Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2008

Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ, Ο ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΑΓΓΕΤΙ


Ο Sergio Leone (1929-1989) γυρίζει το "Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος" (Il Buono, il brutto, il cattivo) το 1966, όταν ο ίδιος έχει παγιώσει το λεγόμενο γουέστερν - σπαγγέτι (την ιταλική εκδοχή δηλαδή του αμερικάνικου αυτού είδους) με τις δύο προηγούμενες ταινίες του. Πρόκειται για ένα τρίωρο, επικό φιλμ, "στοιχειωμένο" με την χαρακτηριστική μουσική του Ennio Morricone, που μέχρι σήμερα παρακολουθείται με ενδιαφέρον.
Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες (Κλιντ Ίστγουντ, Λι Βαν Κλιφ, Ιλάι Γουάλας) κυνηγούν έναν θαμμένο θησαυρό ενώ γύρω τους μαίνεται ο αμερικάνικος εμφύλιος (για τον οποίο δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή) και είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να τον αποκτήσουν. Το σενάριο βρίθει από απιθανότητες, εξωπραγματικές σχεδόν ικανότητες στο πιστόλι και πλήρη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή και, βέβαια, βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ρεαλισμό (τουλάχιστον αυτού του αληθινού Ουέστ).
Ωστόσο η "αλήθεια" και ο ρεαλισμός του βρίσκονται αλλού: Στην προοδευτική ανάπτυξη των τριών χαρακτήρων, που συνεχώς συμμαχούν μεταξύ τους και την επόμενη στιγμή πασχίζουν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον, και στην πλήρη απόριψη του συμβατικού σχήματος "καλός - κακός". Ο "καλός" της ταινίας (ο Κλιντ Ίστγουντ) κάθε άλλο παρά καλός είναι σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα. Απλώς διαθέτει μια στοιχειώδη καλωσύνη (στη σκηνή του ετοιμοθάνατου Νότιου), έναν δικό του κώδικα τιμής και μια εξ ίσου στοιχειώδη τιμιότητα - τουλάχιστον σε σχέση με τους άλλους δύο, οι οποίοι είναι απλώς αρνητικοί (αν και με πολύ διαφορετικό τρόπο ο καθένας). Κι όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν υπάρχει ούτε ένας, ούτε ένας κυριολεκτικά θετικός χαρακτήρας στο φιλμ. Ο κυνισμός, ο αμοραλισμός και η απληστία κυριαρχούν απ' άκρο σ' άκρο σε μια σπαρασσόμενη και στα σπάργανα ακόμα Αμερική. Όσο για τον πόλεμο, αποτελεί απλώς το φόντο για να γίνουν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Κανένα σχόλιο για την πλευρά που παίρνει ο σκηνοθέτης ή οποιοσδήποτε από τους ήρωες. Αντίθετα, σε μια και μοναδική σκηνή, αυτή της γέφυρας, ο Leone παίρνει μια καθαρά αντιπολεμική θέση, αδιαφορώντας για το ποια πλευρά έχει δίκιο (αν υποθέσουμε ότι έχει κάποια τέλος πάντων). Ο πόλεμος είναι απλώς ένα παράλογο σφαγείο. Τίποτα άλλο. Κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκουν και κάποια ίχνη ενός σκληρού, σαρδόνιου χιούμορ, κυρίως στις σκηνές του Ιλάι Γουάλας. Τέλος, νομίζω ότι είναι μια από τις πολύ λίγες ταινίες απ' όπου απουσιάζει παντελώς κάθε, μα κάθε γυναικείος χαρακτήρας.
Ο σύγχρονος θεατής νομίζω ότι απολαμβάνει και σήμερα το σκληρό αυτό φιλμ, μνημείο της ανθρώπινης απληστίας, παρά τις σεναριακές απιθανότητες για τις οποίες έγραψα στην αρχή, χάρη στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Leone, στο στυλιζάρισμά του, στο υποβλητικό timing. Κλασσικό στο είδος του, αξίζει να το δείτε αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2008

ΤΑΝΓΚΟ, ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ "ΝΟΤΟ"


Ο "Νότος" (Sur) είναι μια αργεντίνικη ταινία που γύρισε ο Fernando Solanas το 1988. Και είναι μέχρι το κόκκαλο "βουτηγμένη" στην Αργεντινή και τα περί αυτήν. Απόλυτα σινεφίλ, μερικές φορές αφόρητα θεατρική, μιλά για πάθος και έρωτα, για την αργεντίνικη δικτατορία και τους αγώνες για τη δημοκρατία, για το όνειρο μιας ανεξάρτητης Λατινικής Αμερικής και, βέβαια, είναι πλημμυρισμένη στα τάνγκος, και μάλιστα αυτά του Astor Piazzola.
Ο Φλορεάλ αποφυλακίζεται μετά 5 χρόνια εγκλεισμού για πολιτικούς λόγους τη μέρα της πτώσης της δικτατορίας (έπεσε το 1983 αν δεν κάνω λάθος), ξέροντας ότι η γυναίκα του, μην αντέχοντας να τον περιμένει, τον απατούσε με έναν καλό του φίλο και συναγωνιστή. Αντί λοιπόν να πάει κατ' ευθείαν σπίτι, περιπλανιέται στο νυχτερινό, σχεδόν έρημο και σχεδόν ερειπωμένο Μπουένος Άιρες, σε μια ονειρική περιπλάνηση, όπου συναντά το ίδιο του το παρελθόν: Πεθαμένους γονείς, νεκρούς φίλους, παλιούς έρωτες, ο εγκλεισμός στη φυλακή... Κάθε λογής μνήμες από τους πολιτικούς αγώνες ενάντια στη χούντα και υπέρ μιας ευημερούσας Νότιας Αμερικής, όλη η μυθολογία μιας χώρας ζωντανεύουν εμπρος του (και εμπρός μας). Κι όλα αυτά με συνεχείς παρεμβολές τραγουδιών τάνγκο, που παίζονται από γέρους κυρίως μουσικούς (που θυμίζουν αρκετά δικούς μας παλιούς ρεμπέτες), καθισμένους σουρεαλιστικά στη μέση νυχτερινών δρόμων και που σχολιάζουν τα τεκταινόμενα.
Είναι μια από τις πιο σκοτεινές (κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά) ταινίες που έχω δει, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των σκηνών είναι νυχτερινές και ιδιαίτερα σκοτεινές. Εξαιρετικά ατμοσφαιρική με τους καπνούς που συνεχώς στροβιλίζονται στους φωτισμένους μπλε έρημους δρόμους, μελαγχολική και νοσταλγική, έχει εικαστικό και μουσικο ενδιαφέρον, πλην όμως με κούρασε αρκετά, θυμίζοντάς μου νέο ελληνικό σινεμά των 70ς και 80ς (αν και ο "Νότος" είναι πολύ αρτιότερος από πολλές απ' τις ταινίες αυτές). Σίγουρα βγάζει ένα μεγάλο κομμάτι της αργεντίνικης και λατινοαμερικάνικης γενικότερα ψυχής (το πάθος, η μουσική, οι πολιτικοί αγώνες, τα όνειρα), αλλά απευθύνεται αποκλειστικά σε ένα "κλειστό" σινεφίλ κοινό.

Κυριακή, Μαρτίου 02, 2008

ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ το "Όλα για τη μητέρα μου" (Todo sobre mi madre) (1999) του Pedro Almodovar. Πολλοί τη θεωρούν την καλύτερη ταινία του. Δεν ξέρω, μου είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω ένα και μόνο στοιχείο ως το καλύτερο ενός συνόλου, σίγουρα όμως είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές του.
Εδώ ο Almodovar επιβεβαιώνει απόλυτα τον χαρακτηρισμό που του έχει αποδοθεί ως "σκηνοθέτης των γυναικών". Ελάχιστοι άλλοι έχουν δώσει τόσο διεισδυτικά γυναικεία πορτρέτα όπως αυτός, τόσο σε άλλες ταινίες του όσο και σ' αυτή που μας ενδιαφέρει. Σ' αυτήν μάλιστα οι άντρες λείπουν σχεδόν ολοσχερώς (και οι δύο βασικοί που υπάρχουν είναι τραβεστί, ενώ ένας τρίτος πάσχει από άννοια και δεν έχει ουσιαστικό ρόλο στα τεκταινόμενα). Έτσι ακόμα και η απολαυστικότατη Αγράδα, έστω και απλώς λόγω εμφάνισης, μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικά άλλος ένας γυναικείος ρόλος. Μητρότητα, έρωτας, απώλεια, γυναικείες νευρώσεις, θέατρο και ηθοποιοί, γυναικεία φιλία, όλα θίγονται στο φιλμ αυτό. Το απίστευτο σενάριο, με τις συνεχείς αποκαλύψεις και εξελίξεις, θα μπορούσε να είναι αφόρητα μελοδραματικό (ουσιαστικά περί μελοδράματος πρόκειται), ο Almodovar όμως έχει έναν μοναδικό τρόπο να ξεπερνά το είδος αυτό, στο οποίο ούτως ή άλλως πάντοτε αρέσκεται, και να δημιουργεί ταινίες που είναι κωμικές ή συγκλονιστικές ή και τα δύο μαζί κι ας είναι φτιαγμένες από ατόφια μελό υλικά. Διότι, με τέτοια απίθανη ιστορία, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει Φώσκολος (με παραπάνω τονισμένο το γκέι στοιχείο), αλλά, παρ' όλα αυτά, ούτε στιγμή δεν θυμίζει κάτι τέτοιο; Και, από την άλλη, ποιος άλλος θα μπορούσε να κάνει ένα κατά βάση απόλυτα αισιόδοξο φιλμ (και μάλιστα δίχως να στερείται από μικρές δόσεις χιούμορ) και να υμνήσει τη δύναμη της γυναίκας να ξεπερνά κάθε εμπόδιο, όταν η όλη ιστορία βασίζεται στον τραγικό και απροσδόκητο θάνατο ενός 17χρονου, που αφήνει ολομόναχη στον κόσμο την ανύπαντρη μητέρα του; Και τελικά, να βγάλει τόσο θετικά συναισθήματα ακόμα και μέσα από άλλους θανάτους;
Για όσους δεν το έχουν δει (φαντάζομαι ότι είναι ελάχιστοι απ' αυτούς που επισκέπτονται το μπλογκ), προτείνεται ανεπιφύλακτα. Και μη φοβηθείτε να αφεθείτε να βουρκώσετε στο τέλος. Η συγκίνηση είναι απόλυτα δικαιολογημένη, θετική και άψογα δουλεμένη ώστε να βγαίνει αβίαστα κι αυτό το στοιχείο ανεβάζει κι άλλο την ταινία.

Σάββατο, Μαρτίου 01, 2008

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗ YUMA


Φαίνεται ότι το γουέστερν, μετά από σχεδόν εξαφάνιση δεκαετιών, είναι και πάλι στη μόδα. Είτε "μεταλλαγμένο" (The assasination of Billy the Kid...) είτε πιό "κλασικό", μπολιασμένο πάντως με σύγχρονα στοιχεία, όπως το "3:10 to Yuma" (Το τελευταίο τρένο για τη Γιούμα, 2008) του James Mangold. Θεωρώ τον Mangold καλό, χαμηλότονο και συμπαθή σκηνοθέτη, χωρίς όμως - μέχρι σήμερα τουλάχιστον - να έχει κάνει τη μεγάλη ταινία. Πάντως η "Γιούμα", ριμέικ του ομώνυμου γουέστερν της δεκαετίας του 50, το οποίο δεν έχω δει ώστε να γίνουν οι απαραίτητες συγκρίσεις, διαθέτει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, παρά το ότι τελικά με κούρασε κάπως.
Όλο το βάρος πέφτει στη σύγκρουση χαρακτήρων (αλλά και ερμηνευτική) των Κρίστιαν Μπελ και Ράσελ Κρόου. Και εκεί επικεντρώνεται και το ενδιαφέρον. Για μια ακόμα φορά (περίπτωση όλο και πιο συνηθισμένη στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά, ακόμα και το mainstream) οι προσχηματικοί ρόλοι των "καλών" και των "κακών" εξαφανίζονται, για να δώσουν τη θέση τους σε πολυπλοκότερους χαρακτήρες, που εντός τους συνυπάρχουν τα δύο αυτά αρχετυπικά στοιχεία. Έτσι ο Κρόου, ο "κακός", διαθέτει μια ευαίσθητη, γοητευτική πλευρά, είναι καλλιεργημένος, μπορεί να εκτιμά τα καλά στοιχεία των άλλων - πράγματα που μπερδεύονται αξεδιάλυτα με τον κυνισμό και τα εγκλήματά του. Από την άλλη ο "ηρωικός" Μπέιλ υπήρξε στο παρελθόν πολλές φορές δειλός. Οι χαρακτήρες και οι ρόλοι αλάζουν διαρκώς, το καλό και το κακό είναι πια έννοιες πολύ συζητήσιμες. Κι όλα αυτά με φροϊδικά σχόλια, καθώς άλλο βασικό σημείο του φιλμ είναι οι σχέσεις πατέρα - γιου, αφού όλα γίνονται στην ουσία για να κερδίσει ο πατέρας την εκτίμηση και το σεβασμό του γιου του.
Όλα αυτά συμβαίνουν σ' ένα βάρβαρο, πάμφτωχο, άδικο, αφιλόξενο και καθόλου ηρωικό Φαρ Ουέστ, όπου κάθε "μυθική" και γοητευτική πτυχή έχει εξαφανίζεται (και αυτή η απομυθοποίηση είναι "σύμπτωμα" των αρκετών τελευταίων χρόνων, αν και κάπως υπήρχε και σε μερικά παλιά, κλασσικά γουέστερν). Απληστία, ζωές δίχως καμιά αξία, που μπορούν να αφαιρεθούν κάθε στιγμή, μεγάλες εταιρίες που λιμαίνονται τον πλούτο της γης αφήνοντας χιλιάδες ανθρώπους να πεθάνουν της πείνας (άλλο ένα σχόλιο για τις ρίζες και την εδραίωση του αμερικάνικου κράτους;) συνθέτουν την "Άγρια Δύση".
Πέραν αυτών, έχω αρκετές σεναριακές απορίες. Γιατί ο πανέξυπνος Κρόου αφήνει στην αρχή να τον συλλάβουν τόσο εύκολα και αμαχητί; Και γιατί, επιτέλους, κάποιος σ' όλη αυτή τη μακρά πορεία δεν το πυροβολεί να ξεμπερδεύει όσο αυτός είναι άοπλος και αιχμάλωτος, σε μια κοινωνία όπου, όπως είπαμε, η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει δεκάρα κι αυτό το έχουμε δει με όλους τους πιθανούς τρόπους;
Ενδιαφέρον, αλλά όχι πολύ "μεγάλο" κατά τη γνώμη μου. Νομίζω πάντως ότι οι φίλοι του κλασσικού γουέστερν θα αποζημιωθούν.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2008

ΟΤΑΝ Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ... ΧΥΝΕΤΑΙ ΑΙΜΑ


Στο "Θα χυθεί αίμα" (Τhere will be blood) ο Paul Thomas Anderson, από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, στήνει ένα πυκνό δράμα με πολλαπλά θέματα: Την απληστία που οδηγεί στην τρέλα, την γέννηση του αμερικάνικου έθνους και της οικονομίας του, τον θρησκευτικό φανατισμό και την κρυφή σχέση των εκκλησιών ή "εκκλησιών" με το χρήμα... για να αναφέρουμε μερικά μόνο απ' αυτά.
Ένας φτωχός χρυσοθήρας στα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκει πετρέλαιο και σύντομα μετατρέπεται σε πολυεκατομμυριούχο. Με μια διαφορά: Είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι, ακόμα κι αν βρεις πετρέλαιο στην αυλή σου, για να γίνεις πολυεκατομμυριούχος και πανίσχυρος σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να κάνεις και πολλά άλλα, όχι τόσο τίμια πράγματα. Απάτες, κλοπές, ίσως και φόνους. Στο επίπεδο αυτό η ταινία λειτουργεί σαν αλληγορία του καπιταλισμού ή, ειδικότερα, σαν αλληγορία της γέννησης του αμερικάνικου έθνους. Και εδώ μπαίνει και ένας ακόμα βασικός, βασικότατος παράγοντας, ψυχολογικός αυτή τη φορά: Η απληστία. Δίχως αυτή, ίσως κάποιος να γίνει με τυχαίο τρόπο πλούσιος (γιατί κέρδισε το Λόττο ας πούμε), δεν πρόκειται όμως ποτέ να γίνει πανίσχυρος και πολυεκατομμυριούχος, να φτάσει να διοικεί μια αυτοκρατορία.
Το πορτρέτο ενός τέτοιου ανθρώπου λοιπόν και την πορεία του σκιαγραφεί η ταινία. Μόνο που η απληστία, η μονομανία της απόκτησης δύναμης, οδηγεί μοιραία στην τρέλα. Η οποία, όσο διαρκεί το φιλμ, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, για να πνίξει τον ήρωα. Είναι φυσικό η ιστορία αυτή να φέρνει στο νου τον "Πολίτη Κέιν" ή την αληθινή ιστορία του Χάουαρντ Χιουζ, κι άλλες ταινίες ή περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι ηθελημένο. Όσο για τη θρησκεία, καιρός ήταν να δούμε κάποιο σχόλιο για τη θρησκοληψία και τους εκατοντάδες ψευδοπροφήτες και έξαλλους τηλεπαπάδες που κατακλύζουν τη σύγχρονη Αμερική. Τέλος οι εικόνες της, με τις γιγάντιες πετρελαιοπηγές, τα έρημα τοπία και τον ανθρώπινο μόχθο, αποζημιώνουν τον θεατή.
Ο Ντάνι Ντέι Λιούις είναι εκπληκτικός και νομίζω ότι δίκαια κέρδισε το Όσκαρ. Όσο για την επική αυτή ταινία (γιατί για έπος της ανθρώπινης απληστίας και αχαλίνωτης φιλοδοξίας πρόκειται) μπορεί να είναι λίγο αργή και μεγάλη σε διάρκεια, προσωπικά όμως δεν με κούρασε. Αντίθετα απόλαυσα μια από τις μεγάλες φετινές ταινίες, που κατεβαίνει στη σκοτεινή άβυσο της ανθρώπινης ψυχής και τη "ζωγραφίζει" πιο εύγλωττα από πολλές άλλες.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

"ΔΑΓΚΩΜΑΤΙΕΣ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΟΒΙΣΑΝ ΟΥΤΕ ΜΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ


Το "Les Morsures de l'aube" (2001), γαλική ταινία του Antoine de Caunes, διαθέτει (για τους φανς) την Άζια Αρτζέντο στον πρωταγωνιστικό ρόλο... και όχι πολλά άλλα πράγματα. Βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Tonino Banaquista ("Τα δόντια της Αυγής" στα ελληνικά) και, επειδή το έχω διαβάσει και το βρήκα αρκετά διασκεδαστικό, είδα από περιέργεια και το φιλμ.
Το στόρι και η όλη ατμόσφαιρα είναι αρκετά ελκυστικά - ή μάλλον θα μπορούσαν να είναι, γιατί, για να το πω από την αρχή, βρήκα την ταινία αποτυχημένη. Πρόκειται για μια περιπλάνηση στο νυχτερινό Παρίσι όπως δεν το ξέρουμε, με τα κλαμπ του (γνωστά ή "μυστικά", δηλαδή απόλυτα πριβέ), τα πάρτι, τις διαστροφές και πολλά και ποικίλα άλλα. Ο ήρωας, ένας "επαγγελματίας - παράσιτο", ζει με σχεδόν μηδέν χρήματα, δίχως σπίτι ή οποιαδήποτε ιδιοκτησία εκτός από το κυριλέ σμόκιν του. Κοιμάται τη μέρα σε κολυμβητήρια, βγαίνει τη νύχτα για να τραφεί και να πιει δωρεάν στις εν λόγω "εκδηλώσεις" και περιπλανιέται σε μπαρ, πάρτ, κλαμπ ή ό,τι άλλο μέχρι την επόμενη αυγή. Κάποια στιγμή η ζωή αυτή θα "σοβαρέψει" απότομα, καθώς μπλέκεται άθελά του σε μια ιστορία με βρικόλακες, οι οποίοι φυσικά κυκλοφορούν τις ίδιες ακριβώς ώρες μ' αυτόν. Το σασπένς και οι ανατροπές επικεντρώνονται στο αν το gothic ζεύγος είναι όντως βρικόλακες ή κανονικοί άνθρωποι που πάσχουν από βαμπιρισμό ή, τέλος, το παίζουν έτσι.
Συγνώμη που θα κάνω συγκρίσεις με το βιβλίο (πράγμα που γενικά δεν μου αρέσει), αλλά όλα αυτά δίνονται καθαρά, με σασπένς και χιούμορ σ' αυτό, ενώ στην ταινία (που αν εξαιρέσει κανείς το τέλος, όπου κυριολεκτικά του "άλλαξαν τα φώτα", παραμένει αρκετά πιστή στο κείμενο) και κοιλιές υπάρχουν και πράγματα δεν ξεκαθαρίζονται... και γενικά, παρά το κάποιο χιούμορ, δύσκολα αποφασίζει κανείς αν ο σκηνοθέτης ήθελε να κάνει μια μαύρη κωμωδία ή μια ταινία τρόμου, αφού το αποτέλεσμα ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι. Απογοητευτικό είναι και το ότι ελάχιστο βάρος πέφτει (μάλλον τυχαία και από σπόντα το καταλαβαίνει κανείς) στο ότι ο ήρωας είναι συνειδητά και σχεδόν ιδεολογικά ένα κοινωνικό παράσιτο - και στα όσα κάνει για να επιβιώσει όντας τέτοιο. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μια διασκεδαστική ταινία.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

ΕΡΩΤΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ


Με την "Άκρη του Ουρανού" (Auf der anderen Seite, 2007) ο τουρκογερμανός Fatih Akin επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μας από το "Μαζί ποτέ" πριν μερικά χρόνια - και πολύ χαίρομαι γι' αυτό. Και πάλι όλα συμβαίνουν ανάμεσα στις δύο πατρίδες του: Τη Γερμανία και την Τουρκία. Και πάλι οι πολιτισμοί αλληλοεπιδρούν, συγκρούονται, αναμειγνύονται. Και οι ήρωες, τούρκοι και γερμανοί, κάποια στιγμή αλλάζουν ταυτότητα, περνώντας από τον έναν στον άλλον.
Με ένα έξυπνο σενάριο, που παρακολουθεί τις ιστορίες 6 ανθρώπων, που κινούνται παράλληλα και άλλοτε τέμνονται άλλοτε όχι, ο Akin καταφέρνει να μας πει πολλά. Για τις βαθιές διαφορές των δύο πολιτισμών, για το πάθος του έρωτα (που βέβαια μπορει να γεννηθεί ανάμεσα σε διαφορετικής προέλευσης ανθρώπους), για την πολιτική κατάσταση, στην Τουρκία κυρίως, και τον αγώνα κάποιων ανθρώπων εκεί, για την ανάγκη ή τον εξαναγκασμό πολλών ανθρώπων να πετάξουν από πάνω τους το παρελθόν και ν' αλλάξουν ζωή ή / και ταυτότητα ψάχνοντας απεγνωσμένα για έναν σκοπό.
Χαρακτήρισα έξυπνο το σενάριο επειδή, ενώ βασίζεται σε συμπτώσεις (πράγμα που γενικά θεωρώ σεναριακή αδυναμία), οι συμπτώσεις αυτές δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη. Εννοώ ότι οι ήρωες δένονται με πολλαπλούς δεσμούς, αναζητούν μερικές φορές το ίδιο ή σχετικά πρόσωπα για διαφορετικούς λόγους, συναντώνται σε κοινούς χώρους ή διασταυρώνουν τις πορείες τους καθώς ταξιδεύουν με ποικίλα μέσα μεταφοράς... πλην όμως συνήθως δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις συμπτώσεις, αγνοούν ότι συμπτωματικά βρίσκονται ακριβώς δίπλα σ' αυτό ακριβώς που αναζητούν. Από την άλλη, η πολιτική και ο ακτιβισμός μπλέκονται με το πάθος, το τραγικό στοιχείο αναμειγνύεται με το συγκινητικό και το ανθρώπινο, οι αρνητικές πλευρές και των δύο διαφορετικών πολιτισμών διαγράφονται αδρά και το σύγχρονο πρόσωπο της Τουρκίας, με το ένα πόδι στην Ευρώπη και τη Δύση και το άλλο στον Τρίτο Κόσμο, σχεδιάζεται καθαρά.
Με την "Άκρη του Ουρανού" ο Akin νομίζω ότι κατακτά περίοπτη θέση ανάμεσα στους σημαντικούς σύγχρονους δημιουργούς. Περιμένω τη συνέχεια.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Ο ΝΤΙΛΑΝ ΣΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ


To "I'm not there" του Todd Heynes είναι μια σχεδόν πειραματική ταινία. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία για τον Bob Dylan, αλλά μια ταινία εμπνευσμένη από τον Bob Dylan. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν πρόκειται για βιογραφία ενός από τους πολύ μεγάλους του 20ού αιώνα, ούτε για ντοκιμαντέρ γύρω απ' αυτόν, ούτε καν για "εικονογράφηση" ιστοριών που διηγείται στα τραγούδια του, ενώ ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ. Πρόκειται για ένα χαλαρά δομημένο (άτακτα θα έλεγαν πολλοί) κράμα όλων αυτών και διάφορων άλλων στοιχείων. Φάσεις της ζωής και των ιδεολογικών του περιόδων, ήρωες των τραγουδιών του, άνθρωποι και καταστάσεις που τον επηρέασαν, όλα μπερδεύονται άναρχα, δίχως αρχή, μέση και τέλος, σε ένα πολύπλοκο παζλ "για δυνατούς λύτες". Η μία ιστορία μπαίνει μέσα στην άλλη, διακόπτεται απότομα και (ίσως) ξαναρχίζει σε κάποια εντελώς αυθαίρετη στιγμή, οι ηθοποιοί που υποτίθεται ότι τον ενσαρκώνουν αλλάζουν κι αυτοί (ακόμα και η Κέιτ Μπλάνσετ υποδύεται τον Ντίλαν των '60ς), ο Ντίλαν δεν λέγεται καν Ντίλαν σε ορισμένα βιογραφικά του κομμάτια (αλλά είναι σαφές πως πρόκειται γ' αυτόν) και μόνο τα μεγάλα τραγούδια του πλημμυρίζουν από την αρχή ως το τέλος το φιλμ (κι αυτά όχι πάντα εκτελεσμένα από τον ίδιο, αλλά πολύ συχνά από άλλα, ενίοτε πολύ σημαντικά ονόματα, που τα διασκευάζουν).
Ο Heynes, από τους πλέον ενδιαφέροντες και ανήσυχους σύγχρονους δημιουργούς, κινήθηκε κι εδώ κάθε άλλο παρά ορθόδοξα. Το αποτέλεσμα όλου αυτού του σχεδόν χάους έχει για μένα θετικές και αρνητικές πλευρές. Μου άφησε γενικά μια όμορφη, ερεθιστική γεύση. Μπορεί όμως εύκολα να κατηγορηθεί για πολλά. Προφανώς για το χάος που προαναφέραμε πρώτα - πρώτα. Αλλά και - κυρίως - για το ότι απευθύνεται σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ φανατικών του Ντίλαν, που ξέρουν όχι μόνο τη μουσική, αλλά και λεπτομέρειες της ζωής του, τις επιροές του κλπ. Αν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι απ' αυτά, παρακολουθεί μια παντελώς ακατάληπτη ταινία. Άντε να ξέρει τώρα ένας 20άρης ποιος ήταν ο Γούντι Γκάθρι και γιατί η κιθάρα του μικρού μαυρού γράφει πάνω της "This kills fascists", τι σήμαινε για κείνη την εποχή η ηλεκτρική στροφή του μέχρι τότε "τροβαδούρου" Ντίλαν στα μέσα των 60ς και γιατί αυτό στοίχισε τόσο στους φανατικούς οπαδούς του που τον γιουχάισαν άγρια, ποιά η σχέση και οι επιροές του από τον Ρεμπό ή τον Γκίνσμπεργκ, γιατί μια από τις ιστορίες έχει σαν ήρωα τον παράνομο του Ουέστ Μπίλι δε Κιντ κλπ. κλπ. (εννοείται ότι ούτε και γω τα έζησα όλα αυτά, έτυχε όμως να τα ψάξω αργότερα επειδή μ' αρέσει ο Ντίλαν).
Εν κατακλείδι, παρά το ότι βρήκα το τολμηρό αυτό εγχείρημα ενδιαφέρον, δεν θα το συνιστούσα έξω από τον κύκλο των "οπαδών" που λέγαμε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΤΟ "COBRA VERDE"


Το 1987 ο Werner Herzog δουλεύει για 5η και τελευταία φορά με τον ηθοποιό - φετίχ του Κλάους Κίνσκι στο "Cobra Verde", μια ακόμα ιστορία τρέλλας που διαδραματίζεται στους τροπικούς. Οι σχέσεις τους είχαν φτάσει σε οριακό σημείο, ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για παράνοια και τυραννικότητα, αρκετές φορές λίγο έλλειψε να αλληλοσκοτωθούν... κι όταν το φιλμ τελείωσε ήξεραν και οι δύο ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστούν ξανά (ο Κίνσκι πέθανε 4 χρόνια αργότερα).
Ο Cobra Verde είναι ένας διάσημος παράνομος της Νότιας Αμερικής (έχει οδηγηθεί στην παρανομία λόγω του λιμού στη φτωχή περιοχή του), που γίνεται αρχικά επιστάτης των σκλάβων σε μια φυτεία ζάχαρης και στη συνέχεια στέλνεται στην άγρια Αφρική, στη Δαχομέη, με αποστολή να ξαναστήσει το εμπόριο σκλάβων που έχει διακοπεί εξ αιτίας της τρέλας του ντόπιου βασιλιά. Στην πραγματικότητα η αποστολή του είναι μια άτυπη καταδίκη σε θάνατο, αφού όλοι την θεωρούν αδύνατη. Όμως...
Γυρισμένη σε Νότια Αμερική και Αφρική, η ταινία είναι μία ακόμη παραληρηματική ματιά του Χέρτσογκ πάνω στη μεγαλομανία που οδηγεί στην τρέλα, όπως ακριβώς τα προγενέστερα "Αγκίρε" και "Φιτζγκαράλντο". Η ιστορία δεν έχει τόση σημασία εδώ. Άυτό που μετρά κυρίως είναι το βαθμιαίο γλίστριμα στην παρακμή και στην τρέλλα και οι απίστευτες, σουρεαλιστικές ενίοτε, εικόνες, κυρίως στο αφρικάνικο μέρος του φιλμ. Και φυσικά ο Κίνσκι, που για μια ακόμα φορά τα δίνει όλα σε έναν ημιπαρανοϊκό ρόλο, που ούτως ή άλλως βρισκόταν πολύ κοντά στην ιδιασυγκρασία του.
Δεν μπορεί κανείς να συστήσει σε όλους τις ταινίες του Χέρτσογκ, που αυτό που επιδιώκουν, όπως επανειλημμένα λέει ο ίδιος, είναι η έκσταση. Η αφήγησή τους δεν είναι στρωτή, υπάρχουν κενά κλπ. Ο θεατής ή θα "μπει μέσα τους", θα βιώσει ένα μέρος της έκστασης αυτής, αφήνοντας τον εαυτό του σε εικόνες από απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου που δεν έχει ξαναδεί ή, πιθανόν, θα βαρεθεί. Μόνο αν είστε "μυημένοι" στο σινεμά του Χέρτσογκ λοιπόν, ψάξτε για το Cobra Verde, άλλη μια μεγάλη ταινία του.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2008

Η "ΠΑΓΙΔΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ


"Η Παγίδα" (Klopka, 2007) του σέρβου Srdjan Golubovic είναι ένα δυνατό δράμα, αρκετά βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά και αρκετά ενδιαφέρον. Δοκιμάζει τα όρια της ηθικής ενός συνηθισμένου, απόλυτα τίμιου όμως ανθρώπου, και εξερευνά για μια ακόμα φορά το θέμα του αν όλοι μας έχουμε κάποια τιμή στην οποία μπορούμε να εξαγοραστούμε.
Ένας πατέρας με οικονομικά προβλήματα, του οποίου ο μικρός γιος θα πεθάνει σύντομα αν δεν εγχειριστεί, δέχεται την πρόταση να σκοτώσει έναν άγνωστο με αντάλλαγμα την εγχείρηση του γιου του. Τι θα έκανε οποιοσδήποτε μπροστά στο εφιαλτικό αυτό δίλημμα;
Η ταινία του Golubovic δεν μένει μόνο στο αμιγώς ηθικό επίπεδο. Δείχνει καθαρά το γιατί ένας καθ' όλα τίμιος άνθρωπος σκέφτεται σοβαρά να ενδώσει στην "προσφορά". Είναι λοιπόν το αμείλικτο οικονομικό σύστημα που ωθεί με μαθηματική βεβαιότητα στη διαφθορά και την επακόλουθη οδύνη, το σύστημα που, πολύ απλά, λέει "αφού δεν έχεις λεφτά, ας πεθάνει ο γιος σου" . Σε έναν κόσμο όπου το χρήμα κυριαρχεί και όσοι δεν το έχουν δεν έχουν και στον ήλιο μοίρα, τα δράματα θα γίνονται όλο και πιο ζοφερά και οι επιπτώσεις ανεξέλεγκτες. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι και η κατάδειξη του μηχανισμού διάλυσης μιας ευτυχισμένης (πριν) οικογένειας εξ αιτίας οικονομικών κατά βάση παραγόντων και οι έμμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των τελευταίων ακόμα και στις προσωπικές σχέσεις.
Το άλλο στοιχείο που θίγεται είναι αυτό των τύψεων. Που, όπως βλέπουμε στο φιλμ, δεν είναι καθόλου "πολυτέλεια", αλλά μπορούν να αποβούν ο καταλύτης της ιστορίας. Φαίνεται ότι αυτές δεν έχουν ακόμα εξαφανιστεί παντελώς από την στυγνή κοινωνία που παγκόσμια διαμορφώνεται τα αρκετά τελευταία χρόνια.
Ενδιαφέρουσα ταινία λοιπόν, με κάποια σεναριακή αντίρρησή μου στο ότι το δράμα πυροδοτείται ουσιαστικά από κάποια σύμπτωση, δίχως την οποία ίσως όλα ίσως θα ήταν πιο ανώδυνα (το κακό όμως ούτως ή άλλως θα είχε γίνει). Το βρίσκω κάπως εύκολο σαν λύση. Πάντως αν δεν θέλετε πολύ "βαριές" ταινίες, αλλάξτε αίθουσα. Αλλιώς νομίζω ότι είναι ένα αρκετό καλό δράμα με έντονο πολιτικοκοινωνικό background.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ SWEENEY TODD


Δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, βέβαια, να πω ότι και εγώ (μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια) θεωρώ τον Tim Burton ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Ο σκοτεινός, συχνά νοσηρός κόσμος του, είναι ένας καθαρά δικός του κόσμος, βγαλμένος κατευθείαν από την καλπάζουσα φαντασία του. Το ενδιαφέρον με τον Burton είναι ότι, αν και απόλυτα προσωπικός, παραμένει ένας εμπορικός σκηνοθέτης, που κάθε ταινία του αποφέρει εκατομμύρια και διακρίνεται στο box office. Είναι η περίπτωση όπου τα όρια ανάμεσα στην προσωπική δημιουργία και το blockbuster καταρρέουν. Και είμαι ένας από τα εκατομμύρια και πάλι που απολαμβάνουν απόλυτα αυτή την κατάρρευση.
Δεν έχω να πω κάτι πρωτότυπο για τον Sweeney Todd (2007), το τελευταίο πόνημα του Μπάρτον, με τον αγαπημένο του ηθοποιό, τον Τζόνι Ντεπ φυσικά, στον βασικό ρόλο (αλλά και τη σύζυγό του σκηνοθέτη, την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ). Τα έχουν ήδη επισημάνει όλα. Αυτό που θεωρώ πρωτότυπο είναι η πλήρης αποδόμηση του μιούζικαλ, ενός είδους που οι περισσότεροι θεωρούν από "γλυκούλι" έως ξενέρωτο. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Ο Μπάρτον κάνει ένα απόλυτα μαύρο, ματοβαμμένο και νοσηρό μιούζικαλ (γιατί, βέβαια, μιούζικαλ είναι ο Sweeney Todd), δίχως ίχνος φωτός και ελπίδας, με τον άσβεστο πόθο για εκδίκηση να κυριαρχεί από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Το μιούζικαλ προϋπήρχε ως θεατρικό, αυτό που βλέπουμε όμως στην οθόνη είναι καθαρός Μπάρτον. Και, επιπλέον, με μια πολιτική διάσταση, καθώς ο δαιμονικός και άδικα καταδικασμένος κουρέας της βικτωριανής Αγγλίας εκδικείται (σφάζοντας) δίχως ίχνος ελέους την άρχουσα τάξη: Πλούσιους, δικαστές, προύχοντες κάθε είδους, σα να λέει ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος σε μια απόλυτα άδικη κοινωνία.
Η εντυπωσιακή φωτογραφία εξαλείφει σχεδόν κάθε χρώμα, κάνοντας στο γκριζόμαυρο να κυριαρχεί ώστε να επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Αλλά όχι μόνο γκριζόμαυρο. Υπάρχει και το κόκκινο, που σχεδόν ρέει σε κάθε σκηνή, καθώς οι πίδακες του αίματος ξεπηδούν όλο και πιο συχνά αγγίζοντας τα όρια του σπλάτερ. Και το χιούμορ του Μπάρτον; Φυσικά και υπάρχει. Είναι όμως τόσο μαύρο και σαρδόνιο, που δύσκολα το διακρίνει ο αμύητος θεατής.
Απολαύστε το. Σας προειδοποιώ όμως: Είναι πιο μαύρο απ' όσο νομίζετε. Είναι μάλλον ο πιο "μαύρος" Μπάρτον μέχρι σήμερα.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

CLOVERFIELD: ΟΤΑΝ ΤΟ "BLAIR WITCH" ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ


Φαίνεται ότι κάθε 10 περίπου χρόνια, όταν ο θόρυβος από το προηγούμενη προσπάθεια έχει καταλαγιάσει, θα σκάει μύτη μια αντίστοιχη (όμοια θα έλεγαν πολλοί) απόπειρα. Μιλώ φυσικά για το απροσδόκητο Cloverfield (2008) του Matt Reeves, που ήρθε από το πουθενά (για μένα τουλάχιστον, που μια εβδομάδα πριν αγνοούσα την ύπαρξή του) για να με ξαφνιάσει μάλλον ευχάριστα.
Πρόκειται για τυπική ταινία τρόμου - καταστροφής. Το στόρι μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σειρές: Ένα αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης γιγάντιο και εφιαλτικό τέρας σκάει από το πουθενά (σαν την ταινία) και καταστρέφει με μανία τη Νέα Υόρκη. Αυτά. Και γιατί είναι ενδιαφέρον αυτό μετά τόσους Γκοντζίλες (ο συνειρμός με τον γιαπωνέζο ξάδελφό του είναι φυσικά προφανής) και άλλα συναφή τέρατα; Εδώ είναι που μπαίνει το Blair Witch Project που λέγαμε. Υποτίθεται (όπως ακριβώς σ' αυτό) πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι ταινία, αλλά μια τυχαία καταγραφή σε ερασιτεχνικό βίντεο από έναν νεοϋορκέζο που έτυχε να έχει ανοιχτή την κάμερά του και να κινηματογραφεί τα συγκλονιστικά συμβάντα ως το τέλος. Που, παρεπιπτόντως, δεν είναι καθόλου "τέλος", μια που τα πάντα μένουν μετέωρα και αναπάντητα, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν όντως επρόκειτο για μια ερασιτεχνική καταγραφή. Αφήστε το ότι πολλές σκηνές δεν μπορούν παρά να σου φέρουν στο μυαλό την 11η Σεπτέμβρη...
Τα θετικά είναι ότι η ταινία κατάφερε να με κρατήσει σ' όλη της τη διάρκεια. Η ενταση ανεβαίνει διαρκώς, η κουνημένη φωτογραφία και η κάμερα στο χέρι, οι ενίοτε θαμπές εικόνες, τα απότομα κοψίματα, όλα συμβάλλουν στην πειστικότητα του εγχειρήματος, ενώ η σχετικά low-budget αίσθηση μοιάζει να ανατρέπει τα κλισέ των ταινιών καταστροφής, που πάντοτε είναι υπερπαραγωγές. Τα αρνητικά είναι όλα, τόσο δηλαδή το σκέλος "Γκοτζίλα" όσο και αυτό του "Blair Witch", τα έχουμε ξαναδεί και εμπεδώσει, οπότε η πρωτοτυπία περιορίζεται στο πάντρεμά τους και μόνο. Και υπάχουν βέβαια και αρκετά κλισέ (οι ξενέρωτες ατάκες, ο ερωτευμένος ήρωας που πάει με τα δυο του χέρια στο "στόμα" του τέρατος και τον ακολουθεί και η παρέα του από πάνω) κλπ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ωστόσο, ξαναλέω, είναι καλογυρισμένη, πειστική σ' αυτό που θελει να μας πείσει και κρατά τον θεατή.
ΥΓ: Σημειωτέον ότι το τέρας καθόλου δεν θυμίζει Γκοτζίλα. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακό και "εξωγήινο".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Ο ΚΥΡΙΟΣ VERDOUX: ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ CHAPLIN


Το 1947, εφτά χρόνια μετά τον "Δικτάτορα", ο Charlie Chaplin (1889-1977) γυρίζει τον "Κύριο Βερντού" (Monsieur Verdoux). Το σενάριο είναι δικό του, βασίζεται όμως σε μια ιδέα του Όρσον Ουέλες. Η ταινία αποκτά αμέσως μια ξεχωριστή θέση στη φιλμογραφία του για έναν απλό λόγο: Παρουσιάζει έναν πολύ διαφορετικό Τσάπλιν απ' αυτόν που όλοι είχαν συνηθίσει μέχρι τότε (και που κι εμείς σήμερα ξέρουμε). Ο πάμφτωχος, χαριτωμένος, καλόκαρδος ανθρωπάκος, ο Σαρλώ, εξαφανίζεται για να δώσει τη θέση του σε έναν πικρόχολο και κυνικό Τσάπλιν, που δείχνει να έχει χάσει κάθε πίστη στους ανθρώπους, στην ηθική τους και στην πρόθεσή τους να κάνουν το καλό.
Στον "κ. Βερντού" ο Τσάπλιν ενσαρκώνει ούτε λίγο ούτε πολύ έναν σύγχρονο Κυανοπώγωνα, έναν σχετικά ηλικιωμένο, γοητευτικό τύπο, με άψογους, αριστοκρατικούς τρόπους, που παντρεύεται ηλικιωμένες μοναχικές γυναίκες, τις σκοτώνει και κληρονομεί την περιουσία τους. "Ο γλυκούλης Σαρλώ είναι αυτός;", θα πείτε έκπληκτοι. Το ίδιο, φαντάζομαι, θα είπε και το κοινό της εποχής που έκπληκτο παρακολούθησε την απροσδόκητη μεταστροφή μιας αγαπημένης φιγούρας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ότι ο ήρωας παρουσιάζεται εδώ γοητευτικός, όπως είπαμε, αστείος και συμπαθητικός, παρά τις απεχθείς του δραστηριότητες. Και, ακόμα περισσότερο, παρά την πληθώρα γάμων που έχει κάνει, είναι στην πραγματικότητα παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπά και είναι απόλυτα αφοσιωμένος σ' αυτήν και το παιδί του. Για να είμαστε ακριβέστεροι, κάνει ό,τι κάνει για το δικό τους καλό, για να τους εξασφαλίσει ένα άνετο μέλλον σ' έναν αβέβαιο, ταραγμένο και συχνά εφιαλτικό κόσμο. Κι όταν αυτό που αγαπά χάνεται, αφήνεται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τη μοίρα που του επιφυλάσσει μια παράλογη κοινωνία.
Η μεταστροφή του Chaplin μπορεί να εξηγηθεί με μια ματιά στην εποχή: Ο κόσμος έχει μόλις βγει από τον φριχτό Β' Παγκόσμιο και είναι μισοκατεστραμένος. Κάθε αξία έχει καταρρεύσει μέσα στις εκατόμβες των νεκρών. Η βόμβα της Χιροσίμα έχει ολοκληρώσει τη φρίκη, αποδεικνύοντας με περίτρανο τρόπο την τρομαχτική εφευρετικότητα του ανθρώπου όταν πρόκειται να σκοτώσει. Η αγωνία και η αβεβαιότητα είναι διάχυτες παντού. Μέσα σ' αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον, ο κάθε Βερντού κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα για να περιφρουρήσει την όποια ευτυχία του. Αν αυτό που ξέρει είναι να σκοτώνει, αυτό θα κάνει. Στο τέλος, στη δίκη, ο Βερντού / Τσάπλιν δηλώνει κάτι αυτονόητο και προφανές, που όμως όλοι ξεχνάμε: Όταν κάποιος σκοτώσει δέκα αθώους είναι απεχθές κτήνος και καταδικάζεται σε θάνατο. Όταν, σ' έναν πόλεμο, σκοτώσει εκατοντάδες ή χιλιάδες (βλ. Χιροσίμα), είναι ήρωας και παρασημοφορείται. "Μα αυτός εκτελεί διαταγές", θα μου πείτε. Ε, τότε, ας εκτελέσουν αυτούς που δίνουν τις διαταγές. Τους στρατηγούς ή τους κυβενήτες των χωρών. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι ένας κατά συρροήν δολοφόνος είναι αθώος. Καλό είναι όμως να μη ξεχνάμε πως, όσο απεχθής κι αν είναι αυτός, είναι ο "τελευταίος τροχός της άμαξας", πως υπάρχουν πολύ χειρότεροι δολοφόνοι εκεί έξω.
Η ταινία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον και ο φινετσάτος Τσάπλιν δίνει ρεσιτάλ. Δεν στερείται χιούμορ (κάθε άλλο), αλλά δεν είναι και ο ξεκαρδιστικός Τσάπλιν που είχαμε συνηθίσει παλιότερα. Όπως και να το κάνουμε πάντως, και μόνο για τις ιδιαιτερότητές της και το μαύρο, κυνικό πνεύμα της, αξίζει να τη δει κανείς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

ΟΣΚΑΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗΣ "ΕΞΙΛΕΩΣΗ"


Είχα ξεχωρίσει τον μέχρι πρότινος τηλεοπτικό Joe Wright από την πρώτη μόλις ταινία του. Το "Περηφάνεια και προκατάληψη", ενώ δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, διέθετε εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Αυτό επιβεβαιώνεται και με το παραπάνω από την τωρινή "Εξιλέωση" (Atonement, 2007), δεύτερη μόλις ταινία του, από το γνωστό βιβλίο του Ian McEwan.
Πρόκειται για ένα δυνατό δράμα, απόλυτα οσκαρικών προδιαγραφών, που ξεκινά ανάλαφρα για να καταλήξει τραγικά. Αγγλία, μεσοπόλεμος (και λίγο μετά πόλεμος), πλούσιες οικογένειες, ανέμελες και πληκτικές μέρες... και μετά έρχεται η σκοτεινιά. Είναι βέβαια αδύνατο με όλα αυτά να μη σου έρθει στο μυαλό ο Ivory, πλην όμως νομίζω ότι ο Wright, με τη συγκεκριμένη ταινία, στέκεται άξια δίπλα του.
Το όλο νόημα της ταινίας είναι το πώς μια επιπόλαια, πεισματάρικη και απερίσκεπτη παιδική πράξη μπορεί να καταστρέψει για πάντα τις ζωές των γύρω. Παράλληλα όμως, θίγονται και θέματα όπως η μεγάλες ταξικές διαφορές της εποχής, τα "δύο μέτρα και δύο σταθμά" και η κοινωνική αδικία γενικότερα, αλλά και, κυρίως, η φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος (ο Β' Παγκόσμιος στο συγκεκριμένο φιλμ) δείχνεται απόλυτα ζοφερά, δίχως τίποτα μεγαλόπνοο και ηρωικό, σαν μια κατάρα που πέφτει επί δικαίων και αδίκων και μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει. Αν ακόμα πιστεύετε σε πολεμικούς ηρωισμούς και "αναγκαιότητες" και άλλες τέτοιες μπούρδες, φοβάμαι πως θα απογοητευτείτε.
Πάντως, όπως είπα και στην αρχή, μετρά κυρίως η εντυπωσιακή σκηνοθεσία, με ενδιαφέροντα πήγαιν'-έλα στο χρόνο, με έξυπνες κινήσεις της κάμερας και με ένα πολύ εντυπωσιακό τράβελινγκ στη σκηνή της παραλίας με τους στρατιώτες, που από μόνη της θα ήταν ικανή να εδραιώσει το αντιπολεμικό κλίμα που λέγαμε. Ενδιαφέρουσα και η ανατροπή στο τέλος, όπου τονίζεται η συγκίνηση και η απώλεια, παίζει έξυπνα με την λογοτεχνική προέλευση του φιλμ και για λίγο - αλλά συγκλονιστική - εμφανίζεται η Βανέσα Ρέντγρέιβ. Φωτογραφία, κοστούμια κλπ. άψογα όπως αναμενόταν. Είπαμε. Πρόκειται για "οσκαρικό" φιλμ, ασχέτως αν τελικά θα το πάρει ή όχι.
Όσοι δεν αντέχετε τα δράματα εποχής κρατηθείτε μακριά. Οι υπόλοιποι θα απολάυσετε ένα από τα καλά δείγματα του είδους.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2008

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ


Το 1987 ο Pedro Almodovar γυρίζει τον "Νόμο του Πόθου", μια από τις σχετικά άγνωστες ταινίες του. Σχετικά άγνωστος εκτός Ισπανίας ήταν βέβαια και ο ίδιος την εποχή εκείνη. Ωστόσο και στο φιλμ αυτό διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη.
Πρόκειται για ένα απόλυτα gay δράμα (είναι χαρακτηριστικό ότι η βασική γυναικεία παρουσία, η Κάρμεν Μάουρα, ερμηνεύει όχι μια γυναίκα, αλλά μια τρανσέξουαλ). Πάθη, μοιραία ενίοτε, φόνοι, ίντριγκες, ερωτευμένοι (με αγόρια φυσικά) σκηνοθέτες - ένα alter ego του ίδιου του Almodovar; - συνθέτουν μια ταινία που, ενώ ξεκινά σαν έντονα ερωτική, εξελίσσεται βαθμιαία σε ένα είδος ιδιόρυθμου αστυνομικού φιλμ, με μια α λα Χίτσκοκ πλοκή, με τον ήρωα - σκηνοθέτη να κατηγορείται άδικα και να πασχίζει να αποδείξει την αθωότητά του.
Είπα στην αρχή ότι "διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη". Το "σχεδόν" το έβαλα επειδή, ενώ πρόκειται για μία τυπικά αλμοδοβαρική ταινία, διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του αφού λείπει το χιούμορ. Πράγματι, τα πάντα εδώ αντιμετωπίζονται σοβαρά. Σε άλλα του φιλμ, ακόμα κι αν δεν ξεκαρδίζεται κανείς στα γέλια, υπάρχει όλη αυτή η υπερβολή, το πανταχού παρόν κιτς, οι τόσο τραβηγμένες καταστάσεις, που προκαλούν γέλιο μέσα στα δράματα που περιγράφουν. Στον "Νόμο του Πόθου" (όπως και στο κοντικό χρονικά "Matador") το στοιχείο αυτό λείπει εντελώς.
Προσωπικά δεν τη θεωρώ κακή ταινία, ούτε όμως και μία από τις σημαντικές ενός μεγάλου δημιουργού. Πιστεύω ότι ο Almodovar "απογειώνεται" πραγματικά από τις "Γυνάικες στα πρόθυρα..." και μετά. Ωστόσο, ξαναλέω, δεν είναι και κάτι που δεν βλέπεται. Και, ως κερασάκι στην τούρτα, διαθέτει και τον προ Χόλιγουντ Αντόνιο Μπαντέρας σε ρόλο ψυχωτικού gay δολοφόνου...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Ο ΚΡΥΟΣ ΑΣΤΕΡΙΞ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ


Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ταινίες του Αστερίξ (μιλώ για τις 3 ταινίες με ηθοποιούς, όχι για τα κινούμενα σχέδια). Πιο συμπαθητική βρήκα τη δεύτερη, αυτή με την Κλεοπάτρα, από κει και πέρα όμως... Θεωρώ λοιπόν αυτή εδώ την τρίτη περιπέτεια του τρομερού Γαλάτη και των συγχωριανών του (2018) ως μία από τις χειρότερες.
Αυτή τη φορά ο Αστερίξ και ο Οβελίξ έρχονται στους Ολυμπιακούς, στη χώρα μας δηλαδή, και οι σκηνοθέτες Frédéric Forestier και Thomas Langmann (ή μάλλον οι παραγωγοί τους) σκέφτονται προφανώς ότι είναι ευκαιρία για μια αρπαχτή, αφού Ολυμπιακοί έρχονται, όλο και κάποιοι θα τσιμπήσουν. Το θέμα είναι όμως η τεράστια απόσταση της ταινίας από το κόμικς (και γενικότερα των ταινιών Αστερίξ από τα κόμικς Αστερίξ). Το λεπτό, πανέξυπνο, ξεκαρδιστικό χιούμορ των κόμικς έχει αντικατασταθεί με χοντράδες, ηλίθια αστεία και τόννους ψηφιακών εφφέ, από την αναπαράσταση της αρχαίας Ολυμπίας (που φωνάζει από μακριά ότι είναι ψηφιακή) έως τις λεγεώνες και τους κλασσικούς Ρωμαίους που απογειώνονται μετά τις γροθιές του Οβελίξ. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, έρχονται οι άνευ κανενός σεναριακού λόγου εμφανίσεις των Ζιντάν και κάποιων άλλων διάσημων άθλητών, που παίζουν με την μπάλα (και με τα νεύρα μας) κάνοντας ακόμα χειρότερα τα πράγματα - δείγμα κι αυτό της αρπαχτής που λέγαμε, αφού "ε, κοτζάμ Ζιντάν εμφανίζεται, όλο και κάποιοι θάρθουν να τον δουν". Η εμφάνιση του Σουμάχερ ως αρματηλάτη είναι κάπως πιο ενσωματωμένη στο στόρι και δικαιολογημένη - αν και αναρωτιέμαι πόσα εκατομμύρια πλήρωσε η Ferrari για να βάλουν το κατακόκκινο άρμα της στον αγώνα ως (καθόλου γκρίζα) διαφήμηση... Όσο για τον καινούριο Αστερίξ, τον Κλοβίς Κορνιγιάκ δηλαδή, είναι επιεικώς αχώνευτος.
Τίποτα καλό δηλαδή στο φιλμ; Προσωπικά το μόνο που μου άρεσε (εκτός του σταθερού και ταιριαστού Ντεπερντιέ ως Οβελίξ) είναι ο πολύ καλός Αλέν Ντελόν στο ρόλο του Καίσαρα. Ήταν το μόνο στοιχείο που βρήκα απολαυστικό και με έκανε να γελάσω κάπως. Αυτά από έναν φανατικό των κόμικς του Αστερίξ και του ιδιοφυούς χιούμορ του ανεπανάληπτου Rene Gosciny (που εδώ βέβαια έχει κάνει φτερά σαν αυτά που φορά ο Γαλάτης στο κράνος του). Κρίμα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2008

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΑ ANTENA ΑΠΟ ΤΑ '20ς (ΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ)


"La Antena", δεύτερη μόλις fiction ταινία του αργεντινού Esteban Sapir, είναι ένα από τα πιο παράδοξα και εντυπωσιακά φετινά φιλμ. Τι έχει κάνει ο Sapir; Πρώτα - πρώτα μια βουβή, ασπρόμαυρη ταινία. Έπειτα, μια ταινία του φανταστικού που παραπέμπει άμεσα στη Metropolis του Lang, αλλά και σε άλλες κλασικές ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και του φανταστικού της βωβής εποχής. Και τέλος μια ταινία με αρκετά "μηνύματα" και αλληγορίες, που στοχεύουν βέβαια στο σήμερα.
Θα το πω καθαρά από την αρχή: Σεναριακά, το όλο πράγμα μπάζει σε αρκετά σημεία. Υπάρχουν κενά, υπάρχουν σύμβολα που η χρήση τους δημιουργεί ερωτηματικά, υπάρχουν στοιχεία που μένουν μετέωρα, σα να εμφανίζονται κάποια στιγμή δίχως να αξιοποιούνται στη συνέχεια. Αυτό όμως που είναι εκπληκτικό και αποζημιώνει τον θεατή είναι το οπτικό μέρος, η σκηνοθεσία, το συνεχές ποτάμι οπτικών ιδεών που δεν σταματά από την αρχή ως το τέλος. Το φιλμ είναι πειραγμένο, λίγο θαμπό, λίγο γρήγορο, ώστε να σε πείθει ότι πρόκειται για ταινία της δεκαετίας του 20 ή κάπου εκεί. Έπειτα, παρά το ότι είναι βουβό, διαθέτει ένα θαυμάσιο σάουντρακ, που είναι μια σπάνια περίπτωση "real time", διαρκεί δηλαδή δίχως διακοπή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό (όπως στο Koyanisqatsi ας πούμε). Οι τερατώδεις φιγούρες, η παράξενη αρχιτεκτονική, όλα συμβάλλουν στο κλίμα του φανταστικού που δημιουργείται από τις πρώτες κιόλας εικόνες. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ευρηματικόταη χρήση των λέξεων. Δεν υπάρχουν υπότιτλοι, όπως δεν υπάρχουν και οι φράσεις που έβγαιναν ανάμεσα στα πλάνα στο παλιό βουβό σινεμά. Οι φράσεις βγαίνουν με διάφορους τρόπους από τα στόματα των ηρώων και αποτελούς αναπόσπαστο μέρος του εικαστικού σύμπαντος της ταινίας, είναι ενσωματωμένες στην εικόνα. Αδύνατο να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ αν δεν το δείτε. Όσο για το βουβό, έχει σχέση και με την ιστορία, που αναφέρεται σε μια πόλη όπου έχουν κλεψει τη φωνή των κατοίκων καταδικάζοντάς τους σε απόλυτη βουβαμάρα. Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι αυτός που τους την έκλεψε είναι ο παντοδύναμος "Mr. TV", καταλαβαίνετε ότι η αλληγορία είναι κάτι παραπάνω από σαφής και ότι οι πολιτικές θέσεις δεν λείπουν.
Όλα αυτά παντρεύονται έξυπνα με μια παραμυθένια ατμόσφαιρα, με ποίηση και λυρισμό, και οδηγούν στο τελικό εικαστικό παραλήρημα. Δείτε την για το οπτικό της μέρος. Πιστεύω ότι είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που τα σεναριακά κενά περνούν σε δεύτερη μοίρα και παύουν να ενοχλούν.
ΥΓ: Με την ευκαιρία δείτε και την ενδιαφέρουσα έκθεση κόμικς από γνωστούς δημιουργούς που εμπνέυστηκαν από την ταινία, οργανώθηκε από το "9" της Ελευθεροτυπίας και λειτουργεί στο φουαγιέ του "Μικρόκοσμου".

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

ΑΠΟΑΛΥΣΤΙΚΟΤΑΤΗ ΚΑΙ ΣΠΙΝΘΗΡΟΒΟΛΑ JUNO


Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα, μπορώ σχεδόν με σιγουριά να προβλέψω ότι η Juno (2007), δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του Jason Reitman, θα έχει μια θέση στα 10 καλύτερα της σεζόν. Εξαιρετικό χιούμορ, φοβερή πρωταγωνίστρια, ανατρεπτικές καταστάσεις - πολύ έξω από την mainstream αμερικάνικη ματιά σε παρόμοια θέματα - και πέρα για πέρα feel good φάση, συνθέτουν μια ταινία που δεν αρκείται μόνο στην πλάκα.
Το θέμα είναι απλό: Μια 16χρονη έφηβη μένει έγκυος την πρώτη φορά που κάνει σεξ με έναν συνομήλικο συμμαθητή της. Θα πιστεύατε λοιπόν (κι εγώ το ίδιο) ότι από εδώ θα άρχιζε ένα ζοφερό δράμα με εκτρώσεις ή μη, με κοινωνικές κατακραυγές, οικογενειακά προβλήματα, καταστροφή της ερωτικής σχέσης και τέτοια. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Το δύσκολο αυτό θέμα αντιμετωπίζεται με χιούμορ, με εστίαση στην πολυπλοκότητα φιλικών και άλλων σχέσεων, με απρόβλεπτους χαρακτήρες που, όπως στην πραγματικότητα, συνδυάζουν θετικά και αρνητικά στοιχεία και βρίσκονται πολύ μακριά από τη μονολιθικότητα του "καλού" και του "κακού" και, τελικά, καταλήγει σε εξ ίσου απρόβλεπτο φινάλε.
Η πανέξυπνη και κάθε άλλο παρά συνηθισμένη νεαρή ηρωίδα (Έλεν Πέιτζ) κυριαρχεί βέβαια σε έναν από τους καλύτερους φετινούς γυναικείους ρόλους. Αυτό όμως που μέτρησε ιδιαίτερα για μένα είναι η απόλυτη ανατρεπτικότητα της όλης κατάστασης. Πολύ μακριά από κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας, πολύ πέρα από κάθε στερεότυπο οικογένειας (η οικογένεια της μικρής και ιδιαίτερα ο πατέρας είναι όλα τα λεφτά), πολύ μακριά από κάθε σεμνοτυφία και - επιτέλους - πολύ μακριά από τις συνήθεις έννοιες της πατρότητας και της μητρότητας (που είναι "θαύματα της φύσης" και "ιερά" και άλλα τέτοια βαρύγδουπα), απόλυτα απενοχοποιημένη σε σχέση με το σεξ και την κατά λάθος εγκυμοσύνη, γράφοντας κυριολεκτικά στα παλιά της τα παπούτσια τον κοινωνικό περίγυρο και το "τι θα πει ο κόσμος", βλέπεται με απόλαυση από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Δεν νομίζω ότι θα πάρει τα μεγάλα Όσκαρ για τα οποία έχει προταθεί, αυτό όμως είναι το τελευταίο πράγμα που με νοιάζει.
Όπως καταλάβατε, τη βρήκα μία από τις δροσερότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Κι όσο για τον Jason Reitman, εκτός από το ότι είναι η μοναδική περίπτωση (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) γιου που βγαίνει καλύτερος σκηνοθέτης από τον πατέρα (είναι γιος του Ivan Reitman και έχει κάνει και το "Thank you for smoking"), καθιερώνεται ως ένας εξαιρετικά ελπιδοφόρος νέος δημιουργός. Θα περιμένω με αγωνία τις επόμενες δουλειές του.

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2008

ΜΙΑ ΦΟΡΑ... ΔΥΟ ΜΟΥΣΙΚΟΙ... ΚΙ ΕΝΑΣ ΣΧΕΔΟΝ ΕΡΩΤΑΣ


Το "Once" (Μια φορά, 2007) του Ιρλανδού John Carney είναι μια από τις πιο ιδιόρυθμες ταινίες της χρονιάς. Μια περίπου ερωτική ιστορία (αλλά όχι ακριβώς) και, αν έπρεπε να το κατατάξουμε κάπου, ένα μιούζικαλ (αλλά όχι με τη συνηθισμένη έννοια του όρου). Αυτό που σίγουρα είναι, είναι μια τρυφερή και ευαίσθητη ταινία, που βλέπει με συμπάθεια τους ήρωές της και, παρά την ευαισθησία της, δεν υποκύπτει σε εύκολους συναισθηματισμούς.
Μια Τσέχα μετανάστρια, που ξέρει μουσική αλλά πασχίζει να ζήσει πουλώντας λουλούδια, γνωρίζει έναν ταλαντούχο μουσικό του δρόμου, που θέλει να κάνει δικό του cd. Ανάμεσά τους γεννιέται αμοιβαία συμπάθεια, κάνουν παρέα, συνεργάζονται μουσικά, όλα οδεύουν προς ερωτική κατάληξη, αλλά... Αυτό που πρωταγωνιστεί στο φιλμ είναι η μουσική και η αγάπη των δύο πρωταγωνιστών γι' αυτήν. Ένα μεγάλο μέρος του καταλαμβάνεται από τα τραγούδια του ήρωα (που είναι γραμμένα από τον ίδιο τον ηθοποιό και μουσικό Γκλεν Χάνσαρντ), που παίζονται ζωντανά και ολόκληρα και λειτουργούν σαν μέρος της δράσης, έχουν βασική θέση στην αφήγηση. Γι΄αυτό σας είπα πριν για περίπου μιούζικαλ. Οι ηθοποιοί δεν τραγουδούν στα καλά καθούμενα, όπως στα κλασσικά δείγματα του είδους. Απλώς παρακολουθούμε συχνά (πολύ συχνά) τον Χάνσαρντ να παίζει στο δρόμο, στο σπίτι του, να ηχογραφεί κλπ., οπότε η μουσική ενσωματώνεται, γίνεται μέρος της δράσης.
Παράλληλα, τα σχόλια για την κατάσταση των μεταναστών του πρώην ανατολικού μπλογκ στη δύση, για τη σχέση ανδρών - γυναικών και την παλλινδρόμηση από τη φιλία στον έρωτα και αντιστρόφως ή για τη μουσική και τη δημιουργία της, δεν λείπουν.
Το πρόβλημα για κάποιους θεατές είναι ίσως το τι γίνεται αν δεν τους αρέσουν τα τραγούδια του συγκεκριμένου μουσικού - τροβαδούρου, που όπως είπα πολλάκις, κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ δεν μπορώ να βοηθήσω. Όσο για μένα, πρέπει να ομολογήσω ότι βαρέθηκα κάπως στο πρώτο μέρος, στη συνέχεια όμως η ταινία με κέρδισε απόλυτα και με γοήτευσε με το μελαγχολικό της τέλος. Σίγουρα πρόκειται για μια από τις πιο γλυκιές και τρυφερές εκπλήξεις της χρονιάς.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2008

DEEP END... ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΘΡΙΛΕΡ


Παρά τον τίτλο του το Deep End (2008) είναι μια ελληνική ταινία του Θανάση Αντωνίου. Μια ερωτική, αλλά και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται σε μια ερημική παραλία ανάμεσα σε δύο ζευγάρια με πολύπλοκες ερωτικές σχέσεις. Η πρόθεση του σκηνοθέτη είναι δηλωμένη: Να κάνει ένα ελληνικό b-movie στα πρότυπα των παλιών 70ς ιταλικών αντίστοιχων, που θα βρίθει βεβαίως από σεξ και αίμα. Η πρόθεση είναι σεβαστή - και ένα καλό τέτοιο και διασκεδαστικό θα ήταν και από την ελληνική παραγωγή λείπει. Ωστόσο άλλες οι προθέσεις και άλλο το αποτέλεσμα.
Τα προβλήματα είναι πολλά. Το βασικότερο όμως κατά τη γνώμη μου είναι οι κακές ηθοποιίες από όλους σχεδόν τους πρωταγωνιστές. Τόσο, που δίχως να υπάρχει πρόθεση για κάτι τέτοιο, η ταινία βγάζει πολύ γέλιο. Γέλιο που γίνεται δυνατότερο αν συνυπολογίσει κανείς και τα κενά και τις απιθανότητες τοAntwniou Thanasisυ σεναρίου. Οπότε, από δραματικό, ψυχολογικό θρίλερ έχουμε μια ακούσια κωμωδία. Γιατί αν δεν το διασκεδάσεις και λίγο βλέποντάς το... τότε την πάτησες για τα καλά.
Ίσως κάποιοι πουν ότι αφού ήθελε να κάνει b-movie, όλα αυτά είναι δικαιολογημένα και ηθελημένα. Στο κάτω - κάτω τα b-movies και κακές ηθοποιίες έχουν συνήθως και κακό σενάριο. Χμμμ... δεν είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης είναι τόσο "μπροστά" ώστε να βάλει τους ηθοποιούς να παίζουν όπως παίζουν. Αφείστε που το όλο πράγμα πάσχει και από τηλεοπτικίαση. Οι πόζες, οι ατάκες, οι κινήσεις θυμίζουν σίριαλ. Αν αυτό δεν είναι κακό, τότε τι είναι;
Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να γίνει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον και γνήσια (και όχι ακούσια) διασκεδαστικό. Προς το παρόν αρκεστείτε να απολαύσετε (;) το γυμνό που περιέχει και να διασκεδάσετε με τα σεναριακά κουφά και την ανατροπή του τέλους. Άλλωστε, οι καλές προθέσεις ποτέ δεν ήταν αρκετές...