Πέμπτη, Ιουνίου 29, 2006

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ


Ενδιαφέρον κοινωνικό δράμα είναι η ταινία του Noah Baumbach με τον ηλίθιο ελληνικό τίτλο "Δεσμοί διαζυγίου" - αλήθεια, τι ακριβώς σημαίνει αυτό; (ο κανονικός τίτλος είναι The Squid and the Whale): Ένα ζευγάρι διανοούμενων που χωρίζει μετά από 20 περίπου χρόνια γάμου και οι επιπτώσεις τόσο στις ζωές τους, όσο και (κυρίως) στις ζωές των δύο αγοριών τους - όπου μάλιστα το ένα παίρνει σαφώς το μέρος της μάνας και το άλλο του πατέρα.
Ξέρω ότι ακούγεται ξενέρωτο, αλλά, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για καλή ταινία, που παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Άλλοτε δραματικό και άλλοτε κωμικό, το φιλμ ρίχνει κυρίως το βάρος στην αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των δύο παιδιών μετά το τραύμα του χωρισμού των γονιών τους. Όσο για τους δύο γονείς, ο πατέρας παρουσιάζεται καθαρά ως ο αρνητικός πόλος - ματαιόδοξος, ανασφαλής, αποτυχημένος, που δεν συγχωρεί κατά βάθος την διαφαινόμενη επιτυχία της γυναίκας του.
Ψυχολογική μελέτη των επιπτώσεων του χωρισμού στον μικρόκοσμο της οικογένειας, εκτός του ότι αποτελεί μια καλή προσπάθεια μελέτης του τόσο συχνού στις μέρες μας προβλήματος, μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τον Τζεφ Ντάνιελς σε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο απ' αυτούς που τον έχουμε συνηθίσει.

Σάββατο, Ιουνίου 24, 2006

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΙΝΑΙ OFFSIDE


Το ιρανικό σινεμά γνωρίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια σημαντική άνθηση. Στην αλυσσίδα των επιτυχιών του λοιπόν (καλλιτεχνικών, όχι εμπορικών, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) έρχεται να προστεθεί το Offside του Jafar Panahi, ο οποίος, λίγα χρόνια πριν, είχε κάνει τον "Κύκλο".
Το Offside σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεγάλη ταινία. Είναι όμως συμπαθητική, άμεση, δροσερή. Στο επίκεντρο και πάλι οι γυναίκες στο Ιράν. Ανάμεσα σε πλήθος άλλων ανισοτήτων και παρανοϊκών (για μας) απαγορεύσεων, τους είναι αυστηρά ανεπίτρεπτο να πηγαίνουν στο γήπεδο (!!!), το οποίο, φυσικά, είναι (μία ακόμα) ανδρική υπόθεση. Μερικές κοπέλες λοιπόν, μεταμφιεσμένες σε άντρες, επιχειρούν να μπουν στο γήπεδο για να παρακολουθήσουν το ματς από το οποίο θα κριθεί αν το Ιράν θα πάει στα τελικά του Μουντιάλ στη Γερμανία (πράγμα που όντως έγινε και οι ανά τον κόσμο ποδοσφαιρόφιλοι το είδαν να παίζει τον Ιούνιο). Συλλαμβάνονται όμως, προτού καλά - καλά καταφέρουν να μπουν, και κατά τη διάρκεια του κρίσιμου ματς κρατούνται από φαντάρους. Το ίδιο το ματς δεν δείχνεται ποτέ. Αυτό που βλέπουμε είναι οι αντιδράσεις ανδρών και γυναικών στις διάφορες φάσεις και οι σχέσεις με τους φαντάρους.
Η ταινία είναι εξαιρετικά λιτή, φτιαγμένη με ελάχιστα χρήματα, σε κάποιες στιγμές σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον είναι ότι για να καταγγείλει ο σκηνοθέτης τον παράλογο αποκλεισμό των γυναικών από πλήθος δραστηριοτήτων στη χώρα του, δεν χρησιμοποιεί βαρύγδουπη, δραματική γραφή, αλλά έναν ανάλαφρο τρόπο, με αρκετό χιούμορ. Έτσι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, συγχρόνως όμως η καταγγελία λειτουργεί απόλυτα. Εκτός αυτών όμως, δείτε τη και για πληροφοριακούς λόγους: Σε πολλά μέρη του κόσμου (πιο πολλά ίσως από όσα νομίζετε), θέματα που για μας είναι απόλυτα λυμένα και αυτονόητα - διάβολε, ποιος αναρωτήθηκε ποτέ αν πρέπει να επιτρέπονται οι γυναίκες στα γήπεδα; - αποτελούν αντικείμενα αυστηρών απαγορεύσεων...
ΥΓ: Το Offside είναι ακόμα απαγορευμένο στο Ιράν.

Πέμπτη, Ιουνίου 22, 2006

ΜΙΑ ΜΕΛΟ ΚΟΝΤΕΣΑ ΣΤΗ ΣΑΓΚΑΗ


Κατ' αρχάς το θέμα είναι ενδιαφέρον (αν φυσικά δεν είστε αλλεργικοί στις ταινίες εποχής): Δεκαετία 30 στη Σαγκάη, χαμός στην Κίνα με κομμουνιστές και μη να συγκρούονται, ιαπωνικός εθνικισμός και επεκτατικές βλέψεις, ρώσοι εξόριστοι τσαρικοί, ο 2ος παγκόσμιος να ετοιμάζεται. Μέσα σ' όλα αυτά, ένας τυφλός αμερικανός πρώην διπλωμάτης κατασκευάζει έναν μικρόκοσμο ευτυχίας, δημιουργώντας το μπαρ των ονείρων του. Όπως είναι φυσικό, αργά ή γρήγορα ο σκληρός έξω κόσμος θα συντρίψει την εύθραυστη αυτή φυσαλίδα ευδαιμονίας.
Όλα αυτά καλά, ωστόσο τόσο η άνευρη σκηνοθεσία, όσο και η σαφής ροπή προς το μελό - ιδιαίτερα προς το τέλος, με τον έρωτα να φουντώνει μέσα στην καταστροφή, κάνουν την "Κοντέσα της Σαγκάης" μια από τις αδύναμες ταινίες του James Ivory, ο οποίος τελευταία έχει αρκετά παρακμάσει (είναι και 78 χρονών). Σίγουρα βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα "Απομεινάρια μιας μέρας" ή την "Επιστροφή στο Howard's End". Πάντως αν είστε φανς των ερωτικών δραμάτων εποχής, ίσως να περάσετε καλά.

Σάββατο, Ιουνίου 17, 2006

ΕΝΑ "ΤΣΕΚΟΥΡΙ" ΠΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΟΝΑΜΕ


Φαίνεται ότι το θέμα της ανεργίας, και μάλιστα αυτής των μεσήλικων και υψηλόβαθμων στελεχών, καίει πραγματικά τους Γάλλους. Το "Τσεκούρι" του Κώστα Γαβρά (Costa-Gavras γράφεται με αστείο τρόπο στο εξωτερικό) είναι η δεύτερη ταινία πάνω στο θέμα, μετά τον "Ελεύθερο ωραρίου", που είχαμε δει λίγα χρόνια πριν.
Για το "Τσεκούρι" μπορείς να κάνεις τόσο θετικά όσο και αρνητικά σχόλια. Κατ' αρχάς η ιδέα είναι έξυπνη (ας τονίσουμε εδώ ότι η ταινία μόνο ως κατάμαυρη, σκληρή σάτιρα πάνω στο θέμα μπορεί να ιδωθεί): Ένα υψηλόβαθμος μεσήλικας οικογενειάρχης απολύεται από την μεγάλη εταιρία του κι αφού μάταια αναζητά δουλειά, αποφασίζει να σκοτώσει έναν - έναν τους πιθανούς ανταγωνιστές του για θέση σε αντίστοιχη εταιρία, ώστε να αναγκαστούν τελικά να προσλάβουν τον ίδιο.
Η ανεργία και οι εφιαλτικές επιπτώσεις της, ο αμείλικτος, εξοντωτικός ανταγωνισμός, το ψυχοφθόρο άγχος της σύγχρονης εργασίας σ΄έναν ιδιωτικό τομέα - ζούγκλα, η θυσία των πάντων στο βωμό του κέρδους και της οικονομικής ευημερίας, χαρακτηριστικά όλα του άγριου και αδίστακτου καπιταλισμού που βιώνουμε στις μέρες μας, όλα - και ίσως κι άλλα, όπως η κρίση της μέσης ηλικίας - βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ. Από αυτή την άποψη η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και συγκλονιστική - και μάλιστα διαπραγματευμένη μέσα από τη μορφή της σάτιρας, όπως είπαμε. Και γίνεται ακόμα πιο συγκλονιστική λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που υιοθετεί ο Γαβράς στη γραφή του: Το άγαρμπο των εκτελέσεων από τον άπειρο αστό που αποφασίζει στα καλά καθούμενα να γίνει κατά συροήν δολοφόνος, η πολλάπλές προσπάθειές του να σκοτώσει - είναι λογικό να μην τα καταφέρνεις με τη μία αν δεν έχεις πιάσει ποτέ στη ζωή σου όπλο -, η συντριβή του μετά από κάποιους φόνους, όλα βρίσκονται πολύ μακριά από την συνήθη εικόνα που έχουμε από το σινεμά για τους σίριαλ κίλερς, που συνήθως παρουσιάζονται ως παρανοϊκές μηχανές του κακού, που απολαμβάνουν αυτό που κάνουν, χωρίς πολλά - πολλά συναισθήματα. Στα συν επίσης της ταινίας και το ενδιαφέρον, διφορούμενο τέλος.
Στα αρνητικά τώρα έχουμε το ότι, ακριβώς λόγω του απόλυτου ρεαλισμού που λέγαμε, ο ρυθμός είναι σαφώς αργός, έτσι που ίσως προκαλεί πλήξη στον θεατή. Επίσης, η επαναλαμβανόμενη "τελετουργία" των φόνων από ένα σημείο και πέρα, όταν βιώσουμε το πρώτο σοκ, αρχίζει να κουράζει. Και όντως, σε πολλούς η ταινία δεν άρεσε.
Κρίμα. Με λίγο περισσότερο νεύρο θα μπορούσε να είναι μια από τις καλύτερες της χρονιάς.
Η αντιμετώπιση πάντως των σύγχρονων, απάνθρωπων εργασιακών σχέσεων ώς θρίλερ με... σίριαλ κίλερς, παραμένει από τις πιο πρωτότυπες και έξυπνες.

Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006

ΕΝΑΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ ΜΑΣ


Ο "Επίμονος Κηπουρός" του εξαιρετικού βραζιλιάνου Fernando Meirelles (τον είχαμε εκτιμήσει από την "Πόλη του Θεού", από τα σημαντικότερα φιλμ των τελευταίων χρόνων) είναι υπόδειγμα ταινίας. Ισορροπεί πολύ καλά ανάμεσα στο θρίλερ, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και την απόλυτη πολιτικοποιήση, χωρίς να παραμελεί το ερωτικό στοιχείο, ενώ διαθέτει ζωντανούς και αληθινούς χαρακτήρες. Καταπιάνεται με μια αληθινή "συνωμοσία" που καθημερινά συμβαίνει γύρω μας (σε αντίθεση με τις συνωμοσίες-μπούρδες τύπου Da Vinci): Αυτή των τεράστιων, πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιριών και του βρώμικου ρόλου τους σε φτωχές τριτοκοσμικές χώρες - της Αφρικής στο συγκεκριμένο φιλμ (θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για άλλες "συνωμοσίες" τέτοιων εταιριών, ενάντια στην υγεία μας πολλές φορές, στο πορτοφόλι μας κλπ., αλλά αυτά είναι άλλο θέμα). Μέσα από την επίμονη έρευνα του χαμηλών τόνων, μάλλον συντηρητικού, ερωτευμένου άγγλου διπλωμάτη, που ενσαρκώνει πολύ καλά ο Ρέιφ Φάινς, για το θάνατο της οικολόγου γυναίκας του (εξ ίσου καλή η Ρέιτσελ Βάις), με τεθλασμένη αφηγηματική γραμμή και αρκετά φλας μπακ, το μέγεθος του εγκλήματος και τα όλο και σκοτεινότερα παρασκήνιά του αποκαλύπτονται σιγά - σιγά και μας κάνουν να ανατριχιάσουμε αναλογιζόμενοι το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαπλοκών και τους αδίστακτους και άπληστους τύπους που ελέγχουν τον κόσμο μας. Όσο για το τέλος, ας αποκαλύψουμε μόνο ότι βρίσκεται πολύ μακριά από τα χολυγουντιανά στερεότυπα της εκδίκησης...
Σαν backround, μια Αφρική πάμπτωχη, δυστυχισμένη, αφημένη στο έλεος των ασθενειών και των καπρίτσιων του σκληρού κλίματος, πολύ μακριά από την "εξωτική" τηλεοπτική εικόνα που πολλοί έχουν γι' αυτή μέσα από τα καλοφωτογραφημένα ντοκιμαντέρ με ζώα, άγρια τοπία, χαριτωμένα πρωτόγονες φυλές και δεν συμμαζεύεται.
Από τις πιο αξιόλογες φετινές ταινίες, που μας κάνει να περιμένουμε ανυπόμονα την επόμενη δουλειά του δημιουργού της - ο οποίος ενώ για πρώτη φορά μπήκε στο χορό των μεγάλων παραγωγών με γνωστούς σταρ, δεν έχασε τίποτα από τη δύναμη των παλιότερων, βραζιλιάνικων ταινιών του.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΚΑΡΜΠΟΝ


Εντάξει, ας ξεχάσουμε το αφελές, τρομοθρησκευτικολαγνικό σενάριο με τα 666 και τον αντίχριστο που έφτασε (οι Δίδυμοι Πύργοι, το Απόλλων που έσκασε στα ουράνια, το τσουνάμι κ.ά. είναι τα σημάδια που το αποδεικνύουν!!!). Πέστε ότι αυτά είναι συμβάσεις που δεχόμαστε και παρ' όλες αυτές τις συμβάσεις μπορεί να γίνει μια καλή ταινία τρόμου. Πώς να χωνέψουμε όμως το γεγονός ότι η νυν "Προφητεία" του John Moore είναι ολόιδια, καρμπόν, με την προ τριακονταετίας "Προφητεία" του Ρίτσαρντ Ντόνερ; Τελικά τι νόημα είχε και γιατί γυρίστηκε αυτό το πιστότατο ριμέικ, που τίποτα απολύτως δεν προσθέτει στο πρωτότυπο; Για να βγει στα σινεμά στις 6 6ου του 2006; Και μη βιαστείτε να απαντήσετε "Μα για τα λεφτά, φυσικά". Η ταινία πάτωσε και στην Αμερική. Τι να πω. Άβυσος η ψυχή των χολυγουντιανών παραγωγών...
Μένουν κάποιες ατμοσφαιρικές σκηνές, κάποιοι εντυπωσιακοί θάνατοι... Αν έχετε δει την πρώτη ταινία μην κάνετε τον κόπο.
ΥΓ: Σιγά μην πάει σήμερα, με την παρούσα κατάσταση, υψηλός αμερικάνος διπλωμάτης μόνος, με έναν φίλο του τέλος πάντων, στην Ιερουσαλίμ, να γυρνά σε περίεργες αραβικές συνοικίες, να περνά από ισραηλινές περιπόλους δείχνοντας ταυτότητα, και να μη κουνιέται φύλλο...

Κυριακή, Ιουνίου 11, 2006

ΕΙΜΑΙ Ο ΚΟΝΓΟΥΕΪ, ΑΛΛΑ... ΛΕΓΕ ΜΕ ΚΙΟΥΜΠΡΙΚ


Το Colour me Kubrick, πρώτη ταινία του Brian Cook (ο οποίος είχε δουλέψει με τον Κιούμπρικ στο Eyes Wide Shut), είναι ένα φιλμικό αξιοπερίεργο. Αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός αδίστακτου απατεώνα, που σ' όλη του τη ζωή παρίστανε τον θρυλικό Στάνλεϊ Κιούμπρικ, βασισμένος στο γεγονός ότι ελάχιστοι γνώριζαν τη μορφή του μεγάλου σκηνοθέτη (λόγω ιδιορρυθμίας ο τελευταίος σπανιότατα φωτογραφιζόταν και ζούσε σαν ερημίτης). Οι στόχοι του απατεώνα ήταν ποικίλοι: Από το να κάνει έρωτα με διάφορους, γοητεύοντάς τους ως Κιούμπρικ φυσικά, (ο Κονγουέι ήταν δηλωμένος γκέι), έως να αποσπά χρηματικά ποσά ή να διαμένει δωρεάν σε πολυτελέστατα ξενοδοχεία. Απόλυτα αμοραλιστής, δεν δίσταζε να καταστρέφει ζωές ή καριέρες τρίτων με απίστευτη αδιαφορία.
Η ταινία που βασίζεται στην παράδοξη αυτή περίπτωση είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του πρωταγωνιστή της Τζον Μάλκοβιτς, ο οποίος είναι διασκεδαστικότατος σε μια "υπερβολική", έως και γκροτέσκα, ερμηνεία. Και η ταινία ολόκληρη είναι διασκεδαστική και βλέπεται ευχάριστα (αν και με κάποιον αποτροπιασμό... πώς είναι δυνατόν κάποιος να είναι τόσο αδίστακτος;), πλην όμως πάσχει από αυτό που πάσχουν όλες οι ταινίες που βασίζονται σε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση: Αφορά μόνο αυτή την πολύ ιδιαίτερη περίπτωση και απολύτως τίποτα (και κανέναν) άλλον. Ωστόσο, είπαμε: Βλέπεται ευχάριστα και ίσως ενδιαφέρει τους κινηματογραφόφιλους, που άθελά τους μπαίνουν στο παιχνίδι τού να ξεδιαλύνουν πόσα απ' αυτά που λέει ο απατεώνας για τον Κιούμπρικ είναι αληθινά και πόσα επινοήματα της (μάλλον άρρωστης) φαντασίας του.

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2006

ΟΝΤΩΣ ΑΔΥΝΑΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ


Φαίνεται ότι τα νο 3 είναι μόδα τις τελευταίες εβδομάδες. Οι τρίτες Mission: Impossible (2006) του μέχρι πρότινος τηλεοπτικού J.J. Abrams το επιβεβαιώνουν.
Τώρα τι να σας πω για την ταινία. Αν είστε φίλος των Village, είναι η καλύτερή σας. Η απόλυτη υπερπαραγωγή, όπου η δράση είναι τόσο καταιγιστική, που δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα κι όλα είναι τόσο θεαματικά, που δεν προλαβαίνεις καλά - καλά να δεις τι συμβαίνει στην οθόνη. Αν πάλι δεν είστε φίλος του είδους, έχετε μπουχτίσει στο πρώτο μισάωρο από τον καταιγισμό που λέγαμε και την απίστευτη βαβούρα, αλλά κυρίως από μια ακόμα πιο απίστευτη συσσώρευση απιθανοτήτων και υπεράνθρωπων πράξεων. Άσε που μόνο στο πρώτο τέταρτο έχετε μετρήσει σωρεία πράξεων που, πολύ απλά, δεν γίνονται σε real life. Τα πλέον πολύπλοκα, τεχνολογικά προχωρημένα σχέδια, που βασίζονται σε ακρίβεια κλάσματος δευτρολέπτου, καταστρώνονται και εκτελούνται με άψογο τρόπο σε χρόνο dt, οι ηρωισμοί, οι αποδράσεις, οι επιδείξεις υπεράνθρωπης δύναμης ή / και τεχνικής συμβαίνουν κάθε ενάμισι λεπτό, τα απίθανα gadget εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο σε ρυθμό πολυβόλου... Όσο για χαρακτήρες... αφείστε το καλύτερα. Φυσικά θα μου πείτε: "Μα καλά, χαρακτήρες έψαχνες σε μια τέτοια ταινία"; Όχι βέβαια (και ειλικρινά δεν με πειράζει τόσο η παντελής έλλειψή τους σε φιλμ του είδους. Είναι μία από τις εξ αρχής αποδεκτές συμβάσεις). Αλλά... τι να σας πω. Εδώ ζαλίστηκα και κουράστηκα και τα μελό ιντερλούδια που ξεφύτρωναν ανάμεσα στη δράση με αποτέλειωσαν.
Είπαμε. Αν είστε λάτρεις των φιλμ-μόνο-δράσης, είναι από τα πιο χορταστικά που έγιναν ποτέ. Πάρτε κανά δυο κιλά ποπ κορν, πηγαίνετε κατά προτίμηση σε θερινό (γλυτώνετε έτσι και την πολλών ντεσιμπέλ surround βαβούρα), και καταβρείτε την. Προσωπικά έπληξα με, ίσως, το μεγαλύτερο overdose απιθανοτήτων και εξωπραγματικών καταστάσεων που έχω δει ποτέ.
ΥΓ: Εντάξει όλα τα άλλα, αλλά, όσο κι αν σας φανεί παράξενο, ξέρετε τι με πλήγωσε περισσότερο; Το ότι όλοι της ομάδας (ο Τομ Κρουζ φυσικά, ένας μαύρος, μια γυναίκα πιθανόν ασιατικής καταγωγής και ένας λευκός αμερικάνος), όταν χρειάστηκε μιλούσαν (όλοι, επαναλαμβάνω) ιταλικά σε μια αποστολή που σχεδιάστηκε σε ελάχιστες μέρες!!!

Κυριακή, Ιουνίου 04, 2006

ΤΡΕΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΤΑΦΕΣ ΕΝΟΣ "ΑΣΗΜΑΝΤΟΥ" ΜΕΞΙΚΑΝΟΥ


Η πρώτη κιόλας σκηνοθετική προσπάθεια του Tommy Lee Jones "Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα", καταφέρνει να πλασαριστεί ως μια από τις καλύτερες φετινές ταινίες! Θαυμάσιο σύγχρονο γουέστερν, δανείζεται σίγουρα κάτι από την θεματολογία του Πέκινπα, όχι όμως και τον κυνισμό του. Αντίθετα εδώ κυριαρχεί μια βαθειά ανθρωπιά, που, παραδόξως, εκφράζεται ακόμα και μέσα από τη βία. Ο πεισματικός σκοπός του μοναχικού ήρωα (που ενσαρκώνει ο ίδιος ο Τόμι Λι Τζόουνς), να θάψει τον ασήμαντο για όλους τους άλλους μεξικάνο φίλο του (που, σαν φτωχός λαθρομετανάστης γίνεται ακόμα πιο ασήμαντος), έχει κάτι από αρχαία τραγωδία. Οι χαρακτήρες είναι εξαιρετικά δουλεμένοι, το πώς και το γιατί γίνεται "κακός" ο κακός μπάτσος σκιαγραφούνται ανάγλυφα, η αφόρητη μιζέρια της σύγχρονης, συντηρητικής αμερικάνικης επαρχίας δίνεται με τρόπο συγκλονιστικό, ενώ η αφήγηση είναι πολύπλοκη και κινείται διαρκώς μπρος - πίσω στον χρόνο, αποκαλύπτοντάς μας βαθμιαία τι ακριβώς έχει συμβεί. Αυτό που μένει τελικά είναι ότι δεν υπάρχουν ασήμαντοι άνθρωποι. Ακόμα και ο τελευταίος κουβαλά την προσωπική του ιστορία, διαφορετική από οποιουδήποτε άλλου, έχει τις δικές του σχέσεις και αγάπες και κάπου, κάποιοι τον περιμένουν...
Όχι, μην πάει ο νους σας στο μελό. Κάθε άλλο. Η δομή της ταινίας και το τοπίο της ερήμου είναι αυτά των κλασσικών γουέστερν, οι ήρωες είναι σκληροτράχηλοι, ο πρωταγωνιστής, μόνος εναντίον όλων, δεν διστάζει να πάει κόντρα στις αρχές που "θάβουν" την όλη υπόθεση για να μην προδώσει τις δικές του αρχές, η μελέτη των χαρακτήρων πάει πλάι πλάι με την έντονη και πολυεπίπεδη κοινωνική κριτική, το γκροτέσκο και η βία συγκατοικούν με τη συγκίνηση.
Το ξαναλέω: Μια απο τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς (τουλάχιστον για μένα).

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΣΙΝΕΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ

Καλοκαίρι είναι, ανοίξανε όλα τα θερινά, βαριόμαστε ακόμα περισσότερο τα Village και τα συναφή, οπότε λέω να γράφω πού και πού και για παλιότερες ταινίες (είτε του χειμώνα είτε προηγούμενων χρόνων) που παίζονται σε επαναλήψεις αυτόν τον καιρό, στα θερινά κυρίως ή οπουδήποτε τέλος πάντων. Καλό κουράγιο.

Σάββατο, Ιουνίου 03, 2006

X-MEN 3: ΜΕΧΡΙΣ ΕΔΩ, ΚΑΛΑ ΠΑΜΕ


Παρά την ενασχόλησή μου με τα κόμικς, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός αναγνώστης των X-Men, ούτε των υπερηρωικών κόμικς γενικότερα. Εξετάζοντας λοιπόν μόνο κινηματογραφικά τη σειρά, οφείλω να πω ότι τα πάει μια χαρά. Βέβαια, η προηγούμενη δουλειά του Brett Ratner, το Red Dragon, με είχε αφήσει αδιάφορο και γενικά προτιμώ σαν σκηνοθέτη τον Bryan Singer των 2 προηγούμενων 2 X-Men, ωστόσο και το τρίτο βλέπεται ευχάριστα, είναι συνεπές και, τέλος πάντων, εκπληρώνει απόλυτα τον βασικό προορισμό του: Να περάσεις καλά 2 ώρες. Οπότε δεν έχω παράπονο. Μην περιμένετε φυσικά τεράστιο βάθος και προβληματισμούς. Οι περισσότερες χολιγουντιανές ταινίες άλλωστε (και ιδιαίτερα οι υπερπαραγωγές), έχουν αυτόν ακριβώς τον στόχο: Να περάσει καλά ο θεατής. Άλλες όμως αποτυγχάνουν (βλ. Κώδικας Da Vinci) και άλλες το πετυχαίνουν, όπως αυτή εδώ.
Η κόμικς ατμόσφαιρα διατηρείται, τα εφφέ είναι καλά, η δράση κρατά τον θεατή, ο κακός δεν είναι απλώς καρικατούρα κακού, που ντε και καλά θέλει το κακό όλων, αλλά έχει κατανοητές, συμπαθητικές πλευρές... και πέφτουν στοιχήματα για το ποιοι μεταλλαγμένοι - καλοί ή κακοί - θα επιζήσουν τελικά. Διότι, σας προειδοποιώ, πολλοί από τους βασικούς ήρωες της σειράς πεθαίνουν (δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά ποιοι). Το πόρισμα λοιπόν για ολόκληρη την (μέχρι στιγμής) τριλογία, είναι ότι πρόκειται για σπάνια περίπτωση σειράς που διατηρείται σε αρκετά καλό επίπεδο.
Και μια αντίρρηση: Ο Ian McKellen, άριστος κατά τα άλλα ηθοποιός, έχω την αίσθηση ότι παίζει με υπερβάλλοντα στόμφο και υπερβολικές κινήσεις, κινδυνεύοντας να γίνει ελαφρά γελοίος.

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

ΟΣΑ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΣΤΟ SILENT HILL


Το Silent Hill του γάλλου Christophe Gans, που παλιότερα είχε κάνει την "Αδελφότητα των Λύκων", είναι μάλλον η καλύτερη μεταφορά videogame στην οθόνη. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί και ιδιαίτερο τίτλο τιμής, αν σκεφτούμε ότι άλλες μεταφορές του είδους περιλαμβάνουν ταινίες όπως τα ανεκδιήγητα Resident Evil, Mortal Combat και δεν συμμαζεύεται. Εδώ τα πράγματα είναι πιο σοβαρά, κυρίως στο οπτικό μέρος. Αφήνοντας κατά μέρος την συνεχή - και βαρετή - δράση, ο σκηνοθέτης έριξε το βάρος στην ατμόσφαιρα. Τα εφφέ είναι εντυπωσιακά, οι εικόνες πολλές φορές όμορφες, στοιχειωμένες και ατμοσφαιρικές, η φωτογραφία υποβλητική. Γενικά, φαίνεται η προσεγμένη εικόνα και σκηνοθεσία.
Σεναριακά τώρα, τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά. Η καταγωγή της ταινίας από παιχνίδι προδίδεται, καθώς έχεις την αίσθηση, κυρίως στο πρώτο μέρος, ότι αλλάζεις πίστες (τέλειωσε αυτό, πάμε τώρα στο επόμενο). Τα στοιχειώματα, τα κακά πνεύματα και όλα τα σχετικά είναι αρκετά μπερδεμένα και δεν ξεκαθαρίζονται απόλυτα. Και, κυρίως, ο υποβλητικός, αληθινός τρόμος, που είναι και το ζητούμενο στις ταινίες του είδους, απουσιάζει, παρά την ατμοσφαιρικότητα των εικόνων που προαναφέραμε.
Συνολικά πάντως έχει κάποιο ενδιαφέρον. Δείτε το κυρίως για το οπτικό μέρος.
ΥΓ: Η Τζοντέλ Φέρλαντ, το κοριτσάκι που παίζει και στο Tideland του Γκίλιαμ, μήπως είναι το επόμενο παιδί - σταρ;

Κυριακή, Μαΐου 28, 2006

Ο ΔΥΣΤΥΧΟΣ DA VINCI ΤΙ ΕΦΤΑΙΓΕ;


Να πω αρχικά ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Γι' αυτό και πήγα με προσδοκίες στην ταινία που προέκυψε (σιγά μην το άφηναν με τέτοιο σουξέ) από τον περίφημο "Κώδικα Da Vinci". Πρώτο, για να βγάλω την "υποχρέωση" και να αποφύγω το διάβασμα ενός τόμου που ήξερα ότι δεν θα μου άρεσε (αφ' ενός διότι ο Έκο έχει γράψει απείρως καλύτερα για παρόμοια θέματα, αφ΄ετέρου επειδή έχω διαβάσει τους Ιλουμινάτους του Brown και το στιλ του δεν μου άρεσε καθόλου). Δεύτερο, για να περάσω τουλάχιστον 2 ώρες καλά, με την έννοια του χαβαλετζίδικου και διασκεδαστικού Χόλιγουντ, αυτού με τα ποπ κορν και τις εντυπωσιακές σκηνές δράσης και τις απίθανες καταστάσεις κι όλα τα σχετικά. Όσον αφορά την πρώτη μου προσδοκία, κάτι έγινε: Είμαι πλέον σίγουρος ότι δεν θα διαβάσω ποτέ το βιβλίο. Στη δεύτερη όμως, απέτυχα παταγωδώς. Θεωρώ ότι - εκτός από παντελή έλλειψη βάθους, αλλά είπαμε, αυτό το περίμενα - η ταινία είναι πολύ απλά, ΚΑΚΟ Χόλιγουντ. Έπληξα αφόρητα. Οι (συγκλονιστικές υποτίθεται) αποκαλύψεις έπεφταν βροχή, ο Χανκς κάθε λίγα λεπτά έλυνε και έναν απίθανο γρίφο και προχωρούσε στον επόμενο, όταν επιτέλους πλησιάζε το τέλος είχα υποστεί ένα αφόρητο overdose αποκαλύψεων και όλα αυτά με μια σκηνοθεσία επίπεδη και πλαδαρή (όπως συνήθως συμβαίνει με τον Ron Howard).
Ρεκόρ πλαδαρότητας όμως κατέρριψε και ο Τομ Χανκς, που έδειχνε να βαριέται αφόρητα. Το ίδιο βαριόταν προφανώς και η Τοτού, που ο ρόλος της περιοριζόταν σε συνεχείς ερωτήσεις για το τι σημαίνουν όσα έβρισκαν, ώστε να μπορεί ο ιδιοφυής Τομ να της (μας) εξηγεί πώς τα σκέφτηκε όλα αυτά και τι ιλιγγιώδεις και εξωπραγματικούς συνειρμούς έκανε... Συνολικά, θεωρώ τους χειρότερους ρόλους της καριέρας αμφοτέρων των καλών κατά τα άλλα ηθοποιών.
Θα πρότεινα να μην το δείτε ούτε σε θερινό. Δεν νομίζω ότι αξίζει τα ποπ κορν του.
ΥΓ. Για να πω και ένα θετικό, το μόνο καλό που βγαίνει είναι η αρκετά τολμηρή καταγγελία του βρώμικου ρόλου που έχει παίξει και εξακολουθεί να παίζει η Εκκλησία ανά τους αιώνες (η πανίσχυρη καθολική ιδιαίτερα, αλλά και γενικότερα). Αν δεν το είχατε ακόμα αντιληφτεί αυτό, τότε, αληθινά, ένας νέος κόσμος θα ανοίξει μπροστά στα έκπληκτα μάτια σας!

Σάββατο, Μαΐου 27, 2006

TRIP ΣΤΗΝ TIDELAND


Να δηλώσω από την αρχή ότι είμαι φαν του Terry Gilliam. Μου άρέσουν όλες οι ταινίες του, εκτός από τους πρόσφατους "Αδελφούς Γκριμ". Έτσι, η γνώμη μου για την Tideland δεν μπορεί παρά να είναι έντονα προκατειλημμένη (θετικά).
Εδώ λοιπόν ο Γκίλιαμ συνεχίζει το trip που ξεκίνησε με το "Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας". Μόνο που εδώ τα στοιχεία είναι πιο gothic, η νοσηρότητα περισσότερη... και γενικότερα το "ταξίδι" μοιάζει να εξελίσσεται σε πιο "κακό" από το προηγούμενο. Το χιούμορ υπάρχει, αλλά είναι κατάμαυρο - πιο μαύρο δεν γίνεται. Οι καταστάσεις ενοχλούν σίγουρα τον μέσο θεατή - γι΄αυτό δεν είναι ταινία για τον μέσο θεατή. Ποια είναι η ενδιαφέρουσα ανατροπή; Ότι όλα αυτά τα φριχτά που συμβαίνουν, το μικρό κοριτσάκι - πρωταγωνίστρια τα βιώνει απόλυτα θετικά, διασκεδάζει, παίζει, λες και η παιδική ματιά (ή αυτή των τρελών ή αυτή των αθώων) έχει τη δύναμη να αντιστρέψει μια εφιαλτική πραγματικότητα, μετατρέποντάς την σε ατέλιωτο παιχνίδι. Αντίθετα λοιπόν με τις κλασσικές ταινίες τρόμου, όπου η ηρωίδα ουρλιάζει έντρομη μπρος σε όσα συμβαίνουν, εδώ έχουμε μια ταινία (περίπου) τρόμου, όπου η ηρωίδα διασκεδάζει αφάνταστα με τα τεκταινόμενα.
Κατά τα άλλα μην περιμένετε εξέλιξη της ιστορίας, με κορυφώσεις, αποκαλύψεις κλπ. Ο Γκίλιαμ, με τη φοβερή σκηνοθετική δεξιοτεχνία του και τις παράδοξες και υπέροχες εικόνες του, αρκείται σε μια καταγραφή των όσων συμβαίνουν, στην καταγραφή δηλαδή του "ταξιδιού". Η "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" είναι φυσικά παρούσα, ο σουρεαλισμός και το γκροτέσκο επίσης. Και το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά το "Διάφανο δέρμα".
Δεν ξέρω πόσοι μπορούν να απολαύσουν μια τόσο αλλόκοτη και νοσηρή ταινία. Εγώ πάντως την απόλαυσα.
ΥΓ: Λένε ότι ο Γκίλιαμ σαλτάρει όλο και περισσότερο, ότι "το έχει χάσει". Τόσο το καλύτερο για το κοινό του. Το σαλτάρισμα υπόσχεται ακόμα πιο παράξενα ταξίδια...

Παρασκευή, Μαΐου 26, 2006

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΙΑΣ ΠΑΡΕΛΘΟΥΣΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Οι "Συνηθισμένοι Εραστές" του Philippe Garrel είναι μια ασπρόμαυρη ελεγεία πάνω στην επαναστατημένη γενιά της δεκαετίας του 60 και την περασμένη ανεπιστρεπτί αθωότητά της (αφέλεια, θα μπορούσε να πει κάποιος πιο προσγειωμένος, και φοβάμαι ότι - μέχρις ενός βαθμού τουλάχιστον - θα έχει δίκιο). Η ταινία καταγράφει με συγκίνηση, με μια "από τα μέσα" ματιά (αφού ο Γκαρέλ τα έζησε όλα αυτά), τον Μάη του 68, την έντονη πολιτικοποίηση, τον έρωτα, ελεύθερο και μη, τα ναρκωτικά, τους ποικίλους πειραματισμούς, τα κοινόβια, το όνειρο της επανάστασης. Απ΄ όλη αυτή την τόσο πλούσια σε γεγονότα, τόλμη και συναισθηματα εποχή, η αίσθηση που μένει είναι αυτή της αθωότητας των ανθρώπων αυτών, που πραγματικά πίστευαν ότι είχαν αλλάξει - ή, τέλος πάντων, θα άλλαζαν όπου νάναι - τον κόσμο. Η επιστροφή στη γη ήταν ανώμαλη. Πολλοί απ' αυτούς συντρίφτηκαν...
Παρά τις καλές προθέσεις και την τιμιότητά της πάντως, η ταινία, με την μινιμαλιστική γραφή και τους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς της, κουράζει τον ανυποψίαστο θεατή. Είναι και τρίωρη, οπότε εφοδιαστείτε με πολλούς καφέδες.
Συνίσταται αυστηρά και μόνο σε σινεφίλ με ιδιαίτερες αντοχές. Απαγορεύεται εξ ίσου αυστηρά σε θαμώνες multiplex.

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2006

ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ CARMEN


Ασυνήθιστη και έξω από κάθε κατηγοριοποίηση είναι η ταινία με τον εξ ίσου παράξενο τίτλο "U-Carmen, E-Khayelitsha" (!) του νοτιοαφρικανού Mark Donford May *2005). Ούτε λίγο ούτε πολύ πρόκειται για μια μεταφορά της πασίγνωστης όπερας Carmen του Bizet στη σύγχρονη νοτιοαφρικάνικη πραγματικότητα των μαύρων που ζουν σε άθλιες συνθήκες στις παραγκουπόλεις του Κέιπ Τάουν! Και μη νομίζετε ότι ο σκηνοθέτης δανείστηκε απλώς την υπόθεση της Carmen και τη μετέφερε στη σύγρονη Αφρική. Όχι. Πρόκειται για (200την αυθεντική όπερα, όπου οι μαύροι ηθοποιοί τραγουδούν με οπερετικές φωνές(στα αφρικάνικα) την κανονική, πρωτότυπη μουσική του Bizet.
Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο, καθώς βλέπει κανείς σύγχρονους αφρικανούς με τζιν, αθλητικά παπούτσια, αυτοκίνητα, κοκα κόλες, που ανήκουν σε συμμορίες ή είναι μπάτσοι και ζουν στις αφόρητες, πανταχού παρούσες παραγκουπόλεις, να τραγουδούν άριες, ντουέτα ή σόλο σε μουσική του 19ου αιώνα. Ο έρωτας, το πάθος που φτάνει μέχρι την αυτοκαταστροφή, η ζήλεια, όλα βρίσκονται εδώ, δεμένα με την δύσκολη καθημερινότητα, τη σκληρή δουλειά, αλλά και τις εγκληματικές δραστηριότητες των ηρώων. Και, βέβαια, αληθινοί πρωταγωνιστές είναι οι παραγκουπόλεις που λέγαμε και πιο πριν, ένα συγκλονιστικό σκηνικό που θυμίζει πολύ το (καλύτερο κατά τη γνώμη μου) Tsotsi και που, δυστυχώς, είναι πολύ συνηθισμένο στην Αφρική και αλλού.
Το πείραμα είναι μεν ενδιαφέρον, αλλά κατά την γνώμη μου δεν δένει. Ο συνδυασμός με ξένισε, ίσως μάλιστα κάποιες στιγμές να γινόταν αστείος. Πρόκειται για δύο ριζικά διαφορετικές κουλτούρες, τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά. Αρκετές φορές έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο πιο ενδιαφέρον θα ήταν το όλο εγχείρημα αν ο σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε μεν την μουσική της όπερας, διασκευασμένη όμως, "μεταλλαγμένη" δηλαδή σε σύγχρονο, αφρικάνικο ήχο. Τότε ίσως να βλέπαμε κάτι πραγματικά προχωρημένο.
Αν δεν αντέχετε καθόλου την όπερα, μην το ψάξετε καθόλου. Αν είστε συνηθισμένος στην ιδιόρυθμη αυτή μουσική φόρμα με τους ανά τον κόσμο φανατικούς, δείτε το ως ένα παράδοξο πείραμα και μόνο.

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Η ΗΡΩΙΚΗ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) SOPHIE SCHOLL


Είναι κατ΄αρχάς θετικό που οι Γερμανοί τολμούν να σκαλίσουν το θέμα που περισσότερο απ' όλα τους βαραίνει: τη ναζιστική περίοδο (την οποία, ως γνωστόν, οι ίδιοι - οι παππούδες τους τέλος πάντων - έφεραν στην εξουσία, με δημοκρατικές εκλογές). Τις προηγούμενες δεκαετίες, τέτοια θεματολογία αποτελούσε ουσιαστικά ταμπού για το γερμανικό σινεμά.
Η "Sophie Scholl" του Marc Rothemund είναι η καταγραφή της αντίστασης, σύλληψης, φυλάκισης και όσων ακολουθούν (για να μην σας αποκαλύψω το τέλος) της ομώνυμης φοιτήτριας, του επίσης φοιτητή αδελφού της και ενός συνεργάτη τους. Καθαρή γραφή, στέρεη, ρεαλιστική και λεπτομερήΜαρψς αφήγηση, καλές ερμηνείες και βάρος στη σχέση Sophie - ανακριτή, κάνουν τη ταινία να βλέπεται με ενδιαφέρον - πλην όμως χωρίς εκπλήξεις. Αυτός ο υπερβάλλων ηρωισμός, η προθυμία της ηρωίδας να θυσιαστεί για τα πιστεύω της, καθώς και μια γερή δόση μελό (η συγκινητική συνάντηση με τους γονείς της στο κελλί), είναι που την κάνουν κάπως διδακτική και υπέρ του δέοντος "καθώς πρέπει". Πρόκειται για το είδος ακριβώς της "καθαρής" ταινίας που πάει σούμπιτη για Ξενόγλωσσο Όσκαρ, για το οποίο άλλωστε είχε προταθεί.
Αλλά να μη γκρινιάζω πολύ. Καλή ταινία είναι. Μόνο κάπως υπερβολικά "ηρωική". Δείτε την και πάρτε καλού κακού μαζί σας και χαρτομάντηλα.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΒΡΩΜΙΚΗ "ΠΡΟΤΑΣΗ"


"Proposition" λέγεται η αυστραλέζικη ταινία του άγνωστού μου John Hillcoat, στα αξιομνημόνευτα της οποίας περιλαμβάνεται και το ότι το σενάριο έχει γράψει ο Nick Cave! Πρόκειται για ένα ωμό γουέστερν, που διαδραματίζεται στις αχανείς ερήμους της Αυστραλίας, οι οποίες, πιστέψτε με, είναι πολύ πιο αφιλόξενες και σκληρές από τις αντίστοιχες αμερικάνικες. Στην ταινία κυριαρχεί η σκόνη, η βρωμιά, η βία που σχεδόν αγγίζει τα όρια του σπλάτερ, η παρακμή - και η αίσθηση ότι όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι "κακοί". Τα απάνθρωπα, ακραία βίαια μέλη της συμορίας, οι αδίστακτοι, ρατσιστές μπάτσοι, ο εξ ίσου απάνθρωπος δικαστής... Παρακμασμένος, άρρωστος, έχοντας και ο ίδιος υιοθετήσει σκληρές μεθόδους, περιφρονημένος από τους συνεργάτες του, ο σερίφης είναι ο μόνος που προσπαθεί κάπως να αντιδράσει σ' αυτό το νοσηρό κλίμα - και να κρατήσει την όμορφη γυναίκα του όσο γίνεται πιο αλώβητη απ' όλα αυτά. Μάταια. Το κοινωνικό περιβάλλον, σε απόλυτη αρμονία με το εφιαλτικό φυσικό, θα τον συντρίψουν, διατηρώντας έτσι ανέπαφη την κόλαση.
Ατμοσφαιρική φωτογραφία, "βρώμικη" αισθητική και με το θετικό στοιχείο να δείχνει τις ανθρώπινες, καθημερινές πτυχές και των πλέον "κακών", αποφεύγοντας έτσι να τους παρουσιάσει σαν καρικατούρες, συνθέτουν μια από τις πολύ δυνατές φετινές ταινίες. Φτάνει να μπορέσετε να υποφέρετε την διαβρωτική και πανταχού παρούσα νοσηρή και παρακμιακή του ατμόσφαιρα.

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2006

A [COUNTRY] PRAIRIE [COUNTRY] HOME [COUNTRY] COMPANION


Φυσικά μιλώ για την τελευταία ταινία του Robert Altman A Prairie Home Copmanion, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι 82 χρονών! Οπότε είμαι κάπως διατεθειμένος να του συγχωρήσω τον άπειρο συναισθηματισμό, τους τόνους νοσταλγίας, τη συγκίνηση που διατρέχει όλο το φιλμ. Όσο για την από-την-αρχή-μέχρι-το-τέλος κάντρι που ακούγεται και τραγουδιέται live, αυτό πια είναι θέμα γούστου. Αν σας αρέσει η μουσική αυτή, την έχετε κάνει λαχείο - και το σάουντρακ είναι απαραίτητο για σας. Αν πάλι τη μισείτε, πολύ απλά αλλάξτε ταινία.
Πάντως ο Altman έχει και στο παρελθόν (κάπου στα 70ς) ασχοληθεί με την κάντρι, στο φιλμ "Nashvill" (που δεν έχω δει). Προφανώς τον ενδιαφέρει το είδος - και βρίσκει και την ευκαιρία να βγάλει τη γεροντική του νοσταλγία.
Όλη η ταινία είναι ένα live ραδιοφωνικό σόου με πολλούς κάντρι μουσικούς, που μοιάζει να έχει ξεμείνει στην εποχή μας από τα 50ς. Παρακολουθούμε λοιπόν το τελευταίο show (όσα δηλαδή διαδραματίζονται επί σκηνής και όσα στα παρασκήνια), αφού κάποια εταιρία έχει αγοράσει τον σταθμό για να τον κάνει πάρκινγκ μετά από 30 αδιάκοπα χρόνια λειτουργίας. Το στοιχείο της συγκίνησης είναι προφανές, επιτείνεται μάλιστα από έναν θάνατο. Από εκεί και πέρα, αν δεν δακρύσετε, είναι πολύ πιθανόν να βαρεθείτε...
Στα συν το απίστευτο all stars cast (όπως συνηθίζει τα αρκετά τελευταία χρόνια ο σκηνοθέτης), που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων Μέριλ Στριπ, Τόμι Λι Τζόουνς, Κέβιν Κλάιν,Βιρζίνια Μάντσεν, Γούντι Χάρελσον κ.ά. Στα μείον, για μένα τουλάχιστον, ο άγγελος που περιφέρεται σε σκηνή και παρασκήνια, ορατός μόνον από λίγους, προσθέτοντας κι άλλο σιρόπι. Πολλά χαρτομάντηλα...

Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006

ΑΟΡΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΚΥΜΑΤΑ


Είναι απίστευτο, όμως η ταινία που είδα μετά την "Γλυκόπικρη Ζωή" (στην Berlinale αυτή τη φορά) είχε παρόμοιο μ' αυτήν θέμα. Ο έρωτας για τη γυναίκα του αφεντικού και οι βλαβερές συνέπειές του. Ένα ακόμα νουάρ δηλαδή. Πρόκειται για το ταϊλανδέζικο "Invisible waves" του Pan-Ek Ratanaruang (φοβερό όνομα, έτσι;), του οποίου η "Τελευταία ζωή στο σύμπαν" είχε προβληθεί το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Και είναι ακόμα πιο απίστευτο το πώς δύο ταινίες με το ίδιο ουσιαστικά θέμα μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο διαφορετικές, τόσο στη φιλοσοφία τους όσο και στην κινηματογραφική γραφή. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, αυτή εδώ μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα από την κορεάτικη "συνάδελφό" της, με ιδιαίτερο προβληματισμό πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της (αμφίβολης) αξίας της. Για να καταλήξει όμως κανείς σ' αυτό το συμπέρασμα, πρέπει πρώτα να αντέξει τον εξοντωτικά αργό, αγγελοπουλικό ρυθμό, τα πλάνα όπου δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα και τις μακρόσυρτες σιωπές. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα της εξωφρενικής βίας της προηγούμενης ταινίας.
Συμπερασματικά, ενδιαφέρουσα δουλειά, με τη σφραγίδα της προσωπικής και αναγνωρίσιμης πλέον γραφής του Ratanaruang, αλλά όποιος αντέξει...