Τρίτη, Νοεμβρίου 30, 2010

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΕΣ ΚΑΙ ΚΛΕΦΤΕΣ


Έχω κι άλλη φορά μιλήσει για τη λεγόμενη "Άνοιξη της Πράγας" και την άνθιση του τσεχοσλοβάκικου σινεμά της δεκαετίας του 60. Ήταν τότε που, αν και υπό σοβιετικού τύπου καθεστώς, ένας δροσερός αέρας ελευθερίας έμοιαζε να πνέει στη χώρα. Ελευθερία που διακόπηκε βάναυσα με την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Στον κινηματογράφο όμως, που μας ενδιαφέρει εδώ, είχαν προλάβει να γυριστούν πολλά δείγματα μιας νέας, φρέσκιας αντίληψης, που συχνά καυτηρίαζε το καθεστώς (και όχι μόνο) και, εν πάσει περιπτώσει, ουδεμία σχέση είχε με τον αρτηριοσκληρωτικό και καταναγκαστικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Ο Milos Forman, που τη δεκαετία του 70 έφυγε στη Δύση και έγινε διάσημος εκεί, είχε προλάβει να γυρίσει μερικά φιλμ στην πατρίδα του. Το "Φωτιά, Πυροσβέστες" (Horí, má panenko) είναι του 1967 και είναι η τελευταία του τσέχικη ταινία και μια από τις τολμηρότερες για τα μέτρα της εποχής. Πρόκειται για μια κωμωδία, σπάνια όμως έχετε δει τόσο πικρή κωμωδία. Διαδραματίζεται όλη σε μια νύχτα, σε έναν χορό του πυροσβεστικού σώματος, που γίνεται για να τιμηθεί ένας πολύ ηλικιωμένος πρώην συνάδελφος. Και, φυσικά, τίποτα δεν πάει καλά, τίποτα από όσα έχουν προγραμματιστεί δεν πραγματοποιείται και, τελικά, καταλήγουμε σε απόλυτο μπάχαλο.
Η πολλές κωμικοτραγικές καταστάσεις της βραδιάς δίνουν αφορμή στον Φόρμαν για έναν άνευ προηγουμένου καυτηριασμό του καθεστώτος, αλλά και του λαού του ίδιου και της κατάντιας του - εξ αιτίας ακριβώς του καθεστώτος. Δεκαετίες άκαμπτης γραφειοκρατίας, ευθυνοφοβίας και ανελευθερίας διαμόρφωσαν μια γενιά υποκριτών, χαμηλού πνευματικού επιπέδου και, κυρίως, κλεφτών. Πράγματι η κλοπή οποιουδήποτε πράγματος μπορεί να κλαπεί μοιάζει να είναι το αγαπημένο σπορ των καλεσμένων στο χορό και των πυροσβεστών των ίδιων. Παρακολουθώντας την εξέλιξη του φιλμ γελάς σε πολλά σημεία, αλλά δεν μπορείς ταυτόχρονα και να μη νοιώθεις πικρία για το πόσο στραβά πήγαν τα πράγματα σε όλα τα επίπεδα. Και βέβαια, αν ξεχάσει κανείς το συγκεκριμένο καθεστώς και τη χρονική περίοδο και κάνει μια γενίκευση, βλέπει όλη την ανθρώπινη μικροψυχία, υποκρισία, πονηριά σε όλο τους το μεγαλείο. Όπως παρατήρησε χαρακτηριστικά μια φίλη που βλέπαμε μαζί την ταινία, μας δείχνει όλα τα ανθρώπινα ελαττώματα με αστείο τρόπο. Και όλη την κοινωνική σαπίλα και τη μιζέρια που κρυβόταν κάτω από μια - υποτίθεται - απαστράπτουσα επιφάνεια, όπου, στα νούμερα τουλάχιστον, όλα πήγαιναν ρολόι.
Δείτε το αν μπορέσετε, για να πάρετε μια καλή γεύση ενός μικρού μέρους του κινηματογράφου του "υπαρκτού σοσιαλισμού", που, παραδόξως, κατάφερε για λίγο να υψώσει το ανάστημά του και να πει τα πράγματα έξω από τα δόντια. Και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αστείο (μάλλον κωμικοτραγικό, όπως είπα πιο πάνω) τρόπο.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 29, 2010

500 ΕΞΥΠΝΑ ΔΟΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ


Μπορεί μια απλούστατη σύγχρονη κομεντί (προσοχή: όχι "ρομαντική κομεντί", σκέτο κομεντί) να έχει πολύ ενδιαφέρον σαν ταινία; Θα ήμουν αρκετά επιφυλακτικός, πρόσφατα όμως είδα τις "500 Μέρες με τη Σάμερ" ("(500) Days of Summer") του Marc Webb, που είναι μάλιστα και πρωτοεμφανιζόμενος, γυρισμένη το 2009, και άλλαξα γνώμη.
Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι πρόκειται για μια πολύ απλή ιστορία: Αγόρι γνωρίζει κορίτσι, τα φτιάχνουν, αυτός είναι ερωτευμένος και έχει "σοβαρό σκοπό", αυτή πάλι είναι πιο χαλαρή... Τέτοια πράγματα. Ε, λοιπόν αυτή η χιλιοειπωμένη ιστορία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Βασικό ατού της ταινίας είναι, κατά τη γνώμη μου, η πολύ έξυπνη και φρέσκια σκηνοθεσία. Ο νέος σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο, δίνοντάς μας τις 500 μέρες τις οποίες θέλει να αφηγηθεί με μπερδεμένη σειρά και κάνοντάς μας να συμπληρώνουμε σιγά - σιγά το παζλ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Εκτός από την διάθεση που αλλάζει συχνά, περνώντας από το χιούμορ στο δράμα και από το παιχνιδιάρικο και ρομαντικό στα όρια της απελπισίας, αλλάζει και ο ίδιος ο τρόπος της σκηνοθεσίας, το στιλ της εικόνας. Σκηνές επιταχύνονται, αναφορές γίνονται πολλές, κάποια στιγμή περνάμε αστραπιαία σε μιούζικαλ, ακόμα και κινούμενο σχέδιο συνυπάρχει με τους ηθοποιούς σε κάποια σκηνή. Προσωπικά βρήκα όλο αυτό το παιχνίδι έξυπνο και αναζωογονητικό για ένα είδος που... ξέρετε τώρα.
Να τονίσω επίσης ότι μέσα σε όλο αυτό το παιχνίδι με τα στιλ και τις διαθέσεις, η ταινία αποπνέει τελικά έναν βαθύ ρεαλισμό σε θέματα σχέσεων. Τελικά, σκέφτεσαι όταν τελειώσει το φιλμ, κάπως έτσι δεν γίνονται τα πράγματα; Δεν βρισκόμαστε συνήθως μακριά από αιώνιους έρωτες, όρκους, ακραία πάθη και διάφορα άλλα τέτοια, από τα οποία είναι πλημμυρισμένες οι αισθηματικές ταινίες; Εδώ όλα συμβαίνουν όπως λίγο - πολύ συμβαίνουν και στην πραγματικότητα. Δίχως σεναριακές ωραιοποιήσεις.
Θα ήταν άδικο να μην αναφερθώ και στη γλυκειά ποπ που διατρέχει το φιλμ - και στην οποία γίνονται και συχνές ρητές αναφορές (η μουσική "παίζει" δηλαδή και στο σενάριο). Belle and Sebastian, Smiths, Georgina Spector και αρκετά άλλα ακούγονται - ή αναφέρονται - και προσθέτουν πολύ στη φρεσκάδα του πράγματος. Οπότε... ακόμα κι αν δεν πολυσυμπαθείτε τις κομεντί, θυμηθείτε ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια από τις ευπρόσδεκτες εξαιρέσεις.

Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2010

ΚΙ ΑΛΛΟΣ ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ, ΑΛΛΑ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ


Όπως είναι απόλυτα φυσικό, το σίριαλ συνεχίζεται μέχρι τελικής πτώσης. Τόσα λεφτά βγάζει, μισό θα το αφήσουμε; Ο μικρός μάγος Χάρι Πότερ μπαίνει στο τελευταίο κεφάλαιο των περιπετειών του, εκατομμύρια στενοχωριούνται γι' αυτό, εγώ πάντως μάλλον ανακούφιση νοιώθω. "Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου" (2010) λοιπόν, όπου ο Χάρι και οι φίλοι του αντιμετωπίζουν μόνοι τους πλέον τις καταχθόνιες δυνάμεις του Βόλντεμορτ που έχει καταλάβει Κολέγιο, Υπουργείο και τα πάντα, χωρίστηκαν σε δύο τεράστια μέρη και γυρίστηκαν από τον τηλεοπτικό David Yates. Η τελευταία συνέχεια αναμένεται προσεχώς.
Δεν σας κρύβω όμως ότι με τους Κλήρους αυτούς έπληξα αρκετά. Ας παραδεχτώ όμως, αρχικά, ότι η ταινία διαθέτει μια ιδιαίτερα σκοτεινή ατμόσφαιρα, τόσο νοηματικά όσο και κυριολεκτικά (εννοώ τα σκούρα, σχεδόν μαύρα, χρώματα που κυριαρχούν στην οθόνη). Για μένα αυτό είναι ευπρόσδεκτο στοιχείο, καθώς κάνει την όλη σειρά πιο ενήλικη. Ωστόσο βρήκα ότι έκανε αρκετές κοιλιές και το συνεχές πήγαιν' - έλα με τους διακτινισμούς ή όπως αλλιώς λέγονται τέλος πάντων όλες αυτές οι τηλεμεταφορές και τα συνεχή ωραία και έρημα τοπία με έκαναν να βαρεθώ. Γενικά το βρήκα λιγότερο σφιχτό από άλλες "συνέχειες". Σ' αυτό συνέβαλλε σίγουρα και η μεγάλη διάρκεια. Καλά, κάνετε το πρώτο μέρος μιας ταινίας (που, σημειωτέον, σ' αφήνει στα κρύα του λουτρού να περιμένεις τη συνέχεια) σε δύο μέρη. Είναι ανάγκη κι αυτό το πρώτο μέρος να το κένετε τόσο μεγάλο; 146 ολόκληρα λεπτά; Ουφ!
Όπως καταλαβαίνετε δεν είμαι ιδιαίτερος φαν της σειράς. Δεν λέω, είδα ευχάριστα μερικά από τα επεισόδια (και στη συνέχεια τα ξέχασα, με αποτέλέσμα να έχω κάποια προβληματάκια στο ποιος είναι ποιος και τι είχε γίνει πριν), πέρασα λοιπόν σχετικά καλά, αλλά βαρέθηκα. Χαίρομαι που φτάνουμε στο τέλος.
Πρέπει πάντως να πω, για να μην αδικήσω εντελώς αυτή την τελευταία - προτελευταία (πάρτε το όπως θέλετε) συνέχεια, ότι διαθέτει κατά τη διάρκειά της ένα λιγόλεπτο κινούμενο σχέδιο, που το βρήκα εκπληκτικό εικαστικά. Μακάρι να ήταν έτσι όλο το φιλμ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

Ο ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΒΑΪ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


Ο David Lean (1908–1991), που θεωρείται ο μεγαλύτερος βρετανός σκηνοθέτης, γυρίζει το 1957 μια από τις γνωστότερες ταινίες του, την επική "Γέφυρα του Ποταμού Κβάι". Μια ομάδα βρετανών αιχμαλώτων σε γιαπωνέζικο στρατόπεδο υποχρεώνεται να χτίσει μιας στρατηγικής σημασίας γέφυρα στον ποταμό Κβάι, κάπου στη ζούγκλα της Ταϊλάνδης. Η στρατιωτική και όχι μόνο τιμή των αιχμαλώτων τους υποχρεώνει με τη σειρά της να φτιάξουν το μεγάλο έργο με άψογο τρόπο, παρά το ότι θα βοηθήσει, προφανώς, τον εχθρό. Παράλληλα οι συμμαχικές δυνάμεις καταστρώνουν σχέδια για να καταστρέψουν την καινούρια γέφυρα...
Πρόκειται βέβαια για μια από τις διασημότερες πολεμικές ταινίες όλων των εποχών. Πολεμικές με την έννοια ότι είναι μια ιστορία πολέμου, που διαδραματίζεται κατά τη διάρκειά του. Διότι, πέραν αυτού, ελάχιστες μάχες παρακολουθούμε κατά την σχεδόν τρίωρη διάρκειά της. Το βάρος, αντίθετα, πέφτει στους χαρακτήρες και στις συγκρούσεις τους. Ο βρετανός αξιωματικός, ο γιαπωνέζος διοικητής του στρατοπέδου και ο αμερικανός δραπέτης είναι οι βασικότεροι απ' αυτούς. Και βέβαια προκύπτουν ζητήματα τιμής, σύγκρουσης καθήκοντος - ατομικής ικανοποίησης, τήρησης ή καταπάτησης κανόνων κλπ. Ο βρετανός αξιωματικός (Άλεκ Γκίνες) είναι τυπικός και πιστός στους νόμους του πολέμου, φτάνοντας, για να τους τηρήσει, μέχρι τον απόλυτο ηρωισμό. Ο αμερικανός (Ουίλιαμ Χόλντεν) είναι απόλυτα αντιηρωική φιγούρα, που κάποια στιγμή αναγκάζεται να γίνει ήρωας. Και κάπου εδώ ο Λιν αρχίζει τα μπερδεύει τα πράγματα και τα όρια ανάμεσά τους.
Το ζητούμενο, βλέπετε, για μένα είναι αν τελικά η ταινία είναι πολεμική ή αντιπολεμική. Καταλήγω λοιπόν στο δεύτερο. Πριν απ' αυτό όμως θα δούμε πώς θολώνουν τα νερά όσον αφορά τους χαρακτήρες που προαναφέραμε. Ο βρετανός είναι εξ αρχής ήρωας, έτοιμος να υποστεί τα πάντα, να θυσιαστεί για τις αρχές του. Είναι όμως αυτό ξεκάθαρο ή πρόκειται για μια περίπτωση τυπολατρείας, αρτηριοσκληρωτισμού, νομολαγνείας; Η τελική παράνοιά του, που φτάνει στα όρια της προδοσίας, καθόλου δεν μας επιτρέπει να τον θεωρήσουμε θετικό χαρακτήρα, τέλειο τύπου ηρωικού αξιωματικού. Ο αμερικανός πάλι, κλασική περίπτωση καλοπερασάκια, που έχει γραμμένο τον πόλεμο και τα περί αυτόν και κοιτά να περάσει όσο πιο καλά γίνεται, στο τέλος καταλήγει ήρωας, με απολυτα θετικό ρόλο για την πατρίδα, κυριολεκτικά με το ζόρι, μετά από εκβιασμό. Ποιος είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακός" λοιπόν; Ή μάλλον είναι καλύτερα να αναρωτηθούμε: Υπάρχουν τελικά καλοί και κακοί;
Κι υπάρχουν και οι πολύ δυνατές σκηνές του τέλους. Όπου η ανθρώπινη παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα ξετυλίγονται σε όλο τους το μεγαλείο. Ολόκληρο το φιλμ ουσιαστικά είναι ένα γαϊτανάκι του παράλογου, που, βέβαια, φτάνει στα απώτατα όριά του σε περιόδους πολέμου, όπου ο άνθρωπος επιδεικνύει σε όλο της το μεγαλείο την ηλιθιότητά του. Όλος αυτός ο τεράστιος, πολύμηνος ανθρώπινος μόχθος, οι θυσίες, οι θάνατοι, για κάτι που άλλοι ετοιμάζονται να καταστρέψουν μέσα σε ελάχιστα λεπτά, καταδεικνύει με τον πειστικότερο τρόπο την παράνοια που σας έλεγα. Χαρακτηριστική είναι και η τελευταία ατάκα της ταινίας, αυτή του γιατρού, που μιλά ακριβώς γι' αυτή την παράνοια. Μ' όλα αυτά στο τέλος στο θεατή δεν μένει καμιά απολύτως γεύση ηρωισμού, εκτέλεσης του καθήκοντος, θυσίας σε υψηλά ιδανικά και άλλα τέτοια βαρύγδουπα και συνήθως κούφια, αν όχι και εκ του πονηρού. Το μόνο που απομένει είναι μια αίσθηση κενού, ματαιότητας, κι ένα αναπάντητο ερώτημα: "Μα γιατί όλα αυτά;". Ή, αν θέλετε, τελικά πόσο ηλίθιοι και αυτοκαταστροφικοί είμαστε ως είδος; Γι' αυτό σας είπα ότι θεωρώ τον "Κβάι" ως μία ύψιστη αντιπολεμική ταινία. Και, βλέποντάς της υπ' αυτό το πρίσμα, μου αρέσει πολύ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 24, 2010

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΑΛΗΘΙΝΑ ΤΟΝ ΛΙΜΠΕΡΤΙ ΒΑΛΑΝΣ;


Το 1962 ο αρχετυπικός αμερικανός σκηνοθέτης John Ford (1894-1973) γυρίζει το κλασικό γουέστερν The Man Who Shot Liberty Valance (Ποιός σκότωσε τον Λίμπερτι Βάλανς;), ένα από τα αγαπημένα μου γουέστερν όλων των εποχών. Αν νομίζετε ότι το παρακμασμένο σήμερα αυτό είδος διαθέτει μόνο πιστολίδι και γενναίους κάου μπόις δεν έχετε παρά να δείτε αυτό το φιλμ για να αλλάξετε γνώμη.
Νοσταλγικό, βαθιά συγκινητικό και ταυτόχρονα μελέτη για μια κρίσιμη καμπή της Αμερικής, υποστηρίζεται από ένα εξ ίσου κλασικό καστ (Τζέιμς Στιούαρτ, Τζον Γουέιν, Λι Μάρβιν), δίχως να υστερεί καθόλου σε ένταση. Πικρό σχόλιο πάνω στη φύση της έννοιας του ηρωισμού και της θυσίας, μιλά συγχρόνως για την παραχάραξη της ιστορίας (εδώ με καλό σκοπό βέβαια, αλλά δεν παύει να είναι παραχάραξη).
Ολόκληρη η ταινία είναι ένα συνεχές φλας μπακ, καθώς από την αρχή μαθαίνουμε τον θάνατο από φυσικά αίτια ενός άγνωστου σε μια μικρή πόλη του Ουέστ. Ποιος είναι όμως στ' αλήθεια αυτός ο άγνωστος και γιατί ένας γερουσιαστής και η γυναίκα του σπεύδουν από την Ουάσινγκτον να παρακολουθήσουν την κηδεία του; Η επιστροφή στο παρελθόν καταγράφει τη στιγμή που στη νεαρή ακόμα χώρα συγκρούονται δύο μορφές νόμων: Αυτός όπως τον ξέρουμε σήμερα, με τα ίσα δικαιώματα, τη θεσμοθετημένη δικαιοσύνη κλπ. και ο άγριος νόμος του πιστολιού και της βίας, όπως αυτός εκφράζεται από τους γαιοκτήμονες που καταλαμβάνουν αυθαίρετα εκτάσεις, διατηρούν πληρωμένους πιστολάδες και χάνουν τα συμφέροντά τους με την επικράτηση της σημερινής μορφής πολιτείας και έννομης τάξης (με τα πολλά προβλήματά της κι αυτή βεβαίως). Γενικά νομίζω ότι αυτό το πέρασμα από τη βαρβαρότητα στην έννομη τάξη (ό,τι τέλος πάντων σημαίνει αυτό σήμερα) είναι το ουσιαστικό νόημα του φιλμ.
Συγχρόνως ο Φορντ μιλά μελαγχολικά για αληθινούς ήρωες που παρέμειναν για πάντα στην αφάνεια και για κάποιους άλλους που καρπώνονται τη δόξα τους και γίνονται σύμβολα. Μας λέει ότι "ναι, χρειάζονται αυτά τα σύμβολα, αλλά, τέλος πάντων, η αλήθεια βρίσκεται αλλού". Μας μιλά για απλούς, άγνωστους ανθρώπους που στην πραγματικότητα τα έκαναν όλα κι όμως έμειναν για πάντα στη σκιά αστραφτερών "βιτρινών".
Πέραν απ' όλα αυτά, η ταινία με κράτησε απόλυτα και με συγκίνησε βαθιά. Διάβασα ότι πρόκειται για το τελευταίο γουέστερν του Φορντ, που τότε ήταν ήδη 68 ετών. Ίσως γι' αυτό να υπάρχει τόσο έντονα όλη αυτή η νοσταλγία, η συγκίνηση, η πίκρα αν θέλετε. Κάτι σαν χρέος τιμής στις ρίζες της χώρας και υπενθύμιση του βίαιου παρελθόντος της, αλλά και στις δικές του κινηματογραφικές ρίζες, το γουέστερν δηλαδή, που τον καθιέρωσε σαν μεγάλο δημιουργό. Όπως καταλάβατε, το θεωρώ κλασικό.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2010

ΕΝΩΠΙΟΝ ΘΕΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Το "Ενώπιον θεών και ανθρώπων" (Des hommes et des dieux) είναι μια γαλλική ταινία του 2010 του Xavier Beauvois. Βασίζεται σ' ένα αληθινό γεγονός που συνέβει το 1996 και αφορά τους γάλλους μοναχούς ενός μοναστηριού στην Αλγερία, που αποφασίζουν να μείνουν εκεί παρά τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχουν, τηρώντας ίσες αποστάσεις από τις αντιμαχόμενες πλευρές, ενώ γύρω τους μαίνεται ο σχεδόν εμφύλιος ανάμεσα στο στρατό και ισλαμιστές αντάρτες.
Η ταινία τού, υποθέτω, χριστιανού σκηνοθέτη περιγράφει την ήσυχη, ειρηνική καθημερινότητα των μοναχών, που μοιράζεται ανάμεσα στην ιατρική φροντίδα των φτωχών κατοίκων του γειτονικού χωριού, στις δουλειές της μονής και στις καθημερινές λειτουργίες και στη συνέχεια ανατρέπει την ρουτίνα αυτή καθώς ο πόλεμος και η βία χυπούν την πόρτα του μοναστηριού. Βρίσκει έτσι την ευκαιρία να θέσει μια σειρά από διλήμματα που αφορούν την πίστη και το νόημά της, την αγάπη προς τη ζωή ή την αφοσίωση μέχρις εσχάτων στην αποστολή που οι ίδιοι επέλεξαν και, σε πρακτικό επίπεδο, το αν θα φύγουν οι μοναχοί ή αν θα παραμείνουν στην επικίνδυνη αυτή περιοχή. Θρησκευτικής κυρίως φύσης (αλλά και υπαρξιακής ενίοτε) οι προβληματισμοί αυτοί διακόπτονται από συνεχείς σκηνές λειτουργίας που καθημερινά τελούν οι μοναχοί και από τους ύμνους που διαρκώς ψέλνουν, ενώ συγχρόνως σκιαγραφούνται και τα ατομικά ποτρέτα του καθενός απ' αυτούς.
Αυστηρή σκηνοθεσία και λιτή, μινιμαλιστική ενίοτε εικόνα συνυπάρχουν για να μας μεταδόσουν την αυστηρή πνευματικότητα, τη γαλήνη και την ειρηνική ζωή της μονής, ζωή που δείχνουν να αποδέχονται απολυτα και να απολαμβάνουν οι μοναχοί (πριν αρχίσουν τα δύσκολα βεβαίως).
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το φιλμ, που σε κάποια σημεία του με κούρασε. Ίσως να φταίει και το ότι δεν έχω εντρυφήσει σε θρησκευτικής φύσης προβληματισμούς ή παρόμοια διλήμματα. Σε πολιτικό επίπεδο πάντως έχει ενδιαφέρον να "χωνέψει" κανείς το δύσκολο, αναπάντητο σχεδόν δίλημμα που τίθεται σε συγκρούσεις σαν κι αυτή (και που δυστυχώς είναι συχνές στον πλανήτη): Από τη μία ένας σκληρός, σχεδόν φασιστικός κρατικός στρατός, από την άλλη φανατικοί, εγκληματίες ισλαμιστές τυφλωμένοι από την πίστη στη θρησκεία τους. Σκατά εναντίον σκατών. Και στο μέσον κάποιοι απλοί, φτωχοί (διότι μόνο σε τριτοκοσμικές περιοχές σοβούν τέτοιες συγκρούσεις), αθώοι άνθρωποι, που το μόνο που θέλουν είναι να ζήσουν ήσυχα και όσο πιο καλά μπορούν τη ζωή τους. Σύμφωνοι, μ' αυτούς είμαστε προφανώς, αλλά αυτοί δεν αποτελούν μέρος της σύγκρουσης. Όσον αφορά τα δύο εμπόλεμα μέρη όμως, τι θέση παίρνει κανείς; Προσωπικά βρίσκω το ερώτημα αδιέξοδο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 21, 2010

ΣΤΟ "ΚΟΚΚΙΝΟ"


Το "Red" γυρίστηκε το 2010 από τον Robert Schwentke και βασίζεται σε κόμικς του διάσημου σεναριογράφου Warren Ellis. Όπως είναι σχετική μόδα τα λίγα τελευταία χρόνια, έχει σαν ήρωες μια ομάδα "συνταξιοδοτημένους" πράκτορες της CIA και άλλων σχετικών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, οι οποίοι βεβαίως, παρά τα χρόνια τους, είναι ικανοί να διαλύσουν κάθε "παιδαρέλι" που πάει να τους τη βγει - πολύ περισσότερο μάλιστα όταν αυτοί οι πιστιρικάδες, εξ ίσου πράκτορες της CIA, του FBI και δεν ξέρω ποιας άλλης μυστικής οργάνωσης, θέλουν να τους σκοτώσουν για άγνωστους λόγους.
Οπότε, καταλάβατε. Χαμός από την αρχή μέχρι το τέλος, πιστολίδι, εκρήξεις, ταρζανιές κάθε είδους... και βέβαια πολύ χιούμορ, που είναι το στοιχείο που σώζει την κατάσταση. Διότι, προφανώς, αν δεν υπήρχε το χιούμορ και όλα αυτά ήταν "σοβαρα", η ταινία μάλλον δεν θα βλεπόταν. Πιστεύω ότι αυτό που τη σώζει και σε κάνει να περνάς δύο ευχάριστες ώρες - αν είσαι φίλος των μπαμ-μπουμ βεβαίως - είναι ακριβώς το ότι σε καμία περίπτωση δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Κάνει χαβαλέ και δεν ντρέπεται καθόλου γι' αυτό. Και βέβαια υπάρχει και το απίστευτο καστ: Μπρους Γουίλις, Τζον Μάλκοβιτς, Έλεν Μίρεν, Μόργκαν Φρίμαν, Τζον Ντρέιφους, Έρνεστ Μποργκνάιν... Τι άλλο θέλετε;
Αυτό πάντως που μας προβληματίζει (για γενικότερους λόγους) είναι το στόρι της ταινίας - όσο προσχηματικό κι αν είναι αυτό. Είναι πλέον κοινός τόπος για τα αμερικάνικα χολιγουντιανά φιλμ, εν μέσω χαβαλέ και πλήρους χαμού, να λέγεται ξεκάθαρα ότι όλοι οι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών είναι αδίστακτοι δολοφόνοι - αφού έτσι τους διατάζουν τι να κάνουν κι αυτοί; - κι ότι ούτε λίγο ούτε πολύ ο "κακός" της ταινίας είναι ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, που ετοιμάζεται να βάλει υποψηφιότητα για πρόεδρος. Αυτά που στη δεκαετια του 70 ας πούμε θα ήταν φοβερά τολμηρές αποκαλύψεις και θα ξεσήκωναν θύελα συζητήσεων, τώρα είναι κοινώς αποδεκτά και θέμα χαβαλετζίδικων ταινιών που με απόλαυση και εν μέσω ποπ κορν απολαμβάνουν χιλιάδες έφηβοι. Μάλιστα. Πόσο πιο σκατά μπορεί να γίνει αυτή η χώρα;
Τέλος πάντων, είπα ότι αν δεν το πάρει κανείς στα σοβαρά (αυτό είναι προϋπόθεση)περνά κανείς δυο ευχάριστες ώρες, γεμάτες δράση, έξυπνες ατάκες και χιούμορ. Αυτό είναι σίγουρο. Απλώς έχω πλέον βαρεθεί τις ευχάριστες ταινίες που ξεχνάς δυο ώρες μετά.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 18, 2010

ΤΟ "ΧΑΡΙΣΜΑ" ΚΑΙ Η (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ) ΚΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΜΕΝΤΙ


Έχω με χαρά πει ότι τα δύο - τρία τελευταία χρόνια ζούμε κάτι σαν άνθηση του ελληνικού σινεμά. Ή, τέλος πάντων, δεν ισχύει πια αυτό που κάποτε (τι κάποτε δηλαδή, μέχρι αρκετά πρόσφατα) ίσχυε: "Ελληνικό; Άστο καλύτερα..." Τώρα οι ελληνικές ταινίες οφείλουν πλέον να αντιμετωπίζονται όπως όλες οι άλλες: Υπάρχουν καλές και κακές.
Έκανα αυτές τις αισιόδοξες (εν μέσω γενικής μαυρίλας) σκέψεις βλέποντας το "Χάρισμα", πρώτη ταινία της Χριστίνας Ιωακειμίδη. Που είναι μια κλασική κομεντί. Αγόρι, κορίτσι, έρωτας, αισθηματικά σκαμπανεβάσματα... τέτοια πράγματα. Να όμως που εδώ έχουμε να κάνουμε με μια απόλυτα φρέσκια ματιά, απαλλαγμένη εντελώς από το κιτς και ενίοτε χυδαίο τηλεοπτικό στιλ (πόσο κακό έχει κάνει αυτή η τηλεόραση...) Η Ιωακειμίδη επιλέγει σαν ήρωες δύο εντελώς διαφορετικούς και αταίριαστους χαρακτήρες και... προσπαθεί να τους φέρει κοντά. Εκείνος αμπλαούμπλας, πηγαίος - για να είμαστε ακριβείς εντελώς χύμα - εκείνη πιο ιντελέκτουαλ, κομψή, πιο "μοντέρνα" τέλος πάντων. Μπορεί ποτέ αυτοί οι δύο να ερωτευτούν;
Φυσικά δεν είναι το συγκλονιστικό αυτό ερώτημα που κάνει καλή την ταινία. Είναι η φρέσκια ματιά, το έξυπνο χιούμορ, η μοντέρνα γραφή, η κομψότητα της αφήγησης, οι δύο πρωταγωνιστές (όλα τα λεφτά ο άγνωστός σε μένα Μάκης Παπαδημητρίου), οι ευρηματικές καταστάσεις, οι χώροι της σύγχρονης Αθήνας που έχουν επιλεγεί και που είναι καθημερινοί κι όχι φτιαχτοί και ψεύτικοι... Γενικά είναι ένα φιλμ απόλυτα feelgood, ενίοτε ξεκαρδιστικό, δίχως, όπως είπα και πιο πάνω, να καταφεύγει ούτε στιγμή σε χοντράδες. Ε, και λίγος Κουστουρίτσα στην τελευταία (μόνο στην τελευταία, μη βγάλετε λάθος συμπεράσματα) σκηνή δεν βλάπτει.
Μπορεί φυσικά να αναρωτηθεί κανείς: "Μα καλά, είναι δυνατόν να υπάρξει τέτοιο ζευγάρι;" Ίσως όχι, θα μπορούσα κι εγώ να απαντήσω. Αλλά εδώ δεν πάμε να δούμε ρεαλιστικό σινεμά, "βγαλμένο απ' τη ζωή", αλλά, το είπαμε, μια πολύ ευχάριστη κομεντί. Δείτε το λοιπόν έχοντας πάντοτε αυτό υπ' όψη. Αν το κάνετε, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε πραγματικά και θα βγείτε μ' ένα μεγάλο χαμόγελο.
Βλέπετε ότι έγραψα πολύ καλά λογια, μην με παρεξηγήσετε όμως. Δεν το θεωρώ αριστούργημα. Κι είμαι σίγουρος ότι ούτε και η Ιωακειμίδη είχε σα στόχο να κάνει μια ταινία - σταθμό στην 7η Τέχνη. Ήθελε, πιστεύω, να κάνει μια σύγχρονη, ευχάριστη, φρέσκια ταινία. Και το πέτυχε απόλυτα. Και, στο κάτω - κάτω, είναι η πρώτη φορά που βλέπω ένα καλό ελληνικό δείγμα του είδους που λέγεται κομεντί. Μέχρι τώρα, στο είδος αυτό... άστα να πάνε. Α, και κάτι άλλο. Χαίρομαι που τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα αρχίζουν να γυρίζονται ταινίες είδους. Ήταν κάτι που ουσιαστικά δεν υπήρχε στην μεταπολιτευτική κινηματογραφία μας.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2010

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ... Ο ΛΕΟΝΕ


Είναι συνηθισμένο πολλοί σύγχρονοι θεατές να μην αντέχουν τους αργούς ρυθμούς σε μια ταινία. Μπορούν λοιπόν να κατηγορήσουν πλήθος μεγάλων σκηνοθετών γι' αυτό. Παραδόξως πολλοί απ' αυτούς λατρεύουν τις ταινίες του Sergio Leone (1929-1989). Κι όμως το περίφημο "C'era una volta il West" (Μια φορά κι έναν Καιρό στη Δύση) του 1968 είναι μια εξαιρετικά αργή ταινία. Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με το αργό ή μη μιας ταινίας, απλώς επισημαίνω την αντίφαση.
Επικό γουέστερν - σπαγγέτι, με τον Λεόνε να βρίσκεται στην ακμή της δημιουργικότητάς του, η ταινία χρησιμοποιεί ξανά ένα τυπικό θέμα του σκηνοθέτη: Η σύγκρουση δεν αφορά δύο, έναν "καλό" κι έναν "κακό", αλλά τρεις. Όλοι εναντίον όλων αρχικά, δημιουργία συμμαχιών στη συνέχεια, εμπλοκή και του πολιτικού στοιχείου, αφού ενεργό ρόλο παίζουν οι πλούσιοι (είτε κτηματίες είτε άνθρωποι που έχουν οικονομικά συμφέροντα στην επέκταση του σιδηροδρόμου, δίχως να λογαριάζουν τίποτα προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους), η ταινία καταφέρνει να μιλήσει "παράπλευρα" και για ένα άλλο σημαντικό θέμα για τη δημιουργία του αμερικάνικου κράτους: Τη στιγμή που η ωμή βία με την οποία επιβάλλονταν τα κάθε λογής συμφέροντα των ισχυρών δίνει τη θέση της σε άλλους, πιο έμμεσους τρόπους όπως η πολιτική δύναμη ή αυτή του χρήματος. Προσέξτε: Τα συμφέροντα είναι πάντα ίδια και ο στόχος επίσης. Απλώς αλλάζουν τα μέσα και σιγά - σιγά οδηγούμαστε προς την σύγχρονη κατάσταση.
Φυσικά είναι κάπως άτοπο να κάνεις κυρίως πολιτική ανάλυση σε μια ταινία σαν αυτή. Αυτό που προέχει εδώ είναι η γοητεία του γουέστερν: Του γυμνού, απέραντου, ηλιοψημένου, έρημου τοπίου, των σκληροτράχηλων ηρώων (Χένρι Φόντα, Τσαρλς Μπρόνσον και Τζέισον Ρόμπαρντς έχουν εδώ την τιμητική τους), των μονομαχιών, της εκδίκησης, κεντρικού μοτίβου πλήθους ταινιών του είδους (η οποία, ως γνωστόν, είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο), της αντρικής φιλίας, της όμορφης γυναίκας κάπου στη μέση όλων αυτών κλπ. Και φυσικά της αξέχαστης μουσικής του Ένιο Μορικόνε. Ο Λεόνε, όπως είπα στην αρχή, σκηνοθετεί με αργούς ρυθμούς, με σεκάνς όπου δεν συμβαίνει τίποτα καθώς η κάμερα περιπλανιέται αργά στα πρόσωπα των ηρώων. Οι ρυθμοί αυτοί όμως καταφέρνουν να επιτείνουν την αγωνία του θεατή, αφού όλα κρέμονται από μια κλωστή, αφού όλοι ξέρουμε ότι αυτή η ηρεμία είναι απλώς η ήσυχη στιγμή πριν το ξέσπασμα της θύελλας. Και, κυρίως, προσδίδουν στις πράξεις και τις κινήσεις των λιγομίλητων ηρώων έναν τελετουργικό χαρακτήρα, αρχετυπικό θα λέγαμε, που τελικά διαπερνά όλόκληρο το φιλμ.
Αν είστε φαν των γουέστερν (σπαγγέτι ή μη) η ταινία είναι must. Κι αν δεν είστε όμως, θα απολαύσετε ένα από τα σημαντικά δείγματα ενός χαρακτηριστικού είδους της κινηματογραφικής ιστορίας.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 15, 2010

ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ "TRAINSPOTTING"


To "Trainspotting" του 1996, δεύτερη ταινία του Danny Boyle, δίχασε από την πρώτη κιόλας μέρα της προβολής του. Είναι, βλέπετε, η ταινία που τόλμησε να δείξει μια παρέα τζάνκις δίχως την κλασική μιζέρια που συνοδεύει πάντοτε ένα τέτοιο θέμα, αλλά με χιούμορ, με γρήγορους ρυθμούς, με απόλυτα μοντέρνα γραφή. Η "κατηγορία" λοιπόν είναι ότι είναι ένα φιλμ υπέρ των ναρκωτικών. Είναι άραγε έτσι;
Πριν πω τη γνώμη μου γι' αυτό θα πω και πάλι ότι η ταινία βλέπεται "μονορούφι" χάρη στο γρήγορο μοντάζ, στην εναλλαγή αληθινών γεγονότων και φαντασιώσεων, στους απολαυστικούς χαρακτήρες και γενικά στο ιδιαίτερα πιασάρικο στιλ, που ενίοτε θυμίζει βιντεοκλίπ. Προσωπικά τουλάχιστον την απόλαυσα. Η παρέα των σκοτσέζων τζάνκις δεν κάνει απολύτως τίποτα δημιουργικό. Τα πάντα γι' αυτούς περιστρέφονται γύρω από την πρέζα - όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα δηλαδή. Πώς θα βρουν, αν είναι καλή, αν μπορούν να "καθαρίσουν" μόνοι τους ή αν γουστάρουν να ξανακυλήσουν, τέτοια πράγματα. Όταν ο ένας φεύγει στο Λονδίνο και βρίσκει - καθαρός πλέον - μια "αξιοπρεπή" δουλειά, η παρέα θα τον ακολουθήσει εκεί με διάφορες συνέπειες.
Γυρνώντας τώρα στο φλέγον θέμα, ναι, η ταινία είναι ευχάριστη παρά το θέμα της, ναι, έχει πολύ χιούμορ, ναι, μερικοί από τους ήρωες - πρεζόνια είναι συμπαθητικοί, αλλά δεν νομίζω ότι παίρνει θέση υπέρ της ηρωίνης. Ίσα - ίσα, το όλο πράγμα, το όλο χάσιμο χρόνου, η απόλυτη απραξία των ηρώων, η βρωμιά στην οποία βρίσκονται διαρκώς, κάθε άλλο παρά ελκυστικά είναι. Και υπάρχουν και μερικές εφιαλτικές παραισθήσεις - κυρίως αυτή με το μωρό στις φάσεις που ο βασικός ήρωας προσπαθεί να αποτοξινωθεί μόνος του, αλλά και αυτή με τη λεκάνη τουαλέτας, που είναι τόσο απωθητικές (η πρώτη είναι και τρομακτική) που δεν νομίζω ότι σε κάνει να θέλεις να δοκιμάσεις. Και, βέβαια, το χειρότερο, υπάρχει κι ένας θάνατος, ένας εφιαλτικός θάνατος. Τι άλλο θέλετε; Και πώς τελειώνει το φιλμ; Με μια τεράστια, απόλυτη "πουστιά" από μέρος ενός από τους πρωταγωνιστές. Όχι, δεν νομίζω ότι πρόκειται για κολακευτικό πορτρέτο. Απλώς τολμά να πει ότι "ναι, η πρέζα είναι και γλυκιά". Αυτό όμως είναι προφανές, γνωστό. Αν δεν ήταν, αν ήταν κάτι που προξενούσε μόνο πόνο ή μόνο δυσάρεστα πράγματα τέλος πάντων, κανείς δεν θα εθιζόταν σ' αυτήν. Προφανώς εθίζεσαι επειδή σ' αρέσει και το ξανακάνεις. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι μυστικό που θα κάνει κάποιους να "πέσουν από τα σύννεφα".
Χαρακτηριστικό πάντως είναι και η περιφρόνηση (όχι πάντοτε ιδεολογικοποιημένη) των ηρώων προς κάθε τι "καθως πρέπει", προς κάθε αποδεκτή κοινωνική αξία. Και στα τολμηρά σημεία του φιλμ είναι και η σκηνή όπου οι ήρωες οικτίρουν την πατρίδα τους, τη Σκωτία, λέγοντας περίπου ότι "πρέπει να είμαστε πολύ χάλια λαός για να μας κατακτήσουν οι πιο άχρηστοι απ' όλους, οι Άγγλοι". Δεν νομίζω ότι κάποιος έλληνας θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο.
Η ταινία καθιέρωσε τον Boyle, που πριν απ' αυτήν ήταν γνωστός σε λίγους μόνο χάρη στο "Shallow Grave". Προσωπικά απόλαυσα αυτό το κράμα feelgood και απέχθειας, καθώς και το συχνά μαύρο χιούμορ της. Όσο για τα μηνύματά της... σας είπα παραπάνω τη θέση μου.

Κυριακή, Νοεμβρίου 14, 2010

"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ" ΚΑΙ Η ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Ο Charles Chaplin (1889–1977) γυρίζει το 1940 τον "Μεγάλο Δικτάτορα" (The Great Dictator) "εν βρασμώ" (αφού απεχθάνεται βαθύτατα αυτό που συνέβαινε τότε στην Ευρώπη) αποδεικνύοντας την πολιτική του τόλμη. Νομίζω ότι δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες του, αλλά η ιστορική της σημασία είναι μεγάλη.
Το 1940 η Αμερική δεν είχε μπει ακόμα στον πόλεμο. Επίσης, ενώ ήταν γνωστή η αντισημιτική υστερία των ναζί, ο κόσμος δεν γνώριζε ακόμα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις φρικαλεότητες που συνέβαιναν εκεί (ούτε και ο ίδιος ο Τσάπλιν προφανώς). Οπότε μια ταινία που γελοιοποιεί απόλυτα και ξεκάθαρα τον Χίτλερ και τον φασίστα σύμμαχό του Μουσολίνι είναι, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά τολμηρή. Είναι μια καθαρά πολιτική ταινία, με στόχο μια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία, τη φασιστική, και το Χόλιγουντ δεν έκανε μέχρι τότε πολιτικές ταινίες. Υπήρχαν ακόμα πολλοί που θαύμαζαν τον Χίτλερ σαν πολιτικό. Ο τελευταίος έγινε διεθνώς το πιο μισητό πρόσωπο μόνο μετά τον πόλεμο, όταν αποκαλύφτηκαν τα εκατομμύρια των θυμάτων του.
Ο Τσάπλιν δεν διστάζει να δείξει έναν γελοίο, παρανοϊκό, μεγαλομανή και συγχρόνως αδίστακτο τύπο. Όσο για τον Μουσολίνι, αυτός είναι απλώς γελοίος και μεγαλομανής. Η ταινία βασίζεται στο πολυχρησιμοποιημένο εύρημα του σωσία. Ο ήρωας είναι ένας απλός εβραίος κουρέας που τυχαίνει να μοιάζει πολύ με τον δικτάτορα Χίνκελ. Έτσι η ιστορία του απλού, καθημερινού ανθρωπάκου, τυπικού ήρωα στα φιλμ του Τσάπλιν, μπλέκεται μ΄ αυτήν του παρανοϊκού δικτάτορα.
Είπα στην αρχή ότι δεν είναι από τις καλύτερες ταινίες του Τσάπλιν. Μπορούμε και κάποιες κοιλιές να βρούμε και το χιούμορ δεν είναι τόσο δυνατό ίσως όπως σε άλλα φιλμ του. Ωστόσο περιέχει μερικές ξεκαρδιστικές και συγχρόνως κλασικές σκηνές, όπως αυτή του δικτάτορα με την υδρόγειο σφαίρα (τέλεια απεικόνιση της μεγαλομανίας και παράνοιας όλων των στρατόκαυλων δικτατόρων), της συνάντησης Χίτλερ - Μουσολίνι, του ξυρίσματος υπό τους ήχους της μυσικής του Μπραμς και άλλες. Γενικά παραμένει μια απολαυστική ταινία, με μεγάλη ιστορική αξία.
Υπάρχει και το μακρύ, διδακτικό λογίδριο υπέρ της ειρήνης, της δημοκρατίας κλπ. του Τσάπλιν στο τέλος. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν δεκτό ως υπρβολικά απλοϊκό και, όπως είπαμε, διδακτικό, και όντως κουράζει. Πρέπει όμως να το τοποθετήσουμε στα πλαίσια της εποχής. Ο Τσάπλιν λέει ξεκάθαρα τις πολιτικές του απόψεις (έστω και μ' αυτόν τον "άγαρμπο" τρόπο), τολμώντας να εναντιωθεί απόλυτα με τους θαυμαστές του ναζισμού που, όπως είπαμε, τότε ήταν ακόμα μια ακόμα πολιτική ιδεολογία που κάμποσοι ανά τον κόσμο είχαν ενστερνιστεί. Και μόνο γι' αυτή του την τόλμη του αξίζει ένα μπράβο. Κι ας αποβαίνει αυτό ενάντια στην τέχνη του.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 12, 2010

ΨΗΛΟΣ, ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΚΑΙ... ΓΟΥΝΤΙ


Εν έτει 2010 και στα 75 του πλέον, ο Woody Allen εξακολουθεί να είναι μια ακούραστη μηχανή παραγωγής ταινιών, με ρυθμό μια ταινία το χρόνο (ίσως και κάπως συντομότερα). Αυτό που διαρκώς με εκπλήσει είναι ότι ακόμα και οι μέτριες ταινίες του (κακές δεν νομίζω ότι έχει κάνει ποτέ) εξακολουθούν, αν μη τι άλλο, να βλέπονται πολύ ευχάριστα. Όπως το "Θα Συναντήσεις έναν Ψηλό Μελαχρινό Άνδρα" ας πούμε. Δεν είναι από τις καλύτερές του, πιθανόν επαναλαμβάνει τον εαυτό του, σπάνια όμως θα περάσει κανείς τόσο ευχάριστες δύο ώρες στο σινεμά.
Με λιγότερο χιούμορ και όχι τόσο σπινθηροβόλες ατάκες όσο στο προηγούμενό του, το "Everything Goes", το φιλμ εξακολουθεί να διαθέτει όλη την κομψότητα, την εξυπνάδα, την τρυφερότητα αλλά και τον κυνισμό, την ειρωνία, την ελαφρότητα και συγχρόνως τη σοφία του μεγάλου δημιουργού. Κι ας πρόκειται στην ουσία για μια απλή κομεντί. Οι μοίρες των (αρκετών) ηρώων διασταυρώνονται, χωρισμοί, καινούριοι έρωτες, αυταπάτες κάθε είδους, άγχη, αδιέξοδα, επιτυχίες και αποτυχίες, μικρές ανατροπές, ξεπηδούν καθημερινά, δίχως τελειωμό. Και η πικρή επωδός - απόλυτα αληθινή που όμως όλοι ξεχνάμε (θέλουμε να ξεχάσουμε τέλος πάντων) - είναι ότι ο μόνος "ψηλός μελαχρινός ξένος" που θα συναντήσεις δεν είναι ο απόλυτος ρομαντικός έρωτας, αλλά ο θάνατος. Ίσως μάλιστα εδώ ο Allen είναι κάπως πιο απαισιόδοξος από άλλες φορές, καθώς οι περισσότεροι από τους καλοδουλεμένους χαρακτήρες τους θα καταλήξουν σε αδιέξοδο.
Το άλλο σημαντικό συμπέρασμα που μας λέει η ταινία είναι ότι συχνά οι αυταπάτες μπορεί να κάνουν μεγαλύτερο καλό σε κάποιον απ' όσο οι αλήθειες. Έτσι δεν είναι; Συχνά η πίστη θεραπεύει (όχι υποχρεωτικά η θρησκευτική, οποιαδήποτε πίστη), άσχετα αν αυτό που πισεύει κανείς είναι αληθινό ή όχι.
Σας είπα: Δεν την θεωρώ από τις μεγάλες ταινίες του. Αλλά, διάβολε, δίχως να είναι κάτι ιδιαίτερο, το απόλαυσα. Ποτέ δεν μπορώ να πω όχι σ' έναν καινούριο Γούντι. Έχει άλλωστε αποδείξει εδώ και 40 χρόνια ότι κρατά τον πήχυ από ένα σταθερό ύψος και πάνω. Ποτέ πιο κάτω.
ΥΓ: Το έχω ξαναγράψει: Κατανοώ και σέβομαι όσους έχουν βαρεθεί τον Άλλεν. Είναι γεγονός ότι συχνά επαναλαμβάνει τον εαυτό του. Γι' αυτό και καταλαβαίνεις από την πρώτη στιγμή ότι βρίσκεσαι σε ταινία του. Όμως αυτό ακριβώς το έστω επαναλαμβανόμενο κλίμα, προσωπικά μ' αρέσει πολύ. Και αυτή η απίστευτη αντοχή του μ' αφήνει πάντοτε κατάπληκτο.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 10, 2010

Ο "ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ" ΚΑΙ Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ


Νομίζω ότι ποτέ στο σινεμά η έννοια της μοιραίας γυναίκας δεν έχει αποδοθεί τόσο αρχετυπικά όσο στον περίφημο "Γαλάζιο Άγγελο" (Der Blaue Engel) που ο Josef von Sternberg (1894–1969) γύρισε το 1930. Η ταινία, εκτός του ότι καθόρισε τον όρο, εκτόξευσε στις ψηλότερες θέσεις του σταρ σύστεμ τη Μάρλεν Ντίτριχ, που σχεδόν ταυτίστηκε μ΄αυτόν.
Αυτά για την ιστορία. Μπορεί όμως να δει κανείς σήμερα τον "Γαλάζιο Άγγελο"; Ναι, θα απαντούσα ανεπιφύλακτα. Γι' αυτό άλλωστε μερικά έργα - σ' όλες τις τέχνες - θεωρούνται κλασικά. Η ταινία παρακολουθεί τη σταδιακή πτώση ενός αξιοσέβαστου (και συντηρητικού, και μάλλον βαρετού) ηλικιωμένου καθηγητή, όταν αυτός ερωτεύεται με πάθος και νεανική αφέλεια μια γοητευτική τραγουδίστρια καμπαρέ, που γυρίζει τη μεσοπολεμική Γερμανία με έναν θίασο (μπουλούκι μάλλον).
Σπάνια επίσης έχει δοθεί τόσο σπαρακτικά η πορεία μιας παρακμής. Ο ήρωας, τυφλωμένος από το πάθος για τη γυναίκα που τόσο αγαπά, κατεβαίνει αργά και βασανιστικά τα σκαλιά του εξευτελισμού και της γελοιοποίησης. Από σεβάσμιος καθηγητής θα καταντήσει ένας γελοίος γερο - κλόουν. Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο για μένα είναι ότι παρά το ότι μάλλον δεν θαυμάζουμε την προηγούμενη υψηλή κοινωνική θέση του ήρωα, τον αφόρητο καθωσπρεπισμό του, την τυπική, ρουτινιέρικη, δίχως ίχνος φαντασίας καθημερινότητά του (της δουλειάς του συμπεριλαμβανόμενης), ενώ λοιπόν δεν ζηλεύουμε τίποτα από την προηγούμενη ζωή του, ωστόσο ένοιωσα να πονώ πραγματικά, να ντρέπομαι όταν οδηγείται από ταπείνωση σε ταπείνωση, όταν γίνεται αντικείμενο χλευασμού μιας κοινωνίας που λίγο πριν τον θεωρούσε αξιοσέβαστο μέλος της. Η δε τελική μεγάλη σκηνή είναι σχεδόν αφόρητη για τον θεατή - πριν, ίσως, δακρύσει κανείς.
Σ' αυτά βέβαια συμβάλλει και η παρουσία του Εμίλ Γιάνινγκς, του μεγαλύτερου προπολεμικού γερμανού ηθοποιού, στον βασικό ρόλο. Η Ντίτριχ απο την άλλη δεν μπορεί σήμερα, που έχουμε δει τα πάντα, να θεωρείται σύμβοο του σεξ, όπως όταν πρωτοπαίχτηκε το φιλμ, σκανδαλίζοντας τα πλήθη. Δεν έχει όμως σημασία. Ο ρόλος της παραμένει αρχετυπικός.
Σπουδή λοιπόν στο ολέθριο, αυτοκαταστροφικό πάθος, στην έννοια της μοιραίας γυναίκας (με μεγάλη δόση σκληρότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση), της χαμένης αθωότητας, στοιχεία γερμανικού εξπρεσιονισμού, βουτιά στα γερμανικά καμπαρέ της εποχής, αλλά και ένα σχόλιο πάνω στην κοινωνική υποκρισία και στον καθωσπρεπισμό, το βάλτωμα, την σχεδόν "ταρίχευση" των ενστίκτων που επιβάλλει ο συντηρητισμός. Αν ο ήρωας ζούσε μια λιγότερο "σφιγμένη", τυπική ζωή, σκέφτομαι, δεν θα μπορούσε ίσως το όψιμο πάθος του να είναι τόσο ανεξέλεγκτο. Ίσως.
Όπως και να το κάνουμε πάντως, νομίζω ότι Ο "Γαλάζιος Άγγελος" θα γοητεύει για πάντα. Αφού για πάντα αντέχουν οι μεγάλες ταινίες.

Τρίτη, Νοεμβρίου 09, 2010

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΔΥΣΤΥΧΙΕΣ


Δεν είμαι φαν του Facebook. Δεν είμαι καν μέλος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μ' ενδιαφέρει ως κοινωνικό φαινόμενο. Και μάλιστα όταν σκηνοθέτης της ταινίας που μιλά γι΄αυτό, για τη γέννησή του, είναι ο David Fincher, από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς κατά τη γνώμη μου.
Στο "The Social Network" (2010) λοιπόν ο Fincher αφηγείται την την αληθινή ιστορία της ιλιγγιώδους ανόδου ενός ιδιοφυούς πρωτοετούς φοιτητή που επινοεί (περίπου) το δίκτυο - φαινόμενο και σε πολύ λίγα χρόνια γίνεται ο νεαρότερος δισεκατομμυριούχος στον πλανήτη. Η ταινία δείχνει με έξυπνο και σαφή τρόπο κάτι πολύ παλιό και λίγο - πολύ γνωστό: Ούτε τα χρήματα ούτε η δόξα φέρνουν από μόνα τους ευτυχία. Βλέπετε, ο νεαρός Ζάκερμπεργκ είναι περίπου κάτι σαν κοινωνικός αυτιστικός, που αρνείται να κατανοήσει τις απόψεις ή τα συναισθήματα των άλλων. Αποτυχημένος στον έρωτα και στη φιλία, κανονικός νερντ, πανέξυπνος (αλλά αυτό δεν φτάνει), είναι τελικά ένας τέλειος μαλάκας, όπως συχνά αποκαλείται άλλωστε από διαφορετικούς χαρακτήρες στην ταινία. Διαθέτοντας ταυτόχρονα θάρρος, αλλά και θράσος και αλαζονεία, καταφέρνει και δις να βγάλει και διάσημος να γίνει, αλλά είναι σαφές ότι και πάλι κάτι λείπει (το βασικότερο μάλιστα).
Ο Fincher καταδεικνύει επίσης την αγριότητα (βαρβαρότητα μάλλον) του σκληρού καπιταλισμού και του κτηνώδους κόσμου των επιχειρήσεων. Λίγο μετά την επιτυχία ο ήρωας και ο μοναδικός του φίλος από το Χάρβαρντ και νυν αντιπρόεδρος της εταιρίας θα βρεθούν στα δικαστήρια. Παέι και το τελευταίο (ίσως και το μοναδικό) "ανθρώπινο" χαρακτηριστικό του, ένας φίλος δηλαδή.
Από την άλλη ίσως ο Ζάκερμπεργκ να μην είναι παρά ένα ακραίο παράδειγμα της φάσης που περνά ολόκληρη η ανθρωπότητα. "Θα ζούμε πια αποκλειστικά στο Internet" (ή κάπως έτσι) λέει κάπου ο ίδιος. Νομίζω ότι πρόκειται για παρατήρηση που αφορά όλους μας, ολόκληρη την ανθρωπότητα, η οποία μοιάζει να αφήνει πλέον τις χειροπιαστές, πραγματικές σχέσεις και να βουτά όλο και περισσότερο σε μια εικονική ζωή. Όχι, μην "κατηγορείτε" τους άλλους. Αυτό δεν κάνουμε κι εμείς αυτή τη στιγμή, εγώ που γράφω κι εσεις που θα διαβάσετε (και αντιστρόφως); Το πράγμα είναι ακόμα στην αρχή. Δεν έχω ιδέα αν είναι "καλό" ή "κακό" (τίποτα ίσως από τα δύο) γιατί βρισκόμαστε ακόμα στην κόψη του κύματος και δεν έχουμε ιδέα πού και πώς θα καταλήξει, σίγουρα όμως θα αλλάξει ριζικά (τον αλλάζει ήδη) τον τρόπο ζωής μας. Ο Φίντσερ μοιάζει να είναι απαισιόδοξος για την κατάληξη, αν θεωρήσουυμε ότι χρησιμοποιεί τον ήρωα σαν αλληγορία μιας αυτιστικής και "μαλακισμένης" ανθρωπότητας. Πιθανόν. Και κάτι άλλο: Για μια ακόμα φορά σιχάθηκα αυτή την φριχτή ελίτ και την στυγνά ταξική δομή των πανεπιστημίων (και δη των κορυφαίων όπως το Χάρβαρντ), τη μανία με τις κλειστές λέσχες, τα ηλίθια καψόνια και τις "μυήσεις" στις πιο χάι απ' αυτές, του "καλούς φοιτητές από ζάπλουτες οικογένειες" που είναι και κάτι σαν εξουσία (σαν μπάτσοι καλύτερα) στο πανεπιστήμιο κι ένα ολόκληρο συνοθύλευμα από τέτοιες αμερικανιές (και στην Αγγλία συμβαίνουν τέτοια) που πραγματικά μου γυρίζουν τα έντερα και που η ταινία δείχνει σε όλη τους την, απόλυτα αποδεκτή εκεί, αθλιότητα.
Όσο για το φιλμ καθεαυτό, χρησιμοποιεί μια γρήγορη, κοφτή γραφή, όσο γρήγορες και κοφτές είναι και οι ατάκες (μερικές φορές δεν προλάβαινα να διαβάσω ή να καταλάβω τι λένε), κι αυτό μου κράτησε το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα, ακόμα κι αν δεν είχα ιδέα από τους κομπιουτερίστικους τεχνικούς όρους που συχνά χρησιμοποιούνται. Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία και δεν επηρεάζει καθόλου την κατανόηση της ταινίας. Γενικά το βρήκα πολύ ενδιαφέρον, κι ας μη διαθέτει αυτό που λέμε "κορυφώσεις". ι' αυτό είναι ακόμα πιο θαυμαστό το ότι μου φάνηκε τόσο ενδιαφέρον.
Μπράβο λοιπόν στον Fincher και πάλι. Μόνο που είμαι πλέον όλο και πιο σίγουρος ότι με την στροφή που έχει πάρει (καθόλου κακή, αλλά...) δεν θα ξαναδούμε πια αυτή την χαρακτηριστική "αρρώστεια" που κυριαρχούσε σε ταινίες όπως το "Seven" ή το "Fight Club".

Κυριακή, Νοεμβρίου 07, 2010

"THE TOWN": ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΑΞΙΕΣ


Να λοιπόν που ο Ben Affleck αποδεικνύεται ότι είναι και καλός σκηνοθέτης. Όχι ίσως ξεχωριστός, σίγουρα όχι κάτι που θα αλλάξει το σινεμά, αλλά καλός και σταθερός. Το "The Town" (2010) είναι μια κλασική αστυνομική ιστορία που ναι μεν δεν κρύβει εκπλήξεις, βλέπεται όμως ευχάριστα, διαθέτει καλούς και σωστά δομημένους χαρακτήρες και, τέλος πάντων, μου φάνηκε γενικά μια καλογυρισμένη και ενδιαφέρουσα στην παρακολούθηση ταινία.
Το Τζωρτζτάουν (το "Town" του τίτλου) είναι μια συνοικία της Βοστώνης που κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ σε κάθε λογής ληστείες. Τον μικρόκοσμο της περιοχής αυτής, τις σχέσεις ανάμεσα σε συμμορίες, συγγενείς, παιδικούς φίλους κλπ. σκιαγραφεί η ταινία. Η συνοικία μοιάζει να κλείνει ασφυκτικά γύρω από τους ήρωες, μοιάζει να επιβάλλει εκείνη τη θέλησή της και να καθορίζει τη μοίρα τους. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Όταν γεννηθείς σε τέτοιο περιβάλλον, όταν ο πατέρας σου είναι φυλακή, όταν από μικρός κι εσύ κι όλοι οι παιδικοί σου φίλοι ανήκουν σε συμμορίες, όταν από μικρός έχεις εμπλακεί σε μια κατάσταση με υποσχέσεις, όρκους και διάφορα είδη "ομερτά", όταν μετά το πρώτο "παραστράτημα" ένα πλέγμα ιδιόρυθμων σχέσεων και ωμών εκβιασμών δεν σ' αφήνει να ξεφύγεις, είναι λογικό και αναμενόμενο να ακολουθήσεις κι εσύ μια λίγο - πολύ προδιαγεγραμμένη πορεία. Η ταινία, εκτός από τη δράση, ρίχνει εξ ίσου το βάρος στη ψυχολογία και στις σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες.
Τώρα βέβαια το φιλμ διαθέτει και κάμποσα από τα κλισέ του είδους: Θεαματικά κυνηγητά αυτοκινήτων, ληστείες τραπεζών, "αδύνατους κρίκους" (οικογένειες και γκόμενες συνήθως) που κάνουν την αλυσσίδα να σπάσει, υπερ κακούς και άλλα. Πλην όμως, σας είπα, ο ρεαλισμός, η στιβαρή σκηνοθεσία, το "παραδοσιακό" (ή αν θέλετε "παλιό καλό") στιλ, με κάνει να τη θεωρώ μια από τις καλές ταινίες του είδους. Μπράβο στον Άφλεκ, του οποίου το εξωτερικό στιλ μάλλον δεν σε κάνει να φαντάζεσαι ότι διαθέτει και αρκετές, περισσότερο εκλεπτυσμένες ικανότητες.

Σάββατο, Νοεμβρίου 06, 2010

SOMEWHERE... ΑΛΛΑ ΚΑΠΩΣ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ


Το "Somewhere" του 2010, η τέταρτή της ταινία, χάρισε στη Sofia Coppola το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία και σε πολλούς θεατές, φοβάμαι, δύο ώρες ύπνου. Αντιλαμβάνομαι βέβαια την πρόθεσή της, τι ήθελε να πει, αλλά...
Ένας χολιγουντιανός σούπερσταρ σε υποχρεωτική αργία λόγω ενός σπασμένου χεριού, περνάει μέρες ανούσιας χλιδής και πολυτελούς απραξίας. Η εξ ίσου υποχρεωτική συνύπαρξη με την 11χρονη κόρη του, που υπό κανονικές συνθήκες ζει με τη διαζευγμένη μητέρα της, θα τον κάνει να συνειδητοποιήσει την απόλυτη κενότητά του και τον ανούσιο, κούφιο τρόπο της μέχρι τότε πολυτελούς ζωής του.
Λίγο road movie, λίγο ρεαλισμός (ρεαλισμός που αφορά όμως τη ζωή ελάχιστων, εντελώς μη "κανονικών" ανθρώπων), η ταινία ξετυλίγεται δίχως κορυφώσεις, δίχως ουσιαστικά να συμβαίνει κάτι, με εξοντωντικά αργούς ρυθμούς, ενώ η "συνειδητοποίηση" του ήρωα έρχεται κι αυτή πολύ αργά, ανεπαίσθητα (αυτό το τελευταίο δεν ειναι κακό, το συσχέτισα όμως με το όλο κλίμα). Ομολογώ ότι βαρέθηκα αρκετά. Φυσικά η Coppola θέλει να μιλήσει για την κενότητα των σούπερ σταρ του Χόλιγουντ, για τον εντελώς επιφανειακό τρόπο ζωής τους, που δεν έχει τίποτα που να σχετίζεται με οτιδήποτε έχει κάποιο βάθος, με την πλήξη τελικά που προκαλεί όλη αυτή η ανούσια χλιδή, που δεν συνοδεύεται από συναισθήματα, από αληθινές σχέσεις. Κι αυτό το καταφέρνει απόλυτα. Μόνο που, σας το είπα, για να μπω στο κλίμα του σταρ που βαριέται, ύποχρεώθηκα να βαρεθώ κι εγώ. Φυσικά η μικρή κόρη είναι το συναίσθημα, η ζεστασιά που του λείπει, η αληθινή ζωή. Και φυσικά η αληθινή επαφή μαζί της θα τον αλλάξει. Ναι, αλλά το ίδιο ακριβώς θέμα το είχε δώσει πολύ καλύτερα κατά τη γνώμη μου στη δεκαετία του 70 ο Βέντερς με την "Αλίκη στις πόλεις". Καμία σύγκριση (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Σαφώς και διαθέτει η ταινία τρυφερότητα, ευαισθησία, κάποιες καλές στιγμές και λίγο συμπαθητικό χιούμορ. Συνολικά όμως...
Το περίεργο είναι ότι η Coppola βρίσκεται απόλυτα στο κλίμα της. Το στιλ της είναι το ίδιο με το "Χαμένοι στη Μετάφραση", χαλαρό, με διακριτικό χιούμορ, όπου επίσης δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα. Πιστεύω όμως ότι... καμία σχέση. Η τελευταία παραμένει για μένα η καλύτερή της και μια από τις αγαπημένες μου. Ενώ εδώ... Είμαι περιεργος για τη συνέχεια αυτής της δημιουργού. Έχει όλα τα φόντα να κάνει σημαντικές ανεξάρτητες ταινίες, που κινούνται στον αντίποδα του Χόλιγουντ, που τόσο καλά γνωρίζει η ίδια. Θα τις κάνει όμως;

Πέμπτη, Νοεμβρίου 04, 2010

ΜΑΧΑΙΡΟΓΑΛΤΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΑΘΟΥΣ


Τρία στα τρία! Ο Γιάννης Οικονομίδης καταφέρνει να κάνει και τρίτη πολύ δυνατή ταινία, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου( διότι ξέρω ότι η δουλειά του και αμφιλεγόμενη είναι και δύσκολα αντέχει κανείς την ψυχολογική βία της). Ο "Μαχαιροβγάλτης" λοιπόν του 2010 έχει κοινά στοιχεία και διαφορές από τα δύο προηγούμενα φιλμ του.
Ας τονίσουμε αρχικά ότι το κλίμα, ζοφερό, αποπνικτικό, ασφυκτικό, είναι το ίδιο πάνω - κάτω με το κλίμα του "Σπιρτόκουτου" και της "Ψυχής στο Στόμα". Εδώ όμως η λεκτική βία και η ακατάσχετη υβρεολογία έχουν υποχωρήσει αισθητά. Τη θέση τους παίρνει ένα βαθύτερο δράμα, που δεν χρειάζεται τέτοια "εξωτερικά" στοιχεία για να δειχτεί και να ολοκληρωθεί. Η άλλη διαφορά είναι η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία. Εδώ βλέπουμε έναν εικαστικό (!) Οικονομίδη, με προσεγμένα πλάνα, με ομορφιά μέσα στη μιζέρια που μας δείχνει, όσο κι αν αυτό ακούγεται αντιφατικό. Τα υπόλοιπα θέματά του όμως είναι και πάλι παρόντα: Η νεοελληνική μιζέρια πρώτα - πρώτα σε όλο της το μεγαλείο, τόσο αυτή της επαρχίας, όσο και των αθηναϊκών προαστείων. Ένα κλασσικό ερωτικό τρίγωνο (ο σύζυγος, η σύζυγος, ο εραστής) καταφέρνει να μας δώσει ανάγλυφη όλη την πλήξη, την κενότητα, την έλλειψη ενδιαφερόντων, την ασφυξία των ηρώων (και, εννοείται, ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας). Ασφυξία στα πλαίσια της οικογένειας, της δουλειάς, της επαρχίας, της πόλης, των κάθε λογής σχέσεων. Οι τελικές σκηνές, που δείχνουν την ίδια ακριβώς βαρειά ατμόσφαιρα να επαναλαμβάνεται με άλλους πρωταγωνιστές αυτή τη φορά, αναιρούν οποιαδήποτε υποψία ρομαντισμού στην ερωτική σχέση (όχι δηλαδή ότι υπήρχε ποτέ) και κλείνουν κάθε πιθανή διέξοδο. Βλέπετε, ακόμα και το ερωτικό πάθος ή το έγκλημα μοιάζουν αδύνατο να βγάλουν ανθρώπους εξ αρχής κενούς από την ασφυκτική ρουτίνα τους.
Ο Οκονομίδης έχει κατά τη γνώμη μου έναν μοναδικό τρόπο να καταδεικνύει τη φρίκη της καθημερινότητας, την κόλαση της ρουτίνας και των ανθρώπινων σχέσεων. Γι' αυτό εκτιμώ ιδιαίτερα τη δουλειά του. Και ακόμα περισσότερο όταν το "κακό" τριτώνει - και με εικαστικότερο τρόπο αυτή τη φορά.
ΥΓ: Το είπα και στην αρχή: Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, ο "Μαχαιροβγάλτης" είναι κι αυτός πνιγηρός, σκοτεινός και αγχωτικός. Οπότε ας προσέξουν όσοι αγνοούν τη δουλειά και την αισθητική άποψη του Οικονομίδη.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 03, 2010

"ΕΑΝ..." Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΞΕΚΙΝΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ


Είναι λογικό μια ταινία σαν το "If..." ("Εάν") του Lindsay Anderson (1923–1994) να έχει γυριστεί το 1969, στη δεκαετία δηλαδή που η αμφισβήτηση των πάντων είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Βέβαια στο φιλμ αυτό μια κάποια επανάσταση είναι απόλυτα φυσικό επακόλουθο, αφού η κολλεγιακή καταπίεση που βλέπουμε είναι αφόρητη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Η ταινία παρακολουθεί, άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε αλληγορικά και σουρεαλιστικά, τη ζωή σ' ένα κολλέγιο αρρένων, από τα τυπικά αγγλικά, όπου οι μαθητές είναι εσώκλειστοι. Με τον τρόπο αυτόν ασκεί μια ανελέητη κριτική στο αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα και στον βρετανικό κοινωνικό συντηρητισμό γενικότερα. Είναι σα να μας λέει ότι με τέτοιο εκπαιδευτικό σύστημα, με τη συγκεκριμένη δηλαδή προετοιμασία των ανθρώπων από νεαρότατη ηλικία, είναι λογικό η βρετανική κοινωνία να παραμένει η ταξικότερη και ίσως συντηρητικότερη της Ευρώπης. Οι ήρωες, μια τριμελής παρέα εφήβων με επικεφαλής έναν νεαρότατο τότε Μάλκολμ Μακ Ντόουελ, είναι τα μαύρα πρόβατα του σχολείου, αφού αρνούνται να συμβιβαστούν με το στυγνά ιεραρχικό και αφόρητα καταπιεστικό κλίμα. Η επανάσταση και η βία δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν...
Δεν ξέρω αν ο Anderson υπερβάλλει ηθελημένα ή αν έτσι όντως ήταν τα βρετανικά κολλέγια στη δεκαετία του 60, αυτό όμως που παρακολουθούμε είναι απίστευτο. Μια αληθινά αποπνικτική ατμόσφαιρα, άκρως συντηρητική, όπου το "Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια" είναι μάλλον λίγο. Υποχρεωτικοί εκκλησιασμοί και προσευχές, καταπιεστικός τρόπος διδασκαλίας, ιεραρχία στα πάντα. Αυτό που μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση είναι ο απόλυτα χαφιέδικος ρόλος των επιμελητών, μιας ελίτ δηλαδή τελειόφοιτων, που επίσημα αναλαμβάνουν να "τηρούν την τάξη" στο κολλέγιο και έχουν απόλυτο δικαίωμα σε κάθε λογής καψόνια, ακόμα και σε σωματική τιμωρία (μαστίγωμα κλπ.) όσων "παραστρατούν". Πρόκειται για υπερσυντηρητικούς νεαρούς, πιθανόν από καλές οικογένειες, που είναι πραγματικά "βασιλικότεροι του βασιλέως".
Το παράδοξο στην ταινία είναι ότι ενώ προχωρά κανονικά, ρεαλιστιά μέχρι περίπου τα δύο τρίτα, σχετικά ξαφνικά αρχίζει να γίνεται έντονα συμβολική και αλληγορική, συχνά δε απόλυτα σουρεαλιστική. Στο τέλος η εξέγερση των μαθητών (κάποιων μαθητών για να είμαστε ακριβείς) μετατρέπεται σε αληθινό πόλεμο, με πολυβόλα, τανκς, βόμβες, πλήρεις στρατιωτικές στολές κλπ. Όλη αυτή η αρκετά απότομη εξέλιξη βέβαια δεν παύει να είναι πολύ δυνατή, όπως όλο σχεδόν το φιλμ, πλην όμως τη βρήκα κάπως ξεκάρφωτη και απότομη, δίχως προετοιμασία.
Θεωρώ αρκετά από τα στοιχεία της ταινίας ξεπερασμένα σήμερα. Δεν νομίζω ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στη Βρετανία είναι πλέον τόσο καταπιεστικό (αλλιώς θα είχαμε όντως νεκρούς). Πέραν αυτού είναι επικεντρωμένο ακριβώς στο βρετανικό σύστημα. Σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ας πούμε, δεν υπάρχουν τέτοια βιώματα και πρακτικές (ή τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό). Ωστόσο δεν παύει να είναι ένα κλασικό προϊόν της επαναστατημένης δεκαετίας του 60 και να αποτελεί - παρά τα κατά τη γνώμη μου αρκετά προβλήματα - μια εμβληματική ταινία για τη νεανική επαναστατικότητα. Γι' αυτό, και για τον φευγάτο σουρεαλισμό του, αξίζει να το δείτε.

Τρίτη, Νοεμβρίου 02, 2010

ΜΑΤΙΑ ΕΡΜΗΤΙΚΑ ΚΛΕΙΣΤΑ 'Η ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΒΑΘΙΑ ΘΑΜΜΕΝΕΣ


Το "Μάτια Ερμητικά κλειστά" του 1999 (Eyes Wide Shut) υπήρξε το κύκνειο άσμα του μεγάλου Stanley Kubrick (1928–1999). Υπήρξε επίσης μια αμφιλεγόμενη ταινία, η οποία όντως μπορεί να διαβαστεί με διαφορετικούς τρόπους από κάθε θεατή.
Το βασικό θέμα του φιλμ είναι βέβαια το σεξ. Ή, αν προτιμάτε, ο πόθος, φανερός ή κρυφός, για σεξ. Το παντρεμένο πρωταγωνιστικό ζεύγος (Τομ Κρουζ και Νικόλ Κίντμαν) είναι βεβαίως ευτυχισμένοι, πλούσιοι, καλλιεργημένοι και ίσως ακόμα ερωτευμένοι. Κοινώς τα έχουν όλα. Όμως η επιθυμία για κάτι άλλο, διαφορετικό, καραδοκεί. Γι΄αυτό εκείνη εξομολογείται τη φαντασίωσή της με έναν αξιωματικό που συνάντησε τυχαία κι εκείνος, προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοκ της αποκάλυψης (ή μήπως αναζητώντας αυτό που μυστικά ποθεί τόσο καιρό;) περνάει μια ολόκληρη νύχτα τριγυρίζοντας σε διάφορα άγνωστα γι' αυτόν μέρη, αναζητώντας ουσιαστικά σεξ. Γι' αυτό και θεωρώ την ταινία μια από τις σημαντικότερες που μιλάν βασικά για τα σεξουαλικά απωθημένα.
Μπορούμε ακόμα να εκλάβουμε το φιλμ ως ένα είδος σάτιρας της κυρίαρχης αστικής φοβίας για το σεξ, το οποίο βεβαίως, παρά την πανταχόθεν προσφορά, παραμένει ουσιαστικά ταμπού. Ταμπού με την έννοια ότι, ακόμα κι αν ενδώσει κανείς στην προσφορά που λέγαμε, θα το κάνει κατά πάσα πιθανότητα κρυφά. Κι αν είναι και παντρεμένος... ούτε λόγος. Έτσι οι "νοσηρές" (εντός πολλών εισαγωγικών) επιθυμίες του ζεύγους κρύβονται κάτω από τη στιλπνή επιφάνεια της "τέλειας οικογένειας" και του πετυχημένου γάμου, κάτω απ' αυτήν όμως δεν παύουν να σιγοβράζουν. Η σάτιρα έγκειται στην κατάδειξη της φοβίας: Κάτω από το βαρύ κάλυμμα της αστικής ηθικής, τοσο οι επιθυμίες της γυναίκας όσο και του άντρα δεν ολοκληρώνονται ποτέ. Πράγματι εκείνη μένει απλώς σε μια σειρά φαντασιώσεων ή ονείρων κι εκείνος, αν και περνά μια ολόκληρη νύχτα ψάχνοντας, με τις ευκαιρίες παντού γύρω του, δεν καταφέρνει να κάνει ποτέ έρωτα και, στο τέλος, όλα βρίσκονται εκεί απ' όπου ξεκίνησαν: Στο "τέλειο ζεύγος" και στο ασφαλές (;) καταφύγιο του γάμου. Αλλά όσο κι αν προσπαθούμε να τα κρύψουμε κάτω από το χαλί, τα ένστικτα είναι μάλλον αδύνατο να τιθασευτούν...
Κινηματογραφικά έχουμε κι εδώ να κάνουμε με την γνωστή τελειομανία του Κιούμπρικ. Άψογη εικόνα, τέλεια φωτογραφία κι αυτή η γνώριμη "ψυχρή" και αποστασιοποιημένη ματιά του μεγάλου σκηνοθέτη, που μοιάζει να παρατηρεί από κάποια απόσταση τα τεκταινόμενα. Ταυτόχρονα το έντονο στοιχείο του θρίλερ που μπαίνει μετά τη μέση του φιλμ (μετά τη σκηνή του οργίου δηλαδή), καταφέρνει να κρατά τον θεατή, κάνοντάς τον να αγωνιά και σε ένα πρώτο επίπεδο (πέραν των πιθανών νοημάτων που ανέφερα παραπάνω). Επίσης θαυμάζουμε για μια ακόμα φορά την κυκλική, συμμετρική δομή της ταινίας, πράγμα που ο Κιούμπρικ έχει κάνει και σε άλλα φιλμ του, όπως στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Αν προσέξετε, ο Κρουζ κινείται σε συγκεκριμένα μέρη, φτάνει στο απόλυτο μέσον, στην κορύφωση, στη σκηνή του οργίου και μετά γυρίζει πίσω και ξαναπερνά και πάλι, με αντίστροφη σειρά, απ' όπου είχε περάσει και πριν (όπου βεβαίως συναντά απρόβλεπτες και εντελώς διαφορετικές από πριν καταστάσεις). Απόλυτη συμμετρία λοιπόν. Στην αντίστροφη αυτή διαδρομή μάλιστα φαίνεται ότι όλα έχουν πάει κατά διαόλου, σα να πρόκειται για ένα είδος τιμωρίας του για το "παραστράτημα" (ή μάλλον για το παρά λίγο παραστράτημά) του. Νομίζω (προσωπική γνώμη μόνο) ότι κι αυτό το στοιχείο της "τιμωρίας" είναι ειρωνικό. Σα να λέει, κλείνοντάς μας το μάτι και παίζοντας με τις αστικές φοβίες που λέγαμε πριν, "να τι θα πάθετε αν πάτε να αμαρτήσετε"!
Όλο το φιλμ τέλος μοιάζει σαν ένα διαρκές όνειρο, σα να μη συμβαίνουν όλα αυτά στην πραγματικότητα, σαν ένα διαρκές τριπ. Ξέρω ότι αρκετούς τους κούρασε ή τους απογοήτευσε. Προσωπικά με γοήτευσε και το θεωρώ άξιο κλείσιμο μιας μεγάλης καριέρας, από τις εντυπωσιακότερες στο χώρο του σινεμά.
ΥΓ: Όλα όσα ανέφερα πριν είναι προσωπικές αναγνώσεις. Άλλοι θεατές μπορεί να διαβάσουν άλλα πράγματα ή να ερμηνεύσουν εντελώς διαφορετικά την ταινία. Αυτό το πολυεπίπεδο όμως είναι που κάνει τα έργα τέχνης μεγάλα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 01, 2010

ΜΑΥΡΟΙ ΘΕΟΙ, ΛΕΥΚΟΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ, ΒΑΡΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑ


Στις αρχές της δεκαετίας του 60 ένα άλλο "νέο κύμα" ξεσπά στη Βραζιλία, γνωστό σαν novo cinema, με νέους σκηνοθέτες και νέα κινηματογραφική ματιά. Βασικός εκπρόσωπός του ο Glauber Rocha (1939-1981), που γίνεται γνωστός και εκτός των συνόρων της χώρας του.
Το 1964 γυρίζει το ασπρόμαυρο "Μαύρος Θεός, Λευκός Διάβολος" (Deus e o Diabo na Terra do Sol), που λίγα χρόνια μετά θα "συνεχιζόταν" άτυπα με το "Αντόνιο ντας Μόρτες". Σε μια πάμπτωχη, βασανισμένη Βραζιλία στη δεκαετία του 40, ένας εξ ίσου πάμφτωχος αγρότης και η γυναίκα του ακολουθούν δύο επίδοξους ηγέτες: Έναν μαύρο που σχεδόν θεωρεί τον εαυτό του θεό και κηρύσσει την απελευθέρωση από τα δεινά μέσω ενός αυστηρού, σκληρού χριστιανισμού και, στο δεύτερο μέρος, τον τελευταίο των Κανγκασέιρος (ένα είδος ληστών, κάτι σαν τους δικούς μας κλέφτες της τουρκοκρατίας), που κηρύσσει την απελευθέρωση μέσω της ανεξέλεγκτης βίας και της επανάστασης. Ανάμεσα στα πρόσωπα αυτά κινείται η εμβληματική μορφή του Αντόνιο ντας Μόρτες, είδος πληρωμένου δολοφόνου από τους άρχοντες (τους γαιοκτήμονες και τον κλήρο, των οποίων τα προνόμια θίγονται και από τους δύο αντίθετους δρόμους της επανάστασης), που αναλαμβάνει να σκοτώσει πρώτα τον έναν ηγέτη και μετά τον άλλο. Ο ίδιος ο Αντόνιο είναι σύνθετο πρόσωπο, αφού κι αυτός έχει ηθικούς δισταγμούς για την αποστολή του.
Η ταινία είναι πραγματικά φορτωμένη από συμβολισμούς. Σχεδόν κάθε εικόνα της χρειάζεται αποκρυπτογράφηση. Το παίξιμο των ηθοποιών είναι στυλιζαρισμένο, μερικές φορές οι πράξεις τους παράδοξες, ίσως και ακατανόητες. Η δράση "σχολιάζεται" από τα λιτά και τραχειά τραγούδια ενός τυφλού τραγουδιστή, που λειτουργεί σαν ένα είδος χορού. Υπάρχουν αρκετές δυνατές εικόνες, υπάρχει έντονο πάθος και δράμα. Εντύπωση προκαλεί η μίξη χριστιανισμού και επανάστασης και, κυρίως, η μίξη χριστιανισμού και παγανιστικών λατρειών. Αυτό ακριβώς το μίγμα είναι το "κοντομπλέ" της Βραζιλίας, αντίστοιχο με το αϊτινό βουντού ή τις λατρείες της περιοχής της Νέας Ορλεάνης στις ΗΠΑ. Φυσικά κυριαρχεί η έννοια της επανάστασης και, τελικά, νομίζω ότι αυτό που θέλει να πει ο Rocha είναι ότι ο λαός δεν πρέπει να ακολουθεί ηγέτες (και οι δύο της ταινίας βρίσκονται στα όρια της παράνοιας), αλλά να επιλέγει τον δικό του δρόμο για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια.
Διάσημος στην εποχή του, μάλλον ξεχασμένος σήμερα, ο Rocha κάνει ένα ιδιόρυθμο, βαρυφορτωμένο από συμβολισμούς σινεμά και καταδύεται στα μυστηριώδη της καρδιάς της αχανούς χώρας του, που στο φιλμ δεν αποτελείται από τις ζούγκλες που ξέρουμε, αλλά από άνυδρες, αφιλόξενες ερήμους που θυμίζουν το σκηνικό των σπαγγέτι γουέστερν. Άλλωστε έχει επηρεάσει μεταξύ άλλων και τον Λεόνε. Ίσως μας διαφεύγει η σημασία μερικών απ' αυτά που βλέπουμε, ίσως πάλι πολλοί κουραστούν από το βάρος της οπτικής του, συνολικά όμως - και παρά το ότι κάποια πράγματα είναι μάλλον ξεπερασμένα - βρήκα την ταινία γοητευτική.

eXTReMe Tracker