Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2010

ΕΝΑΣ "ΚΥΝΗΓΟΣ" ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ


Το ξέραμε ότι τα τελευταία χρόνια ο κορεάτικος κινηματογράφος πάει όλο και καλύτερα. Και να που αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά. "Ο Κυνηγός" του 2008 (Chugyeogja) είναι η πρώτη (!) ταινία του Hong-jin Na και βάζει τα γυαλιά σε πολλά θρίλερ με σίριαλ κίλερς απ' όλο τον κόσμο (συμπεριλαμβανομένωνκαι πάμπολλων αμερικάνικων φυσικά).
Οι ρυθμοί είναι άψογοι και μάλιστα η ένταση διαρκώς ανεβαίνει, οπότε η ταινία με κράτησε απόλυτα, παρά τα 124 λεπτά της, η τροπή γίνεται απρόβλεπτη και ξεφεύγει από κάθε (δυτική κυρίως) συνταγή, κάμποσα στερεότυπα του είδους ανατρέπονται... Ο ίδιος ο ήρωας κάθε άλλο παρά "καλός" είναι. Στην πραγματικότητα είναι ένα κάθαρμα, πρώην μπάτσος και νυν νταβατζής, που εμπλέκεται στην υπόθεση επειδή μερικές από τις πόρνες του έχουν εξαφανιστεί, οπότε το θέμα είναι οικονομικό γι' αυτόν. Ο κατ' εξακολούθησιν δολοφόνος είναι γνωστός από την πρώτη σχεδόν στιγμή κι αυτό που εμείς παρακολουθούμε είναι η αναμέτρησή τους, που παρά την εμπλοκή της αστυνομίας, γίνεται όλο και πιο προσωπική. Ταυτόχρονα καυτηριάζονται (και μερικές φορές σατιρίζονται κιόλας σε μερικές ασυνήθιστες για το είδος σκηνές που αφορούν κυρίως μπάτσους) το πολιτικό σύστημα και η δικαστική γραφειοκρατία (ο δολοφόνος έχει συλληφθεί, αλλά για νομικίστικους λόγους αφήνεται ελεύθερος), η υποκρισία και η πίεση από πολιτικούς, μίντια κλπ. για λουστραρισμένη επιφάνεια, ενώ όλοι αυτοί που πιέζουν αδιαφορούν για την ουσία. Η όλη δομή της ταινίας είναι ασυνήθιστη, συχνά γίνεται πολύ βίαιη με τον τρόπο που μόνο οι απωανατολίτικες ταινίες μπορούν, ενώ τουλάχιστον εμένα με έπεισε η πορεία του ήρωα προς την συνειδητοποίηση της αθλιότητάς του και οι αναπόφευκτες τύψεις που ακολουθούν. Ταυτόχρονα διαθέτει έναν έντονο ρεαλισμό και, όπως είπα στην αρχή, η καταδίωξη και ο αγώνας δρόμου των δύο αντιπάλων γίνονται όλο και πιο φρενήρεις.
Αν πέσει στα χέρια σας μη διστάσετε να το δείτε. Το ασιατικό σινεμά δίνει για μια ακόμα φορά ένα δυναμικό παρόν και όλα δείχνουν, μετά από κάμποσα πλέον χρόνια, ότι δεν πρόκειται για προσωρινή φούσκα. Εγώ πάντως περιμένω εναγωνίως και τις επόμενες δουλειές του ικανού αυτού δημιουργού.

Δευτέρα, Μαρτίου 29, 2010

ΤΑ "ΦΩΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ" ΔΕΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΠΟΤΕ


Είναι κοινότοπο να πούμε εδώ για πολλοστή φορά ότι ο Charles Chaplin (1889-1977) υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες του κινηματογράφου. Κι αν ποτέ έπρεπε να μιλήσουμε για την έννοια της λέξης "κλασσικό", οι ταινίες του θα ήταν ένα πολύ καλό παράδειγμα, αφού καταφέρνουν να συγκινούν πλήθη κόσμου μέχρι σήμερα - κι ας είναι βουβές!
"Τα Φώτα της Πόλης" (City Lights) του 1931 είναι αναμφισβήτητα ένα από τα αριστουργήματά του. Όπου φυσικά ο Τσάπλιν είναι για μια ακόμα φορά ο πασίγνωστος χαρακτήρας που επινόησε και επέβαλλε στην παγκόσμια παρακαταθήκη εικόνων, ο Σαρλό δηλαδή, ο αλήτης με τα γελοία αριστοκρατικά - πλην όμως κουρελιασμένα - ρούχα και το μπαστουνάκι. Η βασική ιδέα είναι ιδιοφυής: Όταν ο ήρωάς μας σώζει τη ζωή ενός μεθυσμένου εκατομυριούχου που ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει, εκείνος τον θεωρεί τον καλύτερό του φίλο και τον αμοίβει πλουσιοπάροχα. Όταν όμως ξεμεθά δεν τον αναγνωρίζει και τον πετά έξω με τις κλωτσιές. Κι αυτό επαναλαμβάνεται. Φυσικά ο αλητάκος προσπαθεί να πάρει ό,τι μπορεί από τον πλούσιο κατά-το-ήμισι-φίλο-του κυρίως για να βοηθήσει την πάμφτωχη, τυφλή κοπέλα που αγαπά. Διάφορα ευτράπελα, αλλά και συγκινητικά, συμβαίνουν πάνω σ' αυτό το φόντο.
Η ταινία περιλαμβάνει μερικές κωμικές σκηνές και γκαγκς ανθολογίας, όπως η ξεκαρδιστική σκηνή της πυγμαχίας ή αυτή όπου σώζει τον εκατομμυριούχο. Κυρίως όμως διαθέτει την αριστουργηματική σκηνή του τέλους, όπου το γέλιο δίνει τη θέση του στην πηγαία συγκίνηση. Κι αυτή, για να επανέλθουμε στην αρχική συζήτηση, είναι ο δικός μου ορισμός του κλασικού: Κάτι που μπορεί να συγκινεί σήμερα τους πάντες σχεδόν, τόσες δεκαετίες μετά την πρώτη του προβολή, όπως ακριβώς την πρώτη φορά. Και κάτι ακόμα: Σ΄αυτή τη σκηνή ακριβώς, ο Σαρλό, απογυμνωμένος από κάθε κωμικό στοιχείο, δείχνει αυτό που είναι στην πραγματικότητα σαν χαρακτήρας, αυτό δηλαδή που θα βλέπαμε αν όντως τον συναντούσαμε στο δρόμο, δίχως να ξέρουμε τίποτα γι' αυτόν: Ένας κλοσάρ, ένας εξαθλιωμένος πάμφτωχος τύπος, που "χάνει" και λιγάκι, και γι' αυτό πολλοί τον δουλεύουν. Όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, όπου πολλές φορές η κοροϊδία και η σκληρότητα νικάν τον οίκτο.
Ο Τσάπλιν κάνει και εδώ την χαρακτηριστική στα φιλμ του σκληρή κοινωνική κριτική: Στο πρόσωπο του μέθυσου πλούσιου στηλιτεύει την άρχουσα τάξη, που είναι σκληρή και αδιάφορη για την δυστυχία γύρω της (αντίθετα μάλιστα, το βλέπουμε καθημερινά, αν κάτι τη χαρακτηρίζει είναι η απληστία) και μόνο όταν είναι σε μια μη ομαλή κατάσταση (μέθη εν προκειμένω), όταν δηλαδή δεν είναι ο εαυτό της, μπορεί να νοιώσει και λίγη ανθρωπιά. Ενώ η κοινωνία παρουσιάζεται σαν κάτι απόλυτα άδικο, όχι μόνο επειδή προφανώς είναι απόλυτα συμφιλιωμένη με τις τερατώδεις ανισότητες, αλλά και επειδή είναι άδικη στέλνοντας φυλακή τον ήρωα, που είναι αθώος.
Όλα αυτά όμως είναι μάλλον δευτερεύοντα μπροστά σ' αυτό που αποτελεί το σήμα κατατεθέν των ταινιών του Τσάπλιν: Την άψογη και ανεπανάληπτη μίξη γέλιου και βαθιάς συγκίνησης. Τα δύο αυτά, αντίθετα σε μια πρώτη ματιά, συναισθήματα, διαδέχονται με απόλυτη φυσικότητα το ένα το άλλο ή μπλέκονται αξεδιάλυτα, όπως στα περισσότερα μεγάλα φιλμ του. Και μόνο γι' αυτό το ιδιοφυές στοιχείο θα άξιζε να χαρακτηριστούν κλασικά.
Όπως καταλαβαίνετε, αν τυχαίνει να μην έχετε δει τα "Φώτα της Πόλης" σπεύσατε. Και σε καμιά περίπτωση μη διστάσετε, επειδή πρόκειται για ένα βουβό φιλμ του 1931!

Κυριακή, Μαρτίου 28, 2010

ΣΤΟΥΣ ΒΑΛΤΟΥΣ ΤΗς ΝΕΑΣ ΟΡΛΕΑΝΗΣ 'Η ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΑΘΛΙΩΝ B-MOVIES


Υπάρχουν ταινίες που κυριολεκτικά δεν βλέπονται. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι μερικές απ' αυτές είναι b-movies, γιατί υπάρχουν και τέτοια αριστουργήματα. Απλώς, όλα σ' αυτά τα φιλμ είναι κακά: Το σενάριο, οι ηθοποιίες, οι χαρακτήρες, η φωτογραφία, τα ντεκόρ και τα εφέ, όλα! Ο "βασιλιάς των b-movies" Roger Corman είναι υπεύθυνος και για καλές και για άθλιες ταινίες του είδους.
Στις τελευταίες ανήκει αναμφισβήτητα η πρώτη του σκηνοθετική (;) απόπειρα το 1955, όταν δεν είχε γίνει ακόμα παραγωγός (έχει παράγει σχεδόν 400 ταινίες!!!) και ήταν μόνο σκηνοθέτης. Το "Swamp Women" ("Γκαγκστερίνες των Βάλτων" είναι η ελληνική απόδοση στο dvd) νομίζω ότι χρειάζεται πολύ fast forward για να το αντέξει κανείς. Βρισκόμαστε στη Νέα Ορλεάνη, όπου μια μπατσίνα παριστάνοντας τη φυλακισμένη μπαίνει στη συμμορία γυναικών κρατουμένων, τις βοηθά σε μια στημένη απόδραση και τις ακολουθεί σαν μέλος πια της ομάδας στους αχανείς βάλτους της Νέας Ορλεάνης, όπου έχουν κρύψει πριν φυλακιστούν ένα θησαυρό από διαμάντια. Και εσύ, ως έκθαμβος θεατής, δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις: Τις άθλιες ηθοποιίες όλων ανεξαιρέτως των ηθοποιών, το γελοίο σενάριο που μπάζει από παντού και τους διαλόγους που συχνά προκαλούν γέλια ή τη μονότονη και κακή φωτογράφηση της εντυπωσιακής περιοχής των bayou (των βάλτων που λέγαμε); Οι κοπέλες, που "άνευ λόγου" φοράνε κοντά παντελόνια, κάθε τρεις και λίγο πλακώνονται μεταξύ τους και παίζουν ξύλο για γελοίους λόγους, προς τέρψιν υποθέτω θεατών που γουστάρουν το ξύλο μεταξύ γυναικών, το ζεύγος που απαγάγουν έχει μια ακατανόητη σχέση αγάπης - μίσους μεταξύ του, οι χαρακτήρες είναι κάπως πιο χοντροκομένοι από καρικατούρες και... Δεν ξέρω τι άλλο να πρωτοπώ.
Έχει πλάκα να προσέξει κανείς τις πρώτες σκηνές από το καρναβάλι της Νέας Ορλεάνης όπου είναι εμφανές ότι ο Κόρμαν (αν το έκανε ο ίδιος και δεν τις "έκλεψε" από άλλη ταινία ή ντοκιμαντέρ) γύριζε για κάμποση ώρα άσχετες εικόνες από τις παρελάσεις και το πλήθος έτσι, για να γεμίσει την ταινία του. Οι σκηνές επίσης που δείχνουν κάποιους μαζεμένους κροκόδειλους πρέπει να είναι... δανεισμένες από αλλού.
Αν είστε ένας φανατικός των κακών - τονίζω των κακών - b-movies δοκιμάστε το. Δοκιμάστε το επίσης για να κάνετε χαβαλέ με παρέα τρώγοντας πίτσες και πίνοντας. Τέλος, κάντε μια προσπάθεια αν έχετε την υγιή περιέργεια να μάθετε τι σημαίνει αληθινά κακή ταινία (ή με οποιοδήποτε συνδυασμό των παραπάνω διαθέτετε).

Σάββατο, Μαρτίου 27, 2010

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ ΑΜΕΙΛΙΚΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Μπορεί ο Roman Polanski να έγινε 77 χρονών, αλλά διατηρεί όλη του την έμπνευση και την αφηγηματική δεινότητα. Ο "Αόρατος Συγγραφέας" (Ghost Writer) του 2010 νομίζω ότι είναι μια πρότυπη ταινία που συνδυάζει σασπένς, σφιχτό σενάριο, πολιτική άποψη και συγχρόνως δεν χαρίζεται σε ευκολίες, όπως αυτές των κλασικών φινάλε. Καταλάβατε ότι την ευχαριστήθηκα ιδιαιτέρως.
Ένας παντελώς άσχετος με την πολιτική συγγραφέας προσλαμβάνεται να "ρετουσάρει" την αυτοβιογραφία ενός γοητευτικού (γι' αυτό μάλλον ψηφίστηκε άλλωστε) πρώην βρετανού πρωθυπουργού. Από εκεί και πέρα θα βρίσκει τον εαυτό του όλο και περισσότερο παγιδευμένο σε καταστάσεις όλο και πιο σκοτεινές. Κι εμείς παρακολουθούμε με κομένη την ανάσα την σταδιακή εμπλοκή του χάρη στην άψογη αφήγηση του σκηνοθέτη, που δεν σου επιτρέπει να χαλαρώσεις.
Πέραν όμως από το σασπένς, τις ανατροπές και τα κρυμμένα μυστικά, η γεύση που κυριαρχεί νομίζω είναι αυτή της βρωμιάς της πολιτικής, των πουλημένων εκπροσώπων της και οι κάθε λογής ίντριγγές τους, καθώς και η αίσθηση (την ξέρουμε λίγο - πολύ κι εμείς) ότι οι εκλεγμένοι πολιτικοί δεν είναι παρά μαριονέτες. Άλλες δυνάμεις, πολύ ισχυρότερες, κινούν πίσω απ' αυτούς τα νήματα. Και βέβαια υπάρχουν και οι σαφείς αναφορές στον Μπλερ, που ήταν Εργατικός, και στο παράδοξο ειδύλιό του με τον ηλίθιο και ακροδεξιό Μπους και οι γενικότερες σχέσεις Αμερικής - Βρετανίας, η CIA και άλλα. Δεν είναι όμως, νομίζω, αυτό το θέμα. Η ταινία μπορεί να έχει σαν αφορμή τη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία, αλλά, όπως είπα και πριν, νομίζω ότι επιχειρεί να δείξει την ψευτιά της πολιτικής γενικότερα. Καθώς επίσης και το ότι καλό είναι να μην είσαι τελείως απολιτικός, όπως ο ήρωάς μας, γιατί ό,τι σου έρθει θα σε βρει ανυποψίαστο και απροετοίμαστο... Αλλά σας το έγραψα και στην αρχή: Μη νομίζετε ότι θα δείτε κάτι αμιγώς πολιτικό, με δολοπλοκίες, συμφέροντα και ίντριγγες, που θα σας κουράσει. Όλο το πράγμα είναι δοσμένο σαφώς σαν ένα καλογυρισμένο αστυνομικό - ίσως και λιγάκι νουάρ - που με κράτησε χάρη στο στιλ του και όχι λόγω των καταγγελιών που επιχειρεί.
Πολύ κοντά στα αμερικάνικα πολιτικά θρίλερ της δεκαετίας του 70, που κυριάρχησαν λόγω έντονης πολιτικοποίησης εξ αιτίας του Γουότεργκέιτ και του Βιετνάμ, αλλά με καλύτερη κατά τη γνώμη μου αφήγηση από μερικά απ' αυτά (που ενίοτε σε κουράζουν), με έκανε να ξαναθυμηθώ τον παλιό καλό Πολάνσκι. Και να σκεφτώ ότι τελικά στην εποχή μας η ηλικία ελάχιστο ρόλο παίζει... Να λοιπόν και ένα καλό της!

Παρασκευή, Μαρτίου 26, 2010

Η ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΣΑΝ ΑΧΑΝΗΣ ΦΥΛΑΚΗ


Το 1981 ο John Carpenter, ενώ βρίσκεται στην ακμή της καριέρας του (πώς παρήκμασε τόσο ανεξήγητα μετά το 1985-86;), γυρίζει την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη", μια από τις καλύτερες ταινίες του και μια από τις κορυφαίες και διασκεδαστικότερες περιπέτειες των 80ς (τουλάχιστον). Τόσα χρόνια μετά η ταινία, παρά τις ορισμένες σεναριακές αφέλειες, κατάφερε να με καθηλώσει ξανά.
Μην περιμένετε φυσικά σκεπτόμενο και πολυεπίπεδο σενάριο, βαθιές αναλύσεις και άλλα τέτοια. Η "Απόδραση" είναι εξαιρετική σαν καθαρόαιμη περιπέτεια και τίποτα (σχεδόν) άλλο. Σαν τέτοια επιτελεί άψογα το σκοπό της, που είναι η καθαρή διασκέδαση. Σ' αυτό συντελούν πολλοί παράγοντες: Το ευφάνταστο στόρι και έξυπνη η αρχική ιδέα, το κλιμακούμενο σασπένς με το πολυχρησιμοποιημένο σήμερα εύρημα του χρόνου που μετρά αντίστροφα και ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει σε 24 ώρες, το cult καστ με έναν κι έναν ηθοποιούς, η ατμοσφαιρική μουσική του ίδιου του Κάρπεντερ, η σφιχτή σκηνοθεσία, ο μηδενισμός που διέπει την όλη λογική του...
Στο μέλλον (αν και βρισκόμαστε μόλις στα 1999 κατά το φιλμ) ολόκληρη η πόλη της Ν. Υόρκης έχει μετατραπεί σε μια απέραντη φυλακή. Γύρω υψώνονται αδιαπέραστα τείχη και οι καταδικασμένοι απλώς αφήνονται μέσα σ' αυτήν για όλη τους τη ζωή... κι ό,τι προκύψει. Όταν ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ "ναυαγεί" στην κόλαση αυτή (και φυσικά απάγεται από τους έγκλειστους) ο ήρωας στέλνεται μέσα να τον απελευθερώσει... και για πολλούς πειστικότατους λόγους όλα πρέπει να γίνουν μέσα σε ένα 24ωρο.
Δράση (ένα μέρος μ'αλιστα της οποίας διαδραματίζεται στους αείμνηστους Δίδυμους Πύργους), μαύρο χιούμορ, πειστική παρακμιακή ατμόσφαιρα, χρήση αντιηρώων και όχι ηρώων (ο πρωταγωνιστής είναι και ο ίδιος κατάδικος και κάθαρμα και ό,τι κάνει το κάνει όχι γιατί πιστεύει κάπου, αλλά για να κερδίσει τη δική του ελευθερία... και όχι μόνο) και καλό timing συντελούν στην επιτυχία. Ας προσέξουμε και την κεκαλυμένα πολιτική ματιά του Κάρπεντερ, ο οποίος αρκετές φορές στις ταινίες του, αν και περιπέτειες ή τρόμου κυρίως, έβαζε και κάποιο πολιτικό στοιχείο: Για το αμερικάνικο όνειρο, τι να πούμε: Η ερειπωμένη Ν. Υόρκη ως φυλακή τα λέει όλα. Επί πλέον όμως παρουσιάζει τον ίδιο τον πρόεδρο σαν αχάριστο πολιτικάντη και τίποτα παραπάνω... και γενικά ολόκληρη την Αμερική (που βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία) παρακμασμένη, με την εγκληματικότητα στα ύψη. Κι όσο για το τέλος... αποφασίστε εσείς αν πρόκειται για χάπι εντ ή όχι...
Α, ξέχασα το καστ: Τσακ Ράσελ, Λι Βαν Κλιφ, Έρνεστ Μποργκνάιν, Χάρι Ντιν Στάντον, Αϊζάακ Χέιζ, Αντριέν Μπαρμπό... Αν δεν υπήρχαν και κάποιες σεναριακές αφέλειες (είναι π.χ. δυνατόν να μην είχαν ανοίξει από την πρώτη στιγμή την τσάντα του προέδρου;) τα πράγματα θα ήταν ακόμα καλύτερα.
Η "Απόδραση" θεωρείται (δικαίως κατά τη γνώμη μου) ένα cult φιλμ. Αν διαφωνείτε, αρκεστείτε τουλάχιστον στην έννοια του "χορταστικού", τουλάχιστον για μια καθαρή περιπέτεια με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Και είναι και ανεξάρτητη παραγωγή, παρά το ότι δεν φαίνεται καθόλου.

Πέμπτη, Μαρτίου 25, 2010

ΤΟ "ΓΑΛΑ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ" ΩΣ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ


"Το Γάλα της Θλίψης" (La Teta Asustada, 2009) είναι μια - υποψήφια για ξενόγλωσσο Όσκαρ - περουβιανή ταινία της Claudia Llosa. Γεμάτη συμβολισμούς, αλλά και εικόνες από το σύγχρονο Περού που σπάνια βλέπουμε, ήταν για μένα μια ευπρόσδεκτη έκπληξη.
Το φιλμ αφηγείται την ιστορία της Φαούστα, που γεννήθηκε "πίνοντας το γάλα της θλίψης". Τι σημαίνει αυτό; Σύμφωνα με τους θρύλους, αν το αγέννητο ακόμα μωρό βιώσει, "δει", τη βία που υφίσταται η μητέρα του, θα ζει για πάντα μέσα στο φόβο, θα τον κουβαλά πάντοτε σαν αρώστεια. Έτσι η ηρωίδα όταν από το χωριό φτάνει στη Λίμα φοβάται τα πάντα. Δεν περπατά ποτέ μόνη, δεν κάνει τίποτα στην ουσία και, για να μη βιαστεί όπως η μητέρα της, "προφυλάσσει" τον κόλπο της με μία... πατάτα. Η ταινία παρακολουθεί τη σταδιακή, αργή της πρόοδο προς το ξεπέρασμα του φόβου.
Σε ρεαλιστικό επίπεδο, έχει ενδιαφέρον η καταγραφή των πάμφτωχων συνοικιών της Λίμα (που δεν μοιάζουν καθόλου με τις βραζιλιάνικες φαβέλες, αλλά περισσότερο με τα δικές μας αυθαίρετες παράγκες στο Πέραμα), η καθημερινότητά τους, οι γάμοι και οι γιορτές (στους γάμους θα γελάσετε με το λαϊκό κιτς, τουλάχιστον για τα δικά μας μάτια). Αλλά βέβαια η πρόθεση του φιλμ δεν είναι αυτή. Πρόκειται για μια ποιητική, στα όρια του νοτιοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού, ταινία, και όχι για μια ντοκιμαντερίστικη προσπάθεια. Έτσι τον πρώτο λόγο εδώ έχουν οι αλληγορίες και οι συμβολισμοί.
Υπάρχει κατ' αρχήν η σχέση της λευκής, πλούσιας καλλιτέχνιδας Αϊντα με την ιθαγενή υπηρέτριά της Φαούστα. Η πρώτη είναι δεσποτική, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την προσωπικότητα της υπηρέτριάς της, τη χρειάζεται όμως όχι μόνο για να την υπηρετεί, αλλά και για να την εμπνέει με τα τραγούδια της (να της κλέβει τα τραγούδια θα ήταν σωστότερο να πούμε). Καταλαβαίνουμε αμέσως ότι εδώ έχουμε τη σχέση των λευκών πλούσιων αποικιοκρατών με τους ινδιάνους που ζούσαν εκεί, τους οποίους εκμεταλλεύτηκαν (και εκμεταλλεύονται ακόμα), αλλά ταυτόχρονα τους χρειάζονται κιόλας (και όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο). Από την άλλη έχουμε αναφορές στο ιστορικό παρελθόν της χώρας, με την κτηνωδία που γνώρισε στα πολλά χρόνια εμφύλιου πολέμου και τον τρόμο στον οποίο ζούσαν οι απλοί κάτοικοι, κατάλοιπα του οποίου παραμένουν μέχρι σήμερα. Συγχρόνως έχουμε τη αργή, βασανιστική χειραφέτηση της γυναίκας, της φτωχής ινδιάνας, από το φόβο, τις προκαταλήψεις και τις παλιές πίστεις που βασανίζουν. Έχει λοιπόν πολύ ενδιαφέρον η αντιμετώπιση της παράδοσης από τη Llosa : Από τη μία φορέας εσωτερικού πλούτου, γνησιότητας, απλότητας, μουσικής, ζωής πιο αυθεντικής ίσως από αυτής των λευκών, από τη άλλη - ταυτόχρονα - φορέας προκαταλήψεων, φόβου, ψευδών πίστεων, σκοταδισμού, μοιρολατρείας και απλοϊκότητας. Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα αυτή τη διττή θεώρηση (τουλάχιστον εγώ έτσι την εξέλαβα).
Ταινία για όσους μπορούν να ανεχτούν την απόλυτη απομάκρυνση από το τυπικό αμερικάνικο μοντέλο, για όσους ενδιαφέρονται για το σινεμά περιφερειακών χωρών, μου άρεσε αρκετά, δίχως πάντως να τη θεωρήσω και αριστούργημα (όπως άκουσα να χαρακτηρίζεται από αρκετούς).

Τετάρτη, Μαρτίου 24, 2010

ΟΙ ΚΥΔΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ


Ο Antonio Lopez Garcia, γεννημένος το 1936, είναι ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους ισπανούς ζωγράφους. Ρεαλιστής, αλλά και με ιδιαίτερη ευαισθησία ταυτόχρονα, εμπνέεται από όσα βλέπει γύρω του, από το άμεσο, καθημερινό του περιβάλλον. Έτσι κάποια στιγμή αποφασίζει να ζωγραφίσει τη γεμάτη καρπούς κυδωνιά της μικρής αυλής του εργαστηρίου του. Ο Víctor Erice κινηματογραφεί επί σχεδόν ένα χρόνο την προσπάθειά του και έτσι, το 1992, μας δίνει τον "Ήλιο της Κυδωνιάς" (El sol del membrillo).
Πρόκειται για ένα παράξενο ντοκιμαντέρ. Δεν βλέπουμε τις τεχνικές του ζωγράφου ούτε διάφορα έργα του ή τη σταδιακή ολοκλήρωση ενός έργου. Εδώ έχουμε μια καταγραφή της καθημερινότητάς του στο εργαστήριο, των συναντήσεών του και των συζητήσεων με φίλους, με τους οποίους μοιράζεται αναμνήσεις από τα χρόνια της Σχολής (συχνά με χιούμορ), της αγωνίας του για το έργο που φαίνεται ότι δεν θα προλάβει να τελειώσει καθώς το φως μεταβάλλεται διαρκώς, ο χειμώνας μπαίνει, το δέντρο ξεραίνεται, οι καρποί πέφτουν και γενικά η εικόνα που παρουσιάζει το θέμα της δουλειάς του αλλάζει καθημερινά. Αυτό που κυριαρχεί είναι τόσο η αγωνία της δημιουργίας, όσο και η ανθρώπινη ζεστασιά και η ομορφιά των μικρών, καθημερινών πραγμάτων ή της, σχεδόν τελετουργικής, καθημερινής ρουτίνας.
Έτσι ο θεατής έχει την ευκαιρία να στοχαστεί πάνω σε διάφορα θέματα: Η αγωνία της καλλιτεχνικής δημιουργίας και ο αγώνας για τη σύλληψη της αλήθειας αυτού που βλέπουμε, το αμείλικτο του χρόνου, που δεν νοιάζεται για τις δικές μας αγωνίες, οι διαρκείς αλλαγές της φύσης, που εδώ αντιλαμβανόμαστε πόσο ζωντανή και αεικίνητη είναι ακόμα και σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο, η διαρκής πορεία των πάντων προς τη φθορά... Συγχρόνως ενδιαφέρον έχει και η αντιπαράθεση της ζωγραφικής ως στατικής τέχνης που πασχίζει να αποτυπώσει τη στιγμή, με το σινεμά, πολύ περισσότερο δυναμικό, που είναι σε θέση να καταγράψει ολόκληρη μια διαδικασία.
Ενδιαφέρον, αλλά και δύσκολο, φιλοσοφικό ντοκιμαντέρ, που, ενώ με γοήτευε στην παρακολούθησή του, συγχρόνως με κούραζε με τους αργούς ρυθμούς και την πολύ μεγάλη (133 λεπτά) διάρκειά του. Σίγουρα δεν απευθύνεται σε πολλούς και, εκτός της τροφής για σκέψη που προσφέρει, απαιτεί και την ύπαρξη ενδιαφέροντος για τη ζωγραφική και την τέχνη και την αγωνία της γενικότερα.

Δευτέρα, Μαρτίου 22, 2010

Η ΣΑΡΚΑ, Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΙ Η ΓΚΡΕΤΑ ΓΚΑΡΜΠΟ


Η σουηδέζα Γκρέτα Γκάρμπο είχε γυρίσει από το 1920 μερικές ταινίες στην πατρίδα της και 2-3 στην Αμερική, όπου είχε μετακομίσει. Το 1926 όμως με το "Flesh and the Devil" (Σαρξ και Διάβολος) του Clarence Brown (1890-1987) κάνει την μεγάλη επιτυχία και από τότε γίνεται σούπερ σταρ. Και όντως η παρουσία της είναι καταλυτική στο βουβό αυτό φιλμ.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό ερωτικό δράμα, γεμάτο πάθος, κεραυνοβόλους έρωτες και αιώνιες φιλίες που δοκιμάζονται - αν και στην αρχή τουλάχιστον και σε μεμονωμένες σκηνές διαθλετει και κάποιο χιούμορ. Τόσα, μα τόσο χρόνια μετά, μπορώ να σας πω ότι το είδα με μεγάλο ενδιαφέρον. Η πλοκή - παρά τον ρομαντισμό και τους όρκους - είναι νομίζω ικανή να κρατήσει τον σύγχρονο θεατή και η Γκάρμπο είναι ιδανική στο ρόλο της απόλυτα μοιραίας γυναίκας, που μπορεί να οδηγήσει τους άντρες ακόμα και στο θάνατο. Στη συγκεκριμένη ταινία μάλιστα δεν είναι απλώς μοιραία: Είναι η ενσάρκωση του Κακού. Είναι αυτή που με την μαγνητική γοητεία της παρασύρει τα πάντα στον όλεθρο. Εκεί οδηγεί δυο παιδικούς, αδελφικούς φίλους, που μπροστά της ξεχνάνε τους όρκους αιώνιας φιλίας που οι δυο τους, χρόνια πριν, είχαν δώσει.
Και εδώ είναι που μπορούμε να κατηγορήσουμε την ταινία για μισογυνισμό. Είναι σα να εικονογραφεί την μισογυνική οπτική της Παλαιάς Διαθήκης ("ο Αδάμ ήταν αθώος, η αδύναμη και περίεργη Εύα τον παρέσυρε"). Οι άντρες στο φιλμ είναι ευγενείς, αλτρουιστές, με υψηλό αίσθημα τιμής και θυσιάζουν τα πάντα για τη φιλία τους. Εκείνη είναι που τους παρασύρει με το πάθος και - για τα δεδομένα της εποχής τουλάχιστον - την ακολασία της. Είναι φυσικά μάλλον άστοχο να προβάλλεις σύγχρονες απόψεις και παραδοχές σε ένα προϊόν της δεκαετίας του 20 (υπενθυμίζω ότι, ενώ ψήγματά του υπήρχαν ανέκαθεν, η μεγάλη φεμινιστική επανάσταση γίνεται μόλις στη δεκαετία του 60). Ωστόσο καλό είναι να εντοπίζει κανείς αυτά τα αναπόφευκτα για την εποχή στοιχεία, αν μη τι άλλο για να μη ξεχνιόμαστε. Όπως και τον ισχυρό ρόλο της θρησκείας (που εδώ ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του πάστορα), που δεν θα έστεκε στη σύγχρονη εποχή.
Φυσικά αν το δείτε σήμερα "απροετοίμαστοι" και δίχως να γνωρίζετε τις συμβάσεις του σινεμά της εποχής, μπορεί να βρείτε αφελή μερικά σημεία του. Οι ηθοποιίες είναι υπερβολικές, όπως πάντα σχεδόν στην εποχή του βωβού, αρκετά από τα εξωτερικά σκηνικά (όπως το "Νησί της Φιλίας") εμφανώς ζωγραφισμένα, τα ερωτικά ήθη της εποχής διαφορετικά απ΄ τα δικά μας (αν και αρκετά τολμηρά για τότε). Νομίζω όμως ότι το δραματικό στοιχείο είναι τόσο έντονο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο θεατή να χαμογελάσει, όπως συχνά συμβαίνει σε τόσο παλιά φιλμ. Ενώ, αντίθετα, του επιτρέπει να κατανοήσει γιατί η Γκάρμπο θεωρήθηκε η μεγαλύτερη ίσως σταρ του παγκόσμιου σινεμά. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να προσπαθήσει να το δει κανείς - αν και εγώ, σας το είπα από την αρχή, δεν χρειάστηκε να καταβάλω καμιά προσπάθεια, αφού, παρά τις κάποιες αναπόφευκτες αφέλειες και τον σχετικό στόμφο του, δεν ένοιωσα ούτε στιγμή να πλήτω!

Κυριακή, Μαρτίου 21, 2010

ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ... ΛΕΤΕΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ


Ίσως να "φταίει" η παράδοση του μεγάλου Λουί Μπουνουέλ, αλλά φαίνεται ότι οι Ισπανοί έχουν μια ιδιαίτερη αγάπη στο μαύρο χιούμορ. Σ' αυτή την παράδοση λοιπόν κινείται και το "Λέτειο Έγκλημα" (Crimen Ferpecto, αναγραμματισμός, όπως καταλάβατε, της λέξης Τέλειο) του 2004. Ο Álex de la Iglesia είναι από τους ενδιαφέροντες σύγχρονους Ισπανούς σκηνοθέτες, ωστόσο βρήκα το συγκεκριμένο φιλμ κάπως χοντροκομμένο.
Πρόκειται για μια κατάμαυρη κωμωδία, όπου ένας πετυχημένος, γυναικάς και σούπερ κομψός τύπος πέφτει - μετά από ένα έγκλημα που διαπράττει κατά λαάθος - στα νύχια μιας πολύ άσχημης γυναίκας, που τον παντρεύεται εκβιαστικά και μετατρέπει την μέχρι τότε τέλεια ζωή του σε αληθινό εφιάλτη. Η ταινία και πλάκα έχει και μερικές καλές και έξυπνες σκηνές διαθέτει και γενικά παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Συνολικά όμως νομίζω ότι ήταν τραβηγμένη και ίσως σε ορισμένα σημεία να μου προκάλεσε και κάποια ενόχληση. Ίσως να φταίει αυτός ο υπερτονισμός της ασχήμιας που μου φάνηκε κάπου να αγγίζει τα όρια του ρατσισμού. Η σατανική πρωταγωνίστρια, εκτός από άσχημη, είναι και πολύ, μα πολύ κακιά, και βαρετή και κτητική και κακόγουστη και ό,τι άλλο κακό μπορεί κανείς να φανταστεί και έχει και μια εφιαλτική οικογένεια, τάλε κουάλε με την ίδια. Ίσως αυτό το στοιχείο του "όλα τα κακά μαζί" να με ενόχλησε κάπως.
Από την άλλη έχουμε σαφώς μια σάτιρα και μια ανατροπή του μοντέλου του απόλυτα επιτυχημένου άντρα - γοητευτικού, σούπερ γυναικά (και σκασίλα του για το τι νοιώθουν οι γυναίκες), πετυχημένου επαγγελματία, κομψού κλπ. κλπ., όπως ακριβώς τον ονειρεύεται το σύγχρονο life style. Κι αυτή ακριβώς την "τέλεια" εικόνα τσαλακώνει ο de la Iglesia. Από αυτή τη σκοπιά μπορούμε να μιλάμε για την εκδίκηση του άσχημου, του μπανάλ, της καθόλου κομψής καθημερινότητας. Οπότε καταλαβαίνω τι ήθελε να κάνει ο σκηνοθέτης, απλώς δεν μου πολυάρεσε το αποτέλεσμα.
Πάντως, το ξαναλέω, πολλοί θα βρουν την ταινία διασκεδαστική. Προειδοποιώ πάντως (εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα μ' αυτό) ότι είναι βουτηγμένη στο κατάμαυρο χιούμορ: Φόνοι, αίμα, νεκροί που εμφανίζονται σε όχι και πολύ ευχάριστη κατάσταση, εγκληματικές συνωμοσίες - μια ατμόσφαιρα γενικά που θυμίζει τον "Πόλεμο των Ρόουζ". ΟΚ, συνολικά μάλλον διασκεδαστικό ήταν.

Παρασκευή, Μαρτίου 19, 2010

"ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ" ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΚΟΜΕΝΤΙ ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


Ο Rene Clair (1898-1981) υπήρξε στα πρώτα χρόνια της καριέρας του ένας από τους μεγάλους σουρεαλιστές σκηνοθέτες. Αργότερα έκανε πολύ περισσότερο συμβατικές ταινίες, πάντοτε όμως, από τα πρώτα χρόνια, είχε μια αγάπη για το ανάλαφρο, το κωμικό, το δροσερό.
Το "Les grandes manoeuvres" (Οι μεγάλες ασκήσεις) του 1955 είναι μια αισθηματική κομεντί εποχής. Διαδραματίζεται κάπου στον 19ο αιώνα σε μια επαρχιακή γαλλική πόλη και οι βασικοί ήρωες είναι αξιωματικοί του στρατού (δραγόνοι)... και οι γυναίκες τις οποίες φλερτάρουν. Ουσιαστικά ο Κλερ μεταφέρει τον αισώπειο μύθο του ψεύτη βοσκού, που όταν έφτασε η κρίσιμη ώρα δεν τον πίστευε κανείς, στο αισθηματικό πεδίο. Και από εκεί και πέρα... κομψοί, αριστοκρατικοί αξιωματικοί, ωραίες κυρίες με μακριά όλο φρου φρου φουστάνια, που λειώνουν για τη στολή, περίτεχνα φλερτ, καλοί τρόποι, μεγάλες χοροεσπερίδες, μονομαχίες επειδή κάποιος πρόσβαλλε την τιμή του άλλου... καταλαβαίνετε.
Ο Κλερ είναι κι εδώ ανάλαφρος, κομψός, με χιούμορ και ρομαντισμό... αλλά όλα αυτά είναι πολύ μακριά από εμάς, είναι πολύ άλλης εποχής, η οποία έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η εικόνα του αριστοκρατικού, πνευματώδους αξιωματικού είναι τόσο ξένη, όταν έχουμε στο μυαλό μας σύγχρονους ανεκδιήγητους καραβανάδες, που καταντά γελοία. Όλοι αυτοί οι πολύπλοκοι κανόνες του σαβουάρ βιβρ, οι μπαρόκ αίθουσες και τα μεταξωτά φουστάνια, μάλλον πλήξη φοβάμαι ότι προκαλούν σήμερα. Οι παρεξηγήσεις, οι όρκοι για αιώνιους έρωτες, τα αισθηματικά παιχνίδια και σκαμπανεβάσματα, αν μεταφέρονταν σε μια σύγχρονη κομεντί μάλλον ξενέρωτα σχόλια θα προκαλούσαν. Ωστόσο, κι επειδή πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, το τέλος δεν είναι καθόλου αυτό που περιμένετε μετά απ' όσα σας είπα - κι αυτό που θα ήταν μαθηματικά βέβαιο σε ένα ανάλογο σύγχρονο φιλμ. Ίσως εκεί, και στον όλο κομψό και ανάλαφρο τρόπο κατασκευής της ταινίας, να κρύβονται οι αρετές ενός μεγάλου σκηνοθέτη, του οποίου, έστω, οι καλύτερες μέρες έχουν παρέλθει.
Αντιλαμβάνεστε ότι πρόκειται για ταινία που, παρά το χιούμορ και το ρομαντισμό της, μάλλον δύσκολα θα έβλεπε ένας σημερινός θεατής. Πριν την ξεχάσετε όμως, θυμηθείτε κι αυτό: Στις "Grandes manoeuvres" κάνει μια από τις πρώτες της εμφανίσεις μια νεαρότατη Μπριζίτ Μπαρντό σε δεύτερο αλλά σημαντικό ρόλο. Όσοι είστε φανς λοιπόν...

Πέμπτη, Μαρτίου 18, 2010

ΤΟ "HURT LOCKER" ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΑΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΟ


Γενικά συμπαθώ την Kathryn Bigelow. Έχει γυρίσει μερικές καλές περιπέτειες και τη θεωρώ καλή σκηνοθέτη. Σκηνοθετικά παραμένει νομίζω πολύ καλή και στο πολυβραβευμένο "Hurt Locker" του 2009, αλλά μέχρι εκεί. Και αν δεν υπήρχαν η σκηνοθετικές της ικανότητες, θα είχα βαρεθεί στα 10 πρώτα λεπτά και όχι στη μισή ώρα στην οποία βαρέθηκα τελικά.
Φυσικά πρόκειται για πολεμική περιπέτεια, γεμάτη αδρεναλίνη, με αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ. Πρωταγωνιστές μια ομάδα που εκτελεί το εξαιρετικά επικίνδυνο έργο της εξουδετέρωσης παγιδευμένων βομβών, που μπορεί κάλλιστα να πυροδοτηθούν από απόσταση την ώρα ακριβώς που κάποιοι προσπαθούν να τις εξουδετερώσουν. Οπότε, όπως αντιλαμβάνεστε, το σασπένς είναι εξασφαλισμένο. Η ταινία ξεκινά με το μότο "Ο πόλεμος είναι ναρκωτικό", δηλαδή κάποιοι άνθρωποι εθίζονται σ' αυτόν - ή μάλλον στην αδρεναλίνη που εκλύεται διαρκώς. Έτσι τελικά το φιλμ περισσότερο από το να είναι πολεμικό ή αντιπολεμικό, ασχολείται με την περίπτωση ενός τέτοιου, εθισμένου, μεμονωμένου ατόμου. Δεν θα τον αποκαλούσες ακριβώς στρατόκαυλο, αφού η πειθαρχία και η απραξία σε μια μονάδα εν καιρώ ειρήνης μάλλον θα ήταν ακριβώς το ίδιο πληκτική γι' αυτόν όσο και η οικογενειακή ζωή. Αυτό που του χρειάζεται είναι ο διαρκής κίνδυνος, το ρίσκο. Τώρα γιατί εμείς πρέπει να συμπαθήσουμε αυτόν τον τύπο ("ήρωα" σύμφωνα με τα πολεμικά του κατορθώματα, κι ας βάζει συχνά σε κίνδυνο τους άντρες του με τις παράτολμες ενέργειές του), αυτό είναι κάτι που δεν κατάλαβα.
Όπως δεν κατάλαβα και αν ακριβώς μια ταινία σαν αυτή, που αναμφισβήτητα δείχνει ωμά και ρεαλιστικά την καθημερινότητα και τη βρωμιά του πολέμου, αλλά και σειρά ηρωικών κατορθωμάτων, πρέπει να θεωρηθεί πολεμική ή αντιπολεμική. Μάλλον προς το πρώτο φοβάμαι ότι τείνω, οπότε παύει και να μ' ενδιαφέρει. Πολύ περισσότερο που, όπως έγραψα στην αρχή, παρά τη σκηνοθετική της βιρτουοζιτέ, τους γρήγορους ρυθμούς, το κοφτό μοντάζ και τη "βρώμικη" ματιά στον πόλεμο, κατάφερε να με κάνει να βαρεθώ με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των διαρκών εξόδων της μονάδας για εξουδετέρωση βομβών. Όσο για τις λίγες "οικογενειακές" στιγμές στο στρατώνα, εκτός μάχης δηλαδή, μάλλον απέχθεια μου προκάλεσαν ένα μάτσο "μάτσο" κάγκουροι που κάνουν μαλακίες (έστω και δικαιολογημένα κάτω από τις δεδομένες συνθήκες ψυχολογικής πίεσης).
Και βέβαια, τελειώνοντας, δεν θα μπορούσα να μην εξοργιστώ με την παντελή έλλειψη αναφοράς στο δίκαιο ή μη του συγκεκριμένου πολέμου, ενός από τους πιο απαράδεκτους και βρώμικους της εποχής μας. Το Ιράκ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο Β' Παγκόσμιος ή όποιος άλλος πόλεμος, αφού την Bigelow σαφώς ενδιαφέρει η πολεμική καθημερινότητα και όχι το γενικότερο περιβάλλον. Ναι, αλλά αυτοί οι συμπαθείς τύποι που σκοτώνονονται, ιδρώνουν, αγωνιούν και υποφέρουν καθημερινά είναι επαγγελματίες στρατιώτες (διάλεξαν δηλαδή οι ίδιοι τη δουλειά τους) και είναι και οι "κακοί", οι επιτιθέμενοι, αφού βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου και έχουν αιματοκυλήσει και κυριολεκτικά διαλύσει μια ολόκληρη χώρα, προκαλώντας έναν εμφύλιο που ακόμα σοβεί. Και καλούμαι εγώ να συμπάσχω με τη καθημερινή φρίκη και τα δεινά τους; Κάθε άλλο. Ας πρόσεχαν!

Τετάρτη, Μαρτίου 17, 2010

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΚΑΙ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ "ΔΙΨΑ"


Ο φοβερός κορεάτης Chan-wook Park ξαναχτυπά! Αυτή τη φορά με τη "Δίψα" (2009), έναν μύθο για σύγχρονους βρικόλακες, με πολλές πολλές ιδιαιτερότητες όμως. Γιατί όταν ο Park κάνει μια βαμπιρική ταινία, σίγουρα δεν είναι σαν αυτές που ξέρετε και έχετε συνηθίσει...
Η ταινία διαθέτει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Ο Παρκ ανακατεύει το θέμα του ερωτικού πάθους και των σχέσεων αγάπης - μίσους του ζευγαριού, τη θρησκεία, την πίστη και την απώλειά της, τη σύγκρουση ανάμεσα στις επιθυμίες της σάρκας και την αγνότητα του πνεύματος, το μοτίβο "έγκλημα και τιμωρία" με τις τύψεις να επανέρχονται, τη φρίκη και τους πίδακες αίματος με έναν τρυφερό, συγκινητικό σε κάποια σημεία, ρομαντισμό. Κι ίσως και πολλά άλλα στοιχεία ακόμα, που καλείται κάθε θεατής να ανακαλύψει.
Και μόνο η ιδέα ενός χριστιανού παπά, ορκισμένου να μείνει αγνός, να κάνει το καλό και να υποφέρει για τους άλλους, που γίνεται, μετά από μόλυνση του αίματος, βρικόλακας με ακόρεστη δίψα για αίμα, αρκεί για να μας ιντριγκάρει. Εδώ αντιπαρατίθενται ο αφύσικος χριστιανικός (προτεσταντικός κυρίως) μαζοχισμός, με την προσκόλλησή του (παθολογική κατά τη γνώμη μου) στον ασκητισμό, τις στερήσεις και την απέχθειά του προς κάθε υλική απόλαυση, με τις ανεξέλεγκτες επιθυμίες της σάρκας. Ίσως ο βαμπιρισμός του ήρωα να είναι μια αλληγορία για την επανάσταση της τελευταίας μετά από τόση καταπίεση και για τις ακραίες καταστάσεις που αυτή μπορεί να οδηγήσει. Και ίσως, τελικά, αυτό που μας λέει είναι ότι όταν η "αγνότητα" (βλέπε μαζοχισμός) ξεπερνούν τα όρια, η άλλη όψη, το πάθος και η δίψα για απόλαυση, θα είναι κι αυτά ανεξέλεγκτα, ακραία και θα προκαλούν κακό.
Ενδιαφέρον έχουν και οι σχέσεις του ζευγαριού, με τους ρόλους και τα συναισθήματα να αλλάζουν διαρκώς, περνώντας από το τυφλό πάθος και τον έρωτα στην απέχθεια και το μίσος - και πάλι απ' την αρχή. Και βέβαια, τόσο το ζευγάρι όσο και οι άλλοι χαρακτήρες, δεν είναι μονοδιάστατοι: Η μητέρα είναι θύμα, αλλά δεν υπήρξε καθόλου αθώα όταν στο παρελθόν καταπίεζε τη νύφη της. Ο γιος είναι αντιπαθητικός και ηλίθιος, αλλά και αθώος σε κάποια θέματα. Γενικά η πλοκή και οι χαρακτήρες ακολουθούν απρόβλεπτες πορείες, με πολλές σεναριακές στροφές και μια πολυπλοκότητα που είναι χαρακτηριστική στις ταινίες της Άπω Ανατολής και στον ίδιο τον Παρκ.
Ο βαμπιρικός μύθος εκσυγχρονίζεται πλήρως στο φιλμ, καταγράφεται "ρεαλιστικά": Οι ήρωες αναζητούν αίμα σε νοσοκομεία, μιλάνε για Ίντερνετ, οδηγούν αυτοκίνητα, ζουν σε συνηθισμένα σπίτια. Αλλά σας προειδοποιώ: Πολλές σκηνές είναι ωμές, μερικές φορές ακόμα και απωθητικές, στα όρια της αηδίας. Ταυτόχρονα υποβόσκει και μια αδιόρατη ειρωνεία, ένα κατάμαυρο χιούμορ - δυσδιάκριτο πρέπει να πω. Κι όλα αυτά, όπως είπαμε και στην αρχή, μπλέκουν με άγριες ερωτικές σκηνές, αλλά και άλλες, τρυφερές και βαθιά ρομαντικές, καταλήγοντας στο εξαιρετικό φινάλε, που προσωπικά το θεωρώ κομάτι ανθολογίας.
Η σκοτεινή και δυσβάστακτη σε κάποια σημεία "Δίψα" μπορεί να σας απωθήσει ή να σας ενθουσιάσει. Πιστεύω όμως ότι η δύναμη του Chan-wook Park είναι τόση, που σίγουρα θα σας μείνει αξέχαστη.

Τρίτη, Μαρτίου 16, 2010

ΕΝΑΣ ΠΕΡΑΚΗΣ ΠΟΥ ΞΑΦΝΙΑΖΕΙ


Το "Art Therapy" (2010) του Νίκου Περάκη δεν μοιάζει με τον Περάκη που ξέρουμε (ή, τέλος πάντων, μοιάζει, αλλά πολύ λίγο). Γιατί ξαφνικά ο άνθρωπος που έχει κάνει μερικές από τις πιο πετυχημένες (εμπορικά τουλάχιστον) κωμωδίες του "νέου ελληνικού σινεμά" βουτά στο ντοκιμαντέρ - ή στο περίπου ντοκιμαντέρ ή στο ψευδοντοκιμαντέρ αν προτιμάτε.
Η ταινία είναι περίεργη σαν φόρμα και για τα διεθνή δεδομένα νομίζω. Από τη μία ο σκηνοθέτης παρακολουθεί την αληθινή καθημερινότητα κάμποσων νέων καλλιτεχνών ή επίδοξων καλλιτεχνών από διαφορετικούς χώρους: Ηθοποιούς του Εθνικού, τραγουδιστές σε ροκ γκρουπ, εικαστικούς και γκραφιτάδες, σκηνοθέτες, στιχουργούς κ.ά. Δείχνει τις ασχολίες τους, τον σπιντάτο τρόπο ζωής τους - συνήθως δεν έχουν χρόνο για τίποτα άλλο - τις σπουδές τους ή τις επαγγελματικές ή ημιεπαγγελματικές καθημερινές τους ενασχολήσεις. Οι νέοι και νέες παίζουν τον εαυτό τους: Είναι όντως καλλιτέχνες, ο καθένας στο χώρο του και κάμποσες σκηνές είναι αληθινές, από πρόβες ή από στιγμές δημιουργίας έργων. Στην όλη φάση εμπλέκει μερικά αληθινά αθηναϊκά events, όπως το Synch Festival, η κατασκευή ενός φιλμ εντός 48ώρου, οι πρόβες των νέων ηθοποιών του Εθνικού με τον Λιγνάδη κ.ά.
Από την άλλη, όλα αυτά τα σκόρπια στοιχεία - με άξονα πάντα τη νεανική δημιουργικότητα - δένουν ελαφρά με μια υποτυπώδη πλοκή (fiction φυσικά), μερικές μικρές ιστορίες αναδύονται ανάμεσα στα πρόσωπα, κάποιες συναντήσεις, κάποιες παρεξηγήσεις (η μία με μπάτσους και τρομοκρατία) και διάφορα άλλα, που όμως είναι αποσπασματικά, σαν μωσαϊκό ή παζλ. Δεν αποτελούν μια ενιαία ιστορία - εκτός του ότι όλοι μπλέκονται τελικά στο "48ωρο φιλμ".
Η ταινία με άφησε μάλλον αμήχανο. Δέχομαι ότι διαθέτει δροσιά και φρεσκάδα, ότι μοιάζει να πιάνει τον σφυγμό των νέων και κυρίως την αγωνία τους για δημιουργία, για προσωπική έκφραση, για καλλιτεχνική παραγωγή (και διασημότητα, αν θέλετε, σε ορισμένες περιπτώσεις). Τα σχετικά κομάτια είναι γυρισμένα με γρήγορους, κοφτούς ρυθμούς και βέβαια το παιχνίδι γίνεται διασκεδαστικότερο όταν τυχαίνει να ξέρεις πρόσωπα και πράγματα ή αν έχεις παρακολουθήσει τα αληθινά events στα οποία αναφέρεται. Το fiction μέρος πάλι θυμίζει αναπόφευκτα Περάκη, με το χιούμορ, αλλά και την επικαιρικότητα που τον διακρίνει, παραμένει πάντως, εκ των πραγμάτων και λόγω περιορισμένης διάρκειας, λίγο και υποτυπώδες.
Δεν ξέρω τι θα αποκομίσει ένας άσχετος θεατής, που δεν γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις. Προσωπικά το είδα ευχάριστα, διασκέδασα με τις εμφανίσεις κάποιων γνωστών μου, αλλά μέχρις εκεί. Δύσκολα μπορώ να προσθέσω κάτι άλλο. Πάντως θαυμάζω και σέβομαι την τόλμη του σκηνοθέτη όχι μόνο να σκύψει πάνω από τις προσωπικότητες και τις "φάσεις" τόσο νέων ανθρώπων και να αφουγκραστεί το σφυγμό και τις ανησυχίες τους, αλλά και να κάνει κάτι τόσο τολμηρό, όσο αυτή η ταινία - υβρίδιο, που δεν μοιάζει σχεδόν με τίποτα άλλο.

Κυριακή, Μαρτίου 14, 2010

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ ΣΤΟΝ ΠΡΙΓΚΗΠΑ ΑΧΜΕΝΤ


Η γερμανίδα Lotte Reiniger (1899-1981), δημιουργός κινουμένων σχεδίων, γυρίζει τις "Περιπέτειες του Πρίγκηπα Αχμέντ" (Die Abenteuer des Prinzen Achmed) το 1926. Νομίζω ότι η μαγεία του εγχειρήματός της γοητεύει μέχρι σήμερα τον θεατή.
Το φιλμ είναι γυρισμένο με μια σπάνια τεχνική του animation, που είναι ουσιαστικά το θέατρο σκιών (όπως ο Καραγκιόζης ή τα ινδονησιακά αντίστοιχα έργα) μεταφερμένα στο σινεμά - αν και εδώ η επιροή είναι σαφώς μεγαλύτερη από τις λεπτεπίλεπτες ινδονησιακές φιγούρες. Αυτές οι φιγούρες λοιπόν είναι μαύρες και κομμένες γύρω - γύρω (ξακρισμένες θα λέγαμε σήμερα), και κινούνται μπροστά από τα φόντα, που στην ταινία αλλάζουν χρώματα ανάλογα με το περιβάλλον της εκάστοτε σκηνής, άλλοτε μπλε, άλλοτε πράσινα, πορτοκαλιά ή ροζ, πάντοτε όμως παραμένουν μονόχρωμα. Τα σκηνικά (βουνά, φυτά, σπίτια ή παλάτια κλπ.) είναι κι αυτά μαύρα, ενίοτε όμως παίζουν σε αποχρώσεις του χρώματος του φόντου. Όλα αυτά δημιουργούν μια έντονη μαγεία και, εμένα τουλάχιστον, εξακολουθούν να με γοητεύουν με τον παλιομοδίτικο τρόπο τους. Και, φυσικά, είναι έντονη η αίσθηση του χειροποίητου, ενός εκπληκτικού και απίστευτα κοπιαστικού χειροποίητου, σε μια εποχή που δεν υπήρχε καμιά ηλεκτρονική ή άλλη βοήθεια.
Η ιστορία είναι παρμένη από τις "Χίλιες και Μία Νύχτες" και μπλέκει τις περιπέτειες του πρίγκηπα Αχμέντ και της αγαπημένης του μ' αυτές του Αλαντίν με το μαγικό του λυχνάρι. Έτσι χαλίφηδες, καλοί και κακοί μάγοι και μάγισες, παλάτια που χτίζονται και εξαφανίζονται σε μια νύχτα, δαίμονες και άλλα τέρατα, βουνά που ανοιγοκλείνουν, παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας επιτείνοντας το όλο μαγικό κλίμα.
Νομίζω ότι η ποίηση που αποπνέει η ταινία είναι αξεπέραστη. Φυσικά και υπάρχουν αφέλειες στην ιστορία και στην κατασκευή, αλλά μόνο ο όγκος δουλειάς που απαιτήθηκε για τα 60τόσα λεπτά του φιλμ προκαλεί δέος για τα σημερινά δεδομένα. Και, στο κάτω - κάτω, ας έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας ότι βρισκόμαστε στα 1926, οπότε οποιαδήποτε σύγκριση με σύγχρονα, βοηθούμενα από την τεχνολογία, επιτεύγματα, είναι επιεικώς άτοπη.
Αφεθείτε λοιπόν στη μαγεία και την ποίηση χρωμάτων και κινήσεων και απολαύστε μια από τις κλασικές στιγμές του παγκόσμιου animation. Δεν θα μετανοιώσετε.

Σάββατο, Μαρτίου 13, 2010

ΟΙ ΚΛΩΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ


To "The Clone Returns Home" (2008) είναι μια γιαπωνέζικη ταινία επιστημονικής φαντασίας του Kanji Nakajima, που, φυσικά, ασχολείται με κλώνους. Μην περιμένετε όμως εφφέ, δράση ή θεαματικές σκηνές στο διάστημα. Τίποτα τέτοιο. Το φιλμ έχει αργούς ρυθμούς, είναι ποιητικό και φιλοσοφικό. Γενικά βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο σινεμά του Ταρκόφσκι - και διαθέτει και ανάλογο προβληματισμό - παρά σε κάποιο έπος επιστημονικής φαντασίας.
Ένας αστροναύτης που πεθαίνει σε ατύχημα στο διάστημα κλωνοποιείται, σύμφωνα με συμβόλαιο που είχε υπογράψει πριν φύγει. Τα πράγματα όμως δεν πάνε τόσο καλά όσο όλοι θα ήθελαν. Ο κλώνος φέρει τις τραυματικές αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας του πρωτότυπου. Ο δεύτερος κλώνος που θα δημιουργηθεί θα δει τον προβληματικό πρώτο σαν υποκατάστατο του δίδυμου αδελφού που κάποτε έχασε.
Ποιητικό φιλμ, με όμορφες, αργόσυρτες σκηνές, που στοχάζεται σε θέματα όπως οι τραυματικές παιδικές εμπειρίες, το αίνιγμα της μνήμης, η επίδραση των αναμνήσεων στη ζωή του ανθρώπου, οι ενοχές που μας ακολουθούν παντού, αλλά και σε πιο μεταφυσικά θέματα, όπως η ψυχή και η σχέση της με το σώμα που εγκαταλείπει. Ίσως πάλι το ερώτημα που κυριαρχεί - αν και δεν διατυπώνεται καθαρά - να είναι: Ποιο είναι το τίμημα της αθανασίας (ή "αθανασίας"); Συμβολικές και αλληγορικές εικόνες, ενίοτε πολύ όμορφες, όπως αυτή με τις διάφορες εκδοχές του ήρωα να περπατά στα χωράφια φορτωμένος με την άλλοτε γεμάτη κι άλλοτε άδεια αστροναυτική στολή του, γεμίζουν την ταινία, κάνοντας την να ξεχωρίζει σαφώς από αμερικάνικες εκδοχές. Και μάλιστα εικόνες όπου κυριαρχεί το στοιχείο της φύσης, παρά το ότι βρισκόμαστε σε φιλμ επιστημονικής φαντασίας.
Δεν συνίσταται σε φίλους του σινεμά δράσης ή της τυπικής αμερικάνικης επιστημονικής φαντασίας. Σας είπα από την αρχή ότι βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά στο ταρκοφσκικό σινεμά. Όσοι δεν αντέχουν τους αργούς, επαναλαμβανόμενους ρυθμούς, ας μείνουν μακριά. Οι υπόλοιποι θα απολαύσουν νομίζω μια ποιητική, πρωτότυπη, όμορφη εικαστικά και σαφώς σκεπτόμενη ταινία.

Παρασκευή, Μαρτίου 12, 2010

ΑΝ ΕΜΠΛΑΚΕΙΣ ΣΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΘΥΜΑΤΑΙ


Το "Unremembered" (2009) είναι η πρώτη ταινία του Greg Kerr και θα σας πω από την πρώτη στιγμή το παράδοξο μ' αυτή: Μου άρεσε, ενώ δεν κατάλαβα ακριβώς τι - ή μάλλον πώς - συνέβαιναν όσα συνέβαιναν.
Πρόκειται για μια ακόμα ταινία που ασχολείται με τα χρονικά παράδοξα. Ο ήρωας μπαίνει κάθε φορά σε ένα διαφορετικό παράλληλο σύμπαν, όπου όσα του συμβαίνουν τη στιγμή έκείνη, αλλά κυρίως το ίδιο του το παρελθόν, είναι διαφορετικά. Οι σχέσεις με τους οικείους του είναι λοιπόν από διαφορετικές έως ανύπαρκτες, ενώ οι καταστάσεις που έχει να αντιμετωπίσει ποικίλουν. Πάνω απ' όλα πάντως να θυμάστε: Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, κινείται σε κύματα...
Ομολόγησα στην αρχή ότι δεν το κατάλαβα και πολύ, επειδή αυτή τη φορά τα χρονικά παράδοξα είναι εξαιρετικά πολύπλοκα και πολλά. Υπάρχουν και πολλοί, πολλοί διάλογοι (μην τρομάξετε, δεν μιλάνε με επιστημονικές ορολογίες, αλλά πάντως μιλάνε πολύ) και πρέπει ο θεατής να παρακολουθεί με ένταση γιατί οι πληροφορίες είναι πυκνές. Σας είπα όμως ότι, παρ' όλα αυτά, μου άρεσε, γιατί κατάφερε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή να με κρατήσει σε αγωνία, όχι μόνο γιατί προσπαθούσα να καταλάβω τι συμβαίνει, αλλά και γιατί συμμεριζόμουν το δράμα του ήρωα. Παράλληλα με τις μετατοπίσεις στο χρόνο άλλωστε, κινείται και ένα σχεδόν αστυνομικό μυστήριο, και μάλιστα αρκετά σκοτεινό, ενώ η υπαρξιακή αγωνία του πρωταγωνιστή, που κάθε φορά νοιώθει άθελά του τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του, είναι συγκινητική και δίνει στο όλο φιλμ μια μελαγχολική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται προς το τέλος.
Ενδιαφέρον έχει και το ότι η ταινία βρίθει από αναφορές στην ελληνική μυθολογία και τραγωδία, με ονόματα όπως Ούτις, Πηνελόπη, Άργος (ο σκύλος φυσικά) και πολλά άλλα. Συγχρόνως είναι και μια απόλυτα low budget ταινία, με ανύπαρκτα εφφέ. Όπως και το "Cryptic", βασίζεται κυρίως στο σενάριο. Μόνο που εδώ έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη παραγωγή, ένα πολυπρόσωπο καστ, μια πιο ενδιαφέρουσα σκηνοθετική ματιά.
Να λοιπόν που οι ταινίες πολύ χαμηλού προϋπολογισμού μοιάζουν να παίρνουν τη ρεβάνς - εννοώ ταινίες φαντασίας, γιατί ρεαλιστικές τέτοιες υπήρχαν από πάντα πολλές. Το έχω ξαναπεί: Αυτό που πρώτα - πρώτα χρειάζεται είναι ιδέες. Τα υπόλοιπα θα έρθουν αργά ή γρήγορα.

Πέμπτη, Μαρτίου 11, 2010

Η ΑΛΙΚΗ ΩΣ ΑΙΩΝΙΟ ΤΡΙΠ


Φυσικά και είναι η πιο ταιριαστή επιλογή να σκηνοθετήσει εν έτει 2010 την κλασική "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" ο μεγαλύτερος μάλλον παραμυθάς της εποχής μας, ο Tim Burton. Και το αποτέλεσμα είναι τόσο θεαματικό όσο περιμέναμε. Ο Burton δίνει μια σειρά από τριπαριστές εικόνες και ενοποιεί τις δύο Αλίκες ("...στη Χώρα των Θαυμάτων" και "Μέσα από τον Καθρέφτη...) σε μία ιστορία, μεταφέροντάς την μάλιστα κάμποσα χρόνια μετά, ώστε να δικαιολογήσει μια 20χρονη περίπου Αλίκη και όχι το μικρό κοριτσάκι που ξέρουμε από το κλασικό βιβλίο.
Οι σεναριακές αλλαγές και "ελευθερίες" πάντως δεν με ενόχλησαν. Ήταν ίσως δικαιολογημένες, αφού στην ουσία τα πρωτότυπα δύο βιβλία δεν έχουν αυτό που λέμε "αρχή, μέση και τέλος", αλλά αποτελούνται από μια σειρά από σουρεαλιστικά, παράλογα επεισόδια. Οπότε κανένα πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, από τις σεναριακές αλλαγές. Ωστόσο, ενώ παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον, βούτηξα αρκετά στην οπτική του μαγεία και δεν μπορώ να πω ότι κουράστηκα, στο τέλος έμεινα με ένα είδος ανικανοποίητου ή, αν θέλετε, κάποιου μπουχτίσματος. Και σκέφτηκα ότι αυτή εδώ η Αλίκη δεν είναι μια από τις καλύτερες δουλειές του Μπάρτον, ενός δημιουργού του οποίου μου αρέσουν πολύ οι περισσότερες ταινίες.
Το κακό είναι ότι δεν μπορώ να εντοπίσω τι ακριβώς φταίει. Ίσως, τελικά, υπεύθυνη να είναι η Disney, γνωστή ξενέρωτη εταιρία, για την οποία δούλεψε αυτή τη φορά ο Μπάρτον. Ίσως λοιπόν αυτό που έλειπε να είναι το γνωστό σκοτεινό στοιχείο, που υπάρχει σε όλες σχεδόν τις δουλειές του, όσο θεαματικές και παραμυθένιες και νά' ναι. Ίσως αυτή τη φορά να είχε διαρκώς στο μυαλό του ότι πρέπει να ικανοποιήσει και παιδιά, στα οποία πρωτίστως απευθύνονται οι παραγωγές της εταιρίας. Ίσως όμως, τώρα πλέον που στο σινεμά όλα (κυριολεκτικά) γίνονται, να έχουμε κουραστεί από το overdose υπερθέαμα και να ψάχνουμε πια για κάτι ουσιαστικότερο. Από αυτή την άποψη, πιθανόν να ήταν άστοχη η επιλογή μιας ελάχιστα σκοτεινής Αλίκης, που κυρίως στοχεύει στο θέαμα, σε μια εποχή βομβαρδισμού από νέες τεχνολογίες και εικόνες που σε κάνουν να αναφωνείς κάθε τρεις και λίγο "μα αυτό δεν γίνεται!"
Δεν σας αποτρέπω να δείτε την ταινία. Και μπαρτονική είναι σε αρκετά σημεία στην εικόνα της, και ευχάριστα την είδα και έχει κάποιο νόημα όσον αφορά τη σταδιακή συνειδητοποίηση της Αλίκης, την αποδοχή του εαυτού της και της διαφορετικότητάς της από τον μέσο όρο των κοριτσιών της εποχής και την τελική της επανάσταση ενάντια στις ασφυκτικές και καταπιεστικές δομές της βικτωριανής κοινωνίας. Απλά λέω ότι δεν τη θεωρώ πολύ καλή για Μπάρτον.
ΥΓ: Αυτή τη φορά βρήκα το 3-D μάλλον αδιάφορο. Δεν νομίζω ότι πρόσθετε κάτι ουσιαστικό στην εικόνα. Απλώς συνέβαλλε σε λίγο ακόμα εντυπωσιασμό.

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2010

ΟΙ "STRIGOI" ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΠΑΧΑΛΟ


Strigoi λέγονται οι βρικόλακες στη Ρουμανία. "Strigoi" είναι και ο τίτλος του φιλμ του 2008 της Faye Jackson που είναι γυρισμένο εκεί και, εκτός της ίδιας που είναι αγγλίδα, όλοι, μα όλοι οι συντελεστές του είναι ρουμάνοι.
Το "Strigoi" είναι ταινία τρόμου, κωμωδία, ρεαλιστικό φιλμ που καταγράφει τη μίζερη ζωή στη σύγχρονη ρουμάνικη επαρχία, μελέτη του ντόπιου φολκλόρ που αφορά τους νεκροζώντανους και πολλά άλλα. Πάνω απ' όλα όμως νομίζω ότι είναι μια πολιτική ταινία. Γυρισμένο αποκλειστικά σε ένα μικρό ρουμάνικο χωριό (δίχως ιδιαίτερη γραφικότητα σημειωτέον), ξεκινά από την εκτέλεση και την επί τόπου ταφή του ζεύγους των "προυχόντων", των ισχυρών του χωριού, από τους χωρικούς, που παραπέμπει κατευθείαν στην εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου μετά την πτώση του κομουνισμού. Το ζεύγος της ταινίας είναι κι αυτοί κομουνιστές, πλην όμως έχουν συμπεριφερθεί σαν κοτζαμπάσηδες, "πίνοντας το αίμα" του λαού. Από εκεί και πέρα αρχίζει μια παλαβή ιστορία, καθώς ένας νεαρός ντόπιος επιστρέφει στο χωριό μετά από αποτυχημένες σπουδές ιατρικής στην Ιταλία και προσπαθεί να λύσει διάφορα μυστήρια που συμβαίνουν, βαθμιαία όμως εμπλέκεται όλο και πιο πολύ στην μπερδεμένη κατάσταση.
Μην περιμένετε μια νορμάλ ταινία με σαφείς εξηγήσεις. Εδώ όλα είναι μετέωρα. Δεν ξέρουμε καν ποιοι είναι Strigoi και ποιοι όχι, ούτε είναι πολύ ξεκάθαρα τα σημάδια βρικολακισμού. Όλοι είναι μπερδεμένοι σε ένα κουβάρι βαμπιρισμού, κυρίως όμως διαφθοράς. Και ταυτόχρονα, είναι και "έξω καρδιά", καθώς ανάμεσα σε μικροκομπίνες, φόνους, φόβο και ταφές και αναστάσεις, γλεντούν μέχρι τελικής πτώσης. Το χιούμορ βρίσκεται παντού, μερικές από τις φάσεις είναι ξεκαρδιστικές κι άλλες τρομακτικές, στα όρια του σπλάτερ. Οι βρικόλακες δεν είναι όπως αυτοί που ξέρουμε από τη σχετική πλούσια φιλμογραφία. Αντίθετα, σύμφωνα με τους ντόπιους θρύλους, γυρίζουν τη νύχτα στα σπίτα των χωρικών για να... φάνε τον αγλέωρα, καταβροχθίζοντας ό,τι βρίσκουν στο σπίτι. Όταν τελειώσει το φαί... ε, τότε μπορεί να ξεγελάσουν την θηριώδη πείνα τους με τον ιδιοκτήτη...
Το όλο κλίμα, πλημμυρισμένο από φολκλόρ ρουμάνικη μουσική και ρομάνους ηθοποιούς που μιλούν αγγλικά με έντονη ρουμανικη προφορά (!), θυμίζει πάνω απ' όλα ταινία του Κουστουρίτσα με βρικόλακες. Οι χαρακτήρες είναι σπαρταριστοί: Ο απίστευτος παπούς, ο μπάτσος που ονειρεύεται να φτιάξει χασισοφυτεία, ο παπάς που κλέβει και πολλοί άλλοι, είναι μέρη ενός ανεκδιήγητου βαλκανικού τσίρκου, που και σε μας θυμίζει πολλά (στο πιο μίζερο κάπως). Είπα στην αρχή ότι τη θεωρώ κυρίως πολιτική ταινία. Νομίζω ότι όλο αυτό το μπάχαλο σχετικά με τους βρικόλακες, τις δοξασίες γι' αυτούς και τη δυσειδαιμονία των χωρικών και το κλίμα διαφθοράς που επικρατεί παντού, και στο παλιό καθεστώς και τώρα δίχως την παραμικρή αλλαγή (σημειωτέον ότι το ζεύγος των πλουσίων, και μετά το φόνο τους, εξακολουθεί ανενόχλητο να λυμαίνεται το χωριό), παραπέμπει στο πολιτικό κλίμα της χώρας, και όχι μόνο αυτής. Και δείχνει με έξυπνο τρόπο ότι δεν αρκεί το να κόψεις λίγα κεφάλια παραδειγματικά. Αν η διαφθορά, η σήψη, είναι ριζωμένα στον ίδιο το λαό, όσα καθεστώτα και να αλλάξεις η κατάσταση θα μένει ουσιαστικά ίδια: Πάντα κάποιοι μεγάλοι θα πλουτίζουν εις βάρος των άλλων και ο κόσμος θα προσπαθεί να επιβιώσει με μικροκομπίνες. Και, επειδή είναι Βαλκάνια, θα γλεντά και θα διασκεδάζει και, ποιος ξέρει, ίσως και να είναι ευτυχής μεσ' τη μιζέρια του.
Πολυεπίπεδο φιλμ, που με διασκέδασε και με ενόχλησε ταυτόχρονα με τις ρεαλιστικές, ωμές και χωρίς φτιασίδια εικόνες του, ίσως να ήθελε λίγο κόψιμο γιατί κάπου "ξεχείλωνε" κάπως, συνολικά όμως θα μου μείνει για καιρό στη μνήμη. Και σίγουρα δεν μοιάζει καθόλου με καμιά (λουστραρισμένη) ταινία με βρικόλακες που έχετε δει!

Δευτέρα, Μαρτίου 08, 2010

ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΤΗ ΛΟΡΝΑ... ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ


Το Lovelorn του 2009 είναι μια βρετανική ταινία της πρωτοεμφανιζόμενης Becky Preston. Μπράβο της, κατάφερε να κάνει μεγάλου μήκους φιλμ μόλις στα 20κάτι της, αλλά πολύ φοβάμαι ότι αυτό είναι και το μόνο της ελαφρυντικό.
Το έντονα μεταφυσικό και ρομαντικό αυτό φιλμ αφηγείται την αγάπη για τη Λόρνα που τρέφουν ο φίλος της (ερωτευμένος μαζί της φυσικά) και ο αδελφός της (άλλου είδους, αδελφική αγάπη αυτή). Μόνο που η Λόρνα, μετά από ένα δυστύχημα, στο οποίο σκοτώθηκε ο προαναφερθείς φίλος της, βρίσκεται σε κώμα και στα πρόθυρα του θανάτου. Από εκεί και πέρα αρχίζει ένα μεταφυσικό μπάχαλο με άλλους κόσμους, στους οποίους περιπλανιέται ο νεκρός φίλος της, η ίδια που ψάχνει να τον βρει και ο αδελφός της που πασχίζει να τη ξαναφέρει στη ζωή. Γκεστ σταρ ο Χάρος ως βαρκάρης, ο Θάνατος ως τζέντλεμαν που του αρέσουν τα παιχνίδια, μια από χρόνια νεκρή που κάθεται μόνιμα σε μια όχθη γιατί δεν μπορεί να περάσει απέναντι, ένας θηλυκός σκανταλιάρης άγγελος και άλλα τινά όντα, ζωντανά, νεκρά ή ντεμί.
Στον αχταρμά μπερδεύονται πολλά στοιχεία από την ελληνική μυθολογία, όπως ο βαρκάρης Χάρος που σε περνά απέναντι μόνο αν πληρωθεί (αλλά κατά βάθος είναι καλός και βοηθά κιόλας την καημένη τη Λόρνα), ο μύθος του Ορφέα και ης Ευριδίκης (αλλά μεταξύ αδελφών) και άλλα, χριστιανικής μυθολογίας (αναφορές για παράδεισο και κόλαση, ο άγγελος, έστω και όχι όπως τον ξέρουμε) και διάφορα άλλα στοιχεία. Φυσικά όλα αυτά - με την αγάπη πάνω απ' όλα, αλλοίμονο τώρα - μπλέκονται σε ένα κουβάρι, όλοι μπαινοβγαίνουν με διάφορους τρόπους στους μεταξύ ζωής και θανάτου κόσμους και, εν πάσει περιπτώσει, είχα βαρεθεί πολύ στο πρώτο κιόλας τέταρτο.
Ίσως να αρέσει σε μερικές πολύ ρομαντικές ψυχές, ίσως να υπάρχει και το ελαφρυντικό της μικρής, τρυφερής ηλικίας της σκηνοθέτιδας (και, αυτό είναι πιο σοβαρό, μιας προσωπικής κακής εμπειρίας, όπως έμαθα), αλλά δυστυχώς όλα αυτά δεν φτάνουν να κάνουν μια καλή ταινία. Κάθε άλλο. Η οποία ταινία, εκτός του μπερδέρματος που ακροθιγώς περιέγραψα, διαθέτει και έναν αφόρητο ρομαντισμό (ξενέρωτο θα τον χαρακτήριζα εγώ). Κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε.

Σάββατο, Μαρτίου 06, 2010

ΟΙ ΟΘΟΝΕΣ ΣΒΗΝΟΥΝ... ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


Το "Adas" (προσωρινός ελληνικός τίτλος "Σβηστές οθόνες") είναι μια ουγγρική ταινία του 2009 του Roland Vranik. Ξεκινά από μια ιδέα που βρίσκεται κοντά στην επιστημονική φαντασία: Σε μια παραθαλάσια ουγγρική πόλη κάθε μορφή τηλεπικοινωνίας έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Δεν λειτουργούν τηλεοράσεις, υπολογιστές, τηλέφωνα, ηλεκτρικό δεν υπάρχει παρά μόνο από μπαταρίες που φορτίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι. Η πόλη σιγά - σιγά παρακμάζει, πολλοί κάτοικοι την εγκαταλείπουν, άλλοι μένουν και ανακαλύπτουν άλλους τρόπους ζωής. Στη συνέχεια όμως το φιλμ επικεντρώνεται στις προσωπικές ζωές τριών αδελφών (ο ένας παντρεμένος, οι άλλοι όχι), το αρχικό εύρημα παραμένει απλώς σαν φόντο, ένας κατά λάθος φόνος περιπλέκει τα πράγματα, όλα όμως κυλούν αργά, νωχελικά, σαν τις ζωές των παραιτημένων ουσιαστικά από τη ζωή κατοίκων και, πολύ φοβάμαι, η βαρεμάρα είναι μεταδοτική.
Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα πού το πήγαινε ή τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης. Δεν κατάλαβα γιατί και πώς από τη γενική κατάσταση επικεντρώνεται βαθμιαία στις προσωπικές περιπτώσεις των 3 αδελφών. Ο ένας αδελφός πάσχει από αϋπνία και κάποια άλλη αρρώστεια που δεν κατονομάζεται, ο άλλος σκοτώνει κατά λάθος τη γυναίκα του, ο τρίτος τα φτιάχνει με μια κοπέλα, οι μικρές κόρες του δεύτερου εξαφανίζονται χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις, και όλα αυτά μαζί μου φάνηκαν μάλλον ένας μικρός αχταρμάς που, επιπλέον, ήταν και αργός. Κάποιες στιγμές μάλιστα μου θύμιζε νέο ελληνικό σινεμά στις βαρετές του στιγμές. Οι εικόνες της εγκατάλειψης (αλλά όχι απόλυτης), των σχεδόν έρημων προαστείων, των νωχελικών και ουσιαστικά άδειων ζωών των κατοίκων που απομένουν είχαν κάποιο ενδιαφέρον, συνολικά όμως...
Ίσως ο Vranik να θέλει να πει ότι η τεχνολογία έχει γίνει η ουσία της ύπαρξής μας και δίχως αυτήν οι ζωές μας είναι άδειες. Ίσως να θέλει να καταγγείλει το γεγονός αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι το βρήκα βαρύ και τουλάχιστον εμένα με κούρασε και... έμεινα σ' όλα αυτά τα ίσως. Αν θέλει να πει αυτό (την τεχνολογία ως ουσία πλέον της ύπαρξής μας, που δίχως αυτήν τα πάντα καταρέουν, όχι μόνο εξωτερικά άλλά και μέσα μας) είναι πολύ ενδιαφέρον. Δεν νομίζω όμως ότι το λέει με καλό και εμπνευσμένο τρόπο.

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010

CRYPTIC: ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ... ΚΙΝΗΤΑ


Το Cryptic (2009) των Danny Kuchuck και John Weiner είναι μια αμερικάνικη, low budget και παντελώς ανεξάρτητη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μια ακόμα παραλλαγή πάνω στο θέμα του ταξιδιού στο χρόνο.
Μια 16χρονη κοπέλα που, όταν ήταν μικρή, έχασε τη μητέρα της από ηλεκτροπληξία, βρίσκει το παλιό της κινητό τηλέφωνο και, άθελά της, καλεί τον 8χρονο εαυτό της, που βρίσκεται φυσικά πίσω, στο παρελθόν. Όταν λοιπόν συνειδητοποιεί τι γίνεται, προσπαθεί να αλλάξει το παρελθόν της με σκοπό να βελτιώσει το δυστυχισμένο της παρόν, με μια σειρά από απροσδόκητα αποτελέσματα.
Πρόκειται για μια από τις ταινίες εκείνες που βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στο σενάριο. Το οποίο είναι έξυπνο, αρκετά πρωτότυπο πάνω σε ένα χιλιοχρησιμοποιημένο θέμα (αυτό του χρονοταξιδιού), κατάφερε να με κρατήσει σε αγωνία καθώς διαφορετικές παραλλαγές του παρόντος ξετυλίγονται μπροστά μας, δεν έχει λογικά λάθη και διαθέτει και έξυπνο, λυτρωτικό τέλος. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το απίστευτα low budget του φιλμ. Πρέπει να ξοδεύτηκαν πραγματικά ελάχιστα χρήματα για να γυριστεί. Για να μη σας πω ότι μπορεί και να γυρίστηκε από μια παρέα. Συνηθισμένοι, καθημερινοί χώροι, το ίδιο καθημερινοί ήρωες, καθόλου εφφέ, μέτριες ηθοποιίες, όλα, μα όλα, βασίζονται στην ιστορία. Κι έτσι, με το τίποτα, δημιουργείται μια ταινία που κινείται στο χώρο του φανταστικού, η οποία καταφέρνει να κρατήσει, νομίζω, τον θεατή και να μείνει στη μνήμη του. Αποτελεί έτσι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει μια καλή ιδέα, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου χρήματα.
Και, φυσικά, αποτελεί και ένα καλό παράδειγμα για την ελληνική πραγματικότητα. "Greco" γυρίζουμε ελάχιστους και "Avatar" δεν πρόκειται να γυρίσουμε ποτέ. Σε καμιά περίπτωση όμως αυτά τα ντεζαβαντάζ δεν σημαίνουν ότι δεν μπορούν να γίνουν συμπαθητικές, μικρές ταινίες σαν κι αυτή...

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΑΛΕΦ ΣΤΟ "ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ": SFF-RATED

Tο φανταστικό σινεμά γιορτάζει: Από τις 4 ως τις 10 Μαρτίου, στον γνωστό "Μικρόκοσμο" της Συγγρού (απέναντι στο Φιξ) διοργανώνεται από την Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας (ΑΛΕΦ) το 4ο αισίως SFF-Rated, τουτέστιν Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου.
12 ταινίες μεγάλου μήκους και 65 μικρού θα παρελάσουν από την οθόνη. Είναι όλες πρόσφατης παραγωγής, καμιά τους δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα (εκτός από 2-3 παλιότερες ελληνικές) και, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε πρόκειται να παιχτούν. Ανάμεσά τους αρκετά δυσεύρετα διαμάντια (δυσεύρετα όχι πιθανόν επειδή είναι σπάνια, αλλά επειδή είναι πολύ δύσκολο να τα ανιχνεύσεις μέσα στο χάος της παγκόσμιας παραγωγής, καθώς οι ταινίες προέρχονται από 12 χώρες).
Οι προβολές αρχίζουν κάθε μέρα στις 17.30 (πεντέμιση δηλαδή) και τα ΠΠΣΚ υπάρχουν και μεταμεσονύχτιες, το δε εισητήριο είναι μόλις 7,30 ευρώ κάθε μέρα, για όλα τα φιλμ της ημέρας!
Το πρόγραμμα θα το βρείτε αναλυτικά στο τελευταίο "9" της Ελευθεροτυπίας (το οποίο συμμετέχει στη διοργάνωση) και στο site http://sffrated.wordpress.com/

Όσοι πιστοί προσέλθετε. Εμείς θα είμαστε εκεί.

Τετάρτη, Μαρτίου 03, 2010

ΜΟΝΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Ο Tom Ford έμαθα μόλις ότι είναι διάσημος σχεδιαστής μόδας (είμαι παντελώς άσχετος με τον χώρο). Το "A Single Man" (Ένας Άνδρας Μόνος, 2009), είναι η πρώτη του ταινία, που βασίζεται σε μυθιστόρημα του Κρίστοφερ Άσεργουντ, που είναι από τα πρώτα και σημαντικότερα (όπως επίσης διάβασα) κείμενα της γκέι λογοτεχνίας. Δεν έχω ιδέα για τη σχεδιαστική δουλειά του Ford, η ταινία πάντως είναι σίγουρα ένα αξιοπρόσεχτο ντεμπούτο.
Ο επί 16 χρόνια εραστής του καθηγητή σε πανεπιστήμιο ήρωα έχει σκοτωθεί σε δυστύχημα κι εκείνος δεν έχει συνέλθει μετά από 8 μήνες. Εμείς παρακολουθούμε από το πρωί ως τη νύχτα αυτή που σκοπεύει να είναι η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού σχεδιάζει να αυτοκτονήσει. Αν και η ζωή τα φέρνει κάπως αλλιώς...
Μη περιμένετε κάποια πολύπλοκη ιστορία ή οποιοδήποτε ίχνος σασπένς. Το φιλμ φτιάχνει με τρυφερότητα και αγάπη το πορτρέτο του ήρωα, οι ώρες της τελευταίας μέρας δείχνονται με χαρακτηριστικούς τρόπους καθώς κυλάνε, τα περιστατικά μπερδεύονται με αναμνήσεις από στιγμές - ευτυχισμένες κυρίως - που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Οι ατάκες είναι συχνά πνευματώδεις, η εποχή (η ιστορία συμβαίνει το 1962) ζωντανεύει με πολύ καλό τρόπο, το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα (η κρίση της Κούβας, οι φόβοι πυρηνικού ολοκαυτώματος κλπ.) αναμειγνύονται με το προσωπικό δράμα του ήρωα, το θέμα της ομοφυλοφιλίας σχολιάζεται τολμηρά και ανοιχτά, η αισθητική είναι υψηλή.
Αυτή ακριβώς η αισθητική είναι που εντυπωσιάζει κυρίως στο φιλμ. Ιδιαίτερο χρώμα, συχνά σε σέπια τόνους, που άλλοτε γίνεται σχεδόν ασπρόμαυρο, ρευστή σκηνοθεσία που περνά άνετα και έξυπνα από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, χαλαροί ρυθμοί, όμορφες μουσικές, εξαιρετικά προσεγμένο ντιζάιν και μελαγχολική ατμόσφαιρα, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πολύ ιδιαίτερου στιλ, που όπως είπα είναι και το βασικό χαρακτηριστικό της ταινίας. Αν σ' αυτά προσθέσετε και την εξαιρετική ερμηνεία του Κόλιν Φερθ, έχετε ένα αισθητικό κόσμημα, που ίσως να κουράσει όσους ζητούν έντονους ρυθμούς, αλλά σίγουρα είναι αρκετά αξιόλογο. Γενικά το βρήκα ενδιαφέρον σαν πρώτο φιλμ - αν και, προειδοποιώ, μπορεί να ψυχοπλακώσει αρκετούς.
Δεν ξέρω αν ο Φορντ θα συνεχίσει στο σινεμά, η πρώτη του προσπάθεια πάντως, δίχως να με κάνει να "παραμιλήσω", είναι σίγουρα αξιοπρόσεχτη. Αν και όχι για όλους.

Τρίτη, Μαρτίου 02, 2010

ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΩΝ


Αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες ο Martin Scorsese, καταπιάνεται για δεύτερη φορά (μετά το "Ακρωτήρι του Φόβου") με το θρίλερ που αγγίζει τα όρια της ταινίας τρόμου. Αυτή τη φορά με μεγαλύτερη, κατά τη γνώμη μου, επιτυχία. Το "Shutter Island" ("Το Νησί των Καταραμένων" (2010) στα ελληνικά) είναι για μένα μια από τις καλύτερες φετινές ταινίες και ένα από τα καλύτερα θρίλερ των τελευταίων χρόνων.
Απόλυτα κλειστοφοβικό (διαδραματίζεται σε μικρό νησί, το οποίο μάλιστα λόγω καταιγίδας έχει αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο), υποβλητικό, με μουντά χρώματα, διαρκώς συννεφιασμένους, βαριούς ουρανούς και ακόμα πιο τρομακτικούς εσωτερικούς χώρους, κατάφερε να με αιχμαλωτίσει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Κι όχι μόνο αυτό: Η ένταση διαρκώς ανεβαίνει, ο ήρωας νοιώθει να παγιδεύεται κάθε στιγμή που περνά, νοιώθει τον κλοιό να σφίγγει γύρω του - και μαζί μ' αυτόν κι ο θεατής - και από κυνηγός να μετατρέπεται βαθμιαία σε θήραμα. Κι έπειτα έρχεται το απροσδόκητο φινάλε και ανατρέπει τα πάντα. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...
Ταυτόχρονα ο Σκορσέζε παίζει με συλλογικούς φόβους και νευρώσεις, καταφέρνοντας να δέσει αριστοτεχνικά τους ναζί με την αμερικάνικη αντικομουνιστική υστερία του '50 (το φιλμ διαδραματίζεται το 1954) και να πετύχει την απόλυτη αντιστροφή του αμερικάνικου ονείρου (η όμορφη οικογένεια στο ειδυλλιακό σπίτι) και τη μετατροπή του σε εφιάλτη. Η ψυχοπαθολογία έχει εδώ το πρώτο χέρι (το φιλμ διαδραματίζεται σε άσυλο ψυχικά ανιάτων που βρίσκεται στο νησί), οι θεωρίες συνωμοσίας (στην πρώτη τους μορφή της δεκαετίας του 50) ως έμμονος φόβος μεγάλης μερίδας του πληθυσμού επίσης. Τα πολιτικά και ηθικά διλήμματα δίνουν κι αυτά το παρόν ("είναι καλύτερα να ζεις σαν κτήνος ή να πεθαίνεις σαν καλός άνθρωπος;"), καθώς και ο προβληματισμός πάνω στην εγγενή βία που (πιθανόν) ενυπάρχει στον άνθρωπο.
Σκοτεινό, αγχώδες, άψογα γυρισμένο, νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ του Σκορσέζε των αρκετών τελευταίων χρόνων.
ΥΓ και spoiler: Όσοι παρακολουθούν αυτό το blog ξέρουν καλά ότι δεν περαυτολογώ, αυτή τη φορά όμως, πολύ σύντομα άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με όσα διαδραματίζονταν. Υπάρχουν μια σειρά από μικρές, ανεπαίσθητες λεπτομέρειες και κάτι αλλόκοτο στην όλη ατμόσφαιρα που συντελούν σ' αυτό. Δεν θα συζητήσω τώρα τις λεπτομέρειες αυτές, δεν είναι του παρόντος, και δεν το λέω ούτε αυτή τη φορά για να περιαυτολογήσω. Αντίθετα, πιστεύω ότι όλη αυτή η αριστοτεχνική κατασκευή και οι ελάχιστες, πανέξυπνες νύξεις, αποδεικνύουν με ένα διαφορετικό τρόπο τη σοφία του μεγάλου δημιουργού.

Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

Ο ΛΕΝΟΝ ΠΡΙΝ ΑΠ' ΤΟΥΣ ΜΠΙΤΛΣ


Το "Nowhere Boy" (2009) ("Όλοι θέλουν λίγη αγάπη" ο ελληνικός τίτλος) είναι μια ταινία της Sam Taylor Wood, η οποία είναι εικαστικός και αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους κινηματογραφική δουλειά της. Αναφέρεται στα εφηβικά χρόνια του Τζον Λένον, λίγο πριν σχηματίσει του Beatles κι όταν ακόμα είχε το πρώτο του συγκρότημα, που λεγόταν Quarrymen, την συνάντησή του με τον Πολ Μακ Κάρτνεϊ, αλλά κυρίως στην μπερδεμένη προσωπική και συναισθηματική του ζωή. Βλέπετε, ο Λένον ανατράφηκε από μια αυστηρή θεία (η οποία βέβαια τον υπεραγαπούσε), ενώ η μητέρα του έμενε εκεί κοντά δίχως ο ίδιος να το ξέρει μέχρι κάποια ηλικία. Τον είχε δώσει στην αδελφή της επειδή η ίδια υπήρξε "άτακτη" στα νιάτα της.
Παρακολουθούμε λοιπόν την ιδιαίτερη αυτή κατάσταση, τους πρώτους έρωτες, το αρχικό κλικ που θα μετατραπεί γρήγορα σε πάθος για τη μουσική, καθώς και τον άστατο, επαναστατικό (με εφηβικούς ακόμα όρους) χαρακτήρα του. Χαρακτηριστικό είναι το ότι η λέξη Beatles δεν ακούγεται ποτέ στο φιλμ, το οποίο τελειώνει όταν το άσημο ακόμα συγκρότημα, μετά μερικές πετυχημένες εμφανίσεις στο Λίβερπουλ, πηγαίνει στο Αμβούργο όπου έχει προσκληθεί να μείνει για λίγο καιρό παίζοντας σε κάποιο κλαμπ. Από εκεί ξεκινά η μεγάλη επιτυχία, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
Όλα αυτά δίνονται με έναν συμπαθητικό τρόπο, το φιλμ παρακολουθείται ευχάριστα, διαθέτει και κάποιο χιούμορ, αλλά και τραγικές στιγμές, και μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι απογειώνεται ποτέ, ούτε διαθέτει κάτι που θα μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου. Παραμένει κατά τη γνώμη μου στα επίπεδα του "συμπαθητικού". Απευθύνεται κυρίως σε φανς των Beatles (στους οποίους συγκαταλέγομαι), που ενδιαφέρονται να μάθουν και την τελευταία λεπτομέρεια γι' αυτούς (αυτό το βίτσιο δεν το έχω). Έξω από αυτό το φανατικό κοινό φοβάμαι ότι θα περάσει μάλλον απαρατήρητο. Απ' αυτά που λες "Χμ... δεν ήταν κακό..." Η Κριστίν Σκοτ Τόμας πάντως είναι πολύ καλή στο ρόλο της θείας.
Και μου μένει τελικά η απορία: Γιατί μια "προχωρημένη" εικαστικός μπαίνει στα καλά καθούμενα στο χώρο ενός καθ' όλα mainstream σινεμά και παράγει ένα τόσο χλιαρό αποτέλεσμα; 'Έχει ξεναγίνει αυτό στο παρελθόν (όχι από την Taylor Wood βέβαια). Αν εξαιρέσεις ελάχιστους, μεταξύ των οποίων και τον σχετικά αξιόλογο Julian Schnabel (του οποίου και πάλι τα φιλμ ουδεμία σχέση έχουν με την εικαστιή δουλειά του), φοβάμαι ότι παρόμοιες περιπτώσεις έχουν δώσει μέτρια ή και κακά αποτελέσματα. Μήπως κάποιοι, παρά το ότι έχουν κάνει βιντεο αρτ στη ζωή τους, δεν θα ήταν φρόνιμο να μπαίνουν και σε άλλα χωράφια;

eXTReMe Tracker