Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009

AVATAR: ΟΠΤΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ, ΣΕΝΑΡΙΑΚΑ ΚΛΙΣΕ


Να λοιπόν που, επιτέλους, είδαμε την ταινία που έφτιαχνε τόσα χρόνια ο James Cameron, την πρώτη του μετά τον "Τιτανικό" των 90ς. Το πολυδιαφημισμένο και πολυαναμενόμενο Avatar δεν με απογοήτευσε καθόλου, αλλά έχω και τις αντιρρήσεις μου.
Κατ' αρχάς δεν έχω ιδέα αν θα αλλάξει την ιστορία του σινεμά (σε τεχνολογικό επίπεδο φυσικά, όχι σε κάποιο άλλο). Θα το δείξει ο χρόνος. Αυτό που έχω να πω όμως είναι ότι, βλέποντάς το σε 3D, στα πρώτα δύο τρίτα πραγματικά μαγεύτηκα. Εξ αιτίας της εικόνας, να εξηγούμαι. Το σενάριο... θα τα πούμε παρακάτω γι' αυτό. Σε οπτικό επίπεδο λοιπόν, ένοιωσα σα να βρισκόμουν σε κάποιο απίστευτο τριπ, σα να είχα φύγει όντως από αυτόν τον κόσμο. Η περιγραφή του εξωγήινου κόσμου - παράδεισου κόβει πραγματικά την ανάσα. Νομίζω ότι πρόκειται για πραγματικό μεγαλείο. Τα κολοσιαία δέντρα, τα αιωρούμενα βουνά, οι καταρράχτες, τα απίστευτα λουλούδια και φυτά, οι πανταχού παρόντες νυχτερινοί φωσφορισμοί, οι πτήσεις των δράκων, αποτελούν μια οπτική πανδαισία που πιστεύω ότι θα ικανοποιήσει κάθε φίλο της επιστημονικής φαντασίας και όχι μόνο. Σε 3D μάλιστα ακόμα περισσότερο.
Στο τελευταίο τρίτο του φιλμ έχασα το ενδιαφέρον μου όταν τα πάντα - μοιραία - μετατράπηκαν σε ένα απέραντο πεδίο μάχης, με τους αναμενόμενους ηρωισμούς, τις αναμενόμενες ταρζανιές, την αναμενόμενη τελική σύγκρουση, τα α λα Terminator ρομπότ (για Κάμερον μιλάμε, αλλοίμονο τώρα) και πολλά άλλα τέτοια χιλιοφορεμένα. Γενικά δεν ήταν παρά μια (έξαιρετικά καλογυρισμένη φυσικά) τεράστια σκηνή μάχης, απ' αυτές που έχω μπουχτίσει στις σχετικές ταινίες. Αλλά όλο το υπόλοιπο φιλμ οπτικά, όπως είπα, με είχε ήδη αποζημιώσει.
Κι ας έρθουμε στο σενάριο. Όσο εντυπωσιακό βρήκα το οπτικό μέρος, άλλο τόσο κλισέ, προβλέψιμο, αφελές, τετριμένο βρήκα το σενάριο. Έχει βεβαίως ευπρόσδεκτο και εμφανέστατο οικολογικό μήνυμα και εξ ίσου οφθαλμοφανείς αναφορές στη μεταχείρηση που επιφύλαξαν οι "πολιτισμένοι" λευκοί στους κάθε λογής ιθαγενείς που κατακτούσαν και συχνά εξολόθρευαν, αλλά... όλα, μα όλα, τα επιμέρους στοιχεία τα έχουμε ξαναδεί. Από τον πεζοναύτη που γίνεται καλός, από την ως μεσία έλευσή του στον ξένο πλανήτη, από τον κακό, στρατόκαυλο αξιωματικό και τους στυγνούς επιχειρηματίες, από την "καλή" αλλά απότομη επιστήμονα, από το ότι ο ήρωας σώζεται από μια κοπέλα που τυχαίνει να είναι η κόρη του αρχηγού, από... από... από. Με αποκορύφωμα, το ξαναείπα, την τελική μάχη, όπου όλα συμβαίνουν όπως ακριβώς ξέραμε ότι θα συμβούν κι όπως έχουν συμβεί μερικές χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Και βέβαια όλες οι ιδέες είναι παρμένες από τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας και φάνταζι, από την Ούρσουλα Λε Γκεν μέχρι την Αν ΜακΚάφρεϊ και πάμπολλους άλλους.
Σημειωτέον ότι και οι μαγευτικές εικόνες είναι παρμένες, αν τις προσέξει κανείς, από έργα γνωστών εικονογράφων του είδους. Ο Ρότζερ Ντιν με τα ιπτάμενα βουνά (θυμηθείτε τα εξώφυλλα των Yes) είναι ένας μόνο απ' αυτούς, αλλά εντόπισα και πολλούς άλλους. Ο Κάμερον έκανε ένα ιδιοφυές συνοθύλευμα απ' όλα αυτά και, τελικά, ζωντάνεψε νομίζω όλες τις φαντασιώσεις των φίλων της επιστημονικής φαντασίας. Ενώ στο σενάριο έκανε απλώς ένα συνοθύλευμα (δίχως το "ιδιοφυές") για να το κάνει όσο πιο κλισέ και σίγουρο για τα ταμεία γίνεται. Αν πρόσεχε και σ' αυτό το επίπεδο, σίγουρα θα μιλούσαμε για αριστούργημα. Και τώρα πάντως, είναι τόση η δύναμη των εικόνων, που συνιστώ το φιλμ ανεπιφύλακτα. Αν τουλάχιστον μπορείτε να αφήνεστε στη μαγεία.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2009

ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ ΚΑΙ Ο ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ


Ο ισπανός Victor Erice έχει γυρίσει ελάχιστες (νομίζω μόλις 2 ή τρεις)μεγάλου μήκους ταινίες στην καριέρα του. Το αριστούργημά του είναι σίγουρα το "El espíritu de la colmena" (Το πνεύμα του μελισιού) του 1973.
Ήρωες είναι δύο μικρά κοριτσάκια, αδελφές, που ζουν σ' ένα ισπανικό χωριό στα 1940. Οι σχέση των γονιών τους είναι "κουρασμένη", η ύπαιθρος γύρω από το χωριό γυμνή και αυστηρή, όπως και η αρχιτεκτονική και η εν γένει ατμόσφαιρά του. Η ζωή των κοριτσιών - και ιδιαίτερα της ευφάνταστης μικρής Άννας - θα αλλάξει όταν περιοδεύων κινηματογράφος θα προβάλλει στο χωριό το κλασικό "Φρανκενστάιν" του James Whale της δεκαετίας του 30. Και η ταραγμένη της φαντασία θα πάρει φωτιά όταν θα συναντήσει ένα φυγάδα αντάρτη (ο ισπανικός εμφύλιος μόλις έχει τελειώσει) που κρύβεται τραυματισμένος σε έναν ερημικό αχυρώνα.
Σπάνια ο κινηματογράφος έχει πιάσει τόσο καλά το θέμα της παιδικής ηλικίας. Και το πιάνει απ' όλες τις μερικές φορές αλληλοσυγκρουόμενες πλευρές του: Φαντασία που οργιάζει, παιχνίδι, ξενοιασιά και ταυτόχρονα δυσάρεστη μερικές φορές κοινωνικοποίηση μέσω οικογένειας και σχολείου και, προπάντων, φόβοι που στοιχειώνουν το παιδί και μερικές φορές μεταμορφώνουν την καθημερινότητα σε μια σειρά από μικρά τρομακτικά συμβάντα. Ανάμεσα στο παιχνίδι, τη φαντασία και τους φόβους της παιδικής ηλικίας κινείται και η ταινία. Η οποία, σημειωτέον, έχει ερμηνευτεί από μερικούς και σαν μια αλληγορία πάνω στην Ισπανία, τον εμφύλιο και τη μακρόχρονη δικτατορία που ακολούθησε.
Όμορφες λιτές, δωρικές και στέρεες εικόνες, κινηματογραφοφιλία (ο Φρανκενστάιν παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο), με τη χαρά και τον φόβο να εναλλάσονται, πλην όμως να κυριαρχεί διαρκώς ένα μονίμως ανησυχητικό, "υπόγειο" πνεύμα, όπως ακριβώς ήταν το κλίμα στην Ισπανία την εποχή αυτή. Ακόμα και τα παιχνίδια των δυο αδελφών φλερτάρουν συχνά με το μακάβριο, όπως η μίμηση θανάτου από τη μεγαλύτερη.
Στην ουσία λίγα πράγματα συμβαίνουν πραγματικά στο φιλμ. Είναι όμως το γενικό ανησυχητικό κλίμα, η ατμόσφαιρα, η καταγραφή της δύσκολης παιδικής ηλικίας με τους φόβους της και το παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό που την κάνουν τόσο ενδιαφέρουσα. Κρίμα που ο Erice δεν είχε ποτέ μια ομαλή σκηνοθετική καριέρα.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2009

Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟ... ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟ


Να λοιπόν που μετά από μερικές καλές, αλλά σε άλλο κλίμα, ταινίες, ο τουρκογερμανός Fatih Akin δοκιμάζεται με επιτυχία και στην κωμωδία. Διότι το "Soul Kitchen" είναι κωμωδία και μάλιστα πολύ διασκεδαστική. Και - αν ψάχνετε ντε και καλά για κάτι τέτοιο - έχει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού ο πρωταγωνιστής της είναι ένας έλληνας που έχει εστιατόριο στη Γερμανία και ερμηνεύεται και από έναν ελληνικής καταγωγής ηθοποιό, τον Adam Bousdoukos.
Ίσως το όλο concept να φαίνεται απλοϊκό και πολλάκις διατυπωμένο: Η ελληνική στο συγκεκριμένο παράδειγμα, γενικά όμως η μεσογειακή, η νότια, η τριτοκοσμική ακόμα (χρησιμοποιείστε όποιον όρο προτιμάτε) ζεστή και περισσότερο ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία απέναντι στην πιο ψυχρή, ορθολογιστική, βόρεια οργάνωση και θεώρηση των πραγμάτων. Είναι όμως τόσο καλά και συμπαθητικά δοσμένο όλο αυτό, που πραγματικά ξεχνάς το μπανάλ της υπόθεσης αυτής και αφήνεσαι να απολαύσεις το φιλμ.
Στον κακόμοιρο ιδιοκτήτη του μάλλον άθλιου (αρχικά) εστιατορίου όλα πάνε στραβά: Η κοπέλα του φεύγει για την Κίνα, ο ίδιος υποφέρει από λουμπάγκο που όλο και χειροτερεύει, η εφορία και το υγειονομικό τον κυνηγούν, ο αδελφός του, που βγαίνει με αναστολή από τη φυλακή, τινάζει τα πάντα στον αέρα, ο νέος (φοβερός χαρακτήρας και ξεκαρδιστικός) σεφ διώχνει τους πιστούς του πελάτες... Όμως αυτός προσπαθεί να επιβιώσει με καλή καρδιά, φίλους, επιμονή, πονηριά, κομπίνες κι ό,τι άλλο φανταστείτε. Το ελληνικό δαιμόνιο σε όλο του το μεγαλείο... δοσμένο από έναν τούρκο δημιουργό.
Η ταινία αφήνει μια όμορφη, αισιόδοξη, γλυκειά γεύση, με ένα θρίαμβο της ανθρωπιάς πάνω σε ένα άψογα οργανωμένο, πλην όμως απρόσωπο σύστημα και μας θυμίζει ότι η χαρά της ζωής βρίσκονται ενίοτε στο ρίσκο και στην περιπέτεια και όχι στον τέλειο προγραμματισμό. Θα επαναλάβω εδώ αυτό που έγραψα και πριν: Ίσως όλα αυτά να ακούγονται απλοϊκά, όταν όμως δίνονται με έξυπνο και καλό τρόπο, δεν μπορείς παρά να το ευχαριστηθείς.
Ιδιαίτερη μνεία στους φοβερούς δεύτερους χαρακτήρες (ο αδελφός, ο γέρος έλληνας που μένει στο εστιατόριο, ο σεφ (όλα τα λεφτά), η γερμανίδα εφοριακός κλπ.), αλλά και στην εξαιρετική μουσική (με πολλές ελληνικές συμμετοχές και ακούσματα). Άλλωστε ο Akin τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μουσική, έχει γυρίσει μουσικά ντοκιμαντέρ, έχει επιμεληθεί συλλογές και ενίοτε παίζει κι ίδιος σαν d.j.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009

Η ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΤΟΛΜΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ "ΣΤΡΕΛΛΑΣ"


Να λοιπόν που η καλή για το ελληνικό σινεμά σεζόν επιβεβαιώνεται και με τη "Στρέλλα" του Πάνου Κούτρα. Φυσικά πρόκειται για μια απόλυτα γκέι ταινία και φυσικά ίσως για μερικούς είναι σκάνδαλο και μόνο το θέμα της ή οι ηθοποιοί της: Ένας μόλις αποφυλακισμένος ερωτεύεται ένα τραβεστί. Η συνέχεια δεν θα είναι όμως αυτή που πιθανόν περιμένουμε. Στο βασικό ρόλο (και είναι και πολύ καλή) ένα αληθινό τραβεστί, που μέχρι πρότινος δεν είχε ιδέα από ηθοποιία, ενώ στο φιλμ εμφανίζονται και άλλα τραβεστί.
Αυτά περί "σκανδάλων", που είναι κάτι που δεν με αφορά καθόλου. Πάμε λοιπόν σε πιο ουσιαστικά θέματα: Πρώτα - πρώτα η ταινία είναι καλογυρισμένη και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Στο μέσον περίπου υπάρχει μια ανατροπή, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά. Και μόνο το γεγονός ότι, όπως είπα, αυτή εμφανίζεται στα μισά, ενώ το ενδιαφέρον παραμένει ως το τέλος, είναι ένα μικρό επίτευγμα. Το άλλο επίτευγμα είναι η αυθεντική καταγραφή ενός περιθωριακού χώρου (αυτού των τραβεστί), που δίνεται με ακρίβεια, χιούμορ μερικές φορές και σίγουρα με πολλή ζεστασιά και συμπάθεια από ένα σκηνοθέτη που προφανώς τον γνωρίζει καλά (άλλωστε ο Κούτρας είναι ακτιβιστής γκέι). Είναι μια από τις πολύ λίγες φορές (για το ελληνικό σινεμά η πρώτη) που ο χώρος αυτός δίνεται τόσο αυθεντικά.
Αυτό όμως που προσωπικά μου άρεσε περισσότερο είναι η όλη στάση του δημιουργού απέναντι σε ένα απόλυτα "σοκαριστικό" θέμα (και δεν μιλώ μόνο για το θέμα της ομοφυλοφιλίας, αυτό είναι δεδομένο και το γνωρίζουμε από το πρώτο λεπτό). Δυστυχώς δεν μπορώ να πω συγκεκριμένα πράγματα, επειδή αυτά σχετίζονται με την ανατροπή που λέγαμε. Αυτό που μπορώ να πω όμως είναι ότι ο Κούτρας αντιμετωπίζει με γλυκύτητα, ηπιότητα και συμπάθεια ένα απόλυτο ταμπού, που στα χέρια οποιοδήποτε ίσως άλλου σκηνοθέτη (έλληνα ή μη) θα αποτελούσε σίγουρα αφορμή για δακρύβρεκτα ή/και αιματοβαμμένα δράματα και κάθε λογής ακραίες σεναριακές καταστάσεις. Εδώ, αντίθετα, υπάρχει η αντιμετώπιση που ανέφερα παραπάνω: ΟΚ, κάτι κοινωνικά μη αποδεκτό συνέβει. Τι να κάνουμε τώρα; Να πεθάνουμε; Να τινάξουμε στον αέρα τις ζωές μας; Όχι βέβαια. Συνεχίζουμε κανονικά, κόντρα σε κάθε κοινωνική σύμβαση, και όπου πάει. Μια χαρά περνάμε και, στο κάτω - κάτω, δεν ενοχλούμε κανένα. Το θέμα αφορά εμάς και μόνο.
Σ' αυτήν ακριβώς την αισιόδοξη, ανεκτική αντιμετώπιση - που έχει να κάνει με τον θεσμό της οικογένειας και όχι μόνο - έγκειται για μένα η αληθινή τόλμη της ταινίας και όχι στα θέματα της ομοφυλοφιλίας και των τραβεστί (που, στο κάτω - κάτω, έχουμε δει πολλάκις στο σινεμά). Και γι' αυτή και μόνο την τόλμη αξίζει ένα μπράβο στον Κούτρα. Εκτός του ότι, όπως είπαμε, είναι και καλή ταινία, που στέκει διεθνώς και το έχει ήδη αποδείξει.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 25, 2009

Η ΑΓΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΕΚΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟΥ


Η "Αγωνία και Έκσταση" είναι μια ταινία του Carol Reed (1906-1976) του 1965. Ο άγγλος Reed είναι ούτως ή άλλως σημαντικός σκηνοθέτης, και μόνο για τον αριστουργηματικό "Τρίτο Ανθρωπό" του. Εδώ καταπιάνεται με μια βιογραφική ταινία, είδος που σε πρώτη φάση μάλλον βαριέμαι. Φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις.
Το συγκεκριμένο φιλμ, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Irving Stone, ασχολείται με τον Μιχαήλ Άγγελο και τη δημιουργία του αριστουργήματός του, της θρυλικής Καπέλα Σιστίνα. Και βέβαια, ως χολιγουντιανή παραγωγή της εποχής, και τις υπερβολές της έχει και τα κιτς στοιχεία, και τον Τσάρλτον Ίστον στο ρόλο του Μιχαήλ Άγγελου. Νομίζω όμως ότι περιέχει και κάμποσα θετικά (όπως τον Ρεξ Χάρισον στο ρόλο του πάπα).
Κατ' αρχήν θα τονίσω ότι δεν με ενδιαφέρει το ιστορικό μέρος. Δεν έχω ιδέα δηλαδή αν όντως έτσι ήταν τα πράγματα με τον μεγάλο καλλιτέχνη, αν όσα βλέπουμε συνέβησαν αληθινά. Έχω ξαναπεί επανειλημένα ότι δεν περιμένω να μάθω ιστορία από το σινεμά, και μάλιστα τον χολιγουντιανό. Έτσι η αντίρρηση "μα αυτό δεν είναι ιστορικά ακριβές" μου είναι αδιάφορη. Με αυτό το δεδομένο λοιπόν, βρίσκω αρκετό ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο φιλμ. Στο πρώτο μέρος, όπου περιγράφονται στοιχεία από τη ζωή του Μ.Α., ο οποίος ήδη θεωρούνταν μεγάλος καλλιτέχνης, μάλλον βαρέθηκα. Το ενδιαφέρον για μένα ξεκινά από τη στιγμή που αυτός αναλαμβάνει (παρά τη θέλησή του, κατά το φιλμ, αφού προτιμούσε τη γλυπτική από τη ζωγραφική) να ζωγραφίσει το ταβάνι του παρεκκλησιού της Καπέλα Σιστίνα, δίπλα στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης.
Η ταινία στην ουσία δεν είναι ένα βιογραφικό έπος, όπως φοβόμουν στην αρχή, αλλά επικεντρώνεται στις πολύπλοκες σχέσεις αγάπης - μίσους μεταξύ του καλλιτέχνη και του χρηματοδότη και θαυμαστή του πάπα. Ο τελευταίος κάθε άλλο παρά "ιερό" πρόσωπο είναι. Με απόλυτα κοσμική εξουσία, πολεμιστής ο ίδιος (είχε κάνει κάμποσες εκστρατείες), πονηρός μερικές φορές και όχι ιδιαίτερα συνεπής όσον αφορά το οικονομικό, τρέφει όμως έναν αληθινό θαυμασμό για τον μεγάλο καλλιτέχνη και, όσο περνά ο καιρός, κατέχεται κι αυτός από εμμονή για το αριστούργημα που συντελείται μέρα με τη μέρα μποροστά στα μάτια του (η Καπέλα Σιστίνα ζωγραφιζόταν για χρόνια). Τελικά, ενώ κατά βάση είναι, όπως είπαμε, ένας πανίσχυρος κοσμικός ηγέτης, διαθέτει και ένα πνευματικό στοιχείο και τελικά φτάνει να ενδιαφέρεται για την ολοκλήρωση του αριστουργήματος περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Μη νομίζετε όμως ότι αυτό τον εξιδανικεύει. Κατά τα άλλα παραμένει οξύθυμος, πονηρός και πέρα για πέρα κοσμικός. Ο Μ.Α. από τη άλλη είναι ο ανεξάρτητος, τολμηρός, πρωτοποριακός καλλιτέχνης, εγωκεντρικός πολλές φορές και οξύθυμος κι εκείνος, μοναχικός στη ζωή του (ο Μ.Α. όντως δεν παντρεύτηκε ποτέ και προς τιμήν του το φιλμ δεν περιέχει κάποιο χαζό λαβ στόρι, αλλά δείχνει σαφώς ότι είναι τόσο αποροφημένος με τη δημιουργία που στη ζωή του δεν υπάρχει θέση για έρωτα), που δεν διστάζει να συγκρουστεί επανειλημμένα με το πανίσχυρο "αφεντικό" του, ενώ συγχρόνως, αναγνωρίζοντας και την πνευματική πλευρά του τελευταίου, τρέφει και κάποια φιλία προς αυτόν.
Αν εξαιρέσουμε κάποια επι μέρους στοιχεία (όπως την κιτς σκηνή που ο Μ.Α. εμπνέεται εν είδει οράματος τη δημιουργία του Αδάμ από τον θεό από κάποιους σχηματισμούς στα... σύννεφα), βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον κυρίως λόγω της πολύπλοκης σχέσης καλλιτέχνη - εργοδότη, δημιουργού - θεατή, του έργου τέχνης δηλαδή με τον αποδέκτη του, το κοινό. Και, αφού επικεντρώνεται σ' αυτό ακριβώς το στοιχείο, αξίζει να το δει κάποιος που ενδιαφέρεται για το θέμα.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 24, 2009

ΤΟ "PANDORUM" ΚΑΙ Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ALIEN


To "Pandorum" είναι μια ταινία με τον κλασικό συνδυασμό τρόμου - επιστημονικής φαντασίας του γερμανού Christian Alvart, γυρισμένη όμως στις ΗΠΑ. Και, σε γενικές γραμμές, μου φάνηκε ότι συνδυάζει κάποιες καλές στιγμές με τα μπανάλ στοιχεία του δυστυχώς πολυφορεμένου αυτού υποείδους.
Στην αρχή το παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, καθώς το μυστήριο πυκνώνει στο εγκαταλειμένο, αχανές σκάφος, στο οποίο ξυπνάνε μετά από χρόνια οι δύο επιβάτες (και σύντομα διαπιστώνουν ότι δεν είναι μόνοι). Στη συνέχεια όμως - και παρά το ότι συνολικά είναι καλογυρισμένο φιλμ - μου φάνηκε ότι η σκιά του ανεπανάληπτου πρώτου Alien πέφτει πολύ βαριά πάνω του. Όχι ότι μοιάζει σαν στόρι, αλλά για μια ακόμα φορά ο σκηνοθέτης δημιουργεί ατμόσφαιρα με τη φθορά και την αχρηστία που κυριαρχεί παντού στο χαώδες και λαβυρινθώδες σκηνικό, με τον συνδυασμό διαστημικής τεχολογίας και παρακμής, high tech και φθοράς. Δεν είναι αποτυχημένα όλα αυτά, απλώς τα έχουμε ξαναδεί. Στο τέλος υπάρχει (κλασικά) ανατροπή και αποκάλυψη του τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά, πώς να το πω, ακόμα και το ότι θα υπήρχε κάποια ανατροπή το περιμέναμε.
Νομίζω ότι σε πολλές ταινίες του είδους υπάρχει πια ένα μίνιμουμ ενδιαφέρουσας εικόνας και αποτελεσματικής σκηνοθεσίας και καταφέρνουν να κρατήσουν τον θεατή. Κι εγώ το είδα μέχρι τέλους δίχως να κουραστώ. Το πρόβλημα είναι όμως η επανάληψη. Είμαι σίγουρος ότι σε λίγο καιρό δεν θα θυμάμαι πια το "Pandorum", απλώς θα θυμάμαι ότι "ΟΚ, βλεπόταν". Και δεν μπορώ, για μια ακόμα φορά, να μην κάνω τη σύγκριση με τη "μητέρα" όλων αυτών των ταινιών, το Alien δηλαδή. Και να παρατηρήσω με στενοχώρια ότι άλλο είναι το αρχικό σοκ που το θυμάσαι για πάντα (και όχι μόνο επειδή το είδες για πρώτη φορά), και άλλο το απλώς καλογυρισμένο φιλμ με σκοτεινή ατμόσφαιρα, που απλώς βλέπεται ευχάριστα από τους φίλους του είδους.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 15, 2009

ΠΟΣΟ ΑΝΤΕΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Η "ΓΛΥΚΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ";


Ήμουν πάντοτε περίεργος ποια θα ήταν η αντίδρασή μου αν έβλεπα σήμερα τη "Γλυκιά Συμμορία" του 1983 του Νίκου Νικολαϊδη (1939-2007). Είχα βλέπετε πολλά χρόνια να τη δω.
Αφαιρώντας λοιπόν το στοιχείο της μυθοποίησης του φιλμ αυτού, διαπίστωσα ότι όντως είναι μια εντυπωσιακή ταινία, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα. Φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να υποστεί κανείς το (θετικό) σοκ της πρώτης φοράς, ειδικά αν την είχε δει έφηβος και μάλιστα στην εποχή της. Σήμερα και κάποια στοιχεία μπορεί να φανούν ξεπερασμένα και αρκετές ασάφειες να εντοπιστούν, κυρίως σε σεναριακό επίπεδο. Αυτά όμως που παραμένουν ζωντανά είναι το πέρα για πέρα αναρχικό πνεύμα της και η πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της.
Ως γνωστόν αφηγείται μερικές μέρες από τη ζωή μιας συμμορίας μικροκακοποιών, δύο αντρών και δύο γυναικών, από τη στιγμή της αποφυλάκισης του ενός μέχρι το επερχόμενο τέλος. Υπό στενή επιτήρηση, σχεδόν πολιορκημένοι από κάποιους άγνωστους (δεν ξέρουμε αν είναι μπάτσοι, παρακρατικοί, αντίπαλες συμμορίες ή ό,τι άλλο), ζουν απερίσκεπτα τη ζωή τους σα να μην υπάρχει αύριο - και οργανώνουν και κάποιες κομπίνες. Είναι σαφές ότι με την παρέα αυτή δεν υπάρχει τίποτα συμβατικό. Είναι αυτό που θα λέγαμε κόντρα σε όλα, σε ό,τι τους περιβάλλει, σε οτιδήποτε κοινωνικό. Το μόνο που φαίνεται να γουστάρουν είναι η απόλυτη ελευθερία. Δεν υπάρχει ούτε καν η περίφημη "μπέσα" που υποτίθεται ότι συναντούμε στον υπόκοσμο. Τίποτα. Απλώς άρνηση για κάθε κοινωνικό κανόνα και περιορισμό. Και διαρκής πόλεμος ενάντια σε κάθε μορφής επιτήρηση. Οι ήρωες μοιάζουν να μην παίρνουν απολύτως τίποτα στα σοβαρά, να κάνουν πλάκα με όλα, ακόμα και με το θάνατο. Αυτό ακριβώς το εντελώς αναρχικό πνεύμα είναι που κάνει το φιλμ ξεχωριστό.
Όσον αφορά την ατμόσφαιρα, αυτή χτίζεται κυρίως με το περίφημο σπίτι όπου διαμένουν, μια μεγάλη μονοκατοικία. Έντονα χρώματα νέον, εντελώς ποπ αισθητική ανακατωμένη με ένα είδος παλιομοδίτικου μπαρόκ, φορτωμένοι χώροι γεμάτοι με κάθε λογής αντικείμενα, όλα συντελούν σε ένα σχεδον παραμυθένιο περιβάλλον, που έρχεται σε αντίθεση με τη βία που θα ακολουθήσει. Οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα βρίσκονται παντού (όπως και οι εμμονές του Νικολαϊδη). Από τους φωτισμούς νέον, τα τζουκ μποξ και τα φλιπεράκια - και τη μουσική φυσικά - μέχρι τις αφίσες του Τζέιμς Ντιν, του Μάρλον Μπράντο, του Star Trek και τον πανταχού παρόντα ερωτισμό. Γενικά η φωτογραφία είναι ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής τουλάχιστον. Όπως ασυνήθιστος και πολύ προσωπικός σκηνοθέτης υπήρξε ο Νικολαϊδης, ακόμα και στις κακές στιγμές του.
Τελικά νομίζω ότι και πέρα από το καλτ περίβλημα που φέρει, η "Γλυκιά Συμμορία" είναι μια ταινία που αξίζει να δει κανείς. Ακόμα κι αν δεν συμφωνεί μαζί της. Ακόμα και από περιέργεια, επειδή σημάδεψε τόσο έντονα τα νεανικά χρόνια μιας παλιότερης γενιάς.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 14, 2009

Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΑΙ Η ΚΟΥΒΑ


Βρισκόμαστε στα 1966, όταν ο Tomás Gutiérrez Alea (1928-1996) γυρίζει τον "Θάνατο ενός Γραφειοκράτη". Έχουν περάσει 7 χρόνια από την επικράτηση του Κάστρο και του σοσιαλισμού στην Κούβα και ο σκηνοθέτης εμφανίζεται πλέον απόλυτα κριτικός απέναντι στο νέο σύστημα. Όπως λέει και ο τίτλος, στόχος του είναι η εφιαλτική γραφειοκρατία, που αποτέλεσε μία από τις πληγές του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Το είπα όμως και στο προηγούμενο ποστ μου: Μην περιμένετε σοσιαλιστικούς ρεαλισμούς και βαρύγδουπα μηνύματα. Κάθε άλλο. Το φιλμ είναι μια απόλυτα τρελή, σουρεαλιστική και κατάμαυρη κωμωδία.
Ένας καλλιτέχνης και "ήρωας της επανάστασης" θάβεται - σαν φόρος τιμής - με την εργατική του κάρτα. Από εκεί και πέρα αρχίζει για τον νεαρό ανηψιό του μια ατέλειωτη, παρανοϊκή οδύσσεια, αφού η χήρα θεία του δεν μπορεί να πάρει τη σύνταξη που δικαιούται δίχως την κάρτα του μακαρίτη, ο νεκρός δεν μπορεί να ξεθαφτεί για να πάρουν την κάρτα, όταν ξεθάβεται είναι αδύνατο να... ξαναταφεί κλπ. κλπ. κλπ. Τα πάντα οδηγούνται σε ένα απίστευτο κρεσέντο και ο δύστυχος ανηψιός φλερτάρει πλέον επικίνδυνα με την τρέλα...
Εναλλάσσοντας το παλαβά οπτικά γκαγκς με τις εξαιρετικά αστείες καταστάσεις, ο Αλέα κάνει συνειδητές αναφορές σε όλους τους μεγάλους της κωμωδίας: Ο Μακ Σένετ, ο Τσάπλιν, ο Χάρολντ Λόιντ και πλήθος άλλοι, αλλά φυσικά και ο Λουί Μπουνουέλ, βρίσκονται όλοι εδώ. Δεν είναι μόνο το γενικό κλίμα, που συνδυάζει διαρκώς αυξανόμενο άγχος και απόλυτα καφκικές καταστάσεις με παλαβό χιούμορ και πλήθος γκαγκς, είναι και συγκεκριμένες σκηνές που παραπέμπουν σε παλιότερους μεγάλους κωμικούς (ο καλλιτέχνης στην αρχή που μπλέκεται στα γρανάζια της μηχανής που ο ίδιος δημιούργησε όπως ο Τσάπλιν στους "Μοντέρνους Καιρούς", ο ήρωας που κρέμεται από ένα ρολόι όπως ο Χάρολντ Λόιντ κλπ.) Αλλά το σημαντικότερο είναι το κατάμαυρο στοιχείο που υπάρχει (όπως στα περισσότερα φιλμ του Αλέα). Ένα πτώμα που περιφέρεται δίχως να μπορεί να ταφεί, οι σκηνές στο νεκροταφείο τη νύχτα που παρωδούν ταινίες τρόμου, παράνομες εκταφές... Το αποκορύφωμα όμως είναι ο κλασικός στις βουβές (κυρίως) κωμωδίες τουρτοπόλεμος, μόνο που εδώ γίνεται στο νεκροταφείο και αντί για τούρτες χρησιμοποιούνται στεφάνια, φέρετρα, κομάτια από νεκροφόρες κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, ενώ σκυλιά περιφέρονται μέσα στο γενικό μπάχαλο με κόκαλα στο στόμα...
Φυσικά η καυστικότατη σάτιρα του καθεστώτος είναι καίρια. Η γραφειοκρατία έχει βέβαια την τιμητική της, αλλά και πολλά άλλα στραβά σατιρίζονται: Από τους κηφήνες δημόσιους υπάλληλους μέχρι την επιβαλλόμενη "επαναστατική" τέχνη και τη γελοιότητά της. Είναι χαρακτηριστική η μπηχτή με τον μακαρίτη θείο, που ήταν γλύπτης και έχει εφεύρει μια μηχανή που παράγει αυτόματα... προτομές (καταλαβαίνετε γιατί μίλησα για σουρεαλισμό και Μπουνουέλ) ή με τον φανφαρόνο επικεφαλής του εργαστηρίου γλυπτικής με τα "ειδικά προνόμια" ως υψηλόβαθμο μέλος του κόματος.
Από τα αγαπημένα μου φιλμ, "Ο Θάνατος ενός Γραφειοκράτη" και σημαντικά προβλήματα θίγει και απολαυστικότατος είναι. Τελικά νομίζω ότι ο Alea ήταν όντως μεγάλος σκηνοθέτης.
ΥΓ: Έκπληξη προκαλεί η ελευθερία με την οποία έκανε ό,τι έκανε σε ένα καθεστώς λογοκρισίας. Δεν ξέρω αν ο ίδιος απολάμβανε ειδικές ελευθερίες (δεν τολμούσαν να τον πειράξουν τέλος πάντων) ή αν το καθεστώς της συγκεκριμένης χώρας ήταν πιο ελεύθερο από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Θα με ενδιέφερε να μάθω.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 13, 2009

ΟΙ 12 ΚΑΡΕΚΛΕΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ


Αν δεν ξέρετε τον Tomás Gutiérrez Alea (1928-1996) νομίζω ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να τον μάθετε. Είναι ο γνωστότερος (και πιθανόν ο σημαντικότερος) κουβανός σκηνοθέτης, αλλά οι ταινίες του έχουν τόση σχέση με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό (όπως ίσως φοβάστε) όση εγώ με τον... Τζορτζ Μπους. Ο Alea, αν και σοσιαλιστής, έκανε σχεδόν αποκλειστικά κωμωδίες. Και μάλιστα όχι απλές κωμωδίες, αλλά συνήθως γεμάτες με κατάμαυρο χιούμορ και αρκετές σουρεαλιστικές πινελιές. Ο κύριος δάσκαλός του δεν είναι κάποιος σοβιετικός σκηνοθέτης, αλλά ο Μπουνιουέλ, του οποίου θεωρείται κινηματογραφικός απόγονος και στον οποίον, μεταξύ άλλων, αφιερώνει μία τουλάχιστον ταινία του.
"Οι Δώδεκα Καρέκλες" του 1962 δεν είναι από τα αριστουργήματά του, είναι όμως απολαυστικότατες. Την ιστορία την ξέρετε πολύ καλά. Είναι αυτή που έγινε αργότερα ριμέικ με τον Βουτσά (δεν θυμάμαι τον τίτλο, κάτι με πολυθρόνα ήταν) και από τον Μελ Μπρουκς ("Το μυστήριο με τις 12 καρέκλες"). Ο Αλέα όμως δουλεύει με μια ιστορία προσαρμοσμένη στην Κούβα και αναφερόμενη στην επανάσταση του Κάστρο (υπενθυμίζω ότι η επανάσταση έγινε το 1959, οπότε ήταν τότε μόλις 3 ετών): Όταν εθνικοποιείται η έπαυλη ενός πρώην ζάπλουτου αριστοκράτη, τα έπιπλά του πουλιούνται. Μεταξύ άλλων και ένα σετ από 12 αγγλικές καρέκλες. Και τότε μαθαίνει από την ετοιμοθάνατη πεθερά του ότι σε μια από αυτές έχει κρύψει έναν πολύτιμο οικογενειακό θησαυρό. Με τη βοήθεια λοιπόν ενός νεαρού πρώην υπηρέτη του (και τώρα, φυσικά, απόλυτα ίσου του) οργώνει την Κούβα προσπαθώντας να ανακαλύψει και να αποκτήσει ξανά μια - μια τις καρέκλες, Φυσικά το τέλος είναι απροσδόκητο, και φυσικά δεν θα σας το αποκαλύψω.
Πάνω σ' αυτή τη έξυπνη ιστορία ο Αλέα κάνει δηκτικότατα σχόλια πάνω σε πολλά θέματα: Ο αριστοκράτης είναι πονηρός, δειλός και κάθε άλλο παρά τίμιος και φυσικά κάνει τα πάντα για το χρήμα. Ωστόσο ταυτόχρονα είναι και απόλυτος κηφήνας, συνεχίζοντας και στην αναζήτηση να είναι ό,τι ήταν πάντα: Ένα παράσιτο. Έχει πολλή πλάκα ότι ακόμα κι εκεί όλη τη δουλειά και όλες τις ιδέες τις έχει ο πρώην υπηρέτης, ενώ το μόνο που καταφέρνει ο ίδιος είναι να τα κάνει όλα θάλασσα και μετά να το βάζει στα πόδια. Και, σα να μην έφτανε αυτό, το μόνο που σκέφτεται είναι πώς θα κοροϊδέψει τον συνεταίρο του και να του φάει το μερίδιο. Ο οποίος συνεταίρος, αν και εργάτης τώρα πια, είναι πανέξυπνος και κάνει όλη τη δουλειά. Ταυτόχρονα, με αφορμή το οδοιπορικό τους, βλέπουμε αισιόδοξες σκηνές της νέας τότε κουβανέζικης κατάστασης.
Καταλαβαίνετε ότι τα "μηνύματα" είναι πέρα για πέρα σοσιαλιστικά. Ενθουσιασμένος ακόμα ο Αλέα από την φρέσκια επανάσταση δείχνει μια νέα χώρα να οικοδομείται και συγχρόνως χτυπά ανελέητα και με κάθε τρόπο το παλιό, διεφθαρμένο καθεστώς. Το κάνει όμως τόσο έξυπνα, τόσο απολαυστικά, τόσο ανάλαφρα και με τόσο χιούμορ, ώστε κάθε άλλο παρά με ενόχλησε ο υποτιθέμενος διδακτισμός του. Αν ήταν έτσι όλες οι προπαγάνδες χαλάλι τους... Κι όχι μόνο αυτό. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς ότι από τότε κιόλας έριχνε και τις μπηχτές του στο νέο σοσιαλιστικό σύστημα, αφού από τότε, με την διεισδυτικότητα που τον διέκρινε, είχε ήδη εντοπίσει κάποια στραβά, που δεν δίσταζε καθόλου να καταγγείλει (την κριτική αυτή στο νέο πλέον καθεστώς θα επιτείνει πολύ περισσότερο με τις μετέπειτα ταινίες του, πάντα όμως με χιούμορ).
Σας ξαναλέω ότι απόλαυσα το φιλμ. Και δεν είναι και το καλύτερό του.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 12, 2009

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΛΗΞΗΣ


Να λοιπόν που έφτασε η στιγμή να με απογοητεύσει μια ταινία του Jim Jarmusch. Το λέω αυτό επειδή ο Jarmusch είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και μου αρέσουν σχεδόν όλα τα φιλμ του. Τα "Όρια του ελέγχου" (The Limits of Control) όμως του 2009, αν μη τι άλλο, με κούρασαν αφάνταστα.
Σίγουρα πρόκειται για πολύ παράξενη και ιδιαίτερη ταινία. Ένας εκτελεστής με πολύ αυστηρή ζεν φιλοσοφία ακολουθεί ένα παράδοξο οδοιπορικό στην Ισπανία έως ότου, αργά και μεθοδικά, να φτάσει στον στόχο του. Τα τοπία της χώρας, τα ανεξήγητα αλλά σταθερά τελετουργικά, οι συναντήσεις με παράξενους χαρακτήρες, που ο καθένας διηγείται μια ιστορία, οι ανταλλαγές κωδικοποιημένων μηνυμάτων σε σπιρτόκουτα, οι συναντήσεις με μια μυστηριώδη (και πάντοτε διαθέσιμη) γυναίκα, επαναλαμβάνονται από την αρχή ως το τέλος με εξοντωτική (κατά τη γνώμη μου) επιμονή. Τίποτα δεν εξηγείται. Κανείς δεν ξέρει γιατί συμβαίνουν όλα αυτά και τι ακριβώς σημαίνουν. Δεν είναι το ανεξήγητο των πάντων όμως που με ενόχλησε. Αυτό μπορεί υπό συνθήκες να γίνει ιδιαίτερα ποιητικό και ερεθιστικό. Είναι κυρίως οι αργοί ρυθμοί και οι συνεχείς επαναλήψεις όσων συμβαίνουν μέχρι το επίσης μεταφυσικό και μυστηριώδες τέλος που με κούρασαν.
Ο μινιμαλισμός της ταινίας είναι ακραίος, ούτε αυτό όμως με χάλασε. Το κλίμα του, ζεν πάνω απ' όλα και μεταφυσικό, θυμίζει αυτό του "Νεκρού" ή του "Ghost Dog". Μόνο το κλίμα όμως. Διότι ενώ και οι δύο αυτές είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες και έχω βυθιστεί με ηδονή στους ούτως ή άλλως αργούς ρυθμούς τους, εδώ μόνο εκνευρισμό ένοιωσα και έπιασα τον εαυτό μου να κοιτά αρκετές φορές το ρολόι. Δεν μου συνέβει από την αρχή. Το πρώτο μισάωρο ή κάτι τέτοιο οι αργοί ρυθμοί και το μυστήριο κλίμα με έκαναν να "χωθώ" στην ταινία και να την απολαμβάνω. Όσο όμως αυτό το πράγμα συνεχιζόταν ασταμάτητα σχεδόν δίχως εξέλιξη, άρχισα να κουράζομαι. Τελικά νομίζω ότι ο Τζάρμους διατήρησε ανέπαφη την προβληματική του, αυτή των τελευταίων χρόνων τέλος πάντων, και τον μόνιμο μινιμαλισμό του, όπως και τα χαρακτηριστικά της εικόνας του, αλλά κατά τη γνώμη μου αυτή τη φορά δεν του βγήκε ή, αν προτιμάτε, το παράκανε.
Ίσως κάποιοι μπορεί να απολάυσουν μέχρι τέλους τους αργούς ρυθμούς, τις συνεχείς τελετουργικές επαναλήψεις, τη ζεν φιλοσοφία και την ποίηση που κρύβουν όλα αυτά. Φοβάμαι όμως ότι οι περισσότεροι θα βαρεθούν αφόρητα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 11, 2009

ΠΟΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ;


Θα πω από την αρχή ότι το "Μια κάποια εκπαίδευση" (An Education) της δανέζας Lone Scherfig δεν με ενθουσίασε τόσο όσο οι περισσότερες από τις κριτικές που διάβασα. Φυσικά και είναι συμπαθητική ταινία και βλέπεται ευχάριστα. Και διαθέτει και χιούμορ που εναλλάσεται με το δραματικό στοιχείο. Γενικά είναι αυτό που λέμε feel good ταινία και γι' αυτό είμαι σίγουρος ότι θα αρέσει. Και έχει επίσης και την πολύ καλή πρωταγωνίστρια Κάρεϊ Μάλιγκαν, η οποία νομίζω ότι προχωρά ολοταχώς για να καθιερωθεί σαν σταρ.
Οι αντιρρήσεις μου (ή μάλλον οι απορίες μου) είναι περισσότερο ιδεολογικής φύσης. Για να το κάνω απλούστερο, είναι του στιλ "Τι ακριβώς θέλει να μας πει;". Το φιλμ διαδραματίζεται στο Λονδίνο των αρχών της δεκαετίας του 60, δηλαδή της προ ροκ και προ σεξουαλικής επανάστασης εποχή. Μας δίνει με πολύ παραστατικό τρόπο το ασφυκτικό κλίμα τόσο της οικογένειας όσο και του εκπαιδευτικού συστήματος, που μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την διατήρηση της παρθενίας των μαθητριών παρά για την εκπαίδευσή τους. Άλλωστε, το λένε ξεκάθαρα κάπου, οι περισσότερες προορίζονται (και, ακόμα χειρότερα, έχουν κι οι ίδιες σαν στόχο) να γίνουν καλές νοικοκυρές. Και τότε η ηρωίδα γνωρίζει έναν πολύ μεγαλύτερό της άντρα, που κυριολεκτικά την απελευθερώνει απ' όλη αυτή τη μιζέρια και ανοίγει μπρος στα έκπληκτα και "παρθένα" μάτια της έναν πραγματικά θαυμαστό κόσμο. Αλλά ποιο θα είναι το τίμημα;
Μπορεί κανείς να πει ότι το φιλμ μας λέει ότι "τα άκρα είναι πάντοτε κακά". Και ότι πάντοτε χρειάζεται η εκπαίδευση (σωστά), αφού δίχως αυτήν δεν μπορούν να υπάρξουν βάσεις. Το πρόβλημα όμως [και από εδώ αρχίζει spoiler, γι' αυτό όσοι δεν το έχετε δει μην το διαβάσετε] είναι ότι ενώ στο πρώτο μέρος καυτηριάζει και διακωμωδεί το πέρα για πέρα αρτηριοσκληρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής, στο τέλος η ηρωίδα καταφεύγει και πάλι μετανοιωμένη και με σπασμένα φτερά σ' αυτό, το οποίο μάλιστα, μέσα στην υποτιθέμενη μεγαλοψυχία του την δέχεται και τη συγχωρεί. Οπότε τι να συμπεράνουμε; Άκυρη όλη η κριτική του πρώτου μέρους; Μπρος στους κινδύνους που μας περιμένουν στον άγνωστο, σκληρό έξω κόσμο, καλή είναι ακόμα και μια εκπαίδευση που σε μαθαίνει κυρίως οικοκυρικά και στην καλύτερη περίπτωση (οι "ιδιοφυίες" μόνο) μπορεί να γίνουν... ακόμα και καθηγήτριες; [Τέλος spoiler]
Αρκετά όμως γκρίνιαξα και εξέθεσα τις αντιρρήσεις μου. Η ταινία παραμένει feel good, διαθέτει αρκετή τρυφερότητα και ευαισθησία και, τέλος πάντων, ακόμα κι αν θυμώσετε με τα συμπεράσματα, νομίζω ότι θα περάσετε καλά βλέποντάς την, αφού και αστεία και όσο πρέπει συγκινητική είναι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2009

ΤΟ ΓΚΟΛΕΜ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΜΟΣ


Ο Paul Wegener (1874-1948) υπήρξε ένα από τα σημαντικά πρόσωπα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, τόσο σαν ηθοποιός όσο και σα σκηνοθέτης. Η ιστορία του Γκόλεμ είναι ένας παλιός εβραϊκός μύθος, που έχει γίνει μυθιστόρημα από τον Gustav Meyrink. Ο Wegener λοιπόν γύρισε δύο φορές την ιστορία αυτή: Μία το 1915 και μία το 1920. Με τη δεύτερη θα ασχοληθούμε σήμερα, ο πλήρης τίτλος της οποίας είναι "Der Golem, wie er in die Welt kam".
Η ταινία αυτή, μαζί με το "Εργαστήριο του δρ. Καλιγκάρι", το "Νοσφεράτου" και μερικές άλλες, αποτελούν τα γνωστότερα και καλύτερα δείγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Τα χαρακτηριστικά του στιλ αυτού ήταν μεταξύ άλλων οι υπερφυσικές, τρομαχτικές ιστορίες, η παραμόρφωση στα πρόσωπα και στα σκηνικά (βασικό είναι το παιχνίδι με τις παράξενες γωνίες των πάντων) και η ιδιαίτερη σημασία των σκιών. Όλα αυτά τα συναντούμε στο φιλμ του Wegener.
Το Γκόλεμ είναι ένα μεγάλο άγαλμα από πηλό, που με τη χρήση μαγείας από ένα ραβίνο αποκτά ζωή και γίνεται υπηρέτης του με σκοπό να προστατέψει τους εβραίους της Πράγας από τον διωγμό που ετοιμάζει ο αυτοκράτορας. Τα καταφέρνει, αλλά το πράγμα έχει και άλλες επιπλοκές... Αυτό που μου έκανε εντύπωση σε μια τόσο αρχαία ταινία είναι το διφορούμενο των χαρακτήρων. Το Γκόλεμ είναι τρομακτικό, αλλά είναι και σωτήρας. Είναι τερατώδες και έχει δημιουργηθεί από μαύρη μαγεία, αλλά αποκτά και κάποια συναισθήματα (εδώ ο μύθος θυμίζει κάπως αυτόν του Φρανκενστάιν. Έτσι κι αλλιώς οι δύο ιστορίες έχουν κάποιες ομοιότητες, αν και είναι ειδωμένες από διαφορετική σκοπιά και με άλλη λογική). Και ένας τουλάχιστον από τους ήρωες, ο νεαρός εβραίος, είναι επίσης μια διφορούμενη προσωπικότητα.
Πέρα από την ιστορία όμως, αυτό που νομίζω ότι έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η εικόνα. Τα εκπληκτικά σκηνικά με τα γερτά, παραμορφωμένα σπίτια, που απεικονίζουν ένα ονειρικό και εφιαλτικό ταυτόχρονα "πειραγμένο" γκέτο, τα παράξενα εσωτερικά με τις απροσδόκητες γωνίες, που συχνά θυμίζουν σπηλιές, το ίδιο το επιβλητικό Γκόλεμ, η τελική σκηνή με το κοριτσάκι που μπορεί ακόμα να προκαλεί συγκίνηση (εδώ ταυτιζόμαστε σχεδόν με το τέρας) και πολλά άλλα κάνουν το φιλμ ένα από τα χαρακτηριστικότερα του σημαντικού και ιστορικού αυτού στιλ, ενός από τα πιο σπουδαία της ιστορίας του σινεμά. Άλλωστε σήμερα θα δουν το "Γκόλεμ" μόνο οσοι ενδιαφέρονται για την ιστορία του σινεμά ή έχουν εικαστικές ανησυχίες. Όσον αφορά το "προφητικό" μέρος της ταινίας (ο αληθινός διωγμός των εβραίων απ' τους ναζί θα ξεσπούσε σε λίγα μόλις χρόνια)... δεν ξέρω. Ο λαός αυτός έχει υποστεί πολλούς διωγμούς στην ιστορία του (και η βίβλος είναι γεμάτη απ' αυτούς), οπότε είναι φυσικό ένας εβραϊκός μύθος να αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ωστόσο η ιστορική συγκυρία είναι ανατριχιαστική.
ΥΓ: Θα ξαναπώ, όπως κάνω κάθε φορά που γράφω για ένα πολύ παλιό φιλμ, να μην περιμένει ο σημερινός θεατής να τρομάξει με μια τόσο παλιά ταινία τρόμου. Αν αυτό επιζητείτε μην κάνετε τον κόπο. Αλλού βρίσκεται η αξία τέτοιων ταινιών.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2009

ΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ ΩΣ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΗΝ "ΠΕΡΙΟΧΗ 9"


Να λοιπόν που, συμπτωματικά, βρεθήκαμε και πάλι μπροστά σε ένα πολύ καλό δείγμα μιας άγνωστης κινηματογραφίας: Αυτής της Νότιας Αφρικής. Το "District 9" του 30χρονου Neill Blomkamp και σε έξυπνη ιδέα βασίζεται και καλογυρισμένο είναι ώστε να κρατά συνεχώς τον θεατή και καίρια κοινωνικά σχόλια κάνει. Και νομίζω ότι κανένα από τα θετικά αυτά στοιχεία δεν αποβαίνει εις βάρος του άλλου.
Οι εξωγήινοι εδώ (αφού πρόκειται για καθαρή ταινία επιστημονικής φαντασίας) δεν είναι ούτε εχθρικοί εισβολείς ούτε καλοί απεσταλμένοι που θα μας οδηγήσουν σε ανώτερα επίπεδα ύπαρξης. Είναι μόνο... λαθρομετανάστες ή μάλλον κατά λάθος μετανάστες, αφού στην ουσία έχουν "ναυαγήσει" στη γη. Και ως τέτοιοι πώς αντιμετωπίζονται; Σαν τους δικούς μας τριτοκοσμικούς μετανάστες, λαθρο- ή μη. Ζουν εξαθλιωμένοι σε γκέτο από φριχτές παράγκες, βιώνοντας κάθε είδους εκμετάλλευση, απομόνωση και διάκριση. Κοινώς η ταινία μας μιλά πάνω απ' όλα για τον ρατσισμό.
Οι εντομοειδείς εξωγήινοι δεν είναι κακοί, αλλά ούτε και καλοί. Έχουν τη μοίρα ακριβώς των δικών μας μεταναστών. Η φτώχια και η πείνα μπορεί να τους οδηγήσουν σε εγκληματικότητα ή βίαιες συμπεριφορές, μπορεί πάλι να διαφθαρούν και να ξεχάσουν οποιοδήποτε ιδανικό ή σκοπό. Πού το περίεργο; Όλα αυτά είναι απόλυτα φυσιολογικά για την κατάστασή τους. Αντίθετα οι άνθρωποι είναι όλοι σχεδόν "κακοί". Ρατσιστές, εκμεταλλευτές, δίχως την παραμικρή ηθική. Ακόμα και ο ήρωας προσεγγίζει τους εξωγήινους από ανάγκη, όταν δηλαδή την πατήσει ο ίδιος και αναγκάζεται να το κάνει. Αμφιβάλλετε ακόμα ότι η επιστημονική φαντασία μπορεί αν θέλει να μιλά για πολύ σύγχρονα και φλέγοντα θέματα;
Αλλά και η περιπετειώδης διάσταση της ταινίας είναι απόλυτα ικανοποιητική. Είπα στην αρχή πως νομίζω ότι θα κρατήσει τον θεατή όχι μόνο λόγω της κοινωνικής της διάστασης, αλλά και γιατί είναι μια καλογυρισμένη περιπέτεια με αρκετή δράση (και μερικές σχεδόν σπλάτερ σκηνές). Επίσης αρκετό μέρος είναι γυρισμένο με τη λογική του ψευδοντοκιμαντέρ, που δίνει αφορμή και για σχόλια πάνω στα μίντια και τον κάθε άλλο παρά καθαρό ρόλο τους. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ένα τέτοιιο φιλμ γυρίστηκε στη Νότιο Αφρική, μια χώρα που γέννησε και βίωσε μέχρι το κόκαλο το απαρτχάιντ, και δη στο Γιοχάνεσμπουργκ, όπου διαδραματίζεαται και η ιστορία. Είναι μάλιστα πολύ πιθανό το εφιαλτικό, γεμάτο σκουπίδια και άθλιες παράγκες γκέτο να είναι η αληθινή παραγκούπολη των φτωχών μαύρων της πόλης, μια από τις χειρότερες και πιο υποβαθμισμένες του κόσμου. Κι αν δεν είναι αυτή πάντως, σαφώς έχει κατασκευαστεί "κατ' εικόνα και ομοίωση" της αληθινής. Ό,τι βλέπετε λοιπόν υπάρχει στ' αλήθεια, μόνο που δεν κατοικείται από εξωγήινους...
Να λοιπόν που είχε απόλυτο δίκιο ο Πίτερ Τζάκσον που είναι ο παραγωγός του φιλμ. Εμπιστεύτηκε έναν άγνωστο νεαρό και τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλά (και οικονομικά). Μακάρι να δούμε κι άλλες τέτοιες ταινίες, που ξεφεύγουν από το τυπικό αμερικάνικο μοντέλο (αν και η βασική ιδέα ίσως και να προέρχεται από το Alien Nation).

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 07, 2009

ZIFT : ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΝΟΥΑΡ


Βουλγάρικο νουάρ; Πριν κάποια χρόνια θα ακουγόταν σαν ανέκδοτο. Πρέπει όμως να βάλουμε καλά στο μυαλό μας ότι αυτά που ξέραμε έχουν αλλάξει. Όλο και περισσότερες καλές ταινίες ξεπηδούν από χώρες δίχως κινηματογραφική παράδοση ή (παίζει πολύ συχνά κι αυτό) με παράδοση που αγνοούσαμε παντελώς.
Το Zift ας πούμε είναι μια ασπρόμαυρη, νουάρ ταινία του 2008 του πρωτοεμφανιζόμενου βούλγαρου Javor Gardev και, αν μη τι άλλο, είναι σίγουρα εντυπωσιακή. Ο Gardev μεταφέρει τα νουάρ στοιχεία στην πατρίδα του και στήνει μια ιστορία που διαδραματίζεται στη φυλακή των πρώτων χρόνων μετά την επικράτηση του κομουνιστικού καθεστώτος (1944) και στη συνέχεια έξω απ' αυτήν, στην κομουνιστική Βουλγαρία της δεκαετίας του 60. Τα βασικά γνωρίσματα του είδους βρίσκονται όλα εδώ: Η μοιραία γυναίκα, ένα αντικείμενο που όλοι θέλουν και ψάχνουν μανιωδώς, η "μπέσα" που υπάρχει ακόμα και στον υπόκοσμο, ο προδομένος ήρωας, οι ίντριγκες, οι ανατροπές... Αυτό που προσθέτει ο σκηνοθέτης είναι η ατμόσφαιρα της πατρίδας του (η τότε, αλλά η ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να εκτυλίσεται και σήμερα), η έντονη βία και σκληρότητα που δημιουργούν ένα αρρωστημένο κλίμα και το κατάμαυρο χιούμορ. Και βέβαια, δεν ξέρω αν υπερβάλλει επίτηδες για να στηλιτεύσει το προηγούμενο καθεστώς, αλλά η εικόνα που παρουσιάζει η "σοσιαλιστική" Βουλγαρία κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή (ή σοσιαλιστική) είναι.
Περισσότερη εντύπωση όμως προξενεί η πραγματικά εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Φοβερή ατμόσφαιρα, δυνατές εικόνες, παράξενες κινήσεις της κάμερας, άψογος ρυθμός που σε κρατά, πολύ καλη ασπρόμαυρη φωτογραφία... Και το πράγμα γίνεται ακόμα εντυπωσιακότερο αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για πρώτη ταινία του σκηνοθέτη. Δεν έχω ιδέα για το background του, αλλά μοιάζει να έχει ήδη κατακτήσει απόλυτα την κινηματογραφική γλώσσα και να παίζει μ' αυτήν. Κάποιες στιγμές θυμίζει Ταραντίνο, άλλες πάλι Τζάρμους, αλλά το πάντρεμα πετυχαίνει μια χαρά νομίζω. Ίσως κάπου να το παρακάνει, ίσως κάποιοι το θεωρήσουν μια απλή επίδειξη ικανοτήτων άνευ ουσίας, όπως και να το κάνουμε όμως θαυμάζει κανείς τη δεξιοτεχνία του και περιμένει με περιέργεια την επόμενη κίνηση του Gardev.
ΥΓ: Όπως μαθαίνουμε στην αρχή του φιλμ Zift σημαίνει άσφαλτος, πίσσα, αλλά και σκατά στην βουλγαρική αργκό.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2009

ΦΑΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: ΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ


Το 1982 ο Ingmar Bergman (1918-2007) γυρίζει το "Φάνυ και Αλέξανδρος" (Fanny och Alexander), που κατά τη γνώμη μου είναι αριστουργηματικό. Μας μεταφέρει στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου, μέσα από τα μάτια των ομώνυμων παιδιών, παρακολουθούμε όσα συμβαίνουν σε μια σουηδική εύπορη οικογένεια. Πολυμελής, (γιαγιά, τρεις παντρεμένοι γιοι, εγγόνια, υπηρετικό προσωπικό), παρά τα προβλήματα μερικών από τα μέλη της, αποτελεί ένα είδος παράδεισου, λιμανιού για τα μέλη της. Συμβολικά μιλώντας, ας πούμε ότι εκπροσωπεί το καλό, ή, τέλος πάντων, την καλή ζωή όπως την εννοεί ο Μπέργκμαν.
Ο σκηνοθέτης δεν θα λέγαμε ότι εξετάζει το θέμα του πολιτικά. Αυτό που κάνει δεξιοτεχνικά είναι μια τομή στην κοινωνία, δίνοντάς μας τρεις χαρακτηριστικές πλευρές της:
Την καλοζωισμένη πλούσια οικογένεια, με μπαγκράουντ ηθοποιών. Στο βασίλειο αυτό της ευμάρειας, κυρίαρχο στοιχείο είναι η ανεκτικότητα. Παντού βασιλεύει μια θετική, ηδονιστική άποψη για τη ζωή. Τα μέλη της αγαπούν το καλό φαϊ, τον έρωτα και το σεξ, τις γιορτές, τις τέχνες. Είναι ανεκτικοί στις ερωτικές ατασθαλίες (ο ένας γιος διατηρεί φανερά σύζυγο και ερωμένη, που συνυπάρχουν αρμονικά), στις ιδιορυθμίες κάποιων άλλων (αποδέχονται το πάθος του άλλου γιου για το θέατρο ή την κλίση προς το ποτό του τρίτου). Τα προβλήματα βέβαια υπάρχουν, η γενναία δόση ανεκτικότητας όμως καταφέρνει να εξομαλύνει τα πάντα.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο απόλυτα μαζοχιστικός χριστιανισμός του επισκόπου (που, σημειωτέον, βρίσκεται κι αυτός σε εξ ίσου υψηλή κοινωνική θέση, άρα το θέμα δεν είναι ταξικό). Λιτός, ασκητικός, αυστηρός, καταπιεστικός, μοιάζει να μισεί κάθε ηδονή και χαρά της ζωής εν ονόματι ενός διεστραμένου προτεσταντικικής φύσης χριστιανικού, που υπέρτατο ιδανικό του είναι η αγνότητα (που σημαίνει η αποχή σχεδόν από τα πάντα). Όταν ο επίσκοπος παντρεύεται τη χήρα μητέρα των παιδιών, η ζωή τους μετατρέπεται αυτόματα σε κόλαση, όπου κάθε εκδήλωση χαράς απαγορεύεται αυστηρά. Η άρνηση αυτή της ζωής έρχεται σε συγκλονιστική αντίθεση με την απόλυτη κατάφασή της που είδαμε προηγουμένως. Δεν ξέρω η αυστηρότητα αυτή είναι η ουσία του προτεσταντικού δόγματος ή μία διαστρέβλωσή του, ό,τι και νά' ναι όμως, πρόκειται για απόλυτη διαστροφή.
Ο τρίτος πόλος είναι οι εβραίοι. Το σύντομο πέρασμα από την εβραϊκή οικογένεια καταδεικνύει ένα βασίλειο του μυστικισμού, του ελαφοϊσκιωτου, της αγάπης για το υπερφυσικό και το μυστηριώδες (και, ταυτόχρονα, για το εμπόριο). Το σπίτι τους είναι χαώδες, ασφυκτικά γεμάτο από παράξενα αντικείμενα, δαιδαλώδεις διαδρόμους, κρυφές πόρτες και κρυμμένα μυστικά. Ίσως η κοινωνία αυτή να συμβολίζει το άγνωστο, που ωστόσο ζει δίπλα μας.
Η εικαστική απόδοση όλων αυτών είναι εκπληκτική. Το βαρυφορτωμένο, έντονα μπαρόκ, χαρούμενο, φωτεινό και μόνιμα γιορτινό σπίτι της οικογένειας Έκνταλ, με το κόκκινο χρώμα να κυριαρχεί εκτυφλωτικά σε κάθε σκηνή (προφανώς χρώμα της κατάφασης της ζωής για τον Μπέργκμαν), δίνει τη θέση του στο ψυχρό, λιτό, γυμνό, γκρίζο σα φυλακή, στερημένο από χαρά, ιεραρχικό περιβάλλον του σπιτιού του επισκόπου, κι αυτό με τη σειρά του στο απόλυτα παράδοξο, μυστηριώδες, σκοτεινό, βαρυφορτωμένο κι αυτό (αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τους Έκνταλ) εβραϊκό σπίτι. Νομίζω ότι σπάνια το σινεμά έχει φτάσει σε τόσο υψηλό εικαστικό επίπεδο, προσεγμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.
Και μέσα σ' όλα αυτά διακριτική, αλλά συνεχή σχεδόν παρουσία, έχει το στοιχείο του υπερφυσικού. Τα φαντάσματα που βλέπει ο μικρός Αλέξανδρος είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο τρόπος του σκηνοθέτη για να μας πει ότι όσα ζήσαμε, καλά ή κακά, δεν διαγράφονται ποτέ, αλλά μας σημαδεύουν ανεξίτηλα σ' όλη μας τη ζωή. Και φυσικά πλείστα άλλα θέματα θίγονται στην υπέροχη αυτή τοιχογραφία: Το ερώτημα για την ύπαρξη ή μη του θεού, η σταδιακή αμφισβήτηση προς αυτόν του Αλέξανδρου, η σύγκρουση του παιδιού με τον επίσκοπο - πατριό, που θα μπορούσε να είναι η σύγκρουση της παλιάς με τη νέα γενιά και πλείστα άλλα. Ιδιαίτερα το θέμα του θεού σηκώνει πάρα πολλή συζήτηση όσον αφορά την αντιμετώπισή του από το φιλμ, που μοιάζει να τον απορρίπτει και να τον αποδέχεται ταυτόχρονα, που ωστόσο θα μας έπαιρνε πάρα πολύ χώρο αν γινόταν εξονυχιστικά.
Τρίωρης διάρκειας, με αργούς ρυθμούς στο πρώτο κυρίως μέρος, δεν με κούρσε καθόλου παρ' όλα αυτά. Όταν το περιεχόμενο είναι τόσο πλούσιο και πολυσήμαντο, οι αργοί ρυθμοί δεν με ενοχλούν καθόλου. Ίσως μάλιστα να είναι απόλυτα ταιριαστοί με την οπτική πανδαισία που απολαμβάνουμε.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 05, 2009

"ΟΙ ΒΟΣΚΟΙ" ΩΣ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ


Ο Νίκος Παπατάκης, γεννημένος το 1918, έχει ζήσει κυρίως στο Παρίσι. Με 5 μόνο ταινίες στο ενεργητικό του, κάποιες απ' αυτές ελληνικές, αποτελεί μια ειδική περίπτωση για το ελληνικό σινεμά (θεωρώ τη "Φωτογραφία" από τα καλύτερα ελληνικά φιλμ). Το 1967 γυρίζει του "Βοσκούς", που μέχρι σήμερα δεν νομίζω ότι μοιάζει με οτιδήποτε έχει γυριστεί ποτέ στη χώρα μας.
Τοποθετημένη στην ελληνική επαρχία της εποχής, με ένα πολύπλοκο σενάριο και πάρα πολλές αναφορές σε είδη ή καταστάσεις, δίνει σαν πρώτη αίσθηση την εντύπωση κινηματογραφικού αχταρμά. Ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι απόλυτα ηθελημένο και ελεγχόμενο, ότι αυτό ακριβώς ήθελε να κάνει: έναν αχταρμά που είναι τελικά η πιστότερη εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας (της εποχής τουλάχιστον, που νομίζω ότι ήταν σχιζοφρενικότερη απ' ότι σήμερα).
Ας εξηγήσω λίγο τι εννοώ: Έχουμε μάθει να μιλάμε για ελληνική οπισθοδρόμηση σε σχέση με προηγμένες χώρες και δεν αμφιβάλλω ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Το 1967 όμως τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα: Τα κοινωνικά φαινόμενα των 60ς βρίσκονταν ακριβώς στη στιγμή της έκρηξης, τα ταμπού έπεφταν το ένα μετά το άλλο, όλοι πίστευαν ότι ο κόσμος άλλαζε. Η Ελλάδα αντίθετα - όπως ακριβώς βλέπουμε στο φιλμ - βρισκόταν ακόμα σε σχεδόν φεουδαρχική κατάσταση, με μεγάλο αγροτικό πληθυσμό, με τσιφλικάδες και πάμφτωχους άκληρους, με προίκες και φόνους "για την τιμή" (εννοείται σεξουαλικής φύσης τιμή κυρίως), με λίγη πληροφόρηση για τον χαμό που γινόταν έξω (η οποία ερχόταν εδώ με δευτερεύοντα και κακοχωνεμένα στοιχεία όπως η μόδα του μίνι)... και καπάκι έσκασε και η χούντα, που αποτέλειωσε τα πράγματα και μας απέκοψε οριστικά από το διεθνές γίγνεσθαι (στην ταινία ακούγονται μάλιστα και αυτούσια τσιτάτα από τους παρανοϊκούς λόγους του Παπαδόπουλου).
Αυτή ακριβώς η κατάσταση περιγράφεται. Βουτάμε κι εμείς σε μια Ελλάδα όπου το μίνι και το τρακτέρ συνυπάρχουν με τις ειδωλολατρικής καταγωγής και μαγικής φύσης δυσειδαιμονίες και τελετουργίες, όπου οι εξαθλιωμένοι αγρότες σχεδόν δεν θεωρούνται άνθρωποι από τους προύχοντες, όπου ο δεσπότης και ο τσιφλικάς είναι η απόλυτη εξουσία (βρισκόμαστε βλέπετε σε χωριό και δεν υπάρχουν πολλοί μπάτσοι), όπου ο σκοταδισμός βασιλεύει, όπου οι μαρξιστικής φύσης πολιτικές αναφορές πανε μαζί με με τον άκρατο συντηρητισμό, όπου το όραμα της πλούσιας και ελεύθερης Ευρώπης μπερδεύεται με τις εθνικές αρτηριοσκληρώσεις και "υποχρεώσεις". Οι παραπομπές βρίθουν: Από την αρχαία τραγωδία μέχρι τις τότε πολιτικές συνθήκες, οι νύξεις για ομοφυλόφιλους πόθους ή/και κρυφές τέτοιες σχέσεις συνυπάρχουν με τα εγκλήματα τιμής, οι ρόλοι άντρα - γυναίκας, θύτη - θύματος, σαδιστή - μαζοχιστή, ανώτερου - κατώτερου διαρκώς εναλλάσονται (ιδαίτερα - με συνειδητά μη ρεαλιστικό τρόπο - στις τελευταίες σκηνές) και η πολιτικοκοινωνική κατάσταση μπερδεύεται με ψυχολογία και φροϊδισμό.
Η ταινία έχει σαφείς ιδιορυθμίες: Σε όλο το πρώτο μέρος δεν καταλάβαινα ακριβώς τι δεν πήγαινε καλά. Παρατηρούσα κάποιες σποραδικές "κουφές" σκηνές, κάποιες παράξενες, στομφώδεις ηθοποιίες, κάποιες περίεργες ατάκες, σα να έβγαιναν από βιβλία με ξύλινη γλώσσα, όμως το δράμα προχωρούσε κανονικά. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα απογειώνονται, ή μάλλον γίνονται πέρα για πέρα σουρεαλιστικά, καθώς η μία απιθανότητα και κουφή κατάσταση διαδέχεται την άλλη και το πράγμα γίνεται όλο και πιο περίπλοκο, αλλά και αυθαίρετο. Και τότε μόλις (στα μισά της ταινίας, πιστέψτε με) συνειδητοποίησα ότι τόση ώρα βλέπω μια αναρχική σάτιρα και όχι ένα δράμα, που σκοπό έχει να μην αφήσει τίποτα όρθιο σε μια υπανάπτυκτη και διχασμένη χώρα, όπου ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί απόλυτα ηθελημένα όχι μόνο σουρεαλιστικές κταστάσεις, αλλά και πολλές απόλυτα σουρεαλιστικές μεμονωμένες εικόνες και σκηνές. Και τότε μόνο αφέθηκα στο ρυθμό και στις αυθαιρεσίες της... και το απόλαυσα. Κι όταν τέλειωσε τουλάχιστον εγώ συμφώνησα με την άποψη ότι πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού σινεμά. Ή τουλάχιστον από τις πιο παράξενες.
ΥΓ: Στους ρόλους του πρωταγωνιστικού ζευγαριού θα απολάυσετε τον μετέπειτα γνωστό θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Διαλεγμένο και μια νεαρότατη Όλγα Καρλάτου.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

BOOGIE NIGHTS: ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΠΟΡΝΟ


Το "Boogie Nights" είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Paul Thomas Anderson, που γυρίστηκε το 1997 και έκανε αμέσως μεγάλη εντύπωση, τόσο επειδή είναι μια καλή ταινία όσο και για το ασυνήθιστο και τολμηρό θέμα της: Ασχολείται με τη βιομηχανία πορνό, την οποία εξετάζει σε μια κρίσιμη καμπή της: Στα τέλη των 70ς, όταν γνώριζε τη μεγαλύτερη ακμή της και στις αρχές των 80ς, όταν αρχίζει η κρίση της (τουλάχιστον με τη μορφή που είχε μέχρι τότε) ή, αν προτιμάτε, η ριζική αλλαγή της λόγω της ξαφνικής και ραγδαίας εξάπλωσης του βίντεο. Ουσιαστικά μέχρι σήμερα διανύουμε την ίδια εποχή, απλώς το βίντεο αντικαταστάθηκε από το dvd και, όλο και περισσότερο, από το διαδίκτυο.
Ο ήρωας είναι ένας νεαρός, σερβιτόρος αρχικά, που λόγω των πολύ "ειδικών προσόντων" του γίνεται διάσημος πορνοστάρ. Μαζί μ' αυτόν μπαίνουμε κι εμείς στα άδυτα της βιομηχανίας αυτής και τη γνωρίζουμε από τα μέσα. Όλοι ανεξαιρέτως οι ήρωες σχετίζονται μ' αυτήν: Παραγωγοί, σκηνοθέτες, άλλοι πορνοστάρ, άντρες και γυναίκες, κινηματογραφικά συνεργεία κλπ. Μέσα από την ιστορία του πρωταγωνιστή, της κάθετης ανόδου και της εξ ίσου απότομης πτώσης του δηλαδή, παρακολουθούμε, όπως είπαμε στην αρχή, την άνοδο και την πτώση της ίδιας της βιομηχανίας. Ίσως εμείς οι απ' έξω να μην το συνειδητοποιούμε, αφού απλά βλέπουμε ή τέλος πάντων μαθαίνουμε για την ύπαρξη του πορνό, η έλευση του βίντεο όμως, η κατάργηση του φιλμ, το ουσιαστικό τέλος των πορνοκινηματογράφων (αφού ο καθένας μπορεί πια να απολαμβάνει τις ταινίες στο σπίτι του), η δραματική μείωση του κόστους παραγωγής, επέφεραν τεράστιες αλλαγές στη βιομηχανία.
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ένας μεσήλικας σκηνοθέτης (θεαματική επιστροφή του ξεχασμένου Μπαρτ Ρέϊνολντς), μια απόλυτα πατρική φιγούρα, δίκαιος με όλους, φιλόξενος, που αγαπά σαν παιδιά τόσο τα φιλμ όσο και του ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συνεργάτες του. Ταυτόχρονα έχει και καλλιτεχνικά όνειρα: Θεωρεί τον εαυτό του κανονικό σκηνοθέτη και θέλει να παντρέψει το πορνό με την τέχνη του σινεμά. Γι΄αυτό και, όταν έρχεται η ώρα, αρνείται κατηγορηματικά να γυρίσει βίντεο, που γι΄αυτόν είναι κάτι χυδαίο και καθόλου καλλιτεχνικό.
Ο Anderson αντιμετωπίζει με συμπάθεια, κατανόηση και τρυφερότητα τους ήρωές του, οι οποίοι είναι κανονικοί άνθρωποι, με τους διαφορετικούς χαρακτήρες τους, τις διαφορετικές (εκτός πορνό) φιλοδοξίες τους, τα προβλήματά τους. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι καθημερινές, επαγελματικές τους κουβέντες περιστρέφονται με απόλυτη φυσικότητα γύρω από πίπες, παρτούζες και άλλα τέτοια. Στο πρώτο μέρος φαίνεται μια σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα του όλου πράγματος. Στη συνέχεια αποκαλύπτεται και το από μέσα, το άσχημο πρόσωπο της όλης φάσης. Η κρυμένη δυστυχία πολλών από τους χαρούμενους επιφανειακά ήρωες, τα ναρκωτικά που κάνουν θραύση, η ψευδαίσθηση του μεγαλείου, η γρήγορη παρακμή μετά το πρώτο στραβοπάτημα...
Άλλη μεγάλη αρετή της ταινίας είναι η εύστοχη καταγραφή της ποπ κουλτούρας της εποχής. Από τη μουσική και τα αυτοκίνητα μέχρι τα κλαμπ και τα ντυσίματα, από τα ινδάλματα των ηρώων μέχρι την γενικότερη αισθητική. Γι΄αυτό και το φιλμ θεωρήθηκε άμεσο καλτ για πολλούς.
Μην περιμένετε να δείτε και τίποτα φοβερά τολμηρές σκηνές. Ό,τι συμβαίνει στα γυρίσματα υπονοείται περισσότερο παρά δείχνεται. Ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται για την ανθρώπινη κατάσταση και καταγράφει την καθημερινότητα κάποιων πολύ ιδιαίτερων επαγγελματιών. Και σαν τέτοια καταγραφή νομίζω ότι πετυχαίνει απόλυτα το στόχο της.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2009

Ο ΒΑΡΕΤΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ "VORTEX"


Το 1971, μετά από επεξεργασία κάμποσων χρόνων, ο Νίκος Κούνδουρος ολοκληρώνει το "Πρόσωπο της Μέδουσας", γνωστότερο ως "Vortex". Γυρισμένο σε ελληνικό νησί και στο Λονδίνο, με αρκετούς ξένους συνεργάτες, το ασπρόμαυρο αυτό φιλμ είναι ένα μοντερνιστικό πείραμα, φοβάμαι όμως ότι βλέπεται εξαιρετικά δύσκολα. Ή, για να το πω πιο ωμά, μου φάνηκε εξαιρετικά βαρετό. Η ταινία ήταν ουσιαστικά απαγορευμένη στην Ελλάδα λόγω κάποιων τολμηρών (για τότε) ερωτικών σκηνών.
Με ένα μοντάζ που μπερδεύει τους χρόνους, που επαναλαμβάνει μέχρις τελικής πτώσης σκηνές και ατάκες, με μια στοιχειώδη αφήγηση που διακόπτεται κάθε τρεις και λίγο, έχω την αίσθηση ότι κάνει ό,τι μπορεί για να κουράσει τον θεατή. Υποτίθεται ότι αφηγείται μια ιστορία έρωτα και φόνου, όπου ο ένας αδελφός σκοτώνει τον άλλον, αλλά πολλοί λίγοι μου φαίνεται ότι θα ενδιαφερθούν για όλα αυτά. Νομίζω ότι ελάχιστοι καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, γιατί οι ήρωες κάνουν ό,τι κάνουν, ποιες είναι οι μεταξύ τους σχέσεις. Σίγουρα υπάρχουν κάποιοι ερωτικοί δεσμοί, φανεροί ή κρυφοί, ετεροφυλόφιλοι ή ομοφυλόφιλοι, αλλά εδώ είναι σαφές ότι ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται καθόλου να αφηγηθεί μια ιστορία, αλλά να κάνει ένα κινηματογραφικό πείραμα, το οποίο, όπως είπα, με έκανε να βαρεθώ. Και σα να μην έφτανανα όλα, για να μας θυμίσει υποτίθεται ότι όσα βλέπουμε είναι σινεμά, να αποστασιοποιήσει ίσως τον θεατή και να κατεδείξει τους κινηματογραφικούς μηχανισμούς, κάθε λίγο εμφανίζεται το κινηματογραφικό συνεργείο που γυρίζει την ταινία Vortex, με τον σκηνοθέτη alter ego του Κούνδουρου να δίνει οδηγίες, να ξαναγυρίζει σκηνές που έχουμε δει ήδη δυο - τρεις φορές, να χτυπά εκωφαντικά την κλακέτα... Όπως είπα και πάλι, μέχρι τελικής πτώσης.
Το μόνο θετικό είναι η πολύ όμορφη φωτογραφία, τα υψηλής αισθητικής πλάνα, κυρίως στο ελληνικό νησί, και γενικά η θαυμάσια εικόνα του. Πολύ φοβάμαι όμως ότι αυτά δεν φτάνουν για να κάνουν μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ταινία. Προσωπικά προτιμώ τον Κούνδουρο της προηγούμενης περιόδου.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 01, 2009

ΠΑΛΙ "ΕΚΑΤΣΕ" ΣΤΟΝ WOODY ALLEN


Το έχω ξαναπεί πολλάκις: Ναι, ο Woody Allen επαναλαμβάνει τον εαυτό του σε δεκάδες παραλλαγές, είναι όμως τόσο απολαυστικές αυτές οι παραλλαγές που εγώ δηλώνω απόλυτος φαν. Με γύρω στις 45 ταινίες στο ενεργητικό του, μας δίνει εν έτει 2009 το "Κι αν σου κάτσει;" (Whatever Works), που είναι ξεκαρδιστικό, ανατρεπτικό και δεν με έκανε να βαρεθώ ούτε στιγμή.
Ο Άλλεν παίζει εδώ με ένα ακόμα alter ego του, που αυτή τη φορά ερμηνεύει ο άγνωστός μου Λάρι Ντέιβιντ και που φυσικά είναι στριφνός, νευρωτικός, διανοούμενος, έξυπνος, με κρίσεις πανικού... ο τυπικός νεοϋορκέζος διανοούμενος δηλαδή, τον οποίο τόσες φορές έχει σατιρίσει ο σκηνοθέτης. Μόνο που εδώ ο ήρωάς του υπερβαίνει εαυτόν: Είναι πέρα για πέρα σαρκαστικός και καυστικός κυριολεκτικά με ό,τι βλέπει γύρω του και, σε τελική ανάλυση και για να το πω πιο απλά, είναι απόλυτα μισάνθρωπος. Δεν πιστεύει πουθενά και σε τίποτα (εκτός ίσως από την διαχρονική ανθρώπινη βλακεία) και έχει μια κακή κουβέντα (πανέξυπνη συνήθως) για οποιονδήποτε και οτιδήποτε. Ποια είναι η φιλοσοφία του τελικά; Όλα στη ζωή είναι τυχαία, οπότε... ό,τι κάτσει. Το στόρι, αρχικά τουλάχιστον, θυμίζει τον μύθο του Πυγμαλίωνα, σύντομα όμως φεύγει απ' αυτό το μοτίβο, το οποίο στην αρχή νόμιζα ότι θα είναι κυρίαρχο. Προλαβαίνει όμως να μας δώσει μερικές ξεκαρδιστικές ατάκες, που βασίζονται στην κάθε άλλο παρά πλήρη αφομοίωση της φιλοσοφίας του ηλικιωμένου ήρωα από την πιτσιρίκα, όχι ιδιαίτερα έξυπνη γυναίκα του.
Η ταινία είναι γεμάτη από ξεκαρδιστικές ατάκες επί παντός επιστητού. Ακόμα και να μην αρέσει σε κάποιον, νομίζω ότι μ' αυτές τουλάχιστον θα διασκεδάσει πολύ. Από την άλλη, τη βρήκα και ανατρεπτική, τουλάχιστον όσον αφορά τα ερωτικά θέματα. Αυτό το "ό,τι κάτσει" του τίτλου βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του σ' αυτά. Δεν υπάρχουν ταμπού, στεγανά, απαγορεύσεις. Αρκεί να είσαι ο εαυτός σου και να κάνεις αυτό ακριβώς που σ' αρέσει. Μη σκέφτεσαι τίποτα άλλο. Το καλύτερο βρίσκεται μόνο όπου εσύ νοιώθεις καλύτερα κι ας πιστεύουν ό,τι θέλουν οι γύρω σου. Γι΄ αυτό και από την οθόνη μας παρελαύνουν κάθε λογής μη συμβατικά ερωτικά σχήματα και όλοι αισθάνονται μια χαρά. Ταυτόχρονα ο Woody Allen κάνοντας πλάκα ακόμα και με το ίδιο το μέσο του κινηματογράφου, βάζει τον μισάνθρωπο ήρωά του να απευθύνεται μερικές φορές στο κοινό, σε μας δηλαδή, λέγοντας διάφορα, ακόμα και για την ίδια την ταινία, ενώ οι άλλοι γύρω του αναρωτιούνται σε ποιον μιλάει.
Όπως καταλάβατε το διασκέδασα πολύ. Και για μια ακόμα φορά θαύμασα αυτόν τον άνθρωπο που στα 74 του μοιάζει να παραμένει ανεξάντλητος.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ


Ο Νίκος Κούνδουρος υπήρξε από τους πρωτοπόρους του ελληνικού σινεμά, από αυτούς που έβαλαν τα θεμέλια ενός πιο ποιοτικού κινηματογράφου απ' αυτόν που υπήρχε μέχρι τότε. Έχει κάνει και κάμποσα μέτρια φιλμ βέβαια. Θεωρώ ωστόσο το "Ποτάμι" του 1960, μια από τις πρώτες του ταινίες, πραγματικά ενδιαφέρον.
Ένα ποτάμι είναι το σύνορο ανάμεσα στην Ελλάδα και σε μια άλλη χώρα που δεν κατονομάζεται. Στο ποτάμι αυτό, και στον βάλτο εκεί κοντά, διαδραματίζονται τέσσερεις διαφορετικές ιστορίες, που τις παρακολουθούμε να συμβαίνουν παράλληλα, να μπαίνουν σχεδόν η μια μέσα στην άλλη. Οι τρεις έχουν να κάνουν με φυγάδες διαφόρων ειδών και λόγων, η μία με μια ομάδα φαντάρων που ναρκοθετεί την περιοχή των συνόρων. Γίνεται από την αρχή αντιληπτό ότι το ποτάμι αποτελεί ουσιαστικά ένα σύμβολο, είναι αυτό που χωρίζει το "εδώ", στο οποίο συμβαίνουν οι άγριες ιστορίες - μερικές είναι ιστορίες ζωής ή θανάτου - από ένα φανταστικό "αλλού", το οποίο αποτελεί έναν άγνωστο, ίσως επικίνδυνο, ίσως ουτοπικό τόπο (ή ίσως και τα δύο) και προκαλεί ταυτόχρονα στους από 'δω φόβο αλλά και γοητεία και έλξη. Το "εδώ" είναι η ζωή, ο διαρκής αγώνας και η βία της. Το "εκεί"... ποιός ξέρει; Μερικοί από τους ήρωες θα σωθούν αν καταφέρουν να περάσουν το ποτάμι. Άλλοι είναι καταδικασμένοι να μείνουν από την εδώ πλευρά για πάντα.
Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του Κούνδουρου, ο ερωτισμός, η βία, μια έντονη ελληνικότητα, βρίσκονται όλα στο "Ποτάμι". Και, όπως συμβαίνει και στην αληθινή ζωή, δεν ξέρουμε ποιες ιστορίες θα τελειώσουν καλά και ποιες τραγικά. Το φιλμ διαθέτει αρκετές όμορφες και δυνατές ασπρόμαυρες εικόνες, οπτική ποίηση και ενδιαφέρον σενάριο. Αυτό που ίσως ξενίζει σήμερα είναι οι ηθοποιίες, που δεν έχουν ξεφύγει ακόμα από μια θεατρογενή υπερβολή. Αν εξαιρέσεις το σημείο αυτό, που μερικές φορές με ενόχλησε, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία από μια εποχή του ελληνικού σινεμά που καλό θα ήταν να μην περιφρονούμε καθόλου, αλλά να την ψάξουμε κάπως βαθύτερα.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η σκηνή όπου ο Ανέστης Βλάχος παίζει μόνος του το μπαγλαμαδάκι του. Είναι υπερβολική σαν ηθοποιία, με ένα τραβηγμένο πάθος, βλέπεις όμως να κινείται ακριβώς όπως ένας ροκ κιθαρίστας, με όλες τις φιγούρες που έχουμε συνηθίσει από τα μέσα των 60ς μέχρι σήμερα. Και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι βρισκόμαστε στο 1960 και οι ροκ εποχές δεν έχουν έρθει ακόμα, και εκεί μένεις με το στόμα ανοιχτό. Ρε, μπας και ο Ανέστης Βλάχος επηρέασε με τον τρόπο που κινείται όταν παίζει τον Hendrix;

eXTReMe Tracker