Σάββατο, Οκτωβρίου 13, 2007

BOURNE ΜΕ ΚΟΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ


Με το Bourne Ultimatum του εξαιρετικού Paul Greengrass ολοκληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο η τριλογία του Bourne, του πράκτορα που πάσχει από αμνησία και, ενώ τον κυνηγάνε όλες οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, πασχίζει να ξαναβρεί το ξεχασμένο παρελθόν του.
Πρόκειται φυσικά για ταινία δράσης, με έντονη περιπέτεια, κυνηγητά, ξύλο και όλα τα σχετικά. Και εδώ βρίσκεται όλη το η ουσία του ζητήματος: Ο κυνηγημένος-και-κυνηγός ταυτόχρονα Bourne κάνει όλες τις απιθανότητες που κάνουν όλοι οι σαν κι αυτόν ήρωες στο σινεμά εδώ και αμέτρητα χρόνια και, πρακτικά, είναι... απέθαντος. Ό,τι δηλαδή κάνει ο Τζέιμς Μποντ από τα 60ς, ο Τομ Κρουζ στις "Επικίνδυνες Αποστολές", ο Μπρους Γουίλις στα "Die Hard", ο Κιάνου Ριβς στα "Speed" και ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Τι είναι λοιόν αυτό που κάνει την τριλογία του Μπορν να ξεχωρίζει (διότι αναμφισβήτητα ξεχωρίζει); Η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά καθαρά κινηματογραφική: Η σκηνοθεσία! Διότι εκεί που οι περιπέτειες του είδους γίνονται συνήθως από αστραφτερούς και εντυπωσιακούς βιντεοκλιπάδες, ο Greengrass (που έκανε και την προηγούμενη συνέχεια) είναι αληθινός σκηνοθέτης. Από τα καλύτερα timing που έχουν γίνει, η ταινία κυριολεκτικά δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα. Η κάμερα στο χέρι, η ενίοτε κουνημένη φωτογραφία, ο ρυθμός, δίνουν απρόσμενη αλήθεια και ζωντάνια στις συσσωρευμένες απιθανότητες που στα χέρια άλλων φαντάζουν ως εντυπωσιακά αλλά άψυχα βιντεοκλίπ. Κι είναι βέβαια και το αρκετά πρωτότυπο σενάριο: Ο Μπορν (και μαζί του κι ο θεατής) αναζητά τον ίδιο του τον εαυτό, τις ρίζες και το αληθινό του όνομα και οι εχθροί δεν δεν είναι κακοί ρώσοι πράκτορες, άραβες τρομοκράτες ή διεθνείς μεγαλέμποροι ναρκωτικών, αλλά η ίδια η CIA και οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες. SPOILER!!! SPOILER!!! Και στο τέλος, για να ολοκληρωθεί η πρωτοτυπία, αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είναι υπαίτιος για όλα, ότι όλα έγιναν με την αρχική του συγκατάθεση, αποκαθηλώνοντας έτσι τον συνήθως άμεμπτο κυνηγημένο ήρωα και αποκαλύπτοντας ότι κι ίδιος δεν ήταν στην ουσία παρά ένα φανατικό κάθαρμαΤΕΛΟΣ SPOILER
Βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή της σεζόν, νομίζω όμως ότι το Bourne Ultimatum θε είναι μάλλον η καλύτερη περιπέτεια δράσης της φετινής περιόδου.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2007

Η ΧΙΟΝΑΤΗ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΑΚΟΜΑ


Δύο πράγματα που πρέπει να ξέρετε για την κλασσική "Χιονάτη και τους 7 Νάνους" του 1937: α) Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων της εταιρίας Ντίσνεϊ β) ΔΕΝ είναι σκηνοθετημένη από τον Walt Disney, αλλά από τον David Hand. Ο πρώτος το 1937 είχε ήδη πάψει να είναι δημιουργός και ήταν απλώς(;) ένας πανέξυπνος μπίζνεσμαν, ιδιοκτήτης μιας ήδη μεγάλης εταιρίας. Ο Disney δεν σκηνοθέτησε ποτέ καμιά μεγάλου μήκους ταινία.
Επί της ουσίας όμως. Είδα πρόσφατα την "Χιονάτη" στη μεγάλη οθόνη και ομολογώ ότι έμεινα έκπληκτος από το πόσο αντέχει στο χρόνο, πώς καταφέρνει να ενθουσιάζει ακόμα τα πιτσιρίκια που πλημμύριζαν την αίθουσα (και τους μεγάλους που τα συνόδευαν). Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός του κλασσικού, τότε ποιος είναι;
Η ταινία διαθέτει αυτή την ακαταμάχητη αθωότητα (αφέλεια αν θέλετε, αλλά πάντως είναι αφοπλιστική), που μπορεί να σε συγκινήσει ή να σε κάνει να γελάσεις ακόμα. Είναι επίσης η πρώτη φορά που κίνηση και μουσική δένουν τόσο αρμονικά (μη ξεχνάτε ότι 3 χρόνια αργότερα θα ακολουθούσε η "Φαντασία"). Είναι και οι πανέξυπνοι και συμπαθέστατοι χαρακτήρες των νάνων, είναι και όλα αυτά τα ακουαρελέ χρώματα, καθώς και η δισδιάστατη αίσθηση, που είναι πολύ γλυκύτερα από τα σύγχρονα, συνήθως ψυχρά 3D. Μερικά δε από τα τραγούδια που συνοδεύουν τις μιούζικαλ σκηνές παραμένουν πασίγνωστα. Προσθέστε σ' όλα αυτά και τις σκηνές με την κακιά μάγισσα (τη μεταμόρφωσή της σε γριά, την κάθοδό της στο υπόγειο για να φτιάξει το περίφημο δηλητήριο, την καταδίωξη και τον θάνατό της τους νάνους) που μέχρι σήμερα είναι σκοτεινές και τρομαχτικές για τους μικρούς (δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν τότε).
Φυσικά αρκετά στοιχεία της είναι ξεπερασμένα σήμερα. Αυτή η αφέλεια που λέγαμε... Ο χαρακτήρας της Χιονάτης είναι πολύ καλός, πολύ μονοδιάστατος για να συγκινήσει στις μέρες μας, ο ερχομός του πρίγκηπα στο λευκό άλογο μόνο ως παρωδία θα μπορούσε να γίνει σήμερα, το τέλος είναι πολύ βιαστικό, σα να έπρεπε να κάνουν ένα όπως - όπως χάπι εντ (υποθέτω ότι δεν σας χαλάω την έκπληξη, σιγά μη δεν είχε χάπι εντ, εδώ μέχρι τώρα η πλειοψηφία του Χόλιγουντ δεν μπορεί να ξεκολλήσει απ' αυτό...) Όσο για φεμινισμό... άστα να πάνε... Όμως, διάβολε, βρισκόμαστε στα 1937 και είναι, είπαμε, το πρώτο μεγάλου μήκους animation... Τι περιμένατε;
Σε γενικές γραμμές παραμένει μια από τις καλύτερες δημιουργίες της Ντίσνεϊ και, παρά την αφέλεια, θεωρώ ότι είναι κλασσικό. Αν μπορέσετε δείτε το (δίχως να ντρέπεστε γι' αυτό) σε μεγάλη οθόνη, ώστε η μαγεία να είναι πλήρης.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2007

ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ


Το δεύτερο μέρος της προαναγγελθείσης τριλογίας του ρώσου Timur Bekmambetov, μετά το προ διετίας "Φύλακες της Νύχτας", είναι - φυσικά - οι "Φύλακες της Μέρας" (2006). Όπου, εκτός από τους βρυκόλακες, τους Φύλακες και άλλα υπερφυσικά όντα που κατακλύζουν τη Ρωσία (και ιδιαίτερα τη Μόσχα), εμφανίζεται και η προαιώνια Κιμωλία της Μοίρας, που όποιος την έχει μπορεί ν' αλλάξει το παρελθόν.
Ομολογώ ότι δεν είμαι φανατικός φίλος της σειράς, από το πρώτο ήδη μέρος. Σίγουρα έχει το ενδιαφέρον της και, ούτως ή άλλως, είναι πολύ πρωτότυπο να βλέπεις μια ταινία φαντασίας στη ρώσικη γλώσσα, αλλά λίγο το μπερδεμένο σενάριο, λίγο η όλη μπαρόκ κατασκευή, κάπως με λιγώνουν. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα επειδή το 2ο αυτό μέρος είναι απόλυτη συνέχεια του πρώτου, το οποίο δεν θυμόμουν ιδιαίτερα, οπότε έχανα και κάμποσα σεναριακά στοιχεία. Σ΄αυτό όμως προφανώς δεν φταίει ο σκηνοθέτης. Το βασικό πρόβλημα για μένα είναι όλη αυτή η βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα, με τους βρυκόλακες, τους Φύλακες Μέρας και Νύχτας, τους Φωτεινούς και διάφορα άλλα να μπερδεύονται αξεδιάλυτα και να με κουράζουν, ιδιαίτερα στο πρώτο μισό (μπήκε και η Κιμωλία που λέγαμε...) Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα νομίζω ότι βελτιώθηκαν. Και πάλι όμως δεν πρόκειται για την ταινία μου.
Πέραν αυτών πάντως, ο Bekmambetov είναι σίγουρα ικανός σκηνοθέτης και ορισμένες από τις σκηνές του είναι εντυπωσιακές. Άλλωστε έχει ήδη βάλει τις βάσεις των ρωσικών υπερπαραγωγών, στα χνάρια των χολυγουντιανών αντίστοιχων, αν και το ρώσικο στοιχείο είναι εδώ κάτι παραπάνω από ευδιάκριτο. Στα συν και το χιούμορ, που σπάει λίγο τη βαρειά ατμόσφαιρα. Ενδιαφέρον επίσης έχει και η μάλλον από σπόντα απεικόνιση της μετακομμουνιστικής κατάστασης μιας Ρωσίας με τερατώδεις ανισότητες, με πεινασμένους και ζάμπλουτους, καθώς και η κατάδειξη της παρακμής της Μόσχας, που πρωταγωνιστεί με τον τρόπο της. Τα εσωτερικά των διαμερισμάτων ή κάποια εξωτερικά (δρόμοι και κτίρια) είναι απίθανο να τα συναντήσει κανείς στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Και μια συμβουλή: Αν πάτε, φρεσκάρετε πριν το πρώτο μέρος. Αλλιώς θα έχετε και σεις κενά.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 08, 2007

ΜΙΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΜΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Αν και πρωτοεμφανιζόμενος ο ισραηλινός Eran Kolirin κατάφερε να με γοητεύσει με την "Επίσκεψη της Μπάντας" του (2007). Μια οκταμελής μπάντα της αιγυπτιακής αστυνομίας επισκέπτεται το "εχθρικό" υποτίθεται Ισραήλ για μια συναυλία. Οι άπειροι Αιγύπτιοι όμως χάνονται και βρίσκονται κατά λάθος σε ένα χωριό στη μέση του πουθενά - της ερήμου για να είμαστε ακριβέστεροι - όπου θα αναγκαστούν να διανυκτερεύσουν. Αυτή τη μία νύχτα μας περιγράφει με ευαισθησία, συγκίνηση και αρκετό χιούμορ ο Kolirin. Μια νύχτα δίχως συγκρούσεις και κορυφώσεις. Υπάρχει μονάχα η μελαγχολία, η μοναξιά, η ανάγκη των ανθρώπων για επαφή κι ας προέρχονται από αντίπαλα στρατόπεδα και διαφορετικές κουλτούρες (Άραβες και Εβραίοι) και το χιούμορ που λέγαμε, υπόγειο, καθόλου τρανταχτό, που υποβόσκει και, παραδόξως ταιριάζει απόλυτα με την κυρίαρχη μελαγχολία.
Δεν θα βρείτε εδώ σχόλια για τις δύο κουλτούρες, ή, πολύ περισσότερο, για την πολιτική κατάσταση, παρά το ότι η διαφορά των δύο πλευρών σχεδιάζεται με απόλυτη σαφήνεια. Οι αυστηροί, μαζεμένοι, ίσως και λιγάκι φοβισμένοι αφού βρίσκονται σε ξένη χώρα Αιγύπτιοι από τη μία, οι πιο "απελευθερωμένοι", δυτικής ουσιαστικά κουλτούρας, κάπως σαν κι εμάς τέλος πάντων, Ισραηλινοί επαρχιώτες από την άλλη. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Ο σκηνοθετης ενδιαφέρεται μόνο να μας δείξει την ανάγκη για επαφή ανάμεσα σ' όλους, που μεγαλώνει καθώς η νύχτα προχωρά και το μίζερο χωριό φαντάζει όλο και πιο έρημικό κι απομονωμένο.
Και μια δική μου κοινωνιολογική παρατήρηση: Η μιζέρια των μικρών, ξεχασμένων χωριών είναι παντού στον κόσμο ίδια: Είτε στην Ελλάδα βρισκόμαστε (βλ. "Ο γιος του φύλακα") είτε στο Ισραήλ είτε στην Ευρώπη.
Ταινία χαμηλότονη, μινιμαλιστική, όπου πολύ λίγα πράγματα συμβαίνουν, που πετυχαίνει ωστόσο τον στόχο της. Προειδοποιώ: Αν είστε αποκλειστικά της δράσης και του μεγάλου θεάματος στο σινεμά, μάλλον θα βαρεθείτε και θα κουραστείτε. Οι υπόλοιποι δώστε της μια ευκαιρία.

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2007

ΠΕΡΙ ΗΔΟΝΟΒΛΕΠΤΙΣΜΟΥ, ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΩΝ ΤΡΑΥΜΑΤΩΝ


Συνηθισμένος σε μάλλον εκκεντρικές καταστάσεις και προσωπικότητες, ο David Mackenzie σκηνοθετεί το "Ημερολόγιο ενός ρομαντικού ηδονοβλεψία" (Hallam Foe - καμία σχέση). Πρόκειται για την ιστορία του ομώνυμου νεαρού, ηδονοβλεψία (αν και όχι ακριβώς επειδή αυτό τον ερεθίζει), πλούσιου κληρονόμου ενός τεράστιου σκωτσέζικου πύργου (αν και δεν νοιάζεται ιδιαίτερα για την οικογενειακή περιουσία) και γεμάτου ψυχικά τραύματα, κυρίως από την αυτοκτονία(;) της μητέρας του (την οποία "αντικαθιστά" ερωτευόμενος μια κοπέλα που της μοιάζει).
Πέραν της απίθανης προσωπικότητας του ήρωα, που ερμηνεύει άριστα ο "Μπίλυ Έλιοτ" Τζέιμι Μπελ, η ταινία είναι ταυτόχρονα σκοτεινή, αλλά και με χιούμορ, συνδυασμός ευπρόσδεκτος, που την κάνει να παρακολουθείται πολύ ευχάριστα. Οι καλές σκηνές είναι πολλές, κυρίως αυτές του από ψηλά κινηματογραφημένου Εδιμβούργου, στις στέγες του οποίου ο νεαρός ήρωας έχει στήσει το κρυφό του παρατηρητήριο. Ενδιαφέρον και το τέλος, που συνδυάζει αρκετά πρωτότυπα την αισιοδοξία με την έλλειψη κλασσικού χάπι εντ.
Στην ουσία, αυτό που παρακολουθούμε είναι η πολύ δύσκολη πορεία ενηλικίωσης του (καθόλου εύκολου ούτως ή άλλως) ήρωα, το πέρασμα από τη μοναξιά της εφηβείας στη συμφιλίωση με τον κόσμο και την κοινωνία. Ξαναλέω ότι είναι μια ενδιαφέρουσα και συγχρόνως ευχάριστη (παρά τις σκοτεινές της πτυχές) ταινία, που διαθέτει μάλιστα και θαυμάσια μουσική. Για το μόνο που διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις είναι αυτή η ενασχόληση με μια εντελώς απίθανη, εκκεντρική και σπάνια προσωπικότητα, δίχως - πώς να το πω - "προεκτάσεις" στον έξω κόσμο και σε όσα συμβαίνουν σ' αυτόν. Πρόκειται για μια εντελώς ατομική περίπτωση. Εκτός αν ο πολύ ενδιαφέρων κατά τα άλλα Mackenzie θέλει να μας δείξει αυτό ακριβώς το πέρασμα στην ενηλικίωση και τη συμφιλίωση που λέγαμε πριν, μέσα από μια ομολογουμένως στριφνή περίπτωση.

Σάββατο, Οκτωβρίου 06, 2007

ΝΟΣΗΡΟ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΟ "ΔΙΑΦΑΝΟ ΔΕΡΜΑ"


Ο Philip Ridley έχει κάνει δύο μόνο ταινίες πριν αποσυρθεί. Η μία απ' αυτές, το "Διάφανο δέρμα" (Reflecting Skin) του 1990 μένει για πάντα στη μνήμη μας ως μια πανέμορφη και, συγχρόνως, ακραία νοσηρή ταινία.
Δεκαετία του 50, αμερικάνικη ύπαιθρος κι ένα απομονωμένο χωριό (σκόρπια ξύλινα σπίτια για την ακρίβεια) στο μέσο του πουθενά. Γύρω τους απέραντα, επίπεδα λιβάδια με κίτρινα στάχια και ατέλειωτη λιακάδα. Τίποτα άλλο. Σ' αυτό το όμορφο σαν τοπίο, αλλά ερημικό περιβάλλον, μεγαλώνει με δυο φίλους του (πιθανόν οι μόνοι γείτονες) ο ενιάχρονος ήρωας. Οτιδήποτε, μα οτιδήποτε υπάρχει γύρω του είναι εφιαλτικό. Μια υστερική, καταπιεστική μητέρα, ένας αδύναμος πατέρας που παλιά έχει κατηγορηθεί για παιδεραστία, μια μυστηριώδης αγγλίδα γειτόνισα, που αποδεινύεται ότι δεν είναι παρά μια δυστυχισμένη χήρα, ένας μεγάλος αδελφός που λείπει στο στρατό. Κι επί πλέον, μια παρέα νεαρών σίριαλ κίλερς, που τριγυρίζουν με μια αστραφτερή Κάντιλακ στην ερημική περιοχή.
Γύρω από τον μικρό υπάρχει μόνο φόβος. Σ' αυτό συμβάλλουν και οι φτηνές ιστορίες τρόμου του πατέρα του, που τον πείθουν απόλυτα ότι η αγγλίδα είναι βρυκόλακας. Η επιστροφή του "μεσία" αδελφού δεν θα βελτιώσει τα πράγματα, μάλλον θα είναι ο καταλύτης για την τελική τραγωδία.
Σπάνια η παιδική ηλικία, με τους φόβους και τις αβεβαιότητές της, έχει δοθεί τόσο ζοφερά, νοσηρά θα έλεγα, στο σινεμά. Στη ζωή του παιδιού δεν υπάρχει ούτε μια χαραμάδα φωτός, παρά την μονίμως ηλιόλουστη και ολόφωτη φύση. Και ακόμα πιο σπάνια μια τόσο ζοφερή ταινία διαθέτει τόση εικαστική ομορφιά. Παράδοξος συνδυασμός, που δημιουργεί το τελικό ενδιαφέρον και, τελικά, γοητευτικό αποτέλεμα. Ο Ridley τραβώντας το πράγμα στα άκρα, φτιάχνει μια γκροτέσκα ατμόσφαιρα (ίσως και με δυσδιάκριτα στοιχεία κατάμαυρου χιούμορ), κατεδαφίζοντας μεθοδικά όλους τους μύθους της Αμερικής των 50ς: Οι νεαροί με τα δερμάτινα και την εντυπωσιακή Κάντιλακ - φετίχ είναι δολοφόνοι, η οικογένεια κάθε άλλο παρά "ζεστή και προστατευτική", ο αδελφός δεν είναι ήρωας αλλά αηδιασμένος και σημαδεμένος βαθειά από τη φρίκη του πολέμου, οι γείτονες επιθετικοί και εκδικητικοί, ο σερίφης μια γκροτέσκα φιγούρα. Η "αθωότητα" της φύσης εδώ γεννά τέρατα. Η απομόνωση στην "ειδυλλιακή" ύπαιθρο τρελλαίνει. Ταυτόχρονα ο σκηνοθέτης μας δείχνει μια Αμερική υστερική, βαθύτατα θρησκόληπτη και συντηριτική, όπως περίπου είναι μέχρι σήμερα στα βάθη της.
Δείτε το αν αντέχετε τη ζοφερότητά του. Είναι πανέμορφο... αλλά πριν μπείτε "ξεχάστε κάθε ελπίδα".

Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2007

ΚΑΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΣ ΚΑΙ ΣΕΦ


Το Ratatouille (2007) των Brad Bird και Jan Pinkava, συμπαραγωγή της αυτοκρατορίας Disney με την ιδιοφυή Pixar, είναι από τα καλά σύγχρονα κινούμενα σχέδια, τα τρισδιάστατα, κομπιουτερέ κλπ. Παρά το ότι σε γενικές γραμμές μάλλον βαριέμαι το είδος αυτό, εδώ έχουμε να κάνουμε με πολύ καλό δείγμα.
Η παράξενη ιστορία του πανέξυπνου αρουραίου που αρνείται να τρώει σκουπίδια, όπως όλοι της φυλής του, αλλά είναι γεννημένος γκουρμέ και ονειρεύεται να γίνει μεγάλος σεφ, δίνει την ευκαιρία για θαυμάσιες και ενίοτε πολύ αστείες ιδέες, για άφθονη, καλογυρισμένη δράση και αφήνει και χώρο για "μηνύματα". Περιττό νομίζω να πούμε ότι η τεχνική (κίνηση, χρώματα κλπ.) είναι άψογη. Εξαιρετικά τα κυνηγητά, καθημερινά στη ζωή των αρουραίων, που δίνουν απρόσμενο σασπένς στο φιλμ. Επίσης, παρά το ότι πρωταγωνιστούν αρουραίοι (ναι, αυτοί ακριβώς οι βρωμεροί των υπονόμων), οι οποίοι δεν έχουν ανθρωποποιηθεί όπως π.χ. ο Μίκι Μάους, αλλά διατηρούν όλη την... αρουραιότητά τους τοσο σαν εμφάνιση όσο και σαν συνήθειες και τρόπο ζωής, είναι σίγουρο ότι η ταινία θα σας ανοίξει την όρεξη με όλα αυτά τα περί πανόστιμων φαγητών και υψηλής μαγειρικής που διαθέτει. Όσο για μια μικρή κοιλιά που νομίζω ότι κάνει κάπου στο μέσον... μικρό το κακό. Σύντομα η δράση επανέρχεται δριμύτερη και το τέλος είναι απολαυστικό.
Θετικό και το "μήνυμα" που λέγαμε: Η ταινία μιλά ξεκάθαρα για την αποδοχή των ιδιαιτεροτήτων του καθενός, απορρίπτει κάθε ρατσισμό και υποστηρίζει με θέρμη ότι οποιοσδήποτε, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, μπορεί να διαθέτει σπάνια χαρίσματα. Μακάρι τα σύγχρονα, συχνά ξενέρωτα, κινούμενα σχέδια να ήταν πάντα τόσο καλά.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ "LA ZONA"


Θα πω από την αρχή ότι θεωρώ το μεξικάνικο "La Zona" (2007), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Rodrigo Pla, την καλύτερη απ' όσες είδα στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας (από τις καινούριες). Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό, έντονα πολιτικοποιημένο φιλμ, που μιλά για τον διαχωρισμό των ανθρώπων σε κατηγορίες και τις τραγικές συνέπειές του.
Στην Πόλη του Μεξικό η Ζώνη είναι μια συνοικία πλουσίων, αυστηρά απομονωμένη από την υπόλοιπη πόλη από ψηλά τείχη με αγκαθωτά σύρματα, άπειρες κάμερες που παρακολουθούν τα πάντα και ιδιωτική αστυνομία. Γύρω της απλώνονται εξαθλιωμένες φαβέλες, κατοικημένες από εκατομμύρια που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Εκτός από το υπηρετικό προσωπικό, που φυσικά προέρχεται από τους "έξω", κανείς άλλος δεν μπαίνει εκεί μέσα, ούτε καν η κανονική αστυνομία. Όταν τρεις πιτσιρικάδες καταφέρνουν τυχαία να μπουν μια νύχτα, ληστεύουν ένα σπίτι και σκοτώνουν την ιδιακτήτριά του, οι φύλακες σκοτώνουν με τη σειρά τους δύο απ' αυτούς, ο τρίτος όμως ξεφεύγει και κρύβεται κάπου στη Ζώνη. Οι πλούσιοι κάτοικοι αποφασίζουν να μην αναφέρουν τίποτα απ' αυτά στην αστυνομία και να πάρουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους - και την εκδίκησή τους μόνοι τους. Από εκεί και πέρα τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται όλο και περισσότερο εκτός ελέγχου...
Η "Ζώνη" είναι μια ταινία γεμάτη ένταση που κλιμακώνεται συνεχώς, που με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Είναι επίσης μια ταινία που δεν χαρίζεται σε κανένα. Ούτε φυσικά στους πλούσιους κάτοικους και στα παιδιά τους, χρυσούς γόνους και στυλοβάτες της αυριανής κοινωνίας, ούτε στην διεφθαρμένη "κανονική" αστυνομία. Και δεν αφήνει κανένα ίχνος αισιοδοξίας. Το θέμα, μοιάζει να λέει ο νεαρός σκηνοθέτης, δεν είναι ούτε κάποιοι "υγιείς" πλούσιοι που διαφωνούν, ούτε μεμονωμένοι αδέκαστοι μπάτσοι (που κι αυτοί θα αναγκαστούν να υποκύψουν). Είναι ο ίδιος ο διαχωρισμός και η ύπαρξη ανθρώπων δύο κατηγοριών. Όσο αυτό το απαράδεκτο φαινόμενο παραμένει, τραγωδίες σαν κι αυτή που άναυδοι παρακολουθούμε επί της οθόνης θα γίνονται όλο και συχνότερα.
Το ανατριχιαστικό είναι ότι τέτοιες οχυρωμένες συνοικίες υπάρχουν ήδη στην Αργεντική, στο Μεξικό και αλλού, όπως μας είπε ο ίδιος ο Pla, και το φαινόμενο απλώνεται. Ίσως να τράβηξε λίγο στα άκρα το νομικό καθεστώς στο οποίο αυτές υπόκεινται, όπως και πάλι μας είπε, αλλά η ουσία παραμένει. Αλλά και πάλι, το θέμα δεν είναι οι συγκεκριμένες απομονωμένες κοινότητες πλουσίων. Πρόκειται για μια ευρύτερη παραβολή πάνω στον διαχωρισμό κάθε είδους. Και γι' αυτό έχει μεγαλύτερη αξία.
Ο Pla είναι ουρουγουανός, αλλά από μικρό παιδί ζει και δουλεύει στο Μεξικό. "Η Ζώνη" είναι μια καθαρά μεξικάνικη ταινία. Οπότε... Μετά τους Ιναρίτου, Κουαρόν, Ντελ Τόρο, το "μεξικάνικο θαύμα" συνεχίζεται. Φαίνεται ότι έχουμε πολλά ακόμα να περιμένουμε από αυτή την μέχρι πρότινος ως επί το πλείστον άγνωστη κινηματογραφικά χώρα. Στο μεταξύ όμως εσείς δείτε την ταινία όπου κι αν τη βρείτε (ίσως να βγει αργότερα στα σινεμά). Παρά τη μαυρίλα στην οποία θα σας βυθίσει...

Τρίτη, Οκτωβρίου 02, 2007

SUPERVIXENS: CULT ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΗΘΟΥΣ


Ο Russ Meyer (1922-2004) υπήρξε ένας τυπικός σκηνοθέτης b-movies (και μάλιστα εκ των απολαυστικότερων τέτοιων) που είχε ένα φετίχ: Τις γυναίκες με τεράστια στήθη. Αυτό είναι και το στοιχείο που χαρακτηρίζει το έργο του. Τώρα βέβαια, το να χαρακτηρίζεις έναν δημιουργό από αυτό το στοιχείο, είναι επιεικώς γελοίο, αλλά ούτως ή άλλως μιλάμε για ταινίες που το μόνο που μάς ζητάνε είναι τον χαβαλέ μας.
Το Supervixens! (1975) είναι τυπικό φιλμ του Meyer. Συνδυάζει βία και στοιχεία θρίλερ, πλάκα και soft sex. Παρανοϊκός μπάτσος δολοφονεί τη γυναίκα (με μεγάλα βυζιά φυσικά) υπάλληλου βενζινάδικου. Ο τελευταίος αναγκάζεται να φύγει, κάνοντας ωτοστόπ σ' όλη την Αμερική. Στην πορεία του τού την πέφτουν απίστευτες θεογκόμενες (ναι, το μαντέψατε, όλες με μεγάλα βυζιά), αλλά αυτός αρνείται κατηγορηματικά να ενδώσει, πιστός στη μνήμη της συζύγου του, μέχρις ότου βρει την γυναίκα των ονείρων του, που μοιάζει με τη μακαρίτισα (άρα, προφανώς τα έχει μεγάλα βυζιά). Και τότε ο κακός μπάτσος επανεμφανίζεται...
Αντίθετα με άλλα b-movies σύγχρονα ή παλιότερα του Supervixens που προσπαθούσαν να πάρουν τον εαυτό τους στα σοβαρά (βλέπε Ed Wood), ο Meyer κάνει συνειδητή πλάκα καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως θρίλερ σεξοκωμωδία, αν υπάρχει αυτός ο όρος. Και αντίθετα με άλλα b-movies (βλέπε Bee-Girls, για το οποίο έγραφα λίγες μέρες πριν) είναι σχετικά καλογυρισμένη, με έξυπνο και αστείο μοντάζ. Προς θεού, μη νομίζετε ότι μιλάμε για κανένα "κρυμμένο διαμάντι της 7ης Τέχνης", αν το δείτε όμως κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες και ψυχολογικά προετοιμασμένοι γι' αυτό που θα παρακολουθήσετε, ο χαβαλές είναι νομίζω εξασφαλισμένος.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2007

ΒΑΡΕΤΑ "ΚΟΥΤΙΑ"


Μου αρέσει πολύ η Jane Birkin. Σαν ηθοποιός, σαν τραγουδίστρια (βρείτε τους 3 τελευταίους της δίσκους και θα με θυμηθείτε) και σαν μια από τις πιο όμορφες γυναίκες που πέρασαν από την οθόνη. Με τα "Κουτιά" (Boxes, 2007) στα εξηντακάτι της χρόνια αποφασίζει να περάσει για πρώτη φορά στη σκηνοθεσία. Δυστυχώς το αποτέλεσμα με απογοήτευσε πλήρως. Δεν είναι παράξενο, δεν μπορείς να τάχεις όλα...
Τα "Κουτιά" λοιπόν είναι μια σουρεαλιστική "γυναικεία" ταινία, όπου μια ώριμη γυναίκα (η ίδια η Μπίρκιν) αντιμετωπίζει το βράδι του θανάτου του πατέρα της ολόκληρη τη ζωή της: Τους γονείς της, τους άντρες που πέρασαν απ' αυτήν, τις τρεις κόρες της (από διαφορετικούς άντρες). Όχι όμως σαν αναμνήσεις: Όλα αυτά τα πρόσωπα, ζωντανά, νεκρά ή από χρόνια χαμένα από τη ζωή της πρωταγωνίστριας, συρρέουν στο έρημο εξοχικό σπίτι, συζητούν μεταξύ τους, τσακώνονται, ξεκαθαρίζουν παλιούς λογαριασμούς και γενικά ξετυλίγουν ένα μπερδεμένο κουβάρι κάθε λογής σχέσεων, με επίκεντρο πάντα τη γυναίκα που τα έχει "ανακαλέσει".
Η ταινία διαθέτει βέβαια τρυφερότητα και ευαισθησία, πάσχει όμως από αφόρητη θετρικότητα (όντως θα μπορούσε να είναι θεατρικό παιγμένο επί σκηνής - άντε με κάπως λιγότερους χώρους - δίχως να χάσει σε τίποτα) και ασταμάτητο μπλα - μπλα, που με έκαναν να βαρεθώ αφάνταστα από το πρώτο μόλις δεκάλεπτο. Δεν ξέρω αν όλη αυτή η κατασκευή μπορεί να αγγίξει οποιονδήποτε, κι ας μιλά για τόσο οικεία πράγματα όπως οι σχέσεις με γονείς, εραστές και παιδιά. Εκτός αν θέλετε να δείτε μια πλειάδα (γερασμένων) σταρ του γαλλικού κυρίως σινεμά συγκεντρωμένους μαζί (Αννί Ζιραρντό, Μισέλ Πικολί, Τζέραλντιν Τσάπλιν, Τζων Χαρτ και η ίδια η Μπίρκιν βέβαια).
Προτιμώ να θαυμάζω την συμπαθέστατη Τζέιν (ήταν εκεί και ήταν πολύ απλή, γλυκύτατη και έντονα πολιτικοποιημένη) σαν ηθοποιό και τραγουδίστρια, όπως είπα και στην αρχή.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2007

ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ ΕΚΤΥΦΛΩΤΙΚΟ ΜΠΑΡΟΚ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ LOLA MONTES


H Lola Montes γυρίστηκε το 1955 και είναι η τελευταία ταινία του Max Ophüls (1902-1957). Θεωρείται μάλλον η καλύτερή και, σίγουρα, η πιο γνωστή του. Είναι επίσης και η μοναδική του έγχρωμη. Και φαίνεται ότι, μαγεμένος απ' αυτό, πραγματικά ξεσαλώνει με τη χρήση των χρωμάτων.
Σίγουρα πρόκειται για μια εκθαμβωτική ταινία. Όχι μεταφορικά, αλλά με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Είναι ένα από τα πλέον μπαρόκ φιλμ που έχω δει ποτέ, τόσο μπαρόκ που σχεδόν ζαλίζει τον θεατή. Δεν είναι μόνο τα παλάτια, οι πύργοι και το όλο βαρύ σκηνικό, είναι και το πολύχρωμο τσίρκο που παίζει βασικό ρόλο στην ιστορία, που ολοκληρώνει την εικόνα.
Η όμορφη και ώριμη πλέον Λόλα Μοντέζ δουλεύει σε τσίρκο και ως κορύφωση του προγράμματός του παρουσιάζει ως υπέρτατο νούμερο την ίδια την πολυτάραχη ζωή της. Μια ζωή γεμάτη έρωτες με διάσημες προσωπικότητες του καιρού της, ακόμα και με τον βασιλιά της Βαυαρίας, έρωτας ο οποίος παρά λίγο να τινάξει στον αέρα τη χώρα και να ανατρέψει τη βασιλεία. Η Λόλα είναι η διασημότερη "εταίρα" της Ευρώπης, αρκετά κυνική η ίδια ώστε να μπορεί να μην πληγώνεται και τόσο από τους αλλεπάλληλους χωρισμούς, πολύ ελεύθερη για να τους προκαλεί όταν βλέπει τις σχέσεις της να βαλτώνουν και το αρχικό πάθος να φεύγει. Καθώς παρακολουθούμε τη ζωή της, από μικρό κορίτσι μέχρι τώρα, αντιλαμβανόμαστε ότι όταν οι μέρες του μεγαλείου παρέρχονται το μόνο που της απομένει είναι να δεχτεί την πρόταση του διευθυντή και να καταλήξει, κουρασμένη πια, στο τσίρκο, παίζοντας κάθε βράδυ κορώνα - γράμματα τη ζωή της και παρουσιάζοντας ως ατραξιόν την ίδια την πρότερη δόξα της.
Όλα αυτά δείχνονται μέσα από μια μη γραμμική αφήγηση, με συνεχή φλας μπακ (όχι με χρονική σειρά) και επιστροφές στο τώρα. Άλλοτε ως κλασσική εικονογράφηση του ένδοξου παρελθόντος, άλλοτε μέσα από τη δραματοποίησή του στα νούμερα του τσίρκου, άλλοτε μέσα από την αφήγηση του παρουσιαστή. Έτσι η ταινία δεν διαθέτει ακριβώς αυτό που αποκαλούμε δραματική κορύφωση, καθώς αποτελείται από ένα συνεχές ποτάμι γεγονότων από τη ζωή και τους έρωτες της ηρωίδας.
Μυθική ταινία, με διάφορες ιστορίες γύρω απ' αυτήν, θεωρείται από πολλούς ως μία από τις δέκα καλύτερες όλων των εποχών. Προσωπικά δεν συμφωνώ με μια τόσο υψηλή θέση, πλην όμως είναι κάτι που αξίζει να δει κανείς. Ιδιαίτερα για το πολύ δυνατό, απαισιόδοξο τέλος, που βυθίζει τον θεατή σε σκέψεις για το εφήμερο και τη ματαιότητα της ζωής.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2007

ΓΥΝΑΙΚΕΣ - ΜΕΛΙΣΣΕΣ ΚΑΙ ΧΑΒΑΛΕΣ ΜΕΧΡΙ ΒΑΡΕΜΑΡΑΣ


Υπάρχουν ταινίες που βρίσκονται πολύ... μα πολύ κάτω του μετρίου. Πάρα πολλά b-movies ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία, αν και εξαιρέσεις υπάρχουν πολλές και σημαντικές. Το Invasion of the Bee Girls (1973) του Denis Sanders (1928-1987) όμως, σαφώς δεν ανήκει σ' αυτές.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με b-movie με τα όλα του, που δικαιολογεί απόλυτα κάθε φήμη που κυκλοφορεί για το είδος... και θέλει αντοχή για να το δεις ολόκληρο. Όπου κάπου σε μια επαρχιακή αμερικάνικη πόλη με εργαστήριο γενετικής κάπου εκεί κοντά, κάτι ξεφεύγει και μετατρέπει τις γυναίκες σε... ανθρωπόμορφες μέλισσες, διψασμένες - μεταξύ άλλων - για σεξ (!), που, φυσικά, σκοτώνουν τα αρσενικά θύματα - εραστές τους. Άφθονες σεναριακές τρύπες, αστεία ειδικά εφφέ, ανεκδιήγητες ηθοποιίες, πίου - πίου μουσική και αφόρητα 70ς ντυσίματα και εμφανίσεις, συνθέτουν μια πανδαισία κακού γούστου που απαιτεί πολύ καλή παρέα, προχωρημένες αϋπνίες, άφθονη κατανάλωση μπύρας ή ό,τι άλλου και μεγάλη προδιάθεση για ανεξέλεγκτο χαβαλέ για να το δει κανείς ολόκληρο. Α, μη ξεχάσω και το κάμποσο γυμνό, που μετά βίας φτάνει μέχρι τα βυζιά, έτσι για αλατοπίπερο στο όλο πράγμα. Και τη σκηνή της μετατροπής της γυνίκας - σκέτο σε γυναίκα - μέλισσα στο μυστικό εργαστήριο, όπου θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι.
Τελικά υπάρχουν ταινίες τόσο κακές, που, με έναν διεστραμμένο τρόπο "καταντούν" καλές. Αλλά είπαμε: Μόνο για χαβαλέ σε περιόδους πνευματικής απελπισίας.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 28, 2007

ΒΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΕΙΣ ΣΤΟ L.A.


Με χαρά είδα ότι οι φετινές Νύχτες Πρεμιέρας ξέθαψαν (με την καλή έννοια) τον "Άνθρωπο από το Λος Άντζελες" (To live and die in L.A.) του William Friedkin, μια ταινία του 1985 και για αρκετούς η τελευταία καλή του. Ήταν ευκαιρία να το ξαναδώ μετά από πολλά χρόνια, για να δω αν θα μου αρέσει τόσο όσο παλιά. Μου άρεσε. Σε κάποια σημεία βέβαια έχει γεράσει (θα πούμε γι' αυτό), αλλά σε γενικές γραμμές παραμένει ένα από τα πιο εντυπωσιακά αστυνομικά φιλμ των τελευταίων δεκαετιών, κι ας είναι σχετικά ξεχασμένο σήμερα.
Η ταινία, σχετικά κοινότοπη σαν θέμα, παρακολουθεί έναν μπάτσο που καταδιώκει με επιμονή έναν αόρατο καλλιτέχνη-παραχαράκτη, που ρίχνει άφθονα πλαστά πλην όμως άψογα χρήματα στην αγορά. Ο Ουίλιαμ Νταφόε, νέος, ωραίος, αδίστακτος και εξαιρετικά ταλαντούχος ζωγράφος (και, φυσικά, και παραχαράκτης), κλέβει την παράσταση ως σούπερ κακός. Γύρω του ωραίες γυναίκες, πολυτελή σπίτια και αυτοκίνητα και άλλα τέτοια συνθέτουν ένα κλίμα χάι παρακμής και διαφθοράς. Από την άλλη ο μπάτσος απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί "θετικός ήρωας", αφού κι αυτός μοιάζει το ίδιο αδίστακτος με τον αντίπαλό του. Έντονη βία, φοβερά κυνηγητά με αυτοκίνητα, καλό τάιμινγκ και δράση, μια εξαιρετική σκηνή όπου βλέπουμε με απολαυστικές λεπτομέρειες πώς γίνεται μια τέλεια παραχάραξη χρησιμοποιώντας μεθόδους χαρακτικής και πάνω απ' όλα η στυλάτη και εντυπωσιακή σκηνοθεσία του Friedkin, συνθέτουν μια χορταστική περιπέτεια με απροσδόκητο, ανατρεπτικό τέλος που δεν κάνει καμιά παραχώρηση στο χάπι εντ ή σε όποια άλλη σύμβαση.
Όσο για το γερασμένο που λέγαμε στην αρχή... ε, υπάρχουν κάποιες πόζες του πρωταγωνιστή Ουίλιαμ Πίτερσεν που σήμερα μόνο γέλιο μπορούν να βγάλουν. Ίσως πάλι κάποιοι να θεωρήσουν ότι όλα αυτά τα έχουν ξαναδεί πολλές φορές στο σινεμά, αλλά μη ξεχνάτε: είναι ταινία του 1985!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 27, 2007

ΟΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ ΠΑΛΑΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ ΟΥΤΑΡΑ


Οι "Παλαιστές" του 2000 (ο πρωτότυπος τίτλος είναι "Uttara") του Buddhadev Dasgupta, που θεωρείται ο σημαντικότερος σύγχρονος ινδός σκηνοθέτης (εκτός Μπόλυγουντ βέβαια), είναι ένα παράξενο μείγμα ρεαλισμού, σουρεαλισμού και όμορφων εικόνων.
Σε μια βυθισμένη στη φτώχια και τον πρωτογονισμό σύγχρονη Ινδία, οι δύο φύλακες ενός απομονωμένου σιδηροδρομικού σταθμού περνούν τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες τους παλεύοντας σε ένα σκάμμα, καπνίζοντας και κουβεντιάζοντας. Ώσπου ο ένας τους πάει στο μακρυνό χωριό του και επιστρέφει παντρεμένος. Η όμορφη, αμόρφωτη και ενστικτώδης Ουτάρα θα ανατρέψει τις μεταξύ τους ισορροπίες και όλα θα καταλήξουν σε τραγωδία.
Ακούγεται ρεαλιστικό δράμα, αλλά δεν είναι ακριβώς. Υπάρχουν σουρεαλιστικές εικόνες και καταστάσεις που παρεισφρύουν στην αφήγηση, υπάρχουν χαρακτήρες που ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς είναι και από πού έρχονται, υπάρχει κι ένας χορός ζωόμορφων μουσικών, που εμφανίζεται ενίοτε ως από μηχανής θεός και θυμίζει αυτόν της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Και τελικά, όσο προχωρά το φιλμ, ο ρεαλισμός δυναμιτίζεται όλο και περισσότερο και καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται μάλλον για μια συμβολική και αλληγορική ταινία, που ίσως μιλά για την σύγχρονη Ινδία και τα κακά που την καταδυναστεύουν.
Γύρω από τους πρωταγωνιστές κινείται η ομάδα των απόλυτα κακών που περιφέρεται στην περιοχή και εξοντώνει ανενόχλητη κάθε καλό στοιχείο που υπάρχει εκεί. Η άλλη ομάδα, αυτή των εξαθλιωμένων γέρων, βυθισμένων στην αμορφωσιά και τους μύθους, είναι ανήμποροι να αντιδράσουν. Και τελικά οι ίδιοι οι ήρωες, οι παλαιστές του τίτλου, αδιαφορούν πλήρως και αρνούνται να αντιδράσουν στο κακό ακόμα κι όταν μπορούν, αφήνοντας έτσι με την αδιαφορία τους τα εγκλήματα να τελεστούν. Ίσως αυτοί να συμβολίζουν τον λαό που αδιαφορεί εφησυχάζοντας σε κάθε πρόοδο και κάθε βήμα μπροστά, διαιωνίζοντας έτσι τη μίζερη κατάστασή του.
Το μόνο υγιές στοιχείο στο κλίμα αυτό είναι η νεαρή Ουτάρα, που παρά τις καταπιεστικές παραδόσεις και το ασήκωτο βάρος του συστήματος, τολμά να εξεγερθεί μπροστά στην αδιαφορία του άντρα της, δίνοντας έτσι και ένα έντονο φεμινιστικό στοιχείο στο φιλμ.
Όλα αυτά δείχνονται συχνά με πανέμορφες εικόνες, δικαιώνοντας τη φήμη του Dasgupta και κατατάσσοντάς τον στους ενδιαφέροντες σύγχρονους δημιουργούς. Δεν είδα βέβαια άλλες ταινίες του, ωστόσο η συγκεκριμένη είναι αυτή που τον έκανε διεθνώς γνωστό - και συμφωνώ μ' αυτό.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 26, 2007

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟ "ΜΑΛΛΙ", ΑΛΛΑ...


Το "Wool 100%" (2006), γιαπωνέζικη ταινία του Mai Tominaga, είναι από τις πιο παράξενες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Απόλυτα σουρεαλιστικό παραμύθι, γεμάτο καταστάσεις που δεν ξέρεις ακριβώς γιατί συμβαίνουν ή (πολύ περισσότερο) τι θέλουν να πουν, πλημμυρισμένο όμως από εικαστική ομορφιά: Δύο γριές αδελφές ζουν ολομόναχες και ακοινώνητες σε ένα μεγάλο σπίτι, περιφερόμενες καθημερινά στην πόλη και συλλέγοντας άχρηστα, πλην όμως όμορφα αντικείμενα από τα σκουπίδια, ώσπου ένα κορίτσι - γίγαντας, που δεν μιλά, αλλά συνεχώς πλέκει ένα πελώριο κατακόκκινο, μάλλινο πουλόβερ εισβάλλει απρόσμενα στη ζωή τους ανατρέποντας τα πάντα.
Ίσως ο σκηνοθέτης να θέλει να πει πράγματα για την προσκόλλησή μας σε αντικείμενα και την, ως επακόλουθο, αποκόλλησή μας από την αληθινή ζωή. Ίσως να έχει κατά νου ψυχαναλυτικές απόψεις για την παιδική ηλικία, το σεξ και τον φόβο του, τον πρίγκηπα που διαρκώς αναμένεται αλλά ποτέ δεν έρχεται... Ίσως πάλι να μη θέλει να πει τίποτα απολύτως, παρά μόνο να ξετυλίξει μια σειρά από πανέμορφες εικόνες, επηρρεασμένες συχνά από σύγχρονους εικαστικούς. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Η ίδια η αφήγηση είναι κατακερματισμένη σε διάφορα χρονικά μπρος - πίσω, η εικόνα περνά από το κανονικό φιλμ σε κινούμενο σχέδιο, σε animation με κούκλες και άλλα είδη, ο λόγος είναι σπάνιος και επαναλαμβανόμενος. Τελικά η ταινία σχετικά γρήγορα κουράζει με την επαναληπτικότητά της.
Μένει μονάχα η ομορφιά που λέγαμε, με μερικά πλάνα να μένουν αξέχαστα, με την μυστηριώδη ατμόσφαιρα του ασφυκτικά πλημμυρισμένου από ετερόκλητα αντικείμενα σπιτιού, με τα χρώματα, στα οποία κυριαρχεί το εκθαμβωτικό κόκκινο, με τα εξπρεσιονιστικά κινούμενα σχέδια... Αυτά είναι τα στοιχεία για τα οποία ίσως αξίζει να δείτε την ταινία, ιδιαίτερα αν είστε εικαστικός καλλιτλεχνης. Ίσως. Κατά τα άλλα, απλώς την κατατάσσω σ' αυτές τις ιδιαίτερες ταινίες που αποκαλώ "κινηματογραφικά αξιοπερίεργα".

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2007

ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΚΟΡΕΑΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ


Το "No mercy for the rude" (2006) του πρωτοεμφανιζόμενου Cheol-hie Park είναι μία ακόμα κορεάτικη ταινία με ήρωα έναν πληρωμένο εκτελεστή. Και αυτός εδώ - όπως και οι περισσότεροι όμοιοί του άλλωστε στις κορεάτικες ταινίες - έχει τις ιδιορυθμίες του: Είναι μουγγός και εκτελεί μόνο άξεστους και "δίχως στυλ" τύπους (κοινώς μόνο τα "γουρούνια", οπότε γίνεται κάτι σαν Ρομπέν των Δασών των φόνων), μαζεύοντας λεφτά για να κάνει την εγχείρηση που πρέπει για να μιλήσει. Υπάρχει και μια ερωτική ιστορία, ένα πιτσιρίκι που μάζεψε ο δολοφόνος από τον δρόμο και η απαραίτητη δραματική κορύφωση, που αγγίζει τα όρια της τραγωδίας. Ένα άλλο μάλλον σπάνιο χαρακτηριστικό για το είδος, είναι ότι η ταινία διαθέτει και αρκετό χιούμορ.
Γενικά, με όλες αυτές τις ιδιορυθμίες που αναφέραμε, μπορώ να πω ότι είναι μια αρκετά καλή ταινία, που κρατά τον θεατή μέχρι την τελική αιματηρή σκηνή. Ωστόσο το γενικότερο πρόβλημά μου (που σαφώς δεν αφορά το συγκεκριμένο φιλμ) είναι ότι έχω αρχίσει να βαριέμαι αυτό το είδος των βίαιων, γκαγκστερικών ταινιών που τόσο ακμάζουν στην Κορέα. Είναι σαν να είναι υποχρεωμένοι οι σκηνοθέτες να αναπαράγουν μια στάνταρ θεματολογία, σε όσο το δυνατόν πιο πρωτότυπες και ευρηματικές παραλλαγές. Επιτέλους, μόνο γκάγκστερς παράγει αυτή η χώρα; (Ας τονίσω έδώ ότι είμαι συνειδητά λίγο υπερβολικός, αφού προφανώς δεν ξέρω το σύνολο της κορεατικής παραγωγής. Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι σχεδόν μόνο τέτοιες ταινίες παίζονται στη Δύση - και βέβαια είναι πολύ δύσκολο όλες αυτές να φτάσουν στο ύψος ενός Old Boy).
Τέρμα η γκρίνια όμως. Αν είστε φίλος του είδους, νομίζω ότι θα σας αρέσει. Το είπα και πιο πάνω άλλωστε: Παρά την επανάληψη της θεματολογίας, την βρήκα αρκετά καλή ταινία, και μάλιστα από πρωτοεμφανιζόμενο.

ΑΕΤΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΡΧΑΡΙΑ Ή ΠΩΣ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΒΛΑΚΕΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΤΟΣΟ ΓΕΛΙΟ


Το Eagle vs. Shark (2007) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του νεοζηλανδού (με Μαορί καταβολές) Taika Cohen, που συνήθως υπογράφει τις ταινίες του (μικρές μέχρι σήμερα) ως Taika Waititi. Μια από τις πιο αστείες που έχω δει τελευταία και μια από τις καλύτερες που είδα στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας.
Στα χνάρια του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά στις καλές στιγμές του, κάπου μεταξύ των πρώτων ταινιών του Τζάρμους, του χιούμορ του Γουές Άντερσοεν και του Little Miss Sunshine, διαθέτει απίστευτους χαρακτήρες, κοφτούς διαλόγους που θυμίζουν Καουρισμάκι και φοβερά γελοίες σκηνές. Όσο γελοίοι είναι και αρκετοί από τους χαρακτήρες, βασικοί από τους οποίους είναι η ασχημούλα ταμίας σε φαστφουντάδικο με την αφοπλιστική αθωώτητα και ο ανεκδιήγητος τύπος τον οποίο ερωτεύεται. Αυτός είναι που βγάζει και το περισσότερο γέλιο, καθώς πρόκειται για τον απόλυτο ορισμό του μαλάκα σε όλα τα επίπεδα. Οι ατάκες του, ο τρόπος διασκέδασής του, οι πράξεις του, το πώς αντιμετωπίζει τις σχέσεις του, το γούστο του, όλα συνθέτουν το παζλ ενός από τους πιο σπαρταριστούς χαρακτήρες που αποτυπώθηκαν τελευταία στην οθόνη. Γύρω από τους δυό τους κινείται μια πλειάδα άλλων, δευτερευόντων χαρακτήρων, που ουσιαστικά βγάζουν γέλιο μέσα από την μιζέρια των υπάρξεών τους.
Γιατί, πέραν της πλάκας, η μιζέρια είναι αυτό που κυριαρχεί: Στην επαρχιακή νεοζηλανδέζικη πόλη (ναι, όλες οι επαρχιακές πόλεις έχουν τη μιζέρια τους, γιατί όχι και οι νεοζηλανδέζικες;) όπου ταξιδεύει το ζεύγος για να αντιμετωπίσει ο ήρωας σε μια παντελώς γελοία επίδειξη εκδικητικότητας τον συμμαθητή που στο σχολείο του έκανε τη ζωή πατίνι. Στις ασχολίες μιας δίχως το παραμικρό ενδιαφέρον νεολαίας, που χαραμίζει τη ζωή της σε ηλίθια computer games και θεοβάρετα πάρτι (όλα τα λεφτά η σχετική σκηνή). Στην απίθανη οικογένεια και τους φίλους του τύπου, με τους πιο κουφούς χαρακτήρες. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, αταίριαστος, ο ρομαντισμός της μικρής, που δείχνει όλα να τα ανέχεται αφού αυτός είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε. Κι που παραδόξως δεν βγαίνει σαν μαζοχισμός, αλλά σαν μια γλυκειά εγκαρτέρηση, η οποία κρύβει μέσα της δύναμη.
Μάλλον δεν θα βγει στα σινεμά στην Ελλάδα. Αν όμως το πετύχετε κάπου, δείτε το. Και να θυμάστε: Ποτέ οι πολλαπλές μιζέριες που περιγράψαμε δεν παίρνουν το πάνω χέρι από την κυρίαρχη ιλαρότητα του όλου πράγματος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2007

PLANET TERROR: ΖΟΜΠΙ, ΧΑΒΑΛΕΣ ΚΑΙ B-MOVIES


Σε όλη του την κινηματογραφική καριέρα ο Robert Rodriguez είχε σαν στόχο τον χαβαλέ. Έτσι, όταν ο κολλητός του Ταραντίνο του πρότεινε ένα σινεφίλ παιχνίδι με τα παλιά b-movies των 70ς, φαντάζομαι ότι θα ήταν η καλύτερή του. Το Planet Terror (2007) που προέκυψε διαθέτει όλα, μα όλα τα κλισέ των σπλάτερ της εποχής, διαθέτει την επιμελώς-προσεγμένη-ώστε-να-δείχνει-παλιά κόπια και, φυσικά, τον ζητούμενο χαβαλέ.
Οι (κλασσικά) ζομποποιημένοι από (κλασσική) μόλυνση κάτοικοι της (κλασσικής) αμερικάνικης κωμόπολης την πέφτουν (κλασσικά) από παντού στους λίγους επιζώντες και γίνεται το σώσε. Η κόπια όντως μοιάζει παλιά με τις γραμμές, τα κοψίματα και τα καψίματά της και, ως αποκορύφωμα, υποτίθεται ότι λείπει και μια ολόκληρη μπομπίνα, που υποτίθεται και πάλι ότι χάθηκε. Διασκέδασα με την όλη φάση, γέλασα αρκετά (με κατάμαυρα, σπλάτερ αστεία βεβαίως) και γενικά τη βρήκα συμπαθέστερη απ' όσο οι περισσότεροι κριτικοί, που την έθαψαν.
Εδώ ωστόσο είμαι υποχρεωμένος να προειδοποιήσω με κάθε τρόπο: Την βρήκα εγώ, που είμαι αρκετά εθισμένος σε τέτοια θεάματα από παλιά. Αλλά η ταινία είναι πολύ σπλάτερ. Πιο πολύ δεν γίνεται. Τα αίματα και τα ζουμιά εν γένει ρέουν από παντού σε άφθονες ποσότητες και συχνά το όλο πράγμα γίνεται (επίτηδες βεβαίως) εξόχως αηδιαστικό. Αν είστε ευαίσθητοι σ' αυτά τα γλυκά πραγματάκια σας προειδοποιώ: Μην περάσετε ούτε απ' έξω. Αν όμως διασκεδάζετε κι είστε συνηθισμένοι σ' αυτά, σας είπα, τη βρήκα μάλλον καλύτερη απ' όσο περίμενα.
Φυσικά πρόκειται για ένα καθαρό κινηματογραφικό αστείο. Τίποτα παραπάνω. Και ως τέτοιο και μόνο πρέπει να ειδωθεί. Οποιουδήποτε άλλου είδους ανάλυση θα είναι εξ ορισμού άκυρη.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΤΡΙΒΕΣ ΚΑΙ SNUFF MOVIES


Το 1996 ο ισπανός Alejandro Amenabar, που αργότερα θα έκανε φιλμς όπως τα Others και "Η θάλασσα μέσα μου", γυρίζει το Tesis, την πρώτη του ταινία. Αν εξαιρέσει κανείς την "Θάλασσα", ο Amenabar είναι βασικά ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης ατμοσφαιρικών θρίλερ, ενίοτε μεταφυσικών. Κι αυτό φάνηκε ήδη απ' την αρχή.
"Θέσις" είναι η διδακτορική διατριβή σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Έτσι, αφορμή για το σκοτεινό αυτό θρίλερ, είναι η διδακτορική διατριβή μιας φοιτήτριας κινηματογραφικής σχολής με θέμα τη βία στο σινεμά. Διατριβή που θα μετατραπεί σε εφιάλτη, όταν θα πέσει πάνω σε μια σειρά snuff movies (είδος ταινιών που κινούνται στα όρια του "αστικού μύθου" και που υποτίθεται ότι περιλαμβάνουν αληθινούς φόνους) και ένας κύκλος αίματος και φρίκης θα στηθεί γύρω της.
Πρόκειται για πολύ καλό θρίλερ, με σκοτεινή ατμόσφαιρα, έντονο σασπάνς και βία και αρκετές ανατροπές πάνω στην ταυτότητα του δολοφόνου. Γενικά το θεωρώ από τις καλές ταινίες του είδους. Και, επι πλέον, περιλαμβάνει και έναν έντονο προβληματισμό πάνω σε μια σειρά από ερωτήματα: Μέχρι πού φτάνει η αρχή του "δώσε στο κοινό ό,τι θέλει"; (αρχή προσφιλέστατη βεβαίως στη βιομηχανία του θεάματος και άλλοθι για πλείστες τηλεοπτικές κυρίως αθλιότητες, που βεβαίως δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση του όποιου γούστου του κοινού, αλλά στο φούσκωμα της τσέπης των παραγωγών). Πώς και γιατί μας γοητεύει η θέαση της βίας; Κι αν απεχθανόμαστε τη βία στην πραγματική ζωή, γιατί απολαμβάνουμε (και εγώ φυσικά συγκαταλέγομαι στους "ένοχους") ταινίες σαν κι αυτήν ακριβώς για την οποία μιλάμε εδώ; Είμαστε, κατά βάθος, όλοι βίαιοι; Ή υπάρχει ουσιαστικός διαχωρισμός αληθινής και αναπαριστώμενης βίας;
Δεν ξέρω αν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις. Σίγουρα όμως η ταινία θέτει τα ερωτήματα. Κι είναι και καλή ταινία στο είδος της.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2007

ZODIAC Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΕΜΜΟΝΩΝ


Να πω από την αρχή ότι ο David Fincher είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και περιμένω με αγωνία κάθε καινούρια δουλειά του. Αλλά να δηλώσω επίσης από την αρχή ότι θεωρώ το Zodiac του 2007 καλή ταινία, όχι όμως το αριστούργημα για το οποίο πολλοί "παραμίλησαν".
Φυσικά (κι αυτό γίνεται πολύ γρήγορα αντιληπτό) το Zodiac δεν είναι μια ακόμα ταινία με σίριαλ κίλερ. Ο τελευταίος αποτελεί την αφορμή μονάχα για μια (ακόμα) μελέτη της ανθρώπινης εμμονής και των (καταστροφικών συνήθως) αποτελεσμάτων της. Ή, αν θέλετε να το πούμε αλλιώς, δεν είναι ο σίριαλ κίλερ αυτός που ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη, αλλά οι διώκτες του και η ψυχολογία τους. Άλλωστε ο δολοφόνος δεν δείχνεται σχεδόν καθόλου και οι αμφιβολίες για την ταυτότητά του συσσωρεύονται διαρκώς. Αντίθετα, η σταθερή διάβρωση του χαρακτήρα των διωκτών του (ενός μπάτσου, ενός σκιτσογράφου κι ενός δημοσιογράφου), παρακολουθείται με απόλυτα ακριβείς, αλλά αργούς ρυθμούς, όπως ακριβώς αργή και ανεπαίσθητη, αλλά αμείλικτη, είναι η διάβρωση που προαναφέραμε. Στο τέλος, μετά από χρόνια ενασχόλησης με την υπόθεση, οι ζωές τους έχουν καταστραφεί και οι οικογένειές τους έχουν διαλυθεί.
Κι ενώ πρόκειται για μια ακόμα φορά για εξαιρετική δουλειά σε κάθε επί μέρους στοιχείο (φωτογραφία, ατμόσφαιρα, λεπτομέρειες αναπαράστασης της εποχής, αφού η δράση της ταινίας εκετείνεται από το 1969 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80 κλπ.), η αντίρρησή μου - αυτή που κυρίως με εμποδίζει να το χαρακτηρίσω αριστούργημα, όπως πολλοί κριτικοί - είναι ότι έχουμε ξαναδεί αυτό ακριβώς το θέμα, συχνά πολύ καλά αναπτυγμένο στο σινεμά (από τον Αλ Πατσίνο στο "Ψωνιστήρι" μέχρι την ιδιαίτερη σχέση / ταύτιση της Φόστερ με τον Χάνιμπαλ στη "Σιωπή των Αμνών" και την κατάρρευση του ήρωα στο τέλος του "Μονάχου" του Σπίλμπεργκ - κι ας μην πρόκειται για κυνήγι δολοφόνου στο τελευταίο παράδειγμα). Νομίζω δηλαδή ότι, παρά τις σκηνοθετικές αρετές της, πρόκειται για μια συνηθισμένη θεματικά ταινία. Είναι και οι αργοί ρυθμοί, που συνδυάζονται με πλήθος λεπτομερειών και ονομάτων που κάπου μπερδεύουν...
Αυτά βέβαια δεν με εμποδίζουν να το θεωρώ καλή ταινία (το είπα και στην αρχή) και να εξακολουθήσω να πιστεύω ότι ο Φίντσερ είναι από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του καιρού μας. Τον περιμένω πάντοτε με ανυπομονησία.