Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2016

"CREEPY": ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ... ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΕΣ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

O Kiyoshi Kurosawa δεν έχει καμία σχέση με τον μεγάλο συνονόματό του. Είναι ένας γιαπωνέζος δημιουργός (γεννημένος το 1955) που κυρίως ασχολείται με φιλμ τρόμου - με έναν δικό του ή, αν θέλετε, καθαρά γιαπωνέζικο τρόπο, που λίγο μοιάζει με τις αντίστοιχες δυτικές ταινίες. Το 2016 γυρίζει το "Creepy" (Kurîpî: Itsuwari no rinjin ο γιαπωνέζικος τίτλος), φιλμ που συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με τη φρίκη.
Ένας πρώην αστυνομικός και νυν καθηγητής εγκληματολογίας αναλαμβάνει (σχεδόν με το ζόρι) να ερευνήσει μια παλιά (πριν 6 χρόνια συγκεκριμένα) υπόθεση εξαφάνισης μιας ολόκληρης οικογένειας. Παράλληλα ο γείτονάς του, ένας εμφανώς "περίεργος" τύπος, με έντονη την κοινωνική αδεξιότητα, συμπεριφέρεται όλο και πιο παράξενα απέναντι στη γυναίκα του ντετέκτιβ. Γύρω στα μισά της ταινίας η φρίκη θα αποκαλυφτεί και το μυστήριο του στιλ "who done it" θα μετατραπεί σε καθαρό και "άρρωστο" φιλμ, βασισμένο μεν στο σασπένς, αλλά με τη φρίκη να διογκώνεται, με την εμπλοκή, βεβαίως, ενός σίριαλ κίλερ.
Η ταινία διαθέτει αυτή την καθαρά γιαπωνέζικη "αρρώστια" (θυμηθείτε ταινίες όπως η "Audition" π.χ.) και το βαθύ αστυνομικό μυστήριο, τα "βρώμικα" περιβάλλοντα (η απεικόνιση της γιαπωνέζικης πόλης δεν έχει τίποτα το εξωτικό ή κολακευτικό) και τη σκηνοθετική ματιά στην όλο και μεγαλύτερη αποξένωση του ζεύγους των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε λοιπόν να μου αρέσει - ως ταινία πρωτίστως τρόμου βεβαίως, απ' αυτές που ξεδιπλώνονται αργά και βασανιστικά. Ωστόσο εδώ έρχεται το σενάριο και χαλάει τα πράγματα. Ένα σενάριο που και πολλά λογικά κενά έχει και, κυρίως, βασίζεται ολόκληρο σε μια εξωφρενική κυριολεκτικά συμπτωση, που, πολύ απλά, δεν γίνεται (δεν θα σας την αποκαλύψω φυσικά, αφού θα ήταν το απόλυτο spoiler). Ο Kurosawa αφήνει βεβαίως και μια μικρή πιθανότητα μεταφυσικού (ο δολοφόνος ελέγχει τόσο τις γυναίκες, εστω και με τη βοήθεια φαρμάκων, που σκεπτόμαστε μήπως εκπροσωπεί τη γενική και μεταφυσική έννοια του "Κακού"), αλλά αυτό δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση τις σεναριακές αφέλειες που προανέφερα. Είναι και η πολύ μεγάλη διάρκεια (130 λεπτά), οπότε η γνώμη μου για το φιλμ είναι μάλλον αρνητική.
Κρίμα, γιατί ατμόσφαιρα διαθέτει, μ' αυτόν, ξαναλέω, τον τόσο χαρακτηριστικό "απωανατολίτικο" τρόπο που σε κάνει να παγώνεις...

Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2016

ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΤΡΟΜOΣ ΣΤΟ "NEW NIGHMARE"

Ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή: Το 1984 ο Wes Craven (1939-2015) γυρίζει τον "Εφιάλτη στο Δρόμο με τις Λεύκες", που έμελλε να γίνει μια από τις εμβληματικότερες ταινίες τρόμου, καθιερώνοντας ταυτόχρονα τη φιγούρα του φριχτού Φρέντι Κρούγκερ, που ερμήνευε ο Robert Englund. Η επιτυχία του φιλμ έφερε 4 συνέχειες, φτιαγμένες από άλλους σκηνοθέτες. Δέκα χρόνια μετά το πρώτο φιλμ, το 1994 δηλαδή, ο Craven ξαναπαίρνει τα ηνία γυρίζοντας ο ίδιος το "New Nightmare", μπερδεύοντας αληθινό και φανταστικό, κινηματογράφο και πραγματικότητα.
Η ηθοποιός - πρωταγωνίστρια του πρώτου και του τρίτου "Εφιάλτη" Heather Longenkamp, ερμηνεύοντας τον βασικό ρόλο της Νάνσι, παίζει τον εαυτό της: Είναι δηλ. η...  Heather Longenkamp, που πρωταγωνίστησε στις ταινίες. Διάσημη πλέον, ζει τώρα με τον σύζυγο και τον μικρό της γιο. Όταν τρομακτικά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν γύρω της, ο σύζυγος σκοτώνεται και ο γιος δείχνει σημάδια σχιζοφρένειας, πείθεται ότι ο Φρέντι Κρούγκερ των ταινιών υπάρχει όντως και προσπαθεί να εισέλθει στον αληθινό κόσμο. Στο μεταξύ ο Γουές Κρέιβεν (παίζει κι αυτός τον εαυτό του) γράφει μια νέα συνέχεια της σειράς και, όπως φαίνεται, τα αληθινά γεγονότα που συμβαίνουν είναι όμοια με όσα γράφει. Η κοπέλα ζητά βοήθεια από τον... Robert Englund, τον ηθοποιό δηλαδή που ενσάρκωνε τον Φρεντι στα φιλμ. Σύντομα καταλαβαίνει ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το τέρας είναι να ξαναπαίξει το ρόλο της Νάνσι στο φιλμ που ετοιμάζει ο Κρέιβεν!
Όπως καταλαβαίνετε, το ενδιαφέρον στην ταινία αυτή, που την κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους... ξαναζεσταμένους "Εφιάλτες", είναι αυτό το πολύπλοκο αυτοαναφορικό παιχνίδι, οι αναφορές δηλαδή στις ίδιες τις ταινίες της σειράς και στους συντελεστές τους. Έτσι τόσο οι ηθοποιοί Longenkamp και Englund όσο και ο ίδιος ο Κρέιβεν (και κάποιοι άλλοι) παίζουν τους εαυτούς τους, ως συντελεστές του πρώτου φιλμ, το οποίο γίνεται φριχτή πραγματικότητα. Οπότε το όλο concept μπορεί να μας δημιουργήσει σκέψεις για την αλληλεπίδραση πραγματικότητας - φαντασίας ή μάλλον πραγματικού - επινοημένου. Μπορεί η τέχνη να "μπει" στην ίδια τη ζωή και να την αλλάξει; Όχι πλέον με την επαναστατική έννοια, όπως πιστευόταν παλιότερα, ως εκπαιδευτικό - διαφωτιστικό ή/και προπαγανδιστικό εργαλείο, αλλά ως κάτι που διαμορφώνει τη μαζική κουλτούρα, άρα και τον τρόπο που σκεπτόμαστε ή δρούμε.
Πέραν αυτής της έξυπνης επινόησης, στην οποία βασίζεται βεβαίως το φιλμ, παρακολουθούμε μια ακόμα ταινία τρόμου της σειράς των "Εφιαλτών" (την τελευταία), με καλά και αδιάφορα σημεία. Αν είστε φίλοι του είδους μάλλον θα περάσετε καλά. Ωστόσο προσωπικά τη συνιστώ κυρίως για το παιχνίδι που λέγαμε και την εμφάνιση του Γουες, που κρατά βεβαίως βασικό ρόλο.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2016

"SOMETHING'S GOTTA GIVE": Η... ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΜΕΝΤΙ

Έχουμε και λέμε: Ο Τζακ Νίκολσον είναι σχεδόν 60άρης εργένης και τα φτιάχνει διαρκώς με πιτσιρίκες, τις οποίες προφανώς θέλει μόνο... γι' αυτό που ξέρετε. Όταν αποσύρονται για ερωτικό γουίκεντ στο εξοχικό της νυν ερωμένης του (κάτω των 30 παρακαλώ), συναντάνε κατά λάθος τη μαμά της (την Νταϊάν Κίτον), θεατρική συγγραφέα. Οι δύο "γέροι" αρχικά αντιπαθούν ο ενας την άλλη, στη συνέχεια ο ήρωας παθαίνει καρδιακή προσβολή και τον τρέχουν στα νοσοκομεία και μετά, για "πρώτη φορά", ερωτεύεται. Τη γυναίκα της ηλικίας του φυσικά. Και ο δεσμός τους περνά διάφορα σκαμπανεβάσματα.
Ενθουσιαστήκατε; Εγώ καθόλου. Όλα αυτά ωστόσο συμβαίνουν στην κομεντί που γύρισε η Nancy Meyers το 2003 "Something's Gotta Give". Και η οποία μπορεί αδίστακτα να θεωρηθεί "γεροντοκομεντί". Εκείνη είναι μόνη ούτε εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό, εκείνος είναι φυσικά ανώριμος, άκαρδος και αντιπαθής και καταναλώνει viagra για να τα βγάλει πέρα με τις μικρές και παθαίνει καρδιακή προσβολή και πρώτη φορά κάνει κάτι με γυναίκα της ηλικίας του... κι όλα αυτά λέγονται και ξαναλέγονται κατά τη διάρκεια του φιλμ και ο νεαρός γιατρός (ο Κιάνου Ριβς) ερωτεύεται κι αυτός παράφορα την σχεδόν ηλικιωμένη κι ας έχει τα μισά της χρόνια... και εν τέλει όλα γίνονται πολύ εύκολα και ανώδυνα. Δεν θα σας πω τι ακριβώς γίνεται, αλλά το μαντεύετε φαντάζομαι.
Κι εγώ έπληξα αφόρητα όσο έβλεπα τους έρωτες γερων - νέων ή γέρων - γέρων και το φιλμ ως κομεντί (ούτως ή άλλως το είδος πολύ σπάνια δίνει πλέον καλά δείγματα) είναι απόλυτα προβλέψιμο και δίχως εκπλήξεις... και γενικά θεώρησα τον Νίκολσον ειδικά έως και κακόγουστο.
Θέλει να μας πει, υποθετω, ότι ο έρωτας έρχεται ανά πάσα στιγμή, ακόμα και σε μεγάλες ηλικίες ή ότι έρωτας δεν υπάρχει υποχρεωτικά και μόνο στην ομορφιά και τη νεαρή σάρκα ή ότι κάποτε οι παλιμπαιδίζοντες άντρες πρέπει να "σοβαρευτούν" (και να μην είναι άκαρδοι τέλος πάντων) και αλλα τέτοια σημαντικά μηνύματα. ΟΚ. 
Δεν ξέρω αν κάποιοι θα διασκεδάσουν με κάποιες αστείες καταστάσεις ή με τους τόσο γνωστούς ηθοποιούς, προσωπικά πάντως, εκτός από βαρεμάρα, ένοιωσα και ένα είδος απέχθειας. Όχι, η ταινία δεν είναι η καλύτερή μου. Το αντίθετο μάλιστα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2016

"Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ" ΩΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΖΩΗΣ

Ένας ναυαγός ξεβράζεται σε ένα ερημικό τροπικό νησί. Αφού καταφέρνει να επιβιώσει αρχικά, φτιάχνει μια μεγάλη σχεδία και μ' αυτή προσπαθεί να φύγει. Κάθε φορά όμως που βγαίνει στα ανοιχτά μια γιγάντια κόκκινη χελώνα καταστρέφει τη σχεδία και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο νησί. Αφού αυτό επαναλαμβάνεται μερικές φορές, ο ναυαγός αναγκάζεται (αρχικά) να συμβιώσει με τη χελώνα, η οποία όμως δεν αργεί να μεταμορφωθεί... Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή.
"Η Κόκκινη Χελώνα" είναι η πρώτη μη γιαπωνέζικη συμπαραγωγή των περίφημων στούντιο Ghibli του Μιγιαζάκι. Πρόκειται φυσικά για animation και γυρίστηκε από τον ολλανδό Michael Dudok de Wit το 2016, αλλά και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους συντελεστές είναι ευρωπαίοι (σενάριο κλπ.) Η ταινία είναι βωβή (ακούγεται μόνο η όμορφη μουσική του Laurent Perez Del Mar) και έτσι η έλλειψη γλώσσας την καθιστά ακόμα διαχρονικότερη.
Πρόκειται βέβαια για ένα παραμύθι, βαθύτατα συμβολικό όμως και, επί πλέον, ανοιχτό σε ποικίλες αναγνώσεις - και με σχετικά λίγες πινελιές χιούμορ. Νομίζω ότι (δική μου ανάγνωση βεβαίως) έχουμε κυρίως να κάνουμε με μια αλληγορία της ίδιας της ζωής. Η αρχική μοναξιά, το όνειρα της νιότης (η επιθυμία του ήρωα να φύγει μακριά), η δημιουργία οικογένειας, το ρίζωμα σε έναν τόπο, η επιστροφή στη μοναξιά των γηρατειών... Ωστόσο, το είπα και πριν, άλλοι θεατές μπορούν να βρουν άλλους παραλληλισμούς. Και βέβαια τα ερωτήματα παραμένουν: Μήπως όλα δεν βρίσκονται παρά στη φαντασία του ολομόναχου ήρωα; Μήπως μας μιλά για την αντίθεση επιθυμίας - ανάγκης; Μήπως για την πολύπλοκη σχέση του ανθρώπου με τη φύση; Σίγουρα δεν μπορούμε να δώσουμε οριστικές απαντήσεις.
Στο μεταξύ όμως το φιλμ παραμένει απολαυστικό. Η σχεδιαστική γραμμή είναι λιτή και απλή, τα χρώματα όμως μαγευτικά. Η απλότητα της γραμμής βεβαίως δεν αποτελεί εμπόδιο στο να θαυμάσουμε μια σειρά από πανέμορφες, ποιητικές ενίοτε εικόνες. Ίσως σε κάποια σημεία το βρήκα απλοϊκό και κάποιες λύσεις εύκολες, συνολικά όμως όχι μόνο με κράτησε, αλλά και με συγκίνησε επί πλέον. Έχουμε φυσικά να κάνουμε με άλλο ένα εξαιρετο δείγμα ενηλικίωσης της τέχνης του animation, το οποίο μας δίνει εδώ και πολλά χρόνια υπέροχα φιλμ. Οπότε θα συνιστούσα να μην το χάσετε, να αφεθείτε στη μαγεία του και να βρείτε τα δικά σας νοήματα. Και εννοείται ότι δεν απευθύνομαι μόνο σε παιδιά!

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2016

CAPTAIN FANTASTIC: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ή ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ;

Ο Matt Ross είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο το 2016 γυρίζει το "Captain Fantastic", δεύτερη ταινία του ως σκηνοθέτη. Και κάνει ένα φιλμ τουλάχιστον ενδιαφέρον, που μάλιστα δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και συζήτηση.
Η οικογένεια Κας (ζευγάρι με 6 παιδιά 6 έως 17 ετών) έχει επιλέξει έναν εντελώς αντισυμβατικό τρόπο ζωής. Ζουν απομονωμένοι στη φύση, στα βουνά για την ακρίβεια, είναι ως επί το πλείστον αυτάρκεις, μαθαίνουν να επιβιώνουν σε άγριες φυσικές συνθήκες (κυνήγι, επικίνδυνες αναρριχήσεις κλπ.), ενώ τα παιδιά εκπαιδεύονται από τους γονείς και μόνο, δίχως να πηγαίνουν σχολείο. Οι Κας είναι επαναστάτες, διανοούμενοι και οραματιστές. Μισούν τον καπιταλισμό, αντιμετωπίζουν την Αμερική και τον πολιτισμό της ως το υπέρτατο κακό, είναι απόλυτα πολιτικοποιημένοι, συζητούν σε υψηλό επίπεδο και δίχως ψέματα, χρησιμοποιώντας μαρξιστικούς, ακόμα και μαοϊκούς όρους και γενικά το πνευματικό επίπεδο ακόμα και των εξάχρονων παιδιών είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο. Όταν η μητέρα πεθαίνει ξεκινούν ένα επικίνδυνο ταξίδι προς τον "πολιτισμό", για να συναντήσουν τους "μισητούς" (βλ. εκπροσώπους του συστήματος) παππούδες τους και να εμποδίσουν την ταφή της μητέρας τους, η οποία επιθυμούσε να αποτεφρωθεί ως βουδίστρια. Πολλά θα συμβούν σ' αυτό το ταξίδι.
Η ταινία είναι δοσμένη ανάλαφρα, με χιούμορ, αλλά και δραματικά σημεία. Επικεντρώνεται στην δραματική επαφή (πρώτη επαφή για τα παιδιά) με τον μισητό "πολιτισμό" και τα όσα επακολουθούν από το σοκ. Βλέπετε, τα παιδιά είναι πολύ πιο έξυπνα και μορφωμένα από τους συνομηλίκους τους, αλλά πάσχουν από προφανή κοινωνική αδεξιότητα. Εδώ βρίσκεται και η αξία της ταινίας κατά τη γνώμη μου. Ενώ βλέπει με προφανή συμπάθεια την οικογένεια και τον ακραίο πειραματισμό της, την μέχρι τέλους υποταγή στα πιστεύω και τα ιδανικά τους, και ενώ δείχνει να απεχθάνεται τις σύγχρονες "μαζικές", καπιταλιστικές αξίες, συγχρόνως κριτικάρει και αυτή την επαναστατική πλευρά, καταδεικνύοντας ένα είδος φανατισμού και εμμονής - πάντοτε πάντως με χιούμορ - (γιορτή... "Ημέρας Νόαμ Τσόμσκι" κλπ.), φανατισμού που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο το όλο πείραμα που λέγαμε, αλλά και την ίδια την ασφάλεια της οικογένειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η (νεκρή) μητέρα είχε αμφισβητήσει το όλο κοινωνικό πείραμα.
Πέραν όλων αυτών των θετικών, το φιλμ παρακολουθείται ευχάριστα χάρη στο χιούμορ και το σασπένς του και στον πάντα καλό Βίγκο Μόρτενσεν. Προσωπικά μου τα χάλασε μόνο με το τέλος του, που μοιάζει να υποχωρεί μπροστά σε μία "μέσου όρου και ίσων αποστάσεων", καθησυχαστική λύση (η οποία πιθανόν είναι και ανέφικτη) και είναι και αρκετά αψυχολόγητο κατά τη γνώμη μου από το σημείο της επιστροφής των παιδιών (δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler). Αν εξαιρέσουμε αυτή μου την αντίρρηση, η ταινία και απολαυστική είναι και τροφή για πολλή σκέψη προσφέρει. Να λοιπόν που μια αμερικάνικη ταινία μπορεί να μας προκαλέσει προβληματισμό για την φύση και τα προβλήματα της επανάστασης, έστω και με ανάλαφρο τρόπο...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 20, 2016

"ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ ΚΑΟΥΜΠΟΪ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΙΤΣ ΚΑΙ ΣΙΡΟΠΙΑ

Ο Sidney Pollack (1934-2008) ήταν βεβαίως ένας καλός αμερικανός σκηνοθέτης, με κάμποσες αξιόλογες ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1979 ωστόσο κάνει το "The Electric Horseman" και μας τα χαλάει αρκετά, παρά τους λαμπερούς σταρ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζέιν Φόντα, Βαλερί Περίν).
Πρόκειται για κομεντί με "μηνύματα", αλλά και υπερτονισμένο αισθηματικό μέρος.
Ο ήρωας είναι διάσημος βετεράνος πρωταθλητής του ροντέο, ο οποίος τώρα πλέον έχει καταντήσει να φορά μια... ηλεκτρική καουμπόικη στολή (τουτέστιν στολή με φωτάκια που αναβοσβήνουν!) και να διαφημίζει δημητριακά για πρωινό - έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της εταιρίας. Με την ανεκδιήγητη αυτή εμφάνιση περιοδεύει ανά την Αμερική, πάντοτε με το εξ ίσου διάσημο άλογό του. Βγάζει λεφτά και γυναίκες, αλλά κατά βάθος είναι δυστυχισμένος και, ως εκ τούτου, αλκοολικός. Ώσπου, πριν από μία εμφάνιση στο Λας Βέγκας, η συνείδησή του ξυπνά όταν μαθαίνει ότι η εταιρία δίνει ηρεμιστικά και άλλες ουσίες στο αγαπημένο του άλογο για να είναι ήσυχο στα σόου. Τότε... κλέβει το άλογο (το οποίο, σημειωτέον, είναι μεγάλης οικονομικής αξίας) και μ' αυτό, ως σύγχρονος κάουμπόι, χάνεται στα βουνά. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Μια δαιμόνια, υπερφιλόδοξη και κακομαθημένη δημοσιογράφος ανακαλύπτει τα ίχνη του και του γίνεται κολιτσίδα προκειμένου να του πάρει αποκλειστική συνέντευξη... ενώ οι πάντες τους καταδιώκουν.
Μάλιστα. Στο μεταξύ θα απολαύσετε τον Ρέντφορντ με μεγάλο μουστάκι (νομίζω ότι δεν του πάει καθόλου) σε μια διαρκή μάτσο επίδειξη, ενώ η επαγγελματικά αδίστακτη αρχικά κακομαθημένη κοπέλα κοντά του γνωρίζει την "αληθινή ζωή" και, φυσικά, τον έρωτα, παρά την αρχική τουλάχιστον περιφρόνησή του. Κι εγώ, με τη σειρά μου, βαρέθηκα όσο δεν παίρνει, όχι γιατί ήταν κομεντί, αλλά γιατί τη βρήκα μια ξενέρωτη κομεντί. Έχει βεβαίως και τα φιλοζωικά της μηνύματα - το άλογο παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας - και στρέφεται ενάντια στην εκμετάλλευση των πάντων από τις εταιρίες και τον ευτελισμό κάθε "υψηλού" (αν τέλος πάντων θεωρήσουμε "υψηλό" την γνήσια καουμπόικη ζωή, το ροντέο και το αντριλίκι), μιλά για ένα είδος προσωπικής εξέγερσης που αψηφά τους κανόνες, αλλά... δε νομίζω ότι όλα αυτά δίνονται με νεύρο ώστε να κινήσουν το ενδιαφέρον. Τέλος πάντων, παρά τα "μηνύματα", που συνήθως απουσιάζουν από τις κομεντί, δεν την βρήκα μια ιδιαίτερα καλή τέτοια, ενώ δεν κατάφερε να με κάνει να χαμογελάσω το χιούμορ της. Και παίζει επικίνδυνα με το κιτς...
Α, για τους φίλους της κάντρι: Σε αρκετά σημαντικό δεύτερο ρόλο παίζει ο ίδιος ο Γουίλι Νέλσον.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2016

"WILLARD" Ή ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ

Το "Willard" ("Τα Τρωκτικά" στην Ελλάδα), που γύρισε το 2003 ο άγνωστος (παραγωγός κυρίως) Glen Morgan, είναι ριμέικ του ομώνυμου φιλμ του Daniel Mann του 1971. Και περιγράφει, με ένα συνδυασμό φρίκης και μαύρου χιούμορ τη σχέση ενός ανθρώπου με τα ποντίκια.
Ο Willard είναι ένας κλασικός loser. Μοναχικός, δειλός, απόλυτα αδέξιος κοινωνικά, νοιώθει ότι οι άνθρωποι τον τρομάζουν. Ζώντας σε ένα παλιό, ετοιμόρροπο, πελώριο και πρώην αριστοκρατικό σπίτι, καταπιέζεται βάναυσα τόσο από την άρρωστη και υστερική μητέρα του όσο και από τον επιεικώς κάθαρμα εργοδότη του, επι κεφαλής μάλιστα μιας εταιρίας που κάποτε ανήκε στον  πεθαμένο πατέρα του ήρωα. Κάποια στιγμή ο Willard θα αρχίσει να εξημερώνει ένα ποντίκι που βρίσκει στο σπίτι του και να αποκτά μια πολύ ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Στο υπόγειο τα ποντίκια θα πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα, ένας νέος αρχηγός της ποντικοορδής θα εμφανιστεί και κάποια στιγμή ο ήρωάς μας θα διαπιστώσει ότι - ως ένα βαθμό - μπορεί να τα κατευθύνει και να τα κάνει να υπακούν στις εντολές του. Μια σειρά από φριχτά γεγονότα αρχίζει...
Νομίζω ότι το φιλμ έχει αρκετό ενδιαφέρον. Πρώτα - πρώτα είναι η επικέντρωση στον αντικοινωνικό, αποτραβηγμένο ήρωα, στην ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τον κόσμο και στην αντίστοιχη πλήρη απόρριψη (τι λέω; βάναυση συμπεριφορά θα ήταν καλύτερα να πω) του κόσμου απέναντι στο εύκολο θύμα. Φυσικά ο πόθος για εκδίκηση θα πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, ενώ η πορεία προς την τρέλα του εξ αρχής ασταθούς Willard δίνεται αρκετά καλά. Ο Crispin Glover που πρωταγωνιστεί παίρνει την ταινία πάνω του και είναι πειστικός στο ρόλο του απροσάρμοστου και δειλού θύματος μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στη φρίκη και το κατάμαυρο χιούμορ, κι αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που εκτίμησα περισσότερο. Το χιουμορ αυτό βέβαια δεν το εμποδίζει στο να στήσει ένα εντελώς παρακμιακό, ζοφερό και "σάπιο" σκηνικό, κυρίως στις σκηνές του κάποτε πλούσιου αρχοντικού σπιτιού του πρωταγωνιστή. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία τρόμου, αλλά μια ταινία που θα κάνει τον θεατή να νοιώσει άβολα - και είναι καλοφτιαγμένη. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα, όπως είπα, αρκετά καλή, με τους σχετικά αργούς ρυθμούς να ταιριάζουν και να επιτείνουν την όλη πνιγηρή ατμόσφαιρα. Πρσοχή όμως: Όσοι φοβάστε / σιχαίνεστε / απεχθάνεστε τα ποντίκια, μείνετε μακριά. Υπάρχουν ορδές απ' αυτά και δεν φέρονται πάντοτε πολύ καλά...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2016

ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΝΑΡΚΟ-ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "TRAFFIC"

Έχω ξαναπεί ότι ο Steven Soderbergh είναι ένας σκηνοθέτης που μπορεί να κάνει τα πάντα και κάθε φιλμ του είναι διαφορετικό από το άλλο. Μια από τις καλύτερες στιγμές του, κατά τη γνώμη μου, είναι το "Traffic" του 2000, μια εξονυχιστική ματιά στον εφιαλτικό κόσμο των ναρκωτικών, κοιταγμένη μάλιστα από πολλές πλευρές και γωνίες. Σ' αυτό το πολλαπλό κοίταγμα έγκειται νομίζω η αξία της.
Την ταινία διαπερνούν τρείς αφηγηματικοί άξονες, που σχετίζονται βέβαια μεταξύ τους: Ο πρώτος βρίσκεται στο Μεξικό, τόπο κατασκευής και πηγή προέλευσης των σκληρών ναρκωτικών και εράσματος στις γειτονικές ΗΠΑ, και παρακολουθεί τις προσπάθειες ενός τίμιου αστυνομικού (από τους ελάχιστους τέτοιους σε μια απόλυτα διεφθαρμένη χώρα) ενάντια στα καρτέλ των ναρκωτικών. Ο δεύτερος αφορά έναν υψηλά ιστάμενο εισαγγελέα στις ΗΠΑ, ο οποίος ετοιμάζεται να διοριστεί επικεφαλής στη χώρα του στον τομέα της δίωξης ναρκωτικών. Ο τρίτος αφορά την προσωπική ζωή του εισαγγελέα, της 16χρονης κόρης του συγκεκριμένα, η οποία έχει γίνει χρήστης ηρωίνης και κινδυνεύει άμεσα.
Μέσα από αυτή την πολλαπλή λοιπόν εξέταση ενός από τα ανησυχητικότερα φαινόμενα της εποχής μας, αποτυπώνεται η πορεία των ναρκωτικών από τον τόπο παρασκευής μέχρι τον τόπο κατανάλωσης και οι πολλαπλές επιπτώσεις, σαν ντόμινο, τόσο σε υψηλό, γενικό, όσο και σε καθημερινό επίπεδο. Τα ναρκωτικά πλήτουν εξ ίσου τα πάμφτωχα, εξαθλιωμένα στρώματα του πληθυσμού, όσο και τις ανώτερες τάξεις. Και επειδή στο βρώμικο αυτό εμπόριο παίζονται δις, μάλλον ουδείς στην πραγματικότητα θέλει (ή μπορεί) να αντιμετωπίσει το φαινόμενο, τόσο στο φτωχό Μεξικό όσο και στις πλούσιες ΗΠΑ. Το φιλμ μας δείχνει και το "δεν θέλω" (βλέπε διαφθορά σε όλα τα επίπεδα) και το "δεν μπορώ" (βλέπε το αδιέξοδο τέλος της ταινίας).
Ο Soderbergh χρησιμοποιεί διαφορετική γκάμα χρωμάτων για κάθε μια από τις παράλληλες ιστορίες. Κυριαρχία του κίτρινου στο Μεξικό, του μπλε στις ΗΠΑ στους κύκλους αντιμετώπισης της μάστιγας και "φυσιολογικά" χρώματα σε άλλες σκηνές. Έτσι, ακόμα και χρωματικά, γνωρίζουμε από το πρώτο πλάνο πού βρισκόμαστε κάθε φορά. Οι καλοί ηθοποιοί (Μάικλ Ντάγκλας, Μπενίτσιο ντελ Τόρο, Κάθλιν Ζέτα Τζόουνς, Τόμας Μίλιαν, Ντένις Κουέιντ κλπ.) στηρίζουν το όλο αποτέλεσμα.
Εννοείται ότι στον χώρο αυτόν οι πάντες είναι αδίστακτοι και οι φόνοι συχνοί. Το φιλμ λοιπόν καταγράφει μέσα από πολλαπλές σκοπιές τον εφιάλτη, καθώς και την ουσιαστική αδυναμία αντιμετώπιής του. Κι ίσως αυτή η απελπισμένη παραδοχή της αδυναμίας - αφού έχει δείξει τις φριχτές συνέπειες της μάστιγας - είναι που κάνει τόσο δυνατή και τόσο ανησηυχητική την ταινία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2016

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝΟΣ "ΧΟΡΕΥΤΗ"

Ο Σεργκέι Πολούνιν είναι ένας σούπερ σταρ του σύγχρονου χορού, ο οποίος, στην αρχή της καριέρας του τουλάχιστον, θεωρήθηκε διάδοχος του Νουρέγιεφ. Υπήρξε παιδί - θαύμα, έφυγε σε εφηβική ηλικία από τη Χερσώνα της Ουκρανίας, τη γενέτειρά του (γεννήθηκε το 1989), για να σπουδάσει στο Κίεβο κα, αφού έγινε δεκτός στα περίφημα Βασιλικά Μπαλέτα του Λονδίνου (δέχονται ένα ελάχιστο ποσοστό των υποψηφίων), έγινε ο νεαρότερος πρώτος χορευτής στην ιστορία τους στην απίστευτη ηλικία των 19 ετών! Μέχρι εδώ λοιπόν έχουμε την ιστορία ενός παιδιού - θαύματος. Από εκεί και πέρα αρχίζει η μεταμόρφωσή του σε "τρομερό παιδί" του χορού. Διότι ο Π. είναι εξαιρετικά ανήσυχος χαρακτήρας, ανικανοποίητος θα έλεγε κανείς. Ενώ οι χορευτές ζουν ασκητική ζωή με διαρκή άσκηση, εκείνος ξενυχτούσε σε άγρια πάρτι, σνίφαρε κόκα, άκουγε ποπ μουσική και μόνο ασκητικός δεν ήταν. Ήδη είχε γίνει πρωτοσέλιδο σε σκανδαλοθηρικές εφημερίδες. Και, δύο χρόνια μετά, στο απώγειο της καριέρας του, εγκαταλείπει ξαφνικά τα Βασιλικά Μπαλέτα, στα οποία, για να φτάσουν στη θέση του, πολλοί θα σκότωναν. Το σοκ στον κόσμο του χορού είναι τεράστιο. Φεύγει στη Ρωσία και ξεκινά και πάλι από την αρχή. Ήταν μόλις 22 ετών, είχε ήδη φτάσει στην κορυφή και είχε πέσει! Στην αρχή εμφανίζεται σε φτηνά τηλεοπτικά σόου (!), σκέφτεται να εγκαταλείψει τον χορό, με τον οποίο τρέφει σχέση έλξης - απώθησης. Και τότε κάνει ένα χορευτικό βιντεοκλίπ στο τραγούδι του Holzier "Take me to Church", που σκηνοθετεί ο διασημος φωτογράφος David LaChapelle, το οποίο ανεβαίνει στο You Tube και κάνει τεράστια επιτυχία με εκατομύρια κατεβάσματα. Αυτή τη φορά ο Π. γίνεται σταρ σε ένα παγκόσμιο κοινό, πολύ ευρύτερο από τους κλειστούς χορευτικούς κύκλους. Αρχίζει μια νέα λαμπρή καριέρα και μέχρι σήμερα περιοδεύει με επιτυχία (χορεύοντας φυσικά) ανά τον κόσμο.
Όλη αυτή η απίστευτη ιστορία δίνεται στο ντοκιμαντέρ του Steven Cantor "Χορευτής" (Dancer) του 2016. Συνεντεύξεις από τον Πολούνιν και στενούς του φίλους και συναδέλφους, από τους γονείς του, σκηνές από (εκπληκτικές όντως) χορευτικές εμφανίσεις του, αλλά και από τα παιδικά του χρόνια στην Ουκρανία. Ο Π. είναι σίγουρα τεράστιο ταλέντο και ακόμα πιο σίγουρα αυτοκαταστροφικός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι η φτωχή οικογένειά του πίστεψε αληθινά σ' αυτόν και πραγματικά θυσιάστηκε: Για να βρεθουν λεφτά να τον στείλουν στο Κίεβο, ο πατέρας έφυγε για δουλειά στην Πορτογαλία και η γιαγιά στην Ελλάδα, ενώ η μητέρα του πηγε μαζί του στο Κίεβο. Σε μερικά χρόνια η οικογένεια διαλύθηκε, πράγμα που στοίχησε πολύ στον έφηβο ακόμα Σεργκέι.
Όλα αυτά, η δύσκολη και πολύπλοκη προσωπικότητά του, ο πολύ σκληρός πραγματικά κόσμος του χορού και οι θυσίες που απαιτεί (θυσίες που εκείνος μισεί), η διάλυση του σώματος από τη συνεχή καταπόνηση (όλοι ζουν με χάπια), το βαρύ τίμημα της επιτυχίας τελικά, το οποίο ο ίδιος δεν άντεξε για πολύ, δίνονται ανάγλυφα στο φιλμ. Το οποίο είναι επίσης μια ιστορία θεαματικής ανόδου, απίστευτης πτώσης και ανίοδου ξανά και το οποίο, δίχως να είμαι βαθύς γνώστης του χορού, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2016

"NAKED KISS" Ή Η ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ KAI Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ FULLER

Έναν μόλις χρόνο μετά το συγκλονιστικό "Shock Corridor", το 1964 δηλαδή, ο Samuel Fuller (1912-1997) γυρίζει άλλη μία εξαιρετική ταινία, το "Naked Kiss". Ένα φιλμ που μπερδεύει το αισθηματικό, το κοινωνικό, το νουάρ / αστυνομικό και το απόλυτα διεστραμμένο και νοσηρό στοιχείο σε ένα μείγμα που πολύ σπάνια συναντάμε στο παλιό αμερικάνικο σινεμά. Η πρωταγωνίστριά του είναι και πάλι η Constance Towers.
Η ταινία ξεκινά με μια σοκαριστική σκηνή: Μια εντελώς φαλακρή γυναίκα χτυπά άγρια, μέχρις αναισθησίας, με το παπούτσι της έναν μεθυσμένο άντρα! Η ιστορία πάει ως εξής: Μια πόρνη φτάνει άγνωστη σε μια πόλη, περνά ένα ρομαντικό βράδι με τον ντόπιο αστυνομικό και στη συνέχεια αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Γίνεται νοσοκόμα σε ένα ίδρυμα για ανάπηρα παιδιά, βοηθά τους πάντες - ανάμεσά τους και άλλες γυναίκες με προβλήματα, βγάζει τον καλύτερο εαυτό της και ανακαλύπτει τι της δίνει αληθινή χαρά στη ζωή, μετατρέπεται δηλαδή σε πραγματικό άγγελο αγαπητό σε όλους, τα φτιάχνει με τον πλουσιότερο άντρα της πόλης - και γόη συγχρόνως, αποφεύγει συστηματικά τον καταπιεστικό αστυνομικό... και αυτά είναι μόνο η επιφάνεια, καθώς στο τελευταίο ημίωρο τα πάντα ανατρέπονται με επίσης σοκαριστικό τρόπο.
Η ταινία ισορροπεί με παράδοξο τρόπο ανάμεσα στον ρομαντισμό και την απόλυτη καλοσύνη από τη μία και στη βία, τη σκληρότητα και τη διαστροφή από την άλλη. Οι σκηνές με τα ανάπηρα παιδάκια αγγίζουν σχεδον το νερόβραστο και το κιτς και ταυτόχρονα η "αρρώστια" παραμονεύει εκεί που δεν το υποψιάζεται κανείς. Ο Φούλερ, εν έτει 1964, δεν διστάζει να μιλήσει για θέματα ταμπού όπως η πορνεία, η παιδεραστία, η έκτρωση, ο φόνος, και να σκιτσάρει μια εντελώς σκοτεινή και βρώμικη κοινωνία, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για δημιουργό πολύ μπροστά από την εποχή του. Ακόμα πιο εντυπωσιακή όμως είναι η στάση του απέναντι στις γυναίκες: Ανατρέπει ολοκληρωτικά την ουσιαστικά μισογύνικη ματιά του νουάρ, από το οποίο ωστόσο δανείζεται στοιχεία (στα νουάρ η γυναίκα είναι μοιραία, διπρόσωπη, κυνική, συνήθως καταστρέφει τον άντρα) και την παρουσιάζει ως απόλυτο θύμα των αντρών. Εδώ αυτή είναι η καλή και οι άντρες είναι τα καθάρματα - με ποικίλους και ανατριχιαστικούς τρόπους, όπως θα δείτε (θα μάθετε και πού αναφέρεται το "γυμνό φιλί" του τίτλου). Η κοινωνία είναι απόλυτα ανδροκρατουμενη και γι' αυτό είναι τόσο χάλια, μοιάζει να  μας λέει! Ιδού ο παράδοξος φεμινισμός ενός "σκληρού" και πρωτότυπου δημιουργού.
Αν εξαιρέσετε μια παράξενη "κοιλιά" κάπου στη μέση (αναρωτιέται κανείς αν αυτή είναι ακόμα και ηθελημένη, προκειμένου να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη αντίθεση με το σοκ που ακολουθεί), η ταινία είναι εξαιρετική. Φτάνει να της συγχωρήσετε τη μείξη τόσων ετερόκλητων στοιχείων που ανέφερα στην αρχή. Συνολικά προσωπικά τη βρίσκω πραγματικά εξαιρετική.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 10, 2016

"ΤΡΕΛΗ ΧΑΡΑ" ΚΑΙ... ΤΡΕΛΑ

Ο ιταλός Paolo Virzi έχει γυρίσει αρκετές ταινίες, προσωπιά όμως έχω δει μέχρι σήμερα μόνο το "Ανθρώπινο Κεφάλαιο", που μου άρεσε αρκετά. Το 2016 γυρίζει την "Τρελή Χαρά" (La Pazza Gioia) με τις καλές Βαλέρια Μπρούνα-Τεντέσκι και Μικαέλα Ραματσότι, κάτι ανάμεσα σε "Θέλμα και Λουίζ" και "Φωλιά του Κούκου", σε ιταλική εκδοχή φυσικά.
Δύο έγκλειστες σε ψυχιατρικό ίδρυμα, η μια με κατάθλιψη και σχεδόν κατατονικές τάσεις, η άλλη υπερκινητική και εξωστρεφής σε βαθμό κακουργήματος, δραπετεύουν και περιπλανιούνται σε διάφορα μέρη. Θα περάσουν και από τα σπίτια τους - ταπεινής καταγωγής η μία, πλούσια μεγαλοαστή η άλλη - και σιγά - σιγά, ψηφίδα με ψηφίδα, θα μάθουμε το παρελθόν τους (σε αρκετά σημεία τραγικό). Στο μεταξύ η δίχως σαφή προορισμό περιπλάνηση θα τις δέσει με βαθιά φιλία, παρά την απόλυτη μεταξύ τους αντίθεση.
Το φιλμ ισορροπεί ανάμεσα σε κωμωδία και βαθύ δράμα, σε χαμόγελο και δάκρυ, είναι ταινία δρόμου, αλλά και μια ματιά πάνω στις ψυχικες διαταραχές και τη σχέση των ασθενών αυτών με την κοινωνία. Ωστόσο νομίζω ότι κλείνει πολύ περισότερο προς το δράμα, καθώς οι καταστάσεις που βιώνουν οι ηρωίδες δεν είναι και τόσο για γέλια (συνήθως), ενώ το παρελθόν τους (της μίας ιδιαίτερα) είναι κατάμαυρο. Υπάρχουν νύξεις γαι τη θεραπευτική δύναμη της ελευθερίας και τη χαρά που μπορεί να δώσει αυτή, ωστόσο το φιλμ δεν υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να αφεθούν επίσημα ελεύθερες, καθώς κάποιες από τις ενέργειές τους είναι σαφώς επικίνδυνες. Οπότε χαρά, ελευθερία, ναι, αλλά ο εγκλεισμός παραμένει απαραίτητος.
Το φιλμ δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, αρκετές σκηνές είναι ευφάνταστες ή/και διασκεδαστικές, αλλά δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήθελε να πει. Το ίδρυμα ούτως ή άλλως είναι αρκετά προοδευτικό, από την άλλη η χαρά της ελεθερίας παρουσιάζεται, αλλά αυτή (η ελευθερία) δεν είναι τελικά και πολύ θεραπευτική (απλώς δίνει κάποια χαρά), οπότε; Σε περιπτώσεις σαν αυτές των δύο γυναικών ο εγκλεισμός είναι μια χαρά (δεν διαφωνώ προσωπικά σ' αυτό σε βαριές περιπτώσεις, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της ταινίας).
Μια συμπαθητική λοιπόν ματιά πάνω σε μια απόδραση και μια φιλία (ίσως το τελικό συμπέρασμα να είναι η ανάγκη της φιλίας) και όχι κάτι παραπάνω. Πάντως οφείλω να δηλώσω ότι το φιλμ αρέσει στο κοινό και σε αρκετά φεστιβάλ πήρε Βραβείο Κοινού. Προσωπικά το "Ανθρώπινο Κεφάλαιο" μου άρεσε περισσότερο.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2016

"SHOCK CORRIDOR" ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΣΟΚΑΡΕΙ

Γνωρίζετε πιθανόν την περίπτωση του Samuel Fuller (1912-1997).  Χαρακτηριστικός "μπι-μουβάς" δημιούργησε μερικές από τις καλύτερες "φτηνές" ταινίες και θαυμάστηκε από σημαντικούς νεότερους δημιουργούς όπως, για παράδειγμα, ο Βέντερς. Μια από τις πιο δυνατές του ταινίες είναι το "Shock Corridor" του 1963.
Ένα έγκλημα συμβαίνει μέσα σε ένα φρενοκομείο. Ένας φιλόδοξος και μάλλον αλαζόνας δημοσιογράφος (συμπεριφέρεται και σχετικά άσχημα και στην κοπέλα του) συλλαμβάνει το σχέδιο να παραστήσει τον ψυχοπαθή, να κλειστεί στο άσυλο και να μπορέσει έτσι να ερευνήσει τον φόνο. Στόχος του η δόξα και το βραβείο Πούλιτζερ! Τα πράγματα όμως εκεί μέσα δεν είναι τόσο απλά...
Ζοφερή ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη αποκλειστικά σχεδον στο χώρο του ψυχιατρείου - επιτείνοντας έτσι το κλειστοφοβικό στοιχείο - παίζει σαρδόνια με την ιδέα ότι "όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες" (για να το πω χρησιμοποιώντας μια παροιμία). Ο εγκλεισμός του ήρωα, η διαρκής συναναστροφή με διαταραγμένους ανθρώπους και η διαρκής προσπάθεια να υποδύεται τον διαταραγμένο ο ίδιος δεν μπορούν να αφήσουν αλώβητο τον ψυχικό του κόσμο. Το φιλμ παρακολουθεί με ανατριχιαστικό τρόπο την δική του πορεία προς το σημείο μη επιστροφής - ή, αν θέλετε, το τίμημα της υπέρμετρης φιλοδοξίας, σχεδόν απληστίας. Ταυτόχρονα, πολύ πριν τη "Φωλιά του Κούκου", επιχειρεί να καταγράψει τις συνθήκες εγκλεισμού στα σχετικά ιδρύματα.
Η ταινία βλέπεται και σήμερα με κομμένη την ανάσα (προσωπική γνώμη βεβαίως) και συγχρόνως αποτελεί μια ανησυχητική πινακοθήκη αξέχαστων τύπων άλλων εγκλείστων. Πιστός στη b-movie αισθητική του, ο Fuller χρησιμοποιεί άγνωστους ηθοποιούς (η πρωταγωνίστρια πάντως Constance Towers πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία του), περιορισμένους χώρους (ο διάδρομος του τίτλου παίζει βασικό ρόλο στο φιλμ), ελάχιστα εφέ. Το σοκ θα έρθει από τα τεκταινόμενα και όχι από φτηνούς εντυπωσιασμούς. Όσο για τον θεατή, παρακολουθεί συγχρόνως ένα αστυνομικό μυστήριο (ποιος είναι ο δολοφόνος) και την ψυχολογική πορεία του ήρωα. Και μία "κρυμμένη" πολιτικοκοινωνική διάσταση: Οι έγκλειστοι που γνωρίζουμε έχουν τρελαθεί από καθαρά κοινωνικές αιτίες: Από τον πόλεμο και τον στιγματισμό του ως "κομμουνιστή" ο ένας, από τον ρατσισμό ο άλλος (μαύρος γαρ)... Νομίζω ότι το σχόλιο είναι καταλυτικό.
Από τα κλασικότερα b-movies όλων των εποχών, το φιλμ συνίσταται σε όσους το αγνοούν. Παρά τις κάποιες αφέλειές του (βλ. τη σκηνή με τις νυμφομανείς).

Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2016

"LORD OF WAR" ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Το 2005 ο παντελώς άνισος Andrew Niccol γυρίζει το "Lord of War" ("Κυρίαρχος του Παιχνιδιού" στην Ελλάδα) με τον Νίκολας Κέιτζ να κρατά τον βασικό ρόλο και τους Ίθαν Χοκ και Τζάρεντ Λέτο δίπλα του. Είναι ενδιαφέρο το ότι ενσαρκώνει έναν παντελώς αρνητικό ήρωα, έναν άνθρωπο δίχως καμιά ηθική.
Ο ουκρανικής καταγωγής Γιούρι Ορλόφ ζει με την μάλλον φτωχή οικογένειά του στη "Μικρή Οδησσό", συνοικία της Νέας Υόρκης. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει την "κλίση" του και αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά μ' αυτήν: Να πουλά όπλα. Από τη δεκαετία του 80 σε συμμορίες της γειτονιάς του μέχρι τα '00ς, όταν πλέον έχει εξελιχτεί σε έναν ζάμπλουτο διεθνή έμπορο, που συνδιαλέγεται με κυβερνήσεις τριτοκοσμικών συνήθως χωρών. Ταυτόχρονα παρακολουθεί τις σχέσεις με τον αδελφό του, περισσότερο ηθικό αλλά και αυτοκαταστροφικό, το μοντέλο σύζυγό του, με έναν αιμοσταγή αφρικάνο δικτάτορα - πελάτη του, αλλά και με έναν πράκτορα του FBI, ο οποίος βρίσκεται διαρκώς στα ίχνη του, αδυνατεί όμως να τον συλλάβει γιατί τυπικά δεν υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του.
Φυσικά πρόκειται για μια ακόμα ιστορία ανόδου και πτώσης. Πτώσης; Το κυνικό τέλος δεν είναι σίγουρο ότι δείχνει κάτι τέτοιο, οικονομικά τουλάχιστον. Ωστοσο εσωτερικά, συναισθηματικά, σίγουρα υπάρχει πτώση ή - αν το θέλετε διαφορετικά - το αναποφευκτο τίμημα της ανόδου-πατώντας-επί-πτωμάτων. Το πορτρέτο που φτιάχνει το φιλμ είναι πραγματικά ανατριχιαστικό κι εμείς μένουμε να αναρωτιόμαστε: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι σαν τον ήρωά μας, δίχως ίχνος ηθικής, τόσο αδίστακτοι, τόσο πορωμένοι, τόσο αποφασισμένοι να πετύχουν με κάθε τίμημα; Φυσικά ένας έμπορος όπλων είναι εξ ορισμού απεχθής. Ο συγκεκριμένος ακόμα απεχθέστερος. Και υπάρχει και η απίστευτη ατάκα του: "Στον κόσμο κυκλοφορούν πάνω από 550 εκατομμύρια όπλα, ένα δηλαδή για κάθε 12 κατοίκους του πλανήτη. Το ζητούμενο είναι: Πώς θα οπλίσουμε τους άλλους 11;" Φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταπεινή καταγωγή, οι στερήσεις και η θέληση για άνοδο, για να βγει επίτέλους κάποιος από την καθημερινή μιζέρια, ελάχιστα ελαφρυντικά αποτελούν.
Κυνικό, αμοραλιστικό, βίαιο, με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον ήρωα, το φιλμ βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον, τολμά να φτιάχνει το πορτρέτο ενός εντελώς αρνητικού χαρακτήρα και είναι πολύ σκληρό (όχι τόσο σε συγκεκριμένες σκηνές, όσο γενικότερα, στο πνεύμα του). Και δείχνει και κάποια πράγματα για το διεθνές εμπόριο όπλων, την απεχθέστερη ίσως "μπίζνα" του κόσμου. Πολλά τέτοια καθάρματα είναι εκατομμυριούχοι, άλλοι νόμιμα και άλλοι παράνομα (δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση). Το χειρότερο είναι ότι ουδείς μπορεί να τους πειράξει...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2016

"ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΖΩΑ" ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΒΓΑΛΕΤΕ (ΞΑΝΑ) ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ

Όπως όλα δείχνουν ο Χάρι Πότερ ήταν μόνο η αρχή. Μετά την τεράστια παγκόσμια επιτυχία σε βιβλία και ταινίεςτο κοινό έδειξε ότι διψούσε και για άλλες ιστορίες από τον κόσμο που επλασε η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ. Κι εκείνη φυσικά δεν άργησε να ικανοποιήσει τα εκατομμύρια των πιστών της, αυτή τη φορά όχι με βιβλίο, αλλά με απ' ευθείας σενάριο με μια νέα (φευ) πενταλογία, η οποία διαδραματίζεται μεν στον κόσμο του Πότερ, αλλά τοποθετείται στη Νέα Υόρκη του 1926, πριν δηλαδή της περιπέτειες του διάσημου μικρού μάγου. Σκηνοθέτης (εκ του ασφαλούς φυσικά) ο David Yates, που είχε γυρίσει και τις 4 τελευταίες ταινίες του Χ.Π. και πρώτη ταινία του νέου κύκλου τα "Φανταστικά Ζώα και πού Βρίσκονται" του 2016.
Όπου ο βρετανός μάγος Νιουτ Σκαμάντερ φτάνει εν έτει 1926 στη Νέα Υόρκη, η οποία ταλαιπωρείται από μια μυστηριώδη σκοτεινή παρουσία. Στη μαγική βαλίτσα του κουβαλά πλήθος από παράδοξα ζώα με μαγικές ικανότητες, τα οποία αγαπά και προστατεύει. Κάποια απ' αυτά το σκάνε και το χάος στην πόλη επιτείνεται. Ένας "άμαγος" (κοινος θνητός δηλαδή) θα μπερδευτεί άθελά του στην όλη ιστορία, καλοί και κακοί μάγοι συγκρούονται και, τελικά, ο μεγάλος κίνδυνος είναι να αποκαλυφτεί ο μυστικός μαγικός κόσμος στους κοινούς ανθρώπους και να αρχίσει πόλεμος μεταξύ μάγων και ανθρώπων (όπως είχε συμβεί στο μεσαίωνα, μας πληροφορεί το φιλμ).
Φυσικά η χορταστική (ή μήπως λιγωτική;) περιπέτεια γεμίζει την οθόνη, μαζί με εντυπωσιακά εφέ και κάθε λογής αστεία ή/και επικίνδυνα ή/και χαριτωμένα ή/και τρομακτικά όντα, ανατροπές υπάρχουν, χιούμορ αρκετό, καθώς και τα απαραίτητα "διδάγματα": Η ανοχή στη διαφορετικότητα (το πιο πολυφορεμένο μήνυμα του σύγχρονου mainstream σινεμά), η εναντίωση στους πολεμοχαρείς κλπ. Ταυτόχρονα το σκηνικο του μεσοπολέμου, η περιρέουσα τζαζ και τα σχετικά κοστούμια δίνουν στο φιλμ και έναν απροσδόκητο νοσταλγικό τόνο. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά πάντως το βρήκα κάπως "ξεχειλωμένο". Επίσης μου φάνηκε ότι δεν μπορούσε να εστιάσει σε ένα θέμα, αλλά ξέφευγε σε διάφορα. Σα να έβαζε πολλές υποπλοκές μαζί, οι οποίες έμεναν ανεκμετάλλευτες. Θα μου πείτε πρώτο φιλμ της σειράς είναι, στο μέλλον θα ξεδιπλωθούν όλα αυτά. ΟΚ, αλλά προσωπικά κρίνω το φιλμ που είδα. Το οποίο βρήκα κάπως "ανερμάτιστο" και έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται λιγάκι.
Προφανώς η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών διαφωνεί και η επιτυχία είναι τεράστια. Οπότε τι να πώ; Μάλλον οι περισσότεροι θα το διασκεδάσετε.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2016

ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ "ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕ ΠΟΛΛΑ"

Βρισκόμαστε στα 1956 και ο Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει μια από τις πιο γνωστές ταινίες του, τον "Άνθρωπο που Γνώριζε Πολλά". Το περίεργο είναι ότι το διασκεδαστικό αυτό φιλμ είναι ριμέικ μιας παλιότερης, του 1934 συγκεκριμένα, ομότιτλης ταινίας του ίδιου του Χίτσκοκ.
Ένα ζευγάρι αμερικανών (ο Τζέιμς Στιούαρτ και η Ντόρις Ντέι) με τον μικρό γιο τους κάνουν διακοπές στο Μαρόκο. Εκεί μπλέκονται άθελά τους με ένα δίκτυο κατασκόπων και ένας απ' αυτούς, καθώς πεθαίνει, εμπιστεύεται στο σύζυγο ένα θανάσιμο μυστικό. Οι εχθροί του, για να κλέισουν το στόμα του ζεύγους, απαγάγουν το μικρό γιο, ενώ ο ήρωας θα ταξιδέψει στο Λονδίνο για να σώσει το παιδί του. Μια από τις τελευταίες σκηνές διαδραματίζεται στη διάρκεια ενός κονσέρτου και πραγματικά κορυφώνει την ένταση.
Εδώ ο σκηνοθέτης δεν είναι σκοτεινός, όπως στο "Vertigo", τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή το μεταγενέστερο "Ψυχώ" ας πούμε. Εδώ αποβλέπει στην καθαρή διασκέδαση, γι' αυτό άλλωστε και υπάρχει αρκετό διάχυτο (και διακριτικό) χιούμορ. Παράλληλα το σασπένς καλά κρατεί, με αποκορύφωμα την περίφημη σκηνή του κονσέρτου που αναφέραμε παραπάνω, που θεωρείται πραγματικά κλασική και άψογο δείγμα εφαρμογής του (τού σασπένς εννοώ). Επίσης στο φιλμ υπάρχει και το διάσημο σουξέ "Que Sera Sera", από τα γνωστότερα κομμάτια ολων των εποχών, το οποίο μάλιστα παίζει καθοριστικό ρόλο στην πλοκή.
Παρά την επιτυχία της ταινίας, την αγωνία και όλα τα κλασικά επί μέρους στοιχεία, προσωπικά δεν την θεωρώ από τις πολύ μεγάλες του Χίτσκοκ. Νομίζω ότι όλα εδώ συμβαίνουν πολύ "εύκολα", ο ήρωας (άσχετος με όλα αυτά γιατρός) καταφέρνει ολομόναχος να λύσει τα πάντα, ενώ οι "κακοί" είναι πολύ χλιαροί... Υπάρχει βέβαια το τυπικό χιτσκοκικό μοτίβο του αθώου, που ξαφνικά βρισκεται μπλεγμένος σε κάτι μεγάλο για το οποίο δεν φταίει καθόλου, αλλά κι αυτό σε πιο light δόσεις από τα πολύ σημαντικά φιλμ του μετρ.
Όχι, αν δεν το έχετε δει δεν σας αποτρέπω. Κάθε άλλο. Πρόκειται άλλωστε για κλασική ταινία του είδους που αποβλέπει στην καθαρή διασκέδαση - και το πετυχαίνει θαυμάσια. Απλώς μου λείπει η σκοτεινιά που προαναφέραμ, η οποίαι κάνει τα πράγματα στον Χίτσκοκ πολύ, αλλά πολύ (πιο) σοβαρά...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2016

"THE SKELETON KEY" Ή ΑΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΨΕΙΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ

Ο Iain Softley είναι βρετανός, αλλά το "The Skeleton Key" που γύρισε το 2005 είναι αμερικάνικη ταινία, και μάλιστα με καλό καστ: Κέιτ Χάνσον, Τζον Χαρτ και Τζίνα Ρόουλαντς στους βασικούς ρόλους. Πρόκειται για ταινία τρόμου και δεν θα μπορούσε να μην είναι αμερικάνικη αφού διαδραματίζεται στη Νέα Ορλεάνη, από τα γνωστότερα μέρη στα οποία η μαγεία έχει τόσο μεγάλη παράδοση και εξασκείται εδώ και αιώνες.
Μία νέα κοπέλα αναλαμβάνει τη θέση της νοσοκόμου ενός ηλικιωμένου, κατάκοιτου από εγκεφαλικό άντρα, που ζει με την επίσης ηλικιωμένη γυναίκα του σε ένα απομονωμένο σπίτι κάπου κοντά στη Νέα Ορλεάνη. Από την αρχή κιόλας η κοπέλα θα αντιληφτεί ότι κάτι δεν πάει πολύ καλά εκεί, ενώ οι σχέσεις της με τη σύζυγο είναι... ας το πούμε έτσι... τεταμένες. Παράξενα πράγματα συμβαίνουν, αναμφίβολα το σπίτι κρύβει μυστικά και σιγά - σιγά η κοπέλα αρχίζει να πιστεύει σε πράγματα που λίγο πριν θα θεωρούσε απλές δεισιδαιμονίες.
Το ενδιαφέρον σ' αυτό το σχετικά χαμηλότονο (για ταινία τρόμου τουλάχιστον) φιλμ είναι ότι δεν βασίζεται ούτε σε εφιαλτικά εφέ ούτε σε απότομα "μπαμ" με αποκλειστικό σκοπό να τρομάξουν. Κι ούτε βέβαια υπάρχει το σπλάτερ στοιχείο και τα λουτρά αίματος. Εδώ η προσπάθεια έγκειται στο να δημιουργηθεί ανησυχητική, δυσοίωνη ατμόσφαιρα - φυσικά το σκηνικό του κλασικού απομονωμένου σπιτιού βοηθά σ' αυτό - μέσα στην οποία θα νοιώθουμε άβολα. Ένα - ένα τα σκοτεινά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται, μέχρι να φτάσουμε στην τελική μεγάλη και μάλλον απροσδόκητη ανατροπή. Το στιλ αυτό (η δημιουργία ατμόσφαιρας εννοώ) είναι κάτι που εκτιμώ στις ταινίες του είδους. Στη συγκεκριμένη βέβαια όλα κυλούν κάπως αργά, αλλά - νομίζω - αρκετά ικανοποιητικά. Το ενδιαφέρον στην ιστορία είναι η ιδέα ότι τα αποτελέσματα της μαγείας και το υπερφυσικό στοιχείο γενικότερα υπάρχουν (ή εμφανίζονται) μόνο αν κάποιος πιστεύει σ' αυτά. Αλλιώς παραμένουν απλώς δυσειδαιμονίες.
Σίγουρα δεν πρόκειται για μεγάλη ταινία, τη βρήκα όμως συμπαθητική και σίγουρα ξεφεύγει από το βαβούρικο και εφετζίδικο κλίμα των σύγχρονων ταινιών τρόμου. Γι' αυτό και μόνο αξίζει νομίζω να της δώσουμε μια ευκαιρία.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2016

"ΑΦΕΡΙΜ!" : ΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ;

Το ρουμάνικο σινεμά μας έχει συνηθίσει σε αγχωτικά, ρεαλιστικά δράματα, μερικά από τα οποία είναι θαυμάσια. Το "Αφερίμ!" όμως του 2015, τρίτη ταινία του Radu Jude, είναι κάτι απόλυτα διαφορετικό. Ασπρόμαυρο, διαδραματίζεται στη Βλαχία του 1835 και είναι κυριολεκτικά βουτηγμένο στο βαλκανικό καζάνι. Αν έπρεπε να το κατατάξουμε ντε και καλά σε είδος (όχι υποχρεωτικά φυσικά), μάλλον πλησιέστερα στο γουέστερν βρίσκεται. Ή μήπως μιλάμε για μια ιδιότυπη ταινία δρόμου εποχής;
Ένας αστυνόμος της εποχής περιπλανιέται στη Βλαχία με το νεαρό γιο του, ο οποίος θα τον διαδεχτεί στο αξίωμα, προσπαθώντας να πιάσει έναν τσιγγάνο σκλάβο που το έσκασε από την υπηρεσία του τοπικού αυταρχικού βογιάρου. Στην πορεία τους αυτή ο πατέρας νουθετεί το γιο, λέγοντάς του ουσιαστικά να αφήσει τα νεανικά όνειρα και να προσγειωθει στην πραγματικότητα, έστω κι αν αυτή είναι σκληρή και άδικη, ο γιος ενηλικιώνεται - κάποιες φορές επώδυνα, ενώ οι δυο τους θα έχουν αρκετές, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους συναντήσεις (ένας φανατικός παπάς, ένας άλλος αστυνόμος, μια πόρνη σε ένα πανδοχείο, τσιγγάνοι, ένας τούρκος κλπ.)
Πρωταγωνιστής είναι βέβαια τα γεμάτα ποικιλία Βαλκάνια, ένα καζάνι γεμάτο από διαφορετικές εθνότητες, κουλτούρες, θρησκείες, φιλοσοφίες και τρόπους ζωής. Ο πατέρας, αμοραλιστής, καταφερτζής, συχνά σκληρός, αλλά καλόκαρδος και συγκαταβατικός κατά βάθος, απλώς αποδέχεται απόλυτα τη σκληρή και άδικη πραγματικότητα και με ένα είδος σοφίας ζωής προσπαθεί να ελιχτεί και να επιβιώσει. Περισσότερο ρομαντικός (νέος γαρ και άπειρος) ο γιος, πιο ονειροπόλος, παίρνει μια σειρά από μαθήματα και, πολύ πιθανόν, κάποια στιγμή θα γίνει σαν τον πατέρα του. Στο μεταξύ οι διάλογοι είναι συχνά χιουμοριστικοί - υπάρχει μια γενική τάση για μαύρο χιούμορ - ενώ το περιβάλλον είναι βουτηγμένο στη δεισιδαιμονία, τον ρατσισμό, τη σκληρότητα, χαρακτηριστικά που πηγάζουν βέβαια από την απόλυτη αμορφωσιά και ανέχεια. Το τερατωδώς άνισο και βάρβαρο καθεστώς της φεουδαρχίας, που πλέον είναι στα τελευταία της, δείχνεται επίσης καθαρά, με την τελική πολύ σκληρή (και καθόλου δίκαιη) κατάληξη να υπογραμμίζει την αθλιότητα ενός τέτοιου συστήματος. Και τελικά, βεβαίως, τίποτα δεν αλλάζει...
Κάπου ανέφερα τη λέξη σκλάβος. Αν νομίζετε ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε στα μέρη μας, δείτε το φιλμ. Οι τσιγγάνοι ιδιαίτερα, θύματα ενός καθολικού ρατσισμού από τους πάντες, αγοράζονται και πουλιούνται όπως ακριβώς οι αρχαίοι σκλάβοι στην Ελλάδα ή τη Ρώμη. Ο αφέντης έχει πάνω τους δικαίωμα ζωής και θανάτου! Ο ρατσισμός δεν αφήνει φυσικά ανέγγιχτους ούτε τους εβραίους.
Ενδιαφέρον και πρωτότυπο φιλμ, που ανακατεύει την ιστορική ταινία, το γουέστερν, την ταινία δρόμου, το χιούμορ και τη σκληρότητα, ενώ πιάνει ένα θέμα και μια εποχή που σπάνια έχουν απασχολήσει το σινεμά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2016

ΟΤΑΝ ΞΕΝΕΡΩΝΩ ΣΤΟ "ELIZABETHTOWN"

Σίγουρα ο Cameron Crow είναι ένας σκηνοθέτης του οποίου η σχέση με τη μουσική είναι κάτι παραπάνω από έντονη και ο οποίος έχει κάνει μερικές feel good ταινίες. Μια τέτοια είναι και το "Elizabethtown" του 2005, όμως προσωπικά μόνο βαρεμάρα μου προκάλεσε (εντάξει, αντικαταστείστε αν θέλετε το "μόνο" με το "κυρίως").
Πρόκειται για ρομαντική κομεντί, είδος που σπάνια δίνει κάτι καλό στην εποχή μας. Ο νεαρός ήρωας, πρώην ακριβοπληρωμένος σχεδιαστής παπουτσιών σε μεγάλη εταιρία, είναι υπεύθυνος για μία τερατώδη αποτυχία, με αποτέλεσμα η εταιρία του να χάσει ένα δις (!!!) δολάρια και φυσικά εκείνος να απολυθεί. Είναι έτοιμος να αυτοκτονήσει, όταν μαθαίνει ότι ο πατέρας του μόλις πέθανε στη μικρή πόλη του τίτλου, όπου είχε πάει να επισκεφτεί τον αδελφό του. Ο ήρωας αναβάλλει την αυτοκτονία και πάει εκεί για να φέρει πίσω τη σωρό. Στο αεροπλάνο θα γνωρίσει μια όμορφη αεροσυνοδό, που με το κέφι και την αισιοδοξία της θα του αλλάξει τη ζωή. Όσο για την πόλη και τους συγγενείς... είναι αφόρητα πληκτικοί, αλλά θα τον κάνουν να βρεί τον εαυτό του... ή κάτι τέτοιο.
Ακούγεται απλοϊκό; Νομίζω ότι μάλλον είναι. Τουλάχιστον εμένα δεν κατάφερε να με κρατήσει. Η κοπέλα είναι κάτι παραπάνω από τέλεια, ο έρωτάς της για τον πρωταγωνιστή μοιάζει κεραυνοβόλος, οι άλλοι χαρακτήρες παραείναι γραφικοί, όλα γίνονται πανεύκολα και αναρωτιέται μάλιστα κανείς γιατί αργούν τόσο και δεν τελειώνουν πιο γρήγορα. Ναι, το φιλμ θέλει να είναι feel good και σου αφήνει μια γλυκιά γεύση (μήπως θα έπρεπε να πω γλυκερή;), διαθέτει το χιούμορ του (αλοίμονο, κομεντί είναι), αλλά ελάχιστα έχει να προσθέσει στη σχεδόν κορεσμένη φιλμογραφία του είδους. Περίμενα κάτι παραπάνω από τον Crow.
Όπως συχνά συμβαίνει στις ταινίες του η "Elizabethtown" είναι πλημμυρισμένη από μουσική. Ακούγονται πολλά κομmάτια, παλιά και καινούρια, από μεγάλα ονόματα (από Elton John έως Ryan Adams και από Tom Petty έως Fleetwood Mac και Henri Mancini) και στο καστ περιλαμβάνονται, εκτός από το κεντρικό ζέυγος των Ορλάντο Μπλουμ και Κίρστεν Ντανστ και οι Σούζαν Σάραντον, Άλεκ Μπάλντουιν, Τζέσικα Μπιελ κλπ. Δεν νομίζω όμως ότι όλα αυτά φτάνουν για να κάνουν κάτι πιο ιδιαίτερο από μια ακόμα αισθηματική, ρομαντική κομεντί. Βαρέθηκα.
ΥΓ: Αλήθεια γιατί κανείς σχεδόν δεν κλαίει για τον θάνατο του πατέρα, ο οποίος, σε γενικές γραμμές ήταν μάλλον συμπαθής τύπος;

Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2016

ΚΑΤ' ΕΥΦΗΜΙΣΜΟΝ "SWEET SIXTEEN"

Αν είστε γνώριμοι του Ken Loach θα γνωρίζετε τα βασικά στοιχεία του έργου του: Ωμός ρεαλισμός, καταγραφή της δύσκολης ζωής των κατώτερων τάξεων της Βρετανίας, καμιά χολιγουντιανή προδιαγραφή ή "στρογγύλεμα", αδιέξοδες καταστάσεις. Όλα αυτά τα συναντά κανείς στο "Sweet Sixteen" του 2002, από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες του.
Το φιλμ παρακολουθεί τη ζωή ενός 16χρονου σκωτσέζου, από χαμηλά κοινωνικά στρώματα φυσικά. Το μόνο που ονειρεύεται ο μικρός είναι μια φυσιολογική ζωή. Πλην όμως πατέρας δεν υπάρχει και η μητέρα, την οποία υπεραγαπά, βρίσκεται στη φυλακή και θα αποφυλακιστεί σε λίγους μήνες. Μέχρι τότε ο Λίαμ θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να βρει λεφτά για να ζήσουν μαζί αυτός κι η μητέρα του και να τη γλυτώσει από το κάθαρμα φίλο της, έναν έμπορο ναρκωτικών, ο οποίος μάλιστα συνεργάζεται με τον παπού του μικρού (εξ ίσου κάθαρμα). Και βέβαια, ο τρόπος να βγάλει γρήγορα λεφτά ένας 16χρονος δεν μπορεί να είναι νόμιμος. Σύντομα και ο μικρός θα μπλεχτεί με το εμπόριο ναρκωτικών...
Μουντή φωτογραφία, ασορτί με το εξ ίσου μουντό περιβάλλον, άχαροι δρόμοι γεμάτοι άνεργους, επίσης άχαρα σπίτια, έλλειψη ηθικής (συνήθως), φτώχια και στο μέσο όλων αυτών ένας έφηβος που δεν ξεκουράζεται ποτέ και πασχίζει με νύχια και δόντια να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Αλλά πώς να το κάνεις αυτό όταν το όνειρο αφορά μια "κανονική" ζωή και προσπαθείς να το κατακτήσεις με κάθε άλλο παρά "κανονικά" μέσα; Αυτή η αντίφαση είναι που δημιουργεί τα προβλήματα. Η πηγή του κακού βεβαίως βρίσκεται στην φτώχια, την εγκατάλειψη χιλιάδων ανθρώπων, στην έλλειψη ενδιαφερόντων (πώς να χωρέσουν αυτά όταν το μεγάλο ζητούμενο είναι απλώς η νορμάλ καθημερινότητα;) Και, τι τραγικό, ακόμα κι αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να κατακτηθεί. Ο Λόουτς τα καταγγέλει όλα αυτά, όπως πάντοτε έκανε, και μας λέει ότι τελικά η παραβατικότητα / εγκλημαικότητα είναι απόλυτα φυσιολογικό να ανθίσουν σε τέτοια περιβάλλοντα, δεν είναι παρά απόρεια της δεινής οικονομικής κατάστασης. Και βεβαια καταγράφει και πάλι την τόσο χαρακτηριστική βρετανική μιζέρια.
Σκληρή ταινία, που δεν χαρίζεται σε εύκολες καταστάσεις ή χάπι εντ, με το "sweet" του τίτλου προφανώς ειρωνικό, θα αρέσει στους φίλους του βρετανού δημιουργού με το τόσο χαρακτηριστικό έργο. Αλλά και στους φίλους του πολιτικοποιημένου, κινηματογραφικού ρεαλισμού γενικότερα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2016

"ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ" ΕΙΝΑΙ Η... ΙΠΕΡ

Προσθήκη λεζάντας
Τελικά η γαλίδα σταρ Ιζαμπέλ Ιπέρ αναδεικνύεται σε μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της εποχής μας (ακόμα και η καλύτερη θα ισχυρίζονταν αρκετοί). Το αποδεικνύει και πάλι στο φιλμ της Mia Hansen-Love "Το Μέλλον" (L' Avenir) του 2016. Το οποίο είναι μια δραματική ταινία (με λίγο χιούμορ) για μια γυναίκα της οποίας η καθημερινότητα όπως την ήξερε καταρρέει.
Η ηρωίδα είναι μια πενηντάρα καθηγήτρια φιλοσοφίας, παντρεμένη, με δύο μεγάλα παιδιά. Απολαμβάνει τη φιλοσοφία και τις απολαύσεις της σκέψης, ενώ έχει να αντιμετωπίσει και την κτητική, μισότρελη μητέρα της. Κάποια στιγμή εκείνη θα πεθάνει, ενώ ο άντρας της τής ανακοινώνει ότι θέλει να χωρίσει επειδή βλέπει μια άλλη γυναίκα. Μόνη πλέον, αλλά και για πρώτη ίσως φορά ελεύθερη, η Ναταλί πρέπει να ανακαλύψει ξανά την μέχρι τότε τακτοποιημένη ζωή της. Αρχίζει έτσι να κάνει παρέα με έναν εναλλακτικό νεαρό, παλιό αγαπημένο της μαθητή (όχι, δεν πρόκειται για ερωτική σχέση).
"Το Μέλλον" είναι μία χαμηλότονη, δραματική και ρεαλιστική ταινία, που παρακολουθεί την προσπάθεια μιας γυναίκας να βρει μια νέα ζωή όταν όλες οι παλιές σταθερές καταρέουν. Μιλά λοιπόν για τις αλλαγές που μπορεί ανά πάσα στιγμή να έρθουν στη ζωή μας, όσο σίγουροι κι αν είμαστε γι' αυτήν. Και, μια που τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της, είναι διανοούμενοι, μιλά για τη σχέση φιλοσοφίας και καθημερινότητας ή, αν θελετε, πώς η φιλοσοφία και η υψηλή σκέψη δεν μπορούν να δώσουν λύσεις σε καθημερινά προβλήματα. Γι' αυτό και η ηρωίδα δεν ξέρει τι ακριβώς να κάνει, απλώς "ψάχνεται". Προσωπικά με άγγιξε στο σημείο όπου νοιώθει μόνη και αντιλαμβάνεται ότι δεν ανήκει εκεί, όταν βρίσκεται στο εναλλακτικό σχεδόν-κοινόβιο. Μου φάνηκε ότι αυτό το σημείο εμπεριέχει μελαγχολία και τη συνειδητοποίηση ότι τα νεανικά όνειρα και η θέληση για κόντρα στο κατεστημένο απόπειρες έχουν φύγει ανεπιστρεπτί.
Είπα ότι το φιλμ είναι χαμηλότονο, δίχως δραματικές κορυφώσεις ή ανατροπές. Απλώς παρακολουθεί ήσυχα τα τεκταινόμενα. Πολλοί μπορεί να κουραστούν στη θέασή του και άλλοι να μην αντέχουν αυτή την ήσυχη, ρεαλιστική καταγραφή. Αυτό που αναμφισβήτητα ισχύει όμως, το είπαμε και στην αρχή άλλωστε, είναι η εξαιρετική Ιπέρ, που δίνει άλλο ένα, χαμηλών τόνων αυτή τη φορά, ρεσιτάλ. Γι' αυτό αξίζει να δείτε το φιλμ. Το οποίο, σημειωτέον, θα αρέσει μόνο σε εκείνους που αγαπούν τα εσωτερικά, καθημερινά δράματα (με κάποιες πινελιές χιούμορ, το είπαμε).