Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2010

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΣΤΟ CAINE


O Edward Dmytryk (1908-1999) είναι ένας γνωστός χολιγουντιανός σκηνοθέτης με κάμποσες καλές ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1954 γυρίζει το "The Caine Mutiny", μια παραλλαγή του θέματος της πολύ γνωστότερης "Ανταρσίας του Μπάουντι". Το τελευταίο διαδραματιζόταν σε προηγούμενους αιώνες, ενώ η ταινία που μας ενδιαφέρει κατά τη διάρκεια του Β' Παγόσμιου.
Δεν πρόκειται ακριβώς για πολεμική περιπέτεια. Σε ένα πολεμικό σαπιοκάραβο, που ωστόσο εκτελεί μια χαρά τις αποστολές του, και στο οποίο η κατάσταση είναι εντελώς "χύμα", έρχεται νέος καπετάνιος, ο Χάμφρει Μπόγκαρντ και το κλίμα αλλάζει άρδην. Τυπολάτρης, καταπιεστικός προς τους ναύτες και τους αξιωματικούς του, ανίκανος να πάρει σημαντικές αποφάσεις τις στιγμές που χρειάζεται, προκαλεί τελικά την ανταρσία του πληρώματος στις κρίσιμες στιγμές ενός τυφώνα. Στο τελευταίο μισάωρο περίπου το φιλμ εξελίσσεται σε δικαστικό δράμα, καθώς οι στασιαστές αξιωματικοί περνάνε από Ναυτοδικείο.
Το ενδιαφέρον της ταινίας βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στους ποικίλους και πολύπλοκους χαρακτήρες. Τα όρια μεταξύ "καλών" και "κακών" μπερδεύονται, τα κίνητρα διαφόρων έρχονται στην επιφάνεια, οι "κακοί" μπορεί να έχουν και συμπαθητικές πλευρές... Στην ουσία πρόκειται για μια σύγκρουση του γράμματος τους νόμου (της τυφλής εφαρμογής των κανονισμών κοινώς), με το πνεύμα του. Εξαιρετικά ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος που σκηνή - σκηνή χτίζεται και καταδεικνύεται τελικά η παράνοια του νέου καπετάνιου. Βρήκα αυτό το στοιχείο από τα καλύτερα: Δεν έχουμε με κάποιον κραυγαλέο τρελό, που κάνει παρανοϊκές πράξεις. Κάθε άλλο. Η νεύρωσή του δείχνεται σταδιακά, με ελάχιστες λεπτομέρειες, που κάθε μία είναι επουσιώδης, όλες μαζί όμως συνθέτουν μια απόλυτα ανησυχητική εικόνα. Για μια ακόμα φορά σκέφτηκα ότι το παλιό Χόλιγουντ έκανε ίσως βαθύτερες μελέτες χαρακτήρων από πολλές σύγχρονες παραγωγές του, που βασίζονται αποκλειστικά στα κυνηγητά, το θέαμα και τα εφφέ.
Και, φυσικά, άφησα τη γκρίνια για το τέλος: Παρά την πολύ ενδιαφέρουσα καταγραφή που προαναφέραμε και παρά το ότι το φιλμ με κράτησε απόλυτα, από την πρώτη κιόλας στιγμή εντοπίζεται μια "στρατοκαυλίαση". Από την αρχή ξεκαθαρίζεται η απόλυτη γενναιότητα και ικανότητα του αμερικάνικου ναυτικού, και τονίζεται ότι μιλάμε για μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις. Στις σκηνές του δικαστηρίου γίνονται τα πάντα για να μη θιγεί το ναυτικό, που είναι "ιερό". Και ο τελικός μονόλογος του συνήγορου, παρά τις αποκαλύψεις που περιέχει, μπερδεύει αρκετά τα πράγματα ως προς την θέση των δημιουργών της ταινίας. Βέβαια οφείλουμε να εξετάζουμε πάντοτε τα πράγματα στο ιστορικό τους πλαίσιο: Το 1954 βρισκόμαστε ακόμα πολύ κοντά στον πόλεμο, αλλά και στην καρδιά του ψυχρού πολέμου που ακολούθησε. Οποιαδήποτε αναφορά λοιπόν στα στραβά του στρατού ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη. Ο στρατός έπρεπε να έχει άψογη εικόνα. Γι΄ αυτό και οι συνεχείς υπενθυμίσεις ότι η ιστορία που βλέπουμε αποτελεί σπάνια εξαίρεση. Και μόνο το ότι γυρίζεται όμως ένα φιλμ με τέτοιο θέμα, είναι αρκετά τολμηρό για την εποχή.
Έχοντας πάντως αυτά στο μυαλό μου, και παρά την ενόχληση που μου προκάλεσε η τυφλή πίστη στην "ιερότητα" του ναυτικού, βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Τη συνιστώ σαν δείγμα παλιού, καλού, ασπρόμαυρου Χόλιγουντ.

Τρίτη, Ιουνίου 29, 2010

ΤΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΣΤΑ "ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΛΥΓΜΩΝ"


Το 1992 ο Neil Jordan γυρίζει μια από τις καλύτερες ταινίες του: Το "Crying Game" (Το Παιχνίδι των Λυγμών). Ταινία με πολλές ιδιαιτερότητες, ασυνήθιστη δομή και εξ ίσου ασυνήθιστη μίξη καταστάσεων. Αυτό που από παλιά με είχε εντυπωσιάσει ήταν η δομή που σας έλεγα: Ξεκινά σαν ένα πολύ δυνατό δράμα σχέσεων απαγωγέα - ομήρου, συνεχίζει με μια ερωτική ιστορία με αναπάντεχη εξέλιξη και καταλήγει σε ένα αγχωτικό κρεσέντο γεγονότων και δράσης. Το κάθε ένα απ' αυτά τα στοιχεία θα μπορούσε από μόνο του να αποτελεί το θέμα μιας ολόκληρης ταινίας. Εδώ όμως όλα αυτά δένονται αριστοτεχνικά και, τουλάχιστον εμένα, ουδέποτε με ενόχλησε η συνύπαρξη καταστάσεων και θεμάτων που εύκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανομοιογενή. Και, για να επιμείνουμε στα ασυνήθιστα στοιχεία, το μεγάλο μυστικό που ανατρέπει τα πάντα αποκαλύπτεαται λίγο μετά το μέσο του φιλμ και όχι στο φινάλε, όπως γίνεται συνήθως.
Στην αρχή έχουμε μια ενδιαφέρουσα μελέτη της σχέσης που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα σε έναν όμηρο και τον απαγωγέα του. Αυτό που είναι ιδιαίτερο είναι το στοιχείο της ανθρωπιάς και της φιλίας που μπορεί να παρεισφρύσει ανάμεσα στα στυγνά πολιτικά συμφέροντα ή πατριωτικά αισθήματα και να ανατρέψει πολλά δεδομένα. Στο δεύτερο μέρος συναντάμε έναν δεξιοτεχνικά φτιαγμένο ύμνο σε έναν παράξενο έρωτα, ενώ στο τέλος το συναίσθημα και το καθήκον, ο άνθρωπος και οι πράξεις που είναι υποχρεωμένος να κάνει, συγκρούονται για μια ακόμα φορά.
Ίσως κάποιοι γκρινιάξουν για τον τρόπο που δείχνονται οι επαναστάτες του ΙΡΑ (κυρίως σαν φανατικοί και αδίστακτοι). Νομίζω όμως ότι ο ΙΡΑ είναι απλώς πρόσχημα. Ο Τζόρνταν είναι ιρλανδός και φτιάχνει μια ιστορία από την πατρίδα του. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη οργάνωση στον κόσμο, αφού αυτό που ενδιφέρει σαφώς δεν είναι το ιστορικό πλαίσιο, αλλά οι ανθρώπινες σχέσεις και ιδιαίτερα η σύγκρουση του προσωπικού (που εδώ ταυτίζεται σε πολλά επίπεδα με το απαγορευμένο) με το γενικότερο, απρόσωπο πλαίσιο και η εξέγερση του ατόμου ενάντια σ' αυτό. Βλέπετε, ο ήρωας έχει να ξεπεράσει πολλά ταμπού και απαγορεύσεις μέχρι το τέλος.
Αν δεν το έχετε δει, το θεωρώ must. Ακόμα κι αν έλειπαν η ευαισθησία και το πλήθος των λεπτομερειών , θα αρκούσε η ασυνήθιστη ιστορία για να ανεβάσει στα ύψη το ενδιαφέρον του θεατή.
Κρίμα που ο Jordan έχει κάμποσα χρόνια να κάνει καλή ταινία...

Δευτέρα, Ιουνίου 28, 2010

TOY STORY 3: ΟΤΑΝ ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΝΗΛΙΚΟΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΝΑ


Έχει, νομίζω, γίνει κλισέ να επαναλαμβάνω σε πόσο υψηλό επίπεδο έχουν φτάσει τα animation στις μέρες μας. Η επιβεβαίωση έρχεται για μια ακόμα φορά με το θαυμάσιο Toy Story 3 (2010) του Lee Unkrich, κι αυτό σας το λέει κάποιος που συνήθως απεχθάνεται τις σειρές και τα διάφορα πρισίκουελ. Έμεινα όμως έκπληκτος με την ευρηματικότητα, το άψογο timing και, κυρίως, την τέλεια μίξη διαφόρων κινηματογραφικών ειδών στο συγκεκριμένο φιλμ, το οποίο, όπως και άλλα animation σήμερα, αποτελούν κινηματογραφική απόλαυση και για μικρούς και για μεγάλους. Εδώ έχουμε και μια έντονη δόση συγκίνησης (καμία σχέση με μελό), που όταν παντρεύεται με καταιγιστική δράση, μπόλικο χιούμορ και κάμποσες κινηματογραφοφιλικές αναφορές (όπως στην αρχική σκηνή), δημιουργεί ένα απολαυστικότατο αποτέλεσμα, από το οποίο δεν λείπει ακόμα και μια αναφορά σε ταινίες τρόμου, όταν εμφανίζεται η μεγάλη, παγερή κούκλα - βρέφος.
Η ιστορία; Ο Άντι μεγάλωσε και ετοιμάζεται για το κολέγιο και, φυσικά, έχει χρόνια ν' αγγίξει τα παλιά του παιχνίδια. Οι πιθανότητες γι' αυτά είναι οι εξής: Καταστροφή στα σκουπίδια, κλείσιμο στη σοφίτα ή δωρεά σε παιδικό σταθμό. Κι όταν καταλήγουν στον τελευταίο, τίποτα δεν είναι όπως αρχικά φαίνεται...
Αυτό που εκπλήσει είναι οι πολύπλοκοι χαρακτήρες, οι μεταπτώσεις και οι αντιφάσεις τους, ακόμα και η κατάδειξη των λόγων για τους οποίους κάποιοι απ' αυτούς είναι κακοί (κι ας μη δείχνουν καθόλου τέτοιοι εξωτερικά). Μπορώ να πω ότι αυτό το βάθος λείπει από πολλές χολιγουντιανές κανονικές ταινίες. Κυρίως όμως είναι η απόλαυση που προανέφερα. Δεν βαρέθηκα ούτε ένα λεπτό, το σασπένς βρισκόταν διαρκώς σε υψηλά επίπεδα, η δράση, το γέλιο, η αγωνία και η συγκίνηση εναλάσσονταν συνεχώς. Τι άλλο να ζητήσεις από ένα φιλμ που, εκτός από μια παράδοξη αλληγορία του τέλους μιας συγκεκριμένης εποχής είναι επίσης και μια όμορφη ιστορία ενηλικίωσης; Αφείστε που πολλοί μπορεί να συγκινηθείτε βλέποντας υπαρκτά παιχνίδια παλιότερων δεκαετιών, που ίσως και οι ίδιοι παίξατε κάποτε...
Τελικά η ευρηματικότητα της ομάδας της Pixar φαίνεται ότι δεν έχει όρια, ακόμα κι όταν κάνει ένα νο 3. Μακάρι όλες οι συνέχειες να ήταν σαν κι αυτή.

Κυριακή, Ιουνίου 27, 2010

ΕΞΩΤΙΚΟ, ΛΙΓΟ ΚΙΤΣ, ΑΛΛΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ "TOPKAPI"


Το 1964 ο Jules Dassin (1911-2008) γυρίζει το "Topkapi", ένα κλασικό, διασκεδαστικό φιλμ ιδιοφυούς σχεδιασμού ληστείας, πρόδρομο των διάφορων σημερινών "Ocean 11". Αυτή τη φορά στόχος είναι ένα πολύτιμο μαχαίρι, διακοσμημένο με τεράστια σμαράγδια, που βρίσκεται στο Topkapi της Κωνσταντινούπολης (ανάκτορο του σουλτάνου κάποτε, μουσείο σήμερα). Ο Ντασέν βέβαια έχει προϊστορία στο είδος, καθώς δικό του είναι το κλασικό "Ριφιφί", αρχετυπική ταινία του είδους αυτού.
Στο "Topkapi" τώρα προσπάθησε να κάνει κάτι που θα τραβήξει το κοινό με τον εξωτισμό του: Ελλάδα στην αρχή, Κωνσταντινούπολη στο μεγαλύτερο μέρος, τουριστική ματιά, αξιοθέατα και ωραία τοπία του Βόσπορου, των παλιών ξύλινων σπιτιών, του ίδιου του Topkapi, γραφικοί Τούρκοι (και κάποιοι Έλληνες στην Καβάλα), αγώνες πάλης και λούνα παρκ, συν η λαϊκότροπη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, συνθέτουν μια ειδυλιακή και λίγο αφελή εικόνα. Γενικά βρήκα το πρώτο μέρος κάπως κιτς, με εντονότατα τα αρνητικά στη συγκεκριμένη περίπτωση σημάδια των 60ς, με τα πολύχρωμα ντυσίματα, τα αστεία εφφέ με χρώματα και άλλα αφελή. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα βελτιώνονται, όταν γίνονται πιο πολύπλοκα, σοβαρεύουν κι αρχίζει ο προγραμματισμός και μετά η εκτέλεση της ληστείας, με το πλήθος των αντιξοοτήτων που συναντά. Βρισκόμαστε δεκαετίες πριν τις "Επικίνδυνες Αποστολές" και τα Ocean 11, εδώ όμως θα βρείτε πολλές από τις ιδέες που χρησιμοποιήθηκαν σ' αυτά. Δίχως την ηλεκτρονική τεχνολογία βέβαια, αλλά η ουσία είναι η ίδια. Γενικά το δεύτερο μέρος με κράτησε σε αγωνία (με αποκορύφωμα την ίδια τη ληστεία με τα γεμάτα σασπένς σιωπηλά πλάνα) και με διασκέδασε ταυτόχρονα.
Εννοείται ότι όλα αυτά που συμβαίνουν με την εκτελεσμένη με ακρίβεια δευτερολέπτου ληστεία είναι μάλλον αδύνατο να συμβούν στην πραγματικότητα. Αυτό όμως ισχύει για όλα τα φιλμ του είδους αυτού και είναι μια από τις συμβάσεις που γνωρίζουμε πριν καν δούμε την ταινία. Οπότε μη γκρινιάξετε γι' αυτό - ή μάλλον γκρινιάξτε όσο θέλετε, αλλά να ξέρετε ότι παντού συμβαίνει το ίδιο. Το καστ από τη άλλη είναι εντυπωσιακό αν και, για να το εξομολογηθώ επιτέλους, πρέπει να πω ότι πάντοτε απεχθανόμουν τη Μελίνα Μερκούρη σαν ηθοποιό (εδώ, εκτός από εγκέφαλος της ληστείας είναι και νυμφομανής). Υπάρχει ομως και ο Πίτερ Ουστίνοφ και ο Μαξιμίλιαν Σελ και ο Τίτος Βανδής...
Τέλος πάντων, παρά τις αφέλειες και τις γραφικότητες, συνολικά νομίζω ότι παραμένει μια διασκεδαστική, ανάλαφρη ταινία του είδους, που πρέπει οπωσδήποτε να τη δουν όσοι αρέσκονται σ' αυτό.

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2010

ΣΚΛΗΡΟΙ ΑΝΤΡΕΣ - ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ "DEAD ΡΕΨΚΟΝΙΝΓ"


Το έχω ξαναπεί: Το νουάρ ή το γουστάρεις και είσαι φαν ή το βαριέσαι αφού δεις δυο - τρία καλά δείγματά του. Αυτό συμβαίνει επειδή βασικά όλες οι ταινίες του είδους είναι παραλλαγές παρόμοιων θεμάτων και παίζουν με τα ίδια πάνω - κάτω μοτίβα: Υπάρχει ο σκληρός (αλλά ρομαντικός κατά βάθος) ήρωας, συχνά ντετέκτιβ, η μοιραία γυναίκα, ο υπόκοσμος, η αγάπη για τα νυχτερινά πλάνα και τις πόλεις, η δημιουργία υποβλητικής ατμόσφαιρας, το έγκλημα ή/και η απάτη ή/και ο τζόγος και οι σεναριακές ανατροπές. Πιστέψτε με, μ' αυτά και λίγα ακόμα στοιχεία, μπορούν να γίνουν άπειρες παραλλαγές, οι οποίες μάλιστα να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.
Το "Dead Reckoning" (1947) του αμερικανού John Cromwell (1887-1979) είναι μια τυπική ταινία του είδους. Παίζει και ο βασικότερος ηθοποιός του νουάρ, ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ενώ η μοιραία ξανθιά είναι η Lizabeth Scott. Και διαθέτει όλα τα παραπάνω στοιχεία. Η ιστορία διαδραματίζεται αμέσως μετά το τέλος του Β' παγκόσμιου πόλεμου, μόλις ο ήρωας και ο συμπολεμιστής του, αλεξιπτωτιστές και οι δύο και κολλητοί επί τρία χρόνια, επιστρέφουν στην πατρίδα και προτείνονται για παρασημοφόρηση. Ο πρώτος θα διαπιστώσει τότε ότι ο φίλος του, που νόμιζε ότι ήξερε τόσο καλά, κρύβει σκοτεινά μυστικά και είναι μπλεγμένος σε περίεργες υποθέσεις, οπότε (ιδεαλιστής γαρ κι ας είναι σκληρός) ξεκινά έναν ριψικίδυνο αγώνα να αποκαταστήσει το όνομά του, μπλέκοντας με γκάνγκστερς, παράνομο τζόγο και γενικά με τον υπόκοσμο και παίζοντας κορών - γράμματα τη ζωή του.
Βρήκα την ταινία καλή για το είδος της. Ο Μπόγκαρτ εκστομίζει, όπως συνήθως, πανέξυπνες ατάκες, η αγωνία κρατιέται σε υψηλά επίπεδα και οι φανς νομίζω ότι θα μείνουν πολύ ευχαριστημένοι στο τέλος. Κι εδώ πάντως διακρίνουμε τον μισογυνισμό που χαρακτηρίζει πολλά από τα φιλμ του είδους. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι "τις γυναίκες δεν πρέπει να τις εμπιστεύεσαι" κι αυτός είναι ο κανόνας που διέπει τα πάντα. Και λέει κι άλλα επί του θέματος ο Μπόγκαρτ... Από την άλλη δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι ολόκληρο το νουάρ (και το συγκεκριμένο φυσικά) ασχολείται με την σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, δείχνει τη βρώμικη πλευρά του αμερικάνικου ονείρου, καταδύεται στον υπόκοσμο, σ' έναν κόσμο βίαιο, ψεύτικο, όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται κι όπου ακόμα και τα πιο αγνά - όπως τουλάχιστον δείχνουν - αισθήματα υπακούουν σε συμφέροντα. Ίσως αυτή η σκοτεινή και καθόλου αγγελική εικόνα της κοινωνίας να είναι τελικά η μεγαλύτερη προσφορά του. Πέρα από τη γενικότερη γοητεία του βέβαια.

Πέμπτη, Ιουνίου 24, 2010

ΣΙΩΠΗΛΟΣ Α ΛΑ ΚΟΥΣΤΟΥΡΙΤΣΑ ΓΑΜΟΣ


Πρέπει να παρατηρήσω από την πρώτη στιγμή ότι η σκιά του Κουστουρίτσα πέφτει όλο και πιο βαριά σε μεγάλο μέρος βαλκανικών ταινιών κι αυτό, από ένα σημείο και πέρα, γίνεται κουραστικό, όσο διασκεδαστικά αποτελέσματα κι αν δίνει ενίοτε. Από την άλλη δεν μπορώ να μη σταθώ στο γεγονός της ανόδου του ρουμάνικου σινεμά, που κάθε λίγο μας δίνει καλά δείγματα. Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσε η ρουμάνικη ταινία "Σιωπηλός Γάμος" (Nunta Muta, 2008), πρώτη σκηνοθετική κινηματογραφική δουλειά του παλιού ηθοποιού Horatiu Malaele.
Το φιλμ καταγράφει τη ζωή - και το "χύμα", πηγαίο και φωνακλάδικο στοιχείο που τη διακρίνει - ενός ρουμάνικου χωριού της δεκαετίας του 50. Καυγάδες που μετατρέπονται αστραπιαία σε φιλιώματα, αυτοσχέδια γλέντια και μεθύσια μέχρι τελικής πτώσης, σεξουαλικά μυστικά που μόνο μυστικά δεν είναι, τραγικά και ευτράπελα καθημερινά γεγονότα, γάμοι και κηδείες, γιορτές, χοντρές πλάκες και καλαμπούρια και άλλα πολλά συνθέτουν την χυμώδη καθημερινότητα των κατοίκων. Κι όλα αυτά υπό τη σταλινική δικτατορία ή, αν θέλετε, την πρακτική, αν και άτυπη, κατάληψη της χώρας από τους Ρώσους. Αν και ξεκινά στη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα σα θρίλερ, με ένα Χαρδαβελώδες τηλεοπτικό συνεργείο να αναζητά παραφυσικά φαινόμενα, πολύ σύντομα γυρίζει στο παρελθόν για να περιγράψει όσα σας προανέφερα.
Η ταινία διαθέτει μερικές πολύ καλές ιδέες και αρκετές πολύ αστείες στιγμές - με αποκορύφωμα τον γάμο που πρέπει να γίνει... σιωπηλά, κάποιες άλλες συγκινητικές, και γενικά προσπαθεί να δώσει το γλυκόπικρο (την τραγικωμωδία θα ήταν καλύτερα να πούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση) της ζωής της εποχής. Γενικά μου άφησε καλή γεύση. Πλην όμως δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι προσπαθεί να τα βάλει όλα μέσα: Και την κωμωδία και την ηθογραφία και τη συγκίνηση και το μεταφυσικό στοιχείο (αυτό πια το βρήκα πολύ αντιγραφή Κουστουρίτσα) και τη μεγάλη, συγκλονιστική τραγωδία και τον μαγικό ρεαλισμό και την ποίηση και το πολιτικό σχόλιο... κι ίσως κι άλλα που μου διαφεύγουν. Ε, δεν νομίζω ότι τόσο φόρτωμα μπορεί να αποδώσει. Μάλλον θα ήταν καλύτερα να επικεντρωνόταν σε λιγότερους στόχους. Κι αν έχει καταφέρει να τιθασσεύσει δυο - τρεις φορές όλον αυτό τον αχταρμά ο Κουστουρίτσα, δεν σημαίνει ότι μπορούν όλοι. Και στο κάτω - κάτω, αυτός ήταν ο πρώτος που το έκανε, οπότε κι αν ακόμα δεν το είχε καταφέρει, πάλι θα μας εντυπωσίαζε με το εγχείρημά του. Αν αυτό όμως το μοτίβο συνεχίζεται επ΄ άπειρον...
Τέλος θα ήθελα να γράψω και δυο λόγια για το πολιτικό στοιχείο. Φαίνεται ότι τελικά τα σαραντατόσα χρόνια κομμουνισμού έχουν κάνει μεγάλο κακό στη χώρα. Ή πάλι, ίσως να υπάρχει και αρνητική προκατάληψη. Εδώ πάντως ο κρατικός "υπαρκτός σοσιαλισμός" είναι το απόλυτο κακό και οι Ρώσοι δείχνονται απόλυτα κτηνώδεις και βάρβαροι. Ίσως αυτό να είναι τραβηγμένο. Προσωπικά μου φάνηκε τραβηγμένη όλη η σκηνή της φοβερής τραγωδίας "δι' ασήμαντον λόγον". Δεν ξέρω όμως. Πιθανόν στη Ρουμανία τα πράγματα να ήταν χειρότερα από αλλού. Ας μη ξεχνάμε ότι ήταν η μόνη πρώην κομμουνιστική χώρα που εκτέλεσε τους ηγέτες της, το ζεύγος Τσαουσέσκου. Δεν ξέρω.
Πιστεύω πάντως ότι παρά τη γκρίνια μου η ταινία διαθέτει αρκετές αρετές και - το είπα ήδη - πολλές έξυπνες ιδέες και σε γενικές αρχές θα ευχαριστήσει τους θεατές. Γενικά δεν είναι κάτι που θα συνιστούσα να αποφύγετε. Κι ίσως η ενόχληση από κάποια πράγματα να παραείναι τελικά προσωπικό θέμα.

Τρίτη, Ιουνίου 22, 2010

ΜΑΚΡΙΝΕΣ ΦΩΝΕΣ, ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΖΩΕΣ


Μπορεί μια μάλλον αργή ταινία, της οποίας η πλοκή είναι σχεδόν υποτυπώδης, περιγράφει δηλαδή απλώς τη ζωή μιας εργατικής, απόλυτα κοινής αγγλικής οικογένειας, να σε συγκινήσει τοσο; Ναι, αν αυτό που προέχει δεν είναι η ιστορία, αλλά η κινηματογραφική της γραφή.
Είχα διαβάσει για τον βρετανό Terence Davis, δεν είχα δει όμως καμιά ταινία του. Αν και γεννημένος το 1945, έχει κάνει μόλις 5 μεγάλου μήκους ταινίες και μερικές μικρές, που θεωρούνται κι αυτές εξαιρετικές. Η πρώτη από τις μεγάλες του - και η καλύτερή του, όπως έχω διαβάσει πάντα - είναι το "Distant Voices, Still Lives" του 1988. Σας είπα περί τίνος πρόκειται. Μια φτωχή οικογένεια, τυπικά βρετανική, το ζεύγος και τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι, στις δεκαετίες 40 και 50. Ένας εξαιρετικά βίαιος και καταπιεστικός πατέρας, μια καλή, υπομονετική μητέρα και τα παιδιά που μεγαλώνουν, γίνονται γυναίκες και άντρες αντίστοιχα και παντρεύονται με τη σειρά τους. έχουν μεσολαβήσει βέβαια και κάποιοι θάνατοι. Αυτά. Και λοιπόν;
Κατ' αρχήν όλο αυτό είναι απόλυτα βιωμένο από τον σκηνοθέτη. Προφανώς υπάρχουν και πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η φωτογραφία είναι πολύ καλή, δημιουργώντας συχνά πανέμορφες εικόνες. ΟΚ. Κυρίως όμως είναι η γραφή. Ο Davis δεν υιοθετεί γραμμική αφήγηση. Αντίθετα, λειτουργεί με τον τρόπο ακριβώς που λειτουργούν οι αναμνήσεις. Συνειρμικά, σκόρπια. Οι αναμνήσεις, όπως συχνά συμβαίνει, επικεντρώνονται σε σημαντικές στιγμές της οικογένειας, κυρίως σε τελετές και γιορτές: Γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, γλέντια. Όλα αυτά έρχονται ανακατωμένα, σαν φωτογραφίες που βρίσκονται εντελώς τυχαία πεταμένες σ' ένα κουτί και ανασύρονται με τυχαία σειρά, θυμίζοντάς μας εποχές και καταστάσεις που πέρασαν. Οι χαρές και οι λύπες, τα αστεία και τα τραγικά της ζωής, είναι όλα παρόντα.
Η ιδιαιτερότητα όμως του φιλμ στηρίζεται κυρίως σε ένα άλλο στοιχείο: Στην πρωτότυπη χρήση των τραγουδιών και της μουσικής. Σχεδόν όλη η αφήγηση στηρίζεται σε τραγούδια. Συνήθως μάλιστα όχι στις πρωτότυπες εκτελέσεις, αλλά όπως αυτά τραγουδιούνται από τους ήρωες σε ποικίλες καθημερινές περιστάσεις. Όχι, δεν είναι μιούζικαλ, με τους ηθοποιούς να τραγουδάν αντί να μιλάνε. Απλώς, τα χρόνια αυτά, τα χρόνια του ραδιοφώνου, οι άνθρωποι τραγουδούσαν πολύ περισσότερο σε πολλές περιπτώσεις. Σε κάθε λοιπόν τελετή ή γιορτή, άντρες και γυναίκες, σόλο ή όλοι μαζί, τραγουδούν με την πρώτη ευκαιρία. Ένας απίστευτος αριθμός, δεκάδες ίσως, τραγουδιών, γνωστών και άγνωστων, περνάνε από το φιλμ. Τραγούδια και μουσικές κάθε είδους. Παιδικά, σουξέ της εποχής, κομάτια κλασικού τραγουδιού, μοιρολόγια, νανουρίσματα, μπλουζ, φολκ, χορευτικά, σκωπτικά, ποδοσφαιρικά κι ό,τι... ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Άλλοτε α καπέλα, άλλοτε με συνοδεία μουσικής, άλλοτε με καλές φωνές, άλλοτε όχι, άλλοτε πάλι σε κανονικές εκτελέσεις που τυχαίνει να ακούγονται από ραδιόφωνο ή δίσκους... Δεν νομίζω ότι ποτέ άλλοτε στο σινεμά η αφήγηση βασίζεται τόσο πολύ στο τραγούδι (δίχως να πρόκειται για μιούζικαλ) όσο εδώ.
Κι όλα αυτά βουτηγμένα σε μια απίστευτα νοσταλγική διάθεση, με εξαιρετικές ηθοποιίες, με άψογη ατμόσφαιρα των εποχών που περιγράφονται και ιδιαίτερη ευαισθησία. Ίσως, επίσης, να είναι μια από τις ελάχιστες ταινίες που μπορούν να σε κάνουν να βουρκώσεις δίχως κάποια ακραία φορτισμένη συγκινησιακά κατάσταση. Απλώς και μόνο από την ατμόσφαιρα που δημιουργεί, από τη θλίψη που δημιουργεί ο χρόνος που περνά ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις.
Φυσικά υπάρχουν και στοιχεία κοινωνικής κριτικής, όπως η καταπίεση των γυναικών της εποχής από πατέρες και συζύγους, που δείχνεται ανάγλυφα. Δεν νομίζω όμως ότι ο βασικός στόχος είναι αυτός.
Δεν είναι μια ταινία που θα σύστηνα σε όλους. Ίσως κάποιοι να πλήξουν λόγω της έλλειψης εντυπωσιακής πλοκής που προαναφέραμε. Ίσως να είναι ένα φιλμ που θα εκτιμήσουν μόνο σινεφίλ. Δεν ξέρω. Προσωπικά πάντως το βρήκα από τα πιο ιδιαίτερα πράγματα που έχω δει. Ή, αν θέλετε, έναν απόλυτο θρίαμβο του τρόπου κινηματογραφικής γραφής πάνω στην πλοκή.

Κυριακή, Ιουνίου 20, 2010

ΘΑΥΜΑΤΑ ΣΤΙΣ "ΦΑΒΕΛΕΣ" ΤΟΥ ΜΙΛΑΝΟΥ


Ο Vittorio De Sica (1901-1974) είναι γνωστός ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του ιταλικού νεορεαλισμού, κυρίως με τον κλασικό "Κλέφτη Ποδηλάτων". Μερικά χρόνια μετά όμως, το 1951, γυρίζει ένα... παραμύθι. Το "Θαύμα στο Μιλάνο" ξεκινά με ένα βρέφος που μια ηλικιωμένη κυρία βρίσκει ανάμεσα στα λάχανά της, το οποίο εξελίσσεται σε κάτι σαν άγιο (κάτι σαν Χριστό για τους φτωχούς, για να είμαστε ακριβέστεροι) και, όταν τα πράγματα σκουραίνουν, αρχίζει να κάνει θαύματα, με την εξ ουρανών βοήθεια της νεκρής πλέον θετής του μητέρας.
Ακούγεται ασυνήθιστο; Είναι. Ο De Sica πάντως σκηνοθετεί το παραμύθι αυτό με αφοπλιστική γλυκύτητα, μπόλικο χιούμορ και αληθινή αγάπη για τους άστεγους και κατατρεγμένους που ζουν σε άθλιες συνθήκες λίγο έξω από το Μιλάνο. Αυτή η γλυκύτητα, η ανάλαφρη, χιουμοριστική, αλλά και συχνά ποιητική αντιμετώπιση σοβαρών κοινωνικών θεμάτων και η ηθελημένη αφέλεια είναι που κερδίζουν τον θεατή και κάνουν την ταινία αγαπητή μέχρι σήμερα. Οι γέροι, οι ανάπηροι, οι ξεπεσμένοι αστοί, όλο αυτό το αμόρφωτο πλήθος ανδρών και γυναικών, αντιμετωπίζονται με συμπάθεια, σαν "αλάτι της γης" κατά το ρητό. Κάθε αντικείμενο που βρίσκουν στα σκουπίδια είναι γι΄αυτούς πολύτιμο, πηγή χαράς. Οι διασκεδάσεις και τα τραγούδια είναι συχνά στην Αυλή αυτή των Θαυμάτων. Και, φυσικά πίσω απ' όλα αυτά κρύβεται και η χριστιανική ηθική του δημιουργού.
Μπορεί να διατυπωθούν αρκετές αντιρρήσεις: Η ζωή των σχεδόν λούμπεν δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ειδυλλιακή όπως δείχνεται. Οι άνθρωποι αυτοί, που ζουν σε παράγκες ή χαρτόκουτα, που διαρκώς πεινάνε και κρυώνουν και το απώτατο όνειρό τους είναι ένα ζευγάρι παπούτσια ή μια κουβέρτα, δεν είναι ευτυχισμένοι μέσα στη φτώχεια τους. Διότι ουσιαστικά έτσι ακριβώς δείχνονται. Να διασκεδάζουν, να αγαπιούνται, να είναι ευτυχείς στην αθλιότητά τους. Στην πραγματικότητα η εγκληματικότητα, η πορνεία και ό,τι άλλο φανταστείτε, είναι οι κύριοι κάτοικοι περιοχών σαν αυτές ανά τον κόσμο. Από την άλλη βέβαια, οι πλούσιοι (ιδιοκτήτες γης στη συγκεκριμένη ταινία) παρουσιάζονται ως άκαρδοι, σκληροί, γουρούνια. Είναι χαρακτηριστική (και πανέξυπνη) η σκηνή όπου δείχνονται να διαπραγματεύονται... γαυγίζοντας.
Ο De Sica υιοθετεί έναν τρόπο γραφής με ελάχιστο λόγο. Όλα δείχνονται με στυλιζαρισμένες κινήσεις, συχνά μέσα από γκαγκς, θυμίζοντας έτσι βουβές κωμωδίες. Και ο νεορεαλισμός πού βρίσκεται μέσα σ' όλα αυτά; Έχει εξαφανιστεί εντελώς; Δεν νομίζω. Παρά τα μη ρεαλιστικά συμβάντα, κρύβεται στην επιλογή του γυμνού, καταθλιπτικού τοπίου των προαστίων του Μιλάνου, στην επιλογή της κατάδειξης της φτώχειας και της ανέχειας και την αντιπάθεια απέναντι στους πλούσιους, στην καταγραφή πολλών υπαίθριων χώρων της πόλης.
Τέλος πάντων, αν έχετε πάντοτε όλα τα παραπάνω στο μυαλό και δεν πιστέψετε ούτε στιγμή ότι οι εξαθλιωμένοι περνούν καλά μέσα στην αθλιότητά τους και ότι μόνο ένα εξ ουρανού θαύμα μπορεί να τους σώσει, τότε μπορείτε πραγματικά να απολαύσετε ένα γλυκύτατο, συγκινητικό σε κάποια σημεία φιλμ, που, τόσα χρόνια μετά, παραμένει, νομίζω, εξαιρετικά ευχάριστο.

Παρασκευή, Ιουνίου 18, 2010

ΕΞΙΣΤΕΝΤΖ : ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΤΕΧΝΗΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΓΑΝΙΚΟ


Το 1999 ο David Cronenberg γυρίζει το "Existenz", την τελευταία μέχρι σήμερα ταινία του που κινείται στο χώρο του φανταστικού και, ιδιαίτερα, που παίζει με τις εμμονές του σε σχέση με τα όρια φαντασίας και την πραγματικότητας, οργανικού και τεχνητού, ανθρώπινου και μη ανθρώπινου. Στη συνέχεια ασχολήθηκε κυρίως με βίαια, πολύ προσωπικά ωστόσο, αστυνομικά.
Τώρα θα σας εξομολογηθώ κάτι: Είμαι από τους λιγους ανθρώπους (που ξέρω τουλάχιστον) που τους αρέσει αυτή η ταινία. Τον περισσότερο κόσμο μάλλον τον απώθησε. Και δεν είχαν και άδικο βέβαια. Η συνεχής επίδειξη εντοσθίων, τα παράδοξα, ξεκοιλιασμένα αμφίβια, οι οργανικές, σάρκινες "βάσεις παιχνιδιών", τα σαν έντερα βύσματα που χώνονται σε οπές στη βάση της σπονδυλικής στήλης των ανθρώπων, συνιστούν ένα από τα πιο άρρωστα και αηδή σύμπαντα που επινόησε ποτέ ο κινηματογράφος. Και δεν είναι τυχαίο βέβαια, ότι το φιλμ δεν αποτέλεσε και μεγάλη επιτυχία...
Ωστόσο προσωπικά με γοητεύει η προβληματική του μεγαλύτερου ίσως εν ζωή σκηνοθέτη του φανταστικού, που βρίσκεται πολύ κοντά στην προβληματική του παλιότερου "Videodrome" του. Όπως και σ' αυτό, τα όρια πραγματικότητας και φαντασίας μπερδεύονται διαρκώς, ποτέ δεν είσαι σίγουρος για το πού ακριβώς βρίσκεσαι. Εδώ ο Cronenberg ενδιαφέρεται κυρίως για το χώρο των εικονικών παιχνιδιών και τη σχέση τους με την πραγματικότητα - ή μάλλον με την απομάκρυνση απ' αυτήν. Επειδή όμως τον ενδιαφέρει από την αρχή ήδη της καριέρας του και η μετάλλαξη του ανθρώπινου σώματος, το πάντρεμα τεχνολογίας και οργανικού, καθώς και η ιατρική, επινοεί τον εφιαλτικό κόσμο που θα δείτε, όπου τα παιχνίδια είναι φτιαγμένα από σάρκα και είναι σχεδόν ζωντανοί οργανισμοί, τα όπλα από κόκαλα, που εκτοξεύουν σφαίρες από... ανθρώπινα δόντια και, κυρίως, η "καλωδίωση" του παίκτη για να βρεθεί στον εικονικό κόσμο του παιχνιδιού παραπέμπει άμεσα σε σεξουαλική πράξη, τόσο με τις εμφανώς πρωκτόσχημες οπές όσο και με την ηδονή (ανακατωμένη με φόβο) που φαίνεται ότι νοιώθει ο παίκτης με την κάθε διείσδυση.
Τα βρίσκετε πολύ άρρωστα όλα αυτά; Μάλλον είναι. Αλλά μιλάμε για τον Cronenberg και θα έπρεπε να περιμένετε κάτι τέτοιο. Νομίζω όμως ότι η προβληματική του πάνω στην συνεχή απομάκρυνση του ανθρώπου από την πραγματικότητα και την αυξανόμενη καταφυγή του σε εικονικούς κόσμους είναι απόλυτα σύγχρονη, εξαιρετικά επίκαιρη και, ίσως, και προφητική. Αλλά σας προειδοποιώ για μια ακόμα φορά: Δεν πρόκειται για ταινία για γερά νεύρα, αλλά για γερά, πολύ γερά, στομάχια. Αν δεν είσαστε σίγουροι γι' αυτό μάλλον θα έπρεπε να την αποφύγετε.

Πέμπτη, Ιουνίου 17, 2010

ΠΕΡΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΩΝ ΚΑΙ ΨΑΡΙΩΝ ΜΕ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΟΝΟΜΑ


Ο Charles Crichton (1910-1999) υπήρξε μεταξύ 1945-1965 ένας κλασικός βρετανός σκηνοθέτης, εξειδικευμένος στο είδος της αστυνομικής, μαύρης ενίοτε, κωμωδίας, είδος που οι Άγγλοι ήξεραν πάντοτε να κάνουν θαυμάσια. Στη συνέχεια έκανε κυρίως τηλεόραση. Το 1988 όμως γυρίζει την τελευταία του ταινία, που σίγουρα είναι μία από τις καλύτερές του, το A Fish Called Wanda ("Ένα Ψάρι που το έλεγαν Γουάντα"). Το 1988 οι Monty Python είχαν πια διαλυθεί, αλλά τα διάφορα μέλη τους συνεργάζονταν πάντοτε σε ποικίλους συνδυασμούς και σε διάφορα projects. Στην ταινία που μας ενδιαφέρει δύο απ' αυτούς έχουν βάλει για τα καλά το χεράκι τους: Ο Τζον Κλιζ, εκτός από πρωταγωνιστής, έχει γράψει το έξυπνο σενάριο και έχει συσκηνοθετήσει το φιλμ (αν και το τελευταίο δεν αναγράφεται στα credits), ενώ έναν βασικό ρόλο παίζει και ο Μάικλ Πάλιν.
Η ταινία είναι μια κατάμαυρη και εξαιρετικά αστεία αστυνομική κωμωδία, στην οποία εμπλέκονται μια ληστεία διαμαντιών, ένας σεξουαλικά καταπιεσμένος νομικός, ένας σχεδόν φασίστας και εμφανώς ηλίθιος εκτελεστής, ένας κεκές κακοποιός, ένα ψάρι με το γνωστό όνομα, μια σέξι γυναίκα που ερεθίζεται όταν ακούει... ξένες γλώσσες και πολλά άλλα, που συντελούν στην αναμφισβήτητη απόλαυσή μας.
Εκτός από το μαύρο χιούμορ (τα σκυλάκια που σκοτώνονται, τα ψάρια που τρώει ο Κλάιν κλπ.), το φιλμ χαρακτηρίζεται και από ένα απόλυτα μη πολιτικά ορθό χιούμορ (π.χ. "ρατσιστικές" εκφράσεις εναντίον των βρετανών, αλλά και των αμερικάνων) και από μια έξυπνη αστυνομική ίντριγκα με σασπένς, ανατροπές, κυνηγητά και άλλα σχετικά. Πάνω απ' όλα όμως ξεχωρίζει για τους ευρηματικούς, σπαρταριστούς χαρακτήρες που έχει επινοήσει, όπως ο κεκές και φιλόζωος κακοποιός Μάικλ Πάλιν, ο πάντοτε ξεκαρδιστικός δικηγόρος Τζον Κλιζ και, πάνω απ' όλους κατά τη γνώμη μου, ο οξύθυμος αδίστακτος εκτελεστής Κέβιν Κλάιν, που διαβάζει Νίτσε, βρίσκεται ιδεολογικά πολύ κοντά στο φασισμό, αλλά διαθέτει IQ ραδικιού. Έτσι οι αστείες φάσεις, που κυρίως στηρίζονται σε καταστάσεις και όχι τόσο σε γκαγκς, διαδέχονται η μία την άλλη δίχως σταματημό. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι σε ορισμένα σημεία (προς το τέλος κυρίως) το χιούμορ πλησιάζει αυτό των κινουμένων σχεδίων, με χαρακτήρες που μπορεί να παθαίνουν τα μύρια όσα, αλλά δεν πεθαίνουν. Ίσως αυτό να είναι μια σουρεαλιστική πινελιά που κρατά από το αναρχικό πνεύμα των Monty Python.
Οι άγγλοι είχαν πάντοτε μεγάλη παράδοση στο είδος. Και, παρά τις αντιπάθειες που μπορεί κανείς να τρέφει γι' αυτούς, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι πάντοτε διέθεταν εκπληκτικό χιούμορ, το οποίο γίνεται ακόμα καλύτερο χάρη στην άνεσή τους να αυτοσαρκάζονται άνευ ορίων. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά είναι που κάνουν τη "Γουάντα" μια από τις πιο ευχάριστες ταινίες των πολλών τελευταίων χρόνων, που νομίζω ότι δεν έχει χάσει τίποτα από τη γοητεία της. Διορθώστε με αν ξεχνώ κάτι, νομίζω όμως ότι είναι και η τελευταία μεγάλη ταινία τους είδους που περιγράψαμε.

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

Ο ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΤΕΡΟΣ "ΠΡΟΦΗΤΗΣ" ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ


Θα μπορούσα να πω ότι από τα πράγματα που με έχουν επηρεάσει περισσότερο είναι το ανεπανάληπτο, σουρεαλιστικό χιούμορ των Monty Python. Από το αριστουργηματικό τηλεοπτικό Flying Circus, που παιζόταν μεταξύ 1969-1974 στο BBC μέχρι τις τρεις ξεκαρδιστικές ταινίες που έχουν γυρίσει σαν ομάδα. Η δεύτερη από αυτές είναι ίσως και η πιο αστεία τους. Αναφέρομαι βέβαια στο “Life of Brian” του 1979 (στα ελληνικά είναι γνωστό με τον τίτλο που μάλλον σε επιθεώρηση με τον Ψάλτη παραπέμπει «Ένας Προφήτης… μα τι Προφήτης»). Σκηνοθέτης ο Terry Jones, ένας από τους 6 Python δηλαδή.
Προσωπικά τη θεωρώ στο Top–10 (τουλάχιστον) των πιο αστείων ταινιών όλων των εποχών. Οι ξεκαρδιστικές καταστάσεις διαδέχονται η μία την άλλη με ταχύτατους ρυθμούς, η μία φάση είναι καλύτερη από την άλλη, και το όλο φιλμ απογειώνεται από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Αλλά, εκτός αυτών, υπάρχει το ασεβέστατο, αναρχικό χιούμορ της βρετανικής ομάδας, που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, όσο ιερό και όσιο κι αν θεωρείται αυτό από πολλούς ανθρώπους. Μπορείτε να σκεφτείτε κάποιον άλλον που θα έκανε μια παρωδία της ζωής του Χριστού; Γιατί γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται.
Ο Μπράιαν (ο σουρεαλισμός υπάρχει από την πρώτη στιγμή, όταν δηλαδή οι δαιμόνιοι κωμικοί επιλέγουν ένα κοινότατο, καθημερινό βρετανικό όνομα σαν όνομα κάποιου που γεννιέται στην Ιουδαία την εποχή του Χριστού) από τη στιγμή της γέννησής του μπερδεύεται με τον Ιησού, αφού θα γεννηθεί στη… διπλανή φάτνη. Στη συνέχεια θα τον περάσουν άθελά του για τον αναμενόμενο Μεσσία, τα πλήθη θα τον ακολουθούν τυφλά και τελικά θα καταλήξει να σταυρωθεί… μάλλον κατά λάθος. Πέραν όμως του απόλυτα ασεβούς περιεχομένου, οι Python εστιάζουν τη σάτιρά τους σε ορισμένα σημεία, μερικά από τα οποία είναι τα εξής:
- Στην πολυδιάσπαση και την αδυναμία συνεννόησης όχι μόνο ολόκληρων λαών, αλλά και μικρών – ή και πολύ μικρών – ομάδων. Το βλέπουμε καθημερινά στην πολιτική και όχι μόνο. Εδώ θα το απολαύσετε σε όλο του το μεγαλείο και θα γελάσετε μέχρι δακρύων με τις συνεχείς διαφωνίες όλο και μικρότερων και νεοσύστατων ομάδων.
- Στην τυφλή ανάγκη των λαών (ή, γενικότερα, μεγάλων ομάδων ανθρώπων) να ακολουθούν τους ηγέτες τους (ή αυτούς που θεωρούν ηγέτες τους) με ξεχωριστή ηλιθιότητα. Οι οποίοι ηγέτες μπορεί να λένε οποιαδήποτε παπαριά, αλλά η λατρεία στο πρόσωπό τους παραμένει ανέπαφη. Ο λόγος του Μπράιαν στα πλήθη που τον πολιορκούν έξω από το σπίτι του είναι χαρακτηριστικός.
- Στην ηλιθιότητα της εξουσίας γενικότερα.
- Στην κυριαρχία των λόγων εις βάρος των πράξεων, ακόμα και σε θέματα που οι τελευταίες είναι προφανές ότι πρέπει να γίνουν άμεσα.
Σας ανέφερα μερικά μόνο τέτοια σημεία. Μπορείτε να βρείτε κι άλλα μόνοι σας. Κυρίως όμως απολαύστε το ασύλληπτο, απόλυτα παρανοϊκό και ανατρεπτικό χιούμορ της ταινίας, που πάντοτε χαρακτήριζε την ομάδα. Και ξεκαρδιστείτε με τους ίδιους, που κατά την προσφιλή τους συνήθεια, ερμηνεύουν όλους σχεδόν τους ρόλους, ακόμα και τους γυναικείους, εμφανιζόμενοι έτσι ο καθένας σε πολλούς απ’ αυτούς. Κι αν το παρανοϊκό τους χιούμορ ξενίσει αρχικά τους «πρωτάρηδες», ξαναδείτε το. Νομίζω ότι έτσι θα αρχίσετε να μπαίνετε στο πνεύμα τους.
ΥΓ: Ο μετέπειτα σημαντικός σκηνοθέτης Terry Gilliam, μέλος της ομάδας τότε, εμφανίζεται σε πολύ λιγότερους και συντομότερους ρόλους από τα υπόλοιπα μέλη, ήταν όμως ο υπεύθυνος για τα θαυμάσια και πρωτοποριακά τότε κινούμενα σχέδια που πάντα υπήρχαν στα φιλμ και τα τηλεοπτικά τους. Στο συγκεκριμένο φιλμ μια μικρή γεύση παίρνετε από τους τίτλους της αρχής.

Δευτέρα, Ιουνίου 14, 2010

ΜΙΑ "ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ" ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


Το 1974 ο Francis Ford Coppola έχει ήδη γυρίσει τον πρώτο "Νονό" και έχει κάνει μερικές πολύ καλές "μικρότερες" ταινίες, οπότε είναι ήδη ένα σημαντικό όνομα. Τότε επιλέγει να γυρίσει τη "Συνομιλία" (Τhe Conversation), ένα χαμηλότονο, αργό, αλλά συγκλονιστικό κατά τη γνώμη μου φιλμ.
Η ταινία έχει σαν ήρωα έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ, ενώ μια αστυνομική ιστορία εκτυλίσσεται, η οποία μάλιστα μας φυλάει και μια απρόσμενη ανατροπή προς το τέλος. Παρ' όλα αυτά, μόνο αστυνομική δεν τη λες. Πάνω απ' όλα πρόκειται για τη μελέτη ενός χαρακτήρα, που ερμηνεύει πολύ καλά ο Τζιν Χάκμαν. Ο οποίος είναι ντετέκτιβ ειδικευμένος σε παρακολουθήσεις προσώπων. Ο καλύτερος στην πιάτσα, όπως γρήγορα αφήνεται να εννοηθεί. Το άλλο, που αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε σταδιακά και πάνω σ' αυτό χτίζεται ολόκληρη η ταινία, είναι η παράνοια του βασικού ήρωα. Όχι, μη φανταστείτε σίριαλ κίλερς και βίαια ξεσπάσματα και τέτοια. Σας είπα ότι πρόκειται για χαμηλότονο φιλμ. Γι' αυτό και η παράνοια είναι ύπουλη, διαβρώνει σιγά - σιγά τον ήρωα και αποκαλύπτεται δεξιοτεχνικά, καταλήγοντας σε κρεσέντο. Και γιατί μας ενδιαφέρει αυτή η παράνοια; Επειδή είναι η παράνοια ενός μοναχικού και παθολογικά κρυψίνοος ανθρώπου. Ή μήπως η δουλειά που κάνει, τόσο καλά μάλιστα, και για την οποία ωστόσο έχει τύψεις, τον οδηγεί εκεί;
Αν γενικευσουμε την κατάσταση, θα δούμε ένα φιλμ που μιλά για το πού μπορεί να οδηγήσει η μοναξιά, η άρνηση ουσιαστικής επαφής με άλλους ανθρώπους ή, πολύ πιθανόν, η εμμονή ενός ανθρώπου με το επάγγελμά του. Και μπορούμε πάλι να το θεωρήσουμε σαν ένα σχόλιο πάνω σ' αυτούς που παρακολουθούν τους άλλους, στο τίμημα που καλούνται να πληρώσουν γι' αυτό. Ο ήρωας χώνει απρόσκλητος τη μύτη του στις ιδιωτικές ζωές των άλλων, καταργεί κάθε έννοια ιδιωτικότητας, και γι' αυτό ακριβώς δεν έχει ο ίδιος ιδιωτική ζωή. Οι μικρές λεπτομέρειες που χτίζουν σιγά - σιγά αυτή την εικόνα είναι τέλεια μελετημένες: Τα μονίμως ίδια ρούχα, που δεν βγάζει ούτε στο σπίτι, η παντελής έλλειψη προσωπικού γούστου με τα μπανάλ και απολύτως απαραίτητα αντικείμενα που βρίσκονται σ' αυτό, η θρησκοληψία του, η σκηνή με το δώρο που βρίσκει στο διαμέρισμά του και η ακόλουθη αντίδραση, το διαρκές του κούμπωμα, που τον κάνει ουσιαστικά να μην έχει φίλους και να έχει μάλλον ψυχρές σχέσεις με τις γυναίκες, όλα συγκλίνουν ανεπαίσθητα προς το φινάλε, το οποίο, δίχως και πάλι να συμβαίνει κάτι εντυπωσιακό, το βρήκα συγκλονιστικό. Προσέξτε επίσης τη σκηνή της εξομολόγησης: Όντας θρήσκος, πασχίζει να βγάλει από μέσα του όλα αυτά που συσσωρεύει καταφεύγοντας στον εξομολογητή, κι εκεί όμως ακόμα είναι κουμπωμένος και διστακτικός...
Σας είπα ότι πρόκειται για αργό φιλμ, που πιθανόν να κουράσει κάποιους με τους ρυθμούς του και με την εμμονή στο πρόσωπο του ήρωα. Παρ' όλα αυτά, σας το είπα κι αυτό, το βρήκα πραγματικά πολύ δυνατό. Ίσως μάλιστα αυτό να οφείλεται ακριβώς στους ρυθμούς αυτούς και στην "υπουλία" με την οποία αποκαλύπτονται τα πράγματα, το αληθινό πρόσωπο του ήρωα και το αληθινό δράμα.
ΥΓ: Σε δεύτερο ρόλο θα ανακαλύψετε έναν νεαρότατο και παντελώς άγνωστο ακομα Χάρισον Φορντ. Σαν παιδάκι μοιάζει!

Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010

ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΑΛΛΑ ΔΑΙΔΑΛΩΔΗΣ "ΜΕΓΑΛΟΣ ΥΠΝΟΣ"


Το "Big Sleep" (1946) ενός από τους κλασικούς μεγάλους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, του Howard Hawks (1896-1977) είναι ένα πραγματικά αρχετυπικό αστυνομικό φιλμ, με μία σπάνια ιδιαιτερότητα: Ενώ από όλους θεωρείται, όπως είπαμε, αρχετυπικό, ουδείς μάλλον έχει καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει σ' αυτό, ποιος είναι πίσω από ποιον, ποια είναι ακριβώς η ίντριγγα. Δεν λέω ότι δεν υπάρχει ιστορία, εξήγηση, ξεκαθάρισμα, αλλά ίσως χρειάζεται να το δει κανείς 2-3 φορές απανωτά (κρατώντας πιθανόν και σημειώσεις) για να βγάλει άκρη. Το σενάριο είναι τόσο πολύπλοκο, οι πληροφορίες τόσο πυκνές, τα ονόματα πέφτουν τόσο γρήγορα, που πολλοί από τους θεατές παραιτούνται κάπου στα μισά και... απλώς απολαμβάνουν όσα βλέπουν. Έχοντας λοιπόν αυτά υπ' όψιν, μη φοβηθείτε αν ξαφνικά διαπιστώσετε ότι δεν θυμάστε ποιος είναι ο τάδε, τι σχέση έχει με το δείνα, γιατί ο Α έκανε αυτό που έκανε εις βάρος του Β κλπ. Δεν θα είστε ο πρώτος.
Βασισμένο στο ομώνυμο (και εξ ίσου πολύπλοκο) βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ, η ταινία μεταφέρει στην οθόνη μια ακόμα περιπέτεια του θρυλικού ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, που φυσικά τον υποδύεται - ποιος άλλος; - ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ. Δίπλα του μια πανέμορφη, νεαρή τότε, Λορίν Μπακόλ. Και γιατί είναι λοιπόν κλασικό το φιλμ, ενώ οι περισσότεροι μπερδεύονται με την πλοκή; Διότι έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του φιλμ νουάρ: Υπέροχη, ασπρόμαυρη φωτογραφία που δημιουργεί ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα, σχεδόν αποκλειστικά νυχτερινά πλάνα, εξαιρετικά πνευματώδεις ατάκες, που συναγωνίζονται η μία την άλλη - πολλές με έντονα σεξουαλικά υπονοούμενα, σασπένς, διαρκείς ανατροπές και την ανεπανάληπτη χημεία μεταξύ Μπακόλ και Μπόγκαρντ. Τι άλλο θέλετε; Συγχρόνως βέβαια, δεν παραλείπει, όπως πολλά έργα του Τσάντλερ, να καυτηριάσει την ανηθικότητα και τη βρωμιά που κρύβεται πίσω από την απαστράπτουσα βιτρίνα της πλούσιας αμερικάνικης οικογένειας, αυτής του γέρου στρατηγού με τις δύο διεφθαρμένες κόρες στο συγκεκριμένο παράδειγμα.
Φυσικά το σχεδόν εξωπραγματικό στοιχείο υπάρχει: Κρύβεται στην απίστευτη ευκολία που ο Μπόγκαρντ / Μάρλοου ρίχνει όποιαδήποτε όμορφη γυναίκα βρει μπροστά του κυριολεκτικά σε λίγα λεπτά. Αρκεί να τις κοιτάξει και να πει δυο - τρεις κουβέντες... και πάει, πέσανε όλες. Μιλάμε δηλαδή για απανωτούς κεραυνοβόλους έρωτες! Στα υπ' όψιν λοιπόν κι αυτό το στοιχείο, για να μη σας ξενίσει αν δεν είστε φίλος των παλιών αστυνομικών.
Πρέπει κανείς να κατανοήσει ότι εδώ μιλάμε για μια καθαρή "ταινία είδους". Αν δεν γοητεύεστε από τα ρεπούμπλικα, τις καπαρντίνες, τα παλιομοδίτικα αυτοκίνητα, τα αιώνια σφηνωμένα τσιγάρα στα χείλη, τους ντετέκτιβ, το τζόγο, τις εντυπωσιακές, μοιραίες γυναίκες, τότε ψάξτε αλλού. Πέραν του fun στοιχείου πάντως, και σεναριακά εξαιρετικά νουάρ υπήρξαν και πολλά απ' αυτά, όπως είπαμε, διέθεταν εντονότατο το στοιχείο της καυστικότατης κοινωνικής κριτικής. Για τους φίλους λοιπόν του είδους, αλλά και τους φίλους του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, το φιλμ συνίσταται, κι ας βγείτε με μερικά ερωτηματικά στο τέλος...

Πέμπτη, Ιουνίου 10, 2010

"ΡΕΒΑΝΣ" ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


Ξαναείδα, άπειρα χρόνια μετά, τη "Ρεβάνς", που ο Νίκος Βεργίτσης γύρισε το 1983 και που είναι η καλύτερη ταινία του (από μόνο του αυτό δεν λέει τίποτα, αφού έχει γυρίσει μόλις τρεις). Στην εποχή της είχε συζητηθεί αρκετά και είχε κάνει αρκετά μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα. Δεν θυμόμουν σχεδόν τίποτα απ' αυτή. Μόνο το ότι παλιά μου είχε αρέσει, και ήμουν περίεργος να δω πώς θα μου φαινόταν τώρα.
Μάλλον με έκπληξη λοιπόν διαπίστωσα ότι παραμένει ενδιαφέρουσα και καλογυρισμένη, πράγμα σπάνιο για ελληνική ταινία μιας εποχής όπου κυριαρχούσαν οι άθλιες "κωμικές" βιντεοταινίες και οι κακογυρισμένες "ψαγμένες", πολιτικοποιημένες κυρίως, ταινίες του "Νέου ελληνικού κινηματογράφου" και αποπνέει ακόμα έναν αέρα νεανικής φρεσκάδας.
Η "Ρεβάνς" είχε πέσει σαν κεραυνός εν αιθρία τότε. Βέβαια, για να το καταλάβει κανείς αυτό σήμερα, πρέπει να γνωρίζει λίγο την εποχή αυτή: Ήταν τότε που οι νέοι πειραματίζονταν πολύ περισσότερο από τους σημερινούς, ενώ η άγρια πολιτικοποίηση (που στην πραγματικότητα ήταν κυρίως κομματικοποίηση) των πρώτων διψασμένων χρόνων της μεταπολίτευσης - δικαιολογημένη κατά τη γνώμη μου μετά από μια επταετία στυγνών απαγορεύσεων - είχε μόλις αρχίσει να αμφισβητείται. Αυτά ακριβώς είναι τα θέματα που θίγει η ταινία: Τους πειραματισμούς των νέων (κυρίως σε επίπεδο σχέσεων και σεξουαλικότητας) και την αμφισβήτηση της παραδοσιακής αριστεράς και των ποικίλων αρτηριοσκληρωτισμών της (για δεξιά ούτε λόγος να γίνεται. Αυτή δεν υπήρχε καν στο λεξιλόγιο των φοιτητών τουλάχιστον της εποχής).
Άλλοτε με τρόπο δραματικό κι άλλοτε με πολύ χιούμορ, η ταινία καταγράφει τη ζωή τριών νέων, μιας κοπέλας και δύο αντρών, που ανήκουν σε ένα εξωκοινοβουλευτικό "περιθώριο" (πολύ διαδεδομένο ωστόσο την εποχή αυτή) και συνιστούν ένα παράξενο ερωτικό τρίγωνο, άλλοτε με έντονες συγκρούσεις κι άλλοτε σε απόλυτη αρμονία. Έτσι πρώτα - πρώτα το φιλμ μιλά για τη σεξουαλική ελευθερία. Κυρίαρχο μοτίβο άλλωστε είναι το σύνθημα που υπάρχει στον τοίχο του δωματίου "Στον έρωτα τίποτα δεν είναι ανήθικο". Το φεμινιστικό στοιχείο είναι επίσης πολύ έντονο, με τη γυναίκα να διεκδικεί την ελευθερία των επιλογών της ισότιμα με τους άντρες. Και είναι και gay friendly, με τον απολαυστικό ρόλο του Πουλικάκου που κάνει ένα συμπαθή ομοφυλόφιλο. Από την άλλη η πολιτική αμφισβήτηση (της καθιερωμένης αριστεράς κυρίως) είναι κι αυτή έντονα παρούσα μέσα από πλήθος αναφορών και περιστατικών, αλλά και με την τελική ανατροπή - αποκάλυψη και τον χαρακτήρα του καταπιεστικού πατέρα (μια λεπτομέρεια της αμφισβήτησης αυτής είναι και η επιλογή των ηρώων να ακούν ροκ, που τότε ήταν κυριολεκτικά απαγορευμένο στους κύκλους της ΚΝΕ).
Πέραν αυτών όμως βρήκα την ταινία καλογυρισμένη, με όμορφη φωτογραφία, έξυπνα σκηνοθετικά ευρήματα και με μια έντονη σινεφίλ διάθεση, καθώς οι αναφορές σε κλασικά φιλμ είναι πολλές και εμφανείς και ο βασικός ήρωας (ο νεαρός τότε Καφετζόπουλος) είναι μανιακός με το σινεμά και έχει συχνά κινηματογραφικής προέλευσης φαντασιώσεις. Γενικά, το κλίμα της γαλικής νουβέλ-βαγκ είναι πανταχού παρόν (ο Βεργίτσης άλλωστε είχε σχετικά πρόσφατα τότε γυρίσει από τη Γαλλία, όπου σπούδαζε σινεμά).
Συνολικά λοιπόν τη θεωρώ μια σημαντική ταινία καταγραφής μιας εποχής - ή ενός συγκεκριμένου χώρου της εποχής αυτής, η οποία μάλιστα είναι και πολύ πιο όμορφη κινηματογραφικά από ξεπερασμένες σήμερα παρόμοιες προσπάθειες, όπως, ας πούμε, ο "Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο" του Ζερβού.

Τρίτη, Ιουνίου 08, 2010

ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΕΣ, ΤΕΡΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΚΤΩ


"Η Πεντάμορφη και το Τέρας" (La Belle et la Bete) του 1946 ίσως είναι η ομορφότερη ταινία του Jean Cocteau (1889-1963). Ποιητής, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ζωγράφος, ο πολυσχιδής αυτός καλλιτέχνης γύρισε λίγες σχετικά ταινίες, που αναμειγνύουν το έντονα ρομαντικό πνεύμα με τον σουρεαλισμό. Πολλές απ' αυτές είναι ποιητικές ή/και σουρεαλιστικές και στην ίδια τη δομή τους, μπαίνοντας έτσι στο χώρο του πειραματικού σινεμά. Η συγκεκριμένη όμως ταινία έχει σαφή αφηγηματική δομή: Πρόκειται για την κατά Cocteau εκδοχή του ομώνυμου γνωστού παραμυθιού.
Σπάνια μπορεί κανείς με τόσο σιγουριά να δώσει σε ένα φιλμ τον χαρακτηρισμό του ποιητικού. Η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία, τα μπαρόκ, παράδοξα σκηνικά, το όλο ονειρικό κλίμα, σε συνδυασμό με τους σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι τίποτα υπερβολικό, μη φοβηθείτε) δημιουργούν μια έντονα υπνωτική ατμόσφαιρα, που κάνει τον θεατή να νομίζει διαρκώς ότι παρακολουθεί ένα όνειρο. Μερικές σκηνές είναι εξαιρετικές: Η αρχική είσοδος του πατέρα στον μαγεμένο πύργο του τέρατος προκαλεί μέχρι σήμερα ανατριχίλα, θυμίζοντας ταινία τρόμου (η σκηνή θα επαναληφτεί αργότερα με ποιητικότερη διάθεση με την είσοδο της Πεντάμορφης στον πύργο). Οι εικόνες των κηροπηγίων που κρατάνε χέρια που βγαίνουν από τους τοίχους, τα αγάλματα που κινούνται αργά και παρακολουθούν τους ήρωες με το βλέμμα τους, η πρώτη εμφάνιση του τέρατος με την ζωόμορφη μορφή που θα γίνει ένα από τα κινηματογραφικά αρχέτυπα, η τελική απογείωση των εραστών στον ουρανό - εικόνα θαρρείς βγαλμένη από πίνακες του Σαγκάλ - μένουν βαθειά χαραγμένες στη μνήμη. Αλλά και η μελέτη του Κοκτώ στο θέμα του έρωτα ανάμεσα σε τόσο διαφορετικά πλάσματα, καθώς και η πρώιμη ενασχόληση με το θέμα της διαφορετικότητας και της αποδοχής της, φέρνουν την ταινία μπροστά από τη εποχή της: Το Τέρας παρουσιάζεται όχι ως κακό και αιμοβόρο, αλλά ως τραγική φιγούρα, καταδικασμένη σε ένα αιώνιο μαρτύριο εξ αιτίας ακριβώς της διαφορετικότητάς του, της τρομαχτικής του δηλαδή εμφάνισης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατάδειξη (πρώιμη επίσης) της διπλής του φύσης: Από τη μία είναι ένας ρομαντικός, ευγενικός ήρωας, που εκτελεί κάθε διαταγή της αγαπημένης του και είναι έτοιμος να πεθάνει από έρωτα όταν την χάνει, από την άλλη είναι το αιμοβόρο κτήνος με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα. Η δεύτερη, η σκοτεινή αυτή εκδοχή της φύσης του σχετίζεται άμεσα με την καταπιεσμένη του σεξουαλικότητα, πράγμα που δείχνεται καθαρά σε μια εντυπωσιακή σκηνή όπου το κτήνος έχει πάρει το πάνω χέρι μέσα του όταν παραμονεύει, ενώ καίγεται κυριολεκτικά και μεταφορικά, έξω από την πόρτα της κοπέλας που αγαπά και δεν μπορεί να πλησιάσει.
Ίσως το φιλμ σας γεννήσει κι άλλους συνειρμούς και να προχωρήσετε και σε άλλες αναλύσεις. Θα πρότεινα όμως απλώς - ή τουλάχιστον πριν απ' αυτά - να αφεθείτε στη μαγεία και την ονειρική του ατμόσφαιρα κι αυτό, νομίζω, είναι αρκετό για να αποζημειώσει έναν ευαίσθητο θεατή. Ίσως βέβαια σήμερα τα εφφέ να σας φανούν ξεπερασμένα και πρωτόγονα, ίσως αυτός ο έντονος ρομαντισμός του Κοκτω να γίνεται ακόμα και αστείος σε κάποια σημεία, όπως και το παίξιμο των ηθοποιών σε κάποιες σκηνές, ίσως να σας ξενερώσει λιγάκι η τελική μεταμόρφωση... θεωρώ όμως όλα αυτά πταίσματα, που διακιολογούνται και από την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, μπροστά σε ένα από τα αριστουργήματα του κινηματογράφου.

Δευτέρα, Ιουνίου 07, 2010

"ΣΚΑΘΑΡΟΖΟΥΜΗΔΕΣ" ΚΑΙ ΕΞΟΡΚΙΣΤΕΣ... ΖΩΝΤΑΝΩΝ


Βρισκόματε στα 1988 όταν ουσιαστικά γνωρίσαμε τον Tim Burton. Ο "Σκαθαροζούμης" (Beetle Juice) ήταν η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, αλλά, όπως είπα, όλοι τον μάθαμε απ' αυτήν, αφού η πρώτη είχε ουσιαστικά περάσει απαρατήρητη. Ωστόσο στον πρώιμο αυτόν "Σκαθαροζούμη" ο Burton δείχνει ήδη όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά που έμελλε να σημαδέψουν το έργο του: Κατάμαυρο χιούμορ με ανατροπή των κλισέ τρόμου, εικόνα βγαλμένη από μυαλό γνήσιου σουρεαλιστή με οργιαστική φαντασία, ιστορία - παραμύθι, που απευθύνεται όμως κυρίως σε ενήλικους. Παιδικότητα; Κι αυτή υπάρχει, αλλά για κάπως πιο ενήλικα παιδιά. Γιατί τα κανονικά μπορεί και να παγώσουν με όσα βλέπουν...
Μια αστεία ιστορία τρόμου λοιπόν, με ένα συμπαθέστατο ζεύγος φαντασμάτων που προσπαθεί να διώξει τους παρείσακτους και θορυβώδεις ξένους που αγοράζουν το αγαπημένο τους σπίτι, το οποίο στοιχειώνουν. Τα πράγματα όμως θα μπερδευτούν κι άλλο όταν το απελπισμένο ζεύγος θα καλέσει σε βοήθεια τον φριχτό και αηδή Σκαθαροζούμη, εξορκιστή... ζωντανών και νεκρό και τον ίδιο.
Αυτό που αμέσως παρατηρεί κανείς είναι η εντυπωσιακή, πλούσια σε χρώματα και φαντασία εικόνα του Burton. Όταν μάλιστα δείχνει κάποιες σκηνές του "άλλου κόσμου", οι επιρροές από τον κλασικό γερμανικό εξπρεσιονισμό ("Εργαστήριο του Δρ. Καλιγκάρι" κλπ.) είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Και, φυσικά, υπάρχουν επιροές από παραμύθια, αλλά και όλα τα κλισέ τρόμου (έστω και ανεστραμένα). Όσο για τα τέρατα, δεν έχει κανένα πρόβλημα να τα δείξει εμφανώς ψεύτικα και πολύχρωμα, κάτι σαν τρομαχτικά παιδικά παιχνίδια. Τι πετυχαίνει με όλα αυτά; Μια προσωπική εφιαλτική παιδικότητα, ένα σύμπαν δηλαδή που βουτάει βαθιά στην παιδική φαντασία, αλλά είναι πολύ σκοτεινό και τρομαχτικό για να ανήκει σε παιδική ταινία. Όπως δηλαδή είναι συχνά η παιδική ηλικία, που συνδυάζει την ανεμελιά με τους μυστικούς εφιάλτες. Και κάνει και μια αστεία κριτική στη σύγχρονη τέχνη και το extreme ντιζάιν των 80ς. Χμμ... αυτός είναι ιδιαίτερος δημιουργός κι όχι ένας ακόμα αμερικάνος μπλογκμπαστεράς, είχαμε σκεφτεί τότε και, ευτυχώς, πέσαμε μέσα.
Πέραν αυτών, νομίζω ότι μέχρι σήμερα ο "Σκαθαροζούμης" παραμένει, αν μη τι άλλο, μια πολύ διασκεδαστική ταινία. Η πρώτη σημαντική ενός σημαντικού σύγχρονου δημιουργού, ενός από τους λίγους που έχουν καταφέρει να συνδυάσουν την εμπορική επιτυχία με το προσωπικό όραμα.

Κυριακή, Ιουνίου 06, 2010

ΤΟ "ΒΡΑΔΥ ΣΤΙΣ ΟΧΤΩ" ΚΑΙ Η ΚΡΥΜΕΝΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


Ο George Cukor (1899-1983) είναι ασφαλώς από τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες. Το 1933 γυρίζει το "Dinner at Eight" ("To Βράδυ στις Οχτώ" καθ' ημάς) με ένα εντυπωσιακό καστ μεγάλων σταρ της εποχής, προσπαθώντας να κάνει επιτυχία χάρη στα συγκεντρωμένα ονόματα (Μαρί Ντρέσλερ, Τζον Μπάριμορ, Λάιονελ Μπάριμορ, Γουόλας Μπίρι, Τζιν Χάρλοου κ.ά.) Η επιτυχία έγινε, αλλά νομίζω ότι το φιλμ αξίζει πολύ περισσότερο απ' αυτή.
Μερικές φορές το "Βράδυ" περιγράφεται σαν κωμωδία. Σίγουρα διαθέτει χιούμορ και μερικές εξαιρετικές ατάκες, αλλά βασικά πρόκειται για ένα πυκνό δράμα. Τι κωμωδία θα ήταν άλλωστε όταν ένας από τους ήρωες αυτοκτονεί, ενώ κάποιος άλλος αποδεικνύεται ότι είναι ετοιμοθάνατος; Η ταινία αφηγείται τις προετοιμασίες για ένα επίσημο δείπνο που θα γίνει στο πολυτελές σπίτι ενός πλούσιου ιδιοκτήτη ναυτιλιακής εταιρίας, με καλεσμένους, φυσικά, ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας. Κι εδώ αρχίζει το "γδύσιμο" των ανθρώπων αυτών, η αποκάλυψη όσων κρύβονται "κάτω από το χαλί", η διαπίστωση ότι ο αστραφτερός αυτός κόσμος καθόλου αστραφτερός δεν είναι κι ότι στην πραγματικότητα κρύβει πλήθος βρώμικων μυστικών. Αυτό που κυριαρχεί (κι αυτό που κάνει την επιφάνεια αστραφτερή) είναι η υποκρισία, οι καλοί τρόποι, οι κάθε λογής τυπικότητες. Αυτές καλύπτουν τη βρωμιά και τις ανοιχτές πληγές. Διότι, βλέπετε, η οικογένεια που δίνει το δείπνο είναι στην πραγματικότητα απένταρη, με την εταιρία της έτοιμη να καταρρεύσει, ο ηθοποιός είναι στην πραγματικότητα ξοφλημένος και αλκοολικός, η άλλη παλιά ηθοποιός - δόξα δεν έχει δεκάρα, ο επιχειρηματίας που θα γίνει υπουργός βασίζει τη δύναμή του σε απάτες, ενώ οι σχέσεις του με τη φτηνή πλην σέξυ γυναίκα του άθλιες... κι αυτά είναι μερικά μόνο απ' όσα κρύβονται κάτω από τον αβάσταχτο καθωσπρεπισμό. Ακόμα και μια υπηρέτρια, από τα ελάχιστα άτομα άλλης τάξης που εμφανίζονται, εκβιάζει την κυρία της - και καλά κάνει αφού ζει στο βρώμικο περιβάλλον της και εμπνέεται απ' αυτό, πολύ περισσότερο που η κυρία της φέρεται σαν σε σκουπίδι.
Νομίζω ότι σπάνια το Χόλιγουντ έχει δείξει τόσο ανάγλυφα την παρακμή και τη σαπίλα των ανώτερων τάξεων ή, αν θέλετε, την αθέατη πλευρά μιας εξωτερικής, μεγαλοπρεπούς εικόνας που όλοι θα ζήλευαν. Η τελική σκηνή, με το περίφημο δείπνο που αρχίζει σα να μην τρέχει τίποτα, και όπου όλοι μετά βίας κρύβουν τις πληγές τους, είναι χαρακτηριστική της χρυσής ψευτιάς που καλύπτει όλη αυτή την παρακμή. Νομίζω ότι ο θεατής βγαίνει αηδιασμένος απ' όσα έχει μάθει για όλους σχεδόν τους ήρωες του φιλμ, που στην αρχή ζήλευε εξ αιτίας όλου αυτού του γκλάμουρ που συσσωρεύεται γύρω τους.
Βασισμένη σε θεατρικό έργο, η ταινία διαδραματίζεται κυρίως σε πλούσια, βαρυφορτωμένα εσωτερικά, που τονίζουν την υποκρισία, τα ψέματα και τις διαλυμένες σχέσεις που είναι οι πραγματικοί τους κάτοικοι. Σαφώς δεν διαθέτει "δράση" ή κυνηγητά και άλλα σχετικά. Αυτό για προειδοποίηση όσων άλλα περιμένουν. Είναι όμως νομίζω από τις πιο καυστικές ταινίες που γύρισε ποτέ το κλασικό Χόλιγουντ και ο σημαντικότατος κύριος Cukor.

Σάββατο, Ιουνίου 05, 2010

"ΟΛΟΙ ΛΕΝΕ Σ' ΑΓΑΠΩ" ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑ


Μια από τις συνήθειες του Woody Allen είναι να περιδιαβαίνει τα διάφορα κινηματογραφικά είδη: Αστυνομικό θρίλερ, καφκικής ατμόσφαιρας φιλμ, μπεργκμανικά δράματα, βουβά επίκαιρα εποχής, σεξπιρικές κωμωδίες, παρωδίες κλασικών μυθιστορημάτων... διανθίζοντάς τα βέβαια με το προσωπικό του χιούμορ. Το 1996 λοιπόν, με το "Everyone Says I Love You" (Όλοι λένε σ' αγαπώ) αποφασίζει να επισκεφτεί άλλο ένα είδος: Το μιούζικαλ. Έτσι γυρίζει μια κομεντί, που κάθε λίγο διακόπτεται από παλιομοδίτικα τραγούδια, στο στιλ του κλασικού αμερικάνικου τραγουδιού, όπως ακριβώς συνέβαινε στις παλιές ταινίες του είδους.
Η ταινία παρακολουθεί τις ερωτικές (κυρίως) ιστορίες των μελών μιας πλούσιας νεοϋορκέζικης οικογένειας: 4 κόρες από διαφορετικούς πατεράδες, αλλά και ο πρώην σύζυγος και πατέρας της μιας, που ζει στο Παρίσι. Έτσι ο Allen βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει τις νευρώσεις, τις ανασφάλειες, συχνά την αφέλεια καλοζωισμένων - αλλά και διανοούμενων - αμερικανών. Την εμμονή τους, ας πούμε, με την Ευρώπη και ιδίως με το Παρίσι που οι περισσότεροι έχουν μυθοποιήσει, τις φιλανθρωπικές τους επιδόσεις, την περί "αριστεράς" αντίληψή τους (που συνήθως περιορίζεται στο να ψηφίζουν δημοκρατικούς και να απεχθάνονται τους ρεπουμπλικάνους) κλπ. Με την ευκαιρία μάλιστα, ο Allen βάζει στο στόμα των ηρώων του μερικές ξεκαρδιστικές ατάκες για τους τελευταίους, που θα πρόσβαλλαν βαθύτατα οποιονδήποτε ψηφοφόρο τους. Γενικά, μερικές ατάκες που ακούγονται είναι πραγματικά πνευματώδεις, αν και δεν συναντάμε εδώ τη συχνότητα με την οποία σκάνε σε άλλα του φιλμ. Και υπάρχουν και τα μουσικοχορευτικά νούμερα, συχνά ευφάνταστα, που διαρκώς παραπέμπουν στα αντίστοιχα νούμερα μιούζικαλ όταν αυτό βρισκόταν στην ακμή του.
Για μια ακόμα φορά η ταινία κατά τη γνώμη μου βλέπεται ευχάριστα (αυτό είναι ένα μίνιμουμ που νομίζω ότι ο Woody Allen το έχει κατακτήσει απόλυτα ακόμα και στις πιο μέτριες ταινίες του), ωστόσο δεν τη θεωρώ από τις πολύ καλές του. Παραμένει σ' αυτό ακριβώς το επίπεδο: Να βλέπεται ευχάριστα. Και διαθέτει και την έκπληξη ενός μοντέρνου μιούζικαλ (που όμως, όπως έλεγα, μιμείται τα παλιά), ενός είδους δηλαδή που τις αρκετές τελευταίες δεκαετίες έχει παρακμάσει και σπανίως το θυμούνται οι σκηνοθέτες.
ΥΓ: Έχετε συνειδητοποιήσει πόσοι μεγάλοι ηθοποιοί - και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους - έχουν περάσει από τις σχεδόν 50 ταινίες του Woody Allen; Μπείτε στο IMDB π.χ. και κάντε μια λίστα. Δε νομίζω ότι τόσο πολλοί διασημοι έχουν περάσει από τα χέρια άλλου δημιουργού. Εδώ, ας πούμε, έχουμε τη Γκόλντι Χον, τον Άλαν Άλντα, τη Τζούλια Ρόμπερτς, τον Έντουαρντ Νόρτον, τη Ντρου Μπάριμορ και τον ίδιο τον Γούντι Άλεν βεβαίως...

Πέμπτη, Ιουνίου 03, 2010

"Ο ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΨΗΦΙΑΚΕΣ 1001 ΝΥΧΤΕΣ


Προφανώς ο Mike Newell είναι σκηνοθέτης παντός καιρού και μπορεί να κάνει εξ ίσου καλές και κακές ταινίες, από ρομαντικές εποχής μέχρι blogbuster (περνώντας και από την κωμωδία). Στα blogbuster ανήκει βέβαια και ο "Πρίγκηπας της Περσίας", μια ακόμα μεταφορά βιντεογκέιμ στην οθόνη.
Τώρα τι να σας πω; Ότι είναι απόλυτα χορταστική περιπέτεια; Είναι. Ότι γίνεται χαμός από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό; Γίνεται. Ότι συχνά τα εντυπωσιακά εφέ παίρνουν το πάνω χέρι; Κι αυτό συμβαίνει, και δεν μ' αρέσει ιδιαίτερα. Θα αντιληφθήκατε φυσικά ότι όσα συμβαίνουν στο φιλμ είναι πέρα για πέρα εξωπραγματικά και απίθανα. Και δεν εννοώ μόνο τα μαγικά εγχειρίδια που γυρίζουν τον χρόνο πίσω και την "Άμμο του Χρονου" που μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο. Μιλάω και για τις συνεχείς κλωτσοπατινάδες, τις απίστευτες ικανότητες του ήρωα που αποφεύγει χιλιάδες βέλη, σκοτώνει μόνος του δεκάδες εχθρούς, πηδάει από γκρεμούς και γλιτώνει και από εκρήξεις μετά κατολισθήσεων και φυσικά δεν παθαίνει τίποτα. Με συγχωρείτε, αλλά τα έχω δει τόσες φορές όλα αυτά, που δεν μου είπαν και πολλά. Και, για να μη νομίζετε ότι είμαι ντε και καλά εναντίον οποιασδήποτε υπερπαραγωγής, το θεωρώ κατώτερο και από τους πρώτους Ιντιάνα Τζόουνς και από τους Πειρατές της Καραϊβικής, που είναι ταινίες του είδους που πραγματικά ευχαριστήθηκα (και στοιχεία από τις οποίες έχει ο "Πρίγκηπας").
Η Ανατολή κυριαρχεί βέβαια, με τα παλάτια, τα χαρέμια, την έρημο, τους φοίνικες... και μέσα στο χαμό μπλέκονται και οι θρυλικοί Ασσασίνοι του Γέρου του Βουνού (και παίρνει το μάτι μας κι ένα δερβίση να χορεύει). Θα μπορούσαμε λοιπόν κάλλιστα να βρισκόμαστε σε ψηφιακές 1001 Νύχτες. Αλλά σας είπα: Μου φαίνεται ότι τα έχω βαρεθεί πια όλα αυτά - που είναι και αρκετά προβλέψιμα επί πλέον. Φυσικά είναι καλογυρισμένη σαν ταινία (αλλοίμονο τώρα) και φαντάζομαι ότι πολλοί θα την ευχαριστηθούν ως απλή διασκέδαση. Εγώ... έτσι κι έτσι. Στα συν πάντως κρατάω την σαφή αναφορά στον σύγχρονο βρώμικο πόλεμο του Ιράκ, με τα όπλα που υποτίθεται ότι διαθέτει η ιερή πόλη και γι' αυτό καταλαμβάνεται από τα περσικά στρατεύματα και φυσικά... όπλα δεν υπάρχουν. Πλάκα έχει που τέτοιες σύγχρονες αναφορές τρυπώνουν σε πέρα για πέρα ανώδυνα (κατά τα άλλα) blogbuster. Όσοι λοιπόν είστε φίλοι του χαμού επί της οθόνης, νομίζω ότι μάλλον θα διασκεδάσετε. Αν μάλιστα το πετύχετε σε κανένα θερινό, ακόμα καλύτερα.

Τετάρτη, Ιουνίου 02, 2010

ΤΟ ΠΑΛΙΟ THING , TΑ Β-ΜΟVΙΕS ΚΑΙ Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Συνήθως τα κινηματογραφικά ριμέικ είναι πολύ χειρότερα από το πρωτότυπο (θυμηθείτε, ας πούμε το νερόβραστο "When thw Earth stood Still" σε σχέση με το εξαιρετικό πρωτότυπο). Ωστόσο υπάρχουν και εξαιρέσεις - που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Χαρακτηριστική τέτοια εξαίρεση αποτελεί κατά τη γνώμη μου το "The Thing from Another World", πρώτη ταινία του άγνωστου και μέτριου τηλεοπτικού κυρίως σκηνοθέτη Christian Nyby, που γυρίστηκε το 1951. Νομίζω δηλαδή ότι το "The Thing" του Κάρπεντερ των αρχών της δεκαετίας του 80 είναι πολύ καλύτερο. Και μόνο το γεγονός ότι το δεύτερο μένει πιστό στο ευρηματικό κλασικό διήγημα επιστημονικής φαντασίας "Who Goes There?", στο οποίο βασίζονται και τα δύο, του δίνει πολλούς πόντους.
Στο παλιό φιλμ πίσω από τον Nyby βρίσκεται σε ρόλο παραγωγού ο μεγάλος Howard Hawks, αυτό όμως δεν βοηθά νομίζω. Πρόκειται βέβαια για τυπικό b-movie επιστημονικής φαντασίας των 50ς και κρατά αρκετά τον θεατή μέχρι σήμερα. Δεν νομίζω ότι είναι ακριβώς κακό, αλλά, βλέπετε, υπάρχει πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού μας η σύγκριση με τον Κάρπεντερ... Εδώ ο εξωγήινος εισβολέας που τρομοκρατεί την απομονωμένη βάση στην Αλάσκα είναι ένα ανθρωπόμορφο ον "φυτικής" δομής, πράγμα που τον κάνει άτρωτο σε σφαίρες. Θα επινοήσουν κάτι εναντίον του οι παγιδευμένοι στρατιωτικοί και επιστήμονες;
Η πρώτη αρνητική παρατήρηση είναι η ξεπερασμένη και ψεύτικη (για μια ακόμα φορά) συμπεριφορά των ηρώων. Είναι πολύ άνετοι. Κάνουν αστειάκια, φλερτάρουν, γενικά δεν δείχνουν κανένα τρόμο ενώ η ζωή τους κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή από έναν εξωγήινο εισβολέα. Ίσως στα ηρωικά 50ς οι άντρες δεν φοβόντουσαν...
Βασικότερο μελανό σημείο όμως είναι η έντονα ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα. Οι εξωγήινοι, το ξένο στοιχείο δηλαδή, αντιμετωπίζονται μονοδιάστατα ως κακοί, που έρχονται να τραφούν με μας (συγκρίνετε την πολύ διαφορετική αντιμετώπιση στο "Όταν η γη σταμάτησε"). Αυτό όμως δεν με πειράζει τόσο όταν χρησιμοποιείται για τη δημιουργία τρομακτικής, κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας. Είναι όμως και η πρωτοκαθεδρία σε όλα των στρατιωτικών, που είναι ηρωικοί, πρακτικοί και έχουν απόλυτο δίκιο στις απόψεις τους, στις βίαιες λύσεις που υποστηρίζουν για την ακρίβεια, ενώ οι επιστήμονες που προσπαθούν να επικοινωνήσουν με το πλάσμα, πολύ απλά λένε μπούρδες. Αφείστε που ο επί κεφαλής των επιστημόνων με τις "αιρετικές" απόψεις μοιάζει πολύ με ρώσο με τη γουνίτσα και το επίσης γούνινο καπελάκι του... Και βέβαια το φιλμ τελειώνει με την κλασική προειδοποιητική και ψυχροπολεμική ατάκα "Κοιτάτε πάντα τους ουρανούς", κοινώς "επαγρυπνείτε διαρκώς, γιατί δεν ξέρουμε από πού θα μας την πέσουν"...
ΟΚ. Παρ' όλα αυτά πρόκειται για ένα από τα χαρακτηριστικότερα φιλμ στο είδος του, αν και όχι υποχρεωτικά από τα καλύτερα. Αν λοιπόν σας ενδιαφέρει (το είδος εννοώ) δείτε το οπωσδήποτε.

Τρίτη, Ιουνίου 01, 2010

"Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ" Ή ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΕΛΟ


Η ιταλίδα Maria Sole Tognazzi είναι κόρη του γνωστού ηθοποιού Ugo Tognazzi και το "L'Uomo chi ama" (Ο άντρας που αγαπά) του 2008 η δεύτερη ταινία της και μια από τις πιο βαρετές που έχω δει τον κάμποσο τελευταίο καιρό.
Πρόκειται για αισθηματικό δράμα, δεν έχω όμως καμιά αντίρρηση να το χαρακτηρίσω ένα σχετικά καλογυρισμένο σύγχρονο μελό. Παρακολουθούμε τον έρωτα ενός άντρα για μια γυναίκα και την κατάθλιψη (πλήρη διάλυση θα έλεγα καλύτερα) που ακολουθεί όταν αυτή τον αφήνει. Αργότερα θα τα φτιάξει με μια άλλη γυναίκα, αλλά μετά τρία χρόνια δεν θα μπορεί άλλο μαζί της, αφού θα τον κυνηγά η ανάμνηση της πρώτης. Ταυτόχρονα, για να γίνουν ακόμα πιο δακρύβρεκτα τα πράγματα, έχουμε και την ιστορία του μικρού αδελφού που είναι γκέι, αλλά ξαφνικά αποκαλύπτει ότι πάσχει από σοβαρή καρδιακή ασθένεια... και υπάρχουν και κάμποσες άλλες μικρές λεπτομέρειες που κάνουν ακόμα πιο "συγκινητική" την ατμόσφαιρα.
Τι να σας πω. Ίσως κάποιοι να χαρακτηρίσουν ευάισθητη την ταινία (και εμένα αναίσθητο, κατά συνέπεια), αλλά δεν κατάφερε να με κρατήσει καθόλου. Μου θύμιζε εκσυχρονισμένο Ξανθόπουλο... και το τέλος (άντε, ας μη σας το αποκαλύψω, αν και δεν κρύβει καμιά σπουδαία έκπληξη) επιβεβαίωσε απόλυτα τήν αίσθησή μου αυτή. Η σκηνοθέτης θέλει να μας μιλήσει για τον απόλυτο έρωτα, αυτό που λέμε "η γυναίκα της ζωής μου" αφού ο ήρωας είναι άντρας, τη φρίκη της απώλειάς του και την αδυναμία, τελικά, ξεπεράσματός του όσο καιρός κι αν περάσει. Μάλιστα. Δεν συγκαταλέγομαι όμως σ' αυτούς που συγκινήθηκαν από την όλη προσπάθεια. Και, κυρίως, με ενοχλούσαν οι τριγύρω παράλληλες ανθρώπινες ιστορίες που σκιαγραφούνται, όπως αυτή του αδελφού που σας έλεγα ή της ηλικιωμένης συναδέλφου του ήρωα, που κάνουν το παν για να φορτώσουν ακόμα πιο πολύ τα πράγματα. Φοβάμαι ότι μετά από τόσο λίγωμα θα εκλιπαρώ για λίγο Σβαρτσενέγκερ για να συνέλθω...
ΥΓ: Από τα αξιοπερίεργα του φιλμ: Η γυναίκα που δεν μπορεί να αγαπήσει ο ήρωας και την αφήνει μετά 3 χρόνια επειδή δεν μπορεί να ξεχάσει την άλλη κι εκείνη κλαίει καθώς ο κόσμος της γκρεμίζεται... ποια νομίζετε ότι είναι; Η Μόνικα Μπελούτσι! Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου...

eXTReMe Tracker