Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝΝΟΥΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Η ζωή στα "ήσυχα" αμερικάνικα προάστεια φαίνεται να κυλά δίχως εξάρσεις. Ειδυλλιακά για πολλούς, βαρετά για άλλους. Ο κινηματογράφος, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μας έχει δείξει ουκ ολίγες φορές ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Ότι κάθε λογής πάθη, κάθε είδους καθημερινοί φασισμοί και μια υποβόσκουσα βία (πιθανότατα απόρροια των παραπάνω) βασιλεύουν κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια. Οι "Κρυφές επιθυμίες" (Little Children) του Todd Field είναι από τις καλές ταινίες που καταπιάνονται με το θέμα αυτό.
Οι παράλληλες ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν στα ευημερούντα, ενίοτε πολυτελή για τα δικά μας καθημερινά δεδομένα, πλην όμως απίστευτα συντηρητικά και βαρετά αυτά υπνωτήρια, δίνονται ανάγλυφα και με δύναμη από τον σκηνοθέτη που πριν λίγα χρόνια είχε κάνει τα "Μυστικά της κρεβατοκάμαρας" (ταινία καλή μεν, ιδιαιτέρως καταθλιπτική όμως). Τα πάθη λοιπόν, απαγορευμένα ως επί το πλείστον, σιγοκαίνε κάτω από την καθώς πρέπει εξωτερική εικόνα και, όταν βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, η "ρωγμή", ξεσπάνε σαν λάβα που βγαίνει και δημιουργεί τα ηφαίστεια. Μη φανταστείτε όμως ρομαντισμούς και ηρωισμούς και πανευτυχή χάπι εντ. Τα πάθη υπάρχουν, οι επαναστάσεις πάνε να γίνουν, ξεκινάνε αν θέλετε... και μένουν εκεί. Σιγά μην ολοκληρώνονταν κιόλας, δηλαδή... Η "παράνομη" ερωτική μπλέκεται με την τραγική ιστορία ενός παιδόφιλου, το δράμα ξεσπά, και ο συντηρητισμός, που όπως είπαμε αγγίζει ενίοτε τα όρια του φασισμού, και η επιμελώς κρυμμένη σκληρότητα παίρνουν το πάνω χέρι.
Δυνατή ταινία, που θα σας αρέσει (ίσως μάλιστα να σας συγκλονίσει κιόλας) αν σας αρέσουν φιλμς όπως τα American Beauty, Magnolia κλπ. Αν πάλι βαριέστε τα πολλά πάθη - έστω και με άδοξη κατάληξη - αλλάξτε ταινία.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

"ΜΙΚΡΕΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΕΣ" ΠΟΥ ΤΙΝΑΖΟΥΝ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ


Υπάρχουν πολλές ταινίες που σαρκάζουν / γελοιοποιούν / καυτηριάζουν / ανατινάζουν τα αμερικάνικα (κυρίως) πρότυπα, καθώς κι εκείνο το πολύπαθο "αμερικάνικο όνειρο", το οποίο, ούτως ή άλλως, ουδείς φαίνεται να πιστεύει πλέον στην εποχή του Μπους, των Δίδυμων Πύργων και του Ιράκ. Το Little Miss Sunshine πάντως, των πρωτοεμφανιζόμενων και μέχρι πρότινος δραστήριων βιντεοκλιπάδων Jonathan Dayton και Valerie Faris, μου φάνηκε από τις πιο πετυχημένες του είδους.
Επίκεντρο μια δυσλειτουργική, παλαβή οικογένεια (η οικογένεια εξ άλλου αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους των ταινιών που λέγαμε): Ένας ανεκδιήγητος πορνόπαπος, ένας πατέρας που πιστεύει ακόμα - ηλιθιωδώς - στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, ένας γκέι και καταθλιπτικός θείος, ένας γιος που διαβάζει Νίτσε και έχει πάρει... όρκο σιωπής, μια σαλταρισμένη μάνα που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα σ' όλα αυτά, μια 7χρονη κόρη που όνειρό της είναι να κερδίσει σε κάποια παιδικά καλλιστεία... Και συγχρόνως, ένα road movie που είναι σπαραχτικό και πολύ αστείο ταυτόχρονα, μέχρι την τελική, απόλυτα ανατρεπτική κατάληξη.
Τα όνειρα όλων καταστρέφονται με ποικίλους τρόπους. Κανείς από τα μέλη δεν θα πετύχει αυτό που θέλει, κι ωστόσο το ταξίδι θα τους φέρει κοντά με τρόπους αναπάντεχους. Η σύγχρονη, μικροαστική Αμερική βάλλεται πανταχόθεν, όχι μόνο λόγω της πλήρους αποτυχίας των μελών ατομικά και της οικογένειας συνολικά, αλλά και μόνο με την ανελέητη κατάδειξη της κακογουστιάς και του κιτς που κυριαρχούν, με αποκορύφωμα τα απίστευτα παιδικά καλλιστεία, που μόνο απόλυτη φρίκη μπορούν να προκαλέσουν σε κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Πιστεύω ότι ολόκληρη η τελική σκηνή, από τη στιγμή δηλαδή που φτάνουν στον τόπο των καλλιστείων και πέρα, θα σας αφήσει άναυδους με τα όσο θα δείτε, και θα έπρεπε να διδάσκεται ως μάθημα για το τι ΔΕΝ πρέπει να συμβαίνει (σημειωτέον ότι τέτοια καλλιστεία γίνονται όντως και δεν είναι προϊόν άρρωστης φαντασίας). Αυτό άλλωστε κάνει και το ανατρεπτικό φινάλε που προαναφέραμε απόλυτα λυτρωτικό και καλοδεχούμενο.
Ακούστηκαν σοβαρά και εφιαλτικά όλα αυτά; Καθόλου. Είναι δοσμένα με πολύ χιούμορ και σαρκασμό, οπότε ουδείς θεατής πρόκειται να τα βάψει μαύρα. Αντίθετα, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε δεόντως.
ΥΓ: "Γιατί να τα βάψω μαύρα;" θα μου πείτε. "Αφού όλα αυτά είναι εντελώς αμερικάνικα και ουδόλως μας αγγίζουν". Ίσως, θα απαντούσα. Όντως τα όσα ανεκδιήγητα συμβαίνουν είναι πολύ αμερικάνικα. Προσέξτε όμως. Έχουμε κι εδώ πετυχημένες Espresso και εξ ίσου πετυχημένα τηλεοπτικά σκατά. Μακάρι να βγω ψεύτης, αλλά όλα αυτά ίσως να είναι πιο κοντά απ' όσο δείχνουν.

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2007

ΟΛΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ "ΜΕΤΑ ΤΟ ΓΑΜΟ"


Αν με ρωτούσαν αν είναι δυνατόν ένα μελό να είναι καλή ταινία, η ενστικτώδης απάντησή μου (όπως και πολλών από σας, φαντάζομαι) θα ήταν όχι. Και ξέρω κάμποσους που τρέφουν ενστικτώδη απέχθεια για το είδος. Να όμως που ταινίες όπως το δανέζικο Efter brylluppet της Suzanne Bier αποδεικνύουν ότι μελό δεν είναι μόνο ο Φώσκολος και ο Ξανθόπουλος, ούτε και ο καταθλιπτικότατος και τραβηγμένος στα άκρα von Trier του "Χορεύοντας στο σκοτάδι".
Τελικά δύο διαπιστώσεις προκύπτουν: 1. Το σκανδιναβικό (και ιδιαίτερα το δανέζικο σινεμά) εξακολουθούν να παράγουν εξαιρετικά φιλμ και 2. Ας μην απορρίπτουμε κανένα είδος. Όλα, μα όλα, περιέχουν και διαμάντια και σκουπίδια.
Η ταινία καθηλώνει τον θεατή δημιουργώντας ένα πρωτότυπο συναισθηματικό σασπένς, που δεν έχει βέβαια σχέση με αυτό των αστυνομικών ή τρομαχτικών ιστοριών, αλλά με τις ζωές, τις αποφάσεις και τις αποκαλύψεις σχετικά με τους ήρωες. Είναι και πολύ καλογυρισμένη, οπότε τα πράγματα βελτιώνονται κι άλλο. Και μη σας περάσει απ' το μυαλό ότι τα πολλά και πολύπλοκα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες είναι του στυλ "σύζυγο ή εραστή/ερωμένη;", "να θυσιαστώ ή όχι" και άλλα τέτοια. Είναι ηθικής κυρίως φύσης, ανατρέποντας συνεχώς τα στερεότυπα του είδους. Όπως καταλάβατε, πρόκειται βασικά για ταινία σεναρίου, που ανάμεσα στα αρκετά θέματα που θίγει, βρίσκεται κι αυτό της εντελώς διαφορετικής φύσης των προβλημάτων Τρίτου Κόσμου και Δύσης. Απολαύστε το. Κι αν, στο τέλος, χρειαστείτε επειγόντως μαντηλάκι για σκούπισμα, δεν πειράζει. Αφεθείτε. Αυτό άλλωστε είναι και η γοητεία του πράγματος.

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

"ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ" ΣΕ ΣΤΙΛ ΓΚΙΜΠΣΟΝ


Η 3η ταινία του Mel Gibson είναι και πάλι ένα έπος. Έχει την πρωτότυπη ιδέα να διαδραματίζεται στην εποχή των Μάγια και μάλιστα να μιλά την αυθεντική γλάσσα τους, πράγμα που ανεβάζει το ενδιαφέρον και από εθνολογικής πλευράς. Ως παραγωγή είναι όντως εντυπωσιακή, οι ντόπιοι άγνωστοι ηθοποιοί είναι απόλυτα πειστικοί ως "πρωτόγονοι" που έζησαν 500 χρόνια πριν, η δε αναπαράσταση του αιμοσταγούς πολιτισμού των Μάγια μου φάνηκε εξ ίσου πειστική - και εφιαλτική.
To Apocalypto, παρά τις κάποιες, λίγες, κοιλιές που πιθανόν κάνει, νομίζω ότι κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίζεται σε 3 μέρη: Τη ζούγκλα με τους φιλήσυχους ιθαγενείς, την είσοδο στην φρίκη της πρωτεύουσας και το κυνηγητό στη ζούγκλα και πάλι. Προσωπικά βρήκα συγκλονιστικό το 2ο μέρος, αυτό της πόλης. Όλο το σκηνικό έχει στηθεί εκπληκτικά. Η ατμόσφαιρα διαπνέεται από ανησυχητικό μυστήριο και βαθειά αίσθηση φρίκης. Η "κατανυκτική" λατρευτική αίσθηση συνδυάζεται με την απόλυτα αιμοσταγή πρακτική της λατρείας των Μάγια (τις μαζικές ανθρωποθυσίες και εκτελέσεις), την άγνωστη ασθένεια και τη βαθύτατα παρακμιακή "μυρουδιά" που αποπνέει η πόλη και διαποτίζει τα πάντα. Όλο αυτό το εφιαλτικό ντελίριο όμως, που δεν αφήνει καμιά διέξοδο στους δύστυχους αιχμάλωτους, θυμίζει υπερβολικά την αντίστοιχη συγκλονιστική είσοδο του ήρωα στο βασίλειο του τρόμου του παρανοϊκού συνταγματάρχη στο "Αποκάλυψη Τώρα", πράγμα που πιθανόν είναι απόλυτα συνειδητό, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς και την ομοιότητα των τίτλων των δύο ταινιών.
Η πιθανή αντίρρησή μου έγκειται στο ότι ο Γκίμπσον έστησε όλο αυτό το απίστευτο σκηνικό (τόσο της ζούγκλας όσο και - κυρίως - της πόλης), μόνο και μόνο για να φτιάξει μια σεναριακά απλή - έως και απλοϊκή - περιπέτεια, με πλήθος κλισέ (ο ήρωας που τρέχει γρηγορότερα από οποιονδήποτε άλλον παρ' όλο που ένα κοντάρι έχει διαπεράσει το πλευρό του, το απόλυτο timing άφιξης του ήρωα - γέννας, η οικογένεια πάνω απ' όλα, ένας που μόνος του σταδιακά εξοντώνει πολλούς κλπ., κλπ.) Παρ΄ όλα αυτά αξίζει, νομίζω, να δείτε την ταινία, έστω και μόνο για το εντυπωσιακό, εξωτικότατο "περιτύλιγμα" - αφού προηγουμένως προειδοποιήσουμε τους ευαίσθητους θεατές για τους τόννους βίας, σε βαθμό σπλάτερ, που περιέχει.
ΥΓ. Δεν θέλω να φανώ συνωμοσιολόγος και υπερβολικά καχύποπτος, γνωρίζοντας όμως τις όχι και τόσο προοδευτικές θέσεις του Μελ σε διάφορα θέματα (ιδιαιτέρως χριστιανός μεταξύ άλλων) δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι όλος αυτός ο υπερτονισμός της φρίκης του πολιτισμού των Μάγιας, συνειρμικά μας κάνει να σκεφτούμε ότι "καλά έκαναν οι Ισπανοί που τα κατέστρεψαν όλα αυτά και έφεραν τον χριστιανισμό τους και τον ανώτερο πολιτισμό τους". Άσε που το μότο της αρχής (ότι "οι πολιτισμοί καταστρέφονται όταν είναι έτοιμοι να καταστραφούν, όταν δηλαδή έχουν ήδη διαβρωθεί εσωτερικά"), οδηγεί στο ίδιο πάνω - κάτω συμπέρασμα: Δεν φταίνε οι λευκοί εισβολείς τους εσφαξαν όλους, δίκαιους και άδικους, αλλά να, το φρούτο ήταν ήδη ώριμο και έπεσε σχεδόν από μόνο του. Αν τώρα οι εισβολείς κουβαλούσαν κυριολεκτικά υπερόπλα για την εποχή και διέλυσαν τα πάντα, αυτό είναι άλλη ιστορία... Ξαναλέω, δεν έχω ιδέα για το αν ο Γκίμπσον το έκανε συνειδητά, αν ήθελε να πει κάτι τέτοιο, ή αν ασυνείδητα ή έστω κατά λάθος βγαίνει τέτοιο συμπέρασμα, να όμως που εμένα μου πέρασε απ' το μυαλό...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΗ ΑΚΤΣΟΓΛΟΥ


Δυστυχώς η δυσοίωνη ρήση "οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι" επιβεβαιώνεται. Ο Μπάμπης, εξαιρετικός άνθρωπος και πολύ καλός κριτικός κινηματογράφου, δεν είναι πια μαζί μας. Νομίζω ότι όλο και κάποια κείμενά του θα έχετε διαβάσει στο Αθηνόραμα και θα εκτιμήσατε το στυλ του, που ήξερε να κρατά ισορροπίες, δίχως ούτε στιγμή να πάψει να υποστηρίζει αυτό που πίστευε. Έτσι κάπως ήταν κι ο ίδιος.
Εκτός από φίλος, ήταν ο κριτικός που προτιμούσα. Όχι όμως επειδή ήταν φίλος. Επειδή, απλούστατα, συμφωνούσα με το 80% περίπου των απόψεών του.
Καλό του ταξίδι. Του αφιερώνω τα Aquarella Songs, που εκείνος μου είχε προτείνει και ποτέ δεν το μετάνοιωσα.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ


Ίσως το σενάριο να θυμίζει κάπως το Adaptation. Άλλωστε πρόκειται σαφώς για σενάριο της "σχολής Κάουφμαν". Ωστόσο το "Πιο παράξενο κι από παράξενο" (Stranger than Fiction) του Marc Forster με κέρδισε με το χιούμορ, τη γλυκύτητα και, φυσικά, την παραξενιά του. Η ιδέα του συγγραφέα που συναντά τον χαρακτήρα που δημιούργησε... κι από κει και πέρα πολλά μπορεί να συμβούν, λειτουργεί καλά, όχι προς την κατεύθυνση του θρίλερ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ακολουθήσει μια τέτοια ιδέα, αλλά προς αυτή της κομεντί. Πέρα λοιπόν από μια απολαυστική περιπλάνηση στον κόσμο της λογοτεχνίας (συγγραφέων, κριτικών κλπ.), είναι ο ήρωας Will Ferrell που σε κερδίζει - αρχικά ως "φυτό", που ξαφνικά ανακαλύπτει την αληθινή ζωή. Έχουμε έτσι και την κριτική στον καθημερινό, άχρωμο και άοσμο μέσο άνθρωπο, στην αλλοτρίωση της δουλειάς, στην καθημερινότητα που πνίγει γενικότερα. Μ' αυτά τα δεδομένα, πιστεύω ότι η ταινία δεν θα ενοχλήσει ούτε κι αυτούς που απεχθάνονται το παράλογο, το σουρεαλιστικό στοιχείο, το φανταστικό (στους οποίους βεβαίως δεν συγκαταλέγομαι).
Ιδιαίτερη μνεία στις πολύ καλές ερμηνείες, τόσο του Φερέλ, όσο και μιας πινακοθήκης σπαρταριστών - και ιδιόρυθμων - χαρακτήρων που τον περιβάλλουν: Της Έμα Τόμσον κυρίως, στο ρόλο της νευρωτικής, μισότρελης συγγραφέα, αλλά και των Ντάστιν Χόφμαν, Μάγκι Τζίλενχαλ (πολύ καλή ως "ζωντανή", αναρχική φουρνάρισα), Κουίν Λατίφα.
Ο Forster, χωρίς ποτέ να κάνει το μεγάλο μπαμ, έχει μέχρι τώρα στο ενεργητικό του πολύ συμπαθητικές ταινίες, όπως το δυνατό "Χορό των Τεράτων" και το Finding Neverland.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Σ' ΕΝΑΝ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟ ΕΦΙΑΛΤΗ


Με το "Ένας διαφορετικός άνθρωπος" ο Νορβηγός Jens Lien κάνει μια ιδιότυπη ταινία φανταστικού, απ' αυτές που δεν κατατάσσονται σε κανένα από τα 3 βασικά είδη του (Ε.Φ., τρόμος, fantasy): Ο ήρωας, μετά την αυτοκτονία του, βρίσκεται σε έναν "τέλειο", πλην όμως γκρίζο, άοσμο, άγευστο, άκαυλο και δίχως έντονα συναισθήματα κόσμο, στον οποίο καλείται να προσαρμοστεί και να γίνει κι αυτός, όπως και οι γύρω του, "ευτυχισμένος" και πανομοιότυπος. Από κει και πέρα τα πάντα κινούνται μεταξύ εφιαλτικού και γελοίου - με μερικές ξαφνικές σκηνές σπλάτερ και ψήγματα χιούμορ.
Η μουντή, χωρίς ίχνος φύσης, ατμόσφαιρα είναι πετυχημένη και κατορθώνει να πιάσει τον ψυχρό και "επίπεδο" χαρακτήρα του κόσμου που περιγράφει, ενός κόσμου που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες μοντέρνου περιοδικού προχωρημένου, μινιμαλιστικού ντιζάιν, στερείται όμως παντελός αληθινής ζωής και βάθους. Ωστόσο, όταν αντιλαμβανόμαστε το τι συμβαίνει - πράγμα που γίνεται πολύ σύντομα - η ταινία μοιάζει δίχως νεύρο, να επαναλαμβάνεται και να κολλάει κάπως, μέχρι το μετέωρο, σαφώς απαισιόδοξο φινάλε.
Ενδιαφέρον σίγουρα σαν πείραμα και σαν αλληγορία και κριτική του σύγχρονου, αποστειρωμένου δυτικού τρόπου ζωής (ιδιαίτερα του "τέλειου" αλλά ψυχρού σκανδιναβικού μοντέλου) ή, αν προτιμάτε, σαν πρωτότυπη εκδοχή της μετά θάνατον ζωής, ωστόσο δεν νομίζω ότι είναι μια πραγματικά μεγάλη ταινία. Θα μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο από τη "Ζώνη του Λυκόφωτος". Αξίζει ωστόσο να δοκιμάσετε - με κίνδυνο να γοητευτείτε αλλά και να βαρεθείτε ταυτόχρονα.

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

ΣΕΞΥ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ


Η νέα ταινία του Luc Besson "Angel-a", πρώτη ουσιαστικά μετά από αρκετά χρόνια - χωρίς να υπολογίζουμε δηλαδή τις παραγωγές και τα κινούμενα σχέδιά του - δεν μοιάζει καθόλου με τις παλιές. Ενώ αυτές ήταν πλημμυρισμένες από βία, εδώ το πάνω χέρι έχει η γλυκύτητα, το παραμύθι, ο "εσωτερικός καλός εαυτός" που μπορεί να κρύβεται κάτω από μια παραπλανητική εμφάνιση, η ηθική, η αναζήτηση αγάπης και άλλα τέτοια: Ένας άγγελος έρχεται να κάνει έναν ανασφαλή αλήτη να νοιώσει αυτοπεποίθηση και αγάπη για τον εαυτό του πρώτα - πρώτα και μετά για τους άλλους.
Ακούγονται λιγάκι βαρετά όλα αυτά, ε; Μεταξύ μας, είναι. Η ταινία από ένα σημείο και πέρα επαναλαμβάνεται, παραγίνεται ηθικοπλαστική και, τελικά, με έκανε όντως να βαρεθώ. Μάλλον ο Besson δεν τα κατάφερε πολύ καλά με το νέο προσανατολισμό που επέλεξε.
Μη νομίζετε όμως ότι δεν διαθέτει και αρετές. Υπάρχει ανατρεπτικότητα και χιούμορ στον τρόπο που αντιμετωπίζει το θέμα "άγγελος" και υπάρχει και η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία: Όπως θα ξέρετε ίσως, ο άγγελος είναι μια δίμετρη, κατάξανθη θεογκόμενα σπάνιων σκανδιναυικών προδιαγραφών, η οποία τα δίνει όλα (μα όλα) στον αλήτη, που φτάνει με το ζόρι μέχρι το στήθος της. Στη γη, άλλωστε, έρχεται με αποστολή στην οποία την έστειλαν άνωθεν, που δεν επέλεξε η ίδια, κάτι σαν κατώτερος υπάλληλος του ουρανού που αναλαμβάνει ρουτινιέρικες αποστολές που δεν πολυγουστάρει. Αφείστε που για την παρούσα γήινη εμφάνισή της έχει επιλέξει το στυλ "τσούλας" και βγάζει λεφτά ως πόρνη. Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία που λέγαμε, κινηματογραφεί όμορφα ένα υπέροχο Παρίσι και γενικά προσφέρει πολλές θαυμάσιες εικόνες (πολύ Παρισολατρεία πέφtει τα τελευταία χρόνια, από την Αμελί ως το πρόσφατο Paris je t'aime).
Θετικά αυτά, άλλα νομίζω ότι δεν φτάνουν για να κρατήσουν τον θεατή μέχρι να φτάσει στο μάλλον προβλέψιμο, ρομαντικό φινάλε.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

ΜΑΓΟΙ, PRESTIGE ΚΑΙ ΕΜΜΟΝΕΣ


Θα μπορούσε να είναι μια ταινία πάνω στις έμμονες ιδέες. Αυτή της εκδίκησης, για παράδειγμα, ή της παθιασμένης αγάπης για τη "μαγεία", τα τρυκ, τις ψευδαισθήσεις (ή, αν θέλετε, το πάθος για τη δουλειά σου, όποια κι αν είναι αυτή). Το Prestige του Christopher Nolan κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή μέχρι το τέλος, παρά τις όποιες σεναριακές του απιθανότητες. Αν είσαι λάτρης του φανταστικού πάντως, αυτές δεν ενοχλούν και τόσο. Υπάρχει βέβαια και η υποβλητική σκηνοθεσία, το πρωτότυπο θέμα και η ατμόσφαιρα του παράδοξου που διαποτίζει ολόκληρη την ταινία. Η οποία, ας τονίσουμε εδώ, ξεκινά σαν ταινία εποχής με ιδιόρρυθμο θέμα, δηλαδή τον θανάσιμο, όπως εξελίσσεται, ανταγωνισμό δύο αντίζηλων "μάγων" (κάτι σαν Κόπερφιλντ της εποχής), για να μετατραπεί κάπου στο μέσον σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, που θίγει θέματα κλονισμού και τηλεμεταφοράς και εμπλέκει ένα "μυθικό" ή μυθοποιημένο, αν προτιμάτε, υπαρκτό πρόσωπο, τον ιδιοφυή φυσικό και εφευρέτη Tesla. Το καστ είναι κι αυτό εντυπωσιακό: Κρίστιαν Μπέιλ, Χιου Τζάκμαν, Σκάρλετ Γιόχανσον, ο πάντοτε εξαιρετικός Μάικλ Κέιν και ο Ντέιβιντ Μπόουι αγνώριστος, σε έναν ρόλο - έκπληξη.
Τελικά ο Nolan, μετά την εντυπωσιακή του είσοδο στις προτιμήσεις μας με το Memento, συνεχίζει να κάνει παράξενες ταινίες - από τις οποίες δεν εξαιρώ και το καλό ριμέικ του (καλύτερου ίσως) νορβηγικού πρωτότυπου Insomnia. Θα εξακολουθήσω να τον παρακολουθώ με ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

ΦΟΝΙΚΟ ΑΡΩΜΑ


Το "Άρωμα" του Ζυσκίντ είναι ούτως ή άλλως από τα πιο εντυπωσιακά βιβλία, αλλά και από τα πιο δύσκολα να μεταφερθούν στην οθόνη. Διάβαζα πρόσφατα ότι μεγάλοι σκηνοθέτες (ο Κιούμπρικ και ο Μπάρτον ανάμεσά τους) εγκατέλειψαν τη σχετική προσπάθεια. Από την άλλη ο Tom Tykwer δεν βρίσκεται πια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου με τις τελευταίες του ταινίες - αν και παραμένει σχετικά ενδιαφέρων.
Στο "Άρωμα" κάνει μια πολύ εντυπωσιακή ταινία, με δυνατή αναπαράσταση εποχής και μερικές έως και συγκλονιστικές στιγμές (κυρίως στην αρχή), πλην όμως κάτι μου φάνηκε μη ολοκληρωμένο. Πιστεύω ότι δεν κατάφερε να δώσει πειστικά το τελευταίο και βασικό μέρος της ταινίας - και του βιβλίου. Έτσι, η απότομη μεταστροφή του κόσμου εξ αιτίας του περιβόητου αρώματος μένει μετέωρη, ανεξήγητη, ίσως και άγαρμπη θα έλεγα (ακούστηκαν και γελάκια στο σινεμά με όσα επακολούθησαν). Εκεί θεωρώ ότι ο Tykwer έχασε το παιχνίδι. Παιχνίδι ούτως ή άλλως φοβερά δύσκολο εξ ορισμού. Εξ αιτίας της δυσκολίας αυτής εξ άλλου κατέφυγε από την αρχή στον "εύκολο" τρόπο της off αφήγησης - αν και γι' αυτό δεν τον κατηγορώ, αφού πιθανόν να ήταν ο μόνος τρόπος να αποδοθεί το περιεχόμενο ενός βιβλίου που βασίζεται στην... όσφρηση και όχι στο λόγο.
Κατά τα άλλα η βαθειά "άρρωστη" ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος μεταφέρεται και στην ταινία, οι εικόνες, το ξαναλέω, είναι ενίοτε πολύ δυνατές, η αναπαράσταση των χώρων όπου κινείται ο απίστευτος αυτός σίριαλ κίλερ του 18ου αιώνα πολύ καλή. Να όμως μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου μια σειρά από εντυπωσιακά επί μέρους στοιχεία δεν φτάνουν (κατά τη γνώμη μου) για να κάνουν μια άρτια και, τελικά, πειστική ταινία.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

ΠΙΓΚΟΥΙΝΟΙ, ΚΛΑΚΕΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ


Ανάμεσα στην πληθώρα κινουμένων σχεδίων που κατέκλυσαν φέτος τις οθόνες, και που πολλά απ' αυτά ήταν αδιάφορα, το Happy Feet, αν μη τι άλλο, διαθέτει σχετική πρωτοτυπία. Ψηφιακό, γυρισμένο από τον George Miller (ναι, τον ίδιο Miller που έκανε τα Mad Max και τις Μάγισσες του Ίστγουικ), εκμεταλλεύεται στο έπακρο το χαριτωμένο στυλ των πιγκουίνων για να μας δώσει ένα αρκετά διασκεδαστικό καρτούν. Μιούζικαλ στην ουσία, αφού πάρα πολλές γνωστές επιτυχίες (μαύρης μουσικής κυρίως), εμπορικές και ποπίζουσες βεβαίως - μην περιμένει κανείς "προχωρημένα κομμάτια - τραγουδιούνται και χορεύονται διασκευασμένες από πλήθη των συμπαθών πτηνών και από το εντυπωσιακό καστ γνωστών ηθοποιών που δανείζουν τις φωνές τους.
Η ταινία βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, αφού διαθέτει μερικές εξαιρετικά εντυπωσιακές σκηνές σλάλομ, κυνηγητών κλπ. ανάμεσα σε τρομακτικά παγόβουνα, χαράδρες και σπηλιές, υποβρύχιες και μη, και εξίσου εντυπωσιακές σκηνές πλήθους (πιγκουίνων φυσικά), που είναι συγκεντρωμένοι σε τόσο απίστευτους αριθμούς που σχεδόν προκαλούν δέος. Ενδιαφέροντα και τα "μηνύματα", τόσο αυτό υπέρ της διαφορετικότητας, αφού ο ήρωας είναι ο μόνος από το πλήθος που χορεύει αντί να τραγουδά όπως όλοι - και φυσικά δικαιώνεται -, όσο και το οικολογικό. Μόνο που το τελευταίο δίνεται με πολύ αφελή τρόπο, που γίνεται ακόμα αφελέστερος με την τελική λύση. (Αλήθεια, κατάλαβε κανείς γιατί οι άνθρωποι πείθονται τόσο εύκολα και απλά να σταματήσουν τις αντιοικολογικές τους δραστηριότητες στον πόλο;)
Τέλος πάντων, τα παιδιά νομίζω ότι θα το διασκεδάσουν, όπως άλλωστε και αρκετοί μεγάλοι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2006

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Κοιτάξτε: Ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί (κυρίως άντρες) έχουν απόλυτη αλλεργία στο είδος που λέγεται "ρομαντική κομεντί". Ούτε και γω, άλλωστε, είμαι φανατικός. Πάντως το The Holiday της εξειδικευμένης σ' αυτό σεναριογράφου και σκηνοθέτιδας Nancy Meyers, χωρίς να είναι και τίποτα σπουδαίο, είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Βλέπεται ευχάριστα τέλος πάντων. Κι αν δεν φτάνει τα σύγχρονα "ορόσημα" των εν λόγω κομεντί "Τέσσερεις γάμοι και μια κηδεία" και "Όταν ο Χάρυ γνώρισε τη Σάλυ", ωστόσο κινείται σε αξιοπρεπή επίπεδα.
Χιούμορ υπάρχει, ρομαντισμός και ερωτικά μπερδέματα, διλήμματα και άλλα τέτοια, με τη σέσουλα (σ' αυτά βασίζεατι άλλωστε το στόρυ), οι ηθοποιοί (και ίδίως οι πρωταγωνίστριες) είναι χάρμα οφθαλμών, οπότε περνάει το δίωρο άνετα. Άτολμο βέβαια, κυρίως στο τέλος, θυσία στο βωμό της εμπορικότητας και του πάσει θυσία feel good κλίματος, αλλά τι να κάνουμε; Έτσι είναι αυτά. Αν δεν έχει αυτό το είδος συμβάσεις, τότε ποιο έχει;
Στα συν η πληθώρα ενδοκινηματογραφικών σχολίων: Ο γέρος σεναριογράφος του Χόλυγουντ, η πετυχημένη δημιουργός τρέιλερ, ο συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής - φοβερός ο Τζακ Μπλακ και τα σχόλιά του για τα σάουντρακ - οι συζητήσεις για το παλιό και το καινούριο σινεμά, όλα συμβάλλουν σ' αυτό το light σινεφίλ κλίμα.
Οπότε, αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε, περάστε κι από κει. Οι υπόλοιποι, με την αλλεργία που λέγαμε στην αρχή, ας αλλάξουν γρήγορα σινεμά, γιατί αυτά τα πράγματα είναι και κολλητικά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2006

DEJA VU ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Ο Tony Scott είναι ένας σκηνοθέτης που έχει κάνει ενδιαφέροντα, αλλά και παντελώς αδιάφορα εμπορικά φιλμς. Το Deja Vu (4 ημέρες 6 ωρες πίσω) είναι από τα σχετικά καλά του. Όχι ότι έπεσα κάτω δηλαδή, αλλά πάντως βλέπεται ευχάριστα - και έχει και κάτι να προσθέσει στις περί χρονοταξιδιών μυθολογίες της επιστημονικής φαντασίας. Μία από τις πρωτοτυπίες μάλιστα είναι ότι στο πρώτο τέταρτο (ίσως και λίγο περισσότερο) δεν καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για φιλμ του φανταστικού.
Δοσμένη με ρεαλισμό, αποφεύγοντας τα εφφέ και κινηματογραφώντας τους ηθοποιούς με πολύ συχνά κοντινά πλάνα, δημιουργεί περισσότερο αστυνομική ατμόσφαιρα, όπου εμπλέκονται εθνικιστές - βλέπε φασίστες - τρομοκράτες (ο βομβιστής της Οκλαχόμα πριν κάμποσα χρόνια μας έρχεται αμέσως στο μυαλό), μπάτσοι που τους κυνηγούν και ο απαραίτητος έρωτας. Στα συν και η κινηματογράφηση στη σύγχρονη, μεταπλημμυρική Νέα Ορλεάνη - είναι η πρώτη ταινία γυρισμένη σ' αυτούς τους χώρους που έχω δει, αλλά και ο συνδυασμός μιας απόλυτα Big Brother εφεύρεσης με το ταξίδι στο χρόνο.
Στα μείον, οι αρκετές συμβάσεις της ταινίας με αποκορύφωμα το τέλος, το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, θα σας πω όμως ότι με ξενέρωσε αφάνταστα - και συγχρόνως είναι και πολύ συζητήσιμο σεναριακά όσον αφορά τη λογική των παράλληλων συμπάντων και τα παράδοξα που προκύπτουν απ' αυτό. Επίσης ιδεολογικά με ενόχλησε το ότι πέρασε απόλυτα ξώφαλτσα, χωρίς σχεδόν καθόλου σχολιασμό, το τεράστιο θέμα της αλα Big Brother παρακολούθησης κάθε "ύποπτου" (με τη γνωστή σχετικότητα της λέξης που μπορεί να δώσει μια κρατική υπηρεσία). Εδώ είχαμε να κάνουμε με το απόλυτο μηχάνημα καταγραφής κάθε κίνησης, πράξης, κουβέντας, κυριολεκτικά οποιουδήποτε (και μάλιστα και μέσα από τους τοίχους του σπιτιού του) και όλες οι συζητήσεις αναλώθηκαν στο επιστημονικό μέρος της εφεύρεσης και στην ποινική χρήση του - την παρακολούθηση δηλ. υπόπτων του κοινού ποινικού δικαίου, δίχως κανενός το μυαλό να πάει σε κάτι πιο πονηρό...
Τέλος πάντων, αν τα ξεχάσετε αυτά, η ταινία, όπως είπα, βλέπεται ευχάριστα και κρατά το ενδιαφέρον του θεατή.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2006

ΜΠΟΡΕΙ Ο BIG BROTHER ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;



"Οι ζωές των άλλων" (Das Leben der Anderen) του πρωτοεμφανιζόμενου γερμανού με το όνομα - σιδηρόδρομος Florian Henckel von Donnersmarck έχουν από τώρα ήδη εξασφαλίσει τη θέση τους μέσα στις 5 καλύτερες ταινίες της χρονιάς στις προσωπικές μου προτιμήσεις. Βαθειά συγκινητικό χωρίς να είναι μελό, βαθειά πολιτικό χωρίς ρητορείες και κραυγές και πάνω απ΄όλα ανθρώπινο, είναι ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα σκηνοθέτη που έχω δει ποτέ.
Στην εφιαλτική Ανατολική Γερμανία της δεκαετίας του 80, που θυμίζει έντονα το οργουελιανό 1984, η πανίσχυρη μυστική αστυνομία Στάζι, από τις αγριότερες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ, ελέγχει πέρα για πέρα κάθε πτυχή των ζωών των ανθρώπων, ιδιωτική ή δημόσια. Ένας πράκτορας αναλαμβάνει να παρακολουθεί έναν πετυχημένο και διάσημο θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται ύποπτος για "αντικαθεστωτικές δραστηριότητες". Όταν όμως η ασφυκτική παρακολούθηση αρχίζει, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου όπως περιμένουμε, καθώς ο στυγνός πράκτορας ανακαλύπτει βαθμιαία ξεχασμένες γωνιές του εαυτού του και ο θύτης επωμίζεατι εκούσια το ρόλο του θύματος.
Η πολιτική καταγγελία ενός απάνθρωπου καθεστώτος, η οποία ούτως ή άλλως υπάρχει, περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα που σιγά σιγά ξετυλίγεται, μπροστά στη σταδιακή μεταμόρφωση του πράκτορα, που ανακαλύπτει ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή πέρα από το καθήκον. Πιθανόν όσα γράφω να ακούγονται κοινότοπα, σας διαβεβαιώνω όμως ότι η ταινία δεν σ' αφήνει να βαρεθείς ούτε λεπτό καθώς είναι γεμάτη ένταση και σασπένς, ενώ τα τεκταινόμενα είναι πολύ πολυπλοκότερα όσων φαίνονται. Και, βέβαια, είναι και η εκπληκτική ηθοποιία του κεντρικού ρόλου, του πράκτορα, που κυριολεκτικά σ' αφήνει άναυδο, καθώς καστορθώνει να παίζει με κάθε βλέμμα, με κάθε μικρή σύσπαση των χαρακτηριστικών του.
Ανεξάρτητα από το αν σας ενδιαφέρει ή όχι το θέμα, το οποίο ούτως ή άλλως αποτελεί πρόσχημα για βαθύτερες αναλύσεις, μην το χάσετε. Συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, Ο ΜΠΛΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Συμβαίνει το εξής: Η Queen του Steven Frears είναι καλή ταινία, οι ηθοποιοί, με επικεφαλής την Έλεν Μίρεν, είναι άψογοι, πλην όμως είναι το είδος ταινιών που δεν μ' ενδιαφέρει. Προσωπικό είναι αυτό και μόνο. Αν τώρα θέλετε να μάθετε τις σχέσεις βασιλισσας - Νταϊάνας, τι έκανε η πρώτη μετά το θάνατό της, ποια ήταν η στάση του νεοεκλεγέντος Μπλερ και άλλα τέτοια, ΟΚ. Είναι η καλύτερή σας.
Ωστόσο για μένα συνέβει αυτό περίπου που έγραψα και για το Flight 929 του Greengras: Βαριέμαι το τόσο ωμό κινηματογραφικό "ρεπορτάζ", όσο καλογυρισμένο κι αν είναι. Είναι σα να γυρίζεις μια πολύ καλη και ρεαλιστικότατη ταινία για τις σχέσεις π.χ. Καραμανλή - Παπανδρέου στη δεκαετία του 80 και να αποκαλύπτεις, ας πούμε, ότι τα είχαν κάνει πλακάκια και η κόντρα τους ήταν για τα μάτια του κόσμου. Θα γίνει σκάνδαλο, θα βουίξουν οι εφημερίδες, αλλά... νομίζω ότι αυτά όλα είναι δουλειά των δημοσιογράφων. Προσωπικά δεν θα κατανοήσω ποτέ γιατί ένας θαυμάσιος σκηνοθέτης όπως ο Frears καταπιάνεται με τέτοια θέματα.
Αρκετά γκρίνιαξα όμως. Αν δεν σας ενοχλούν όλα αυτά - που βεβαίως είναι δικαίωμά σας - το φιλμ είναι εντυπωσιακό από πολλές απόψεις. Κατ' αρχάς η ομοιότητα των ηθοποιών με τα πραγματικά πρόσωπα είναι εκπληκτική. Έπειτα, οι ηθοποιίες είναι εξαίρετες - με πρώτη και καλύτερη, όπως είπαμε, τη Μίρεν, που σε πείθει συνεχώς ότι μπρος σου αντικρύζεις την Ελισσάβετ. Τρίτο, καταδεικνύει καθαρά πόσο αποκομμένη από τον λαό είναι τόσο η βασίλισσα, όσο και το Παλάτι γενικότερα, που παραμένει κολημμένο σε σχεδόν μεσαιωνικούς τύπους και συμπεριφορές. Και, το εντυπωσιακότερο όλων, επικεντρώνει στην προσωπικότητα και συμπεριφορά του "σοσιαλιστή" Μπλερ (κεντρικό πρόσωπο της ιστοριας κατά τη γνώμη μου). Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εκλογή του ο Μπλερ μετατρέπεται σε ένθερμο μοναρχικό, κάνοντας τα πάντα για να σώσει το παλάτι, που κλονίζεται και παραπαίει εξ αιτίας ης αρτηριοσκληρωτικής συμπεριφοράς των ενοίκων του μπρος στον απρόσμενο θάνατο της "πριγκήπισας του λαού" Νταϊάνας, φτάνοντας να αμφισβητηθεί για πρώτη φορά - το παλάτι - από τους μισούς σχεδόν άγγλους (και μάλιστα ο όψιμος αυτός φιλομοναρχισμός εκδηλώνεται σε άντίθεση με τη γνώμη πολλών συνεργατών του στο κόμμα και της ίδιας της συζύγου του). Είναι σαν να θαυμάζει αιφνιδίως (ο Μπλερ) τη βασιλισσα, βλέποντάς την κάπως σαν μητέρα.
Αν σας καίνε όλα αυτά... είπαμε, είναι καλή σαν ταινία.
ΥΓ: Το ποστ αυτό είναι καταραμένο. Το ανεβάζω στο blog κι αυτό εξαφανίζεται. Η κατάρα της βασίλισσας ίσως;

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ ΣΤΟΥΣ "ΣΥΝΩΜΟΤΕΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ"


Το 1996 ο Jan Svankmajer κάνει ίσως τη σουρεαλιστικότερη ταινία του, τους "Συνωμότες της Ηδονής". Είναι δύσκολο να μιλήσεις για ένα φιλμ τόσο πλημμυρισμένο από χιούμορ του παράλογου και κάθε λογής παραδοξότητες, ώστε κάθε λογική ερμηνεία να γίνεται μάλλον αδύνατη.
Στην ταινία υπάρχουν 6 συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι, που ζουν στις τόσο προσφιλείς στον σκηνοθέτη παλιές, φθαρμένες πολυκατοικίες της Πράγας: Μια ταχυδρόμος, μια παρουσιάστρια δελτίου ειδήσεων στην TV, ο απίστευτος σύζυγός της, ο ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου, ένας απροσδιορίστου ασχολίας τριαντάρης και η σχετικά ηλικιωμένη - αλλά νταρντάνα - γειτόνισά του. Όλοι αυτοί είναι συνηθισμένοι τύποι, το είπαμε, που ζουν σε συνηθισμένα σπίτια. Πλην όμως, όταν είναι μόνοι, επιδίδονται σε εξωφρενικά απίθανες ασχολίες, μονομανίες θα ήταν η σωστότερη έκφραση, με απίστευτη ένταση και πάθος, δημιουργώντας προσωπικά φετίχ. Δραστηριότητες παράλογες, που αδυνατούμε να μαντέψουμε τη χρησιμότητά τους - και οι οποίες συγχρόνως μας προκαλούν γέλιο εξ αιτίας ακριβώς της απιθανότητάς τους: Η μία φτιάχνει ασταμάτητα μπαλάκια από ψύχα ψωμιού, ο άλλος κατασκευάζει... μηχανές αυνανισμού, άλλος φτιάχνει μια τεράστια κότα από ποικίλα υλικά... Στο τέλος, σε μια γκροτέσκα και ξεκαρδιστική ταυτόχρονα σειρά σκηνών, ο καθένας τους θέτει σε λειτουργία τους κόπους των μόχθων του, χρησιμοποιώντας τους με απίθανους τρόπους. Παράλογο, στοιχεία βουντού και σκοτεινές και κωμικοτραγικές καταστάσεις μπλέκονται αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα από τα πιο παράδοξα φιλμς που έγιναν ποτέ.
Ταινία που κινείται στα όρια του πειραματικού, με λίγα animation και, κυρίως, αληθινούς ηθοποιούς, μόνο με ήχους, μουσική και χωρίς λόγο, είναι μια πιστότατη στο σουρεαλιστικό πνεύμα δημιουργία, που μιλά έμμεσα για την υποκειμενικότητα της ηδονής (και είναι αφιερωμένη από τον δημιουργό της στον μαρκήσιο Ντε Σαντ). Ας την αποφύγουν όσοι ψάχνουν για σαφείς ερμηνείες, λογική και συγκροτημένη δομή. Για τους λίγους υπόλοιπους, πρόκειται για αληθινό πανηγύρι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

ΟΥΡΑΝΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ


Η Uranya, δεύτερη ταινία του Κώστα Καπάκα, είναι μάρκα τηλεόρασης των 60ς-70ς, αλλά και μια λαχταριστή πόρνη στο χωριό όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Ανάμεσα στον πόθο τους για αμφότερα πρέπει να διαλέξουν τα πιτσιρίκια της ταινίας: Προσελήνωση από την TV ή ηδονή live;
Ο Καπάκας προσπαθεί απεγνωσμένα να επαναλάβει τη συνταγή και την επιτυχία του Pepermint, πλην όμως το κάνει τόσο βεβιασμένα και "επί τούτου", που μάλλον καρικατούρα όσων θα ήθελε προκύπτει. Λίγος Φελίνι, λίγο "Σινεμά ο Παράδεισος", λίγο "Δέντρο που πληγώναμε"... πολύ κάτω βεβαίως απ' όλα αυτά, κακοχωνεμένα και πρόχειρα αναμεμειγμένα. Επί πλέον, τα παιδάκια παίζουν άτεχνα (και μάλιστα το καθένα μ' έναν δικό του, προσωπικό, άτεχνο τρόπο), το σενάριο είναι προσχηματικό, η αναπαράσταση της εποχής της χούντας στην επαρχία μπάζει από αρκετές πλευρές... και έχω και κάποιες μικρές ιδεολογικές αντιρρήσεις (που πιο πολύ αφορούν το τραγούδι των τίτλων παρά την ίδια την ταινία). ΟΚ, υπάρχουν και μερικές αστείες και διασκεδαστικές σκηνές, δεν νομίζω όμως ότι αρκούν για να ανεβάσουν το σύνολο. Όσο για την Cucinotta, ο ρόλος της είναι καθαρά διακοσμητικός - άντε, να βάλουμε και μια demi σταρ - και παίζει και κακά (και μεταγλωττισμένη). Μου άρεσε πάντως η μουσική του Καλατζόπουλου.
Η αναπαράσταση της εποχής που λέγαμε, φτάνει σε αρνητική κορύφωση στη σκηνή όπου κοτζάμ αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επισκέπτεται το χωριό (όντως ο ελληνικής καταγωγής αντιπρόεδρος Άγκνιου, αναμεμειγμένος στο σκάνδαλο Watergate και άρον-άρον παραιτηθείς παρέα με τον Νίξον, είχε περιοδεύσει στην ελληνική επαρχία). Εδώ όμως τον βλέπουμε να φτάνει σχεδόν μόνος, με μια λιμουζίνα, συνοδευόμενος μόνο από έναν έλληνα αξιωματούχο και δύο γελοίους μπάτσους με μηχανές (!!!), λες και είναι ένας απλός αμερικάνος τουρίστας. Όσο για τις ιδεολογικές αντιρρήσεις (κυρίως στους στίχους του τραγουδιού της Νικολακοπούλου, που τραγουδά η Πρωτοψάλτη) όλο αυτό το νοσταλγικό κλίμα - αναπόληση της "ευτυχισμένης" παρά τα προβληματάκια παιδικής ηλικίας, αποδυναμώνει το θέμα της καταπιεστικής χούντας και - χωρίς φυσικά τίποτα τέτοιο να δηλώνεται ρητά - αποπνέει κάτι του στυλ "αχ τι καλά που ήταν όλα τότε, μακάρι να είμαστε πάλι εκεί - ε, ας μην ήταν κι αυτή παλιοχούντα..."
Δε νομίζω ότι φτάνει η θέληση, το χιούμορ και η νοσταλγία. Χρειάζεται και κάτι άλλο ώστε να "δέσει το φαγητό".

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΠΩΣ CRAZY


Το C.R.A.Z.Y. του καναδού Jean-Marc Vallee θα μπορούσε να είναι ένα ζοφερό δράμα στους κόλπους μιας σχετικά συνηθισμένης πολυμελούς οικογένειας, στην οποία συνυπάρχουν ναρκομανείς, gay, θρησκόληπτοι και macho. Πλην όμως, υπάρχει το διάχυτο χιούμορ, που την μετατρέπει σε άκρως ευχάριστη και, ενίοτε, διασκεδαστική, παρ' όλα τα δράματα που συμβαίνουν και την υποβόσκουσα συγκίνηση. Επίκεντρο ο τρίτος από τους 5 γιους της γαλλόφωνης οικογένειας, που, παρά τις ομοφυλοφιλικές του κλίσεις, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να πείσει τον περίγυρό του, οικογενειακό και μη, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Βλέπετε, η αποκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά παραμένει ταμπού μεγαλύτερο από άλλες καταστάσεις, που, αν εξεταστούν αντικειμενικά, είναι πολύ σοβαρότερες.
Γύρω από τον άξονα αυτόν, οι δεκαετίες του 60, του 70 και του 80, με τις μουσικές, τις μόδες και τα στιλ τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα φόντο, που δίνει και μια νοσταλγική (καθόλου γλυκερή όμως) πινελιά. Οι μουσικές κυρίως είναι εξαιρετικά επιλεγμένες, αποτελώντας ένα αγαπημένο σάουντρακ που θα θυμίσει πολλά σε πολλούς.
Κριτική - με ευχάριστο πάντα τρόπο - απέναντι στην οικογένεια, τα κοινωνικά ταμπού, τη θρησκεία (όλα τα λεφτά η ατάκα που μάτσο πατέρα που, ενώ είναι αρκετά συντηρητικός, αρχίζει να αμφιβάλλει απέναντι σε μια θρησκεία "της οποίας ο ιδρυτής φορούσε φουστάνια") και μελέτη των σχέσεων πατέρα - γιου, κάνουν το C.R.A.Z.Y. μια από τις πιο ευχάριστες φετινές εκπλήξεις, επιβεβαιώνοντας ότι, τελικά, το Κεμπέκ παράγει συχνότατα πολύ καλούς κινηματογραφικούς καρπούς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2006

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΦΑΟΥΣΤ


O Faust (1994) είναι η ταινία του Jan Svankmajer που μάλλον μου άρεσε λιγότερο. Όχι ότι με απογοήτευσε, αλλά με κούρασε κάπως με κάποιες επαναλήψεις που περιέχει. Ο σουρεαλιστής Svankmajer δείχνει εδώ τον πιο "αλχημιστικό" του εαυτό, μεταφέροντας την ιστορία του Faust - πού αλλού;- στη σύγχρονη Πράγα. Ο μοντέρνος Faust κάνει τη συμφωνία του με τον διάβολο και πραγματοποιεί τις μαγικές του τελετουργίες μέσα σε φθαρμένα υπόγεια εγκαταλειμένων σπιτιών και παρακμασμένες πολυκατοικίες. Η εντροπία και η φθορά είναι για μια ακόμα φορά παρούσες, καθώς και μια έντονη αλχημιστική αίσθηση - και αισθητική. Ο Φάουστ δημιουργεί, μεταξύ άλλων, ένα ον από πηλό, στο οποίο εμφυσά ζωή, σε μια πιστή, σύντομη απεικόνιση του μύθου του Γκόλεμ, μεταφέρεται, όπως συμβαίνει στα όνειρα, από χώρο σε χώρο δίχως λογικό ειρμό (από ένα ερειπωμένο υπόγειο βρίσκεται σ' ένα παλιό κουκλοθέατρο κι από κει, δίχως προειδοποίηση, απλώς ανοίγοντας πόρτες, στη σκηνή ενός θεάτρου κλπ.) και γενικά δίνει την ευκαιρία στο δημιουργό για μια σειρά από αξέχαστες, σουρεαλιστικές εικόνες με την προσωπική σφραγίδα της αισθητικής του.
Αυτό που κάπως με κούρασε, όπως είπα στην αρχή, είναι οι συχνές μεταφορές της δράσης σε κουκλοθέατρο με γιγάντιες μαριονέτες, όπου ο μύθος κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβάνεται, παιγμένος από κούκλες. Το χιούμορ - άλλο σήμα κατατεθέν του Svankmajer - δεν λείπει ούτε από αυτή του την ταινία, όπου για μια ακόμα φορά παρακολουθούμε έκπληκτοι έναν συνδυασμό από ηθοποιούς, μαριονέτες, πηλό και κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

"ΕΚΕΙΝΟΙ" ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΑΣ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ


Το γαλλικό Ils ((Εκείνοι) των David Moreau και Xavier Palud είναι μια καθαρόαιμη, απόλυτα low budget ταινία τρόμου. Ένα ζευγάρι Γάλλων που ζει σ' ένα μεγάλο, απομονωμένο σπίτι κάπου στη Ρουμανία, δέχεται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας τη λυσσασμένη επίθεση κάποιων που τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται... μέχρι τις τελευταίες σκηνές. Δεν υπάρχουν εφφέ, δεν υπάρχουν εντυπωσιακές κορυφώσεις, υπάρχει μονάχα ένα αδιάκοπο σασπένς από την αρχή μέχρι το τέλος, που, με την τελική αποκάλυψη (που φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω) γίνεται ακόμα πιο ανατριχιαστικό στην ωμότητά του.
Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αριστούργημα, είναι όμως μια αξιοπρεπέστατη ταινία ενός είδους με πιστούς θαυμαστές (οι υπόλοιποι ας μην κάνουν καν τον κόπο). Και μάλιστα του υποείδους αυτού που πετυχαίνει να τρομάξει τους θεατές με πολύ λίγα μέσα, δηλαδή ουσιαστικά με την ατμόσφαιρα, την υποβλητική σκηνοθεσία και μια "ντοκιμαντερίστικη" εικόνα, που κάνει το πράγμα πιο τρομαχτικό, καθώς δίνει την ψευδαίσθηση ρεαλισμού. Πολύ περισσότερο που, σύμφωνα με τα λεγόμενα στην αρχή και στο τέλος, πρόκειται για αληθινή ιστορία...