Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ MORGAN'S CREEK Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Nο4


Ο Preston Sturges (1898-1959) γύρισε το "The miracle at Morgan's Creek" το 1944. Η Αμερική βρίσκεται σε πόλεμο, η ηθική είναι συντηρητικότερη από ποτέ. Οι ταινίες μιλάνε για ηρωισμούς και πασχίζουν να εμψυχώσουν φαντάρους, αλλά και όσους έχουν μείνει πίσω, πείθοντάς τους για τον ηρωισμό και το άξιον της θυσίας των παιδιών τους. Μέσα σ' αυτό το φορτισμένο κλίμα ο σαρδόνιος Sturges γυρίζει μια κωμωδία (από τις καλύτερές του) που κυριολεκτικά γράφει στα παλιά της τα παπούτσια όλα τα παραπάνω.
Υπάρχουν κι εδώ φαντάροι που ετοιμάζονται να φύγουν για τον πόλεμο, υπάρχουν οικογένειες που μένουν πίσω και εύχονται να γυρίσουν ζωντανοί, όλα αυτά όμως χρησιμοποιούνται σαν απλά υλικά για μια τολμηρότατη για την εποχή κωμωδία, που σε κάνει να απορείς για το πώς ξέφυγε από τις δαγκάνες της λογοκρισίας του καιρού της.
Γιατί εδώ, πάνω απ' όλα, υπάρχει μια νόστιμη και πεταχτούλα ξανθειά που τη βρίσκει με όποιον φορά στολή, ο αυστηρός σερίφης πατέρας της, η παμπόνηρη και μπασμένη από μικρή στα κόλπα 16χρονη (!) αδελφή της και ο -σχεδόν- ηλίθιος του χωριού που είναι ερωτευμένος με τη μεγάλη και έχει τύψεις που, παρά τις προσπάθειές της δεν τον έστειλαν στο μέτωπο, στερώντας του την ευκαιρία να γίνει ήρωας και να αρέσει επιτέλους στις γυναίκες. Μέσα από σπινταριστούς διαλόγους και διάφορα ευτράπελα, η κοπέλα το σκάει από τον κέρβερο μπαμπά, πηγαίνει με 5-6 φαντάρους σε πάρτι με αλκοόλ και άλλα και σύντομα διαπιστώνει ότι έχει μείνει έγκυος, αποφασίζοντας μάλιστα να κρατήσει το παιδί παρά το άγνωστο της πατρότητας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά υπονοείται ότι μάλλον πηδήχτηκε και με τους 5-6 που λέγαμε. Από εκεί και πέρα οι ίντριγκες συνεχίζονται μέχρι την απροσδόκητη και εξαιρετικά αστεία και σουρεαλιστική κατάληξη.
Το έχουμε ξαναπεί. Ίσως σε μερικούς οι κωμωδίες του Sturges να φαίνονται ξεπερασμένες και παλιομοδίτικες. Όπως όμως ισχύει με όλα τα έργα τέχνης, είναι κανείς υποχρεωμένος να τα τοποθετήσει στο πλαίσιο της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκαν. Και τότε μένει έκπληκτος από την τόλμη και το "μπροστά" ταινιών σαν αυτή. Και, στο κάτω-κάτω, τα φιλμ αυτά παραμένουν, αν μη τι άλλο διασκεδαστικά. Κυρίως αυτό εδώ (ίσως το πιο τολμηρό του).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

VOLVER: Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΕ ΕΝΑ


Ο Pedro Almodovar είναι πάλι εδώ και μάλιστα με μια από τις καλύτερες ταινίες του. Αν και, θα μπορούσε να πει κανείς, αυτό δεν έχει και τόση σημασία: Όλες του οι ταινίες κάπου μοιάζουν ή, τέλος πάντων, είναι άμεσα αναγνωρίσιμες, όπως αυτές του Woody Allen, του Kaurismaki και άλλων από το είδος που αποκαλούμε "προσωπικούς δημιουργούς". Έτσι, είναι καλύτερα να μιλάμε για ένα σύνολο ταινιών που δημιουργούν ένα προσωπικό σύμπαν, μια οικεία σε όσους το παρακολουθούν "μυθολογία": Ιστορίες πολύπλοκες, στα όρια σχεδόν του απίθανου, ηθελημένη χρήση του κιτς, γυναικείοι χαρακτήρες που έχουν το "πάνω χέρι" και - πάνω απ' όλα - μια απίστευτη ικανότητα στην ανάμειξη του τραγικού με το γελοίο, του σπαρακτικού δράματος και της ξεκαρδιστικής - "χοντρής" ενίοτε - κωμωδίας, είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία του έργου του. Κι όλα αυτά δίχως το τελικό αποτέλεσμα να "κλωτσά". Αντίθετα εμφανίζεται πάντοτε ενιαίο, αρμονικό και ισορροπήμένο στα έκθαμβα μάτια μας κι όχι σαν ένα κολλάζ ετερόκλητων στοιχείων. Ίσως μερικοί θεωρούν τον Almodovar σκηνοθέτη "γυναικείων" ταινιών. Πιθανόν έχουν δίκιο, πλην όμως το αποτέλεσμα ξεπερνά κατά πολύ το χαρακτηριστικό αυτό, κάνοντας τα φιλμ του "κατάλληλα" για όλους.
Στο Volver όλα αυτά τα στοιχεία βρίσκονται στα καλύτερά τους. Πρόκειται για μια ταινία καθαρά γυναικών, που, μάλιστα, οι ηλικίες τους κυμαίνονται από 16 έως 80 χρόνων - εντάξει, εμφανίζεται και ένας άντρας για κανένα δεκάλεπτο... Οι χαρακτήρες τους είναι άψογα δομημένοι, ο ρυθμός δεν χαλαρώνει καθώς το σπαρακτικό δράμα μπλέκεται, όπως πάντα, με το εξωφρενικά αστείες καταστάσεις, οι αποκαλύψεις ακολουθούν η μια την άλλη φτάνοντας προς το τέλος σε κρεσέντο και κρατώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον μας, το φανταστικό πάει χέρι χέρι με τον ρεαλισμό, το μελό με τον χαβαλέ - δίχως όμως ποτέ να γίνεται αυτό που εύκολα θα αναγνωρίζαμε ως παρωδία. Οι γυναίκες δολοφονούν τους άντρες σε διάφορες εποχές της αφήγησης κι όμως, αυτό δίνεται τόσο ομαλά, φαίνεται τόσο νορμάλ και δικαιολογημένο στα μάτια μας... Και, το ξαναείπαμε, μέσα σ' όλα αυτά τα δράματα, τους φόνους και τις ψυχολογικές μελέτες, η ταινία παραμένει, πάνω απ' όλα, διασκεδαστικότατη.
Μετά από 25 και βάλε χρόνια στην πιάτσα ο Almodovar εξακολουθεί να κάνει πολύ καλές ταινίες - ίσως και να γίνεται μάλιστα όλο και καλύτερος. Και μόνο το γεγονός αυτό θα αρκούσε για να συστήσουμε ανεπιφύλακτα το Volver.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΠΑΙΔΙΑ


Το "Children of men" του Alfonso Cuaron αποτέλεσε για μένα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της μέχρι τώρα σεζόν. Δυστοπική επιστημονική φαντασία με πολλές σαφείς αναφορές στην τωρινή κατάσταση του κόσμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια αληθινά εφιαλτική ατμόσφαιρα παρακμής, σχεδόν μετακαταστροφική, και μάλιστα δίχως να έχει υπάρξει καταστροφή. Το απλό εύρημα που δημιουργεί όλο αυτό το ζοφερό κλίμα είναι ότι οι άνθρωποι, για άγνωστους λόγους, παύουν ξαφνικά να αναπαράγονται. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα βαδίζει μαθηματικά προς το τέλος της, έχει κανονική "ημερομηνία λήξης".
Το φοβερό αυτό γεγονός δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, απόλυτο χάος, αλλά και απελπισία. Οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται, διευκολύνονται μάλιστα από την κυβέρνηση, τα κράτη και σχεδόν κάθε μορφή οργάνωσης καταρρέουν. Ό,τι απομένει είναι ένα σχεδόν φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς στη Βρετανία και εκατομμύρια ανθρώπινα ερείπια, που αργοσέρνονται στα ερείπια των πόλεων. Οργανώσεις διεκδικούν απελπισμένα την (τελευταία) εξουσία, αχανή στρατόπεδα έγκλειστων προσφύγων λειτουργούν σαν νέες εξαθλιωμένες πόλεις και γενικότερα ό,τι έχει απομείνει μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη: Χάος. Η ταινία παρακολουθεί τις αντιδράσεις, συγκρούσεις και χορούς συμφερόντων όταν μια ακτίνα ελπίδας εμφανίζεται σ' όλο αυτό το χάος.
Το πολύ ενδιαφέρον, πέρα από την καθηλωτική ιστορία, είναι η εκπληκτική ατμόσφαιρα της ταινίας. Μια που μιλάμε για κοντινό σχετικά μέλλον, ο Cuaron στήνει ένα εξαιρετικά ρεαλιστικό περιβάλλον καταστροφής και παρακμής. Τα πάντα θυμίζουν οικείες - δυστυχώς - εικόνες που όλοι ξέρουμε καλά από τηλεόραση ή ντοκιμαντέρ και αφορούν πόλεις μετά από πόλεμο, φυσικές καταστροφές, πάμφτωχες τριτοκοσμικές καταστάσεις ή στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Παλαιστίνη, οι βομβαρδισμένες πόλεις του Β' παγκόσμιου, οι καθημερινοί εξαθλιωμένοι λαθρομετανάστες, βρίσκονται - αναγνωρίσιμα - εδώ. Η μουντή, γκρίζα φωτογραφία επιτείνει την απελπισία, αλλά και δημιουργεί μια δυνατή αίσθηση νοσταλγίας όταν φεύγει γαι λίγο από τις κατεστραμένες πόλεις για να περιπλανηθεί σε λίγα ανέγγιχτα καμμάτια υπαίθρου και σε απομεινάρια του παρελθόντος που ζουν εκεί (έναν γέρο πρώην χίπη για την ακρίβεια). Οι εικόνες της ταινίας είναι συχνά αποκαλυπτικές, γεμάτες ζοφερή ομορφιά. Κια η συγκίνηση, χωρίς κατά τη γνώμη μου να γίνεται μελό, δίνει επίσης το παρόν.
Προσωπικά τη θεωρώ μια από τις καλύτερες εκδοχές τέλους του κόσμου (ή σχεδόν) που έχουμε δει στο σινεμά.
ΥΓ: Ο μεξικανός Cuaron ανήκει στην κατηγορία των απρόβλεπτων σκηνοθετών, που αρέσκονται να διατρέχουν τα είδη. Από το "Και τη μαμά σου επίσης" έως την ταινία αυτή, περνώντας από τον τελευταίο Χάρυ Πότερ, έχει κάνει πολύ διαφορετικά, αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα πράγματα. Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

ΚΥΡΙΑ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΦΕΛΕΙΑ


Φαίνεται ότι ο Night Shyamalan κάνει εναλλάξ μια καλή ταινία και μια που δεν βλέπεται. Μετά το ατμοσφαιρικό "Village" ήρθε δυστυχώς η σειρά της κακής "Lady in the Water". Μιας άνευρης απόπειρας δημιουργίας παραμυθιού και μαγείας στον σύγχρονο κόσμο, με μεσιανικά μηνύματα, μελό κορώνες και τόννους αφέλειας, που την κάνουν τόσο κακή όσο και ο απίστευτος "Οιωνός", μερικά χρόνια πριν. Το στόρι είναι από την αρχή γλυκερό, καθώς η Νύμφη θέλει να φέρει "μήνυμα αγάπης και ειρήνης" στην ανθρωπότητα και να βρει κάτι σαν "αυτόν που θα προετοιμάσει με τη διδασκαλία του την έλευση του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο", ο οποίος μάλιστα, σα να μην έφταναν όλα, θα είναι ένας μελλοντικός αμερικανός πρόεδρος (!!!) Είπατε τίποτα;
Δεν θέλω να αναλύσω όλα τα σημεία που αυξάνουν την αφέλεια του φιλμ, γιατί είναι τόσο πολλά, που δικαίως θα θεωρηθεί ότι προδίδουν όλο το στόρι (πράγμα που ίσως έκανα ήδη ως ένα βαθμό και συγχωρείστε με γι' αυτό). Αλλά όλη αυτή η μεταφυσική πίστη για τις κρυμμένες σπουδαίες ιδιότητες σχεδόν του κάθε τυχαίου ανθρώπου, που δεν μένει παρά να αποκαλυφθεί κάποια στιγμή και να αναδειχτεί το μεγαλείο του, η παντελής έλλειψη ερωτισμού ανάμεσα στον καλό Πολ Τζαμάτι (που εδώ χαραμίζεται) και την Νύμφη των Νερών, το γενικό υποτονικό και ξενέρωτο κλίμα, συντελούν στην όλη αποτυχία. Και ο ίδιος ο Shyamalan στο ρόλο του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο τι σας λέει;
Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ιδιαίτερα καλά λόγια ούτε για τη σκηνοθεσία, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες στιγμές τρόμου (ή επικείμενου τρόμου) με το Θηρίο που καραδοκεί. Κατά τα άλλα η ταινία κυλά, όπως είπα στην αρχή, άνευρα και χωρίς ουσιαστικό σασπένς. Κρίμα...
Το μόνο καλό είναι ότι, αν ο εν λόγω σκηνοθέτης (είμαι φαν τόσο της "'Εκτης Αίσθησης" όσο και του "Σκοτεινού Χωριού" του) συνεχίσει την παράδοση που ο ίδιος δημιούργησε, η επόμενη ταινία του θα είναι από τις πολύ καλές!

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

THE LADY EVE Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 3


To 1941, από τις πλύ παραγωγικές του χρονιές, ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Lady Eve. H Barbara Stanwyck, μέρος ενός τρίο απατεώνων, "τυλίγει" τον Henry Fonda, πλούσιο και διάσημο... ερπετολόγο άρτι αφιχθέντα εξ Αμαζονίου και παντελώς άσχετου και γκαφατζή σε ό,τι αφορά γυναίκες, σαβουάρ βιβρ και "πολιτισμένη" κοινωνία εν γένει. Οι παρεξηγήσεις, οι γκάφες, οι έξυπνες ατάκες και τα γκαγκς πέφτουν κι εδώ βροχή, κυρίως όταν αυτή παρουσιάζεται ως δήθεν λαίδη, πείθοντάς τον ότι δεν πρόκειται για κείνη που γνώρισε και ερωτεύθηκε αρχικά πάνω σε ένα πλοίο (όπου διαδραματίζεται το πρώτο μέρος της ταινίας), αλλά για άλλο πρόσωπο που απλώς της μοιάζει.
Εκτός από μια πετυχημένη κωμωδία, το Lady Eve είναι και αρκετά φεμινιστικό - και ως εκ τούτου πριν την εποχή του - αφού για μια ακόμα φορά η γυναίκα είναι αυτή που κινεί τα νήματα της ιστορίας και αποφασίζει μια ιδιότυπη εκδίκηση, ενώ ο άντρας, όπως συχνά στις ταινίες του Sturges, είναι από απλώς άβουλος έως σχετικά χαζός. Δείτε την, αν πέσει στα χέρια σας και δεν είστε αλλεργικοί στις παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες, και θυμηθείτε ότι ο Sturges υπήρξε, πριν από οτιδήποτε άλλο, ένας εξαιρετικός και πανέξυπνος σεναριογράφος.

Η ΜΟΔΑ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ


"Ο Διάβολος φορά Πράδα" του David Frankel, ως ταινία που κινείται στους χώρους της υψηλής μόδας, ακούγεται κατ΄αρχάς ως ξενέρωτη και αδιάφορη. Πλην όμως, αν αποφασίσετε να πάτε παρά το ότι δεν είστε γυναίκα που όλη της η ζωή περιστρέφεται γύρω από το τι θα φορεθεί τον επόμενο χειμώνα, νομίζω ότι θα το βρείτε αρκετά συμπαθητικό και διασκεδαστικό.
Όχι, μην περιμένετε ότι η κριτική του είναι φοβερά βαθειά και "βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο". Ωστόσο η απόλυτη κενότητα και ηλιθιότητα αυτού που ονομάζεται "υψηλή μόδα" και όλου του άχρηστου κυκλώματος που κινείται γύρω απ' αυτήν (μόδιστροι, μοντέλα, περιοδικά, κριτικοί κλπ.) καταδεικνύεται απόλυτα. Θα μου πείτε: Μα καλά, περιμέναμε από μια ταινία να μας αποδείξει την γελοιότητα όλων αυτών - καθώς και των κάθε λογής fashion victims που την περιβάλλουν; Όχι βέβαια, όλα αυτά είναι προφανή γα κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Ωστόσο, όπως είπα στην αρχή, το θετικό είναι ότι δείχνονται με αρκετά έξυπνο, ευχάριστο και αστείο τρόπο, ώστε να μην πλήξουν (απόλυτα τουλάχιστον) ακόμα και παντελώς άσχετοι με το όλο πράγμα, όπως εγώ. Και επί πλέον, αν ξεχάσουμε το θέμα μόδα, το βαθύτερο νόημα του φιλμ είναι η αλλοτρίωση που προκαλεί ο σύγχρονος, αγχωτικός τρόπος δουλειάς, το αδιάκοπο κυνήγι της επιτυχίας, ο τρόμος της απόλυσης και της αποτυχίας. Ώσπου, κάποια στιγμή, "ξυπνάς", όπως η ηρωίδα, και αντιλαμβάνεσαι ότι πλέον δεν έχεις προσωπική ζωή, ότι οι φίλοι σου δεν είναι αυτοί που ήταν, ότι οι σχέσεις σου με τους ανθρώπους έχουν υποταχθεί απόλυτα στις προτεραιότητες της δουλειάς.
Η κριτική σε όλα αυτά μπορεί να πει κανείς, βέβαια, ότι είναι σχετικά άτολμη. Ακόμα και η σκύλα / δικτάτορας εργοδότης, φαίνεται να έχει, κάπου στο βάθος, ένα κρυμμένο "ανθρώπινο πρόσωπο" (στοιχειώδες, μη φανταστείτε τίποτα φοβερό) και να γίνεται ακόμα και κάπως (κάπως, τονίζω) συμπαθητική. Οπότε, μπορούν να διαμαρτυρηθούν οι σκληροπυρηνικοί πολέμιοι, οι δημιουργοί έχουν βάλει νερό στο κρασί τους. Θα συμφωνήσω. Αλλά το όλο αποτέλεσμα δεν παύει να παρακολουθείται ευχάριστα. Και υπάρχει και η φοβερή και τρομερή Μέριλ Στριπ στο ρόλο της απόλυτης "σκύλας" που λέγαμε, που δίνει αληθινό ρεσιτάλ. Ακόμα και γι΄αυτό μόνο, η κατ' αρχάς ξενέρωτη αυτή ταινιούλα, κάτι αξίζει.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

UNFAITHFULLY YOURS Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Νο 2


Το 1948 ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Unfaithfully yours, μια ακόμα ξεκαρδιστική κωμωδία. Εδώ η έκπληξη έρχεται κάπου στα μέσα του φιλμ. Ο Rex Harrisson, διάσημος διευθυντής ορχήστρας, αρχίζει σιγά σιγά να υποπτεύεται ότι η όμορφη και πολύ νεότερη γυναίκα του τον απατά. Κι ενώ συμβαίνουν διάφορα χαριτωμένα, ξαφνικά η ταινία μετατρέπεται σε κάτι σαν Χιτσκοκικό θρίλερ, καθώς παρακολουθούμε το σατανικό του σχέδιο να τη στραγγαλίσει, ενοχοποιώντας μάλιστα τον πιθανό εραστή. Στη συνέχεια όλα αλλάζουν και πάλι, καθώς ακολουθεί μια από τις πιο αστείες σκηνές που έχω δει: Το τέλειο πραγματικά σχέδιό του τίθεται σε εφαρμογή και τότε, στην πράξη πλέον, τίποτα απολύτως δεν πάει όπως με τόση εφευρετικότητα το είχε σχεδιάσει...
Εδώ ο Sturges δεν είναι ακριβώς μπροστά από την εποχή του, όπως σε άλλες του ταινίες, πλην όμως κάνει μια εξαιρετική παρωδία αστυνομικού φιλμ. Δεν ξέρω αν το 1948 υπήρχαν ήδη παρωδίες δημοφιλέστατων και επιτυχημένων κινηματογραφικών ειδών. Αν όχι, τότε η πρωτοπορία του έγγειται σ' αυτό ακριβώς το γεγονός. Είναι επίσης πιθανό να μπορούμε να θεωρήσουμε την ταινία ως ένα είδος ενδοκινηματογραφικού σχόλιου, αφού δείχνει ότι πολλά απ' όσα βλέπουμε στο σινεμά - και τα θεωρούμε πανέξυπνα - δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, η οποία κατορθώνει πάντοτε, με τις μικρές, βρώμικες και ανεξέλεγκτες λεπτομέρειές της, να ανατρέπει και να προσγειώνει κάθε ιδιοφυή - πλην όμως εξωπραγματική - σεναριακή έμπνευση. Όπως και να΄ χει πάντως, η ταινία παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Αυτο νομίζω είναι που μετρά για να πετύχει μια κωμωδία.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

ΒΛΑΣΦΗΜΟ ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΑ ΑΣΤΕΙΟ SILENTIUM


Το Silentium του αυστριακού Wolfgang Murnberger δεν είναι ακριβώς μια καλή ταινία. Μερικοί από τους χαρακτήρες είναι ξεκάρφωτοι, η υπόθεση αδικαιολόγητα μπερδεμένη, η διάρκεια θα μπορούσε να είναι μικρότερη. Ωστόσο, διαθέτει και πολλές αρετές, που την κάνουν ενδιαφέρουσα.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό θρίλερ μυστηρίου, ενίοτε ατμοσφαιρικό, όπου φόνοι(ορισμένοι ανατριχιαστικοί), μοναστήρια και διεστραμένοι παπάδες, φεστιβάλ κλασικής μουσικής με εξίσου διεστραμένους αρχιτραγουδιστές και αυστριακές μεσαιωνικές πόλεις μπλέκονται αξεδιάλυτα, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή μας. Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο - και παραδόξως διέφυγε εντελώς από μερικές κριτικές που διάβασα - είναι το σαρδόνιο, ύπουλο χιούμορ του και η εξαιρετικά βλάσφημη διάθεσή του. Δεν είναι μόνο οι διεστραμένοι και διεφθαρμένοι ιερωμένοι που προαναφέραμε και τα βρώμικα μυστικά που κρύβονται πίσω από τους τοίχους σύγχρονων μοναστηριών. Είναι κυρίως οι επί μέρους εικόνες και σκηνές που, αν τις προσέξει κανείς, θα πειστεί ότι σίγουρα θα εξόργιζαν τα διάφορα Χριστοδουλοειδή, που θα απαιτούσαν για μια ακόμα φορά να οδηγηθεί ο σκηνοθέτης στην πυρά: Ένας βαρύς σταυρός που πέφτει κατά λάθος στο κεφάλι του αλκοολικού, χασικλή και σχεδόν κλοσάρ ήρωα - ντετέκτιβ, ένας ξύλινος Χριστός που αποκαθηλώνεται από τον σταυρό με... Black & Decker για να επιδιορθωθεί, ένα σοβαρότατο και εξαιρετικά σημαντικό υπαρκτό φεστιβάλ κλασικής μουσικής (αυτό του Σάλτσμπουργκ) που γίνεται μπάχαλο και άλλες λεπτομέρειες που απαιτούν τη συνεχή προσοχή του θεατή για να γίνουν αντιληπτές, θα τον πείσουν για τη χλευαστική διάθεση της ταινίας - τουλάχιστον ως προς την οργανωμένη θρησκεία -, αλλά και για το συγκαλυμένο, ύπουλο χιούμορ της, που κρύβεται κάτω από τη βλοσηρή ατμόσφαιρα. Όσο για τον μάλλον γελοίο λόγο που, όπως τελικά αποδεικνύεται, γίνονται όλοι αυτοί οι φριχτοί φόνοι, μόνο ως μέρος του καλά κρυμένου χιούμορ του σκηνοθέτη θα μπορούσα να το δεχτώ. Αλλιώς, πρόκειται για άλλο ένα τρωτό σημείο του φιλμ.
Όχι, δεν τη βρήκα πολύ σπουδαία ταινία. Ωστόσο δεν θάπρεπε να περάσει απαρατήρητη. Αξίζει σίγουρα μιας ευκαιρίας.

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

PALM BEACH STORY Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 1


Ήξερα το όνομα του Preston Sturges (1898-1959) ως ενός ακόμα παλιού αμερικάνου σκηνοθέτη, δεν είχα δει όμως ποτέ ταινίες του. Το αφιέρωμα σ' αυτόν από τις Νύχτες Πρεμιέρας με μετέτρεψε σε φαν ενός αθυρόστομου, τολμηρού και μπροστά από την εποχή του δημιουργού, που γύρισε καμιά δεκαριά μόνο ταινίες, όλες - εκτός από 2 - στη δεκαετία του 40. (Οι χαρακτηρισμοί που του απέδωσα αφορούν τα σενάριά του, γιατί σκηνοθετικά είναι ένας απλά καλός τεχνίτης, όπως τόσοι άλλοι ομότεχνοί του).
Το "Palm Beach Story" γυρίστηκε το 1942. Τι εννοώ μπροστά από την εποχή του; Μα πού αλλού έχετε δει μια κωμωδία όπου η σύζυγος, μετά μερικά χρόνια έρωτα και γάμου, ανακοινώνει στον εμβρόντητο αγαπημένο της (που τυγχάνει και εφευρέτης) ότι βαρέθηκε να ζει φτωχικά και θέλει να τον χωρίσει για να βρει και να παντρευτεί κάποιον εκατομμυριούχο; Και πραγματοποιεί τα όσα λέει, αφού το σκάει με το έτσι θέλω, και στο κυριλέ Palm Beach βρίσκει όντως τον εκατομμυριούχο της. Ο σύζυγος βέβαια την κυνηγά και παρουσιάζεται ως αδελφός της, για να ακολουθήσουν πλήθος ευτράπελα, παρεξηγήσεις και ερωτικά μπερδέματα που, εκτός των άλλων, δείχνουν να έχουν επηρεάσει αρκετά και τις γνωστές κωμωδίες παρεξηγήσεων του ελληνικού σινεμά της Φίνος Φιλμ - δίχως το τολμηρό όμως πνεύμα του Sturges.
Η γυναίκα, όπως εδώ η Claudette Colbert, μοιάζει να έχει το πάνω χέρι σε αρκετές ταινίες του Sturges, πράγμα επίσης πρωτόγνωρο για την εποχή. Οι ατάκες είναι πανέξυπνες και καταιγιστικές (αν δεν ξέρεις καλά αγγλικά χάνεις δυστυχώς μεγάλο μέρος της γοητείας τους) και γενικά είναι σίγουρο ότι ο θεατής θα διασκεδάσει ακόμα και 60τόσα χρόνια μετά.
Ήταν η πρώτη ταινία του που είδα, που μου αποκάλυψε, κυρίως, έναν εξαιρετικό σεναριογράφο, που δεν διστάζει μπροστά σε συμβάσεις που ισχύουν λίγο πολύ ακόμα και σήμερα. Ακολούθησαν άλλες 4, που επιβεβαίωσαν την καλή μου γνώμη για τον σχεδόν άγνωστο μέχρι πρότινος στην Ελλάδα (κυρίως στο νεότερο κοινό) δημιουργό.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

ΤΡΑΓΙΚΕΣ, ΜΑ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΕΣ, ΜΕΡΕΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ


Οι "Μέρες της εγκατάλειψης" (I giorni dell' abandono) (2005) του ιταλού Roberto Faenza είναι μια αρκετά συμπαθητική ταινία, παρά το σχετικά κοινότοπο θέμα της: Μια γυναίκα εγκαταλείπεται ξαφνικά από τον σύζυγό της μετά 10 χρόνια γάμου και μένει μόνη με τα δύο παιδιά της. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τη σταδιακή της κατάρρευση και, στο τέλος, την αργή επανάκαμψη και επανένταξή της στους "ζωντανούς".
Δύο είναι τα βασικά ατού της ταινίας: Αφ' ενός η εκπληκτική ερμηνεία της Margherita Buy (που έπαιζε και στο Il Caimano του Morretti) και αφ΄ετέρου η πολύ δυνατή καταγραφή του φοβερού κατήφορου, της παραίτησης από τη ζωή που ακολουθεί τον απρόσμενο χωρισμό. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια γυναίκα της οποίας ολόκληρη η ζωή περιστρέφεται γύρω από την οικογένειά της και όταν ο σύζυγος φεύγει, τα πάντα καταρρέουν. Η κατάρρευση αυτή δείχνεται όχι συμβατικά, αλλά με παραισθητικό σχεδόν τρόπο, που αγγίζει ενίοτε τα όρια του θρίλερ, καθώς η μόνη πλέον γυναίκα βαδίζει ολοταχώς προς την τρέλλα. Υπάρχουν σκηνές που η όλη κατάσταση γίνεται εφιαλτική, σε βαθμό που να θυμίζει την "Αποστροφή" του Πολάνσκι, με το παρατημένο σπίτι, τον ετοιμοθάνατο σκύλο και τα σχεδόν ξεχασμένα παιδιά (ποτέ δεν φτάνει σε τέτοιο σημείο παράνοιας, αλλά είπαμε, θυμίζει κάπως, καθώς η ηρωίδα βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος της).
Τελικά πρόκειται για μια αισιόδοξη ταινία, αφού η σταδιακή επανένταξη στην κοινωνία και το ξεπέρασμα του τραύματος καταφέρνουν να αφήσουν μια γλυκειά γεύση. Έκπληξη η εμφάνιση του Goran Bregovic σε πρωταγωνιστικό ρόλο (ο οποίος, φυσικά, έχει γράψει και τη μουσική της ταινίας).

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

KING KONG ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Υπάρχουν δύο τρόποι για να βλέπεις σινεμά: Είτε με οπτική καρφωμένη αποκλειστικά στο σήμερα είτε με μια πιο σφαιρική, "ιστορική" αν θέλετε ματιά. Στη δεύτερη περίπτωση, μια ταινία δεν κρίνεται μόνο από ό,τι βλέπουμε τώρα, αλλά και σαν συνάρτηση του χώρου και χρόνου που γυρίστηκε (εννοείται ότι αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες).
Βλέποντας σήμερα (στο Πανόραμα της Ελευθεροτυπίας) τον αυθεντικό King Kong των Merian C.Cooper και Ernest B. Schoedsack, γυρισμένο το 1933, σε πρώτη φάση δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις σε αρκετά σημεία. Κυρίως βέβαια με τα πρωτόγονα ειδικά εφφέ, καθώς ο φοβερός γορίλας - και τα υπόλοιπα τέρατα - φαντάζουν στα κορεσμένα μάτια μας ψεύτικα και πλαστικά. Σίγουρα δεν τρομάζουμε πλέον απ' αυτά. Επίσης, η ηθοποιία είναι συχνά υπερβολική, η φυλή των μαύρων εντελώς άβουλη. Και τότε σκεφτόμαστε αυτό το "1933" και τα 70τόσα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, και η εικόνα δεν μπορεί παρά να αλλάξει άρδην.
Ήταν όντως τεράστιο σοκ για τους θεατές της εποχής όλη αυτή η εναλλαγή μικρών και μεγάλων μεγεθών, τα τρομακτικά τέρατα (με επί κεφαλής τον τερατώδη πίθηκο), τα διάσημα ουρλιαχτά της Fay Ray. Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Αυτό που και σήμερα αντέχει στον King Kong είναι η εντυπωσιακή παραβολή που κουβαλά η ιστορία: Όχι μόνο η επανανάγνωση του μύθου της Πεντάμορφης και του Τέρατος, αλλά κυρίως η παραβολή που αφορά τη σχέση φύσης - πολιτισμού. Ο τελευταίος εισβάλλει στο παρθένο νησί και ανατρέπει εντελώς την ισορροπία, προκαλώντας έτσι καταστροφή. Ταυτόχρονα όμως, καταλύει και μια μακροχρόνια βασιλεία τρόμου και τακτικών θυσιών. Στη σνέχεια η φύση αιχμαλωτίζεται, μεταφέρεται βίαια στην Νέα Υόρκη (στον πολιτισμό), όπου, αλυσσοδεμένη, μετατρέπεται σε τουριστικό αξιοθέατο. Κι όταν φτάνει το αναπόφευκτο ξέσπασμά της (αντίδραση δηλαδή στον "βιασμό" της) και ο πολιτισμός κινδυνεύει, δεν μένει παρά μία μόνο λύση: Η δολοφονία της. Σας θυμίζουν όλα αυτά όσα συμβαίνουν σήμερα σε σχέση με το περιβάλλον, την εκμετάλλευσή του, το αμφίβολο μέλλον του; Και μάλιστα, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως του κινδύνου παγκόσμιας καταστροφής που δημιούργησε η ανεξέλεγκτη λεηλασία της φύσης, ο πολιτισμός παραμένει από τη φύση του απελευθερωτικός, καθώς ανακουφίζει τον ανθρώπινο μόχθο και απελευθερώνει από τους αρχέγονους, άλογους τρόμους και προκαταλήψεις.
Συμπερασματικά, παρά τα επί μέρους ξεπερασμένα στοιχεία του, ο αυθεντικός King Kong παραμένει μια μεγάλη ταινία, σταθμός στην ιστορία του φανταστικού σινεμά. Δείτε το, αν ποτέ πέσει στα χέρια σας.
Και κάτι τελευταίο: Ο "αρχαίος" King Kong είναι σχετικά πιο σπλάτερ από τις δύο μεταγενέστερες εκδοχές του (η πρόσφατη του Jackson μου άρεσε, καθώς έμεινε πιστό στην αυθεντική εκδοχή). Ο φοβερός πίθηκος τρώει επανειλημμένα ανθρώπους, οι οποίοι σπαρταράνε καθώς τους μασάει, ενώ λειώνει άλλους πατώντας τους, σκηνές που δεν τόλμησαν να δείξουν στα ριμέικ.

Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006

ΚΟΛΛΕΓΙΑΚΟ ΝΟΥΑΡ


Το Brick του πρωτοεμφανιζόμενου Rian Johnson (που παίζεται με τον τίτλο "Έγκλημα στο Κολλέγιο") διαθέτει μια αναμφισβήτητη πρωτοτυπία: Ο σκηνοθέτης μετέφερε ένα κανονικότατο νουάρ, σκοτεινό, με δολοφονίες, ίντριγγες, μοιραίες γυναίκες, ναρκωτικά, κλασσικό μοναχικό ντετέκτιβ, έξυπνες ατάκες κλπ. στη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα μέσα σ' ένα αμερικάνικο κολλέγιο. Οι ήρωες είναι όλοι μαθητές (άντε μερικοί να αγγίζουν τα 25). Κλείνει το μάτι μάλιστα στο θεατή - συνεχίζοντας τις νουάρ αναφορές - με επι μέρους "λεπτομέρειες" του είδους, όπως π.χ. το ότι ο ήρωας "ντετέκτιβ" - μαθητής φορά ακριβώς τα ίδια ρούχα σ' όλη την ταινία. Μόνο που αντί τις παραδοσιακής καπαρντίνας, εδώ έχουμε ένα αιώνιο τζάκετ και τζιν.
Από εκεί και πέρα, η ιστορία είναι αρκετά μπερδεμένη - ίσως μάλιστα να αφήσει σε αρκετούς κάποια κενά -, οι ανατροπές πολλές, οι εκπλήξεις αρκετές. Το παρακολούθησα με ενδιαφέρον, το θεωρώ όμως μάλλον υπερεκτιμημένο (βραβείο Σάντανς κλπ.) - παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο του νέου σκηνοθέτη. Το συνιστώ πάντως σαν μια φρέσκια και πρωτότυπη πρόταση.
Και μια παρατήρηση: Από όλη αυτή τη σκοτεινή και μπερδεμένη ιστορία, λείπει εντελώς, μα εντελώς, ο κοινωνικός περίγυρος. Είναι σαν να είναι το κολλέγιο απομονωμένο από τον κόσμο, κατοικημένο μόνο από τους μαθητές του, οι οποίοι κάνουν ό,τι θέλουν (συνωμοτούν, κυνηγιούνται, παίζουν ξύλο και ό,τι άλλο) χωρίς ποτέ κανείς να τους παίρνει χαμπάρι ή να τους ενοχλεί. Είναι κάτι παραπάνω από σαφής η σχεδόν παντελής απουσία καθηγητών (μια σύντομη εμφάνιση μόνο), γονιών, αστυνομικών, άλλων κάτοικων της πόλης (αλήθεια, υπάρχει πόλη εκεί κοντά;) κλπ. Δεν το θεωρώ υποχρεωτικά μειονέκτημα. Μάλλον πρόκειται για ηθελημένη σύμβαση του σκηνοθέτη, που συνειδητά απογύμνωσε την ίντριγγά του από κάθε "εξωτερική παρέμβαση", πετυχαίνοντας (;) έτσι ένα ελάχιστα ρεαλιστικό αποτέλεσμα. Αν αποδεχτείς αυτή τη σύμβαση πάντως, λειτουργεί μια χαρά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Ο Φιλανδός Aki Kaurismaki είναι ένας σκηνοθέτης τόσο στυλάτος και αναγνωρίσιμος, που ή σου αρέσει πολύ ή καθόλου. Προσωπικά συγκαταλέγομαι στην πρώτη κατηγορία, και ως εκ τούτου χάρηκα που είδα μια ταινία του, τα "Φώτα στο σούρουπο" (Lights in the dusk), μετά από 4 χρόνια απουσίας. Προσοχή όμως: Οι περισσότεροι ξέρουν τον Kaurismaki από τις ιδιόρυθμα χιουμοριστικές του ταινίες. Πλην όμως, αυτός κατά καιρούς κάνει και δράματα, ενίοτε μάλιστα σπαραχτικά (το παγωμένο, νεκρό σχεδόν, φιλανδικό αστικό ή μη τοπίο συμβάλλει πολύ σ΄αυτό). Εδώ λοιπόν πρόκειται για δράμα, όχι ωστόσο τόσο σπαραχτικό όπως, ας πούμε, το "Κορίτσι με τα Σπίρτα". Εδώ το υπόγειο, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ του σκηνοθέτη υπάρχει σε μετρημένες δόσεις, για κωμωδία όμως δεν πρόκειται με τίποτα.
Η ιστορία του μοναχικού, κακομοίρη looser με τα αδύνατο να πραγματοποιηθούν όνειρα, που θαμπώνεται από τη μοιραία, όμορφη γυναίκα, η οποία όμως απλά τον χρησιμοποιεί για τους πονηρούς σκοπούς μιας συμμορίας, συγκινεί και έχει κάτι από νουάρ ατμόσφαιρα - ειδωμένη όμως μέσα από το ισχυρό προσωπικό φίλτρο του σκηνοθέτη, που "Καουρισμακοποιεί" το νουάρ και οποιοδήποτε άλλο είδος με το οποίο κατά καιρούς καταπιάνεται.
Άκαμπτο παίξιμο, σχεδόν μονολεκτικοί διάλογοι, άδεια αστικά τοπία, αμήχανες σιωπές ή κινήσεις, όλα τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τόσο οικείο στους φίλους κόσμο του βρίσκονται εδώ. Πάντως, παρά το ότι την είδα όπως πάντα με ενδιαφέρον και, τελικά, μου άρεσε, δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές του ταινίες. Ωστόσο οι φανς πρέπει να τη δουν - γνωρίζοντας, επαναλαμβάνω, ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κωμωδία.
Συνίσταται λοιπόν, αλλά μόνο για φίλους. Αυτούς που πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με τό έργο του, ενδέχεται να τους ξενίσει η ιδιόρυθμη γραφή του.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ


Το "War Game" του Peter Watkins είναι μια περίεργη, ασπρόμαυρη ταινία που γυρίστηκε το 1965. Ανήκει σ' αυτά που θα ονομάζαμε "φανταστικά ντοκιμαντέρ", φιλμ δηλαδή που ενώ κρατούν τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, αναφέρονται σε μη πραγματικά θέματα.
Το συγκεκριμένο καταγράφει με εντελώς ντοκιμαντερίστικο λόγο τα όσα εφιαλτικά θα συνέβαιναν στη Βρετανία αν ξεσπούσε πυρηνικός πόλεμος με την (τότε υπερδύναμη) Ρωσία. Η διάρκειά της είναι μόλις 46΄, τα οποία όμως είναι ικανά να σας κάνουν να ξεχάσετε τις διάφορες "Επόμενες μέρες" και ό,τι άλλο έχετε δει για το θέμα.
Αυτό που κατ' αρχάς συγκλονίζει στην ταινία, είναι ο ωμός ρεαλισμός της. Είναι σαν να βλέπεις διαρκώς σκηνές αρχείου, όπως αυτές που βλέπουμε στα ντοκιμαντέρ για τον Β' Παγκ. πόλεμο ας πούμε. Οι σκηνές διακόπτονται από χάρτες, αριθμούς, στοιχεία (ποιοί είναι οι πιθανοί στόχοι, πόσοι νεκροί σε κάθε περίπτωση, ποιες πόλεις θα χτυπηθούν πρώτα, τι θα γίνει μετά το "πρώτο κύμα" βομβών κλπ.) Οι λεπτομέρειες είναι ανατριχιαστικές, καθώς προχωράμε σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με τον πυρηνικό εφιάλτη (τι θα γίνουν τα χιλιάδες πτώματα όταν "ηρεμήσει" κάπως η κατάσταση, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στη γεωργία, τι θα συμβεί με την πρωτοφανή πείνα που θα ακολουθήσει αφού κάθε παραγωγή έχει σταματήσει και τα περισσότερα από τα υπάρχοντα τρόφιμα είναι μολυσμένα κλπ. κλπ.) και, καθώς το μπαράζ των πληροφοριών για τις επόμενες μέρες - και χρόνια - συνεχίζεται ανελέητο, ο θεατής παρακολουθεί παγωμένος την απόλυτα αληθοφανή αυτή καταγραφή του "μετά".
Στο φιλμ εμφανίζονται διάφοροι χαρακτήρες σε διαφορετικές φάσεις του ολέθρου, δεν πρόκειται όμως, ξαναλέω, για ταινία fiction, αλλά για ένα κανονικό ντοκιμαντέρ, με την έρευνα και την συγκέντρωση των στοιχείων που απαιτεί το είδος, πλην όμως για ένα ντοκιμαντέρ για κάτι που δεν συνέβει ποτέ - και ελπίζουμε να μη συμβεί.
Γυρισμένο φυσικά στην εποχή του ψυχρού πολέμου, όταν ο πυρηνικός όλεθρος ήταν ο υπ΄αριθμόν ένα φόβος όλων, με τους εξοπλισμούς να καλπάζουν εκατέρωθεν, καταφέρνει ωστόσο να πει την "τελευταία λέξη" πάνω στο θέμα αυτό, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία σε κανέναν για το πού πρέπει να βάλουν όλα αυτά τα όπλα που παράγουν όλοι αυτοί... Το θεωρώ το συγκλονιστικότερο φιλμ που γυρίστηκε ποτέ πάνω στο τόσο καυτό αυτό θέμα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

ΤΡΙΠΑΡΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ "SKANNER DARKLY"


Το "A Skanner Darkly" του πάντοτε ενδιαφέροντος και απρόβλεπτου Richard Linklater, βασίζεται στο ομώνυμο έργο του μεγάλου Philip Dick και μένει πιστό στο πνεύμα του, που για μια ακόμα φορά αφορά την διερεύνηση των ορίων (πάντοτε δυσδιάκριτων στον Dick) ανάμεσα στη φαντασία και την αλήθεια(;), το όνειρο και την πραγματικότητα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ εθιστικό ναρκωτικό του μέλλοντος, που καταργεί τα όρια όσων αναφεραμε παραπάνω - ίσως μάλιστα και να υλοποιεί τα όνειρα. Ένας ντετέκτιβ ψάχνει να βρει τις πηγές και τους μεγαλοπρομηθευτές του ναρκωτικού - στο οποίο και ο ίδιος είναι εθισμένος - καταλήγοντας να παρακολουθεί τον εαυτό του.
Η ταινία είναι γυρισμένη με την ίδια τεχνική που χρησιμοποίησε ο Linklater πριν μερικά χρόνια στο Waking life, ένα περίεργο δηλαδή "φιλτράρισμα" της εικόνας, που την μετατρέπει σε ένα είδος κινούμενου σχέδιου και της προσδίδει μια "ψυχεδελική" χροιά, η οποία, αν και για κάποιους γίνεται κουραστική, εδώ είναι ταιριαστή με το όλο κλίμα του έργου.
Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα, βλέπεται όμως με ενδιαφέρον - και περιέργεια, αν δεν γνωρίζετε το εφφέ της μετατροπής σε κινούμενο σχέδιο. Όσο για το αρκετά ασαφές σενάριο... ε... στον κόσμο του Dick βρισκόμαστε...
ΥΓ: Για μένα όλα τα λεφτά - και το χιουμοριστικό μέρος μιας σκοτεινής κατά τα άλλα ταινίας - είναι οι απίστευτοι, παρανοϊκοί διάλογοι (και πράξεις) ανάμεσα στους μαστουρωμένους ήρωες, οι οποίοι αποτελούν μια από τις πιο παράξενες παρέες που καταγράφηκαν ποτέ σε φιλμ (Κιάνου Ριβς, Γούντι Χάρελσον, Ρόμπερτ Ντάουνι Jr. Ο τελευταίος ιδιαίτερα δίνει ένα παροξυσμικό ρεσιτάλ παράνοιας). Όσο για τον απρόβλεπτο, όπως είπα, Linklater, είμαι από τώρα περίεργος για το τι θα σκαρώσει στην επόμενη ταινία του...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ 10 ΚΑΝΟ


Τα "10 κανό" του ολλανδού Rolf de Heer, γυρισμένο στην Αυστραλία και με ηθοποιούς αποκλειστικά aboriginals (ερασιτέχνες οι περισσότεροι), είναι πρώτα απ' όλα μια ταινία εθνογραφικού ενδιαφέροντος. Κρατώντας αυτούσιο τον τρόπο αφήγησης των ιστοριών του λαού αυτού, μας μεταφέρει στο μακρινό παρελθόν, πριν ακόμα πατήσουν εκεί οι λευκοί, και μας μιλά για τον εντελώς ξένο σε μας τρόπο ζωής τους, τις συνήθειες τους, τις συγκρούσεις, τους μύθους και τη θρησκεία τους, τον έρωτα και τον θάνατο. Η πλοκή είναι απλή και περνά συνειδητά σε δεύτερη μοίρα, αφού, όπως είπαμε, πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αναπαράσταση ενός οριστικά χαμένου πλέον τρόπου ζωής (οι αυτόχθονες aboriginals εξολοθρεύτηκαν από τους λευκούς άποικους και οι λίγοι που έχουν απομείνει ζουν σήμερα σε κατάσταση εξαθλίωσης στις πόλεις ή σε καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να ενσωματωθούν απόλυτα στη σύγχρονη αυστραλιανή κοινωνία). Ενδιαφέρον, ανάμεσα στα άλλα, έχει και ο τρόπος διευθέτησης των μεταξύ τους διαφορών με έναν ιδιόρυθμο τρόπο "μονομαχίας" ανάμεσα σε δύο άτομα διαφορετικών φυλών που συγκρούστηκαν, προκειμένου να αποφευχθεί ένας πόλεμος.
Η γραφή είναι σχεδόν ντοκιμαντερίστικη και ο τρόπος αφήγησης ίσως ξενίσει αρκετούς θεατές. Συνολικά, αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, που απευθύνεται όμως αποκλειστικά σε κοινό που τον ενδιαφέρουν παρόμοια, εθνογραφικής φύσης θέματα. Κοινώς ταινία για λίγους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ Ή ΡΕΣΙΤΑΛ ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το "Thank you for smoking" ο Jason Reitman αψηφά κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και κάνει πλάκα με την καρδιά του με το κάπνισμα, το θέμα που μοιάζει να καίει σχεδόν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους υστερικούς αμερικάνους. Βάβαια το κάπνισμα είναι μόνο η αφορμή. Κατά βάθος σατιρίζει ανελέητα όλους τους αδίστακτους καριερίστες της εποχής μας, που πατάνε επί πτωμάτων και με περισή αναίδεια (και ευφυία φυσικά, γιατί δίχως αυτήν δεν γίνεται) διαστρεβλώνουν πέρα για πέρα την όποια αλήθεια για το συμφέρον της εταιρείας (και μια που μιλάμε για spokesmen μεγάλων εταιριών ή λόμπι, το μυαλό μας συνειρμικά πάει και στους δικούς μας γελοίους κομματικούς εκπρόσωπους τύπου, που λένε ό,τι απίθανη μαλακία τους έρθει προκειμένου να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητα).
Μια σάτιρα ενός κατ' εξοχήν καπιταλιστικού φαινομένου λοιπόν από τις ίδιες τις ΗΠΑ; Γιατί όχι; Εκεί όλα μπορούν να συμβούν. Και όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Δωροδοκίες, διαστρέβλωση επιχειρημάτων, ηλίθια μίντια, χτυπήματα κάτω από τη μέση, ξεζούμισμα και μετά πέταμα στα σκουπίδια ακόμα και των "δικών μας" ανθρώπων, όλα επιτρέπονται σ' αυτόν τον δίχως φραγμούς (ηθική; τι είναι αυτό;) αγώνα. Κάθε ιερό και όσιο θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος: Καρκινοπαθείς, ηθική, έρωτες, αξιοπρέπεια... και μέσα σ' όλα ένα παιδί που διδάσκεται μεθοδικά να ακολουθήσει τον αδίστακτο δρόμο του πατέρα... Πέραν όλων αυτών όμως, η ταινία δεν παύει να είναι μια απολαυστική κωμωδία που βλέπεται ευχάριστα, ενώ μας αποκαλύπτει τον άγριο κόσμο των busines. Ελπίζω να ενοχλήσει πολλούς αμερικάνους.
ΥΓ: Δεν είμαι καπνιστής. Μερικές φορές με ενοχλεί όταν μπαίνω σε ντουμανιασμένους χώρους. Περισσότερο όμως με ενοχλεί η αμερικάνικη αντικαπνιστική υστερία, γι΄αυτό και απόλαυσα την εναντίον της σάτιρα. Νομίζω ότι σε λίγα χρόνια θα το απαγορεύσουν εντελώς, σαν το χασίς και τα ναρκωτικά (και πολύ φοβάμαι ότι και η Ευρώπη, αφού αντισταθεί λιγάκι αρχικά, θα ακολουθήσει σαν καλό σκυλάκι τον ίδιο δρόμο, με πρώτη και καλύτερη την υποτελή Αγγλία).

Κυριακή, Οκτωβρίου 08, 2006

MIAMI VICE ΚΑΙ ΠΑΛΙ (ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΥ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ)



Ο Michael Mann έχει στο παρελθόν κάνει εξαιρετικές ταινίες. Τώρα (φταίει άραγε η γενικότερη έλλειψη έμπνευσης που μαστίζει τον αρκετό τελευταίο καιρό στο Χόλυγουντ;) ξαναγυρίζει κι αυτός σε μια 80ς σειρά που τον έκανε γνωστό, το Miami Vice. Το πρόβλημα είναι, ότι ενώ η ταινία φέρει μερικά από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα (στέρεη σκηνοθεσία, focus στις προσωπικές ζωές των ηρώων, καλές σκηνές δράσης) δεν παύει να είναι παρά ένα απλό αστυνομικό φιλμ, όπως πολλά άλλα, που δεν δικαιολογεί την γύρω στις δυόμιση ώρες διάρκειά του. Κατά τα άλλα, ίντριγκες πάνω στις ίντριγκες υπάρχουν, ρομαντικοί έρωτες υπάρχουν, εξωτικά τοπία και σκληροί μπάτσοι υπάρχουν (όπως και "επιτρεπτή" παραβατικότητα από μέρους τους), βαρώνοι των ναρκωτικών και μοιραίες γυναίκες επίσης, γενικά ό,τι κάνει ένα συνηθισμένο αστυνομικό (αν εξαιρέσεις τη διάρκειά του). Και σ' αυτό ακριβώς το "συνηθισμένο" βρίσκονται οι αντιρρήσεις μου. Το βλέπεις, ΟΚ, αλλά λες "γιατί όλος αυτός ο χαμός για μια ταινία που, λίγο πολύ, έχουμε ξαναδεί";
ΥΓ: Είναι σαφώς προσωπική και υποκειμενική άποψη, αλλά, είμαι ο μόνος που αντιπαθώ τον Κόλιν Φαρέλ; Ιδιαίτερα εδώ, με το γελοίο μαλλί, το μουστάκι και την μόνιμη macho αξυρισιά;

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

ΣΚΟΤΕΙΝΗ, ΝΟΣΗΡΗ - ΑΛΛΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ - ΜΑΥΡΗ ΝΤΑΛΙΑ


Όταν διάβασα ότι ο Brian De Palma θα έκανε την περίφημη "Black Dahlia", το σκοτεινό και νοσηρό νουάρ του Τζέιμς Ελρόι, χάρηκα γιατί πίστεψα ότι ο σκηνοθέτης θα επανέκαμπτε μετά από σειρά αποτυχημένων ταινιών. Δυστυχώς το ίδιο το φιλμ με απογοήτευσε.
Βασικό του μειονέκτημα είναι ότι το εξαιρετικά πολύπλοκο σενάριο μάλλον δεν γίνεται κατανοητό, κάτω από το βάρος πληθώρας ονομάτων που πέφτουν με αστραπιαία ταχύτητα, τόση, ώστε αρκετές φορές να μη θυμάμαι ποιον ακριβώς αφορούν. Επίσης, ενώ μένει πιστό στο γράμμα του βιβλίου, χάνει, φοβάμαι, το πνεύμα του: Αυτό που μου έμεινε από το σκοτεινό βιβλίο του Ελρόι ήταν η πλήρης υπονόμευση των θεμελίων που στηρίζουν την αμερικάνικη κοινωνία, το αμερικάνικο όνειρο, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Στην ταινία πολύ λίγα εισέπραξα απ' αυτά. Νομίζω ότι έμεινε στην επιφάνεια, παρουσιάζοντας την όλη ιστορία σαν μια υπόθεση απίστευτης διαστροφής (-ών) και παρακμής, που δεν ξεπερνά ωστόσο τα όρια της πλούσιας οικογένειας.
Μένει η πάντα δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του De Palma, με κάποιες καλές στιγμές, που δεν φτάνουν όμως να ανεβάσουν το σύνολο. Μένει επίσης και νοσηρή και "σάπια" ατμόσφαιρα που κυριαρχεί, όπως και στο βιβλίο, την οποία κατάφερε νομίζω να "πιάσει" και να μεταδώσει στον θεατή. Η σταδιακή καταβύθιση των δύο φίλων ντετέκτιβ στην αρρωστημένη εμμονή με την υπόθεση, η αποκάλυψη όλο και πιο βρώμικων μυστικών. Από το πλήθος των χαρακτήρων ξεχώρισα την Χίλαρι Σουόνκ, εξαιρετική στο ρόλο της μοιραίας, καταστροφικής γυναίκας. Ωστόσο, έχω την συνολική αίσθηση ότι χάθηκε μια καλή ευκαιρία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

ΑΝΑΡΧΙΚΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ


Το "Daisies" της Vera Chytilova είναι μια μυθική τσέχικη ταινία που γυρίστηκε το 1966, κατά τη διάρκεια της "Άνοιξης της Πράγας", όταν ένας άνεμος ελευθερίας φυσούσε (προσωρινά) στη χώρα. Πειραματική, σουρεαλιστική και φεμινιστική κωμωδία, επηρεάζαται από το πνεύμα της ψυχεδέλειας που κυριαρχούσε τότε στη Δύση.
Η υπόθεση είναι απλή. Δύο νεαρές, σέξυ κοπέλες κάνουν οτιδήποτε αποτελεί κόκκινο πανί, ιδιαίτερα για το τότε αυστηρό κομμουνιστικό καθεστώς: Τεμπελιάζουν ασύστολα αρνούμενες να δουλέψουν, βγαίνουν ραντεβού με πολύ μεγαλύτερους πλούσιους τρώγοντας έτσι τσάμπα, ντύνονται εκκεντρικά, έχουν έντονες εφηβικές (ή λίγο μετά) ανησυχίες, πλήττουν με την καθημερινότητα γύρω τους και τελικά καταστρέφουν ολοσχερώς ένα πελώριο, πλουσιοπαροχο δείπνο, που, στρωμένο, περιμένει τους - προνομιούχους προφανώς - που θα το καταναλώσουν...
Θα μου πείτε, τα περισσότερα απ' αυτά όλοι τα κάναμε κάποτε. Ναι, όμως μιλάμε για μια απόλυτα διαφορετική εποχή και, κυρίως, για ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς, που πάθαινε αλλεργία με οποιαδήποτε αναφορά σ' όλα αυτά. Πέραν αυτού όμως, ιδιαίτερη αξία έχει η κινηματογράφηση: Πειραματική, αναρχική - όπως και οι δύο αυθάδεις ηρωίδες -, αλλάζει συνεχώς χρώματα, "παγώνει" τις εικόνες, χρησιμοποιεί κατά καιρούς σειρές από φωτογραφίες, πηδά αυθαίρετα από τη μια κατάσταση στην άλλη δίχως σαφή ειρμό, βάζει τις ηρωίδες να κινούνται και να μιλούν σαν κούκλες, τελικά όμως καταφέρνει να πιάσει απόλυτα το ατίθασο πνεύμα των νέων - και ιδιαίτερα των γυναικών, την αναρχική, ενστικτώδη επανάστασή τους ενάντια στην ανία και τους κανόνες που τους περιβάλλουν, τη δίψα για ζωή (αν και ουσιαστικά δεν ξερουν τι ακριβώς αναζητούν), αλλά και το συγκεκριμένο πνεύμα των 60ς. Κι όλα αυτά δοσμένα με χιούμορ και πρωτοποριακές ιδέες.
Σας είπα: Μην περιμένετε ένα σαφές σενάριο.Η ταινία είναι πειραματική. Αξίζει όμως, αν το βρείτε κάπου, να κάνετε μια προσπάθεια.
Περιττό να πούμε ότι η ταινία είχε απαγορευτεί στην τότε Τσεχοσλοβακία, ενώ στην Chetylova (που συνέχισε να κάνει ταινίες που ενοχλούσαν το καθεστώς) είχε απαγορευτεί να γυρίζει για 6 χρόνια.