Η Agnieszka Holland είναι μια αρκετά γνωστή πολωνέζα σκηνοθέτης, η οποία έχει κάνει και ταινίες εκτός της χώρας της. Το 2011 γυρίζει μια πολωνο-γερμανο-καναδική παραγωγή (το σινεμά, αν δεν το καταλάβατε, είναι πλέον όλο και περισσότερο πολυεθνικό), το "In Darkness". Αναφέρεται στη φριχτή εποχή της ναζιστικής κατοχής της πολωνικής τότε πόλης Λβοβ (σήμερα ανήκει στην Ουκρανία).
Ένας επόπτης, που ξέρει τους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης καλύτερα από την παλάμη του, τους χρησιμοποιεί για να κλέβει διάφορα από ναζί και μη σε μια εποχή φριχτών στερήσεων και πείνας, ώστε να περνάει (σχετικά) καλά η οικογένειά του. Κάποια στιγμή αναλαμβάνει το μεγάλο ρίσκο να φυγαδεύσει από το γκέτο της πόλης (και από βέβαια θάνατο) μια ομάδα 12 εβραίων. Με το αζημείωτο φυσικά, αφού κι ο ίδιος παίζει κορώνα - γράμματα τη ζωή του. Τους κρύβει λοιπόν στους υπονόμους, τους βρίσκει όπως - όπως τροφή και, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταφέρνει να τους κρατήσει κρυμένους εκεί για 14 μήνες! Σιγά - σιγά η στάση του θα αρχίσει να μεταβάλλεται και να βλέπει τους έγκλειστους με συμπάθεια και - επιτέλους - πέρα από το στενό οικονομικό του συμφέρον. Οι κίνδυνοι όμως πληθαίνουν διαρκώς, ο κλοιός γύρω τους σφίγγει όλο και περισσότερο...
Γράφω μ' αυτόν τον τρόπο διότι πρόκειται για απόλυτα αληθινή ιστορία. Ο Σόσα είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα τιμήθηκε πολύ αργότερα - μετά θάνατον - με εξέχοντα τρόπο από τους ισραηλινούς! Το θέμα του φιλμ - όπως πολύ σωστά παρατήρησε κάποιος σχολιάζοντάς το - είναι τόσο σοβαρό και σκληρό, που είναι δύσκολο να το αναλύσεις καθαρά κινηματογραφικά. Η Holland καταφέρνει να δημιουργήσει μια ζοφερή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Η προσοχή της μετατοπίζεται διαρκώς από τον ήρωα και την προσωπική του ζωή στο εφιαλτικό δράμα των έγκλειστων και τα όσα υποφέρουν στους βρωμερούς υπονόμους, δίχως ούτε μια καθαρή ανάσα. Καθώς πολύ μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην πνιγηρή αυτή κόλασηκαι η διάρκεια του φιλμ αγγίζει τις δυόμιση ώρες (μάλλον κακώς κατά τη γνώμη μου), η παρακολούθησή του γίνεται δύσκολη και αγχωτική. Νομίζω όμως ότι αυτό ακριβώς το κλίμα επεδίωκε η δημιουργός. Οι χαρακτήρες όλων, συχνά διφορούμενοι, αναλύονται αρκετά, το περιβάλλον είναι εξαιρετικά σκοτεινό και, αν αποφασίσετε να δείτε ττην ταινία, καλά θα κάνετε να είστε προετοιμασμένοι.
Πέραν από τις προειδοποιήσεις μου πάντως θεωρώ ότι είναι μια πολύ δυνατή και πετυχημένη δουλειά, η οποία μας θυμίζει για μια ακόμα φορά τη φρίκη της εποχής της ναζιστικής θηριωδίας. Αν τα καταφέρετε, αξίζει!
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2014
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2014
ΕΝΑ "ΤΑΞΙΔΙ" ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ
Η Μαρία Ηλιού έχει σαν βάση της, όπως μαθαίνω, τις ΗΠΑ και έχει κάνει ταινίες fiction και ντοκιμαντέρ. Ένα από τα τελευταία είναι "Το Ταξίδι" του 2007. Καταπιάνεται με ένα σημαντικό για την Ελλάδα θέμα: Αυτό της μετανάστευσης στην Αμερική, η οποία χρονολογείται από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα! Η ταινία εξετάζει το φαινόμενο αυτό μέχρι τη δεκαετία του 80.
Δεν θα πω πολλά για το κινηματογραφικό μέρος. Είναι μάλλον συμβατικό, πληροφοριακό, με την αναμενόμενη, κοινή για τέτοιου είδους φιλμ δομή: Παλιές φωτογραφίες ή φιλμ, φωνή off που μιλά για τα γεγονότα και αρκετές συνεντεύξεις με γνωστούς και διακεκριμένους αμερικανούς ελληνικής καταγωγής (ανάμεσά τους ο γερουσιαστής Πολ Σαρμπάνις και ο γνωστός και καλός συγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος μάλιστα είναι πολύ πιο "έλληνας" και με ελληνικές συνήθειες απ' όσο φανταζόμουν). Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλύτερη αξία έχει το καθαρά πληροφοριακό μέρος, από το οποίο έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.
Αρχικά δεν γνώριζα ότι η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ γινόταν ήδη από τον 19ο αιώνα. Η ταινία πάντως μιλά για το πρώτο κύμα κάπου στη δεκαετία του 20, όταν αναγκάζονταν να φύγουν από την επαρχία κυρίως λόγω αβάσταχτης κυριολεκτικά φτώχειας, το δεύτερο μετά τον πόλεμο, όταν ο εμφύλιος μάστιζε την ήδη εξαντλημένη και διαλυμένη από την Κατοχή χώρα και την τρίτη, αυτή της δεκαετίας του 60, όταν στις δόξες του είναι ο Καζντζίδης και τα άλλα λαϊκά που μιλάνε για ξενιτειά. Μιλά ακόμα για την τάση των ελλήνων να ανοίγουν μικρές, ατομικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, καθαριστήρια κλπ.), αντίθετα με άλλους λαούς που δούλευαν κυρίως σαν εργάτες, για τις δύο βασικές ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής κλπ.
Αυτό που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ο ρατσισμός που υπέστησαν οι έλληνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τους θεωρούσαν κάπως "ανατολίτες", κάτι σαν ένα είδος τούρκων, όχι πάντως ακριβώς ευρωπαίους. Ξέρετε ότι έλληνες είχαν γίνει την εποχή εκείνη συχνός στόχος των ρατσιστών της Κου Κλου Κλαν; (αυτά για να σκεφτούν λίγο οι δυστυχώς αυξανόμενοι ανεγκέφαλοι σύγχρονοι ξενοφοβικοί, ελληνόκαυλοι και άλλων αποχρώσεων φασιστοειδείς). Ακριβώς για να εξαλείψει τον ρατσισμό αυτόν ιδρύθηκε αρχικά η οργάνωση ΑΧΕΠΑΝΣ, η οποία πρέσβευε ότι οι έλληνες μετανάσες πρέπει να αποβάλλουν κάθε τι ελληνικό και να εξαμερικανιστούν πλήρως. Πολύ σύντομα ιδρύθηκε αντίπαλη ιδεολογικά οργάνωση, που υποστήριζε αντίθετα ότι πρέπει να θυμούνται τις ρίζες τους και να διατηρήσουν την ελληνική ταυτότητα. Το φιλμ μιλά επίσης για τον και εκεί διχασμό ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς, το ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (ενωτικό αρχικά), την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιάκωβου, την μάλλον αδιάφορη για τη χούντα στάση των ελληνοαμερικανών (δεν λέει τίποτα βέβαια και για τη φιλοχουντική στάση πολλών) κλπ.
Από ένα σημείο και μετά η ταινία με κούρασε κάπως, κυρίως όταν έφτασε σε σχετικά πρόσφατες καταστάσεις και, όπως είπα, δεν βρήκα κάτι εξαιρετικό κινηματογραφικά. Δεν θα σας κρύψω ότι τη θεωρώ και κάπως πολύ υπέρ του ελληνοαμερικανικού στοιχείου, αποσιωπώντας "σκοτεινά" σημεία. Κρατώ όμως το πληροφοριακό κομμάτι, το οποίο θεωρώ σημαντικό και από το οποίο έμαθα πράγματα για το θέμα τα οποία εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.
Δεν θα πω πολλά για το κινηματογραφικό μέρος. Είναι μάλλον συμβατικό, πληροφοριακό, με την αναμενόμενη, κοινή για τέτοιου είδους φιλμ δομή: Παλιές φωτογραφίες ή φιλμ, φωνή off που μιλά για τα γεγονότα και αρκετές συνεντεύξεις με γνωστούς και διακεκριμένους αμερικανούς ελληνικής καταγωγής (ανάμεσά τους ο γερουσιαστής Πολ Σαρμπάνις και ο γνωστός και καλός συγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος μάλιστα είναι πολύ πιο "έλληνας" και με ελληνικές συνήθειες απ' όσο φανταζόμουν). Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλύτερη αξία έχει το καθαρά πληροφοριακό μέρος, από το οποίο έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.
Αρχικά δεν γνώριζα ότι η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ γινόταν ήδη από τον 19ο αιώνα. Η ταινία πάντως μιλά για το πρώτο κύμα κάπου στη δεκαετία του 20, όταν αναγκάζονταν να φύγουν από την επαρχία κυρίως λόγω αβάσταχτης κυριολεκτικά φτώχειας, το δεύτερο μετά τον πόλεμο, όταν ο εμφύλιος μάστιζε την ήδη εξαντλημένη και διαλυμένη από την Κατοχή χώρα και την τρίτη, αυτή της δεκαετίας του 60, όταν στις δόξες του είναι ο Καζντζίδης και τα άλλα λαϊκά που μιλάνε για ξενιτειά. Μιλά ακόμα για την τάση των ελλήνων να ανοίγουν μικρές, ατομικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, καθαριστήρια κλπ.), αντίθετα με άλλους λαούς που δούλευαν κυρίως σαν εργάτες, για τις δύο βασικές ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής κλπ.
Αυτό που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ο ρατσισμός που υπέστησαν οι έλληνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τους θεωρούσαν κάπως "ανατολίτες", κάτι σαν ένα είδος τούρκων, όχι πάντως ακριβώς ευρωπαίους. Ξέρετε ότι έλληνες είχαν γίνει την εποχή εκείνη συχνός στόχος των ρατσιστών της Κου Κλου Κλαν; (αυτά για να σκεφτούν λίγο οι δυστυχώς αυξανόμενοι ανεγκέφαλοι σύγχρονοι ξενοφοβικοί, ελληνόκαυλοι και άλλων αποχρώσεων φασιστοειδείς). Ακριβώς για να εξαλείψει τον ρατσισμό αυτόν ιδρύθηκε αρχικά η οργάνωση ΑΧΕΠΑΝΣ, η οποία πρέσβευε ότι οι έλληνες μετανάσες πρέπει να αποβάλλουν κάθε τι ελληνικό και να εξαμερικανιστούν πλήρως. Πολύ σύντομα ιδρύθηκε αντίπαλη ιδεολογικά οργάνωση, που υποστήριζε αντίθετα ότι πρέπει να θυμούνται τις ρίζες τους και να διατηρήσουν την ελληνική ταυτότητα. Το φιλμ μιλά επίσης για τον και εκεί διχασμό ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς, το ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (ενωτικό αρχικά), την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιάκωβου, την μάλλον αδιάφορη για τη χούντα στάση των ελληνοαμερικανών (δεν λέει τίποτα βέβαια και για τη φιλοχουντική στάση πολλών) κλπ.
Από ένα σημείο και μετά η ταινία με κούρασε κάπως, κυρίως όταν έφτασε σε σχετικά πρόσφατες καταστάσεις και, όπως είπα, δεν βρήκα κάτι εξαιρετικό κινηματογραφικά. Δεν θα σας κρύψω ότι τη θεωρώ και κάπως πολύ υπέρ του ελληνοαμερικανικού στοιχείου, αποσιωπώντας "σκοτεινά" σημεία. Κρατώ όμως το πληροφοριακό κομμάτι, το οποίο θεωρώ σημαντικό και από το οποίο έμαθα πράγματα για το θέμα τα οποία εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2014
"ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ" ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ
Ο Richard Linklater αρέσκεται να παίζει με τον χρόνο, τόσο τον πραγματικό όσο και τον κινηματογραφικό. Στην τριλογία του όλα συνέβαιναν σε real time. Στο "Μεγαλώνοντας" (Boyhood) του 2014 αντίθετα καλύπτονται 12 ολόκληρα χρόνια. Και λοιπόν; θα μου πείτε. Άλλα φιλμ μπορεί να καλύπτουν δεκαετίες. Ναι, αλλά ο Linklater κινηματογράφησε όντως την ταινία του σε 12 χρόνια (!), παρακολουθώντας την πορεία του ήρωά του από τα 6 έως τα 18 του χρόνια! Τον βρίσκουμε αρχικά παιδί, όταν ετοιμάζεται να πάει σχολείο και τον αφήνουμε όταν πλέον πάει στο κολλέγιο. Στο μεταξύ έχουμε δει το πιτσιρίκι να μεγαλώνει όντως μπροστά στα μάτια μας, φτιάχνοντας έτσι την πιο "αληθινή" (με την έννοια αυτή) ταινία ενηλικίωσης που έγινε ποτέ.
Όπως είναι αναμενόμενο με ένα τόσο πρωτότυπο και δύσκολο concept, το φιλμ μπλέκει το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο με το fiction. Και, φυσικά, το γλυκό και ευχάριστο με το δράμα. Όλα αυτά όμως δίχως ιδιάιτερες εξάρσεις, με ηθελημένα μάλλον χαμηλότονο ύφος, συχνά με χιούμορ. Το παιδί μεγαλώνει αρχικά με τη χωρισμένη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή του. Ο πατέρας του, "ανεύθυνος", έξω καρδιά, εξωστρεφής και μάλλον χαβαλετζής, περνά μαζί του τα προκαθορισμένα από το νόμο σαββατοκύριακα, τα οποία λειτουργούν ανακουφιστικά για τον μικρό, καθώς τον απομακρύνουν ευχάριστα από την καθημερινή ρουτίνα. Όταν η μητέρα του θα παντρευτεί έναν καθηγητή με αυστηρούς τρόπους και αλκοολικό, τα πράγματα θα σφίξουν. Η ζωή όμως κυλά πάντοτε και η φάση αυτή θα περάσει επίσης, δίνοντας τη θέση της σε μια καινούρια... μέχρι την ενηλικίωση και την χειραφέτηση πλέον του πρωταγωνιστή (η σεξουαλική αφύπνηση θα έχει κι αυτή καταγραφεί στο μεταξύ).
Βρήκα ότι το φιλμ κυλά ευχάριστα, δίχως πάντως κορυφώσεις. Η γλυκόπικρη αυτή καταγραφή της ζωής μού άφησε μια ευχάριστη γεύση, δίχως όμως να μου προσφέρει κάτι ιδιαίτερο - εκτός βέβαια από την απόλαυση του μοναδικού αυτού κινηματογραφικού πειράματος. Τελικά γι' αυτό αξίζει νομίζω να το παρακολουθήσει κανείς. Αλλά και για τη ρεαλιστική απεικόνιση της "ζωής όπως είναι". Όχι, δεν έπληξα. Ούτε και ενθουσιάστηκα όμως.
Πάντως η ευαισθησία, η ευφυία, η τρυφερότητα και ενίοτε η πρωτοτυπία του δημιουργού αυτού είναι δεδομένες.
Όπως είναι αναμενόμενο με ένα τόσο πρωτότυπο και δύσκολο concept, το φιλμ μπλέκει το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο με το fiction. Και, φυσικά, το γλυκό και ευχάριστο με το δράμα. Όλα αυτά όμως δίχως ιδιάιτερες εξάρσεις, με ηθελημένα μάλλον χαμηλότονο ύφος, συχνά με χιούμορ. Το παιδί μεγαλώνει αρχικά με τη χωρισμένη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή του. Ο πατέρας του, "ανεύθυνος", έξω καρδιά, εξωστρεφής και μάλλον χαβαλετζής, περνά μαζί του τα προκαθορισμένα από το νόμο σαββατοκύριακα, τα οποία λειτουργούν ανακουφιστικά για τον μικρό, καθώς τον απομακρύνουν ευχάριστα από την καθημερινή ρουτίνα. Όταν η μητέρα του θα παντρευτεί έναν καθηγητή με αυστηρούς τρόπους και αλκοολικό, τα πράγματα θα σφίξουν. Η ζωή όμως κυλά πάντοτε και η φάση αυτή θα περάσει επίσης, δίνοντας τη θέση της σε μια καινούρια... μέχρι την ενηλικίωση και την χειραφέτηση πλέον του πρωταγωνιστή (η σεξουαλική αφύπνηση θα έχει κι αυτή καταγραφεί στο μεταξύ).
Βρήκα ότι το φιλμ κυλά ευχάριστα, δίχως πάντως κορυφώσεις. Η γλυκόπικρη αυτή καταγραφή της ζωής μού άφησε μια ευχάριστη γεύση, δίχως όμως να μου προσφέρει κάτι ιδιαίτερο - εκτός βέβαια από την απόλαυση του μοναδικού αυτού κινηματογραφικού πειράματος. Τελικά γι' αυτό αξίζει νομίζω να το παρακολουθήσει κανείς. Αλλά και για τη ρεαλιστική απεικόνιση της "ζωής όπως είναι". Όχι, δεν έπληξα. Ούτε και ενθουσιάστηκα όμως.
Πάντως η ευαισθησία, η ευφυία, η τρυφερότητα και ενίοτε η πρωτοτυπία του δημιουργού αυτού είναι δεδομένες.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2014
ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2013-2014
Άλλη μια κινηματογραφική σεζόν τελείωσε και ιδού τα καλύτερά της απ' όσα έχω δει (διότι σίγουρα κάποια μου ξεφυγαν), κατά την προσωπική μου γνώμη φυσικά. Προφανώς είστε απολύτως ελεύθεροι να διαφωνήσετε όσο θέλετε. Οι κανόνες πάντως παραμένουν οι ίδιοι όπως κάθε χρόνο:
- Η σειρά των 10 πρώτων και των 10 "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική (κάτι τετοιο μου είναι αδύνατο). Απλώς παρατίθενται οι ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη.
- Περιλαμβάνονται ταινίες που προβλήθηκαν από 1 Σεπτέμβρη 2013 έως 31 Αυγούστου 2014, όπως οριζόταν παλιότερα η "κινηματογραφική σεζόν".
- ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιές ταινίες που βγήκαν στα σινεμά σε επανάληψη (π.χ. "Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" του Μπουνιουέλ του 1955).
Πάμε λοιπόν:
- Omar του Hany Abu-Assad
- Blue Jasmin του Woody Allen
- Παρελθόν του Asgar Farhadi
- Philomena του Stephen Frears
- Only Lovers Left Alive του Jim Jarmouch
- Μικρο Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη
- Nebraska του Alexander Payne
- American Hustle του David O. Russell
- Prisoners του Denis Villeneuve
- Borgman του Alex van Warmerdam
Ακολουθούν μερικές άλλες που ξεχώρισα, αρκετές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα και "υποβιβάστηκαν" με πολύ βαριά καρδιά. Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη και όχι αξιολογικά.
- Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου του Hossein Amini
- Inside Llewyn Davis των αδελφών Coen
- The Search for Simon του Martin Gooch
- Captain Phillips του Paul Greengrass
- Snowpiercer του Joon-ho Bong
- Η Ζωή της Αντέλ του Abdellatif Kechiche
- Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της Έλενας Ψίκου
- La Grande Belezza του Paolo Sorentino
- Nymphomaniac του Lars von Trier
- Dallas Buyers Club του Jean-Marc Vallee
Και του χρόνου!
- Η σειρά των 10 πρώτων και των 10 "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική (κάτι τετοιο μου είναι αδύνατο). Απλώς παρατίθενται οι ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη.
- Περιλαμβάνονται ταινίες που προβλήθηκαν από 1 Σεπτέμβρη 2013 έως 31 Αυγούστου 2014, όπως οριζόταν παλιότερα η "κινηματογραφική σεζόν".
- ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιές ταινίες που βγήκαν στα σινεμά σε επανάληψη (π.χ. "Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" του Μπουνιουέλ του 1955).
Πάμε λοιπόν:
- Omar του Hany Abu-Assad
- Blue Jasmin του Woody Allen
- Παρελθόν του Asgar Farhadi
- Philomena του Stephen Frears
- Only Lovers Left Alive του Jim Jarmouch
- Μικρο Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη
- Nebraska του Alexander Payne
- American Hustle του David O. Russell
- Prisoners του Denis Villeneuve
- Borgman του Alex van Warmerdam
Ακολουθούν μερικές άλλες που ξεχώρισα, αρκετές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα και "υποβιβάστηκαν" με πολύ βαριά καρδιά. Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη και όχι αξιολογικά.
- Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου του Hossein Amini
- Inside Llewyn Davis των αδελφών Coen
- The Search for Simon του Martin Gooch
- Captain Phillips του Paul Greengrass
- Snowpiercer του Joon-ho Bong
- Η Ζωή της Αντέλ του Abdellatif Kechiche
- Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της Έλενας Ψίκου
- La Grande Belezza του Paolo Sorentino
- Nymphomaniac του Lars von Trier
- Dallas Buyers Club του Jean-Marc Vallee
Και του χρόνου!
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 19, 2014
ΤΡΥΦΕΡΟ ΚΑΙ... ΝΟΣΤΙΜΟ "LUNCHBOX"
Βλέπετε, τα λαχταριστά γεύματα μιας παραμελήμένης από τον σύζυγό της νέας γυναίκας παραδίδονται συστηματικά σε λάθος άνθρωπο, και συγκεκριμένα σε έναν μονόχνωτο και ακοινώνητο χήρο υπάλληλο (λογιστή μάλλον), που ετοιμάζεται να βγει στη σύνταξη. Σιγά - σιγά οι δυο τους αρχίζουν να ανταλλάσουν μηνύματα μέσω του σκεύους με τα φαγητά, καθώς ο μεσήλικας γοητεύεται από τη γκουρμέ μαγειρική της νέας γυναίκας, δίχως όμως να συναντιούνται. Στο πεδίο μπαίνει και ένας νεαρός, που πρόκειται να αντικαταστήσει τον ήρωα στη δουλειά, και ο ο οποίος γίνεται ο μοναδικός του φίλος. Ώσπου...
Τρυφερή, έξυπνη, συγκινητική δίχως όμως να της λείπει το χιούμορ, γλυκόπικρη ταινία, θα λέγαμε ότι κινείται ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα - ειδωμένες όμως με την ινδική ματιά. Ταυτόχρονα αποτίει φόρο τιμής στη μεγαλούπολη Βομβάη, πατρίδα προφανώς του δημιουργού. Η ινδική καθημερινότητα που μας δείχνει πάντως δεν ανήκει στο χώρο των πολύ ρεαλιστικών, ντοκιμαντερίστικων σχεδόν, καταγραφών, αλλά βασίζεται στα αισθήματα, την ανάγκη του απρόσωπου, μοναχικού σύγχρονου ατόμου για ανθρώπινη επαφή. Συγχρόνως μιλά για το αδύνατο κάποιες φορές του έρωτα (η μεγάλη διαφορά ηλικίας γαρ), την ανθρώπινη μοναξιά στη μεγαλούπολη, τη διαφορά ανάμεσα στις γενιές - συντηρητική, αλλά με περισσότερη βεβαιότητα και σιγουριά στη ζωή και περισσότερες αξίες η παλιότερη, αντιμέτωπη με τη σύγχρονη παγκόσμια αβεβαιότητα και το πιθανό επικείμενο χάος η νεότερη, έτοιμη να αφήσει τα πάντα και να μεταναστεύσει αλλάζοντας ριζικά ζωή... Και, έμμεσα, για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις του σύγχρονου "τρίτου" (και όχι μόνο) κόσμου.
Από τις ευχάριστες φετινές εκπλήξεις για μένα, το ανθρωποκεντρικό και ταυτόχρονα feelgood - παρά την υποβόσκουσα συγκίνηση και πίκρα - αυτό φιλμ συνίσταται ανεπιφύλακτα, ιδίως σε όσους έχουν μπουχτίσει τα χολιγουντιανά "mega θεάματα".
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2014
Η ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ ΓΟΥΝΤΙΑΛΕΝΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ
Στα 79 του ήδη ο Woody Allen εξακολουθεί να είναι μια αστείρευτη μηχανή παραγωγής ταινιών (στις οποίες βεβαίως γράφει το σενάριο και σκηνοθετεί). Έτσι το 2014 κάνει την 44η αισίως ταινία του, την "Μαγεία στο Σεληνόφως". Και, μετά τη "Τζασμίν", επιστρέφει με άνεση στην κομεντί, που τόσο καλά γνωρίζει. Και μάλιστα με ταινία εποχής, όπου επίσης τα καταφέρνει θαυμάσια.
Δεκαετία '20, Νότια Γαλλία, και ένας διάσημος μάγος / ταχυδακτυλουργός προσκαλείται σε βίλα για να ξεσκεπάσει νεαρό μέντιουμ, το οποίο έχει πείσει για τις ικανότητές του μια πλούσια οικογένεια και την απομυζεί οικονομικά. Η συνάντησή τους θα είναι καθοριστική και ο ήρωάς μας, ορθολογιστής και κυνικός, θα αρχίσει για πρώτη φορά στη ζωή του να κλονίζεται: Μήπως τελικά υπάρχει το υπερφυσικό;
Ο ίδιος ο Woody Allen πάντως ουδόλως πιστεύει σ' αυτό. Αντίθετα πάμπολλες φορές έχει κάνει πλάκα μ' αυτό. Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον του φιλμ: Ενώ δεν πιστεύει, το θεωρεί απαραίτητο - κι ας μην υπάρχει - για να νοστιμίσει τη ζωή μας. Με τον όρο "υπερφυσικό" εννοούμε βεβαίως εδώ οτιδήποτε μη πρακτικό και καθημερινό: Τον ρομαντισμό, τα όνειρα (στον ύπνο και στη συνειδητή ζωή), τη μαγεία, το παιχνίδι, το μυστήριο, τη φαντασία, την τέχνη, που ενώ είναι πρακτικά άχρηστη, τόσο ρόλο παίζει στη ζωή μας. Να λοιπόν που έχουμε την απόδειξη του ότι για να είσαι ονειροπόλος και "παιχνιδιάρης" δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε κάθε είδους μεταφυσική. Είσαι απλώς επειδή αυτά κάνουν πιο όμορφη τη ζωή (μια παρόμοια, δοσμένη ίσως με πιο πολύπλοκο τρόπο, προβληματική υπήρχει και στη "Ζωή του Πι" του Ανγκ Λι).
Στο μεταξύ εμείς απολαμβάνουμε μια χαριτωμένη, έξυπνη κομεντί, που διαθέτει αυτό τα αλάθητο γουντιαλενικό άγγιγμα που σε κάνει να την παρακολουθείς ευχάριστα κι ας διαθέτει πλήθος κλισέ του είδους. Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει μια εμπεριστατωμένη μελέτη για να εντοπιστεί το τι είναι αυτό που κάνει τις κομεντί του Άλεν τόσο ανάλαφρες, δροσερές, ευχάριστες, απολαυστικές και κομψές σε σχέση με την πλειοψηφία των χολιγουντιανών προϊόντων του σαφώς κορεσμένου αυτού είδους. Και να πεις ότι τις ανατρέπει ριζικά; Όχι και τόσο, αφού, όπως είπαμε, χρησιμοποιεί συχνά κλισέ τους. Αλλά η εξυπνάδα και η κομψότητα είναι αναμφισβήτητες. Δείτε τη "Μαγεία..." και παρά το ότι κάπου έχετε ξαναδεί τις ερωτικές περιπέτειες και τις σεναριακές ανατροπές, δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Η έννοια του "ευχάριστου" είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού αυτού (αν ο ίδιος το θέλει βεβαίως και δεν καταπιάνεται με δραματικά θέματα).
Δεκαετία '20, Νότια Γαλλία, και ένας διάσημος μάγος / ταχυδακτυλουργός προσκαλείται σε βίλα για να ξεσκεπάσει νεαρό μέντιουμ, το οποίο έχει πείσει για τις ικανότητές του μια πλούσια οικογένεια και την απομυζεί οικονομικά. Η συνάντησή τους θα είναι καθοριστική και ο ήρωάς μας, ορθολογιστής και κυνικός, θα αρχίσει για πρώτη φορά στη ζωή του να κλονίζεται: Μήπως τελικά υπάρχει το υπερφυσικό;
Ο ίδιος ο Woody Allen πάντως ουδόλως πιστεύει σ' αυτό. Αντίθετα πάμπολλες φορές έχει κάνει πλάκα μ' αυτό. Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον του φιλμ: Ενώ δεν πιστεύει, το θεωρεί απαραίτητο - κι ας μην υπάρχει - για να νοστιμίσει τη ζωή μας. Με τον όρο "υπερφυσικό" εννοούμε βεβαίως εδώ οτιδήποτε μη πρακτικό και καθημερινό: Τον ρομαντισμό, τα όνειρα (στον ύπνο και στη συνειδητή ζωή), τη μαγεία, το παιχνίδι, το μυστήριο, τη φαντασία, την τέχνη, που ενώ είναι πρακτικά άχρηστη, τόσο ρόλο παίζει στη ζωή μας. Να λοιπόν που έχουμε την απόδειξη του ότι για να είσαι ονειροπόλος και "παιχνιδιάρης" δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε κάθε είδους μεταφυσική. Είσαι απλώς επειδή αυτά κάνουν πιο όμορφη τη ζωή (μια παρόμοια, δοσμένη ίσως με πιο πολύπλοκο τρόπο, προβληματική υπήρχει και στη "Ζωή του Πι" του Ανγκ Λι).
Στο μεταξύ εμείς απολαμβάνουμε μια χαριτωμένη, έξυπνη κομεντί, που διαθέτει αυτό τα αλάθητο γουντιαλενικό άγγιγμα που σε κάνει να την παρακολουθείς ευχάριστα κι ας διαθέτει πλήθος κλισέ του είδους. Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει μια εμπεριστατωμένη μελέτη για να εντοπιστεί το τι είναι αυτό που κάνει τις κομεντί του Άλεν τόσο ανάλαφρες, δροσερές, ευχάριστες, απολαυστικές και κομψές σε σχέση με την πλειοψηφία των χολιγουντιανών προϊόντων του σαφώς κορεσμένου αυτού είδους. Και να πεις ότι τις ανατρέπει ριζικά; Όχι και τόσο, αφού, όπως είπαμε, χρησιμοποιεί συχνά κλισέ τους. Αλλά η εξυπνάδα και η κομψότητα είναι αναμφισβήτητες. Δείτε τη "Μαγεία..." και παρά το ότι κάπου έχετε ξαναδεί τις ερωτικές περιπέτειες και τις σεναριακές ανατροπές, δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Η έννοια του "ευχάριστου" είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού αυτού (αν ο ίδιος το θέλει βεβαίως και δεν καταπιάνεται με δραματικά θέματα).
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2014
ΟΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΤΣΙΜΠΑΛΝΤΟ ΝΕ ΛΑ ΚΡΟΥΖ
"Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" (Ensayo de un Crimen) του 1955 είναι μια από τις πολλές ταινίες που γύρισε ο μεγάλος Luis Bunuel (1900-1983) στο Μεξικό, όπου έμεινε κάμποσα χρόνια, και είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις καλύτερες της περιόδου αυτής.
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία όπου ο δαιμόνιος και ανατρεπτικός δημιουργός παρακολουθεί τη ζωή, τις σχέσεις με τις γυναίκες και τις κρυφές επιθυμίες του ομώνυμου πλούσιου εισοδηματία και ερασιτέχνη αγγειοπλάστη. Ξεκινά με μια σκηνή από την παιδική του ηλικία, όπου εξ αιτίας ενός μουσικού κουτιού που υποτίθεται ότι έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει την επιθυμία κάποιου για φόνο και του τυχαίου θανάτου από αδέσποτη σφαίρα της γκουβερνάντας του, ο ήρωας ταυτίζει την σεξουαλική επιθυμία με τον πόθο για φόνο. Μεγάλος πλέον ο Αρτσιμπάλντο γίνεται φετιχιστής και ένας κατά φαντασία (ή μάλλον "wannabe") σίριαλ κίλερ γυναικών. Μόνο που, όπως παθαίνουν πάμπολλοι ήρωες του Μπουνουέλ, οι επιθυμίες του (μακάβριες και θανατερές στο συγκεκριμένο φιλμ) δεν πραγματοποιούνται ποτέ. Αντίθετα οι γυναίκες πεθαίνουν συμπτωματικά πριν εκείνος πραγματοποιήσει τα αιματοβαμένα του σχέδια.
Ο χαρακτηριστικός σαρκασμός, η ειρωνία και το καυστικό χιούμορ που έχει σαν στόχο κάθε σχεδόν αστικό θεσμό υπάρχουν και εδώ με το παραπάνω. Παρέα βεβαίως με την ψυχανάλυση και τον απαραίτητο μπουνουελικό σουρεαλισμό. Η εκκλησία και η υποκρισία της αγνότητας, οι κρυμένες κάτω από μια καθώς πρέπει επιφάνεια απαγορευμένες επιθυμίες, ο συχνά νοσηρός ερωτισμός, αλλα και πολιτική κριτική (θυμηθείτε την μεγαλοαστή κυρία να θυμώνει και να στενοχωριέται επειδή, λόγω της φονικής επανάστασης που μαίνεται στην πόλη, δεν μπορεί να πάει στο θέατρο ή τους εκπροσώπους της εξουσίας να σχολιάζουν με τα καλύτερα λόγια τον καθώς πρέπει γάμο) δίνουν ένα ηχηρό παρόν. Όπως επίσης και το ερώτημα που ταλανίζει πολλούς ηθικά: Η "κακή" σκέψη (ή επιθυμία) αποτελεί αμαρτία έστω και αν δεν γίνει ποτέ πράξη;
Όπως είπα όμως και στην αρχή το μαύρο χιούμορ έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την απολαυστική για μένα ταινία του μετρ. Απολαυστική και συγχρόνως γεμάτη σουρεαλιστικά σύμβολα και με την ξεκάθαρη σφραγίδα του Μπουνουέλ. Τη συνιστώ (με δεδομένο βεβαίως ότι πρόκειται ίσως για τον πιο αγαπημένο μου δημιουργό).
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία όπου ο δαιμόνιος και ανατρεπτικός δημιουργός παρακολουθεί τη ζωή, τις σχέσεις με τις γυναίκες και τις κρυφές επιθυμίες του ομώνυμου πλούσιου εισοδηματία και ερασιτέχνη αγγειοπλάστη. Ξεκινά με μια σκηνή από την παιδική του ηλικία, όπου εξ αιτίας ενός μουσικού κουτιού που υποτίθεται ότι έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει την επιθυμία κάποιου για φόνο και του τυχαίου θανάτου από αδέσποτη σφαίρα της γκουβερνάντας του, ο ήρωας ταυτίζει την σεξουαλική επιθυμία με τον πόθο για φόνο. Μεγάλος πλέον ο Αρτσιμπάλντο γίνεται φετιχιστής και ένας κατά φαντασία (ή μάλλον "wannabe") σίριαλ κίλερ γυναικών. Μόνο που, όπως παθαίνουν πάμπολλοι ήρωες του Μπουνουέλ, οι επιθυμίες του (μακάβριες και θανατερές στο συγκεκριμένο φιλμ) δεν πραγματοποιούνται ποτέ. Αντίθετα οι γυναίκες πεθαίνουν συμπτωματικά πριν εκείνος πραγματοποιήσει τα αιματοβαμένα του σχέδια.
Ο χαρακτηριστικός σαρκασμός, η ειρωνία και το καυστικό χιούμορ που έχει σαν στόχο κάθε σχεδόν αστικό θεσμό υπάρχουν και εδώ με το παραπάνω. Παρέα βεβαίως με την ψυχανάλυση και τον απαραίτητο μπουνουελικό σουρεαλισμό. Η εκκλησία και η υποκρισία της αγνότητας, οι κρυμένες κάτω από μια καθώς πρέπει επιφάνεια απαγορευμένες επιθυμίες, ο συχνά νοσηρός ερωτισμός, αλλα και πολιτική κριτική (θυμηθείτε την μεγαλοαστή κυρία να θυμώνει και να στενοχωριέται επειδή, λόγω της φονικής επανάστασης που μαίνεται στην πόλη, δεν μπορεί να πάει στο θέατρο ή τους εκπροσώπους της εξουσίας να σχολιάζουν με τα καλύτερα λόγια τον καθώς πρέπει γάμο) δίνουν ένα ηχηρό παρόν. Όπως επίσης και το ερώτημα που ταλανίζει πολλούς ηθικά: Η "κακή" σκέψη (ή επιθυμία) αποτελεί αμαρτία έστω και αν δεν γίνει ποτέ πράξη;
Όπως είπα όμως και στην αρχή το μαύρο χιούμορ έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την απολαυστική για μένα ταινία του μετρ. Απολαυστική και συγχρόνως γεμάτη σουρεαλιστικά σύμβολα και με την ξεκάθαρη σφραγίδα του Μπουνουέλ. Τη συνιστώ (με δεδομένο βεβαίως ότι πρόκειται ίσως για τον πιο αγαπημένο μου δημιουργό).
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2014
ΟΙ "ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ" ΕΧΟΥΝ ΠΛΑΚΑ...
Ο σκηνοθέτης James Gunn είναι ουσιαστικά άγνωστος και το κόμικς της Marvel "Οι Φύλακες του Γαλαξία" (Guardians of the Galaxy) το ίδιο, καθώς κάθε άλλο παρά συγκαταλέγεται στα μεγάλα ονόματα της σουπερηρωικής εταιρίας. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την ταινία του 2014 να γίνει η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της χρονιάς. Με δεδομένη την απόλυτη πλέον κυριαρχία (δυστυχώς) παρόμοιων μαρβελοειδών ταινιών, θα έλεγα ότι καλά κάνει. Γιατί αν μη τι άλλο, το συγκεκριμένο φιλμ είναι διασκεδαστικότατο.
Το καλό (για μένα τουλάχιστον) είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα σουπερηρωική ταινία με κάποιον με περίεργες ιδιότητες τύπο, που σχεδον τα κάνει όλα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κωμωδία / παρωδία επιστημονικής φαντασίας, που παίζει άφοβα με τα κλισέ, διαθέτει έξυπνες ατάκες, κάνει διαρκείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα (κοινός τόπος για αρκετά χρόνια σε παρόμοια φιλμ), δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, διαθέτει ηθελημένη αφέλεια (και μάλλον εύκολο τέλος) και - προφανώς - είναι θεαματική και με έντονη δράση (τα δύο τελευταία είναι πλέον τόσο συνηθισμένα σε κάθε αμερικάνικο wanna be μπλογκμπάστερ, που φοβάμαι ότι έχουν πάψει πια να αποτελούν πλεονέκτημα). Έτσι το όλο πράγμα παρακολουθείται ευχάριστα. Επίσης ο "κακός" είναι από τους πλέον σκοτεινούς και τρομακτικούς μέσα στη βλοσυρότητά και τον φανατισμό του.
Η πενταμελής, πολυφυλετική (παντελώς διαφορετικά όντα, ακόμα κι ένας κινούμενος... κορμός δέντρου) ομάδα αποτελείται βασικά από αμοραλιστές, κυνικούς αντιήρωες, που τουλάχιστον σε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ κάνουν ό,τι κάνουν για προσωπικά συμφέροντα και όχι για να σώσουν κανέναν. Άλλωστε και οι ίδιοι αρχικά είναι εχθροί και κάπου αναγκάζονται να συμμαχήσουν για να επιβιώσουν. Όλα αυτά μας φέρνουν πολύ μακριά από το κλασικό ηρωικό πρότυπο και τις ευαισθησίες των Σούπερμαν, Σπάιντερμαν και πάμπολλων άλλων ...μαν, κι αυτό, ξαναλέω, για μένα τουλάχιστον είναι θετικό. Σε πολλά σημεία τέλος η ταινία μου έφερε στο νου τον αρχικό "Πόλεμο των Άστρων".
Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για ευχάριστα χαβαλετζίδικο blogbuster, που μέσα του κρύβει την ψυχή ενός b-movie (αλλά και τις εμφανίσεις ηθοποιών όπως η Γκλεν Κλόουζ και ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο). Αν είστε φίλοι τέτοιου είδους χαβαλέ, πρόκειται για ένα από τα πολύ καλά δείγματα του είδους. Αλλιώς να το αποφύγετε αδίστακτα.
Το καλό (για μένα τουλάχιστον) είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα σουπερηρωική ταινία με κάποιον με περίεργες ιδιότητες τύπο, που σχεδον τα κάνει όλα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κωμωδία / παρωδία επιστημονικής φαντασίας, που παίζει άφοβα με τα κλισέ, διαθέτει έξυπνες ατάκες, κάνει διαρκείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα (κοινός τόπος για αρκετά χρόνια σε παρόμοια φιλμ), δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, διαθέτει ηθελημένη αφέλεια (και μάλλον εύκολο τέλος) και - προφανώς - είναι θεαματική και με έντονη δράση (τα δύο τελευταία είναι πλέον τόσο συνηθισμένα σε κάθε αμερικάνικο wanna be μπλογκμπάστερ, που φοβάμαι ότι έχουν πάψει πια να αποτελούν πλεονέκτημα). Έτσι το όλο πράγμα παρακολουθείται ευχάριστα. Επίσης ο "κακός" είναι από τους πλέον σκοτεινούς και τρομακτικούς μέσα στη βλοσυρότητά και τον φανατισμό του.
Η πενταμελής, πολυφυλετική (παντελώς διαφορετικά όντα, ακόμα κι ένας κινούμενος... κορμός δέντρου) ομάδα αποτελείται βασικά από αμοραλιστές, κυνικούς αντιήρωες, που τουλάχιστον σε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ κάνουν ό,τι κάνουν για προσωπικά συμφέροντα και όχι για να σώσουν κανέναν. Άλλωστε και οι ίδιοι αρχικά είναι εχθροί και κάπου αναγκάζονται να συμμαχήσουν για να επιβιώσουν. Όλα αυτά μας φέρνουν πολύ μακριά από το κλασικό ηρωικό πρότυπο και τις ευαισθησίες των Σούπερμαν, Σπάιντερμαν και πάμπολλων άλλων ...μαν, κι αυτό, ξαναλέω, για μένα τουλάχιστον είναι θετικό. Σε πολλά σημεία τέλος η ταινία μου έφερε στο νου τον αρχικό "Πόλεμο των Άστρων".
Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για ευχάριστα χαβαλετζίδικο blogbuster, που μέσα του κρύβει την ψυχή ενός b-movie (αλλά και τις εμφανίσεις ηθοποιών όπως η Γκλεν Κλόουζ και ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο). Αν είστε φίλοι τέτοιου είδους χαβαλέ, πρόκειται για ένα από τα πολύ καλά δείγματα του είδους. Αλλιώς να το αποφύγετε αδίστακτα.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2014
"ΑΦΘΑΡΤΟΣ": ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥς ΣΟΥΠΕΗΡΩΕΣ
Το 2000 ο M. Night Shyamalan, έχοντας μόλις προκαλέσει τεράστια αίσθηση με την "6η Αίσθηση", επιστρέφει με τον "Άφθαρτο" (Unbreakable), μια ταινία που και πάλι επιχειρεί να ποντάρει στη σεναριακή της πρωτοτυπία (και χρησιμοποιεί και πάλι τον Μπρους Γουίλις).
Ένας άνθρωπος, ο μόνος επιζών από ένα μεγάλο σιδηροδρομικο δυστύχημα με 131 νεκρούς, μαθαίνει κάτι απίστευτο για τον εαυτό του. Ένας παράδοξος τύπος, φανατικός και συλλέκτης κόμικς, θα τον πλησιάσει και, σιγά - σιγά θα του εκθέσει μια πραγματικά απίθανη θεωρία. Τι απ' όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι;
Ακούγονται κάπως σκοτεινά και γριφώδη τα παραπάνω, δεν μπορώ όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, καθώς θα καταστρέψω τη σεναριακή πρωτοτυπία που λέγαμε. Δεν μπορώ να σας πω ούτε τι ανακαλύπτει ο ήρωας για τον εαυτό του ούτε τη θεωρία του άλλου. Οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων πάντως θα παραμείνουν τεταμένες μέχρι τέλους.
Η ιδέα είναι όντως πρωτότυπη. Ταυτόχρονα το φιλμ λειτουργεί σαν φόρος τιμής στα κόμικς - σουπερηρωικά κυρίως, τα οποία παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή (τα ίδια τα κόμικς ως τέτοια, όχι οι σούπερήρωες καθεαυτοί). Άλλωστε ο εκκεντρικός συλλέκτης κόμικς αναλύει και φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτά. Και, συγχρόνως, διαθέτει και μια παράδοξη θεωρία για το τι είναι στην πραγματικότητα οι σούπερήρωες.
Έτσι, το φιλμ με κράτησε σε αγωνία μέχρι τέλους. Ωστόσο ο Σιάμαλαν βάζει όλους τους ηθοποιούς του να παίζουν πολύ υποτονικά, να μιλάνε σχεδόν ψιθυριστά. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται για λόγους δημιουργίας ατμόσφαιρας, και νομίζω ότι ως ένα βαθμό αυτό επιτυγχάνεται, πλην όμως πιθανόν να το παρακάνει. Αυτό όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι η τελική αποκάλυψη - ανατροπή. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει με τις ανατροπές όσο περισσότερο μπορεί, ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ξεπερνά κάποια όρια και, τελίκά, μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για τον πάσει θυσία εντυπωσιασμό του θεατή. Κρίμα, γιατί κατά τα άλλα, οι ιδέες του είναι όντως πρωτότυπες.
Συνολικά λοιπόν μπορεί να μη με έπεισε, νομίζω όμως παραμένει μια παράξενη ταινία, που δύσκολα ξεχνάς. Ίσως μάλιστα να αποτελεί και ένα είδος cult για τους φίλους των κόμικς. Τελικά πάντως, παρά τον εντυπωσιασμό, δεν νομίζω ότι ο Σιάμαλαν είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Η συνέχειά του δυστυχώς το απέδειξε περίτρανα (προσωπική μου γνώμη είναι ότι εκτός από την αξέχαστη "6η Αίσθηση" μόνο αυτή εδώ η ταινία και το "Σκοτεινό Χωριό" αντέχουν κάπως. Οι υπόλοιπες...)
Ένας άνθρωπος, ο μόνος επιζών από ένα μεγάλο σιδηροδρομικο δυστύχημα με 131 νεκρούς, μαθαίνει κάτι απίστευτο για τον εαυτό του. Ένας παράδοξος τύπος, φανατικός και συλλέκτης κόμικς, θα τον πλησιάσει και, σιγά - σιγά θα του εκθέσει μια πραγματικά απίθανη θεωρία. Τι απ' όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι;
Ακούγονται κάπως σκοτεινά και γριφώδη τα παραπάνω, δεν μπορώ όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, καθώς θα καταστρέψω τη σεναριακή πρωτοτυπία που λέγαμε. Δεν μπορώ να σας πω ούτε τι ανακαλύπτει ο ήρωας για τον εαυτό του ούτε τη θεωρία του άλλου. Οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων πάντως θα παραμείνουν τεταμένες μέχρι τέλους.
Η ιδέα είναι όντως πρωτότυπη. Ταυτόχρονα το φιλμ λειτουργεί σαν φόρος τιμής στα κόμικς - σουπερηρωικά κυρίως, τα οποία παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή (τα ίδια τα κόμικς ως τέτοια, όχι οι σούπερήρωες καθεαυτοί). Άλλωστε ο εκκεντρικός συλλέκτης κόμικς αναλύει και φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτά. Και, συγχρόνως, διαθέτει και μια παράδοξη θεωρία για το τι είναι στην πραγματικότητα οι σούπερήρωες.
Έτσι, το φιλμ με κράτησε σε αγωνία μέχρι τέλους. Ωστόσο ο Σιάμαλαν βάζει όλους τους ηθοποιούς του να παίζουν πολύ υποτονικά, να μιλάνε σχεδόν ψιθυριστά. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται για λόγους δημιουργίας ατμόσφαιρας, και νομίζω ότι ως ένα βαθμό αυτό επιτυγχάνεται, πλην όμως πιθανόν να το παρακάνει. Αυτό όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι η τελική αποκάλυψη - ανατροπή. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει με τις ανατροπές όσο περισσότερο μπορεί, ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ξεπερνά κάποια όρια και, τελίκά, μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για τον πάσει θυσία εντυπωσιασμό του θεατή. Κρίμα, γιατί κατά τα άλλα, οι ιδέες του είναι όντως πρωτότυπες.
Συνολικά λοιπόν μπορεί να μη με έπεισε, νομίζω όμως παραμένει μια παράξενη ταινία, που δύσκολα ξεχνάς. Ίσως μάλιστα να αποτελεί και ένα είδος cult για τους φίλους των κόμικς. Τελικά πάντως, παρά τον εντυπωσιασμό, δεν νομίζω ότι ο Σιάμαλαν είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Η συνέχειά του δυστυχώς το απέδειξε περίτρανα (προσωπική μου γνώμη είναι ότι εκτός από την αξέχαστη "6η Αίσθηση" μόνο αυτή εδώ η ταινία και το "Σκοτεινό Χωριό" αντέχουν κάπως. Οι υπόλοιπες...)
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2014
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
Ο εκ Κεμπέκ γαλλόφωνος καναδός Denis Villeneuve κατά τη γνώμη μου εξελίσεται αθόρυβα σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μετά το πολύ δυνατό (πλην όμως "τραβηγμένο") "Μέσα από τις Φλόγες" και το εξαιρετικό "Prisoners" ακολουθεί το 2013 ο "Άνθρωπος Αντίγραφο" (Enemy), μια από τις πιο αινιγματικές και παράξενες ταινίες των τελευταίων ετών, βασισμένη - χαλαρά όπως μαθαίνω, αφού δεν το έχω διαβάσει - σε μυθιστόρημα του πορτογάλου νομπελίστα Σαραμάγκου.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2014
ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ
Στις αρχές της δεκαετίας του 60 αναδύεται στη Βρετανία το λεγόμενο Free Cinema, ένα "κίνημα" με κάποιες σχέσεις με τον προγενέστερο ιταλικό νεορεαλισμό, με την έννοια ότι οι δημιουργοί του προσβλέπιυν σε μια ρεαλιστική καταγραφή της καθημερινότητας των ηρώων, γυρίζουν σε φυσικούς χώρους, αποφεύγουν κάθε είδους "επικές" και glamorous κατευθύνσεις. Χαρακτηριστική ταινία είναι το "Σάββατο Βράδι Κυριακή Πρωί", που γύρισε το 1960 ο τσέχος Karel Reisz (1926-2002), που έζησε και έδρασε στην Αγγλία, με έναν αξέχαστο νεαρό τότε Άλμπερτ Φίνεϊ.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2014
ONE MAN SHOW... ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟ
Υπάρχουν ταινίες που μπορούν να γίνουν αξιομνημόνευτες και μόνο για την ιδιαιτερότητά τους. Το "Σε Λάθος Χρόνο" (Locke, 2013) δεν είναι μόνο αυτή η περίπτωση, αφού έχει και κάτι παραπάνω να πει εκτός από μια πρωτότυπη σεναριακή ιδέα. Ο Steven Knight είναι κυρίως γνωστός σεναριογράφος και αυτή είναι η δεύτερη μόλις σκηνοθεσία του (σε δικό του προφανώς σενάριο).
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.
Δευτέρα, Αυγούστου 04, 2014
ΚΑΛΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ!
Πιστό στις παραδόσεις, το blog σας χαιρετά για το υπόλοιπο του Αυγούστου για να κολυμπήσει. Καλώς ήλθατε όσοι επιστρέψατε από διακοπές, καλά να περάσετε όσοι θα πάτε και μακάρι να είναι μόνο για φέτος όσοι δεν θα πάτε καθόλου.
Ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως όχι. Ραντεβού το Σεπτέμβριο!
Ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως όχι. Ραντεβού το Σεπτέμβριο!
ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ (Ή ΜΗΠΩΣ ΕΥΚΟΛΑ ΜΕΛΟ) "ΚΛΕΦΤΡΑ ΒΙΒΛΙΩΝ"
Η "Κλέφτρα των Βιβλίων" βασίζεται στο ομώνυμο best seller του 30άρη μόλις Μάρκους Ζούσακ. Στην οθόνη μεταφέρθηκε το 2013 από τον Brian Percival με σκοπό, νομίζω, να συγκινήσει τα πλήθη και να γίνει και κινηματογραφικό best seller.
Η ιστορία μας μεταφέρει στη ναζιστική Γερμανία, όπου ένα μικρό κορίτσι αναγκάζεται να φιλοξενηθεί σε θετή οικογένεια, αφού η μητέρα της, ως κομουνίστρια, "εξαφανίζεται" από τα ναζιστικά κτήνη. Η μικρή είναι αναλφάβητη, χάρη όμως στον καλοκάγαθο πατριό της, αποκτά πάθος για τα βιβλία, φτάνοντας σε σημείο μάλιστα να τα κλέβει. Τα βιβλία, σημειωτέον, τα οποία καίνε σε τελετουργικές πυρές οι ναζί. Το παζλ θα συμπληρωθεί όταν ένας νεαρός εβραίος κρύβεται για καιρό στο υπόγειο της οικογένειας, ενώ ένας συμμαθητής της ηρωίδας την ερωτεύεται - ενώ όλη σχεδόν η υπόλοιπη τάξη την χλευάζει.
Καλά όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι δίνονται με μεγάλη δόση ευκολίας, με στόχο τη συγκίνηση του θεατή. Φυσικά η φρίκη της εποχής δεν κρύβεται, πλην όμως η όλη ιστορία αναπτύσεται μάλλον σαν παραμύθι. Οι χαρακτήρες είναι απλοί - καλοί, κακοί και κάποιοι, όπως η θετή μητέρα, άγρια επιφανειακά, χρυσή καρδιά όμως κατά βάθος. Υπάρχει και το εύρημα του βιβλίου, το οποίο ακολουθείται και στην ταινία: Ο αφηγητής της όλης ιστορίας είναι ο... Θάνατος, ο οποίος βέβαια είχε την τιμητική του στην Ευρώπη της εποχής. Αφηγείται με μια κυνική, ειρωνική διάθεση όσο δραματικά και συγκινητικά συμβαίνουν, ωστόσο εμένα μου φάνηκε κάπως αχρείαστο το όλο εύρημα, μόνο για ενυπωσιασμό. Κι αν ακόμα δεν υπήρχε, η ταινία θα ήταν ολόιδια, δίχως τίποτα να αλλάζει.
Ξέρω ότι το φιλμ γενικά άρεσε στον πολύ κόσμο. Είναι από τις περιπτώσεις που θα φανώ λίγο στριφνός, αλλά προσωπικά μου φάνηκε μάλλον εύκολα μελό. Καλογυρισμένο είναι, υπάρχουν καλοί ηθοποιοί (ο Τζέφρεϊ Ρας και η Έμιλι Γουότσον), αλλά συνολικά κάτι δεν μου πήγε. Ίσως το μελό στοιχείο της και η μάλλον αναμενόμενη εξέλιξη σε σχέση με τη μοίρα της μικρής ηρωίδας. Όσοι πάντως ψάχνετε για ένα ευαίσθητο-και-σαν-παραμύθι δράμα, δείτε το. Και, στο κάτω-κάτω, δεν είναι ποτέ κακό στις μέρες μας να υπενθυμίζει κανείς τη ναζιστική κόλαση, την οποία καταντήσαμε (ως κοινωνία) να "νοσταλγούν" πολλοί (μάλλον από ασυγχώρητη άγνοια)...
Σάββατο, Αυγούστου 02, 2014
"ΘΕΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ" Ή ΤΑ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΕΙΔΩΜΕΝΑ ΚΩΜΙΚΑ
Η γαλική κωμωδία του 2014 "Θεέ μου, τι σου κάναμε;" (Qu'est-ce qu'on a fait au bon dieu?) του μάλλον μέτριου Philippe de Chauveron έκανε φοβερή επιτυχία στη Γαλλία και άρεσε και στο ελληνικό κοινό, ενώ πήρε πολύ μέτριες κριτικές. Συγνώμη, αλλά αυτή τη φορά είμαι με τους κριτικούς και όχι με το κοινό.
Το συντηρητικό ζεύγος Βερνέιγ (κεντροδεξιός γκωλικός εκείνος, θρήσκα καθολική εκείνη) έχει τέσσερεις κόρες και φέρει βαρέως - αν και πασχίζει να μην το δείχνει - το ότι οι τρεις απ' αυτές παντρεύτηκαν δεύτερης γενιάς εβραίο, μαροκινό και κινέζο αντίστοιχα. Όταν έρχεται η σειρά της τέταρτης, το σοκ είναι ακόμα μεγαλύτερο και όλοι αρχίζουν να συνωμοτούν ώστε να μη γίνει ο γάμος. Ωστόσο...
Η ταινία παίζει διαρκώς με τα ρατσιστικά κλισε, όχι με κακία βέβαια, αλλά με αστείο τρόπο, διακωμωδώντας τα και δηλώνοντας επίσης ότι τέτοιες προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλες τις πλευρές και όχι μόνο από τους λευκούς προς τους "έγχρωμους". Άλλοτε λοιπόν είναι όλοι εναντίον όλων, αλλότε κάποιοι συμμαχούν μεταξύ τους ενάντια σε άλλους κλπ. Ο στόχος είναι να βγαίνει όσο πιο πολύ γέλιο γίνεται. Επικίνδυνο το όλο θέμα, στις μέρες μας ιδιαίτερα, αλλά ομολογώ ότι, όπως ξαναείπα, δεν αντιμετωπίζεται με κακία ούτε μονομερώς. Και, στο κάτω - κάτω, το όλο πράγμα σατιρίζεται δίχως ο σκηνοθέτης να δείχνει να υποστηρίζει ρατσιστικά πρότυπα.
Το πρόβλημά μου είναι ότι προσωπικά δεν γέλασα τόσο πολύ. Υπήρχαν έξυπνες σκηνές και ατάκες, αλλά ούτε τόσο πολλές ούτε και τόσο έξυπνες πια κατά τη γνώμη μου. Όσο για το σενάριο, το βρήκα μάλλον αφελές και πολύ, μα πολύ προβλέψιμο και "εύκολο". Όλα λύνονται πολύ απλά, απλοϊκά θα έλεγα, όλα πάνε όπως τα περιμένεις και... τέλος καλό όλα καλά. Σαν μια εύκολη λαϊκή κωμωδία που έρχεται από πολύ παλιά, απλώς έχει ένα σύγχρονο θέμα, αυτό των μεικτών γάμων. Το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ κλισέ. Έτσι - προσωπικά πάντοτε - δεν μπορώ να συμμεριστώ τη γνώμη του κοινού (και φίλων) που δηλώνουν ότι διασκέδασαν αφάνταστα.
Χαριτωμένο λοιπόν και σχετικά διασκεδαστικό μέσα στην ευκολία και την αφέλειά του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Το "προσπέρασα" σε ελάχιστο χρόνο.
Το συντηρητικό ζεύγος Βερνέιγ (κεντροδεξιός γκωλικός εκείνος, θρήσκα καθολική εκείνη) έχει τέσσερεις κόρες και φέρει βαρέως - αν και πασχίζει να μην το δείχνει - το ότι οι τρεις απ' αυτές παντρεύτηκαν δεύτερης γενιάς εβραίο, μαροκινό και κινέζο αντίστοιχα. Όταν έρχεται η σειρά της τέταρτης, το σοκ είναι ακόμα μεγαλύτερο και όλοι αρχίζουν να συνωμοτούν ώστε να μη γίνει ο γάμος. Ωστόσο...
Η ταινία παίζει διαρκώς με τα ρατσιστικά κλισε, όχι με κακία βέβαια, αλλά με αστείο τρόπο, διακωμωδώντας τα και δηλώνοντας επίσης ότι τέτοιες προκαταλήψεις υπάρχουν σε όλες τις πλευρές και όχι μόνο από τους λευκούς προς τους "έγχρωμους". Άλλοτε λοιπόν είναι όλοι εναντίον όλων, αλλότε κάποιοι συμμαχούν μεταξύ τους ενάντια σε άλλους κλπ. Ο στόχος είναι να βγαίνει όσο πιο πολύ γέλιο γίνεται. Επικίνδυνο το όλο θέμα, στις μέρες μας ιδιαίτερα, αλλά ομολογώ ότι, όπως ξαναείπα, δεν αντιμετωπίζεται με κακία ούτε μονομερώς. Και, στο κάτω - κάτω, το όλο πράγμα σατιρίζεται δίχως ο σκηνοθέτης να δείχνει να υποστηρίζει ρατσιστικά πρότυπα.
Το πρόβλημά μου είναι ότι προσωπικά δεν γέλασα τόσο πολύ. Υπήρχαν έξυπνες σκηνές και ατάκες, αλλά ούτε τόσο πολλές ούτε και τόσο έξυπνες πια κατά τη γνώμη μου. Όσο για το σενάριο, το βρήκα μάλλον αφελές και πολύ, μα πολύ προβλέψιμο και "εύκολο". Όλα λύνονται πολύ απλά, απλοϊκά θα έλεγα, όλα πάνε όπως τα περιμένεις και... τέλος καλό όλα καλά. Σαν μια εύκολη λαϊκή κωμωδία που έρχεται από πολύ παλιά, απλώς έχει ένα σύγχρονο θέμα, αυτό των μεικτών γάμων. Το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ κλισέ. Έτσι - προσωπικά πάντοτε - δεν μπορώ να συμμεριστώ τη γνώμη του κοινού (και φίλων) που δηλώνουν ότι διασκέδασαν αφάνταστα.
Χαριτωμένο λοιπόν και σχετικά διασκεδαστικό μέσα στην ευκολία και την αφέλειά του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Το "προσπέρασα" σε ελάχιστο χρόνο.
Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2014
ΤΑ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΣΤΟ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΕΝΟ ΑΠΌ ΤΟ ΓΚΑΝ ΧΙΛ"
Από τα κλασικά γουέστερν που "ζουν" μέχρι σήμερα, "Το Τελευταίο Τρένο από το Γκαν Χιλ" γυρίστηκε το 1959 από τον έμπειρο John Sturges (1910-1992). Περιέχει πολλά "στάνταρ" του είδους, αλλά προσφέρεται και για γενικότερο προβληματισμό.
Δύο νεαροί βιάζουν και στη συνέχεια σκοτώνουν κτηνωδώς μια ινδιάνα ("σιγά, μωρέ, ινδιάνα ήταν..." θα ακουστεί συχνά κατά τη διάρκεια του φιλμ από διάφορα στόματα). Στην πόλη - κλασική επικίνδυνη οπόλη του Ουέστ, που ελέγχεται από έναν μεγαλοκτηματία και δεν πολυνοιάζεται για νόμο κάθε μορφής - φτάνει ένας σερίφης για να συλλάβει τους ένοχους. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο ένας είναι ο μοναχογιός του προαναφερθέντος μεγαλοκτηματία. Και επιπλέον, για να περιπλακούν κι άλλο τα πράγματα, ο κτηματίας υπήρξε παλιά ο καλύτερός του φίλος, ενώ η νεκρή ινδιάνα ήταν η γυναίκα του σερίφη...
Η ταινία σε πρώτη ανάγνωση είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης, συνηθισμένη στο είδος. Πέραν αυτού όμως θέτει και μια σειρά από ηθικά διλήμματα: Πόσο μπορεί κανείς να ρισκάρει για να κρατήσει ανέπαφες τις ηθικές αρχές του και να κάνει τον νομο και την αίσθηση του δικαίου να θριαμβεύσουν, ανεξάρτητα από το πόσο κινδυνεύει ο ίδιος; Τι γίνεται όταν συγκρούονται το καθήκον με τη βαθειά φιλία; Ποιο είναι το αληθινό κίνητρο του ήρωα; Το καθήκον ή η προσωπική εκδίκηση; Έτσι ο προβληματισμός του φιλμ βρίσκεται κοντά σ' αυτόν του επίσης κλασικού "Το Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές" (High Noon), αλλά και άλλων φιλμ. Επίσης, όπως συμβαίνει και με άλλα γουέστερν, ένα μόνιμο υποβόσκον θέμα είναι το σταδιακό πέρασμα των ΗΠΑ ως χώρας από μια απόλυτα ανεξέλεγκτη, δίχως κανόνες κατάσταση, όπου επικρατεί απλώς ο νόμος του ισχυρού, σε μια έννομη, οργανωμένη πολιτεία όπου ισχύει κάποιο δίκαιο (όσο τέλος πάντων ισχύουν όλα αυτά ακόμα και σήμερα, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά παντού). Και ταυτόχρονα ξύνει την πληγή του αφόρητου, κτηνώδους ρατσισμού των "πολιτισμένων" λευκών αποίκων απέναντι στους ινδιάνους (τους οποίους, ως γνωστόν, εξολόθρευσαν).
Παράλληλα με όλα αυτά το φιλμ προχωρά αργά και σταθερά προς την κορύφωση και γίνεται μάλιστα όλο και πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες με την πολιορκία του ήρωα και του ομήρου του στο σαλούν από τη συμμορία. Επίσης ο "κακός" κτηματίας δεν είναι απλώς μια καρικατούρα κακού, αλλά διαθέτει πολυεπίπεδο χαρακτήρα, απ' τον οποίο δεν λείπει η προσωπική ηθική και ένας δικός του κώδικας τιμής. Κερκ Ντάγκλας και Άντονι Κουίν είναι οι κλασικοί αντίπαλοι / φίλοι. Γενικά πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ καλό φιλμ, που αξίζει να δείτε, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των κλασικών γουέστερν-με-όχι-μόνο-πιστολίδι-και-ξύλο...
Δύο νεαροί βιάζουν και στη συνέχεια σκοτώνουν κτηνωδώς μια ινδιάνα ("σιγά, μωρέ, ινδιάνα ήταν..." θα ακουστεί συχνά κατά τη διάρκεια του φιλμ από διάφορα στόματα). Στην πόλη - κλασική επικίνδυνη οπόλη του Ουέστ, που ελέγχεται από έναν μεγαλοκτηματία και δεν πολυνοιάζεται για νόμο κάθε μορφής - φτάνει ένας σερίφης για να συλλάβει τους ένοχους. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι ο ένας είναι ο μοναχογιός του προαναφερθέντος μεγαλοκτηματία. Και επιπλέον, για να περιπλακούν κι άλλο τα πράγματα, ο κτηματίας υπήρξε παλιά ο καλύτερός του φίλος, ενώ η νεκρή ινδιάνα ήταν η γυναίκα του σερίφη...
Η ταινία σε πρώτη ανάγνωση είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης, συνηθισμένη στο είδος. Πέραν αυτού όμως θέτει και μια σειρά από ηθικά διλήμματα: Πόσο μπορεί κανείς να ρισκάρει για να κρατήσει ανέπαφες τις ηθικές αρχές του και να κάνει τον νομο και την αίσθηση του δικαίου να θριαμβεύσουν, ανεξάρτητα από το πόσο κινδυνεύει ο ίδιος; Τι γίνεται όταν συγκρούονται το καθήκον με τη βαθειά φιλία; Ποιο είναι το αληθινό κίνητρο του ήρωα; Το καθήκον ή η προσωπική εκδίκηση; Έτσι ο προβληματισμός του φιλμ βρίσκεται κοντά σ' αυτόν του επίσης κλασικού "Το Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές" (High Noon), αλλά και άλλων φιλμ. Επίσης, όπως συμβαίνει και με άλλα γουέστερν, ένα μόνιμο υποβόσκον θέμα είναι το σταδιακό πέρασμα των ΗΠΑ ως χώρας από μια απόλυτα ανεξέλεγκτη, δίχως κανόνες κατάσταση, όπου επικρατεί απλώς ο νόμος του ισχυρού, σε μια έννομη, οργανωμένη πολιτεία όπου ισχύει κάποιο δίκαιο (όσο τέλος πάντων ισχύουν όλα αυτά ακόμα και σήμερα, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά παντού). Και ταυτόχρονα ξύνει την πληγή του αφόρητου, κτηνώδους ρατσισμού των "πολιτισμένων" λευκών αποίκων απέναντι στους ινδιάνους (τους οποίους, ως γνωστόν, εξολόθρευσαν).
Παράλληλα με όλα αυτά το φιλμ προχωρά αργά και σταθερά προς την κορύφωση και γίνεται μάλιστα όλο και πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες με την πολιορκία του ήρωα και του ομήρου του στο σαλούν από τη συμμορία. Επίσης ο "κακός" κτηματίας δεν είναι απλώς μια καρικατούρα κακού, αλλά διαθέτει πολυεπίπεδο χαρακτήρα, απ' τον οποίο δεν λείπει η προσωπική ηθική και ένας δικός του κώδικας τιμής. Κερκ Ντάγκλας και Άντονι Κουίν είναι οι κλασικοί αντίπαλοι / φίλοι. Γενικά πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ καλό φιλμ, που αξίζει να δείτε, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των κλασικών γουέστερν-με-όχι-μόνο-πιστολίδι-και-ξύλο...
Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014
Η ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Τελικά ο σχετικά άγνωστος Matt Reeves δεν είναι καθόλου τυχαίος σκηνοθέτης. Μετά τα "Cloverfield" και το αμερικάνικο "Άσε το Κακό να Μπει", καθόλου κακά και τα δύο, μπαίνει στον κόσμο της σειράς του "Πλανήτη των Πιθήκων" με τον υπότιτλο "Η Αυγή" (2014). Και νομίζω ότι τα καταφέρνει εξ ίσου καλά.
Το φιλμ μας βάζει σε έναν ακόμα μετακαταστροφικό κόσμο: Ένας ιός έχει αποδεκατίσει την ανθρωπότητα. Οι ελάχιστοι επιζώντες ζουν σε κοινότητες με ελάχιστη τεχνολογία. Αυτό που αγνοούν είναι ότι κοντά τους (κάπου έξω από το Σαν Φρανσίσκο συγκεκριμένα) οι νοήμονες πίθηκοι έχουν πολλαπλασιαστεί και έχουν οργανώσει μια ανεπτυγμένη κοινότητα, υπό την αρχηγία βεβαίως του Σίζαρ, που κυβερνά σοφά. Οι δύο "κόσμοι" ειναι μοιραίο κάποια στιγμή να έλθουν σε επαφή και τα προβλήματα θα αρχίσουν.
Θα σας πω γιατί μου άρεσε η ταινία: Πρώτα - πρώτα είναι εξαιρετική οπτικά. Το μετακαταστροφικό τοπίο οπτικοποιείται με δύναμη, κυρίως όμως είναι οι σκηνές με την αποικία των πιθήκων και με το πλήθος τους να δεσπόζει σε διάφορους χώρους που κόβουν την ανάσα. Από την άλλη η αγωνία για το τι θα συμβεί αυξάνεται διαρκώς, οπότε νομίζω ότι το "κράτημα" του θεατή είναι δεδομένο.Το μόνο που με ενοχλεί είναι το τέλος, όχι επί της ουσίας, αλλά επειδή είναι όλα τόσο έτοιμα και τόσο ανοιχτά για την επόμενη συνέχεια της σειράς...
Ωστόσο βρίσκω σημαντικότατο και τον προβληματισμό του φιλμ: Ουσιαστικά μιλά για την αυτοκαταστροφικότητα του ανθρώπινου γένους (και του γένους των πιθήκων από τη στιγμή που αναπτύσουν ανθρώπινου στιλ πολιτισμό, άρα ουσιαστικά γίνονται μια μεταφορά της ανθρώπινης κοινωνίας). Αυτοκαταστροφικότητα που κυρίως έγκειται στον μιλιταρισμό, στην τάση για καταφυγή στη βία. Από εκεί και πέρα, όταν το "μικρόβιο" εισχωρεί και στον κόσμο των πιθήκων, δεν υπάρχει επιστροφή. Και δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς ότι ο πόλεμος είναι ό,τι χειρότερο "επινόησε" η ανθρωπότητα... Ταυτόχρονα το φιλμ μπορεί να μιλά και για θέματα όπως ο ρατσισμός (η στάση ενός μέλους της αρχικής ανθρώπινης αποστολής είναι χαρακτηριστική) ή η ανθρώπινη δίψα για εξουσία - συνιφασμένη με την προαναφερθείσα μιλιταριστική κατάρα. Βέβαια οι χαρακτήρες είναι από την πρώτη στιγμή χωρισμένοι αυστηρα σε καλούς - κακούς, αλλά στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε, σε υπερπαραγωγή μάλιστα, οπότε αυτά είναι αναμενόμενα.
Συνολικά λοιπόν το βρήκα αξιοπρεπέστατο μπλόγκμπάστερ, από τα καλά του είδους. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο μεγάλος Tim Burton έφαγε τα μούτρα του όταν επιχείρησε να κάνει ένα είδος ριμέικ της πρώτης ταινίας του 1968, φτιάχνοντας νομίζω τη χειρότερη ταινία του.
Το φιλμ μας βάζει σε έναν ακόμα μετακαταστροφικό κόσμο: Ένας ιός έχει αποδεκατίσει την ανθρωπότητα. Οι ελάχιστοι επιζώντες ζουν σε κοινότητες με ελάχιστη τεχνολογία. Αυτό που αγνοούν είναι ότι κοντά τους (κάπου έξω από το Σαν Φρανσίσκο συγκεκριμένα) οι νοήμονες πίθηκοι έχουν πολλαπλασιαστεί και έχουν οργανώσει μια ανεπτυγμένη κοινότητα, υπό την αρχηγία βεβαίως του Σίζαρ, που κυβερνά σοφά. Οι δύο "κόσμοι" ειναι μοιραίο κάποια στιγμή να έλθουν σε επαφή και τα προβλήματα θα αρχίσουν.
Θα σας πω γιατί μου άρεσε η ταινία: Πρώτα - πρώτα είναι εξαιρετική οπτικά. Το μετακαταστροφικό τοπίο οπτικοποιείται με δύναμη, κυρίως όμως είναι οι σκηνές με την αποικία των πιθήκων και με το πλήθος τους να δεσπόζει σε διάφορους χώρους που κόβουν την ανάσα. Από την άλλη η αγωνία για το τι θα συμβεί αυξάνεται διαρκώς, οπότε νομίζω ότι το "κράτημα" του θεατή είναι δεδομένο.Το μόνο που με ενοχλεί είναι το τέλος, όχι επί της ουσίας, αλλά επειδή είναι όλα τόσο έτοιμα και τόσο ανοιχτά για την επόμενη συνέχεια της σειράς...
Ωστόσο βρίσκω σημαντικότατο και τον προβληματισμό του φιλμ: Ουσιαστικά μιλά για την αυτοκαταστροφικότητα του ανθρώπινου γένους (και του γένους των πιθήκων από τη στιγμή που αναπτύσουν ανθρώπινου στιλ πολιτισμό, άρα ουσιαστικά γίνονται μια μεταφορά της ανθρώπινης κοινωνίας). Αυτοκαταστροφικότητα που κυρίως έγκειται στον μιλιταρισμό, στην τάση για καταφυγή στη βία. Από εκεί και πέρα, όταν το "μικρόβιο" εισχωρεί και στον κόσμο των πιθήκων, δεν υπάρχει επιστροφή. Και δεν νομίζω ότι αμφιβάλλει κανείς ότι ο πόλεμος είναι ό,τι χειρότερο "επινόησε" η ανθρωπότητα... Ταυτόχρονα το φιλμ μπορεί να μιλά και για θέματα όπως ο ρατσισμός (η στάση ενός μέλους της αρχικής ανθρώπινης αποστολής είναι χαρακτηριστική) ή η ανθρώπινη δίψα για εξουσία - συνιφασμένη με την προαναφερθείσα μιλιταριστική κατάρα. Βέβαια οι χαρακτήρες είναι από την πρώτη στιγμή χωρισμένοι αυστηρα σε καλούς - κακούς, αλλά στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε, σε υπερπαραγωγή μάλιστα, οπότε αυτά είναι αναμενόμενα.
Συνολικά λοιπόν το βρήκα αξιοπρεπέστατο μπλόγκμπάστερ, από τα καλά του είδους. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο μεγάλος Tim Burton έφαγε τα μούτρα του όταν επιχείρησε να κάνει ένα είδος ριμέικ της πρώτης ταινίας του 1968, φτιάχνοντας νομίζω τη χειρότερη ταινία του.
Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2014
ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΕΟ "ΤΡΙΤΟ ΑΝΘΡΩΠΟ" ΣΤΟ "THE MAN BETWEEN"
Ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης Carol Reed (1906-1976) είχε γυρίσει το 1949 την καλύτερη ισως ταινία του, τον "Τρίτο Άνθρωπο". Το 1953 γυρίζει το κατασκοπικό "The Man Between" σε μια προσπάθεια να επαναλάβει τον προηγούμενο θρίαμβό του. Η ταινία είναι νομίζω καλή, αλλά δεν φτάνει το κλασικό αριστούργημα του 1949.
Σίγουρα οι ομοιότητες είναι αρκετές. Χαώδης μεταπολεμική κατάσταση, φτώχεια και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ερειπωμένες από βομβαρδισμούς πόλεις, πολύπλοκες ίντριγκες... Η ατμόσφαιρα των δύο ταινιών μοιάζει πολύ. Μόνο που εδώ η πόλη που "πρωταγωνιστεί" ουσιαστικά στο φιλμ δεν είναι η Βιέννη, αλλά το Βερολίνο. Διότι, αν έπρεπε να βρούμε τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή, αυτός είναι η ίδια η πόλη.
Εκεί θα φτάσει η βρετανή ηρωίδα, για να φιλοξενηθεί για λίγο από τον στρατιωτικό γιατρό αδελφό της, ο οποίος έχει γνωρίσει και παντρευτεί μια γερμανίδα. Από την αρχή η κοπέλα θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σύζυγο. Βιαστικά τηλέφωνα, κρυφές συναντήσεις, έκδηλο άγχος... Πρόκειται για κάποια απιστία ή για κάτι μεγαλύτερο; Σύντομα θα κάνει και την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης γερμανός, μάλλον τυχοδιώκτης, που φαίνεται να ξέρει από παλιά την κοπέλα και τα πράγματα θα γίνουν πολύπλοκα, κυρίως όσον αφορά τη σχέση του με την αγγλίδα αδελφή. Ταυτόχρονα κυριαρχεί ένα σκοτεινό φόντο από μηχανοραφίες ανάμεσα σε δυτικούς και ανατολικούς...
Η ταινία είναι ατμοσφαιρική, κυρίως λόγω του σκηνικού. Παντού δεσπόζει το ερειπωμένο Βερολίνο, ισοπεδωμένο σε πολλά σημεία από τους βομβαρδισμούς, γεμάτο βουνά από μπάζα και κατεστραμένα κτίρια που υψώνονται σα στοιχειωμένα, χωρισμένο σε "δυτικό" και "ανατολικό" - βλέπε κομμουνιστικό - τομέα (το Τείχος δεν είχε ακόμα χτιστεί), πλημμυρισμένο από ανατολικούς πρόσφυγες που αναζητούν καλύτερη μοίρα στη Δύση. Όλα αυτά επιτείνουν το χάος και την ανησυχητική, γεμάτη ανασφάλεια ατμόσφαιρα. Και φυσικά, όπως είπαμε, ανάμεσα σ' όλα αυτά οργιάζουν οι κατασκοπευτικές ίντριγκες (ο Ψυχρός Πόλεμος έχει αρχίσει για τα καλά).
Ναι, η ταινία είναι κι αυτή σαφώς ψυχροπολεμική. Τα στρατόπεδα είνα σαφή: Οι "καλοί" δυτικοί και οι "κακοί" ανατολικοί (κομμουνιστές). Από τα δίχτυα τους άλλωστε πασχίζει να ξεφύγει... ας μην αποκαλύψουμε ποιος ή ποιοι. Αυτό, είτε συμφωνείτε είτε όχι, πάρτε το σαν δεδομένο. Από εκεί και πέρα προτείνω να επικεντρωθείτε στην ανησυχητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα, στο σασπένς που όλο και μεγαλώνει όσο προχωρά το φιλμ, στην παρουσία του Τζέιμς Μέισον, στο δυνατό τέλος...
Είπαμε, δεν είναι "Τρίτος Άνθρωπος", την βρήκα όμως ενδιαφέρουσα ταινία.
Σίγουρα οι ομοιότητες είναι αρκετές. Χαώδης μεταπολεμική κατάσταση, φτώχεια και εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ερειπωμένες από βομβαρδισμούς πόλεις, πολύπλοκες ίντριγκες... Η ατμόσφαιρα των δύο ταινιών μοιάζει πολύ. Μόνο που εδώ η πόλη που "πρωταγωνιστεί" ουσιαστικά στο φιλμ δεν είναι η Βιέννη, αλλά το Βερολίνο. Διότι, αν έπρεπε να βρούμε τον ουσιαστικό πρωταγωνιστή, αυτός είναι η ίδια η πόλη.
Εκεί θα φτάσει η βρετανή ηρωίδα, για να φιλοξενηθεί για λίγο από τον στρατιωτικό γιατρό αδελφό της, ο οποίος έχει γνωρίσει και παντρευτεί μια γερμανίδα. Από την αρχή η κοπέλα θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σύζυγο. Βιαστικά τηλέφωνα, κρυφές συναντήσεις, έκδηλο άγχος... Πρόκειται για κάποια απιστία ή για κάτι μεγαλύτερο; Σύντομα θα κάνει και την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης γερμανός, μάλλον τυχοδιώκτης, που φαίνεται να ξέρει από παλιά την κοπέλα και τα πράγματα θα γίνουν πολύπλοκα, κυρίως όσον αφορά τη σχέση του με την αγγλίδα αδελφή. Ταυτόχρονα κυριαρχεί ένα σκοτεινό φόντο από μηχανοραφίες ανάμεσα σε δυτικούς και ανατολικούς...
Η ταινία είναι ατμοσφαιρική, κυρίως λόγω του σκηνικού. Παντού δεσπόζει το ερειπωμένο Βερολίνο, ισοπεδωμένο σε πολλά σημεία από τους βομβαρδισμούς, γεμάτο βουνά από μπάζα και κατεστραμένα κτίρια που υψώνονται σα στοιχειωμένα, χωρισμένο σε "δυτικό" και "ανατολικό" - βλέπε κομμουνιστικό - τομέα (το Τείχος δεν είχε ακόμα χτιστεί), πλημμυρισμένο από ανατολικούς πρόσφυγες που αναζητούν καλύτερη μοίρα στη Δύση. Όλα αυτά επιτείνουν το χάος και την ανησυχητική, γεμάτη ανασφάλεια ατμόσφαιρα. Και φυσικά, όπως είπαμε, ανάμεσα σ' όλα αυτά οργιάζουν οι κατασκοπευτικές ίντριγκες (ο Ψυχρός Πόλεμος έχει αρχίσει για τα καλά).
Ναι, η ταινία είναι κι αυτή σαφώς ψυχροπολεμική. Τα στρατόπεδα είνα σαφή: Οι "καλοί" δυτικοί και οι "κακοί" ανατολικοί (κομμουνιστές). Από τα δίχτυα τους άλλωστε πασχίζει να ξεφύγει... ας μην αποκαλύψουμε ποιος ή ποιοι. Αυτό, είτε συμφωνείτε είτε όχι, πάρτε το σαν δεδομένο. Από εκεί και πέρα προτείνω να επικεντρωθείτε στην ανησυχητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα, στο σασπένς που όλο και μεγαλώνει όσο προχωρά το φιλμ, στην παρουσία του Τζέιμς Μέισον, στο δυνατό τέλος...
Είπαμε, δεν είναι "Τρίτος Άνθρωπος", την βρήκα όμως ενδιαφέρουσα ταινία.
Τρίτη, Ιουλίου 22, 2014
FIVE CΑRD STUD: ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ Ή ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ;
Δεν νομίζω ότι πρόκειται για μεγάλη ταινία. Διαθέτει όμως μια σημαντική ιδιορυθμία, για την οποία θα σας πω πιο κάτω. Λίγα όμως για την ιστορία: Σε τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ, στο τυπικό σαλούν, 6 άνθρωποι παίζουν πόκερ. Όταν κάποιος απ' αυτούς συλλαμβάνεται να κλέβει, οι μεθυσμένοι συμπαίκτες του (πλην ενός, του μοναδικού επαγγελματία χαρτοπαίκτη), τον λυντσάρουν και τον κρεμάνε, παρά τις αντιρρήσεις του τελευταίου. Από εκεί και πέρα ένας - ένας αρχίζουν να δολοφονούνται, πάντοτε δι' απαγχονισμού. Ποιος είναι ο ένοχος και γιατί κάνει ό,τι κάνει;
Νομίζω ότι αντιληφθήκατε την ιδιορυθμία για την οποία έλεγα: Πρόκειται για ένα γουέστερν με καθαρά αστυνομική πλοκή, στα χνάρια μάλιστα των κλασικών ιστοριών της Άγκαθα Κρίστι. Ενώ υπάρχουν όλες οι συμβάσεις του είδους (οι καουμπόιδες, το ξύλο στο σαλούν, το ουίσκι, το πιστολίδι, ο οίκος ανοχής με την επικεφαλής "μαντάμ", το ράντσο κλπ.), η πλοκή είναι καθαρά αστυνομική. Αυτό που ενδιαφέρει τον θεατή δεν είναι τόσο το ποιος θα κερδίσει σε μια μονομαχία, αλλά το "ποιος το έκανε", όπως στα αστυνομικά. Κοινώς "βρείτε το δολοφόνο". Και για να γίνει ακομα πιο αστυνομικό το όλο πράγμα, όπως συμβαίνει στα αντίστοιχα φιλμ ή βιβλία, το σενάριο στρέφει τις υποψίες πότε στον ένα χαρακτήρα και πότε στον άλλο, υπάρχουν δηκαδή πολλοί ύποπτοι.
Η παρουσία του Ντιν Μάρτιν στο ρόλο του "καλού" χαρτοπαίκτη και γυναικά, αλλά κυρίως του πάντοτε "καλτ" Ρόμπερτ Μίτσαμ και του νεαρού τότε Ρούντι Μακ Ντάουελ είναι ευπρόσδεκτες, αν και αρκετές από τις άλλες ηθοποιίες δεν μου φάνηκαν και εξαιρετικές. Συνολικά λοιπόν η ταινία - δίχως να διεκδικεί δάφνες - βλέπεται νομίζω ευχάριστα, κυρίως λόγω της πρωτότυπης ανάμειξης των ειδών.
ΥΓ: Πάντοτε όταν βλέπω ένα παλιό γουέστερν - ακομα κι αν δεν είναι "προβληματισμένο", είναι δηλαδή εντελώς τυποποιημένο, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τις τοσο βάρβαρες ρίζες αυτης της χώρας μόλις εκατό τόσα χρόνια από σήμερα. Το έχουμε βέβαια συνηθίσει από τις ταινίες και δεν μας κάνει εντύπωση, αλλά σκεφτείτε πόση καθημερινή βία υπήρχε στην κοινωνία αυτή. Και μόνο το ότι οι άνθρωποι οπλοφορούσαν (πράγμα αδιανόητο για την Ευρώπη της εποχής) αρκεί. Άσε που δεν ήταν και τίποτα να κρεμάσουν οι συμπαίχτες του κάποιον που έκλεβε στο πόκερ...
Δευτέρα, Ιουλίου 21, 2014
Ο ΟΝΤΩΣ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΟΣ κ. ΣΠΙΒΕΤ
Ο Jean-Pierre Jeunet υπήρξε από την αρχή της καριέρας του (τότε δίδυμο με τον Καρό) ένας πάνω απ' όλα στυλίστας σκηνοθέτης. Το στιλ του έγκειται σε ένα συνδυασμό ευφάνταστης σκηνοθεσίας, feelgood παιδικότητας, ιδιαίτερης εικόνας και παραμυθένιας διάθεσης. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε ατόφια στον αγγλόφωνο αυτή τη φορά "Απρόβλεπτο κ. Σπίβετ" (The Young and Prodigious T.S.Spivet) του 2013.
Ένα δεκάχρονο παιδί - θαύμα, ιδιοφυϊα στις επιστήμες, ζει με την μάλλον δυσλειτουργική οικογένειά του σε μια απομονωμένη φάρμα στις ερημιές της αμερικάνικης υπαίθρου. Όταν κερδίζει από το περίφημο Smithsonean Institute το σημαντικότερο επιστημονικό βραβείο, αποκρύπτει την ηλικία του, το σκάει από το σπίτι και ταξιδεύει λαθραία προς τη μακρινή Ουάσινγκτον για να το παραλάβει.
Το φιλμ διακρίνεται αμέσως από την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ταινίες του ο Ζενέ. Η απίστευτα καθαρή φωτογραφία, πλημμυρισμένη από χρώμα, τα υπέροχα φυσικά τοπία, ο ενυπάρχον σουρεαλισμός, τα σκηνοθετικά κόλπα (σχεδιαγράμματα, γράμματα που βγαίνουν στην οθόνη, ενίοτε κινούμενα σχέδια, παράξενες λήψεις κλπ.), όλα υπάρχουν εδώ. Η feelgood διάθεση που προαναφέραμε επίσης, αυτή τη φορά όμως ανάμικτη με συγκίνηση, που κυρίως έχει να κάνει με την ουσιαστικότερη και βαθύτερη ανάγκη του ιδιοφυούς μικρού ήρωα για αγάπη και αποδοχή από την οικογένειά του. Επίσης οι περιπέτειές του και το χιούμορ νομίζω ότι δεν αφήνουν τον θεατή να πλήξει. Έτσι, αν ιδιαίτερα ενδιαφέρεστε για παράδοξη και προσωπική ατμόσφαιρα στο σινεμά, συνιστώ το φιλμ.
Ωστόσο έχω να παρατηρήσω ότι πλέον ο κάποτε τόσο αγαπητός και πρωτότυπος Ζενέ (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία της "Αμελί") δεν έχει μεν χάσει τις ιδέες του, φοβάμαι όμως ότι πλέον επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο θεατής που ξέρει τη δουλειά του σκηνοθέτη δεν νοιώθει πλέον καμία έκπληξη, γνωρίζει από πριν τι περίπου θα δει. Να λοιπόν το πρόβλημα (συν την πανταχού παρούσα, σαφώς ηθελημένη πάντως, αφέλεια). Πέραν αυτών νομίζω ότι γενικά θα περάσετε καλά. Και υπάρχει και μια έντονη κριτική της τηλεόρασης, του τύπου και κάθε λογής άλλων "κορακιών" (πανεπιστημιακού κατεστημένου κλπ) που εκμεταλλεύονται αδίστακτα ό ,τι μπορεί να βγάλει χρήμα ή δόξα. Είναι πλέον χαρακτηριστικό του συστήματος που ζούμε...
Ένα δεκάχρονο παιδί - θαύμα, ιδιοφυϊα στις επιστήμες, ζει με την μάλλον δυσλειτουργική οικογένειά του σε μια απομονωμένη φάρμα στις ερημιές της αμερικάνικης υπαίθρου. Όταν κερδίζει από το περίφημο Smithsonean Institute το σημαντικότερο επιστημονικό βραβείο, αποκρύπτει την ηλικία του, το σκάει από το σπίτι και ταξιδεύει λαθραία προς τη μακρινή Ουάσινγκτον για να το παραλάβει.
Το φιλμ διακρίνεται αμέσως από την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα που δημιουργεί στις ταινίες του ο Ζενέ. Η απίστευτα καθαρή φωτογραφία, πλημμυρισμένη από χρώμα, τα υπέροχα φυσικά τοπία, ο ενυπάρχον σουρεαλισμός, τα σκηνοθετικά κόλπα (σχεδιαγράμματα, γράμματα που βγαίνουν στην οθόνη, ενίοτε κινούμενα σχέδια, παράξενες λήψεις κλπ.), όλα υπάρχουν εδώ. Η feelgood διάθεση που προαναφέραμε επίσης, αυτή τη φορά όμως ανάμικτη με συγκίνηση, που κυρίως έχει να κάνει με την ουσιαστικότερη και βαθύτερη ανάγκη του ιδιοφυούς μικρού ήρωα για αγάπη και αποδοχή από την οικογένειά του. Επίσης οι περιπέτειές του και το χιούμορ νομίζω ότι δεν αφήνουν τον θεατή να πλήξει. Έτσι, αν ιδιαίτερα ενδιαφέρεστε για παράδοξη και προσωπική ατμόσφαιρα στο σινεμά, συνιστώ το φιλμ.
Ωστόσο έχω να παρατηρήσω ότι πλέον ο κάποτε τόσο αγαπητός και πρωτότυπος Ζενέ (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία της "Αμελί") δεν έχει μεν χάσει τις ιδέες του, φοβάμαι όμως ότι πλέον επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι ο θεατής που ξέρει τη δουλειά του σκηνοθέτη δεν νοιώθει πλέον καμία έκπληξη, γνωρίζει από πριν τι περίπου θα δει. Να λοιπόν το πρόβλημα (συν την πανταχού παρούσα, σαφώς ηθελημένη πάντως, αφέλεια). Πέραν αυτών νομίζω ότι γενικά θα περάσετε καλά. Και υπάρχει και μια έντονη κριτική της τηλεόρασης, του τύπου και κάθε λογής άλλων "κορακιών" (πανεπιστημιακού κατεστημένου κλπ) που εκμεταλλεύονται αδίστακτα ό ,τι μπορεί να βγάλει χρήμα ή δόξα. Είναι πλέον χαρακτηριστικό του συστήματος που ζούμε...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















