Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Ο Φιλανδός Aki Kaurismaki είναι ένας σκηνοθέτης τόσο στυλάτος και αναγνωρίσιμος, που ή σου αρέσει πολύ ή καθόλου. Προσωπικά συγκαταλέγομαι στην πρώτη κατηγορία, και ως εκ τούτου χάρηκα που είδα μια ταινία του, τα "Φώτα στο σούρουπο" (Lights in the dusk), μετά από 4 χρόνια απουσίας. Προσοχή όμως: Οι περισσότεροι ξέρουν τον Kaurismaki από τις ιδιόρυθμα χιουμοριστικές του ταινίες. Πλην όμως, αυτός κατά καιρούς κάνει και δράματα, ενίοτε μάλιστα σπαραχτικά (το παγωμένο, νεκρό σχεδόν, φιλανδικό αστικό ή μη τοπίο συμβάλλει πολύ σ΄αυτό). Εδώ λοιπόν πρόκειται για δράμα, όχι ωστόσο τόσο σπαραχτικό όπως, ας πούμε, το "Κορίτσι με τα Σπίρτα". Εδώ το υπόγειο, ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ του σκηνοθέτη υπάρχει σε μετρημένες δόσεις, για κωμωδία όμως δεν πρόκειται με τίποτα.
Η ιστορία του μοναχικού, κακομοίρη looser με τα αδύνατο να πραγματοποιηθούν όνειρα, που θαμπώνεται από τη μοιραία, όμορφη γυναίκα, η οποία όμως απλά τον χρησιμοποιεί για τους πονηρούς σκοπούς μιας συμμορίας, συγκινεί και έχει κάτι από νουάρ ατμόσφαιρα - ειδωμένη όμως μέσα από το ισχυρό προσωπικό φίλτρο του σκηνοθέτη, που "Καουρισμακοποιεί" το νουάρ και οποιοδήποτε άλλο είδος με το οποίο κατά καιρούς καταπιάνεται.
Άκαμπτο παίξιμο, σχεδόν μονολεκτικοί διάλογοι, άδεια αστικά τοπία, αμήχανες σιωπές ή κινήσεις, όλα τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τόσο οικείο στους φίλους κόσμο του βρίσκονται εδώ. Πάντως, παρά το ότι την είδα όπως πάντα με ενδιαφέρον και, τελικά, μου άρεσε, δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές του ταινίες. Ωστόσο οι φανς πρέπει να τη δουν - γνωρίζοντας, επαναλαμβάνω, ότι αυτή τη φορά δεν πρόκειται για κωμωδία.
Συνίσταται λοιπόν, αλλά μόνο για φίλους. Αυτούς που πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με τό έργο του, ενδέχεται να τους ξενίσει η ιδιόρυθμη γραφή του.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ


Το "War Game" του Peter Watkins είναι μια περίεργη, ασπρόμαυρη ταινία που γυρίστηκε το 1965. Ανήκει σ' αυτά που θα ονομάζαμε "φανταστικά ντοκιμαντέρ", φιλμ δηλαδή που ενώ κρατούν τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, αναφέρονται σε μη πραγματικά θέματα.
Το συγκεκριμένο καταγράφει με εντελώς ντοκιμαντερίστικο λόγο τα όσα εφιαλτικά θα συνέβαιναν στη Βρετανία αν ξεσπούσε πυρηνικός πόλεμος με την (τότε υπερδύναμη) Ρωσία. Η διάρκειά της είναι μόλις 46΄, τα οποία όμως είναι ικανά να σας κάνουν να ξεχάσετε τις διάφορες "Επόμενες μέρες" και ό,τι άλλο έχετε δει για το θέμα.
Αυτό που κατ' αρχάς συγκλονίζει στην ταινία, είναι ο ωμός ρεαλισμός της. Είναι σαν να βλέπεις διαρκώς σκηνές αρχείου, όπως αυτές που βλέπουμε στα ντοκιμαντέρ για τον Β' Παγκ. πόλεμο ας πούμε. Οι σκηνές διακόπτονται από χάρτες, αριθμούς, στοιχεία (ποιοί είναι οι πιθανοί στόχοι, πόσοι νεκροί σε κάθε περίπτωση, ποιες πόλεις θα χτυπηθούν πρώτα, τι θα γίνει μετά το "πρώτο κύμα" βομβών κλπ.) Οι λεπτομέρειες είναι ανατριχιαστικές, καθώς προχωράμε σε όλα τα θέματα που σχετίζονται με τον πυρηνικό εφιάλτη (τι θα γίνουν τα χιλιάδες πτώματα όταν "ηρεμήσει" κάπως η κατάσταση, ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στη γεωργία, τι θα συμβεί με την πρωτοφανή πείνα που θα ακολουθήσει αφού κάθε παραγωγή έχει σταματήσει και τα περισσότερα από τα υπάρχοντα τρόφιμα είναι μολυσμένα κλπ. κλπ.) και, καθώς το μπαράζ των πληροφοριών για τις επόμενες μέρες - και χρόνια - συνεχίζεται ανελέητο, ο θεατής παρακολουθεί παγωμένος την απόλυτα αληθοφανή αυτή καταγραφή του "μετά".
Στο φιλμ εμφανίζονται διάφοροι χαρακτήρες σε διαφορετικές φάσεις του ολέθρου, δεν πρόκειται όμως, ξαναλέω, για ταινία fiction, αλλά για ένα κανονικό ντοκιμαντέρ, με την έρευνα και την συγκέντρωση των στοιχείων που απαιτεί το είδος, πλην όμως για ένα ντοκιμαντέρ για κάτι που δεν συνέβει ποτέ - και ελπίζουμε να μη συμβεί.
Γυρισμένο φυσικά στην εποχή του ψυχρού πολέμου, όταν ο πυρηνικός όλεθρος ήταν ο υπ΄αριθμόν ένα φόβος όλων, με τους εξοπλισμούς να καλπάζουν εκατέρωθεν, καταφέρνει ωστόσο να πει την "τελευταία λέξη" πάνω στο θέμα αυτό, ώστε να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία σε κανέναν για το πού πρέπει να βάλουν όλα αυτά τα όπλα που παράγουν όλοι αυτοί... Το θεωρώ το συγκλονιστικότερο φιλμ που γυρίστηκε ποτέ πάνω στο τόσο καυτό αυτό θέμα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

ΤΡΙΠΑΡΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ "SKANNER DARKLY"


Το "A Skanner Darkly" του πάντοτε ενδιαφέροντος και απρόβλεπτου Richard Linklater, βασίζεται στο ομώνυμο έργο του μεγάλου Philip Dick και μένει πιστό στο πνεύμα του, που για μια ακόμα φορά αφορά την διερεύνηση των ορίων (πάντοτε δυσδιάκριτων στον Dick) ανάμεσα στη φαντασία και την αλήθεια(;), το όνειρο και την πραγματικότητα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ εθιστικό ναρκωτικό του μέλλοντος, που καταργεί τα όρια όσων αναφεραμε παραπάνω - ίσως μάλιστα και να υλοποιεί τα όνειρα. Ένας ντετέκτιβ ψάχνει να βρει τις πηγές και τους μεγαλοπρομηθευτές του ναρκωτικού - στο οποίο και ο ίδιος είναι εθισμένος - καταλήγοντας να παρακολουθεί τον εαυτό του.
Η ταινία είναι γυρισμένη με την ίδια τεχνική που χρησιμοποίησε ο Linklater πριν μερικά χρόνια στο Waking life, ένα περίεργο δηλαδή "φιλτράρισμα" της εικόνας, που την μετατρέπει σε ένα είδος κινούμενου σχέδιου και της προσδίδει μια "ψυχεδελική" χροιά, η οποία, αν και για κάποιους γίνεται κουραστική, εδώ είναι ταιριαστή με το όλο κλίμα του έργου.
Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα, βλέπεται όμως με ενδιαφέρον - και περιέργεια, αν δεν γνωρίζετε το εφφέ της μετατροπής σε κινούμενο σχέδιο. Όσο για το αρκετά ασαφές σενάριο... ε... στον κόσμο του Dick βρισκόμαστε...
ΥΓ: Για μένα όλα τα λεφτά - και το χιουμοριστικό μέρος μιας σκοτεινής κατά τα άλλα ταινίας - είναι οι απίστευτοι, παρανοϊκοί διάλογοι (και πράξεις) ανάμεσα στους μαστουρωμένους ήρωες, οι οποίοι αποτελούν μια από τις πιο παράξενες παρέες που καταγράφηκαν ποτέ σε φιλμ (Κιάνου Ριβς, Γούντι Χάρελσον, Ρόμπερτ Ντάουνι Jr. Ο τελευταίος ιδιαίτερα δίνει ένα παροξυσμικό ρεσιτάλ παράνοιας). Όσο για τον απρόβλεπτο, όπως είπα, Linklater, είμαι από τώρα περίεργος για το τι θα σκαρώσει στην επόμενη ταινία του...

Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006

ΖΩΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ 10 ΚΑΝΟ


Τα "10 κανό" του ολλανδού Rolf de Heer, γυρισμένο στην Αυστραλία και με ηθοποιούς αποκλειστικά aboriginals (ερασιτέχνες οι περισσότεροι), είναι πρώτα απ' όλα μια ταινία εθνογραφικού ενδιαφέροντος. Κρατώντας αυτούσιο τον τρόπο αφήγησης των ιστοριών του λαού αυτού, μας μεταφέρει στο μακρινό παρελθόν, πριν ακόμα πατήσουν εκεί οι λευκοί, και μας μιλά για τον εντελώς ξένο σε μας τρόπο ζωής τους, τις συνήθειες τους, τις συγκρούσεις, τους μύθους και τη θρησκεία τους, τον έρωτα και τον θάνατο. Η πλοκή είναι απλή και περνά συνειδητά σε δεύτερη μοίρα, αφού, όπως είπαμε, πρωτεύοντα ρόλο παίζει η αναπαράσταση ενός οριστικά χαμένου πλέον τρόπου ζωής (οι αυτόχθονες aboriginals εξολοθρεύτηκαν από τους λευκούς άποικους και οι λίγοι που έχουν απομείνει ζουν σήμερα σε κατάσταση εξαθλίωσης στις πόλεις ή σε καταυλισμούς, χωρίς ποτέ να ενσωματωθούν απόλυτα στη σύγχρονη αυστραλιανή κοινωνία). Ενδιαφέρον, ανάμεσα στα άλλα, έχει και ο τρόπος διευθέτησης των μεταξύ τους διαφορών με έναν ιδιόρυθμο τρόπο "μονομαχίας" ανάμεσα σε δύο άτομα διαφορετικών φυλών που συγκρούστηκαν, προκειμένου να αποφευχθεί ένας πόλεμος.
Η γραφή είναι σχεδόν ντοκιμαντερίστικη και ο τρόπος αφήγησης ίσως ξενίσει αρκετούς θεατές. Συνολικά, αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, που απευθύνεται όμως αποκλειστικά σε κοινό που τον ενδιαφέρουν παρόμοια, εθνογραφικής φύσης θέματα. Κοινώς ταινία για λίγους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΥ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ Ή ΡΕΣΙΤΑΛ ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το "Thank you for smoking" ο Jason Reitman αψηφά κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και κάνει πλάκα με την καρδιά του με το κάπνισμα, το θέμα που μοιάζει να καίει σχεδόν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους υστερικούς αμερικάνους. Βάβαια το κάπνισμα είναι μόνο η αφορμή. Κατά βάθος σατιρίζει ανελέητα όλους τους αδίστακτους καριερίστες της εποχής μας, που πατάνε επί πτωμάτων και με περισή αναίδεια (και ευφυία φυσικά, γιατί δίχως αυτήν δεν γίνεται) διαστρεβλώνουν πέρα για πέρα την όποια αλήθεια για το συμφέρον της εταιρείας (και μια που μιλάμε για spokesmen μεγάλων εταιριών ή λόμπι, το μυαλό μας συνειρμικά πάει και στους δικούς μας γελοίους κομματικούς εκπρόσωπους τύπου, που λένε ό,τι απίθανη μαλακία τους έρθει προκειμένου να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητα).
Μια σάτιρα ενός κατ' εξοχήν καπιταλιστικού φαινομένου λοιπόν από τις ίδιες τις ΗΠΑ; Γιατί όχι; Εκεί όλα μπορούν να συμβούν. Και όλα είναι μέσα στο παιχνίδι. Δωροδοκίες, διαστρέβλωση επιχειρημάτων, ηλίθια μίντια, χτυπήματα κάτω από τη μέση, ξεζούμισμα και μετά πέταμα στα σκουπίδια ακόμα και των "δικών μας" ανθρώπων, όλα επιτρέπονται σ' αυτόν τον δίχως φραγμούς (ηθική; τι είναι αυτό;) αγώνα. Κάθε ιερό και όσιο θυσιάζεται στο βωμό του συμφέροντος: Καρκινοπαθείς, ηθική, έρωτες, αξιοπρέπεια... και μέσα σ' όλα ένα παιδί που διδάσκεται μεθοδικά να ακολουθήσει τον αδίστακτο δρόμο του πατέρα... Πέραν όλων αυτών όμως, η ταινία δεν παύει να είναι μια απολαυστική κωμωδία που βλέπεται ευχάριστα, ενώ μας αποκαλύπτει τον άγριο κόσμο των busines. Ελπίζω να ενοχλήσει πολλούς αμερικάνους.
ΥΓ: Δεν είμαι καπνιστής. Μερικές φορές με ενοχλεί όταν μπαίνω σε ντουμανιασμένους χώρους. Περισσότερο όμως με ενοχλεί η αμερικάνικη αντικαπνιστική υστερία, γι΄αυτό και απόλαυσα την εναντίον της σάτιρα. Νομίζω ότι σε λίγα χρόνια θα το απαγορεύσουν εντελώς, σαν το χασίς και τα ναρκωτικά (και πολύ φοβάμαι ότι και η Ευρώπη, αφού αντισταθεί λιγάκι αρχικά, θα ακολουθήσει σαν καλό σκυλάκι τον ίδιο δρόμο, με πρώτη και καλύτερη την υποτελή Αγγλία).

Κυριακή, Οκτωβρίου 08, 2006

MIAMI VICE ΚΑΙ ΠΑΛΙ (ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΥ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ)



Ο Michael Mann έχει στο παρελθόν κάνει εξαιρετικές ταινίες. Τώρα (φταίει άραγε η γενικότερη έλλειψη έμπνευσης που μαστίζει τον αρκετό τελευταίο καιρό στο Χόλυγουντ;) ξαναγυρίζει κι αυτός σε μια 80ς σειρά που τον έκανε γνωστό, το Miami Vice. Το πρόβλημα είναι, ότι ενώ η ταινία φέρει μερικά από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα (στέρεη σκηνοθεσία, focus στις προσωπικές ζωές των ηρώων, καλές σκηνές δράσης) δεν παύει να είναι παρά ένα απλό αστυνομικό φιλμ, όπως πολλά άλλα, που δεν δικαιολογεί την γύρω στις δυόμιση ώρες διάρκειά του. Κατά τα άλλα, ίντριγκες πάνω στις ίντριγκες υπάρχουν, ρομαντικοί έρωτες υπάρχουν, εξωτικά τοπία και σκληροί μπάτσοι υπάρχουν (όπως και "επιτρεπτή" παραβατικότητα από μέρους τους), βαρώνοι των ναρκωτικών και μοιραίες γυναίκες επίσης, γενικά ό,τι κάνει ένα συνηθισμένο αστυνομικό (αν εξαιρέσεις τη διάρκειά του). Και σ' αυτό ακριβώς το "συνηθισμένο" βρίσκονται οι αντιρρήσεις μου. Το βλέπεις, ΟΚ, αλλά λες "γιατί όλος αυτός ο χαμός για μια ταινία που, λίγο πολύ, έχουμε ξαναδεί";
ΥΓ: Είναι σαφώς προσωπική και υποκειμενική άποψη, αλλά, είμαι ο μόνος που αντιπαθώ τον Κόλιν Φαρέλ; Ιδιαίτερα εδώ, με το γελοίο μαλλί, το μουστάκι και την μόνιμη macho αξυρισιά;

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

ΣΚΟΤΕΙΝΗ, ΝΟΣΗΡΗ - ΑΛΛΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ - ΜΑΥΡΗ ΝΤΑΛΙΑ


Όταν διάβασα ότι ο Brian De Palma θα έκανε την περίφημη "Black Dahlia", το σκοτεινό και νοσηρό νουάρ του Τζέιμς Ελρόι, χάρηκα γιατί πίστεψα ότι ο σκηνοθέτης θα επανέκαμπτε μετά από σειρά αποτυχημένων ταινιών. Δυστυχώς το ίδιο το φιλμ με απογοήτευσε.
Βασικό του μειονέκτημα είναι ότι το εξαιρετικά πολύπλοκο σενάριο μάλλον δεν γίνεται κατανοητό, κάτω από το βάρος πληθώρας ονομάτων που πέφτουν με αστραπιαία ταχύτητα, τόση, ώστε αρκετές φορές να μη θυμάμαι ποιον ακριβώς αφορούν. Επίσης, ενώ μένει πιστό στο γράμμα του βιβλίου, χάνει, φοβάμαι, το πνεύμα του: Αυτό που μου έμεινε από το σκοτεινό βιβλίο του Ελρόι ήταν η πλήρης υπονόμευση των θεμελίων που στηρίζουν την αμερικάνικη κοινωνία, το αμερικάνικο όνειρο, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Στην ταινία πολύ λίγα εισέπραξα απ' αυτά. Νομίζω ότι έμεινε στην επιφάνεια, παρουσιάζοντας την όλη ιστορία σαν μια υπόθεση απίστευτης διαστροφής (-ών) και παρακμής, που δεν ξεπερνά ωστόσο τα όρια της πλούσιας οικογένειας.
Μένει η πάντα δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του De Palma, με κάποιες καλές στιγμές, που δεν φτάνουν όμως να ανεβάσουν το σύνολο. Μένει επίσης και νοσηρή και "σάπια" ατμόσφαιρα που κυριαρχεί, όπως και στο βιβλίο, την οποία κατάφερε νομίζω να "πιάσει" και να μεταδώσει στον θεατή. Η σταδιακή καταβύθιση των δύο φίλων ντετέκτιβ στην αρρωστημένη εμμονή με την υπόθεση, η αποκάλυψη όλο και πιο βρώμικων μυστικών. Από το πλήθος των χαρακτήρων ξεχώρισα την Χίλαρι Σουόνκ, εξαιρετική στο ρόλο της μοιραίας, καταστροφικής γυναίκας. Ωστόσο, έχω την συνολική αίσθηση ότι χάθηκε μια καλή ευκαιρία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

ΑΝΑΡΧΙΚΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ


Το "Daisies" της Vera Chytilova είναι μια μυθική τσέχικη ταινία που γυρίστηκε το 1966, κατά τη διάρκεια της "Άνοιξης της Πράγας", όταν ένας άνεμος ελευθερίας φυσούσε (προσωρινά) στη χώρα. Πειραματική, σουρεαλιστική και φεμινιστική κωμωδία, επηρεάζαται από το πνεύμα της ψυχεδέλειας που κυριαρχούσε τότε στη Δύση.
Η υπόθεση είναι απλή. Δύο νεαρές, σέξυ κοπέλες κάνουν οτιδήποτε αποτελεί κόκκινο πανί, ιδιαίτερα για το τότε αυστηρό κομμουνιστικό καθεστώς: Τεμπελιάζουν ασύστολα αρνούμενες να δουλέψουν, βγαίνουν ραντεβού με πολύ μεγαλύτερους πλούσιους τρώγοντας έτσι τσάμπα, ντύνονται εκκεντρικά, έχουν έντονες εφηβικές (ή λίγο μετά) ανησυχίες, πλήττουν με την καθημερινότητα γύρω τους και τελικά καταστρέφουν ολοσχερώς ένα πελώριο, πλουσιοπαροχο δείπνο, που, στρωμένο, περιμένει τους - προνομιούχους προφανώς - που θα το καταναλώσουν...
Θα μου πείτε, τα περισσότερα απ' αυτά όλοι τα κάναμε κάποτε. Ναι, όμως μιλάμε για μια απόλυτα διαφορετική εποχή και, κυρίως, για ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς, που πάθαινε αλλεργία με οποιαδήποτε αναφορά σ' όλα αυτά. Πέραν αυτού όμως, ιδιαίτερη αξία έχει η κινηματογράφηση: Πειραματική, αναρχική - όπως και οι δύο αυθάδεις ηρωίδες -, αλλάζει συνεχώς χρώματα, "παγώνει" τις εικόνες, χρησιμοποιεί κατά καιρούς σειρές από φωτογραφίες, πηδά αυθαίρετα από τη μια κατάσταση στην άλλη δίχως σαφή ειρμό, βάζει τις ηρωίδες να κινούνται και να μιλούν σαν κούκλες, τελικά όμως καταφέρνει να πιάσει απόλυτα το ατίθασο πνεύμα των νέων - και ιδιαίτερα των γυναικών, την αναρχική, ενστικτώδη επανάστασή τους ενάντια στην ανία και τους κανόνες που τους περιβάλλουν, τη δίψα για ζωή (αν και ουσιαστικά δεν ξερουν τι ακριβώς αναζητούν), αλλά και το συγκεκριμένο πνεύμα των 60ς. Κι όλα αυτά δοσμένα με χιούμορ και πρωτοποριακές ιδέες.
Σας είπα: Μην περιμένετε ένα σαφές σενάριο.Η ταινία είναι πειραματική. Αξίζει όμως, αν το βρείτε κάπου, να κάνετε μια προσπάθεια.
Περιττό να πούμε ότι η ταινία είχε απαγορευτεί στην τότε Τσεχοσλοβακία, ενώ στην Chetylova (που συνέχισε να κάνει ταινίες που ενοχλούσαν το καθεστώς) είχε απαγορευτεί να γυρίζει για 6 χρόνια.

Ο HARVEY MILK ΚΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Το ντοκιμαντέρ του Rob Epstein "The times of Harvey Milk" γυρίστηκε το 1984 και με συγκινητικό τρόπο αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία του H. Milk, του πρώτου δηλωμένου gay που εκλέχτηκε σε κάποιο αξίωμα στις ΗΠΑ.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο H.M. είναι ενας ανοιχτά ομοφυλόφιλος φωτογράφος του San Francisco. Ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των gay, κατεβαίνει σαν δημοτικός σύμβουλος της πόλης το 1973. Μετά από δυο - τρεις αποτυχίες καταφέρνει να εκλεγεί το 1977, γράφοντας ιστορία, αφού, όπως είπαμε, είναι ο πρώτος ανοιχτά gay αξιωματούχος της χώρας. Σε μια προ AIDS εποχή, με ζωντανούς ακόμα τους απόηχους των επαναστατικών 60ς, και μάλιστα στο κατ' εξοχήν κέντρο της χίπικης, αλλά και της gay κουλτούρας, το Σαν Φρανσίσκο, το γεγονός αυτό γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό και πανηγυρισμούς. Το δημοτικό συμβούλιο, με επικεφαλής τον δημοκρατικό δήμαρχο Moscone είναι σε γενικές γραμμές προοδευτικό και αποδέχεται απόλυτα τον Milk. Εξαίρεση αποτελεί ο 32χρονος ακροδεξιός σύμβουλος Dan White.
Ο Milk έμεινε στην "εξουσία" μόλις 11 μήνες. Στο διάστημα αυτό έκανε διάφορα υπέρ των φτωχών περιοχών του S.F. και κατόρθωσε να πείσει τον κόσμο της Καλιφόρνια να καταψηφίσει το σχέδιο νόμου ενός συντηρητικού γερουσιαστή που ήθελε να απολύονται οι ομοφυλόφιλοι δάσκαλοι. Το 1978, 10 μήνες μετά την εκλογή του, ο ακροδεξιός White, που πολλές φορές έχει συγκρουστεί με τον Milk, απελπισμένος επειδή καμιά από τις προτάσεις του δεν περνά (πόσο μακρινές και μυθικές φαντάζουν σήμερα αυτές οι εποχές!)παραιτείται αιφνιδίως. 4 μόλις μέρες μετά ανακαλεί την παραίτησή του. Επειδή όμως νομικά αυτό δεν είναι επιτρεπτό, ανατίθεται στο δήμαρχο να αποφασίσει αν θα δεχτεί την ανάκληση της παραίτησης ή αν θα προχωρήσει σε αντικατάστασή του. Όταν ο Moscone αποφασίζει το δεύτερο, ο White μπαίνει στο δημαρχείο από ένα παράθυρο, πυροβολεί σχεδόν εξ επαφής και σκοτώνει τον δήμαρχο και στη συνέχεια πηγαίνει στο γραφείο του Milk (το οποίο βρισκόταν αρκετά μακριά απ' αυτό του δημάρχου) και δολοφονεί με τον ίδιο τρόπο και τον Milk. Μείνατε άναυδοι; Κακώς. Το κλου έρχεται τώρα:
Στη δίκη (που στις ΗΠΑ βασίζεται στο σύστημα των ενόρκων) μεθοδεύεται ο διορισμός αποκλειστικά συντηρητικών ενόρκων, επιστρατεύονται γνωστοί μεγαλοδικηγόροι και, ενώ στην πολιτεία υπάρχει θανατική ποινή, ο White τρώει μόλις 8 χρόνια φυλακή, διότι έδρασε... εν θερμώ (παρά το ότι δεν είχε προκληθεί από κανέναν, μπήκε προετοιμασμένος και οπλισμένος στο δημαρχείο, σκότωσε τον Milk σε άλλο δωμάτιο, στο οποίο πήγε επί τούτου, και στις τσέπες του κουβαλούσε 10 εφεδρικές σφαίρες, σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά με το ήδη γεμάτο όπλο του...)
Όταν η απόφαση έγινε γνωστή, χιλιάδες οργισμένοι διαδηλωτές ξεχύθηκαν στους δρόμους και ακολούθησαν διήμερες ταραχές, με καμένα αυτοκίνητα, κατεστραμένα μαγαζιά κλπ. σα να μην έφταναν όλα λόγω καλής διαγωγης ο White αποφυλακίστηκε στα 5,5 χρόνια, το 1984, και σήμερα ζει ελεύθερος. Σε λίγα χρόνια θα εκλεγεί ο Ρίγκαν, ανοίγοντας το δρόμο για τους Μπους...
Την απίστευτη αυτή ιστορία, ικανή από μόνη της να κηλιδώσει ανεπανόρθωτα την Αμερική και την ελευθερία της, αφηγείται με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο η ταινία του Epstein, που το 1985 έγινε η πρώτη με gay θεματολογία που κέρδισε Όσκαρ, καταφέρνοντας να πιάσει το ελεύθερο πνεύμα των 70ς, τον παλμό της πόλης, της εποχής γενικότερα και φωτίζοντας μια άγνωστη και σκοτεινή πτυχή της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας..
Αν πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Αν και ντοκιμαντέρ, δεν θα βαρεθείτε καθόλου.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

ΑΡΓΟΣΥΡΤΗ ΚΑΙ ΤΕΜΠΕΛΙΚΗ "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΛΕΥΣΗ"


Η "Ελεύθερη πλέυση" του Ρώσου Boris Khlebnikov θα ήθελε ίσως να είναι μια ταινία του Καουρισμάκι, δεν νομίζω όμως ότι τα καταφέρνει. Κωμωδία (θεωρητικά), αφηγείται τις περιπέτειες ενός νεαρού τεμπέλη ρώσου, που γυρνάει από δουλειά σε δουλειά (τις οποίες βαριέται σε χρόνο dt) και, τελικά, συχνάζει στο τοπικό γραφείο ανεργίας περισσότερο απ' όσο στα μπαρ. Υπάρχει όντως χιούμορ στο απόλυτο άφημα του ήρωα και κυρίως αστείες είναι οι σκηνές με το συνεργείο που συμμετέχει και το οποίο υποτίθεται ότι φτιάχνει τους γεμάτους λακούβες δρόμους, χωρίς στην ουσία να κάνει σχεδόν τίποτα, υπάρχουν και μερικοί σπαρταριστοί τύποι (ο επί κεφαλής του συνεργείου που λέγαμε πρώτος και καλύτερος). Ωστόσο τα υπερβολικά αργόσυρτα πλάνα, που κάνουν τον Αγγελόπουλο να μοιάζει με βιντεοκλιπά, καταστρέφουν κάθε ρυθμό και με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα. Ίσως βέβαια αυτό να είναι ηθελημένο, για να καταδείξει ακριβώς το απόλυτο τίποτα της καθημερινότητας του ήρωα. Οι θεατές όμως τι φταίνε; Ακίνητο πλάνο σχεδόν ολόκληρου ενός λεπτού, όπου δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως, ούτε καν το διασχίζει κανείς; Έλεος!

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ DEJA VU ΣΤΟΝ "ΕΒΔΟΜΟ ΟΥΡΑΝΟ"


Ο "Έβδομος Ουρανός" του γερμανού Mickael Busch είναι μια πειραματική ταινία. Κατακερματισμένη αφήγηση, επίτηδες θολή (out of focus) φωτογραφία, που με κούρασε πολύ, και μεταφυσικοί προβληματισμοί πάνω στο φαινόμενο του deja vu και στην αγνότητα, όπως αυτή τέθηκε από το κίνημα των "Καθαρών", συνθέτουν ένα φιλμ που πάνω απ' όλα βλέπεται πολύ δύσκολα. Αφηγείται (προσπαθεί να αφηγηθεί) την ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο κατ' εξοχήν αταίριαστους χαρακτήρες: Έναν νυχτοφύλακα με έντονες φιλοσοφικές και μεταφυσικές ανησυχίες και μια "γκοθού". Το χάσμα ανάμεσά τους γεφυρώνεται από το πάθος, κυρίως της κοπέλας, που παρά την αλλόκοτη goth εμφάνισή της είναι πολύ πιο γήινη, ενώ ο άντρας προβληματίζεται για το αν πρέπει να απέχει από οτιδήποτε σαρκικό.
Δεν έχω τίποτα ενάντια στις πειραματικές προσπάθειες, πολλές μάλιστα μ' αρέσουν ιδιαίτερα. Η συγκεκριμένη όμως δεν με άγγιξε καθόλου. Επειδή την βρήκα εξαιρετικά κουραστική στην παρακολούθησή της (το ξαναείπα νομίζω), αλλά και επειδή δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι περί απόλυτης αποχής από κάθε τι υλικό προβληματισμοί. Αν με ενδιέφεραν... μοναστήρια υπάρχουν άφθονα γύρω μας.
ΥΓ: Ο M.Busch, που μίλησε για τη ταινία του, ήταν συμπαθέστατος, γελαστός, ευγενής. Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...

Κυριακή, Οκτωβρίου 01, 2006

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ ΣΤΟ STORM


Το σουηδικό Storm των Mans Marlind και Bjorn Stein δυστυχώς συνεχίζει την τελευταία μόδα των ταινιών του φανταστικού με θρησκευτικές (βλέπε ηθικοπλαστικές) προεκτάσεις. Ξεκινά καλά, με ένα δυνατό και αρκετά ατμοσφαιρικό πρώτο δεκαπεντάλπτο, για να εκφυλιστεί στη συνέχεια σε μια βαρετή ταινία όπου - όπως σύντομα αντιλαμβανόμαστε - όλος ο χαμός γίνεται για να κερδηθεί από τους "καλούς" ή τους "κακούς" η (καθόλου αθώα) ψυχή του ήρωα, ο οποίος, όπως μας δείχνουν συνεχή flash back, υπήρξε από την παιδική του ηλικία ήδη αυτό που επιεικώς θα αποκαλούσαμε κάθαρμα. Κάτι, σα να λέμε, του στιλ "οι παλιές αμαρτίες μας βαραίνουν για πάντα", πλην όμως "αν μετανοήσεις αληθινά η ψυχή σου, έστω και την τελευταία στιγμη, μπορεί να σωθεί". Τέτοια συγκλονιστικά. Τώρα γιατί αυτή η ταινία, που το μόνο θετικό που διαθέτει είναι η μουντή, "σκουριασμένη" και ατμοσφαιρική φωτογραφία της, βραβεύτηκε στα Φεστιβάλ Φανταστικού Άμστερνταμ και Βρυξελλών, παραμένει μυστήριο.
Απορία: Πώς δικαιολογείται τέτοιος χαμός (κυνηγητά στους δρόμους, μαχαιρώματα, αυτό που μάλλον είναι ο διάβολος να συγκρούεται μ' αυτήν που μάλλον είναι άγγελος, ολόκληρες δυνάμεις να τίθενται σε απόλυτη αναταραχή και να αλληλοσκοτώνονται) μόνο και μόνο για την ψυχή ενός τύπου; Φανταστείτε δηλαδή τι γίνεται συνολικά εκεί στο υπερπέραν για τον καθέναν από μας. Μροστά στη συνολική εικόνα, ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος είναι σχολική εκδρομή...

ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΗ ΠΑΠΡΙΚΑ


Η "Paprika" είναι η τελευταία δουλειά κινουμένων σχεδίων του Ιάπωνα Satoshi Kon. Αν μια μόνο λέξη θα έπρεπε να τη χαρακτηρίσει, η λέξη αυτή θα ήταν : Ψυχεδέλεια. Όσοι το δείτε, να ξέρετε ότι μπαίνετε σ' έναν πολύ ιδιαίτερο κόσμο, φτιαγμένο από όνειρα και εφιάλτες κι όπου φαντασία, ψυχανάλυση και μνήμες, υπεράνθρωποι, γιγαντιαία παιδικά παιχνίδια και τεχνολογία, καθώς και η ποικιλία των χαρακτήρων με τα ονειρικά τους αντίστοιχα, μπερδεύονται αξεδιάλυτα.
Η υπόθεση, όσο αυτή μπορεί να περιγραφεί, είναι η εξής: Επιστήμονας δημιουργεί ένα μηχάνημα που καταγράφει τα όνειρα των άλλων. Όταν αυτό κλέβεται, γίνεται ανεξέλεγκτο στα χέρια του μυστηριώδους κλέφτη, συγχωνεύοντας τα όνειρα όλων σε ένα συλλογικό εφιάλτη. Η Paprika, ονειρικό alter ego μιας επιστήμονα, λειτουργεί σαν ντετέκτιβ ονείρων, μπαινοβγαίνοντας στους δύο (;) κόσμους.
Αν σας φαίνεται κάπως πολύπλοκο, δεν έχετε δει τίποτα ακόμα. Σύντομα οι κόσμοι μπερδεύονται, τα όρια πραγματικότητας και ονείρου γίνονται όλο και πιο ασαφή και η οργιώδης φαντασία του Kon παίρνει το πάνω χέρι. Κι αν κάπου χάσετε τον ειρμό, δεν πειράζει. Σας προτείνω να αφεθείτε στα όσα διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια σας - έστω κι αν δεν τα κατανοείτε απόλυτα - για να απολαύσετε ένα από τα πιο παράξενα trip που έγιναν ποτέ στα κινούμενα σχέδια.
Θα ψάξω και τις προηγούμενες δουλειές του Kon, που, όπως μαθαίνω, είναι εξ ίσου φευγάτες. Πάντως, με όλα αυτά που φτιάχνονται στην Ιαπωνία, το σίγουρο είναι ότι τα αμερικάνικα κινούμενα σχέδια βρίσκονται ακόμα σε νηπιακή ηλικία...

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2006

"13" ΓΙΑ ΓΕΡΑ ΝΕΥΡΑ


Το "Tzameti" (που στα γεωργιανά σημαίνει 13) του, προφανώς, γεωργιανού που ζει στη Γαλλία Gela Babluani αποτέλεσε μια από τις μεγάλες εκπλήξεις στις Νύχτες Πρεμιέρας και μάλλον βάζει υοπψηφιότητα (από τον Σεπτέμβρη μόλις) για μια θέση στις καλύτερες της σεζόν. Πρώτη ταινία του σκηνοθέτη, ασπρόμαυρη, με φοβερό νεύρο και ένταση, με κράτησε "στην άκρη του καθίσματος" από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό.
Λίγα μπορούμε να πούμε για την υπόθεση, αφού μέρος της δύναμης της βασίζεται σ' αυτό που αποκαλύπτεται μετά από 30 περίπου λεπτά... και από εκεί και πέρα ο θεατής δυσκολεύεται να ανασάνει. Ας πούμε απλώς ότι ο φτωχός μετανάστης νεαρός ήρωας παίρνει τον ρόλο κάποιου σχεδόν άγνωστού του, αναλαμβάνοντας την μυστηριώδη αποστολή του, όπου έχει αντιληφτεί ότι παίζονται πολλά λεφτά, προσπαθώντας έτσι να ξεφύγει από την καταθλιπτική καθημερινή του μιζέρια (ίσως όμως και σε μια περισσότερο μεταφυσική προσπάθεια να αλλάξει την ταυτότητα και τη ζωή του). Από εκεί και πέρα, μετά το μισάωρο που λέγαμε, ανακαλύπτει, μαζί με τον θεατή, ποια είναι αυτή η αποστολή και... ο δρόμος είναι πια χωρίς γυρισμό.
Το 13 αποτελεί πρότυπο σασπένς στον κινηματογράφο. Έντονος ρυθμός, συνεχής ένταση, νευρική ασπρόμαυρη φωτογραφία, ψυχολογική και όχι μόνο βία, φοβερή επιλογή ηθοποιών, που αποτελούν ένα πάνθεον παράδοξων μορφών, αγχωτική, πνιγηρή ατμόσφαιρα, από την οποία νοιώθεις, μαζί με τον έντρομο ήρωα, ότι είνα αδύνατο να ξεφύγεις - κι όλα αυτά σε μια φτηνή ταινία - συνθέτουν ένα από τα εντυπωσιακότερα σκηνοθετικά ντεμπούτα, που ελπίζουμε να έχει συνέχεια.
ΥΓ: Όταν το κοινό ρώτησε τον πρωταγωνιστή (που είναι αδελφός του σκηνοθέτη) γιατί ο αδελφός του έκανε την ταινία, απάντησε ότι έφυγαν από τη Γεωργία στα 16 τους ή κάτι τέτοιο θέλοντας να γλυτώσουν από την τρομαχτική βία της καθημερινότητας που επικρατούσε εκεί. Στην πλούσια Γαλλία όμως συνάντησαν παρόμοια βία, ίσως όχι τόσο ωμή και ανοιχτή, αλλά περισσότερο ύπουλη και καλυμμένη, κι αυτό ήταν το έναυσμα: Να μιλήσει, μεταξύ άλλων, για τη "πολυτελή" βία των πλούσιων.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2006

ΕΝΑΣ "ΠΟΡΝΟΣΤΑΡ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ


Ο "Πορνοστάρ" (1998) είναι η πρώτη ταινία του Toshiaki Toyoda (και η τρίτη δική του που είδα). Μάλλον αδιάφορο πρωτόλειο, είναι μια αιματηρή και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται στους κόλπους της Γιακούζα, καθώς και η σχέση ενός σιωπηλού (και κατά πάσα πιθανότητα ψυχοπαθούς) νεαρού με έναν wanabe Γιακούζα νονό. Αλλεπάλληλα μαχαιρώματα, φαντασιώσεις με μαχαίρια που πέφτουν από τον ουρανό, βίαιες πράξεις που δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τα κίνητρά τους (όπως και σε επόμενες ταινίες του σκηνοθέτη), η εντελώς μπερδεμένη και ακατανόητη περσόνα του νεαρού, μοιραίες γυναίκες - αδίστακτες δολοφόνοι που εμφανίζονται από το πουθενά και άλλα τέτοια συνθέτουν μια γιακουζοκεντρική σαλάτα, που το μόνο που μου άφησε στο τέλος ήταν το ερώτημα: "Γιατί όλα αυτά;"
Δεν πειράζει. Είναι η πρώτη του ταινία. Οι άλλες είναι σαφώς πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και πάλι δεν νομίζω ότι ο σκηνοθέτης αυτός άξιζε ενός συνολικού αφιερώματος.
ΥΓ: Ο "Πορνοστάρ" κερδίζει αναμφισβήτητα μια θέση στο βιβλίο Γκίνες για τον πλέον άσχετο τίτλο που έγινε ποτέ. Δεν έχει καμία, μα καμία απολύτως σχέση με τίποτα στην ταινία, ούτε γίνεται η παραμικρή αναφορά σε κάτι τέτοιο (αν και τα γιαπωνέζικά μου δεν με βοηθούν πολύ και ίσως να έχασα - μαζί με τον μεταφραστή - κάποιο αδιόρατο hint). Είναι σαν να παίρνεις μια ταινία με τον Ξανθόπουλο και να την ονομάζεις "Η φριχτή νύχτα των ζόμπι" ή κάτι τέτοιο...

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006

ΟΙ ΔΙΧΩΣ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ BLUE SPRING


Το Blue Spring (2001), τρίτη ταινία του Toshiaki Toyoda, μας μεταφέρει σ' ένα γιαπωνέζικο σχολείο, όπου η βία, ο ανταγωνισμός για εξουσία, η κάθε λογής "μαγγιά" και η εγκληματικότητα σε διαφορετικές μορφές κυριαρχούν ανάμεσα στους μαθητές. Το ύφος του Toyoda μας είναι πια γνώριμο: Απόλυτο στυλιζάρισμα και προσωπική ματιά, αναληθοφανείς καταστάσεις, απουσία κοινωνικού περίγυρου. Πράγματι, οι μαθητές μοιάζουν να είναι μόνοι. Ελάχιστοι καθηγητές εμφανίζονται, σχεδόν καμιά γυναίκα (το σχολείο είναι αρρένων), κανένας γονιός, ούτε καν άλλοι μαθητές εκτός από τις συγκεκριμένες ομάδες των ηρώων, που συγκρούονται μερικές φορές μέχρι θανάτου και στον κοινωνικό περίγυρο που προαναφέραμε μοιάζει να υπάρχει μονάχα η Γιακούζα, έτοιμη πάντα να στρατολογήσει νεαρούς πριν καν τελειώσουν το σχολείο. Όλα αυτά είναι μάλλον ηθελημένα, αφού τον σκηνοθέτη ενδιέφερε πιθανώς να δημιουργήσει έναν εφιαλτικό σχολικό μικρόκοσμο της "έξω" κοινωνίας. Ωστόσο οι χαρακτήρες νομίζω ότι δεν αναπτύσονται και πολύ ξεκάθαρα, καθώς συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τα κίνητρα ορισμένων (βίαιων κυρίως) πράξεών τους.
Η ταινία σίγουρα έχει κάποιο ενδιαφέρον, με κράτησε αρκετά με τα άιματηρά της ξεσπάσματα - και όχι μόνο - αλλά συνολικά, για μια ακόμα φορά, με άφησε ανικανοποιήτο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

9 ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ


Το "9 Souls" (2003) του γιαπωνέζου Toshiaki Toyoda, η πρώτη ταινία του που είδα στις Νύχτες Πρεμιέρας, μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα, όπως και όλο το έργο του άλλωστε. Η ταινία αφηγείται την απόδραση 9 επικίνδυνων κατάδικων και την περιπλάνησή τους στους δρόμους των γιαπωνέζικων πόλεων (μένουν συνεχώς όλοι μαζί, και παρά το ότι ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, η μοίρα τους μοιάζει να είναι δεμένη).
Το φιλμ ξεκινά με αρκετό χιούμορ για να καταλήξει σε ένα αιματηρό και βίαιο φινάλε, τραγικό για τους περισσότερους - αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Υπάρχει σκηνοθετικό στυλιζάρισμα, υπάρχει κάποιος σουρεαλισμός σε μερικά σημεία, υπάρχει μια προσωπική ματιά και, αναμφισβήτητα, καλές και δυνατές στιγμές. Το όλο αποτέλεσμα ωστόσο με άφησε μάλλον αμήχανο, να μη μπορώ ακριβώς να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Toyoda, 36 μόλις χρονών, έχει προλάβει να γυρίσει ήδη 5 ταινίες (αυτή είναι η 4η, του 2003). Έχοντας δει τις 3 απ' αυτές, θεωρώ ότι σίγουρα έχει ενδιαφέρον ως δημιουργός, δεν μπορώ να πω όμως ότι ήταν και μια πραγματική αποκάλυψη.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ "ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ"


Η "Ανακύκλωση" των δίδυμων Danny και Oxide Pang (από το Χονγκ Κονγκ, που ζουν και δουλεύουν στην Ταϊλάνδη και πριν λίγα χρόνια είχαν κάνει το ενδιαφέρον "Μάτι") ξεκινά σαν μια καλή ταινία τρόμου, για να εκφυλιστεί γρήγορα σε κάτι σαν εφιαλτικό παραμύθι που βρίθει από ηθικοπλαστικά μηνύματα. Όσο η μοναχική ηρωίδα συγγραφέας βρίσκεται στο διαμέρισμά της και αντιλαμβάνεται παράξενα και τρομακτικά φαινόμενα γύρω της, το φιλμ υπόσχεται πολλά. Όταν όμως, στα καλά καθούμενα, μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο και με οδηγό ένα κοριτσάκι ξεκινά μια οδύσσεια για να επιστρέψει, η βαρεμάρα καταλαμβάνει σιγά - σιγά την οθόνη, καθώς σκηνοθετικά λείπει το νεύρο και το σασπένς. Η κλασσική δομή του παραμυθιού, όπου το ένα στοιχείο σε οδηγεί στο επόμενο, ή του video game αν θέλετε, όπου περνάς από τη μία πίστα στην άλλη, κυριαρχούν. Το χειρότερο όμως είναι το μπαράζ από ηθικοπλαστικά, χριστιανικά "διδάγματα", με αποκορύφωμα την πολεμική κατά των εκτρώσεων, που τελικά φαίνεται να είναι το βασικό μήνυμα της ταινίας. Πώς, τώρα, ένα ταϊλανδέζικο φιλμ μοιάζει να έχει χρηματοδοτηθεί από την καθολική εκκλησία, αυτό είναι όντως απορίας άξιο.
Τα θετικά της ταινίας βρίσκονται μόνο στις εικόνες της (σε ορισμένες από αυτές για να είμαστε ακριβείς). Πράγματι μερικές είναι εξαιρετικής σύλληψης και σκοτεινής ομορφιάς (η πόλη σε σήψη που καταρρέει, τα ιπτάμενα νησιά κλπ.), ενώ ορισμένα εφφέ (ψηφιακά φυσικά) είναι εντυπωσιακά. Όπως και στο Silent Hill όμως, η εντυπωσιακή εικόνα δεν φτάνει σε καμία περίπτωση να κάνει μια καλή ταινία, όταν το σενάριο στερείται φαντασίας, είναι κούφιο ή/και αντιδραστικό.
Τελικά μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιδημία στο χώρο του φανταστικού, όπου προσπαθούν να τα κάνουν όλα με τον απλό οπτικό εντυπωσιασμό, χτίζοντας ωστόσο σε σαθρότατα θεμέλια;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ


Μετά την θαυμάσια "Ανθρωποκτονία", ο Δανός Per Fly το έκανε πάλι: Η "Κληρονομιά" είναι, αυτή τη φορά, ένα δυνατό δοκίμιο πάνω στην ικανότητα του πλούτου και της δύναμης να απομυζούν την ανθρωπιά, οδηγώντας τον κάτοχό τους σε εσωτερική ξεραϊλα και μαρασμό. Παράλληλα μιλά για το αβάσταχτο βάρος των οικογενειακών υποχρεώσεων, την δειλία και την άνευ όρων παράδοση σε σιδερένιους, προϋπάρχοντες κανόνες, το ξεπούλημα τελικά των "θέλω" στα "πρέπει".
Όλα αυτά μέσα από την ιστορία ενός έξυπνου, ερωτευμένου και ευτυχισμένου ανθρώπου, που κάνει τη ζωή που πάντοτε ήθελε... μέχρις ότου, με τον θάνατο του πατέρα του, κληρονομεί την πανίσχυρη - και προβληματική - βιομηχανία του. Από εκεί και πέρα ο Fly μας δείχνει με ακρίβεια - και ψυχρότητα - χειρούργου την δίχως επιστροφή πορεία του προς τη δύναμη, την εδραίωση του πλούτου... και την δυστυχία: Ο έρωτας σβήνει κάτω από το βάρος των υποχρεώσεων, η ψυχρή και άτεγκτη "καθώς πρέπει" οικογένεια - με επικεφαλής την δεσποτική μητέρα - παίρνει σιγά - σιγά το πάνω χέρι, τα πλούσια συναισθήματα δίνουν βαθμιαία τη θέση τους σε μια άνευ προηγουμένου εσωτερική ξηρασία... Ο άνθρωπος πεθαίνει, ο πανίσχυρος και υπεράνω ηθικής και συναισθημάτων υπεράνθρωπος γεννιέται.
Με τη δεύτερη αυτή ταινία του Fly που βλέπω, ο σκηνοθέτης αυτός αναδεικνύεται σε έναν βαθύ (και κάπως ψυχρό, ίσως λόγω βόρειας καταγωγής) ανατόμο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Χρειαζόμαστε όμως τέτοιους. Σε μια εποχή άνευ αντιπάλων θριάμβου των συγκεκριμένων μοντέλων και προτύπων και άκριτης αποδοχής των κάθε λογής status quo, καλό είναι κάποιοι να θυμίζουν το βαρύ κόστος όλων αυτών...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

ΕΝΑΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ


Στον "Αλιγάτορα" ο Nanni Moretti ήθελε πρώτα απ' όλα να κάνει μια ταινία ενάντια στον Μπερλουσκόνι. Στη συνέχεια το ξανασκέφτηκε, έβαλε και κάμποσα στοιχεία προσωπικής και οικογενειακής κρίσης του ήρωά του, μερικές αναφορές σε παλιά B-movies τρόμου και νύξεις για τα ενδοκινηματογραφικά - δημιουργικά και μη - προβλήματα και... έφτιαξε μια σαλάτα. Πολύ απλά νομίζω ότι τα συστατικά δεν δένουν μεταξύ τους.
Οι αναφορές στον Μπερλουσκόνι είναι ανοιχτές: Ο γελοίος πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται με το όνομά του. Αλλά όλο αυτό το μπρος - πίσω με τον ξεπεσμένο παραγωγό που πασχίζει να κάνει μετά από καιρό μια ταινία, και μάλιστα για πρώτη φορά πολιτική, καθώς και "η ταινία μέσα στην ταινία", είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές.
Διατηρώ επίσης κάποιες επιφυλάξεις για το πόσο χρήσιμο ή καλλιτεχνικά σημαντικό είναι να κάνεις ένα φιλμ που να μιλά για ένα πολύ συγκεκριμένο, υπαρκτό πρόσωπο, κατακρίνοντάς το (καλλιτεχνικές επιφυλάξεις, ξαναλέω, διότι δεν τρέφω την παραμικρή συμπάθεια για τον Μπερλουσκόνι, και θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν επιτέλους τον οδηγούσαν στη φυλακή, όπου είναι η θέση του). Είναι σαν ο Μορέτι να έχει παρασυρθεί από το - απόλυτα δικαιολογημένο - προσωπικό του μένος εναντίον του Μπ. και να το έχει κάνει άξονα της ταινίας.
Μένουν οι απίστευτες αληθινές σκηνές με τον Μπερλουσκόνι, από διάφορες ομιλίες στη βουλή ή αλλού. Ο άνθρωπος είναι απόλυτα γελοίος και χυδαίος σε βαθμό που είναι αδύνατο να το πιστέψετε αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια (και θεωρώ προσβολή για ολόκληρη την Ιταλία το ότι αυτό το άτομο εξελέγει δύο φορές). Πάντως αν υπήρχε ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει τα highlights από τις θητείες του, θα το έπαιρνα τρέχοντας. Θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό και απίστευτο από οποιαδήποτε fiction ταινία πάνω σ' αυτόν.