Σάββατο, Ιουλίου 21, 2012

ΟΤΑΝ Η ΑΡΑΧΝΗ ΞΑΝΑΤΣΙΜΠΗΣΕ ΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ SPIDER MAN

Ε λοιπόν ναι! Το Χόλιγουντ είναι αδίστακτο προκειμένου να βγάλει λεφτά (και αφού παραδόξως βγάζει, ποιος μπορεί να το κατηγορήσει;) Δεν μας έφταναν τα siquel, τα prequel, τα franchise, ιδού τώρα η ηλιθιότερη μόδα όλων: Τα reboot. Τουτέστιν μια παραλλαγή, κάτι σα ριμέικ, μιας πρόσφατης και όχι παλιάς ταινίας. Φυσικά η συνταγή εφαρμόζεται προς το παρόν μόνο εκεί που τους παίρνει, στα σουπερ ηρωικά φιλμ δηλαδή, που ξεφυτρώνουν από παντού σαν μανιτάρια.
Ο "Amazing Spider-man" λοιπόν, που γύρισε το 2012 ο συμπαθής Marc Webb, δεν είναι παρά ο γνωστός Σπάιντερμαν πάλι από την αρχή! Ο νεαρός, ντροπαλός μαθητής Πίτερ Πάρκερ, το δάγκωμά του από "πειραγμένη" αράχνη, η μετάλλαξή του σε υπερήρωα με ιδιαίτερες ικανότητες, ο έρωτάς του για μια όμορφη συμμαθήτριά του... Και γιατί πρέπει να τα ξαναδούμε όλα αυτά; Αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι κι εγώ...
Θα σας πω εδώ - το έχω ξαναπεί άλλωστε - ότι δεν είμαι ιδιαίτερα φαν των σούπερηρωικών φιλμ (ούτε των αντίστοιχων κόμικς) και συνήθως (εξαίρεση μερικοί από τους Batman) βλέπω κάποιες σχετικές ταινίες, με ορισμένες από τις οποίες περνώ καλά για δύο ώρες και μετά στο μυαλό μου γίνεται οριστικό delete. Επίσης πρέπει να πω ότι δεν υπήρξα ποτέ φαν των τριών Σπάιντερμαν του Ράιμι, παρά το ότι μέχρι τότε ο Ράιμι μου άρεσε. Οπότε εδώ έχουμε μια ιδιαιτερότητα: Τυχαίνει ο καινούριος αυτός Άνθρωπος Αράχνη να μου αρέσει περισσότερο από τους παλιούς (σιγά τους παλιούς δηλαδή, πολύ λίγα χρόνια πριν γυρίστηκαν). Ο Webb έχει περιορίσει την ακατάσχετη δράση και αδιάλειπτη βαβούρα (που μπορούν να ενθουσιάσουν μαθητές γυμνασίου), υπέρ μιας πιο ανθρώπινης, σχετικά ρεαλιστικότερης και σαφώς πιο δραματικής προσέγγισης. Ο Σπάιντερμαν είναι εδώ ένας δραματικός χαρακτήρας, που κουβαλά ενοχές, που υποφέρει, που άθελά του φταίει για διάφορα κακά που γίνονται (πάντοτε ήταν έτσι δηλαδή, αλλά νομίζω ότι εδώ αυτή η πλευρά τονίζεται περισσότερο). Η δράση έχει περιοριστεί στο δεύτερο μέρος, ο έρωτας με την συμμαθήτρια είναι πιο γήινος και νορμάλ και, επί πλέον, ο νέος πρωταγωνιστής μου αρέσει περισσότερο, αφού ποτέ δεν χώνεψα τον ξενέρωτο (προσωπική γνώμη) Τόμπι ΜακΓκουάιρ. Άλλωστε ο Webb έχει στο ενεργητικό του και μια από τις λίγες πρωτοτυπες αμερικάνικες κομεντί των τελευταίων χρόνων: Τις "500 Μέρες με τη Σάμερ". Κάτι λέει κι αυτό...
Εντάξει, μην τα πάρετε και πολύ σοβαρά όλα αυτά. Αν δεν είστε φαν των υπερηρωικών ταινιών μην περάσετε ούτε απ' έξω. Και για μένα δεν ήταν και καμιά σπουδαία ταινία. Απλώς μου άρεσε και το είδα με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την προηγούμενη τριλογία και από πολλά άλλα φιλμ ενός είδους που δεν λέει με τίποτα να εξαντληθεί.

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2012

ΥΠΑΡΧΟΥΝ "ΚΥΝΗΓΟΙ ΚΕΦΑΛΩΝ" ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ

Οι σκανδιναβοί, όπως όλα δείχνουν, έχουν αποκτήσει ένα δικό τους ύφος στα θρίλερ. Και στη λογοτεχνία και στο σινεμά. Ο νορβηγός Τζο Νέσμπο είναι ένας πολύ πετυχημένος τέτοιος συγγραφέας, ενώ οι "Κυνηγοί Κεφαλών" (Hodejegerme, επειδή ξέρω ότι σκάτε να μάθετε τον πρωτότυπο τίτλο), είναι η μεταφορά στην οθόνη ενός βιβλίου του, που έκανε το 2011 ο Morten Tyldum.
 Πλούσιο και αδίστακτο στέλεχος πολυεθνικής, το οποίο τον ελεύθερο χρόνο του κλεβει πολύτιμα έργα τέχνης για να αυξήσει κι άλλο το εισόδημά του, βλέπει ξαφνικά την πολυτελή ζωή του να καταρρέει, καθώς ένα άλλο τέτοιο στέλεχος, ακόμα πιο αδίστακτο, θα τον βάλει στο μάτι. Σύντομα όλα θα μετετραπούν σε ένα εφιαλτικό παιχνίδι ζωής ή θανάτου.
Η ταινία διατηρεί αμείωτο τον έντονο ρυθμό της. Από την σχετικά χαλαρή αρχή μοιάζει να επιταχύνεται όλο και περισσότερο, οδηγώντας τον (καθόλου συμπαθή) ήρωα σε έναν εφιάλτη που γίνεται όλο και φριχτότερος και καθηλώνοντας τον θεατή. Συγχρόνως, πέραν του ρυθμού, καταγράφει ένα σκληρότατο, αδίστακτο πρόσωπο του πλέον πολιτισμένου ίσως μέρους του πλανήτη: Της Σκανδιναβίας. Μέσα στο αποστειρωμένο, ψυχρό και πολυτελές περιβάλλον που χαρακτηρίζει τα φιλμ των χωρών αυτών, η απληστία των εταιριών - και των στελεχών τους φυσικά - δεν γνωρίζει όρια, η όποια ηθική είναι ανύπαρκτη, η βία καραδοκεί σε κάθε βήμα. Ο πρώην θύτης, άπληστος και αδίστακτος ο ίδιος, που πατά επί πτωμάτων για να ανέβει και δεν λογαριάζει την ταπείνωση των άλλων, παγιδεύεται, μετατρέπεται ταχύτατα σε θύμα και κατεβαίνει πραγματικά στο βυθό, πληρώνοντας με το ίδιο νόμισμα - χειρότερο μάλλον - όσα ο ίδιος έκανε μέχρι τώρα. Ταυτόχρονα όμως μοιάζει να οριμάζει για πρώτη φορά, να "ενηλικιώνεται" και να αντιλαμβάνεται ότι ζωή δεν είναι μόνο το χρήμα, η δύναμη και τα παιχνίδια εξουσίας. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή του χαρακτήρα του είναι αυτό που προσωπικά βρήκα πιο σημαντικό στοιχείο.
Ενδιαφέρον φιλμ, παρά τις κάποιες αντιρρήσεις μου: Όλα όσα συμβαίνουν δεν μοιάζουν και τόσο αληθοφανή, "δεν γίνονται" που λέμε κοινώς. Κανείς που έχει υποστεί τόσα δεν μπορεί να αντιδρά τόσο σθεναρά. Η ταινία, με τη διαρκή ένταση, μοιάζει να χάνει κάπως σε ρεαλισμό, να ενδίδει στην περιπέτεια για την περιπέτεια. Ωστοσο διατηρεί τις αποστάσεις και τις διαφορές από τα τετριμμένα αμερικάνικα πρότυπα.
Οφείλω να πω ότι προσωπικά (και υποκειμενικά) η τριλογία του "Κοριτσιού με το Τατουάζ" μου αρέσει περισσότερο. Ωστόσο και αυτό το φιλμ παραμένει χαρακτηριστικό αυτής της όχι πλέον αναδυόμενης, αλλά ήδη μεσουρανούσας σκανδιναβικής σχολής έντονα κοινωνικών και συχνά πολιτικοποιημένων θρίλερ.

Δευτέρα, Ιουλίου 16, 2012

ΣΤΟΝ 6ο ΟΡΟΦΟ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ...

Υπάρχει μια πλούσια, συντηρητική, "σφιγμένη" και κρυόκωλη οικογένεια ενός χρηματιστή (ένα ζευγάρι δηλαδή, αφού τα παιδιά είναι κάπου κυριλέ και εσώκλειστα), σε πολυτελές διαμέρισμα του 5ου. Και από πάνω, στον 6ο, υπάρχουν μικρά διαμερισματάκια όπου ζουν φτωχές ισπανίδες, που κυρίως δουλεύουν σαν υπηρέτριες.
Όλα αυτά συνβαίνουν στο Παρίσι του 1962 και στην ταινία του 2010 "Οι Γυναίκες του 6ου Ορόφου" του γάλλου Philippe Le Guay. Πρόκειται βέβαια για κομεντί, η οποία, αν μη τι άλλο, είναι νομίζω χαριτωμένη. Όπως αντιλαμβανόμαστε, ανάμεσα στις δύο κατηγορίες ενοίκων σ' αυτή τη "δύο ταχυτήτων" τεράστια πολυκατοικία, θα δημιουργηθούν ποικίλες σχέσεις. Ο πρωταγωνιστής, ο κουμπωμένος, μεσήλικας χρηματιστής, θα αρχίσει για πρώτη φορά μετά πολλά, πολλά χρόνια να απολαμβάνει τη ζωή, θα φτάσει ακόμα και να ερωτευτεί. Αλλά ο έρωτας δεν είναι η μόνη αλλαγή πάνω του.
Η ιδέα είναι έξυπνη και βέβαια, στόχος του σκηνοθέτη είναι να φέρει σε αντιπαράθεση δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους: Αυτόν της φτωχής εργατικής τάξης, με τα καθημερινά προβλήματα και αγωνίες, αλλά και τον πλούτο των συναισθημάτων, που δείχνει να απολαμβάνει τη ζωή πολύ περισσότερο από τους "άλλους" κι αυτόν των μπουρζουάδων, οι οποίοι παρά την οικονομική άνεση μοιάζουν τόσο, μα τόσο δυσκοίλιοι... Κι ακόμα τον κόσμο του Νότου (της Ισπανίας συγκεκριμένα στο φιλμ), κόσμου συναισθηματικού, με ξεσπάσματα, πάθη, γέλια, κλάματα, χορό, κόσμο εκδηλωτικό και ζεστό τέλος πάντων, μ' αυτόν του Βορά, πολύ περισσότερο ψυχρού, συντηρητικού, μαζεμένου, που, βολεμένος και χωμένος στην άνετη καθημερινότητα, μοιάζει να έχει ξεχάσει πως η ζωή χρειάζεται πάνω απ' όλα χαρά και απολαύσεις.
Ίσως να υπάρχουν κάποια περισσότερα απ' όσο πρέπει κλισέ (είπαμε: Βοράς - Νότος, πλούσιοι - φτωχοί κλπ.), αλλά συνολικά βρήκα το αποτέλεσμα συμπαθητικό και ευχάριστο. Ειδικά ο βασικός ήρωας και η βαθμιαία μετάλλαξή του, είναι απολαυστικά. Δεν το θεωρώ κάτι πολύ σπουδαίο, αλλά νομίζω ότι είναι ό,τι πρέπει για χαλαρό θερινό σινεμαδάκι. Το χρειαζόμαστε.

Κυριακή, Ιουλίου 15, 2012

ΨΥΧΡΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΚΑΙ "ΟΠΛΑ ΓΙΑ ΝΟΙΚΙΑΣΜΑ"

Το 1942 ο παραγωγικότατος (και όχι από τα μεγάλα ονόματα του Χόλιγουντ) Frank Tuttle (1892-1963) γυρίζει το "This Gun for Hire", παραδίδοντας έτσι ένα τυπικό νουάρ, σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία κατασκοπευτικού φιλμ, αφού, ας μην ξεχνάμε, βρισκόμαστε στην καρδιά του πολέμου και οι κακοί κατάσκοποι και κάποιες πατριωτικές νότες ήταν - φυσιολογικά θα έλεγα - απαραίτητες.
Αυτό που αμέσως ξεχωρίζει από το φιλμ είναι ο χαρακτήρας του ήρωα, που ερμηνεύεται από τον Άλαν Λαντ. Πρόκειται για ένα πραγματικά ψυχρό, μοναχικό κάθαρμα, έναν πληρωμένο δολοφόνο που δεν διστάζει, στην πρώτη κιόλας σκηνή, να εκτελέσει εν ψυχρώ το στόχο της αποστολής του, αλλά και την άσχετη ερωμένη του που βρέθηκε τυχαία εκεί. Πάνω σ΄αυτό τον χαρακτήρα χτίζεται η ταινία και προσπαθεί στο τέλος να τον ερμηνεύσει, να τον ψυχαναλύσει ίσως. Η φιγούρα του (αλλά και το προδιαγεγραμμένο τέλος) αποτέλεσε, νομίζω, έμπνευση για τον Μελβίλ και τον δικό του "Σαμουράι" με τον Αλέν Ντελόν. Η ίδια ψυχρότητα, η ίδια κυνικότητα και, πάνω απ' όλα, η ίδια μοναχικότητα, η οποία, στο φιλμ που εξετάζουμε, γίνεται σπαρακτική. Προς το τέλος μάλιστα ίσως ακόμα και να συμπαθήσουμε τον αδίστακτο αυτόν άνθρωπο, που μοιάζει τίποτα να μην το συγκινεί, καθώς αντιλαμβανόμαστε σιγά - σιγά μέσα από ποιες συνθήκες κατέληξε έτσι.
Πολύ ενδιαφέρουσα επίσης είναι η σχέση αγάπης - μίσους που αναπτύσει ο δολοφόνος με την όμορφη Βερόνικα Λέικ, που ανήκει καθαρά στους "καλούς" και είναι μάλιστα η κοπέλα του αστυνομικού που τον κυνηγά. Η σχέση, από υποχρεωτική και εκβιαστική, μετατρέπεται βαθμιάια σε ένα είδος φιλίας και εμπιστοσύνης, με το ερωτικό στοιχείο να βρίσκεται σε δεύτερο επίπεδο και, ίσως, να υπάρχει ελάχιστα. Ίσως ο μοναχικός ήρωας να αναζητεί περισσότερο μια μητρική παρά μια ερωτική φιγούρα, έναν φίλο που επιτέλους μπορεί να εμπιστευτεί, να πασχίζει, κάτω από την ψυχρή μάσκα, να αποκτήσει έστω και στο τέλος, μια ανθρώπινη επαφή. Ας σημειώσουμε ότι και οι άλλοι χαρακτήρες που κινούνται γύρω τους, έχουν κι αυτοί το ενδιαφέρον τους, με πρώτο τον "κακό" χοντρό.
 Πέραν αυτού του βάθους και των πολύπλοκων χαρακτήρων και σχέσεων, που σύντομα ξεπερνούν τον σχηματικό διαχωρισμό καλού - κακού, η ταινία διαθέτει δράση και σασπένς, παρακολουθείται ευχάριστα, πλην όμως, αν την εξετάσει κανείς αυστηρά σεναριακά, βασίζεται υπέρ του δέοντος σε συμπτώσεις, πράγμα που καθιστά την πλοκή κάπως αναληθοφανή. Έτσι, το φιλμ μπορεί να ειδωθεί είτε σαν μια καθαρή περιπέτεια που, κατά τη γνώμη μου, στέκει ακόμα, δίχως πολλά - πολλά γιατί και πώς, είτε σαν μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη χαρακτήρων και σχέσεων. Όπως και να το κάνουμε, θα άξιζε να του "ρίξετε μια ματιά".

Τετάρτη, Ιουλίου 11, 2012

ΟΙ "ΜΕΣΟΤΟΙΧΙΕΣ" ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΟΥΝ

Ο αργεντινός Gustavo Taretto είναι, μαθαίνω, μικρομηκάς και διαφημιστής. Με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του πάντως, τις "Μεσοτοιχίες" (Medianeras) του 2012, αποδεικνύεται αν μη τι άλλο εξαιρετικά φρέσκος και πρωτότυπος.
Η ταινία είναι μια (ακόμα) ρομαντική κομεντί. Δύο νέοι άνθρωποι, μοναχικοί, με παραξενιές, με αδιέξοδους έρωτες στο παρελθόν τους, ζουν σχεδόν απέναντι, αλλά δεν έχουν συναντηθεί ποτέ. Και εδώ αρχίζουν οι πρωτοτυπίες. Όλες οι κομεντί του κόσμου μας δείχνουν πώς συναντιούνται, τις φάσεις της γνωριμίας ή του έρωτά τους, την κοινή (ή μη) ζωή τους κλπ. Ε, λοιπόν η ταινία αυτή επιλέγει να μας δείξει το πώς... δεν συναντιούνται, πώς επί δύο ώρες αγνοούν ο ένας την ύπαρξη του άλλου, πώς μια σειρά συμπτώσεων συμβάλλει σ' αυτό. Και όλα αυτά ενώ, όπως βλέπουμε εμείς οι θεατές, είναι απόλυτα προορισμένοι ο ένας για τον άλλον, ζουν παράλληλα δίχως να εφάπτονται, κάνουν και γουστάρουν τα ίδια πράγματα, αλλά... Φυσικά ο ρομαντισμός υπάρχει, και η τρυφερότητα και η συγκίνηση θα έρθουν, μέχρι τότε όμως έχουμε απολαύσει μια από τις πλέον πρωτότυπες κομεντί.
Το έξυπνο στόρι πάντως, το (πικρό συχνά) χιούμορ, η ευχάριστη παρακολούθηση, αποτελούν ένα μόνο μέρος της επιτυχίας της ταινίας. Γιατί ο Taretto χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές (ακόμα και ελάχιστα κινούμενα σχέδια), σχολιάζει έξυπνα και καίρια καταστάσεις της σύγχρονης ζωής που όλοι βιώνουμε καθημερινά, ίσως όμως να μη συνειδητοποιούμε τη σημασία τους. Η ζωή σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, η αρχιτεκτονική των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, το Interrnet και οι καθημερινές επιπτώσεις του στη ζωή μας, οι σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, ερωτικές και μη, αυτό το "τόσο κοντά αλλά τόσο μακριά" που φαίνεται να κυριαρχεί, η μοναξιά, η κατάθλιψη ακόμα που μοιάζει να παραμονεύει και πολλά, πολλά ακόμα μπαίνουν πανέξυπνα στο στόχαστρό του. Το Μπουένος Άιρες, που μοιάζει να αγαπά και να μισεί ταυτόχρονα, και το οποίο γνωρίζει καλά, είναι το παράδειγμα που χρησιμοποιεί. Οι παρατηρήσεις του όμως ισχύουν για κάθε σύγχρονη μεγαλούπολη.
 Προσωπικά το ευχαριστήθηκα πολύ και, όπως είπα, βρήκα το φιλμ ένα από τα πιο πρωτότυπα σε ένα κορεσμένο σχεδόν και συχνά βαρετό είδος. Να όμως που ποτέ δεν πρέπει να βιάζεται κανείς να αποκαλέσει κάτι "κορεσμένο".

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2012

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ, ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΣΤΟ "CANNONBALL"

Είχα ακούσει για το "Cannonball" του 1976, αλλά δεν είχα δει την ταινία. Το έκανα τώρα και απογοητεύτηκα οικτρά. Το φιλμ γύρισε ο Paul Bartel (1938-2000), ένας ούτως ή άλλως μέτριος σκηνοθέτης, ο Ντέιβιντ Καραντάιν πρωταγωνιστεί και έχουμε να κάνουμε με ένα σαφώς κακό b-movie (σαφώς για μένα τουλάχιστον).
Η ταινία παρακολουθεί ένα παράνομο ράλι που γίνεται κάθε χρόνο από τη μια άκρη των ΗΠΑ στην άλλη. Η αμοιβή του νικητή είναι υψηλή, τα (παράνομα πάντοτε) στοιχήματα δίνουν και παίρνουν, οι μπάτσοι μάταια προσπαθούν να σταματήσουν τον "θεσμό", τα αυτοκίνητα και οι επιβάτες τους είναι πέρα για πέρα ετερόκλητοι (από ένα βαν με κοπέλες έως έναν κάντρι τραγουδιστή με τη μάνα του (!!!)... και ο αγώνας, με "χτυπήματα κάτω από τη μέση" και τη χρήση κάθε λογής αθέμιτων μέσων συνεχίζεται όσο διαρκεί το φιλμ.
Υποτίθεται ότι πρόκειται για ταινία δράσης με χιούμορ. Ούτε την παραμικρή αγωνία ένοιωσα όμως (το ποιος θα είναι τελικά ο νικητής μου φαινόταν παντελώς αδιάφορα) ούτε κατάφερα να (χαμο)γελάσω κάπου. Φταίει η έλλειψη ρυθμού, οι κάκιστες ηθοποιίες, οι αντιπαθείς φάτσες (πού διάολο τους βρήκανε όλους αυτούς;), το χοντροειδέστατο χιούμορ, το κακό, αφελέστατο και αναληθοφανές σενάριο με την απόλυτη έλλειψη πειστικόητας... ή όλα αυτά μαζί και πιθανόν άλλα τόσα που θα ανακαλύψετε... Και σα να μην έφταναν όλα, τα αυτοκίνητα εκρήγνυνται με το παραμικρό, και μάλιστα με θεαματικό και παντελώς ψεύτικο τρόπο, λες και όποιο αυτοκίνητο στουκάρει στοιχειωδώς γίνεται σε χρόνο dt παρανάλωμα του πυρός σα να είναι φορτωμένο δυναμίτες. Όσο για την καραμπόλα προς το τέλος, μου φάνηκε τόσο γελοία και άνευ λόγου μέρα μεσημερι, που σχεδόν δεν πίστευα στα μάτια μου.
Υπάρχουν εξαιρετικά b-movies, που πραγματικά αξίζουν τον κόπο. Το "Cannonball!", με την κλωτσοπατινάδα, τα ψεύτικα αυτοκινητοκυνηγητά και το κρύο χιούμορ, δεν νομίζω ότι συγκαταλλέγεται σε καμία περίπτωση σ΄αυτά. Εκτός πια κι αν είστε τρελός φαν των αμερικάνικων αυτοκινήτων των 70ς και το δείτε με το μάτι εξπέρ γκαραζιέρη, οπότε ίσως θαυμάσετε το "φοβερό μοντέλο τάδε", που "έπιανε τόσα χιλιόμετρα" και "έβγαινε σ' αυτό το φοβερό χρώμα". Αλλά τότε είστε απόλυτα έτοιμος για δουλειά σε συνεργείο αυτοκινήτων και χάνετε το χρόνο σας βλέποντας σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 06, 2012

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

To "Appartamento ad Atene" (Διαμέρισμα στην Αθήνα) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γύρισε το 2011 ο ιταλός Ruggero Dipaola και έχει πολλαπλό ελληνικό ενδιαφέρον: Πρώτον αναφέρεται στην Αθήνα της Κατοχής, όταν δηλαδή η πόλη (και η χώρα φυσικά) υπέφεραν κάτω από τη ναζιστική κυριαρχία και, δεύτερον, πρωταγωνιστεί ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, ο οποίος μάλιστα είναι και πολύ καλός και μιλά και καλά ιταλικά.
Βρισκόμαστε λοιπόν στην Κατοχή και μια μάλλον εύπορη ελληνική οικογένεια, που διαθέτει ωραίο, διόροφο νεοκλασσικό σπίτι τα βγάζει κουτσά - στραβά, όπως όλοι τη μαύρη αυτή εποχή. Ώσπου το σπίτι επιτάσσεται. Δεν διώχνεται μεν η οικογένεια, αλλά εκεί εγκαθίσταται ένας σκληρός ναζί υψηλόβαθμος αξιωματικός - ένα κάθαρμα για να είμαστε ακριβείς, κρατά για τον εαυτό του τα καλύτερα δωμάτια του σπιτιού και πολύ σύντομα ολόκληρη η οικογένεια (ζεύγος και δύο παιδιά, ένα κορίτσι στην αρχή της εφηβείας και ένα λίγο μικρότερο αγόρι), μετατρέπονται σε υπηρέτες του. Καθώς ο ναζί υπερβαίνει εαυτόν σε ζήλο και τυπικότητα - με αρκετή δόση σαδισμού θα έλεγα - οι ταπεινώσεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Η ταινία παρακολουθεί τις πολύ διαφορετικές αντιδράσεις των καταπιεσμένων μελών της ελληνικής οικογένειας, σκιτσάρει τους χαρακτήρες τους, κινείται διαρκώς στην κόψη της τραγωδίας που απειλεί να ξεσπάσει σε κάθε τεταμένο λεπτό, και, τελικά, κερδίζει νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή. Στα συν για μένα η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων: Δεν υπάρχουν μόνο ήρωες και δειλοί, καλοί και κακοί. Όλα βρίσκονται πολύ μακριά από ψευδοηρωισμούς και άλλα τέτοια. Είναι λοιπόν δύσκολο να αποφασίσεις αν ο πάτερ φαμίλας, με τους συμβιβασμούς που κάνει, πρέπει να χαρακτηριστεί δειλός ή σοφός, αφού καταφέρνει να κρατά τις πολύ δύσκολες ισορροπίες. Ο ναζί πάλι είναι μεν καθίκι, αλλά το φιλμ δεν διστάζει να δείξει και τις ανθρώπινες πλευρές του, ιδιαίτερα όταν πλήττεται από μια προσωπική τραγωδία. Και το σασπένς είναι καλά δοσμένο μέχρι το τραγικό φινάλε, αφού η μπόρα μπορεί να ξεσπάσει ανά κάθε στιγμή.
 Δεν μπορώ για μια ακόμα φορά να μην αναλογιστώ την ιδιαιτερότητα της ναζιστικής θηριωδίας: Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι όλα αυτά διαπράχτηκαν από μορφωμένους ανθρώπους, με πλούσια κουλτούρα και παράδοση πίσω τους, (στην μόρφωση και τα ενδιαφέροντά τους άλλωστε οφείλεται η φιλία ανάμεσα στον θύτη και το θύμα που πάει να αναπτυχτεί προς στιγμήν). Το μεγαλύτερο έγκλημα λοιπόν του 20ού αιώνα διαπράχτηκε από έναν από τους πλέον πνευματικά ανεπτυγμένους λαούς του πλανήτη. Αν αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα, τι είναι;
Καλό φιλμ, που δίχως να είναι αριστουργηματικό, νομίζω ότι αξίζει να το ψάξετε. Και λόγω του έντονου ελληνικού ενδιαφέροντος που προείπαμε.

Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2012

ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ... ΜΕ Ή ΧΩΡΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙ

Αν θέλετε μια καθαρά προσωπική γνώμη, το "Moonrise Kingdom" (Έρωτας του Φεγγαριού, 2012) του Wes Anderson, είναι η ταινία του που μου αρέσει περισσότερο. Αυτή που διασκέδασα περισσότερο και, ίσως, η πιο τολμηρή του.
Ο συγκεκριμένος Anderson (γιατί, ως γνωστόν, υπάρχουν πολλοί), έκανε πάντοτε ένα πολύ δικό του σινεμά, βασισμένο σε ένα σχεδόν παράλογο χιούμορ, πλημμυρισμένο με εξωφρενικές καταστάσεις. Το αλλόκοτο - στην χιουμορστική εκδοχή του - μοιάζει κυρίως να τον ενδιαφέρει.
Στο "Moonlrise Kingdom" λοιπόν καταπιάνεται με μια πολύ τολμηρή ιδέα: Τον έρωτα δύο δωδεκάχρονων παιδιών στη δεκαετία του 60. Ρομαντικό έρωτα, που δείχνει ότι θα κρατήσει για πάντα, δίχως να απουσιάζει το σαρκικό στοιχείο. Και εδώ εισβάλλουν οι (υπόλοιπες )παραξενιές: Τα παιδιά είναι και τα δύο αυτό που οι άλλοι χαρακτηρίζουν "προβληματικά" ή, τέλος πάντων, δεν είναι συνηθισμένα. Η όλη ιστορία διαδραματίζεται σε ένα νησί, από τη μια άκρη του οποίου στην άλλη συμβαίνουν όλα. Η οικογένεια του κοριτσιού είναι... κάπως, ενώ το αγόρι είναι πρόσκοπος και μένει σε προσκοπικό καταυλισμό (οι πρόσκοποι θα παίξουν κομβικό ρόλο στο φιλμ). Τα ερωτευμένα παιδιά θα ζήσουν σαν Ροβινσώνες, αλλά μέχρι τα μισά περίπου. Μετά άλλες ανατροπές έρχονται.
Αυτό που συμβάλλει στο όλο παράξενο κλίμα της ταινίας είναι η παράδοξη κινηματογράφηση του Άντερσον. Το αρχικό τράβελινγκ στο σπίτι της οικογένειας με τα πολλά μέλη είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό, η εικόνα του συχνά ασυνήθιστη. Όσο για τα γεγονότα... ε, εκεί φτάνουμε συχνά στα όρια του σουρεαλισμού. Οι χαρακτήρες είναι απίστευτοι (και συχνά άκρως διασκεδαστικοί) και γενικά κυριαρχεί η αίσθηση ότι όλα μπορούν να συμβούν.
Συχνά στα φιλμ του Άντερσον, ενώ διασκεδάζεις, μένεις με ένα ερώτημα: Ωραίο όλο αυτό, αλλά γιατί έγινε; Υπάρχει κάποιο περιεχόμενο ή μόνο μια πολύ προσωπική, ιδιόρυθμη αίσθηση χιούμορ; Αυτό που με γοήτευσε όμως στο συγκεκριμένο φιλμ είναι ο συνδυασμός της ανάλαφρης αίσθησης, του παιχνιδιάρικου κλίματος, των απίθανων γεγονότων, των "κουφών" ηρώων, με την τολμηρότητα του θέματος, αλλά και με την τρυφερότητα και τον ρομαντισμό σχεδόν που ενυπάρχει. Με διαφορετική σκηνοθετική άποψη η ιστορία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να μετατραπεί σε βαρύ δράμα. Ο Άντερσον όμως το διασκεδάζει με το προσωπικό του ύφος και, σας το επαναλαμβάνω, μαζί του το διασκέδασα κι εγώ. Όσο δεν παίρνει.
ΥΓ: Να σημειώσω και το απίστευτο καστ: Μπιλ Μάρεϊ, Τίλντα Σουίντον, Μπρους Γουίλις, Φράνσις Μακ Ντέρμοντ, Έντουαρντ Νόρτον. Όλοι φαίνεται θέλουν να έχουν έναν, έστω και δεύτερο ρόλο σε κάποιο φιλμ του.

Κυριακή, Ιουλίου 01, 2012

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ "ΣΑΜΟΥΡΑΪ"

Έχει συχνά ειπωθεί ότι η ταινία "Le Samourai" ("Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο" στα ελληνικά), που γύρισε το 1967 ο Jean-Pierre Melville είναι το συνώνυμο της κινηματογραφικής κομψότητας και ότι "συμπυκνώνει όλο το φιλμ νουάρ".
Ένας αλάνθαστος μέχρι τώρα επαγγελματίας δολοφόνος, ψυχρός, ακριβής, τελετουργικός σχεδόν, κάνει το πρώτο λάθος της καριέρας του: Αφήνει να υπάρξει ένας μάρτυρας που τον βλέπει καθώς φεύγει από τον τόπο της δολοφονίας. Από εκεί και πέρα ο κλοιός αρχίζει αργά και σταθερά να σφίγγει γύρω του κι εκείνος να οδεύει προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος.
Αυτό που από την πρώτη στιγμή γίνεται αντιληπτό είναι η λιτότητα και η ακρίβεια στην κινηματογραφική έκφραση του Melville. Κάθε τι περιττό αφαιρείται. Όλα γίνονται με απίστευτη ακρίβεια και αυστηρότητα, ψυχρότητα θα λέγαμε, καθώς ο δημιουργός επιλέγει να κρατήσει μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Η αυστηρότητα αυτή και ο εσωτερικός κώδικας τιμής του ήρωα είναι που τον κάνει να θυμίζει σαμουράι. Η εικόνα κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος. Οι διάλογοι είναι λίγοι και μόνο οι απαραίτητοι. Ο δολοφόνος είναι σχεδόν βουβός. Αλλά να που μερικές φορές δεν χρειάζονται λόγια για να εκφράσουν κάτι... Ο Αλέν Ντελόν, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, ψυχρός, αγέλαστος, μοιάζει να γεμίζει την οθόνη με τη συνεχή σχεδόν παρουσία του. Το όλο κλίμα μου θυμίζει ταινίες του συμπατριώτη τού Μελβίλ Ρομπέρ Μπρεσόν όσο αφορά την αυστηρότητα και τη λιτότητα της έκφρασης.
Ένα άλλο στοιχείο,  που γίνεται σχεδόν τρομακτικό, είναι η απόλυτη μοναξιά του ήρωα. Ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής του σε ένα φτωχικό διαμέρισμα, που κι αυτό, όπως όλο το φιλμ, περιέχει μόνο τα απολύτως απαραίτητα, μας κάνει να αναρωτηθούμε γιατί τα κάνει όλα αυτά, πού βρίσκεται η απόλαυση (η όποια απόλαυση) στη ζωή του. Ίσως η πηγή της, σκέφομαι τελικά, να είναι η αυτή καθ' εαυτή η πειθαρχία που επιβάλλει στον εαυτό του, η άτεγκτη τήρηση κανόνων, το καθημερινό τελετουργικό που ακολουθεί, ο κώδικας τιμής, πράγματα που θα τηρηθούν απαρέγκλιτα ως το αναπόφευκτο τέλος.
 Σίγουρα πρόκειται για κινηματογραφικό κομψοτέχνημα. Και σίγουρα θα ξενίσει θεατές εθισμένους στην αμερικάνικη "περιπετειώδη" ματιά, με τη διαρκή δράση και τους τόνους αδρεναλίνης, το πιστολίδι και τον θόρυβο. Είπαμε ότι εδώ τα πάντα περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα. Αυτό όμως είναι και το στίγμα του δημιουργού, η προσωπική σφραγίδα του Μελβίλ. Ο οποίος, βεβαίως, λάτρευε το αμερικάνικο νουάρ, αλλά το προσάρμοσε με τα φιλμ του στα δικά του μέτρα και τη δική του προσωπική αισθητική. Αυτό όμως δεν κάνει κάθε μεγάλος δημιουργός;

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

ΠΟΙΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΞΗ;

Ο Marcel Carne (1906-1996) γυρίζει τους "Δολοφόνους της Τάξης" (Les Assassines de l' Ordre) το 1971, μια εποχή δηλαδή πολύ κοντινή στο Μάη του 68 και το γενικότερο κλίμα πολιτικής αμφισβήτησης που επικρατούσε παντού (και ιδιαίτερα στη Γαλλία). Είναι μια από τις λίγες ταινίες που πρωταγωνιστεί ο μεγάλος βέλγος συνθέτης και τραγουδιστής Ζακ Μπρελ και, ιδεολογικά, είναι ιδιαίτερα τολμηρή.
Κάποιοι ιδιαίτερα τσαμπουκάδες μπάτσοι συλλαμβάνουν έναν "συνήθη ύποπτο" με βαρύ ποινικό μητρώο για μια κλοπή που, όπως αποδεικνύεται, δεν έκανε, αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία - το αν είναι όντως ένοχος ή όχι δηλαδή. Σημασία έχει ότι κατά τη διάρκεια μιας "ανορθόδοξης" ανάκρισης, που φυσικά δεν μένει μόνο στα λόγια, ο ύποπτος πεθαίνει στα χέρια τους από τραύματα στο κεφάλι. Την απαραίτητη διερεύνηση της υπόθεσης αναλαμβάνει ένας δικαστικός, ο οποίος, παρά τη ρητή άνωθεν εντολή "να μην το παρακάνει", πασχίζει ηρωικά να ρίξει άπλετο φως στην ιστορία και να αποκαλύψει την προφανή ενοχή των αστυνομικών με τον ιδιαίτερο ζήλο. Και τότε, αργά και σταθερά, όλοι οι μηχανισμοί, κρατικοί και μη, στρέφονται όλο και πιο απροκάλυπτα εναντίον του, χρησιμοποιώντας κάθε νόμιμο και μη μέσον για να συγκαλύψουν την αλήθεια.
Βρήκα την ταινία πολύ δυνατή στο σύνολό της. Σπάνια στο σινεμά έχουμε δει τόσο καθαρά τους τόσο διαπλεκόμενους και συγκοινωνούντες κοινωνικοπολιτικούς μηχανισμούς να παίζουν τον ρόλο τους και να προασπίζουν λυσσασμένα, με κάθε τρόπο, τα συμφέροντά τους. Σκηνή - σκηνή, λιθαράκι - λιθαράκι, οι πιέσεις προς τον ήρωα γίνονται όλο και πιο αφόρητες, ενώ απίθανοι κοινωνικοί σχηματισμοί προσθέτουν τη δύναμή τους και εμπλέκονται σ' αυτές. Η τελική δίκη είναι κι αυτή μια παρωδία.
Ο Carne δείχνει αδίστακτα μια κοινωνία κάθε άλλο παρά "αγγελική" και δεν διστάζει να επιτεθεί μετωπικά στους μηχανισμούς της δικαιοσύνης, στην ίδια την κατασκευή του νόμου και, φυσικά, στην αστυνομία. "Ποιος μας φυλάει από τιυς φύλακες;" ήταν η φράση από το "Watchmen" που μου ερχόταν συχνά στο μυαλό. Και πώς μπορεί να αλλάξει κάποτε κάτι που είναι τόσο, μα τόσο βαθειά σάπιο;
Το πρόβλημα του φιλμ είναι για μένα ο διδακτισμός του. Συχνά απαγγέλλονται από τον ήρωα τσιτάτα περί δικαιοσύνης, γενναιότητας, ακεραιότητας χαρακτήρα και άλλα τέτοια που θα μπορούσαν να λείπουν, αφού η ίδια η ιστορία τα λέει όλα. Παρ΄ όλα αυτά, νομίζω ότι παραμένει πολύ δυνατή (και απαισιόδοξη), συγκλονιστική ίσως για κάποιους. Δεν νομίζω ότι σήμερα - στο mainstream σινεμά τουλάχιστον - θα τολμούσαν πολλοί να γυρίσουν κάτι τέτοιο. Μοναδική χαραμάδα ελπίδας, μας λέει ο δημιουργός, η νέα γενιά, οι νέοι της εποχής που αυθόρμητα παίρνουν το μέρος του μεσήλικα ήρωα (είπαμε ότι βρισκόμαστε κοντά στο 1968 και η ελπίδα καθολικής αλλαγής ήταν ακόμα διάχυτη στην κοινωνία). Πόσο φοβάμαι ότι κι αυτό έχει διαψευστεί στις μέρες μας...

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2012

Ο "πΠΡΟΜΗΘΕΑΣ" ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΗΔΗ ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΑ

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή του Riddley Scott στην επιστημονική φαντασία, το είδος που τον ανέδειξε πριν τριαντατόσα χρόνια, έγινε γεγονός το 2012 με τον "Προμηθέα". Ο οποίος αποτελεί ένα χαλαρό πρίκουελ της μυθολογίας των Alien. Η βιρτουοζιτέ του Scott είναι δεδομένη, οπότε οι εικόνες είναι σίγουρα συναρπαστικές και, οπωσδήποτε, η ταινία παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Το μυστήριο των όσων σταδιακά αποκαλύπτονται με κέντρισε στο πρώτο μισό τουλάχιστον. Στη συνέχεια αρχίζουν οι αντιρρήσεις.
Ενώ λοιπόν οι εικόνες, όπως είπαμε, συχνά κόβουν την ανάσα, το σενάριο μπάζει από πολλές μεριές. Δεν είναι μόνο τα κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα που αφήνει (θα επανέλθω σ' αυτό μετά). Ιδιαίτερα ενοχλητικές για μένα υπήρξαν τόσο η έλλειψη στοιχειώδους βάθους στους χαρακτήρες, οι αψυχολόγητες ενέργειες, αλλά και η πλήρης παράδοση (στο δεύτερο μέρος κυρίως) στην απόλυτη "αμερικανιά", κοινώς στην καθαρή ταινία δράσης, με την σούπερ ηρωίδα που επιβιώνει από τα πάντα, τις εκρήξεις, τους δρόμους ταχύτητας για να προλάβουμε κάτι το τελευταίο δευτερόλεπτο και όλα τα κλισέ των ταινιών αυτών, που έχουμε δει εκατοντάδες φορές. Και όχι, δεν μπορώ να καταπιώ ότι όλα αυτά τα κάνει μία γυναίκα που εγχειρίστηκε λίγες ώρες - τι ώρες, λίγα λεπτά - πριν. Είπαμε, όταν βλέπεις Τζέιμς Μποντ ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα τα δεις όλα αυτά. Είναι μέσα στη σύμβαση. Όταν όμως πας να δεις κάτι πιο "σοβαρό", ε, τότε εμένα τουλάχιστο με ενοχλούν παρόμοιες καταστάσεις. Εκεί δεν μπορώ να χωνέψω εύκολα την αναληθοφάνεια και την σεναριακή προχειρότητα (πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω;). Ούτε βέβαια και το απαραίτητο σταυρουδάκι που κουβαλά μέχρι τέλους η ηρωίδα, διότι παρά το ότι από την αρχή τίθεται η πιθανότητα ότι εμάς τους ανθρώπους μας δημιούργησαν εξωγήινοι και όλα συγκλίνουν προς αυτό, εκείνη "πιστεύει". ΟΚ.
Ας επανέλθουμε όμως στα αναπάντητα ερωτήματα (όπως, ας πούμε, γιατί ο γίγαντας είναι τόσο εχθρικός με το που ξυπνά, γιατί ακριβώς κάποιοι θέλουν να καταστρέψουν τη γη κλπ.) Ορισμένα από αυτά (γιατί υπάρχουν και άλλα) μένουν, νομίζω, επίτηδες αναπάντητα, για να μας προετοιμάσουν για τη συνέχεια που θα ακολουθήσει. Ε, αυτό, για μένα τουλάχιστον, αποτελεί μια πρακτική που επίσης με ενοχλεί...
Συνολικά, όπως αντιληφθήκατε, το φιλμ μάλλον με απογοήτευσε και σίγουρα δεν το συγκρίνω με τα δύο αριστουργήματα ΕΦ του Σκοτ, το Alien και το Blade Runner. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μεγάλο φιλμ. Και μόνο η κεντρική ιδέα σε ιντριγκάρει. Γι' αυτό το θεωρώ χαμένη ευκαιρία. Λόγω της εικόνας του πάντως και του όλου απόκοσμου μυστηρίου που το περιβάλλει, θα πρότεινα να το δουν οι φίλοι του είδους τουλάχιστον.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

ΙΝΔΙΑΝΟΙ, ΛΕΥΚΟΙ ΚΑΙ ΕΝΑ "ΑΛΟΓΟ"

Ο Elliot Silverstein υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης και γύρισε πολύ λίγες κινηματογραφικές ταινίες. Η γνωστότερη απ' αυτές παραμένει "Ο Άνθρωπος που τον έλεγαν Άλογο" του 1970, με την εμβληματική παρουσία του Ρίτσαρντ Χάρις στον βασικό ρόλο.
Η ιστορία, αρκετά συνηθισμένο μοτίβο στα γουέστερν, αναφέρεται σε ένα λευκό (άγγλο ευγενή μάλιστα), που αιχμαλωτίζεται από ινδιάνους. Το "Χορεύοντας με τους Λύκους" είναι το γνωστότερο σήμερα παρόμοιο φιλμ. Όπως σε κάθε κοινό θέμα, οι παραλλαγές είναι πάμπολλες και πολύ διαφορετικές.
Στο συγκεκριμένο φιλμ ο ήρωας αιχμαλωτίζεται και βαθμιαία μυείται στον τρόπο ζωής της φυλής. Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από τις άλλες του είδους είναι η "ωμότητα" που την διακρίνει. Όταν λέω ωμότητα δεν εννοώ άγρια βία ή σπλάτερ σκηνές. Εννοώ μια προσπάθεια καταγραφής της αληθινής ζωής των ινδιάνικων φυλών, των τελετουργιών, των εθίμων τους, του τρόπου αντιμετώπισης των πάντων. Δεν υπάρχουν "ηθικά" ή, πολύ περισότερο, διδακτικά στοιχεία στο φιλμ. Δεν υπάρχει καν η συμπαθητική για τους ινδιάνους σκηνοθετική ματιά, που στρέφεται ενάντια στον κατακτητή λευκό, την οποία συναντάμε σε ταινίες με προοδευτική ματιά, που διαφοροποιούνται από την οπτική των "κακών, βάρβαρων άγριων". Εδώ τα πράγματα είναι αυτά που είναι. Οι ινδιάνοι είναι αυτοί, ζουν μ' αυτόν τον τρόπο (καλώς ή κακώς) και ο αιχμάλωτος λευκός προσαρμόζεται ή πεθαίνει. Τόσο απλά. Αυτό το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, που κορυφώνεται με την συγκλονιστική (και φριχτή) τελετουργία που κάνει τον λευκό μέλος της φυλής, είναι που αποτελεί και το "σήμα κατατεθέν" του φιλμ.
 Αυτό που διακρίνει τον ήρωα δεν είναι τόσο ο αγώνας για την ελευθερία του (υπάρχει κι αυτό, αλλά σύντομα αντιλαμβάνεται ότι "δεν τον παίρνει"), όσο ο αγώνας για την επιβίωσή του. Η δύναμή του έχει σα στόχο την επιβίωση, η οποία δεν είναι καθόλου δεδομένη όταν υποχρεώνεται να ζήσει με έναν τόσο διαφορετικό τρόπο ζωής, μέσα σε μια εχθρική φύση, που, ως ένα βαθμό, οι λευκοί έχουν ήδη δαμάσει. Από την άλλη, οι ινδιάνοι δεν είναι οι "ευγενείς άγριοι" που παλεύουν για την ελευθερία τους. Υπάρχει κάπου κι αυτό, αλλά, όπως κάθε πρωτόγονη κοινωνία, χαρακτηρίζονται από σκληρότητα, από στοιχεία που θα χαρακτηρίζαμε "βάρβαρα". Δεν υπάρχει όμως κριτικό πνεύμα - θετικό ή αρνητικό - σ' αυτά από τον σκηνοθέτη. Η ματιά προσπαθεί να είναι περισσότερο "ανθρωπολογική". Οι άνθρωποι αυτοί ζουν - ζούσαν - σε διαρκή επαφή με την φύση. Αυτό από μόνο του απαιτεί και σκληρότητα. Την σκληρότητα αυτού που πασχίζει να επιβιώσει.
Τέλος, χαρακτηριστικό είναι ότι δείχνεται καθαρά και μια άλλη πλευρά των φυλών: Οι μεταξύ τους εξοντωτικοί πόλεμοι, που στην ταινία είναι αυτοί που προκαλούν καταστροφές. Όπως και σε πολλές άλλες πρωτόγονες κοινωνίες είναι κι αυτό μέσα στον τρόπο ζωής, όταν τέλος πάντων αυτός δεν δείχνεται ωραιοποιημένα και μέσα από το φίλτρο της ρομαντικής ματιάς του δυτικού παρατηρητή. Για όλα αυτά τα ξεχωριστά στοιχεία θεωρώ την ταινία, αν μη τι άλλο, πολύ ενδιαφέρουσα.
ΥΓ: Προσοχή: Όλα όσα έγραψα περί βαρβαρότητας και σκληρότητας, περί εξοντωτικών πολέμων των φυλών κλπ. δεν αναιρούν στο παραμικρό το τεράστιο έγκλημα που διαπράχτηκε εις βάρος τους από τους λευκούς κατακτητές. Μπορεί ο τρόπος ζωής των ινδιάνων να μην ήταν καθόλου ειδυλιακός - κι αυτό τονίζεται στο φιλμ - αλλά έτσι ζούσαν και επιβίωναν επί αιώνες. Οι άποικοι ήρθαν σαν λαίλαπα, εξόντωσαν με πρωτοφανή βαρβαρότητα τους περισσότερους και, πρακτικά, αιχμαλώτισαν τους υπόλοιπους. Απλώς αυτό το γεγονός δεν είναι το θέμα της συγκεκριμένης ταινίας.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2012

ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΣΤΟ "KEY LARGO"

Μπορείς να το ονομάσεις θρίλερ. Μπορείς να βρεις πολλά στοιχεία από γκαγκστερική ταινία. Και, τουλάχιστον σε μεγάλο μέρος του, εντοπίζεις τις θεατρικές του καταβολές. Το "Key Largo" πάντως, που γύρισε το 1948 ο John Huston παραμένει μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, που σκιαγραφεί αδρά την Αμερική της εποχής.
Υπάρχει ο αμοραλιστής (κάθαρμα πέστε τον καλύτερα) γκάνγκστερ που κάνει τα πάντα για το χρήμα, υπάρχει η ξεπεσμένη σταρ, υπάρχει ο "παλιός καλός αμερικάνος" με τις πατριωτικές και άλλες ηθικές αξίες (ο οποίος σημειωτέον είναι καθηωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, σα να μας δηλώνεται ότι πρόκειται για ανίσχυρο και υπό εξαφάνισιν είδος), υπάρχει και ο λίγο ήρωας, λίγο ρεαλιστής και ψύχραιμος, ακόμα και κάπου κάπου δειλός πρωταγωνιστής, που είναι ίσως ο σύγχρονος άνθρωπος - στη θετική εκδοχή του τουλάχιστον.
Αλλά αρκετά με τις αναλύσεις. Οι άνθρωποι αυτοί, και κάποιοι άλλοι ακόμα, παγιδεύονται στο Key Largo, ένα κοραλιογενές τουριστικό νησί στη νότια άκρη των ΗΠΑ, που ενώνεται με την ξηρά με γέφυρα. Οι θετικοί - ή σχετικά θετικοί - χαρακτήρες παγιδεύονται σε ένα κλειστό λόγω σεζόν ξενοδοχείο από μια συμμορία γκάνγκστερς που έχει φτάσει εκεί για δικούς της όχι και πολύ τίμιους λόγους, κι όλοι μαζί παγιδεύονται από μια εφιαλτική τροπική καταιγίδα που όλοι περιμένουν να ξεσπάσει από ώρα σε ώρα. Όταν αυτή φτάνει οι μάσκες πέφτουν και ό αληθινός χαρακτήρας του καθενός διαγράφεται πολύ καθαρότερα.
Το κλειστοφοβικό κλίμα είναι κυρίαρχο στο φιλμ. Η ένταση ανάμεσα στους χαρακτήρες, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να πυροδοτήσει το φυτίλι της έκρηξης, είναι διαρκής και βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με την ένταση που επικρατεί πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας. Σπάνια ο παραλληλισμός ανάμεσα στην ψυχολογία των ηρώων και τα εξωτερικά στοιχεία (της φύσης στην περίπτωσή μας) έχει δοθεί τόσο έξυπνα στο σινεμά. Και βέβαια, υπάρχει και η δευτερεύουσα, πλην όμως σημαντική, υποπλοκή με τη σχέση δυνατού - αδύνατου (όπου ο τελευταίος, οι ιθαγενείς ινδιάνοι εδώ, είναι αυτός που την πληρώνει δίχως να φταίει, ως κλασικός "συνήθης ύποπτος") και η κριτική στον όχι και τόσο δίκαιο Νόμο (πέστε τον μεροληπτικό να είστε μέσα). Τέλος - καθόλου ασήμαντο - υπάρχει και το δυνατό καστ με Χάμφρει Μπόγκαρντ, Λορίν Μπακόλ και Έντουαρντ Ρόμπινσον, οπότε η έννοια του κλασικού ταιριάζει γάντι στο φιλμ.
ΥΓ: Όσο για τη θεατρικότητα που ανέφερα στην αρχή, μη φοβηθείτε. Υπάρχει το διαρκές σασπένς, υπάρχει η τελευταία σκηνή δράσης στο γιωτ, υπάρχει και η σκηνοθεσία του Χιούστον, οπότε δεν νομίζω ότι θα κουραστείτε καθόλου.

Κυριακή, Ιουνίου 10, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ - ΑΛΛΑ ΑΣΤΕΙΟΙ - ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Με το "Dark Shadows" του 2012 ο Tim Burton συνεχίζει ακάθεστος στο δρόμο που ο ίδιος χάραξε από την αρχή της καριέρας του: Αυτόν της ρομαντικής, γοτθικής, αλλά και γεμάτης χιούμορ ματιάς στον κόσμο - ή μάλλον στον κατά Μπάρτον κόσμο. Και μάλιστα και πάλι με τον αχώριστο τα πολλά τελευταία χρόνια Τζόνι Ντεπ.
Είναι γνωστό ότι ο Μπάρτον παραμένει ένα μεγάλο παιδί. Είναι λοιπόν απόλυτα φυσικό να επιλέξει να μεταφέρει στην οθόνη ένα σίριαλ της δεκαετίας του 60, το οποίο έβλεπε μανιωδώς σαν έφηβος, και το οποίο, σαν γενική κατάσταση, θυμίζει μάλλον "Οικογένεια Άνταμς" - αν και όχι τόσο κωμικό. Στην ταινία πάντως ο Μπάρναμπας, που μια μάγισσα, της οποίας τον έρωτα αρνηθηκε κάποιους αιώνες πριν, τον έχει κάνει βρικόλακα, επιστρέφει στο 1972, τη χρονιά που διαδραματίζεται η ιστορία, για να σώσει την παρακμάζουσα οικογένειά του.
Φυσικά βρισκόμαστε και εδώ στο απόλυτα αναγνωρίσιμο κλίμα του Μπάρτον. Ο Ψαλιδοχέρης, ο Γουίλι Γουόνκα, το ζεύγος του Σκαθαροζούμη και οι άλλοι ήρωές του βρίσκονται κι αυτοί εδώ (εννοώ ότι θυμίζουν τον κοινωνικά απροσάρμοστο πρωταγωνιστή). Η εικόνα είναι μερικές φορές εντυπωσιακή και όμορφη, πάντα στο γοτθικό κλίμα που προαναφέραμε, και γενικά προσωπικά το διασκέδασα πολύ, με τον τρόπο που μόνο ο Μπάρτον ξέρει να με διασκεδάζει. Και φυσικά υπάρχει το "σήμα κατατεθέν" κράμα ρομαντισμού, συγκίνησης, σκοτεινού στοιχείου (αρκετά σκοτεινού σε κάποια σημεία) και χιούμορ. Βρήκα επίσης πετυχημένη τη μεταφορά της πλοκής στα 1972, με το μετα - χίπικο κλίμα, τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Νίξον και τον... Alice Cooper, ο οποίος δίνει και συναυλία παίζοντας τον εαυτό του. Η ιδέα αυτή αποτέλεσε για μένα την πηγή των καλύτερων αστείων της ταινίας, με τον παλιομοδίτη Μπάρναμπας να βρίσκεται εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Τέλος δεν μπορώ παρά να αναφερθώ και στο εντυπωσιακό καστ με Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φάιφερ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Εύα Γκριν και cameo εμφάνιση του Κρίστοφερ Λι.
Ξέρω ότι σε αρκετούς το φιλμ δεν άρεσε. Σίγουρα πρόκειται για μια ακόμα βερσιόν (επανάληψη αποκαλέστε την αν θέλετε) του γνώριμου μπαρτονικού κόσμου κι ίσως αυτό έχει πλέον κουράσει αρκετούς. Εμένα πάντως, όπως σας είπα και πριν, εξακολουθεί να με διασκεδάζει.

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2012

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΣΕΧΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΒΕΡΝ

Έχω ξαναπεί ότι οι κινηματογράφοι αρκετών πρώην "ανατολικών" χωρών (βλ. χωρών "υπαρκτού σοσιαλισμού") γνώρισαν για δεκαετίες μεγάλη ακμή. Ιδιαίτερη θέση στην ακμή αυτή κατέχει το animation, με σημαντικότατες σχολές αυτές της Τσεχίας (τότε Τσεχοσλοβακίας) και Κροατίας (τότε Γιουγκοσλαβίας). Το "Vynalez zkazy" (κάτι σαν "Η διαβολική εφεύρεση", "The Fabulous World of Verne" όπως είναι γνωστό στα αγγλικά) είναι μια εξαίρετη τσέχικη ταινία του 1958 που γυρίστηκε από τον μετρ του είδους Karel Zeman.
Ασπρόμαυρο, συνδυάζει με ευφάνταστο τρόπο animation και αληθινούς ηθοποιούς και, όπως καταλαβαίνετε, είναι εμπνευσμένο από έργα του Ιουλίου Βερν. Για την ακρίβεια, ενώ το κλίμα του Βερν είναι άμεσα αναγνωρίσιμο στο στόρι (για το αισθητικό μέρος θα πούμε μετά), δεν είναι παρμένο από κανενα αυτούσιο έργο του, αλλά ένα σεναριακό "κολάζ", και μάλιστα πολύ πετυχημένο κατ' εμέ, από πολλά: "Οι 20000 Λεύγες κάτω από τη θάλασσα", "Η Μυστηριώδης Νήσος", "Μπροστά στη Σημαία", έρχονται αμέσως στο νου, αλλά υπάρχουν και αναφορές στον "Ροβήρο τον Κατακτητή" και σε πολλά άλλα. Πρόκειται ακριβώς για μια έξυπνη συρραφή του "θαυμαστού κόσμου του Βερν". Ο κακός, περίπου πειρατής, αλλά ιδιοφυής επιστήμονας που παραπέμπει κατευθείαν στον θρυλικό Νέμο, ο αφηρημένος επίσης ιδιοφυής καθηγητής που δεν καταλαβαίνει ότι χρησιμοποιείται για δόλιους σκοπούς, ο νεαρός επιστήμονας που αντιστέκεται, η απαραίτητη γυναίκα που θα ερωτευτεί ο τελευταίος και πολλές άλλες γνώριμες φιγούρες παρελαύνουν από το φιλμ. Φυσικά η ιστορία είναι μάλλον απλοϊκή και ηθελημένα παλιομοδίτικη, αλλά, πιστέψτε με, αυτό είναι το τελευταίο που σε νοιάζει σε μια ταινία σαν αυτή.
Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ τις αυθεντικές εικονογραφήσεις των βιβλίων του Βερν, που συνοδεύουν και διάφορες ελληνικές εκδόσεις. Πρόκειται για χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες, εντυπωσιακές συχνά γκραβούρες, που αναπαριστούν πάμπολλες σκηνές της πλοκής (υπήρχαν πολλές για κάθε βιβλίο). Αυτό ακριβώς το υλικό χρησιμοποιεί ο Zeman, άλλοτε χρησιμοποιώντας αυθεντικά μέρη απ' αυτές και άλλοτε δημιουργώντας άλλες, στο ίδιο ακριβώς κλίμα και στιλ, ώστε θα ορκιζόσουν ότι προέρχονται όντως από αυτές. Όλο αυτό το εκπληκτικό υλικό αποτελεί το φόντο, τα τοπία, αλλά και το πλήθος των κάθε λογής αντικειμένων. Σ' αυτό το θαυμάσιο σκηνικό κινούνται οι ήρωες, που όπως είπαμε είναι κανονικοί ηθοποιοί. Το αποτέλεσμα είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικό αισθητικά. Αποτελεί έναν πρόγονο του κινήματος steam punk της επιστημονικής φαντασίας, αλλά και επηρρέασε πολλούς μεταγενέστερους δημιουργούς. Τα animation του Terry Gilliam, που έφτιαχνε τόσο για τις τηλεοπτικές σειρές όσο και για τα φιλμ των Monty Python, έρχονται αμέσως στο μυαλό. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που είναι υπέροχα νοσταλγικό, έξυπνο, αλλά και απόλυτα ταιριαστό με το όλο στόρι και κλίμα της ταινίας.
Για αισθητικούς κυρίως λόγους, αν το πετύχετε πουθενά μην το χάσετε.
ΥΓ1: Και μην ακούσω από κανέναν ότι το "Roger Rabbit" ήταν η πρώτη ταινία που συνδύασε animation με αληθινούς ηθοποιούς!
ΥΓ2: Κάποιος πρέπει να μιλήσει σε σύγχρονους νοσταλγούς των "υπαρκτοσοσιαλιστικών" καθεστώτων για την εικόνα της γυναίκας σ' αυτά: Στο συγκεκριμένο φιλμ πρόκειται για απόλυτη γλάστρα, μάλλον χαζή, που την ενδιαφέρει μόνο το πλύσιμο / σκούπισμα και άλλα συναφή και είναι καθαρά διακοσμητικό στοιχείο. Ούτε στο χειρότερο Χόλιγουντ δεν συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό, αν μάλιστα σκεφτούμε ότι πρόκειται για μια κατά τα άλλα θαυμάσια και ευφάνταστη ταινία.

Τρίτη, Ιουνίου 05, 2012

Ο "ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ" ΤΩΝ ΝΑΖΙ (Ή ΟΤΑΝ ΟΙ ΝΑΖΙ ΕΧΟΥΝ ΠΛΑΚΑ)

Το "Iron Sky" (2012), πρώτη ταινία του φινλανδού Timo Vuorensola, αν μη τι άλλο είναι διασκεδαστικό. Αλλά ας δούμε πρώτα τις ιδιαιτερότητές του: Πρόκειται για μια σάτιρα επιστημονικής φαντασίας, πρόκειται για μεγάλη και προσεγμένη παραγωγή και είναι φινλανδο-γερμανική (και μερικών άλλων ευρωπαϊκών χωρών) παραγωγή. Και επί πλέον διαθέτει και σχετικά πρωτότυπη ιδέα.
Όταν αστροναύτες προσγειώνονται στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, αντικρίζουν έκθαμβοι... μια ολόκληρη ναζιστική αποικία. Οι ναζί είχαν εγκατασταθεί εκεί από τον πόλεμο, είχαν ανακηρύξει δικό τους φύρερ (τον καλτ Ούντο Κίερ) και είχαν αποκοπεί από τη γη. Τώρα, αγνοώντας πλήρως τις εξελίξεις στη γη - και την σύγχρονη τεχνολογία - ετοιμάζονται να επιτεθούν σ' αυτή για να πραγματώσουν το παλιό ναζιστικό όνειρο της κατάκτησής της. Ένα μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στη σελήνη και ένα άλλο στη γη, κατά τη διάρκεια της εισβολής.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ - είναι σάτιρα άλλωστε, το είπαμε - αλλά όχι και πολύ σπουδαίο κατά τη γνώμη μου. Σεναριακά, όλα γίνονται κάπως... πώς να το πω... εύκολα και γρήγορα. Εντάξει, πλάκα κάνει, θα μου πείτε, τι ψάχνεις τώρα, αλλά να, θα το ήθελα κάπως πιο προσεγμένο σεναριακά. Πάντως η ιδέα του άτυχου αστροναύτη που προσεληνώνεται στην αγκαλιά των ναζί και όταν βγάζει στο σκάφανδρο ανακαλύπτουμε ότι είναι μαύρος, είναι εξαιρετική και πυροδοτεί το σενάριο - αν και, επαναλαμβάνω, όχι τοσο καλά όσο θα μπορούσε. Ωστόσο τον θεατή αποζημειώνει νομίζω η εντυπωσιακή παραγωγή: Τα σκηνικά είναι πολύ καλά, όπως και η όλη ατμόσφαιρα. Σε ολόκληρο το φιλμ κυριαρχούν οι γκριζόμαυροι, μεταλικοί τόνοι, πράγμα που και ατμόσφαιρα δημιουργεί και ταιριαστό με το όλο στόρι είναι. Τα διάφορα κλισέ της ΕΦ χρησιμοποιούνται και σατιρίζονται (ο υπερεπιστήμονας με την όμορφη κόρη, ο έρωτας του γήινου προς αυτή, ο κακός ναζί που θέλει να γίνει φύρερ στη θέση του φύρερ κλπ.)
Γενικά, νομίζω ότι αν σκεφτείτε ότι τεχνικά το φιλμ είναι καλό και ατμοσφαιρικό και δεν είναι αμερικάνικο, αλλά μια εντελώς ασυνήθιστη ευρωπαϊκή παραγωγή, θα εξαφτεί η περιέργειά σας. Δείτε το λοιπόν για το αξιοπερίεργο του πράγματος κυρίως, κι ας το θεωρώ κάπως μια χαμένη ευκαιρία - ήπια πάντως, δεν είναι κάτι πολύ κακό, το είπα.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΗ "ΧΙΟΝΑΤΗ"

Φαίνεται ότι το 2012 το Χόλιγουντ (ξανα)ανακάλυψε το κλασικό παραμύθι της Χιονάτης με τους επτά νάνους και βάλθηκε να το μεταφέρει, με τα σημερινά αισθητικά δεδομένα, στην οθόνη. "Η Χιονάτη και ο Κυνηγός" είναι η δεύτερη φετινή βερσιόν που βλέπουμε στα σινεμά. Γυρίστηκε από τον πρωτοεμφανιζόμενο Rupert Sanders και δεν είναι καθόλου για πέταμα νομίζω.
Αυτό που πρώτα - πρώτα πρέπει να ξέρει κάποιος είναι ότι το φιλμ δεν είναι καθόλου παιδικό. Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι η απόλυτα σκοτεινή ατμόσφαιρά του. Το παραμύθι των αδελφών Γκριμ έχει υποστεί κάμποσες αλλαγές και έχει γίνει ένας ενήλικος μύθος με απόλυτα γοτθική ατμόσφαιρα, που σε ορισμένα σημεία φλερτάρει και με τη ταινία τρόμου. Οι μάχες είναι άγριες, τα συναισθήματα πιο πολύπλοκα από το συνηθισμένο σε τέτοιες ταινίες και, πάνω απ' όλα, η κακιά βασίλισσα είναι πολύ κακιά! Η Σαρλίζ Θερόν, που ούτως ή άλλως έχει αποδείξει ότι δεν φοβάται να μεταμορφωθεί σε άσχημη, κλέβει νομίζω την παράσταση και βγάζει με απολαυστικό τρόπο τον πιο κακό εαυτό της. Ακόμα κι εδώ πάντως, η απόλυτη κακία προσπαθεί να δικαιολογηθεί, με την έννοια ότι βλέπουμε το παρελθόν της και το γιατί έγινε έτσι. Και, επι πλέον, διαθέτει και μια φεμινιστική διάσταση, αφού κάνει ό, τι κάνει εν ονόματι της εκδίκησης των γυναικών για τα όσα έχουν υποστεί από τους άντρες! Όσο για τους περίφημους επτά νάνους (οι οποίοι σημειωτέον ερμηνεύονται από γνωστούς ηθοποιούς μεταξύ των οποίων και ο Μπομπ Χόσκινς), δεν έχουν τόσο κεντρικό ρόλο όσο στο παραμύθι και εμφανίζονται κάπου στα μισά του φιλμ. Πολύ ενδιαφέρον έχει επίσης και ο χειρισμός της ερωτικής ιστορίας, που δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά παραμένει ανοιχτή ως το τέλος, αρνούμενη εύκολα χάπι εντ.
Κατά τα άλλα, μιλάμε βέβαια για μια θεαματική, σκοτεινή περιπέτεια, που προσωπικά με κράτησε. Γενικά βρήκα την ταινία καλύτερη απ' ό,τι περίμενα, κυρίως λόγω του πανταχού παρόντος σκοτεινού, γοτθικού στοιχείου που πραναφέραμε και την σχετικά ενήλικη προσέγγιση του θέματος, με στοιχεία από Ζαν ντ'Αρκ έως Εξκάλιμπερ και από τον κόσμο του Τιμ Μπάρτον (χωρίς το χιούμορ όμως) έως τον "Αρχοντα των Δαχτυλιδιών". Κι αν τα ξεχάσετε πάντως όλα αυτά, η ταινία, δίχως να διαθέτει συγκλονιστικές ανατροπές, νομίζω ότι βλέπεται ευχάριστα.

Σάββατο, Ιουνίου 02, 2012

13 ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ... ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ

Υπάρχουν ταινίες που όταν είναι κακές... είναι πολύ κακές. Ιδανικό παράδειγμα, για μένα τουλάχιστον, το ανεκδιήγητο "Thirteen Ghosts" (2001) του Steve Beck, ο οποίος την επόμενη χρονιά γύρισε το επίσης αδιάφορο Ghost Ship και μετά, ευτυχώς, εξαφανίστηκε.
Τα Φαντάσματα λοιπόν είναι βέβαια ταινία τρόμου, αλλά δεν είμαι και πολύ σίγουρος γι' αυτό. Είναι επίσης κάτι σαν κωμωδία, παρωδία του είδους τέλος πάντων, αλλά ούτε και γι' αυτό παίρνω όρκο. Αν θέλετε να το πω πιο καθαρά, θέλει να είναι τρόμου, αλλά δεν φοβήθηκα ούτε σε μία σκηνή και θέλει να έχει και χιούμορ, αλλά ούτε μια φορά δεν έσκασε το χείλι μου. Τόσο καλά...
Με ένα αλλ' αντ' άλλων σενάριο, βάζει μια οικογένεια (μπαμπάς, δύο παιδιά, νταντά) να κληρονομούν το σπίτι ενός θείου που έχει για χόμπι να συλλέγει και να αιχμαλωτίζει... φαντάσματα με φριχτή όψη, τα οποία σημειωτέον βρίσκονται παγιδευμένα στο υπόγειο του σπιτιού. Όταν λοιπόν φτάσει εκεί η ανύποπτη οικογένεια, καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει!
Το ντιζάιν του σπιτιού, χαώδες, όλο φτιαγμένο από γυαλί, γεμάτο μαγικά σύμβολα και μηχανές που κινούνται διαρκώς, είναι όντως εντυπωσιακό. Εκεί σταματάνε και τα θετικά της ταινίας. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια διαρκής βαβούρα που πληγώνει και τα πιο κακόγουστα αυτιά, υπάρχουν διαρκείς εμφανίσεις φαντασμάτων που ποτέ δεν καταφέρνουν, για άγνωστο λόγο, να πιάσουν την οικογένεια, υπάρχει ο αντιπαθητικός και λες με επίτηδες κακή ηθοποιία βοηθός και συνεργάτης του θείου, υπάρχει το όλο κενά σενάριο, υπάρχει ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές κρύο χιούμορ που μπορεί να σε τρομάξει περισσότερο κι από τα ίδια τα φαντάσματα, υπάρχει το απόλυτο ναδίρ της ψυχολογίας των ηρώων, υπάρχει και η απαραίτητη γλυκανάλατη παρουσία της νεκρής μαμάς που δηλώνει, όπως κάθε νεκρή μαμά, ότι αγαπά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την οικογένεια, η δύναμη της οποίας άλλωστε είναι ικανή να τσακίσει κάθε εμπόδιο... Και σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλα κακά που ξεχνώ και θα ανακαλύψετε μόνοι σας αν καταφέρετε να δείτε μέχρι τέλους το φιλμ.
Σπάνια θεώρησα ταινία τόσο κακή. Η ντιζαϊνιά μάλιστα και η "μοντερνιά" (βλέπε άχρηστα εφέ και η φασαρία που προανέφερα) κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Τι να κάνουμε όμως; Αυτά παθαίνεις αν είσαι παμφάγο κινηματογραφικά ον...

Τετάρτη, Μαΐου 30, 2012

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΗ ΑΦΕΛΕΙΑ

Θα σας πω κάτι προσωπικό: Όταν ήμουν κάπου στην Α' Δημοτικού είχα δει το "Ταξίδι στο Κέντρο της Γης" του Henry Levin (1909-1980), που γυρίστηκε το 1959, και είχα ενθουσιαστεί. Θυμάμαι ότι ήταν για καιρό η αγαπημένη μου ταινία. Ναι, αλλά ήμουν 6 χρονών...
Δεκαετίες μετά επιχείρησα να ξαναδώ το φιλμ. Το βρήκα από τα αφελέστερα πράγματα που έχω δει ever. Και καμιά νοσταλγία δεν μπορούσε να αλλάξει αυτή μου την αίσθηση. Ο Levin άλλωστε είναι από τους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες - τεχνίτες που επί δεκαετίες έχουν καταπιαστεί με τα πάντα, με ελαφρά έφεση στην παιδική φαντασία ("Παραμύθια των Αφών Γκριμ" και τετοια). Ποτέ δεν κατάφερε ωστόσο να κάνει μια ταινία που να ξεχωρίσει.
 Το συγκεκριμένο φιλμ είναι βέβαια μια από τις μεταφορές στην οθόνη του γνωστού μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν και η αφέλεια που λέγαμε ξεχειλίζει από παντού! Δεν ξέρω από πού να πρωταρχίσω. Από τον τρόπο που ανεβαίνουν - κατεβαίνουν στο κέντρο της γης, από τα κιτς σκηνικά με τις πολύχρωμες πολύτιμες πέτρες να στραφταλίζουν, από τις ηθοποιίες, από την ανεκδιήγητη συμπεριφορά των ηρώων, από την κυριολεκτικά ανύπαρκτη ψυχολογία τους (στοιχειωδέστατη ψυχολογία απαιτούσα από ένα τέτοιο φιλμ, όχι φυσικά κάτι βαθύτερο)... Η σύζυγος, ας πούμε, ενός επιστήμονα μαθαίνει ξαφνικά ότι ο άντρας της είναι νεκρός (τον οποίο αγαπά υποτίθεται) και την άλλη μέρα είναι πανέτοιμη - με τσαμπουκά μάλιστα - να πάρει μέρος σε μια επικίνδυνη και μακρόχρονη αποστολή στο άγνωστο (κατά τη διαρκεια της οποίας δεν χύνει ούτε ένα δάκρυ για τον μόλις αποβιώσαντα με τραγικό τρόπο σύζυγο). Την χαριστική βολή όμως δίνει ο ανεκδιήγητος πρωταγωνιστής Πατ Μπουν, ο γνωστός σούπερ σταρ τραγουδιστής της εποχής, ο οποίος, σα να μην έφτανε η κάκιστη ηθοποιία του, τραγουδά κιόλας (σε ευτυχώς λίγα σημεία) με απίστευτα γλυκανάλατο τρόπο, αποτελώντας έτσι την επιτομή του όρου "ξενέρωτος". Γενικά τα πάντα κυλούν με άπειρα κενά και σεναριακές απορίες από έναν παρατηρητικό θεατή.
Το φιλμ σώζει κάπως ο άλλος πρωταγωνιστής, ο Τζέιμς Μέισον. Και, βέβαια, μπορεί κάποιος να είναι βέβαιος ότι τα σκηνικά και τα εφέ ήταν όντως πολύ εντυπωσιακά για την εποχή. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσαν να εντυπωσιάσουν και τους ενήλικους θεατές. Σήμερα νομίζω ότι η ταινία μπορεί να παρακολουθηθεί ευχάριστα μόνο από αρκετά μικρά παιδιά. Αναγνωρίζω βέβαια ότι και κάποιοι ενήλικοι μπορεί να γοητευτούν από την περισσή αφέλεια και την αθωότητα της παλιομοδίτικης περιπέτειας ή, πάλι, σε κάποιους να υπερισχύσει το νοσταλγικό συναίσθημα και να τη δουν με συμπάθεια, αναγνωρίζοντάς της μια για πάντα χαμένη παιδική αθωότητα. Δυστυχώς δεν κατάφερα να συγκαταλέγομαι σ' αυτούς.

Τρίτη, Μαΐου 29, 2012

ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ "ΧΑΜΕΝΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ"

Ας ξεκινήσουμε με γενικότητες. Υπάρχουν ταινίες (και έργα τέχνης γενικότερα) που διαθέτουν μια παράδοξη ιδιότητα: Μπορούν να γοητεύουν παρά το ότι παραμένουν ακατανόητα. Πώς γίνεται αυτό; Δεν μπορώ να αναλύσω ακριβώς τον μηχανισμό, αλλά αναμφισβήτητα συμβαίνει κάποιες φορές. Πιθανόν να παραμένουν ακατανόητα επειδή ο δημιουργός εκφράζεται στριφνά, δύσκολα, ίσως πάλι επειδή χρησιμοποιεί συνειδητά το παράλογο, το σουρεαλιστικό στοιχείο. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση η γοητεία τους (προφανώς όχι όλων, κάποιων απ' αυτά), παραμένει ακαταμάχητη.
Αν κάποιος δεν μπορεί να το δεχτεί αυτό, τότε ας μην κάνει τον κόπο να δει ταινίες όπως η "Χαμένη Λεωφόρος", που γύρισε το 1997 ο "βασιλιάς του παράλογου" David Lynch. Η οποία, κατά τη γνώμη μου, είναι από τις γοητευτικότερες ταινίες του έστω και αν στερείται ειρμού. Άλλωστε ο Lynch είχε φανερώσει αυτές του τις τάσεις από το πρώτο κιόλας φιλμ του, το "Eraserhead" και μετά τη "Λεωφόρο" συνέχισε ακάθεκτος με τα "Mullholand Drive" και "Inland Empire" (σημειωτέον ότι το τελευταίο δεν μου άρεσε καθόλου, τα υπόλοιπα όμως...)
Η "Χαμένη Λεωφόρος" διαθέτει ένα άψογο κλίμα μυστηρίου από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή. Το νουάρ είναι πανταχού παρόν, οι υπαινιγμοί περί ψυχοπάθειας του ήρωα το ίδιο, οι μεταφυσικές αναφορές άμεσες (ο μυστηριώδης, ανατριχιαστικός τύπος που εμφανίζεται κατά καιρούς και μοιάζει να κινεί τα νήματα είναι πολύ εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι δεν είναι άλλος από τον διάβολο). Ξεκινά σαν μια ίστορία μυστηρίου, όπου περιμένεις ότι το ζεύγος θα προσπαθήσει κατά τη διάρκεια του φιλμ να λύσει την μυστηριώδη κινηματογράφηση του εσωτερικού του ίδιου του σπιτιού από κάποιον άγνωστο και πολύ σύντομα απογειώνεται στο απόλυτα παράλογο - που κορυφώνεται κάπου στα μισά με τη μεταμόρφωση του ήρωα σε κάποιον άλλον και το ξεκίνημα μιας διαφορετικής ιστορίας, η οποία όμως θα συναντήσει προς το τέλος την αρχική, δίχως όμως να ξεκαθαρίζει ή να λύνει οτιδήποτε.
Μάλιστα. Εικασίες για το τι σημαίνουν όλα αυτά ή την εξήγηση της όλης ιστορίας; Άπειρες και μάλλον όλες ανολοκλήρωτες, γιατί ό,τι και να υποθέσεις θα παραμένουν σκοτεινά σημεία. Δεν νομίζω όμως ότι έχει νόημα η όποια εξήγηση για ένα φιλμ όπου το παράλογο και το σουρεαλιστικό στοιχείο συνειδητά έχουν τον πρώτο ρόλο. Μάλλον τείνω να πιστέψω ότι ούτε ο ίδιος ο δημιουργός είχε καμιά ξεκάθαρη εξήγηση στο μυαλό του. Υπάρχουν όμως η εξαιρετική ατμόσφαιρα, η θαυμάσια μουσική, η διαρκής ένταση που δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα έστω κι αν δεν αντιλαμβάνεσαι τι ακριβώς συμβαίνει, ο πανταχού παρόν ερωτισμός... και η φοβερή ικανότητα του Λιντς να προκαλεί ανησυχία κινηματογραφώντας, ας πούμε, λεπτομέρειες από τα πιο κοινότυπα αντικείμενα στο εσωτερικού ενός συνηθισμένου σπιτιού.
Όλα αυτά, και πολλά άλλα που ίσως ανακαλύψετε, εξασκούν σε μένα τουλάχιστον μια ακαταμάχητη γοητεία. Η συμβουλή μου είναι να πάψετε να κουράζετε το μυαλό σας ψάχνοντας για εξηγήσεις των όσων ακατανόητων συμβαίνουν και να αφεθείτε στην ατμόσφαιρα και τη γοητεία του φιλμ. Αν δεν μπορείτε να το κάνετε και σας εκνευρίζει η ύπαρξη μη-λύσης (ή η μη-ύπαρξη λύσης), καλύτερα να μην ξεκινήσετε καν να το βλέπετε.