ομοφυλόφιλο πόθο. Και διαθέτει και κάποιες στιγμές που αγγίζουν τον θεατή, όπως αυτή του τέλους, που προσωπικά με συγκίνησε. Συνολικά όμως...
Ενδιαφέρον πάντως (για όσους ενδιαφέρονται γι΄ αυτό) παρουσιάζει η ματιά στην λιβανέζικη κοινωνία, που αποτελείται από χριστιανούς και μουσουλμάνους και βρίσκεται στο μεταίχμιο δύσης και τρίτου κόσμου. Οι χριστιανοί, πιο πλούσιοι, πιο "δυτικοί", είναι και πιο ανεκτικοί. Τέλος πάντων, για να μην λέω μεγάλα λόγια, η γυναίκα έχει τη θέση και την αντιμετώπιση που έχει περίπου και στη δική μας κοινωνία. Αντίθετα, στο μουσουλμανικό κομμάτι τα πράγματα είναι πιο καταπιεστικά και ασφυκτικά, με αποκορύφωμα την υποχρέωση της μελλοντικής νύφης να κάνει... παρθενοραφή σε εξειδικευμένο στο σπορ ιατρείο, για να πείσει τον γαμπρό ότι είναι ο πρώτος... Και, για να προλάβω, μη σπεύσετε και πάλι να με κατηγορήσετε για "διακρίσεις" ή κάτι σχετικό. Όσοι διαβάζουν το μπλογκ ξέρουν πολύ καλά ότι κάθε άλλο παρά τέτοιες απόψεις έχω. Απλώς, πρόκειται για μια ρεαλιστική καταγραφή του τι συμβαίνει εκεί κάτω. Το ποιός φταίει τώρα συνολικά, είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία. Όχι πάντως ο απλός, φτωχός μουσουλμάνος που ανατράφηκε έτσι - και είναι σχεδόν πάντα φτωχότερος από τον χριστιανό συμπατριώτη του...
Αρκετά με τα κοινωνικά όμως. Συνολικά, επιτρέψτε μου να προτιμώ άλλες "γυναικείες" ταινίες.

Κυριακή, Μαρτίου 16, 2008

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ


Οι αδελφοί Joel και Ethan Coen συγκαταλέγονται ανάμεσα στους αγαπημένους μου δημιουργούς. Με μοναδικό τους, κατά τη γνώμη μου, στραβοπάτημα το βαρετό Ladykillers, έκαναν πάντοτε καλές ταινίες που κυμαίνονται από τον απόλυτο χαβαλέ (Αριζόνα Τζούνιορ) μέχρι την απόλυτη σκοτεινιά και απαισιοδοξία (Blood Simple) - ή και τα δύο μαζί. Σ' αυτή την τελευταία κατηγορία (της σκοτεινιάς εννοώ) πρέπει να εντάξουμε και το "No Country for Old Men" (Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους, 2007), αν και διακρίνεται στο βάθος κάτι από το κατάμαυρο και σαρδόνιο χιούμορ των αδελφών (στο γελοίο κούρεμα του φοβερού δολοφόνου, ας πούμε).
Και σ' αυτή τους την ταινία υπάρχει η κατάδυση στην (πολύ) σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Όντως οι Coen πάντοτε αρέσκονταν να δείχνουν μια Αμερική ζοφερή, απελπισμένη ή κατοικημένη σχεδόν αποκλειστικά από άπληστους και ηλίθιους (από αυτή την τελευταία κατηγορία "ηλιθίων" μάλιστα πηγάζει μεγάλο μέρος του χιούμορ τους). Οι όψεις αυτές μιας τρομαχτικής Αμερικής υπάρχουν σαφώς κι εδώ. Δολοφόνοι, άπληστοι για χρήμα τύποι, έμποροι ναρκωτικών και κάθε λογής παράνομοι αποτελούν το φόντο της ιστορίας. Ο μοναδικός "καλός", ο ρομαντικός - και συντηρητικός βέβαια - σερίφης, πράγματα που συχνά πάνε μαζί, πολύ απλά αδυνατεί να κάνει οτιδήποτε για να βελτιώσει τα πράγματα. Γι' αυτό και αποσύρεται νοιώθοντας άχρηστος, όπως ο ίδιος θα πει. Άλλο ένα σχόλιο για το αδιέξοδο στο οποίο έχουν φτάσει τα πάντα.
Ωστόσο διαβλέπω και μια γενικότερη, απαισιόδοξη πάντοτε, αλληγορία στην ταινία. Νομίζω ότι οι Coen μιλάνε όχι μόνο για την Αμερική, αλλά για το Κακό γενικότερα. Ο παρανοϊκος serial killer (ο φοβερός Μπαρδέμ), μια κινούμενη μηχανή θανάτου, μου φαίνεται ότι μάλλον συμβολίζει το Κακό ή, πιθανόν, τον ίδιο το θάνατο, που δεν κάνει διακρίσεις και μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή σε δίκαιους και άδικους, αθώους ή ένοχους. Γι΄αυτό και αποφασίζει στη τύχη, με ένα κέρμα, ποιους θα σκοτώσει και ποιους όχι. Γι΄αυτό και είναι αδύνατο να σταματήσει οποιοσδήποτε το "έργο" του, που πάει πολύ μακρύτερα από τα συμβάλαια θανάτου και τις όποιες υποχρεώσεις έχει αναλάβει. Βλέπετε, διαθέτει και μια καθαρά προσωπική, διεστραμμένη ηθική. Να τονίσω βέβαια (αν δεν το έχετε ήδη καταλάβει) ότι όλα αυτά είναι προσωπικές αναγνώσεις, όπως καθαρά προσωπικά είναι και τα συμπεράσματα. Αυτό όμως δεν είναι κακό. Αντίθετα είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά της τέχνης να διαβάζεται με πολλούς τρόπους, ερήμην μάλιστα των δημιουργών της. Κοινώς, συχνά διακρίνουμε πράγματα για τα οποία οι δημιουργοί δεν είχαν ιδέα κι αυτό, ξαναλέω, δεν είναι καθόλου κακό.
Όσο για την ταινία, παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα, αφού οι Coen ξέρουν και σασπένς δημιουργούν και να κρατούν από τη αρχή ως το τέλος τον θεατή. Προειδοποιώ όμως για το εντελώς ξαφνικό τέλος, που δεν δίνει καμιά λύση και θα κάνει πολλούς να αισθανθούν "στα κρύα του λουτρού". Είναι κι αυτό μέσα στο παιχνίδι τους.

Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2008

Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ "ΠΑΡΚΑ ΤΙΜΩΡΙΑΣ"


Έχω ξαναγράψει για τον Βρετανό Peter Watkins με αφορμή το War Game του. Με απόλυτα ριζοσπαστική και ανατρεπτική ματιά, στηλιτεύει σύγχρονες καταστάσεις, ειδικά όταν οι ισχυροί (σύστημα, κράτος κλπ.) τσακίζουν τους "απλούς" ανθρώπους.
Το συγκλονιστικό Punishment Park το γύρισε το 1971. Είναι εκπληκτικό το πόσο επίκαιρο μοιάζει σήμερα, στην εποχή των αμερικάνικων εισβολών και των Γκουαντανάμο. Το μόνο που φανερώνει την εποχή του είναι οι "φυλές" των πολιτών που συλλαμβάνονται και κατηγορούνται για ανατρεπτική δράση και προδοσία: Χίππις, μαύροι και άλλοι ακτιβιστές, ειρηνιστές που αρνούνται τη στράτευση, πολιτικοποιημένοι τραγουδιστές και συγγραφείς, άνθρωποι που ζουν εναλλακτικά... Όλη η γκάμα δηλαδή των αμφισβητιών της δεκαετίας του 60. Σήμερα ίσως θα συλλαμβάνονταν κάποιες άλλες, παρεμφερείς πάντως, "κατηγορίες" - και ίσως με ακόμα μεγαλύτερη ρατσιστική και θρησκευτική μισσαλοδοξία.
Στο Punishment Park ο Watkins υιοθετεί και πάλι τη μορφή του ψευδοντοκιμαντέρ. Βρισκόμαστε σε μια φασιστική Αμερική, όπου κάθε αντίθεση στην κυρίαρχη (συντηρητικότατη φυσικά) άποψη έχει ποινικοποιηθεί. Οι κάθε λογής αντιφρονούντες περνάνε από δίκες - παρωδίες και καταδικάζονται από στρατιωτικούς, μπάτσους, πράκτορες, δικαστικούς και εκπροσώπους της "σιωπηλής πλειοψηφίας" (βλέπε ακροδεξιούς) σε πολυετή κάθειρξη. Εκτός αν επιλέξουν να περάσουν 4 μέρες στα "Πάρκα Τιμωρίας", όπου θα υποβληθούν μέσα στην καυτή έρημο σε μια ιδιαίτερη δοκιμασία ή, αν θέλετε, σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι με τους δεσμοφύλακες και τις δυνάμεις καταστολής (οι οποίες, σημειωτέον, χρησιμοποιούν τα "πάρκα" αυτά και για να εκπαιδευτούν σε πραγματικές συνθήκες και ζωντανούς στόχους). Το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο ενδυναμώνεται από το ότι την όλη διαδικασία στη δίκη και στο πάρκο παρακολουθεί, υποτίθεται, ένα ευρωπαϊκό τηλεοπτικό συνεργείο, που γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για τις νέες αυτές μεθόδους σωφρονισμού (=ισοπέδωσης).
Κάμερα στο χέρι, κουνημένα πλάνα, φωνή off των μελών του υποτιθέμενου συνεργείου, συνεντεύξεις τόσο με τους επαναστάτες, όσο και με τους φύλακες, όλα συνθέτουν ένα σύνολο που πείθει για την αυθεντικότητά του. Γίνεται έτσι πολύ πιο ανατριχιαστικό από οποιοδήποτε fiction. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, καθώς παρακολουθούμε σε συνεχή μπρος - πίσω την δίκη και καταδίκη (με πολλούς και αποκαλυπτικούς διαλόγους ανάμεσα σε δικαστές και αντιφρονούντες, από τους οποίους ο καθένας υποστηρίζει τη δική του αλήθεια) και το ανελέητο κυνηγητό των καταδικασμένων στο "Πάρκο". Μην περιμένετε μια "κανονική" ταινία, με ήρωες, αγωνία για το ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι, περιπέτειες, θρίαμβο του καλού πάνω στο κακό κλπ. Είπαμε: Υποτίθεται ότι πρόκειται για τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ - παρά το ότι ο Watkins καταφέρνει να κρατά το σασπένς στα ύψη.
Οργισμένο φιλμ ως εκεί που δεν παίρνει, που κάθε άλλο παρά μασά τα λόγια του, που ουσιαστικά κατηγορεί ως φασιστική την αμερικάνικη κοινωνία και πολιτική (παρά το ότι διαδραματίζεται υποτίθεται στο πολύ κοντινό μέλλον), γίνεται ακόμα συγκλονιστικότερο χάρη στην εκπληκτική ομοιότητά του με σύγχρονες (δηλ. σχεδόν 40 χρόνια μετά) καταστάσεις. Φυσικά ήταν θαμμένο για πολλά χρόνια, μέχρι που σήμερα ξαναβγαίνει στις αίθουσες. Απόλυτο must για όσους ενδιαφέρονται, στοιχειωδώς έστω, για το πολιτικό σινεμά.

Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ, Ο ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΓΓΕΤΙ


Ο Sergio Leone (1929-1989) γυρίζει το "Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος" (Il Buono, il brutto, il cattivo) το 1966, όταν ο ίδιος έχει παγιώσει το λεγόμενο γουέστερν - σπαγγέτι (την ιταλική εκδοχή δηλαδή του αμερικάνικου αυτού είδους) με τις δύο προηγούμενες ταινίες του. Πρόκειται για ένα τρίωρο, επικό φιλμ, "στοιχειωμένο" με την χαρακτηριστική μουσική του Ennio Morricone, που μέχρι σήμερα παρακολουθείται με ενδιαφέρον.
Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες (Κλιντ Ίστγουντ, Λι Βαν Κλιφ, Ιλάι Γουάλας) κυνηγούν έναν θαμμένο θησαυρό ενώ γύρω τους μαίνεται ο αμερικάνικος εμφύλιος (για τον οποίο δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή) και είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να τον αποκτήσουν. Το σενάριο βρίθει από απιθανότητες, εξωπραγματικές σχεδόν ικανότητες στο πιστόλι και πλήρη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή και, βέβαια, βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ρεαλισμό (τουλάχιστον αυτού του αληθινού Ουέστ).
Ωστόσο η "αλήθεια" και ο ρεαλισμός του βρίσκονται αλλού: Στην προοδευτική ανάπτυξη των τριών χαρακτήρων, που συνεχώς συμμαχούν μεταξύ τους και την επόμενη στιγμή πασχίζουν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον, και στην πλήρη απόριψη του συμβατικού σχήματος "καλός - κακός". Ο "καλός" της ταινίας (ο Κλιντ Ίστγουντ) κάθε άλλο παρά καλός είναι σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα. Απλώς διαθέτει μια στοιχειώδη καλωσύνη (στη σκηνή του ετοιμοθάνατου Νότιου), έναν δικό του κώδικα τιμής και μια εξ ίσου στοιχειώδη τιμιότητα - τουλάχιστον σε σχέση με τους άλλους δύο, οι οποίοι είναι απλώς αρνητικοί (αν και με πολύ διαφορετικό τρόπο ο καθένας). Κι όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν υπάρχει ούτε ένας, ούτε ένας κυριολεκτικά θετικός χαρακτήρας στο φιλμ. Ο κυνισμός, ο αμοραλισμός και η απληστία κυριαρχούν απ' άκρο σ' άκρο σε μια σπαρασσόμενη και στα σπάργανα ακόμα Αμερική. Όσο για τον πόλεμο, αποτελεί απλώς το φόντο για να γίνουν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Κανένα σχόλιο για την πλευρά που παίρνει ο σκηνοθέτης ή οποιοσδήποτε από τους ήρωες. Αντίθετα, σε μια και μοναδική σκηνή, αυτή της γέφυρας, ο Leone παίρνει μια καθαρά αντιπολεμική θέση, αδιαφορώντας για το ποια πλευρά έχει δίκιο (αν υποθέσουμε ότι έχει κάποια τέλος πάντων). Ο πόλεμος είναι απλώς ένα παράλογο σφαγείο. Τίποτα άλλο. Κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκουν και κάποια ίχνη ενός σκληρού, σαρδόνιου χιούμορ, κυρίως στις σκηνές του Ιλάι Γουάλας. Τέλος, νομίζω ότι είναι μια από τις πολύ λίγες ταινίες απ' όπου απουσιάζει παντελώς κάθε, μα κάθε γυναικείος χαρακτήρας.
Ο σύγχρονος θεατής νομίζω ότι απολαμβάνει και σήμερα το σκληρό αυτό φιλμ, μνημείο της ανθρώπινης απληστίας, παρά τις σεναριακές απιθανότητες για τις οποίες έγραψα στην αρχή, χάρη στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Leone, στο στυλιζάρισμά του, στο υποβλητικό timing. Κλασσικό στο είδος του, αξίζει να το δείτε αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2008

ΤΑΝΓΚΟ, ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ "ΝΟΤΟ"


Ο "Νότος" (Sur) είναι μια αργεντίνικη ταινία που γύρισε ο Fernando Solanas το 1988. Και είναι μέχρι το κόκκαλο "βουτηγμένη" στην Αργεντινή και τα περί αυτήν. Απόλυτα σινεφίλ, μερικές φορές αφόρητα θεατρική, μιλά για πάθος και έρωτα, για την αργεντίνικη δικτατορία και τους αγώνες για τη δημοκρατία, για το όνειρο μιας ανεξάρτητης Λατινικής Αμερικής και, βέβαια, είναι πλημμυρισμένη στα τάνγκος, και μάλιστα αυτά του Astor Piazzola.
Ο Φλορεάλ αποφυλακίζεται μετά 5 χρόνια εγκλεισμού για πολιτικούς λόγους τη μέρα της πτώσης της δικτατορίας (έπεσε το 1983 αν δεν κάνω λάθος), ξέροντας ότι η γυναίκα του, μην αντέχοντας να τον περιμένει, τον απατούσε με έναν καλό του φίλο και συναγωνιστή. Αντί λοιπόν να πάει κατ' ευθείαν σπίτι, περιπλανιέται στο νυχτερινό, σχεδόν έρημο και σχεδόν ερειπωμένο Μπουένος Άιρες, σε μια ονειρική περιπλάνηση, όπου συναντά το ίδιο του το παρελθόν: Πεθαμένους γονείς, νεκρούς φίλους, παλιούς έρωτες, ο εγκλεισμός στη φυλακή... Κάθε λογής μνήμες από τους πολιτικούς αγώνες ενάντια στη χούντα και υπέρ μιας ευημερούσας Νότιας Αμερικής, όλη η μυθολογία μιας χώρας ζωντανεύουν εμπρος του (και εμπρός μας). Κι όλα αυτά με συνεχείς παρεμβολές τραγουδιών τάνγκο, που παίζονται από γέρους κυρίως μουσικούς (που θυμίζουν αρκετά δικούς μας παλιούς ρεμπέτες), καθισμένους σουρεαλιστικά στη μέση νυχτερινών δρόμων και που σχολιάζουν τα τεκταινόμενα.
Είναι μια από τις πιο σκοτεινές (κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά) ταινίες που έχω δει, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των σκηνών είναι νυχτερινές και ιδιαίτερα σκοτεινές. Εξαιρετικά ατμοσφαιρική με τους καπνούς που συνεχώς στροβιλίζονται στους φωτισμένους μπλε έρημους δρόμους, μελαγχολική και νοσταλγική, έχει εικαστικό και μουσικο ενδιαφέρον, πλην όμως με κούρασε αρκετά, θυμίζοντάς μου νέο ελληνικό σινεμά των 70ς και 80ς (αν και ο "Νότος" είναι πολύ αρτιότερος από πολλές απ' τις ταινίες αυτές). Σίγουρα βγάζει ένα μεγάλο κομμάτι της αργεντίνικης και λατινοαμερικάνικης γενικότερα ψυχής (το πάθος, η μουσική, οι πολιτικοί αγώνες, τα όνειρα), αλλά απευθύνεται αποκλειστικά σε ένα "κλειστό" σινεφίλ κοινό.

Κυριακή, Μαρτίου 02, 2008

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ το "Όλα για τη μητέρα μου" (Todo sobre mi madre) (1999) του Pedro Almodovar. Πολλοί τη θεωρούν την καλύτερη ταινία του. Δεν ξέρω, μου είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω ένα και μόνο στοιχείο ως το καλύτερο ενός συνόλου, σίγουρα όμως είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές του.
Εδώ ο Almodovar επιβεβαιώνει απόλυτα τον χαρακτηρισμό που του έχει αποδοθεί ως "σκηνοθέτης των γυναικών". Ελάχιστοι άλλοι έχουν δώσει τόσο διεισδυτικά γυναικεία πορτρέτα όπως αυτός, τόσο σε άλλες ταινίες του όσο και σ' αυτή που μας ενδιαφέρει. Σ' αυτήν μάλιστα οι άντρες λείπουν σχεδόν ολοσχερώς (και οι δύο βασικοί που υπάρχουν είναι τραβεστί, ενώ ένας τρίτος πάσχει από άννοια και δεν έχει ουσιαστικό ρόλο στα τεκταινόμενα). Έτσι ακόμα και η απολαυστικότατη Αγράδα, έστω και απλώς λόγω εμφάνισης, μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικά άλλος ένας γυναικείος ρόλος. Μητρότητα, έρωτας, απώλεια, γυναικείες νευρώσεις, θέατρο και ηθοποιοί, γυναικεία φιλία, όλα θίγονται στο φιλμ αυτό. Το απίστευτο σενάριο, με τις συνεχείς αποκαλύψεις και εξελίξεις, θα μπορούσε να είναι αφόρητα μελοδραματικό (ουσιαστικά περί μελοδράματος πρόκειται), ο Almodovar όμως έχει έναν μοναδικό τρόπο να ξεπερνά το είδος αυτό, στο οποίο ούτως ή άλλως πάντοτε αρέσκεται, και να δημιουργεί ταινίες που είναι κωμικές ή συγκλονιστικές ή και τα δύο μαζί κι ας είναι φτιαγμένες από ατόφια μελό υλικά. Διότι, με τέτοια απίθανη ιστορία, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει Φώσκολος (με παραπάνω τονισμένο το γκέι στοιχείο), αλλά, παρ' όλα αυτά, ούτε στιγμή δεν θυμίζει κάτι τέτοιο; Και, από την άλλη, ποιος άλλος θα μπορούσε να κάνει ένα κατά βάση απόλυτα αισιόδοξο φιλμ (και μάλιστα δίχως να στερείται από μικρές δόσεις χιούμορ) και να υμνήσει τη δύναμη της γυναίκας να ξεπερνά κάθε εμπόδιο, όταν η όλη ιστορία βασίζεται στον τραγικό και απροσδόκητο θάνατο ενός 17χρονου, που αφήνει ολομόναχη στον κόσμο την ανύπαντρη μητέρα του; Και τελικά, να βγάλει τόσο θετικά συναισθήματα ακόμα και μέσα από άλλους θανάτους;
Για όσους δεν το έχουν δει (φαντάζομαι ότι είναι ελάχιστοι απ' αυτούς που επισκέπτονται το μπλογκ), προτείνεται ανεπιφύλακτα. Και μη φοβηθείτε να αφεθείτε να βουρκώσετε στο τέλος. Η συγκίνηση είναι απόλυτα δικαιολογημένη, θετική και άψογα δουλεμένη ώστε να βγαίνει αβίαστα κι αυτό το στοιχείο ανεβάζει κι άλλο την ταινία.

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2008

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ YUMA


Φαίνεται ότι το γουέστερν, μετά από σχεδόν εξαφάνιση δεκαετιών, είναι και πάλι στη μόδα. Είτε "μεταλλαγμένο" (The assasination of Billy the Kid...) είτε πιό "κλασικό", μπολιασμένο πάντως με σύγχρονα στοιχεία, όπως το "3:10 to Yuma" (Το τελευταίο τρένο για τη Γιούμα, 2008) του James Mangold. Θεωρώ τον Mangold καλό, χαμηλότονο και συμπαθή σκηνοθέτη, χωρίς όμως - μέχρι σήμερα τουλάχιστον - να έχει κάνει τη μεγάλη ταινία. Πάντως η "Γιούμα", ριμέικ του ομώνυμου γουέστερν της δεκαετίας του 50, το οποίο δεν έχω δει ώστε να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις, διαθέτει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, παρά το ότι τελικά με κούρασε κάπως.
Όλο το βάρος πέφτει στη σύγκρουση χαρακτήρων (αλλά και ερμηνευτική) των Κρίστιαν Μπελ και Ράσελ Κρόου. Και εκεί επικεντρώνεται και το ενδιαφέρον. Για μια ακόμα φορά (περίπτωση όλο και πιο συνηθισμένη στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά, ακόμα και το mainstream) οι προσχηματικοί ρόλοι των "καλών" και των "κακών" εξαφανίζονται, για να δώσουν τη θέση τους σε πολυπλοκότερους χαρακτήρες, που εντός τους συνυπάρχουν τα δύο αυτά αρχετυπικά στοιχεία. Έτσι ο Κρόου, ο "κακός", διαθέτει μια ευαίσθητη, γοητευτική πλευρά, είναι καλλιεργημένος, μπορεί να εκτιμά τα καλά στοιχεία των άλλων - πράγματα που μπερδεύονται αξεδιάλυτα με τον κυνισμό και τα εγκλήματά του. Από την άλλη ο "ηρωικός" Μπέιλ υπήρξε στο παρελθόν πολλές φορές δειλός. Οι χαρακτήρες και οι ρόλοι αλάζουν διαρκώς, το καλό και το κακό είναι πια έννοιες πολύ συζητήσιμες. Κι όλα αυτά με φροϊδικά σχόλια, καθώς άλλο βασικό σημείο του φιλμ είναι οι σχέσεις πατέρα - γιου, αφού όλα γίνονται στην ουσία για να κερδίσει ο πατέρας την εκτίμηση και το σεβασμό του γιου του.
Όλα αυτά συμβαίνουν σ' ένα βάρβαρο, πάμφτωχο, άδικο, αφιλόξενο και καθόλου ηρωικό Φαρ Ουέστ, όπου κάθε "μυθική" και γοητευτική πτυχή έχει εξαφανίζεται (και αυτή η απομυθοποίηση είναι "σύμπτωμα" των αρκετών τελευταίων χρόνων, αν και κάπως υπήρχε και σε μερικά παλιά, κλασσικά γουέστερν). Απληστία, ζωές δίχως καμιά αξία, που μπορούν να αφαιρεθούν κάθε στιγμή, μεγάλες εταιρίες που λιμαίνονται τον πλούτο της γης αφήνοντας χιλιάδες ανθρώπους να πεθάνουν της πείνας (άλλο ένα σχόλιο για τις ρίζες και την εδραίωση του αμερικάνικου κράτους;) συνθέτουν την "Άγρια Δύση".
Πέραν αυτών, έχω αρκετές σεναριακές απορίες. Γιατί ο πανέξυπνος Κρόου αφήνει στην αρχή να τον συλλάβουν τόσο εύκολα και αμαχητί; Και γιατί, επιτέλους, κάποιος σ' όλη αυτή τη μακρά πορεία δεν το πυροβολεί να ξεμπερδεύει όσο αυτός είναι άοπλος και αιχμάλωτος, σε μια κοινωνία όπου, όπως είπαμε, η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει δεκάρα κι αυτό το έχουμε δει με όλους τους πιθανούς τρόπους;
Ενδιαφέρον, αλλά όχι πολύ "μεγάλο" κατά τη γνώμη μου. Νομίζω πάντως ότι οι φίλοι του κλασσικού γουέστερν θα αποζημιωθούν.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2008

ΟΤΑΝ Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ... ΧΥΝΕΤΑΙ ΑΙΜΑ


Στο "Θα χυθεί αίμα" (Τhere will be blood) ο Paul Thomas Anderson, από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, στήνει ένα πυκνό δράμα με πολλαπλά θέματα: Την απληστία που οδηγεί στην τρέλα, την γέννηση του αμερικάνικου έθνους και της οικονομίας του, τον θρησκευτικό φανατισμό και την κρυφή σχέση των εκκλησιών ή "εκκλησιών" με το χρήμα... για να αναφέρουμε μερικά μόνο απ' αυτά.
Ένας φτωχός χρυσοθήρας στα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκει πετρέλαιο και σύντομα μετατρέπεται σε πολυεκατομμυριούχο. Με μια διαφορά: Είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι, ακόμα κι αν βρεις πετρέλαιο στην αυλή σου, για να γίνεις πολυεκατομμυριούχος και πανίσχυρος σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να κάνεις και πολλά άλλα, όχι τόσο τίμια πράγματα. Απάτες, κλοπές, ίσως και φόνους. Στο επίπεδο αυτό η ταινία λειτουργεί σαν αλληγορία του καπιταλισμού ή, ειδικότερα, σαν αλληγορία της γέννησης του αμερικάνικου έθνους. Και εδώ μπαίνει και ένας ακόμα βασικός, βασικότατος παράγοντας, ψυχολογικός αυτή τη φορά: Η απληστία. Δίχως αυτή, ίσως κάποιος να γίνει με τυχαίο τρόπο πλούσιος (γιατί κέρδισε το Λόττο ας πούμε), δεν πρόκειται όμως ποτέ να γίνει πανίσχυρος και πολυεκατομμυριούχος, να φτάσει να διοικεί μια αυτοκρατορία.
Το πορτρέτο ενός τέτοιου ανθρώπου λοιπόν και την πορεία του σκιαγραφεί η ταινία. Μόνο που η απληστία, η μονομανία της απόκτησης δύναμης, οδηγεί μοιραία στην τρέλα. Η οποία, όσο διαρκεί το φιλμ, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, για να πνίξει τον ήρωα. Είναι φυσικό η ιστορία αυτή να φέρνει στο νου τον "Πολίτη Κέιν" ή την αληθινή ιστορία του Χάουαρντ Χιουζ, κι άλλες ταινίες ή περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι ηθελημένο. Όσο για τη θρησκεία, καιρός ήταν να δούμε κάποιο σχόλιο για τη θρησκοληψία και τους εκατοντάδες ψευδοπροφήτες και έξαλλους τηλεπαπάδες που κατακλύζουν τη σύγχρονη Αμερική. Τέλος οι εικόνες της, με τις γιγάντιες πετρελαιοπηγές, τα έρημα τοπία και τον ανθρώπινο μόχθο, αποζημιώνουν τον θεατή.
Ο Ντάνι Ντέι Λιούις είναι εκπληκτικός και νομίζω ότι δίκαια κέρδισε το Όσκαρ. Όσο για την επική αυτή ταινία (γιατί για έπος της ανθρώπινης απληστίας και αχαλίνωτης φιλοδοξίας πρόκειται) μπορεί να είναι λίγο αργή και μεγάλη σε διάρκεια, προσωπικά όμως δεν με κούρασε. Αντίθετα απόλαυσα μια από τις μεγάλες φετινές ταινίες, που κατεβαίνει στη σκοτεινή άβυσο της ανθρώπινης ψυχής και τη "ζωγραφίζει" πιο εύγλωττα από πολλές άλλες.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

"ΔΑΓΚΩΜΑΤΙΕΣ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΟΒΙΣΑΝ ΟΥΤΕ ΜΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ


Το "Les Morsures de l'aube" (2001), γαλική ταινία του Antoine de Caunes, διαθέτει (για τους φανς) την Άζια Αρτζέντο στον πρωταγωνιστικό ρόλο... και όχι πολλά άλλα πράγματα. Βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Tonino Banaquista ("Τα δόντια της Αυγής" στα ελληνικά) και, επειδή το έχω διαβάσει και το βρήκα αρκετά διασκεδαστικό, είδα από περιέργεια και το φιλμ.
Το στόρι και η όλη ατμόσφαιρα είναι αρκετά ελκυστικά - ή μάλλον θα μπορούσαν να είναι, γιατί, για να το πω από την αρχή, βρήκα την ταινία αποτυχημένη. Πρόκειται για μια περιπλάνηση στο νυχτερινό Παρίσι όπως δεν το ξέρουμε, με τα κλαμπ του (γνωστά ή "μυστικά", δηλαδή απόλυτα πριβέ), τα πάρτι, τις διαστροφές και πολλά και ποικίλα άλλα. Ο ήρωας, ένας "επαγγελματίας - παράσιτο", ζει με σχεδόν μηδέν χρήματα, δίχως σπίτι ή οποιαδήποτε ιδιοκτησία εκτός από το κυριλέ σμόκιν του. Κοιμάται τη μέρα σε κολυμβητήρια, βγαίνει τη νύχτα για να τραφεί και να πιει δωρεάν στις εν λόγω "εκδηλώσεις" και περιπλανιέται σε μπαρ, πάρτ, κλαμπ ή ό,τι άλλο μέχρι την επόμενη αυγή. Κάποια στιγμή η ζωή αυτή θα "σοβαρέψει" απότομα, καθώς μπλέκεται άθελά του σε μια ιστορία με βρικόλακες, οι οποίοι φυσικά κυκλοφορούν τις ίδιες ακριβώς ώρες μ' αυτόν. Το σασπένς και οι ανατροπές επικεντρώνονται στο αν το gothic ζεύγος είναι όντως βρικόλακες ή κανονικοί άνθρωποι που πάσχουν από βαμπιρισμό ή, τέλος, το παίζουν έτσι.
Συγνώμη που θα κάνω συγκρίσεις με το βιβλίο (πράγμα που γενικά δεν μου αρέσει), αλλά όλα αυτά δίνονται καθαρά, με σασπένς και χιούμορ σ' αυτό, ενώ στην ταινία (που αν εξαιρέσει κανείς το τέλος, όπου κυριολεκτικά του "άλλαξαν τα φώτα", παραμένει αρκετά πιστή στο κείμενο) και κοιλιές υπάρχουν και πράγματα δεν ξεκαθαρίζονται... και γενικά, παρά το κάποιο χιούμορ, δύσκολα αποφασίζει κανείς αν ο σκηνοθέτης ήθελε να κάνει μια μαύρη κωμωδία ή μια ταινία τρόμου, αφού το αποτέλεσμα ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι. Απογοητευτικό είναι και το ότι ελάχιστο βάρος πέφτει (μάλλον τυχαία και από σπόντα το καταλαβαίνει κανείς) στο ότι ο ήρωας είναι συνειδητά και σχεδόν ιδεολογικά ένα κοινωνικό παράσιτο - και στα όσα κάνει για να επιβιώσει όντας τέτοιο. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μια διασκεδαστική ταινία.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

ΕΡΩΤΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ


Με την "Άκρη του Ουρανού" (Auf der anderen Seite, 2007) ο τουρκογερμανός Fatih Akin επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μας από το "Μαζί ποτέ" πριν μερικά χρόνια - και πολύ χαίρομαι γι' αυτό. Και πάλι όλα συμβαίνουν ανάμεσα στις δύο πατρίδες του: Τη Γερμανία και την Τουρκία. Και πάλι οι πολιτισμοί αλληλοεπιδρούν, συγκρούονται, αναμειγνύονται. Και οι ήρωες, τούρκοι και γερμανοί, κάποια στιγμή αλλάζουν ταυτότητα, περνώντας από τον έναν στον άλλον.
Με ένα έξυπνο σενάριο, που παρακολουθεί τις ιστορίες 6 ανθρώπων, που κινούνται παράλληλα και άλλοτε τέμνονται άλλοτε όχι, ο Akin καταφέρνει να μας πει πολλά. Για τις βαθιές διαφορές των δύο πολιτισμών, για το πάθος του έρωτα (που βέβαια μπορει να γεννηθεί ανάμεσα σε διαφορετικής προέλευσης ανθρώπους), για την πολιτική κατάσταση, στην Τουρκία κυρίως, και τον αγώνα κάποιων ανθρώπων εκεί, για την ανάγκη ή τον εξαναγκασμό πολλών ανθρώπων να πετάξουν από πάνω τους το παρελθόν και ν' αλλάξουν ζωή ή / και ταυτότητα ψάχνοντας απεγνωσμένα για έναν σκοπό.
Χαρακτήρισα έξυπνο το σενάριο επειδή, ενώ βασίζεται σε συμπτώσεις (πράγμα που γενικά θεωρώ σεναριακή αδυναμία), οι συμπτώσεις αυτές δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη. Εννοώ ότι οι ήρωες δένονται με πολλαπλούς δεσμούς, αναζητούν μερικές φορές το ίδιο ή σχετικά πρόσωπα για διαφορετικούς λόγους, συναντώνται σε κοινούς χώρους ή διασταυρώνουν τις πορείες τους καθώς ταξιδεύουν με ποικίλα μέσα μεταφοράς... πλην όμως συνήθως δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις συμπτώσεις, αγνοούν ότι συμπτωματικά βρίσκονται ακριβώς δίπλα σ' αυτό ακριβώς που αναζητούν. Από την άλλη, η πολιτική και ο ακτιβισμός μπλέκονται με το πάθος, το τραγικό στοιχείο αναμειγνύεται με το συγκινητικό και το ανθρώπινο, οι αρνητικές πλευρές και των δύο διαφορετικών πολιτισμών διαγράφονται αδρά και το σύγχρονο πρόσωπο της Τουρκίας, με το ένα πόδι στην Ευρώπη και τη Δύση και το άλλο στον Τρίτο Κόσμο, σχεδιάζεται καθαρά.
Με την "Άκρη του Ουρανού" ο Akin νομίζω ότι κατακτά περίοπτη θέση ανάμεσα στους σημαντικούς σύγχρονους δημιουργούς. Περιμένω τη συνέχεια.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Ο ΝΤΙΛΑΝ ΣΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ


To "I'm not there" του Todd Heynes είναι μια σχεδόν πειραματική ταινία. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία για τον Bob Dylan, αλλά μια ταινία εμπνευσμένη από τον Bob Dylan. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν πρόκειται για βιογραφία ενός από τους πολύ μεγάλους του 20ού αιώνα, ούτε για ντοκιμαντέρ γύρω απ' αυτόν, ούτε καν για "εικονογράφηση" ιστοριών που διηγείται στα τραγούδια του, ενώ ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ. Πρόκειται για ένα χαλαρά δομημένο (άτακτα θα έλεγαν πολλοί) κράμα όλων αυτών και διάφορων άλλων στοιχείων. Φάσεις της ζωής και των ιδεολογικών του περιόδων, ήρωες των τραγουδιών του, άνθρωποι και καταστάσεις που τον επηρέασαν, όλα μπερδεύονται άναρχα, δίχως αρχή, μέση και τέλος, σε ένα πολύπλοκο παζλ "για δυνατούς λύτες". Η μία ιστορία μπαίνει μέσα στην άλλη, διακόπτεται απότομα και (ίσως) ξαναρχίζει σε κάποια εντελώς αυθαίρετη στιγμή, οι ηθοποιοί που υποτίθεται ότι τον ενσαρκώνουν αλλάζουν κι αυτοί (ακόμα και η Κέιτ Μπλάνσετ υποδύεται τον Ντίλαν των '60ς), ο Ντίλαν δεν λέγεται καν Ντίλαν σε ορισμένα βιογραφικά του κομμάτια (αλλά είναι σαφές πως πρόκειται γ' αυτόν) και μόνο τα μεγάλα τραγούδια του πλημμυρίζουν από την αρχή ως το τέλος το φιλμ (κι αυτά όχι πάντα εκτελεσμένα από τον ίδιο, αλλά πολύ συχνά από άλλα, ενίοτε πολύ σημαντικά ονόματα, που τα διασκευάζουν).
Ο Heynes, από τους πλέον ενδιαφέροντες και ανήσυχους σύγχρονους δημιουργούς, κινήθηκε κι εδώ κάθε άλλο παρά ορθόδοξα. Το αποτέλεσμα όλου αυτού του σχεδόν χάους έχει για μένα θετικές και αρνητικές πλευρές. Μου άφησε γενικά μια όμορφη, ερεθιστική γεύση. Μπορεί όμως εύκολα να κατηγορηθεί για πολλά. Προφανώς για το χάος που προαναφέραμε πρώτα - πρώτα. Αλλά και - κυρίως - για το ότι απευθύνεται σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ φανατικών του Ντίλαν, που ξέρουν όχι μόνο τη μουσική, αλλά και λεπτομέρειες της ζωής του, τις επιροές του κλπ. Αν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι απ' αυτά, παρακολουθεί μια παντελώς ακατάληπτη ταινία. Άντε να ξέρει τώρα ένας 20άρης ποιος ήταν ο Γούντι Γκάθρι και γιατί η κιθάρα του μικρού μαυρού γράφει πάνω της "This kills fascists", τι σήμαινε για κείνη την εποχή η ηλεκτρική στροφή του μέχρι τότε "τροβαδούρου" Ντίλαν στα μέσα των 60ς και γιατί αυτό στοίχισε τόσο στους φανατικούς οπαδούς του που τον γιουχάισαν άγρια, ποιά η σχέση και οι επιροές του από τον Ρεμπό ή τον Γκίνσμπεργκ, γιατί μια από τις ιστορίες έχει σαν ήρωα τον παράνομο του Ουέστ Μπίλι δε Κιντ κλπ. κλπ. (εννοείται ότι ούτε και γω τα έζησα όλα αυτά, έτυχε όμως να τα ψάξω αργότερα επειδή μ' αρέσει ο Ντίλαν).
Εν κατακλείδι, παρά το ότι βρήκα το τολμηρό αυτό εγχείρημα ενδιαφέρον, δεν θα το συνιστούσα έξω από τον κύκλο των "οπαδών" που λέγαμε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΤΟ "COBRA VERDE"


Το 1987 ο Werner Herzog δουλεύει για 5η και τελευταία φορά με τον ηθοποιό - φετίχ του Κλάους Κίνσκι στο "Cobra Verde", μια ακόμα ιστορία τρέλλας που διαδραματίζεται στους τροπικούς. Οι σχέσεις τους είχαν φτάσει σε οριακό σημείο, ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για παράνοια και τυραννικότητα, αρκετές φορές λίγο έλλειψε να αλληλοσκοτωθούν... κι όταν το φιλμ τελείωσε ήξεραν και οι δύο ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστούν ξανά (ο Κίνσκι πέθανε 4 χρόνια αργότερα).
Ο Cobra Verde είναι ένας διάσημος παράνομος της Νότιας Αμερικής (έχει οδηγηθεί στην παρανομία λόγω του λιμού στη φτωχή περιοχή του), που γίνεται αρχικά επιστάτης των σκλάβων σε μια φυτεία ζάχαρης και στη συνέχεια στέλνεται στην άγρια Αφρική, στη Δαχομέη, με αποστολή να ξαναστήσει το εμπόριο σκλάβων που έχει διακοπεί εξ αιτίας της τρέλας του ντόπιου βασιλιά. Στην πραγματικότητα η αποστολή του είναι μια άτυπη καταδίκη σε θάνατο, αφού όλοι την θεωρούν αδύνατη. Όμως...
Γυρισμένη σε Νότια Αμερική και Αφρική, η ταινία είναι μία ακόμη παραληρηματική ματιά του Χέρτσογκ πάνω στη μεγαλομανία που οδηγεί στην τρέλα, όπως ακριβώς τα προγενέστερα "Αγκίρε" και "Φιτζγκαράλντο". Η ιστορία δεν έχει τόση σημασία εδώ. Άυτό που μετρά κυρίως είναι το βαθμιαίο γλίστριμα στην παρακμή και στην τρέλλα και οι απίστευτες, σουρεαλιστικές ενίοτε, εικόνες, κυρίως στο αφρικάνικο μέρος του φιλμ. Και φυσικά ο Κίνσκι, που για μια ακόμα φορά τα δίνει όλα σε έναν ημιπαρανοϊκό ρόλο, που ούτως ή άλλως βρισκόταν πολύ κοντά στην ιδιασυγκρασία του.
Δεν μπορεί κανείς να συστήσει σε όλους τις ταινίες του Χέρτσογκ, που αυτό που επιδιώκουν, όπως επανειλημμένα λέει ο ίδιος, είναι η έκσταση. Η αφήγησή τους δεν είναι στρωτή, υπάρχουν κενά κλπ. Ο θεατής ή θα "μπει μέσα τους", θα βιώσει ένα μέρος της έκστασης αυτής, αφήνοντας τον εαυτό του σε εικόνες από απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου που δεν έχει ξαναδεί ή, πιθανόν, θα βαρεθεί. Μόνο αν είστε "μυημένοι" στο σινεμά του Χέρτσογκ λοιπόν, ψάξτε για το Cobra Verde, άλλη μια μεγάλη ταινία του.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2008

Η "ΠΑΓΙΔΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ


"Η Παγίδα" (Klopka, 2007) του σέρβου Srdjan Golubovic είναι ένα δυνατό δράμα, αρκετά βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά και αρκετά ενδιαφέρον. Δοκιμάζει τα όρια της ηθικής ενός συνηθισμένου, απόλυτα τίμιου όμως ανθρώπου, και εξερευνά για μια ακόμα φορά το θέμα του αν όλοι μας έχουμε κάποια τιμή στην οποία μπορούμε να εξαγοραστούμε.
Ένας πατέρας με οικονομικά προβλήματα, του οποίου ο μικρός γιος θα πεθάνει σύντομα αν δεν εγχειριστεί, δέχεται την πρόταση να σκοτώσει έναν άγνωστο με αντάλλαγμα την εγχείρηση του γιου του. Τι θα έκανε οποιοσδήποτε μπροστά στο εφιαλτικό αυτό δίλημμα;
Η ταινία του Golubovic δεν μένει μόνο στο αμιγώς ηθικό επίπεδο. Δείχνει καθαρά το γιατί ένας καθ' όλα τίμιος άνθρωπος σκέφτεται σοβαρά να ενδώσει στην "προσφορά". Είναι λοιπόν το αμείλικτο οικονομικό σύστημα που ωθεί με μαθηματική βεβαιότητα στη διαφθορά και την επακόλουθη οδύνη, το σύστημα που, πολύ απλά, λέει "αφού δεν έχεις λεφτά, ας πεθάνει ο γιος σου" . Σε έναν κόσμο όπου το χρήμα κυριαρχεί και όσοι δεν το έχουν δεν έχουν και στον ήλιο μοίρα, τα δράματα θα γίνονται όλο και πιο ζοφερά και οι επιπτώσεις ανεξέλεγκτες. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι και η κατάδειξη του μηχανισμού διάλυσης μιας ευτυχισμένης (πριν) οικογένειας εξ αιτίας οικονομικών κατά βάση παραγόντων και οι έμμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των τελευταίων ακόμα και στις προσωπικές σχέσεις.
Το άλλο στοιχείο που θίγεται είναι αυτό των τύψεων. Που, όπως βλέπουμε στο φιλμ, δεν είναι καθόλου "πολυτέλεια", αλλά μπορούν να αποβούν ο καταλύτης της ιστορίας. Φαίνεται ότι αυτές δεν έχουν ακόμα εξαφανιστεί παντελώς από την στυγνή κοινωνία που παγκόσμια διαμορφώνεται τα αρκετά τελευταία χρόνια.
Ενδιαφέρουσα ταινία λοιπόν, με κάποια σεναριακή αντίρρησή μου στο ότι το δράμα πυροδοτείται ουσιαστικά από κάποια σύμπτωση, δίχως την οποία ίσως όλα ίσως θα ήταν πιο ανώδυνα (το κακό όμως ούτως ή άλλως θα είχε γίνει). Το βρίσκω κάπως εύκολο σαν λύση. Πάντως αν δεν θέλετε πολύ "βαριές" ταινίες, αλλάξτε αίθουσα. Αλλιώς νομίζω ότι είναι ένα αρκετό καλό δράμα με έντονο πολιτικοκοινωνικό background.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ SWEENEY TODD


Δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, βέβαια, να πω ότι και εγώ (μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια) θεωρώ τον Tim Burton ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Ο σκοτεινός, συχνά νοσηρός κόσμος του, είναι ένας καθαρά δικός του κόσμος, βγαλμένος κατευθείαν από την καλπάζουσα φαντασία του. Το ενδιαφέρον με τον Burton είναι ότι, αν και απόλυτα προσωπικός, παραμένει ένας εμπορικός σκηνοθέτης, που κάθε ταινία του αποφέρει εκατομμύρια και διακρίνεται στο box office. Είναι η περίπτωση όπου τα όρια ανάμεσα στην προσωπική δημιουργία και το blockbuster καταρρέουν. Και είμαι ένας από τα εκατομμύρια και πάλι που απολαμβάνουν απόλυτα αυτή την κατάρρευση.
Δεν έχω να πω κάτι πρωτότυπο για τον Sweeney Todd (2007), το τελευταίο πόνημα του Μπάρτον, με τον αγαπημένο του ηθοποιό, τον Τζόνι Ντεπ φυσικά, στον βασικό ρόλο (αλλά και τη σύζυγό του σκηνοθέτη, την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ). Τα έχουν ήδη επισημάνει όλα. Αυτό που θεωρώ πρωτότυπο είναι η πλήρης αποδόμηση του μιούζικαλ, ενός είδους που οι περισσότεροι θεωρούν από "γλυκούλι" έως ξενέρωτο. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Ο Μπάρτον κάνει ένα απόλυτα μαύρο, ματοβαμμένο και νοσηρό μιούζικαλ (γιατί, βέβαια, μιούζικαλ είναι ο Sweeney Todd), δίχως ίχνος φωτός και ελπίδας, με τον άσβεστο πόθο για εκδίκηση να κυριαρχεί από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Το μιούζικαλ προϋπήρχε ως θεατρικό, αυτό που βλέπουμε όμως στην οθόνη είναι καθαρός Μπάρτον. Και, επιπλέον, με μια πολιτική διάσταση, καθώς ο δαιμονικός και άδικα καταδικασμένος κουρέας της βικτωριανής Αγγλίας εκδικείται (σφάζοντας) δίχως ίχνος ελέους την άρχουσα τάξη: Πλούσιους, δικαστές, προύχοντες κάθε είδους, σα να λέει ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος σε μια απόλυτα άδικη κοινωνία.
Η εντυπωσιακή φωτογραφία εξαλείφει σχεδόν κάθε χρώμα, κάνοντας στο γκριζόμαυρο να κυριαρχεί ώστε να επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Αλλά όχι μόνο γκριζόμαυρο. Υπάρχει και το κόκκινο, που σχεδόν ρέει σε κάθε σκηνή, καθώς οι πίδακες του αίματος ξεπηδούν όλο και πιο συχνά αγγίζοντας τα όρια του σπλάτερ. Και το χιούμορ του Μπάρτον; Φυσικά και υπάρχει. Είναι όμως τόσο μαύρο και σαρδόνιο, που δύσκολα το διακρίνει ο αμύητος θεατής.
Απολαύστε το. Σας προειδοποιώ όμως: Είναι πιο μαύρο απ' όσο νομίζετε. Είναι μάλλον ο πιο "μαύρος" Μπάρτον μέχρι σήμερα.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

CLOVERFIELD: ΟΤΑΝ ΤΟ "BLAIR WITCH" ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ


Φαίνεται ότι κάθε 10 περίπου χρόνια, όταν ο θόρυβος από το προηγούμενη προσπάθεια έχει καταλαγιάσει, θα σκάει μύτη μια αντίστοιχη (όμοια θα έλεγαν πολλοί) απόπειρα. Μιλώ φυσικά για το απροσδόκητο Cloverfield (2008) του Matt Reeves, που ήρθε από το πουθενά (για μένα τουλάχιστον, που μια εβδομάδα πριν αγνοούσα την ύπαρξή του) για να με ξαφνιάσει μάλλον ευχάριστα.
Πρόκειται για τυπική ταινία τρόμου - καταστροφής. Το στόρι μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σειρές: Ένα αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης γιγάντιο και εφιαλτικό τέρας σκάει από το πουθενά (σαν την ταινία) και καταστρέφει με μανία τη Νέα Υόρκη. Αυτά. Και γιατί είναι ενδιαφέρον αυτό μετά τόσους Γκοντζίλες (ο συνειρμός με τον γιαπωνέζο ξάδελφό του είναι φυσικά προφανής) και άλλα συναφή τέρατα; Εδώ είναι που μπαίνει το Blair Witch Project που λέγαμε. Υποτίθεται (όπως ακριβώς σ' αυτό) πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι ταινία, αλλά μια τυχαία καταγραφή σε ερασιτεχνικό βίντεο από έναν νεοϋορκέζο που έτυχε να έχει ανοιχτή την κάμερά του και να κινηματογραφεί τα συγκλονιστικά συμβάντα ως το τέλος. Που, παρεπιπτόντως, δεν είναι καθόλου "τέλος", μια που τα πάντα μένουν μετέωρα και αναπάντητα, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν όντως επρόκειτο για μια ερασιτεχνική καταγραφή. Αφήστε το ότι πολλές σκηνές δεν μπορούν παρά να σου φέρουν στο μυαλό την 11η Σεπτέμβρη...
Τα θετικά είναι ότι η ταινία κατάφερε να με κρατήσει σ' όλη της τη διάρκεια. Η ενταση ανεβαίνει διαρκώς, η κουνημένη φωτογραφία και η κάμερα στο χέρι, οι ενίοτε θαμπές εικόνες, τα απότομα κοψίματα, όλα συμβάλλουν στην πειστικότητα του εγχειρήματος, ενώ η σχετικά low-budget αίσθηση μοιάζει να ανατρέπει τα κλισέ των ταινιών καταστροφής, που πάντοτε είναι υπερπαραγωγές. Τα αρνητικά είναι όλα, τόσο δηλαδή το σκέλος "Γκοτζίλα" όσο και αυτό του "Blair Witch", τα έχουμε ξαναδεί και εμπεδώσει, οπότε η πρωτοτυπία περιορίζεται στο πάντρεμά τους και μόνο. Και υπάχουν βέβαια και αρκετά κλισέ (οι ξενέρωτες ατάκες, ο ερωτευμένος ήρωας που πάει με τα δυο του χέρια στο "στόμα" του τέρατος και τον ακολουθεί και η παρέα του από πάνω) κλπ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ωστόσο, ξαναλέω, είναι καλογυρισμένη, πειστική σ' αυτό που θελει να μας πείσει και κρατά τον θεατή.
ΥΓ: Σημειωτέον ότι το τέρας καθόλου δεν θυμίζει Γκοτζίλα. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακό και "εξωγήινο".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Ο ΚΥΡΙΟΣ VERDOUX: ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ CHAPLIN


Το 1947, εφτά χρόνια μετά τον "Δικτάτορα", ο Charlie Chaplin (1889-1977) γυρίζει τον "Κύριο Βερντού" (Monsieur Verdoux). Το σενάριο είναι δικό του, βασίζεται όμως σε μια ιδέα του Όρσον Ουέλες. Η ταινία αποκτά αμέσως μια ξεχωριστή θέση στη φιλμογραφία του για έναν απλό λόγο: Παρουσιάζει έναν πολύ διαφορετικό Τσάπλιν απ' αυτόν που όλοι είχαν συνηθίσει μέχρι τότε (και που κι εμείς σήμερα ξέρουμε). Ο πάμφτωχος, χαριτωμένος, καλόκαρδος ανθρωπάκος, ο Σαρλώ, εξαφανίζεται για να δώσει τη θέση του σε έναν πικρόχολο και κυνικό Τσάπλιν, που δείχνει να έχει χάσει κάθε πίστη στους ανθρώπους, στην ηθική τους και στην πρόθεσή τους να κάνουν το καλό.
Στον "κ. Βερντού" ο Τσάπλιν ενσαρκώνει ούτε λίγο ούτε πολύ έναν σύγχρονο Κυανοπώγωνα, έναν σχετικά ηλικιωμένο, γοητευτικό τύπο, με άψογους, αριστοκρατικούς τρόπους, που παντρεύεται ηλικιωμένες μοναχικές γυναίκες, τις σκοτώνει και κληρονομεί την περιουσία τους. "Ο γλυκούλης Σαρλώ είναι αυτός;", θα πείτε έκπληκτοι. Το ίδιο, φαντάζομαι, θα είπε και το κοινό της εποχής που έκπληκτο παρακολούθησε την απροσδόκητη μεταστροφή μιας αγαπημένης φιγούρας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ότι ο ήρωας παρουσιάζεται εδώ γοητευτικός, όπως είπαμε, αστείος και συμπαθητικός, παρά τις απεχθείς του δραστηριότητες. Και, ακόμα περισσότερο, παρά την πληθώρα γάμων που έχει κάνει, είναι στην πραγματικότητα παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπά και είναι απόλυτα αφοσιωμένος σ' αυτήν και το παιδί του. Για να είμαστε ακριβέστεροι, κάνει ό,τι κάνει για το δικό τους καλό, για να τους εξασφαλίσει ένα άνετο μέλλον σ' έναν αβέβαιο, ταραγμένο και συχνά εφιαλτικό κόσμο. Κι όταν αυτό που αγαπά χάνεται, αφήνεται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τη μοίρα που του επιφυλάσσει μια παράλογη κοινωνία.
Η μεταστροφή του Chaplin μπορεί να εξηγηθεί με μια ματιά στην εποχή: Ο κόσμος έχει μόλις βγει από τον φριχτό Β' Παγκόσμιο και είναι μισοκατεστραμένος. Κάθε αξία έχει καταρρεύσει μέσα στις εκατόμβες των νεκρών. Η βόμβα της Χιροσίμα έχει ολοκληρώσει τη φρίκη, αποδεικνύοντας με περίτρανο τρόπο την τρομαχτική εφευρετικότητα του ανθρώπου όταν πρόκειται να σκοτώσει. Η αγωνία και η αβεβαιότητα είναι διάχυτες παντού. Μέσα σ' αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον, ο κάθε Βερντού κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα για να περιφρουρήσει την όποια ευτυχία του. Αν αυτό που ξέρει είναι να σκοτώνει, αυτό θα κάνει. Στο τέλος, στη δίκη, ο Βερντού / Τσάπλιν δηλώνει κάτι αυτονόητο και προφανές, που όμως όλοι ξεχνάμε: Όταν κάποιος σκοτώσει δέκα αθώους είναι απεχθές κτήνος και καταδικάζεται σε θάνατο. Όταν, σ' έναν πόλεμο, σκοτώσει εκατοντάδες ή χιλιάδες (βλ. Χιροσίμα), είναι ήρωας και παρασημοφορείται. "Μα αυτός εκτελεί διαταγές", θα μου πείτε. Ε, τότε, ας εκτελέσουν αυτούς που δίνουν τις διαταγές. Τους στρατηγούς ή τους κυβενήτες των χωρών. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι ένας κατά συρροήν δολοφόνος είναι αθώος. Καλό είναι όμως να μη ξεχνάμε πως, όσο απεχθής κι αν είναι αυτός, είναι ο "τελευταίος τροχός της άμαξας", πως υπάρχουν πολύ χειρότεροι δολοφόνοι εκεί έξω.
Η ταινία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον και ο φινετσάτος Τσάπλιν δίνει ρεσιτάλ. Δεν στερείται χιούμορ (κάθε άλλο), αλλά δεν είναι και ο ξεκαρδιστικός Τσάπλιν που είχαμε συνηθίσει παλιότερα. Όπως και να το κάνουμε πάντως, και μόνο για τις ιδιαιτερότητές της και το μαύρο, κυνικό πνεύμα της, αξίζει να τη δει κανείς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

ΟΣΚΑΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗΣ "ΕΞΙΛΕΩΣΗ"


Είχα ξεχωρίσει τον μέχρι πρότινος τηλεοπτικό Joe Wright από την πρώτη μόλις ταινία του. Το "Περηφάνεια και προκατάληψη", ενώ δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, διέθετε εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Αυτό επιβεβαιώνεται και με το παραπάνω από την τωρινή "Εξιλέωση" (Atonement, 2007), δεύτερη μόλις ταινία του, από το γνωστό βιβλίο του Ian McEwan.
Πρόκειται για ένα δυνατό δράμα, απόλυτα οσκαρικών προδιαγραφών, που ξεκινά ανάλαφρα για να καταλήξει τραγικά. Αγγλία, μεσοπόλεμος (και λίγο μετά πόλεμος), πλούσιες οικογένειες, ανέμελες και πληκτικές μέρες... και μετά έρχεται η σκοτεινιά. Είναι βέβαια αδύνατο με όλα αυτά να μη σου έρθει στο μυαλό ο Ivory, πλην όμως νομίζω ότι ο Wright, με τη συγκεκριμένη ταινία, στέκεται άξια δίπλα του.
Το όλο νόημα της ταινίας είναι το πώς μια επιπόλαια, πεισματάρικη και απερίσκεπτη παιδική πράξη μπορεί να καταστρέψει για πάντα τις ζωές των γύρω. Παράλληλα όμως, θίγονται και θέματα όπως η μεγάλες ταξικές διαφορές της εποχής, τα "δύο μέτρα και δύο σταθμά" και η κοινωνική αδικία γενικότερα, αλλά και, κυρίως, η φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος (ο Β' Παγκόσμιος στο συγκεκριμένο φιλμ) δείχνεται απόλυτα ζοφερά, δίχως τίποτα μεγαλόπνοο και ηρωικό, σαν μια κατάρα που πέφτει επί δικαίων και αδίκων και μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει. Αν ακόμα πιστεύετε σε πολεμικούς ηρωισμούς και "αναγκαιότητες" και άλλες τέτοιες μπούρδες, φοβάμαι πως θα απογοητευτείτε.
Πάντως, όπως είπα και στην αρχή, μετρά κυρίως η εντυπωσιακή σκηνοθεσία, με ενδιαφέροντα πήγαιν'-έλα στο χρόνο, με έξυπνες κινήσεις της κάμερας και με ένα πολύ εντυπωσιακό τράβελινγκ στη σκηνή της παραλίας με τους στρατιώτες, που από μόνη της θα ήταν ικανή να εδραιώσει το αντιπολεμικό κλίμα που λέγαμε. Ενδιαφέρουσα και η ανατροπή στο τέλος, όπου τονίζεται η συγκίνηση και η απώλεια, παίζει έξυπνα με την λογοτεχνική προέλευση του φιλμ και για λίγο - αλλά συγκλονιστική - εμφανίζεται η Βανέσα Ρέντγρέιβ. Φωτογραφία, κοστούμια κλπ. άψογα όπως αναμενόταν. Είπαμε. Πρόκειται για "οσκαρικό" φιλμ, ασχέτως αν τελικά θα το πάρει ή όχι.
Όσοι δεν αντέχετε τα δράματα εποχής κρατηθείτε μακριά. Οι υπόλοιποι θα απολάυσετε ένα από τα καλά δείγματα του είδους.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2008

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ


Το 1987 ο Pedro Almodovar γυρίζει τον "Νόμο του Πόθου", μια από τις σχετικά άγνωστες ταινίες του. Σχετικά άγνωστος εκτός Ισπανίας ήταν βέβαια και ο ίδιος την εποχή εκείνη. Ωστόσο και στο φιλμ αυτό διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη.
Πρόκειται για ένα απόλυτα gay δράμα (είναι χαρακτηριστικό ότι η βασική γυναικεία παρουσία, η Κάρμεν Μάουρα, ερμηνεύει όχι μια γυναίκα, αλλά μια τρανσέξουαλ). Πάθη, μοιραία ενίοτε, φόνοι, ίντριγκες, ερωτευμένοι (με αγόρια φυσικά) σκηνοθέτες - ένα alter ego του ίδιου του Almodovar; - συνθέτουν μια ταινία που, ενώ ξεκινά σαν έντονα ερωτική, εξελίσσεται βαθμιαία σε ένα είδος ιδιόρυθμου αστυνομικού φιλμ, με μια α λα Χίτσκοκ πλοκή, με τον ήρωα - σκηνοθέτη να κατηγορείται άδικα και να πασχίζει να αποδείξει την αθωότητά του.
Είπα στην αρχή ότι "διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη". Το "σχεδόν" το έβαλα επειδή, ενώ πρόκειται για μία τυπικά αλμοδοβαρική ταινία, διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του αφού λείπει το χιούμορ. Πράγματι, τα πάντα εδώ αντιμετωπίζονται σοβαρά. Σε άλλα του φιλμ, ακόμα κι αν δεν ξεκαρδίζεται κανείς στα γέλια, υπάρχει όλη αυτή η υπερβολή, το πανταχού παρόν κιτς, οι τόσο τραβηγμένες καταστάσεις, που προκαλούν γέλιο μέσα στα δράματα που περιγράφουν. Στον "Νόμο του Πόθου" (όπως και στο κοντικό χρονικά "Matador") το στοιχείο αυτό λείπει εντελώς.
Προσωπικά δεν τη θεωρώ κακή ταινία, ούτε όμως και μία από τις σημαντικές ενός μεγάλου δημιουργού. Πιστεύω ότι ο Almodovar "απογειώνεται" πραγματικά από τις "Γυνάικες στα πρόθυρα..." και μετά. Ωστόσο, ξαναλέω, δεν είναι και κάτι που δεν βλέπεται. Και, ως κερασάκι στην τούρτα, διαθέτει και τον προ Χόλιγουντ Αντόνιο Μπαντέρας σε ρόλο ψυχωτικού gay δολοφόνου...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Ο ΚΡΥΟΣ ΑΣΤΕΡΙΞ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ


Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ταινίες του Αστερίξ (μιλώ για τις 3 ταινίες με ηθοποιούς, όχι για τα κινούμενα σχέδια). Πιο συμπαθητική βρήκα τη δεύτερη, αυτή με την Κλεοπάτρα, από κει και πέρα όμως... Θεωρώ λοιπόν αυτή εδώ την τρίτη περιπέτεια του τρομερού Γαλάτη και των συγχωριανών του (2018) ως μία από τις χειρότερες.
Αυτή τη φορά ο Αστερίξ και ο Οβελίξ έρχονται στους Ολυμπιακούς, στη χώρα μας δηλαδή, και οι σκηνοθέτες Frédéric Forestier και Thomas Langmann (ή μάλλον οι παραγωγοί τους) σκέφτονται προφανώς ότι είναι ευκαιρία για μια αρπαχτή, αφού Ολυμπιακοί έρχονται, όλο και κάποιοι θα τσιμπήσουν. Το θέμα είναι όμως η τεράστια απόσταση της ταινίας από το κόμικς (και γενικότερα των ταινιών Αστερίξ από τα κόμικς Αστερίξ). Το λεπτό, πανέξυπνο, ξεκαρδιστικό χιούμορ των κόμικς έχει αντικατασταθεί με χοντράδες, ηλίθια αστεία και τόννους ψηφιακών εφφέ, από την αναπαράσταση της αρχαίας Ολυμπίας (που φωνάζει από μακριά ότι είναι ψηφιακή) έως τις λεγεώνες και τους κλασσικούς Ρωμαίους που απογειώνονται μετά τις γροθιές του Οβελίξ. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, έρχονται οι άνευ κανενός σεναριακού λόγου εμφανίσεις των Ζιντάν και κάποιων άλλων διάσημων άθλητών, που παίζουν με την μπάλα (και με τα νεύρα μας) κάνοντας ακόμα χειρότερα τα πράγματα - δείγμα κι αυτό της αρπαχτής που λέγαμε, αφού "ε, κοτζάμ Ζιντάν εμφανίζεται, όλο και κάποιοι θάρθουν να τον δουν". Η εμφάνιση του Σουμάχερ ως αρματηλάτη είναι κάπως πιο ενσωματωμένη στο στόρι και δικαιολογημένη - αν και αναρωτιέμαι πόσα εκατομμύρια πλήρωσε η Ferrari για να βάλουν το κατακόκκινο άρμα της στον αγώνα ως (καθόλου γκρίζα) διαφήμηση... Όσο για τον καινούριο Αστερίξ, τον Κλοβίς Κορνιγιάκ δηλαδή, είναι επιεικώς αχώνευτος.
Τίποτα καλό δηλαδή στο φιλμ; Προσωπικά το μόνο που μου άρεσε (εκτός του σταθερού και ταιριαστού Ντεπερντιέ ως Οβελίξ) είναι ο πολύ καλός Αλέν Ντελόν στο ρόλο του Καίσαρα. Ήταν το μόνο στοιχείο που βρήκα απολαυστικό και με έκανε να γελάσω κάπως. Αυτά από έναν φανατικό των κόμικς του Αστερίξ και του ιδιοφυούς χιούμορ του ανεπανάληπτου Rene Gosciny (που εδώ βέβαια έχει κάνει φτερά σαν αυτά που φορά ο Γαλάτης στο κράνος του). Κρίμα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2008

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΑ ANTENA ΑΠΟ ΤΑ '20ς (ΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ)


"La Antena", δεύτερη μόλις fiction ταινία του αργεντινού Esteban Sapir, είναι ένα από τα πιο παράδοξα και εντυπωσιακά φετινά φιλμ. Τι έχει κάνει ο Sapir; Πρώτα - πρώτα μια βουβή, ασπρόμαυρη ταινία. Έπειτα, μια ταινία του φανταστικού που παραπέμπει άμεσα στη Metropolis του Lang, αλλά και σε άλλες κλασικές ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και του φανταστικού της βωβής εποχής. Και τέλος μια ταινία με αρκετά "μηνύματα" και αλληγορίες, που στοχεύουν βέβαια στο σήμερα.
Θα το πω καθαρά από την αρχή: Σεναριακά, το όλο πράγμα μπάζει σε αρκετά σημεία. Υπάρχουν κενά, υπάρχουν σύμβολα που η χρήση τους δημιουργεί ερωτηματικά, υπάρχουν στοιχεία που μένουν μετέωρα, σα να εμφανίζονται κάποια στιγμή δίχως να αξιοποιούνται στη συνέχεια. Αυτό όμως που είναι εκπληκτικό και αποζημιώνει τον θεατή είναι το οπτικό μέρος, η σκηνοθεσία, το συνεχές ποτάμι οπτικών ιδεών που δεν σταματά από την αρχή ως το τέλος. Το φιλμ είναι πειραγμένο, λίγο θαμπό, λίγο γρήγορο, ώστε να σε πείθει ότι πρόκειται για ταινία της δεκαετίας του 20 ή κάπου εκεί. Έπειτα, παρά το ότι είναι βουβό, διαθέτει ένα θαυμάσιο σάουντρακ, που είναι μια σπάνια περίπτωση "real time", διαρκεί δηλαδή δίχως διακοπή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό (όπως στο Koyanisqatsi ας πούμε). Οι τερατώδεις φιγούρες, η παράξενη αρχιτεκτονική, όλα συμβάλλουν στο κλίμα του φανταστικού που δημιουργείται από τις πρώτες κιόλας εικόνες. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ευρηματικόταη χρήση των λέξεων. Δεν υπάρχουν υπότιτλοι, όπως δεν υπάρχουν και οι φράσεις που έβγαιναν ανάμεσα στα πλάνα στο παλιό βουβό σινεμά. Οι φράσεις βγαίνουν με διάφορους τρόπους από τα στόματα των ηρώων και αποτελούς αναπόσπαστο μέρος του εικαστικού σύμπαντος της ταινίας, είναι ενσωματωμένες στην εικόνα. Αδύνατο να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ αν δεν το δείτε. Όσο για το βουβό, έχει σχέση και με την ιστορία, που αναφέρεται σε μια πόλη όπου έχουν κλεψει τη φωνή των κατοίκων καταδικάζοντάς τους σε απόλυτη βουβαμάρα. Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι αυτός που τους την έκλεψε είναι ο παντοδύναμος "Mr. TV", καταλαβαίνετε ότι η αλληγορία είναι κάτι παραπάνω από σαφής και ότι οι πολιτικές θέσεις δεν λείπουν.
Όλα αυτά παντρεύονται έξυπνα με μια παραμυθένια ατμόσφαιρα, με ποίηση και λυρισμό, και οδηγούν στο τελικό εικαστικό παραλήρημα. Δείτε την για το οπτικό της μέρος. Πιστεύω ότι είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που τα σεναριακά κενά περνούν σε δεύτερη μοίρα και παύουν να ενοχλούν.
ΥΓ: Με την ευκαιρία δείτε και την ενδιαφέρουσα έκθεση κόμικς από γνωστούς δημιουργούς που εμπνέυστηκαν από την ταινία, οργανώθηκε από το "9" της Ελευθεροτυπίας και λειτουργεί στο φουαγιέ του "Μικρόκοσμου".

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

ΑΠΟΑΛΥΣΤΙΚΟΤΑΤΗ ΚΑΙ ΣΠΙΝΘΗΡΟΒΟΛΑ JUNO


Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα, μπορώ σχεδόν με σιγουριά να προβλέψω ότι η Juno (2007), δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του Jason Reitman, θα έχει μια θέση στα 10 καλύτερα της σεζόν. Εξαιρετικό χιούμορ, φοβερή πρωταγωνίστρια, ανατρεπτικές καταστάσεις - πολύ έξω από την mainstream αμερικάνικη ματιά σε παρόμοια θέματα - και πέρα για πέρα feel good φάση, συνθέτουν μια ταινία που δεν αρκείται μόνο στην πλάκα.
Το θέμα είναι απλό: Μια 16χρονη έφηβη μένει έγκυος την πρώτη φορά που κάνει σεξ με έναν συνομήλικο συμμαθητή της. Θα πιστεύατε λοιπόν (κι εγώ το ίδιο) ότι από εδώ θα άρχιζε ένα ζοφερό δράμα με εκτρώσεις ή μη, με κοινωνικές κατακραυγές, οικογενειακά προβλήματα, καταστροφή της ερωτικής σχέσης και τέτοια. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Το δύσκολο αυτό θέμα αντιμετωπίζεται με χιούμορ, με εστίαση στην πολυπλοκότητα φιλικών και άλλων σχέσεων, με απρόβλεπτους χαρακτήρες που, όπως στην πραγματικότητα, συνδυάζουν θετικά και αρνητικά στοιχεία και βρίσκονται πολύ μακριά από τη μονολιθικότητα του "καλού" και του "κακού" και, τελικά, καταλήγει σε εξ ίσου απρόβλεπτο φινάλε.
Η πανέξυπνη και κάθε άλλο παρά συνηθισμένη νεαρή ηρωίδα (Έλεν Πέιτζ) κυριαρχεί βέβαια σε έναν από τους καλύτερους φετινούς γυναικείους ρόλους. Αυτό όμως που μέτρησε ιδιαίτερα για μένα είναι η απόλυτη ανατρεπτικότητα της όλης κατάστασης. Πολύ μακριά από κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας, πολύ πέρα από κάθε στερεότυπο οικογένειας (η οικογένεια της μικρής και ιδιαίτερα ο πατέρας είναι όλα τα λεφτά), πολύ μακριά από κάθε σεμνοτυφία και - επιτέλους - πολύ μακριά από τις συνήθεις έννοιες της πατρότητας και της μητρότητας (που είναι "θαύματα της φύσης" και "ιερά" και άλλα τέτοια βαρύγδουπα), απόλυτα απενοχοποιημένη σε σχέση με το σεξ και την κατά λάθος εγκυμοσύνη, γράφοντας κυριολεκτικά στα παλιά της τα παπούτσια τον κοινωνικό περίγυρο και το "τι θα πει ο κόσμος", βλέπεται με απόλαυση από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Δεν νομίζω ότι θα πάρει τα μεγάλα Όσκαρ για τα οποία έχει προταθεί, αυτό όμως είναι το τελευταίο πράγμα που με νοιάζει.
Όπως καταλάβατε, τη βρήκα μία από τις δροσερότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Κι όσο για τον Jason Reitman, εκτός από το ότι είναι η μοναδική περίπτωση (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) γιου που βγαίνει καλύτερος σκηνοθέτης από τον πατέρα (είναι γιος του Ivan Reitman και έχει κάνει και το "Thank you for smoking"), καθιερώνεται ως ένας εξαιρετικά ελπιδοφόρος νέος δημιουργός. Θα περιμένω με αγωνία τις επόμενες δουλειές του.

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2008

ΜΙΑ ΦΟΡΑ... ΔΥΟ ΜΟΥΣΙΚΟΙ... ΚΙ ΕΝΑΣ ΣΧΕΔΟΝ ΕΡΩΤΑΣ


Το "Once" (Μια φορά, 2007) του Ιρλανδού John Carney είναι μια από τις πιο ιδιόρυθμες ταινίες της χρονιάς. Μια περίπου ερωτική ιστορία (αλλά όχι ακριβώς) και, αν έπρεπε να το κατατάξουμε κάπου, ένα μιούζικαλ (αλλά όχι με τη συνηθισμένη έννοια του όρου). Αυτό που σίγουρα είναι, είναι μια τρυφερή και ευαίσθητη ταινία, που βλέπει με συμπάθεια τους ήρωές της και, παρά την ευαισθησία της, δεν υποκύπτει σε εύκολους συναισθηματισμούς.
Μια Τσέχα μετανάστρια, που ξέρει μουσική αλλά πασχίζει να ζήσει πουλώντας λουλούδια, γνωρίζει έναν ταλαντούχο μουσικό του δρόμου, που θέλει να κάνει δικό του cd. Ανάμεσά τους γεννιέται αμοιβαία συμπάθεια, κάνουν παρέα, συνεργάζονται μουσικά, όλα οδεύουν προς ερωτική κατάληξη, αλλά... Αυτό που πρωταγωνιστεί στο φιλμ είναι η μουσική και η αγάπη των δύο πρωταγωνιστών γι' αυτήν. Ένα μεγάλο μέρος του καταλαμβάνεται από τα τραγούδια του ήρωα (που είναι γραμμένα από τον ίδιο τον ηθοποιό και μουσικό Γκλεν Χάνσαρντ), που παίζονται ζωντανά και ολόκληρα και λειτουργούν σαν μέρος της δράσης, έχουν βασική θέση στην αφήγηση. Γι΄αυτό σας είπα πριν για περίπου μιούζικαλ. Οι ηθοποιοί δεν τραγουδούν στα καλά καθούμενα, όπως στα κλασσικά δείγματα του είδους. Απλώς παρακολουθούμε συχνά (πολύ συχνά) τον Χάνσαρντ να παίζει στο δρόμο, στο σπίτι του, να ηχογραφεί κλπ., οπότε η μουσική ενσωματώνεται, γίνεται μέρος της δράσης.
Παράλληλα, τα σχόλια για την κατάσταση των μεταναστών του πρώην ανατολικού μπλογκ στη δύση, για τη σχέση ανδρών - γυναικών και την παλλινδρόμηση από τη φιλία στον έρωτα και αντιστρόφως ή για τη μουσική και τη δημιουργία της, δεν λείπουν.
Το πρόβλημα για κάποιους θεατές είναι ίσως το τι γίνεται αν δεν τους αρέσουν τα τραγούδια του συγκεκριμένου μουσικού - τροβαδούρου, που όπως είπα πολλάκις, κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ δεν μπορώ να βοηθήσω. Όσο για μένα, πρέπει να ομολογήσω ότι βαρέθηκα κάπως στο πρώτο μέρος, στη συνέχεια όμως η ταινία με κέρδισε απόλυτα και με γοήτευσε με το μελαγχολικό της τέλος. Σίγουρα πρόκειται για μια από τις πιο γλυκιές και τρυφερές εκπλήξεις της χρονιάς.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2008

DEEP END... ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΘΡΙΛΕΡ


Παρά τον τίτλο του το Deep End (2008) είναι μια ελληνική ταινία του Θανάση Αντωνίου. Μια ερωτική, αλλά και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται σε μια ερημική παραλία ανάμεσα σε δύο ζευγάρια με πολύπλοκες ερωτικές σχέσεις. Η πρόθεση του σκηνοθέτη είναι δηλωμένη: Να κάνει ένα ελληνικό b-movie στα πρότυπα των παλιών 70ς ιταλικών αντίστοιχων, που θα βρίθει βεβαίως από σεξ και αίμα. Η πρόθεση είναι σεβαστή - και ένα καλό τέτοιο και διασκεδαστικό θα ήταν και από την ελληνική παραγωγή λείπει. Ωστόσο άλλες οι προθέσεις και άλλο το αποτέλεσμα.
Τα προβλήματα είναι πολλά. Το βασικότερο όμως κατά τη γνώμη μου είναι οι κακές ηθοποιίες από όλους σχεδόν τους πρωταγωνιστές. Τόσο, που δίχως να υπάρχει πρόθεση για κάτι τέτοιο, η ταινία βγάζει πολύ γέλιο. Γέλιο που γίνεται δυνατότερο αν συνυπολογίσει κανείς και τα κενά και τις απιθανότητες τοAntwniou Thanasisυ σεναρίου. Οπότε, από δραματικό, ψυχολογικό θρίλερ έχουμε μια ακούσια κωμωδία. Γιατί αν δεν το διασκεδάσεις και λίγο βλέποντάς το... τότε την πάτησες για τα καλά.
Ίσως κάποιοι πουν ότι αφού ήθελε να κάνει b-movie, όλα αυτά είναι δικαιολογημένα και ηθελημένα. Στο κάτω - κάτω τα b-movies και κακές ηθοποιίες έχουν συνήθως και κακό σενάριο. Χμμμ... δεν είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης είναι τόσο "μπροστά" ώστε να βάλει τους ηθοποιούς να παίζουν όπως παίζουν. Αφείστε που το όλο πράγμα πάσχει και από τηλεοπτικίαση. Οι πόζες, οι ατάκες, οι κινήσεις θυμίζουν σίριαλ. Αν αυτό δεν είναι κακό, τότε τι είναι;
Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να γίνει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον και γνήσια (και όχι ακούσια) διασκεδαστικό. Προς το παρόν αρκεστείτε να απολαύσετε (;) το γυμνό που περιέχει και να διασκεδάσετε με τα σεναριακά κουφά και την ανατροπή του τέλους. Άλλωστε, οι καλές προθέσεις ποτέ δεν ήταν αρκετές...

Τρίτη, Ιανουαρίου 22, 2008

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ (;) ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Τα "Παιχνίδια Εξουσίας" (Charlie Wilson's War) (2007) του βετεράνου Mike Nichols εντάσσονται στην κατηγορία "προοδευτικό Χόλιγουντ" (βλ. Syriana, 3 Heroes, Wag the dog κλπ.) και τα βάζουν με την αμερικάνικη εξωτερική πολιτική (εδώ βρισκόμαστε στην εποχή του Ρίγκαν). Η ταινία επιλέγει σα μέσον τη σάτιρα, η οποία ενίοτε διακόπτεται από δραματικές κορώνες. Οι ηθοποιοί είναι καλοί (όλα τα λεφτά ο ελληνικής καταγωγής Αβρακότος, ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν δηλαδή, που καπνίζει σα φουγάρο, βρίζει χυδαία και περηφανεύεται για τη στήριξη που πρόσφερε στη χούντα του Παπαδόπουλου...), η ταινία τσουλάει έως και ευχάριστα... αλλά κάποιες αντιρρήσεις τις έχω.
Υποτίθεται ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Η απορία μου είναι αν όντως κοτζάμ πολιτική των ΗΠΑ - και έμμεσα, η τύχη ολόκληρου του πλανήτη - καθορίζεται από καπρίτσια, εμμονές ή αιφνίδιες αφυπνίσεις μεμονωμένων ατόμων. Εδώ ο γυναικάς και καλοπερασάκιας βουλευτής Wilson αποφασίζει ξαφνικά ότι δεν είναι καθόλου του γούστου του η παθητική αμερικάνικη πολιτική έναντι των σοβιετικών που έχουν εισβάλλει στο Αφγανιστάν, βάζει στόχο να την αλλάξει ("πρέπει να σκοτώσουμε σοβιετικούς" είναι το σύνθημά του) και, με διάφορες ίντριγκες και κόλπα, τελικά τα καταφέρνει. Ίσως όντως να είναι εφικτά τέτοια πράγματα. Ειλικρινά δεν ξέρω. Και μάλλον θα μείνω μ΄αυτή την απορία.
Από την άλλη δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω αν η ταινία βλέπει με συμπάθεια όλους αυτούς τους τύπους ή αν τους σαρκάζει. Διότι ό ήρωας, αλλά ακόμα και ο άξεστος Αβρακότος τελικά, παρουσιάζονται μάλλον συμπαθητικοί σαν τύποι. Ο Wilson μάλιστα είναι ένα μείγμα συμπαθούς περσόνας, που πάει συχνά κόντρα στο κατεστημένο και τη γραφειοκρατία, και "πατριώτη", που δεν ανέχεται τις σοβιετικές θηριωδίες στο Αφγανιστάν και επιθυμεί έναν σχεδόν κανονικό πόλεμο (και καλά κάνει και δεν τις ανέχεται, κατά τη γνώμη μου, αλλά πώς και δεν λέει λέξη για τις αντίστοιχες αμερικάνικες θηριωδίες στο Βιετνάμ, τον Παναμά κλπ. κλπ., όπου επίσης έγιναν εισβολές;) Τέλος πάντων, νομίζω ότι ο Nichols μάλλον σατιρίζει - ευπρεπώς βεβαίως - και δεν ασπάζεται αντίστοιχες απόψεις. Ενδιαφέρον πάντως έχει η κατάδειξη των σχέσεων των αμερικάνων με τους φανατικούς Ισλαμιστές: Ενώ λοιπόν πρώτα τους υποστήριξαν με νύχια και με δόντια όσο αυτοί πολεμούσαν εναντίον των κομμουνιστών, στη συνέχεια, που όλοι ζούμε βεβαίως σήμερα, όταν οι ισλαμιστές στράφηκαν εναντίον τους μετά την αθέτηση των αμερικάνικων υποσχέσεων, τους έκαναν υπ' αριθμόν ένα εχθρό τους. Σκιαγραφείται τέλος και ο ρόλος ζάμπλουτων, ακροδεξιών (ή και τα δύο) στη χάραξη της πολιτικής των ΗΠΑ.
Ωραία όλα αυτά, αλλά η ταινία παραμένει για μένα μέτρια. Απλώς βλέπεται σχετικά ευχάριστα. Τίποτα το σπουδαίο όμως κατά τη γνώμη μου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2008

Η YELLA ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ


Η "Yella" (2007) είναι η πρώτη ταινία που βλέπω του αξιόλογου, όπως διαβάζω, γερμανού Christian Petzold και επιβεβαιώνει την πρόσφατη άνοδο του νέου γερμανικού κινηματογράφου. Πρόκειται για μια παράξενη ταινία, απόλυτα ρεαλιστικά γυρισμένη, όπου όμως το μεταφυσικό στοιχείο και το θρίλερ καραδοκούν κρυμμένα "στις γωνίες". Αυτή είναι και η ιδιομορφία του Petzold. Ενώ κινηματογραφεί εντελώς ψυχρά, απόμακρα και ρεαλιστικά τα τεκταινόμενα, ταυτόχρονα καταφέρνει να δημιουργήσει μια ανησυχητική ατμόσφαιρα, με το μυστήριο να υποβόσκει, κάνοντάς με να διαισθάνομαι διαρκώς ότι "κάτι δεν πάει καλά", δίχως να μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς. Θεωρώ το στοιχείο αυτό αρετή.
Παράλληλα, μπορούμε να μιλήσουμε για μια πολύ έμμεση αλληγορία του στυγνού καπιταλισμού των ημερών μας και μάλιστα σε μια από τις πιο "προοδευμένες" χώρες και στυλοβάτες του, τη Γερμανία. Όλη αυτή η αφόρητη ψυχρότητα, που επικεντρώνεται στις επαγγελματικές σχέσεις των ανθρώπων αλλά, όπως είναι φυσικό, τρυπώνει και διαβρώνει και τις ερωτικές, τις καθημερινές γενικότερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια πολύ πετυχημένη μεταφορά του κλίματος αυτού. Κυρίαρχες στο φιλμ είναι οι επαγγελματικές σχέσεις, οι συμφωνίες που κλείνονται ή δεν κλείνονται, οι ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, οι μετοχές που αλλάζουν χέρια, οι χρηματοδοτήσεις, τα κεφάλαια, τα λογιστικά κόλπα... και κυρίως η απάτη - ή η πρόθεση απάτης - και οι εκβιασμοί που έχουν το πάνω χέρι σ' όλον αυτόν τον υποτιθέμενο καθωσπρέπει, απόλυτα κυριλέ, φαινομενικά άψογο και αποστειρωμένο κόσμο, που αποτελείται από κοστουμάτους (και απρόσωπους) επιχειρηματίες, πολυτελή (και εξίσου απρόσωπα) γραφεία και ξενοδοχεία και χρήματα - αληθινά ή εικονικά - που αλλάζουν συνεχώς χέρια ή υπόσχονται για κάτι τέτοιο (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;). Σ' αυτόν τον κόσμο λοιπόν δεν υπάρχει περιθώριο για συναίσθημα, για έρωτα, για αληθινή ζωή. Υπάρχουν μόνο αληθινές ή ψευτικες συμφωνίες. Όλα, μέχρι και η παραμικρή χειρονομία ή ψίθυρος, είναι προσχεδιασμένα και αποσκοπούν στο οικονομικό κέρδος και μόνο.
Γι' αυτό, σ΄έναν τέτοιο κόσμο απόλυτης διαστροφής που έχουμε φτιάξει, η μεταφυσική αλληγορία του Petzold ταιριάζει γάντι. Ποια αλληγορία; Δεν μπορώ να σας πω λέξη γι' αυτό, διότι και ο παραμικρός υπαινιγμός για το τι ακριβώς συμβαίνει μπορεί να αποτελέσει ανεπίτρεπτο σπόιλερ. Πάντως όλη αυτή η ψυχρότητα και τα οικονομικά (ακαταλαβίστικα συχνά, σε μένα τουλάχιστον) που αναφέρονται, δεν με κούρασαν, αφού συνεχώς παραμονεύει, όπως είπαμε, το "άλλο" στοιχείο, που υπονομεύει τα πάντα.
Θα προσπαθήσω να δω κι άλλες ταινιες του Petzold, μια που βρήκα θετική την πρώτη επαφή μου με το έργο του.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2008

"ΔΙΑΒΟΛΟΓΥΝΑΙΚΕΣ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΡΟΜΟΥ


Το 1955 ο Henri-Georges Clouzot γυρίζει την άλλη (εκτος από το "Μεροκάματο του φόβου") μεγάλη ταινία του, τις "Διαβολογυναίκες" (Les Diaboliques). Πιστεύω ότι μέχρι σήμερα η ταινία διατηρεί αναλλοίωτη τη γοητεία, το μυστήριο και τα διφορούμενα στοιχεία της. Ξεκινά σαν ένα σκοτεινό και παράδοξο φιλμ νουάρ. Παράδοξο, αφού σύζυγος και ερωμένη αποφασίζουν από κοινού να σκοτώσουν τον καταπιεστικό, βάναυσο σύζυγο / εραστή. Από ένα σημείο και πέρα όμως μεταλάσσεται σε σχεδόν ταινία τρόμου, μεlταφυσικό στοιχείο να έχει κυρίαρχη θέση στην ιστορία. Κι όλα αυτά ενώ και το σασπένς, μάστορας του οποίου αναδεικνύεται και πάλι ο Clouzot (αυτή τη φορά αστυνομικής υφής) ανεβαίνει με κάθε λεπτό που περνά.
Πάνω σ' αυτόν τον ασυνήθιστο καμβά πλέκονται, κάτω από το κυρίαρχο μοτίβο του "εγκλήματος και της τιμωρίας", κάμποσα ερωτήματα και διφορούμενα στοιχεία: Είναι αληθινό ή κατασκευασμένο το μεταφυσικό στοιχείο; Ποια είναι η πραγματική σχέση των δύο γυναικών; Μήπως ουσιαστικά πρόκειται για μια λεσβιακή ιστορία; Και βέβαια, διάφορα ηθικά ερωτήματα: Έχουν δικαίωμα να δολοφονήσουν τον καταπιεστικό γυμνασιάρχη, έστω κι αν πρόκειται σαφώς για κάθαρμα ή ο φόνος οποιουδήποτε, ακόμα και του χειρότερου ανθρώπου, είναι απαγορευμένος; Ή, αν θέλετε, μπορεί να κερδηθεί η πολυπόθητη ελευθερία μέσα από μια αποτρόπαιη πράξη; Και αν αυτή συμβεί ποιες είναι οι συνέπειες; Ποιός είναι ο ρόλος των τύψεων; Ταυτόχρονα σκιαγραφείται το κλειστό, άχαρο και υποκριτικό περιβάλλον τόσο του σχολείου όσο και της κοινωνίας που το περιβάλλει, στις λίγες σκηνές που συμβαίνουν έξω απ' αυτό.
Την ατμοσφαιρικότητα της ταινίας ανεβάζει η ασπρόμαυρη φωτογραφία και, κυρίως, η επιλογή των χώρων. Το αχανές, δαιδαλώδες σχολείο με τους εσώκλειστους μικρούς μαθητές αποτελεί ιδανικό χώρο για την ανάπτυξη των στοιχείων του θρίλερ, που κορυφώνεται με την τελική, ανοιχτή σε αναγνώσεις σκηνή. Γενικά νομίζω ότι δίκαια κατέχει τη θέση μιας από τις κλασικές ταινίες του γαλικού σινεμά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2008

ΠΕΡΙ "ΔΕΙΛΩΝ" ΚΑΙ "ΗΡΩΩΝ"


Η ιστορία του περιβόητου ληστή του Φαρ Ουέστ Τζέσε Τζέιμς έχει μεταφερθεί πολλές φορές στο σινεμά και μάλιστα με πολλές διαφορετικές οπτικές και στιλ. Από απλή γουέστερν περιπέτεια μέχρι ψαγμένες ταινίες, πλην όμως ειδωμένες κάτω από διαφορετικές "γωνίες". Η πολυπλοκότερη ίσως είναι η τωρινή "The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford" (2007) του Andrew Dominik, που ως ταινία είναι τόσο μακρά όσο και ο τίτλος της. Θα σας προειδοποιήσω από την αρχή: Δεν είναι μόνο τρίωρη, αλλά και αρκετά αργή. Όσοι λοιπόν είναι εθισμένοι στους καταιγιστικούς ρυθμούς της πλειοψηφίας του σύγχρονου mainstream μάλλον θα κουραστούν. Οι υπόλοιποι θα απολαύσουν μια ενδιαφέρουσα ματιά στον ήδη πολυχρησιμοποιημένο μύθο.
Ο Dominik επικεντρώνει περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων του δράματος - και όχι μόνο του θύτη και του θύματος (όροι που κι αυτοί είναι αμφισβητήσιμοι), αλλά και των δευτερευόντων χαρακτήρων που τους περιβάλλουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ιστορία ξεκινά μετά το τέλος της δράσης της συμμορίας των αδελφών James. Έτσι δεν βλέπουμε σχεδόν καμιά ληστεία, κανένα κυνηγητό ή μονομαχίες. Η εποχή της δράσης έχει παρέλθει, ο μεγάλος αδελφός αποσύρεται προς άγνωστη κατεύθυνση, ενώ ο Jesse James, παντρεμένος με παιδιά και ήδη θρύλος στα μάτια του κόσμου, που τον θαυμάζει θεωρώντας τον κάτι σαν Ρομπέν των Δασών, ζει με μυστικότητα και συνεχή υπερένταση, αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητα και διαμονή. Ακριβώς αυτό το "μετά" είναι λοιπόν που αναλύεται εδώ.
Ο Jesse είναι ήρωας στα μάτια του λαού, στην πραγματικότητα όμως είναι φοβισμένος, βασανισμένος και διαρκώς καχύποπτος, μισότρελος σχεδόν από το συνεχές κυνηγητό, ένας ημιπαρανοϊκός που λαγοκοιμάται με το όπλο κάτω από το μαξιλάρι και στυγνός δολοφόνος όσων υποπτεύεται. Ο Ρόμπερτ Φορντ, ξάδελφος ή κάτι τέτοιο και απόλυτος θαυμαστής του, έχει μεγαλώσει με τις φυλλάδες που γράφουν για τα κατορθώματα του ινδάλματός του και το μόνο που ονειρεύεται είναι να του μοιάσει. Κάποτε όμως θα γίνει κι αυτός, όπως και ο αδελφός του, στόχος, ένα ακόμα υποψήφιο θύμα του ημιπαράφρονα Jesse. Και τότε...
Παρά τους αργούς ρυθμούς, η ταινία με κράτησε. Οι εξαιρετικές ηθοποιίες, η μουσική του Νικ Κέιβ (που κάνει κι ο ίδιος μια σύντομη εμφάνιση), η μουντή και ατμοσφαιρική φωτογραφία, συντέλεσαν σ' αυτό. Είναι όμως και η συνεχής ψυχολογική ένταση που δεν σ' αφήνει να ησυχάσεις. Ο ακαθόριστος φόβος, η ένταση και η ταραχή που σκορπά στους γύρω του, άσχετα με το τι κάνει, ο Jesse, το διαρκές παιχνίδι κυνηγού - θηράματος που μπορεί ανά πάσα στιγμή να αντιστραφεί. Και οι ρόλοι που μπερδεύονται και αλλάζουν συνεχώς. Ο θαυμαστής που γίνεται δολοφόνος του ινδάλματός του, ο ήρωας που φοβάται και κλαίει και δεν μπορεί να κρατήσει τα νεύρα του, η ρετσινιά του δειλού που συνοδεύει τον μόνο που κατάφερε να τα βάλει με τον τρομερό δολοφόνο... Και το τέλος, που δείχνε ότι όλα είναι μάταια, ότι το τίμημα της εκτός νόμου ζωής είναι βαρύ και σε σημαδεύει για πάντα.
Νομίζω ότι το φιλμ θα μείνει στην ιστορία σαν ένα από τα πιο ιδιόρυθμα γουέστερν που γυρίστηκαν ποτέ.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΛΕΥΚΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡΣ


Το "American Gangster" του Ridley Scott δεν με τράβηξε αρχικά για τον απλό λόγο ότι έχω βαρεθεί τις ταινίες με γκάνγκστερς. Πόσες φορές, επιτέλους, το αμερικάνικο σινεμά θα μας δείξει ιστορίες Μαφίας, μαύρων, άσπρων ή κίτρινων "οικογενειών", ανόδους και πτώσεις εγκληματιών; Δεν φτάνουν ο Σκορτσέζε, ο Κόπολα, άντε και ο Ντε Πάλμα; Πρέπει όλοι, μα όλοι να μας πουν την ιστορία κάποιου γκάνγκστερ;
Παρ' όλα αυτά, πάντως, παρακολούθησα με αρκετό ενδιαφέρον το συγκεκριμένο φιλμ. Το οποίο, βασιζόμενο σε αληθινά γεγονότα, περιγράφει - τι άλλο; - την άνοδο και την πτώση του Φρανκ Λούκας, ενός μαύρου έμπορου ναρκωτικών που για μερικά χρόνια (τέλη 60 - αρχές 70) γίνεται ο υπ' αριθμόν ένα "επικίνδυνος" άνθρωπος στη Ν.Υόρκη. Δεν έχω, φυσικά, ιδέα για το αν τα όσα βλέπουμε ανταποκρίνονται στα αληθινά γεγονότα ούτε και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Ο Scott πάντως επικεντρώνει την ταινία αποκλειστικά σχεδόν στα δύο βασικά πρόσωπα, τον εγκληματία και τον κύριο διώκτη του, τον αδιάφθορο μπάτσο Ρίκι Ρόμπερτς. Ο πρώτος, "αυτοδημιούργητος" και ανεξάρτητος από οποιοδήποτε αφεντικό ή οργάνωση, στήνει την αυτοκρατορία του χάρη στην τόλμη και την υπομονή του. Ο άλλος, αποτυχημένος και ρεμάλι στην προσωπική του ζωή, έχει ως μόνο προσόν την τιμιότητα.
Εδώ αρχίζει μια σειρά από αντιθέσεις και κοινωνικά σχόλια, που υποβόσκουν κάτω από την ιστορία και την κάνουν ενδιαφέρουσα: Το πρώτο το είπαμε ήδη. Ο "κακός" είναι ένας πολύ καλός οικογενειάρχης, πιστός στη γυναίκα του, αφοσιωμένος στην πολυμελή οικογένειά του (κάνει τα πάντα γι΄αυτήν), τακτικός θαμώνας της εκκλησίας, συντηρητικός, καλοντυμένος. Πρότυπο οικογενειάρχη. Ο "καλός" είναι γυναικάς, αποτυχημένος σύζυγος και πατέρας, κακοντυμένος, πότης, ρεμάλι γενικώς. Αλλά ο πρώτος, ο οικογενειάρχης, σκορπά αδίστακτα τον θάνατο, ενώ ο δεύτερος προσπαθεί να τον σταματήσει. Οι ρόλοι καλού - κακού μπερδεύονται.
Από την άλλη η καταγγελία των μπάτσων, των αρχών, του συστήματος γενικότερα είναι αδίστακτη. Σχεδόν όλοι οι μπάτσοι είναι διεφθαρμένοι, λαδώνονται ασύστολα, παίρνουν κάθε είδους προμήθειες, συνεργάζονται με το έγκλημα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αν εμφανιστεί κάποιος αδιάφθορος ανάμεσά τους τον βάζουν σε ένα είδος μαύρης λίστας, αφού χαλάει την πιάτσα.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ξέρετε γιατί κατορθώνει να φτάσει τόσο ψηλά ο Λούκας; Επειδή κανείς δεν τον υποψιάζεται. Γιατί; Μα επειδή είναι μαύρος. Σιγά μη δεν έχει κανένα αφεντικό ένας μαύρος, σιγά μην είναι αυτός η κεφαλή της επιχείρησής του, μην έχει μυαλό... Να το πούμε με άλλα λόγια; Ρατσισμός ακόμα και στους κόλπους του εγκλήματος.
Κι όλα αυτά μέσα σε ένα αδίστακτο σύστημα που θεωρεί το έγκλημα, την ηρωίνη, μια ακόμα μπίζνα και τους φόνους ένα απλό μέσο για να πετύχει κανείς επιχειρηματικά. Η φράση "Εδώ είναι Αμερική" ακούγεται κάμποσες φορές κι ο καθένας τη χρησιμοποιεί όπως του συμφέρει, πάντοτε όμως σαν συνώνυμο της ελεύθερης αγοράς και του "κάνουμε μπίζνες κι όλα τα άλλα βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα"...
Βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα, κοινωνικά κυρίως, την ταινία - αν και η διάρκειά της είναι κάπως μεγάλη και ίσως κουράσει μερικούς. Ο Ridley Scott πάντως, παρά τις ικανότητές του, δεν θυμίζει σε τίποτα τον παλιό, εντυπωσιακό σκηνοθέτη του φανταστικού. Φοβάμαι ότι οι εποχές του Alien ή του Blade Runners έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ, ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΚΛΑΣΣΙΚΟ "ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ"


Το "Μεροκάματο του Τρόμου" (Le Salaire de la peur) του 1953 του Henri-Georges Clouzot (1907-1977) είναι αυτό που λέμε "κλασσικό", δίχως, κατά τη γνώμη μου, η έννοια του όρου αυτού, σε όποιο επίπεδο κι αν την εξετάσεις, να μπορεί να αμφισβητηθεί. Γιατί το λέω αυτό; Η ταινία διαθέτει πολλές αρετές, πέραν αυτών όμως θα μείνω σε ένα και μόνο στοιχείο, το βασικότερο όλων για μένα: Πάνω από 50 χρόνια από τη δημιουργία της, με κράτησε κυριολεκτικά με κομμάνη ανάσα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Ναι, έβλεπες από την αρχή ότι πρόκειται για μια πολύ παλιά ταινία, έλα ντε όμως που δεν μπορούσες να σηκωθείς από τη θέση σου... Και να σκεφτείτε ότι η διάρκειά του ασπρόμαυρου αυτού έπους είναι πάνω από δύο ώρες.
Σε μια απόλυτα εξαθλιωμένη τριτοκοσμική πόλη, κάπου στο Μεξικό ή στη Νότια Αμερική, οι πάμφτωχοι κάτοικοι ζουν δουλεύοντας στην πετρελαιοπηγή που υπάρχει εκεί κοντά και που ανήκει σε αμερικάνικη εταιρία. Οι υπόλοιποι είναι άνεργοι. Στην πόλη παρασιτούν και αρκετοί δυτικοί (εκτός των αμερικάνων της εταιρίας), άνεργοι κι αυτοί, κάθε καρυδιάς καρύδι, κοινωνικά κατακάθια κυρίως, που έχουν ξεμείνει εκεί και, λόγω φτώχιας, αδυνατούν να φύγουν αν και αυτό είναι το μοναδικό τους όνειρο. Τέσσερις απ' αυτούς θα αρπάξουν από τα μαλιά την ευκαιρία που τους δίνεται, παίζοντας κορώνα - γράμματα τη ζωή τους και αποδεχόμενοι έναντι υψηλής αμοιβής να μεταφέρουν δύο τεράστια φορτηγά φορτωμένα με νιτρογλυκερίνη κάπου 300 χιλιόμετρα μακριά - και μέσα από φοβερούς κωλόδρομους, επικίνδυνους ακόμα και για κοινά, ελαφρά αυτοκίνητα. Όπως ίσως ξέρετε, η νιτρογλυκερίνη είναι ένα εξαιρετικά εκρηκτικό υλικό, που μπορεί να τιναχτεί στον αέρα με το παραμικρό τράνταγμα...
Ο Clouzot περιγράφει στην αρχή με δυνατό τρόπο τις συνθήκες ζωής στην μικρή εξαθλιωμένη πόλη, το απόλυτο κενό όσων έχουν ξεμείνει εκεί, κενό που πασχίζουν να γεμίσουν με αλκοόλ, ενώ η ζέστη κάνει κάθε προσπάθεια αδύνατη. Αποπνικτική ατμόσφαιρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και υπαινικτικές πολιτικές νύξεις για το ρόλο της εταιρίας, την αλλοτρίωση ανθρώπων και περιβάλλοντος, τις σχέσεις εξουσιαστών και καταπιεσμένων. Κι έπειτα ξεκινά το σασπένς του φοβερού ταξιδιού. Και από εδώ και πέρα η ταινία γίνεται ένα αρχετυπικό πραγματικά θρίλερ, που θα επηρεάσει άλλα φιλμ στο μέλλον και θα κρατήσει, όπως είπα στην αρχή, καθηλωμένο τον θεατή - αφού βέβαια περάσει από ανατροπές, χαρακτήρες που μεταμορφώνονται και δείχνουν έναν άλλον εαυτό κάτω από την επιφάνεια και μια κορυφούμενη ένταση καθώς οι ήρωες σιγά - σιγά καταρέουν εξαντλημένοι κάτω από την υπερπροσπάθεια, το άγχος και τον φόβο.
Ίσως να μπορεί να διαβαστεί σαν αλληγορία όσων αναγκαζόμαστε να κάνουμε στη ζωή, της αλλοτρίωσης που επιβάλλουν οι δυσβάστακτες κοινωνικές συνθήκες, ίσως πάλι κάποιοι μιλήσουν για το μάταιο, το ανέφικτο των ονείρων, την ματαιότητα του κόσμου γενικότερα. Άλλοι θα θαυμάσουν την ασπρόμαυρη, ατμοσφαιρική φωτογραφία ή θα μείνουν στην απλή περιπέτεια. Όλοι όμως θα συμφωνήσουν, νομίζω, ότι πρόκειται για μεγάλη ταινία, που δεν έχει γεράσει. Κι ότι ο Clouzot είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις μεγάλων, αλλά σχετικά άγνωστων δημιουργών.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2008

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (;) ΚΑΙ ΤΑ ΖΟΜΠΙ


To "I am Legend" είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο του 1954 του Richard Matheson, από τα πιο σκοτεινά και παράξενα της φανταστικής λογοτεχνίας. Το "I am Legend" του Francis Lawrence είναι η τρίτη απόπειρα μεταφοράς του στην οθόνη και, όπως και οι προηγούμενες, αποκλείνει αρκετά από το βιβλίο, χάνοντας όλη σχεδόν την αρχική του ζοφερότητα. Τέρμα όμως οι συγκρίσεις με το βιβλίο. Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να (προσπαθούμε να) ξεχνάμε τα πρωτότυπα, και να βλέπυμε τις ταινίες αυτόνομα, σαν τέτοιες. Τώρα πόσο εφικτό είναι αυτό αν αγαπάς το βιβλίο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Θεωρητικά πάντως, είμαι εναντίον τέτοιων συγκρίσεων.
Το τωρινό "I am Legend" λοιπόν είναι εντυπωσιακά γυρισμένο, όπως εντυπωσιακά και επιβλητικά είναι και τα σκηνικά της μισοκατεστραμένης, εγκατελειμένης Νέας Υόρκης, στα οποία περιφέρεται ο Will Smith ως τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο. Κάποιες σκηνές "σε πιάνουν", τρομάζουν... και όλα κυλάνε ομαλά όσον αφορά το μέρος της εικόνας. Τα προβλήματά μου με το φιλμ είναι περισσότερο σεναριακής φύσης. Υπάρχουν κάποια κενά, δεν υπάρχει η αναμενόμενη κλιμάκωση, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας, τουλάχιστον μέχρι να του συμβεί το πρώτο κακό κάπου στα μισά της ταινίας, μοιάζει υπερβολικά cool και ελάχιστα σαλταρισμένος, όπως θα έπρεπε να είναι μετά κάποια χρόνια απόλυτης μοναξιάς. Κι έπειτα έρχεται και το ξενέρωτο φινάλε, για να τα τινάξει όλα στον αέρα. Δεν είναι μόνο το "ξενέρωτο" που ανέφερα, με τις αμπελοφιλοσοφίες περί "σχεδίου του Θεού" και άλλα τέτοια, είναι και spoiler spoilerη σπουδή με την οποία όλα αλλάζουν στα τελευταία κυριολεκτικά λεπτά, για να μας δώσουν το απαραίτητο "μήνυμα ελπίδας". Αφείστε που με την απόλυτα ειδυλιακή, καταπράσινη κλπ. κλπ. τελική εικόνα της αποικίας των επιζώντων (με την εξ ίσου απαραίτητη αμερικάνικη σημαία να δεσπόζει κι ας έχουν μείνει όλοι κι όλοι λίγες χιλιάδες άνθρωποι σ' ολόκληρο τον κόσμο, δεν μπόρεσαν να μη μου περάσουν από το μυαλό σκέψεις του στυλ "τέτοιος που είναι ο κόσμος, κάψιμο και αφανισμό χρειάζεται, για να ξαναγεννηθεί αγνός και άσπιλος και, προφανώς, πιο κοντά στο Θεό" και άλλα παρόμοια. Τέλος spoiler

Αν καταφέρετε να τα ξεπεράσετε όλα αυτά πάντως, ίσως να το ευχαριστηθείτε. Σαν περιπέτεια και σαν φιλμ επιστημονικής φαντασίας είναι μάλλον συμπαθητικό.