Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2017

"DAWN OF THE DEAD" : ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΡΟΜΕΡΟ

Είχαμε ήδη μπει στην τρίτη δεκαετία μετά τα κλασικά δεύτερα ζόμπι του Ρομέρο, το "Dawn of the Dead" συγκεκριμένα. Στα 2004 για την ακρίβεια ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε Zack Snyder αναλαμβάνει τη διασκευή του πρωτότυπου φιλμ.
Αν θυμάστε η αυθεντική ταινία ήταν αυτή που διαδραματιζόταν κυρίως σε ένα εμπορικό κέντρο. Ο Snyder κρατά την ιστορία, με κάποιες αλλαγές βεβαίως. Καθώς οι άνθρωποι γύρω τους ζομποποιούνται ταχύτατα και η μάστιγα εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, μια ομάδα επιζώντων (μια γυναίκα που μόλις είδε τον άντρα της να δολοφονείται, ένας μαύρος αστυνομικός, ένα νεαρό ζευγάρι με έγκυο γυναίκα κλπ.) καταφεύγουν στο εμπορικό κέντρο της περιοχής, όπου ταμπουρώνονται. Οι σχέσεις με τους σεκιουριτάδες του κέντρου είναι μάλλον περίεργες και περνούν από διάφορες φάσεις. Κάποια στιγμή πάντως αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να δραπετεύσουν από εκεί, καθώς είναι αδύνατο να μείνουν για πάντα, και καταστρώνουν ένα σχέδο διαφυγής, περνώντας μέσα από τις ορδές ζόμπι που τους πολιορκούν.
Η ταινία, πρέπει να πω, δεν είναι κακή - για ριμέικ τουλάχιστον. Και η αγωνία υπάρχει και ο ρυθμός, οι σχέσεις και οι χαρακτήρες των ετερόκλητων επιζώντων δίνονται αρκετά καλά και γενικά το πράγμα κυλά ευχάριστα (ευχάριστα για κλειστοφοβική ταινία τρόμου βεβαίως). Ο πρωτοεμαφνιζόμενος σκηνοθέτης και μετάπειτα μπλογκμπαστεράς, εδώ μάλλον τα κατάφερε. Ίσως δεν έχει τόσο έντονα το σαρκαστικό / καταγγελτικό στοιχείο του Ρομέρο, αλλά πάντως κάποια συμπεράσματα βγαίνουν: Οι άνθρωποι είναι ικανοί να φαγώνονται μεταξύ τους μέχρι την εντελώς τελευταία στιγμή. Κι αν ομονοούν προσωρινά, είναι μόνο όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι και παίζεται πλέον η ίδια η επιβίωση. Πάντως - για τους φίλους του τρόμου μιλώ φυσικά - πριν ψάξετε για συμπεράσματα, καλύτερα να αφεθείτε να "απολαύσετε" το σπλάτερ σε συνδυασμό με κάποιο (λίγο) χιούμορ, την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το παιχνίδι του "ποιος ζει και ποιος πεθαίνει".
Συνολικά το θεωρώ καλή προσπάθεια. Την οποία όμως, βεβαίως, έχουμε ξαναδεί. Έτσι, όπως κάθε ριμέικ, πάσχει εξ ορισμού από έλλειψη πρωτοτυπίας. Γιατί τόση μανία επιτέλους να ξαναφτιάχνουν κλασικές ή μη ταινίες; Προφανώς η πρώτη απάντηση που αυθόρμητα έρχεται στο νου είναι η έλλειψη έμπνευσης. Κρίμα...


Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2017

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ADELINE;

Προσθήκη λεζάντας
Η ταινία διαθέτει φωνή off. Κι αυτή, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, μας πληροφορεί ότι η ηρωίδα, η Adeline, είναι ουσιαστικά αθάνατη, μετά από την έκθεσή της σε περίεργες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας εξ αιτίας αυτοκινητιστικού δυστηχήματος κάπου στη δεκαετία του '20. Για την ακρίβεια μένει για πάντα στην ηλικία των περίπου 30 χρόνων. Τι επιπτώσεις όμως μπορεί να έχει αυτό το δώρο στη ζωή της; Πολύ απλά, δεν μπορεί να ερωτευτεί, αφού κάθε μερικά χρόνια (μια δεκαετία περίπου) είναι υποχρεωμένη να μετακομίζει για να μην αντιληφτούν οι οικείοι της το μυστικό της. Να λοιπόν που η μοναξιά είναι το τίμημα της αθανασίας...
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ταινία "The Age of Adeline" που γύρισε το 2015 ο άγνωστός μου Lee Toland Krieger (είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του). Μια ταινία - σας προειδοποιώ - η οποία, παρά το βασικό για το σενάριο στοιχείο φανταστικού (επιστημονικής φαντασίας μάλλον) που διαθέτει, είναι περισσότερο ένα αισθηματικό φιλμ, αρκετά τρυφερό και, θα έλεγα, ρομαντικό μάλιστα. Διότι όταν η ηρωίδα αφήνεται για πρώτη φορά να ερωτευτεί έναν χαρισματικό άντρα και να ικανοποιήσει επιτέλους τις επιθυμίες της κάποια πράγματα θα πάνε στραβά και ο κίνδυνος να αποκαλυφτεί θα γίνει σεχδόν αναπόφευκτος. Τι θα πράξει τότε;
Η ταινία σεναριακά θυμίζει κάπως το "Man on Earth", πολύ ενδιαφέρον φιλμ με αντίστοιχο θέμα. Ωστόσο αυτή εδώ η Adeline είναι πιο τρυφερή, πιο ευαίσθητη, πιο ρομαντική όπως είπα, ενδιαφέρεται περισσότερο για τον ψυχολογικό κόσμο της ηρωίδας και για την (αδύνατη ουσιαστικά) αισθηματική της ζωή, παρά για άλλα θέματα. Ταυτόχρονα πάντως με κράτησε αρκετά με την σχετική αγωνία που διαθέτει και την βρήκα αρκετά καλογυρισμένη. Έκπληξη η συμμετοχή γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους ρόλους, όπως ο Χάρισον Φορντ και η Έλεν Μπέρστιν.
Δείτε το περισσότερο ως ένα ενδιαφέρον αισθηματικό / δραματικό φιλμ παρά ως ταινία επιστημονικής φαντασίας, παρά το ότι το σενάριο βασίζεται ολόκληρο σε ένα θέμα που ανήκει καθαρά στο χώρο του φανταστικού.

Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2017

"BEST IN SHOW": ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΣΚΥΛΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Ένα ψευδοντοκιμαντέρ για... καλλιστεία σκύλων; Ορίστε; Κι όμως. Αυτό είναι το "Best in Show", ένα παντελώς κουφό φιλμ που γύρισε ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Christoper Guest το 2000. Ο οποίος εμπλέκεται από το "Saturday Night Live" ως σκηνοθέτης και ηθοποιός έως ηθοποιός στο αμίμητο "This is Spinal Tap" ή στο "Little Shop of Horrors". Συχνά ο τύπος γυρίζει (οπως διαβάζω) mockumentaries, δηλαδή ψευδοντοκιμαντέρ.
Αυτή είναι και η δομή του συγκεκριμένου φιλμ. Υποτίθεται ότι είναι ένα ντοκιμαντέρ που αφορά πέντε ιδιοκτήτες σκύλων που προορίζονται για διάσημα στις ΗΠΑ σχετικά καλλιστεία. Όπου υπάρχουν προκριματικοί, τελική φάση, κριτές κλπ. Ναι, αλλά υπόσχομαι ότι δεν έχετε ξαναδεί τέτοιους ιδιοκτήτες: Από ένα απόλυτα νευρωτικό, σε βαθμό υστερίας, ζευγάρι έως έναν απαστράπτοντα γκέι και τον σύντροφό του, από ένα βαρεμένο με τη φυσική ζωή τύπο, που ονειρεύεται να γίνει... ταριχευτής έως μια λαϊκή, κιτς μεσήλικα γυναίκα και τον άβουλο σύζυγό της και δύο sui generis λεσβίες... Όλοι αυτοί οι απόλυτα ετερόκλητοι τύποι ζουν κυριολεκτικά μόνο για των ποικίλων ρατσών σκύλους τους, το αποκορύφωμα της ζωής τους είναι η συμμετοχή στα καλλιστεία και το απώτερο όνειρό τους η νίκη σ' αυτά! Δεν νομίζω ότι γι' αυτούς υπάρχει κάτι άλλο στον κόσμο εκτός από τα παραπάνω.
Η ταινία, ακολουθώντας το στιλ του ντοκιμαντέρ (δίχως να είναι, οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί), παίρνει συνεντεύξεις από τα ποικίλου στιλ ψώνια ιδιοκτήτες, παρακολουθεί την καθημερινότητά τους (αφιερωμένη φυσικά στο σκυλί τους) και την αναχώρηση του καθενός από τον τόπο του για την πολη όπου γίνονται τα καλλιστεία και, φυσικά, κορυφώνεται στα περίφημα καλλιστεία καθ' εαυτά. Ποιός θα πάρει φέτος το όνειρο-ζωής-έπαθλο;
Στο μεταξύ απολαμβάνουμε μια αμίμητη πραγματικά παρέλαση τόσο απίθανων τύπων, που ίσως δεν έχετε δει ποτέ σε μια και μόνη ταινία, ενώ η απόλυτα υστερική Parker Posey, εξέχουσα ηθοποιός του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, είναι από τις πλέον απολαυστικές στο ρόλο της.
Και είναι καλό όλο αυτό; θα μου πείτε. Κι όμως, είναι τόσο απίθανοι οι χαρακτήρες, που προσωπικά βρήκα τον εαυτό μου να διασκεδάζει απόλυτα. Η ταινία έχει μια περίεργη υπόγεια γοητεία μέσα στο αβάσταχτο κιτς, που με κράτησε και με άφησε με την αίσθηση ότι έχω δει κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Και συγχρόνως κατάφερε να μιλήσει για τις ανθρώπινες εμμονές, εδώ σε βαθμό γελοιότητας, αλλά και τη μελαγχολία που συχνά περιβάλλει τους τόσο εμμονικούς τύπους, οι οποίοι μοιάζουν να μην έχουν τίποτα άλλο στη ζωή τους για να πιαστούν... Για λίγους ίσως, αλλά το συνιστώ ως κάτι εντελώς ασυνήθιστο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2017

"ROGUE ONE": Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ SAGA ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ

Η Επανάσταση βρίσκεται σε δεινή θέση. Οι υποστηρικτές της ανακαλύπτουν ότι η ίδια της η ύπαρξη κινδυνεύει από ένα νέο σούπερ όπλο της Αυτοκρατορίας, το εφιαλτικό Death Star, το οποίο μπορεί να καταστρέφει ολόκληρους πλανήτες. Τότε, ένας από τους κατασκευαστές του και πατέρας της ηρωίδας αποκαλύπτει ένα αδύνατο σημείο του. Μια απελπισμένη αποστολή ξεκινά...
Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Προφανώς. Αφού πρόκειται για την 8η (αν δεν κάνω λάθος) ταινία της ατελείωτης πλέον σειράς των Star Wars, τα οποία προφανώς δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ όσο εξακολουθούν να βγάζουν εκατομμύρια. Το 2016 λοιπόν ο Gareth Edwards είναι αυτός που γυρίζει το "Rogue One" με υπότιτλο "A Star Wars Story", για να μην ξεχνιόμαστε και για να το καταλάβει καλά ακόμα και ο πλέον "αμόρφωτος". Όπως αντιλαμβάνεστε από το ειρωνικό ύφος, έχω βαρεθεί τη saga εδώ και πολύ καιρό. Αυτό εδώ, ένα ακόμα από τα prequel της αρχικής τριλογίας των 70'ς - 80'ς, μας μιλά για την προέλευση και κατασκευή του Death Star και για το πώς η πριγκήπισα Λέια είχε τα σχέδια κατασκευής του όταν ξεκίνησαν όλα, πίσω στα μακρινά 1977. Ήταν κάτι που με απασχολούσε χρόνια τώρα, με έκανε να χάνω τον ύπνο μου, μου τριβέλιζε το μυαλό...
Όπως καταλαβαίνετε η γνώμη μου είναι ότι αν δεν είσαι ένας φανατικός της σειράς, δεν νομίζω ότι αξίζει να κάνεις τον κόπο να δεις το φιλμ (και όλα αυτά που θα ακολουθήσουν). Το οποίο, σε ένα μεγάλο μέρος του τουλάχιστον, αναλώνεται σε ατελείωτες διαστημικές μάχες, με άπειρες εκρήξεις και συντριβές σκαφών, ενώ το σενάριο δεν θα τα χαρακτήριζα πλέον ευφάνταστο. Μη νομίζετε ότι θα πλήξετε βεβαίως. Το timing είναι άψογο, η δράση χορταστική και κρατά τον θεατή... Αλοίμονο αν δεν το πετύχαιναν κι αυτό, πράγμα που πετυχαίνουν εδώ και πολλά χρόνια πάμπολλες μέτριες χολιγουντιανές υπερπαραγωγές. Αλλά πλέον έχει πάψει προ πολλού να μου αρκεί αυτό. Α, ναι, ξέχασα, υπάρχει και ο ολοζώντανος ψηφιακός Πίτερ Κάσινγκ, νεκρός στον αληθινό κόσμο από το 1994!
Εκείνο που προσωπικά ευχαριστήθηκα είναι η πανδαισία των εξωγήινων τοπίων και πόλεων σε διάφορους πλανήτες, τα οποία βρήκα οπτικά ευφάνταστα, καθώς και κάποιοι διφορούμενοι χαρακτηρες, που κάτι πρόσθεταν στο όλο ξαναζεσταμένο φαγητό. Ωστόσο, ξαναλέω, έχω βαρεθεί αρκετά, κυρίως με το πολύ "πίου - πίου" που κυριαρχεί πλέον στα φιλμ της σειράς. Ας αφήσω το σπορ σε φανατικούς, που, δόξα τω Μαμωνά για τα χολιγουντιανά ταμεία, υπάρχουν άπειροι εκεί έξω. Η Δύναμη μαζί τους!

Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017

Ο "ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ" ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

Είναι ο "Εξορκιστής" η τρομακτικότερη ταινία που έγινε ποτέ, όπως πολλοί διατείνονται; Δεν ξέρω. Ξαναβλέποντάς τον όμως μετά από πολλά χρόνια, μπορώ σίγουρα να πω ότι παραμένει μία από τις τρομακτικότερες.
Το 1973 ο William Friedkin βρισκόταν στην αιχμή του δόρατος των νέων τότε και σημαντικών δημιουργών. Τότε λοιπόν φτιάχνει τον θρυλικό "Εξορκιστή", που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του William Peter Blatty, κάνει τεράστια επιτυχία και δημιουργεί την τρομακτικότερη ταινία τουλάχιστον μέχρι τότε. Το φιλμ προκαλεί αληθινό σοκ. Άνθρωποι εγκαταλείπουν έντρομοι την αίθουσα κι άλλοι, πολλοί, λιποθυμούν, ενώ τα φιλμ τρόμου γίνονται για πρώτη φορά μόδα και αποκτούν ευρύτερο κοινό. Σήμερα η ταινία δεν θα προκαλούσε βέβαια τέτοιες ακραίες αντιδράσεις, ως γνωστόν όμως όλα πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της εποχής τους. Όχι, μέχρι τότε ο κόσμος δεν είχε δει τόσο εφιαλτικές μεταμορφώσεις, τόσες εκτοξεύσεις υγρών (σωματικών εννοώ), τόση φρίκη (ανάμικτη με αηδία) κλεισμένη σ' ένα δωμάτιο. Και όλα αυτά μάλιστα από ένα 12χρονο κοριτσάκι, το οποίο βρίζει ασύστολα, πράγμα ακόμα πιο σοκαριστικό. Κι όλα αυτά σε θρησκευτικό περιτύλιγμα, με σταυρούς, παπάδες, θρησκευτικές τελετές, ζητήματα πίστης... Ναι, σίγουρα το σοκ ήταν απόλυτα δικαιολογημένο το μακρινό 1973, όταν μάλιστα ταινίες τρόμου δεν βγαίνανε στα σινεμά κάθε σαββατοκύριακο όπως τώρα, αλλά ήταν ένα μάλλον σπάνιο είδος.
Ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, κόρη διαζευγμένης και επιτυχημένης ηθοποιού, καταλαμβάνεται από αρχαίο δαίμονα προερχόμενο από τη Μέση Ανατολή. Τόσο η συμπεριφορά, όσο και η εμφάνισή του, αλλάζουν ραγδαία και, μερικές φορές η δύναμή του είναι ανεξέλεγκτη. Ένας ελληνικής καταγωγής μοναχικός παπάς, που έχει χάσει την πίστη του εξ αιτίας της επίπονης ασθένειας της μητέρας του, πείθεται για το δαιμονικό του πράγματος και αναλαμβάνει να εξορκίσει το κοριτσάκι, ακολουθώντας ένα ξεχασμένο τελετουργικό της εκκλησίας. Ένας άλλος, ηληκιωμένος αυτός, παπάς - αρχαιολόγος, που γνωρίζει από δαίμονες, έρχεται να τον βοηθήσει.
Λοιπόν, μπορώ να πω ότι η ταινία παραμένει τρομακτική (όχι ίσως όσο τότε, αλλά...). Ο Φρίντκιν δημιουργεί σταδιακά την εφιαλτική ατμόσφαιρα που επιδιώκει, καθως η εμφανιση και η συμπεριφορά της μικρής Ρίγκαν επιδεινώνονται δραματικά από σκηνή σε σκηνή και στη μικρή παύει να υπάρχει οτιδήποτε αθώο. Τα φριχτά λόγια που ξεστομίζει (με τρομαχτική, αλλοιωμένη φωνή) διαθέτουν τόσο σεξουαλικό όσο και (αντι)θρησκευτικό περιεχόμενο. Τελικά ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η καρδιά του χτυπά γρηγορότερα και τα μάτια του είναι μισόκλειστα γιατί δεν ξέρουν τι θα αντικρύσουν αυτή τη φορά κάθε βασανιστική στιγμή που η κάμερα μας οδηγεί ξανά στο εφιαλτικό δωμάτιο όπου η δαιμονισμένη κρατείται δεμένη. Και βέβαια το τέλος δεν "χαρίζει κάστανα" σε κανέναν. Κάποιοι από τους βασικούς ήρωες θα χαθούν στον αγώνα ενάντια στο δαίμονα.
Δείτε το αν δεν το έχετε ήδη και οπωσδήποτε σκεφτείτε την εποχή του. Και μαεστρικά τρομακτικό παραμένει και επηρέασε όσο δεν παίρνει πλήθος άλλες ταινίες του είδους. Ελπίζω μόνο να μη λιποθυμήσετε...
ΥΓ: Ιδεολογικά ίσως παραμένει συντηρητικό. Η χαμένη πίστη του ήρωα ξανάρχεται, καθώς αποδεικνύεται περίτρανα ότι και δαιμοονισμένοι υπάρχουν και η πανάρχαιη τελετουργία έχει ακόμα ισχύ. Με βαρύ τίμημα βεβαίως...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2017

"THOROUGHLY MODERN MILLIE" Ή ΑΝ Ο ΔΑΛΙΑΝΙΔΗΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Βρσκόμαστε στη Νέα Υόρκη του 1922. Η Μίλι, επαρχιώτισα ταπεινής καταγωγής, έχει εγκατασαθεί στη μεγάλη πόλη, ασπάζεται απόλυτα τον μοντέρνο τρόπο ζωής - οτιδήποτε της μόδας γενικότερα, θέλει να δουλέψει ως δακτυλογράφος με απώτερο όνειρο να παντρευτεί το... αφεντικό της και να πιάσει έτσι την καλή... και ο έρωτας είναι γι' αυτή κάτι αδιάφορο και παλιομοδίτικο . Η νέα συγκάτοικός της στο "ξενοδοχείο για μόνα νεαρά κορίτσια" είναι μια λίγο ονειροπαρμένη χαριτωμένη κοπέλα, πιο ρομαντική αυτή, που αναζητά τον έρωτα και ποθεί να γίνει ηθοποιός. Η Μίλι ερωτευεται όντως το αφεντικό της όταν πιάνει δουλειά ως δακτυλογράφος, αυτός όμως δεν της δίνει την παραμικρή σημασία και της συμπεριφέρεται όπως ακριβώς στους άντρες εργαζόμενους. Εκείνη με τη σειρά της δεν δίνει σημασία σε περίεργο νεαρό που την πολιορκεί επίμονα.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ρομαντική κομεντί / μιούζικαλ "Thoroughly Modern Millie" ("Γλυκειά μου Μίλι" στην Ελλάδα), που γύρισε το 1967 ο George Roy Hill (1921-2002), με τη Τζούλι Άντριους στον βασικό ρόλο, που τραγουδά και πολλά από τα τραγούδια. Και βέβαια πρόκειται για χαριτωμένο φιλμ, αν αντέχετε όλα αυτά, όλες τις σεναριακές απιθανότητες, όλες τις ευκολίες που μαθηματικά οδηγούν στο πολλαπλό χάπι εντ. Ανάλαφρο, δίχως τον παραμικρό προβληματισμό για τίποτα, βασίζεται σε αισθηματικές παρεξηγήσεις ή/και ανατροπές, διακόπτεται από επιτυχημένα στην εποχή τους τραγούδια, έχει ανέβει βέβαια και στη σκηνή και ίσως κάνει χλιαρή κριτική στην άνευ όρων παράδοση στις κάθε λογής μόδες ή κοινωνικές τάσεις, ακόμα και στη σχετικά αυξημένη σεξουαλική ελευθεριότητα της εποχής. Παράδοση που γίνεται δίχως σκέψη ή ιδεολογία, απλώς επειδή είναι του συρμού. Με σημερινούς όρους η Μίλι είναι επίσης ένα είδος fashion victim.
Προφανώς η σεναριακή αφέλεια είναι δεδομένη - και συνειδητή - και οι κοινωνικές καταστάσεις (οι κεραυνοβόλοι έρωτες ανάμεσα σε παντελώς διαφορετικής τάξης άτομα, η απόκρυψη της αληθινής ταυτότητας πολλών από τους ήρωες, τα όνειρα που με θαυμαστό τρόπο γίνονται πραγματικότητα - αν και όχι από εκεί που τα περιμένεις, ο εντελώς καρικατουρίστικος ρόλος της Muzzy, που τα κάνει όλα και συμφέρει) εντελώς απίθανες. Βλέποντας ταινίες σαν αυτή καταλαβαίνουμε αμέσως τις πηγές έμπνευσης του δικού μας Δαλιανίδη, που δρούσε αυτή ακριβώς την εποχή και μετέφερε τέτοιου στιλ ιστορίες στα καθ' ημάς.
Είπαμε, βλέπεται ευχάριστα και παντελώς ανώδυνα, ίσως κάποιοι που νοσταλγούν τα παλιά περάσουν καλά, προσωπικά πάντως δεν είναι από τα αγαπημένα μου παλιά φιλμ. Κι ας προσπαθεί όσο μπορεί να είναι feelgood.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 02, 2017

"LA LA LAND" Ή Η ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ

Προφανώς ο Damien Chazelle έχει πάθος με τη τζαζ. Στο "Whirplash" (Χωρίς Μέτρο) μιλούσε για ένα νεαρό παθιασμένο τζαζ ντράμερ. Στο "La La Land" του 2016 ο ήρωας είναι ένας εξ ίσου παθιασμέος με τη τζαζ πιανίστας, που το όνειρό του είναι να αποκτήσει δικό του τζαζ κλαμπ, όπου θα μπορεί να παίζει ό,τι θέλει, δίχως εμπορικές παραχωρήσεις. Φυσικά το "La La Land" δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κυρίως η επιστροφή του καθαρού μιουζικαλ, είδους βεβαίως που πλέον έχει πάψει προ πολλού να ανθεί, και μάλιστα επιστροφή με πολύ καλό τρόπο.
Η ιστορία είναι απλή, όπως συνήθως στα παλιά, κλασικά μιούζικαλ. Εκείνος είπαμε τι είναι, εκείνη δουλεύει σερβιτόρα και τρέχει από οντισιόν σε οντισιόν, γιατί το όνειρό της είναι να γίνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ. Άλλωστε η πόλη είναι το Λος Άντζελες, δίπλα στη βιομηχανία των ονείρων. Ερωτεύονται, ζουν μαζί στερημένα κυνηγώντας τις φιλοδοξίες τους, αναγκάζονται να κάνουν τις απαιτούμενες παραχωρήσεις και τελικά... ας μη σας αποκαλύψω το "τελικά".
Η πρώτη κιόλας σκηνή με το ατελείωτο μποτιλιάρισμα, που μετατρέπεται σε έξοχο χορευτικό, προδιαθέτει απόλυτα θετικά. Από εκεί και πέρα τα μουσικοχορευτικά νούμερα ακολουθούν το ένα το άλλο, μερικά χορευτικά είναι υπέροχα, τα χρώματα είναι έντονα, η εικόνα παλιομοδίτικα σινεμασκόπ (γι' αυτό αξίζει να το δείτε σε κινηματογράφο), ο ρομαντισμός ακολουθείται από συγκίνηση, όνειρα πραγματώνονται και άλλα πεθαίνουν...
Δεν είναι φυσικά η απλή σχετικά ιστορία που κάνει το φιλμ πετυχημένο. Είναι κυρίως η υπέροχη εικόνα, μερικά πολύ καλά νούμερα, η άψογη χημεία των πολύ καλών Ράιαν Γκόσλινγκ και Έμμα Στόουν, τα ονειρικά χρώματα που λέγαμε, η όλη ευφορική διάθεση, τα τραγούδια, η οπτική απόλαυση... και άλλα που θα βρείτε εσείς. Γενικά η πετυχημένη αναβίωση ενός περίπου νεκρού είδους (σπανιότατα μόνο δίνει  πλέον καλά δείγματα), με μάλιστα όχι ακριβώς εκμονερνισμένου (όπως στο "All that Jazz" ας πούμε), αλλά με τα απόλυτα παλιά πρότυπα. Τι άλλο να θέλει κανείς;
Είναι αλήθεια ότι κάπου στη μέση κουράστηκα λίγο (πολύ λιγο, μη φοβάστε), το συγκινητικό και ευφάνταστο όμως τελευταίο νούμερο - "έτσι θα θέλαμε να γίνουν τα πράγματα" - απογείωσε το φιλμ και έτσι το τελικό πρόσημο υπήρξε απόλυτα θετικό. Στα συν η αντιπαράθεση της τζαζ με τη μουσική του γκρουπ στο οποίο αναγκάζεται να παίξει ο ήρωας (άψογα εκτελεσμένη μεν, αλλά που ανήκει σε ένα φανκοειδές είδος που, συμπτωματικά, και εγώ βαριέμαι πολύ), αλλά κυρίως η κατάδειξη του σκληρού τιμήματος της δόξας, της εκπλήρωσης των ονείρων τελικά, η οποία εκπλήρωση συνεπάγεται και βαρύ κόστος.
Συνολικά από τις θετικότερες εκπλήξεις του 2016.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2016

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΣΤΟ "LIBERTY HEIGHTS"

Βαλτιμόρη 1954-1955. Η αμερικάνικη δεκαετία του 50 μπορεί να έμοιαζε "στιλπνή" και ξένοιαστη, από κάτω όμως πολλά σιγόβραζαν - μάλλον ήταν ετοιμα να εκραγούν. Με λίγα λόγια μια αλλαγή χρειαζόταν επειγόντως. Κάποια στεγανά δεκαετιών ήταν καιρός, επιτέλους, να σπάσουν.
Την Αμερικάνικη κοινωνία την εποχή που ριζικές κοινωνικές αλλαγές αχνοφαίνονται διαπραγματεύεται το "Liberty Heights" που γύρισε ο Barry Levinson το 1999. Και νομίζω ότι πετυχαίνει τον στόχο του.
Το φιλμ παρακολουθεί μια εβραϊκή οικογένεια της Βαλτιμόρης για έναν χρόνο. Ο πατέρας είναι ιδιοκτήτης κλαμπ στη σκηνή του οποίου παρουσιάζονται νούμερα μπουρλέσκ. Οι δύο γιοι είναι έφηβοι. Ο ένας θα ερωτευτεί μια WASP (καθώς πρέπει μεγαλοαστή λευκή και, φυσικά, χριστιανή) και ο άλλος - φευ - μια μαύρη συμμαθήτριά του από καλή οικογένεια, αμφότερα αυστηρά απαγορευμένα. Στο μεταξύ το κλαμπ δεν πάει και πολύ καλά και ο πατέρας - απόλυτα αξιοπρεπής κατά τα άλλα - διοργανώνει εκεί στοιχήματα. Όταν ανοίγεται πολύ, ένας μαύρος μικροέμπορος ναρκωτικών κερδίζει ένα υπέρογκο ποσό και απαιτεί τα κέρδη του...
Οι κοινωνικές αλλαγές που λέγαμε - θετικές ή αρνητικές; Μα βρίσκονται παντού. Ο αντισημιτισμός εισβάλλει στο σχολείο των παιδιών και κάποιοι νεαροί εβραίοι αντιδρούν στον ρατσισμό. Η στενή φιλία του ενός γιου με τη μαύρη συμμαθήτριά του καταρίπτει βέβαια πολλά ταμπού (σημειωτέον ότι εδώ ο ρατσισμός ανθεί εκατέρωθεν, αφού και οι γονείς της κοπέλας αντιδρούν εντελώς αρνητικά στη φιλία - και τον διαφαινομενο έρωτα - με έναν λευκό).  Η μικρή μυεί τον φίλο της στη μαύρη μουσική πηγαίνοντάς τον σε μια συναυλία του Τζέιμς Μπράουν (πολύ καλή η σκηνή αυτή) και ο κόσμος του συγκλονισμένου μικρού αλλάζει για πάντα (στη συναυλία το κοινό είναι 99 κόμμα κάτι τοις εκατό μαύρο). Ο άλλος γιος γνωρίζει το σεξ με την πλούσια και ιδιόρυθμη κόρη και τα πάντα είναι διαφορετικά γι' αυτόν (φυσικά και το σεξ ήταν αδιανόητο σε εφηβική ηλικία, βλέπε και τον "Πυρετό στο Αίμα" του Καζάν, που αναφέρεται στην ίδια εποχή). Το μπουρλέσκ στο κλαμπ χάνει την παλιά του αίγλη εξ αιτίας της εισβολής της τηλεόρασης... Ένας κόσμος πεθαίνει, ένας άλλος αναδύεται στη θέση του! Πιο απελευθερωμένος, με τι τίμημα όμως;
Η διάθεση του Λέβινσον δεν είναι νοσταλγική όταν επιστρέφει στη δεκαετία του 50 (διάβασα ότι υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία). Αντίθετα τον ενδιαφέρει να καταγράψει τις αλλαγές που συνέβησαν σε όλα τα επίπεδα - και, συγχρόνως βέβαια, και τα προϋπάρχοντα ασφυκτικά ταμπού - της τόσο σημαντικής αυτής δεκαετίας. Επίσης το χιούμορ δεν λείπει καθόλου από το φιλμ και βρίσκεται σε ισορροπία με τις δραματικές καταστάσεις. Νομίζω ότι μέσα από την ευρεία αυτή ματιά του καταφέρνει αρκετά. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, κατά τη γνώμη μου πάντα, με μια σημαντική κοινωνική ταινία, παρά το κάπως αποσπασματικό της στιλ. Δώστε της μια ευκαιρία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 29, 2016

ΖΙΓΚΟΛΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟ "CAST A DARK SHADOW"

Ένα άγνωστο σε μένα και αρκετά αξιολογο παλιό θρίλερ που έτυχε να δω είναι το "Cast a Dark Shadow" που γύρισε το 1955 o Lewis Gilbert, σκηνοθέτης, μεταξύ άλλων, κάποιων παλιότερων Τζέιμς Μποντ. Παλιομοδίτικο ίσως, θα έλεγαν μερικοί, αρκετά ακατάλληλο όμως και σκοτεινό για την εποχή του.
Ένας έξυπνος και αδίστακτος προικοθήρας - ζιγκολό έχει παντρευτεί πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα, την οποία δολοφονεί όταν νομίζει ότι εκείνη σκοπεύει να αλλάξει τη διαθήκη της και να μην τον κάνει αποκλειστικό κληρονόμο της. Το επόμενο θύμα του είναι μια όχι τόσο μεγάλη γυναίκα, η οποία όμως αποδεικνύεται πολύ έξυπνη, ανεξάρτητη και κυνική για τα εγκληματικά σχέδιά του. Ο γάμος τους ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον έρωτα και την καχυποψία, την απολαυση και το συμφέρον. Όταν τα πράγματα σκουραίνουν ο ήρωάς μας αρχίζει να προετοιμάζεται για νέο φόνο, καθώς στον οριζοντα εμφανίζεται μια νέα πιθανή νύφη, η τρίτη στο φιλμ...
Όπως καταλαβαίνετε από την ιστορία, η ταινία κάθε άλλο παρά "κατάλληλη για ενηλίκους" είναι. Ειδικά οι αρχικές σκηνές με τον σατανικό ήρωα να χαριεντίζεται και να το παίζει ερωτευμένος με μια σχεδόν γριούλα - κάτι σαν ηλικιωμένη θείτσα - η οποία το απολαμβάνει όσο δεν παίρνει, προκαλούν σχεδόν απέχθεια. Στη συνέχει η σχέση του με τη νέα σύζυγο αποδεικνύεται ιδιαίτερα πολύπλοκη και πολυεπίπεδη, ένα κράμα ερωτικής έλξης και εκατέρωθεν κυνικότητας, όπως προείπαμε. Αυτό και μόνο νομίζω ότι είναι μάλλον σπάνιο για την εποχή. Το τέλος, με την (προβλέψιμη ίσως) ανατροπή και το κρεσέντο που ακολουθεί, είναι επίσης ταιριαστό στο όλο παράξενο κλίμα του φιλμ, στο οποίο νομίζω ότι θα άξιζε να δίνατε μια ευκαιρία, καθώς και τεταμένη ατμόσφαιρα διαθέτει και ενδιαφέρουσα πλοκή και εξέλιξη.
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο στα όρια της παράνοιας δολοφόνος είναι ο εξαίρετος βρετανός Ντερκ Μπόγκαρντ, ένας μάλλον νωχελικός, χαλαρός και μπον βιβέρ τύπος, απίστευτα σατανικός όμως μέσα του. Η δεύτερη σύζυγος είναι η Μάργκαρετ Λόκγουντ, ίσως ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας. Σχεδόν "βάρβαρη" και προσβλητική στη συμπεριφορά της, έξυπνη και ταυτόχρονα ανθρώπινη και προσγειωμένη (ήδη τη χαρακτήρισα και κυνική), αποτελεί έναν σπάνιο γυναικείο συνδυασμό.
Συνολικά πρόκειται για ένα από τα καθόλου διάσημα, αλλά αρκετά ενδιαφέροντα παλιά, ασπρόμαυρα θρίλερ.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 27, 2016

"ARRIIVAL": ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Επιτέλους, σκεπτόμενη επιστημονική φαντασία. Ο εκ Κεμπέκ Denis Villeneuve είναι από τους πλέον ενδιαφέροντες σύγχρονους σκηνοθέτες. Όταν λοιπόν καταπιάνεται για πρώτη φορά με την ΕΦ τα αποτελέσματα, αν μη τι άλλο, δεν είναι εξωγήινα κυνηγητά και κατανάλωση ποπ κορν. Έτσι το "Arrival" του 2016, που βασίζεται στο βραβευμένο διήγημα του Τεντ Τσιανγκ "Η Ιστορία της Ζωής σου", δίνει αρκετή τροφή για σκέψη.
Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, 12 πελώρια εξωγήινα σκάφη εμφανίζονται και αιωρούνται πάνω από 12 περιοχές της γης - εντελώς τυχαία επιλεγμένες. Μια διακεκριμένη γλωσσολόγος και ένας φυσικός καλούνται να βρουν τρόπους επικοινωνίας με τα επτάποδα όντα που βρίσκονται στο σκάφος των ΗΠΑ (στη Μοντάνα συγκεκριμένα) με άμεσο και κατεπείγοντα σκοπό να ανακαλύψουν τις φιλικές ή εχθρικές τους προθέσεις. Φυσικά από κοντά υπάρχει καλού - κακού πάνοπλος στρατός. Η επικοινωνία κάποια στιγμή κατορθώνεται με αναπάντεχα αποτελέσματα.
Το βασικό θέμα της ταινίας είναι αυτό της "μοίρας". Η ζωή αρχίζει, προχωρά και κάποτε τελειώνει. Ο άνθρωπος ωστόσο από πάντα ήθελε να ξέρει το μέλλον του - ή να μπορεί να το επιλέξει. Είτε αυτό (πιστεύουμε ότι) λέγεται μοίρα (όπως σχηματικά το ονόμασα παραπάνω) είτε θεϊκή πρόθεση είτε τύχη είτε οτιδήποτε άλλο. Από την άλλη υπάρχει η γλωσσολογική θεωρία που πιστεύει ότι η γλώσσα και η δομή της δεν είναι μόνο μέσον επικοινωνίας, αλλά καθορίζει τον ίδιο τον τρόπο σκέψης μας. Αν βάλετε αυτά τα δύο θέματα μαζί θα αγγίξετε την προβληματική του φιλμ. Φοβάμαι ότι οτιδήποτε άλλο γράψω για το θέμα θα είναι spoiler. Από την άλλη η ταινία μιλά για την ηλίθια ανθρώπινη επιθετικότητα και την έλλειψη αλληλεγγύης ακόμα και μπροστά στα πιο μεγάλα προβλήματα και την ανάγκη περισσότερης συνεργασίας. Αυτό πλέον το γνωρίζουμε καλά...
Το φιλμ απέχει μίλα από το είδος ΕΦ που κυριαρχεί στις μέρες μας και στην ουσία είναι action movie με επιστημονικοφανταστικό περιτύλιγμα. Αυτό εδώ είναι σχετικά αργό, απόλυτα υποβλητικό (τόσο τα εξωγήινα σκάφη όσο και τα επτάποδα όντα και ο τρόπος γλωσικής επικοινωνίας που διαθέτουν είναι ευφάνταστα και πρωτότυπα σχεδιασμένα και αποβλέπουν σ' αυτό το υποβλητικό στοιχείο) και καθόλου χιλιοειδωμένο. Δεν βασίζεται στα εφέ (τα οποία υπάρχουν μόνο όσο χρειάζεται) και καθόλου στη δράση. Το φιλμ μας ζητά να σκεφτούμε. Όσο για το τέλος, δεχτείτε το ή απορρίψτε το - και σκεφτείτε τι θα κάνατε εσεις στη θέση της ηρωίδας, ωστόσο η τροφή για σκέψη είναι δεδομένη. Και, επ' ευκαιρία, πολύ καλή η πρωταγωνίστρια Έιμι Άνταμς.
Προσωπικά - και μια και δεν φοβάμαι καθόλου τους σχετικά αργούς ρυθμούς, αν και η αγωνία υπάρχει - το απόλαυσα. Μικρές αντιρρήσεις για το πολιτικό μέρος της "επιθετικής" Κίνας και των σχετικά "καλύτερων" ΗΠΑ που προσπαθούν να διερευνήσουν περισσότερο τα πράγματα, αλλά θα το ξαναπώ: Συνολικά το απόλαυσα και θα ήθελα περισσότερη τέτοιου είδους ΕΦ.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2016

"CREEPY": ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ... ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΕΣ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

O Kiyoshi Kurosawa δεν έχει καμία σχέση με τον μεγάλο συνονόματό του. Είναι ένας γιαπωνέζος δημιουργός (γεννημένος το 1955) που κυρίως ασχολείται με φιλμ τρόμου - με έναν δικό του ή, αν θέλετε, καθαρά γιαπωνέζικο τρόπο, που λίγο μοιάζει με τις αντίστοιχες δυτικές ταινίες. Το 2016 γυρίζει το "Creepy" (Kurîpî: Itsuwari no rinjin ο γιαπωνέζικος τίτλος), φιλμ που συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με τη φρίκη.
Ένας πρώην αστυνομικός και νυν καθηγητής εγκληματολογίας αναλαμβάνει (σχεδόν με το ζόρι) να ερευνήσει μια παλιά (πριν 6 χρόνια συγκεκριμένα) υπόθεση εξαφάνισης μιας ολόκληρης οικογένειας. Παράλληλα ο γείτονάς του, ένας εμφανώς "περίεργος" τύπος, με έντονη την κοινωνική αδεξιότητα, συμπεριφέρεται όλο και πιο παράξενα απέναντι στη γυναίκα του ντετέκτιβ. Γύρω στα μισά της ταινίας η φρίκη θα αποκαλυφτεί και το μυστήριο του στιλ "who done it" θα μετατραπεί σε καθαρό και "άρρωστο" φιλμ, βασισμένο μεν στο σασπένς, αλλά με τη φρίκη να διογκώνεται, με την εμπλοκή, βεβαίως, ενός σίριαλ κίλερ.
Η ταινία διαθέτει αυτή την καθαρά γιαπωνέζικη "αρρώστια" (θυμηθείτε ταινίες όπως η "Audition" π.χ.) και το βαθύ αστυνομικό μυστήριο, τα "βρώμικα" περιβάλλοντα (η απεικόνιση της γιαπωνέζικης πόλης δεν έχει τίποτα το εξωτικό ή κολακευτικό) και τη σκηνοθετική ματιά στην όλο και μεγαλύτερη αποξένωση του ζεύγους των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε λοιπόν να μου αρέσει - ως ταινία πρωτίστως τρόμου βεβαίως, απ' αυτές που ξεδιπλώνονται αργά και βασανιστικά. Ωστόσο εδώ έρχεται το σενάριο και χαλάει τα πράγματα. Ένα σενάριο που και πολλά λογικά κενά έχει και, κυρίως, βασίζεται ολόκληρο σε μια εξωφρενική κυριολεκτικά συμπτωση, που, πολύ απλά, δεν γίνεται (δεν θα σας την αποκαλύψω φυσικά, αφού θα ήταν το απόλυτο spoiler). Ο Kurosawa αφήνει βεβαίως και μια μικρή πιθανότητα μεταφυσικού (ο δολοφόνος ελέγχει τόσο τις γυναίκες, εστω και με τη βοήθεια φαρμάκων, που σκεπτόμαστε μήπως εκπροσωπεί τη γενική και μεταφυσική έννοια του "Κακού"), αλλά αυτό δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση τις σεναριακές αφέλειες που προανέφερα. Είναι και η πολύ μεγάλη διάρκεια (130 λεπτά), οπότε η γνώμη μου για το φιλμ είναι μάλλον αρνητική.
Κρίμα, γιατί ατμόσφαιρα διαθέτει, μ' αυτόν, ξαναλέω, τον τόσο χαρακτηριστικό "απωανατολίτικο" τρόπο που σε κάνει να παγώνεις...

Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2016

ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΤΡΟΜOΣ ΣΤΟ "NEW NIGHMARE"

Ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή: Το 1984 ο Wes Craven (1939-2015) γυρίζει τον "Εφιάλτη στο Δρόμο με τις Λεύκες", που έμελλε να γίνει μια από τις εμβληματικότερες ταινίες τρόμου, καθιερώνοντας ταυτόχρονα τη φιγούρα του φριχτού Φρέντι Κρούγκερ, που ερμήνευε ο Robert Englund. Η επιτυχία του φιλμ έφερε 4 συνέχειες, φτιαγμένες από άλλους σκηνοθέτες. Δέκα χρόνια μετά το πρώτο φιλμ, το 1994 δηλαδή, ο Craven ξαναπαίρνει τα ηνία γυρίζοντας ο ίδιος το "New Nightmare", μπερδεύοντας αληθινό και φανταστικό, κινηματογράφο και πραγματικότητα.
Η ηθοποιός - πρωταγωνίστρια του πρώτου και του τρίτου "Εφιάλτη" Heather Longenkamp, ερμηνεύοντας τον βασικό ρόλο της Νάνσι, παίζει τον εαυτό της: Είναι δηλ. η...  Heather Longenkamp, που πρωταγωνίστησε στις ταινίες. Διάσημη πλέον, ζει τώρα με τον σύζυγο και τον μικρό της γιο. Όταν τρομακτικά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν γύρω της, ο σύζυγος σκοτώνεται και ο γιος δείχνει σημάδια σχιζοφρένειας, πείθεται ότι ο Φρέντι Κρούγκερ των ταινιών υπάρχει όντως και προσπαθεί να εισέλθει στον αληθινό κόσμο. Στο μεταξύ ο Γουές Κρέιβεν (παίζει κι αυτός τον εαυτό του) γράφει μια νέα συνέχεια της σειράς και, όπως φαίνεται, τα αληθινά γεγονότα που συμβαίνουν είναι όμοια με όσα γράφει. Η κοπέλα ζητά βοήθεια από τον... Robert Englund, τον ηθοποιό δηλαδή που ενσάρκωνε τον Φρεντι στα φιλμ. Σύντομα καταλαβαίνει ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το τέρας είναι να ξαναπαίξει το ρόλο της Νάνσι στο φιλμ που ετοιμάζει ο Κρέιβεν!
Όπως καταλαβαίνετε, το ενδιαφέρον στην ταινία αυτή, που την κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους... ξαναζεσταμένους "Εφιάλτες", είναι αυτό το πολύπλοκο αυτοαναφορικό παιχνίδι, οι αναφορές δηλαδή στις ίδιες τις ταινίες της σειράς και στους συντελεστές τους. Έτσι τόσο οι ηθοποιοί Longenkamp και Englund όσο και ο ίδιος ο Κρέιβεν (και κάποιοι άλλοι) παίζουν τους εαυτούς τους, ως συντελεστές του πρώτου φιλμ, το οποίο γίνεται φριχτή πραγματικότητα. Οπότε το όλο concept μπορεί να μας δημιουργήσει σκέψεις για την αλληλεπίδραση πραγματικότητας - φαντασίας ή μάλλον πραγματικού - επινοημένου. Μπορεί η τέχνη να "μπει" στην ίδια τη ζωή και να την αλλάξει; Όχι πλέον με την επαναστατική έννοια, όπως πιστευόταν παλιότερα, ως εκπαιδευτικό - διαφωτιστικό ή/και προπαγανδιστικό εργαλείο, αλλά ως κάτι που διαμορφώνει τη μαζική κουλτούρα, άρα και τον τρόπο που σκεπτόμαστε ή δρούμε.
Πέραν αυτής της έξυπνης επινόησης, στην οποία βασίζεται βεβαίως το φιλμ, παρακολουθούμε μια ακόμα ταινία τρόμου της σειράς των "Εφιαλτών" (την τελευταία), με καλά και αδιάφορα σημεία. Αν είστε φίλοι του είδους μάλλον θα περάσετε καλά. Ωστόσο προσωπικά τη συνιστώ κυρίως για το παιχνίδι που λέγαμε και την εμφάνιση του Γουες, που κρατά βεβαίως βασικό ρόλο.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2016

"SOMETHING'S GOTTA GIVE": Η... ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΜΕΝΤΙ

Έχουμε και λέμε: Ο Τζακ Νίκολσον είναι σχεδόν 60άρης εργένης και τα φτιάχνει διαρκώς με πιτσιρίκες, τις οποίες προφανώς θέλει μόνο... γι' αυτό που ξέρετε. Όταν αποσύρονται για ερωτικό γουίκεντ στο εξοχικό της νυν ερωμένης του (κάτω των 30 παρακαλώ), συναντάνε κατά λάθος τη μαμά της (την Νταϊάν Κίτον), θεατρική συγγραφέα. Οι δύο "γέροι" αρχικά αντιπαθούν ο ενας την άλλη, στη συνέχεια ο ήρωας παθαίνει καρδιακή προσβολή και τον τρέχουν στα νοσοκομεία και μετά, για "πρώτη φορά", ερωτεύεται. Τη γυναίκα της ηλικίας του φυσικά. Και ο δεσμός τους περνά διάφορα σκαμπανεβάσματα.
Ενθουσιαστήκατε; Εγώ καθόλου. Όλα αυτά ωστόσο συμβαίνουν στην κομεντί που γύρισε η Nancy Meyers το 2003 "Something's Gotta Give". Και η οποία μπορεί αδίστακτα να θεωρηθεί "γεροντοκομεντί". Εκείνη είναι μόνη ούτε εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό, εκείνος είναι φυσικά ανώριμος, άκαρδος και αντιπαθής και καταναλώνει viagra για να τα βγάλει πέρα με τις μικρές και παθαίνει καρδιακή προσβολή και πρώτη φορά κάνει κάτι με γυναίκα της ηλικίας του... κι όλα αυτά λέγονται και ξαναλέγονται κατά τη διάρκεια του φιλμ και ο νεαρός γιατρός (ο Κιάνου Ριβς) ερωτεύεται κι αυτός παράφορα την σχεδόν ηλικιωμένη κι ας έχει τα μισά της χρόνια... και εν τέλει όλα γίνονται πολύ εύκολα και ανώδυνα. Δεν θα σας πω τι ακριβώς γίνεται, αλλά το μαντεύετε φαντάζομαι.
Κι εγώ έπληξα αφόρητα όσο έβλεπα τους έρωτες γερων - νέων ή γέρων - γέρων και το φιλμ ως κομεντί (ούτως ή άλλως το είδος πολύ σπάνια δίνει πλέον καλά δείγματα) είναι απόλυτα προβλέψιμο και δίχως εκπλήξεις... και γενικά θεώρησα τον Νίκολσον ειδικά έως και κακόγουστο.
Θέλει να μας πει, υποθετω, ότι ο έρωτας έρχεται ανά πάσα στιγμή, ακόμα και σε μεγάλες ηλικίες ή ότι έρωτας δεν υπάρχει υποχρεωτικά και μόνο στην ομορφιά και τη νεαρή σάρκα ή ότι κάποτε οι παλιμπαιδίζοντες άντρες πρέπει να "σοβαρευτούν" (και να μην είναι άκαρδοι τέλος πάντων) και αλλα τέτοια σημαντικά μηνύματα. ΟΚ. 
Δεν ξέρω αν κάποιοι θα διασκεδάσουν με κάποιες αστείες καταστάσεις ή με τους τόσο γνωστούς ηθοποιούς, προσωπικά πάντως, εκτός από βαρεμάρα, ένοιωσα και ένα είδος απέχθειας. Όχι, η ταινία δεν είναι η καλύτερή μου. Το αντίθετο μάλιστα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2016

"Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ" ΩΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΖΩΗΣ

Ένας ναυαγός ξεβράζεται σε ένα ερημικό τροπικό νησί. Αφού καταφέρνει να επιβιώσει αρχικά, φτιάχνει μια μεγάλη σχεδία και μ' αυτή προσπαθεί να φύγει. Κάθε φορά όμως που βγαίνει στα ανοιχτά μια γιγάντια κόκκινη χελώνα καταστρέφει τη σχεδία και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο νησί. Αφού αυτό επαναλαμβάνεται μερικές φορές, ο ναυαγός αναγκάζεται (αρχικά) να συμβιώσει με τη χελώνα, η οποία όμως δεν αργεί να μεταμορφωθεί... Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή.
"Η Κόκκινη Χελώνα" είναι η πρώτη μη γιαπωνέζικη συμπαραγωγή των περίφημων στούντιο Ghibli του Μιγιαζάκι. Πρόκειται φυσικά για animation και γυρίστηκε από τον ολλανδό Michael Dudok de Wit το 2016, αλλά και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους συντελεστές είναι ευρωπαίοι (σενάριο κλπ.) Η ταινία είναι βωβή (ακούγεται μόνο η όμορφη μουσική του Laurent Perez Del Mar) και έτσι η έλλειψη γλώσσας την καθιστά ακόμα διαχρονικότερη.
Πρόκειται βέβαια για ένα παραμύθι, βαθύτατα συμβολικό όμως και, επί πλέον, ανοιχτό σε ποικίλες αναγνώσεις - και με σχετικά λίγες πινελιές χιούμορ. Νομίζω ότι (δική μου ανάγνωση βεβαίως) έχουμε κυρίως να κάνουμε με μια αλληγορία της ίδιας της ζωής. Η αρχική μοναξιά, το όνειρα της νιότης (η επιθυμία του ήρωα να φύγει μακριά), η δημιουργία οικογένειας, το ρίζωμα σε έναν τόπο, η επιστροφή στη μοναξιά των γηρατειών... Ωστόσο, το είπα και πριν, άλλοι θεατές μπορούν να βρουν άλλους παραλληλισμούς. Και βέβαια τα ερωτήματα παραμένουν: Μήπως όλα δεν βρίσκονται παρά στη φαντασία του ολομόναχου ήρωα; Μήπως μας μιλά για την αντίθεση επιθυμίας - ανάγκης; Μήπως για την πολύπλοκη σχέση του ανθρώπου με τη φύση; Σίγουρα δεν μπορούμε να δώσουμε οριστικές απαντήσεις.
Στο μεταξύ όμως το φιλμ παραμένει απολαυστικό. Η σχεδιαστική γραμμή είναι λιτή και απλή, τα χρώματα όμως μαγευτικά. Η απλότητα της γραμμής βεβαίως δεν αποτελεί εμπόδιο στο να θαυμάσουμε μια σειρά από πανέμορφες, ποιητικές ενίοτε εικόνες. Ίσως σε κάποια σημεία το βρήκα απλοϊκό και κάποιες λύσεις εύκολες, συνολικά όμως όχι μόνο με κράτησε, αλλά και με συγκίνησε επί πλέον. Έχουμε φυσικά να κάνουμε με άλλο ένα εξαιρετο δείγμα ενηλικίωσης της τέχνης του animation, το οποίο μας δίνει εδώ και πολλά χρόνια υπέροχα φιλμ. Οπότε θα συνιστούσα να μην το χάσετε, να αφεθείτε στη μαγεία του και να βρείτε τα δικά σας νοήματα. Και εννοείται ότι δεν απευθύνομαι μόνο σε παιδιά!

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2016

CAPTAIN FANTASTIC: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ή ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ;

Ο Matt Ross είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο το 2016 γυρίζει το "Captain Fantastic", δεύτερη ταινία του ως σκηνοθέτη. Και κάνει ένα φιλμ τουλάχιστον ενδιαφέρον, που μάλιστα δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και συζήτηση.
Η οικογένεια Κας (ζευγάρι με 6 παιδιά 6 έως 17 ετών) έχει επιλέξει έναν εντελώς αντισυμβατικό τρόπο ζωής. Ζουν απομονωμένοι στη φύση, στα βουνά για την ακρίβεια, είναι ως επί το πλείστον αυτάρκεις, μαθαίνουν να επιβιώνουν σε άγριες φυσικές συνθήκες (κυνήγι, επικίνδυνες αναρριχήσεις κλπ.), ενώ τα παιδιά εκπαιδεύονται από τους γονείς και μόνο, δίχως να πηγαίνουν σχολείο. Οι Κας είναι επαναστάτες, διανοούμενοι και οραματιστές. Μισούν τον καπιταλισμό, αντιμετωπίζουν την Αμερική και τον πολιτισμό της ως το υπέρτατο κακό, είναι απόλυτα πολιτικοποιημένοι, συζητούν σε υψηλό επίπεδο και δίχως ψέματα, χρησιμοποιώντας μαρξιστικούς, ακόμα και μαοϊκούς όρους και γενικά το πνευματικό επίπεδο ακόμα και των εξάχρονων παιδιών είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο. Όταν η μητέρα πεθαίνει ξεκινούν ένα επικίνδυνο ταξίδι προς τον "πολιτισμό", για να συναντήσουν τους "μισητούς" (βλ. εκπροσώπους του συστήματος) παππούδες τους και να εμποδίσουν την ταφή της μητέρας τους, η οποία επιθυμούσε να αποτεφρωθεί ως βουδίστρια. Πολλά θα συμβούν σ' αυτό το ταξίδι.
Η ταινία είναι δοσμένη ανάλαφρα, με χιούμορ, αλλά και δραματικά σημεία. Επικεντρώνεται στην δραματική επαφή (πρώτη επαφή για τα παιδιά) με τον μισητό "πολιτισμό" και τα όσα επακολουθούν από το σοκ. Βλέπετε, τα παιδιά είναι πολύ πιο έξυπνα και μορφωμένα από τους συνομηλίκους τους, αλλά πάσχουν από προφανή κοινωνική αδεξιότητα. Εδώ βρίσκεται και η αξία της ταινίας κατά τη γνώμη μου. Ενώ βλέπει με προφανή συμπάθεια την οικογένεια και τον ακραίο πειραματισμό της, την μέχρι τέλους υποταγή στα πιστεύω και τα ιδανικά τους, και ενώ δείχνει να απεχθάνεται τις σύγχρονες "μαζικές", καπιταλιστικές αξίες, συγχρόνως κριτικάρει και αυτή την επαναστατική πλευρά, καταδεικνύοντας ένα είδος φανατισμού και εμμονής - πάντοτε πάντως με χιούμορ - (γιορτή... "Ημέρας Νόαμ Τσόμσκι" κλπ.), φανατισμού που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο το όλο πείραμα που λέγαμε, αλλά και την ίδια την ασφάλεια της οικογένειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η (νεκρή) μητέρα είχε αμφισβητήσει το όλο κοινωνικό πείραμα.
Πέραν όλων αυτών των θετικών, το φιλμ παρακολουθείται ευχάριστα χάρη στο χιούμορ και το σασπένς του και στον πάντα καλό Βίγκο Μόρτενσεν. Προσωπικά μου τα χάλασε μόνο με το τέλος του, που μοιάζει να υποχωρεί μπροστά σε μία "μέσου όρου και ίσων αποστάσεων", καθησυχαστική λύση (η οποία πιθανόν είναι και ανέφικτη) και είναι και αρκετά αψυχολόγητο κατά τη γνώμη μου από το σημείο της επιστροφής των παιδιών (δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler). Αν εξαιρέσουμε αυτή μου την αντίρρηση, η ταινία και απολαυστική είναι και τροφή για πολλή σκέψη προσφέρει. Να λοιπόν που μια αμερικάνικη ταινία μπορεί να μας προκαλέσει προβληματισμό για την φύση και τα προβλήματα της επανάστασης, έστω και με ανάλαφρο τρόπο...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 20, 2016

"ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ ΚΑΟΥΜΠΟΪ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΙΤΣ ΚΑΙ ΣΙΡΟΠΙΑ

Ο Sidney Pollack (1934-2008) ήταν βεβαίως ένας καλός αμερικανός σκηνοθέτης, με κάμποσες αξιόλογες ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1979 ωστόσο κάνει το "The Electric Horseman" και μας τα χαλάει αρκετά, παρά τους λαμπερούς σταρ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζέιν Φόντα, Βαλερί Περίν).
Πρόκειται για κομεντί με "μηνύματα", αλλά και υπερτονισμένο αισθηματικό μέρος.
Ο ήρωας είναι διάσημος βετεράνος πρωταθλητής του ροντέο, ο οποίος τώρα πλέον έχει καταντήσει να φορά μια... ηλεκτρική καουμπόικη στολή (τουτέστιν στολή με φωτάκια που αναβοσβήνουν!) και να διαφημίζει δημητριακά για πρωινό - έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της εταιρίας. Με την ανεκδιήγητη αυτή εμφάνιση περιοδεύει ανά την Αμερική, πάντοτε με το εξ ίσου διάσημο άλογό του. Βγάζει λεφτά και γυναίκες, αλλά κατά βάθος είναι δυστυχισμένος και, ως εκ τούτου, αλκοολικός. Ώσπου, πριν από μία εμφάνιση στο Λας Βέγκας, η συνείδησή του ξυπνά όταν μαθαίνει ότι η εταιρία δίνει ηρεμιστικά και άλλες ουσίες στο αγαπημένο του άλογο για να είναι ήσυχο στα σόου. Τότε... κλέβει το άλογο (το οποίο, σημειωτέον, είναι μεγάλης οικονομικής αξίας) και μ' αυτό, ως σύγχρονος κάουμπόι, χάνεται στα βουνά. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Μια δαιμόνια, υπερφιλόδοξη και κακομαθημένη δημοσιογράφος ανακαλύπτει τα ίχνη του και του γίνεται κολιτσίδα προκειμένου να του πάρει αποκλειστική συνέντευξη... ενώ οι πάντες τους καταδιώκουν.
Μάλιστα. Στο μεταξύ θα απολαύσετε τον Ρέντφορντ με μεγάλο μουστάκι (νομίζω ότι δεν του πάει καθόλου) σε μια διαρκή μάτσο επίδειξη, ενώ η επαγγελματικά αδίστακτη αρχικά κακομαθημένη κοπέλα κοντά του γνωρίζει την "αληθινή ζωή" και, φυσικά, τον έρωτα, παρά την αρχική τουλάχιστον περιφρόνησή του. Κι εγώ, με τη σειρά μου, βαρέθηκα όσο δεν παίρνει, όχι γιατί ήταν κομεντί, αλλά γιατί τη βρήκα μια ξενέρωτη κομεντί. Έχει βεβαίως και τα φιλοζωικά της μηνύματα - το άλογο παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας - και στρέφεται ενάντια στην εκμετάλλευση των πάντων από τις εταιρίες και τον ευτελισμό κάθε "υψηλού" (αν τέλος πάντων θεωρήσουμε "υψηλό" την γνήσια καουμπόικη ζωή, το ροντέο και το αντριλίκι), μιλά για ένα είδος προσωπικής εξέγερσης που αψηφά τους κανόνες, αλλά... δε νομίζω ότι όλα αυτά δίνονται με νεύρο ώστε να κινήσουν το ενδιαφέρον. Τέλος πάντων, παρά τα "μηνύματα", που συνήθως απουσιάζουν από τις κομεντί, δεν την βρήκα μια ιδιαίτερα καλή τέτοια, ενώ δεν κατάφερε να με κάνει να χαμογελάσω το χιούμορ της. Και παίζει επικίνδυνα με το κιτς...
Α, για τους φίλους της κάντρι: Σε αρκετά σημαντικό δεύτερο ρόλο παίζει ο ίδιος ο Γουίλι Νέλσον.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2016

"WILLARD" Ή ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ

Το "Willard" ("Τα Τρωκτικά" στην Ελλάδα), που γύρισε το 2003 ο άγνωστος (παραγωγός κυρίως) Glen Morgan, είναι ριμέικ του ομώνυμου φιλμ του Daniel Mann του 1971. Και περιγράφει, με ένα συνδυασμό φρίκης και μαύρου χιούμορ τη σχέση ενός ανθρώπου με τα ποντίκια.
Ο Willard είναι ένας κλασικός loser. Μοναχικός, δειλός, απόλυτα αδέξιος κοινωνικά, νοιώθει ότι οι άνθρωποι τον τρομάζουν. Ζώντας σε ένα παλιό, ετοιμόρροπο, πελώριο και πρώην αριστοκρατικό σπίτι, καταπιέζεται βάναυσα τόσο από την άρρωστη και υστερική μητέρα του όσο και από τον επιεικώς κάθαρμα εργοδότη του, επι κεφαλής μάλιστα μιας εταιρίας που κάποτε ανήκε στον  πεθαμένο πατέρα του ήρωα. Κάποια στιγμή ο Willard θα αρχίσει να εξημερώνει ένα ποντίκι που βρίσκει στο σπίτι του και να αποκτά μια πολύ ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Στο υπόγειο τα ποντίκια θα πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα, ένας νέος αρχηγός της ποντικοορδής θα εμφανιστεί και κάποια στιγμή ο ήρωάς μας θα διαπιστώσει ότι - ως ένα βαθμό - μπορεί να τα κατευθύνει και να τα κάνει να υπακούν στις εντολές του. Μια σειρά από φριχτά γεγονότα αρχίζει...
Νομίζω ότι το φιλμ έχει αρκετό ενδιαφέρον. Πρώτα - πρώτα είναι η επικέντρωση στον αντικοινωνικό, αποτραβηγμένο ήρωα, στην ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τον κόσμο και στην αντίστοιχη πλήρη απόρριψη (τι λέω; βάναυση συμπεριφορά θα ήταν καλύτερα να πω) του κόσμου απέναντι στο εύκολο θύμα. Φυσικά ο πόθος για εκδίκηση θα πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, ενώ η πορεία προς την τρέλα του εξ αρχής ασταθούς Willard δίνεται αρκετά καλά. Ο Crispin Glover που πρωταγωνιστεί παίρνει την ταινία πάνω του και είναι πειστικός στο ρόλο του απροσάρμοστου και δειλού θύματος μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στη φρίκη και το κατάμαυρο χιούμορ, κι αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που εκτίμησα περισσότερο. Το χιουμορ αυτό βέβαια δεν το εμποδίζει στο να στήσει ένα εντελώς παρακμιακό, ζοφερό και "σάπιο" σκηνικό, κυρίως στις σκηνές του κάποτε πλούσιου αρχοντικού σπιτιού του πρωταγωνιστή. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία τρόμου, αλλά μια ταινία που θα κάνει τον θεατή να νοιώσει άβολα - και είναι καλοφτιαγμένη. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα, όπως είπα, αρκετά καλή, με τους σχετικά αργούς ρυθμούς να ταιριάζουν και να επιτείνουν την όλη πνιγηρή ατμόσφαιρα. Πρσοχή όμως: Όσοι φοβάστε / σιχαίνεστε / απεχθάνεστε τα ποντίκια, μείνετε μακριά. Υπάρχουν ορδές απ' αυτά και δεν φέρονται πάντοτε πολύ καλά...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2016

ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΝΑΡΚΟ-ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "TRAFFIC"

Έχω ξαναπεί ότι ο Steven Soderbergh είναι ένας σκηνοθέτης που μπορεί να κάνει τα πάντα και κάθε φιλμ του είναι διαφορετικό από το άλλο. Μια από τις καλύτερες στιγμές του, κατά τη γνώμη μου, είναι το "Traffic" του 2000, μια εξονυχιστική ματιά στον εφιαλτικό κόσμο των ναρκωτικών, κοιταγμένη μάλιστα από πολλές πλευρές και γωνίες. Σ' αυτό το πολλαπλό κοίταγμα έγκειται νομίζω η αξία της.
Την ταινία διαπερνούν τρείς αφηγηματικοί άξονες, που σχετίζονται βέβαια μεταξύ τους: Ο πρώτος βρίσκεται στο Μεξικό, τόπο κατασκευής και πηγή προέλευσης των σκληρών ναρκωτικών και εράσματος στις γειτονικές ΗΠΑ, και παρακολουθεί τις προσπάθειες ενός τίμιου αστυνομικού (από τους ελάχιστους τέτοιους σε μια απόλυτα διεφθαρμένη χώρα) ενάντια στα καρτέλ των ναρκωτικών. Ο δεύτερος αφορά έναν υψηλά ιστάμενο εισαγγελέα στις ΗΠΑ, ο οποίος ετοιμάζεται να διοριστεί επικεφαλής στη χώρα του στον τομέα της δίωξης ναρκωτικών. Ο τρίτος αφορά την προσωπική ζωή του εισαγγελέα, της 16χρονης κόρης του συγκεκριμένα, η οποία έχει γίνει χρήστης ηρωίνης και κινδυνεύει άμεσα.
Μέσα από αυτή την πολλαπλή λοιπόν εξέταση ενός από τα ανησυχητικότερα φαινόμενα της εποχής μας, αποτυπώνεται η πορεία των ναρκωτικών από τον τόπο παρασκευής μέχρι τον τόπο κατανάλωσης και οι πολλαπλές επιπτώσεις, σαν ντόμινο, τόσο σε υψηλό, γενικό, όσο και σε καθημερινό επίπεδο. Τα ναρκωτικά πλήτουν εξ ίσου τα πάμφτωχα, εξαθλιωμένα στρώματα του πληθυσμού, όσο και τις ανώτερες τάξεις. Και επειδή στο βρώμικο αυτό εμπόριο παίζονται δις, μάλλον ουδείς στην πραγματικότητα θέλει (ή μπορεί) να αντιμετωπίσει το φαινόμενο, τόσο στο φτωχό Μεξικό όσο και στις πλούσιες ΗΠΑ. Το φιλμ μας δείχνει και το "δεν θέλω" (βλέπε διαφθορά σε όλα τα επίπεδα) και το "δεν μπορώ" (βλέπε το αδιέξοδο τέλος της ταινίας).
Ο Soderbergh χρησιμοποιεί διαφορετική γκάμα χρωμάτων για κάθε μια από τις παράλληλες ιστορίες. Κυριαρχία του κίτρινου στο Μεξικό, του μπλε στις ΗΠΑ στους κύκλους αντιμετώπισης της μάστιγας και "φυσιολογικά" χρώματα σε άλλες σκηνές. Έτσι, ακόμα και χρωματικά, γνωρίζουμε από το πρώτο πλάνο πού βρισκόμαστε κάθε φορά. Οι καλοί ηθοποιοί (Μάικλ Ντάγκλας, Μπενίτσιο ντελ Τόρο, Κάθλιν Ζέτα Τζόουνς, Τόμας Μίλιαν, Ντένις Κουέιντ κλπ.) στηρίζουν το όλο αποτέλεσμα.
Εννοείται ότι στον χώρο αυτόν οι πάντες είναι αδίστακτοι και οι φόνοι συχνοί. Το φιλμ λοιπόν καταγράφει μέσα από πολλαπλές σκοπιές τον εφιάλτη, καθώς και την ουσιαστική αδυναμία αντιμετώπιής του. Κι ίσως αυτή η απελπισμένη παραδοχή της αδυναμίας - αφού έχει δείξει τις φριχτές συνέπειες της μάστιγας - είναι που κάνει τόσο δυνατή και τόσο ανησηυχητική την ταινία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2016

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝΟΣ "ΧΟΡΕΥΤΗ"

Ο Σεργκέι Πολούνιν είναι ένας σούπερ σταρ του σύγχρονου χορού, ο οποίος, στην αρχή της καριέρας του τουλάχιστον, θεωρήθηκε διάδοχος του Νουρέγιεφ. Υπήρξε παιδί - θαύμα, έφυγε σε εφηβική ηλικία από τη Χερσώνα της Ουκρανίας, τη γενέτειρά του (γεννήθηκε το 1989), για να σπουδάσει στο Κίεβο κα, αφού έγινε δεκτός στα περίφημα Βασιλικά Μπαλέτα του Λονδίνου (δέχονται ένα ελάχιστο ποσοστό των υποψηφίων), έγινε ο νεαρότερος πρώτος χορευτής στην ιστορία τους στην απίστευτη ηλικία των 19 ετών! Μέχρι εδώ λοιπόν έχουμε την ιστορία ενός παιδιού - θαύματος. Από εκεί και πέρα αρχίζει η μεταμόρφωσή του σε "τρομερό παιδί" του χορού. Διότι ο Π. είναι εξαιρετικά ανήσυχος χαρακτήρας, ανικανοποίητος θα έλεγε κανείς. Ενώ οι χορευτές ζουν ασκητική ζωή με διαρκή άσκηση, εκείνος ξενυχτούσε σε άγρια πάρτι, σνίφαρε κόκα, άκουγε ποπ μουσική και μόνο ασκητικός δεν ήταν. Ήδη είχε γίνει πρωτοσέλιδο σε σκανδαλοθηρικές εφημερίδες. Και, δύο χρόνια μετά, στο απώγειο της καριέρας του, εγκαταλείπει ξαφνικά τα Βασιλικά Μπαλέτα, στα οποία, για να φτάσουν στη θέση του, πολλοί θα σκότωναν. Το σοκ στον κόσμο του χορού είναι τεράστιο. Φεύγει στη Ρωσία και ξεκινά και πάλι από την αρχή. Ήταν μόλις 22 ετών, είχε ήδη φτάσει στην κορυφή και είχε πέσει! Στην αρχή εμφανίζεται σε φτηνά τηλεοπτικά σόου (!), σκέφτεται να εγκαταλείψει τον χορό, με τον οποίο τρέφει σχέση έλξης - απώθησης. Και τότε κάνει ένα χορευτικό βιντεοκλίπ στο τραγούδι του Holzier "Take me to Church", που σκηνοθετεί ο διασημος φωτογράφος David LaChapelle, το οποίο ανεβαίνει στο You Tube και κάνει τεράστια επιτυχία με εκατομύρια κατεβάσματα. Αυτή τη φορά ο Π. γίνεται σταρ σε ένα παγκόσμιο κοινό, πολύ ευρύτερο από τους κλειστούς χορευτικούς κύκλους. Αρχίζει μια νέα λαμπρή καριέρα και μέχρι σήμερα περιοδεύει με επιτυχία (χορεύοντας φυσικά) ανά τον κόσμο.
Όλη αυτή η απίστευτη ιστορία δίνεται στο ντοκιμαντέρ του Steven Cantor "Χορευτής" (Dancer) του 2016. Συνεντεύξεις από τον Πολούνιν και στενούς του φίλους και συναδέλφους, από τους γονείς του, σκηνές από (εκπληκτικές όντως) χορευτικές εμφανίσεις του, αλλά και από τα παιδικά του χρόνια στην Ουκρανία. Ο Π. είναι σίγουρα τεράστιο ταλέντο και ακόμα πιο σίγουρα αυτοκαταστροφικός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι η φτωχή οικογένειά του πίστεψε αληθινά σ' αυτόν και πραγματικά θυσιάστηκε: Για να βρεθουν λεφτά να τον στείλουν στο Κίεβο, ο πατέρας έφυγε για δουλειά στην Πορτογαλία και η γιαγιά στην Ελλάδα, ενώ η μητέρα του πηγε μαζί του στο Κίεβο. Σε μερικά χρόνια η οικογένεια διαλύθηκε, πράγμα που στοίχησε πολύ στον έφηβο ακόμα Σεργκέι.
Όλα αυτά, η δύσκολη και πολύπλοκη προσωπικότητά του, ο πολύ σκληρός πραγματικά κόσμος του χορού και οι θυσίες που απαιτεί (θυσίες που εκείνος μισεί), η διάλυση του σώματος από τη συνεχή καταπόνηση (όλοι ζουν με χάπια), το βαρύ τίμημα της επιτυχίας τελικά, το οποίο ο ίδιος δεν άντεξε για πολύ, δίνονται ανάγλυφα στο φιλμ. Το οποίο είναι επίσης μια ιστορία θεαματικής ανόδου, απίστευτης πτώσης και ανίοδου ξανά και το οποίο, δίχως να είμαι βαθύς γνώστης του χορού, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2016

"NAKED KISS" Ή Η ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ KAI Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ FULLER

Έναν μόλις χρόνο μετά το συγκλονιστικό "Shock Corridor", το 1964 δηλαδή, ο Samuel Fuller (1912-1997) γυρίζει άλλη μία εξαιρετική ταινία, το "Naked Kiss". Ένα φιλμ που μπερδεύει το αισθηματικό, το κοινωνικό, το νουάρ / αστυνομικό και το απόλυτα διεστραμμένο και νοσηρό στοιχείο σε ένα μείγμα που πολύ σπάνια συναντάμε στο παλιό αμερικάνικο σινεμά. Η πρωταγωνίστριά του είναι και πάλι η Constance Towers.
Η ταινία ξεκινά με μια σοκαριστική σκηνή: Μια εντελώς φαλακρή γυναίκα χτυπά άγρια, μέχρις αναισθησίας, με το παπούτσι της έναν μεθυσμένο άντρα! Η ιστορία πάει ως εξής: Μια πόρνη φτάνει άγνωστη σε μια πόλη, περνά ένα ρομαντικό βράδι με τον ντόπιο αστυνομικό και στη συνέχεια αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Γίνεται νοσοκόμα σε ένα ίδρυμα για ανάπηρα παιδιά, βοηθά τους πάντες - ανάμεσά τους και άλλες γυναίκες με προβλήματα, βγάζει τον καλύτερο εαυτό της και ανακαλύπτει τι της δίνει αληθινή χαρά στη ζωή, μετατρέπεται δηλαδή σε πραγματικό άγγελο αγαπητό σε όλους, τα φτιάχνει με τον πλουσιότερο άντρα της πόλης - και γόη συγχρόνως, αποφεύγει συστηματικά τον καταπιεστικό αστυνομικό... και αυτά είναι μόνο η επιφάνεια, καθώς στο τελευταίο ημίωρο τα πάντα ανατρέπονται με επίσης σοκαριστικό τρόπο.
Η ταινία ισορροπεί με παράδοξο τρόπο ανάμεσα στον ρομαντισμό και την απόλυτη καλοσύνη από τη μία και στη βία, τη σκληρότητα και τη διαστροφή από την άλλη. Οι σκηνές με τα ανάπηρα παιδάκια αγγίζουν σχεδον το νερόβραστο και το κιτς και ταυτόχρονα η "αρρώστια" παραμονεύει εκεί που δεν το υποψιάζεται κανείς. Ο Φούλερ, εν έτει 1964, δεν διστάζει να μιλήσει για θέματα ταμπού όπως η πορνεία, η παιδεραστία, η έκτρωση, ο φόνος, και να σκιτσάρει μια εντελώς σκοτεινή και βρώμικη κοινωνία, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για δημιουργό πολύ μπροστά από την εποχή του. Ακόμα πιο εντυπωσιακή όμως είναι η στάση του απέναντι στις γυναίκες: Ανατρέπει ολοκληρωτικά την ουσιαστικά μισογύνικη ματιά του νουάρ, από το οποίο ωστόσο δανείζεται στοιχεία (στα νουάρ η γυναίκα είναι μοιραία, διπρόσωπη, κυνική, συνήθως καταστρέφει τον άντρα) και την παρουσιάζει ως απόλυτο θύμα των αντρών. Εδώ αυτή είναι η καλή και οι άντρες είναι τα καθάρματα - με ποικίλους και ανατριχιαστικούς τρόπους, όπως θα δείτε (θα μάθετε και πού αναφέρεται το "γυμνό φιλί" του τίτλου). Η κοινωνία είναι απόλυτα ανδροκρατουμενη και γι' αυτό είναι τόσο χάλια, μοιάζει να  μας λέει! Ιδού ο παράδοξος φεμινισμός ενός "σκληρού" και πρωτότυπου δημιουργού.
Αν εξαιρέσετε μια παράξενη "κοιλιά" κάπου στη μέση (αναρωτιέται κανείς αν αυτή είναι ακόμα και ηθελημένη, προκειμένου να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη αντίθεση με το σοκ που ακολουθεί), η ταινία είναι εξαιρετική. Φτάνει να της συγχωρήσετε τη μείξη τόσων ετερόκλητων στοιχείων που ανέφερα στην αρχή. Συνολικά προσωπικά τη βρίσκω πραγματικά εξαιρετική.