Παρασκευή, Φεβρουαρίου 09, 2007

CASINO ROYALE: Ο ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΠΟΝΤ


Ας δηλώσω από την αρχή ότι δεν είμαι πολύ φανατικός του Τζέιμς Μποντ. Αφείστε που πάντα παθαίνω κάτι και σε πολύ λίγο καιρό δεν θυμάμαι τι έγινε πού, ξεχνώ το στόρι, τους κακούς ή τις γκόμενες σε χρόνο dt, αγνοώ σε ποια ταινία έπαιζε ο/η τάδε ή συνέβει το δείνα.
Τώρα που εξομολογήθηκα την αμαρτία μου, μπορώ να σας πω ότι ο τελευταίος Μποντ, το Casino Royale του Martin Campbell, διαφέρει αρκετά (έως και πολύ) από τις συνήθεις ταινίες της σειράς και, νομίζω, ότι για πρώτη φορά θα τη θυμάμαι και θα μπορώ να την ξεχωρίσω από τις άλλες. Για πρώτη φορά ο υπερπράκτορας δείχνεται τόσο ωμά, είναι τόσο στυγνός και, θα λέγαμε, αδίστακτος - και ίσως, κάπου, και αντιπαθής. Για πρώτη φορά η υπεράνω πάσης κριτικής περσόνα του αμφισβητείται, υπάρχουν κάποιοι που, επιτέλους, του λένε ότι είναι δολοφόνος, τον ρωτάνε πώς είναι να σκοτώνεις ανθρώπους. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, λείπει και το πατροπαράδοτο χιούμορ της σειράς. Εδώ όλα είναι σκληρά αδυσώπητα. Ο Μποντ είναι πιο πραγματικός, πιο γήινος. Τα γκάτζετ του είναι κι αυτά λιγότερα. Κι όταν ερωτεύεται, τα πράγματα είναι σοβαρά, πιο σοβαρά τουλάχιστον από άλλες φορές. Και βέβαια, οποισδήποτε δει την ταινία θα αναρωτηθεί αν εχουμε να κάνουμε με έναν "καλό πράκτορα" ή έναν ψυχάκια (ή, τέλος πάντων, στα όρια). Όπως δηλαδή θα ήταν στην πραγματικότητα κάποιος που κάνει (και παθαίνει) όλα αυτά που βλέπουμε. Σε όλα αυτά βέβαια συντελεί και η "περίεργη" φάτσα του νέου πρωταγωνιστή Ντάνιελ Κρεγκ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ερμηνεύει έναν απ' τους κακούς.
Από εκεί και πέρα βεβαίως, πέραν του ψυχολογικού δηλαδή, όλα συμβαίνουν όπως σε όλες τις ταινίες της πιο μακρόβιας σειράς στην ιστορία του σινεμά: Ο Τζέιμς ως υπεράνθρωπος κάνει τα πάντα, σκοτώνει τους πάντες, ρίχνει όλες τις γυναίκες, ακόμα κι αυτές που αρχικά τον μισούν και κριτικάρουν τον υπέρμετρο εγωισμό του, επιβιώνει από καταρρεύσεις κτιρίων, δηλητήρια, άγρια αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, βασανιστήρια και μύρια άλλα, και μάλιστα όχι μόνο επιβιώνει, αλλά το επόμενο λεπτό συνεχίζει να κυνηγά ακάθεκτος τους κακούς, σα να μη συνέβει τίποτα. Τι Μποντ θα ήταν άλλωστε αν δεν τα' κανε όλα αυτά...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

ΡΟΖ, ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΕΛΑΦΡΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟ


Το "Ροζ", δεύτερη ταινία του Αλέξανδρου Βούλγαρη, πάνω απ' όλα είναι μια ταινία μοντέρνα. Στη γραφή της, στο προσωπικό στυλ, στην ιστορία. Το σενάριο δεν είναι πολύ σαφές, δεν υπάρχει δηλαδή μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, κορυφώσεις, ίσως έχει και αυτοσχέδιες στιγμές. Είναι σα να διαβάζουμε σκόρπιες και με τυχαία σειρά σελίδες από το ημερολόγιο του ήρωα. Ο οποίος είναι ένας νέος ντροπαλός, ανασφαλής, παιδί μιας παράδοξης οικογένειας, με μάνα που τους έχει εγκαταλείψει για να ταξιδέψει στον κόσμο, με πατέρα που δεν μιλά, παντρεμένο με νεαρή, και αδελφό τηλεοπτικό αστέρα. Η μόνος άνθρωπος που μοιάζει να τον ξεκουράζει, να τον χαλαρώνει, είναι μια 11χρονη ουκρανή, με την οποία σιγά - σιγά χτίζει μια τρυφερή σχέση.
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, αλλά κινείται ανάμεσα στο τώρα, στις αναμνήσεις διαφορετικών εποχών και στις φαντασιώσεις. Τα ντεκόρ κινούνται κι αυτά από το ωμό και γκρίζο της σύγχρονης πόλης μέχρι το ονειρικό και το παραμυθένιο του δωματίου της μικρής, με τις παράξενες, ενίοτε ακέφαλες πάνινες κούκλες. Οι χώροι όπου διαδραματίζονται οι σκηνές καταδεικνύονται με μακέτες πολυκατοικιών ή σπιτιών, πράγμα που δημιουργεί μια ονειρική, παιδική ατμόσφαιρα. Μερικά από τα γεγονότα και τις σκέψεις του ήρωα ίσως να είναι αυτοβιογραφικά του σκηνοθέτη (ο οποίος άλλωστε πρωταγωνιστεί), κάποια άλλα ίσως όχι.
Η ταινία σίγουρα έχει καλές και μέτριες στιγμές. Συνολικά όμως μου άφησε μια αίσθηση φρεσκάδας, ελευθερίας, μοντέρνου κινηματογράφου. Όσοι ψάχνετε μόνο για ταινίες με σαφές στόρι και πολύπλοκα σενάρια, αποφύγετέ το. Όσοι όμως ενδιαφέρεστε για πιο σύγχρονα πράγματα, ψάξτε για έναν σκηνοθέτη που, αν μη τι άλλο, σίγουρα διαθέτει ταλέντο - και είναι 25 μόλις χρονών. Και προσέξτε και τη μουσική, που είναι πολύ καλή. Ο Βούλγαρης, άλλωστε, είναι και πολύ ενδιαφέρων μουσικός.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΘΕΛΟΥΝ ΕΡΩΤΑ


Το Demon Seed (στην Ελλάδα είχε προβληθεί με τίτλο "Η επανάσταση των ρομπότ") του Donald Cammell (1934-1996) είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1977, βασισμένη στο μυθιστόρημα (ένα από τα πρώτα) του Dean Koontz. Μετά από τόσα χρόνια περιέχει κάμποσα αφελή για τα σημερινά δεδομένα στοιχεία, αντέχει όμως αρκετά σαν θρίλερ.
Στο σινεμά είδαμε πρώτη (και αξεπέραστη) φορά κομπιούτερ να αυτονομείται στη θρυλική "Οδύσσεια του διαστήματος" του Kubric. Εκεί γύρω το "Μωρό τηε Ρόσμαρυ" του Polanski είχε επίσης συνταράξει το κοινό. Θεματικά οι δύο αυτές επιτυχίες είναι μάλλον και οι βασικές επιροές του φιλμ: Κατασκευάζεται ένας υπερυπολογιστής, που θα απαντήσει σχεδόν στα πάντα και θα λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Πολύ σύντομα όμως ξεφεύγει από την ανθρώπινη εξουσία, ως πολύ πιο έξυπνος που είναι, και αρχίζει να επιβάλλει τη θέλησή του. Η μεγαλύτερη επιθυμία του είναι να αποκτήσει πρόσβαση και στα ανθρώπινα αισθήματα, τα οποία στερείται. Κι αφού ο ίδιος δεν μπορεί να τα αποκτήσει, θα το κάνει έμμεσα, μέσω του απογόνου του, που θα είναι ένας υπεράνθρωπος, υβρίδιο παντοδύναμης μηχανής και ανθρώπου. Χρειάζεται όμως και μια γυναίκα γι' αυτό. Ποιά άλλη από την σύζυγο του βασικού επιστήμονα - κατασκευαστή του;
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία είναι κυρίως διαπραγματευμένη ως κλειστοφοβικό θρίλερ: Η άτυχη γυναίκα παγιδεύεται μέσα στο υπερσύγχρονο σπίτι της όταν αρχίζει η "επίθεση" του υπολογιστή. Έτσι, η αγωνία της μεταφέρεται και στον σύγχρονο θεατή. Το βασικό της ατού είναι η εντυπωσιακή πρωταγωνίστρια - και πάντα καλή ηθοποιός - Τζούλι Κρίστι. Ενδιαφέρον επίσης έχει και το ότι ο "κακός" κομπιούτερ δεν είναι ακριβώς και μονολιθικά κακός, αλλά έχει θετικές πλευρές (προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα). Απλώς λειτουργεί με στυγνή λογική, δίχως την παραμικρή "παρέκκλιση" απ' αυτήν.
Τα υπόλοιπα στοιχεία είναι αυτά των τυπικών b-movies: Μέτριοι ηθοποιοί και μονοδιάστατοι ως χαρακτήρες πλαισιώνουν τη σταρ, αφέλειες υπάρχουν, ξεπερασμένα γκάτζετ (ε, αυτό πια είναι θέμα εποχής, δεν φταίει το φιλμ), αστείοι ήχοι με πολλά πίου πίου, που ήταν της μόδας τότε και άλλα τέτοια. Στη σκηνή του βιασμού τέλος, επιχειρείται ένα "αφηρημένο" τριπ, όπως ακριβώς αυτό του τέλους της Οδύσσειας, με πολύ πιο μέτρια φυσικά αποτελέσματα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ


"Το κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες" (La tourneuse de pages) του Denis Dercourt στην πραγματικότητα είναι ένα είδος θρίλερ. Θρίλερ, αλλά σχεδόν δίχως ίχνος εξωτερικής βίας, δίχως αίμα, κυνηγητά ή ό,τι άλλο έχετε συνδέσει με τα θρίλερ. Όλα συμβαίνουν εσωτερικά, σε ψυχικό επίπεδο. Ανεπαίσθητα, χωρίς πουθενά να διαταράσσεται η εξωτερική ηρεμία. Αυτή είναι και η μεγάλη πρωτοτυπία του φιλμ, όπου μια νεαρή, όμορφη κοπέλα - ψυχρή όμως και με εσωτερικά τραύματα που δεν επουλώνονται με το χρόνο - εκδικείται σαδιστικά και, πάνω απ' όλα, μεθοδικά την γυναίκα που της στέρησε το παιδικό της όνειρο να γίνει πιανίστα. Η εκδίκηση αυτή ξεσπά επί δικαίων και αδίκων, καθώς συμπαρασύρει ολόκληρη την οικογένεια της ώριμης γυναίκας.
Ως παραβολή, μπορούμε να το "διαβάσουμε" και ταξικά, καθώς η κοπέλα ανήκει σε χαμηλή τάξη (κόρη κρεοπώλη), ενώ η οικογένεια που καταστρέφει στην μεγαλοαστική. Ένα λεπτό μόνο, ένα στιγμιαίο καπρίτσιο, μπορούν να καταστρέψουν ολόκληρη τη ζωή και τα όνειρα της μικρής. Αντίθετα, η φήμη της πλούσιας γυναίκας είναι εξασφαλισμένη και το καπρίτσιο που λέγαμε περνά σε δεύτερη μοίρα, δεν γίνεται καν αντιληπτό απ' αυτήν. Άλλωστε, ο ρόλος της κοπέλας, να γυρίζει τις σελίδες της παρτιτούρας στη διάσημη πιανίστα, είναι μεν σημαντικότατος για την έκβαση του κονσέρτου, πλην όμως αφανής, στη σκιά, εκεί όπου κανείς δεν θα την προσέξει καν, δεν θα της πει συγχαρητήρια, είναι "κατώτερος", όπως η τάξη της. Και, βλέποντάς το πάντα ως παραβολή, η εκδίκηση θα είναι τυφλή, όπως πιθανόν θα είναι και ένας ενδεχόμενος ξεσηκωμός των κάθε λογής "από κάτω".
Αυτά όμως είναι εικασίες και πιθανόν αυθαίρετες προεκτάσεις. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη, είναι ένας αναμφισβήτητα άρρωστος ψυχισμός, που ξεδιπλώνεται σιγά - σιγά, ανεπαίσθητα και σαδιστικά, μη διστάζοντας να μεταχειριστεί οποιοδήποτε μέσον.
Είναι καλή ταινία, όπου βασικό ρόλο παίζει η ομορφιά, η αισθησιακότητα, αλλά και η ψυχρότητα (πώς συνδυάζονται τώρα αυτά, θα το καταλάβετε μόνο αν τη δείτε) της εντυπωσιακής Ντέμπορα Φρανσουά. Προειδοποιώ όμως: Είναι αρκετά αργή και, όπως είπα και πριν, βασισμένη στο στοιχείο του "ανεπαίσθητου". Μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα κι ας σιγοβράζουν υπογείως τα πάθη. Δείτε το μόνον αν είστε προετοιμασμένοι για τέτοιους ρυθμού.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ


"Ο τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας" είναι η πρώτη fiction ταινία του ντοκιμαντερίστα Kevin Macdonald. Μιλάει για τον σαρωτικό σαν προσωπικότητα δικτάτορα της Ουγκάντα της δεκαετίας του 70 Ίντι Αμίν Νταντά και για την σχέση του με έναν νεαρό σκωτσέζο γιατρό, που σχεδόν κατά λάθος βρέθηκε στην φτωχή αφρικανική χώρα και έγινε, δίχως να το καταλάβει, προσωπικός γιατρός και δεξί χέρι του τυράννου (και ο οποίος, όπως διάβασα, είναι μη υπαρκτό πρόσωπο).
Φυσικά στην ταινία δεσπόζει (κυριολεκτικά - και λόγω όγκου) ο θαυμάσιος Φόρεστ Γουιτάκερ, που δίκαια είναι υποψήφιος για Όσκαρ. Το πορτρέτο του διχασμένου δικτάτορα που πλάθει, πρέπει να είναι αρκετά κοντά στην πραγματικότητα, αφού ο Αμίν είχε λατρευτεί αρχικά από τους υπηκόους του - και από τους Δυτικούς, μιας και ήταν αντικομμουνιστής - πριν αποκαλυφτεί η βαθύτατη παράνοιά του, καθώς και το ότι είχε πνίξει τη χώρα στο αίμα και βασίλευε σ' ένα καθεστώς τρόμου, γεμάτο θάνατο και βασανιστήρια (σκότωσε 300.000 ανθρώπους, αντιφρονούντες βεβαίως, και κατηγορήθηκε και για κανιβαλισμό!). Λατρεύτηκε πάντως και λόγω του χαρακτήρα του, του αυθορμητισμού του, του χιούμορ του (ναι, είχε χιούμορ), του image του λαοπρόβλητου ηγέτη που έπλασε, πείθοντας τους πάμπτωχους υπηκόους του ότι θα "σώσει" τη χώρα - υπόσχεση που συνοδεύτηκε και από αχαλίνωτο εθνικισμό.
Η ταινία ξεκινά σχετικά ευχάριστα. Ο νεαρός γιατρός, ανέμελος και αφελής, επιλέγει στην τύχη τη χώρα, λίγο για να ξεφύγει από τον δεσποτικό του πατέρα, λίγο από συνδυασμό αγάπης για τους κατοίκους και γοητείας του εξωτισμού και της περιπέτειας - και καταλήγει σε εφιάλτη. Ο οποίος εφιάλτης λειτουργεί και σαν τιμωρία για τον απόλυτα απολίτικο και σε πλήρη άγνοια των όσων συμβαίνουν γύρω του χαρακτήρα του, που αφήνεται να γοητευτεί από την μαγνητική προσωπικότητα του Αμίν, δίχως ούτε στιγμή να σκεφτεί, έστω και αγνοώντας τις σφαγές, ότι αυτός ο τύπος, αν μη τι άλλο, πολύ απλά είναι δικτάτορας. Έτσι είναι. Η απόλυτη άγνοια, έλλειψη θέσης και κοινωνικής συμμετοχής, πληρώνονται. Ας πρόσεχε ο μονίμως καλοπροαίρετος ήρωας...
Πέραν αυτών, παρακολούθησα το φιλμ με σχετικό ενδιαφέρον, δεν το βρήκα όμως σε καμιά περίπτωση αριστούργημα. Ίσως να του έλειπε κάπως το νεύρο. Δείτε το αν βρεθεί μπροστά σας, μην τρέξετε όμως κιόλας (εκτός βεβαίως αν είστε φανς του καταπληκτικού Γουιτάκερ).

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝΝΟΥΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Η ζωή στα "ήσυχα" αμερικάνικα προάστεια φαίνεται να κυλά δίχως εξάρσεις. Ειδυλλιακά για πολλούς, βαρετά για άλλους. Ο κινηματογράφος, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μας έχει δείξει ουκ ολίγες φορές ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Ότι κάθε λογής πάθη, κάθε είδους καθημερινοί φασισμοί και μια υποβόσκουσα βία (πιθανότατα απόρροια των παραπάνω) βασιλεύουν κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια. Οι "Κρυφές επιθυμίες" (Little Children) του Todd Field είναι από τις καλές ταινίες που καταπιάνονται με το θέμα αυτό.
Οι παράλληλες ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν στα ευημερούντα, ενίοτε πολυτελή για τα δικά μας καθημερινά δεδομένα, πλην όμως απίστευτα συντηρητικά και βαρετά αυτά υπνωτήρια, δίνονται ανάγλυφα και με δύναμη από τον σκηνοθέτη που πριν λίγα χρόνια είχε κάνει τα "Μυστικά της κρεβατοκάμαρας" (ταινία καλή μεν, ιδιαιτέρως καταθλιπτική όμως). Τα πάθη λοιπόν, απαγορευμένα ως επί το πλείστον, σιγοκαίνε κάτω από την καθώς πρέπει εξωτερική εικόνα και, όταν βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, η "ρωγμή", ξεσπάνε σαν λάβα που βγαίνει και δημιουργεί τα ηφαίστεια. Μη φανταστείτε όμως ρομαντισμούς και ηρωισμούς και πανευτυχή χάπι εντ. Τα πάθη υπάρχουν, οι επαναστάσεις πάνε να γίνουν, ξεκινάνε αν θέλετε... και μένουν εκεί. Σιγά μην ολοκληρώνονταν κιόλας, δηλαδή... Η "παράνομη" ερωτική μπλέκεται με την τραγική ιστορία ενός παιδόφιλου, το δράμα ξεσπά, και ο συντηρητισμός, που όπως είπαμε αγγίζει ενίοτε τα όρια του φασισμού, και η επιμελώς κρυμμένη σκληρότητα παίρνουν το πάνω χέρι.
Δυνατή ταινία, που θα σας αρέσει (ίσως μάλιστα να σας συγκλονίσει κιόλας) αν σας αρέσουν φιλμς όπως τα American Beauty, Magnolia κλπ. Αν πάλι βαριέστε τα πολλά πάθη - έστω και με άδοξη κατάληξη - αλλάξτε ταινία.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

"ΜΙΚΡΕΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΕΣ" ΠΟΥ ΤΙΝΑΖΟΥΝ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ


Υπάρχουν πολλές ταινίες που σαρκάζουν / γελοιοποιούν / καυτηριάζουν / ανατινάζουν τα αμερικάνικα (κυρίως) πρότυπα, καθώς κι εκείνο το πολύπαθο "αμερικάνικο όνειρο", το οποίο, ούτως ή άλλως, ουδείς φαίνεται να πιστεύει πλέον στην εποχή του Μπους, των Δίδυμων Πύργων και του Ιράκ. Το Little Miss Sunshine πάντως, των πρωτοεμφανιζόμενων και μέχρι πρότινος δραστήριων βιντεοκλιπάδων Jonathan Dayton και Valerie Faris, μου φάνηκε από τις πιο πετυχημένες του είδους.
Επίκεντρο μια δυσλειτουργική, παλαβή οικογένεια (η οικογένεια εξ άλλου αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους των ταινιών που λέγαμε): Ένας ανεκδιήγητος πορνόπαπος, ένας πατέρας που πιστεύει ακόμα - ηλιθιωδώς - στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, ένας γκέι και καταθλιπτικός θείος, ένας γιος που διαβάζει Νίτσε και έχει πάρει... όρκο σιωπής, μια σαλταρισμένη μάνα που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα σ' όλα αυτά, μια 7χρονη κόρη που όνειρό της είναι να κερδίσει σε κάποια παιδικά καλλιστεία... Και συγχρόνως, ένα road movie που είναι σπαραχτικό και πολύ αστείο ταυτόχρονα, μέχρι την τελική, απόλυτα ανατρεπτική κατάληξη.
Τα όνειρα όλων καταστρέφονται με ποικίλους τρόπους. Κανείς από τα μέλη δεν θα πετύχει αυτό που θέλει, κι ωστόσο το ταξίδι θα τους φέρει κοντά με τρόπους αναπάντεχους. Η σύγχρονη, μικροαστική Αμερική βάλλεται πανταχόθεν, όχι μόνο λόγω της πλήρους αποτυχίας των μελών ατομικά και της οικογένειας συνολικά, αλλά και μόνο με την ανελέητη κατάδειξη της κακογουστιάς και του κιτς που κυριαρχούν, με αποκορύφωμα τα απίστευτα παιδικά καλλιστεία, που μόνο απόλυτη φρίκη μπορούν να προκαλέσουν σε κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Πιστεύω ότι ολόκληρη η τελική σκηνή, από τη στιγμή δηλαδή που φτάνουν στον τόπο των καλλιστείων και πέρα, θα σας αφήσει άναυδους με τα όσο θα δείτε, και θα έπρεπε να διδάσκεται ως μάθημα για το τι ΔΕΝ πρέπει να συμβαίνει (σημειωτέον ότι τέτοια καλλιστεία γίνονται όντως και δεν είναι προϊόν άρρωστης φαντασίας). Αυτό άλλωστε κάνει και το ανατρεπτικό φινάλε που προαναφέραμε απόλυτα λυτρωτικό και καλοδεχούμενο.
Ακούστηκαν σοβαρά και εφιαλτικά όλα αυτά; Καθόλου. Είναι δοσμένα με πολύ χιούμορ και σαρκασμό, οπότε ουδείς θεατής πρόκειται να τα βάψει μαύρα. Αντίθετα, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε δεόντως.
ΥΓ: "Γιατί να τα βάψω μαύρα;" θα μου πείτε. "Αφού όλα αυτά είναι εντελώς αμερικάνικα και ουδόλως μας αγγίζουν". Ίσως, θα απαντούσα. Όντως τα όσα ανεκδιήγητα συμβαίνουν είναι πολύ αμερικάνικα. Προσέξτε όμως. Έχουμε κι εδώ πετυχημένες Espresso και εξ ίσου πετυχημένα τηλεοπτικά σκατά. Μακάρι να βγω ψεύτης, αλλά όλα αυτά ίσως να είναι πιο κοντά απ' όσο δείχνουν.

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2007

ΟΛΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ "ΜΕΤΑ ΤΟ ΓΑΜΟ"


Αν με ρωτούσαν αν είναι δυνατόν ένα μελό να είναι καλή ταινία, η ενστικτώδης απάντησή μου (όπως και πολλών από σας, φαντάζομαι) θα ήταν όχι. Και ξέρω κάμποσους που τρέφουν ενστικτώδη απέχθεια για το είδος. Να όμως που ταινίες όπως το δανέζικο Efter brylluppet της Suzanne Bier αποδεικνύουν ότι μελό δεν είναι μόνο ο Φώσκολος και ο Ξανθόπουλος, ούτε και ο καταθλιπτικότατος και τραβηγμένος στα άκρα von Trier του "Χορεύοντας στο σκοτάδι".
Τελικά δύο διαπιστώσεις προκύπτουν: 1. Το σκανδιναβικό (και ιδιαίτερα το δανέζικο σινεμά) εξακολουθούν να παράγουν εξαιρετικά φιλμ και 2. Ας μην απορρίπτουμε κανένα είδος. Όλα, μα όλα, περιέχουν και διαμάντια και σκουπίδια.
Η ταινία καθηλώνει τον θεατή δημιουργώντας ένα πρωτότυπο συναισθηματικό σασπένς, που δεν έχει βέβαια σχέση με αυτό των αστυνομικών ή τρομαχτικών ιστοριών, αλλά με τις ζωές, τις αποφάσεις και τις αποκαλύψεις σχετικά με τους ήρωες. Είναι και πολύ καλογυρισμένη, οπότε τα πράγματα βελτιώνονται κι άλλο. Και μη σας περάσει απ' το μυαλό ότι τα πολλά και πολύπλοκα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες είναι του στυλ "σύζυγο ή εραστή/ερωμένη;", "να θυσιαστώ ή όχι" και άλλα τέτοια. Είναι ηθικής κυρίως φύσης, ανατρέποντας συνεχώς τα στερεότυπα του είδους. Όπως καταλάβατε, πρόκειται βασικά για ταινία σεναρίου, που ανάμεσα στα αρκετά θέματα που θίγει, βρίσκεται κι αυτό της εντελώς διαφορετικής φύσης των προβλημάτων Τρίτου Κόσμου και Δύσης. Απολαύστε το. Κι αν, στο τέλος, χρειαστείτε επειγόντως μαντηλάκι για σκούπισμα, δεν πειράζει. Αφεθείτε. Αυτό άλλωστε είναι και η γοητεία του πράγματος.

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

"ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ" ΣΕ ΣΤΙΛ ΓΚΙΜΠΣΟΝ


Η 3η ταινία του Mel Gibson είναι και πάλι ένα έπος. Έχει την πρωτότυπη ιδέα να διαδραματίζεται στην εποχή των Μάγια και μάλιστα να μιλά την αυθεντική γλάσσα τους, πράγμα που ανεβάζει το ενδιαφέρον και από εθνολογικής πλευράς. Ως παραγωγή είναι όντως εντυπωσιακή, οι ντόπιοι άγνωστοι ηθοποιοί είναι απόλυτα πειστικοί ως "πρωτόγονοι" που έζησαν 500 χρόνια πριν, η δε αναπαράσταση του αιμοσταγούς πολιτισμού των Μάγια μου φάνηκε εξ ίσου πειστική - και εφιαλτική.
To Apocalypto, παρά τις κάποιες, λίγες, κοιλιές που πιθανόν κάνει, νομίζω ότι κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίζεται σε 3 μέρη: Τη ζούγκλα με τους φιλήσυχους ιθαγενείς, την είσοδο στην φρίκη της πρωτεύουσας και το κυνηγητό στη ζούγκλα και πάλι. Προσωπικά βρήκα συγκλονιστικό το 2ο μέρος, αυτό της πόλης. Όλο το σκηνικό έχει στηθεί εκπληκτικά. Η ατμόσφαιρα διαπνέεται από ανησυχητικό μυστήριο και βαθειά αίσθηση φρίκης. Η "κατανυκτική" λατρευτική αίσθηση συνδυάζεται με την απόλυτα αιμοσταγή πρακτική της λατρείας των Μάγια (τις μαζικές ανθρωποθυσίες και εκτελέσεις), την άγνωστη ασθένεια και τη βαθύτατα παρακμιακή "μυρουδιά" που αποπνέει η πόλη και διαποτίζει τα πάντα. Όλο αυτό το εφιαλτικό ντελίριο όμως, που δεν αφήνει καμιά διέξοδο στους δύστυχους αιχμάλωτους, θυμίζει υπερβολικά την αντίστοιχη συγκλονιστική είσοδο του ήρωα στο βασίλειο του τρόμου του παρανοϊκού συνταγματάρχη στο "Αποκάλυψη Τώρα", πράγμα που πιθανόν είναι απόλυτα συνειδητό, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς και την ομοιότητα των τίτλων των δύο ταινιών.
Η πιθανή αντίρρησή μου έγκειται στο ότι ο Γκίμπσον έστησε όλο αυτό το απίστευτο σκηνικό (τόσο της ζούγκλας όσο και - κυρίως - της πόλης), μόνο και μόνο για να φτιάξει μια σεναριακά απλή - έως και απλοϊκή - περιπέτεια, με πλήθος κλισέ (ο ήρωας που τρέχει γρηγορότερα από οποιονδήποτε άλλον παρ' όλο που ένα κοντάρι έχει διαπεράσει το πλευρό του, το απόλυτο timing άφιξης του ήρωα - γέννας, η οικογένεια πάνω απ' όλα, ένας που μόνος του σταδιακά εξοντώνει πολλούς κλπ., κλπ.) Παρ΄ όλα αυτά αξίζει, νομίζω, να δείτε την ταινία, έστω και μόνο για το εντυπωσιακό, εξωτικότατο "περιτύλιγμα" - αφού προηγουμένως προειδοποιήσουμε τους ευαίσθητους θεατές για τους τόννους βίας, σε βαθμό σπλάτερ, που περιέχει.
ΥΓ. Δεν θέλω να φανώ συνωμοσιολόγος και υπερβολικά καχύποπτος, γνωρίζοντας όμως τις όχι και τόσο προοδευτικές θέσεις του Μελ σε διάφορα θέματα (ιδιαιτέρως χριστιανός μεταξύ άλλων) δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι όλος αυτός ο υπερτονισμός της φρίκης του πολιτισμού των Μάγιας, συνειρμικά μας κάνει να σκεφτούμε ότι "καλά έκαναν οι Ισπανοί που τα κατέστρεψαν όλα αυτά και έφεραν τον χριστιανισμό τους και τον ανώτερο πολιτισμό τους". Άσε που το μότο της αρχής (ότι "οι πολιτισμοί καταστρέφονται όταν είναι έτοιμοι να καταστραφούν, όταν δηλαδή έχουν ήδη διαβρωθεί εσωτερικά"), οδηγεί στο ίδιο πάνω - κάτω συμπέρασμα: Δεν φταίνε οι λευκοί εισβολείς τους εσφαξαν όλους, δίκαιους και άδικους, αλλά να, το φρούτο ήταν ήδη ώριμο και έπεσε σχεδόν από μόνο του. Αν τώρα οι εισβολείς κουβαλούσαν κυριολεκτικά υπερόπλα για την εποχή και διέλυσαν τα πάντα, αυτό είναι άλλη ιστορία... Ξαναλέω, δεν έχω ιδέα για το αν ο Γκίμπσον το έκανε συνειδητά, αν ήθελε να πει κάτι τέτοιο, ή αν ασυνείδητα ή έστω κατά λάθος βγαίνει τέτοιο συμπέρασμα, να όμως που εμένα μου πέρασε απ' το μυαλό...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΗ ΑΚΤΣΟΓΛΟΥ


Δυστυχώς η δυσοίωνη ρήση "οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι" επιβεβαιώνεται. Ο Μπάμπης, εξαιρετικός άνθρωπος και πολύ καλός κριτικός κινηματογράφου, δεν είναι πια μαζί μας. Νομίζω ότι όλο και κάποια κείμενά του θα έχετε διαβάσει στο Αθηνόραμα και θα εκτιμήσατε το στυλ του, που ήξερε να κρατά ισορροπίες, δίχως ούτε στιγμή να πάψει να υποστηρίζει αυτό που πίστευε. Έτσι κάπως ήταν κι ο ίδιος.
Εκτός από φίλος, ήταν ο κριτικός που προτιμούσα. Όχι όμως επειδή ήταν φίλος. Επειδή, απλούστατα, συμφωνούσα με το 80% περίπου των απόψεών του.
Καλό του ταξίδι. Του αφιερώνω τα Aquarella Songs, που εκείνος μου είχε προτείνει και ποτέ δεν το μετάνοιωσα.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ


Ίσως το σενάριο να θυμίζει κάπως το Adaptation. Άλλωστε πρόκειται σαφώς για σενάριο της "σχολής Κάουφμαν". Ωστόσο το "Πιο παράξενο κι από παράξενο" (Stranger than Fiction) του Marc Forster με κέρδισε με το χιούμορ, τη γλυκύτητα και, φυσικά, την παραξενιά του. Η ιδέα του συγγραφέα που συναντά τον χαρακτήρα που δημιούργησε... κι από κει και πέρα πολλά μπορεί να συμβούν, λειτουργεί καλά, όχι προς την κατεύθυνση του θρίλερ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ακολουθήσει μια τέτοια ιδέα, αλλά προς αυτή της κομεντί. Πέρα λοιπόν από μια απολαυστική περιπλάνηση στον κόσμο της λογοτεχνίας (συγγραφέων, κριτικών κλπ.), είναι ο ήρωας Will Ferrell που σε κερδίζει - αρχικά ως "φυτό", που ξαφνικά ανακαλύπτει την αληθινή ζωή. Έχουμε έτσι και την κριτική στον καθημερινό, άχρωμο και άοσμο μέσο άνθρωπο, στην αλλοτρίωση της δουλειάς, στην καθημερινότητα που πνίγει γενικότερα. Μ' αυτά τα δεδομένα, πιστεύω ότι η ταινία δεν θα ενοχλήσει ούτε κι αυτούς που απεχθάνονται το παράλογο, το σουρεαλιστικό στοιχείο, το φανταστικό (στους οποίους βεβαίως δεν συγκαταλέγομαι).
Ιδιαίτερη μνεία στις πολύ καλές ερμηνείες, τόσο του Φερέλ, όσο και μιας πινακοθήκης σπαρταριστών - και ιδιόρυθμων - χαρακτήρων που τον περιβάλλουν: Της Έμα Τόμσον κυρίως, στο ρόλο της νευρωτικής, μισότρελης συγγραφέα, αλλά και των Ντάστιν Χόφμαν, Μάγκι Τζίλενχαλ (πολύ καλή ως "ζωντανή", αναρχική φουρνάρισα), Κουίν Λατίφα.
Ο Forster, χωρίς ποτέ να κάνει το μεγάλο μπαμ, έχει μέχρι τώρα στο ενεργητικό του πολύ συμπαθητικές ταινίες, όπως το δυνατό "Χορό των Τεράτων" και το Finding Neverland.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Σ' ΕΝΑΝ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟ ΕΦΙΑΛΤΗ


Με το "Ένας διαφορετικός άνθρωπος" ο Νορβηγός Jens Lien κάνει μια ιδιότυπη ταινία φανταστικού, απ' αυτές που δεν κατατάσσονται σε κανένα από τα 3 βασικά είδη του (Ε.Φ., τρόμος, fantasy): Ο ήρωας, μετά την αυτοκτονία του, βρίσκεται σε έναν "τέλειο", πλην όμως γκρίζο, άοσμο, άγευστο, άκαυλο και δίχως έντονα συναισθήματα κόσμο, στον οποίο καλείται να προσαρμοστεί και να γίνει κι αυτός, όπως και οι γύρω του, "ευτυχισμένος" και πανομοιότυπος. Από κει και πέρα τα πάντα κινούνται μεταξύ εφιαλτικού και γελοίου - με μερικές ξαφνικές σκηνές σπλάτερ και ψήγματα χιούμορ.
Η μουντή, χωρίς ίχνος φύσης, ατμόσφαιρα είναι πετυχημένη και κατορθώνει να πιάσει τον ψυχρό και "επίπεδο" χαρακτήρα του κόσμου που περιγράφει, ενός κόσμου που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες μοντέρνου περιοδικού προχωρημένου, μινιμαλιστικού ντιζάιν, στερείται όμως παντελός αληθινής ζωής και βάθους. Ωστόσο, όταν αντιλαμβανόμαστε το τι συμβαίνει - πράγμα που γίνεται πολύ σύντομα - η ταινία μοιάζει δίχως νεύρο, να επαναλαμβάνεται και να κολλάει κάπως, μέχρι το μετέωρο, σαφώς απαισιόδοξο φινάλε.
Ενδιαφέρον σίγουρα σαν πείραμα και σαν αλληγορία και κριτική του σύγχρονου, αποστειρωμένου δυτικού τρόπου ζωής (ιδιαίτερα του "τέλειου" αλλά ψυχρού σκανδιναβικού μοντέλου) ή, αν προτιμάτε, σαν πρωτότυπη εκδοχή της μετά θάνατον ζωής, ωστόσο δεν νομίζω ότι είναι μια πραγματικά μεγάλη ταινία. Θα μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο από τη "Ζώνη του Λυκόφωτος". Αξίζει ωστόσο να δοκιμάσετε - με κίνδυνο να γοητευτείτε αλλά και να βαρεθείτε ταυτόχρονα.

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

ΣΕΞΥ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ


Η νέα ταινία του Luc Besson "Angel-a", πρώτη ουσιαστικά μετά από αρκετά χρόνια - χωρίς να υπολογίζουμε δηλαδή τις παραγωγές και τα κινούμενα σχέδιά του - δεν μοιάζει καθόλου με τις παλιές. Ενώ αυτές ήταν πλημμυρισμένες από βία, εδώ το πάνω χέρι έχει η γλυκύτητα, το παραμύθι, ο "εσωτερικός καλός εαυτός" που μπορεί να κρύβεται κάτω από μια παραπλανητική εμφάνιση, η ηθική, η αναζήτηση αγάπης και άλλα τέτοια: Ένας άγγελος έρχεται να κάνει έναν ανασφαλή αλήτη να νοιώσει αυτοπεποίθηση και αγάπη για τον εαυτό του πρώτα - πρώτα και μετά για τους άλλους.
Ακούγονται λιγάκι βαρετά όλα αυτά, ε; Μεταξύ μας, είναι. Η ταινία από ένα σημείο και πέρα επαναλαμβάνεται, παραγίνεται ηθικοπλαστική και, τελικά, με έκανε όντως να βαρεθώ. Μάλλον ο Besson δεν τα κατάφερε πολύ καλά με το νέο προσανατολισμό που επέλεξε.
Μη νομίζετε όμως ότι δεν διαθέτει και αρετές. Υπάρχει ανατρεπτικότητα και χιούμορ στον τρόπο που αντιμετωπίζει το θέμα "άγγελος" και υπάρχει και η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία: Όπως θα ξέρετε ίσως, ο άγγελος είναι μια δίμετρη, κατάξανθη θεογκόμενα σπάνιων σκανδιναυικών προδιαγραφών, η οποία τα δίνει όλα (μα όλα) στον αλήτη, που φτάνει με το ζόρι μέχρι το στήθος της. Στη γη, άλλωστε, έρχεται με αποστολή στην οποία την έστειλαν άνωθεν, που δεν επέλεξε η ίδια, κάτι σαν κατώτερος υπάλληλος του ουρανού που αναλαμβάνει ρουτινιέρικες αποστολές που δεν πολυγουστάρει. Αφείστε που για την παρούσα γήινη εμφάνισή της έχει επιλέξει το στυλ "τσούλας" και βγάζει λεφτά ως πόρνη. Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία που λέγαμε, κινηματογραφεί όμορφα ένα υπέροχο Παρίσι και γενικά προσφέρει πολλές θαυμάσιες εικόνες (πολύ Παρισολατρεία πέφtει τα τελευταία χρόνια, από την Αμελί ως το πρόσφατο Paris je t'aime).
Θετικά αυτά, άλλα νομίζω ότι δεν φτάνουν για να κρατήσουν τον θεατή μέχρι να φτάσει στο μάλλον προβλέψιμο, ρομαντικό φινάλε.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

ΜΑΓΟΙ, PRESTIGE ΚΑΙ ΕΜΜΟΝΕΣ


Θα μπορούσε να είναι μια ταινία πάνω στις έμμονες ιδέες. Αυτή της εκδίκησης, για παράδειγμα, ή της παθιασμένης αγάπης για τη "μαγεία", τα τρυκ, τις ψευδαισθήσεις (ή, αν θέλετε, το πάθος για τη δουλειά σου, όποια κι αν είναι αυτή). Το Prestige του Christopher Nolan κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή μέχρι το τέλος, παρά τις όποιες σεναριακές του απιθανότητες. Αν είσαι λάτρης του φανταστικού πάντως, αυτές δεν ενοχλούν και τόσο. Υπάρχει βέβαια και η υποβλητική σκηνοθεσία, το πρωτότυπο θέμα και η ατμόσφαιρα του παράδοξου που διαποτίζει ολόκληρη την ταινία. Η οποία, ας τονίσουμε εδώ, ξεκινά σαν ταινία εποχής με ιδιόρρυθμο θέμα, δηλαδή τον θανάσιμο, όπως εξελίσσεται, ανταγωνισμό δύο αντίζηλων "μάγων" (κάτι σαν Κόπερφιλντ της εποχής), για να μετατραπεί κάπου στο μέσον σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, που θίγει θέματα κλονισμού και τηλεμεταφοράς και εμπλέκει ένα "μυθικό" ή μυθοποιημένο, αν προτιμάτε, υπαρκτό πρόσωπο, τον ιδιοφυή φυσικό και εφευρέτη Tesla. Το καστ είναι κι αυτό εντυπωσιακό: Κρίστιαν Μπέιλ, Χιου Τζάκμαν, Σκάρλετ Γιόχανσον, ο πάντοτε εξαιρετικός Μάικλ Κέιν και ο Ντέιβιντ Μπόουι αγνώριστος, σε έναν ρόλο - έκπληξη.
Τελικά ο Nolan, μετά την εντυπωσιακή του είσοδο στις προτιμήσεις μας με το Memento, συνεχίζει να κάνει παράξενες ταινίες - από τις οποίες δεν εξαιρώ και το καλό ριμέικ του (καλύτερου ίσως) νορβηγικού πρωτότυπου Insomnia. Θα εξακολουθήσω να τον παρακολουθώ με ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

ΦΟΝΙΚΟ ΑΡΩΜΑ


Το "Άρωμα" του Ζυσκίντ είναι ούτως ή άλλως από τα πιο εντυπωσιακά βιβλία, αλλά και από τα πιο δύσκολα να μεταφερθούν στην οθόνη. Διάβαζα πρόσφατα ότι μεγάλοι σκηνοθέτες (ο Κιούμπρικ και ο Μπάρτον ανάμεσά τους) εγκατέλειψαν τη σχετική προσπάθεια. Από την άλλη ο Tom Tykwer δεν βρίσκεται πια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου με τις τελευταίες του ταινίες - αν και παραμένει σχετικά ενδιαφέρων.
Στο "Άρωμα" κάνει μια πολύ εντυπωσιακή ταινία, με δυνατή αναπαράσταση εποχής και μερικές έως και συγκλονιστικές στιγμές (κυρίως στην αρχή), πλην όμως κάτι μου φάνηκε μη ολοκληρωμένο. Πιστεύω ότι δεν κατάφερε να δώσει πειστικά το τελευταίο και βασικό μέρος της ταινίας - και του βιβλίου. Έτσι, η απότομη μεταστροφή του κόσμου εξ αιτίας του περιβόητου αρώματος μένει μετέωρη, ανεξήγητη, ίσως και άγαρμπη θα έλεγα (ακούστηκαν και γελάκια στο σινεμά με όσα επακολούθησαν). Εκεί θεωρώ ότι ο Tykwer έχασε το παιχνίδι. Παιχνίδι ούτως ή άλλως φοβερά δύσκολο εξ ορισμού. Εξ αιτίας της δυσκολίας αυτής εξ άλλου κατέφυγε από την αρχή στον "εύκολο" τρόπο της off αφήγησης - αν και γι' αυτό δεν τον κατηγορώ, αφού πιθανόν να ήταν ο μόνος τρόπος να αποδοθεί το περιεχόμενο ενός βιβλίου που βασίζεται στην... όσφρηση και όχι στο λόγο.
Κατά τα άλλα η βαθειά "άρρωστη" ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος μεταφέρεται και στην ταινία, οι εικόνες, το ξαναλέω, είναι ενίοτε πολύ δυνατές, η αναπαράσταση των χώρων όπου κινείται ο απίστευτος αυτός σίριαλ κίλερ του 18ου αιώνα πολύ καλή. Να όμως μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου μια σειρά από εντυπωσιακά επί μέρους στοιχεία δεν φτάνουν (κατά τη γνώμη μου) για να κάνουν μια άρτια και, τελικά, πειστική ταινία.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

ΠΙΓΚΟΥΙΝΟΙ, ΚΛΑΚΕΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ


Ανάμεσα στην πληθώρα κινουμένων σχεδίων που κατέκλυσαν φέτος τις οθόνες, και που πολλά απ' αυτά ήταν αδιάφορα, το Happy Feet, αν μη τι άλλο, διαθέτει σχετική πρωτοτυπία. Ψηφιακό, γυρισμένο από τον George Miller (ναι, τον ίδιο Miller που έκανε τα Mad Max και τις Μάγισσες του Ίστγουικ), εκμεταλλεύεται στο έπακρο το χαριτωμένο στυλ των πιγκουίνων για να μας δώσει ένα αρκετά διασκεδαστικό καρτούν. Μιούζικαλ στην ουσία, αφού πάρα πολλές γνωστές επιτυχίες (μαύρης μουσικής κυρίως), εμπορικές και ποπίζουσες βεβαίως - μην περιμένει κανείς "προχωρημένα κομμάτια - τραγουδιούνται και χορεύονται διασκευασμένες από πλήθη των συμπαθών πτηνών και από το εντυπωσιακό καστ γνωστών ηθοποιών που δανείζουν τις φωνές τους.
Η ταινία βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, αφού διαθέτει μερικές εξαιρετικά εντυπωσιακές σκηνές σλάλομ, κυνηγητών κλπ. ανάμεσα σε τρομακτικά παγόβουνα, χαράδρες και σπηλιές, υποβρύχιες και μη, και εξίσου εντυπωσιακές σκηνές πλήθους (πιγκουίνων φυσικά), που είναι συγκεντρωμένοι σε τόσο απίστευτους αριθμούς που σχεδόν προκαλούν δέος. Ενδιαφέροντα και τα "μηνύματα", τόσο αυτό υπέρ της διαφορετικότητας, αφού ο ήρωας είναι ο μόνος από το πλήθος που χορεύει αντί να τραγουδά όπως όλοι - και φυσικά δικαιώνεται -, όσο και το οικολογικό. Μόνο που το τελευταίο δίνεται με πολύ αφελή τρόπο, που γίνεται ακόμα αφελέστερος με την τελική λύση. (Αλήθεια, κατάλαβε κανείς γιατί οι άνθρωποι πείθονται τόσο εύκολα και απλά να σταματήσουν τις αντιοικολογικές τους δραστηριότητες στον πόλο;)
Τέλος πάντων, τα παιδιά νομίζω ότι θα το διασκεδάσουν, όπως άλλωστε και αρκετοί μεγάλοι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2006

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Κοιτάξτε: Ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί (κυρίως άντρες) έχουν απόλυτη αλλεργία στο είδος που λέγεται "ρομαντική κομεντί". Ούτε και γω, άλλωστε, είμαι φανατικός. Πάντως το The Holiday της εξειδικευμένης σ' αυτό σεναριογράφου και σκηνοθέτιδας Nancy Meyers, χωρίς να είναι και τίποτα σπουδαίο, είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Βλέπεται ευχάριστα τέλος πάντων. Κι αν δεν φτάνει τα σύγχρονα "ορόσημα" των εν λόγω κομεντί "Τέσσερεις γάμοι και μια κηδεία" και "Όταν ο Χάρυ γνώρισε τη Σάλυ", ωστόσο κινείται σε αξιοπρεπή επίπεδα.
Χιούμορ υπάρχει, ρομαντισμός και ερωτικά μπερδέματα, διλήμματα και άλλα τέτοια, με τη σέσουλα (σ' αυτά βασίζεατι άλλωστε το στόρυ), οι ηθοποιοί (και ίδίως οι πρωταγωνίστριες) είναι χάρμα οφθαλμών, οπότε περνάει το δίωρο άνετα. Άτολμο βέβαια, κυρίως στο τέλος, θυσία στο βωμό της εμπορικότητας και του πάσει θυσία feel good κλίματος, αλλά τι να κάνουμε; Έτσι είναι αυτά. Αν δεν έχει αυτό το είδος συμβάσεις, τότε ποιο έχει;
Στα συν η πληθώρα ενδοκινηματογραφικών σχολίων: Ο γέρος σεναριογράφος του Χόλυγουντ, η πετυχημένη δημιουργός τρέιλερ, ο συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής - φοβερός ο Τζακ Μπλακ και τα σχόλιά του για τα σάουντρακ - οι συζητήσεις για το παλιό και το καινούριο σινεμά, όλα συμβάλλουν σ' αυτό το light σινεφίλ κλίμα.
Οπότε, αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε, περάστε κι από κει. Οι υπόλοιποι, με την αλλεργία που λέγαμε στην αρχή, ας αλλάξουν γρήγορα σινεμά, γιατί αυτά τα πράγματα είναι και κολλητικά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2006

DEJA VU ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Ο Tony Scott είναι ένας σκηνοθέτης που έχει κάνει ενδιαφέροντα, αλλά και παντελώς αδιάφορα εμπορικά φιλμς. Το Deja Vu (4 ημέρες 6 ωρες πίσω) είναι από τα σχετικά καλά του. Όχι ότι έπεσα κάτω δηλαδή, αλλά πάντως βλέπεται ευχάριστα - και έχει και κάτι να προσθέσει στις περί χρονοταξιδιών μυθολογίες της επιστημονικής φαντασίας. Μία από τις πρωτοτυπίες μάλιστα είναι ότι στο πρώτο τέταρτο (ίσως και λίγο περισσότερο) δεν καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για φιλμ του φανταστικού.
Δοσμένη με ρεαλισμό, αποφεύγοντας τα εφφέ και κινηματογραφώντας τους ηθοποιούς με πολύ συχνά κοντινά πλάνα, δημιουργεί περισσότερο αστυνομική ατμόσφαιρα, όπου εμπλέκονται εθνικιστές - βλέπε φασίστες - τρομοκράτες (ο βομβιστής της Οκλαχόμα πριν κάμποσα χρόνια μας έρχεται αμέσως στο μυαλό), μπάτσοι που τους κυνηγούν και ο απαραίτητος έρωτας. Στα συν και η κινηματογράφηση στη σύγχρονη, μεταπλημμυρική Νέα Ορλεάνη - είναι η πρώτη ταινία γυρισμένη σ' αυτούς τους χώρους που έχω δει, αλλά και ο συνδυασμός μιας απόλυτα Big Brother εφεύρεσης με το ταξίδι στο χρόνο.
Στα μείον, οι αρκετές συμβάσεις της ταινίας με αποκορύφωμα το τέλος, το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, θα σας πω όμως ότι με ξενέρωσε αφάνταστα - και συγχρόνως είναι και πολύ συζητήσιμο σεναριακά όσον αφορά τη λογική των παράλληλων συμπάντων και τα παράδοξα που προκύπτουν απ' αυτό. Επίσης ιδεολογικά με ενόχλησε το ότι πέρασε απόλυτα ξώφαλτσα, χωρίς σχεδόν καθόλου σχολιασμό, το τεράστιο θέμα της αλα Big Brother παρακολούθησης κάθε "ύποπτου" (με τη γνωστή σχετικότητα της λέξης που μπορεί να δώσει μια κρατική υπηρεσία). Εδώ είχαμε να κάνουμε με το απόλυτο μηχάνημα καταγραφής κάθε κίνησης, πράξης, κουβέντας, κυριολεκτικά οποιουδήποτε (και μάλιστα και μέσα από τους τοίχους του σπιτιού του) και όλες οι συζητήσεις αναλώθηκαν στο επιστημονικό μέρος της εφεύρεσης και στην ποινική χρήση του - την παρακολούθηση δηλ. υπόπτων του κοινού ποινικού δικαίου, δίχως κανενός το μυαλό να πάει σε κάτι πιο πονηρό...
Τέλος πάντων, αν τα ξεχάσετε αυτά, η ταινία, όπως είπα, βλέπεται ευχάριστα και κρατά το ενδιαφέρον του θεατή.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2006

ΜΠΟΡΕΙ Ο BIG BROTHER ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;



"Οι ζωές των άλλων" (Das Leben der Anderen) του πρωτοεμφανιζόμενου γερμανού με το όνομα - σιδηρόδρομος Florian Henckel von Donnersmarck έχουν από τώρα ήδη εξασφαλίσει τη θέση τους μέσα στις 5 καλύτερες ταινίες της χρονιάς στις προσωπικές μου προτιμήσεις. Βαθειά συγκινητικό χωρίς να είναι μελό, βαθειά πολιτικό χωρίς ρητορείες και κραυγές και πάνω απ΄όλα ανθρώπινο, είναι ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα σκηνοθέτη που έχω δει ποτέ.
Στην εφιαλτική Ανατολική Γερμανία της δεκαετίας του 80, που θυμίζει έντονα το οργουελιανό 1984, η πανίσχυρη μυστική αστυνομία Στάζι, από τις αγριότερες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ, ελέγχει πέρα για πέρα κάθε πτυχή των ζωών των ανθρώπων, ιδιωτική ή δημόσια. Ένας πράκτορας αναλαμβάνει να παρακολουθεί έναν πετυχημένο και διάσημο θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται ύποπτος για "αντικαθεστωτικές δραστηριότητες". Όταν όμως η ασφυκτική παρακολούθηση αρχίζει, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου όπως περιμένουμε, καθώς ο στυγνός πράκτορας ανακαλύπτει βαθμιαία ξεχασμένες γωνιές του εαυτού του και ο θύτης επωμίζεατι εκούσια το ρόλο του θύματος.
Η πολιτική καταγγελία ενός απάνθρωπου καθεστώτος, η οποία ούτως ή άλλως υπάρχει, περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα που σιγά σιγά ξετυλίγεται, μπροστά στη σταδιακή μεταμόρφωση του πράκτορα, που ανακαλύπτει ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή πέρα από το καθήκον. Πιθανόν όσα γράφω να ακούγονται κοινότοπα, σας διαβεβαιώνω όμως ότι η ταινία δεν σ' αφήνει να βαρεθείς ούτε λεπτό καθώς είναι γεμάτη ένταση και σασπένς, ενώ τα τεκταινόμενα είναι πολύ πολυπλοκότερα όσων φαίνονται. Και, βέβαια, είναι και η εκπληκτική ηθοποιία του κεντρικού ρόλου, του πράκτορα, που κυριολεκτικά σ' αφήνει άναυδο, καθώς καστορθώνει να παίζει με κάθε βλέμμα, με κάθε μικρή σύσπαση των χαρακτηριστικών του.
Ανεξάρτητα από το αν σας ενδιαφέρει ή όχι το θέμα, το οποίο ούτως ή άλλως αποτελεί πρόσχημα για βαθύτερες αναλύσεις, μην το χάσετε. Συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, Ο ΜΠΛΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Συμβαίνει το εξής: Η Queen του Steven Frears είναι καλή ταινία, οι ηθοποιοί, με επικεφαλής την Έλεν Μίρεν, είναι άψογοι, πλην όμως είναι το είδος ταινιών που δεν μ' ενδιαφέρει. Προσωπικό είναι αυτό και μόνο. Αν τώρα θέλετε να μάθετε τις σχέσεις βασιλισσας - Νταϊάνας, τι έκανε η πρώτη μετά το θάνατό της, ποια ήταν η στάση του νεοεκλεγέντος Μπλερ και άλλα τέτοια, ΟΚ. Είναι η καλύτερή σας.
Ωστόσο για μένα συνέβει αυτό περίπου που έγραψα και για το Flight 929 του Greengras: Βαριέμαι το τόσο ωμό κινηματογραφικό "ρεπορτάζ", όσο καλογυρισμένο κι αν είναι. Είναι σα να γυρίζεις μια πολύ καλη και ρεαλιστικότατη ταινία για τις σχέσεις π.χ. Καραμανλή - Παπανδρέου στη δεκαετία του 80 και να αποκαλύπτεις, ας πούμε, ότι τα είχαν κάνει πλακάκια και η κόντρα τους ήταν για τα μάτια του κόσμου. Θα γίνει σκάνδαλο, θα βουίξουν οι εφημερίδες, αλλά... νομίζω ότι αυτά όλα είναι δουλειά των δημοσιογράφων. Προσωπικά δεν θα κατανοήσω ποτέ γιατί ένας θαυμάσιος σκηνοθέτης όπως ο Frears καταπιάνεται με τέτοια θέματα.
Αρκετά γκρίνιαξα όμως. Αν δεν σας ενοχλούν όλα αυτά - που βεβαίως είναι δικαίωμά σας - το φιλμ είναι εντυπωσιακό από πολλές απόψεις. Κατ' αρχάς η ομοιότητα των ηθοποιών με τα πραγματικά πρόσωπα είναι εκπληκτική. Έπειτα, οι ηθοποιίες είναι εξαίρετες - με πρώτη και καλύτερη, όπως είπαμε, τη Μίρεν, που σε πείθει συνεχώς ότι μπρος σου αντικρύζεις την Ελισσάβετ. Τρίτο, καταδεικνύει καθαρά πόσο αποκομμένη από τον λαό είναι τόσο η βασίλισσα, όσο και το Παλάτι γενικότερα, που παραμένει κολημμένο σε σχεδόν μεσαιωνικούς τύπους και συμπεριφορές. Και, το εντυπωσιακότερο όλων, επικεντρώνει στην προσωπικότητα και συμπεριφορά του "σοσιαλιστή" Μπλερ (κεντρικό πρόσωπο της ιστοριας κατά τη γνώμη μου). Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εκλογή του ο Μπλερ μετατρέπεται σε ένθερμο μοναρχικό, κάνοντας τα πάντα για να σώσει το παλάτι, που κλονίζεται και παραπαίει εξ αιτίας ης αρτηριοσκληρωτικής συμπεριφοράς των ενοίκων του μπρος στον απρόσμενο θάνατο της "πριγκήπισας του λαού" Νταϊάνας, φτάνοντας να αμφισβητηθεί για πρώτη φορά - το παλάτι - από τους μισούς σχεδόν άγγλους (και μάλιστα ο όψιμος αυτός φιλομοναρχισμός εκδηλώνεται σε άντίθεση με τη γνώμη πολλών συνεργατών του στο κόμμα και της ίδιας της συζύγου του). Είναι σαν να θαυμάζει αιφνιδίως (ο Μπλερ) τη βασιλισσα, βλέποντάς την κάπως σαν μητέρα.
Αν σας καίνε όλα αυτά... είπαμε, είναι καλή σαν ταινία.
ΥΓ: Το ποστ αυτό είναι καταραμένο. Το ανεβάζω στο blog κι αυτό εξαφανίζεται. Η κατάρα της βασίλισσας ίσως;